Ο παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος

banksy-the-tribute-new-world-order-serge-averbukh

Το παρόν είναι αναδημοσίευση της συνεισφοράς μου στο έκτο τεύχος της πολιτικής επιθεώρησης Κοινωνικός Αναρχισμός που κυκλοφόρησε στις 06/2019 με κεντρική θεωρητική θεματική τις σύγχρονες αναρχικές προσεγγίσεις στο ζήτημα του ιμππεριαλισμού. Για περισσότερες λεπτομέρειες εδώ:

https://koursal.wordpress.com/2019/06/04/%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%83-6-%ce%ba%cf%85%ce%ba%ce%bb%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%cf%80/ .

Με λίγα λόγια, η προϊούσα αναταραχή του καιρού μας είναι το αληθινό πρόσωπο της παγκόσμιας Νέας Τάξης Πραγμάτων”.

Σλ. Ζίζεκ, Η Νέα Πάλη των Τάξεων

Οι διεθνολόγοι συνηθίζουν να λένε ότι οι αντιπροσωπευτικές “δημοκρατίες” δεν κάνουν πόλεμο μεταξύ τους. Ως de facto οργανικοί διανοούμενοι του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς επικαλούνται μια ιδεολογικοποιημένη εκδοχή της ιστορικής εμπειρίας της καπιταλιστικής ενσωμάτωσης στον ευρωπαϊκό χώρο, προκειμένου να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της καθολίκευσης των βασικών θεσμών της ετερονομίας σε οικουμενική κλίμακα. Εκείνο που τους διαφεύγει πολύ βολικά είναι η ασυγκράτητη όρεξη που επιδεικνύουν ιστορικά οι “δημοκρατίες” για να διεξάγουν ακατάπαυστα πόλεμο ενάντια σε οποιονδήποτε δεν αναγνωρίζει και δεν υποκύπτει αδιαμαρτύρητα στην ανωτερότητα του δικού τους ηγεμονικού κοινωνικού παραδείγματος. Από μια άποψη, οι δύο διαδικασίες, η ειρήνη με τους “φίλους” και ο πόλεμος με τους “εχθρούς”, είναι οργανικά συνδεδεμένες η μία με την άλλη. Η ανάγκη για οικουμενική επέκταση των πολιτικών και οικονομικών θεσμών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς εκπορεύεται τρόπον τινά από τον υψηλό ηθικό χαρακτήρα του ανθρωπιστικού κώδικα αξιών που υποτίθεται ότι υπηρετούν. Εξού και οι επεμβάσεις που αναλαμβάνουν κάθε φορά να φέρουν σε πέρας οι επικυρίαρχοι της υπερεθνικής ελίτ, εμφανίζονται πάντοτε σαν “επιβεβλημένες”. Σαν να επιβάλλονται σε αυτούς πολλές φορές έξωθεν, ακόμα και ενάντια στη βούληση τους να ενεργήσουν σύμφωνα με τις αρχές μιας πραγματιστικής ρεαλπολιτίκ, από μια βαθύτερη και πιο επιτακτική ανάγκη να υπερασπιστούν τις βασικές αρχές του “ανθρωπιστικού” ατομισμού που διαποτίζει το κοινωνικό φαντασιακό του οποίου είναι φορείς και αναμεταδότες.

Από την άλλη, η ιδεολογική φαντασίωση της μηχανιστικής αναπαραγωγής του ταξικού μοντέλου των “ανεπτυγμένων” κοινωνιων του παγκόσμιου Βορρά στις ρημαγμένες κοινωνίες του παγκόσμιου Νότου σπάνια εκπληρώνει τους υποτιθέμενους πολιτικούς στόχους που είχαν τεθεί κατά το ξεκίνημα της πολεμικής εκστρατείας. Ο λαός που έχει την ατυχία να δεχτεί στο έδαφος του μια εισβολή από τα στρατεύματα της “ανθρωπιστικής” και “ειρηνόφιλης” υπερεθνικής ελίτ, υποχρεώνεται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποχαιρετήσει κάθε εγχώρια κοινωνική δομή που συντελεί στη συνοχή της κοινότητας και να ζήσει χωρίς να έχει πρόσβαση σε βασικά υλικά αγαθά και υπηρεσίες, όπως φαγητό, πόσιμο νερό, ηλεκτρισμός, στέγαση και ιατρική περίθαλψη. Στη Λιβύη, η δολοφονική νατοϊκή εκστρατεία για την ανατροπή του καθεστώτος, μετέτρεψε μια κοινωνία που είχε το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής σε ολόκληρη της αφρικανική ήπειρο, σε μια μετα-αποκαλυπτική ζούγκλα όπου βασιλεύει ο πόλεμος εναντίον όλων και η διάχυτη βία ενάντια στους αδύναμους.i Όταν, κατά τη διάρκεια μια διαδικτυακής ανταλλαγής, επισήμανα σε έναν αμερικανό σύντροφο ότι στην περίπτωση της Συρίας, η ανθρωπιστική άποψη φαίνεται πως επιτάσσει να μην παρατείνεται άσκοπα ο πόλεμος με ενέργειες μαζικής τρομοκρατίας ή σπασμωδικές έξωθεν παρεμβάσεις προκειμένου ο λαός της Συρίας να μπορέσει να επανέλθει σε κάποιου είδους “φυσιολογική” ζωή, εκείνος μου απάντησε κοφτά ότι ο μόνος ανθρωπιστικός στόχος που αξίζει το όνομα του είναι να εκδιωχθεί ο Άσαντ από την εξουσία. Καλό θα ήταν να έχει υπόψη ο αναγνώστης ότι η διαφωνία μας δεν ήταν γύρω από τη σκοπιμότητα της συνέχισης μιας ένοπλης σύρραξης για την κοινωνική επανάσταση, αλλά μιας διεθνοποιημένης σύγκρουσης που σαν μοναδικό της διακύβευμα έχει τη συνέχιση της ύπαρξης του μπααθικού κρατισμού, ή την αντικατάσταση του από ένα θεοκρατικό καθεστώς ευνοϊκά διακείμενο προς τη Δύση. Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα της εξολόθρευσης του εχθρού της υπερεθνικής ελίτ αναδεικνύεται από τον κυρίαρχο ιδεολογικό λόγο σαν ένα ζήτημα πρωτίστως “ηθικό”, μια κατηγορηματική ηθική προσταγή που, ως τέτοια, προηγείται και συνιστά προαπαιτούμενο για την πολιτική διευθέτηση της εκάστοτε σύγκρουσης.

Συνακόλουθα, γίνεται φανερό πως η δράση των οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών οργάνων που είναι επιφορτισμένα να επιβάλλουν την κοινωνική τάξη και το θεσμικό πλαίσιο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, παράγουν ακριβώς το αντίθετο στις κοινωνίες της καπιταλιστικής περιφέρειας. Δημιουργούν χάος και “αταξία”, που με τη σειρά τους εκλαμβάνονται σαν η υλική επικύρωση της φαντασιακής ανωτερότητας των “ανεπτυγμένων” μητροπολιτικών οικονομιών και της οικουμενικής “εκπολιτιστικής” αποστολής που αυτές οφείλουν να αναλάβουν για να δημιουργήσουν έναν κόσμο κατ’ εικόνα και ομοίωση τους. Η κοινωνική θέσμιση του ετερόνομου φαντασιακού στις ιεραρχικές ολότητες του Βορρά λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα και προς επίρρωση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες από τη φύση τους δημιουργούν φυγόκεντρες δυνάμεις που υπονομεύουν την ταξική συνοχή του συνόλου. Δηλαδή, είναι εξορισμού ασταθείς και συγκρουσιακές και πρέπει διαρκώς να ανανεώνονται. Ο Μπόνεφελντ σωστά αναφέρεται στην πρωταρχική συσσώρευση του καπιταλισμού, όχι σαν μια συντελεσμένη ιστορική περίοδο της ανάπτυξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, αλλά σαν μια δυναμική διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Μια κοινωνική σχέση που αφορά τον τυπικό διαχωρισμό των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων από τα υλικά μέσα που χρειάζονται για να αποκτήσουν την ταξική αυτοδιάθεση τους.ii

Η κινητήρια δύναμη πίσω από την αδυναμία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς να επιβάλλει σαν τετελεσμένη την ολοκληρωτική πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, έγκειται αναμφίβολα πρωτίστως στην έμφυτη δημιουργικότητα του ανθρώπινου υποκειμένου. Στην τάση του να εκφεύγει από τους τυποποιημένους ορισμούς και τα σταθερά ταυτοτικά όρια που αποδίδονται και περιχαρακώνουν κάθε φορά την ανθρώπινη συμπεριφορά.iii Ωστόσο, είναι και ο ίδιος ο καπιταλισμός που διαταράσσει τις θεσμοποιημένες κοινωνικές του σχέσεις, μέσω της συστημικής τάσης που τον διακρίνει προς μια αποδέσμευση του κεφαλαίου από την μισθωτή εργασία, προς μια υπέρβαση δηλαδή της μισθωτής συνθήκης στη διαδικασία της παραγωγής. Η “αντικειμενική” αυτή η τάση για τη σταδιακή εξάλειψη του ρόλου της ζωντανής εργασίας εκφράζεται είτε μέσα από την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και την αυτοματοποίηση ολοένα και μεγαλύτερων κομματιών της παραγωγικής διαδικασίας, ή μέσα από μια αδιάλειπτη προσπάθεια για την επιστροφή σε προκαπιταλιστικές μορφές ακραίας οικονομικής εκμετάλλευσης.iv Φυσικά, η τεχνολογική αναβάθμιση των μέσων παραγωγής και η μεγιστοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων που απορρέει από αυτή την εξέλιξη, είναι μια διαδικασία που δυνητικά εμπεριέχει και τεράστιες χειραφετικές προοπτικές για την ανθρωπότητα και συνθέτει το υλικό υπόβαθρο μιας χειροπιαστής κομμουνιστικής ουτοπίας.v Από την άλλη, η επανάκαμψη στην προκαπιταλιστική βαρβαρότητα συντελείται μέσα από τη συστηματική επιδείνωση της μισθωτής σχέσης σε βάρος πάντοτε των εργαζόμενων στρωμάτων, αλλά και μέσα από την ενσωμάτωση στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία νέων εξαθλιωμένων προλεταριακών πληθυσμών, διαμέσου ενός καταστροφικού επεκτατισμού του συστήματος που πραγματώνεται με πλάγιες οικονομικές ή ωμές μιλιταριστικές μεθόδους.

Ο επεκτατισμός αυτός δεν παίρνει την μορφή μιας ορθολογικής άσκησης κυριαρχίας, ούτε αναμορφώνει τις τοπικές κοινωνίες κατά τρόπο που, όπως πίστευε ο Μαρξ, θα συντελούσε στην κατάργηση των παραδοσιοκρατικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης και στην αντικατάσταση τους από τον αμφίσημο “εκσυγχρονισμό” που επιφέρει ο καπιταλισμός. Ο καπιταλισμός των μητροπόλεων του κέντρου, με τα ιδιαίτερα ιστορικά χαρακτηριστικά που αυτός φέρει, ουδέποτε μεταφυτεύτηκε στις κοινωνικές ολότητες της περιφέρειας. Αυτο βέβαια δεν οφείλεται στη θεμελιώδη ασυμβατότητα ανάμεσα στους “ανθρωπολογικούς τύπους” που ενδημούν στις ακραία ετερόνομες κοινωνίες της Ανατολής και στις φαντασιακές σημασίες του καπιταλισμού που εκκολάφτηκαν στην “αυτόνομη” Δύση, όπως φαίνεται να πιστεύει ο ύστερος Καστοριάδης, εκφράζοντας μια εναλλακτική εκδοχή μιας οριενταλιστικής ερμηνείας της ιστορικής εξέλιξης των κοινωνιών της καπιταλιστικής περιφέρειας. Ο ελέφαντας στο δωμάτιο που δείχνει να αγνοεί ο Καστοριάδης είναι η ύπαρξη ενός πλήρως ανεπτυγμένου κι εξαιρετικά αρπακτικού κι επιθετικού καπιταλιστικού συστήματος στις κοινωνίες του παγκόσμιου Βορρά, ο οποίος διαμέσου της αποικιοκρατικής θηριωδίας κάποια στιγμή έφτασε να έχει διαιρέσει το σύνολο της οικουμένης σε σφαίρες επιρροής των καπιταλιστικών δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές ετεροκαθόρισαν αποφασιστικά την ιστορική εξέλιξη των λαών της υποτελούς περιφέρειας.vi Η αλληλεπίδραση με τις ισχυρές οικονομίες της αγοράς είχε σαν αποτέλεσμα την εκτεταμένη αποσάρθρωση του κοινωνικού ιστού των κατακτημένων περιοχών, το βάθεμα των δεσμών εξάρτησης τους από υπερεθνικά κέντρα οικονομικής εξουσίας, την αλλοίωση της ταξικής φύσης των κοινωνικών υποκειμένων και του ρόλου που επιτελούν στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να παρατηρήσουμε ότι το να μιλάει κανείς για “ενσωμάτωση” των τοπικών οικονομιών στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, θα ήταν σαν να επιστρατεύουμε μια ορθολογική έννοια της κοινωνικής θεωρίας για να προσδώσουμε θετικό περιεχόμενο και μια καταληπτή τάξη πραγμάτων εκεί όπου το έργο του συστημικού ιμπεριαλισμού είναι πρωτίστως αρνητικό. Ένα έργο καταστροφής, ξεριζωμού και διασποράς της φτώχειας, της βαρβαρότητας και της δυστυχίας. Σε ολόκληρη την περιφέρεια του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς βρίσκουμε σε εκτεταμένη χρήση ως κυρίαρχες μορφές οικονομικής εκμετάλλευσης, κοινωνικές πρακτικές που μια “πραγμοποιημένη”, όπως θα έλεγε ο Τραβέρσο, χυδαία θετικιστική ανάγνωση της ιστορίας, τις τοποθετεί σε μια προηγούμενη και οριστικά παρελθούσα φάση της εξέλιξης του καπιταλισμού.vii Στην Κολομβία, οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες παραγωγής φρούτων χρησιμοποιούν τις εκτοπισμένες φυλές των αυτοχθόνων σαν σκλάβους στις φυτείες τους, με τη συνδρομή του κολομβιανού στρατού, ο οποίος παίζει τον ρόλο του έμμισθου μπράβου του υπερεθνικού κεφαλαίου.viii Στην “απελευθερωμένη” Λιβύη η επιχειρηματική δραστηριότητα που βρίσκεται σε άνθηση και αποφέρει αμύθητες πλούτο είναι το δουλεμπόριο των εξαθλιωμένων μαύρων αφρικανών, που κατά τρόπο σχεδόν ειρωνικό, συρρέουν οι ίδιοι στην παγίδα που έχουν στήσει γι’ αυτούς οι σωματέμποροι επιχειρώντας να εισέλθουν στην ΕΕ διασχίζοντας τα θαλάσσια σύνορα της. Την ίδια στιγμή στην υποσαχάρεια Αφρική, το “Κονγκό έχει πάψει να υφίσταται ως ενιαίο κράτος: Αποτελεί μια πολλαπλότητα εδαφικών επικρατειών που κυβερνώνται από τοπικούς πολέμαρχους, οι οποίοι ελέγχουν τις περιοχές τους με στρατούς που κατά κανόνα περιλαμβάνουν και παιδιά υπό την επήρεια ναρκωτικών. Καθένας από αυτούς τους πολέμαρχους συνδέεται επιχειρηματικά με κάποια ξένη εταιρεία που εκμεταλλεύεται τον, κυρίως μεταλλευτικό, πλούτο των εδαφών του. Η ειρωνεία είναι ότι πολλά από αυτά τα μεταλλεύματα χρησιμοποιούνται σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας όπως λάπτοπ και κινητά τηλέφωνα. Ξεχάστε, λοιπόν, τη βάρβαρη συμπεριφορά του ντόπιου πληθυσμού. Απλώς αφαιρέστε από την εξίσωση τις ξένες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, και το όλο οικοδόμημα του εθνοτικού πολέμου που τροφοδοτείται από πάθη καταρρέει”.ix

Κοινή συνισταμένη του πρωτόγονου αυτού καθεστώτος εκμετάλλευσης είναι η πελώρια ανισοκατανομή της δύναμης ανάμεσα στον εκμεταλλευτή και το θύμα του, καθώς και η ολοκληρωτική απουσία ιδεολογικής θεμελίωσης της υπεροχής του ισχυρότερου σε κάτι άλλο εκτός από την ίδια την ανωτερότητα της ισχύος και των υλικών μέσων που έχει στη διάθεση του για να την ασκήσει. Αναφερόμενος στον ρόλο της βίας στην καπιταλιστική οικονομική διαδικασία, ο Μαρξ είχε γράψει ότι “Η ανακάλυψη των ορυχείων χρυσού και αργύρου της Αμερικής, η εξόντωση των ιθαγενών πληθυσμών, η υπαγωγή τους στη δουλεία ή το θάψιμο τους στα ορυχεία, η κατάκτηση και η αρχή της ληστείας των ανατολικών Ινδιών, η μετατροπή της Αφρικής σε ένα τεράστιο κλουβί, όπου οι δουλέμποροι κυνηγούσαν τους μαύρους, όλα αυτά χαρακτηρίζουν την αυγή της περιόδου της καπιταλιστικής παραγωγής. Οι ειδυλλιακές αυτές μέθοδοι είναι σπουδαίοι παράγοντες της πρωταρχικής συσσώρευσης […] Αυτές οι μέθοδοι βασίζονται κατά μέρος στην απλή φυσική δύναμη-βία, όπως το αποικιακό σύστημα. Όλες στηρίζονται στη δύναμη-βία, στη συγκεντρωμένη οργανωμένη δύναμη-βία της κοινωνίας για να επιτείνουν στο ανώτατο όριο την μετατροπή του φεουδαρχικού συστήματος παραγωγής σε καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής και για να συντομεύσουν τις μεταβατικές φάσεις. Η βία είναι η μάνα κάθε παλιάς κοινωνίας, που υπάρχει. Αυτή η ίδια είναι μια οικονομική δύναμη”.x Εκείνο που ο Μαρξ δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε είναι ότι δεν περιέγραφε στο δοκίμιο ένα συντελεσμένο ιστορικό γεγονός, την “αυγή της περιόδου της καπιταλιστικής παραγωγής”, αλλά τις υλικές προϋποθέσεις για την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων του καπιταλισμού ως οικονομικού συστήματος που ενσωματώνει δυνητικά ολόκληρη την ανθρωπότητα, ταξινομώντας τη σε ιεραρχικά διαβαθμισμένα αλληλεξαρτώμενα μέρη.

