Η λύση που μας ετοιμάζουν

αρχείο λήψης

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν”.

Κ.Π. Καβάφης, Ιθάκη

Υπάρχει μια ηθελημένη παρανόηση που αφορά την αντίληψη που έχει ο μέσος άνθρωπος αναφορικά με την έννοια της “κρίσης” και ότι αυτή συνεπάγεται. Έχει επικρατήσει να θεωρούμε την κρίση σαν μια προσωρινή κατάσταση ανισορροπίας του συστήματος, μια συνθήκη έκτακτης ανάγκης την οποία αρκεί απλώς να αφήσουμε πίσω μας για να επανέλθουμε σε ένα μυθικό παρελθόν γενικής ευημερίας. Μια πρότερη κανονικότητα όπου άπαντες ήταν ικανοποιημένοι και συνυπήρχαν αρμονικά μεταξύ τους. Μιλάω εδώ για μυθικό παρελθόν εφόσον ακόμα και στις “ειδυλλιακές” εποχές του αφηγήματος της διαρκούς ανάπτυξης και του καπιταλιστικού “εκσυγχρονισμού”, υπήρχαν μεγάλα κομμάτια του εγχώριου και πολυεθνικού προλεταριάτου που ζούσαν στη σκιά, που πλήρωναν με το αίμα τους τη διαρκή οικονομική μεγέθυνση και χρηματοδοτούσαν την συγκέντρωση του κεφαλαίου με την αδιάλειπτη υποτίμηση των υλικών όρων της ζωής τους. Αυτή την ερμηνεία της κρίσης ενθαρρύνουν και τα πάσης φύσεως συστημικά κόμματα του κατεστημένου, παρουσιάζοντας την σαν το ποσοτικό αποτέλεσμα της αδυναμίας να συνδυαστούν αποτελεσματικά μια σειρά από μονοδιάστατα λογιστικά μεγέθη. Αυτή η αδυναμία μπορεί με τη σειρά της να ξεπεραστεί διαμέσου μιας συνετής διαχείρισης των δημοσιονομικών πόρων, ωσάν ο ίδιος ο τρόπος κατανομής των πόρων του κράτους να μην θέτει εξορισμού ζήτημα ηγεμονικού παραδείγματος οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας. Τόσο ως προς τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί το κράτος τα περιουσιακά στοιχεία του, όσο και αναφορικά με το ίδιο το δικαίωμα του κράτους να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που τα αξιοποιεί με παρεμβάσεις του προς όφελος της κοινωνίας.

Τα κόμματα θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι θα αρκούσε η εξοικονόμηση κεφαλαίων από τον κρατικό κορβανά και η άμεση διοχέτευση τους στους υπερεθνικούς μηχανισμούς που έχει στήσει το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο για την αποπληρωμή του δυσβάστακτου χρέους, ώστε να πετύχουμε την πολυπόθητη “έξοδο από τα μνημόνια”. Να ξεπεράσουμε τη δυσάρεστη συγκυρία στην οποία βρισκόμαστε με τον ίδιο τρόπο που κάποιος θα έβρισκε την μυστική έξοδο από ένα δωμάτιο στο οποίο είναι παγιδευμένος και από το οποίο δεν μπορούσε μέχρι σήμερα να βγει. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η κρίση είναι ένα μέγεθος εξωτερικό από εμάς. Παρά τις οδυνηρές συνέπειες της, μπορούμε να βγούμε από αυτήν αλώβητοι, με την έννοια ότι δεν αγγίζει κάποιον εσώτερο πυρήνα που (προφανώς) διαθέτει η ετερόνομη κοινωνία του ελλαδικού προτεκτοράτου κι εκφράζεται καλύτερα από το φαντασιακό μιας μυθολογικής εθνικής ενότητας ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις που, κατά τα άλλα, δεν έχουν κανένα κοινό έδαφος όπου μπορούν να συναντήσουν ή μία την άλλη. Αυτό που αποκρύπτει η παραπάνω μονοδιάστατη αφήγηση της εξουσίας για την πολυδιάστατη κρίση που η ίδια διέρχεται, είναι το γεγονός ότι η κρίση είμαστε εμείς οι ίδιοι. Είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από την αδυναμία συνέχισης των αντικειμενικών συνθηκών της κοινωνικής μας υπόστασης, των υλικών όρων αναπαραγωγής του ετερόνομου συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας συνολικά.

Έτσι, η υπέρβαση της κρίσης προϋποθέτει μια μόνιμη μεταλλαγή του κοινωνικού συστήματος και την αναδιοργάνωση του σε μια πιο συγκεντρωτική βάση, τόσο στο πολιτικό, όσο και στο οικονομικό επίπεδο για να μπορέσει αυτό να συνεχίσει να υπάρχει. Κι επειδή οι υπέρογκες πληρωμές για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους οφείλουν να εξυπηρετούνται εις το διηνεκές βάσει των νομικών δεσμεύσεων που ανέλαβε το ελλαδικό προτεκτοράτο έχοντας υπογράψει αποικιακού τύπου συνθήκες με το μπλοκ των καπιταλιστών δανειστών του, η ανάπτυξη που θα επιτευχθεί από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση δεν πρόκειται ποτέ να είναι αυτοχρηματοδοτούμενη κι επομένως βιώσιμη μέσα στις συνθήκες ανελέητου ανταγωνισμού που θεσμοποιεί το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Τα πλεονάσματα που θα παράγονται από την κατ’ εξακολούθηση περιστολή των δαπανών του κράτους προορίζονται για να φουσκώνουν τους λογ/σμους του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και η εξεύρεση πόρων για την περαιτέρω υποστήριξη της καπιταλιστικής “ανάπτυξης” με κρατικές επενδύσεις στην εκπαίδευση ή τις υποδομές θα πρέπει να προέρχεται από την περαιτέρω συμπίεση των λαϊκών εισοδημάτων, την υπερφορολόγηση και την συρρίκνωση του λεγόμενου κοινωνικού μισθού. Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, ότι η κρίση δεν είναι μια παροδική κατάσταση όπου κάποιες ισορροπίες του συστήματος έχουν προσωρινά διαταραχτεί και από την οποία αναμένεται να “εξέλθουμε” από μέρα σε μέρα, αλλά μια μόνιμη κατάσταση φτωχοποίησης για τα υποτελή κοινωνικά στρώματα, η μετάβαση σε ένα άλλο παράδειγμα κοινωνικής οργάνωσης, περισσότερο συγκεντρωτικό και περισσότερο αυταρχικό απ’ το προήγουμενο.

Για να αποκαλυφθεί στις πραγματικές διαστάσεις του το περιεχόμενο της προπαγάνδας της κυριαρχίας περί εξόδου από την κρίση, αρκεί να αναφερθούμε σε εκείνα τα κράτη τα οποία τα συστημικά ΜΜΕ εμφανίζουν ως υποδείγματα επιτυχημένων χωρών που “ξεπέρασαν” την οικονομική τους δυσπραγία κάνοντας χρήση των μεθόδων που έθεσε στη διάθεση τους η διεθνής των τοκογλύφων και τώρα έχουν επανέλθει πια σε μια κατάσταση νιρβάνας της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Η Ιρλανδία είναι αναμφίβολα το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από αυτά που προαναφέραμε. Έχοντας βρεθεί αντιμέτωπη με το φάσμα της χρεοκοπίας το 2010, εφάρμοσε πιστά τις εντολές των υπερεθνικών θεσμών διακυβέρνησης και σήμερα έχει επανέλθει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης με ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και θετικό πρόσημο στο ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών. Ωστόσο, η Ιρλανδία της περιόδου πριν την οικονομική καταστροφή, δεν είναι η ίδια χώρα με αυτήν που προέκυψε από τις τεκτονικές κοινωνικές αλλαγές που προκάλεσαν στη χώρα οι διαλυτικές πιέσεις της οικονομικής ύφεσης. Η ιρλανδική οικονομία διατηρεί έναν βαθμό ανταγωνιστικότητας που της επιτρέπει να χρηματοδοτεί ένα εξωστρεφές μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης με τίμημα όμως την μαζική μεταναστευτική φυγή του πλεονάζοντος πληθυσμού της στο εξωτερικό, την μόνιμη καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου της μεγαλύτερης μερίδας του υποπρολεταριάτου και την διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών στον τομέα της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής ασφάλισης. Έχει γίνει πια κτήμα των πολλών ότι η καταγραφή θετικών ρυθμών ανάπτυξης για μια οικονομία δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε ευημερία για τα κατώτερα στρώματα, τα οποία μπορούν κάλλιστα να πλήττονται από ένα νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο που τα αντιμετωπίζει ως καύσιμη ύλη για τις φωτιές της καπιταλιστικής οικονομικής μεγέθυνσης. Η φτώχεια έτσι μετατρέπεται σε συστημικό μέγεθος που παράγεται γεωμετρικά από τις αντίστοιχες διεργασίες αναπραγωγής του ετερόνομου μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας. Αν στην Ελλάδα η “λύση” αυτή έχει καθυστερήσει, αυτό συμβαίνει διότι οι ταξικές αντιστάσεις που αντιμετωπίζει το πρόγραμμα της τρόικας για την ολοκληρωτική σαλαμοποίηση ενός μεγάλου κομματιού του προλεταριάτου είναι πολύ πιο ισχυρές από αυτές που προϋπήρχαν σε χώρες όπως η Ιρλανδία, ή η Πορτογαλία. Και σίγουρα δεν πρόκειται ποτέ κανένας καπιταλιστής να αναγνωρίσει τις θυσίες που αναγκάστηκαν να κάνουν οι εργαζόμενοι στον βωμό της ανάπτυξης του κεφαλαίου, να αναφωνήσει “ως εδώ” και να αποφασίσει να δώσει κάτι πίσω στους προλετάριους από τα οικονομικά και τα κοινωνικά δικαιώματα που έχασαν κατά τη διάρκεια των ζοφερών χρόνων της οικονομικής ύφεσης. Η επιστροφή στο “χρυσό” παρελθόν δεν υφίσταται ούτε σαν ρεαλιστική δυνατότητα εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος, ούτε σαν πραγματικό πολιτικό διακύβευμα που τίθεται από κάποιο από τα κόμματα εξουσίας. Το περισσότερο για το οποίο μπορούν να ελπίζουν οι απανταχού εργαζόμενοι είναι να μπει ένα φρένο στην κατρακύλα και να μην επιδεινωθεί κι άλλο η κοινωνική τους θέση.

Κατά την τριετία 2012-2015 ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε την θεσμική έκφραση των εγχώριων ταξικών αντιστάσεων, γεγονός που του έδωσε τη δυνατότητα να επιτύχει μια μετεωρική αύξηση των εκλογικών ποσοστών του σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και το 2015 να σχηματίσει την πρώτη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης που προέρχεται από τους κόλπους της κομμουνιστογεννούς αριστεράς. Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε νομιμόφρονα κυβερνητική δύναμη αποκατέστησε, έστω και με τρόπο βεβιασμένο, τον αναγκαίο θεσμικό διπολισμό ανάμεσα στην “αριστερά” και τη “δεξιά” που έχει ανάγκη το σύστημα για να λειτουργήσει. Συνακολουθα σταθεροποίησε εκ νέου το πολιτικό σύστημα που απ’ το 2010 κι έπειτα, υπέστη σοβαρους κλυδωνισμούς μέχρι του σημείου να καταστεί σχεδόν αναποτελεσματικό ως προς την ανάδειξη του πολιτικού προσωπικού που αναλαμβάνει να διαχειριστεί τα συλλογικά συμφέροντα της οικονομικής ελίτ για λογαριασμό της. Η αμφισημία της πολιτικής θέσης στην οποία έχει περιέλθει ο ΣΥΡΙΖΑ διαφαίνεται καθαρά στο αντιφατικό προεκλογικό του αφήγημα. Από τη μία, προσπάθησε να διατηρήσει την όποια απεύθυνση είχε στα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα και στον κόσμο της εργασίας και γι’ αυτό επαναλάμβανε με μονοτονία τη δακρύβρεχτη διαπίστωση μιας αριστερής διακυβέρνησης που εκτυλίχθηκε “με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα” από τους κακούς ευρωπαίους δανειστές που ήθελαν να τη δουν να αποτυγχάνει. Από την άλλη, απευθυνόμενη στα ευρωλάγνα μεσαία στρώματα, υπερθεμάτισε για μια υποτιθέμενη ηρωική “έξοδο από τα μνημόνια”, υιοθετώντας πρόθυμα το προφίλ μιας τεχνοκρατικής δύναμης που υπερτερεί σε εξειδικευμένες γνώσεις και διοικητικές ικανότητες έναντι των εκπροσώπων του παλαιοκομματικού κατεστημένου. Δεν είναι ανάγκη να εξηγήσουμε εδώ πόσο αντιφατικό είναι από τη μία να αναθεματίζει κανείς την κυβερνητική πολιτική που χρειάστηκε να ακολουθήσει ως προϊόν εξωτερικού καταναγκασμού και μετά να υπερηφανεύεται ότι εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική μπόρεσε κι “έσωσε τη χώρα” από το καθεστώς επιτροπείας.

Η δουλικότητα του ΣΥΡΙΖΑ προς τους επικυρίαρχους της υπερεθνικής ελίτ φαίνεται κι από το γεγονός ότι, κόντρα στα πολιτικά συμφέροντα του, αποφάσισε να σηκώσει μόνος του το βάρος της συμφωνίας των Πρεσπών χωρίς να μεταθέσει μέρος της πολιτικής ευθύνης στην ΝΔ. Κι αυτό γιατί είναι σίγουρο ότι η ΝΔ δεν θα μπορούσε να αντέξει τις φυγόκεντρες δυνάμεις που θα έβαζε σε κίνηση μια ενδεχόμενη αποδοχή της συμφωνίας από την ηγετική κλίκα της, με την ακροδεξιά πτέρυγα των σκληροπυρηνικών εθνικιστών του κόμματος είτε να εξεγείρεται εναντίον της ηγεσίας, ή να αποχωρεί σύσσωμη από το κόμμα. Σε αυτή την περίπτωση όμως ο δεξιός πόλος του πολιτικού συστήματος θα οδηγούνταν σε αποσύνθεση και θα επέρχετο εκ νέου συστημική αποσταθεροποίηση, με μια νέα εκλογική ενδυνάμωση της ΧΑ, της (φιλορωσικής) Ελληνικής Λύσης και άλλων ακροδεξιών μορφωμάτων να φαντάζει σαν διόλου απίθανη, κάτι που σίγουρα δεν επιθυμούσαν οι επικυρίαρχοι της υπερεθνικής ελίτ. Έχοντας πια πλήρη επίγνωση του ακραίου καιροσκοπισμού με τον οποίο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επεξεργάζεται τη στρατηγική της, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και το ενδεχόμενο να θέλησε να πουλήσει τις “καλές υπηρεσίες” του κόμματος στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο ότι εκτός από εγγυητής των οικονομικών συμφερόντων της διεθνούς πλουτοκρατίας, μπορεί να αποτελέσει και μοχλό για την ολοκλήρωση των γεωπολιτικών σχεδιασμών του ΝΑΤΟ σε αυτο το κομμάτι της στρατηγικής του περιφέρειας. Είναι άλλωστε ένα χαρακτηριστικό που διακρίνει κάθε χώρα που βρίσκεται υπό καθεστώς άτυπης ή τυπικής κατοχής, οι πολιτικές δυνάμεις να επιδίδονται σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ τους για το ποιά θα φανεί περισσότερο χρήσιμη στους πραγματικούς κατόχους της δύναμης, τους ιμπεριαλιστές επικυρίαρχους, προκειμένου να εξασφαλίζει έτσι μεγαλύτερο μερίδιο της εξουσίας για λογαριασμό της.

