Εμείς και οι Άλλοι

mirror-blog

Τ’ αξεδιάλυτα σκοτάδια

τα χαράζει μια λιγνή λευκότη

νυχτοφέροντας και αυτή.

Και ήτανε του νου μου η πρώτη

χαραυγή”.

Κ. Παλαμάς, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου

Γιατί οι αναρχικοί κατέβηκαν σε αντιδιαδήλωση την Κυριακή; Για ποιον λόγο επιλέγουν να διαταράξουν το κλίμα της εθνικής ομοψυχίας που επικρατεί; Θα έλεγε κανείς ότι ακριβώς τις στιγμές που το έθνος συσπειρώνεται και δείχνει να βρίσκεται σε ανάταση, έρχονται οι αναρχικοί να πάνε κόντρα στο ρεύμα και να μας υπενθυμίσουν ότι τα “ιερά και όσια” δεν είναι πέρα από κάθε αμφισβήτιση. Ακόμα χειρότερα, έρχονται να επανακαθορίσουν με τη δράση και την προπαγάνδα τους τα όρια του “εμείς” και του “αυτοί”, τα οποία οι “αγνοί”, ανυποψίαστοι πατριώτες παίρνουν πάντοτε σαν δεδομένα. Ότι βέβαια ισχύει για τους πατριώτες, άλλο τόσο ισχύει και για τους αναρχικούς. Ούτε τα δικά μας όρια του ταξικού ανήκειν, ή τα στοιχεία του φαντασιακού μας (θα πρέπει να) είναι γραμμένα στην πέτρα. Βαφτίζοντας την κινητοποίηση τους “αντιφασιστική”, οι αναρχικοί θέλουν να δείξουν ότι η σύναξη του Συντάγματος τελούσε κάτω από τον έλεγχο και την πολιτική ηγεμονία της ακροδεξιάς. Είναι πράγματι λυπηρό που μια μεγάλη μάζα ανθρώπων αποφασίζει να κάνει την εμφάνιση του ξανά στις πλατείες των ελληνικών πόλεων, όχι όμως ως υποκείμενο, για να διεκδικήσει μια χειροπιαστή βελτίωση στους υλικούς όρους της ζωής της, αλλά ως άβουλο όργανο των ελίτ, για να διατρανώσει την προσκόλληση της στα πιο αντιδραστικά κελεύσματα που εκπέμπει ένας ξενοφοβικός εθνικισμός.

Φυσικά, η συγκέντρωση του Συντάγματος εμφανίζεται περισσότερο σαν αντίδραση στην λανθάνουσα “επιθετικότητα” που επιδεικνύουν οι σκοπιανοί στο ζήτημα της ονομασίας και λιγότερο ως έμπρακτη εκδήλωση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων του ελλαδικού κράτους. Ωστόσο, ακόμα και ο πιο ωμός ιμπεριαλισμός πάντοτε φοράει το ένδυμα της αυτοάμυνας για να περιβάλλει με μια ηθική διάσταση την ζωική ορμή του. Ακόμη και οι ναζί ισχυρίστηκαν ότι ολόκληρο το κίνημα τους, αλλά και η στρατιωτική εισβολή τους στην ΕΣΣΔ, έγιναν για να προστατέψουν τον “ευρωπαϊκό πολιτισμό” από τον “ασιατικό κίνδυνο” που ενσάρκωνε ο μπολσεβικισμός. Το ζήτημα της ονομασίας αποτελεί αντικείμενο ανοιχτής διπλωματικής διένεξης εδώ και κάμποσες δεκαετίες, ενώ όσοι γνωρίζουν λίγα ψήγματα ιστορίας είναι σε θέση να βεβαιώσουν πως η συνείδηση μιας ξεχωριστής σλαβομακεδονικής ταυτότητας έχει αρχίσει να αναπτύσσεται σε αμφότερες τις πλευρές των συνόρων, τουλάχιστον από την εποχή του μεσοπολέμου. Αν αρνηθούμε να αναγνωρίσουμε έστω και μια μεσοβέζικη διακρατική λύση, αν αφαιρέσουμε από ένα κράτος που συγκροτήθηκε σε ένα τμήμα της εδαφικής μάζας που προσδιορίζουμε γεωγραφικά σαν Μακεδονία την δυνατότητα του να αυτοπροσδιορίζεται ως αυτό που είναι, τότε απορρίπτουμε κάθε δυνατότητα για ειρηνική συνύπαρξη. Καλλιεργούμε σχέσεις έντασης και ανταγωνισμού και αφήνουμε τον πόλεμο σαν το μοναδικό μέσο επίλυσης των διαφορών. Αυτή είναι η γραμμή που υπερασπίστηκαν τα συλλαλλητήρια σε Αθήνα και Θεσ/νικη και ως τέτοια, σαν χώρος συνεύρεσης και ζύμωσης εκείνων που υιοθετούν την πλέον αδιάλλακτη γραμμή μεταξύ των εθνικιστών, τελεί υπό την ηγεμονία ακροδεξιών και φασιστικών ομάδων. Δεν είναι ότι υπερασπίζεται ένα είδος λύσης, Είναι ότι εκδηλώνεται ανοικτά υπέρ της συνέχισης μιας κατάστασης μη-λύσης, δηλαδή υπέρ της ανοικτής σύγκρουσης ανάμεσα στους δύο λαούς.

Σημαίνει αυτό ότι κάθε άνθρωπος που επέλεξε να βρεθεί ανάμεσα στους διαδηλωτές του Συντάγματος είναι αμετανόητος φασίστας; Μία ημέρα πριν το συλλαλλητήριο του Συντάγματος υπήρχε η εκδήλωση της ΧΑ για τα Ίμια. Αν η έλευση ενός μαζικού εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα ήταν ένα τετελεσμένο πολιτικό γεγονός, τότε η συγκέντρωση των ναζιστών θα πρέπει να ήταν ίδια σε προσέλευση και όγκο με αυτή της Κυριακής για το μακεδονικό. Ωστόσο, παρά το κλίμα εθνικού παροξυσμού που είναι στην ημερίσια διάταξη αφού καλλιεργείται επιμελώς από τα συστημικά μίντια, η καθιερωμένη σύναξη των νεοναζί δεν ξεπέρασε τα γνωστά της μέτρια αριθμητικά μεγέθη.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως συλλαλλητήρια σαν αυτά για την Μακεδονία δεν δημιουργούν προνομιακές συνθήκες για να διογκωθεί και να αναπτυχθεί το εθνικιστικό κίνημα . Όμως, αυτή είναι μόνο μία από τις πιθανότητες που κυοφορούνται από την ιστορική συγκυρία την οποία διανύουμε και δεν αποτελεί μια συντελεσμένη και αμετάκλητη εξέλιξη. Αν την προσεγγίσουμε σαν ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα και συμπεράνουμε ότι όσοι δίνουν το παρόν στα συλλαλλητήρια για την Μακεδονία είναι ήδη πωρωμένοι φασίστες που ξέρουν να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που οι ίδιοι αισθάνονται σαν αμυντικό και αυτονόητο “πατριωτισμό” και τον φιλοπόλεμο υπερεθνικισμό των νεοναζί, τότε μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι το έχουμε χάσει ήδη το παιγνίδι και η αντισυγκέντρωση των Προπυλαίων είχε τον χαρακτήρα περισσότερο ενός ύστατου χαίρε στον εναλλακτικό κόσμο που θα μπορούσε να αναδειχτεί μέσα από τις κοινωνικές διεργασίες που συντελούνται στον ελλαδικό χώρο τα χρόνια από το Μνημόνιο και μετά. Από τότε που υπάρχουν τα κράτη, οι υπήκοοι υποβάλλονται από τις πολύ τρυφερές ηλικίες σε μια διαδικασία κοινωνικοποίησης που τους μαθαίνει να αγαπούν το έθνος και το κράτος, να ενστερνίζονται τις θρησκευτικές γιορτές και να λειτουργούν μέσα σε συμβατικές κοινωνικές σχέσεις που ορίζουν τους κοινωνικούς ρόλους και τα καθήκοντα τους. Διαπαιδαγωγούνται μέσα στο μίσος για τον “προαιώνιο εχθρό”, για τις αδικίες και τα εγκλήματα που έγιναν στο παρελθόν σε βάρος της “κοινότητας” του έθνους και μέσα στον φόβο για τα εγκλήματα που πρόκειται να επαναληφθούν στο μέλλον.

Αν η κοινωνική κατασκευή της υποκειμενικότητας του ατόμου μπορεί να νοηθεί σαν ένα ετερόνομο φαντασιακό συνεχές που μέσα του περιλαμβάνει ένα πλήθος ταυτοτήτων, αλλά στο ένα άκρο του απολήγει στην κοσμοθεωρία του ακραίου εθνικισμού, ενώ ο αντίθετος πόλος ακουμπάει τις αντιλήψεις του κρατικιστικού σοσιαλισμού, τότε ο ανθρωπολογικός τύπος του υπηκόου τελεί πάντοτε κάτω από την επιρροή του ενός, ή του άλλου τύπου εθνικιστικής ιδεολογίας, μιας και οι δύο εκδοχές συνεπάγονται εξίσου την αποδοχή κάποιας μορφής του Κράτους. Έτσι, το πέρασμα από τον πατριωτισμό στον σκληροπυρηνικό εθνικισμό δεν είναι παρά ζήτημα μιας γραμμικής ιδεολογικής εξέλιξης από προϋπάρχοντα πολιτισμικά μοτίβα που ενισχύονται από το ίδιο το σύστημα, τη στιγμή που η προσχώρηση σε ένα αυτόνομο κοινωνικό φαντασιακό προϋποθέτει μια γενικευμένη ρήξη με ότι ο μέσος υπήκοος θεωρούσε μέχρι σήμερα αυτονόητο. Έναν βίαιο αποχωρισμό από τις αντικειμενικές υλικές, αλλά και τις υποκειμενικές ορίζουσες της κοινωνικής υπόστασης του, μια διαδικασία που το δίχως άλλο μπορεί να είναι τραυματική για το υποκείμενο που τη βιώνει και γι’ αυτό τείνει να την αποφεύγει. Αυτό σημαίνει ότι το να είναι κανείς αναρχικός, στην εποχή μας, όπως και σε κάθε εποχή, είναι μια μοναχική επιλογή. Από την ίδια τη φύση του προτάγματος μας, είμαστε υποχρεωμένοι να διαχωρίσουμε τη θέση μας από το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα και να λάβουμε υπερήφανα τις θέσεις που μας αναλογούν στο περιθώριο της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.

Επιθυμούμε όμως να παραμείνουμε εκεί; Όχι τυχαία, οι φασίστες στη Θεσσαλονίκη επιτέθηκαν ενάντια σε εκείνες τις δομές του αναρχικού κινήματος που είναι αναγνωρίσιμες. Στις καταλήψεις και τα κοινωνικά κέντρα που βρίσκονται εκεί, που παράγουν πολιτική, που εκφέρουν δημόσιο λόγο και είναι υπόλογες για τις πράξεις τους, που καλλιεργούν τις σχέσεις τους με τις γειτονιές και τις τοπικές κοινωνίες των οποίων αποτελούν ζωντανό κομμάτι. Οι αναρχικοί έγιναν στόχος επειδή δεν χωράνε στην αντίληψη περί “ελληνικότητας” που ηγεμονεύει σε μια συγκέντρωση εξτρεμιστών “μακεδονομάχων”, ή μάλλον επειδή είναι ο πολιτικός φορέας που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με αυτές τις αντιλήψεις. Παρόλα αυτά, ήταν μόνο 100-150 πωρωμένοι φασίστες που συμμετείχαν στην επίθεση και τον εμπρησμό της κατάληψης υπό την υψηλή εποπτεία των δυνάμεων καταστολής, τη στιγμή που ο κύριος όγκος της διαδήλωσης της Θεσσαλονίκης δεν έδειξε κάποια διάθεση να κινηθεί επιθετικά απέναντι στον “εσωτερικό εχθρό”. Το να στοιβάξουμε λοιπόν συλλήβδην όσους συμμετέχουν στα συλλαλλητήρια στην κατηγορία του υπαρξιακού αντιπάλου επειδή επιλέγουν να διαδηλώσουν πλάι σε ακροδεξιούς και χρυσαυγίτες, σημαίνει πως υιοθετούμε μια εχθρική στάση απέναντι στην κοινωνία στο σύνολο της, αντί να κοιτάμε με ποιον τρόπο θα πολλαπλασιάσουμε τις ρήξεις μέσα στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της ετερονομίας και θα κάνουμε το αυτόνομο σύστημα αξιών και ιδεών ηγεμονικό. Χωρίς να υποτιμάμε το βάρος της ατομικής ευθύνης που αναλογεί στον καθένα από εμάς που μετέχει στις διαδικασίες της διευρυμένης κοινωνικής αναπαραγωγής, εφόσον υποθέσουμε ότι το μόνο που χρειάζεται για να επέλθει ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας είναι να μιμηθεί η κοινωνική πλειοψηφία το παράδειγμα που δίνουμε μέσω των καταλήψεων για τη θέσμιση ενός διαφορετικού τύπου κοινωνικών σχέσεων, με αυτόν τον τρόπο τείνουμε να υποβαθμίσουμε την κατασταλτική δύναμη που ασκεί το ετερόνομο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης σαν ένα σύνολο από κανόνες που οργανώνουν τις κοινωνικές σχέσεις ιεραρχικά και καθιστούν προβλέψιμα και μετρήσιμα τα αποτελεσματα της δραστηριότητας των κοινωνικών υποκειμένων. Για να μην αναφερθούμε στο όχι ασήμαντο γεγονός ότι, από τη φύση τους, οι καταλήψεις μπορούν να αποτελέσουν μόνο σημεία εκκίνησης για έναν καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε ελευθεριακά πρότυπα, αλλά όχι το ενδεδειγμένο μοντέλο για την συγκρότηση μιας αυτόνομης μορφής οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας.

Το εθνικιστικό φαντασιακό εισάγει μεν μια μορφή ψευδούς συνείδησης στην παραγωγή της υποκειμενικότητας του ατόμου, όχι όμως επειδή η ταξική αυτοσυνειδησία εκφράζει την βαθύτερη ουσία των κοινωνικών τάξεων, τον τρόπο που οι τάξεις οφείλουν να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα προϋπάρχοντα και αναλλοίωτα οντολογικά χαρακτηριστικά τους. Η φαντασιακή θέσμιση των κοινωνικών υποκειμένων είναι εξίσου “επίπλαστη” στο βαθμό που παράγεται ιστορικά και εκφράζεται πάντα μέσα από πολιτικά και πολιτισμικά προτάγματα που την ίδια στιγμή που εκφράζουν το συλλογικό υποκείμενο τους, το συγκροτούν κιόλας ως προς τα βασικά ενοποιητικά χαρακτηριστικά του. Κι εφόσον θέλουμε να είμαστε συνεπής με τις κατευθυντήριες αρχές ενός φιλοσοφικού υλισμού, δηλαδή να πάρουμε σαν αφετηρία της ανάλυσης μας την κοινωνία όπως είναι κι όχι όπως θα θέλαμε να είναι, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι κατά μία έννοια, το έθνος είναι πιο “πραγματικό” μέγεθος από την κοινωνική τάξη. Διότι ενώ το εθνικό στοιχείο βρίσκεται ήδη στην καρδιά της φαντασιακής θέσμισης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, η ταξική αυτοσυνειδησία εξακολουθεί να είναι ένα από τα ζητούμενα της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας και της πολιτικής πράξης. Σίγουρα έχουμε δίκιο όταν καταλογίζουμε στους εθνικιστές πως η μορφή ενότητας που οραματιζονται έχει πάντοτε σαν κοινό παρονομαστή την από κοινού αντιπαλότητα ενάντια σε κάποιον εξωτερικό εχθρό. Μήπως όμως οι αναρχικοί δεν περνάμε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μας διαφωνώντας έντονα μεταξύ μας κι εξαπολύοντας αναθέματα ο ένας ενάντια στον άλλον, μόνο και μόνο για να ενωθούμε σαν γροθιά όταν ένας από εμάς δέχεται επίθεση, όπως έγινε π.χ. παλιότερα με την περίπτωση της Βίλλας, ή τώρα με την Libertatia;

Έπεται από τα παραπάνω ότι το ταξικό συμφέρον, η συνείδηση της ταξικής διάρθρωσης της ετερόνομης κοινωνίας δεν είναι περισσότερο “πραγματική” από τη συνείδηση της ύπαρξης του έθνους, με την έννοια μιας βιωμενης ιστορικής πραγματικότητας. Είναι όμως πιο αληθής ως προς τα υποκείμενα που συνιστούν τους φορείς της, με την έννοια ότι κατακερματίζει το φαντασιακό εθνικιστικό βίωμα στις επιμέρους αντικειμενικές συνθήκες της κοινωνικής ύπαρξης και το επαναπροσδιορίζει σύμφωνα με το υλικό υπόβαθρο της υπόστασης της κάθε κοινωνικής μονάδας, που σε τελική ανάλυση, καθορίζει και το αυθεντικό περιεχόμενο και τα όρια της ταξικής εμπειρίας του να ανήκει κανείς σε μια εθνική κοινότητα. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ενώ το εθνικιστικό φαντασιακό μπορεί να ηγεμονεύσει μόνο διαμέσου της επιβολής του από μια άνωθεν θεσμισμένη εξουσία, δηλαδη απ’ τις ελίτ κι εκείνες τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες που ταυτίζονται υποκειμενικά και συναρτούν αντικειμενικά την ευημερία τους με την αναπαραγωγή των κυρίαρχων συστημικών θεσμών, η ανάδειξη της ταξικής συνείδησης προϋποθέτει μια διαδικασία αυτόνομης θέσμισης του συλλογικού υποκειμένου των καταπιεσμένων. Μια διαδικασία συλλογικού αυτοκαθορισμού έξω από τις καθιερωμένες φαντασιακές σημασίες του εθνικισμού και μιας αντίληψης των ιεραρχικών σχέσεων της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας σαν το θεσμικό πλαίσιο που εξαρτά οργανικά την ευημερία των από πάνω, με την θεσμοποιημένη άρνηση της ευημερίας των από κάτω. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ως αναρχικοί είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε για τη ριζοσπαστική διαφώτιση των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων και όχι να αντιμετωπίζουμε ελιτίστικα τους ανθρώπους που ανήκουν σ’ αυτά σαν να είναι αθεράπευτα ηλίθιοι, ή να καταφερόμαστε με μένος εναντίον τους, λες και τους έχουμε κατατάξει από τώρα οριστικά και αμετάκλητα στο στρατόπεδο των μελλοντικών κοινωνικών μας αντιπάλων.

Advertisements

Το Μακεδονικό και άλλα συστημικά παραμύθια

210924_412611802131600_1581676737_o

Τίποτα δεν δίνει σε έναν φοβισμένο άνθρωπο περισσότερο κουράγιο από τον φόβο ενός άλλου”.

Ουμπέρτο Έκο

Λέγεται συχνά ότι η πολιτική είναι η “τέχνη του συμβιβασμού”. Ωστόσο, όπως έχει παρατηρήσει η Σιμόν Βέιλ, αυτό “που ονομάζουμε χρυσή τομή συνίσταται στην πραγματικότητα στην μη ικανοποίηση ούτε της μίας ούτε της άλλης από τις αντίθετες ανάγκες. Είναι μια καρικατούρα της πραγματικής ισορροπίας μέσω της οποίας οι αντίθετες ανάγκες ικανοποιούνται και η μία και η άλλη στην ολότητα τους”.i Έτσι, σε μια διαμάχη όπως είναι αυτή ανάμεσα στο ελλαδικό κράτος και το νεοπαγές κράτος των Σκοπίων για το επίσημο όνομα που θα έχει η γειτονική χώρα, μία πρόταση συμβιβασμού, αντί να ικανοποιήσει και τις δύο πλευρές και μ’ αυτόν τον τρόπο να δημιουργήσει τις συνθήκες για ειρηνική συνύπαρξη, θα μπορούσε τελικά να λειτουργήσει σαν αποσταθεροποιητικός παράγοντας. Σαν ένα ημίμετρο που αφού απέτυχε να ανταποκριθεί εξολοκλήρου στις αξιώσεις της μίας ή της άλλης μεριάς, συντηρεί τις εκατέρωθεν διεκδικήσεις και αφήνει τα δύο εμπλεκόμενα μέρη αμφότερα δυσαρεστημένα. Η ιστορία μας διδάσκει πώς μια κακοσχεδιασμένη ειρηνευτική συνθήκη, όχι μόνο δεν κατορθώνει να κατοχυρώσει την διαρκή ειρήνη, αλλά αντίθετα, τις περισσότερες φορές δύναται να λειτουργήσει σαν προάγγελος πολέμου.

Χωρίς αμφιβολία, ο αυτοπροσδιορισμός ενός λαού είναι αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα και δεν μπορεί παρά να είναι η αφετηρία από την οποία ξεκινάμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα της ονομασίας. Σύμφωνα με την απαράβατη αρχή που διατύπωσε ο αναρχικός Μαξίμοφ, «Το δικαίωμα του να είσαι ο εαυτός σου απορρέει με φυσικό τρόπο από τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας. Η παγκόσμια ελευθερία και η ισότητα, ο θρίαμβος της δικαιοσύνης ανά τον κόσμο, βρίσκεται υψηλότερα από κάθε εθνικό συμφέρον. Τα δικαιώματα των εθνών παύουν να αποτελούν συνεπαγωγές από αυτές τις υψηλότερες αρχές, εάν κι εφόσον χρησιμοποιηθούν για να αντιστρατευτούν την ελευθερία, ή να τοποθετηθούν έξω από αυτήν» (310).ii Από την άλλη, μιας και οι λαοί κατοχυρώνουν τις ιδιότητες και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τα οποία υποτίθεται ότι θεωρούν σαν συστατικά στοιχεία του αυτοπροσδιορισμού τους, αποκλειστικά και μόνο διαμέσου της οργάνωσης τους σε χωριστά και ανταγωνιστικά μεταξύ τους κράτη, και μιας και η κριτική του αναρχισμού στρέφεται κυρίως εναντίον του κράτους ως ετερόνομης μορφής αυτοθέσμισης της κοινωνίας, η αξιωματική παρατήρηση του Μαξίμοφ, χρήζει περαιτέρω ανάλυσης κι ερμηνείας σε ότι αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη. Κι αυτό γιατί ο αναρχισμός εκλαμβάνει το κράτος σαν μια μορφή καταναγκαστικής ένωσης, η οποία, αφενός βασίζεται στην ανισοκατανομή της δύναμης για την αναπαραγωγή του κι έτσι δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική της βούλησης του λαού που διατείνεται ότι εκπροσωπεί και αφετέρου, ακριβώς επειδή είναι ιεραρχικά διαρθρωμένη στο εσωτερικό της, είναι υποχρεωμένη να αναζητήσει τις πηγές της φαντασιακής θέσμισης της σε υπεριστορικά και υπερβατικά πεδία, που βρίσκονται έξω και πέρα από τις κοινωνικές διεργασίες και την συνειδητή δραστηριότητα των κοινωνικών υποκειμένων αυτή καθ’ αυτήν.

