Με τους εργάτες ή με τους φτωχούς; Μέρος Ι

Applicants for Admission to a Casual Ward after 1908 by Sir Luke Fildes 1843-1927

 

«Υπάρχουν σε όλες τις μεγάλες πόλεις λάκκοι των λεόντων, σπήλαια ασφαλισμένα με χοντρά κάγκελα, όπου τοποθετούνται τα άγρια θηρία, τα δύσοσμα ζώα, τα βλαβερά κτήνη, όλες οι ανυπότακτες διαστροφές που ο πολιτισμός δεν μπόρεσε να τιθασεύσει, εκείνοι που αγαπούν το αίμα, εκείνοι που η πυρκαγιά τους διασκεδάζει όπως τα πυροτεχνήματα, εκείνοι που απολαμβάνουν την κλοπή, εκείνοι για τους οποίους η προσβολή στην αιδώ θεωρείται έρωτας, όλα τα τέρατα στην καρδιά, όλοι οι παραμορφωμένοι στην ψυχή – ρυπαρός πληθυσμός, άγνωστος στο φως της μέρας, που μυρμηγκιάζει απαίσια στα βάθη των καταχθόνιων σκοταδιών. Κάποια μέρα, συμβαίνει να ξεχάσει ο αφηρημένος θηριοφύλακας τα κλειδιά του στην πόρτα του θηριοτροφείου, και τα αγρίμια ξεχύνονται στην τρομοκρατημένη πόλη με άγρια ουρλιαχτά. Από τα ανοιχτά κλουβιά, ορμάνε οι ύαινες του ’93 και οι γορίλες της Κομμούνας».

Τεοφίλ Γκοτιέ

 

Η εφαρμογή του Μνημόνιου ΙΙΙ από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α ενδέχεται να βάλει ξανά στην πολιτική ημερήσια διάταξη το ζήτημα της κατάργησης των ποσοστώσεων στις ομαδικές απολύσεις, την υιοθέτηση νομοθετικών ρυθμίσεων, που θα καταστήσουν πρακτικά αδύνατη την προκήρυξη μιας απεργίας με τρόπο που να κατοχυρώνεται από τον νόμο, και μια σειρά από άλλες γενικές διατάξεις που θα στρέφονται ευθέως ενάντια στις μάζες των εργαζόμενων και θα συμβάλλουν στην περαιτέρω τροποποίηση του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Η Τρόικα δεν χρειάζεται καν να απαιτήσει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων αυτών με το όνομα τους. Είναι αρκετό για τους επικυρίαρχους του διεθνοποιημένου κεφαλαίου να επιμείνουν στην αναγκαιότητα της εξαπόλυσης φορολογικών επιδρομών και της βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής και να περιμένουν υπομονετικά την στιγμή που οι καιροσκόποι της συγκυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α/ΑΝ.ΕΛ θα κατανοήσουν ότι σε μια οικονομία, που βασίζεται στις ανοικτές και πλήρως απορρυθμισμένες αγορές, η ανάπτυξη καθορίζεται από τον βαθμό ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και ο βαθμός ανταγωνιστικότητας καθορίζεται από την μείωση του κόστους της παραγωγής, δηλαδή την δραστική υποτίμηση της εργασίας. Από αυτή την άποψη, εργασιακά δικαιώματα, συνδικαλιστικές κατακτήσεις καθώς και η θεσμοποιημένη εκπροσώπηση των εργαζόμενων στα όργανα λήψης αποφάσεων, η ραχοκοκαλιά, δηλαδή, της κοινωνικής δύναμης, στην οποία μπορούσε να υπολογίζει ο θεσμός του κατεστημένου συνδικαλισμού, δεν συνιστούν, παρά τα υπολείμματα μιας ιστορικής συγκυρίας, που έχει παρέλθει οριστικά και είναι μόνο θέμα χρόνου να σαρωθούν από το νεοφιλελεύθερο κυκλώνα.

Θα μπορούσε αυτή να είναι μια εξέλιξη ικανή να μας χαροποιήσει σαν αναρχικούς; Στο κάτω κάτω, η αναδίπλωση που επιβάλλεται στον γραφειοκρατικό συνδικαλισμό και η εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας των διαμεσολαβητικών μηχανισμών, που έχει στη διάθεση του, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της Κοινωνικής Πάλης και την όξυνση της συγκρουσιακής δυναμικής ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση των δυνάμεων της εργασίας από το ρεφορμιστικό ζουρλομανδύα που τους έχει επιβληθεί και θα άφηνε το πεδίο ανοικτό, ώστε οι ομάδες των κοινωνικών αγωνιστών να μπορέσουν να οργανώσουν και να συσπειρώσουν τις δυνάμεις των εργαζόμενων προς μία αντισυστημική κατεύθυνση. Παρόλα αυτά, η αύξηση του μισθού και η κατοχύρωση μιας σειράς από δικαιώματα στον χώρο της εργασίας αποτελούν την αναγκαία συνθήκη, προκειμένου να επιβιώσουν τα εξαρτημένα κοινωνικά στρώματα μέσα στις συνθήκες κοινωνικού κανιβαλισμού που θεσμοποιεί το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Είναι γεγονός ότι οι πρώτες εκλάμψεις του σοσιαλισμού και η εμφάνιση ενός οργανωμένου εργατικού κινήματος, κατά την περίοδο μετά την ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς, προήλθαν, σε μεγάλο βαθμό από τη γενικευμένη εξαθλίωση των εργαζόμενων τάξεων και τη συνακόλουθη αναγκαιότητα για ανάληψη συλλογικής δράσης εκ μέρους τους, προκειμένου να αντιμετωπιστούν συνολικά οι συνθήκες που διαιώνιζαν την καταπίεση και την εκμετάλλευση τους. Μάλιστα, η παντελής απουσία θεσμικών μηχανισμών που να καθιερώνουν έναν βαθμό κοινωνικής κινητικότητας για μεμονωμένες κοινωνικές μονάδες, σήμαινε ότι οι ατομικές στρατηγικές σωτηρίας δεν μπορούσαν να ευδοκιμήσουν και καθιστούσε επιτακτική την αναγκαιότητα για ταξική οργάνωση και δράση, ένα ζήτημα ζωής ή θανάτου για τις μάζες των εργαζόμενων.