Το κόμμα που δεν ήθελε να γίνει κυβέρνηση

Theodoor_Rombouts_-_The_quack_tooth_puller

Υπάρχουν αυτοί που αμφισβητούν/ που διεκδικούν και αντιδρούν/ εγώ ξέρω να κάνω μόνο μια κίνηση: γυρίζω ανάποδα το σακάκι μου/ πάντα από τη σωστή μεριά”.

Jacques Lanzmann, Ο Καιροσκόποςi

Μια κριτική ανάλυση του θεσμού των εθνικών εκλογών από τη σκοπιά της αυτονομίας παρουσιάζει πάντοτε δύο ζητήματα. Με μια πρώτη ανάγνωση, οι εκλογές δεν είναι τίποτε άλλο από ένας μηχανισμός πολιτικής διαμεσολάβησης των ταξικών συμφερόντων. Ή καλύτερα ένας ετερόνομος θεσμός διαχείρισης των υποτελών ομάδων που βρίσκονται στα κατώτερα επίπεδα της κοινωνικής πυραμίδας. Αν κάποτε ο κοινοβουλευτισμός πρόσφερε μια θεσμικά κατοχυρωμένη σφαίρα όπου τα αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα έβρισκαν ένα νομικά αναγνωρισμένο μέσο έκφρασης και μπορούσαν να επιδίδονται σε έναν αδιάκοπο πόλεμο θέσεων διαμέσου των κομματικών σχηματισμών που αναλάμβαναν εργολαβικά να τους αντιπροσωπεύουν, στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας που διανύουμε έχει συντελεστεί μια ουσιαστική μεταλλαγή του δημόσιου χώρου σε προνομιακό πεδίο για την μονολιθική άσκηση της κυριαρχίας εκ μέρους των ελίτ και των προνομιούχων κοινωνικών ομάδων. Οι εποχές που υπήρχε ένα ισχυρό και οργανωμένο εργατικό κίνημα το οποίο είχε την ικανότητα να επηρεάζει τους συσχετισμούς δύναμης στην κορυφή έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Στις μέρες μας οι νεόπτωχοι προλετάριοι και τα ετερόκλητα εργαζόμενα στρώματα δεν διαθέτουν σταθερές συλλογικές δομές για την πολιτική συγκρότηση τους. Στον βαθμό που προτίθενται να ενεργήσουν σαν συλλογικό υποκείμενο αλληλεπιδρούν με το σύστημα μόνο από-τα-έξω, μόνο με όρους εξέγερσης κι έμπρακτης αμφισβήτησης ενάντια στους αντιπροσωπευτικά πολιτειακά όργανα που τους ετεροκαθορίζουν. Αλλά ακόμα κι όταν το εργατικό κίνημα βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος του και οι επαγγελματίες πολιτικοί ήταν υποχρεωμένοι να λαμβάνουν υπόψη τα οικονομικά συμφέροντα των εργατών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, η αντισυστημική αριστερά διέβλεπε σε αυτή την πρακτική μόνο την υπολογισμένη “εξημέρωση” της “αντικειμενικά επαναστατικής” εργατικής τάξης. Ενώ η άνοδος της σοσιαλδημοκρατίας δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα για τον αποπροσανατολισμό των μαζών από το συλλογικό καθήκον της ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης, η έλευση της δεξιάς στην εξουσία σηματοδοτούσε πάντοτε την κήρυξη πολέμου από την πλευρά του ταξικού εχθρού.

Κατά τον ίδιο τρόπο, παρόλο που η σύντομη παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στα υψηλά κλιμάκια της κυβερνητικής εξουσίας έσπειρε την απογοήτευση και είχε σαν μοναδικό ορατό αποτέλεσμα την άνευ όρων συνθηκολόγηση του κόσμου της εργασίας με την ζοφερή κοινωνική πραγματικότητα που προετοιμάζει γι’ αυτήν η καπιταλιστική αναδιάρθρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη, η προοπτική της διαφαινόμενης επικράτησης της ΝΔ στις εκλογές εκλαμβάνεται από τα κατώτερα στρώματα σαν προμήνυμα για την επιβολή της πιο ωμής ταξικής τρομοκρατίας. Μπορούμε έτσι να πούμε ότι οι αντικειμενικές υλικές συνθήκες για τη διεξαγωγή ενός εμφυλίου πολέμου χαμηλής έντασης έχουν ήδη διαμορφωθεί, χωρίς ωστόσο να έχει συντελεστεί ο αντίστοιχος μετασχηματισμός στη σφαίρα των φαντασιακών σημασιών που ορίζουν τις υποκειμενικές συνθήκες στη σφαίρα της κοινωνικής αναπαραγωγής. Με άλλα λόγια, ενώ η ΝΔ συμπεριφέρεται γενικά κι εκφέρει πολιτικό λόγο που αρμόζει σε έναν υπερήφανο τοποτηρητή του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη υποστεί μια πολιτική συντριβή η οποία του στερεί το δικαίωμα να διατείνεται ότι μιλάει στο όνομα των εργαζόμενων στρωμάτων που επλήγησαν ανεπανόρθωτα κι εξακολουθούν να πλήττονται άμεσα από τα κυβερνητικά μέτρα αναδιάρθρωσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς σε μια πιο συγκεντρωτική βάση. Όχι χωρίς λόγο, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υποχρεωμένος να δηλώνει αφηρημένα ότι είναι το “κόμμα των πολλών”, ένας ισχυρισμός που δεν διαφέρει και πολύ απ’ το να παραδέχεται ότι το ιδεολογικό του στίγμα εξαντλείται στο γεγονός ότι πολύ απλά δεν είναι η ΝΔ.

Η “μετα-δημοκρατική” αυτή ταυτότητα του κόμματος της αριστεράς δεν οφείλεται μονάχα σε μια στρατηγική επιλογή εγκατάλειψης των βασικών σημαινόμενων της προλεταριακής ιδεολογίας, ενδεικτικής του οπορτουνισμού που χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψης της πολιτικής ηγεσίας του κόμματος. Ανταποκρίνεται τρόπον τινά και στο υλικό υπόβαθρο του κοινωνικού ανταγωνισμού στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, όπου τα εργαζόμενα στρώματα δεν συγκροτούν ένα ενιαίο κοινωνικό υποκείμενο με μια διακριτή ταξική ταυτότητα, αλλά κατακερματίζονται από μια πολλαπλότητα ταυτοτήτων και μια ποικιλομορφία στον τρόπο με τον οποίο κατανοούν το ταξικό συμφέρον τους. Από αυτή την άποψη, σε ένα πολιτικό μόρφωμα που θέλει να λέει ότι τάσσεται με το μέρος της καταπιεσμένης κοινωνικής πλειοψηφίας δεν μένει άλλη επιλογή απ’ το να καταφεύγει σε μετα-δημοκρατικούς τρόπους πολιτικού αυτοπροσδιορισμού. Αυτό γίνεται ρίχνοντας το βάρος της κομματικής ταυτότητας περισσότερο στο εκλογικό επικοινωνιακό στοιχείο, που τείνει να αντιμετωπίζει τους ψηφοφόρους ως μεμονωμένες έωλες μονάδες που έχουν καταστεί ισότιμες διαμέσου της απόσπασης τους από το ιεραρχικό κοινωνικό περιβάλλον που τους καθηλώνει, υποβαθμίζοντας παράλληλα το αμιγώς πολιτικό στοιχείο που βρίσκεται σε άμεση σχέση με τα ταξικά συμφέροντα και τις υλικές ανάγκες της κοινωνικής βάσης του.

Από την άλλη, η ΝΔ στη συγκυρία που διανύουμε είναι πολύ περισσότερο ένα αμιγώς ταξικό κόμμα, με την έννοια ότι υπάρχει ένας πολύ μεγαλύτερος βαθμός συνοχής και σύγκλισης ανάμεσα στον εκλογικό/επικοινωνιακό και τον πολιτικό του λόγο. Έτσι, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσουν οι απροκάλυπτες αναφορές στην αναγκαιότητα θέσπισης της επταήμερης εργασίας, στην κατάργηση των κρατικών επιδομάτων κοινωνικής αλληλεγγύης, κλπ. Το εκλογικό ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται η ΝΔ είναι το ίδιο με εκείνο που συνθέτει την ταξική βάση του κόμματος και σίγουρα δεν νιώθει την ανάγκη να προσαρμόσει τον δημόσιο λόγο του προκειμένου να συμπεριλάβει σε αυτό τους μεροκαματιάρηδες και τους μη-προνομιούχους.ii Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι οι ομάδες των από κάτωαναδεικνύονται από τον ακροδεξιό πολιτικό λόγο της ΝΔ σε υπέρτατο εσωτερικό εχθρό. Μια ριζική κοινωνική ετερότητα που πρέπει να παταχθεί και να εξοβελιστεί μια και καλή από τα θεσμοποιημένα κέντρα εξουσίας της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Αυτόν τον ιδεολογικό ρόλο προορίζονται να επιτελέσουν οι συχνές άκομψες αναφορές των ακροδεξιών στελεχών στο πολιτικό (αλλά και προσωπικό) ήθος των αντιπάλων τους, στο μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων που σχετίζονται με την αριστερή διακυβέρνηση και στην υποτιθέμενη “πείνα” για δημόσιο χρήμα από την οποία διακατέχονται. Μια αναφορά που βρωμάει ταξικό ρατσισμό και χωρίς αμφιβολία παραπέμπει στην ταπεινή ταξική καταγωγή των συριζαίων.

Και ο ΣΥΡΙΖΑ; Έχοντας διδαχτεί με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι αδυνατούν να εφαρμόσουν κυβερνητικά μέτρα για μια πραγματική φιλολαϊκή μεταρρύθμιση του πολιτικού και οικονομικού συστήματος, οι αριστεροί μαθητευόμενοι μάγοι προτάσσουν τη λαφυραγώγηση του κράτους σαν την κορωνίδα μιας μετα-δημοκρατικής ταξικής πολιτικής. Κάτι που βεβαίως από μόνο του δεν είναι επιλήψιμο, εφόσον η αντίληψη του “καθαρού” Κράτους με τις μηδενικές κοινωνικές και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς είναι μια νεοφιλελεύθερη τεχνοκρατική φαντασίωση που εκλαμβάνει τους ρόλους και τις κοινωνικές λειτουργίες του κρατικού οργανισμού με τον ίδιο τρόπο που αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τις κερδοφόρες και οικονομικά “αποτελεσματικές” λειτουργίες μιας επιχείρησης. Επιπλέον, δεν υπάρχει κανένας λόγος οι προλετάριοι να μην προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν συστηματικά τις δομές του κράτους, ένος οργάνου που πρωτίστως φτιάχτηκε για να τους καταπιέζει, προκειμένου να αποκομίσουν το μέγιστο δυνατό όφελος και να εξασφαλίσουν έναν βαθμό προστασίας για τους υλικούς όρους της ζωής τους που δεν μπορεί να τους προσφέρει ο θεσμοποιημένος κοινωνικός κανιβαλισμός του ευρέως απορρυθμισμένου συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Αυτό ωστόσο φαίνεται να εξηγεί και την αποστροφή που επιδεικνύει φανερά το μεγαλύτερο μέρος του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας για την αριστερά, παρά τη σωσίβια λέμβο που πρόσφερε ο ΣΥΡΙΖΑ στις διαδικασίες κοινωνικής αναπαραγωγής τους συστήματος από το 2012 κι εντεύθεν. Αυτή η επανεφεύρεση εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ των παλαιοκομματικών μεθόδων διακυβέρνησης με τις οποίες οι νεομπουρζουάδες νόμιζαν ότι είχαν ξεμπερδέψει οριστικά.

Κάποιος μπορεί να αντιτείνει σε όσα είπαμε πιο πάνω, ότι το ερμηνευτικό μοντέλο που σκιαγραφήσαμε δίνει υπερβολική βαρύτητα στο υποκείμενο ως ορθολογική μονάδα που κατανοεί το συμφέρον του αποκλειστικά με οικονομικούς όρους και είναι σε θέση να πάρει επεξεργασμένες αποφάσεις για την προστασία του. Στο κάτω, κάτω, μια τέτοια υπόθεση έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με την υποτιθέμενη τάση μετακίνησης των προλεταριακών ψήφων από τον ΣΥΡΙΖΑ προς την ΝΔ, η οποία προτάσσεται ως η κυριότερη εξήγηση για τον καταποντισμό των ποσοστών της αριστεράς στις δημοτικές εκλογές και στις ευρωεκλογές που έγιναν προ μηνός. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τις στατιστικές έρευνες, η ΝΔ αναδείχτηκε δημοφιλέστερο κόμμα στις περισσότερες περιφέρειες και δημοτικά διαμερίσματα, ακόμα και στις γειτονιές όπου κυριαρχεί το λαϊκό, προλεταριακό στοιχείο. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη δεν έχει να κάνει τόσο με μια μαζική μεταστροφή των προλετάριων υπέρ της ΝΔ, όσο με την μαζική αποστοίχιση τους από τις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ, είτε προς πρωτοεμφανιζόμενα εναλλακτικά κόμματα της αριστεράς, π.χ. Βαρουφάκης, ή προς μια καλώς εννοούμενη και συνειδητοποιημένη αποχή, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της οποίας κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μελετήσει. Αν υπάρχουν εργαζόμενοι που ψήφισαν την ΝΔ, αυτό δεν έγινε επειδή οι αποφάσεις τους ανάγονται σε έναν “παρανοϊκό πυρήνα” που τους σπρώχνει να αποφασίζουν κόντρα στο “αντικειμενικό” συμφέρον τους, αλλά επειδή το συμφέρον αυτό δεν προάγεται πια αποτελεσματικά από καμία ταξική στρατηγική συλλογικής λύτρωσης. Μοιραία λοιπόν την πρωτοκαθεδρία αποκτούν οι τακτικές ατομικής λύτρωσης, με τις πελατειακές σχέσεις σαν το καλύτερο μέσο για την εξαγορά της υποστήριξης του κάθε μεμονωμένου ψηφοφόρου.