Έτσι, όταν επικαλούμαστε το “δικαίωμα ενός λαού στον αυτοκαθορισμό”, καλό θα είναι να θυμόμαστε ότι στον βαθμό που αυτό διαμεσολαβείται από την εξουασιαστική κρατική δομή, το δικαίωμα αυτό έχει ήδη καταπατηθεί από τους ίδιους τους πολιτικούς και τους διπλωμάτες που ισχυρίζονται πως το υπερασπίζονται. Γιατί τι άλλο είναι τελικά το Κράτος από ένας εξουσιαστικός μηχανισμός που αντλεί τη δύναμη του ακριβώς από την θεσμοποιημένη άρνηση του δικαιωματος του αυτοκαθορισμού για τα κοινωνικά στρώματα που κατέχουν υποτελή θέση στην ταξική ιεραρχία; Από αυτή την άποψη, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τον ρόλο που παίζει το κυρίαρχο ετερόνομο φαντασιακό εκατέρωθεν προκειμένου να ενισχύσει τις κατασταλτικές όψεις της επίσημης κρατικής ιδεολογίας, να παγιώσει τους κοινωνικούς αποκλεισμούς, την ιεραρχική διαβάθμιση και την ταξική καταπίεση στο εσωτερικό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, ενάντια στις εγχώριες ομάδες που εξορίζονται σαν ανεπιθύμητες από το κυρίαρχο εθνικιστικό φαντασιακό. Η διαπίστωση αυτή ισχύει εξίσου, είτε μιλάμε για το φαινομενικά “ισχυρότερο” κράτος και την ιδεολογική φαντασιώση που αυτό καλλιεργεί συστηματικά περί της ύπαρξης ενός τρισχιλιετούς ελληνικού πολιτισμού με αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια, ή για το έκτρωμα του νεοφερμένου κιτς “μακεδονισμού” των σκοπιανών γειτόνων, που είναι φορές που μοιάζει με μεθοδικά καλλιεργημένη συλλογική ψευδαίσθηση, η οποία αγγίζει τα όρια της παράνοιας. Όπως και να έχει, δεδομένου ότι το εθνικιστικό φαντασιακό μπορεί να διαστέλλει τον ορισμό της εθνικής “κοινότητας” ανάλογα με τις ανάγκες της ιστορικής και ταξικής συγκυρίας και να δανείζεται τα ουσιώδη στοιχεία του από όποια ιστορική ή πολιτισμική παράδοση επιθυμεί, η συνειδητή επιλογή του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού σε βάρος ενός άλλου εθνικιστικού φαντασιακού, ενδέχεται να αποκρύπτει λανθάνουσα επιθετικότητα κι έναν επεκτατισμό ενάντια σε έναν δυνητικό αντίπαλο.

Σίγουρα πάντως, άποψη μου είναι ότι ως αναρχικοί δεν μπορούμε να υιοθετούμε άκριτα και να ετεροκαθοριζόμαστε από την κρατικιστική προπαγάνδα της μίας πλευράς, με μοναδικό γνώμονα τη διάθεση μας για σύγκρουση και διαφοροποίηση με τις εγχώριες ταξικές δυνάμεις της ετερονομίας που συντάσσονται σύσσωμες πίσω από μια ιδεολογική γραμμή υπεράσπισης των “ιερών και οσίων του έθνους”. Κάπως έτσι άλλωστε, το βρετανικό αναρχικό κίνημα κατέληξε να υποστηρίζει αναφανδόν την παραμονή της Βρετανίας στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό μπλοκ της ΕΕ, αντιδρώντας έτσι ανακλαστικά, και μ’ αυτόν τον τρόπο ετεροκαθοριζόμενο από την πάγια θέση των βρετανών εθνικιστών υπέρ του brexit. Αυτό στην πράξη θα σήμαινε να αρνηθούμε να ενεργήσουμε κατά τρόπο που ενισχύει την προπαγάνδα του σκοπιανού μακεδονισμού, αλλά και την αντίθετη προπαγάνδα των ελληναράδων για την “ελληνική μοναδικότητα” της γεωγραφικής περιοχής που οριοθετείται ως Μακεδονία. Να αρνηθούμε δηλαδή τους ίδιους τους ιδεολογικούς όρους με τους οποίους τίθεται το αντικείμενο αυτής της επίπλαστης διαμάχης. Θα μπορούσε άλλωστε κάποιος να αναρωτηθεί αν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η αναζωπύρωση ενός “εθνικού θέματος” συμπίπτει χρονικά με την περιστολή του δικαιώματος στην απεργία από μια “αριστερή” κυβέρνηση.iii

Κι αν η ανακάλυψη μιας ιστορικής συγγένειας ανάμεσα στους Σλάβους που μετανάστευσαν στα βυζαντινά εδάφη περίπου τον 5ο μ.Χ. αιώνα και στον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα που έζησε κι έδρασε εννιακόσια χρόνια πριν, αποτελεί πράγματι τρανή απόδειξη για την έμφυτη “πλαστικότητα” της εθνικστικής ιστοριογραφίας, της ικανότητας της δηλαδή να μεταμορφώνει και να προσαρμόζει τα ιστορικά δεδομένα στους αντικειμενικούς ιδεολογικούς της σκοπούς, θα πρέπει κάποιος να υπενθυμίσει στους συμπαθείς γείτονες ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν παρά ένας ιμπεριαλιστής σφαγέας, ερωτευμένος με την επίφαση του ίδιου του μεγαλείου του. Ο φιλόσοφος Ρ. Ρόρτυ κάποτε έγραψε πως, “Η εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες ότι ο αυτοσεβασμός για τα άτομα: η αναγκαία συνθήκη για τη βελτίωση τους. Μια υπερβολική δόση εθνικής υπερηφάνειας μπορεί να οδηγήσει στην επιθετικότητα και τον ιμπεριαλισμό, όπως ακριβώς και ο υπέρμετρος αυτοσεβασμός μπορεί να προξενήσει αλαζονεία. Αλλά όπως μια πολύ μικρή δόση αυτοσεβασμού παρεμποδίζει το άτομο να υψώσει το ηθικό του ανάστημα, έτσι και μια κουτσουρεμένη εθνική υπερηφάνεια καθιστά αδύνατη την ενεργητική και αποτελεσματική συζήτηση για την εθνική πολιτική”.iv Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι ένας βαθμός ανειλικρίνιας είναι αναγκαίος να περιλαμβάνεται στην επίσημη ιστοριογραφία, προκειμένου να αποτρέψει την κατάρρευση του εθνικιστικού φαντασιακού και για να μην πάψει αυτό να λειτουργεί ως σημείο ιδεολογικής ταύτισης και συγκολλητική ουσία για το σύνολο της ταξικά διαρθρωμένης κοινωνικής ολότητας. Έτσι, ο “δικός μας” κατακτητής είναι εξορισμού πάντοτε ο καλύτερος. Δεν εξόντωσε λαούς, αλλά αναμόρφωσε τις περιοχές που κατέκτησε. Δεν υπέταξε τους ηττημένους, αλλά ένωσε τον τότε γνωστό κόσμο κι εγκαθίδρυσε επί γης ειρήνη. Υπό την άπολυτη εξουσία του φυσικά και κάνοντας χρήση κτηνώδους βίας. Ακόμα και το Ουλάν-Μπατόρ, η πρωτεύουσα της σύγχρονης Μογγολίας είναι γεμάτη από αγάλματα και προτομές του Τζένγκις-Χαν, του Μογγόλου επιδρομέα που αιματοκύλησε την ανθρωπότητα. Για το σύγχρονο μογγλικό κράτος βέβαια, ο Τζένγκις-Χαν έχει αναβαπτιστεί ιστορικά σε ακούραστο απελευθερωτή και σε σύμβολο αυτού ακριβώς που απεχθανόταν. Ενός μη-νομαδικού τρόπου οργάνωσης της μογγολικής κοινωνίας.v

Στο σκοπιανό καλούμαστε να ταχθούμε με το μέρος μιας “δίκαιης λύσης”. Δεν υπάρχει όμως δίκαιη πολιτική που να βοηθά στη δημιουργία ή την αναπαραγωγή μιας άδικης εξουσιαστικής δομής. Θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η λεγόμενη “εξωτερική” πολιτική, με το ένα της μάτι κοιτάει πάντοτε προς τα μέσα. Δεν εννοούμε με αυτό ότι οι ελίτ συνομωτούν μεταξύ τους για να εξαπατήσουν τους αφελείς προλετάριους, σκηνοθετώντας ψεύτικους πολέμους προκειμένου οι προλετάριοι να αλληλοσκοτωθούν. Ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός είναι το δίχως άλλο πραγματικός, με την έννοια ότι αντανακλά τη σύγκρουση των αντιθετικών συμφερόντων ανάμεσα στους θεσμοποιημένες ετερόνομους κοινωνικούς σχηματισμούς και τον ανταγωνισμό των ελίτ για την αποκλειστική πρόσβαση σε σπάνιους πόρους. Αυτός είναι και ο λόγος άλλωστε που ο αναρχικός θεωρητικός κι ακτιβιστής Ρ. Ρόκερ κάποτε ισχυρίστηκε ότι για να βάλουμε τα θεμέλια μιας εναλλακτικής διεθνούς τάξης βασισμένης στις αρχές της αλληλεξάρτησης, της αλληλεγγύης και της ισότητας, θα έπρεπε πρώτα απ’ όλα να θέσουμε υπό διεθνή έλεγχο και συλλογικό καθεστώς ιδιοκτησίας τις κυριότερες διεθνείς πλουτοπαραγωγικές πηγές.vi Εκτός από μια ριζοσπαστική αλλαγή στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα, δηλαδή στο ηγεμονικό σύστημα ιδεών, αξιών και πειποιθήσεων της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, ο προλεταριακός διεθνισμός προϋποθέτει και την αλλαγή στις αντικειμενικές συνθήκες, που θα δημιουργήσει τα υλικά θεμέλια πάνω στα οποία μπορούμε να χτίσουμε έναν εναλλακτικό τρόπο κοινωνικής συμβίωσης. Από την άλλη, είναι ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός με την παραδοσιακή μορφή του που συντελεί στην υποβάθμιση της σημασίας των ταξικών διαχωρισμών και μέσα από αυτόν παίρνουν την οποια υλική τους υπόσταση οι φαντασιακές σημασίες της “ενότητας” του έθνους. Έτσι, ο Μωρίς Μπαρρές, βασικός ιδεολόγος της γαλλικής ακροδεξιάς του μεσοπολέμου, απολάμβανε να κάνει τους περιπάτους του στα στρατιωτικά νεκροταφεία όπου ήταν θαμμένοι οι γάλλοι στρατιώτες που είχαν χάσει τη ζωή τους στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.vii ΄Ήταν εκεί που το γαλλικό έθνος είχε προσλάβει την χειροπιαστή, υλική του διάσταση, σαν τίποτα περισσότερο όμως, παρά μια λατρεία των νεκρών και του θανάτου.

Είναι πάντως προφανές, πως δεν υπάρχει καμία ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους πολέμους του μεσαίωνα, όταν οι τοπικοί φεουδάρχες άρχοντες οδηγούσαν τους φτωχούς χωρικούς σε αλλεπάλληλες πολεμικές συρράξεις με έπαθλο την αύξηση του ατομικού πλούτου και της ισχύος τους, και στους μοντέρνους πολέμους όπου αντιμέτωπα στα πεδία των μαχών τέθηκαν τα έθνη. Λέγεται ότι ο Γκαίτε όντας παρών στην μάχη του Βαλμύ, αναγνώρισε αμέσως την ποιοτική διαφορά που υπήρχε ανάμεσα στον επαναστατικό γαλλικό στρατό που αποτελούνταν από “πολίτες”, θεωρητικά ίσους μεταξύ τους, σε αντιδιαστολή με το παραδοσιακό πρωσσικό στράτευμα, που το διαπερνούσαν τα ταξικά προνόμια και οι κάστες της αριστοκρατικής κοινωνίας της Πρωσσίας. Είπε τότε ο Γκαίτε ότι μια νέα εποχή είχε ξεκινήσει για την ανθρωπότητα. Αναφορικά με την ανώτερη μαχητική ικανότητα που έχει ένας στρατός αποτελούμενος από τυπικά ίσους πολίτες, που πολεμάει για να υπερασπίσει τα ιδανικά του και όχι από υποχρέωση, ο Γκαίτε σίγουρα δεν έπεσε έξω. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός πως τα ταξικά προνόμια και ο θεμελιώδης διαχωρισμός που ήταν χαρακτηριστικός στους στρατούς του παλαιού καθεστώτος, μεταφέρθηκε αυτούσιος και στην τυπική δομή των μοντέρνων στρατών. Με άλλα λόγια, κατά τον ίδιο τρόπο που οι στρατιώτες των παλιών φεουδαρχικών ή αυτοκρατορικών στρατών δεν είχαν τον παραμικρό έλεγχο πάνω στις αποφάσεις που τους παρέσερναν στον πόλεμο, ή πάνω σε αυτές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια παύση των εχθροπραξιών, έτσι και οι στρατιώτες των “εθνικών” στρατών πολύ λίγο κατανοούσαν τους λόγους εξαιτίας των οποίων έπρεπε τώρα να επιτεθούν και να πετσοκόψουν τους αντιπάλους τους. Η απόλυτη ματαιότητα της προσωπικής θυσίας που συνεπαγόταν ο πόλεμος για τα μέλη της υποτάξης και η μακάβρια αντήχηση των βαρύγδουπων δηλώσεων περί ηρωισμού και πατριωτισμού για κάποιον που έζησε από πρώτο χέρι το σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αποτυπώνεται με τον πιο γλαφυρό τρόπο στο κλασσικό αντιπολεμικό μυθιστόρημα του Σελίν, Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας (παρά την ακραία αντιδραστική μετάλλαξη που υπέστησαν στη συνέχεια οι πολιτικές πεποιθήσεις του συγγραφέα).viii Μόνο μια ελίτ στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας είναι σε θέση να κατανοήσει τους σκοπούς που εξυπηρετεί ο πόλεμος και να δρομολογήσει τις αποφάσεις για την έναρξη ή τον τερματισμό του. Από την σκοπιά του προλεταριάτου, ο πόλεμος εμφανιζόταν σαν μια γενικευμένη παραφροσύνη με κίνητρα ανεξιχνίαστα, πέρα από τα συμφέροντα των πλουσίων και των καπιταλιστών.

Όπως και να ‘χει, η ηγεμονική νεοφιλελεύθερη κοσμοθεωρία έχει κάνει πολύ καλή δουλειά σε αυτόν τον τομέα. Νεοφιλελευθερισμός σημαίνει πρώτα απ’ όλα ολόψυχη πίστη στη θεσμοποίηση της κοινωνικής ιεραρχίας ως εμπράγματη έκφραση της ανισομέρειας στην έμφυτη ατομική ικανότητα. Αν αυτό που είναι καλό για την κοινωνία είναι εκείνο που είναι καλό για τους ηγέτες της, τότε μόνο οι ηγέτες είναι από τη φύση τους σε θέση να κρίνουν τι είναι καλό για την κοινωνία. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πως θα οδηγήσουν τους υποτελείς τους στην μαζική σφαγή.

iS. Weil, Ανάγκη για Ρίζες (Κέδρος), σελ. 35.

iiM. Schmidt & L. van derWalt, Black Flame, vol. I (AK Press), σελ. 310.

ivΡ. Ρόρτυ, Η Αριστερή Σκέψη στην Αμερική του 20ου Αιώνα (Πόλις), σελ. 9.

vΟ Μααλούφ γράφει για την άλωση της Βαγδάτης από τους Μογγόλους, κατά την οποία εκδηλώθηκε όλο το μίσος και η αποστροφή που έτρεφε ο νομαδικός λαός και οι αρχηγοί του για τους αστικοποιημένους πολιτισμούς: “Στις 10 Φεβρουαρίου 1258, πηγαίνει ο ίδιος [ο χαλίφης] προσωπικά στο στρατόπεδο του νικητή και τον βάζει να του υποσχεθεί ότι θα σεβαστεί τη ζωή των κατοίκων εάν αυτοί δεχτούν να καταθέσουν τα όπλα. Μάταια. Οι μουσουλμάνοι πολεμιστές μόλις κατέθεσαν τα όπλα εξοντώθηκαν. Μετά, οι μογγολικές ορδές ξεχύθηκαν στην επιβλητική πόλη, γκρεμίζοντας κτίρια, καίγοντας συνοικίες, σκοτώνοντας αλύπητα άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ογδόντα χιλιάδες άτομα συνολικά”. Στο Α. Μααλούφ, Οι Σταυροφορίες από την Σκοπιά των Αράβων (Εκδόσεις Λιβάνη), σελ. 311.

vi“Αυτό που ζητάμε δεν είναι η παγκόσμια εκμετάλλευση αλλά μια παγκόσμια οικονομία μέσα στην οποία κάθε ομάδα ανθρώπων θα βρει τη φυσική της θέση και θα απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με τις υπόλοιπες. Συνακόλουθα, η διεθνοποίηση των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πηγών και των εδαφών που είναι πλούσια σε πρώτες ύλες είναι ένα από τα πιο σημαντικά προαπαιτούμενα για την ύπαρξη μιας σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων βασισμένης στις ελευθεριακές αρχές. Θα πρέπει να δημιουργήσουμε μια νέα ανθρώπινη κοινότητα που θα έχει τις ρίζες της στην ισότητα των οικονομικών συνθηκών, η οποία θα ενώνει όλα τα μέλη της μεγάλης πολιτισμικής κοινότητας με νέους δεσμούς αμοιβαίου συμφέροντος, παραβλέποντας τα σύνορα των σημερινών κρατών”. Στο M. Schmidt & L. van derWalt, σελ. 310.

viiR. Weiss, Συντηρητισμός και Ριζοσπαστική Δεξιά (Θύραθεν), σελ. 141.

viii“Βαδίζοντας ευθεία μπροστά μου, θυμόμουνα την τελετή της προηγούμενης. Σ’ ένα λιβάδι είχε γίνει η τελετή, στη ράχη κάποιου λόφου. Ο συνταγματάρχης είχε απευθυνθεί με τη φωνάρα του στο σύνταγμα: ‘Άνω τας καρδίας!’ να λέει… ‘Άνω τας καρδίας! Και ζήτω η Γαλλία!’. Είναι λίγο να πεθαίνεις άμα δεν έχεις φαντασία, άμα όμως έχεις είναι πάρα πολύ. Αυτή είναι η γνώμη μου. Ποτέ μου δεν είχα καταλάβει τόσα πολλά πράγματα μονομιάς”. Στο Σελίν, Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας (Εστία), σελ. 31.

Ο ιμπεριαλισμός πέθανε, ζήτω ο ιμπεριαλισμός!

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί αναδημοσίευση της συνεισφοράς μου στην νέα αναρχική επιθεώρηση Μαύρο & Κόκκινο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις ελευθεριακές εκδόσεις Ναυτίλος. Περισσότερες πληροφορίες για το εγχείρημα, μπορείτε να βρείτε εδώ:

https://athens.indymedia.org/post/1581980/

Frans_Hals,_De_magere_compagnie

Δεν είμαστε πια μόνο ‘εμείς’ και ‘αυτοί’- δύο στρατοί σε παράταξη μάχης που ετοιμάζονται για την επόμενη σύγκρουση, για την επόμενη εκδίκηση. Τώρα υπάρχουν στην ‘δική’ μας την πλευρά άνθρωποι με τους οποίους, τελικά, έχω πολύ λίγα πράγματα κοινά, και υπάρχουν στη ‘δική’ τους την πλευρά άνθρωποι με τους οποίους μπορώ να νιώσω πολύ κοντά”.

Αμίν Μααλούφ, Οι Φονικές Ταυτότητες

Δεν πολεμάμε για την Αριστερά”

Πριν από δύο καλοκαίρια είχε έρθει στην Αθήνα για να μιλήσει η Ντιλάρ Ντιρίκ, πολιτική ακτιβίστρια, μέλος του Κινήματος των Κούρδων Γυναικών και μια από τις άτυπες εκπροσώπους της επανάστασης των Κούρδων της Συρίας στις μητροπόλεις του παγκόσμιου Βορρά. Η ομιλία δόθηκε στο πλαίσιο του αντιεξουσιαστικού φεστιβάλ της ΑΚ και το πολιτικοποιημένο κοινό που συνωστιζόταν στα καθίσματα περίμενε με ενθουσιασμό να ακούσει για τις εμπειρίες της Ντιρίκ, που είχε πρόσφατα επισκεφτεί την Ροζάβα κι έφερνε μαζί της εντυπώσεις και πληροφορίες από πρώτο χέρι αναφορικά με την πορεία που είχε πάρει το χτίσιμο του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού στις απελευθερωμένες περιοχές του συριακού Κουρδιστάν. Ξαφνικά, κάποιος αφανής διερχόμενος, (προφανώς) αριστερός, διέκοψε την παρουσίαση που μόλις είχε ξεκινήσει. Στάθηκε όρθιος κοντά στην περίφραξη του χώρου και με ιερή αγανάκτηση κατήγγειλε ότι πλάι στους Κούρδους πολιτοφύλακες της Συρίας πολεμούσαν κομάντος του αμερικάνικου στρατού. Στη συνέχεια, αποκήρυξε το κίνημα των Κούρδων σαν υποχείριο του δυτικού ιμπεριαλισμού στην ευρύτερη περιοχή. Η Ντιρίκ αντέδρασε ψύχραιμα στην ωμή αυτή παρέμβαση. Δεν αρνήθηκε τη συνδρομή των ΗΠΑ, αλλά αντέτεινε πως η κουρδική δημοκρατική διοίκηση δεν διαθέτει υποβρύχια και πολεμικά αεροσκάφη και, για τον λόγο αυτό, ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί όποια στρατιωτική βοήθεια της πρόσφεραν οι Αμερικανοί. “Πολεμάμε για τις ζωές μας”, πρόσθεσε η Ντιρίκ, “όχι για να ικανοποιήσουμε τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις των αριστερών στην Δύση”.