Κατά την άποψή μας, είναι μάλλον αβέβαιο αν το συλλογικό αίτημα για πολιτική και οικονομική χειραφέτηση των μαζών θα είχε κάνει την δυναμική εμφάνιση του, αν πρώτα δεν είχε παρουσιαστεί η ανάγκη για την απελευθέρωση των μη-προνομιούχων από τον ζυγό των καπιταλιστών και αν το ζήτημα της ανατροπής του θεσμικού πλαισίου του συστήματος της οικονομίας της αγοράς δεν είχε τεθεί με όρους ενός ζητήματος ζωής ή θανάτου για τα προλεταριακά στρώματα. Εξού και η χιλιαστική πίστη στο όραμα της κοινωνικής επανάστασης, από την οποία εμφορούνταν οι αγωνιστές του αντισυστημικού εργατικού κινήματος και η ετοιμότητα που επέδειχναν, να υποστούν οποιαδήποτε θυσία στο βωμό της απελευθέρωσης της τάξης τους. Προς επίρρωση του παραπάνω ισχυρισμού, ας παραθέσουμε τα λόγια του θρυλικού αναρχικού αγωνιστή Μπουοναβεντούρα Ντούρουτι, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε από ανταποκριτές του ξένου τύπου αν τον φόβιζε η βαναυσότητα με την οποία διεξαγόταν ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία, απάντησε:

«Εμείς είμαστε που χτίσαμε αυτά τα παλάτια και τις πόλεις, εδώ στην Ισπανία και στην Αμερική και παντού. Εμείς, οι εργάτες. Μπορούμε να χτίσουμε άλλα για να πάρουν τη θέση τους. Και καλύτερα από τα προηγούμενα! Δεν τα φοβόμαστε τα ερείπια, ούτε στο ελάχιστο. Εμείς πρόκειται να κληρονομήσουμε τη γη. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για αυτό. Η μπουρζουαζία μπορεί να ανατινάξει και να καταστρέψει τον ίδιο της τον κόσμο προτού αποσυρθεί από το προσκήνιο της ιστορίας. Εμείς κουβαλάμε έναν καινούριο κόσμο εδώ, μέσα στις καρδιές μας. […] Αυτός ο κόσμος μεγαλώνει ακόμη και τώρα, με κάθε λεπτό που περνάει».[1]

Το πρόβλημα, ωστόσο, που υπεισέρχεται εδώ και το οποίο καλείται να επιλύσει η σύγχρονη αναρχική σκέψη, είναι ότι η παρακμή του επίσημου συνδικαλισμού συντελέστηκε παράλληλα με την υποχώρηση του ίδιου του εργατικού κινήματος ως υπολογίσιμης δύναμης στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Αν το καθεστώς συνδιαχείρισης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς (κεφάλαιο, κράτος, συνδικάτα), που είχε επιβληθεί κατά τη σοσιαλδημοκρατική φάση της νεωτερικότητας, όφειλε την ύπαρξη του στην γεωμετρική αύξηση της ισχύος των ενώσεων των εργαζόμενων, χάρη στις συνθήκες πλήρους απασχόλησης που είχαν επικρατήσει λίγο πριν την μετάβαση στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο,[2] η διεξαγωγή διαπραγματεύσεων υπό τη «στοργική» αιγίδα του Κράτους για την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας και η συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζόμενων στα ΔΣ των εταιρειών, αποτέλεσαν το εφαλτήριο για την αποπολιτικοποίηση των συνδικάτων και την ουσιαστική αποδυνάμωση τους από την σκοπιά της ταξικής ισχύος. Η πρακτική των συλλογικών διαπραγματεύσεων, από τη μία, παρείχε έμμεση θεσμική αναγνώριση στη σημασία που το σύστημα απέδιδε στον σεβασμό των συμφερόντων των εργαζόμενων. Από την άλλη, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας συνδικαλιστικής ελίτ, ενταγμένης πολιτισμικά και υλικά στο σύστημα, η οποία είχε κάθε συμφέρον να μετατρέψει τα όργανα ταξικής απελευθέρωσης των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων σε εργαλεία ενσωμάτωσης ολόκληρου του εργατικού κινήματος. Έτσι, κόντρα στη λογική της αδυσώπητης κοινωνικής σύγκρουσης και των αντιτιθέμενων συμφερόντων ανάμεσα στις ελίτ και τις εξαρτημένες κοινωνικές ομάδες, επικράτησε η αντίληψη για μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.

Οι εργαζόμενοι συνήθισαν να εκλαμβάνουν τον καπιταλιστικό όμιλο που εκμεταλλευόταν την εργασία τους σαν τη «δική» τους επιχείρηση, προσδοκώντας να βάλουν χέρι σε ένα ισχνό, αλλά, παρόλα αυτά, εγγυημένο, μερίδιο από τα εταιρικά κέρδη. Ενσαρκώνοντας μια ζώσα κοινωνική δύναμη, που είχε την ικανότητα, είτε να εμποδίσει αποτελεσματικά τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος με τις απεργιακές κινητοποιήσεις της, ή να συμβάλλει τα μέγιστα στην ομαλή διαιώνιση των βασικών δομών του, μέσω της ενεργούς αποδοχής της μορφής του καταναλωτή-εργαζόμενου, το οργανωμένο κίνημα των δυνάμεων της εργασίας ουδέποτε επιζήτησε την χειραφέτηση του, αλλά προτίμησε να επαναπαυτεί στην αναγνώριση που έσπευσαν να του χαρίσουν απλόχερα οι επικυρίαρχοι του Κράτους και του κεφαλαίου. Η εργασία μετατράπηκε σε μόνιμη μεταβλητή της γενικότερης αναπτυξιακής εξίσωσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, με τα δικά της επενδυμένα προνόμια και συμφέροντα, χωρίς διόλου να ενδιαφέρεται προκειμένου να αμφισβητήσει τη λειτουργία που της είχε ανατεθεί μέσα στο θεσμικό πλαίσιο με το οποίο η εξίσωση έκανε πράξη την αναπαραγωγή της στο κοινωνικό πεδίο. Διότι, κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την ανατροπή ολόκληρου του κοινωνικού συστήματος που υποβαθμίζει τις δυνάμεις της εργασίας και τους παραχωρεί υποδεέστερη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.

Από αυτή την άποψη, μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι ο ρεφορμισμός ανταποκρίνεται σε δύο σταθερά ψυχικά γνωρίσματα του ανθρώπου, των οποίων αποτελεί εμπράγματη έκφραση. Το πρώτο από αυτά είναι η φυσική αποστροφή που αισθάνονται τα περισσότερα ανθρώπινα όντα για οποιοδήποτε είδος οδύνης, ταλαιπωρίας ή κακομεταχείρισης. Προτού λάβει την θεσμική κατοχύρωση του από το Κράτος, το εργατικό κίνημα είχε πίσω του δεκαετίες απάνθρωπων αστυνομικών διώξεων και κρατικών δολοφονιών. Τα απανταχού σοσιαλιστικά κόμματα, με τις πασιφιστικές μεθόδους τους και την ευυπόληπτη κοινοβουλευτική τους δράση, πρόσφεραν στους εργαζόμενους μια ελκυστική διέξοδο από τον φαύλο κύκλο της ηρωικής εξέγερσης και της επακόλουθης αιματηρής καταστολής, δίχως, ωστόσο, να προτίθενται να αμφισβητήσουν έμπρακτα την υποτελή θέση τους στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας.[3] Από την άλλη, ο ρεφορμισμός επενεργεί θετικά στο ηδονιστικό στοιχείο, που συνιστά μια εκ των φυσικών ορμών που διαμορφώνουν τα κίνητρα της συμπεριφοράς των ανθρώπων. Πρόκειται για τη λογική του οικονομικού ανταλλάγματος, μιας παγιωμένης συναλλακτικής νοοτροπίας ανάμεσα στις τάξεις που εδώ και χρόνια ο αναρχικός χώρος μάταια κατακεραυνώνει και αποκηρύσσει δημόσια με το συνθηματολογικής υφής απόφθεγμα της «εξαγοράς των συνειδήσεων».