Επιπλέον, άλλη μια πρόγνωση που έκανε ο Μαρξ και τελικά αποδείχτηκε πως ήταν εσφαλμένη αφορούσε την πεποίθηση του ότι ο καπιταλισμός συνιστούσε δύναμη “εκσυγχρονισμού” για τους “λαούς χωρίς ιστορία”, κατά τον Ένγκελς, οι οποίοι περιέρχονταν κάτω από τη δικαιοδοσία της παγκόσμιας αγοράς. Στην πραγματικότητα μάλλον το αντίθετο συνέβη. Αντί οι “προηγμένες” χώρες του καπιταλιστικού κέντρου να αναμορφώσουν τις κοινωνικές ολότητες της περιφέρειας στα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά πρότυπα του δυτικού πολιτισμού, ήταν τελικά οι “οπισθοδρομικοί” λαοί στις παρυφές του συστήματος της οικονομίας της αγοράς που κατόρθωσαν να παραμορφώσουν και να “αγριοποιήσουν” τις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Έχοντας για αρκετές δεκαετίες αποτελέσει το κατεξοχήν όργανο για τον οικονομικό εξανδραποδισμό των χωρών του Τρίτου Κόσμου, το ΔΝΤ αρχικά διέσχισε τον ευρωπαϊκό Ρουβίκωνα όταν κλήθηκε να υπηρετήσει τις ανάγκες του διεθνοποιημένου κεφαλαίου πρώτα στα κράτη του πρώην ανατολικού μπλοκ, τα οποία υποχρεώθηκαν να πραγματοποιήσουν ένα άλμα θανάτου. Μια άτακτη και οδυνηρή μετάβαση από τη σχεδιασμένη οικονομία του σοσιαλιστικού κρατισμού, σε μια πλήρως απορρυθμισμένη οικονομία της αγοράς.xi Ύστερα, σειρά πήραν οι υπερχρεωμένες χώρες του νότου της ημιπεριφέρειας της ΕΕ, οι οποίες βρίσκονται πλέον κάτω από τον δεσποτικό έλεγχο των τεχνοκρατικών ελίτ που κυβερνούν στις Βρυξέλλες και στο ΔΝΤ.xii Η ενιαία ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε για να επιλύσει τα δομικά ζητήματα που δημιούργησε η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, προς όφελος πάντα των συμφερόντων των οικονομικών ελίτ, δεν είναι παρά μια μεταφορά σε ευρωπαϊκό έδαφος της εξουσιαστικής τεχνογνωσίας και των μεθόδων οικονομικής τρομοκρατίας που για χρόνια εφάρμοζε το ΔΝΤ στις χώρες της περιφέρειας.

Το μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον που παράγεται μέσα από τη διαδικασία της συστημικής αναδιάρθρωσης σε παγκόσμια κλίμακα, οδηγεί σε μια σύγκλιση της εμπειρίας της ταξικής καταπίεσης σε αμφότερες την μητρόπολη και την περιφέρεια. Στοιχεία από τα μοντέλα καπιταλιστικής εκμετάλλευσης των καταπιεσμένων του Τρίτου Κόσμου μεταφυτεύονται στις πρωτεύουσες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και μετατρέπονται σε κομμάτι του ταξικού μοντέλου οργάνωσης της κοινωνικής συμβίωσης στις μητροπόλεις. Από την άλλη, γκετοποιημένες κοινότητες πλουσίων και μια πολιορκημένη τάξη νεομπουρζουάδων, κάνουν την εμφάνιση τους στις διαλυμένες κοινωνικές ολότητες του Νότου, αποτελώντας τα ταξικά υποκείμενα μιας παρωδίας καταναλωτικής κοινωνίας μέσα σε μια θάλασσα γενικευμένης κοινωνικής αποσύνθεσης.

Οι πολιτικές ταυτότητας δεν είναι τίποτα άλλο από μια προσαρμογή του ρατσιστικού κοινωνικού φαντασιακού του οριενταλισμού στις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στις χώρες του καπιταλιστικού κέντρου. Δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να διασπούν την ταξική ενότητα των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων, με το να υπερτονίζουν τη σημασία των πολιτισμικών χαρακτηριστικών που διαχωρίζουν κάποιες κοινωνικές ομάδες από τους ταξικούς αδελφούς τους.xiii Κανονικοποιούν και “φυσικοποιούν” τις ταξικές διακρίσεις, λίγο, πολύ ερμηνεύοντας τις θεσμοποιημένες κοινωνικές ιεραρχίες ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της “φυσικής” κατωτερότητας ορισμένων κοινωνικών ομάδων που παίρνει σάρκα και οστά μέσα από το “προβληματικό” πολιτισμικό φαντασιακό τους. Και, αντιστρόφως, συμπεραίνουν ότι κάποιοι από τους συνανθρώπους τους υπολείπονται σε στοιχειώδη πολιτισμικά χαρίσματα, ακριβώς επειδή βρίσκονται στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας. Πρόκεται για μια επαίσχυντη απολογητική της κυριαρχίας, έναν ταξικό ρατσισμό που έλκει την καταγωγή του και τα ιδεολογικά σημεία αναφοράς του από την ιστορική εμπειρία της επικυριαρχίας, επίσημης ή ανεπίσημης, του πλούσιου Βορρά πάνω στις ρημαγμένες κοινωνίες του Νότου.

Ο πιο επικίνδυνος όμως ρατσισμός είναι εκείνος που κρύβεται πίσω από υποτιθέμενες απελευθερωτικές προθέσεις και διακηρύξεις. Η Χ. Μπουτελτζά, μετανάστρια δεύτερης γενιάς απ’ το Μαγκρέμπ που συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ιδρυτές του μεταποικιακού πολιτικού κινήματος των “Ιθαγενών της Δημοκρατίας” στην Γαλλία, δικαίως εξεγείρεται ενάντια στους “ανθρωπιστές” κήρυκες του ατομισμού της αγοράς, που ενθαρρύνουν τις μουσουλμάνες προλετάριες να κατακτήσουν μια αμφιλεγόμενη “ανεξαρτησία”, πληρώνοντας σαν τίμημα τον πολιτισμικό ακρωτηριασμό τους και τον βαθύ υπαρξιακό αυτοτραυματισμό τους μέσω της αποκήρυξης και δημόσιας διαπόμπευσης των αγαπημένων τους προσώπων. Γράφει η Μπουτελτζά, “Όχι, το σώμα μου δεν ανήκει σε μενα. Η μητέρα μου εξακολουθεί να ασκεί την κυριαρχία επάνω του. Αλλά, είμαι κι εγώ συνειδητά συνένοχος σε αυτή την κυριαρχία. Μοιράζομαι τα χαλινάρια του ελέγχου της ζωής μου με αυτήν, με ολόκληρη τη φυλή μου. Όπως και να ‘χει, ακόμη κι αν τα αφαιρούσα, το μόνο που θα κατάφερνα θα ήταν να τα παραδώσω στους λευκούς. Θα προτιμούσα να πεθάνω”.xiv Η απελευθέρωση που αναζητάει η Μπουλτετζά δεν είναι η αλα-καρτ “απελευθέρωση” των δικαιωμάτων του λευκού, αστικού μονοθεματικού φεμινισμού, αλλά η πολύ πιο ριζοσπαστική, καθολική απελευθέρωση από το καθεστώς της νεοαποικιοκρατίας στο εσωτερικό του συστήματος της Πέμπτης Δημοκρατίας. Αυτή την απελευθέρωση σίγουρα δεν μπορεί να την πετύχει μόνο του το έκνομο πολυεθνικό προλεταριάτο, όπως δεν υπάρχει κοινωνική απελευθέρωση για το σύνολο της τάξης των προλετάριων αν δεν περιλαμβάνει την υποτάξη των αποκλεισμένων μεταναστευτικών πληθυσμών που συγκεντρώνονται στα γκέτο των μητροπόλεων του Βορρά. Στο μέτρο που αναγνωρίζουμε την αναγκαιότητα για μια τέτοια ταξική συμμαχία ανάμεσα στα υποτελή κοινωνικά στρώματα, είμαστε επίσης υποχρεωμένοι παραδεχτούμε ότι η επιθυμητή σύμπραξη δεν θα πρέπει να πάρει την μορφή μιας στείρας και μονομερούς επαναστατικής κατήχησης από ένα “φωτισμένο” τμήμα του προλεταριάτου προς ένα άλλο, αλλά θα πρέπει να γίνει σε ισότιμη βάση, ανάμεσα σε δύο αυτόνομα μέρη που θα συνδιαλέγονται ανοιχτά και με κατανόηση αναμεταξύ τους, στη βάση της αλληλεξάρτησης των αρχών, των επιθυμιών και των ταξικών συμφερόντων τους.

iΓια το προσδόκιμο ζωής επί εποχής Τζαμαχιρίγια βλέπε τους σχετικούς πίνακες της Παγκόσμιας Τράπεζας, https://data.worldbank.org/country/libya . Για την κατάσταση που επικρατεί στις μέρες μας στη βορειοαφρικανική χώρα, B. Norton, Media Erase NATO Role in Bringing Slave Markets to Libya, https://fair.org/home/media-nato-regime-change-war-libya-slave-markets/ .

iiW. Bonefeld, The Permanence of Primitive Accumulation, https://libcom.org/files/PrimAccum.pdf .

ivΡαγδαία η αύξηση χρήσης ρομπότ στην αμερικανική βιομηχανία, http://www.kathimerini.gr/1012521/article/oikonomia/die8nhs-oikonomia/ragdaia-h-ay3hsh-xrhshs-rompot-sthn-amerikanikh-viomhxania .

viiΓια τη θεωρητική έννοια της “πραγμοποίησης” της ιστοριογραφικής μεθόδου, Ε. Τραβέρσο, Αριστερή Μελαγχολία (Εκδόσεις του 21ου).

viiiD.B. Lauterwasser, The Red on Yellow – Chiquita’ s Banana Colonialism in Latin America, https://medium.com/@FeunFooPermaKra/the-red-on-yellow-chiquitas-banana-colonialism-in-latin-america-1ca178af7616 .

ixΣ. Ζίζεκ, Η Νέα Πάλη των Τάξεων (Εκδόσεις Πατάκη), σελ. 78.

xΚ. Μαρξ, Η Γένεση του Κεφαλαίου (Εκδόσεις Κορόντζη), σελ. 85-6.

xiT. Fotopoulos, The Catastrophe of Marketization, https://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol5/fotopoulos_marketisation.htm .

xiiJ.Bond, A Greek tragedy: how the EU is destroying a country, https://www.spectator.co.uk/2018/10/a-greek-tragedy-how-the-eu-is-destroying-a-country/ .

xiii“Η ταυτότητα μου είναι ότι με κάνει να μην είμαι ταυτόσημος με κανέναν άλλο”. Α. Μααλούφ, Οι φονικές ταυτότητες (Ωκεανίδα), σελ. 18.

xivH. Bouteldja, Whites, Jews and Us (Semiotexte), σελ. 75.

Βιβιλιοκριτική: “Ριφιφί στο Μουσείο”, του Γ. Μπόγρη

ΡΙΦΙΦΙ-ΣΤΟ-ΜΟΥΣΕΙΟ.-Το-χρονικό-μιας-διάρρηξης-top

Δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας, ούτε σκοπεύω να γίνω. Ωστόσο, πήρα την απόφαση να δημοσιεύσω αυτή τη βιβλιοκριτική εξαιτίας της προσωπικής φιλίας που με συνδέει με τον συγγραφέα και σε προηγούμενη συνεννόηση μαζί του. Κανείς δεν θα πρέπει να εκλάβει την δημοσίευση αυτή ως απόπειρα διαφήμισης ενός πολιτισμικού προϊόντος. Πιο πολύ συνιστά την έμπρακτη αναγνώριση μιας αξιόλογης συγγραφικής προσπάθειας από έναν φίλο προς έναν άλλο.

Το “Ριφιφί στο Μουσείο” ήταν ένα από τα φετινά “βιβλία των διακοπών” μου και δεν σίγουρα μετάνιωσα που το είχα μαζί μου στην βαλίτσα μου. Στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία αν θέλει κάποιος να έχει σίγουρη εμπορική επιτυχία αρκεί να γράψει μια ρομαντική αναπόληση για τη ζωή των διωγμένων ελλήνων στις “χαμένες πατρίδες” της Μικράς Ασίας. Ή, εναλλακτικά, ένα δακρύβρεχτο χρονικό για τις θηριωδίες που υπέστησαν οι Εβραίοι της Θεσ/νικης κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν ο συγγραφέας είναι δεξιός, θα προσπαθήσει να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας της Θεσ/νικης στάθηκε στο πλευρό της εβραϊκής κοινότητας και αντιστάθηκε, έστω υπογείως, στις δολοφονικές μεθοδεύσεις του ναζιστή κατακτητή, δίνοντας έτσι άφεση αμαρτιών στο πατριωτικό συλλογικό ασυνείδητο. Αντίθετα, αν είναι αριστερός, θα επιμείνει στη συνενοχή των ηγετικών τάξεων της ελληνικής κοινωνίας στο έγκλημα και θα διατυμπανίζει την ιστορική συνέχεια που υπάρχει ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα.

Ευτυχώς το “Ριφιφί” δεν ακολουθεί τέτοιες έτοιμες πολιτισμικές συνταγές ούτε ως προς τη φόρμα, ούτε ως προς το περιεχόμενο. Αναφορικά με το δεύτερο, ο συγγραφέας κάνει μια ασυνήθιστη επιλογή σχετικά με τον τόπο όπου εκτυλίσσεται η ιστορία του, εκείνη της ελληνικής ηπειρωτικής υπαίθρου (η ιστορία διαδραματίζεται στη Θήβα). Μια επιλογή που είναι σημαντική διότι μέχρι σήμερα η ηπειρωτική επαρχία είναι αρκούντως παραμελημένη από τη σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία, μια απαξίωση που αντιστοιχεί σίγουρα στην οικονομική, πολιτική, πολιτισμική και διοικητική απομόνωση και υποβάθμιση της από το νεολληνικό κράτος. Ακολουθώντας τον κανόνα του φιλοσόφου και κριτικού τέχνης Ιππόλυτου Ταιν, ότι το έργο τέχνης αναδεικνύεται καλύτερα όταν παίρνει για έμπνευση του τον υλικό κόσμο γύρω του, ο συγγραφέας αποφασίζει να τοποθετήσει την ιστορία του στη γενέτειρα πόλη του της Θήβας. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι απλώς μια γραφική περιήγηση στους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης, στο δάσος και τα φυσικά τοπία που την περιτριγυρίζουν, αλλά και μια εισαγωγή στους ανθρωπολογικούς τύπους που ενδημούν στην τοπική κοινωνία και μέσα από αυτήν, μια γνωριμία με όλες τις μικρές επαρχιακές πόλεις της σύγχρονης χρεοκοπημένης Ελλάδας. Ο βιωματικός χαρακτήρας της μυθιστορίας εξασφαλίζει τον ρεαλισμό και την αυθεντικότητα των αναπαραστάσεων της διήγησης.