Με μια πρώτη ανάγνωση, το επιχείρημα της φαντάζει ακαταμάχητο. Αμέσως όμως γεννάται το ερώτημα, αν ο θαρραλέος αγώνας που διεξάγουν οι Κούρδοι δεν εφάπτεται πουθενά με τις ιδεολογικές φαντασιώσεις των κοινωνικών αγωνιστών στις χώρες του παγκόσμιου Βορρά, αν η εξέλιξη της επαναστατικής διαδικασίας στην Ροζάβα δεν εμπνέεται από τις ίδιες πολιτικές αρχές που διαπνέουν το πρόταγμα του κοινωνικού αναρχισμού κι αν δεν βοηθάει να ζωντανέψουν οι αναλυτικές κατηγορίες της πολιτικής κοσμοθεωρίας του, τότε ποιόν λόγο έχουν οι αναρχικοί να υποστηρίξουν και να συνδράμουν με όποιον τρόπο μπορούν την πάλη για την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού; Υπάρχει λοιπόν μια πολιτική διάσταση μέσα από την οποία καλούμαστε να αξιολογήσουμε την πολιτική βαρύτητα της κάθε εξέγερσης, που περιλαμβάνει ιδεολογικά κριτήρια και αξιολογικές κρίσεις που υπερβαίνουν το κριτήριο της άμεσης βιωματικής εμπειρίας που φέρει ο ίδιος ο εξεγερμένος, χωρίς βέβαια να το παραγνωρίζει κιόλας. Οι ιδεολογικές αφαιρέσεις όταν δεν δοκιμάζονται στον λαβύρινθο της κοινωνικής πραγματικότητας καταπίπτουν στο επίπεδο της αβλαβούς ονειροφαντασιώσης και συγγενεύουν πολύ με την τρέλα, ως εκείνης της κατάστασης όπου συντελείται η ιδιωτική νοηματοδότηση του κόσμου, χωρίς απραίτητα να λαμβάνει υπόψη κάποιο εξωτερικό σημείο αναφοράς ή τα εμπειρικά δεδομένα των αισθήσεων. Από την άλλη, η πράξη δίχως αναστοχασμό και χωρίς την αναγωγή της σε κάποιο αξιακό σύστημα που να παρέχει καθοδήγηση για τους σκοπούς της, μπορεί μόνο να υπηρετεί τις άμεσες ανάγκες της βιολογικής αναπαραγωγής του υποκειμένου, ή το εγωιστικό συμφέρον, νοούμενο σαν μέγεθος ανταγωνιστικό προς οτιδήποτε κι οποιονδήποτε βρίσκεται έξω από εμάς. Με αυτόν τον τρόπο όμως διαρρηγνύεται η ικανότητα του υποκειμένου για την ανάπτυξη συλλογικών δεσμών που καθιστούν δυνατή κάθε δημιουργική πολιτική πράξη, με την έννοια που δίνουν σε αυτή τόσο ο Καστοριάδης, όσο και ο Χόλλογουαιη.i Αυτή η πράξη πολιτικής και κοινωνικής αναδημιουργίας, συνίσταται στην υπέρβαση του στενού εγωιστικού συμφέροντος που απορρέει από την ταξική θέση του καθενός από εμάς, ή μάλλον σε μια έμπρακτη ανανοηματοδότηση του μέσω της συλλογικοποίησης των επιθυμιών, μέσα σε ευρύτερες ταξικές συσσωματώσεις που μάχονται για τον αντισυστημικό μετασχηματισμό της ετερόνομης κοινωνίας και αναδεικνύουν με αυτόν τον τρόπο το γενικότερο, αμοιβαίο ταξικό συμφέρον των καταπιεσμένων.

Το σύστημα της οικονομίας της αγοράς ενθαρρύνει την πολυδιάσπαση και τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος σε πολλά, ξεχωριστά κι αντιθετικά συμφέροντα. Καλλιεργεί σαν αρετή τον ακραίο ατομικισμό και τον γενικευμένο ανταγωνισμό όλων εναντίον όλων, προκειμένου να διασφαλίσει την αναπαραγωγή των δομών ετεροκαθορισμού και τη συγκρότηση του κοινωνικού σώματος σε ιεραρχικά πρότυπα. Συνακόλουθα, κάθε πολιτική πράξη που προωθεί την ριζική ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα με την μορφή που αυτό έχει σήμερα, προϋποθέτει τον ποιοτικό μετασχηματισμό των ανταγωνιστικών κοινωνικών σχέσεων, αλλά και την κατάλυση των θεσμισμένων ιεραρχιών που κατοχυρώνουν την άνιση κατανομή της δύναμης σε όλα τα επίπεδα της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Οι δυο αυτές διαστάσεις του απελευθερωτικού προτάγματος είναι αλληλοεξαρτόμενες και η μία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την άλλη. Ο εναλλακτικός τρόπος κοινωνικής συνύπαρξης που αναδεικνύεται μέσα από τις αντιδομές του κινήματος για ταξική αυτονομία, το εναλλακτικό κοινωνικό παράδειγμα δηλαδή που δημιουργείται βαθμιαία μέσα από τις καθημερινές συλλογικές πρακτικές του αντισυστημικού κινήματος,ii δεν μπορεί να επιβιώσει για πολύ αν δεν αποβλέπει στην κατάργηση των τάξεων και σε έναν καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Δηλαδή, σε μια συνολική ανατροπή των δομών που αναπαράγουν την θεσμοποιημένη ετερονομία. Μόνο έτσι άλλωστε μπορούν να σφυρηλατηθούν στην πράξη οι κοινωνικές συμμαχίες που θα υπερβαίνουν τους ταξικούς διαχωρισμούς που έχει καθιερώσει το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, το οποίο έχει χωρίσει την κοινωνική ολότητα σε στρατόπεδα κερδισμένων και χαμένων, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μόνο σύμφωνα με τον καπιταλιστικό κανόνα της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και του αμοιβαίου ανταγωνισμού.

Αλήθεια, τι αξία είχαν ο σοσιαλισμός και το μοντέλο της άμεσης δημοκρατίας που επικράτησε στα ισραηλινά κιμπούτζ, εφόσον χτίστηκε πάνω στα ερειπωμένα χωριά των διωγμένων Παλαιστίνιων, χωρίς ποτέ το κίνημα των κιμπούτζ να αμφισβητήσει έμπρακτα τα φυλετικά σύνορα μέσα από τα οποία καθιερώθηκε η ισραηλινή κρατικιστική ετερονομία;iii Και τι σημασία έχουν οι αμεσοδημοκρατικές δομές και η καταπολέμηση της πατριαρχίας στην Ροζάβα, αν για να επικρατήσουν είναι αναγκασμένες να υπαχθούν όλο και πιο ολοκληρωτικά στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς και τις στρατηγικές επιδιώξεις της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή; Το ζήτημα που τίθεται εδώ δεν είναι να βάλουμε στον ζύγι την κοινωνική απελευθέρωση στην Ροζάβα και να την αντιπαραβάλλουμε με τα συμφέροντα ενός, εν πολλοίς ανύπαρκτου, διεθνούς επαναστατικού κινήματος, αλλά να προβληματιστούμε γύρω από το αν η ταξική αυτονομία στον παγκόσμιο Νότο είναι δυνατό να επιτευχθεί μέσα από μια συμμαχία με τους ορκισμένους εχθρούς της ταξικής αυτονομίας των προλεταριων του Βορρά. Για να το πούμε διαφορετικά, είναι τα συμφέροντα της ίδιας της επαναστατικής διαδικασίας στην Ροζάβα που διακυβεύονται και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια παγκόσμια επανάσταση, όχι τα συμφέροντα κάποιου “διεθνούς επαναστατικού κινήματος” που υπάρχει μόνο στη φαντασία των αριστερών σαν συντελεσμένο και ταξικά ομοιογενές πολιτικό υποκείμενο.

Μέσα κι έξω από το κάστροiv

Τα ριζοσπαστικά κινήματα που εμπλέκονται στην Κοινωνική Πάλη των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών (ΑΚΧ) του παγκόσμιου Βορρά, στρέφονται εξορισμού ενάντια στις τυπικές και άτυπες ιεραρχίες του διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας, εξαιτίας των αντικειμενικών κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες αναπτύσσουν τη δράση τους. Με άλλα λόγια, μια ενδεχόμενη κατάρρευση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στις ΗΠΑ, θα σηματοδοτούσε την κατάρρευση ολόκληρου του συστήματος από το οποίο εκπορεύεται η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Από αυτή την άποψη, και ακριβώς επειδή ένα τέτοιο αντισυστημικό κίνημα του προλεταριάτου στις ΑΚΧ δεν θα ήταν σε θέση να υπολογίζει σε καμία “εξωτερικότητα” σαν σημείο αναφοράς για την παροχή ιδεολογικής, πολιτικής ή υλικής συμπαράστασης στον επαναστατικό αγώνα που διεξάγει, θα ήταν υποχρεωμένο να αναζητήσει τις πηγές για την τελική επικράτηση του στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις στο εσωτερικό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Πράγματι, κανένα ΝΑΤΟ δεν βρέθηκε για να βομβαρδίσει την κυβέρνηση της ΝΔ όταν ξέσπασε η εξέγερση του Δεκέμβρη, ενώ όταν ο Αχμαντινετζάντ διακήρυξε την αλληλεγγύη του Ιράν προς τους βρετανούς εξεγερμένους του 2011 και κατήγγειλε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ την βαρβαρότητα των αγγλικών δυνάμεων καταστολής, κανένας δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία.v Η αναδιάταξη της κατανομής της ισχύος μέσα στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό μέχρι την καθολική ανατροπή του, αποτελεί μονόδρομο για κάθε αναρχικό πρόταγμα και το πρόγραμμα του αναρχικού κινήματος στις ΑΚΧ, ή θα είναι εξορισμού αντισυστημικό, ή δεν θα υπάρχει. Και βέβαια δεν είναι καθόλου τυχαία η φαντασιακή ταύτιση, αλλά και οι υλικοί δεσμοί που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στην αναρχική αντιπολίτευση στις μητροπόλεις και τις οργανώσεις των καταπιεσμένων στην καπιταλιστική περιφέρεια. Για παράδειγμα, η αμερικάνικη ημι-αναρχική SDS εναντιώθηκε ενεργά στον πόλεμο του Βιετνάμ, ενώ οι μαχητές της Φράξιας Κόκκινος Στρατός (RAF) έλαβαν στρατωτική εκπαίδευση και επιμελητειακή υποστήριξη από οργανώσεις της Παλαιστινιακής αντίστασης.vi

Από την άλλη μεριά, στις κοινωνίες της οικονομικής περιφέρειας του συστήματος, η κύρια αντίθεση που επικαθορίζει τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων και επιδρά αποφασιστικά πάνω στη διαμόρφωση του περιεχομένου της Κοινωνικής Πάλης, εξακολουθεί να είναι το ζήτημα της υποτέλειας ή της ανεξαρτησίας απέναντι στην υπερεθνική ελίτ, που εκκινεί κυρίως από τις ανεπτυγμένες χώρες του G7 για να κυριαρχήσει στον κόσμο. Στις εξαρτημένες κοινωνικές ολότητες, τα πολιτικά μπλοκ εξουσίας και οι συμμαχίες ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις ακόμα συγκροτούνται πρωταρχικά γύρω από μια φιλοδυτική ή αντιδυτική πλατφόρμα. Για παράδειγμα, στον Λίβανο η σουνιτική νεό-μπουρζουαζία που κατά κύριο λόγο είναι συγκεντρωμένη στα αστικά κέντρα του βόρειου λιβάνου, παραδοσιακά διάκειται ευνοϊκά προς το Ισραήλ και τις χώρες του G7, ενώ τα σιιτικά αγροτικά στρώματα του λιβανέζικου νότου ήταν εκείνα που σήκωσαν το βάρος της ένοπλης αντίστασης ενάντια στον ισραηλινό κατακτητή και αποτελούν τους φυσικούς συμμάχους του Ιράν, της Συρίας και της Παλαιστινιακής αντίστασης στον μακροχρόνιο αγώνα που δίνουν για να ανατρέψουν την γεωπολιτική ηγεμονία της υπερεθνικής ελίτ και του Ισραήλ στην περιοχή. Αλλά και σε χώρες όπως η Λιβύη και η Συρία, οι “εξεγέρσεις” της εγχώριας αντιπολίτευσης δεν άργησαν να προσδέσουν τις τύχες τους στο άρμα του συστημικού ιμπεριαλισμού προκειμένου να επιβιώσουν. Από πολύ νωρίς, οι δυτικοθρεμμένοι αστοί “δημοκράτες” του Συριακού Εθνικού Συμβουλίου έσπευσαν να διακηρύξουν προς πάσα κατεύθυνση ότι μετά την άνοδο τους στην εξουσία, θα φροντίζαν να απομακρύνουν την Συρία από τις “τριτοκοσμικές” στρατηγικές συμμαχίες της (Ιράν, Χεζμπολλάχ) και θα έπαυαν κάθε στρατιωτική βοήθεια προς τις ένοπλες Παλαιστινιακές οργανώσεις.vii Παρομοίως, η τζιχάντ σε Συρία και Ιράκ για την εγκαθίδρυση του χαλιφάτου υπήρξε μεν ένα υπερεθνικό κίνημα βάσης, αλλά επαφιόταν αποκλειστικά στην πολυεπίπεδη στήριξη της Τουρκίας, του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας, για την συνέχιση και την τελική νίκη της απέναντι στα καθεστώτα σε Ιράκ και Συρία. Όταν η Τουρκία απαγόρευσε την διέλευση ξένων εθελοντών από και προς τα μέτωπα του συριακού πολέμου, όταν έπαψε να αγοράζει το πετρέλαιο του Ισλαμικού Κράτους και να το μεταπωλεί μεταμφιεσμένο στις διεθνείς αγορές, και όταν οι μοναρχίες του Κόλπου διέκοψαν την ροή (δυτικών) όπλων και πυρομαχικών προς τους ισλαμιστές μαχαιροβγάλτες, η ισλαμιστική σουνιτική εξέγερση γρήγορα εξέπνευσε και βρέθηκε να υποχωρεί άτακτα σε όλα τα μέτωπα.

Σαν μια γενική διαπίστωση, μπορούμε να πούμε ότι όσο πιο χαμηλή είναι η θέση που κατέχει μια χώρα στον καταμερισμό της εργασίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, τόσο τα πολιτικά υποκείμενα και οι κοινωνικές ομάδες χάνουν την αυτοτέλεια τους, με την έννοια τόσο της προσφυγής τους στη βοήθεια της “εξωτερικότητας”viii προκειμένου να αποκτήσουν τα υλικά μέσα για την δράση τους, όσο και ως προς την διαμόρφωση του πολιτικοκοινωνικού προγράμματος που αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας. Δηλαδή, με την έννοια του περιεχομένου που αποκτά κάθε φορά η δομική Κοινωνική Πάλη στις ετερόνομες κοινωνίες. Αυτή την διαδικασία σταδιακής αποικιοποίησης μιας χώρας που υποβαθμίζεται στην καπιταλιστική ιεραρχία την ζήσαμε από πρώτο χέρι και στον ελλαδικό χώρο, όπου το βάθεμα των δεσμών εξάρτησης απο την μητρόπολη συνοδεύτηκε από την επανεμφάνιση του “ρωσικού” κόμματος στην θεσμική πολιτική ζωή (Ελληνική Λύση του Βελόπουλου). Το συστημικό αντίπαλο δέος, το “αμερικανικό κόμμα” δηλαδή, περιλαμβάνει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα και, έτσι κι αλλιώς, αποτελεί καταστατικό στοιχείο του πολιτικού συστήματος της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” από την εποχή της ίδρυσης του στην μεταπολίτευση. Έτσι, το “εξωτερικό” σημείο αναφοράς για τις αντιμαχόμενες κοινωνικές δυνάμεις στην περιφέρεια υπάρχει και είναι μια εναλλακτική πηγή εξουσίας, που δεν ανήκει και δεν ελέγχεται από την τοπική εξουσιαστική δομή, την ετερόνομη κοινωνική ολότητα που επιδιώκουν να ανατρέψουν. Από την άλλη, στον όλο και περισσότερο ομοιογενή κοινωνικό χώρο του καπιταλιστικού κέντρου, η ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα και η δημιουργία μιας “εξωτερικότητας” είναι το ζητούμενο και το κεντρικό διακύβευμα της ίδιας της Κοινωνικής Πάλης. Μπορεί να συγκροτηθεί μόνο ως σημείο φυγής από το θεσμικό πλαίσιο που αναπαράγει την συστημική κυριαρχία, ως ένας εναλλακτικός πόλος ταξικής αυτοδιάθεσης που θα αμφισβητεί τις ίδιες τις δομές της θεσμοποιημένης ετερονομίας στο σύνολο τους. Για να το πούμε διαφορετικά, μπορεί να υπάρξει μόνο σαν στιγμή και εμπειρία αυτονομίας με επεκτατικές βλέψεις έναντι της ετερονομίας, και όχι σαν μια εναλλακτική ετερονομία.

Το καταπιεσμένο έθνος των Κούρδων έχει βέβαια κάθε δικαίωμα να απαιτήσει την δημιουργία της δικής της χωριστής κρατικής οντότητας μέσα στην οποία θα της αναγνωριστεί το δικαίωμα να υπάρχει και να εκφέρει ανοιχτά ότι είναι ένας “λαός”.ix Ωστόσο, το σύστημα της ετερονομίας αναπαράγει την κυριαρχία του, όχι μόνο μέσω μιας “ψευδούς” ταξικής συνείδησης, αλλά επικαθορίζοντας την παραγωγή της ίδιας της υποκειμενικότητας του ατόμου. Αποικίζει τις επιθυμίες και το φαντασιακό του, προδιαγράφει τα θεσμικά όρια της αλληλεπίδρασης του με τις υπόλοιπες κοινωνικές μονάδες και απαλλοτριώνει τα συμφέροντα του, όσο και τους τρόπους που ο καθένας έχει στη διάθεση του για να ικανοποιήσει αυτά τα συμφέροντα. Όπως έχω γράψει αλλού, η ίδρυση ενός ακόμα κράτους είναι ο μόνος τρόπος που εχουν οι Κούρδοι για να κάνουν σεβαστή την ανθρωπινότητα τους, όχι όμως ως άνθρωποι, αλλά σαν νόμιμοι υπήκοοι μιας καινούριας εξουσίας που την ίδια στιγμή που τους αναγνωρίζει σαν νομικά υποκείμενα, τους καθυποτάσσει κιόλας. Ο μακροχρόνιος αγώνας των Κούρδων για την απελευθέρωση τους από τον τετραεθνή ζυγό της Τουρκίας, του Ιράκ, του Ιράν και της Συρίας, τους έφερε αντικειμενικά με το μέρος του Ισραήλ και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην περιοχή. Όπως γράφει η Σάρα Άμπεντ, πολύ νωρίς ο Μπαρζανί στρατολογήθηκε από την Μοσάντ σαν ένας πολύτιμος σύμμαχος που είχε την δυνατότητα να αποσταθεροποιήσει κατά παραγγελία το αντισιωνιστικό καθεστώς του Σαντάμ μέσω μιας κουρδικής εξέγερσης στις βόρειες περιοχές της χώρας.x Η ολοκληρωτική αυτή εξάρτηση παραμένει μέχρι σήμερα, μιας και το Ισραήλ χρηματοδοτεί τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων της αυτόνομης κουρδικής διοίκησης αγοράζοντας το πετρέλαιο που βγαίνει από τις πηγές της διαφιλονικούμενης περιοχής του Κιρκούκ, ενώ μεταξύ άλλων παρέχει στους Κούρδους πολιτική υποστήριξη, στρατιωτική εκπαίδευση και οπλισμό.xi

Ως προς την Ροζάβα βέβαια, τα πράγματα είναι ελαφρώς πιο περιπλεγμένα. Οι πολιτικές επιδιώξεις των Κούρδων της βόρειας Συρίας βρίσκονται σε μετωπική σύγκρουση με το μπααθικό καθεστώς στη Συρία, αλλά και με τις βλέψεις των διεφθαρμένων αξιωματούχων του ιρακινού Κουρδιστάν, αφού οι εξεγερμένοι της Ροζάβα δεν είναι απλώς αντίθετοι με το συριακό, ή το ιρακινό κράτος, αλλά με την ίδια την ύπαρξη του κρατισμού. Τη στιγμή που οι Κούρδοι του Ιράκ επιζητούν την πανηγυρική επιβεβαίωση και αναγνώριση της κουρδικής εθνικής ταυτότητας τους, η μεγαλύτερη πρόκληση που έχουν να αντιμετωπίσουν οι Κούρδοι της Συρίας είναι η απο-κουρδοποίηση του προτάγματος τους, ο πλήρης διαχωρισμός δηλαδή του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού από έναν αυτοπροσδιορισμό της νέας πολιτικής κοινότητας με βάση το εθνικιστικό φαντασιακό. Και τούτο διότι η αυτοκυβέρνηση μέσω των αμεσοδημοκρατικών θεσμών δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει δομές που θεσμοποιούν την ισοκατανομή της δύναμης σε όλα τα επίπεδα, καθώς και μια κοινά συμφωνημένη μέθοδο λήψης αποφάσεων, μέσω της τυποποίησης των αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών που δεν μπορούν να κάνουν διακρίσεις ανάλογα με το φύλο, το χρώμα του δέρματος, ή την εθνοτική προέλευση του υποκειμένου. Έτσι, ενώ το “εθνικό όνειρο” του Μπαρζανί προϋποθέτει την έξαρση και καλλιέργεια του κουρδικού εθνικισμού, το αμεσοδημοκρατικό πρόταγμα της Ροζάβα συνεπάγεται ακριβώς το αντίθετο. Την οριστική απομάκρυνση δηλαδή από τέτοιου είδους εξουσιαστικές λογικές, εξού και η επιφυλακτική στάση που κράτησε το YPG απέναντι στον πολιτικό τζόγο του δημοψηφίσματος του Σεπτεμβρίου.xii Άλλωστε, μόνο στο μέτρο που θα καταφέρει να υπερβεί τις εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές και να συνενώσει τις διάφορες φυλές (Κούρδους, Άραβες, Τουρκμένους, Ασσύριους, Παλαιστίνιους) γύρω από ένα εναλλακτικό παράδειγμα κοινωνικής συμβίωσης εμπνευσμένο από τις αρχές της αυτονομίας, το κίνημα του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού θα μπορέσει να μετατραπεί σε μια πραγματικά αντισυστημική πολιτική δύναμη, που θα επιδράσει σαν καταλύτης για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής και μ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσει να επιβιώσει.