Φυσικά, δεν ωφελεί σε τίποτα να αναθεματίζουμε το προλεταριάτο επειδή διακατέχεται από μια πέρα ως πέρα φυσιολογική και ορθολογική επιθυμία να βελτιώσει τους υλικούς όρους της ζωής του, καταβάλλοντας, παράλληλα, τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια για να το πετύχει. Ούτε μπορούμε να καταφερόμαστε ενάντια στους εργαζόμενους, επειδή έσπευσαν να κάνουν χρήση των θεσμικών μηχανισμών που τέθηκαν στη διάθεση τους από τις ελίτ, προκειμένου να ξεφύγουν από τις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας κι έτσι να κάνουν πράξη το ιδανικό μιας ψευδεπίγραφης κοινωνικής κινητικότητας. Ακόμη και οι αναρχοσυνδικαλιστές και οι επαναστάτες συνδικαλιστές των αρχών του προηγούμενου αιώνα, αποδέχονταν την αντίληψη ότι οι εργατικές ενώσεις και τα συνδικάτα αποτελούσαν όργανα ταξικής πάλης, που, σε πρώτη φάση, απέβλεπαν με τη δράση τους στο πεδίο του βιομηχανικού ανταγωνισμού, στην καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των προλετάριων, με την έννοια της αύξησης των μισθών και της δραστικής μείωσης των ωρών της εργασίας. Από την άλλη, τα αιτήματα για την αναγνώριση της οικιακής εργασίας και την καθιέρωση ενός «κοινωνικού μισθού», που βρέθηκαν στην προμετωπίδα κάποιων από τις απεργίες που οργανώθηκαν από την ιταλική Αυτονομία στα μέσα της δεκαετίας του 1970[4], ισοδυναμούν ουσιαστικά με μια απόπειρα ριζοσπαστικοποίησης της ρεφορμιστικής λογικής που διαπερνά την πολιτική των αιτημάτων, μεταβάλλοντας τα ποιοτικά, σε αιτήματα-που-είναι-αδύνατο-να-πραγματοποιηθούν, εφόσον η ικανοποίηση τους συνεπάγεται την έμπρακτη αμφισβήτηση και παρακώλυση των βασικών διαδικασιών κοινωνικής αναπαραγωγής του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι ακόμη και οι οργανώσεις που ανήκαν στο επαναστατικό φάσμα της εναλλακτικής παράδοσης της Αυτονομίας, δεν ήταν απολύτως διαχωρισμένες από τις ρεφορμιστικές επιρροές, εννοώντας με αυτό τη μέριμνα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των μαζών και την ενσωμάτωση αυτής της μέριμνας σε μια στρατηγική και ένα πρόγραμμα καθολικής ανατροπής του συστήματος. Ωστόσο, γνωρίζουμε από τον Γκαίτε ότι οι δοσοληψίες με τον διάβολο επισύρουν ένα δυσβάσταχτο τίμημα. Παζαρεύοντας την άνοδο του βιοτικού επιπέδου της τάξης τους, οι εργάτες σιγά σιγά απώλεσαν την αυτονομία της ταξικής συνείδησης τους, η οποία δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο εκτός από την πεποίθηση ότι η ίδια η κοινωνική τάξη των προλετάριων διαθέτει τις δυνάμεις, τις συλλογικές δεξιότητες, αλλά πρωτίστως, τη συσσωρευμένη εμπειρία και το όραμα για να αναμορφώσει την κοινωνία σύμφωνα με τις δικές της επιθυμίες, αντιλήψεις και συμφέροντα. Με άλλα λόγια, η αντισυστημική ταξική συνείδηση αναπτύσσεται και εμπεδώνεται όταν μια κοινωνική τάξη, αντιλαμβάνεται εαυτόν και αυτοπροσδιορίζεται σαν ο κατεξοχήν συλλογικός φορέας για μια διαδικασία ριζοσπαστικής αλλαγής της κοινωνίας. Εφόσον αυτή η προοπτική του κοινωνικού μετασχηματισμού εκλείψει από τις συνειδήσεις των εργαζόμενων, τότε εκείνοι χάνουν την αυτοτέλεια τους ως τάξη και μετατρέπονται σε εξαρτημένα υποχείρια των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, τις οποίες έχουν απόλυτη ανάγκη για να μπορέσουν να συντηρηθούν και να επιβιώσουν.[5]

Όσο για την εργατική αριστοκρατία του επίσημου συνδικαλισμού, που κάποτε μιλούσε στο όνομα μιας υπαρκτής και υπολογίσιμης δύναμης, της συλλογικής δύναμης των εργαζόμενων, αίφνης βρέθηκε επικεφαλής ενός απονεκρωμένου κινήματος, του οποίου μόνο το εξωτερικό κέλυφος είχε διατηρηθεί, κατά τον ίδιο τρόπο που διατηρούνται ανέπαφοι οι απολιθωμένοι σκελετοί των οστρακοειδών, τη στιγμή που η σάρκα στο εσωτερικό έχει προ πολλού σαπίσει και αποσυντεθεί. Πλέον δεν εκπροσωπούσαν τίποτε και κανέναν, εκτός από τον εαυτό τους. Επομένως, δεν ήταν καθόλου δύσκολο για τα αφεντικά να παραμερίσουν αυτά τα απομεινάρια της ιστορίας και να τα πετάξουν με τις κλωτσιές από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων (π.χ. κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων). Οι πόρτες της εξουσίας έκλεισαν ερμητικά για τους καριερίστες συνδικαλιστές, οι οποίοι δεν έχουν πια έναν διακριτό ρόλο να επιτελέσουν στις διαδικασίες αναπαραγωγής του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος.