Από την άλλη, έχοντας σπουδάσει κι εργαστεί “εκτός των τειχών”, ο συγγραφέας μπόρεσε να αποκτήσει τις εμπειρίες, την ευρύτητα αντίληψης και τη συναισθηματική απόσταση που είναι απαραίτητη έτσι ώστε να προσεγγίσει την τοπική κοινωνία, τον επαρχιωτισμό και τις νοοτροπίες της με διεισδυτική ματιά και κριτική διάθεση. Αποθέωση της ρεαλιστικής αντίληψης στην οποία μένει πιστό το βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος, είναι κατά τη γνώμη μου η εμφάνιση του παρακείμενου τσιγγάνικου καταυλισμού, του οποίου οι σχέσεις με την τοπική κοινωνία είναι μάλλον συγκρουσιακές και τεταμένες. Ο καταυλισμός δεν εμφανίζεται στο βιβλίο ως ένα μέρος όπου κατοικούν πλάσματα εξωτικά, εκ φύσεως προορισμένα να πράττουν το “καλό” ή το “κακό”, αλλά ως το απόλυτο υλικό όριο της ιστορίας. Το σημείο όπου ακόμα και η αστυνομική καταδίωξη που εκτυλίσσεται σε κάποιο σημείο του βιβλίου παύει αναγκαστικά και οι πρωταγωνιστές της είναι υποχρεωμένοι να αλλάξουν ρώτα, προτού εισέλθουν σε έναν κόσμο ο οποίος σίγουρα μήτε ανήκει, μήτε έχει κοινά σημεία με τον δικό τους.

Από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν διαδοχικά ο ξιπασμένος έφορος αρχαιοτήτων, η φιλόδοξη υπάλληλος-βοηθός του, οι φιλότιμοι χειρώνακτες εργαζόμενοι στο εργοτάξιο, ο περιθωριοποιημένος λούμπεν προλετάριος, ο νεαρός εργαζόμενος φτωχός, ο άνεργος χωρίς ρόλο και χωρίς μέλλον, ο αηδιαστικός κομματάρχης, ο ξιπασμένος προύχοντας, η άκακη μαυροφορεμένη γιαγιά των παιδικών μας χρόνων. Όλα αυτά τα πρόσωπα συνιστούν μια πιστή αντιγραφή της κοινωνικής γεωγραφίας της μικρής πόλης. Η συγγραφή, όπως και η γλυπτική και η ζωγραφική, είναι κατ’ εξοχήν μιμητικές τέχνες. Ωστόσο, αν μόνο η πιστή μίμηση της πραγματικότητας ήταν το ζητούμενο της συγγραφής, τότε ένα δημοσιογραφικό χρονικό της καθημερινότητας μιας επαρχιακής πόλης θα αποτελούσε από μόνο του το πληρέστερο και αρτιότερο έργο τέχνης. Εκείνο που ζητάμε από την τέχνη είναι όχι μόνο την καταγραφή των διαφορετικών μερών που απαρτίζουν το σύνολο, στην προκειμένη περίπτωση τα διαφορετικά πρόσωπα που απαρτίζουν από κοινού την τοπική κοινωνία, αλλά και την αναπαράσταση των σχέσεων και των εξαρτήσεων που υπάρχουν μεταξύ τους, προκειμένου να κατανοήσουμε την εδραιωμένη ιεραρχία τους, να δούμε ποιες σχέσεις είναι κοινωνικά σημαντικές και πρωτεύουσες και ποιες έπονται και είναι δευτερεύουσες. Από αυτή την άποψη, οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε όλους αυτούς, η διαπλοκή ανάμεσα στα συμφέροντα και τις επιθυμίες τους θα μας εκπλήξουν και θα μας κρατήσουν το ενδιαφέρον αμείωτο μέχρι την τελευταία σελίδα.

Αν υπάρχει κάτι που ενώνει όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο έργο είναι η επιθυμία τους να φύγουν από τη Θήβα, η αντίληψη που έχουν για τον τόπο όχι σαν προορισμό, αλλά σαν σημείο εκκίνησης, φυγής (ακόμα κι ο ένας εκ των πρωταγωνιστών που επιστρέφει, γυρίζει επειδή υποχρεώθηκε από την έλλειψη χρημάτων). Αυτό δεν οφείλεται βέβαια σε κάποιο σύμπλεγμα κατωτερότητας του συγγραφέα, αλλά στην οδυνηρή διαπίστωση ότι η παραμελημένη επαρχία είναι ένας τόπος που εξαιτίας της γεωγραφικής κατανομής των ιεραρχικών κοινωνικών λειτουργιών του αστικού κράτους είναι πάντοτε καταδικασμένη να επιτελεί έναν υποδεέστερο ρόλο σε σύγκριση με την μητρόπολη, το αδιαφιλονίκητο αστικό κέντρο. Τις περισσότερες φορές οι κάτοικοι αυτών των περιοχών, που ζουν και ονειρεύονται σαν όλους τους άλλους, υποχρεώνονται να γίνουν εσωτερικοί μετανάστες, πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους τη χώρα και να εγκαταλείψουν τις ιδιαίτερες πατρίδες τους κυνηγώντας την επαγγελματική “επιτυχία” και την κοινωνική “καταξίωση” στις πόλεις. Ή να σκαρφιστούν ένα “μεγάλο κόλπο”, μια μαγική συνταγή που θα αλλάξει την κοινωνική κατάσταση τους και θα τους βγάλει από τη δύσκολη θέση, όπως γίνεται στο “Ριφιφί”.

Ίσως ένα ψήγμα κριτικής θα μπορούσε να διατυπωθεί εν σχέση με την πλήρη απουσία ενός απελευθερωτικού κοινωνικού σχεδίου από τις σελίδες του βιβλίου. Θα μπορούσε κανείς σε αυτό το σημείο να αναρωτηθεί, μα γιατί να χρειάζεται πάντοτε η ύπαρξη ενός σχεδίου απελευθέρωσης; Η απάντηση σε αυτό είναι ότι η κοινωνία μας είναι ταξική και ότι εκείνο που είναι προς το συμφέρον των κυρίαρχων, δεν είναι αναγκαστικά προς το συμφέρον των υποτελών, μια αλήθεια που ανέδειξε με τον πιο οδυνηρό τρόπο στην πράξη η πρόσφατη καπιταλιστική κρίση. Κάτι που φαίνεται άλλωστε και από τα βασικά υπαρξιακά αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες στην ιστορία του “Ριφιφί”. Η απάντηση σε αυτά τα αδιέξοδα, η επίλυση του κοινωνικού ζητήματος ούτως ειπείν, μπορεί να έγκειται είτε σε μια ταξική στρατηγική συλλογικής λύτρωσης, μιας ή και περισσότερων αδύναμων κοινωνικών ομάδων, ή εκεί που μια τέτοια στρατηγική απουσιάζει, σε μια τακτική ατομιστική, αποσπασματική και μεμονωμένη. Στο “Ριφιφί” μόνο η δεύτερη περίπτωση εμφανίζεται. Αλλά, από την άλλη, δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση από ένα βιωματικό διήγημα να εκθέσει πράγματα τα οποία ποτέ του δεν έχει δει. Το περισσότερο που μπορεί να κάνει είναι να περιγράψει τις συνθήκες και τα γεγονότα που καθιστούν και την πρώτη λύση εξίσου αναγκαία. Ίσως μάλιστα και περισσότερο από τις στρατηγικές ατομικής λύτρωσης που βασιλεύουν επί του παροντος στην ιεραρχική μας κοινωνία και που στρέφουν τον έναν άνθρωπο ενάντια στον άλλον, σε έναν θεσμοποιημένο, γενικευμένο πόλεμο όλων εναντίον όλων.

Η κανονικότητα της ανορθολογικότητας στον καπιταλισμό

untitled-design-2

Γενικά, έδινε στον εαυτό της πολύ καλές συμβουλές (αν και πολύ σπάνια τις ακολουθούσε)”.

Λούις Κάρολ, Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων

Έχει ειπωθεί ότι, στην ουσία της, η διανοητική κατάσταση που αποκαλούμε “τρέλα” ισοδυναμεί με την ιδιωτική παραγωγή νοήματος. Φυσικά, κάθε παραγωγή νοήματος είναι στη βάση της ιδιωτική, με την έννοια της υποκειμενικότητας. Παρ’ όλα αυτά, η αντίληψη της ιδιωτικότητας εμπεριέχει και το στοιχείο της μοναχικότητας, μια διάσταση απόλυτης απομόνωσης. Υπονοοεί δηλαδή την παραγωγή νοήματος για τον κόσμο γύρω μας, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψιν σε αυτή τη διαδικασία τους υλικούς δεσμούς και τις κοινωνικές σχέσεις με τον κόσμο που μας περιβάλλει. Από αυτή την άποψη, είναι καταπληκτικός ο βαθμός κατά τον οποίο η τρέλα ομοιάζει με την κοινωνική κατασκευή της υποκειμενικότητας στον καπιταλισμό. Θα έλεγε κανείς ότι η απόλυτη αδιαφορία για τον κάθε συνάνθρωπο μεμονωμένα, αλλά και για το σύνολο της κοινωνικής ολότητας γενικά, αποτελεί την ενδεδειγμένη στάση ζωής που διασφαλίζει την “αντικειμενική” υλική ευημερία, αλλά και την υποκειμενική ευδαιμονία του καθενός στον καπιταλισμό, ενώ, παράλληλα, συνιστά προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του ως οικονομικού και πολιτικού συστήματος οργάνωσης της ετερόνομης κοινωνίας. Πράγματι, δεν είναι ανάγκη να ανησυχεί κανείς για την οικολογική καταστροφή που συντελείται σε πλανητική κλίμακα από τα απορρίματα των ηλεκτρονικών συσκευών, όταν μπορεί να προμηθευτεί το καινούριο i-phone και να διευρύνει τις δυνατότητες επικοινωνίας του με την παγκόσμια ψηφιακή “κοινότητα” σε πραγματικό χρόνο.i Ούτε χρειάζεται να ασχολούμαστε με την γενικευμένη φτώχεια κι εξαθλίωση που προξενεί το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, εφόσον μπορούμε ακόμα να επισκεφτούμε όποια χώρα επιθυμούμε και να “γνωρίσουμε τους πολιτισμούς” που έχει ετοιμάσει ειδικά για εμάς η παγκόσμια τουριστική βιομηχανία. Ο καπιταλισμός μας διαπαιδαγωγεί να απολαμβάνουμε το δένδρο, ενώ ολόγυρα μας το δάσος έχει πιάσει φωτιά.

Τη στιγμή που τα τροπικά δάση του Αμαζονίου καταστρέφονται και ένα βασικό κομμάτι του οικοσυστήματος του πλανήτη μετατρέπεται σε σκόνη, ο μέσος άνθρωπος και “πολίτης” είναι υποχρεωμένος να αγνοήσει την τραγωδία που συντελείται μπροστά στα μάτια του, εφόσον οι πολιτικές και οικονομικές δομές της θεσμοποιημένης ετερονομίας δεν του παρέχουν το παραμικρό περιθώριο για να αντιδράσει και να αντισταθεί. Από την άλλη, κάποιοι άλλοι “πολίτες”-καπιταλιστές δεν διστάζουν να πυρπολήσουν τα δάση αυτού του κόσμου, τώρα στον Αμαζόνιο, πριν στη Σιβηρία και την Καλιφόρνια, προκειμένου να αποκομίσουν ιδιωτικά οφέλη και να γεμίσουν τις τσέπες τους, χωρίς να τους ενδιαφέρει αν με τις ενέργειες τους ζημιώνουν το σύνολο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση φτάνει να εκφράζεται στο πιο αφηρημένο επίπεδο από ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί πριν από έξι καλοκαίρια, όταν είχα βρεθεί στα Χανιά της Κρήτης και είχα υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας της εξής σουρεαλιστικής καταστάσεως. Γύρω μου βασίλευε η καπιταλιστική αποχαύνωση και η επιτηδευμένη συλλογική ραστώνη της περιόδου του θέρους. Την ίδια στιγμή και σε καθημερινή βάση, τα δολοφονικά βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ απογειώνονταν κάθε μισή ώρα μπροστά στα μάτια μας και με εκκωφαντικό θόρυβο, από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις που διατηρούν οι ΗΠΑ στην περιοχή για να σκορπίσουν τον θάνατο δέκα λεπτά αργότερα από την απέναντι πλευρά της Μεσογείου. Κανένας από τις στρατιές των αφιονισμένων τουριστών δεν έδειξε να ενοχλείται ή να προβληματίζεται από την πολεμική επιχείρηση που εκτυλισσόταν μπροστά τους. Παντού φαινόταν να κυριαρχεί μια διάχυτη άρνηση να αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα που είχαμε ενώπιον μας, πράγμα που συνιστά μια αρνητική μορφή ιδιωτικής νοηματοδότησης του κόσμου. Το παραγωγικό, “θετικό” αντίστοιχο αυτής της τάσης ήταν αναμφίβολα η αλλοτριωμένη συνείδηση των αεροπόρων που οδηγούσαν τα μαχητικά, οι οποίοι ήταν βέβαιοι πως “απελευθέρωναν” τους λίβυους την ίδια ώρα που έριχναν βόμβες μεγατόνων πάνω στα κεφάλια τους.

Αν τα παραπάνω δεν παραπέμπουν σε μια ερμηνεία της καθημερινότητας υπό τον καπιταλισμό ως μιας διαρκούς άσκησης σε συνθήκες συλλογικής παράνοιας, τότε δεν ξέρω πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε αυτές τις καταστάσεις. Ένας φιλελεύθερος αρθρογράφος περιέγραψε πρόσφατα μια παλαιότερη επίσκεψη του στην Ανατολική Ευρώπη την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού ως μια πρωτόγνωρη εμπειρία όπου το κάθε τι, η οποιαδήποτε καθημερινή δραστηριότητα φαινόταν να εμπεριέχει μια μεγαλύτερη συμβολική σημασία από εκείνη που “κανονικά” της αναλογούσε.ii Στον καπιταλισμό συμβαίνει λοιπόν το αντίθετο. Είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίζουμε πράγματα που κουβαλούν από μόνα τους τεράστια συμβολική και πρακτική σημασία ως προς τις αντικειμενικές συνθήκες της κοινωνικής αναπαραγωγής του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, σαν τετριμμένα γεγονότα απογυμνωμένα από κάθε συλλογικό φαντασιακό νόημα και περιεχόμενο. Όπως είχε γράψει και ο Β. Χάβελ, στον “σοσιαλισμό” κυριαρχούσε η ιδεολογική υπερ-νοηματοδότηση του κόσμου. “Ο διευθυντής ενός μανάβικου τοποθετεί στο παράθυρο του, ανάμεσα στα κρεμμύδια και τα καρότα, το σλόγκαν: ‘Εργάτες του κόσμου, ενωθείτε!’ Γιατί το κάνει; Τι προσπαθεί να επικοινωνήσει στον κόσμο; […] Το κάνει γιατί αυτά τα πράγματα πρέπει να γίνουν αν πρόκειται κανείς να αφεθεί ήσυχος να προχωρήσει με την ζωή του. Είναι μία από τις χιλιάδες λεπτομέρειες που του εξασφαλίζουν μια σχετικά γαλήνια ζωή ‘σε αρμονία με την κοινωνία’, όπως λένε”.iii Στον καπιταλισμό αντίστροφα, βασιλεύει η απο-νοηματοδότηση του.

Ο φασίστας Μπολσονάρο ποτέ δεν έκρυψε ότι μέσα στο κυβερνητικό πρόγραμμα είχε συμπεριλάβει την σκόπιμη σαλαμοποίηση του Αμαζονίου και την “αξιοποίηση” του για οικονομικούς λόγους. Ήταν τούτη η αποφασιστικότητα του να υπερπηδήσει τα εμπόδια που ορθώνουν στον καπιταλισμό οι συντεταγμένες κοινωνικές αντιστάσεις, που έκανε τα χρηματιστήρια, σαν κατεξοχήν εκφραστές των συμφερόντων του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, να υποδεχτούν με ανυπόκριτο ενθουσιασμό την προοπτική ανόδου του στην εξουσία.iv Τότε είχαμε σημειώσει ότι το μέλλον του πλανήτη υποθηκεύεται εξαιτίας του έμφυτου επαρχιωτισμού που διέπει την αντίληψη των συμφερόντων του αστικοκαπιταλιστικού έθνους-κράτους ως μιας νομικής οντότητας με αποκλειστική δικαιοδοσία ζωής και θανάτου πάνω στους υλικούς και ανθρώπινους πόρους που ενυπάρχουν μέσα στα σύνορα του. Αλήθεια, ποια θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη αντίδραση όταν ο βραζιλιάνος ηγετίσκος υποσκάπτει με τις ενέργειες του τις θεμελιακές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ζωής πάνω στον πλανήτη, στο όνομα της “ανεξαρτησίας” και του “εθνικού συμφέροντος” του κράτους της Βραζιλίας; Κατ’ αρχάς θα πρέπει να κάνουμε απολύτως ξεκάθαρο ότι ο Μπολσονάρο δεν υπηρετεί κανένα “εθνικό” συμφέρον της χώρας του, στον βαθμό που η ανυπολόγιστη οικολογική καταστροφή που έχει συντελεστεί στον Αμαζόνιο επηρεάζει εξίσου τους βραζιλιάνους με τον ίδιο, αν όχι και με χειρότερο τρόπο, όπως και το σύνολο της ανθρωπότητας. Καλύτερα λοιπόν θα ήταν αν μιλούσαμε για τα συμφέροντα των εταιρικών κολοσσών αγρομπίζνες που ωφελούνται από την αποψίλωση του Αμαζονίου και τον εκτοπισμό των ιθαγενών.