Παρ’ όλα αυτά, ο μοναδικός παράγοντας που επιτρέπει στις YPG / YPJ έναν βαθμό ελευθερίας κινήσεων αναφορικά με τους κοινωνικούς πειραματισμούς που βρίσκονται σε εξέλιξη στα αυτόνομα καντόνια της βόρειας Συρίας, είναι η συνέχιση του πολέμου ενάντια στο ΙΚ και στην Αλ-Νούσρα. Κατά τρόπο μάλλον ειρωνικό, όσο οι κουρδικές, στο μεγαλύτερο μέρος τους, πολιτοφυλακές της SDF απελευθερώνουν την μία πόλη πίσω απ’ την άλλη και υποχρεώνουν το ΙΚ σε συνεχή οπισθοχώρηση, τόσο πλησιάζει προς το τέλος η περίοδος χάριτος που παραχώρησε λόγω των περιστάσεων ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός στην επανάσταση τους. Όταν πάψουν να παίζουν τον ρόλο του αναγκαίου συμμάχου στον πόλεμο κατά του σαλαφισμού, οι Κούρδοι θα υποχρεωθούν να υπερασπίσουν την επανάσταση τους τόσο από τον ρεβανσισμό του καθεστώτος, όσο και από τις αρπακτικές διαθέσεις της υπερεθνικής ελίτ, η οποία, στο μέτρο που η επαναστατική διαδικασία στο Κουρδιστάν θα βαθαίνει και θα ριζοσπαστικοποιείται, θα έχει κάθε λόγο να πάρει αποστάσεις από τους “αναρχίζοντες” Κούρδους και να επιτρέψει στον Άσαντ και την αφιονισμένη Τουρκία να αναστηλώσουν τον κρατισμό στην περιοχή. Γίνεται αντιληπτό πως η υπερεθνική ελίτ πάντοτε θα προτιμά να υποδαυλίζει αιματηρές ισλαμιστικές εξεγέρσεις στα μουσουλμανικά εδάφη, διότι με αυτόν τον τρόπο παίρνουν σάρκα και οστά οι ταυτοτικές πολιτισμικές λογικές που προπαγανδίζει το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της ετερονομίας και υποδαυλίζεται η σύγχυση και η αμοιβαία καχυποψία στους κόλπους του υπερεθνικού προλεταριάτου. Αντίθετα, η ενοποίηση των λαών της Μέσης Ανατολής σε μια διεθνική αμεσοδημοκρατική συνομοσπονδία θα επέφερε κολοσσιαίες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ικανές να αποσταθεροποιήσουν τις καπιταλιστικές ιεραρχίες του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς στο σύνολο τους. Έτσι, για το σύστημα και τις ελίτ που το διαφεντεύουν, το μόνο πράγμα που είναι πιο επικίνδυνο από έναν τρομοκράτη ουαχαμπίτη, είναι ένας αναρχικός που έχει πάρει τα όπλα.

Ο Μαρξ έκανε λάθος

Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε οτι ο συστημικός ιμπεριαλισμός δεν είναι μόνο η καταστατική συνθήκη της επέκτασης κι εδραίωσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στην υποτελή περιφέρεια, αλλά συνιστά δομικό στοιχείο και για την αναπαραγωγή των δομών ετεροκαθορισμού στις ετερόνομες ολότητες του καπιταλιστικού κέντρου. Ο ρατσισμός και ο ευρωκεντρισμός δεν ήταν πολιτισμικές τάσεις που κυριάρχησαν και υπαγόρευσαν την αναγκαιότητα της στρατιωτικής κατάκτησης των έγρωμων λαών στους πολεμοχαρείς ευρωπαίους. Το αντίθετο συνέβηκε. Η εγγενής δυναμική του συστήματος για την αδιάλειπτη εξάπλωση του μέσω της υποδούλωσης των μη-ευρωπαϊκών λάων, έδωσε το έναυσμα για την ανάπτυξη των εθνοφυλετικών θεωριών σαν φυσικό πολιτισμικό συμπλήρωμα στις πράξεις καπιταλιστικής αγριότητας που διέπρατταν οι συστημικές ελίτ. Έτσι, δεν θα πρέπει να υποπέσουμε στο ίδιο σφάλμα που έκανε ο Μαρξ, όταν διατύπωσε την άποψη πως, “η μπουρζουαζία, μέσω της γοργής βελτίωσης όλων των οργάνων της παραγωγής, μέσα από την ανάπτυξη των μέσων επικοινωνίας, τραβάει ακόμα και τα πιο βάρβαρα έθνη στον πολιτισμό. Η φτηνή τιμή των αγαθών είναι το βαρύ πυροβολικό με το οποίο κονιορτοποιεί όλα τα Κινέζικα τείχη, με το οποίο υποχρεώνει το έντονο μίσος που νιώθουν οι βάρβαροι για τους ξένους να υποταχθεί. Αναγκάζει όλα τα έθνη, υπό την ποινή του αφανισμού τους, να υιοθετήσουν τον αστικό τρόπο παραγωγής. Τους αναγκάζει να εισάγουν αυτό που αποκαλεί πολιτισμό στους κόλπους τους, δηλαδή να γίνουν και οι ίδιοι μπουρζουάδες. Με μια λέξη, δημιουργεί έναν κόσμο κατ’ εικόνα και ομοίωση της”.xiii

Ωστόσο, οι ωμότητες του ιμπεριαλισμού και οι δικτατορικές μορφές εξουσίας στις οποίες προσέφυγε για να εδραιώσει την καπιταλιστική κυριαρχία στην περιφέρεια, δεν είναι παρά η πολιτική έκφραση που αντιστοιχεί στο υλικό υπόβαθρο ενός ατελούς καπιταλισμού, με την διαστρεβλωμένη μορφή που πήρε αυτός στον τρίτο κόσμο. Αν ο ιμπεριαλισμός υποχρεώθηκε να επαφίεται στην ωμή βία προκειμένου να κυβερνήσει, αυτό συνέβαινε επειδή εξέλειπαν στην περιφέρεια οι υλικές προϋποθέσεις, με την έννοια της ύπαρξης των αναγκαίων αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών, για την ανάπτυξη ενός “τυπικού” καπιταλισμού όπως αυτός διαμορφώθηκε στις αρχετυπικές καπιταλιστικές χώρες του παγκόσμιου Βορρά. Δεν πρόκειται εδώ για την κρυμμένη νομοτέλεια της ιστορικής διαδικασίας, το αναποδογυρισμένο “πνεύμα της Ιστορίας”, που ωθεί όλες τις κοινωνίες να προσαρμόσουν την δομή και το περιεχόμενο τους στις επιταγές του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, αλλά για σχέσεις άνισοκατανομής της δύναμης, που απλώνονται ασύμμετρα για να συνενώσουν βίαια τον κόσμο μέσω της πολυδιάσπασης του σε μια ιεραρχικά διαρθρωμένη ολότητα με ανισομερείς συνθήκες, αλλά μια ενιαία λόγική άσκησης της εξουσίας. Κι όπως έγραψε ένας πάλαι, ποτέ ενθουσιώδης απολογητής της νεοφιλελευθέρης παγκοσμιοποίησης με έκδηλη ανησυχία, στον βαθμό που το διεθνοποιημένο κεφάλαιο δρομολογεί την αναδιάρθρωση του σε οικουμενική κλίμακα μέσω της εξαφάνισης των μεσαίων στρωμάτων και της προλεταριοποίησης τους, οι υλικοί όροι για την αναπαραγωγή της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” τείνουν να εξαλειφτούν, ακόμα και στις ετερόνομες ολότητες των κοινωνιών του Βορρά.xiv

Αποτέλεσμα αυτή της “αντικειμενικής” τάσης που απορρέει από την έμφυτη δυναμική του συστήματος για ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση δύναμης σε όλα τα επίπεδα, είναι η μεταφορά της καταστροφικής καπιταλιστικής εμπειρίας της περιφέρειας στις μητροπόλεις του Κέντρου. Οπουδήποτε η καταναλωτική κοινωνία αδυνατεί να αναπαραχθεί ικανοποιητικά και δεν διαμορφώνονται οι συνθήκες για την ένταξη μιας ευμεγέθους μερίδας της κοινωνικής ολότητας στα εύπορα στρώματα των νεομπουρζουάδων, το θεσμικό πλαίσιο και οι μηχανισμοί διαμεσολάβησης της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” δύσκολα θα μπορούν να απορροφήσουν τις οξυμένες συγκρούσεις και τον κοινωνικό ανταγωνισμό που είναι δομικό στοιχείο σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το ΔΝΤ, που εδώ και δεκαετίες επιβλέπει με τα σκληρά διαρθρωτικά προγράμματα του την επέκταση των θεσμών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στις κοινωνίες του παγκόσμιου Νότου, έχει στρέψει τώρα την προσοχή του στον σκληρό πυρήνα του διεθνοποιημένου καπιταλισμού και στο βάθεμα των δεσμών εξάρτησης ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις του Κέντρου, διαμέσου εξίσου καταστροφικών προγραμμάτων που εισάγουν στον Βορρά τον θεσμοποιημένο κοινωνικό κανιβαλισμό και την πλήρη αγοραιοποίηση της κοινωνίας. Ο ίδιος ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός δημιουργεί λοιπόν τις συνθήκες για μια σύγκλιση των εμπειριών της ταξικής καταπίεσης στο κέντρο και την περιφέρεια και, συνακόλουθα, για την συγχώνευση των ερμηνευτικών εργαλείων και των αναλυτικών κατηγοριών της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας. Όπως πολύ όμορφα το έκφρασε ο Τζ. Χόλλογουαιη, “Αυτό που συμβαίνει τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα βρίσκεται στην καρδιά της σύγκρουσης που δίνει μορφή σε ολόκληρο τον πλανήτη”.xv Κατά μια περιέργη αντιστροφή του ιστορικού “πεπρωμένου”, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αντί ο καπιταλισμός να “εξημερώσει” τους “βάρβαρους” λαούς της περιφέρειας, όπως έλεγε ο Μαρξ, τελικά φαίνεται η υπανάπτυκτη περιφέρεια να εκβαρβαρίζει σταδιακά τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό του κέντρου.

Μέσα/έξω, πάνω/κάτω

Άλλωστε, ο τρίτος κόσμος είναι ήδη εδώ και έχει την μορφή των εκατοντάδων χιλάδων εξαθλιωμένων προλετάριων που τόλμησαν να εγκαταλείψουν τα κοινωνικά νεκροταφία που δημιούργησε η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση στις παρυφές του συστήματος, για να επιχειρήσουν την μετοίκηση τους στις ανεπτυγμένες οικονομίες του κέντρου. Είναι αλήθεια πως ο παραδοσιακός αντί-ιμπεριαλισμός μεταθέτει το σημείο αναφοράς της Κοινωνικής Πάλης και, συνακόλουθα, της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας που είναι μέρος αυτής της συγκρουσιακής διαδικασίας, από το “πάνω” εναντίον του “κάτω”, στο “μέσα” εναντίον του “έξω”, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το καπιταλιστικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας. Ωστόσο, αναριωτιέται κανείς ποιο θα ήταν το νόημα να επιμένει κανείς σε τέτοιου είδους διαχωρισμούς, την στιγμή που αυτό που ήταν “έξω” είναι πλέον “μέσα” κι έχει πάρει την θέση που του αναλογεί τόσο στις ανώτερες, όσο και στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας. Για να το πούμε διαφορετικά, ένα παιδί μιας σχετικά ευκατάστατης μεσοαστικής οικογένειας από την Ιταλία, την Ισπανία ή ακόμη και την Ελλάδα, έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσει πρόσβαση στα ανώτερα παν/κα ιδρύματα του Ηνωμένου Βασιλείου κι ύστερα να καταλάβει μια θέση ανάμεσα στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα του βρετανικού καπιταλιστικού σχηματισμού, απ’ όσες έχει ένας φτωχός μαύρος, ή μουσουλμάνος που μεγαλώνει στα υποβαθμισμένα φυλετικά γκέτο του Λονδίνου, του Μάντσεστερ, ή του Μπράντφορντ. Από αυτή την άποψη, το τραπεζικό κέντρο του Σίτυ είναι πολύ πιο κοντά στις εύπορες συνοικίες της Βαρκελώνης, της Ρώμης, ή της Αθήνας, απ’ όσο είναι στις φτωχογειτονιές του Μπρίξτον ή του Γούλγουιτς στο ανατολικό Λονδίνο.

Κι ενώ η διεθνοποίηση των ταξικών ιεραρχιών συντελείται με τρόπο συντεταγμένο σε ότι αφορά την κοινωνική σύνθεση και την επιβολή του θεσμικού πλαισίου που αναπαράγουν την ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση δύναμης στα χέρια της υπερεθνικής ελίτ και της κοσμοπολίτικης νεομπουρζουαζίας, στο υποδεέστερο μισό της πυραμίδας η διεθνοποίηση του προλεταριάτου παίρνει την χαοτική μορφή των ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ροών, εξαιτιας της μαζικής φυγής πληθυσμών που έχουν προκαλέσει οι συνεχείς πόλεμοι, η εκτεταμένη καταστροφή των οικοσυστημάτων, η παγκόσμια κρίση επισιτισμού και η συστηματικά μεθοδευμένη αποσύνθεση των τοπικών κοινωνιών. Όπως γράφει ο Ζίζεκ, οι αιτίες για όλα αυτά τα συμπτώματα εκτεταμένης κοινωνικής αποσύνθεσης είναι ταξικές και μπορούν να αναχθούν ευθέως στην εγγενή δυναμική του συστηματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς για καθολίκευση των θεσμών του. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί του όταν λέει ότι, “η προϊούσα αναταραχή του καιρού μας είναι το αληθινό πρόσωπο της παγκόσμιας Νέας Τάξης Πραγμάτων”, την οποία διακήρυξε ο πατέρας Μπους το 1989.xvi Κατά μία έννοια, μπορούμε να πούμε ότι η τάξη των από-πάνω, παράγει αντικειμενικά σαν δομικό παράγωγο, την αταξία και την καταστροφή των από-κάτω. Η αδυναμια του καπιταλισμού να διαχωρίσει πλήρως αυτές τις δύο κοινωνικές πραγματικότητες στον χώρο και τον χρόνο, μιας και η ευμάρεια των ελίτ εξαρτάται οργανικά για την αναπαραγωγή των υλικών όρων της ζωής της από την πολυεπίπεδη καταπίεση κι εκμετάλλευση των από κάτω, είναι μία από τις βασικές αντιφάσεις του συστήματος στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας.xvii

Από την άλλη, η μαζική αυτή μετατόπιση των προλεταριακών μαζών βιώνεται σαν δυνητική απειλή από την υποτάξη του Βορρά και την σπρώχνει να συσπειρωθεί γύρω από ταυτοτικές λογικές που μοναδικό στόχο έχουν την προστασία και την ενίσχυση της θέσης που κατέχει στην ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Για το προλεταριάτο, η σπάνη των πόρων είναι η άνωθεν επιβεβλημένη υλική συνθήκη που επικαθορίζει την κοινωνική του υπόσταση συνολικά, σε όλες τις εκφάνσεις της. Η έλευση των προσφύγων υποχρεώνει τα λαϊκά στρώματα να υπερτονίσουν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που τα οριοθετούν σαν ξεχωριστή κοινωνική μονάδα και τα διαφοροποιούν από τις μάζες των εξαθλιωμένων που καταφτάνουν από τον Νότο, μιας και τα ευρύτερα ταξικά χαρακτηριστικά των δύο ομάδων ομογενοποιούνται όλο και περισσότερο.xviii Από αυτή την άποψη, οι πολιτικές ταυτότητας δεν είναι παρά συστημική ιδεολογία ταγμένη στην υπηρεσία της παγίωσης των ταξικών διακρίσεων και των κοινωνικών ανισοτήτων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο νεορατσιστικός λόγος παίρνει την μορφή της προστασίας των δικαιωμάτων των λευκών εργαζόμενων και μκροαστών. Η έμμεση αυτή αναγνώριση της πραγματικότητας του δομικού κοινωνικού ανταγωνισμού σε μια ετερόνομη κοινωνία, την οποία η εργατική τάξη βιώνει στο πετσί της, είναι το καθοριστικό στοιχείο που συντελεί στην ιδεολογική έλξη που ασκεί η ακροδεξιά στην λευκή εργατική τάξη, σε σύγκριση με τους πολιτικούς σχηματισμούς της νεομπουρζουαζίας που αρνούνται πεισματικά να αποχωριστούν το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό φαντασιακό και να αναγνωρίσουν ανοικτά την ύπαρξη αυτής της σύγκρουσης σαν αναφαίρετο στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας.

Θα πρέπει εδώ να παρατηρήσουμε ότι στο αρχικό στάδιο της σύλληψης τους, οι πολιτικές ταυτότητες αποτέλεσαν την πολιτική έκφραση της μετατόπισης του αναλυτικού επίκεντρου της απελευθερωτικής θεωρίας από τις καθαρά οικονομικές κατηγορίες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, στα υπόλοιπα πεδία κοινωνικής δραστηριότητας όπου εξυφαίνονται οι σχέσεις ανισοκατανομής της ισχύος. Ωστόσο, εκείνο που χρειαζόταν δεν ήταν η αντικατάσταση της υπεροχής του οικονομικού στοιχείου από αυτήν του πολιτισμικού, ή του έμφυλου, αλλά η ανάλυση των μορφών της ετερόνομης κοινωνικής θέσμισης μέσα στις οποίες οι καταπιεστικές αυτές σχέσεις διαπλέκονται και συνυπάρχουν σε σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ τους. Χωρίς τούτη την καθολική αντισυστημική οπτική που αμφισβητεί τις δομές ετεροκαθορισμού στο σύνολο τους, η κοινωνική απελευθέρωση μεταμορφώνεται σε καλά τακτοποιημένες “ελευθερίες”, αποκομμένες η μία από την άλλη. Οι “ελευθερίες” αυτές ουσιαστικά ορίζουν τα κοινωνικά υποκείμενα τα οποία τις διεκδικούν, τόσο ως προς την μορφή και την κοινωνική τους συγκρότηση, όσο κι ως προς το περιεχόμενο της κοινωνικής δραστηριότητας τους το οποίο καθίσταται εξορισμού μονοδιάστατο. Δεν είναι απλώς ζήτημα ενός a priori υφιστάμενου υποκειμένου που προσφέυγει στα μονοθεματικά κινήματα σαν μέσο για την θεσμική αναγνώριση του ως τέτοιο και την ενδυνάμωση της κοινωνικής θέσης του. Είναι ότι η πρόσδεση μιας κοινωνικής ομάδας στο φαντασιακό άρμα της νεοταξικής ιδεολογίας των δικαιωμάτων, συγκροτεί τρόπον τινά το ίδιο το κοινωνικό υποκείμενο, κατακερματίζοντας την ολότητα της κοινωνικής υπόστασης του για να διεκδικήσει την “απελευθέρωση” της μιας ή της άλλης πτυχής της “ατομικότητας” του. Η “απελευθέρωση” αυτή όμως, στο μέτρο που δεν περιλαμβάνει μια ενιαία αντίληψη του συστήματος ως ολότητας και δεν αμφισβητεί το θεσμικό πλαίσιο της ετερονομίας στην καθολικότητα του, μπορεί να νοηθεί μόνο τμηματικά ως ίση πρόσβαση στις θεσμικές πηγές της ετερόνομης εξουσίας τις οποίες δεν αντιστρατεύεται. Δηλαδή, όπως αναφέρει ο Α. Ρηντ, σαν το ιδανικό ανθρώπων “που θεωρούν τους εαυτούς τους υποψήφιους για να συμπεριληφθούν στην άρχουσα τάξη, ή τουλάχιστον για να αναλάβουν σημαντικούς επιτελικούς ρόλους στην υπηρεσία της”.xix Κάπως έτσι, φτάσαμε στο σημείο οι ομοφυλόφιλοι να επιζητούν διακαώς να εξημερώσουν την κάποτε ανυπότακτη σεξουαλικότητα τους, διεκδικώνας το δικαίωμα τους να συνάπτουν κρατικά αναγνωρισμένους γάμους, έναν θεσμό που πολλοί ετεροφυλόφιλοι εκλαμβάνουν σαν μια κοινωνικά κατασκευασμένη κι επιβεβλημένη συμβατική υποχρέωση.

Κάπου εδώ αρχίζει να διαφαίνεται η ταξική διάρθρωση αυτών των κινημάτων στο εσωτερικό τους. Δηλαδή, ότι τα κινήματα αυτά βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των ανώτερων στρωμάτων της κοινωνικής ολότητας. Έχοντας ενσωματωθεί πλήρως στους θεσμούς και τις δομές της ιεραρχικής κοινωνίας, τα μέλη αυτά των ανώτερων στρωμάτων έχουν πλέον τα υλικά μέσα και την εξουσιαστική προδιάθεση να επιβάλλουν τις προτιμήσεις τους (πολιτισμικές, σεξουαλικές, θρησκευτικές, κλπ.) σαν κομμάτι του ηγεμονικού κοινωνικού φαντασιακού των ελίτ.xx Φυσικά, θα ήταν λάθος αν πιστεύαμε ότι η σχέση αυτή ανισοκατανομής της δύναμης συγκροτείται και αναπαράγεται σε κάποιο αφηρημένο “εσωτερικό” πεδίο της εκάστοτε κοινωνικής ομάδας. Δεν υπάρχει “αφροαμερικάνικη”, “μουσουλμανική” ή “ομοφυλοφιλική” κοινότητα έξω από τις ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες και τους ταξικούς διαχωρισμούς που τέμνουν εγκάρσια την φαντασιακή υπόσταση της. Αυτά τα κινήματα κάθε άλλο παρά διαταξικά είναι όπως έλεγαν κάποτε οι υπερασπιστές τους. Είναι πωρώδη και δέσμια των θεσμισμένων εξουσιαστικών σχέσεων της ετερόνομης ολότητας. Με άλλα λόγια, η ασυμμετρία δύναμης που καθιερώνουν οι ταξικές διακρίσεις υπάρχει και μέσα στην κάθε κοινωνική ομάδα ξεχωριστά και αλληλεπιδρά με τους τρόπους που η ομάδα αυτοπροσδιορίζεται φαντασιακά και οριοθετεί τις κοινωνικές της επιδιώξεις. Συνακόλουθα, ένας μαύρος πρόεδρος στις ΗΠΑ είναι πρώτα πρόεδρος και μόνο δευτερευόντως μαύρος, στον βαθμό που το χαρακτηριστικό του αυτό θα τον βοηθήσει να ανέλθει στην ιεραρχία και να επικρατήσει επί των αντιπάλων του για να καταλάβει την εξουσία. Η ταξική αυτοσυνειδησία του εκπορεύεται από τις ελίτ και δεν συναντιέται πουθενά με τις ετερόνομες μάζες των μαύρων προλετάριων που συνωστίζονται στα βρώμικα κι εγκαταλελειμμένα γκέτο των αμερικάνικων μητροπόλεων.