Μολαταύτα, η μετάλλαξη του κινήματος της οργανωμένης εργασίας δεν συντελέστηκε μόνο στο επίπεδο των υποκειμενικών συνθηκών, δηλαδή στο επίπεδο της παρακμής της εργατικής ταυτότητας ως πολιτισμικού σημείου αναφοράς και ως ενεργού πολιτικού υποκειμένου. Στο επίκεντρο της σταδιακής εξαφάνισης του κοινωνικού φαντασιακού του εργάτη πρέπει να τεθούν οι σημαντικές δομικές αλλαγές που αφορούν την οικονομία στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (Α.Κ.Χ), όπως είναι η αποβιομηχάνιση του καπιταλιστικού κέντρου, που είχε σαν αποτέλεσμα τη ριζική μεταβολή της ταξικής σύνθεσης του προλεταριάτου στις καπιταλιστικές μητροπόλεις και τη θέσπιση περισσότερο ευέλικτων παραλλαγών της μισθωτής σχέσης. Η διαδικασία αυτή είχε σαν συνέπεια την περαιτέρω εξατομίκευση και τον ανελέητο τεμαχισμό των δυνάμεων της εργασίας, μέσω του διαχωρισμού των εργαζόμενων σε διαφορετικές κατηγορίες και υπο-κατηγορίες, που ανταποκρίνονται στο διαφορετικό επίπεδο εξειδίκευσης, σε κριτήρια εισοδηματικής διαστρωμάτωσης, αλλά και στον τύπο του καθεστώτος της απασχόλησης (και των συνακόλουθων δικαιωμάτων), είτε πρόκειται για μόνιμη εργασία, ή για ένα καθεστώς άτακτης απασχόλησης, ημιαπασχόλησης, κλπ. Ο βαθμός κατά τον οποίο αυτός ο κατακερματισμός επέφερε την αλλοίωση της ίδιας της ταξικής φυσιογνωμίας της εργατικής τάξης και λειτούργησε σαν καταλύτης για ανακατατάξεις ευρείας κλίμακας στο εσωτερικό της, φαίνεται από το γεγονός ότι, στις μέρες μας, η κοινωνική μορφή του άνεργου ή του «λούμπεν» αποσπασματικά εργαζόμενου, αναδύεται ως ισότιμη σε πολιτική σημασία και αριθμητική βαρύτητα με εκείνη του παραδοσιακού εργάτη. Κι ενώ, από τη μία πλευρά, ο παραδοσιακός εργάτης ήταν φορέας μιας σειράς από σταθερά κοινωνικά χαρακτηριστικά που επέτρεπαν στην κοινωνική θεωρία να τον ταξινομήσει με σχετική σιγουριά σε μία συγκεκριμένη θέση μέσα στο ιεραρχικό σύμπλεγμα των θεσμισμένων κοινωνικών σχέσεων των οποίων ήταν μέρος, ο άνεργος ή ο λούμπεν εργαζόμενος σαν κοινωνική μορφή, δηλαδή σαν κοινωνική μονάδα, που εμπλέκεται αντικειμενικά κι επενεργεί υποκειμενικά σε ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων και δομών που εκτείνονται έξω και πέρα από το πεδίο της παραγωγής, εκ πρώτης όψεως, χαρακτηρίζεται από την απουσία αυτών των σταθερών χαρακτηριστικών, και συνακόλουθα από το ενδεχόμενο μιας πολλαπλότητας υποκειμενικοτήτων που υπονομεύουν την πιθανότητα για την παραγωγή ενός ενιαίου ταξικού φαντασιακού. Αυτή η εξέλιξη είναι το δίχως άλλο σημαντική για την Κοινωνική Πάλη, αφού, όπως έγραφε ο Αλεξάντερ Μπέρκμαν, «Ο καπιταλισμός θριαμβεύει όχι τόσο εξαιτίας του καταμερισμού της εργασίας, αλλά χάρη στη διχόνοια που σπέρνει ανάμεσα στους εργάτες. Προσπαθεί να στρέψει τη μία φυλή εναντίον της άλλης, τον βιομηχανικό εργάτη ενάντια στον αγρότη, τον ανειδίκευτο ενάντια στον ειδικευμένο εργάτη, τους εργάτες της μίας χώρας ενάντια στους εργάτες της άλλης. Η δύναμη της τάξης των εκμεταλλευτών έγκειται σε ένα ασύνδετο και διασπασμένο εργατικό κίνημα. Όμως, η κοινωνική επανάσταση έχει ανάγκη την ενότητα των εργαζόμενων μαζών».[6]

Από τις παραπάνω παρατηρήσεις, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο «εργάτης» σαν κοινωνικό υποκείμενο, δεν περιμένει απλώς με εγκαρτέρηση την κατάρρευση των ρεφορμιστικών μηχανισμών που είχαν σχεδιαστεί για να τον κρατούν πειθήνιο και υπάκουο, προκειμένου να ενεργοποιήσει, επιτέλους, το υπολανθάνον επαναστατικό δυναμικό της τάξης του. Σε τελική ανάλυση, η ιδιότητα του εργάτη δεν κάνει τίποτε άλλο από το να περιγράφει την υποδεέστερη θέση που κατέχουν αντικειμενικά οι προλετάριοι μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Όπως με νηφαλιότητα επισημαίνει ο Λ. Φαν ντερ Βαλτ, μπορεί ο Μαρξ να απέδειξε μέσα από την οικονομική θεωρία του ότι η αναπαραγωγή του καπιταλισμού είναι σύμφυτη με την άντληση υπεραξίας μέσα από την πιο άγρια εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης του προλεταριάτου, όμως δεν μπήκε στον κόπο να μας δείξει και τους λόγους για τους οποίους η εκμετάλλευση αυτή καθ’ εαυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σαν ένα φαινόμενο αποτρόπαιο και ηθικά επιλήψιμο.[7] Και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η επίκληση από μέρους μας «υψηλών» ηθικών αρχών και ενός ανθρωπιστικού ιδεώδους, βγαλμένου μέσα από μεταφυσικές φιλοσοφικές κατασκευές, θα ωφελούσε σε τίποτα την υπόθεση της απελευθέρωσης των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας που υφίστανται στο πετσί τους διαχρονικά την καπιταλιστική καταπίεση κι εκμετάλλευση. Σίγουρα, η ηθική μας οφείλει να είναι ακραιφνώς δημοκρατική, μα, πάνω απ’ όλα οφείλει να είναι ταξική / υλιστική. Θα αρκούσε να υπενθυμίσουμε στη (νεο)μπουρζουαζία ότι, εφόσον εξακολουθήσει να στηρίζει ένα κοινωνικό σύστημα που βασίζεται στη δομική πολιτική, οικονομική, κοινωνική και οικολογική βία, αυτό θα σήμαινε ότι αποδέχεται στην πράξη την κυριαρχία της αρχής του δικαίου του ισχυρότερου και ότι αναγνωρίζει σε οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα καταφέρει να συγκεντρώσει στα χέρια της μια επαρκή ποσότητα ισχύος, το δικαίωμα να την ανατρέψει και να την υποδουλώσει, όπως έχει υποδουλώσει η μπουρζουαζία τις ομάδες των καταπιεσμένων στο πλαίσιο του ετερόνομου κοινωνικού σχηματισμού που αναπαράγει την κυριαρχία της. Από την άλλη, το περιεχόμενο των πολιτικών εκκλήσεων μας προς το προλεταριάτο δεν χρειάζεται να εξαντλείται σε δακρύβρεχτους ηθικισμούς, αλλά μόνο να εφιστά με πειστικό τρόπο την προσοχή των απανταχού φτωχών και απόκληρων στο γεγονός ότι η πρόσβαση σε μια κατάσταση μετά-σπάνης των αγαθών είναι στην εποχή μας εφικτή για την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της υφηλίου. Και ότι, η πραγματοποίηση αυτού του πέρα ως πέρα ρεαλιστικού στόχου, δεν έχει να κάνει με μια συντονισμένη προσπάθεια αύξησης του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος, δηλαδή με μια προσπάθεια για περισσότερη «ανάπτυξη», με την τεχνοοικονομική έννοια του όρου, αλλά με τη ριζοσπαστική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο κατανέμεται ο κοινωνικός πλούτος, ο οποίος είναι ήδη από καιρό διαθέσιμος.[8]