Ωστόσο, μέσα στις συνθήκες ανελέητου ανταγωνισμού που έχει καθιερώσει η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, η εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων της εγχώριας καπιταλιστικής τάξης είναι ζωτικής σημασίας αν η βραζιλιάνικη οικονομία πρόκειται να επιβιώσει απέναντι στις ανεπτυγμένες οικονομίες των μητροπόλεων του καπιταλισμού. Είναι σχεδόν αναγκασμένη από τις περιστάσεις να αξιοποιήσει κάθε “συγκριτικό πλεονέκτημα” που διαθέτει, σύμφωνα με την ορολογία που αρέσκεται να χρησιμοποιεί κατά κόρον η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, εμβαθύνοντας την ιστορική διαδικασία αγοραιοποίησης και υποβάλλοντας στη δικαιοδοσία της αγοράς το σύνολο των κοινωνικών λειτουργιών, αν επιθυμεί το βραζιλιάνικο κεφάλαιο να επιβιώσει σε αυτόν τον θεσμοποιημένο πόλεμο όλων εναντίον όλων. Έπεται από τα παραπάνω ότι τόσο μια εταιρεία, όσο και το νεοφιλελεύθερο έθνος-κράτος που δομεί την οργανωτική και ιδεολογική διάσταση της ύπαρξης του στα οργανωτικά και φαντασιακά πρότυπα μιας καπιταλιστικής επιχείρησης, αδυνατούν από τη φύση τους να συλλάβουν τις επιπτώσεις που έχουν οι ενέργειες και οι δραστηριότητες τους στο γενικό συμφέρον, ή να κατανοήσουν την ίδια την ύπαρξη ενός γενικού συμφέροντος πέρα από το αυτοαναφορικό, εγωιστικό συμφέρον που έχει να κάνει με την ίδια την αναπαραγωγή τους ως δομή και ως σύστημα. Και φυσικά κανένας νεοφιλελεύθερος εξτρεμιστής όπως ο Μακρόν, δεν δικαιολογείται να καταληφθεί από όψιμο βοναπαρτισμό και να αυτοπροτείνεται σαν ο “ευγενής” υπερασπιστής της διεθνούς κοινότητας, τη στιγμή που εδώ κι έναν περίπου χρόνο καταστέλλει βάναυσα και χωρίς έλεος την μαχητική εξέγερση των προλετάριων στη Γαλλία προκειμένου να διασφαλίσει τα ταξικά συμφέροντα και τα θεσμοποιημένα προνόμια του διεθνοποιημένου κεφαλαίου σε μια από τις ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Όπως είχε γράψει ο Τ. Φωτόπουλος, είναι η δυναμική “ανάπτυξη ή θάνατος” του συστήματος το οποίο υπηρετεί πιστά ο Μακρόν και οι συνάδελφοι του επαγγελματίες πολιτικοί της υπερεθνικής ελίτ, η οποία δημιουργεί την ανάγκη για επιβίωση των πολιτικών και οικονομικών ελίτ του συστήματος σε βάρος των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων που αποτελούν και τη συντριπτική πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού.

Εν πολλοίς, η οικουμενική ανθρώπινη κοινότητα για λογαριασμό της οποίας κρούουμε τώρα τον κώδωνα του κινδύνου είναι προς το παρόν το αποκύημα της ριζοσπαστικής φαντασίας κάποιων κοινωνικών αγωνιστών και ακόμη μένει να αποκτήσει υλική συγκρότηση, να δημιουργηθεί ως ενεργό πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο. Όσο οι ετερόνομες προλεταριακές μάζες συνεχίζουν να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως προέκταση της οικονομίας της αγοράς, εξαρτημένες από τις ελίτ που κατέχουν την πολιτική και οικονομική δύναμη, όπως π.χ. είδαμε να συμβαίνει στις Σκουριές, τόσο ο αφανισμός της ανθρωπότητας από ένα ανορθολογικό, παρανοϊκό σύστημα που ανάγει τη συλλογική απώθηση σε κυρίαρχη αρχή του ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού θα γίνεται ολοένα και πιο πιθανός.v Προτού σωθεί η ανθρωπότητα θα πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί ως υπαρκτή κοινότητα αγώνα. Η έμπρακτη σφυρηλάτηση δεσμών αλληλεγγύης με το έκνομο προλεταριάτο των μεταναστών και η διεθνοποίηση των ζωτικών πόρων του πλανήτη ώστε να μην ανήκουν στην ιδιοκτησία κανενός έθνους-κράτους και καμιάς μονάδας του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, όπως έγραψε κάποτε ο Ρ. Ρόκερ, είναι τα δύο σημεία απ’ όπου μπορεί κανείς να εκκινήσει για την πορεία προς την ταξική λύτρωση του παγκόσμιου προλεταριάτου.vi

iii V. Havel, Living in Truth (Faber and Faber), σελ. 41.

vΣκουριές: τα συμφέροντα της μη-εργασίας, https://www.provo.gr/skouries-ta-symferonta-tis-mi-ergasias/.

viM. Schmidt & L. Van Der Walt, Black Flame (AK Press), σελ. 310.

Η υποχρέωση του να είναι κανείς “ελεύθερος”

narcissus-1599

Η καταναλωτική κοινωνία ακμάζει (ή έστω επιβιώνει) χάρη στο μαγικό κόλπο της μετατροπής της ευκαιρίας σε υποχρέωση ή, σύμφωνα με την ορολογία των οικονομολόγων, της προσφοράς σε ζήτηση”.

Z. Bauman, Γεννημένοι Ρευστοί

O Σλ. Ζίζεκ έγραψε σε ένα κείμενο του ότι το υπέρτατο ανθρώπινο δικαίωμα στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, το δικαίωμα από το οποίο έπονται όλα τα υπόλοιπα, είναι το δικαίωμα να “μας αφήσουν ήσυχους”.i Το δικαίωμα δηλαδή στην προστασία του προσωπικού μας χώρου, την ελευθερία από αυθαίρετες επιβολές τρίτων και από έμπρακτες εκδηλώσεις ανεπιθύμητης οικειότητας. Πώς φτάσαμε όμως να αποδίδουμε τέτοια αξία στη διατήρηση των αποστάσεων; Δεν ήταν η κατάργηση των τεχνητών αποστάσεων που αναπαρήγαγε η τυπολατρική ηθική και ο σχολαστικός κώδικας ευπρέπειας της ιστορικής αστικής τάξης, το ζητούμενο της επανάστασης της καθημερινής ζωής που έφεραν δυναμικά στο προσκήνιο τα υποκείμενα της εξέγερσης του 1968; Στο ευρύτερο επίπεδο του υποδείγματος οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας, οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν στην καταναγκαστική εξάλειψη των ορίων, σε μια τεχνητή, από-τα-πάνω κατάργηση τους, εκδηλώθηκαν με όλη την αδιαμφισβήτητη ένταση τους στον τρόπο με τον οποίο κατέρρευσε το κοινωνικό μοντέλο της πολυπολιτισμικότητας στις καπιταλιστικές μητροπόλεις του παγκόσμιου Βορρά. Όπως είχε σημειώσει κάποιος μελετητής, η υπόθεση πίσω από το κοινωνικό παράδειγμα της πολυπολιτισμικότητας ήταν ότι η κοντινότητα, η άμεση επαφή με τη ριζική ετερότητα ενός διαφορετικού πολιτισμικού συστήματος, ήταν η αναγκαία συνθήκη για να ξεπεραστεί ο συλλογικός φόβος μπροστά στο διαφορετικό. Ήταν άλλωστε ο Εντ. Σαϊντ ο οποίος είχε επισημάνει ότι η στερεοτυπική αντίληψη που μπορεί να έχουμε για τα πράγματα κατερρέει και εξαϋλώνεται ευθύς αμέσως μόλις έρθουμε σε επαφή με το υποκείμενο των προκαταλήψεων και των μισαλλόδοξων πεποιθήσεων μας. “Όταν ένας μορφωμένος Οριενταλιστής”, γράφει ο Σαϊντ, “ταξίδευε στη χώρα της ειδικότητας του, έφερνε πάντοτε μαζί του τα αδιαμφισβήτητα αφηρημένα αποφθέγματα που αφορούσαν τον ‘πολιτισμό’ που είχε μελετήσει. Σπάνια οι Οριενταλιστές ενδιαφέρονταν για οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ το να αποδείξουν την εγκυρότητα αυτών των βαρύγδουπων “αληθειών” εφαρμόζοντας τες, χωρίς μεγάλη επιτυχία, σε ανυποψίαστους, και γι’ αυτό τον λόγο εκφυλισμένους, ιθαγενείς”.ii Έφτανε να γνωρίσει κανείς από κοντά έναν μουσουλμάνο, έναν Αφροαμερικανό ή έναν Εβραίο για να συνειδητοποιήσει ότι όσα πίστευε για εκείνους, τα αναλλοίωτα και παντοτινά χαρακτηριστικά που τους απέδιδε συνολικά σύμφωνα με την φυλή ή το χρώμα του δέρματος τους πουθενά δεν εμφανίζονταν στο αυθεντικό και περίπλοκο υποκείμενο που αίφνης βρισκότανε μπροστά του/της.

Η αποικιοκρατία είχε πλήρη επίγνωση αυτής της βαθύτερης αλήθειας. Δια τούτο φρόντισε να δομήσει την κυριαρχία της πάνω σε ένα άκαμπτο σύστημα κοινωνικών ιεραρχιών που σαν αντικείμενο του είχε τη συνολική ρύθμιση των σχέσεων και την τυποποίηση των δοσοληψιών ανάμεσα στους λευκούς αφέντες και τους αποικισμένους πληθυσμούς. Απαραίτητος όρος για την αναπαραγωγή των εξουσιαστικών μηχανισμών της αποικιοκρατίας ήταν και ο αυστηρός χωροταξικός διαχωρισμός των πληθυσμών, η περιχαράκωση των κοινοτήτων των λευκών αποίκων και των γηγενών. Με αυτόν τον τρόπο γινόταν η διαχείριση της κοντινότητας με τους ιθαγενείς. Η αποφυγή του ενδεχόμενου η εγγύτητα αυτή να οδηγήσει σε μια ανεπιθύμητη προσέγγιση με την εμφάνιση αισθημάτων συμπάθειας ή αλληλεγγύης προς τους περιθωριοποιημένους και αποανθρωποποιημένους έγχρωμους προλετάριους. Έτσι, βλέπουμε ότι η ιστορική εμπειρία της επαφής από πρώτο χέρι όχι μόνο δεν λειτούργησε σαν εφαλτήριο για μια σε βάθος γνωριμία με τον πολιτισμό του άλλου, αλλά, αντίθετα, αποτέλεσε την πρώτη ύλη για το ρίζωμα ρατσιστικών δοξασιών περί ανωτερότητας της λευκής φυλής στον πυρήνα του ετερόνομου φαντασιακού των προνομιούχων τάξεων της Ευρώπης.

Ο κυριότερος λόγος που συνέβη κάτι τέτοιο ήταν διότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα στους πολιτισμούς, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι η κτηνώδης λεηλασία του πλούτου των λαών του κόσμου από τους Ευρωπαίους, έλαβε χώρα σε συνθήκες πελώριας ανισότητας. Ή μάλλον η ίδια η καθιέρωση αυτής της ανισότητας, μέσω του καπιταλιστικού επεκτατισμού και της οικονομικής υποδούλωσης κι εκμετάλλευσης των λαών της περιφέρειας, ήταν η κινητήρια δύναμη που ώθησε τους ευρωπαίους να σπάσουν την απομόνωση των “λαών χωρίς ιστορία” (σύμφωνα με τη διαβόητη ρήση του Ένγκελς) και να βαδίσουν σθεναρά προς την κατεύθυνση της καπιταλιστικής ενοποίησης του κόσμου.iii Παρομοίως, η αλληλεπίδραση των πολιτισμών στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες του Βορρά δεν είχε σαν έκβαση την αμοιβαία κατανόηση και τον αλληλοσεβασμό ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες, αλλά γρήγορα παρήγαγε έχθρες, καχυποψία και τελικά ανελέητο ανταγωνισμό, εφόσον τα νέα πολιτισμικά στοιχεία έπρεπε να ενταχθούν σε ένα ιεραρχικά διαρθρωμένο και ταξικά διαχωρισμένο πολιτισμικό πεδίο.

Από αυτή την άποψη, είναι εντελώς υποκριτικό ή, αν δεχτούμε την ύπαρξη μιας ειλικρινούς πρόθεσης, αθεράπευτα ρομαντικό, να περιμένει κανείς την ισότιμη αντιμετώπιση της κάθε υποδεέστερης υποκουλτούρας από τους κυρίαρχους θεσμούς του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, ακόμη κι όταν πολλές από τις κεντρικές φαντασιακές σημασίες ενός ελάσσονος ταξικού φαντασιακού βρίσκονται σε κατάφωρη αντίθεση με τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα του δεσπόζοντος καπιταλιστικού φαντασιακού της ετερόνομης κοινωνίας. Αυτό δεν υπονοεί κάποια έμφυτη κατωτερότητα του ελάσσονος φαντασιακού, αλλά μόνο την κοινωνική θέσμιση του μέσα από μια ιεραρχική κοινωνική σχέση, μια δομή ανισοκατανομής της δύναμης σε σχέση με το δεσπόζον κοινωνικό φαντασιακό των ελίτ. Άλλωστε, μόνο μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα που θεσμοποιεί τον ανταγωνισμό και τη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες μπορεί η διαφορετικότητα να προσλάβει συγκρουσιακές διαστάσεις και να αναχθεί σε “ανώτερη” ή “υποδεέστερη” κατάσταση, με κριτήριο την ικανότητα της να προσιδιάζει και να εκπληρώνει επιτυχώς έναν προκαθορισμένο σκοπό.

Για παράδειγμα, τέτοια είναι η περίπτωση της “ζακάτ”, της υποχρεωτικής φιλανθρωπίας την οποία, σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση, οφείλουν να τηρούν ευλαβικά οι εύποροι πολίτες μιας κοινότητας απέναντι στους λιγότερο τυχερούς από εκείνους.iv Ή για να αναφερθούμε και στην μικροκλίμακα των έμφυλων σχέσεων θα μπορούσε κανείς να πάρει σαν παράδειγμα την απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας (χιτζάμπ). Είναι πράγματι εκπληκτική η αδυναμία που έχουν επιδείξει οι ευρωπαϊκές ελίτ να αποδεχτούν τη χιτζάμπ ακόμη κι όταν η υιοθέτηση της αποτελεί αποδεδειγμένα εκούσια επιλογή από μέρους των μουσουλμάνων γυναικών που διαβιούν τις χώρες του παγκόσμιου Βορρά. Μια τέτοια επιλογή, αναθεματίζεται από τα επίσημα πολιτειακά όργανα ως καθαρή υπονόμευση του κοσμικού χαρακτήρα του Κράτους, την ίδια στιγμή που η δημόσια επίδειξη χριστιανικών θρησκευτικών συμβόλων, όπως οι διακοσμητικοί σταυροί, ουδόλως έχουν ενοχλήσει τις “ιακωβινικές” ελίτ του διεθνοποιημένου κεφαλαίου. Ή απλώς δεν κατορθώνει να εγγραφεί στην κατηγορία της “ελεύθερης επιλογής”, εφόσον το αποτέλεσμα μιας ελεύθερης ατομικής επιλογής μπορεί να περιλαμβάνει μονάχα τη διεύρυνση του πεδίου που υπόκειται στη δικαιοδοσία της. Δηλαδή την γεωμετρική επέκταση της σφαίρας όπου ο αυτοκαθορισμός μέσω της ατομικής επιλογής είναι δυνατός. Συνακόλουθα, η επιλογή υπέρ της ένδυσης με χιτζάμπ είναι απλώς ακατανόητη με όρους του καταναλωτικού αυτόνομου υποκειμένου, μιας κι ερμηνεύεται ως επιλογή υπέρ της περιστολής της αυτονομίας του/της. Οι οριενταλιστές “εμπειρογνώμονες” σπεύδουν να διευκρινίσουν ότι σίγουρα οι νεαρές μουσουλμάνες υφίστανται εκφοβισμό και τρομοκρατία από το στενό οικογενειακό τους περιβάλλον, ή ακόμη και την αφόρητη συλλογική πίεση της πρωτόγονης κοινότητας από την οποία προέρχονται και η οποία ποτέ δεν αφομοίωσε επαρκώς τον “δυτικό τρόπο ζωής”.