Από αυτή την άποψη, η αποχή συνιστά έκφραση μιας de facto αντισυστημικής προδιάθεσης του κοινωνικού σώματος, εφόσον η άρνηση της συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία έχει ήδη διέλθει μέσα από την ιστορική εμπειρία της οριακής ταύτισης με τις ψηφοθηρικές δυνάμεις της συστημικής αριστεράς. Μια εμπειρία που αποδείχτηκε οδυνηρή για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη πλην της ίδιας της αριστεράς, η οποία φέρει τεράστια ευθύνη για τούτη την κατάληξη. Η κατάσταση αποσύνθεσης στην οποία βρίσκεται η εργατική τάξη ως υποκείμενο σίγουρα δεν απαλλάσει τον ΣΥΡΙΖΑ από το καθήκον που είχε επωμιστεί εκούσια να δημιουργήσει το θεσμικό πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι μαζικοί προλεταριακοί αγώνες της πενταετίας 2008-2012, οι οποίοι, παρά την ήττα τους, υπήρξαν ιδιαιτέρως μαχητικοί, θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν και να παράξουν μια νέα προλεταριακή ταυτότητα, σε ευθεία αντιπαράθεση με την ηγεμονική μορφή του κοσμοπολίτη νεομπουρζουά που αναδύθηκε μέσα από την αναδιάρθρωση. Οι πολιτικές διαμεσολαβήσεις που συγκροτούνται μέσα στα πεδία του κοινωνικού ανταγωνισμού ανάγονται και αντανακλούν τις αντιμαχόμενες κοινωνικές δυνάμεις, αλλά όχι με τρόπο που είναι μονομερής και μονοσήμαντος. Αντίθετα, πρόκειται για μια αμφίδρομη διαδικασία κατά την οποία οι ταξικά αφυπνισμένες μερίδες των αντίπαλων κοινωνικών ομάδων επενεργούν με τη συλλογική και οργανωμένη δραστηριότητα τους στην ένταση, την ευρύτητα και την κατεύθυνση προς την οποία προσανατολίζεται ο κοινωνικός ανταγωνισμός. Ειδωμένο από αυτή την μεριά, αυτό που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2015 κι έπειτα δεν ήταν τίποτε λιγότερο από καθαρή λιποταξία. Ανέλαβε τη διακυβέρνηση σαν ένα κόμμα που έβλεπε την εξουσία σαν μέσο για έναν σκοπό και γρήγορα διέψευσε κατηγορηματικά τις όποιες προσδοκίες είχαν από αυτόν τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα, μεταλλασσόμενος εν μία νυκτί, και χωρίς ιδιαίτερες αναταράξεις, σε ένα κόμμα που έβλεπε την εξουσία σαν αυτοσκοπό. Στη διαδικασία αυτής της μεταμόρφωσης του συμπαρέσυρε και την όποια ζωτικότητα είχαν εμφυσήσει στους προλετάριους οι μαζικοί εργατικοί αγώνες της αντιμνημονιακής περιόδου. Είναι όμως στο χέρι της κοινωνίας και των αντισυστημικών δυνάμεων που αντιτίθενται με τον λόγο και το έργο τους στη θεσμική πολιτική να την ξαναβρούν και να την μεταφράσουν σε στρατηγική ανατροπής αυτού του συστήματος που τους καταπιέζει και τους εκμεταλλεύεται.

iΓαλλικό τραγούδι που κυκλοφόρησε τους τελευταίους μήνες του 1968.

iiΕκτός αν υποθέσει κανείς ότι ο κακομαθημένος γόνος της εγχώριας κομματικής αριστοκρατίας που ηγείται της ΝΔ ξαφνικά έχασε το ενδιαφέρον του για να γίνει κυβέρνηση. Πράγμα απίθανο μιας και από τότε που ήρθε σε αυτόν τον κόσμο, όλοι του έλεγαν ότι είναι προορισμένος να γίνει πρωθυπουργός και να κυβερνήσει αυτή τη χώρα.

Ο εγωιστής Άγριος

5vXPp

Αν αγωνιζόμαστε για την κομμουνιστική αναρχία, δεν είναι για να καταργήσουμε τον πλούτο, αλλά την φτώχεια”.

Έριχ Μύζαμ, Γερμανός αναρχικός

Στα παραδοσιοκρατικά συστήματα κοινωνικής οργάνωσης, οι θεσμισμένες ιεραρχίες υπάρχουν αφ’ εαυτών ή χρωστούν την ύπαρξη τους στη θέληση μιας υπερφυσικής δύναμης που βρίσκεται έξω και πέρα από αυτές. Η μακροβιότητα ενός θεσμού και η εμπέδωση της ύπαρξης του με την μορφή των παραδόσεων και της εθιμοτυπίας που εκπηγάζει απ’ αυτόν, αρκεί για να καθοσιώσει τις δομές ανισοκατανομής της δύναμης και να τις περιβάλλει με την αίγλη του “ιερού” και αδιαμφισβήτητου.i Με αυτόν τον τρόπο, η ετερόνομη κοινωνική ολότητα αποκτά ξεχωριστή υπόσταση, αυτονομείται από τα μέλη της και τα επικαθορίζει. Έτσι, στην μεσαιωνική ουτοπία του ποιητή Νοβάλις ο πρίγκηπας-ιππότης είναι εξορισμού πρότυπο θάρρους, εντιμότητας και αυταπάρνησης, ενώ στην αυστηρή ιεραρχία των καστών που επικρατεί στην Ινδία, οι απόβλητοι ντάλιτ είναι από τα πριν στιγματισμένοι και αντιμετωπίζονται σαν ανθρώπινα σκουπίδια από τα στρώματα που προσδιορίζονται ως “ανώτερα” με βάση τη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία.ii Μέχρι πρόσφατα, ακόμη και στις ΗΠΑ των θεσμοποιημένων φυλετικών διακρίσεων, η μαρτυρία ενός νέγρου στο δικαστήριο είχε μειωμένο ηθικό βάρος σε σύγκριση με αυτήν ενός λευκού και ανάμεσα στις δύο πάντοτε υπερίσχυε η μαρτυρία του τελευταίου.

Βλέπουμε λοιπόν πως το στοιχείο που ενυπάρχει από κοινού στα παραδοσιοκρατικά συστήματα είναι ότι κάποιες ιδιότητες και ποιοτικά γνωρίσματα του χαρακτήρα αποδίδονται εκ προοιμίου στο άτομο εξαιτίας της κοινωνικής καταγωγής του. Τουναντίον, στην μοντέρνα πολιτική θεωρία, οι ταξικές διακρίσεις ερμηνεύονται ως το φυσικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της διαφορετικότητας που παρατηρείται μεταξύ των επιμέρους ατόμων. Από αυτή την άποψη, οι ταξικές ιεραρχίες είναι μια ανάγλυφη αποτύπωση της διαφορετικότητας που συναντά κανείς στη φύση κι εκφράζουν ως επί το πλείστον την άνιση κατανομή σε “προτερήματα” κι “ελαττώματα”, τις έμφυτες διαφορές στο επίπεδο της ευφυϊας, την ικανότητα για λογική επεξεργασία και την εγγενή χαρακτηροδομή του κάθε υποκειμένου. Με άλλα λόγια, ισοδυναμούν με την αποκρυστάλλωση αυτού που ο Μ. Ρόθμπαρντ αποκαλούσε “δίκαιη ιεραρχία”, η οποία διασφαλίζει και αναπαράγει τη “φυσική” ηγεσία που αποτελείται από τους επιφανέστερους σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας.iii Στην πρώτη περίπτωση, αυτήν της παραδοσιοκρατικής, “οργανικής” κοινότητας, η ολότητα απορροφά εξολοκλήρου κι επικαθορίζει το άτομο. Όπως γράφει ο Α. Ντε Μπενουά, “με μια λέξη, κάθε τι που αποτελεί το ζωντανό περιβάλλον του [ατόμου], και περιστοιχίζει την ύπαρξη του, δεν επιβάλλεται σε αυτό απ’ έξω, αλλά αντίθετα, πρέπει να ειδωθεί σαν συστατικό στοιχείο του εαυτού του”.iv Τα υποτελή κοινωνικά στρώματα είναι νοητά μονάχα στο πλαίσιο των θεσμοποιημένων σχέσεων τους με τα υπόλοιπα μέρη της ετερόνομης ολότητας, σαν κομμάτι δηλαδή ενός ευρύτερου συνόλου. Δεν υπομένουν την καταπίεση σαν μια ολέθρια δύναμη που ασκείται από-τα-έξω και παραμορφώνει τον αγνό, ανθρώπινο τους πυρήνα. Είναι οι ίδιοι αυτή η καταπίεση, την ενσαρκώνουν στον τρόπο με τον οποίο κατανοούν τον εαυτό τους και αυτοπροσδιορίζονται. Ωστόσο, στη δεύτερη περίπτωση, η αστική πολιτική θεωρία εισήγαγε μια τραυματική ρήξη στο επίκεντρο αυτής της δυστοπικής αρμονίας, μεταθέτοντας το άτομο ως τέτοιο και τις ανάγκες του στην αφετηρία της αντίληψης που έχει για την κοινωνία. Αναγνώρισε έναν ξεχωριστό πυρήνα στην ατομικότητα, μια αυθύπαρκτη διάσταση που δεν ανάγει το άτομο στο άθροισμα των κοινωνικών σχέσεων που το συναποτελούν, αλλά του επιτρέπει να εξεγερθεί εναντίον τους και να τις αναμορφώσει σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες και ανάγκες.

Παρ’ όλα αυτά, η μπουρζουαζία θέλησε να απελευθερώσει το άτομο μόνο και μόνο και για να το αλυσοδέσει ξανά με τα δεσμά της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι οι άτυπες ιεραρχίες του συστήματος της οικονομίας της αγοράς συγκροτούνται εξαιτίας της δραστηριότητας μιας “φυσικής” ηγεσίας, στα χέρια της οποίας η ανθρωπότητα οφείλει να εναποθέσει πρόθυμα τις τύχες της, η θεσμοποίηση αυτής της ηγεσίας και η μετουσίωση της έμφυτης ανώτερότητας της σε θεσμοποιημένη σχέση άνισης κατανομής της δύναμης, έχει σαν αποτέλεσμα την “αντικειμενική”, συστημική αναπαραγωγή της υπεροχής της ηγετικής τάξης ανεξάρτητα από τα ατομικά χαρακτηριστικά του υποκειμένου. Όπως πολύ όμορφα το είχε θέσει ο Μπακούνιν, “’Οταν υπάρξει ισότητα από την αρχή, για όλους τους ανθρώπους της γης, τότε – διατηρώντας πάντοτε τα βασικά δικαιώματα της αλληλεξαρτήσεως, τα οποία είναι οι βασικοί συντελεστές των κοινωνικών εξελίξεων: ως λ.χ. της ανθρώπινης νοήσεως και των υλικών αγαθών – μόνον τότε θα δυνηθούμε να ειπούμε με μεγαλύτερη βασιμότητα από ότι άλλοτε, ότι το καθένα άτομο είναι παράγωγο των έργων του”.v

Εξάλλου, απογυμνώνοντας το άτομο από το περιεχόμενο των κοινωνικών σχέσεων του, η πολιτική θεωρία των μπουρζουάδων δεν δημιούργησε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θα συνέβαλλε στη χειραφέτηση του κοινωνικού υποκειμένου, αλλά περισσότερο πέτυχε να βυθίσει το νοητικό κατασκεύασμα της μέσα σ’ ένα οντολογικό κενό. Έτσι, το άτομο μετατρέπεται σε μια αφηρημένη οντότητα που ενυπάρχει μόνο μέσα στα μυαλά των πολιτικών φιλοσόφων και είναι προορισμένη να βρίσκεται πάντοτε σε διαρκή πόλεμο, όχι με μια ορισμένη μορφή οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά με την οργανωμένη κοινωνική συμβίωση ως τέτοια, την οποία εκλαμβάνει σαν καταστρατήγηση της προϋπάρχουσας ελευθερίας του. Η α-κοινωνικότητα του ατόμου όπως την εννοεί η μπουρζουάδικη πολιτική θεωρία, η ολοκληρωμένη ύπαρξη του δηλαδή ως εξατομικευμένη μονάδα απαλλαγμένη από κάθε κοινωνική εξάρτηση και δέσμευση, είναι μονάχα φαινομενική. Η “αυτάρκεια” που προσιδιάζει στο υποκείμενο στη φυσική κατάσταση του, μετουσιώνεται σε στάση καθαρά αντικοινωνική μόλις ο “εγωιστής άγριος” της μπουρζουαζίας αποφασίσει να εισέλθει εις κοινωνία με τους συνανθρώπους του. Με αυτο εννοούμε ότι ο εγωιστής άγριος δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να δει την κοινωνία σαν το πεδίο για την επιβολή και άσκηση της κυριαρχίας του. Σαν μια καταναγκαστική ένωση την οποία έχει κάθε λόγο να καθυποτάξει και να τη χρησιμοποιήσει για την εκπλήρωση των επιθυμιών του και την εξυπηρέτηση των ατομικών του συμφερόντων, μιας και αδυνατεί από τη φύση του να διευρύνει τον ορισμό του προσωπικού του συμφέροντος και να μην συγχέει τον εύλογο κανόνα “προσέχω τον εαυτό μου”, με την αλαζονική, ατομιστική παραφθορά, “προσέχω μόνο τον εαυτό μου”.

Αυτός άλλωστε είναι και ο μοναδικός λόγος που θα μπορούσε να εξηγήσει ικανοποιητικά το γεγονός ότι έξαφνα ο ατομιστής άγριος, ο οποίος ζούσε ευδαίμων, αυτάρκης και αυτόνομος στην υπέροχη απομόνωση του, αποφάσισε μάλλον ανεξήγητα, να εγκαταλείψει αυτή την ιδανική φυσική κατάσταση και να υποβάλλει τον εαυτό του στα δεινά που επιφυλάσσει η κοινωνική συναναστροφή με άλλα μέλη του ανθρώπινου γένους. Το “α-κοινωνικό” λοιπόν άτομο που έχει τον εαυτό του σαν μοναδικό σημείο αναφοράς μεταμορφώνεται αίφνης στο κυριαρχικό, εξουσιαστικό άτομο. Η ανύψωση της ατομικότητας σε υπέρτατη αξία είναι σε αυτό το πλαίσιο ψευδεπίγραφη, διότι δεν αφορά την ατομικότητα όλων, αλλά την ατομικότητα μιας ισχυρής μειοψηφίας, μιας συστημικής ελίτ που αυτοκαθορίζεται ετεροκαθορίζοντας όλους τους υπόλοιπους.

Ούτε υπάρχει κάποιος αντικειμενικός λόγος που θα πρέπει το άτομο να βρίσκεται μόνιμα σε μια κατάσταση εξέγερσης ενάντια στις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης του. Διαφορετικά, η εξέγερση του είναι μια άσκηση στην ματαιότητα, ένας πόλεμος που δεν μπορεί να κερδηθεί, μια συνθήκη που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την μετάβαση από τη σφαίρα της ονειροφαντασίας σε αυτή της κοινωνικής πραγματικότητας. Θα μπορούσαμε εδώ να δανειστούμε τα λόγια του ίδιου του φανατικού υπέρμαχου της ανισότητας Ρόθμπαρντ και να τα στρέψουμε εναντίον του λέγοντας ότι: “[…] εφόσον ένας ηθικός στόχος παραβιάζει τη φύση του ανθρώπου και/ή του σύμπαντος, και συνακόλουθα, δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη, τότε πρόκειται για ένα κακό ιδανικό και θα πρέπει να απορριφτεί σαν στόχος. Αν ο ίδιος ο στόχος είναι εκείνος που παραβιάζει τη φύση του ανθρώπου, τότε είναι κακή ιδέα να εργαστούμε προς την κατεύθυνση της πραγματοποίησης αυτού του στόχου”.vi Η διεκδίκηση της ελευθερίας του ατόμου είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τις τεμαχισμένες και καλά οριοθετημένες “ατομικές ελευθερίες” που μεταχειρίζεται σαν ευρέως διαδεδομένο σύνθημα η πολιτική ορολογία του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι πρόκειται για έννοιες αντιθετικές, εφόσον η αναγκαία συνθήκη για την ελευθερία του κοινωνικού ατόμου είναι η κατάργηση της συγκεντρωτικής εξουσίας, ενώ στον βαθμό που οι ατομικές ελευθερίες δεν αμφισβητούν την ύπαρξη της εξουσίας αυτής καθ’ εαυτής, μπορούν τελικά να πραγματωθούν στο κοινωνικό πεδίο μονάχα αν διεκδικήσουν και αποκτήσουν το μερίδιο από την εξουσία που τους αναλογεί. Όπως και να ‘χει, η ελευθερία του κοινωνικού ατόμου είναι νοητή μόνο όταν αποδίδει ένα θετικό περιεχόμενο στους κοινωνικούς όρους της ύπαρξης. Όταν εγείρει ξεκάθαρες αξιώσεις αναφορικά με το υλικο υπόβαθρο της συλλογικής συμβίωσης της κοινωνίας, αντί να διατυπώνει μονοσήμαντα αρνητικά αιτήματα για τον περιορισμό της εμβέλειας της διακυβέρνησης.