Από αυτή την άποψη, ο φτωχός ξεπροβάλλει στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας σαν η ηγεμονική φιγούρα του προτάγματος για την κοινωνική απελευθέρωση. Ενώ η συνοχή του εργατικού δυναμικού κατακερματίζεται από τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας και διαρθρώνεται ιεραρχικά στο εσωτερικό του, σχετιζόμενο πολλές φορές ανταγωνιστικά με άλλες μερίδες εργαζόμενων, οι φτωχοί συνιστούν μια ενιαία κοινωνική κατηγορία, εκείνη των θυμάτων της παγκοσμιοποίησης, μέσα στην οποία συμπυκνώνονται και εκδηλώνονται όλα τα επιζήμια χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς ως συστήματος κοινωνικής οργάνωσης. Μέσα σε μια συγκυρία όπου η μαρξιανή θεωρία της υπεραξίας αχρηστεύεται από τη γενικευμένη τάση του συστήματος να αποβάλει διαρκώς ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες ζωντανής εργασίας από την παραγωγική διαδικασία, προκειμένου να εξασφαλίσει ικανοποιητικά ποσοστά κερδοφορίας, κι ενώ ο βιομηχανικός εργάτης συνιστά είδος υπό εξαφάνιση στις προηγμένες οικονομίες των Α.Κ.Χ., η υποτάξη των φτωχών εξακολουθεί να παράγεται δομικά από τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση του συστήματος και πολλαπλασιάζεται με γεωμετρικούς ρυθμούς, καταλαμβάνοντας μια θέση από τη μεριά των ηττημένων της Κοινωνικής Πάλης. Υπό αυτή την έννοια, η φτώχεια δεν είναι απλώς ένα εργαλείο υποδούλωσης των κατώτερων στρωμάτων του πληθυσμού, διότι ακόμη και η ιδέα της υποδούλωσης υπονοεί την ύπαρξη ενός κοινού τόπου, ενός κοινού εδάφους, μέσα στο οποίο ο εξουσιαστής έρχεται σε αλληλεπίδραση με τον εξουσιαζόμενο και αξιοποιεί την de facto υπεροχή του, μετουσιώνοντας την σε μια εμπράγματη σχέση de jure κυριαρχίας εκ μέρους του ισχυρού και υποταγής από την πλευρά του αδύναμου στο πλαίσιο των αναγκών της εκπλήρωσης μιας συγκεκριμένης κοινωνικής λειτουργίας. Πρόκειται για έναν «ορθολογικό» ορισμό της δύναμης, όπως αυτός διατυπώθηκε από τον Τ. Φωτόπουλο, που ακολουθώντας τον Κ. Καστοριάδη, ορίζει τη δύναμη σαν την «ικανότητα ενός προσωπικού ή απρόσωπου φορέα να υποχρεώνει κάποιον να κάνει (ή να απέχει από την πραγματοποίηση) εκείνου του πράγματος που, αν αφηνόταν μόνος / μόνη της, δεν θα είχε απαραίτητα κάνει (ή πιθανότατα θα είχε πραγματοποιήσει)».[9] Αυτό, με άλλα λόγια, είναι το είδος της δύναμης που μετουσιώνεται στην ανάθεση κοινωνικών ρόλων από τα πάνω, προς τα κάτω. Οι ρόλοι αυτοί μπορεί να εντάσσονται σε καθετοποιημένες δομές και να είναι ιεραρχικοί, ωστόσο εξυπηρετούν μια υπέρτερη σκοπιμότητα, καθότι υπηρετούν αντικειμενικά την καθολική αναπαραγωγή της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Αντίθετα, όπως επισημαίνει ο Ζ. Μπάουμαν, τα άπορα στρώματα των ετερόνομων κοινωνιών της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας είναι οι πρώτοι φτωχοί της ιστορίας που δεν έχουν κάποιον ρόλο να επιτελέσουν. Γράφει: «Έτσι, λοιπόν, πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία οι φτωχοί συνιστούν απλώς σκοτούρα και ενόχληση. Δεν διαθέτουν καμία αρετή, η οποία θα μπορούσε να τους απαλλάξει ή και να αντισταθμίσει τα κουσούρια ή τα βίτσια τους. Δεν έχουν τίποτα να δώσουν σε αντάλλαγμα των κονδυλίων που προσφέρουν οι φορολογούμενοι. Αποτελούν μια κακή επένδυση, που είναι απίθανο να αποδώσει ποτέ τα χρήματα της, πόσο μάλλον να αποφέρει κέρδος. Μια μαύρη τρύπα που ρουφά οτιδήποτε την πλησιάζει και δεν αποβάλλει τίποτε, εκτός από προβλήματα. Τα αξιοπρεπή και κανονικά μέλη της κοινωνίας – οι καταναλωτές – δεν ζητούν τίποτε από αυτούς και δεν αναμένουν τίποτε. Οι φτωχοί είναι τελείως άχρηστοι. Κανένας, κανένας άνθρωπος που έχει κάποιο κύρος, που η άποψη του διαθέτει δύναμη και επιρροή, δεν τους χρειάζεται. Γι’ αυτούς, μηδενική ανοχή. Η κοινωνία θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη, εάν οι φτωχοί απλώς έβαζαν φωτιά στα καταλύματα τους και έφευγαν. Ο κόσμος θα ήταν πολύ πιο ευχάριστος χωρίς αυτούς. Οι φτωχοί είναι αχρείαστοι, και άρα ανεπιθύμητοι. Κι επειδή είναι ανεπιθύμητοι, χωρίς πολλή θλίψη και ενδοιασμούς, μπορούν να αφεθούν στην εγκατάλειψη».[10]