Εκείνο όμως που φοβούνται πραγματικά οι επικυρίαρχοι της αγοράς είναι η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος από την οποία φαίνεται να εμφορούνται οι νεαρές μουσουλμάνες αναφορικά με τις βασικές προδιαγραφές εμπορευματοποίησης και σεξουαλικής φετιχοποίησης του γυναικείου σώματος, σύμφωνα με τους κανόνες που έχει ορίσει για αυτόν τον σκοπό το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα ανήσυχων νεαρών υποκειμένων γένους θηλυκού, που αρνούνται να συμμορφωθούν με την ηγεμονική εικόνα της γυναίκας ως ερωτικού αντικείμενου προς κατανάλωση που προωθεί το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Δεν θέλουν να μετατρέψουν τους εαυτούς τους σε υπερήφανα ηδονικά σύμβολα της καταναλωτικής κοινωνίας, ούτε να συμπεριφερθούν και οι ίδιες σαν αχόρταγες καταναλώτριες της ίδιας της μονοδιάστατης συμβολικής εικόνας που επιφυλάσσουν για εκείνες οι εμπορευματικές ροές και τα κυκλώματα αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Σίγουρα δεν ισχυρίζομαι ότι το ιδανικό της αντίστασης στον καπιταλισμό είναι μια κοινωνία κουκουλωμένων και μαυροντυμένων γυναικών. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε τη διαστροφή των μηνυμάτων της σεξουαλικής επανάστασης από την εμπορευματική κουλτούρα, την απαλλοτρίωση της ιδεολογίας και των πρακτικών της από τη βιομηχανία της ηδονής. Τη χρήση δηλαδή του σεξ ως εργαλείου ελέγχου από την καταναλωτική κοινωνία, η οποία συνιστά την υπέρτατη ιστορική έκφραση της καπιταλιστικής κοινωνικής θέσμισης. Όπως πολύ καλά το έκφρασε πρόσφατα μια αναρχική συντρόφισσα, τίθεται το ζήτημα τι “χρειάζεται η ελευθερία να ικανοποιείς την επιθυμία σου, όταν δεν είναι σίγουρο ότι η επιθυμία είναι δικιά σου”; Και παρακάτω σημειώνει: “Η γενικευμένη τάση για αποκάλυψη του σώματος στην παραλία, δεν είναι δικιά τους επιθυμία [των γυναικών], είναι ένας καινούριος τρόπος υποταγής στην Πατριαρχία, που βρίσκει έναν καινούριο τρόπο να μεταλλαχθεί και να προβάλλει τις επιθυμίες της ως αντίσταση στην Πατριαρχία”.v

Αν ο απώτερος σκοπός της ιστορικής διαδικασίας ανατροπής του καταπιεστικού καθεστώτος που διήπε τις έμφυλες σχέσεις ήταν η σεξουαλική ελευθεριότητα, η απενοχοποίηση της ερωτικής συνεύρεσης και η απόσπαση της από την εποπτεία των θεσμών της κατεστημένης θρησκείας και του Κράτους, τότε η εμπορευματοποίηση και η φετιχοποίηση του σεξ σηματοδότησε την συντριπτική υπαναχώρηση αυτού του οράματος, με τη διαδικτυακή εκστρατεία metoo να συνιστά την πιο ηχηρή έκφραση της ανόδου ενός αντεστραμμένου πουριτανισμού και συνεπώς τη ριζική διάψευση των φαντασιώσεων σεξουαλικής απελευθέρωσης της εξεγερμένης γενιάς του ’68. Αντί για την αναθεώρηση των παραδοσιακών χαρακτηριστικών των έμφυλων ταυτοτήτων, τη ρευστότητα και την εναλλαγή των κοινωνικά κατασκευασμένων ρόλων, την αναγνώριση της οργιαστικής και ανέμελης φύσης του ερωτικού παιχνιδιού, το metoo ανακηρύσσει το Κράτος και την αγορά, με τις στρατιές τους από καλοπληρωμένους δικαστές, δικηγόρους “ειδικευμένους” σε υποθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης, συμπεριφορικούς επιστήμονες, μπάτσους και ψυχολόγους, σε υπέρτατους θεματοφύλακες για την προστασία κι “ενδυνάμωση” του γυναικείου φύλου. Περιχαρακώνει εκ νέου τα φύλα (και οτιδήποτε βρίσκεται ανάμεσα σε αυτά ή στις παρυφές τους) σε ευδιάκριτα κι εχθρικά στρατόπεδα, αλλά τούτη τη φορά το κάνει στο όνομα της ατομικής ελευθερίας και της ισότητας των φύλων. Δεν ισχυριζόμαστε βέβαια ότι γουρούνια σαν τον Weinstein θα πρέπει να απολαμβάνουν κάποιου είδους ασυλία και να μένουν ατιμώρητα για τις ειδεχθείς τους πράξεις (ας με συμπαθούν τα συμπαθή τετράποδα για τον χαρακτηρισμό). Ωστόσο, το ζήτημα δεν έγκειται τόσο στην παθολογικά σαδιστική και αθεράπευτα αρπακτική φύση του “άνδρα” ως υποκειμένου έτσι γενικά, αλλά, όπως και στην περίπτωση της πολυπολιτισμικότητας, στις θεσμοποιημένες σχέσεις εξάρτησης και στην ύπαρξη συστημικών δομών οι οποίες αναπαράγουν την συντριπτικά άνιση κατανομή της δύναμης ανάμεσα στα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες.

Όπως άλλωστε έχει δείξει ο Τ. Φώστερ στην πρωτοποριακή εργασία του με θέμα τις σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα στους μαύρους άρρενες σκλάβους και τους πλούσιους ιδιοκτήτες σκλάβων του αμερικάνικου Νότου, θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης έπεφταν εξίσου οι άνδρες σκλάβοι τόσο από τους λευκούς άνδρες-αφέντες, όσο και από τις συζύγους τους.vi Αυτή η διαπίστωση βέβαια δεν μειώνει σε τίποτα την καταστροφική επίδραση που είχε η πατριαρχία σαν πρωτογενής δομή εξουσίας η οποία αναπαρήγαγε ιστορικά τον ετεροκαθορισμό των γυναικών και την πολύπλευρη εκμετάλλευση τους από τους άνδρες επικυρίαρχους. Παρ’ όλα αυτά, μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι η άσκηση της πατριαρχίας στη σύγχρονη μορφή της, είναι σύμφυτη με τη συγκρότηση θεσμών που καθιέρωσαν την ιεραρχική διάρθρωση της κοινωνικής ολότητας και μόνο μέσα από τη λειτουργία αυτών των θεσμών είναι δυνατή η απρόσκοπτη αναπαραγωγή της. Από αυτή την άποψη, το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη δύο βιολογικά καθορισμένων οντοτήτων που βρίσκονται εγκλωβισμένες σε έναν αιώνιο πόλεμο μεταξύ τους, αλλά η θεσμοποίηση της ύπαρξης πλούσιων και φτωχών, ισχυρών και αδύναμων. Μια δομική ανισότητα που καθιστά δυνατή την εκμετάλλευση και την κυριαρχία ενός ανθρώπου πάνω σε έναν άλλο άνθρωπο, της μίας πολιτισμικής ομάδας πάνω στην άλλη, της μιας κοινωνικής τάξης πάνω σε μιαν άλλη. Αν δεν αμφισβητήσουμε ευθέως τους βασικούς θεσμούς του ετερόνομου συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας, θα ξεπέσουμε μέχρι του σημείου να εννοούμε την γυναικεία “απελευθέρωση” με όρους ανέλιξης των γυναικών στις διευθυντικές θέσεις των πιο αντικοινωνικών πολιτικών και οικονομικών οργάνων της καπιταλιστικής υπερεθνικής κυριαρχίας, όπως έγινε με τον διορισμό της Γκεοργκίεβα στο ΔΝΤ, της Φον Ντερ Λάιντεν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και της Λαγκάρντ στην ΕΚΤ. Έτσι όμως δεν κατορθώνουμε να εξαλείψουμε τα δεινά της κυριαρχίας. Στον βαθμό που αυτή είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό, απλώς διευρύνουμε την κοινωνική βάση από την οποία οι κυρίαρχες πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές ελίτ του συστήματος μπορούν να στρατολογούν τα μέλη τους.

iSl. Zizek, Against human rights, https://libcom.org/library/against-human-rights-zizek.

iiEd. Said, Orientalism (Penguin Books), σελ. 52.

iiiK. B. Anderson, Marx At the Margins (The University of Chicago Press), σελ. 74.

iv“Για αυτό το λόγο χρειάζεται ένας ακόμη μηχανισμός ανακατανομής του πλούτου: το ζακάτ (υποχρεωτική ελεημοσύνη). Το ζακάτ είναι ένας από τους πέντε στύλους του Ισλάμ, ο εξαγνισμός των επίγειων αγαθών. Πρέπει να δοθεί μια φορά τον χρόνο και είναι ένα ποσοστό από το περίσσευμα των αγαθών”. Στο Αμπ. Πράδο, Ισλάμ και Αναρχισμός (Ισνάφι), σελ. 96.

vΜαγιό και Φεμινισμός, https://athens.indymedia.org/post/1598694/.

viTh. A. Foster, The sexual abuse of black men under american slavery, Journal of the History of Sexuality

Vol. 20, No. 3 (Σεπτέμβρης 2011).

Η λύση που μας ετοιμάζουν

αρχείο λήψης

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν”.

Κ.Π. Καβάφης, Ιθάκη

Υπάρχει μια ηθελημένη παρανόηση που αφορά την αντίληψη που έχει ο μέσος άνθρωπος αναφορικά με την έννοια της “κρίσης” και ότι αυτή συνεπάγεται. Έχει επικρατήσει να θεωρούμε την κρίση σαν μια προσωρινή κατάσταση ανισορροπίας του συστήματος, μια συνθήκη έκτακτης ανάγκης την οποία αρκεί απλώς να αφήσουμε πίσω μας για να επανέλθουμε σε ένα μυθικό παρελθόν γενικής ευημερίας. Μια πρότερη κανονικότητα όπου άπαντες ήταν ικανοποιημένοι και συνυπήρχαν αρμονικά μεταξύ τους. Μιλάω εδώ για μυθικό παρελθόν εφόσον ακόμα και στις “ειδυλλιακές” εποχές του αφηγήματος της διαρκούς ανάπτυξης και του καπιταλιστικού “εκσυγχρονισμού”, υπήρχαν μεγάλα κομμάτια του εγχώριου και πολυεθνικού προλεταριάτου που ζούσαν στη σκιά, που πλήρωναν με το αίμα τους τη διαρκή οικονομική μεγέθυνση και χρηματοδοτούσαν την συγκέντρωση του κεφαλαίου με την αδιάλειπτη υποτίμηση των υλικών όρων της ζωής τους. Αυτή την ερμηνεία της κρίσης ενθαρρύνουν και τα πάσης φύσεως συστημικά κόμματα του κατεστημένου, παρουσιάζοντας την σαν το ποσοτικό αποτέλεσμα της αδυναμίας να συνδυαστούν αποτελεσματικά μια σειρά από μονοδιάστατα λογιστικά μεγέθη. Αυτή η αδυναμία μπορεί με τη σειρά της να ξεπεραστεί διαμέσου μιας συνετής διαχείρισης των δημοσιονομικών πόρων, ωσάν ο ίδιος ο τρόπος κατανομής των πόρων του κράτους να μην θέτει εξορισμού ζήτημα ηγεμονικού παραδείγματος οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας. Τόσο ως προς τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί το κράτος τα περιουσιακά στοιχεία του, όσο και αναφορικά με το ίδιο το δικαίωμα του κράτους να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που τα αξιοποιεί με παρεμβάσεις του προς όφελος της κοινωνίας.

Τα κόμματα θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι θα αρκούσε η εξοικονόμηση κεφαλαίων από τον κρατικό κορβανά και η άμεση διοχέτευση τους στους υπερεθνικούς μηχανισμούς που έχει στήσει το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο για την αποπληρωμή του δυσβάστακτου χρέους, ώστε να πετύχουμε την πολυπόθητη “έξοδο από τα μνημόνια”. Να ξεπεράσουμε τη δυσάρεστη συγκυρία στην οποία βρισκόμαστε με τον ίδιο τρόπο που κάποιος θα έβρισκε την μυστική έξοδο από ένα δωμάτιο στο οποίο είναι παγιδευμένος και από το οποίο δεν μπορούσε μέχρι σήμερα να βγει. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η κρίση είναι ένα μέγεθος εξωτερικό από εμάς. Παρά τις οδυνηρές συνέπειες της, μπορούμε να βγούμε από αυτήν αλώβητοι, με την έννοια ότι δεν αγγίζει κάποιον εσώτερο πυρήνα που (προφανώς) διαθέτει η ετερόνομη κοινωνία του ελλαδικού προτεκτοράτου κι εκφράζεται καλύτερα από το φαντασιακό μιας μυθολογικής εθνικής ενότητας ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις που, κατά τα άλλα, δεν έχουν κανένα κοινό έδαφος όπου μπορούν να συναντήσουν ή μία την άλλη. Αυτό που αποκρύπτει η παραπάνω μονοδιάστατη αφήγηση της εξουσίας για την πολυδιάστατη κρίση που η ίδια διέρχεται, είναι το γεγονός ότι η κρίση είμαστε εμείς οι ίδιοι. Είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από την αδυναμία συνέχισης των αντικειμενικών συνθηκών της κοινωνικής μας υπόστασης, των υλικών όρων αναπαραγωγής του ετερόνομου συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας συνολικά.

Έτσι, η υπέρβαση της κρίσης προϋποθέτει μια μόνιμη μεταλλαγή του κοινωνικού συστήματος και την αναδιοργάνωση του σε μια πιο συγκεντρωτική βάση, τόσο στο πολιτικό, όσο και στο οικονομικό επίπεδο για να μπορέσει αυτό να συνεχίσει να υπάρχει. Κι επειδή οι υπέρογκες πληρωμές για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους οφείλουν να εξυπηρετούνται εις το διηνεκές βάσει των νομικών δεσμεύσεων που ανέλαβε το ελλαδικό προτεκτοράτο έχοντας υπογράψει αποικιακού τύπου συνθήκες με το μπλοκ των καπιταλιστών δανειστών του, η ανάπτυξη που θα επιτευχθεί από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση δεν πρόκειται ποτέ να είναι αυτοχρηματοδοτούμενη κι επομένως βιώσιμη μέσα στις συνθήκες ανελέητου ανταγωνισμού που θεσμοποιεί το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Τα πλεονάσματα που θα παράγονται από την κατ’ εξακολούθηση περιστολή των δαπανών του κράτους προορίζονται για να φουσκώνουν τους λογ/σμους του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και η εξεύρεση πόρων για την περαιτέρω υποστήριξη της καπιταλιστικής “ανάπτυξης” με κρατικές επενδύσεις στην εκπαίδευση ή τις υποδομές θα πρέπει να προέρχεται από την περαιτέρω συμπίεση των λαϊκών εισοδημάτων, την υπερφορολόγηση και την συρρίκνωση του λεγόμενου κοινωνικού μισθού. Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, ότι η κρίση δεν είναι μια παροδική κατάσταση όπου κάποιες ισορροπίες του συστήματος έχουν προσωρινά διαταραχτεί και από την οποία αναμένεται να “εξέλθουμε” από μέρα σε μέρα, αλλά μια μόνιμη κατάσταση φτωχοποίησης για τα υποτελή κοινωνικά στρώματα, η μετάβαση σε ένα άλλο παράδειγμα κοινωνικής οργάνωσης, περισσότερο συγκεντρωτικό και περισσότερο αυταρχικό απ’ το προήγουμενο.

Για να αποκαλυφθεί στις πραγματικές διαστάσεις του το περιεχόμενο της προπαγάνδας της κυριαρχίας περί εξόδου από την κρίση, αρκεί να αναφερθούμε σε εκείνα τα κράτη τα οποία τα συστημικά ΜΜΕ εμφανίζουν ως υποδείγματα επιτυχημένων χωρών που “ξεπέρασαν” την οικονομική τους δυσπραγία κάνοντας χρήση των μεθόδων που έθεσε στη διάθεση τους η διεθνής των τοκογλύφων και τώρα έχουν επανέλθει πια σε μια κατάσταση νιρβάνας της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Η Ιρλανδία είναι αναμφίβολα το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από αυτά που προαναφέραμε. Έχοντας βρεθεί αντιμέτωπη με το φάσμα της χρεοκοπίας το 2010, εφάρμοσε πιστά τις εντολές των υπερεθνικών θεσμών διακυβέρνησης και σήμερα έχει επανέλθει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης με ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και θετικό πρόσημο στο ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών. Ωστόσο, η Ιρλανδία της περιόδου πριν την οικονομική καταστροφή, δεν είναι η ίδια χώρα με αυτήν που προέκυψε από τις τεκτονικές κοινωνικές αλλαγές που προκάλεσαν στη χώρα οι διαλυτικές πιέσεις της οικονομικής ύφεσης. Η ιρλανδική οικονομία διατηρεί έναν βαθμό ανταγωνιστικότητας που της επιτρέπει να χρηματοδοτεί ένα εξωστρεφές μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης με τίμημα όμως την μαζική μεταναστευτική φυγή του πλεονάζοντος πληθυσμού της στο εξωτερικό, την μόνιμη καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου της μεγαλύτερης μερίδας του υποπρολεταριάτου και την διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών στον τομέα της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής ασφάλισης. Έχει γίνει πια κτήμα των πολλών ότι η καταγραφή θετικών ρυθμών ανάπτυξης για μια οικονομία δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε ευημερία για τα κατώτερα στρώματα, τα οποία μπορούν κάλλιστα να πλήττονται από ένα νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο που τα αντιμετωπίζει ως καύσιμη ύλη για τις φωτιές της καπιταλιστικής οικονομικής μεγέθυνσης. Η φτώχεια έτσι μετατρέπεται σε συστημικό μέγεθος που παράγεται γεωμετρικά από τις αντίστοιχες διεργασίες αναπραγωγής του ετερόνομου μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας. Αν στην Ελλάδα η “λύση” αυτή έχει καθυστερήσει, αυτό συμβαίνει διότι οι ταξικές αντιστάσεις που αντιμετωπίζει το πρόγραμμα της τρόικας για την ολοκληρωτική σαλαμοποίηση ενός μεγάλου κομματιού του προλεταριάτου είναι πολύ πιο ισχυρές από αυτές που προϋπήρχαν σε χώρες όπως η Ιρλανδία, ή η Πορτογαλία. Και σίγουρα δεν πρόκειται ποτέ κανένας καπιταλιστής να αναγνωρίσει τις θυσίες που αναγκάστηκαν να κάνουν οι εργαζόμενοι στον βωμό της ανάπτυξης του κεφαλαίου, να αναφωνήσει “ως εδώ” και να αποφασίσει να δώσει κάτι πίσω στους προλετάριους από τα οικονομικά και τα κοινωνικά δικαιώματα που έχασαν κατά τη διάρκεια των ζοφερών χρόνων της οικονομικής ύφεσης. Η επιστροφή στο “χρυσό” παρελθόν δεν υφίσταται ούτε σαν ρεαλιστική δυνατότητα εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος, ούτε σαν πραγματικό πολιτικό διακύβευμα που τίθεται από κάποιο από τα κόμματα εξουσίας. Το περισσότερο για το οποίο μπορούν να ελπίζουν οι απανταχού εργαζόμενοι είναι να μπει ένα φρένο στην κατρακύλα και να μην επιδεινωθεί κι άλλο η κοινωνική τους θέση.