Πράγματι, η αντίθεση δεν θα μπορούσε να είναι πιο έντονη ανάμεσα στους πανηγυρικούς που γράφτηκαν στους μηχανισμούς συστημικής προπαγάνδας για την άνοδο στην εξουσία του “πρώτου μαύρου προέδρου” των ΗΠΑ και στον εμφύλιο χαμηλής έντασης που εξαπέλυσαν την ίδια περίοδο τα σώματα καταστολής ενάντια στις φτωχές κοινότητες των μαύρων στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με ρεκόρ κρατικών δολοφονιών από την αστυνομία, αλλά και στην ποιοτική αναβάθμιση των αμερικάνικων στρατιωτικών επεμβάσεων σε Λιβύη, Συρία, ανατολική Αφρική, Αφγανιστάν, κλπ. Όπως παρατηρεί ο Ρηντ αναφορικά με τους οπαδούς της ιδεολογίας των δικαιωμάτων, ένα κοινωνικό σύστημα όπου το 1% του πληθυσμού θα κατέχει το 90% του πλούτου θα μπορούσε να είναι “δίκαιο”, αρκεί η προνομιούχα μειονότητα να περιλαμβάνει 50% γυναίκες, 12% μαύρους, 12% λατίνους, 5% ΛΟΑΤ άτομα, κοκ. Θα ήταν αρκετό δηλαδή γι’ αυτούς, αν στην κυρίαρχη ελίτ εκπροσωπούνταν επαρκώς όλες οι ομάδες που απαρτίζουν την ετερόνομη κοινωνική ολότητα.xxi

Ο νέος ιμπεριαλισμός και οι νέοι αναρχικοί

Ιστορικά, οι αναρχικοί της περιφέρειας υπήρξαν αντίπαλοι μιας τέτοιας λογικής και η οργανωμένη αντιμπεριαλιστική δράση που ανέπτυξαν είχε σαν διακηρυγμένο στόχο τόσο την αποτίναξη του ζυγού της ιμπεριαλιστικής τυραννίας, αλλά και την δημιουργία χειροπιαστών υλικών δεσμών ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες των καταπιεσμένων, κόντρα στην πολυδιάσπαση και την ιεραρχική ταξινόμηση που επέβαλλε η διαδικασία αγοραιοποίησης στο εσωτερικό των εργαζόμενων τάξεων. Στις χώρες κάτω από την κατοχή των ιμπεριαλιστών, οι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές προσπάθησαν να υπερβούν τον ετεροκαθορισμό των εργαζόμενων στρωμάτων από τις δομές κυριαρχίας του συστήματος, μέσα από την έμπρακτη κατάλυση των πολιτισμικών ορίων που έστρεφαν την μία μερίδα του προλεταριάτου εναντίον της άλλης. Στην Κούβα, η αναρχοσυνδικαλιστική “Εργατική Συμμαχία” αγωνίστηκε για την χορήγηση ίσων δικαιωμάτων στους έγχρωμους προλετάριους, ενώ στην Ιρλανδία, ο επαναστατικός συνδικαλισμός του Κόνολυ δεν έκανε διακρίσεις ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες εργάτες.xxii Και στις δύο περιπτώσεις, το υλικό υπόβαθρο που θα συντελούσε στην ενότητα των εργαζόμενων τάξεων συγκροτήθηκε μέσα από μια ριζοσπαστική πολιτική πράκτικη που υιοθετούσε τον αγώνα της φαντασιακής ετερότητας σαν δικό “μας” αγώνα. Και φυσικά η πολιτική αυτή πρακτική δεν μπορούσε παρά να έχει αντισυστημικά χαρακτηριστικά, διότι μόνο στο πλαίσιο μιας συνολικής απελεύθερωσης από τις θεσμισμένες εξουσιαστικές σχέσεις και δομές είναι δυνατή η υπέρβαση της σύγκρουσης συμφερόντων που καλλιεργεί αντικειμενικά το σύστημα διαχωρίζοντας την κοινωνική ολότητα σε ανταγωνιστικές μεταξύ τους ομάδες. Παρομοίως, γράφοντας για την ιμπεριαλιστική εκστρατεία της Ισπανίας στις οροσειρές των Ρίφ του Μαρόκου, ο Άμπαδ ντε Σαντιγιάν ισχυρίστηκε πως είναι “αλήθεια ότι οι κάτοικοι του Ριφ δεν μάχονται για την αναρχία, ίσως και να μην έχουν ακούσει ποτέ αυτή τη λέξη και πιθανότατα να μην πειστούν αυτοστιγμεί για το ότι η εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης αυτοχθόνων σο Μαρόκο δεν θα σημάνει σπουδαία αλλαγή για τον φτωχό πληθυσμό της περιοχής. Είναι ολοφάνερο, είναι όμως επίσης αρκετά κατανοητό και δεν μπορούμε να πάψουμε λόγω αυτού να συμπαθούμε τους αντάρτες. Μια μέχρι τώρα αποικία έκανε το πρώτο της βήμα προς τα εμπρός με οδηγό τον μεγαλύτερο εθνικισμό, και δεν δικαιούμαστε να προσδοκούμε να γίνει διαφορετικά. Ο εθνικισμός, σε μια αποικία που καταπιέζεται από μια ξένη κυβέρνηση, αποτελεί φυσικό αποτέλεσμα που συνηθίζει να ενώνει ειλικρινά τους αυτόχθονες, καταπιεστές και καταπιεσμένους”.xxiii Είναι βεβαίως αμφίβολο αν, σε αυτή τη φάση του αντί-αποικιακού πολέμου των Ριφ, ο Σαντιγιάν είχε δίκιο να διαχωρίζει τους μαροκινούς εξεγερμένους σε δύο ήδη συντελεσμένες και ασύμβατες μεταξύ τους κατηγορίες, αυτές των καταπιεστών και των καταπιεσμένων. Εκείνο που κάνει τις αντιμπεριαλιστικές εξεγέρσεις, αλλά και τις εξεγέρσεις εν γένει, ενδιαφέρουσες από την σκοπιά της πολιτικής θεωρίας της αυτονομίας, είναι ακριβώς ότι προϋποθέτουν την έμπρακτη κατάλυση των θεσμισμένων ιεραρχιών και την ρευστοποίηση των κοινωνικών κατηγοριών, η οποία έπεται με φυσικό τρόπο από μια διαδικασία καθολικής αναδιάταξης των κοινωνικών δυνάμεων. Είναι αυτή η στιγμή της ιστορικής ρήξης με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα που διανοίγει χρόνους και χώρους παρέμβασης για τις ταξικές δυνάμεις της αυτονομίας. Αρκεί αυτή η ρήξη να έρχεται σαν επακόλουθο της διάθεσης των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων (που αποτελούν τον κατ’ εξοχήν φορέα του συσσωρευμένου κοινωνικού δυναμικού της αυτονομίας για την πραγμάτωση του στην πραγματική διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης) για ταξική αυτοδιάθεση κι όχι σαν αποτέλεσμα μιας διαμάχης για την εξουσία ανάμεσα σε αντίπαλες ελίτ.

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω, θα πρέπει να αναφερθούμε στη Συρία και την περίπτωση του Ομάρ Αζίζ, για τον οποίο πολύς λόγος έχει γίνει σε ελευθεριακά έντυπα. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, ο Αζίζ ήταν ένας αναρχικός διανοούμενος κι ακτιβιστής που άφησε την τελευταία του πνοή στις φυλακές του καθεστώτος και με τις αντιεξουσιαστικές ιδέες του περί λαϊκής αυτοοργάνωσης επηρέασε σε σημαντικό βαθμό την “επανάσταση” στην Συρία.xxiv Στα έντυπα του αναρχικού χώρου διαβάζουμε ότι με το που ξέσπασε η επανάσταση στην Συρία, ο Αζίζ απαρνήθηκε αμέσως την ασφάλεια που του παρείχε η αυτο-εξορία του και μετάβηκε στην Συρία για να ριχτεί με πάθος στην εξέγερση εναντίον του καθεστώτος. Ωστόσο, ο θαυμασμός του αναγνώστη για την αυταπάρνηση που επέδειξε ο Αζίζ έξαφνα μετριάζεται όταν διαβάζουμε ότι είχε επιλέξει σαν τόπο της αυτο-εξορίας του το κολαστήριο της Σαουδικής Αραβίας. Αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατό ένας φλογερός αναρχικός επαναστάτης να επιλέξει το κράτος της πιο αντιδραστικής δικτατορίας στον κόσμο για να περάσει τις μέρες της αυτο-εξορίας του. Και δεν μπορούμε παρά να απορήσουμε με το γεγονός ότι η σκοταδιστική θεοκρατική μοναρχία που κυβερνάει την Σαουδική Αραβία ανέχτηκε την παρουσία αυτού του ανατρεπτικού άθεου ριζοσπάστη στο έδαφος της. Εδώ, η επαναστατική αρετή του υποκειμένου τίθεται εν αμφιβόλω κι επικαθορίζεται από τα γεωπολιτικά συμφραζόμενα μέσα στα οποία αναπτύσσει τη δράση του. Και οι απανταχού αναρχικοί καλό θα ήταν να μην παραγνωρίζουμε τον αδιάρρηκτο δεσμό που ενυπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαστάσεις της αντισυστημικής πολιτικής δραστηριότητας.

Και για να τελειώνουμε με τις ιδεολογικοποιημένες φαντασιώσεις της “αυτονομίας των αγώνων” που διεκδικούν φωτισμένοι ινστρούκτορες της συριακής επανάστασης σαν τον Γιασίν Σάλεχ.xxv Δεν υπάρχει απόλυτη αυτονομία των αγώνων, επειδή στον κόσμο που δομεί το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, υπάρχει αλληλεξάρτηση του κεφαλαίου και όχι απόλυτη αυτονομία του. Παρομοίως, δεν υπάρχει εξέγερση που να εκτυλίσσεται στο πολιτικό και κοινωνικό κενό. Αν ένας μαζικός ξεσηκωμός των λαϊκών στρωμάτων συνιστά δημιουργική παρθενογένεση ως προς τη στιγμή που κατορθώνει να ανατρέψει τις εγχώριες δομές κυριαρχίας, δεν παύει να αποτελεί τμήμα του καταμερισμού της εργασίας που καθιερώνει ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός. Ως εκ τούτου, γρήγορα η εξέγερση θα βρεθεί αντιμέτωπη με την γεωπολιτική πραγματικότητα που καθιερώνει αυτός ο καταμερισμός. Κι αυτό διότι η εξέγερση εξορισμού έχει πρωτίστως τοπική εμβέλεια, σε αντίθεση με την κυριαρχία των ελίτ που στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας είναι διεθνοποιημένη. Ο γεωπολιτικός παράγοντας πάντοτε θα υπάρχει και η βαρύτητα του δεν πρέπει να παραβλέπεται. Το σύστημα της οικονομίας της αγοράς χωρίζει τον κόσμο σε κερδισμένους και χαμένους της Κοινωνικής Πάλης και ρυθμίζει την οργανωμένη κοινωνική συμβίωση με βάση ιεραρχικά κατανεμημένους ρόλους, καθήκοντα και λειτουργίες. Ο καπιταλισμός είναι νοητός μονάχα σαν συστημική ολότητα που εκτείνεται πέρα από οικονομικές περιφέρειες και συναρτά οργανικά όλους τους τοπικά συγκροτημένους κοινωνικούς σχηματισμούς του. Επομένως, κάθε θεωρητική προσέγγιση που εκκινεί από μια τοπικά εστιασμένη ερμηνεία της Κοινωνικής Πάλης, μοιραία αποκρύπτει την αλληλεξάρτηση των επιμέρους αγώνων των καταπιεσμένων και αφαιρεί από τον προλεταριακό διεθνισμό την υλικό του υπόβαθρο, την εμπράγματη διάσταση του. Ήταν άλλωστε ένας τέτοιος κοντόθωρος “ταξικός εθνικισμός” που ενθάρρυνε τους μπολσεβίκους να συνθηκολογήσουν με τους στρατηγούς του Κάιζερ, εγκαταλείποντας με αυτόν τον τρόπο τους γερμανούς προλετάριους στην τύχη τους.xxvi Ο Σάλεχ έχει δίκιο όταν γράφει πως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να εξαγοράσει την ελευθερία της Παλαιστίνης με το αίμα των σύριων καταπιεσμένων.xxvii Ωστόσο, ο αντίθετος ισχυρισμός ισχύει εξίσου και υποδηλώνει μια θεμελιώδη και απαραβίαστη αρχή του προλεταριακού διεθνισμού. Αυτή της αλληλεγγύης και της αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις επιμέρους εκφάνσεις της Κοινωνικής Πάλης του υπερεθνικού προλεταριάτου.

iiΝ. Σούζας, Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου (Θεσσαλονίκη: Ναυτίλος), σελ. 23-29.

iv“Αυτή η διαδικασία του αποκλεισμού είναι ζωτικής σημασίας για το εξουσιαστικό πρόταγμα. Θεμελιώδεις έννοιες του παρελθόντος, όπως αλληλεγγύη, κομμουνισμός, επανάσταση, αναρχία, βασίζανε την εγκυρότητα τους στην από κοινού αναγνώριση της έννοιας της ισότητας. Αλλά για τους κατοίκους του κάστρου των Τευτόνων ιπποτών, οι αποκλεισμένοι δεν θα είναι άνθρωποι, αλλά απλώς πράγματα, αντικείμενα προς αγορά ή πώληση κατά τον ίδιο τρόπο που ήταν οι σκλάβοι για τους προκατόχους μας”. Στο A. Bonanno, From Riot to Insurrection, http://theanarchistlibrary.org/library/alfredo-m-bonanno-from-riot-to-insurrection-analysis-for-an-anarchist-perspective-against-post#toc4.

vUK riots: Iran calls on UN to intervene over ‘violent supression’, https://www.theguardian.com/uk/2011/aug/10/uk-riots-iran-un-mahmoud-ahmadinejad.

viΤ. Βαγκ, Η Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ (Αθήνα: Ελεύθερος Τυπος), σελ. 29-30.

viiSyrian National Council Leader Vows to Cut Syria’s Ties to Iran, Hizbullah, http://www.naharnet.com/stories/en/22023-syrian-national-council-leader-vows-to-cut-syria-s-ties-to-iran-hizbullah.

viiiΚέντρα εξωτερικά από το τοπικό σύστημα εξουσίας.

ixΣυλλογικός Τόμος, Τι Είναι Λαός; (Αθήνα: Εκδόσεις του 21ου), σελ. 11-23.

xS. Abed, The Kurdish Connection, http://www.voltairenet.org/article197439.html.

xiWhy Does Israel Support an Independent Iraqi Kurdistan?, https://www.telesurtv.net/english/news/Why-Does-Israel-Support-an-Independent-Iraqi-Kurdistan—20170923-0023.html.

xiiG. Zangana, Kurdistan and the Referendum Dichotomy, http://theregion.org/article/11486-kurdistan-and-the-referendum-dichotomy.

xvΣυλλογικός Τόμος, Πέρα από την Κρίση (Αθήνα: Futura), σελ. 85.

xviS. Zizek, Η Νέα Πάλη των Τάξεων (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη), σελ.72.

xviiΌπως αποκάλυψε πρόσφατα μια συνταρακτική έκθεση της καθολικής φιλανθρωπικής οργάνωσης Oxfam, οι οκτώ πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου κατέχουν αθροιστικά πλούτο ίσο με εκείνον που βρίσκεται υπό την κατοχή του φτωχότερου μισού του πληθυσμού του πλανήτη! Στο, https://www.oxfam.org.uk/media-centre/press-releases/2017/01/eight-people-own-same-wealth-as-half-the-world.

xviii“Η ταυτότητα μου είναι ό,τι με κάνει να μην είμαι ταυτόσημος με κανέναν άλλον”. Στο Α. Μααλούφ, Οι φονικές ταυτότητες (Αθήνα: Ωκεανίδα), σελ. 18.

xix A. Reed, From Jenner to Dolezal: One Trans Good, the Other Not So Much, https://www.commondreams.org/views/2015/06/15/jenner-dolezal-one-trans-good-other-not-so-much.

xxΔεν υπάρχει λοιπόν τίποτα το αναπάντεχο ή ανεξήγητο, στην ανάδυση μιας ΛΟΑΤ πολιτικής δεξιάς που χρησιμοποιεί τον διαφοροποιημένο σεξουαλικό προσανατολισμό της ως άλλοθι για να εισέλθει στις γραμμές των προνομιούχων και να ασκήσει το μερίδιο της κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας που της αναλογεί. Στο A. Mahdawi, The toubling ascent of the LGBT right wing, https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/oct/26/ascent-lgbt-right-wing-afd.

xxiAdolph Reed: Identity Politics is Neoliberalism, https://bennorton.com/adolph-reed-identity-politics-is-neoliberalism/.

xxiiiD. Abad de Santillian, Ένα Ελευθεριακό Πρόταγμα (Αθήνα: Στάσει Εκπίπτοντες), σελ. 93-4.

xxivThe life and work of anarchist Omar Aziz, and his impact on self-organization in the Syrian revolution, https://tahriricn.wordpress.com/2013/08/23/syria-the-life-and-work-of-anarchist-omar-aziz-and-his-impact-on-self-organization-in-the-syrian-revolution/.

xxv“Ο ιμπεριαλισμός καθ’ εαυτός έχει μεταμορφωθεί από μια οντότητα που υπάρχει στη Δύση, σε βασική πτυχή των τοπικών, οικόσιτων δομών εξουσίας. Κατά τρόπο ειρωνικό, οι κυρίαρχες ελίτ που προστατεύουν αυτόν τον νεο-ιμπεριαλισμό μπορεί και να δανείζονται στοιχεία από την κλασσική ρητορική του αντιμπεριαλισμού προκειμένου να συκοφαντήσουν τους εγχώριους διαφωνούντες και να αποτρέψουν δυνητικές πολιτικές ρήξεις. Αυτό είναι ακόμα περισσότερο αληθινό στην Μέση Ανατολή, μια από τις περισσότερο διαθνοποιημένες περιοχές στον πλανήτη. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιοχής, είναι μια εκτεταμένη και επιθετική ιμπεριαλιστική παρουσία που έχει στόχο κατά κύριο λόγο να καταστείλει την δημοκρατία και την πολιτική αλλαγή. Από αυτή την άποψη, ο αγώνας για την ανατροπή του Ασσαντικού κράτους είναι αγώνας των λαϊκών στρωμάτων ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Αντίθετα, η νίκη του Ασσαντικού κράτους θα είναι μια νίκη υπέρ του ιμπεριαλισμού και μια παγίωση των ιμπεριαλιστικών σχέσεων στη Συρία, την Μέση Ανατολή και τον κόσμο […] Εν συντομία, θα πρέπει να τονιστεί πως κάθε αγώνας είναι αυτόνομος, και ότι η εσωτερική ιστορία και δομή του κάθε αγώνα θα πρέπει να γίνουν κατανοητά, αντί να τα απορρίπτουμε και να τα υποβιβάζουμε μπροστά σε έναν αφηρημένη πάλη που κοιτάζει αφ’ υψηλού ολόκληρες κοινωνίες και ανθρώπινες ζωές”. Στο Y.H. Saleh, The Syrian Cause and Anti-Imperialism, http://www.yassinhs.com/2017/05/05/the-syrian-cause-and-anti-imperialism/.

xxviA. Prudhommeaux, Σπάρτακος: Η Κομμούνα του Βερολίνου 1919 (Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη).

xxviiΓράφει ο Σάλεχ, “Ότι οι Σύριοι έχουν υποβληθεί σε ακραία Παλαιστινιοποίηση από ένα βάναυσο, εσωτερικό Ισραήλ, και ότι είναι ανά πάσα στιγμή ευάλωτοι στην πολιτική και φυσική εξόντωση, ακριβώς όπως και οι Παλαιστίνιοι, στην πραγματικότητα βρίσκεται εκτός της ημιμαθούς και κακόγουστης γεωπολιτικής προσέγγισης αυτών των αποστασιοποιημένων αντιμπεριαλιστών, οι οποίοι με παντελή άγνοια παραμερίζουν την πολιτική, την οικονομία, την κουλτούρα και την κοινωνική πραγματικότητα των μαζών και την πραγματική ιστορία της Συρίας”. Στο Y.H. Saleh, στο ίδιο.

Η δολοφονία ως μία εκ των καλών τεχνών, ή για τον Δ. Κουφοντίνα

moro1-670x274

Μην αποσύρεστε ήσυχα μέσα στην νύχτα,

Τα γεράματα πρέπει να καίνε και να παραληρούν μπροστά στην μέρα που τελειώνει,

Οργιστείτε, οργιστείτε μπρος στον θάνατο της μέρας”.

Ντύλαν Τόμας

Πώς να υπερασπιστεί κανείς κάποιον που δεν διστάζει να αφαιρέσει ανθρώπινες ζωές; Και μάλιστα όχι επειδή βρίσκεται σε κατάσταση αυτοάμυνας, ή επειδή ενεργεί σαν το εκτελεστικό όργανο μιας μαζικής σύγκρουσης υπέρτερων κοινωνικών δυνάμεων που μας ξεπερνούν, αλλά σαν μια υπολογισμένη πράξη που εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική επικράτησης στον κοινωνική πάλη που αποτελεί δομικό στοιχείο των ετερόνομων κοινωνιών. Η διαφορά ανάμεσα στην αυτοάμυνα, ή την γενικευμένη σύγκρουση και την ατομική προμελετημένη δολοφονία, είναι πως, στην πρώτη περίπτωση, η άσκηση βίας που απολήγει στον φόνο συνιστά μια αναγκαιότητα που επιβάλλεται στο υποκείμενο από τις συνθήκες, ενώ στην δεύτερη, αποτελεί συνειδητή επιλογή. Στην πρώτη περίπτωση, η ευθύνη της ατομικής επιλογής ακόμα υφίσταται, αλλά είναι μια υπαρξιακή, διαλεκτική επιλογή ανάμεσα στον φόνο, ή τον θάνατο. Στην δεύτερη περίπτωση, το υποκείμενο εισέρχεται ηθελημένα σε μια μεμονωμένη κατάσταση ατομικού ανταγωνισμού με το υποψήφιο θύμα του και η επιλογή του δεν προσλαμβάνει υπαρξιακές διαστάσεις, να σκοτώσει δηλαδή, ή να σκοτωθεί. Παραμένει καθηλωμένη στο πεδίο της ηθικότητας της καθημερινής ζωής και συνίσταται στο να ενεργήσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ή να αποφύγει να ενεργήσει κατά τρόπο που θα τον φέρει ενώπιον των ηθικών διλημμάτων που εξετάζουμε. Θα πρέπει εδώ να τονίσω πως δεν έχω σε καμιά υπόληψη τον Γκάντι και τα ηλίθια κηρύγματα του περί της “ηθικής υπεροχής” της μη-βίας και της παθητικής αντίστασης. Η ηθική ευθύνη του υποκειμένου δεν εξαλείφεται στις προαναφερόμενες περιπτώσεις. Μολαταύτα, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την αντίρρηση που είχε εκφράσει οτι δεν μπορούμε να καταδικάζουμε κάποιον σε θάνατο, εφόσον η αντίληψη μας για τα πράγματα είναι πάντοτε μερική κι εσφαλμένη. Συνακόλουθα δεν θα ήταν δυνατό να βασίσουμε μια ενέργεια με τόσο δραστικά και αμετάκλητα αποτελέσματα, όπως είναι η παύση της βιολογικής ύπαρξης του αντιπάλου, σ’ ένα τόσο εύθραυστο και αμφιλεγόμενο γνωστικό υπόβαθρο. Όμως ισχύει μήπως κάτι διαφορετικό για εκείνους που ο Κουφοντίνας καταδίκασε σε θάνατο; Ο βασανιστής της χούντας που εκτελέστηκε στα πρώτα χρόνια δράσης της οργάνωσης της 17Ν, ή ο Άγγλος στρατιωτικός επιτετραμμένος Σόντερς, δεν είχαν βάψει τα χέρια τους με αίμα και δεν ήταν εξίσου ένοχοι για την καταστρατήγηση της αρχής που διατυπώσαμε πιο πάνω; Αλλά και οι υπόλοιποι που χτυπήθηκαν από το ένοπλο, ήταν όλοι τους άνθρωποι με θεσμοποιημένη δύναμη και επιρροή. Μέλη της πολιτικής και οικονομικής ελίτ που με τις πράξεις, ή τις παραλείψεις, τους επηρρέαζαν άμεσα και κατέστρεφαν τις ζωές των προλετάριων, χωρίς ποτέ να λογοδοτήσουν ή να πληρώσουν το τίμημα, μιας και η ανώτερη θέση τους στην επίσημη, ή άτυπη κοινωνική ιεραρχία, τους εκχωρούσε αυτό το δικαίωμα ζωής ή θανάτου πάνω στους συνανθρώπους τους.