Σίγουρα, οι συνθήκες απόλυτης ένδειας και ο καθολικός ταξικός αποκλεισμός από τις θεσμοποιημένες πηγές εξουσίας, που επιβάλλεται στους άπορους, συνιστούν την αναγκαία συνθήκη για τον συνολικό ετεροκαθορισμό των υποδεέστερων κοινωνικών στρωμάτων από τις ελίτ που συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλες τις μορφές δύναμης. Θα μπορούσαμε εδώ να αναφερθούμε στον διαχωρισμό που έκανε ο Γουστάβ Λεμπόν ανάμεσα στις «τακτικές συγκροτημένες ομάδες, σε εκείνο το τμήμα του λαού που υπόκειται σε καθορισμένους νόμους και κανόνες» και σε κάποιες «μεταβατικές και άτακτες μερίδες λαού» που δεν φαίνεται να γνωρίζουν τη θέση τους στο πλαίσιο της ιεραρχικής κοινωνικής ολότητας.[11] Οι μάζες των νεόπτωχων της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας μοιάζουν με αυτές τις «άτακτες» ορδές λαού, με τη διαφορά ότι στη νέα κοινωνική συνθήκη χάνουν τον μεταβατικό τους χαρακτήρα και αποκτούν μόνιμα και παγιωμένα χαρακτηριστικά. Η αδυναμία κοινωνικής ενσωμάτωσης, σε λειτουργικά ιεραρχικά δίπολα, της τεράστιας μάζας των άπορων και των αποκλεισμένων, συμβαδίζει χέρι-χέρι με την έλλειψη μέριμνας για τους φτωχούς, μέσω της οργανωμένης παρέμβασης του Κράτους. Εξαιτίας των ταξικών ιδιομορφιών που παρουσιάζουν σαν κοινωνική ομάδα οι νεόπτωχοι, είτε ανήκουν σε κάποια από τις υπό-κατηγορίες του ενεργού εργατικού δυναμικού είτε όχι, εκ των πραγμάτων, παραμένουν ξένα σώματα σε σχέση με τα υπολείμματα των θεσμών της κοινωνικής πρόνοιας. Για παράδειγμα, το καθεστώς του επισφαλούς εργαζόμενου, από τη φύση του, διέπεται από μια ανομοιομορφία στους όρους και τις συνθήκες της εκμετάλλευσης της εργασίας και γι’ αυτό δεν μπορεί παρά να παραμείνει «αόρατο» για την κρατική γραφειοκρατία, που μπορεί να αντιληφθεί την κοινωνία μόνο μέσω ομαδοποιήσεων με σταθερά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Έτσι, καθίσταται ανέφικτη η ένταξη των επισφαλώς εργαζόμενων σε μια ενιαία κατηγορία, π.χ. για τους αποδέκτες ενός κοινωνικού βοηθήματος. Από την άλλη, ο πολλαπλασιασμός των ανέργων, που είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας νεοφιλελεύθερης «αναπτυξιακής» πολιτικής «απελευθέρωσης» των ποσοστώσεων για τις απολύσεις σε όλους τους επαγγελματικούς κλάδους, δεν μπορεί παρά να σηματοδοτήσει την υπονόμευση της ικανότητας του Κράτους να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις που έχει απέναντι στους άνεργους ως κοινωνική ομάδα, αφού η αύξηση του αριθμού των δικαιούχων για το επίδομα ανεργίας, θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στη μείωση του ποσού του επιδόματος, καθώς και στη σκλήρυνση των κριτηρίων για την καταβολή του. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι παραπάνω κοινωνικές ομάδες μένουν δομικά εκτός της πρόνοιας του συστήματος, ακόμη κι όταν τυπικά ανήκουν σε αυτήν.

Ωστόσο, οφείλουμε σε αυτό το σημείο να παρατηρήσουμε ότι καμιά μορφή εξουσίας δεν μπορεί να αναπαραχθεί, να μετουσιωθεί δηλαδή σε παγιωμένες σχέσεις κυριαρχίας, στο κενό. Η θεσμισμένη ετερονομία του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος δεν εκδηλώνεται μόνο μέσω της αρνητικής διάστασης της πολιτικής της ως κατάργηση, απόσυρση και έλλειψη από τη μεριά του Κράτους και του κεφαλαίου (διασπορά δομικής ανεργίας, διάφορες μορφές κοινωνικού αποκλεισμού, κατάργηση κρατικής πρόνοιας κλπ.), αλλά εμπεριέχει και μια ενεργητική, «θετική» διάσταση, μέσω της έμπρακτης αποδιοργάνωσης των κοινωνικών δικτύων και των συλλογικών θεσμών που είναι ασύμβατοι ή έρχονται σε αντίθεση με τη λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η πολιτική «καμένης γης», απέναντι στις κοινότητες των φτωχών στο εσωτερικό, είναι το φυσικό συμπλήρωμα του συστημικού νεοϊμπεριαλισμού στο εξωτερικό, που, εκτός από την καταναγκαστική ενσωμάτωση καινούριων περιοχών της περιφέρειας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, περιλαμβάνει και ένα πρόγραμμα εκτεταμένης κοινωνικής καταστροφής και διασποράς ενός ελεγχόμενου χάους στις κοινωνίες που οι συστημικές ελίτ αδυνατούν επί του παρόντος να επεκτείνουν την κυριαρχία τους και να τις αναμορφώσουν κατ’ εικόνα και ομοίωση τους.[12] Από αυτή την άποψη, δεν απέχει πολύ η αλληλοεξόντωση των μαύρων, των ισπανόφωνων και των μεταναστών στα γκέτο των μητροπόλεων των Α.Κ.Χ, από την ανθρωποσφαγή που λαμβάνει χώρα στη Λιβύη ή τη Συρία, έπειτα από τις παρεμβάσεις της υπερεθνικής ελίτ στις χώρες αυτές. Όταν οι ελίτ των εξουσιαστών δεν μπορούν να επιβάλουν εκείνο το είδος της τάξης που εξυπηρετεί τα συμφέροντα τους, φαίνεται ότι προτιμούν να υποδαυλίζουν την αταξία. Και μπορεί το Κράτος να έχει γυρίσει την πλάτη του στους νεόπτωχους, αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι θα τους αφήσει ανενόχλητους να συσπειρώσουν τις δυνάμεις της τάξης τους και να αναπτύξουν τους δικούς τους θεσμούς αλληλοβοήθειας και συλλογικής αλληλεγγύης. Όταν οι εξεγερμένες ζαπατιστικές κοινότητες δοκίμασαν να δημιουργήσουν τις δικές τους αυτοοργανωμένες δομές υγειονομικής περίθαλψης στην Τσιάπας, το μεξικάνικο Κράτος απάντησε με αύξηση της καταστολής και των παρενοχλήσεων από τον στρατό, αλλά και με τα εγκαίνια μιας υπερσύγχρονης κλινικής στο Σαν Κριστομπάλ, δίπλα στις εξεγερμένες περιοχές που βρίσκονται υπο τον έλεγχο των ζαπατιστών.[13]

[1] Who’s Afraid of Ruins?, στο http://theoccupiedtimes.org/?p=12851.

[2] Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, δέκα χρόνια μετά, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2008, σσ. 66-67.

[3] Μια εξέλιξη που είδαμε να επαναλαμβάνεται στις μέρες μας με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και τις ελπίδες που εναπόθεσε ένα κομμάτι του αναρχικού χώρου σε αυτή την εναλλαγή στην κορυφή, ως προς το ζήτημα μιας ενδεχόμενης χαλάρωσης της αστυνομικής καταστολής που η κοινοβουλευτική χούντα είχε εξαπολύσει εναντίον του.

[4] Όπως έγραφε ο Γ. Καραμπελιάς στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Τόνυ Νέγκρι, «Κυριαρχία και Σαμποτάζ», «Η παλιά βιομηχανική τάξη μεταβάλλεται η ίδια σε ‘κοινωνικό εργάτη’ μια και στην εποχή μας ο ‘κοινωνικός μισθός’ και οι δημόσιες δαπάνες γίνονται το κέντρο της αντιπαράθεσης. Η κυριαρχία του κοινωνικού μισθού έχει σαν συνέπεια να ‘κοινωνικοποιεί’ ακόμα και την παλιά εργατική τάξη ενώ ταυτόχρονα η έννοια του κοινωνικού εργάτη διευρύνεται με την είσοδο σ’ αυτή νέων προλεταριακών στρωμάτων που αποτελούν μάλιστα και την πλειοψηφία του προλεταριάτου. Είναι οι εργαζόμενοι στη ‘μη παραγωγική εργασία’ που, κάτω από την επέκταση του κοινωνικού κεφαλαίου, μεταβάλλεται σε άμεσα παραγωγική». Στο Α. Νέγκρι & Φ. Γκουαταρί, Από το Κόκκινο στο Πράσινο (Κομμούνα/Θεωρία 9), Αθήνα 1986, σ.13.