Εξάλλου, ήταν ο Μπακούνιν αυτός που κάποτε σχολίασε ειρωνικά ότι όλοι οι μπουρζουάδες ήταν κατά βάθος “αναρχικοί”. Επιθυμούσαν διακαώς να περιοριστεί το κράτος αυστηρά στα καθήκοντα που έχουν να κάνουν με την αστυνόμευση και την καταστολή και να αφεθούν κατόπιν ανενόχλητοι για να εκμεταλλευτούν τους συνανθρώπους τους όπως εκείνοι νομίζουν καλύτερο. Έγραφε επί λέξη ο Μπακούνιν ότι η μπουρζουαζία, η “τόσο πολυάριθμη και αξιοσέβαστη αυτή τάξη δεν θα επιθυμούσε τίποτα περισσότερο από το να δώσει στον εαυτό της το δικαίωμα, η μάλλον το προνόμιο, της πιο πλήρους αναρχίας. Ολόκληρη η κοινωνική της οικονομία, η πραγματική βάση της πολιτικής της ύπαρξης, δεν έχει όπως ξέρουμε νόμο άλλον από την αναρχία, που διατυπώνεται με τα παρακάτω λόγια που έχουν γίνει περίφημα: ‘Laissez faire et laissez passer”. Αγαπά, όμως, την αναρχία αυτήν μόνο για τον εαυτό της και υπό τον όρο ότι οι μάζες, ‘που παραείναι αμαθείς για να την χαρούν δίχως να της κάνουν κατάχρηση’, θα μένουν υποταγμένες στην πιο στυγνή πειθαρχία του κράτους”.vii Πράγματι, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς παρέχει το ιδανικό πεδίο δράσης για τη διαμόρφωση και αναπαραγωγή των άτυπων ιεραρχιών που ο Τζέφερσον ονόμαζε “φυσική αριστοκρατία” και διαχωρίζουν την ανθρωπότητα σε έχοντες και μη-έχοντες, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους. Οι συνήγοροι της κυριαρχίας όπως ο Νίτσε, ο Γκ. Λε Μπον και ο Ορτέγκα-υ-Γκασσέτ, έχουν κατά καιρούς κατηγορήσει τους προλετάριους για έπαρση, φθόνο και ασέβεια προς τις ανώτερες τάξεις.viii Οι μάζες των καταπιεσμένων αδυνατούν να αποδεχτούν στωικά την κατωτερότητα τους. Φθονούν την ευημερία που βλέπουν ολόγυρα τους να τους περιστοιχίζει, χωρίς όμως ποτέ να τους περιλαμβάνει. Μην μπορώντας να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις για να αποκτήσουν μερίδιο από όλη αυτή την αφθονία, ή για να δημιουργήσουν καινούριο πλούτο με τα δικά τους μέσα και τις δικές τους προσπάθειες, οι υποτελείς στρέφονται προς εκείνες τις δηλητηριώδεις και λαϊκίστικες πολιτικές δοξασίες που τους χαϊδεύουν τα αυτιά και τους διαβεβαιώνουν – άκουσον, άκουσον! – πως έχουν κι αυτοί δικαίωμα να αποκτήσουν μερίδιο από τον πλούτο που δημιούργησαν άλλοι, οι “πρωτοπόροι”.

Μολαταύτα, τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει σε αυτούς τους θεωρητικούς του κανιβαλισμού ότι αν η πολύ δουλειά είναι ο βασικός λόγος που γίνεται κανείς πλούσιος, τότε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας που μοχθεί καθημερινά θα έπρεπε να ζει στην αφθονία. Στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς ο πλούτος και η ευημερία του ενός προϋποθέτει, και την ίδια στιγμή συνεπάγεται, τη φτώχεια και τον ετεροκαθορισμό του άλλου. Πρόκειται δηλαδή για μια ιεραρχική σχέση στην οποία εισέρχονται τα δύο μέρη, υποτίθεται με τη θέληση τους, και αναπαράγει διά της λειτουργίας της την άνιση κατανομή της οικονομικής δύναμης μεταξύ τους. Η συσσώρευση πλούτου και η συγκέντρωση δύναμης δεν μπορούν να είναι το αποτέλεσμα της προσωπικής εργασίας κάποιου. Μπορεί μονάχα να προέλθει σαν το συγκεντρωτικό αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης της εργασίας περισσότερων ανθρώπων από τον ίδιο τον καπιταλιστή. Για να το πούμε διαφορετικά, ο καπιταλιστής είναι εκείνος που ιδιοποιείται το προϊόν της συνολικής εργασίας που επιτελείται στο όνομα του και τον υπερβαίνει. Για να το πετύχει αυτό, εγείρει κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στα μέσα της παραγωγής που κι αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από το τελικό προϊόν της προηγούμενης συλλογικής δραστηριότητας της κοινότητας. Μέσω του νομικού και πολιτικού καθεστώτος που κατοχυρώνει την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, οι εργαζόμενοι αποκόπτονται και αλλοτριώνονται από το τελικό προϊόν της συλλογικής εργασίας που έχουν επιτελέσει και εξαναγκάζονται να εισέλθουν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον καπιταλιστή.ix Με αυτόν τον τρόπο, η ευημερία του καπιταλιστή συνεπάγεται την υποτέλεια και την εξάρτηση των προλετάριων. Από την εργασία του κάποιος θα μπορούσε να ζήσει ακόμη και με κάποια σχετική άνεση. Για να γίνει όμως πλούσιος, για να καταλάβει μια θέση στην οικονομική ελίτ του συστήματος, είναι εξορισμού υποχρεωμένος να υποδουλώσει τους συνανθρώπους του, να τους μετατρέψει σε άβουλα εξαρτήματα στη δική του μηχανή της παραγωγής. Ο αναρχικός ακαδημαϊκός Φ. Ντουπουί έχει περιγράψει αυτή την άνιση σχέση ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις ως εξής: “Η αστική τάξη απαρτίζεται από κλέφτες με κουστούμι και γραβάτα που ζουν μέσα σε μια χλιδή η οποία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο αν οι άλλοι δουλεύουν για να παράγουν πλεόνασμα. Αυτό είναι εκμετάλλευση: να ασκείς εξουσία στους άλλους για να τους κάνεις να δουλεύουν για λογαριασμό σου, να δουλεύουν περισσότερο απ’ όσο το χρειάζονται οι ίδιοι. Αυτό το πλεόνασμα εργασίας επιτρέπει την παραγωγή ενός πλούτου που δεν τον καρπώνονται όσοι και όσες τον παράγουν, αλλά οι μέτοχοι, τα αφεντικά – με μια λέξη, η οικονομική ελίτ”.x Και προκειμένου να αυξάνει το ποσοστό κερδοφορίας του, να γίνεται δηλαδή ακόμη πιο πλούσιος, ο καπιταλιστής είναι αναγκασμένος εξαιτίας της αέναης κίνησης των “αντικειμενικών” νόμων λειτουργίας του συστήματος, είτε να αποβάλλει ολοένα και μεγαλύτερη ποσότητα ζωντανής εργασίας από τη διαδικασία της παραγωγής, ή να επιδεινώνει διαρκώς τους όρους της μισθωτής σχέσης σε βάρος του εργαζόμενου.

Πρόθεση μας σίγουρα δεν είναι να επιχειρήσουμε μια ελευθεριακή ανασκευή της μαρξιστικής θεωρίας της αξίας, ούτε να επιδοθούμε σε ασκήσεις κακής μαρξιστικής μεταφυσικής. Εκείνο που προσπαθούμε να καταδείξουμε είναι ο συστημικός χαρακτήρας της ανισοκατανομής της δύναμης που αναπαράγεται από το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι ο καπιταλισμός παράγει πλούτο κι έχει οδηγήσει σε μια δυσθεώρητη μεγένθυση των παραγωγικών δυνάμεων, που από μόνη της είναι μια αντικειμενική εξέλιξη η οποία κυοφορεί σημαντικές χειραφετικές προοπτικές για την ανθρωπότητα συνολικά. Την ίδια άλλωστε αξιοσημείωτη ικανότητα στην μαζική παραγωγή κοινωνικού πλούτου επέδειξε και ο κρατικός σοσιαλισμός κατά τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης του, τη φάση της εκβιομηχάνισης και του οικονομικού εκσυγχρονισμού των κεντρικά σχεδιασμένων οικονομιών. Μολαταύτα, το πραγματικό ζήτημα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο διαμοιράζεται αυτός ο κοινωνικός πλούτος, αν τα ωφελήματα της οικονομικής μεγέθυνσης είναι διαθέσιμα για όλους κι αν όλοι έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν τις υλικές συνθήκες της κοινωνικής τους ύπαρξης σαν αποτέλεσμα της εξέλιξης και των καινοτομιών που λαμβάνουν χώρα στη σφαίρα της τεχνολογίας και των τεχνικών μέσων της παραγωγής. Διαφορετικά, θα είμασταν υποχρεωμένοι να συμφωνήσουμε με εκείνον τον οικονομολόγο του 18ου αιώνα που παραθέτει ο Πολάνυϊ και ο οποίος λίγο, πολύ δεν δίστασε να ισσχυριστεί ότι, “ο πλούτος ενός έθνους είναι ανάλογος με τον πληθυσμό του και τη φτώχεια του”.xi

Ήδη, σύμφωνα με τη συνταρακτική έκθεση που εξέδωσε η καθολική φιλανθρωπική οργάνωση Oxfam γύρω από το ζήτημα της παγκόσμιας ανισότητας, το πλουσιώτερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού καρπώθηκε το 82% του πλούτου που παράχθηκε από τη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς το 2017. Την ίδια στιγμή, ο πλούτος που βρίσκεται στην κατοχή του φτωχότερου μισού του πληθυσμού του πλανήτη, γύρω στα 3,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι, δεν σημείωσε την παραμικρή αύξηση. Επιπλέον, ο πλούτος των δισεκατομμυριούχων αυξάνεται με ρυθμούς 13% ανά μέσο όρο από το 2010 κι έπειτα, ενώ η αντίστοιχη αύξηση του εισοδήματος των εργαζόμενων στρωμάτων την ίδια περίοδο ανέρχεται μόλις και μετά βίας στο πενιχρό ετήσιο ποσοστό του 2%.xii Είναι τουλάχιστον παράλογο να ισχυρίζεται κανείς ότι ο συνολικός πλούτος που παράγεται σε επίπεδο παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, οφείλει περισσότερα σε μια χούφτα καπιταλιστές και διευθύνοντες συμβούλους των πολυεθνικών, απ’ ότι στα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που δραστηριοποιούνται ενεργά και παράγουν αυτόν τον πλούτο μέσα από τη συνδυασμένη και κοινωνικοποιημένη εργασία τους. Κι όταν, υπό την πίεση του ηγεμονικού ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος, οι προλετάριοι υιοθετούν αυτή την αντίληψη στο ταξικό φαντασιακό τους, τότε είναι απλώς αυτοκαταστροφικό.

iΟ συντηρητικός στοχαστής του 18ου αιώνα, Ιούστος Μόζερ, “λάτρευε τις φεουδαλικές διακρίσεις και κατήγγελλε τους ‘άμυαλους νεωτεριστές’. Αυτοί καταπατούσαν έθιμα, δικαιώματα και συνήθειες που ήταν, τόνιζε, το απαύγασμα μιας αρχαίας κι ενστικτώδους σοφίας του λαού (του γερμανικού Volk), προσαρμοσμένης στις τοπικές ανάγκες και στις κάθε λογής ιδιαίτερες συνθήκες”. Στο J. Weiss, Συντηρητισμός και Ριζοσπαστική Δεξιά (Εκδόσεις Θύραθεν), σελ. 14.

iiΓια παράδειγμα στο έργο του ποιητή, Χριστιανοσύνη ή Ευρώπη, http://germanhistorydocs.ghi-dc.org/pdf/eng/13_Class.Romanticism_Doc.3_English.pdf.

iiiΣτο M.N. Rothbard, Egalitarianism as a Revolt Against Nature and Other Essays (Ludwig Von Mises Institute), σελ. 1-21.

ivA. de Benoist, Beyond Human Rights (Arktos), σελ. 106.

vΜ. Μπακούνιν, Αντιεξουσιαστικός Σοσιαλισμός (Κατσάνος), σελ. 63.

viM.N. Rothbard, στο ίδιο, σελ. 5.

viiΜ. Μπακούνιν, Θεός και Κράτος (Κατσάνος), σελ. 76.

viiiΕίναι παροιμιώδης η περιφρόνηση που έτρεφε ο Νίτσε για τις “μνησίκακες” μάζες που μικροπρεπώς φθονούσαν τους υπερανθρώπους αφέντες τους, ενώ ο Ορτέγκα στην “Εξέγερση των Μαζών” ψέγει και νουθετεί τους προλετάριους για την έπαρση που τους διακατέχει και τους οδήγησε στα παράλογα αιτήματα της κοινωνικής ισότητας και της κοινωνικής απελευθέρωσης.

xF. Dupuis & Deri-T. Deri, Εξηγώντας την Αναρχία στον Μπαμπά μου (Στάσει Εκπίπτοντες), σελ. 203.

xiΚ. Πολάνυϊ, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (), σελ. 103.

Ελλάδα-ΕΕ, μια μικρή αλληγορική ιστορία

image

Αυτός ο όρος [Μετάβαση] έχει προσλάβει στη δημόσια πολιτική συζήτηση τη σχεδόν βιβλική διάσταση μιας εισδοχής στη ‘χώρα της αφθονίας’. Αλλά ακόμη και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, ακούμε ότι η Μετάβαση έχει μείνει ανολοκλήρωτη. Η περιπλάνηση στην έρημο δεν φαίνεται να έχει τέλος. Και παρά τη ρητορική της ημιτελούς ολοκλήρωσης, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η ελεύθερη αγορά βασιλεύει παντού κυρίαρχη […] Μολαταύτα, η έννοια της ανολοκλήρωτης μετάβασης ακόμα μονοπωλεί τα μίνιτα και τον ακαδημαϊκό λόγο και οι πολιτικές ελίτ την χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν ένα ακόμη κύμα ιδιωτικοποιήσεων σε βάρος του κρατικού ή του κοινωνικού πλούτου. Είναι σαν να μην τολμάει κανείς να πει ότι η Μετάβαση σήμαινε ακριβώς να περιέλθουν αυτά τα κράτη κάτω απ τον έλεγχο του καπιταλισμού. Από αυτή την άποψη, η Μετάβαση έχει προ πολλού τελειώσει. Δεν υπάρχει πια κάτι, ένας προορισμός στον οποίο μπορούμε να ‘μεταβούμε’”.