Κατά την τριετία 2012-2015 ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε την θεσμική έκφραση των εγχώριων ταξικών αντιστάσεων, γεγονός που του έδωσε τη δυνατότητα να επιτύχει μια μετεωρική αύξηση των εκλογικών ποσοστών του σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και το 2015 να σχηματίσει την πρώτη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης που προέρχεται από τους κόλπους της κομμουνιστογεννούς αριστεράς. Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε νομιμόφρονα κυβερνητική δύναμη αποκατέστησε, έστω και με τρόπο βεβιασμένο, τον αναγκαίο θεσμικό διπολισμό ανάμεσα στην “αριστερά” και τη “δεξιά” που έχει ανάγκη το σύστημα για να λειτουργήσει. Συνακολουθα σταθεροποίησε εκ νέου το πολιτικό σύστημα που απ’ το 2010 κι έπειτα, υπέστη σοβαρους κλυδωνισμούς μέχρι του σημείου να καταστεί σχεδόν αναποτελεσματικό ως προς την ανάδειξη του πολιτικού προσωπικού που αναλαμβάνει να διαχειριστεί τα συλλογικά συμφέροντα της οικονομικής ελίτ για λογαριασμό της. Η αμφισημία της πολιτικής θέσης στην οποία έχει περιέλθει ο ΣΥΡΙΖΑ διαφαίνεται καθαρά στο αντιφατικό προεκλογικό του αφήγημα. Από τη μία, προσπάθησε να διατηρήσει την όποια απεύθυνση είχε στα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα και στον κόσμο της εργασίας και γι’ αυτό επαναλάμβανε με μονοτονία τη δακρύβρεχτη διαπίστωση μιας αριστερής διακυβέρνησης που εκτυλίχθηκε “με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα” από τους κακούς ευρωπαίους δανειστές που ήθελαν να τη δουν να αποτυγχάνει. Από την άλλη, απευθυνόμενη στα ευρωλάγνα μεσαία στρώματα, υπερθεμάτισε για μια υποτιθέμενη ηρωική “έξοδο από τα μνημόνια”, υιοθετώντας πρόθυμα το προφίλ μιας τεχνοκρατικής δύναμης που υπερτερεί σε εξειδικευμένες γνώσεις και διοικητικές ικανότητες έναντι των εκπροσώπων του παλαιοκομματικού κατεστημένου. Δεν είναι ανάγκη να εξηγήσουμε εδώ πόσο αντιφατικό είναι από τη μία να αναθεματίζει κανείς την κυβερνητική πολιτική που χρειάστηκε να ακολουθήσει ως προϊόν εξωτερικού καταναγκασμού και μετά να υπερηφανεύεται ότι εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική μπόρεσε κι “έσωσε τη χώρα” από το καθεστώς επιτροπείας.

Η δουλικότητα του ΣΥΡΙΖΑ προς τους επικυρίαρχους της υπερεθνικής ελίτ φαίνεται κι από το γεγονός ότι, κόντρα στα πολιτικά συμφέροντα του, αποφάσισε να σηκώσει μόνος του το βάρος της συμφωνίας των Πρεσπών χωρίς να μεταθέσει μέρος της πολιτικής ευθύνης στην ΝΔ. Κι αυτό γιατί είναι σίγουρο ότι η ΝΔ δεν θα μπορούσε να αντέξει τις φυγόκεντρες δυνάμεις που θα έβαζε σε κίνηση μια ενδεχόμενη αποδοχή της συμφωνίας από την ηγετική κλίκα της, με την ακροδεξιά πτέρυγα των σκληροπυρηνικών εθνικιστών του κόμματος είτε να εξεγείρεται εναντίον της ηγεσίας, ή να αποχωρεί σύσσωμη από το κόμμα. Σε αυτή την περίπτωση όμως ο δεξιός πόλος του πολιτικού συστήματος θα οδηγούνταν σε αποσύνθεση και θα επέρχετο εκ νέου συστημική αποσταθεροποίηση, με μια νέα εκλογική ενδυνάμωση της ΧΑ, της (φιλορωσικής) Ελληνικής Λύσης και άλλων ακροδεξιών μορφωμάτων να φαντάζει σαν διόλου απίθανη, κάτι που σίγουρα δεν επιθυμούσαν οι επικυρίαρχοι της υπερεθνικής ελίτ. Έχοντας πια πλήρη επίγνωση του ακραίου καιροσκοπισμού με τον οποίο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επεξεργάζεται τη στρατηγική της, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και το ενδεχόμενο να θέλησε να πουλήσει τις “καλές υπηρεσίες” του κόμματος στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο ότι εκτός από εγγυητής των οικονομικών συμφερόντων της διεθνούς πλουτοκρατίας, μπορεί να αποτελέσει και μοχλό για την ολοκλήρωση των γεωπολιτικών σχεδιασμών του ΝΑΤΟ σε αυτο το κομμάτι της στρατηγικής του περιφέρειας. Είναι άλλωστε ένα χαρακτηριστικό που διακρίνει κάθε χώρα που βρίσκεται υπό καθεστώς άτυπης ή τυπικής κατοχής, οι πολιτικές δυνάμεις να επιδίδονται σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ τους για το ποιά θα φανεί περισσότερο χρήσιμη στους πραγματικούς κατόχους της δύναμης, τους ιμπεριαλιστές επικυρίαρχους, προκειμένου να εξασφαλίζει έτσι μεγαλύτερο μερίδιο της εξουσίας για λογαριασμό της.

Το κόμμα που δεν ήθελε να γίνει κυβέρνηση

Theodoor_Rombouts_-_The_quack_tooth_puller

Υπάρχουν αυτοί που αμφισβητούν/ που διεκδικούν και αντιδρούν/ εγώ ξέρω να κάνω μόνο μια κίνηση: γυρίζω ανάποδα το σακάκι μου/ πάντα από τη σωστή μεριά”.

Jacques Lanzmann, Ο Καιροσκόποςi

Μια κριτική ανάλυση του θεσμού των εθνικών εκλογών από τη σκοπιά της αυτονομίας παρουσιάζει πάντοτε δύο ζητήματα. Με μια πρώτη ανάγνωση, οι εκλογές δεν είναι τίποτε άλλο από ένας μηχανισμός πολιτικής διαμεσολάβησης των ταξικών συμφερόντων. Ή καλύτερα ένας ετερόνομος θεσμός διαχείρισης των υποτελών ομάδων που βρίσκονται στα κατώτερα επίπεδα της κοινωνικής πυραμίδας. Αν κάποτε ο κοινοβουλευτισμός πρόσφερε μια θεσμικά κατοχυρωμένη σφαίρα όπου τα αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα έβρισκαν ένα νομικά αναγνωρισμένο μέσο έκφρασης και μπορούσαν να επιδίδονται σε έναν αδιάκοπο πόλεμο θέσεων διαμέσου των κομματικών σχηματισμών που αναλάμβαναν εργολαβικά να τους αντιπροσωπεύουν, στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας που διανύουμε έχει συντελεστεί μια ουσιαστική μεταλλαγή του δημόσιου χώρου σε προνομιακό πεδίο για την μονολιθική άσκηση της κυριαρχίας εκ μέρους των ελίτ και των προνομιούχων κοινωνικών ομάδων. Οι εποχές που υπήρχε ένα ισχυρό και οργανωμένο εργατικό κίνημα το οποίο είχε την ικανότητα να επηρεάζει τους συσχετισμούς δύναμης στην κορυφή έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Στις μέρες μας οι νεόπτωχοι προλετάριοι και τα ετερόκλητα εργαζόμενα στρώματα δεν διαθέτουν σταθερές συλλογικές δομές για την πολιτική συγκρότηση τους. Στον βαθμό που προτίθενται να ενεργήσουν σαν συλλογικό υποκείμενο αλληλεπιδρούν με το σύστημα μόνο από-τα-έξω, μόνο με όρους εξέγερσης κι έμπρακτης αμφισβήτησης ενάντια στους αντιπροσωπευτικά πολιτειακά όργανα που τους ετεροκαθορίζουν. Αλλά ακόμα κι όταν το εργατικό κίνημα βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος του και οι επαγγελματίες πολιτικοί ήταν υποχρεωμένοι να λαμβάνουν υπόψη τα οικονομικά συμφέροντα των εργατών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, η αντισυστημική αριστερά διέβλεπε σε αυτή την πρακτική μόνο την υπολογισμένη “εξημέρωση” της “αντικειμενικά επαναστατικής” εργατικής τάξης. Ενώ η άνοδος της σοσιαλδημοκρατίας δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα για τον αποπροσανατολισμό των μαζών από το συλλογικό καθήκον της ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης, η έλευση της δεξιάς στην εξουσία σηματοδοτούσε πάντοτε την κήρυξη πολέμου από την πλευρά του ταξικού εχθρού.

Κατά τον ίδιο τρόπο, παρόλο που η σύντομη παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στα υψηλά κλιμάκια της κυβερνητικής εξουσίας έσπειρε την απογοήτευση και είχε σαν μοναδικό ορατό αποτέλεσμα την άνευ όρων συνθηκολόγηση του κόσμου της εργασίας με την ζοφερή κοινωνική πραγματικότητα που προετοιμάζει γι’ αυτήν η καπιταλιστική αναδιάρθρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη, η προοπτική της διαφαινόμενης επικράτησης της ΝΔ στις εκλογές εκλαμβάνεται από τα κατώτερα στρώματα σαν προμήνυμα για την επιβολή της πιο ωμής ταξικής τρομοκρατίας. Μπορούμε έτσι να πούμε ότι οι αντικειμενικές υλικές συνθήκες για τη διεξαγωγή ενός εμφυλίου πολέμου χαμηλής έντασης έχουν ήδη διαμορφωθεί, χωρίς ωστόσο να έχει συντελεστεί ο αντίστοιχος μετασχηματισμός στη σφαίρα των φαντασιακών σημασιών που ορίζουν τις υποκειμενικές συνθήκες στη σφαίρα της κοινωνικής αναπαραγωγής. Με άλλα λόγια, ενώ η ΝΔ συμπεριφέρεται γενικά κι εκφέρει πολιτικό λόγο που αρμόζει σε έναν υπερήφανο τοποτηρητή του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη υποστεί μια πολιτική συντριβή η οποία του στερεί το δικαίωμα να διατείνεται ότι μιλάει στο όνομα των εργαζόμενων στρωμάτων που επλήγησαν ανεπανόρθωτα κι εξακολουθούν να πλήττονται άμεσα από τα κυβερνητικά μέτρα αναδιάρθρωσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς σε μια πιο συγκεντρωτική βάση. Όχι χωρίς λόγο, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υποχρεωμένος να δηλώνει αφηρημένα ότι είναι το “κόμμα των πολλών”, ένας ισχυρισμός που δεν διαφέρει και πολύ απ’ το να παραδέχεται ότι το ιδεολογικό του στίγμα εξαντλείται στο γεγονός ότι πολύ απλά δεν είναι η ΝΔ.

Η “μετα-δημοκρατική” αυτή ταυτότητα του κόμματος της αριστεράς δεν οφείλεται μονάχα σε μια στρατηγική επιλογή εγκατάλειψης των βασικών σημαινόμενων της προλεταριακής ιδεολογίας, ενδεικτικής του οπορτουνισμού που χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψης της πολιτικής ηγεσίας του κόμματος. Ανταποκρίνεται τρόπον τινά και στο υλικό υπόβαθρο του κοινωνικού ανταγωνισμού στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, όπου τα εργαζόμενα στρώματα δεν συγκροτούν ένα ενιαίο κοινωνικό υποκείμενο με μια διακριτή ταξική ταυτότητα, αλλά κατακερματίζονται από μια πολλαπλότητα ταυτοτήτων και μια ποικιλομορφία στον τρόπο με τον οποίο κατανοούν το ταξικό συμφέρον τους. Από αυτή την άποψη, σε ένα πολιτικό μόρφωμα που θέλει να λέει ότι τάσσεται με το μέρος της καταπιεσμένης κοινωνικής πλειοψηφίας δεν μένει άλλη επιλογή απ’ το να καταφεύγει σε μετα-δημοκρατικούς τρόπους πολιτικού αυτοπροσδιορισμού. Αυτό γίνεται ρίχνοντας το βάρος της κομματικής ταυτότητας περισσότερο στο εκλογικό επικοινωνιακό στοιχείο, που τείνει να αντιμετωπίζει τους ψηφοφόρους ως μεμονωμένες έωλες μονάδες που έχουν καταστεί ισότιμες διαμέσου της απόσπασης τους από το ιεραρχικό κοινωνικό περιβάλλον που τους καθηλώνει, υποβαθμίζοντας παράλληλα το αμιγώς πολιτικό στοιχείο που βρίσκεται σε άμεση σχέση με τα ταξικά συμφέροντα και τις υλικές ανάγκες της κοινωνικής βάσης του.

Από την άλλη, η ΝΔ στη συγκυρία που διανύουμε είναι πολύ περισσότερο ένα αμιγώς ταξικό κόμμα, με την έννοια ότι υπάρχει ένας πολύ μεγαλύτερος βαθμός συνοχής και σύγκλισης ανάμεσα στον εκλογικό/επικοινωνιακό και τον πολιτικό του λόγο. Έτσι, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσουν οι απροκάλυπτες αναφορές στην αναγκαιότητα θέσπισης της επταήμερης εργασίας, στην κατάργηση των κρατικών επιδομάτων κοινωνικής αλληλεγγύης, κλπ. Το εκλογικό ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται η ΝΔ είναι το ίδιο με εκείνο που συνθέτει την ταξική βάση του κόμματος και σίγουρα δεν νιώθει την ανάγκη να προσαρμόσει τον δημόσιο λόγο του προκειμένου να συμπεριλάβει σε αυτό τους μεροκαματιάρηδες και τους μη-προνομιούχους.ii Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι οι ομάδες των από κάτωαναδεικνύονται από τον ακροδεξιό πολιτικό λόγο της ΝΔ σε υπέρτατο εσωτερικό εχθρό. Μια ριζική κοινωνική ετερότητα που πρέπει να παταχθεί και να εξοβελιστεί μια και καλή από τα θεσμοποιημένα κέντρα εξουσίας της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Αυτόν τον ιδεολογικό ρόλο προορίζονται να επιτελέσουν οι συχνές άκομψες αναφορές των ακροδεξιών στελεχών στο πολιτικό (αλλά και προσωπικό) ήθος των αντιπάλων τους, στο μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων που σχετίζονται με την αριστερή διακυβέρνηση και στην υποτιθέμενη “πείνα” για δημόσιο χρήμα από την οποία διακατέχονται. Μια αναφορά που βρωμάει ταξικό ρατσισμό και χωρίς αμφιβολία παραπέμπει στην ταπεινή ταξική καταγωγή των συριζαίων.