[5] «Ας μην ξεχνάμε κι ας μην γελιόμαστε! Το προλεταριάτο είναι ακόμη μια μάζα και όχι τάξη. Αν ήταν τάξη, αν είχε μια ξεκάθαρη, πλήρη συνείδηση των δικαιωμάτων του, της λειτουργίας του, της δύναμης του, η εξισωτική επανάσταση θα ήταν παρελθόν και θα μας είχε ελευθερώσει από αυτές τις μελαγχολικές και πικρές σκέψεις. Η μεγάλη μάζα του προλεταριάτου είναι μπουρζουάδικη non natione sed moribus [όχι εκ γενετής αλλά εξ εθίμου] – όχι εξαιτίας της καταγωγής του, γιατί τίποτε δεν βρέθηκε στην κούνια του, αλλά λόγω συνηθειών, προλήψεων, προκαταλήψεων αλλά και συμφερόντων, εφόσον νομίζει ότι τα συμφέροντα των προλετάριων είναι δεμένα και εξαρτώνται από αυτά των αφεντικών, οι οποίοι γι’ αυτόν τον λόγο, γίνονται η ενσάρκωση της θείας πρόνοιας, παρέχοντας μια δουλειά, έναν μισθό, ψωμί και ζωή για τον πατέρα και τα παιδιά του. Και για τούτη τη δουλειά, τη ζωή και την ασφάλεια, η μεγάλη μάζα ευγνωμονεί τον αφέντη που υπήρχε από πάντα και για πάντα θα υπάρχει: ας είναι αυτός ευλογημένος και μαζί του ας είναι ευλογημένοι οι θεσμοί, οι νόμοι, οι αστυνομικοί που τον υπερασπίζονται και τον προστατεύουν». Στο L. Galleani, The End of Anarchism?, Cienfuegos Press, Orkney 1982, σ. 48.

[6] L. Van der Walt & M. Schmidt, Black Flame, AK Press, σελ. 299.

[7] L. Van der Walt & M. Schmidt, ό.π., σ. 89.

[8] Έγραφε ο Λαφάργκ: «Αντί να επωφεληθούν απ’ αυτές τις στιγμές της κρίσης και να επιτύχουν γενική διανομή των προϊόντων μέσα σε μια παγκόσμια γιορτή, οι εργάτες πεθαίνοντας από την πείνα, πάνε να χτυπήσουν με τα κεφάλια τους την πόρτα της φάμπρικας. Με πρόσωπα πελιδνά, σώματα σκελετωμένα και αξιοθρήνητες παρακλήσεις, πολιορκούν τους εργοστασιάρχες: ‘Καλέ μας κύριε Σαγκό, γλυκύτατε κύριε Σνάιντερ, δώστε μας δουλειά. Δεν μας βασανίζει η πείνα, αλλά το πάθος μας για τη δουλειά!’». Στο P. Lafargue, Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά, Εκδόσεις «Το Ποντίκι», Αθήνα 2009, σσ. 32-33.

[9] T. Fotopoulos, Class Divisions Today,στο http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

[10] Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι, μτφρ. Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2004, σ. 251.

[11] «Από τι ακριβώς αποτελείται όμως αυτή η μυστηριώδης καταλυτική δύναμη που αποκαλούμε λαό; Θα τη διαιρέσουμε σε δύο διαφορετικές κατηγορίες: Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι εργαζόμενοι κάθε είδους: εργάτες και αγρότες, έμποροι και τεχνίτες, άτομα δηλαδή που έχουν μια συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα και που για να την ασκήσουν σωστά, χρειάζονται τάξη και ηρεμία. Αυτή η μερίδα του λαού, αν και αποτελεί την πλειοψηφία του, ποτέ δεν προβαίνει σε επαναστάσεις. Μάλιστα, καθώς ζούσε πάντα μέσα σε συνθήκες σιωπηλής βιοπάλης, όλοι οι ιστορικοί την έθεσαν στο περιθώριο. Η δεύτερη κατηγορία του λαού περιλαμβάνει μια ομάδα κατώτερης κοινωνικής στάθμης, άνεργους, αλκοολικούς, παράνομους, άτομα εκφυλισμένα ή απόκληρα. Αυτά τα κατακάθια παρόλο που αποτελούν τον κίνδυνο των επαναστατικών στρατών, παίζουν πρωταρχικό ρόλο σε όλες τις εξεγέρσεις». Στο Γκ. Λεμπόν, Η Ψυχολογία των Επαναστάσεων, Δαμιανός, μτφρ. Ελένη Καλκάνη, Αθήνα 1985, σ. 74.

[12] «Και ποιος νικάει λοιπόν;», Sarajevo, τεύχος 96, Ιούνης 2015.

[13] Λ. Οικονομάκης, «Η αυτονομία στις ζαπατίστικες κοινότητες», Κοινωνικός Αναρχισμός, τεύχος 4, σ. 121.

Κατεχόμενη μαύρη Αμερική

fergusonstrong howard u

«Για να πετύχει τους θετικούς σκοπούς της, μια επανάσταση πρέπει πραγματικά να συμβεί στην πράξη. Αλλά για να παράξει ένα αρνητικό αποτέλεσμα, για να προκαλέσει μια αντεπαναστατική αντίδραση, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα περισσότερο από το να ρίξει απλώς απειλητική την σκιά της».

Ισαάκ Ντώυτσερ

Επιτρέψτε μου πρώτα να ξεκαθαρίσω από την αρχή αυτού του σύντομου δοκίμιου, ότι σέβομαι το κίνημα του Black Lives Matter (BLM) και τις δράσεις του, οι οποίες, παρά τις επικρίσεις και τις επιφυλάξεις που μπορεί κατά καιρούς να διατυπώθηκαν από την πλευρά του κινήματος, έχει κατορθώσει να αναδείξει την κοινωνικά και ταξικά προκατειλημμένη φύση της διάχυτης αστυνομικής βίας στις ΗΠΑ, μέσα στο κλίμα ακραίας σοβινιστικής πόλωσης κι εκτεταμένης κρατικής τρομοκρατίας που εδώ και χρόνια επικρατεί στην μητρόπολη του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Ωστόσο, έχω σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν ο χαρακτήρας του BLM, σαν κατά κύριο λόγο, μιας οργάνωσης διαμαρτυρίας της κοινωνίας των πολιτών, μπορεί να παίξει τον ρόλο ενός σοβαρού αποτρεπτικού παράγοντα ενάντια στη συνέχιση της μαζικής αστυνομικής βίας στο μέλλον. Με άλλα λόγια, έχω την αίσθηση ότι σοβαρά ερωτήματα μπορούν να τεθούν αναφορικά με το αν το κίνημα BLM, είναι ικανό να τηρήσει τις συλλογικές υποσχέσεις που εκ των πραγμάτων έχει αναλάβει να εκπληρώσει με τη δράση του.