Σρέτσκο Χόρβατ, Καλωσήρθατε στην Έρημο της Μετάβασης

Είσαι ένας μικρομεσαίος μεροκαματιάρης. Ούτε πλούσιος, ούτε φτωχός, με μισθό που τα φέρνεις βόλτα, τρόπος ζωής ήπιος και μετρημένος. Μια μέρα γνωρίζεις έναν τύπο. Ο μάγκας είναι large, έχει φράγκα και ζει μέσα στη χλιδή, ακολουθώντας ένα ξέφρενο λάιφ-στάιλ. Λαμπερά αυτοκίνητα, φιρμάτα ρούχα, γυναίκες, μπαράκια κάθε βράδυ, ακριβά εστιατόρια, εκδρομές και ταξίδια στο εξωτερικό. Τα ψιλοβρίσκετε και γίνεστε φίλοι. Εσύ γλυκαίνεσαι και παρ’ όλο που το εισόδημα σου δεν το επιτρέπει, κολλάς από κοντά στις βόλτες, τις κραιπάλες και τα χαϊλίκια. Πλάι στον κολλητό σου, μοιάζεις άλλος άνθρωπος. Αισθάνεσαι και συ σημαντικός, μάγκας και “επιτυχημένος”. Κάποια στιγμή όμως καταλαβαίνεις ότι δεν σε παίρνει. Τον πιάνεις και του λες ότι ως εδώ ήταν, δεν αντέχει άλλο η τσέπη σου την μεγάλη ζωή. Αυτός γυρνάει και σου λέει καθησυχαστικά: “Τι σε νοιάζει ρε μαλάκα; Εγώ είμαι εδώ. Θα βγαίνουμε και θα τα βάζω εγώ τα λεφτά. Εσύ θα μου δίνεις όσα μπορείς, όποτε μπορείς. Φιλαράκια είμαστε, δεν θα σε συντρέξω”; Εσύ το τρως το παραμύθι και συνεχίζεις ξέγνοιαστος στους ίδιους ρυθμούς. Περνά ο καιρός και συ ίδια δουλειά, ίδιο εισόδημα. Τα έξοδα όμως τρέχουν και χάρη στις πλάτες που σου κάνει ο “φίλος”-χορηγός πολλαπλασιάζονται. Μέχρι που συνειδητοποιείς ότι η αλόγιστη σπατάλη και ο πολυτελής τρόπος ζωής σε κάνανε φτωχότερο και σ’ έχουν φέρει στα όρια της χρεοκοπίας. Πιάνεις τον “κολλητό” και του εξηγείς την κατάσταση. Του λες ότι δεν έχεις μία, ότι παρά τα χρήματα που του έδωσες κατά καιρούς, το χρέος προς αυτόν έχει πενταπλασιαστεί και δεν θα μπορέσεις να του επιστρέψεις τα λεφτά που τόσα χρόνια ξόδευες αφειδώς με τη δική του παρότρυνση και σύμφωνη γνώμη. Τότε αυτός που τόσα χρόνια παρίστανε τον “φίλο” σου αφήνει την μάσκα του να πέσει και μεταμορφώνεται σε άγριο θηρίο. Γυρνάει και σε βρίζει με τα χειρότερα λόγια. Σε λέει κλέφτη, ακαμάτη και τεμπέλαρο. Σου ζητάει να βάλει χέρι στον μισθό σου, στο σπίτι σου και στα οικογενειακά σου κειμήλια. Τέλος, σου λέει ότι εσύ και τα παιδιά σου θα τον υπηρετείτε σαν σκλάβοι για το υπόλοιπο της ζωής σας, μέχρι να ξεχρεώσετε ή, εναλλακτικά, να πεθάνετε. Και συ αντί να του ρίξεις τρεις σφαλιάρες και να τον στείλεις στον διάβολο, αντί να διακόψεις κάθε σχέση μαζί του και να κάνεις μια καινούρια αρχή, δέχεσαι αδιαμαρτύρητα τον καινούριο ρόλο σου και συνεχίζεις να αποκαλείς έναν τέτοιο άνθρωπο “φίλο” σου κι “εταίρο”.

“Καράκας, που είσαι”;i

6fdc3b587e4fbb4d57d09fa84c744116_w800_h533

Σε ότι αφορά την υπόθεση της επανάστασης, οι λατινοαμερικάνοι είχαμε πάντα έναν ξεκάθαρο καταμερισμό εργασίας με τους Ευρωπαίους. Εμείς βάζαμε τους νεκρούς κι εκείνοι έβαζαν τα δάκρυα”.

Λόγια βολιβιανού μαρξιστή, πρώην αντάρτη

Στη Βενεζουέλα, οι άνεμοι της βίαιης αλλαγής καθεστώτος και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης έχουν αρχίσει ξανά να φυσούν δυνατά, ίσως δυνατότερα από κάθε άλλη φορά. Σαν αναρχικοί είμαστε υποχρεωμένοι να διαμορφώσουμε την πολιτική κρίση μας για το καθεστώς σύμφωνα με τις ηθικές αρχές και τις αξίες που διέπουν το πρόταγμα μας. Ωστόσο, θα ισοδυναμούσε με σφάλμα εκ μέρους μας να προβούμε σε μια καθολική απόρριψη του εγχειρήματος της μπολιβαριανής “επανάστασης”, στο όνομα μιας καθαρά ιδεολογικής κριτικής, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την ιστορική συγκυρία και τον γεωπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων μέσα στον οποίο αυτή εκδηλώθηκε. Όταν μια επανάσταση αποτυγχάνει να διανύσει ολόκληρο τον δρόμο προς την ριζική αναμόρφωση της κοινωνίας σύμφωνα με ένα νέο κοινωνικό παράδειγμα, όταν μένει ανολοκλήρωτη και ημιτελής, η ενδεδειγμένη στάση για εκείνους που επιθυμούν να γίνουν ριζοσπαστικές αλλαγές που θα ωφελήσουν τα λαϊκά στρώματα, δεν είναι να διακηρύξουν την ουδετερότητα τους ανάμεσα στην (μισοτελειωμένη) επανάσταση και την δεξιά αντιπολίτευση που βρίσκεται κάτω από τις διαταγές των ιμπεριαλιστών επικυρίαρχων και επιζητά την ολοκληρωτική παλινόρθωση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Αντίθετα, ίσως πιο λογικό θα ήταν να απαιτήσουν το βάθεμα της επανάστασης, την επέκταση της πέρα από τα κρατικής προέλευσης, κοινωνικά προγράμματα που σαν αντικείμενο τους έχουν τη βελτίωση των υλικών συνθηκών ζωής του προλεταριάτου, στη δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών και των συλλογικών πολιτικοοικονομικών δομών για τον αυτοκαθορισμό του σε όλα τα επίπεδα. Σίγουρα, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς η πιο οργανωμένη μερίδα των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων να έρθει σε ρήξη με την θεσμοποιημένη “επαναστατική” εξουσία, δηλαδή την κεντρική κυβέρνηση που υποτίθεται πως τα εκπροσωπεί, όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταξική αυτοδιάθεση των προλετάριων της Βενεζουέλας απέχει παρασάγγας από την αντιδραστική πολιτική στροφή που θέλει να επιβάλει στη χώρα ο Γουαϊδό και όσοι τον υποστηρίζουν.

Ας μην βιαστεί ο αναγνώστης να υποθέσει ότι η παραπάνω ανάλυση υιοθετεί μια συγκεκαλυμμένα εθνικιστική προσέγγιση ενταγμένη στο αφήγημα του κλασσικού αντιμπεριαλισμού. Τα πολύ χειροπιαστά αποτελέσματα του συστημικού ιμπεριαλισμού πάνω στις ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις που αναπαράγονται μέσα στον ετερόνομο κοινωνικό σχηματισμό της Βενεζουέλας, απορρέουν από το ίδιο το περιεχόμενο και την έμφυτη δυναμική του διεθνοποιημένου συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Ενός συστήματος που είναι την ίδια στιγμή ιεραρχικά διαρθρωμένο, μέσα από τον διεθνοποιημένο καταμερισμό της εργασίας που αναπαράγει την ανισοκατανομή της δύναμης ανάμεσα στις επιμέρους κοινωνικές ολότητες, και παγκοσμιοποιητικό, επεκτεινόμενο διαρκώς και καθιερώνοντας σχέσεις εξάρτησης ή αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις οικονομίες της αγοράς που ενσωματώνονται σε αυτό. Έτσι, ενώ η πολιτική ελίτ που ηγείται της μπολιβαριανής “επανάστασης” στη Βενεζουέλα είναι παντελώς ανήμπορη να επιφέρει οποιουδήποτε είδους αλλαγή στην πολιτική ή οικονομική κατάσταση οποιασδήποτε από τις ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες που ανήκουν στο κλειστό κλαμπ της υπερεθνικής ελίτ, οι ΗΠΑ και οι πλούσιες χώρες της ΕΕ είναι σε θέση να δρομολογήσουν μονομερώς, ή τουλάχιστον να επηρεάσουν ενεργά τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Βενεζουέλας, παρέχοντας πολιτική αναγνώριση σε μια παράλληλη κυβέρνηση και διακρατώντας παράνομα τα περιουσιακά στοιχεία που είχε αποθηκεύσει το μπολιβαριανό κράτος στις τράπεζες τους στο εξωτερικό.i Αυτό δεν συνιστά παραπλανητικό “εθνικιστικό αφήγημα”, αλλά τη σκληρή όψη της πραγματικότητας ενός ιμπεριαλισμού που εκπορεύεται από τον πλούσιο γείτονα του Βορρά και που οι λαοί της Λ. Αμερικής είναι αναγκασμένοι να βιώνουν στο πετσί τους εδώ και κάμποσες δεκαετίες.

Από την άλλη, θα ήταν εξίσου πολιτικά αντιπαραγωγικό να αποκηρύξουμε τη Βενεζουέλα, επειδή το καθεστώς εκεί δεν συμμορφώνεται επαρκώς με τους έτοιμους θεωρητικούς ορισμούς περί σοσιαλισμού ή κομμουνισμού που τυχαίνει να έχουμε στο κεφάλι μας. Εξαρχής, το μπολιβαριανό κίνημα δεν υπήρξε ένα κίνημα αμιγώς και ρητά σοσιαλιστικό, αλλά μια αναγκαία αντίδραση από-τα-πάνω στην ακραία κοινωνική ανισότητα που επικρατεί διαχρονικά στη Βενεζουέλα. Μια οργανωμένη απόπειρα αντιστροφής της αργής κοινωνικής γενοκτονίας που συντελούνταν για τρεις συνεχόμενες δεκαετίες από τις νεοφιλελεύθερες καπιταλιστικές ελίτ σε βάρος των φτωχών και ων αδύναμων της κοινωνίας της Βενεζουέλας. Κι αυτό μέσα σε μια ιστορική συγκυρία όπου η Αρσιτερά, ως ζώσα δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού, ως δομή εξουσίας αλλά κι ως πρόταγμα, τελούσε παντού σε μια κατάσταση είτε εκτεταμένης αποσύνθεσης, ή καθολικής κατάρρευσης. Προτού ο Τσάβες αναλάβει την εξουσία, ένα ποσοστό μεγαλύτερο από το 40% του πληθυσμού της χώρας διαβιούσε κάτω από καθεστώς ακραίας στέρησης και φτώχειας, με φαινόμενα όπως η έλλειψη στέγης, ο υποσιτισμός και η παιδική θνησιμότητα να θερίζουν τα κατώτερα στρώματα της κοινωνικής ολότητας.ii Από αυτή την άποψη, το μπολιβαριανό καθεστώς δεν ήταν παρά η θεσμική έκφραση της ηττημένης λαϊκής εξέγερσης του 1989, μια μετριοπαθής πολιτική εκδοχή του λαϊκού ριζοσπαστισμού που εκδηλώθηκε με τη βίαιη κοινωνική εξέγερση του Καρακάσο.iii Η “επαναστατική” κυβέρνηση, στην κορυφή της οποίας βρέθηκε ο Τσάβες, ήταν απαραίτητη όχι σαν το ριζοσπαστικό όργανο που θα μεταμορφώσει τη Βενεζουέλα σε μια κοινωνία αυτόνομη και σοσιαλιστική, αλλά πρωτίστως σαν μια κοινωνικά ευαίσθητη ηγεσία, η οποία ανέλαβε να μετατρέψει τη Βενεζουέλα σε μια κοινωνία “κανονική”, μια κοινωνική ολότητα όπου τα 2/3 του πληθυσμού δεν θα κινδυνεύουν να χάσουν τη ζωή τους από την πείνα και τις αρρώστιες.

Παρόλα αυτά, σε μια κοινωνία όπου επί δεκαετίες κυριαρχούσαν ο φονταμενταλισμός της αγοράς και η δικτατορική εξουσία μιας διεφθαρμένης καπιταλιστικής ελίτ, οποιοδήποτε μαζικό κίνημα βάζει σαν σκοπό του την ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών ζωής των μη-προνομιούχων στην πραγματικότητα προϋποθέτει μια επαναστατική ρήξη με τις θεσμοποιημένες δομές εκμετάλλευσης και ανισοκατανομής της πολιτικής και οικονομικής δύναμης. Η Βενεζουέλα ουδέποτε πήρε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να απαλλοτριώσει το μεγάλο κεφάλαιο και να εξαλείψει τον ρόλο που διατηρούσε η τάξη των καπιταλιστών στην εγχώρια παραγωγική διαδικασία. Τα πειράματα για μια αυτοδιάθεση των κοινοτήτων μέσω μιας ελεγχόμενης αποκέντρωσης από-τα-πάνω συνυπήρχαν με την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής στους πιο προωθημένους τομείς του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, με το κράτος να παίζει έναν ρόλο καλοπροαίρετου επιδιαιτητή σε ένα μεικτό οικονομικό σύστημα, που μπορεί να μην ταίριαζε με το νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό μοντέλο, αλλά σίγουρα δεν ήταν ούτε σοσιαλιστικό, ούτε κομμουνιστικό.