Και ο ΣΥΡΙΖΑ; Έχοντας διδαχτεί με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι αδυνατούν να εφαρμόσουν κυβερνητικά μέτρα για μια πραγματική φιλολαϊκή μεταρρύθμιση του πολιτικού και οικονομικού συστήματος, οι αριστεροί μαθητευόμενοι μάγοι προτάσσουν τη λαφυραγώγηση του κράτους σαν την κορωνίδα μιας μετα-δημοκρατικής ταξικής πολιτικής. Κάτι που βεβαίως από μόνο του δεν είναι επιλήψιμο, εφόσον η αντίληψη του “καθαρού” Κράτους με τις μηδενικές κοινωνικές και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς είναι μια νεοφιλελεύθερη τεχνοκρατική φαντασίωση που εκλαμβάνει τους ρόλους και τις κοινωνικές λειτουργίες του κρατικού οργανισμού με τον ίδιο τρόπο που αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τις κερδοφόρες και οικονομικά “αποτελεσματικές” λειτουργίες μιας επιχείρησης. Επιπλέον, δεν υπάρχει κανένας λόγος οι προλετάριοι να μην προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν συστηματικά τις δομές του κράτους, ένος οργάνου που πρωτίστως φτιάχτηκε για να τους καταπιέζει, προκειμένου να αποκομίσουν το μέγιστο δυνατό όφελος και να εξασφαλίσουν έναν βαθμό προστασίας για τους υλικούς όρους της ζωής τους που δεν μπορεί να τους προσφέρει ο θεσμοποιημένος κοινωνικός κανιβαλισμός του ευρέως απορρυθμισμένου συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Αυτό ωστόσο φαίνεται να εξηγεί και την αποστροφή που επιδεικνύει φανερά το μεγαλύτερο μέρος του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας για την αριστερά, παρά τη σωσίβια λέμβο που πρόσφερε ο ΣΥΡΙΖΑ στις διαδικασίες κοινωνικής αναπαραγωγής τους συστήματος από το 2012 κι εντεύθεν. Αυτή η επανεφεύρεση εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ των παλαιοκομματικών μεθόδων διακυβέρνησης με τις οποίες οι νεομπουρζουάδες νόμιζαν ότι είχαν ξεμπερδέψει οριστικά.

Κάποιος μπορεί να αντιτείνει σε όσα είπαμε πιο πάνω, ότι το ερμηνευτικό μοντέλο που σκιαγραφήσαμε δίνει υπερβολική βαρύτητα στο υποκείμενο ως ορθολογική μονάδα που κατανοεί το συμφέρον του αποκλειστικά με οικονομικούς όρους και είναι σε θέση να πάρει επεξεργασμένες αποφάσεις για την προστασία του. Στο κάτω, κάτω, μια τέτοια υπόθεση έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με την υποτιθέμενη τάση μετακίνησης των προλεταριακών ψήφων από τον ΣΥΡΙΖΑ προς την ΝΔ, η οποία προτάσσεται ως η κυριότερη εξήγηση για τον καταποντισμό των ποσοστών της αριστεράς στις δημοτικές εκλογές και στις ευρωεκλογές που έγιναν προ μηνός. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τις στατιστικές έρευνες, η ΝΔ αναδείχτηκε δημοφιλέστερο κόμμα στις περισσότερες περιφέρειες και δημοτικά διαμερίσματα, ακόμα και στις γειτονιές όπου κυριαρχεί το λαϊκό, προλεταριακό στοιχείο. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη δεν έχει να κάνει τόσο με μια μαζική μεταστροφή των προλετάριων υπέρ της ΝΔ, όσο με την μαζική αποστοίχιση τους από τις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ, είτε προς πρωτοεμφανιζόμενα εναλλακτικά κόμματα της αριστεράς, π.χ. Βαρουφάκης, ή προς μια καλώς εννοούμενη και συνειδητοποιημένη αποχή, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της οποίας κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μελετήσει. Αν υπάρχουν εργαζόμενοι που ψήφισαν την ΝΔ, αυτό δεν έγινε επειδή οι αποφάσεις τους ανάγονται σε έναν “παρανοϊκό πυρήνα” που τους σπρώχνει να αποφασίζουν κόντρα στο “αντικειμενικό” συμφέρον τους, αλλά επειδή το συμφέρον αυτό δεν προάγεται πια αποτελεσματικά από καμία ταξική στρατηγική συλλογικής λύτρωσης. Μοιραία λοιπόν την πρωτοκαθεδρία αποκτούν οι τακτικές ατομικής λύτρωσης, με τις πελατειακές σχέσεις σαν το καλύτερο μέσο για την εξαγορά της υποστήριξης του κάθε μεμονωμένου ψηφοφόρου.

Από αυτή την άποψη, η αποχή συνιστά έκφραση μιας de facto αντισυστημικής προδιάθεσης του κοινωνικού σώματος, εφόσον η άρνηση της συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία έχει ήδη διέλθει μέσα από την ιστορική εμπειρία της οριακής ταύτισης με τις ψηφοθηρικές δυνάμεις της συστημικής αριστεράς. Μια εμπειρία που αποδείχτηκε οδυνηρή για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη πλην της ίδιας της αριστεράς, η οποία φέρει τεράστια ευθύνη για τούτη την κατάληξη. Η κατάσταση αποσύνθεσης στην οποία βρίσκεται η εργατική τάξη ως υποκείμενο σίγουρα δεν απαλλάσει τον ΣΥΡΙΖΑ από το καθήκον που είχε επωμιστεί εκούσια να δημιουργήσει το θεσμικό πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι μαζικοί προλεταριακοί αγώνες της πενταετίας 2008-2012, οι οποίοι, παρά την ήττα τους, υπήρξαν ιδιαιτέρως μαχητικοί, θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν και να παράξουν μια νέα προλεταριακή ταυτότητα, σε ευθεία αντιπαράθεση με την ηγεμονική μορφή του κοσμοπολίτη νεομπουρζουά που αναδύθηκε μέσα από την αναδιάρθρωση. Οι πολιτικές διαμεσολαβήσεις που συγκροτούνται μέσα στα πεδία του κοινωνικού ανταγωνισμού ανάγονται και αντανακλούν τις αντιμαχόμενες κοινωνικές δυνάμεις, αλλά όχι με τρόπο που είναι μονομερής και μονοσήμαντος. Αντίθετα, πρόκειται για μια αμφίδρομη διαδικασία κατά την οποία οι ταξικά αφυπνισμένες μερίδες των αντίπαλων κοινωνικών ομάδων επενεργούν με τη συλλογική και οργανωμένη δραστηριότητα τους στην ένταση, την ευρύτητα και την κατεύθυνση προς την οποία προσανατολίζεται ο κοινωνικός ανταγωνισμός. Ειδωμένο από αυτή την μεριά, αυτό που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2015 κι έπειτα δεν ήταν τίποτε λιγότερο από καθαρή λιποταξία. Ανέλαβε τη διακυβέρνηση σαν ένα κόμμα που έβλεπε την εξουσία σαν μέσο για έναν σκοπό και γρήγορα διέψευσε κατηγορηματικά τις όποιες προσδοκίες είχαν από αυτόν τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα, μεταλλασσόμενος εν μία νυκτί, και χωρίς ιδιαίτερες αναταράξεις, σε ένα κόμμα που έβλεπε την εξουσία σαν αυτοσκοπό. Στη διαδικασία αυτής της μεταμόρφωσης του συμπαρέσυρε και την όποια ζωτικότητα είχαν εμφυσήσει στους προλετάριους οι μαζικοί εργατικοί αγώνες της αντιμνημονιακής περιόδου. Είναι όμως στο χέρι της κοινωνίας και των αντισυστημικών δυνάμεων που αντιτίθενται με τον λόγο και το έργο τους στη θεσμική πολιτική να την ξαναβρούν και να την μεταφράσουν σε στρατηγική ανατροπής αυτού του συστήματος που τους καταπιέζει και τους εκμεταλλεύεται.

iΓαλλικό τραγούδι που κυκλοφόρησε τους τελευταίους μήνες του 1968.

iiΕκτός αν υποθέσει κανείς ότι ο κακομαθημένος γόνος της εγχώριας κομματικής αριστοκρατίας που ηγείται της ΝΔ ξαφνικά έχασε το ενδιαφέρον του για να γίνει κυβέρνηση. Πράγμα απίθανο μιας και από τότε που ήρθε σε αυτόν τον κόσμο, όλοι του έλεγαν ότι είναι προορισμένος να γίνει πρωθυπουργός και να κυβερνήσει αυτή τη χώρα.

Ο εγωιστής Άγριος

5vXPp

Αν αγωνιζόμαστε για την κομμουνιστική αναρχία, δεν είναι για να καταργήσουμε τον πλούτο, αλλά την φτώχεια”.

Έριχ Μύζαμ, Γερμανός αναρχικός

Στα παραδοσιοκρατικά συστήματα κοινωνικής οργάνωσης, οι θεσμισμένες ιεραρχίες υπάρχουν αφ’ εαυτών ή χρωστούν την ύπαρξη τους στη θέληση μιας υπερφυσικής δύναμης που βρίσκεται έξω και πέρα από αυτές. Η μακροβιότητα ενός θεσμού και η εμπέδωση της ύπαρξης του με την μορφή των παραδόσεων και της εθιμοτυπίας που εκπηγάζει απ’ αυτόν, αρκεί για να καθοσιώσει τις δομές ανισοκατανομής της δύναμης και να τις περιβάλλει με την αίγλη του “ιερού” και αδιαμφισβήτητου.i Με αυτόν τον τρόπο, η ετερόνομη κοινωνική ολότητα αποκτά ξεχωριστή υπόσταση, αυτονομείται από τα μέλη της και τα επικαθορίζει. Έτσι, στην μεσαιωνική ουτοπία του ποιητή Νοβάλις ο πρίγκηπας-ιππότης είναι εξορισμού πρότυπο θάρρους, εντιμότητας και αυταπάρνησης, ενώ στην αυστηρή ιεραρχία των καστών που επικρατεί στην Ινδία, οι απόβλητοι ντάλιτ είναι από τα πριν στιγματισμένοι και αντιμετωπίζονται σαν ανθρώπινα σκουπίδια από τα στρώματα που προσδιορίζονται ως “ανώτερα” με βάση τη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία.ii Μέχρι πρόσφατα, ακόμη και στις ΗΠΑ των θεσμοποιημένων φυλετικών διακρίσεων, η μαρτυρία ενός νέγρου στο δικαστήριο είχε μειωμένο ηθικό βάρος σε σύγκριση με αυτήν ενός λευκού και ανάμεσα στις δύο πάντοτε υπερίσχυε η μαρτυρία του τελευταίου.

Βλέπουμε λοιπόν πως το στοιχείο που ενυπάρχει από κοινού στα παραδοσιοκρατικά συστήματα είναι ότι κάποιες ιδιότητες και ποιοτικά γνωρίσματα του χαρακτήρα αποδίδονται εκ προοιμίου στο άτομο εξαιτίας της κοινωνικής καταγωγής του. Τουναντίον, στην μοντέρνα πολιτική θεωρία, οι ταξικές διακρίσεις ερμηνεύονται ως το φυσικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της διαφορετικότητας που παρατηρείται μεταξύ των επιμέρους ατόμων. Από αυτή την άποψη, οι ταξικές ιεραρχίες είναι μια ανάγλυφη αποτύπωση της διαφορετικότητας που συναντά κανείς στη φύση κι εκφράζουν ως επί το πλείστον την άνιση κατανομή σε “προτερήματα” κι “ελαττώματα”, τις έμφυτες διαφορές στο επίπεδο της ευφυϊας, την ικανότητα για λογική επεξεργασία και την εγγενή χαρακτηροδομή του κάθε υποκειμένου. Με άλλα λόγια, ισοδυναμούν με την αποκρυστάλλωση αυτού που ο Μ. Ρόθμπαρντ αποκαλούσε “δίκαιη ιεραρχία”, η οποία διασφαλίζει και αναπαράγει τη “φυσική” ηγεσία που αποτελείται από τους επιφανέστερους σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας.iii Στην πρώτη περίπτωση, αυτήν της παραδοσιοκρατικής, “οργανικής” κοινότητας, η ολότητα απορροφά εξολοκλήρου κι επικαθορίζει το άτομο. Όπως γράφει ο Α. Ντε Μπενουά, “με μια λέξη, κάθε τι που αποτελεί το ζωντανό περιβάλλον του [ατόμου], και περιστοιχίζει την ύπαρξη του, δεν επιβάλλεται σε αυτό απ’ έξω, αλλά αντίθετα, πρέπει να ειδωθεί σαν συστατικό στοιχείο του εαυτού του”.iv Τα υποτελή κοινωνικά στρώματα είναι νοητά μονάχα στο πλαίσιο των θεσμοποιημένων σχέσεων τους με τα υπόλοιπα μέρη της ετερόνομης ολότητας, σαν κομμάτι δηλαδή ενός ευρύτερου συνόλου. Δεν υπομένουν την καταπίεση σαν μια ολέθρια δύναμη που ασκείται από-τα-έξω και παραμορφώνει τον αγνό, ανθρώπινο τους πυρήνα. Είναι οι ίδιοι αυτή η καταπίεση, την ενσαρκώνουν στον τρόπο με τον οποίο κατανοούν τον εαυτό τους και αυτοπροσδιορίζονται. Ωστόσο, στη δεύτερη περίπτωση, η αστική πολιτική θεωρία εισήγαγε μια τραυματική ρήξη στο επίκεντρο αυτής της δυστοπικής αρμονίας, μεταθέτοντας το άτομο ως τέτοιο και τις ανάγκες του στην αφετηρία της αντίληψης που έχει για την κοινωνία. Αναγνώρισε έναν ξεχωριστό πυρήνα στην ατομικότητα, μια αυθύπαρκτη διάσταση που δεν ανάγει το άτομο στο άθροισμα των κοινωνικών σχέσεων που το συναποτελούν, αλλά του επιτρέπει να εξεγερθεί εναντίον τους και να τις αναμορφώσει σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες και ανάγκες.

Παρ’ όλα αυτά, η μπουρζουαζία θέλησε να απελευθερώσει το άτομο μόνο και μόνο και για να το αλυσοδέσει ξανά με τα δεσμά της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι οι άτυπες ιεραρχίες του συστήματος της οικονομίας της αγοράς συγκροτούνται εξαιτίας της δραστηριότητας μιας “φυσικής” ηγεσίας, στα χέρια της οποίας η ανθρωπότητα οφείλει να εναποθέσει πρόθυμα τις τύχες της, η θεσμοποίηση αυτής της ηγεσίας και η μετουσίωση της έμφυτης ανώτερότητας της σε θεσμοποιημένη σχέση άνισης κατανομής της δύναμης, έχει σαν αποτέλεσμα την “αντικειμενική”, συστημική αναπαραγωγή της υπεροχής της ηγετικής τάξης ανεξάρτητα από τα ατομικά χαρακτηριστικά του υποκειμένου. Όπως πολύ όμορφα το είχε θέσει ο Μπακούνιν, “’Οταν υπάρξει ισότητα από την αρχή, για όλους τους ανθρώπους της γης, τότε – διατηρώντας πάντοτε τα βασικά δικαιώματα της αλληλεξαρτήσεως, τα οποία είναι οι βασικοί συντελεστές των κοινωνικών εξελίξεων: ως λ.χ. της ανθρώπινης νοήσεως και των υλικών αγαθών – μόνον τότε θα δυνηθούμε να ειπούμε με μεγαλύτερη βασιμότητα από ότι άλλοτε, ότι το καθένα άτομο είναι παράγωγο των έργων του”.v

Εξάλλου, απογυμνώνοντας το άτομο από το περιεχόμενο των κοινωνικών σχέσεων του, η πολιτική θεωρία των μπουρζουάδων δεν δημιούργησε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θα συνέβαλλε στη χειραφέτηση του κοινωνικού υποκειμένου, αλλά περισσότερο πέτυχε να βυθίσει το νοητικό κατασκεύασμα της μέσα σ’ ένα οντολογικό κενό. Έτσι, το άτομο μετατρέπεται σε μια αφηρημένη οντότητα που ενυπάρχει μόνο μέσα στα μυαλά των πολιτικών φιλοσόφων και είναι προορισμένη να βρίσκεται πάντοτε σε διαρκή πόλεμο, όχι με μια ορισμένη μορφή οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά με την οργανωμένη κοινωνική συμβίωση ως τέτοια, την οποία εκλαμβάνει σαν καταστρατήγηση της προϋπάρχουσας ελευθερίας του. Η α-κοινωνικότητα του ατόμου όπως την εννοεί η μπουρζουάδικη πολιτική θεωρία, η ολοκληρωμένη ύπαρξη του δηλαδή ως εξατομικευμένη μονάδα απαλλαγμένη από κάθε κοινωνική εξάρτηση και δέσμευση, είναι μονάχα φαινομενική. Η “αυτάρκεια” που προσιδιάζει στο υποκείμενο στη φυσική κατάσταση του, μετουσιώνεται σε στάση καθαρά αντικοινωνική μόλις ο “εγωιστής άγριος” της μπουρζουαζίας αποφασίσει να εισέλθει εις κοινωνία με τους συνανθρώπους του. Με αυτο εννοούμε ότι ο εγωιστής άγριος δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να δει την κοινωνία σαν το πεδίο για την επιβολή και άσκηση της κυριαρχίας του. Σαν μια καταναγκαστική ένωση την οποία έχει κάθε λόγο να καθυποτάξει και να τη χρησιμοποιήσει για την εκπλήρωση των επιθυμιών του και την εξυπηρέτηση των ατομικών του συμφερόντων, μιας και αδυνατεί από τη φύση του να διευρύνει τον ορισμό του προσωπικού του συμφέροντος και να μην συγχέει τον εύλογο κανόνα “προσέχω τον εαυτό μου”, με την αλαζονική, ατομιστική παραφθορά, “προσέχω μόνο τον εαυτό μου”.