Είναι τάχα η σφραγίδα του “νόμου” ή της ψευδεπίγραφης κρατικής αρχής εχέγγυο για ανώτερη γνώση ή συνετή κρίση; Ή μήπως θεμελιώνει το δικαίωμα που το Κράτος έχει παραχωρήσει στον εαυτό του για την νόμιμη κατοχή του μονοπωλίου της βίας, σε κάτι παραπάνω από την ίδια την υπεροχή του Κράτους στα μέσα για την άσκηση αυτού του φυσικού καταναγκασμού, δηλαδή στην υπεροπλία του; Το ερώτημα νομίζω εδώ είναι αν το Κράτος είναι πάντοτε δικαιωματικά πιο ισχυρό επειδή συνιστά μια ζωντανή έκφραση μιας υπερκείμενης τάξης “δικαίου”, ή αν είναι “δίκαιο” επειδή σε τελική ανάλυση είναι πάντοτε πιο ισχυρό από όσους διαφωνούν με την εκδοχή του “δικαίου” την οποία είναι ταγμένο να υπηρετεί και να υπερασπίζεται. Ένα καλό παράδειγμα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το Κράτος δεν είναι κυρίαρχο επειδή κατέχει το “μονοπώλιο της βίας”. Η οπλοκατοχή από μη-κρατικούς φορείς αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, ενώ η συγκρότηση κι εκπαίδευση πολιτοφυλακών είναι ένα μάλλον συνηθισμένο φαινόμενο, ιδιαίτερα στους κύκλους της εξτρεμιστικής ακροδεξιάς, που είναι και τα μόνο παραστρατιωτικά σώματα που γίνονται ανεκτά από την ομοσπονδιακή κύβέρνηση. Το μοναδικό στοιχείο που εγγυάται την ηγεμονία της δικαιϊκής ερμηνείας των επίσημων κρατικών οργάνων είναι η υπεροπλία του κρατικού μηχανισμού έναντι των οργανώσεων που είναι σε θέση, ή διακατέχονται από την προδιάθεση να αμφισβητήσουν την εξουσία του.

Σίγουρα, η σωφροσύνη μιας πολιτικής στρατηγικής κρίνεται πάντοτε εκ του αποτελέσματος. Άποψη μου είναι πως το ένοπλο στην Ευρώπη υπήρξε περισσότερο μια συναισθηματική αντίδραση της αντισυστημικής κομμουνιστικής Αριστεράς στις αδικίες και την αμείλικτη καταστολή που είχε υποστεί, και λιγότερο μια βιώσιμη πολιτική στρατηγική για την επανάσταση και την κοινωνική απελευθέρωση. Ωστόσο, αν η ένοπλη πάλη στην Ελλάδα είχε φέρει αποτέλεσμα και αν οι αντάρτες είχαν επικρατήσει, ο Κουφοντίνας θα ήταν υπουργός στην πρώτη ελληνική σοβιετική κυβέρνηση, ενώ ο Μπακογιάννης θα είχε πάρει τη θέση που θα του είχε αοδώσει η επίσημη ιστοριογραφία σαν ο αμετανόητος εχθρός της εργατικής τάξης που εκτελέστηκε στο όνομα της λαϊκής επαναστατικής δικαιοσύνης.i Αν ο Κουφοντίνας ήταν ένας “σύντροφος που κάνει λάθος”, όπως συνήθιζαν να αποκαλούν αμφίθυμα τα μέλη της επαναστατικής εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στην Ιταλία τους αγωνιστές των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τότε έχει πληρώσει το τίμημα κι εξακολουθεί να το πληρώνει.ii Οι εκπρόσωποι της πολιτικής και οικονομικής ελίτ ενάντια στους οποίους στρεφόταν η δράση της 17Ν, πότε πλήρωσαν το τίμημα για τις αποτρόπαιες πράξεις τους; Κι αν οι πράξεις της 17Ν γίνονταν αισθητές από το κοινωνικό σώμα επειδή συνιστούσαν μια ηχηρή παραβίαση της κανονικότητας και μια έμπρακτη αμφισβήτηση της τάξης δικαίου και του κοινωνικού φαντασιακού των ελίτ, οι ειδεχθείς πράξεις των ελίτ εναντίον των φτωχών είναι ενδεδυμένες με την περιβολή της “φυσικής τάξης των πραγμάτων”, του κοινωνικά αναπόφευκτου, φυσιολογικού ακόμη κι ευκταίου. Ακόμα και η “ιερή αγελάδα” της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”, ο Παύλος Μπακογιάννης, υπηρετούσε πιστά τις ίδιες εκείνες κομματικές συμμορίες, τις οργανωμένες πολιτικές μαφίες που τόσα χρόνια λυμαίνονταν την χώρα, μέχρι που τελικά την οδήγησαν στην κοινωνική και ανθρωπιστική καταστροφή, την ώρα που εκείνοι για μια ακόμα φορά έβγαιναν αλώβητοι.

Επαναλαμβάνω πως δεν θα υπερασπιστώ ποτέ το “δικαίωμα” κάποιου να αφαιρεί ανθρώπινες ζωές. Αλλά, εφόσον μήτε το πολιτικό, μήτε το οικονομικό σύστημα αντιμετωπίζουν, ως θα όφειλαν, την ανθρώπινη ζωή σαν το υπέρτατο αγαθό που είναι, τότε εκ των πραγμάτων εισερχόμαστε στο πεδίο του σχετικισμού και ουδείς μπορεί να αρνηθεί στα θύματα της συστημικής βίας το ηθικό δικαίωμα στην αυτοάμυνα, ή στο να αποκρούσουν τη θεσμοποιημένη βία που υφίστανται και να ανταποδώσουν τα χτυπήματα που δέχονται στο μέτρο του δυνατού. Αλήθεια, ποιος μπορεί να απαιτήσει από τους προλετάριους να πεθάνουν ήσυχα; Ούτε μπορεί να πει κανείς, χωρίς να κοκκινίζει από ντροπή, πως τα κατώτερα προλεταριακά στρώματα οφείλουν να δεσμεύονται από νόμους που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι, αλλά, αντίθετα, που ψήφισαν κάποιοι άλλοι γι’ αυτούς. Και ειδωμένη από τη σκοπιά της εκτεταμένης καταστροφής και της κοινωνικής ερημοποίησης που έχει προκαλέσει η συστημική αναδιάρθρωση, η δράση της 17Ν γίνεται περισσότερο κατανοητή, ακόμη και προφητική. Στις 12/11, διακόσιες δέκα χιλιάδες άνθρωποι πήγαν, έχοντας σώας τας φρένας, να ψηφίσουν στο εκλογικό πανηγυράκι της “κεντροαριστεράς”.iii Αυτοί είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνοι από τον Δ. Κουφοντίνα.

iΈχω εδώ στο μυαλό μου το μυθιστόρημα του Δημήτρη Φύσσα, “Πλατεία Λένιν, Πρώην Συντάγματος” (Εστία, 2005).

Ο εθνικισμός σαν φετίχ

people-take-streets-banner-reading-independence-during-protest-greater-autonomy-catalonia

Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι οτι οι άνθρωποι έξω από τη χώρα των Βάσκων δεν καταλαβαίνουν, γενικά, το βασκικό πρόβλημα. Γι’ αυτό το λόγο, κάθε φορά που πιάναμε επαφή με ανθρώπους από την Μαδρίτη ή τη Βαρκελώνη, το πράγμα σταματούσε εκεί. Μόλις αρχίζαμε τη συζήτηση, δεν καταλαβαινόμασταν πια. Το ζήτημα της ένοπλης πάλης, για παράδειγμα, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο γι’ αυτούς. Κι όταν φτάνουμε στο εθνικό ζήτημα, βλέπουν το πράγμα με έναν τρόπο τελείως διαφορετικό από μας. Το βλέπουν από τη σκοπιά της ισπανικής μπουρζουαζίας, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι ο βάσκικος λαός υφίσταται μια ιδιαίτερη καταπίεση”.

Από το βιβλίο, Επιχείρηση “Δράκος”: Πώς και γιατί η ΕΤΑ εκτέλεσε τον πρωθυπουργό Καρέρο Μπλάνκο

Ανέκαθεν μου ήταν δύσκολο να καταλάβω τι είναι αυτό που κάνει τους Καταλανούς να πιστεύουν ότι μπορούν να αποκτήσουν τόσο εύκολα, εκείνο που οι Βάσκοι έχουν χύσει ποταμούς αίματος εδώ και δεκαετίες για να το πετύχουν, χωρίς ωστόσο να μπορέσουν να εξαναγκάσουν το ισπανικό κράτος σε υποχώρηση. Η πεποίθηση των Καταλανών ότι μπορούν να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους κάνοντας χρήση “νόμιμων” μέσων, φανερώνει τόσο την πολιτική αφέλεια των αποσχιστικών τάσεων, όσο και το αντιδραστικό περιεχόμενο του Καταλάνικου εθνικισμού. Η ανομολόγητη βεβαιότητα που βρίσκεται πίσω από τις τελευταίες ενέργειες της πολιτικής ελίτ της Καταλονίας, είναι ότι η Ισπανία είναι μια “δημοκρατία” και ότι σε ένα “δημοκρατικό” καθεστώς, οποιαδήποτε πολιτική απόφαση αποτελεί προϊόν εκλογικών ή δημοψηφισματικών διαδικασιών, μέσω των οποίων εκδηλώνεται η βούληση της πλειοψηφίας, οφείλει να γίνει σεβαστή και να αποτελέσει την αφετηρία για τη δρομολόγηση πολιτικών εξελίξεων. Η φαντασίωση αυτή συνιστά τον υπέρτατο θρίαμβο του ετερόνομου φαντασιακού της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”, μιας και διαφαίνεται πολύ καθαρά ότι τα ίδια τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα διακατέχονται από μια διαστρεβλωμένη πίστη στο καθεστώς που αναπαράγει τη θεσμοποιημένη υποτέλεια τους και αποδίδουν σε αυτό μια διάσταση εθελοντισμού και αμοιβαιότητας που δεν υφίσταται στις ετερόνομες ιεραρχικές δομές. Όλες οι κυβερνήσεις χωρίς εξαίρεση, διατείνονται πως υπηρετούν και δεν εξουσιάζουν και ισχυρίζονται πάντοτε ότι κυβερνούν με τη συγκατάθεση των υπηκόων τους. Έτσι, η ιστορική στιγμή κατά την οποία ο κυβερνώμενος πείθεται πως είναι ελεύθερος και δεν αντιλαμβάνεται πλέον την έλλειψη της ελευθερίας του, αποτελεί την κορύφωση της ηγεμονίας της θεσμοποιημένης ετερονομίας, αλλά παράλληλα και το υλικό όριο της. Κι αυτό συμβαίνει διότι μόλις ο κυβερνώμενος ξεκινήσει να συμπεριφέρεται σαν αυτόνομο υποκείμενο που δεν υπάγεται σε κανέναν εξωτερικό περιορισμό, η ενεργεια του αυτή αυτόματα προκαλεί την αντίδραση της εξουσίας και την ανάγκη για εκ νέου επιβολή της.

Να υποθέσουμε ότι οι πολιτικοί ιθύνοντες που έχουν καταστρώσει τη στρατηγική πίσω από την εκστρατεία για την αυτοδιάθεση της Καταλονίας θεωρούν ότι οι Βάσκοι δεν μπόρεσαν να αποσχιστούν από την Ισπανία επειδή δεν το ζήτησαν ευγενικά; Ίσως πάλι το είδος της ανεξαρτησίας για το οποίο μάχονταν οι Βάσκοι δεν είναι το ίδιο με αυτό που επιδιώκει η Καταλανική νέα μπουρζουαζία. Εκείνο πάντως που πρέπει να θεωρεί κανείς σίγουρο είναι πως η δημόσια συζήτηση περί “νομιμότητας” ή όχι του δημοψηφίσματος που προκήρυξε η περιφερειακή κυβέρνηση, προϋποθέτει ότι το ισπανικό κράτος συνιστά πράγματι μια “εθελοντική” ένωση που θα ζήλευε ακόμα κι ο Μπακούνιν, κι από την οποία μπορεί κανείς να αποχωρήσει ή να προσχωρήσει κατά βούληση. Συνεπάγεται επίσης το εξαιρετικά απίθανο ενδεχόμενο το ίδιο το ισπανικό κράτος να έχει θεσπίσει τα νομοθετικά και συνταγματικά μέσα για την υπονόμευση της κυριαρχίας του και την αυτοδιάλυση του. Ωστόσο, η “κρίση” έχει τον τρόπο να διυλίζει τις έννοιες και να ξεδιαλύνει τα νοήματα, εφόσον συνεπάγεται τη γενική αναδιάρθρωση των υλικών όρων ζωής μέσα από τους οποίους αναπαράγεται το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Ακόμη κι αν διαρκέσει για διακόσια χρόνια, η αποικιοκρατία δεν αλλάζει στον πυρήνα της και δεν αργεί να δείξει το αποτρόπαιο πρόσωπο της, μόλις οι υποτελείς λαοί εκδηλώσουν την παραμικρή διάθεση να αντισταθούν στην κυριαρχία της.

Όπως και με το Κράτος, η παθητική αποδοχή και ο καθαγιασμός μέσα από τη δύναμη της συνήθειας, είναι εκείνα τα στοιχεία που εγγυώνται την μακροημέρευση των ετερόνομων καθεστώτων. Με την βίαιη αναδιάρθρωση του συστήματος σε πλανητικό επίπεδο, οι παλιές πληγές ανάμεσα στην Καταλονία και το Ισπανικό κράτος άνοιξαν και πάλι. Αλλά ας μην φανταστεί κάποιος ότι υπάρχει οποιαδήποτε ομοιότητα ανάμεσα στον Καταλανικό εθνικισμό και το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της χώρας των Βάσκων. Ως μια από τις πιο εύπορες περιοχές της Ισπανίας, η Καταλονία κλήθηκε να χρηματοδοτήσει με τις εισφορές της τα δημοσιονομικά ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της διάσωσης του τραπεζικού συστήματος στις χώρες της οικονομικής ημιπεριφέρειας της ΕΕ. Παράλληλα, οι δημόσιες επενδύσεις στις υποδομές και τις υπηρεσίες της περιφέρειας μειώθηκαν δραματικά λόγω των προγραμμάτων λιτότητας που επιβλήθηκαν από το ευρωπαϊκό διευθυντήριο.i Οι Καταλανοί νεομπουρζουάδες ξαναθυμήθηκαν το φλογερό πάθος τους για την Καταλανική εθνική ταυτότητα, μέσα στην αγανάκτηση τους για τη διαφθορά και την ανικανότητα της ισπανικής πολιτικής ελίτ και για τα δυσανάλογα φορολογικά βάρη που υποχρεώθηκαν να σηκώσουν από την κρίση και μετά. Από αυτή την άποψη, μόνο τυχαίο δεν είναι που η εκστρατεία για αυτοδιάθεση έχει τόσο μεγάλη απήχηση στα ανώτερα και μεσαία στρώματα των πόλεων, καθώς και μεταξύ της κοινωνικής τάξης των επιχειρηματιών της περιοχής. Ούτε βέβαια μπορεί να εξηγηθεί σαν σύμπτωση η εμπιστοσύνη που φαίνεται να επιδεικνύει το εθνικιστικό κόμμα της Καταλονίας προς το θεσμικό πλαίσιο και τις τυπικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής “δημκρατίας”. Οι σφαίρες και ο δυναμίτης, η οργανωμένη πολιτική ανυπακοή και οι χαοτικές μαζικές συγκρούσεις της Kale Borroka, αντανακλούσαν το ριζοσπαστικό περιεχόμενο του Βασκικού εθνικισμού, τις κοινωνικές ανατροπές που ήθελε να επιφέρει και τον αντισυστημικό τρόπο με τον οποίο κατανοούσε το αίτημα της αυτοδιάθεσης. Από την άλλη, η αφελής προσέγγιση των εθνικιστών της Καταλονίας, η εμμονή στη χρήση αποκλειστικά νόμιμων μέσων, καθώς και οι καλοπροαίρετες φιλειρηνικές πορείες των οπαδών της ανεξαρτησίας, δείχνουν καθαρά πως οι Καταλανοί νεομπουρζουάδες αντιλαμβάνονται το ζήτημα σαν μια απλή αλλαγή νομικού καθεστώτος. Μια “πολιτισμένη” μετάβαση σε ένα πανομοιότυπο καθεστώς με το προηγούμενο, που μπορεί να διευθετηθεί ακόμα και μέσα από την “ευγενική” μεσολάβηση της ΕΕ. ii

Εξυπακούεται ότι υποστηρίζουμε το δικαίωμα του κάθε λαού στον αυτοκαθορισμό. Μολαταύτα, θεωρούμε ότι είναι υποχρέωση μας να βροντοφωνάξουμε ότι καμία σημαντική αλλαγή δεν πρόκειται να επέλθει στις κοινωνικές συνθήκες της ζωής των υποτελών στρωμάτων της Καταλονίας, εφόσον το κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας κατορθώσει με κάποιον τρόπο να επικρατήσει. Όπως έχει γράψει και ο Λ. Φαν Ντερ Βαλτ, “Είμαστε [οι αναρχικοί] αντίθετοι με την κρατική καταστολή των αντιμπεριαλιστικών κινημάτων, όπως επίσης απορρίπτουμε το δικαίωμα του κράτους να αποφασίζει τι συνιστά νόμιμη διαμαρτυρία και τι όχι. Παρ’ όλα αυτά, δεν πρόκειται για απελευθέρωση, αν το μόνο πράγμα που αλλάζει είναι το χρώμα ή η γλώσσα της τάξης των καπιταλιστών”.iii

iLetter from Barcelona: Inside the battle for Catalan independence, https://www.newstatesman.com/politics/2014/11/letter-barcelona-inside-battle-catalan-independence.

iiΜεσολάβηση ζητάει τώρα ο Καταλανός πρόεδρος, http://www.documentonews.gr/article/mesolabhsh-zhtaei-twra-o-katalanos-proedros.

Τυπολογία της κυριαρχίας

Romulus-oversees-the-abduction-of-the-Sabine-women

«Οι φτωχοί είναι οι μαύροι της Ευρώπης».

Gonzalez Prada

Είναι σαφές ότι η Κοινωνική Πάλη είναι δομικό στοιχείο των ετερόνομων κοινωνιών. Συνακόλουθα, τα πολιτικά συντάγματα που καθορίζουν το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας μιας εξουσιαστικής πολιτειακής συγκρότησης, δεν είναι παρά συνθήκες που επικυρώνουν την παύση των εχθροπραξιών, μέσα στις οποίες αποκρυσταλλώνεται και κωδικοποιείται με νομικούς όρους ο συσχετισμός δυνάμεων που επικρατεί ανάμεσα στις αντιμαχόμενες κοινωνικές ομάδες την δεδομένη ιστορική στιγμή και ανάλογα με την έκβαση της Κοινωνικής Πάλης. Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο είδος των κοινωνικών σχέσεων που καθιερώνονται μέσα σε ένα ταξικό μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας και στις σχέσεις εξάρτησης και υποταγής που απορρέουν από ένα καθεστώς άμεσης στρατιωτικής κατοχής μιας χώρας από μίαν άλλη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η πολιτική συγκρότηση των ετερόνομων κοινωνιών κωδικοποιεί σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες. Η στρατιωτική κατοχή απλώς αντιπροσωπεύει μια κοινωνική συνθήκη που χαρακτηρίζεται από την μέγιστη συγκέντρωση δύναμης στα χέρια της υπέρτατης αρχής, την ύψιστη μορφή ετερονομίας που μπορεί να υπάρξει, με την επιβολή ενός καθεστώτος συνολικού ετεροκαθορισμού του λαού που βρίσκεται υπό κατοχή, μέσω της κατάργησης του δικαιώματος του στην αυτοδιάθεση. Ωστόσο, στην πιο ακραία απολυταρχική εκδοχή της, η τυπολογία της κυριαρχίας σε μια ταξικά διαρθρωμένη κοινωνική ολότητα μπορεί να προσλάβει χαρακτηριστικά ομοειδή με αυτά της κοινωνίας που βρίσκεται υπό ξένη κατοχή.

Ο πολιτικός χαρακτήρας τον οποίο λαμβάνει αυτή η συγκρότηση (φιλελεύθερος, σοσιαλδημοκρατικός, αυταρχικός, δικτατορικός, κλπ.) αντιστοιχεί στο εύρος του κοινωνικού συνασπισμού που απαρτίζει το αστικό μπλοκ εξουσίας στον εκάστοτε ετερόνομο κοινωνικό σχηματισμό. Ιδωμένη με αυτόν τον τρόπο, η εξουσία των κατακτητών είναι, τουλάχιστον στις πρώτες φάσεις της επιβολής του καθεστώτος της κατοχής, πάντοτε δεσποτική, περισσότερο λόγω της ακραίας κοινωνικής απομόνωσης στην οποία αίφνης περιέρχονται οι δυνάμεις κατοχής, και λιγότερο εξαιτίας μιας ποιοτικής διαφοράς του συστήματος στρατοκρατικής διοίκησης της κοινωνίας, από εκείνο μιας αυταρχικής αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», ή μιας στρατιωτικής χούντας με εγχώρια προέλευση. Όσο πιο πολυσυλλεκτικό είναι το αστικό μπλοκ εξουσίας στο εσωτερικό του και στον βαθμό που ενσωματώνει ετερόκλητες ή ετερογενείς κοινωνικές ομάδες στον σκληρό πυρήνα του, η ετερόνομη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θεσμοποιεί την κυριαρχία του θα παίρνει μορφές που επικεντρώνονται στην εκχώρηση και την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων από το Κράτος, στην ενσωμάτωση θεσμικών μηχανισμών αναδιανομής του εισοδήματος, καθώς και στην καθιέρωση μιας πραγματικής δυνατότητας για κοινωνική κινητικότητα ανάμεσα στις βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας.