Από αυτή την άποψη, υπάρχει κάποια δόση αλήθειας στην κατηγορία για “κυβερνητική ανικανότητα” που εκτοξεύουν ενάντια στον Μαδούρο οι πολιτικοί αντίπαλοι του, εφόσον την κοινωνική επανάσταση που ευαγγελιζόταν το μπολιβαριανό κίνημα την άφησε στην μέση. Σίγουρα, μεγάλο ρόλο για αυτή την απροθυμία των τσαβιστών να φτάσουν μέχρι το τέλος έπαιξε και ο φόβος μπροστά στην οργισμένη αντίδραση του ιμπεριαλιστικού παράγοντα που καραδοκεί, στην περίπτωση που η κεντρική κυβέρνηση τολμούσε να προχωρήσει στην μονομερή απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων της εγχώριας καπιταλιστικής τάξης και στη συνακόλουθη καθολική διάρρηξη των δεσμών εξάρτησης από το διεθνοποιημένο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Στην Λ. Αμερική, όπως άλλωστε και στις χώρες της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής περιφέρειας, αυτά τα δύο βήματα θα πρέπει να νοούνται σαν οι δύο αλληλένδετες όψεις μιας και ενιαίας διαδικασίας κοινωνικής αλλαγής. Μιλάμε εδώ για την απειλή της αμερικανικής επέμβασης διότι ο στρατός της Βενεζουέλας φαίνεται προς το παρόν ότι στηρίζει σύσσωμος την μπολιβαριανή κυβέρνηση. Μάλλον αυτό έχει να κάνει λιγότερο με την αφοσίωση που τρέφουν οι στρατηγοί για τα ιδανικά της “επανάστασης” και περισσότερο με τα οικονομικά συμφέροντα τους που απορρέουν από τις κερδοφόρες συναλλαγές με την πολεμική βιομηχανία της Ρωσίας σε ότι αφορά την προμήθεια οπλικών συστημάτων και πολεμικού υλικού.iv Ωστόσο, στο νότιο ημισφαίριο της αμερικανικής ηπείρου ο ιμπεριαλισμός είναι κάτι περισσότερο από ένα σημείο αναφοράς στις ιδεολογικές διαμάχες που ξεσπούν κάθε τόσο ανάμεσα στους αριστερούς και τους αναρχικούς της Δύσης. Η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύς του Λεβιάθαν που βρίσκεται στον Βορρά είναι παρούσα μέσα στη Βενεζουέλα και αποτελεί συνισταμένη για τη διαμόρφωση του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας. Είναι η επίγνωση αυτής της ισχύος που δίνει στον Γκουαϊδό την αυτοπεποίθηση να απευθύνει τελεσίγραφα στις ένοπλες δυνάμεις και να βάζει προθεσμίες στους στρατηγούς προκειμένου να αναγνωρίσουν την εξουσία του και να προσχωρήσουν στο δικό του στρατόπεδο.v

Το δίχως άλλο, οι αξιωματούχοι του μπολιβαριανού καθεστώτος είναι λαλίστατοι σε ότι έχει να κάνει με τον βρώμικο πόλεμο που έχουν εξαπολύσει οι ΗΠΑ ενάντια στη Βενεζουέλα, τις οικονομικές κυρώσεις που έχουν παραλύσει την οικονομία και τις απροκάλυπτες απόπειρες ανατροπής της κυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, είναι κάπως αδόκιμο για έναν αυτοαποκαλούμενο “επαναστάτη” να επιρρίπτει τις ευθύνες αποκλειστικά στον κακό ιμπεριαλιστή γείτονα και να τον χρησιμοποιεί σαν άλλοθι για όλες τις “ατέλειες” και τις αποτυχίες της διαδικασίας του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας που ο ίδιος έβαλε σε κίνηση. Είναι απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο ότι ένα μαζικό κίνημα που προσβλέπει να επιβάλει μια φιλολαϊκή πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση σε μια χώρα της Λ. Αμερικής, θα επισύρει την οργή και τις επιθετικές διαθέσεις όχι μόνο των ΗΠΑ, αλλά σύσσωμων των μηχανισμών που απαρτίζουν από κοινού το αποκεντρωμένο δίκτυο εξουσίας της υπερεθνικής ελίτ. Η κοινωνική απελευθερωτική θεωρία εμπεριέχει και μια γεωπολιτική διάσταση, πράγμα που οι ισπανοί αναρχικοί του μεσοπολέμου γνώριζαν και καταλάβαιναν πολύ καλά. Έτσι, στην μπροσούρα που είχε συγγράψει με θέμα τον αναρχικό κομμουνισμό στην Ιβηρική, ο αναρχικός γιατρός Ι. Πουέντε προχώρησε σε μια αναλυτική καταγραφή της πρωτογενούς και δυετερογενούς παραγωγής της τοπικής οικονομίας, έχοντας πλήρη συναίσθηση του γεγονότος ότι μια ενδεχόμενη επικράτηση των αναρχοκομμουνιστών σε Ισπανία και Πορτογαλία θα συνεπαγόταν σχεδόν αυτόματα την επιβολή οικονομικού και εμπορικού εμπάργκο, αν όχι την ένοπλη παρέμβαση των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων της εποχής.vi Το να ισχυρίζεται κάποιος ότι είναι διατεθειμένος να αγωνιστεί για την κοινωνική απελευθέρωση, χωρίς την ίδια στιγμή να περιμένει και να προετοιμάζεται για λυσσαλέα αντίδραση από εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις της θεσμισμένης ετερονομίας που ιστορικά υπήρξαν οι πιο ορκισμένοι κι αμείλικτοι εχθροί της, συνιστά πιο πολύ ιδεολογία, με την παραδοσιακή μαρξιστική έννοια της απόκρυψης ή διαστρέβλωσης της κοινωνικής πραγματικότητας, και λιγότερο “επαναστατική” θεωρία, με την έννοια ενός νοητικού εργαλείου που μας βοηθά να την κατανοήσουμε.

Η μονοσήμαντη ερμηνεία των γεγονότων από τη σκοπιά της επιρροής που ασκούν οι δομές του διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας στο “εσωτερικό” της Βενεζουέλας, στην πραγματικότητα αποκρύπτουν τις ευθύνες της ίδιας της μπολιβαριανής ηγεσίας για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Με το να είναι ανίκανοι, ή μάλλον απρόθυμοι, να υπερβούν τον ορίζοντα της ειρηνικής συνύπαρξης με τους καπιταλιστές μέσα στο θεσμικό πλαίσιο μιας μεικτής, σοσιαλδημοκρατικής οικονομίας, οι μπολιβαριανοί κρατιστές άφησαν το πολιτικό τους πείραμα για μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της βενεζουελάνικης κοινωνίας, εκτεθειμένο στο παρατεταμένο οικονομικό μποϋκοτάζ των καπιταλιστών στο εγχώριο αλλά και στο διεθνές επίπεδο. Οι καταστροφικές συνέπειες αυτής της συνύπαρξης είχαν σαν αποτέλεσμα την ολοένα και μεγαλύτερη αδυναμία της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει επαρκώς τα κοινωνικά προγράμματα ενδυνάμωσης και αναβάθμισης των υλικών συνθηκών διαβίωσης των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Μια συνθήκη που έχει οδηγήσει στην εξάπλωση της δυσαρέσκειας και της απογοήτευσης μέσα στις γραμμές του υποπρολεταριάτου (φτωχοί των πόλεων, αγρότες κι εργάτες γης στην ύπαιθρο, φυλές αυτοχθόνων), που συνιστά και το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνικής βάσης πάνω στην οποία στηρίχτηκε μέχρι σήμερα η “επαναστατική” διαδικασία στη Βενεζουέλα. Με άλλα λόγια, η βασική αδυναμία της “επανάστασης” στη Βενεζουέλα απορρέει από την κρατικιστική φύση της μπολιβαριανής “επαναστατικής” διαδικασίας, ότι πρόκειται για μια πολιτική, δηλαδή διευθυνόμενη από-τα-πάνω, και όχι για μια κοινωνική επανάσταση. Ο Μαδούρο γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν υπάρχει αστική εκλογική διαδικασία που θα αναδείξει νικητή το ενωμένο σοσιαλιστικό κόμμα της Βενεζουέλας και θα γίνει αποδεκτή από τους νεο-ιμπεριαλιστές επικυριάρχους της υπερεθνικής ελίτ. Εκείνο που θα διασφάλιζε τη συνέχιση της επανάστασης, ή μάλλον θα εγκαινίαζε ιστορικά την πρώτη, πραγματική της φάση, θα ήταν να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και να μεταφερθεί το σύνολο των οικονομικών πόρων κάτω απ’ τον άμεσο έλεγχο του συστήματος των κοινοτικών συνελεύσεων, το οποίο σήμερα φυτοζωεί. Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε από το μπολιβαριανό κράτος στην ουσία να αυτοκαταργηθεί στην πράξη. Πράγμα που σημαίνει ότι ο κρατικιστικός “σοσιαλισμός του 21ου αιώνα”, όπως αυτάρκεσκα αποκαλούν το κοινωνικό σύστημα της Βενεζουέλας ο Μαδούρο και οι παρατρεχάμενοι του, οδεύει προς τον αφανισμό του, όπως συνέβη και με τους κρατιστές προκατόχους του του προηγούμενου αιώνα.

i “Τόσο ψηλά είναι τα κτήρια,

Τίποτε δεν απομένει πια από την παιδική μου ηλικία,

Έχασα τον μικρό μου κηπάκο με τα τεμπέλικα σύννεφα του,

Εκεί που το φως άφηνε τα φτερά του να πέσουν,

Απαλές Αιγυπτιακές

Έχασα το όνομα μου και το όνειρο για ένα δικό μου σπίτι,

Αλύγιστοι σκελετοί κτισμάτων, ο ένας πύργος πάνω στον άλλο,

Τώρα κρύβουν το βουνό από τα μάτια μας.

Η φασαρία μεγαλώνει με τον θόρυβο από χίλια αυτοκίνητα να βουίζει στο κάθε αυτί,

Χιλιάδες ζευγάρια από τροχούς για το κάθε πόδι, όλα τους θανάσιμα.

Οι άνθρωποι τρέχουν να προλάβουν τη φωνή τους,

Αλλά οι φωνές τους έχουν φύγει,

Κυνηγώντας τα ταξί που τρέχουν μανιασμένα.

Πιο απόμακρο από την Θήβα, την Τροία, τη Νινευή,

Καράκας, που είσαι;

Έχασα την σκιά μου και την αίσθηση της πέτρας,

Τίποτα πια δεν απομένει απο την παιδική μου ηλικία.

Περιδιαβαίνω τώρα τους δρόμους της πόλης,

Σαν να ήμουν τυφλός, κάθε μέρα και πιο μόνος.

Η πόλη είναι πραγματική, ατρόμητη, φτιαγμένη από συμπαγές τσιμέντο.

Μονάχα η δική μου ιστορία είναι λάθος”.

Ε. Μοντέχο, Καράκας

ivVenezuela’s Caraczo: State Repression and Neoliberal Misrule, https://venezuelanalysis.com/analysis/11868.

vii I. Puente, Libertarian Communism, https://libcom.org/library/libertarian-communism.

Ο θρίαμβος της αποτυχίας

IMG_13612

Παρατήρησα κάτι σπάνιο σήμερα: Σέρβιραν μαρμελάδα με το τσάι και, παρεπιπτόντως, οι δεσμοφύλακες καρφώνουν τα μάτια τους στο φαγητό. Δείχνουν να το έχουν πιο πολύ ανάγκη απ’ ότι εγώ”.

Τετάρτη 4, ημερολόγιο απεργίας πείνας

Μπόμπυ Σαντς, Ημερολόγια της Φυλακής

Ένα από τα χαρακτηριστικά των πολιτικών ιδεολογιών είναι ότι βλέπουν τον κόσμο μέσα από την ύπαρξη αντίθετων πόλων και ότι εμπεριέχουν έναν φαντασιακό διαχωρισμό της κοινωνικής πραγματικότητας σε αντιμαχόμενες μερίδες οι οποίες, πολλές φορές, συνιστούν εκκοσμικευμένες εκδοχές των ιδεότυπων του “καλού” και του “κακού”. Αυτό συμβαίνει εξίσου στην περίπτωση τόσο των ετερόνομων, συστημικών ιδεολογιών, που αποδέχονται σαν δεδομένα το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και τις ιεραρχικές κοινωνικές δομές της θεσμισμένης ετερονομίας, όσο και ως προς τα αντισυστημικά προτάγματα που ανήκουν στην εναλλακτική ιστορική παράδοση της πολιτικής αυτονομίας και αμφισβητούν ρητά το κοινωνικό σύστημα και τις δομές που αναπαράγουν την άνιση κατανομή της δύναμης στο εσωτερικό του. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους δύο τρόπους σκέψης γύρω απ’ το κοινωνικό ζήτημα. Οι πολιτικές ιδεολογίες που αναπαράγουν την κοινωνική ετερονομία εκκινούν από μια προκαθορισμένη αντίληψη για την υπερκείμενη και αναλλοίωτη “φύση” του ανθρώπου και προχωρούν από εκεί για να διατυπώσουν τις βασικές ιδέες τους αναφορικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας. Φτιάχνουν έτσι ένα κοινωνικό σύστημα που οφείλει να είναι σταθερο και να αντέχει στον χρόνο, σε συμφωνία με τις σταθερές και απαράλλαχτες ιδιότητες της αφηρημένης φύσης του ανθρώπου, που δεν επηρεάζεται από τη διαβρωτική επίδραση του χρόνου ή από τις κοινωνικές μεταβολές που επιφέρει η ιστορική εξέλιξη. Στον πυρήνα του, στην κρυφή ουσία του που παραμένει αθέατη από τα γεγονότα που εκτυλίσσονται μπροστά μας, ο άνθρωπος παραμένει πάντοτε ο ίδιος.

Από την άλλη, οι αυτόνομες ιδεολογίες που θέτουν στο επίκεντρο της προβληματικής τους το ζήτημα της κοινωνικής αλλαγής, είναι υποχρεωμένες να αντικρούσουν τα ανθρωπολογικά συμπεράσματα της κυρίαρχης ιδεολογίας προκειμένου να διατυπώσουν ένα εναλλακτικό όραμα για τις αρχές πάνω στις οποίες θα πρέπει να βασίζεται η οργανωμένη κοινωνική συμβίωση. Αυτό συμβαίνει μέσω της υποβολής σε κριτική επεξεργασία των αναλυτικών κατηγοριών που δομούν την ετερόνομη κοινωνικοπολιτική θεωρία και της σταδιακής αποδόμησης τους, γι’ αυτό άλλωστε και η κοινωνική απελευθερωτική θεωρία πολλές φορές κατονομάζεται γενικά ως κριτική θεωρία. Με άλλα λόγια, οι ιδεότυποι του “καλού” και του “κακού” ενυπάρχουν εξίσου στον αυτόνομο τρόπο σκέψης, αλλά δεν αποτελούν σημείο εκκίνησης για την ιδεολογική ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Αντίθετα, στον βαθμό που μπορεί κανείς να μιλήσει για τέτοιους διαχωρισμούς στην αυτόνομη πολιτική θεωρία, αυτοί υπάρχουν μόνο σαν άτυπες, σχετικές κατηγορίες που συγκροτούνται δευτερογενώς έπειτα από την εξέταση των υλικών συνθηκών της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Συνιστούν μια “κωδική ονομασία”, ένα υλικό μέτρο για την αξιολόγηση των ταξικών δυνάμεων που εμπλέκονται στην κοινωνική πάλη, του ρόλου που μπορούν να επιτελέσουν στην εξέλιξη της και των κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται ανάμεσα τους. Δεν κρίνει αυτές τις σχέσεις σε σχέση μόνο με τον απώτερο σκοπό που επιζητά να φέρει σε πέρας, αλλά θέτει ως ζητούμενο τον ποιοτικό μετασχηματισμό τους στο σήμερα, την εδώ-και-τώρα αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων σαν το μέσο της ίδιας της κοινωνικής πάλης.