Αυτός άλλωστε είναι και ο μοναδικός λόγος που θα μπορούσε να εξηγήσει ικανοποιητικά το γεγονός ότι έξαφνα ο ατομιστής άγριος, ο οποίος ζούσε ευδαίμων, αυτάρκης και αυτόνομος στην υπέροχη απομόνωση του, αποφάσισε μάλλον ανεξήγητα, να εγκαταλείψει αυτή την ιδανική φυσική κατάσταση και να υποβάλλει τον εαυτό του στα δεινά που επιφυλάσσει η κοινωνική συναναστροφή με άλλα μέλη του ανθρώπινου γένους. Το “α-κοινωνικό” λοιπόν άτομο που έχει τον εαυτό του σαν μοναδικό σημείο αναφοράς μεταμορφώνεται αίφνης στο κυριαρχικό, εξουσιαστικό άτομο. Η ανύψωση της ατομικότητας σε υπέρτατη αξία είναι σε αυτό το πλαίσιο ψευδεπίγραφη, διότι δεν αφορά την ατομικότητα όλων, αλλά την ατομικότητα μιας ισχυρής μειοψηφίας, μιας συστημικής ελίτ που αυτοκαθορίζεται ετεροκαθορίζοντας όλους τους υπόλοιπους.

Ούτε υπάρχει κάποιος αντικειμενικός λόγος που θα πρέπει το άτομο να βρίσκεται μόνιμα σε μια κατάσταση εξέγερσης ενάντια στις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης του. Διαφορετικά, η εξέγερση του είναι μια άσκηση στην ματαιότητα, ένας πόλεμος που δεν μπορεί να κερδηθεί, μια συνθήκη που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την μετάβαση από τη σφαίρα της ονειροφαντασίας σε αυτή της κοινωνικής πραγματικότητας. Θα μπορούσαμε εδώ να δανειστούμε τα λόγια του ίδιου του φανατικού υπέρμαχου της ανισότητας Ρόθμπαρντ και να τα στρέψουμε εναντίον του λέγοντας ότι: “[…] εφόσον ένας ηθικός στόχος παραβιάζει τη φύση του ανθρώπου και/ή του σύμπαντος, και συνακόλουθα, δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη, τότε πρόκειται για ένα κακό ιδανικό και θα πρέπει να απορριφτεί σαν στόχος. Αν ο ίδιος ο στόχος είναι εκείνος που παραβιάζει τη φύση του ανθρώπου, τότε είναι κακή ιδέα να εργαστούμε προς την κατεύθυνση της πραγματοποίησης αυτού του στόχου”.vi Η διεκδίκηση της ελευθερίας του ατόμου είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τις τεμαχισμένες και καλά οριοθετημένες “ατομικές ελευθερίες” που μεταχειρίζεται σαν ευρέως διαδεδομένο σύνθημα η πολιτική ορολογία του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι πρόκειται για έννοιες αντιθετικές, εφόσον η αναγκαία συνθήκη για την ελευθερία του κοινωνικού ατόμου είναι η κατάργηση της συγκεντρωτικής εξουσίας, ενώ στον βαθμό που οι ατομικές ελευθερίες δεν αμφισβητούν την ύπαρξη της εξουσίας αυτής καθ’ εαυτής, μπορούν τελικά να πραγματωθούν στο κοινωνικό πεδίο μονάχα αν διεκδικήσουν και αποκτήσουν το μερίδιο από την εξουσία που τους αναλογεί. Όπως και να ‘χει, η ελευθερία του κοινωνικού ατόμου είναι νοητή μόνο όταν αποδίδει ένα θετικό περιεχόμενο στους κοινωνικούς όρους της ύπαρξης. Όταν εγείρει ξεκάθαρες αξιώσεις αναφορικά με το υλικο υπόβαθρο της συλλογικής συμβίωσης της κοινωνίας, αντί να διατυπώνει μονοσήμαντα αρνητικά αιτήματα για τον περιορισμό της εμβέλειας της διακυβέρνησης.

Εξάλλου, ήταν ο Μπακούνιν αυτός που κάποτε σχολίασε ειρωνικά ότι όλοι οι μπουρζουάδες ήταν κατά βάθος “αναρχικοί”. Επιθυμούσαν διακαώς να περιοριστεί το κράτος αυστηρά στα καθήκοντα που έχουν να κάνουν με την αστυνόμευση και την καταστολή και να αφεθούν κατόπιν ανενόχλητοι για να εκμεταλλευτούν τους συνανθρώπους τους όπως εκείνοι νομίζουν καλύτερο. Έγραφε επί λέξη ο Μπακούνιν ότι η μπουρζουαζία, η “τόσο πολυάριθμη και αξιοσέβαστη αυτή τάξη δεν θα επιθυμούσε τίποτα περισσότερο από το να δώσει στον εαυτό της το δικαίωμα, η μάλλον το προνόμιο, της πιο πλήρους αναρχίας. Ολόκληρη η κοινωνική της οικονομία, η πραγματική βάση της πολιτικής της ύπαρξης, δεν έχει όπως ξέρουμε νόμο άλλον από την αναρχία, που διατυπώνεται με τα παρακάτω λόγια που έχουν γίνει περίφημα: ‘Laissez faire et laissez passer”. Αγαπά, όμως, την αναρχία αυτήν μόνο για τον εαυτό της και υπό τον όρο ότι οι μάζες, ‘που παραείναι αμαθείς για να την χαρούν δίχως να της κάνουν κατάχρηση’, θα μένουν υποταγμένες στην πιο στυγνή πειθαρχία του κράτους”.vii Πράγματι, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς παρέχει το ιδανικό πεδίο δράσης για τη διαμόρφωση και αναπαραγωγή των άτυπων ιεραρχιών που ο Τζέφερσον ονόμαζε “φυσική αριστοκρατία” και διαχωρίζουν την ανθρωπότητα σε έχοντες και μη-έχοντες, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους. Οι συνήγοροι της κυριαρχίας όπως ο Νίτσε, ο Γκ. Λε Μπον και ο Ορτέγκα-υ-Γκασσέτ, έχουν κατά καιρούς κατηγορήσει τους προλετάριους για έπαρση, φθόνο και ασέβεια προς τις ανώτερες τάξεις.viii Οι μάζες των καταπιεσμένων αδυνατούν να αποδεχτούν στωικά την κατωτερότητα τους. Φθονούν την ευημερία που βλέπουν ολόγυρα τους να τους περιστοιχίζει, χωρίς όμως ποτέ να τους περιλαμβάνει. Μην μπορώντας να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις για να αποκτήσουν μερίδιο από όλη αυτή την αφθονία, ή για να δημιουργήσουν καινούριο πλούτο με τα δικά τους μέσα και τις δικές τους προσπάθειες, οι υποτελείς στρέφονται προς εκείνες τις δηλητηριώδεις και λαϊκίστικες πολιτικές δοξασίες που τους χαϊδεύουν τα αυτιά και τους διαβεβαιώνουν – άκουσον, άκουσον! – πως έχουν κι αυτοί δικαίωμα να αποκτήσουν μερίδιο από τον πλούτο που δημιούργησαν άλλοι, οι “πρωτοπόροι”.

Μολαταύτα, τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει σε αυτούς τους θεωρητικούς του κανιβαλισμού ότι αν η πολύ δουλειά είναι ο βασικός λόγος που γίνεται κανείς πλούσιος, τότε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας που μοχθεί καθημερινά θα έπρεπε να ζει στην αφθονία. Στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς ο πλούτος και η ευημερία του ενός προϋποθέτει, και την ίδια στιγμή συνεπάγεται, τη φτώχεια και τον ετεροκαθορισμό του άλλου. Πρόκειται δηλαδή για μια ιεραρχική σχέση στην οποία εισέρχονται τα δύο μέρη, υποτίθεται με τη θέληση τους, και αναπαράγει διά της λειτουργίας της την άνιση κατανομή της οικονομικής δύναμης μεταξύ τους. Η συσσώρευση πλούτου και η συγκέντρωση δύναμης δεν μπορούν να είναι το αποτέλεσμα της προσωπικής εργασίας κάποιου. Μπορεί μονάχα να προέλθει σαν το συγκεντρωτικό αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης της εργασίας περισσότερων ανθρώπων από τον ίδιο τον καπιταλιστή. Για να το πούμε διαφορετικά, ο καπιταλιστής είναι εκείνος που ιδιοποιείται το προϊόν της συνολικής εργασίας που επιτελείται στο όνομα του και τον υπερβαίνει. Για να το πετύχει αυτό, εγείρει κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στα μέσα της παραγωγής που κι αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από το τελικό προϊόν της προηγούμενης συλλογικής δραστηριότητας της κοινότητας. Μέσω του νομικού και πολιτικού καθεστώτος που κατοχυρώνει την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, οι εργαζόμενοι αποκόπτονται και αλλοτριώνονται από το τελικό προϊόν της συλλογικής εργασίας που έχουν επιτελέσει και εξαναγκάζονται να εισέλθουν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον καπιταλιστή.ix Με αυτόν τον τρόπο, η ευημερία του καπιταλιστή συνεπάγεται την υποτέλεια και την εξάρτηση των προλετάριων. Από την εργασία του κάποιος θα μπορούσε να ζήσει ακόμη και με κάποια σχετική άνεση. Για να γίνει όμως πλούσιος, για να καταλάβει μια θέση στην οικονομική ελίτ του συστήματος, είναι εξορισμού υποχρεωμένος να υποδουλώσει τους συνανθρώπους του, να τους μετατρέψει σε άβουλα εξαρτήματα στη δική του μηχανή της παραγωγής. Ο αναρχικός ακαδημαϊκός Φ. Ντουπουί έχει περιγράψει αυτή την άνιση σχέση ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις ως εξής: “Η αστική τάξη απαρτίζεται από κλέφτες με κουστούμι και γραβάτα που ζουν μέσα σε μια χλιδή η οποία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο αν οι άλλοι δουλεύουν για να παράγουν πλεόνασμα. Αυτό είναι εκμετάλλευση: να ασκείς εξουσία στους άλλους για να τους κάνεις να δουλεύουν για λογαριασμό σου, να δουλεύουν περισσότερο απ’ όσο το χρειάζονται οι ίδιοι. Αυτό το πλεόνασμα εργασίας επιτρέπει την παραγωγή ενός πλούτου που δεν τον καρπώνονται όσοι και όσες τον παράγουν, αλλά οι μέτοχοι, τα αφεντικά – με μια λέξη, η οικονομική ελίτ”.x Και προκειμένου να αυξάνει το ποσοστό κερδοφορίας του, να γίνεται δηλαδή ακόμη πιο πλούσιος, ο καπιταλιστής είναι αναγκασμένος εξαιτίας της αέναης κίνησης των “αντικειμενικών” νόμων λειτουργίας του συστήματος, είτε να αποβάλλει ολοένα και μεγαλύτερη ποσότητα ζωντανής εργασίας από τη διαδικασία της παραγωγής, ή να επιδεινώνει διαρκώς τους όρους της μισθωτής σχέσης σε βάρος του εργαζόμενου.

Πρόθεση μας σίγουρα δεν είναι να επιχειρήσουμε μια ελευθεριακή ανασκευή της μαρξιστικής θεωρίας της αξίας, ούτε να επιδοθούμε σε ασκήσεις κακής μαρξιστικής μεταφυσικής. Εκείνο που προσπαθούμε να καταδείξουμε είναι ο συστημικός χαρακτήρας της ανισοκατανομής της δύναμης που αναπαράγεται από το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι ο καπιταλισμός παράγει πλούτο κι έχει οδηγήσει σε μια δυσθεώρητη μεγένθυση των παραγωγικών δυνάμεων, που από μόνη της είναι μια αντικειμενική εξέλιξη η οποία κυοφορεί σημαντικές χειραφετικές προοπτικές για την ανθρωπότητα συνολικά. Την ίδια άλλωστε αξιοσημείωτη ικανότητα στην μαζική παραγωγή κοινωνικού πλούτου επέδειξε και ο κρατικός σοσιαλισμός κατά τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης του, τη φάση της εκβιομηχάνισης και του οικονομικού εκσυγχρονισμού των κεντρικά σχεδιασμένων οικονομιών. Μολαταύτα, το πραγματικό ζήτημα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο διαμοιράζεται αυτός ο κοινωνικός πλούτος, αν τα ωφελήματα της οικονομικής μεγέθυνσης είναι διαθέσιμα για όλους κι αν όλοι έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν τις υλικές συνθήκες της κοινωνικής τους ύπαρξης σαν αποτέλεσμα της εξέλιξης και των καινοτομιών που λαμβάνουν χώρα στη σφαίρα της τεχνολογίας και των τεχνικών μέσων της παραγωγής. Διαφορετικά, θα είμασταν υποχρεωμένοι να συμφωνήσουμε με εκείνον τον οικονομολόγο του 18ου αιώνα που παραθέτει ο Πολάνυϊ και ο οποίος λίγο, πολύ δεν δίστασε να ισσχυριστεί ότι, “ο πλούτος ενός έθνους είναι ανάλογος με τον πληθυσμό του και τη φτώχεια του”.xi

Ήδη, σύμφωνα με τη συνταρακτική έκθεση που εξέδωσε η καθολική φιλανθρωπική οργάνωση Oxfam γύρω από το ζήτημα της παγκόσμιας ανισότητας, το πλουσιώτερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού καρπώθηκε το 82% του πλούτου που παράχθηκε από τη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς το 2017. Την ίδια στιγμή, ο πλούτος που βρίσκεται στην κατοχή του φτωχότερου μισού του πληθυσμού του πλανήτη, γύρω στα 3,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι, δεν σημείωσε την παραμικρή αύξηση. Επιπλέον, ο πλούτος των δισεκατομμυριούχων αυξάνεται με ρυθμούς 13% ανά μέσο όρο από το 2010 κι έπειτα, ενώ η αντίστοιχη αύξηση του εισοδήματος των εργαζόμενων στρωμάτων την ίδια περίοδο ανέρχεται μόλις και μετά βίας στο πενιχρό ετήσιο ποσοστό του 2%.xii Είναι τουλάχιστον παράλογο να ισχυρίζεται κανείς ότι ο συνολικός πλούτος που παράγεται σε επίπεδο παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, οφείλει περισσότερα σε μια χούφτα καπιταλιστές και διευθύνοντες συμβούλους των πολυεθνικών, απ’ ότι στα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που δραστηριοποιούνται ενεργά και παράγουν αυτόν τον πλούτο μέσα από τη συνδυασμένη και κοινωνικοποιημένη εργασία τους. Κι όταν, υπό την πίεση του ηγεμονικού ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος, οι προλετάριοι υιοθετούν αυτή την αντίληψη στο ταξικό φαντασιακό τους, τότε είναι απλώς αυτοκαταστροφικό.

iΟ συντηρητικός στοχαστής του 18ου αιώνα, Ιούστος Μόζερ, “λάτρευε τις φεουδαλικές διακρίσεις και κατήγγελλε τους ‘άμυαλους νεωτεριστές’. Αυτοί καταπατούσαν έθιμα, δικαιώματα και συνήθειες που ήταν, τόνιζε, το απαύγασμα μιας αρχαίας κι ενστικτώδους σοφίας του λαού (του γερμανικού Volk), προσαρμοσμένης στις τοπικές ανάγκες και στις κάθε λογής ιδιαίτερες συνθήκες”. Στο J. Weiss, Συντηρητισμός και Ριζοσπαστική Δεξιά (Εκδόσεις Θύραθεν), σελ. 14.

iiΓια παράδειγμα στο έργο του ποιητή, Χριστιανοσύνη ή Ευρώπη, http://germanhistorydocs.ghi-dc.org/pdf/eng/13_Class.Romanticism_Doc.3_English.pdf.

iiiΣτο M.N. Rothbard, Egalitarianism as a Revolt Against Nature and Other Essays (Ludwig Von Mises Institute), σελ. 1-21.

ivA. de Benoist, Beyond Human Rights (Arktos), σελ. 106.

vΜ. Μπακούνιν, Αντιεξουσιαστικός Σοσιαλισμός (Κατσάνος), σελ. 63.

viM.N. Rothbard, στο ίδιο, σελ. 5.

viiΜ. Μπακούνιν, Θεός και Κράτος (Κατσάνος), σελ. 76.

viiiΕίναι παροιμιώδης η περιφρόνηση που έτρεφε ο Νίτσε για τις “μνησίκακες” μάζες που μικροπρεπώς φθονούσαν τους υπερανθρώπους αφέντες τους, ενώ ο Ορτέγκα στην “Εξέγερση των Μαζών” ψέγει και νουθετεί τους προλετάριους για την έπαρση που τους διακατέχει και τους οδήγησε στα παράλογα αιτήματα της κοινωνικής ισότητας και της κοινωνικής απελευθέρωσης.

xF. Dupuis & Deri-T. Deri, Εξηγώντας την Αναρχία στον Μπαμπά μου (Στάσει Εκπίπτοντες), σελ. 203.

xiΚ. Πολάνυϊ, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (), σελ. 103.