Όπως σωστά διαπιστώνει ο Τ. Φωτόπουλος, είναι αυτός ο «σημαντικός βαθμός κοινωνικής κινητικότητας που προσφέρει κίνητρο στις υποτελείς [κοινωνικές] μονάδες να ανέχονται ολόκληρο το σύστημα [κοινωνικής διαστρωμάτωσης]».i Εφόσον οι προϋποθέσεις για την διατήρηση της κοινωνικής κινητικότητας υπονομεύονται εξαιτίας της εγγενούς τάσης που υπάρχει στη λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς για ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση όλων των μορφών δύναμης σε όλο και λιγότερα χέρια, η πολιτική μορφή της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας ρέπει προς τον καταναγκασμό και τείνει να λάβει όλο και πιο αυταρχικά χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια, διαταράσσεται η ισορροπία ανάμεσα στο στοιχείο της ιδεολογικής νομιμοποίησης του κοινωνικού συστήματος, που πραγματοποιείται χάρη στην εσωτερίκευση του ηγεμονικού φαντασιακού των ελίτ από τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας και στο στοιχείο του εξαναγκασμού των εξαρτημένων μονάδων να εκπληρώνουν τους κοινωνικούς ρόλους που τους ανατίθενται από-τα-πάνω, διαμέσου της οργανωμένης φυσικής βίας του Κράτους. Στην πραγματικότητα, «Ο βαθμός κατά τον οποίο μια εξουσία μπορεί να είναι σταθερή, εξαρτάται πάντοτε από τον βαθμό που γίνεται αποδεκτή ως δικαιολογημένη από τις κοινωνικές μονάδες που υπάγονται σε αυτή. Μάλιστα, η πραγματική βάση οποιασδήποτε εξουσίας σε μια ιεραρχική ολότητα δεν είναι η ιεραρχική οργάνωση καθ’ εαυτή, αλλά οι συνήθειες, οι απόψεις, οι αξίες και γενικά οι φαντασιακές σημασίες που συνενώνουν τα μέλη μιας ολότητας σε μια από κοινού αποδοχή της ιεραρχικής δομής, καθώς και οι ψυχολογικές διαδικασίες που δημιουργούν το ψυχικό υπόβαθρο για την υποταγή στην εξουσία και στις αποφάσεις άλλων».ii

Από αυτή την άποψη, η στρατιωτική κατοχή συνιστά σύστημα ομοειδές προς κάθε ταξικό κοινωνικό σχηματισμό σε ότι αφορά τις βασικές παραμέτρους που συνθέτουν το υπόβαθρο του και απλά εμπεριέχει μια ακραία ποσοτική διαβάθμιση ανάμεσα στους παράγοντες που απαρτίζουν το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της ετερονομίας, υπέρ της παραμέτρου της φυσικής βίας. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι αποκλείεται ο στρατός κατοχής να εξεύρει συμμάχους και προγεφυρώματα μέσα στις τάξεις του κοινωνικού σχηματισμού στον οποίο έχει επιβάλλει την εξουσία του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί βάσιμα ότι η ένοπλη επιβολή, αδιάφορο αν αυτή έρχεται από-τα-“μέσα”, ή από-τα-“έξω”, ισοδυναμεί με την εκρηκτική στιγμή κατά την οποία συλλαμβάνεται η ετερόνομη κοινωνική ολότητα, ένα είδος πολιτικού «big bang» που συνοδεύει υποχρεωτικά τη δημιουργία των ιδιαίτερων οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που συντελούν στην πρωταρχική συσσώρευση. Δηλαδή στην διαμόρφωση των βασικών υλικών προϋποθέσεων που υποβαστάζουν την αναπαραγωγή της οικονομίας της αγοράς ως συστήματος οργάνωσης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Εξού και το γεγονός ότι η στρατιωτική κατάκτηση συνιστά την κατεξοχήν πολιτική μορφή που παραδοσιακά έλαβε ο ιμπεριαλισμός στην κλασική εκδοχή του και με την οποία εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να είναι συμβατός σαν πολιτική, οικονομική και κοινωνική δομή κυριαρχίας.

Ο Κ. Πολάνυϊ είχε δίκιο όταν ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν πολλά κοινά γνωρίσματα ανάμεσα στους τρόπους που οικοδομήθηκε η κυριαρχία των δυτικών ελίτ πάνω στους λαούς που τελούσαν υπό την κτηνώδη κατοχή της αποικιοκρατίας και σε εκείνες τις απάνθρωπες μεθόδους που διασφάλισαν την ταξική ηγεμονία των ίδιων ελίτ πάνω στις υποδεέστερες ομάδες των χωρών τους κατά την περίοδο της αρχικής διαμόρφωσης των βασικών κοινωνικών και οικονομικών παραμέτρων της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Δηλαδή, την περίοδο που αναπτύχθηκε το φαινόμενο που αποκαλούμε πρωταρχική συσσώρευση. Έγραφε ο Πολάνυϊ (2001: 162-163) σχετικά: «Ό,τι εφαρμόζει ο λευκός σε απόμακρες περιοχές σήμερα, δηλαδή την κατάλυση των κοινωνικών δομών με σκοπό τη βίαιη ιδιοποίηση της εργασίας των ιθαγενών, συνέβαινε τον 18ο αι. σε λευκούς πληθυσμούς από λευκούς ανθρώπους, για τους ίδιους ακριβώς λόγους. […] Ο παραλληλισμός είναι πολύ θεμιτός, αφού και ο πρώιμος εργάτης μισούσε το εργοστάσιο, όπου ένιωθε βασανισμένος και ταπεινωμένος, όπως ο ιθαγενής, που συχνά εξαναγκαζόταν να δουλεύει όπως εμείς με την απειλή σωματικής τιμωρίας, ακόμη και ακρωτηριασμού. Οι βιομήχανοι της Λυόν του 18ου αι. επιζητούσαν τους χαμηλούς μισθούς πρωταρχικά για κοινωνικούς λόγους. Μόνο ένας ταλαιπωρημένος και καταρρακωμένος εργάτης, ισχυρίζονταν, θα απέφευγε να συνασπισθεί με τους συντρόφους του και να ξέφυγε από τις συνθήκες προσωπικής δουλείας, υπο τις οποίες θα μπορούσε να εξαναγκασθεί να εκτελέσει τις οποιεσδήποτε εντολές του αφέντη του. Νομικός εξαναγκασμός και ενοριακή δουλεία στην Αγγλία, η βία της απολυταρχικής αστυνόμευσης της εργασίας στην Ευρώπη, η παροδική εργασία κατά την πρώιμη αποικιακή περίοδο της Αμερικής, αποτελούσαν τα προαπαιτούμενα του “ενθουσιώδους εργάτη”. Αλλά το τελικό στάδιο ήλθε με την εφαρμογή της “φυσικής τιμωρίας” της πείνας. Για να πραγματωθεί το στάδιο αυτό, χρειάστηκε να καταστραφεί η οργανική κοινωνία, που δεν ανεχόταν την λιμοκτονία του ατόμου».iii

Ζητούμενο του νέο-ιμπεριαλισμού, ή καλύτερα η ικανή συνθήκη για την επιβολή ενός καθεστώτος στυγνής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, είναι πάντοτε η κατάλυση των εξωθεσμικών δικτύων αλληλοβοήθειας, των συλλογικών δομών αλληλεγγύης και των κολεκτιβιστικών αξιακών συστημάτων που επικρατούν στις κοινωνίες των αυτοχθόνων, προκειμένου να υπερισχύσει στις τοπικές κοινωνικές ολότητες η πολιτισμική ηγεμονία του ετερόνομου καπιταλιστικού φαντασιακού. Σε αυτό το πλαίσιο, μοναδικός τύπος συναναστροφής και αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις κοινωνικές μονάδες που θα μπορούσε να γίνει ανεκτός και να ευδοκιμήσει στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς είναι η συμβατική σχέση, δηλαδή ένα είδος απρόσωπης σχέσης που υπόκειται σε τυπικούς νομικούς κανόνες και τελεί υπό την προστασία του Κράτους. Στο ίδιο πνεύμα, μοναδική οργανωτική αρχή της έλλογης κοινωνικής δραστηριότητας των ατομικών ή συλλογικών υποκειμένων μέσα σε μια πλήρως αγοραιοποιημένη κοινωνία, μπορεί να είναι η αρχή της κερδοφορίας η οποία εγγυάται: α) την βιωσιμότητα της δραστηριότητας, δηλαδή την αυτόνομη αναπαραγωγή της ύπαρξης της μέσω της εξεύρεσης ιδίων πόρων για την χρηματοδότηση της και, β) την κοινωνική χρησιμότητα της δραστηριότητας, που σύμφωνα με την νεοφιλελεύθερη ιδεολογική ορθοδοξία, συνίσταται αποκλειστικά στο ότι η εν λόγω δραστηριότητα δεν επιβαρύνει οικονομικά όσους βρίσκονται έξω από αυτήν και δεν ενεργεί ανταγωνιστικά προς μια αντίστοιχη δραστηριότητα ή υπηρεσία στην οποία αποκτά κανείς πρόσβαση με την μορφή του εμπορεύματος μέσω της αγοράς. Αυτό που ουσιαστικά συμβαίνει είναι η εξατομίκευση του προϋπάρχοντος κοινωνικού σώματος και η «ανασύνθεση του οικονομικού συστήματος στις συνιστώσες του, έτσι ώστε η κάθε μία να ενταχτεί σε όποιο κομμάτι του συστήματος ήταν χρησιμότερη».iv

Ο παραλληλισμός στον οποίο προβαίνει ο Πολάνυϊ ανάμεσα σε δύο ιστορικά διαχωρισμένες και φαινομενικά ετερογενείς φάσεις εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος (πρωταρχική συσσώρευση / αποικιοκρατία), είναι ακόμη πιο επίκαιρος στις μέρες μας, κυρίως αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο επεκτείνονται οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί του νεοϊμπεριαλισμού και ως προς τις αντικειμενικές λειτουργίες που εκπληρώνουν. Χρονολογικά και ιστορικά η αποικιοκρατία σίγουρα θα πρέπει να ταξινομηθεί σαν ένα στάδιο διαδοχής στην ιστορική εξέλιξη της οικονομίας της αγοράς το οποίο έπεται χρονικά της περιόδου της πρωταρχικής συσσώρευσης. Επιπλέον, τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά, οι διαδικασίες που μπήκαν σε κίνηση καθώς και οι αλλαγές που έφερε η κάθε φάση στο ιστορικό προσκήνιο, διέφεραν από την μία περίπτωση στην άλλη, στον βαθμό που ο κλασικός ιμπεριαλισμός μεταχειρίστηκε τις κοινωνίες της υπόδουλης περιφέρειας σαν έπαθλα προς λαφυραγώγηση και σαν πηγές για την εξεύρεση ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού. Για τις αποικιοκρατικές γραφειοκρατίες όλων των χωρών, ουδέποτε τέθηκε το ζήτημα της διαμόρφωσης ενός ξεχωριστού μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης για τις αποικίες, που θα μπορούσε σταδιακά να συντελέσει στην άνοδο ενός εθνικού κοινωνικού σχηματισμού, έστω και υποτελούς στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Εν πολλοίς βέβαια αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ένας τελειοποιημένος καταμερισμός εργασίας σε διεθνή κλίμακα δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί, μιας και στην εποχή της φιλελεύθερης νεωτερικότητας το έθνος-κράτος ήταν η βασική μονάδα ανάπτυξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.

Έτσι, για τον λόγο ότι το Κράτος παρέμενε στο επίκεντρο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών, ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας υπήρξε πολυεπίπεδος και κατακερματισμένος. Μολαταύτα, ακόμη και η Ινδία, που, κατά τα άλλα, οι Άγγλοι συνήθιζαν να επαίρονται ότι αποτελούσε το «πετράδι στο στέμμα του βρετανικού θρόνου», στους ευρύτερους αποικιοκρατικούς σχεδιασμούς της αυτοκρατορίας κατείχε τον υποβαθμισμένο ρόλο μιας απέραντης φυσικής αποθήκης βάμβακος και μπαχαρικών, καθώς επίσης και μιας κοιτίδας για την άντληση εκατομμυρίων ακατέργαστων και εξαθλιωμένων εργατών. Όπως αναφέρει ενδεικτικά ο Τσόμσκι, «Βρετανοί αξιωματούχοι, έμποροι κι επενδυτές “συσσώρευσαν τεράστιες περιουσίες” κερδίζοντας πλούτο “πέρα από τα όνειρα της φιλαργυρίας”. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αληθινό για την Βεγγάλη, η οποία, […] “αποσταθεροποιήθηκε κι εξαθλιώθηκε από ένα καταστροφικό πείραμα πατροναρισμένης διακυβέρνησης” – ένα από τα πολλά “πειράματα” στον Τρίτο Κόσμο που δεν οδήγησαν ακριβώς σε όφελος αυτών που υπέστησαν το πείραμα. Δύο Άγγλοι ιστορικοί της Ινδίας, ο T.H. Thompson και ο G.T. Garrett, χαρακτήρισαν την πρώιμη ιστορία της Βρετανικής Ινδίας ως “την παγκοσμίως ανώτατη στάθμη υδάτων της διαφθοράς: μια λαγνεία για το χρυσό, που δεν έχει ταίρι μετά από την υστερία που έπιασε τους Ισπανούς της εποχής του Κορτές και του Πιζάρο, γέμισε το μυαλό των Άγγλων. Ειδικώς η Βεγγάλη δεν επρόκειτο να γνωρίσει πάλι την ειρήνη μέχρις ότου αφαιμάχτηκε πλήρως”. Είναι σημαντικό, παρατηρούν, ότι μια από τις ινδουστανικές λέξεις η οποία έγινε μέρος της Αγγλικής γλώσσας είναι η λέξη “loot” (που σημαίνει πλιάτσικο). Η τύχη της Βεγγάλης φωτίζει ουσιαστικά στοιχεία των παγκόσμιων κατακτήσεων. Η Καλκούτα και το Μπαγκλαντές τώρα είναι ακριβώς τα σύμβολα της μιζέριας και της απελπισίας. Αντιθέτως, οι Ευρωπαίοι πολεμιστές-έμποροι έβλεπαν την Βεγγάλη ως ένα από τα πλουσιότερα έπαθλα του κόσμου».v

Οι όποιες ενδογενείς καπιταλιστικές αλλαγές συντελέστηκαν στις αποικίες ήταν μάλλον παρεπόμενα της μακροχρόνιας επικυριαρχίας των AKX, που προέκυψαν σαν δευτερεύουσες συνέπειες μιας καταστροφικής οικονομικής πολιτικής που σίγουρα δεν είχε τις ανάγκες των αποικιών στο επίκεντρο της κι αντανακλούσε μια ήδη παγιωμένη εξουσιαστική σχέση ανάμεσα στις αποικίες από την μία, και την ευρωπαϊκή δύναμη που τις κατείχε από την άλλη. Αντίθετα, στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, είναι η βίαιη προσαρμογή των τοπικών κοινωνιών στα νεοφιλελεύθερα πρότυπα που εκπορεύονται από τις εύπορες κοινωνίες του Βορρά, και συνακόλουθα η επιβολή του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος μέσω της υιοθέτησης ενός εξωστρεφούς μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης, μέσω της οποίας συντελείται η ενσωμάτωση τους στο σύστημα κυριαρχίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, φυσικά πάντοτε από υποδεέστερη, μειονεκτική θέση. Κάπως σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι στην πρώτη περίπτωση, η υπανάπτυξη είναι σύμπτωμα και επακόλουθο μιας παγιωμένης εξουσιαστικής συνθήκης. Από την άλλη, στην δεύτερη περίπτωση, η εξάρτηση και η φτωχοποίηση συνιστούν οι ίδιες τις προϋποθέσεις για την παγίωση μιας σχέσης κυριαρχίας, καθώς απορρέουν από μια δυναμική διαδικασία κατά την οποία δημιουργούνται οι υλικοί όροι για την αναπαραγωγή της οικονομικής κυριαρχίας των μητροπόλεων του Κέντρου, μέσα από την αντικειμενική επίδραση που ασκούν οι δυνάμεις της παγκοσμιοποιημένης αγοράς πάνω στην περιφερειακή οικονομία.

Σε συνέχεια των παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι μια από τις βασικές αντιθέσεις του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος που εγκαθιστά το διεθνοποιημένο σύστημα της οικονομίας της αγοράς είναι το γεγονός ότι, από την μία, αδυνατεί να συνδέσει πειστικά την καθολίκευση των βασικών θεσμών του με την εθνικιστική ιδεολογία στην κλασική μορφή της. Από την άλλη, το εθνικιστικό φαντασιακό εξακολουθεί να ενυπάρχει μέσα στον πυρήνα της φαντασιακής θέσμισης της κρατικιστικής μορφής οργάνωσης της κοινωνίας. Έτσι, η ενσωμάτωση από μειονεκτική θέση μιας κοινωνικής ολότητας στις οικονομικές ιεραρχίες που επιβάλλει ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός, τις περισσότερες φορές δεν είναι συμβατή με μια παραδοσιακή εθνικιστική αφήγηση, έναν επαρχιώτικο εθνικισμό παλαιάς κοπής, που θα συνενώσει τις διαφορετικές βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας σε μια ενιαία πολιτισμική ή φυλετική φαντασιακή κοινότητα. Κι αυτό διότι το εξωστρεφές μοντέλο «ανάπτυξης» που επιβάλει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, δεν δημιουργεί πρόσφορες κοινωνικές συνθήκες ώστε οι ελίτ της περιφέρειας να νομιμοποιήσουν ιδεολογικά την εξουσία τους μέσω της εξύμνησης ενός επίπλαστου «μεγαλείου του έθνους», στον βαθμό που η πολιτική τους μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης καταλήγει ακριβώς στα αντίθετα αποτελέσματα. Ούτε επιτρέπει την εφαρμογή ενός βαθμού κοινωνικής δικαιοσύνης στο εσωτερικό, που θα μπορούσε να προσδώσει μια υλική διάσταση στην φαντασιακή έννοια της συμβολικής εθνικής «κοινότητας». Αντίθετα, οι ελίτ και οι προνομιούχες ομάδες που αποτελούν τους ενσώματους φορείς της κυριαρχίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού στις κοινωνίες της περιφέρειας, διαδραματίζουν τον ρόλο ενός καταλύτη που εμβαθύνει τους υλικούς δεσμούς της εξάρτησης και της υποτέλειας των τοπικών κοινωνιών από τις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Λειτουργούν επίσης σαν μια ελίτ πολιτισμικά ετερογενής ως προς τις κατώτερες τάξεις, αφού η κοσμοθεωρία, οι συνήθειες, ο τρόπος ζωής, τα ενδιαφέροντα, οι ηθικές αρχές και φυσικά τα υλικά συμφέροντα που υπερασπίζονται, δεν συμβαδίζουν και είναι απολύτως διαχωρισμένα από τις αντίστοιχες συνήθειες, αξίες και αρχές των εξαρτημένων στρωμάτων της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.

Ο Γ. Λιερός έχει περιγράψει αυτή την προνομιούχο πολυεθνική μειοψηφία ως εξής: «Η συνοχή του όλου υπό την εξουσία του κεφαλαίου συντελείται μέσω μιας πυκνής κυκλοφορίας εικόνων, ψηφιοποιημένων πληροφοριών, κεφαλαίων, εμπορευμάτων αλλά και ανθρώπων: τα στελέχη κινούνται συνεχώς σε ένα κύκλωμα το οποίο έχει μια σχετική ομοιογένεια στους βασικούς του κόμβους. Πράγματι, τα αεροδρόμια, τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων, τα μέγαρα επιχειρήσεων, οι μεγάλοι οδικοί άξονες, τα ακριβά εμπορικά κέντρα ή τα ακριβά εστιατόρια είναι πάνω κάτω τα ίδια στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, τη Σαγκάη, το Σάο Πάολο, ακόμη και στο Λάγκος […] Η παγκόσμια ελίτ φαίνεται να έχει απεριόριστη δύναμη και μοιράζεται τις ίδιες αξίες, τον ίδιο τρόπο ζωής και τον ίδιο πολιτισμό. Χωρίς καμία – “κοσμική” ή μη – επιφοίτηση, αυτοί οι “νομάδες” μιλούν την ίδια γλώσσα: τα αγγλικά […]».vi Με άλλα λόγια, η ηγεμονική κουλτούρα, αλλά και οι συνθήκες ζωής της τάξης των νεομπουρζουάδων είναι κοσμοπολίτικες και, από αυτή την άποψη, είναι πολύ πιο πιθανό να στρέψουν το καλοπροαίρετο ενδιαφέρον τους προς τους άτυχους σεισμόπληκτους του μακρινού Νεπάλ, ή στα θύματα της επονείδιστης γενοκτονίας του Νταρφούρ, παρά να επιδείξουν κάποια στοιχειώδη ευαισθησία για τους φτωχούς και τους αναξιοπαθούντες που βρίσκονται μέσα στην ίδια χώρα με αυτούς. Όχι τυχαία βέβαια, αφού όπως έχει δείξει ο Ζ. Μπάουμαν, η επίδειξη ανθρωπιστικού πνεύματος με αποδέκτες τα λαϊκά στρώματα ενός «εθνικού» καπιταλιστικού σχηματισμού, εύκολα θα μπορούσε να επαναφέρει επιζήμιες για τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες έννοιες όπως «κοινωνική δικαιοσύνη», «αναδιανομή» και «κράτος πρόνοιας» που ο νεοφιλελευθερισμός πάσχισε πολύ προκειμένου να διαλύσει και να εξοβελίσει από τον δημόσιο διάλογο.vii

i Fotopoulos, Takis. 2000. “Class Divisions Today – The Inclusive Democracy Approach”. Democracy & Nature, Vol. 6, no.2. http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

iiο.π.

iiiPolanyi, Karl. 2001. Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός. Μετάφραση Κώστας Γαγανάκης. Αθήνα: Νησίδες, σελ.162-163.

ivο.π.σ. 176.

vΤσόμσκι, Νόαμ. 1994. Έτος 501: Η Κατάκτηση Συνεχίζεται. Μετάφραση Νίκος Ράπτης. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος. σελ. 18-19.

viΛιερός, Γιώργος. 2012. Σκέψεις για την άμεση δημοκρατία. Αθήνα: Εκδόσεις των Συναδέλφων, σελ. 46-51.

vii Μπάουμαν, Ζίγκμουντ. 2004. Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι. Μετάφραση Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας. Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 157-167.