Ο Μπ. Ράσσελ είχε αναφερθεί κάποτε με σκωπτική διάθεση στην ακλόνητη πεποίθηση από την οποία εμφορούνταν οι επαναστάτες κάθε είδους, αναφορικά με την “ανώτερη αρετή” των καταπιεσμένων. Επανειλημμένα διαψεύστηκαν οι ευσεβεις πόθοι τους, όταν αποδείχτηκε ότι οι ρομαντικές αντιλήψεις που έκφραζαν για τις γυναίκες, τους φτωχούς, τα σκλαβωμένα έθνη, τους προλεταριους ουδέποτε μετουσιώθηκαν σε μια ευγενέστερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που δεν θα εμπεριείχε εξίσου τα στοιχεία της βίας, της ανισότητας και του καταναγκασμού. Ένα, ένα τα καταπιεσμένα υποκείμενα διακήρυξαν πως “η ανώτερη αρετή τους είναι ο λόγος που αυτά θα πρέπει να κατέχουν την εξουσία” και ανέλαβαν να δημιουργήσουν τα δικά τους εξουσιαστικά κρατικά μορφώματα, τα δικά τους συστήματα θεσμοποιημένης ανισοκατανομής της δύναμης.i Παραγνώριζαν έτσι, όπως άλλωστε έκανε και ο ίδιος ο Ράσσελ, ότι το πρόβλημα ήταν η ίδια η ύπαρξη της συγκεντρωτικής διακυβέρνησης και όχι το υποκείμενο που την ασκεί. Η κατεστημένη χριστιανική θρησκεία υπήρξε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, ο κυριότερος (και σαγηνευτικότερος) εκφραστής της ιδέας ότι η αρετή ήταν το αποκλειστικό προνόμιο των φτωχών και των καταπιεσμένων, ότι ανήκε δικαιωματικά σε αυτούς. Ο Ιησούς δεν ήταν αυτός που είπε ότι είναι “ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα που ανοίγει η βελόνα, παρά ο πλούσιος να μπει στη βασιλεία του θεού”; Αποδίδοντας ωστόσο στον Καίσαρα αυτά που του ανήκουν, κατέληξε σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα από αυτά που συνιστούν την πεμπτουσία των επαναστατικών προταγμάτων. Οι πάσης φύσεως αντιξοότητες αποτελούν την μήτρα της αρετής των φτωχών και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να ζητάμε να τις εξαλείψουμε. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να αναζητούν με μανία να υποβληθούν σε κάθε είδους κακουχία και μαρτύριο στο όνομα της πίστης τους, σαν μέσο για να διασώσουν την εκ προοιμίου “αμαρτωλή” ψυχή τους. Η θανατολαγνεία και μια μακάβρια, μισανθρωπική προσκόλληση στην εξαγνιστική επιρροή των πιο αποκρουστικών βασανιστηρίων της σάρκας, ήταν το αποτέλεσμα αυτής της διεστραμμένης λογικής της αυστηρά ατομικής “λύτρωσης”. Αλλά και η συλλογική λύτρωση που προκρίνουν οι μαρξιστές ιδεολόγοι δεν υπολείπεται σε παραλογισμό, εφόσον αναγνωρίζει στο προλεταριάτο μια έμφυτη, συλλογική αρετή που έχει την καταγωγή της στις αντίξοες κοινωνικές συνθήκες της θεσμοποιημένης υποτέλειας του. Υποπίπτουν έτσι σε μια αντίφαση, επιθμώντας διακαώς να καταργήσουν εκείνες τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που συντελούν στη διαμόρφωση της “ανώτερης ηθικής” των εκμεταλλευόμενων τάξεων.

Ίσως απ’ την άλλη, η αντίφαση να μην έγκειται στην επιθυμία για λύτρωση ως τέτοια, αλλά στον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητή αυτή η επιθυμία και στο πολιτικό περιεχόμενο που αποκτά μέσα στο πλαίσιο της επαναστατικής θεωρίας, και ειδικότερα της θεωρίας του μαρξισμού. Ο ριζοσπάστης θεολόγος Τζ. Κόουν είχε γράψει ότι από την ιστορική εμπειρία της ταξικής καταπίεσης και φυλετικού εξανδραποδισμού των μαύρων στις ΗΠΑ είχε προκύψει, με τρόπο που ήταν σχεδόν ανεξήγητος, κάτι το ανυπέρβλητα όμορφο κι ευγενές. Απ’ όλη αυτή τη διάχυτη ασχήμια, το απερίγραπτο μαρτύριο των σκλάβων, ξεπρόβαλε σε όλο της το μεγαλείο η μαύρη απελευθερωτική κουλτούρα, οι μουσικές μπλουζ και γκόσπελ, οι ριζοσπαστικές πολιτικές και ταξικές αναλύσεις του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, η μαύρη θεολογία της απελευθέρωσης.ii Η κουλτούρα αυτή τη απελευθέρωσης εμπεριείχε εντός της μια συμβολική αναπαράσταση της κοινωνικής πραγματικότητας, σύμφωνα με την οποία οι ρόλοι αντιστρέφονται και τα θύματα που γίνονται αποδέκτες της απάνθρωπης συστημικής βίας είναι οι πραγματικοί “νικητές”, εκείνοι που αποτελούν τους ενσώματους φορείς της χαμένης ηθικής συνείδησης της ετερόνομης κοινωνίας. Από αυτήν τη σκοπιά, η κτηνώδης βία του συστήματος της θεσμισμένης ετερονομίας απανθρωπίζει τους ίδιους τους εξουσιαστές και όχι αυτούς που βρίσκονται κάτω από την εξουσία τους.

Παρομοίως, όταν ο Μπόμπυ Σαντς περιγράφει στα “Ημερολόγια της Φυλακής” την απάνθρωπη μεταχείριση που υπέμεινε στα χέρια των δεσμοφυλάκων και των βασανιστών στα Μπλοκ-Η, έχει κανείς την αίσθηση ότι γίνεται μάρτυρας από δεύτερο χέρι ενός ταξιδιού προς την ατομική αυτοπραγμάτωση και όχι προς τη λύτωρση, διότι η λύτρωση που επιζητά ο Σαντς είναι συλλογική.iii Αφορά τον εξεγερμένο λαό του και όχι τον ίδιο. Αισθανόμαστε την ανάγκη να διαφυλάξουμε σαν κόρη οφθαλμού την ιδιόχειρη καταγραφή αυτού του μαρτυρίου, του ταξιδιού του Σαντς όλο και πιο βαθιά μέσα στους επτά κύκλους της κόλασης, διότι μέσα από την κάθοδο στη βαναυσότητα που τον περιβάλλει, ο Σαντς μας φανερώνει τα διδάγματα που θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη κάθε πολιτικό πρόταγμα που έχει σαν σημείο αναφοράς του τον ευγενή στόχο της καθολικής κοινωνικής απελευθέρωσης. Το δικό του μαρτύριο, τα βασανιστήρια που υπομένει με καρτερικότητα χωρίς να έχει την έλπιδα ότι οι Άγγλοι θα υποχωρήσουν, φωτίζει καθαρά το δικό μας μέλλον. Όπως το έθεσε κι ένας σύντροφος του, πρόκειται για τον θρίαμβο της αποτυχίας. Αυτός είναι και ό λόγος που όλοι μας θα θέλαμε να διαβάσουμε τα ημερολόγια φυλακής ενός ρεπουμπλικάνου ιρλανδού κρατούμενου, αλλά κανείς δεν θα ήθελε να χαραμίσει ούτε μισό λεπτό από τη ζωή του για να διαβάσει το ημερολόγιο που θα μπορούσαν να έχουν γράψει οι βασανιστές του. Εκείνοι είναι κομπάρσοι της ιστορίας, ελάσσονες προσωπικότητες που υπάρχουν μόνο χάρη στο ηθικό μεγαλείο του υποτιθέμενου “θύματος” τους. Εκείνος αγωνίζεται για κάτι που διάλεξε ο ίδιος, εκείνοι απλώς “κάνουν τη δουλειά που άλλοι τους είπανε να κάνουν”.

Το δίδαγμα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να είναι άλλο από την “επαναστατική αγάπη”, με τα λόγια της Χούρια Μπουτέλτζα. Γράφει η γαλλο-αλγερινή ακτιβίστρια: “Εσείς [οι λευκοί προλετάριοι] πάντοτε μας προσπερνάτε και τις πιο πολλές φορές δεν μας βλέπετε καν. Δεν πιστεύω πια ότι αυτή η σειρά των χαμένων ευκαιριών για μια συνάντηση ανάμεσα σε σας και τους μετανάστες οφείλεται σε σύμπτωση. Αρχίζω να καταλαβαίνω ότι μια πραγματική συνάντηση μπορεί μόνο να πραγματοποιηθεί εκεί όπου διασταυρώνονται τα κοινά και αμοιβαία συμφέροντα μας – εκεί που υπάρχει ο φόβος του εμφυλίου πολέμου και του χάους – το σημείο όπου οι φυλές μπορούν να αφανίσουν η μία την άλλη, αλλά που ακόμα είναι δυνατό να φανταστούμε την ίση αξιοπρέπεια μας.Επειδή έχω την τάση να ενδίδω στους συναισθηματισμούς, αναρωτιέμαι μήπως αυτό δεν είναι ένας χώρος όπου μπορεί να κάνει την εμφάνιση της η αγάπη. Η επαναστατική αγάπη. Οι ρομαντικές ψυχές θα πουν ότι η αγάπη είναι πάντοτε ανιδιοτελής. Ακριβώς. Πώς μπορούμε να οραματιστούμε αγάπη μεταξύ μας, αν τα προνόμια του ενός εξαρτώνται από την καταπίεση του άλλου”;iv Έτσι, η “αγάπη” δεν νοείται εδώ σαν παραχάραξη του καθεστωτικού χριστιανισμού που προτρέπει το θύμα να γυρίσει και το άλλο μάγουλο, αλλά με την έννοια της ταξικής αλληλεγγύης ανάμεσα στους καταπιεσμένους και της κοινωνικής πάλης για την κατάργηση των κοινωνικών ρόλων του αιχμάλωτου και του δεσμοφύλακα, του βασανιστή και του θύματος του. Της συγκρότησης ενός αντισυστημικού πολιτικού προτάγματος για τον καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας που θα βάλει τέλος στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αν υπάρχει ένας θησαυρός κρυμμένος μέσα στη φρικτή εμπειρία των ανθρώπων που υποφέρουν από τη φτώχεια και την καταπίεση, είναι ότι μόνο έτσι μπορούμε να μάθουμε για την ανθρώπινη ζωή σαν υπέρτατη αξία. Μόνο ερχόμενη αντιμέτωπη με εκείνους τους ανθρώπους που ταπεινώθηκαν και υποβιβάστηκαν στο επίπεδο του αντικειμένου της αντεστραμμένης ηδονής του σαδισμού, η ανθρωπινότητα μας εξέρχεται από την ύπνωση και εξεγείρεται. Οι ορδές των Μογγόλων βαρβάρων που προελαύνουν ασταμάτητες σφάζοντας και μακελεύοντας, κανέναν λόγο δεν είχαν ποτέ για να σταματήσουν και να αναρωτηθούν για την αξία της ζωής των ηττημένων. Οι ισραηλινοί που δεν είχαν χάσει ούτε έναν πόλεμο μέχρι το 2006, τι λόγο θα είχαν αλήθεια για να προβληματιστούν γύρω απ’ το αν οι Άραβες δεν υπάρχουν απλώς για να χρησιμεύουν σαν κρέας για τα κανόνια τους;

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι Παλαιστίνιοι είναι μια φυλή ανθρωπιστών αγγέλων. Όπως και με τους Ιρλανδούς του Μπόμπυ Σαντς, το ηθικό πλεονέκτημα τους προέρχεται από το γεγονός της υποδούλωσης τους, από τη σχέση απόλυτης αδυναμίας ως προς τους καταπιεστές τους. Πόσο αλήθεια μεγαλείο ψυχής και μια σχεδόν υπεράνθρωπη ικανότητα αποστασιοποίησης και αναστοχασμού πάνω σε ένα ολοκληρωτικά προσωπικό μαρτύριο θα χρειαζόταν προκειμένου να απαρνηθούν οι Ιρλανδοί και οι Παλαιστίνιοι την αρχέγονη παρόρμηση για εκδίκηση και να ρίξουν το βάρος της πολιτικής δραστηριότητας τους στη δημιουργία μιας κοινωνίας που θα επέτρεπε να ζήσουν δίπλα, δίπλα, ειρηνικά και σαν ίσοι με τους δυνάστες τους. Ίσως πάλι η επιθυμία για εκδίκηση να είναι μια δημιουργική επιθυμία. Ίσως είναι το πρώτο βήμα για την ανατροπή του ετερόνομου κοινωνικού συστήματος, αλλά σίγουρα δεν είναι το τελευταίο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάρουμε το μέρος του αδύναμου, να συνταχθούμε με εκείνον που υποφέρει, αν γνωρίζουμε από πριν ότι η ίδια αδικία πρόκειται να επαναληφθεί με αντεστραμμένους ρόλους μετά την απελευθέρωση του.

Στο όνομα της κακομεταχείρισης που υφίστανται, οι Παλαιστίνιοι δεν μπορούν να κάνουν επίκληση στο ηθικό δικαίωμα τους να καταπιέσουν τους ισραηλινούς Εβραίους. Όπως και οι Εβραίοι του Ισραήλ δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα να διεξάγουν γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστίνιων εδώ και εκατό περίπου χρόνια, επειδή οι ναζιστές προσπάθησαν να εξοντώσουν τους Εβραίους στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η αρετή ανήκει στους καταπιεσμένους εφόσον εκείνοι δεν επιθυμήσουν ποτέ να πάρουν οι ίδιοι τη θέση του καταπιεστή. Το στοίχημα που βάζει από τη γένεση του κάθε επαναστατικό πρόταγμα είναι αν θα μπορέσει να υπερβεί τη διαλεκτική της βίας που συνεπάγεται η προσπάθεια για την ανατροπή του καθεστώτος και την αντισυστημική αλλαγή. Αν θα μπορέσει να ξεπεράσει τη λογική του εμφυλίου πολέμου που θα εξαπολύσουν εναντίον του οι συστημικές ελίτ. Πώς θα μπορούσε ο Μπ. Σαντς να τείνει χείρα φιλίας προς τα ανθρωπόμορφα κτήνη που κακοποίησαν τον ίδιο και τους συντρόφους του στη φυλακή; Παρ’ όλα αυτά, εκεί ακριβώς έγκειται και η χειραφετική διάσταση του προτάγματος της κοινωνικής απελευθέρωσης, στο ότι μας απαλλάσσει από την ανάγκη μιας εξατομικευμένης “σωτηρίας”, με την μορφή της μνησίκακης και εκδικητικής “δικαιοσύνης” του Ιησού του Ναυή, διαμέσου της συλλογικής λύτρωσης που έρχεται με την υπόσχεση της ταξικής απελευθέρωσης και την κατοχύρωση της αυτονομίας του κοινωνικού υποκειμένου. Με άλλα λόγια, μας δίνει στην πράξη μια ευκαιρία να φανούμε περισσότερο (ηθικά) μεγαλοπρεπείς απ’ όσο πραγματικά είμαστε.

iB. Russell, Unpopular Essays, (Routledge) σελ. 61.

iiCh. Hedges, The Heresy of White Christianity, https://www.truthdig.com/articles/the-heresy-of-white-christianity/.

iiiΜπ. Σαντς, Ημερολόγια της Φυλακής (Καινά Δαιμόνια).

ivH. Bouteldja, Whites, Jews, and Us (semiotexte) σελ. 49-50.

Πολεμικός Εθνικισμός

bolsonaro-samurai-696x392

Αγάπα τη Βραζιλία ή Φύγε από τη χώρα”.i

Ένα από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας του εθνικισμού είναι ο ισχυρισμός ότι μιλάει εξ ονόματος μιας ενιαίας και αδιαίρετης φαντασιακής κοινότητας. Σύμφωνα με τους εθνικιστές, η “φυσική” ενότητα της κοινότητας αυτής υποσκάπτεται και κατακερματίζεται από τους εν πολλοίς τεχνητούς διαχωρισμούς που προκαλούν τα πολιτικά κόμματα, με τα λαϊκίστικα κι εγωιστικά τερτίπια τους, και τα λεγόμενα “εθνομηδενιστικά στοιχεία”, που αντιτίθενται στην ίδια την ύπαρξη του έθνους. Από αυτή την άποψη, η πολλαπλότητα πολιτικών αντιλήψεων εκλαμβάνεται από τους ακραίους εθνικιστές σαν παράγοντας υπονόμευσης της εθνικής “αρμονίας” και συνοχής. Δεν έχει σημασία αν η πολιτική αυτή πολυμορφία εκφράζεται επίσημα μέσα από την αντιπροσωπευτική “δημοκρατία” κι ένα θεσμοποιημένο πολυκομματικό σύστημα διακυβέρνησης, ή αν εκφέρεται από κοινωνικά κινήματα που σχηματίζουν μια αντιπολίτευση του δρόμου και αυτοπροσδιορίζονται με σαφήνεια σε αντίθεση με τους κυρίαρχους θεσμούς του συστήματος, όπως κάνει για παράδειγμα, το αναρχικό κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, η πολλαπλότητα επιφέρει την πολυδιάσπαση και γι’ αυτό αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητη από αυτούς που διατείνονται ότι πάνω απ’ όλα επιθυμούν ότι είναι καλύτερο για το έθνος.

Η αξίωση ωστόσο πως η εθνική κοινότητα προϋπάρχει κατά οποιονδήποτε τρόπο της οργανωμένης πολιτικής έκφρασης της, δηλαδή της ιδεολογίας του εθνικισμού, διαψεύδεται κατηγορηματικά από την ίδια την πρακτική του υπερεθνικιστικού προτάγματος. Στη Βραζιλία, οι οπαδοί του Μπολσονάρο έχουν υιοθετήσει για πολιτικό λάβαρο τους την εθνική σημαία της Βραζιλίας. Με αυτόν τον τρόπο δεν υπονοούν απλώς ότι βάζουν τον πατριωτισμό πάνω από τις μικροπολιτικές ραδιουργίες των κομμάτων, αλλά πολύ περισσότερο, ότι κατά κάποιον μαγικό τρόπο, αυτοί και μόνο αυτοί είναι σε θέση να γνωρίζουν τι είναι αυτό που συνιστά έναν καθολικό, “αγνό” κι “ανόθευτο” πατριωτισμό, απαλλαγμένο από τα συμφέροντα και τις εγωιστικές επιθυμίες της κάθε κοινωνικής τάξης. Παρ’ όλα αυτά, από τον “υγιή” κορμό του βραζιλιάνικου έθνους, τον οποίο διατείνονται ότι εκπροσωπούν, οι μπολσοναριστές είναι πρόθυμοι να εξοστρακίσουν τους μαύρους, τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους αυτόχθονες ινδιάνους του Αμαζονίου, τους φτωχούς, τους εξαθλιωμένους κατοίκους των παραγκουπόλεων. Το “ενωτικό” μήνυμα του Μπολσονάρο που υποτίθεται πως βάζει την ακεραιότητα του έθνους πάνω από τις διασπαστικές διακηρύξεις των “κομμουνιστών” και της “προδοτικής αριστεράς”, είναι στην πραγματικότητα μια απροκάλυπτη κήρυξη πολέμου των λευκών, εύπορων κοινωνικών στρωμάτων της Βραζιλίας ενάντια σε οποιονδήποτε δεν ανήκει στην τάξη τους.

Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω ότι η λεγόμενη “υπεράσπιση” του έθνους από τους εχθρούς του που έχουν αναλάβει αυτόκλητα οι μπολσοναριστές, είναι την ίδια στιγμή και μια διαδικασία συγκρότησης του έθνους σε συμφωνία με ένα προκαθορισμένο ταξικό πρότυπο. Όποιος δεν συμμορφώνεται, οποιοσδήποτε παρεκκλίνει από το πρότυπο αυτό, αυτομάτως κατατάσσεται στην ιδεολογική κατηγορία του “αντεθνικού στοιχείου” και γίνεται αντικείμενο καταστολής από τον οργανωμένο μηχανισμό φυσικής βίας που έχουν στη διάθεση τους οι συστημικές ελίτ. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και στα καθ’ ημάς με την Χρυσή Αυγή. Η πρακτική των συσσιτίων “μόνο για Έλληνες” που για ένα διάστημα προσπάθησαν να καθιερώσουν οι νεοναζιστές ήταν κατά βάση πολιτική, κι όχι απλά φιλανθρωπική όπως διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους οι χρυσαυγίτες. Κι αυτό διότι μέσω των συσσιτίων, η ΧΑ διεκδίκησε το μονοπωλιακό δικαίωμα της να ορίζει μονομερώς ποιος πληρεί τις προδιαγραφές για να συμπεριληφθεί στην ιδεολογική κατηγορία του “Έλληνα” και ποιος όχι. Θα ήταν πράγματι εξαιρετικά ενδιαφέρον να ρωτούσε κάποιος τους διοργανωτές των συσσιτίων αν κάποιος που είναι άθεος, ομοφυλόφιλος, αντιμιλιταριστής, αναρχοκομμουνιστής ή απλώς μετανάστης δεύτερης γενιάς, θα μπορούσε να προσέλθει ελεύθερα και να λάβει το μερίδιο του από αυτές τις “ελληνικές” συλλογικές κουζίνες, με μοναδική ίσως προϋπόθεση ότι μιλά την ελληνική.

Όπως έχει γράψει ο Α. Μπαντιού, η παραγωγή ταυτότητας είναι πάντοτε μια “πολιτική διαδικασία σε εξέλιξη”.ii Ομοίως, η παραγωγή μιας εθνικής ταυτότητας δεν αφορά τόσο την αποκάλυψη μιας προϋπάρχουσας “ουσίας” που διαπερνά απ’ άκρη σε άκρη το σύνολο των βαθμίδων της “εθνικής” κοινωνικής ολότητας, αλλά τη συγκρότηση της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας κάτω από την κυριαρχία των κοινωνικών ομάδων που συγκεντρώνουν στα χέρια τους το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής δύναμης. Ο πολεμικός κομμουνισμός ήταν ιστορικά ο μετασχηματισμός που υπέστη η οικονομία και κοινωνία του κρατικιστικού σοσιαλισμού της ΕΣΣΔ προκειμένου να μπορέσουν οι δυνάμεις της επανάστασης να επικρατήσουν στον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που είχαν εξαπολύσει εναντίον τους οι δυνάμεις της αντίδρασης. Αντίστοιχα, ο πολεμικός εθνικισμός είναι η μορφή που παίρνει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς στη νεοφιλελεύθερη περίοδο της ιστορικής εξέλιξης του προκειμένου να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του μέσα σε συνθήκες ακραίου κοινωνικού ανταγωνισμού που δημιουργούνται εξαιτίας της κοινωνικής γενοκτονίας που επιβάλλει ο επελαύνων νεοφιλελευθερισμός σε ένα ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων. Όπως έγραψε και ο Κρ. Ηλιόπουλος, ένα από τα χαρακτηριστικά που κάνουν τη Βραζιλία να διαφέρει από τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής δεν είναι μόνο η τερατώδης κλίμακα της ανισοκατανομής των εισοδημάτων και του πλούτου, αυτό υπήρχε ανέκαθεν εξίσου σε όλες τις κοινωνίες της Λ. Αμερικής, αλλά η μυθική υλική ευμάρεια που έχει παράξει η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς τα τελευταία χρόνια και που βρίσκεται στη διάθεση του πλουσιότερου 10-20% της χώρας.iii Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε οτι η βραζιλιάνικη οικονομία είναι πλήρως ενσωματωμένη στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και είναι η ένατη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο.iv Το μεγαλύτερο λοιπόν πρόβλημα που φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν οι πλούσιοι βραζιλιάνοι νεομπουρζουάδες είναι οι ενοχλητικές ορδές των φτωχοδιάβολων που μαγαρίζουν τα μεγαλοπρεπή αστικά τοπία της χώρας με τις βρωμερές παραγκουπόλεις τους. Οι στρατιές των ζητιάνων και των λούμπεν προλετάριων που δεν επιτρέπουν στους “δικαιωματικούς ιδιοκτήτες” της Βραζιλίας να απολαύσουν τις ανέσεις που παρέχει το οικονομικό θαύμα που οι ίδιοι δημιούργησαν, όπως έχουν τη δυνατότητα να κάνουν οι ταξικοί ομόλογοι τους στα αστικά κέντρα της Βόρειας Ευρώπης, ή των Ηνωμένων Πολιτειών. Λάδι στη φωτιά του ταξικού ρατσισμού των ελίτ ρίχνει και το γεγονός ότι οι φτωχοί που περικυκλώνουν τις πόλεις με τις φαβέλες τους είναι οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Οποιοσδήποτε έχει επισκεφτεί τη Βραζιλία είναι σε θέση να διαβεβαιώσει τον αναγνώστη ότι, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στο Λονδίνο, ή τη Νέα Υόρκη, η ξέγνοιαστη ντόλτσε βίτα των νεομπουρζουάδων σε ένα από τα μοδάτα καφέ του Ρίο διακόπτεται τακτικά από το απειλητικό κροτάλισμα των πολυβόλων και τις συχνές ανταλλαγές πυροβολισμών που αντηχούν από τους γύρω λόφους. Πουθενά αλλού στον κόσμο η απόλυτη ευδαιμονία δεν συνυπάρχει τόσο επιδεικτικά με την απόλυτη εξαθλίωση.

Έτσι, ο πολεμικός εθνικισμός του Μπολσονάρο έχει σαν βασική προτεραιότητα του την εκκαθάριση του τοπίου, τόσο από την άποψη της εξάλειψης της φυσικής παρουσίας των φτωχών και της απειλής που αυτοί ενσαρκώνουν για την καπιταλιστική ουτοπία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών ελέγχων που βάζουν εμπόδια στην πλήρη αγοραιοποίηση των φυσικών και ανθρώπινων πόρων της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Στην Λ. Αμερική το να είναι κανείς εθνικιστής κατ’ ανάγκη προϋποθέτει την αντίσταση στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της ηπείρου. Εφόσον κάποιος επιθυμούσε να διεκδικήσει πραγματικά το δικαίωμα των λατινοαμερικάνικων λαών στον αυτοκαθορισμό, θα έπρεπε αναμφίβολα να ξεκινήσει από την αναγκαία συνθήκη της αποτίναξης της επικυριαρχίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού και την καταστροφική επιρροή που ασκούν οι θεσμικοί φορείς του (πολυεθνικές, διεθνείς οργανισμοί, κλπ.) στα τοπικά οικοσυστήματα, στη διατροφική αλυσίδα και στους ίδιους τους φυσικούς όρους αναπαραγωγής των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων, με τις κρατικές πολιτικές κοινωνικού κανιβαλισμού που επιβάλλουν. Παρ’ όλα αυτά, η μοίρα των νεομπουρζουάδων στις οικονομίες της καπιταλιστικής περιφέρειας είναι ολοκληρωτικά συνδεδεμένη με το βάθεμα των δεσμών εξάρτησης από τις κυρίαρχες οικονομίες του παγκόσμιου Βορρά και, στην περίπτωση της Βραζιλίας, από αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Όχι τυχαία, η διακηρυγμένη πρόθεση του οικονομικού επιτελείου του νεοφασίστα προέδρου είναι η κατάργηση του νομοθετικού πλασίου που εμποδίζει την αποψίλωση της ζούγκλας του Αμαζονίου και την “αξιοποίηση” της για λόγους εμπορικής εκμετάλλευσης. Είναι ακόμα η σαρωτική ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων και δημόσιων υπηρεσιών, οι φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο, η νομιμοποίηση της εκτεταμένης χρήσης φυτοφαρμάκων από τους πολυεθνικούς κολοσσούς της αγροτοβιομηχανίας, χωρίς την λήψη της παραμικρής μέριμνας για την προστασία της δημόσιας υγείας.v

Το θεμελιώδες ερώτημα βέβαια που ανακύπτει από την σκοπιά της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας, είναι το εξής. Εφόσον ο Μπολσονάρο είναι ο εκφραστής τόσο μειοψηφικών ταξικών συμφερόντων, πώς κατόρθωσε να μετατρέψει τον νεοφασισμό του σε πλειοψηφικό ρεύμα; Στο κάτω, κάτω, ο Μπολσονάρο δεν έκανε κάποιο πράξικόπημα, αλλά κατέκτησε την εξουσία μέσω της συντριπτικής επικράτησης του στις εθνικές εκλογές. Μια αρχική απόπειρα απάντησης νομίζω ότι θα έπρεπε να εκκινήσει από την παραδοχή πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα μια γραμμική αντιστοιχία ανάμεσα στις πολιτικές πεποιθήσεις ενός κοινωνικού υποκειμένου και στην “αντικειμενική” θέση που αυτό καταλαμβάνει στην ταξική ιεραρχία. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν καθορίζεται μονάχα από την ψύχραιμη λογική επεξεργασία των τρόπων που θα μας επιτρέψουν να εξυπηρετήσουμε καλύτερα τα οικονομικά μας συμφέροντα. Εμπεριέχει και παρακινείται από λιμπιντικές επενδύσεις, συναισθήματα και επιθυμίες που ασκούν εξίσου καθοριστική επίδραση στα μοτίβα κοινωνικής συμπεριφοράς που υιοθετούμε. Από αυτή την άποψη, η ταξική θέση δεν είναι παρά ένα δεδομένο σημείο εκκίνησης της σκέψης. Μια υλική αφετηρία από την οποία ξεκινάει το υποκείμενο για να διαμορφώσει το πολιτικό φαντασιακό του. Συνακόλουθα, ένας ευκατάστατος νεο-αστός έχει περισσότερες πιθανότητες να αποδεχτεί άκριτα το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό παράδειγμα και να προσχωρήσει σε αυτό, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι μέσα από μια διαδικασία ρήξεων και τραυματικών κοινωνικών εμπειριών, δεν μπορεί να οδηγηθεί σταδιακά προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης περισσότερο ριζοσπαστικών αντιλήψεων που δεν παίρνουν σαν δεδομένο το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας μέσα στην οποία είχε την τύχη ή την ατυχία να γεννηθεί.

Από την άλλη, είναι απολύτως πιθανό ότι ένας προλετάριος που ποτέ του δεν είχε τη δυνατότητα να βιώσει από πρώτο χέρι τις πρακτικές εφαρμογές της έννοιας της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ταξικής αλληλεγγύης, θα γίνει εύκολη λεία για τις μισανθρωπικές νεοφιλελεύθερες διακηρύξεις του ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού. Ειδικά στη Βραζιλία, όπου οι “φτωχοί χωρίς ρόλο” του Ζ. Μπάουμαν διαθέτουν ένα οπλοστάσιο εφάμιλλο με αυτό των δυνάμεων καταστολής και επιδίδονται σε όλα τα είδη παραβατικής συμπεριφοράς προκειμένου να επιβιώσουν, ο εργάτης που έχει μια δουλειά και δεν εξαναγκάστηκε από τις περιστάσεις να αναζητήσει καταφύγιο στη φαβέλα, μαζί με τους άλλους άνεργους και φτωχούς που ζουν στις παρυφές της οργανωμένης κοινωνίας, έχει κάθε λόγο να αποζητά προστασία από εκείνους που προμηθεύουν με ναρκωτικά τα παιδιά του, ή που μπορεί να εισβάλλουν ανά πάσα στιγμή στο σπίτι του για να του αφαιρέσουν ακόμα και τα λίγα που έχει.vi Εκεί όπου δεν επικρατούν κοινωνικές σχέσεις αμοιβαιότητας κι αλληλεξάρτησης, κυριαρχεί η σκληρή ταξική πραγματικότητα του κανιβαλισμού και του κοινωνικού ανταγωνισμού. Αυτή είναι η φύση της κοινωνικής πραγματικότητας, αμείλικτα και απαράμιλλα διαλεκτική.

iΠροπαγανδιστικό σύνθημα της βραζιλιάνικης χούντας, το οποίο αναβίωσε ο Μπολσονάρο, επιστρατεύοντας το ως ένα από τα κεντρικά συνθήματα της προεκλογικής εκστρατείας του.

iiΤι Είναι Λαός; (Εκδόσεις του 21ου), σελ. 13.

iiiΚρ. Ηλιόπουλος, Εκλογές στη Βραζιλία: Η βαρβαρότητα ως επιλογή, https://rproject.gr/article/ekloges-sti-vrazilia-h-varvarotita-os-epilogi.

viΓια την θεωρητική έννοια των “φτωχών χωρίς ρόλο”, Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι (Μεταίχμιο).