Η ιστορία της ανθρωπότητας δεν λέει να ξεκινήσει

118570929

…αλλά εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια, μας αρέσει δεν μας αρέσει, το κράτος αποτελεί πραγματικότητα απαράκαμπτη, χωρίς ορατή, ούτε καν σε ένα μέλλον συλληπτό, ημερομηνία λήξεως, εκτός ίσως στο πλαίσιο μιας ‘ρεαλιστικής ουτοπίας’ όπου το κράτος προβλέπεται να καταργηθεί διά του κράτους με τα ήδη γνωστά τερατογόνα αποτελέσματα”.

Γιάννης Καλιόρης, Όλα ή Τίποτα

Πριν από λίγους μήνες, οι ρωσόφωνοι εξεγερμένοι στην Ανατολική Ουκρανία ανακοίνωσαν τη δημιουργία του δικού τους κράτους. Η ομοσπονδία της Μικρής Ρωσίας, που περικλείει στα όρια της τις “λαϊκές δημοκρατίες” του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ, έρχεται να προσθέσει έναν ακόμη γύρο στην ιστορική διαδικασία του κατακερματισμού και της πολυδιάσπασης της ανθρωπότητας σε αναρίθμητα κι εχθρικά μεταξύ τους κομμάτια, που ανταγωνίζονται ανοικτά για να αποκτήσουν πρόσβαση στις θεσμοποιημένες πηγές του πλούτου και τις δύναμης. Όταν κανείς ακούει τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Ζαχαρτσένκο να ισχυρίζεται ότι οι ρωσόφωνοι υποχρεώθηκαν να ενεργήσουν με αυτόν τον τρόπο και να κηρύξουν την ανεξαρτησία τους, επειδή η Ουκρανία δεν ήταν πια σε θέση να εγγυηθεί την “ασφάλεια” και την “ευημερία” των κατοίκων της περιοχής, καταλαβαίνει με θλίψη πως η ανθρωπότητα αργεί ακόμη να εξέλθει από την περίοδο της προϊστορίας της. Εκεί όπου, σύμφωνα με τον Ένγκελς, ανήκει το Κράτος, “πλάι με τον αργαλειό και το χάλκινο τσεκούρι”.i Τι είναι όμως εκείνο που έσπρωξε τους ρωσόφωνους προλετάριους του Ντονμπάς να επιζητήσουν ένα δικό τους ξεχωριστό Κράτος σαν την ενδεδειγμένη λύση στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν; Γιατί βλέπουν το Κράτος σαν ένα δημόσιο αγαθό που ανήκει σε όλους, αντί να το εκλαμβάνουν αρνητικά, σαν ένα εξουσιαστικό μόρφωμα που απειλεί να καταβροχθίσει την αυτονομία που απόκτησαν έπειτα από την παλλαϊκή εξέγερση και την κατάλυση της εξουσίας του Ουκρανικού κράτους στην περιοχή; Ή τέλος, γιατί δεν επιδίωξαν να κάνουν μια αντικρατική επανάσταση μέσα στην Ουκρανία και να συμπαρασύρουν σε αυτή και τα προλεταριακά στρώματα της δυτικής Ουκρανίας;

Χωρίς αμφιβολία, πρωταρχικό ρόλο στην σταδιακή ανάδειξη της ανεξαρτησίας ως αναγκαίας λύσης στο ουκρανικό ζήτημα, είχε η μορφή που πήρε το καθεστώς της αστικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής στον Ουκρανικό καπιταλιστικό σχηματισμό. Η απόσχιση απ’ το Ουκρανικό κράτος προέκυψε ως το απαραίτητο πολιτικό συμπλήρωμα της απαλλοτρίωσης της τοπικής βιομηχανικής υποδομής από τους ρωσόφωνους, που την διέσωσαν με αυτόν τον τρόπο από τις αρπακτικές διαθέσεις της υπερεθνικής ελίτ, η οποία καραδοκούσε ενόψει της πλήρους ενσωμάτωσης της Ουκρανίας στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ανακήρυξη της αυτοδιάθεσης τω ρωσόφωνων έγινε έπειτα από την επίσημη εξαγγελία της εθνικοποίησης της βαριάς βιομηχανίας της περιοχής, που ήταν από την αρχή η κινητήρια δύναμη πίσω από την εξέγερση και βρήκε έκφραση στα πάγια προγραμματικά αιτήματα του αντι-Μαϊντάν κινήματος. Είναι άλλωστε φανερό πως οι εθνικοποιήσεις των εργοστασίων δεν θα μπορούσαν ποτέ να έχουν επιβληθεί όσο η εξουσία της Ουκρανικής ελίτ στο Ντονμπάς παρέμενε ισχυρή και χωρίς αντίπαλο δέος. Δεν θα ήταν μάλιστα υπερβολή αν λέγαμε ότι το Μαϊντάν ήταν η διελκυστίνδα μέσα από την οποία έπρεπε να διέλθει η κοινωνική ολότητα στην Ουκρανία έτσι ώστε να μπετοναριστεί το νεοφιλελεύθερο μπλοκ εξουσίας, να εκδιωχθούν από τις τάξεις του οι συστημικές πολιτικές οργανώσεις των ρωσόφωνων και να προετοιμαστούν έτσι οι συνθήκες για την γενικευμένη επίθεση ενάντια στο Ντονμπάς, τόσο σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο.

Θα πρέπει εδώ να γίνει κατανοητό ότι αυτή η συγκρουσιακή δυναμική των συσσωρευμένων κοινωνικών ανταγωνισμών που κλιμακώθηκε με την εξέγερση του Ντονμπάς, πολύ λίγο αφορά το υποτιθέμενο αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στον ρωσικο επεκτατισμό από την μία, και το σκληροπυρηνικό εθνικιστικό φαντασιακό που διαπότισε την Ουκρανική κοινωνία μετά το Μαϊντάν, από την άλλη. Η σύγκρουση στο Ντονμπάς δεν είναι το αποτέλεσμα της εθνικιστικής “αφύπνισης” που επικράτησε μετά το Μαϊντάν, αλλά μάλλον ή αιτία της και συνιστά τμήμα της Κοινωνικής Πάλης που έχουν εξαπολύσει από-τα-πάνω οι Ουκρανικές ελίτ ενάντια στα υποτελή κοινωνικά στρώματα συνολικά. Εκείνο το στοιχείο που διαφοροποιήσε την κοινωνική σύγκρουση στο Ντονμπάς από τις παραμέτρους με τις οποίες εκφράστηκε αυτή στην υπόλοιπη Ουκρανία είναι οι υποκειμενικές συνθήκες που υπάρχουν στην περιοχή και διαμόρφωσαν τον κοινωνικό ανταγωνισμό με όρους αντιτιθέμενων και αμοιβαία αποκλειόμενων εθνικισμών. Από αυτή την άποψη, μια πολιτική συμμαχία ανάμεσα στα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα που θα έβαζε σε δεύτερη μοίρα τη σημασία των εθνοτικών διαχωρισμών και θα αναδείκνυε την κοινωνική τάξη σε ηγεμονική φαντασιακή σημασία, ήταν αδύνατο να πάρει σάρκα και οστά στην ιστορική συγκυρία που διανύουμε. Κι αυτό παρά τα κοινά συμφέροντα με τους μη-προνομιούχους της Ουκρανίας, οι οποίοι τώρα έχουν απομείνει μόνοι τους για να αντιμετωπίσουν τη σκληρή επίθεση που ετοιμάζουν εναντίον τους οι ελίτ και οι προνομιούχες κοινωνικές ομάδες της χώρας, μετά την συμφωνία με το ΔΝΤ για επείγουσα οικονομική βοήθεια ύψους 17,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που συνοδεύεται βέβαια από ένα πρόγραμμα εκτεταμένης και βίαιης αγοραιοποίησης της ουκρανικής κοινωνίας.ii

Αλλά μια συνεννόηση ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες των καταπιεσμένων που απαρτίζουν από κοινού την προλεταριακή υποτάξη στην Ουκρανία γίνεται εξαιρετικά δυσχερής κι εξαιτίας των πολιτισμικών και εθνοτικών παραγόντων που ιστορικά συντέλεσαν στην πολυδιάσπαση του Ουκρανικού προλεταριάτου. Για τους ουκρανούς προλετάριους η σοσιαλιστική ιδεολογία και ο σοβιετικός ιμπεριαλισμός είναι ταυτόσημες και αδιαχώριστες έννοιες. Συνακόλουθα, τείνουν να προσχωρούν στις ρεβανσιστικές τάσεις της απροκάλυπτα φιλοναζιστικής ουκρανικής ακροδεξιάς, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσαν να ταυτιστούν φαντασιακά και να κάνουν δικό τους ένα αντιεθνικιστικό πρόταγμα με καταβολές από την εναλλακτική πολιτική παράδοση της αυτονομίας, το οποίο θα έριχνε το βάρος της δράσης τους στην σφυρηλάτηση της ενότητας των εργαζόμενων τάξεων. Και σαν μια αντανάκλαση αυτής της εκφυλισμένης ταξικής συνείδησης των Ουκρανών προλετάριων, οι ρωσόφωνοι προλετάριοι του Ντονμπάς ενδόμυχα αποδίδουν ταξικούς συμβολισμούς και κοινωνικά χειραφετικό περιεχόμενο σε μια ενδεχόμενη απκατάσταση της ρωσικής κυριαρχίας στην περιοχή.

Όπως και να έχει, όταν η ιστορική εμπειρία της κοινωνικής πάλης μετουσιώνεται σε φαντασιακές σημασίες που αναπαράγουν τους εθνοτικούς διαχωρισμούς μέσα στους κόλπους της προλεταριακής υποτάξης, η απόπειρα για πολιτική ενότητα έχει λίγες πιθανότητες να ευδοκιμήσει. Η προλεταριοποίηση των ρωσόφωνων αποτέλεσε την εμπράγματη διάσταση του ρατσισμού που κυριαρχούσε στο επίπεδο του ηγεμονικού κοινωνικού παραδείγματος ενάντια στο Ντονμπάς και τους πληθυσμούς του. Ήταν οι αντικειμενικές συνθήκες που, από την μία, μετάτρεψαν το κοινωνικό φαντασιακό περί της κατωτερότητας μιας μερίδας του πληθυσμού της Ουκρανίας (των ρωσόφωνων) σε χειροπιαστή κοινωνική πραγματικότητα, ενώ, από την άλλη, ανέθεταν έναν υποτελή ρόλο σε αυτή την φαντασιακά υποδέεστερη κοινωνική ομάδα, αυτόν που εκπληρώνουν τα εξαρτημένα προλεταριακά στρώματα στον ιεραρχικό καταμερισμό της εργασίας που επιβάλει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Έτσι, ήταν μάλλον φυσικό κι επόμενο η κοινωνική εξέγερση στην ανατολική Ουκρανία να προσλάβει αντί-Ουκρανικά χαρακτηριστικά, εφόσον το ιδεολόγημα της “εθνικής ενότητας” δεν εξυπηρετεί παρά την παγίωση μιας συγκεκριμένη ιεραρχικής διάταξης των κοινωνικών ομάδων και την αναπαραγωγή των σχέσεων άνισης κατανομής της δύναμης μεταξύ τους. Ο “εχθρός” που συνωμοτεί για να υποσκάψει την φυσική ενότητα και συνοχή του κράτους “μας” και απειλεί να στρέψει τον έναν “αδελφό” ενάντια στον άλλο, συνιστά πάντοτε ξένο σώμα. Ένα ύπουλο καρκίνωμα στην καρδιά του έθνους που, το δίχως άλλο, λειτουργεί σαν το υποχείριο “σκοτεινών” δυνάμεων.

Στον βαθμό που είναι διατεθειμένοι να εκδηλώσουν τη δυσαρέσκεια τους και να αντισταθούν ενάντια στα μέτρα του θεσμοποιημένου κοινωνικού κανιβαλισμού που πρόκειται να επιβάλλει το ΔΝΤ και η κοινοβουλευτική χούντα του Μαϊντάν στην Ουκρανία, οι ουκρανοί προλετάριοι σίγουρα διατρέχουν κι αυτοί τον κίνδυνο να χαρακτηριστούν ως ενεργούμενα ξένων δυνάμεων, ή ως ανατρεπτικά στοιχεία με αντεθνικό προσανατολισμό από τα πλέον επίσημα χείλη. Ήδη ο πρώην πρωθυπουργός Γιάτσενιουκ υπαινίχθηκε κάτι παρόμοιο όταν δήλωσε δημόσια ότι, “Οι Ρωσικές αρχές έχουν αλλάξει τα σχέδιά τους από πολιτική διάλυση της χώρας και την αυτονομιστική ιδεολογία, στην κοινωνική και οικονομική αποσταθεροποίηση. Αυτοί που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις και φώναζαν ‘Novorosia, για τη Ρωσία’ έχουν ήδη αρχίσει να μιλούν για τις συντάξεις, τους μισθούς και κοινωνικές παροχές. Είναι ίδια πρόσωπα της FSB , πράκτορες που στάλθηκαν εδώ πριν από δεκαετίες”.iii Φαίνεται πως ο Α. Μπαντιού είχε δίκιο όταν έγραφε ότι, “Η μεσαία τάξη είναι ο ‘λαός’ των καπιταλιστικών ολιγαρχιών”.iv Μόνο τους ικανοποιημένους, τους χορτασμένους και τους νομιμόφρονες αναγνωρίζουν οι ελίτ σαν τον “κυρίαρχο λαό”. Από αυτή την άποψη, όσοι από εμάς αυτοπροσδιοριζόμαστε πολιτικά ως ανήκοντες στην εναλλακτική πολιτική παράδοση της αυτονομίας, όσοι επιθυμούμε την εξάλειψη των ταξικών δικρίσεων και τους κράτους στο όνομα της ελευθερίας, της ισότητας και της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή να καταχωρηθούμε ως εθνοπροδότες από τους ιδεολογικούς κομισάριους του συστήματος, ή σαν προπαγανδιστές “εθνομηδενιστικών” πεποιθήσεων.

Γιατί όμως οι προλετάριοι του Ντονμπάς δεν έχασαν χρόνο να δεθούν με καινούρια κρατικά δεσμά, στη στιγμή ακριβώς που κατόρθωσαν να απελευθερωθούν από τις αλυσίδες με τις οποίες τους είχε περισφίξει του Ουκρανικό κράτος; Γιατί ακόμα οι απλοί άνθρωποι πιστεύουν στην μυθολογία του κρατισμού και δεν αντιλαμβάνονται το κράτος ως μια οντότητα εχθρική προς την κοινωνία και τα συμφέροντα της; Πολλοί θα υποδείκνυαν την διττή φύση του Κράτους, τόσο σαν μηχανισμό καταπίεσης και οργανωμένης βίας, όσο και σαν οργανισμό επιφορτισμένο με τη διεύθυνση και αξιοποίηση των συλλογικών δυνάμεων της κοινωνίας, προκειμένου να εξηγήσουν τον αντιφατικό φαντασιακό δεσμό που υπάρχει ανάμεσα στην ετερόνομη κοινωνική ολότητα, από την μία, και το Κράτος από την άλλη. Έτσι, αν και συνιστά μια υπερκείμενη δομή εξουσίας, το Κράτος είναι μια θλιβερή αναγκαιότητα. Εξασφαλίζει την προστασία από εξωτερικούς εχθρούς, την κυριότητα πάνω στους φυσικούς πόρους, καθώς και την παροχή ορισμένων υπηρεσιών κοινής ωφελείας στις κοινωνικές μονάδες που πληρούν τις νομικές προδιαγραφές για να αναγνωριστούν ως μέλη του. Με αυτόν τον τρόπο, το ετερόνομο φαντασιακό της κρατικιστικής ειδωλολατρίας είναι την ίδια στιγμή οικουμενικό, στον βαθμό που αποτελεί την ηγεμονική φαντασιακή σημασία ως προς τον τρόπο με τον οποίο ένας λαός οργανώνεται και συνέρχεται σε συντεταγμένη πολιτική κοινότητα, αλλά και ιστορικά και γεωγραφικά προσδιορισμένο, στον βαθμό που διαχωρίζει και διασπά τους λαούς σε διαφορετικές και ανταγωνιστικές μεταξύ τους κρατικές οντότητες. Είναι την ίδια στιγμή επεκτατικό από την φύση του, αλλά και εσωστρεφές, εφόσον απονέμει άνισα τα οφέλη στο εσωτερικό του και περιορίζει τις δικαιϊκές υποχρεώσεις του σε μια κλειστή και προνομιακή κατηγορία υποκειμένων που φέρουν την ιδιότητα του “πολίτη”.

Τουτέστιν, για τις ιμπεριαλιστικές αυτοκρατορίες του παρελθόντος, όπως η Ρωμαϊκή, η Αγγλική και η Γαλλική, ή για σύγχρονα επεκτατικά κράτη, όπως το Ισραήλ, η προσάρτηση εδαφών ήταν πάντοτε ένα ζητούμενο, αλλά ταυτόχρονα κι ένα πρόβλημα, με την έννοια του μοντέλου διαχείρισης και απορρόφησης των κατακτημένων πληθυσμών. Ο τρόπος τον οποίο επέλεξαν ιστορικά τα εξουσιαστικά μορφώματα προκειμένου να επιλύσουν την εγγενή αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στην έμφυτη ροπή τους για εδαφική εξάπλωση, από την μία, και για διατήρηση του εθνοκεντρικού χαρακτήρα τους, από την άλλη, ήταν η καθιέρωση ιεραρχικών και αμοιβαία ανταγωνιστικών κατηγοριών δικαίου στο εσωτερικό τους, στις οποίες συμπεριέλαβαν τους υπόδουλους πληθυσμούς. Θα μπορούσαμε εδώ να αναφέρουμε σαν παράδειγμα την αποικιοκρατική Γαλλία, στην οποία μέχρι και το τέλος της αυτοκρατορίας μια ψήφος για τις εθνικές εκλογές που ριχνόταν σε διοικητικό διαμέρισμα της ηπειρωτικής Γαλλίας μέτραγε στην επίσημη καταμέτρηση όσο τρεις ψήφοι που είχαν κατατεθεί στην γαλλική αποικία της Αλγερίας.v Ένα πιο σύγχρονο παράδειγμα είναι το Ισραήλ, το κράτος του οποίου έχει θεσπίσει ένα ολόκληρο σύστημα από αλληλοσυμπληρούμενους νόμους και κανόνες που συνολικά συνθέτουν το θεσμικό πλαίσιο που κατοχυρώνει τις φυλετικές διακρίσεις και το απροκάλυπτο απαρτχάιντ κατά των Παλαιστίνιων που ζουν τόσο εντός των επίσημων συνόρων του Ισραήλ, όσο και στα κατεχόμενα.vi

Γίνεται αντιληπτό λοιπόν πως το λεγόμενο “κράτος δικαίου” δεν κωδικοποιεί δικαιώματα που απορρέουν από το “συναπτόμενο προς την ανθρώπινη κατάσταση […] φυσικό δίκαιο”, αλλά αντίθετα, προτάσσει τα πολιτικά δικαιώματα μιας κοινωνικά κατασκευασμένης μειοψηφίας απέναντι στα φυσικά δικαιώματα όλων των υπολοίπων και βασίζει την λειτουργία του στην επίσημη δέσμευση που αναλαμβάνει διά της καταστατικής του σύστασης, να αντιμετωπίζει τα δικαιώματα αυτά ως υπέρτερα σε κάθε περίπτωση.vii Επιπλέον, η τυπική συγκρότηση της πολιτικής κοινότητας σε Κράτος είναι όρος sine qua non για να αναγνωριστεί το δικαίωμα ύπαρξης της κοινότητας, και συνακόλουθα να κατοχυρωθούν οι υλικοί όροι της κοινωνικής συμβίωσης που διαμορφώνονται στο εσωτερικό της, από τους φορείς που κατέχουν την θεσμική εξουσία στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Τον τίτλο του “μαχητή της ελευθερίας” μπορεί να τον διεκδικήσει μονάχα εκείνος που παλεύει για την ίδρυση ενός καινούριου έθνους-κράτους. Αυτός που αγωνίζεται για την κατάλυση του, δεν είναι παρά ένας θερμοκέφαλος εκτός ελέγχου, ένα εγκληματικό στοιχείο που πρέπει να παταχθεί προτού καταφέρει να δυναμιτίσει τα θεμέλια στα οποία βασίζει την ύπαρξη της η “πολιτισμένη” ανθρωπότητα.

Παρόλα αυτά, αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι το Κράτος συμπεριφέρεται ακριβώς όπως και οι εγκληματικές μαφίες και μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργεί και αναπαράγει ιεραρχικές δομές εξάρτησης κι ετεροκαθορισμού στο εσωτερικό της κοινωνικής ολότητας. Οι νέες εθνικές ελίτ απαιτούν από τις προλεταριακές μαζές να συμμετέχουν με ενθουσιασμό στην πάλη για τη δημιουργία του καινούριου κράτους. Σε αντάλλαγμα, τους υπόσχονται μια κατοχυρωμένη θέση στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας που επιβάλει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Τους πουλούν προστασία από τον εξωτερικό εχθρό που τους καταπιέζει και την προοπτική σύστασης μιας ξεχωριστής πολιτειακής δομής, μέσα στην οποία θα μπορούν τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα να μεταμορφωθούν τα ίδια σε φορείς δικαιωμάτων, έστω και περιορισμένων στο περιεχόμενο και την εμβέλεια τους. Έστω κι αν τα δικαιώματα αυτά κωδικοποιούν μια σχέση υποταγής και ανισοκατανομής της δύναμης, μιας και προϋποθέτουν την ίδια την ύπαρξη της εξουσίας που λειτουργεί σαν ο έσχατος θεματοφύλακας κι “εγγυητής” τους.

Για να το πούμε διαφορετικά: Προκειμένου να αναγνωριστεί η ανθρώπινη υπόσταση τους, έστω και με την ακρωτηριασμένη νομική μορφή της ιδιότητας ενός πολίτη που είναι φορέας νομικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος, οι μάζες των καταπιεσμένων εξαναγκάζονται από την ίδια τη φύση του διεθνούς συστήματος να υποταχθούν πρόθυμα στα νέα αφεντικά τους και να προσχωρήσουν στην φαντασιακή ενότητα του καινούριου έθνους που βρίσκεται υπό κατασκευή. Κατά την άποψη μου, δεν υπάρχει κανένας διττός χαρακτήρας του Κράτους που να εκδηλώνεται σε αυτή την διαδικασία. Υπάρχει μόνο ένας ωμός εκβιασμός σε βάρος των πιο αδύναμων και των καταπιεσμένων.

iV.I. Lenin, State and Revolution (Martin Lawrence, Ltd), σελ. 14.

iiiΟι μούλοι του Ντονέτσκ, https://pontosandaristera.wordpress.com/2014/07/22/borodva1/.

ivΤι Ειναι Λαός; (Εκδόσεις 21ου), σελ. 19.

vHistory of Algerian Independence, https://www.marxists.org/history/algeria/index.htm.

viiΓ. Καλιόρης, Όλα ή Τίποτα (Αρμός), σελ. 45.