Κατά την άποψή μου, οι ειρηνικές μαζικές συγκεντρώσεις, οι καλοπροαίρετες επικλήσεις προς τους εκλεγμένους «αντιπροσώπους του λαού» και τα προσεκτικά οργανωμένα και πειθαρχημένα συλλαλητήρια διαμαρτυρίας δεν είναι τίποτα περισσότερο από θεσμοθετημένες μορφές διαμαρτυρίας, που έχουν σαν στόχο είτε να καταπνίξουν, να διαμεσολαβήσουν, ή να ελέγξουν ουσιαστικά την κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία είναι έμφυτη σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα που βασίζεται στην άνιση κατανομή των δύναμης μεταξύ των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων. Η κύρια αντίφαση στο πλαίσιο της στρατηγικής της ειρηνικής διαμαρτυρίας, είναι ότι υποθέτει a priori την ύπαρξη ενός πρόθυμου και καλοήθους συνομιλητή στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Δηλαδή, προϋποθέτει ότι οι ελίτ που κατέχουν όλες τις μορφές δύναμης είναι κατά κάποιο τρόπο ευάλωτες σε πιέσεις που ασκούνται από-τα-κάτω, ή επιρρεπείς σε αντιδράσεις ηθικού και συναισθηματικού αποτροπιασμού σε ότι αφορά τα δεινά που πλήττουν κατά κόρον τους καταπιεσμένους στα κατώτερα τμήματα του ταξικού συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας (όπως υποθέτει η φιλοσοφία της ειρηνικής κοινωνικής ανυπακοής).

Ωστόσο, μου φαίνεται εντελώς παράλογο να απευθύνει κανείς αιτήματα για παύση της αστυνομικής βίας που στρέφεται κατά των υποβαθμισμένων μαύρων κοινοτήτων, στις ίδιες πολιτικές και οικονομικές ελίτ που υποστηρίζουν ενεργά την καταπίεση κι έβαλαν εξαρχής το χέρι τους στη δημιουργία της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που τώρα στρέφεται ενάντια στην υποτάξη των μαύρων προλετάριων. Η κοινωνική βάση πάνω στην οποία αυτές οι ελίτ έχουν ανεγείρει τις δομές της κυριαρχίας τους, δηλαδή τα κοινωνικά στρώματα που εξαρτώνται από αυτές τις ελίτ για την αναπαραγωγή και τη διατήρηση της προνομιακής θέσης τους έναντι των υποτελών κοινωνικών ομάδων, δεν συμπεριλαμβάνει τη συντριπτική πλειοψηφία των εκμεταλλευόμενων και των καταπιεσμένων της ετερόνομης ολότητας, η οποία μέσω ειρηνικών διαδηλώσεων, αποφάσισε να εκδώσει μια δραματική έκκληση προς την «λογική», την «καλοσύνη», ή την αίσθηση του «δικαίου» που διακατέχει την άρχουσα τάξη. Ούτε οι υποταγμένες κοινωνικές ομάδες έχουν καμία πρόσβαση στις θεσμοθετημένες πηγές εξουσίας, που θα τους επιτρέψουν να επηρεάσουν αποτελεσματικά ή να διαμορφώσουν προς όφελός τους την επίσημη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Αν είχαν τέτοια δύναμη, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα είχαν βρεθεί στα κατώτερα στρώματα του παγιωμένου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας που εκτρέφουν οι δομές και οι θεσμοί της ετερόνομης καπιταλιστικής ολότητας. Οι θεσμικές μορφές διαμαρτυρίας επιβάλλουν περιορισμούς σχετικά με την έκταση, την μεθοδολογία και το περιεχόμενο της αυθόρμητης συλλογικής δράσης των κοινωνικών υποκειμένων, που την μεταμορφώνουν ποιοτικά σε μια δραστηριότητα που μπορεί να μετρηθεί, να ποσοτικοποιηθεί και να αφομοιωθεί αποτελεσματικά από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, η μόνη μέθοδος δράσης που οι καταπιεσμένες τάξεις έχουν στη διάθεσή τους για να επιφέρουν ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές, αυτό που ο T. Φωτόπουλος αποκαλεί αντισυστημική συλλογική πολιτική πράξη, έξω από και κόντρα στις επίσημες μορφές διαμαρτυρίας, αλλοτριώνεται από την ιεραρχική κοινωνική ολότητα η οποία, τέλος, την ιδιοποιείται προς όφελός της. [1] Με τα λόγια του αναρχικού φιλοσόφου M. Bookchin, ο οποίος έγραψε για τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στις μορφές πολιτικής διαφωνίας που κατοχυρώνονται θεσμικά από το σύστημα και τις μαζικές εξεγέρσεις σαν μια μορφή ντε φάκτο εξεγερσιακής πολιτικής, που παράγεται αυθόρμητα από την ακηδεμόνευτη συλλογική δράση των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων, «Αυτή η στροφή από τις προβλέψιμες, ιδιαίτερα οργανωμένες διαμαρτυρίες που εντάσσονται στο θεσμικό πλαίσιο της υπάρχουσας κοινωνίας, προς τις σποραδικές, αυθόρμητες, σχεδόν εξεγερσιακές επιθέσεις από-τα-έξω (ή ακόμα και ενάντια) στις κοινωνικά αποδεκτές μορφές, αντανακλά μια βαθιά αλλαγή στη λαϊκή ψυχολογία. Ο «ταραξίας» έρχεται σε ρήξη, αρχικά μόνο εν μέρει και διαισθητικά, με αυτούς τους βαθιά εμφυτευμένους κανόνες συμπεριφοράς που παραδοσιακά συντείνουν στην προσκόλληση των «μαζών» στην καθεστηκυία τάξη. Διαρρηγνύει στην πράξη την εσωτερικευμένη δομή της εξουσίας, εκείνο το σώμα των εξαρτημένων αντανακλαστικών που το σύστημα καλλιεργεί επί μακρόν, και το μοτίβο της υποταγής που προέρχεται από το αίσθημα της ενοχής και προσδένει κάποιον στο σύστημα με δεσμούς πιο ισχυρούς από τον οποιονδήποτε φόβο για αστυνομική βία ή για νομικά αντίποινα από πλευράς του συστήματος. Σε αντίθεση με τις απόψεις των κοινωνικών ψυχολόγων, οι οποίοι βλέπουν σε αυτούς τους τρόπους άμεσης δράσης την υποδούλωση του ατόμου από μια τρομακτική συλλογική οντότητα που ονομάζεται «όχλος», η αλήθεια είναι ότι οι «ταραχές» και οι δράσεις του πλήθους αποτελούν τα πρώτα βήματα της αναζήτησης της μάζας προς την ενεργητική εξατομίκευση της». [2]

Στο σημείο αυτό, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει την ένσταση ότι η εμφάνιση μιας τάξης μαύρων επαγγελματιών πολιτικών, αρκεί για να δώσει επαρκείς εγγυήσεις στο κίνημα διαμαρτυρίας ότι υπάρχουν φίλιες δυνάμεις στα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνικής ιεραρχίας οι οποίες είναι έτοιμες να εισαγάγουν μεταρρυθμίσεις, σε συνεννόηση με τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν από-τα-κάτω οι λαϊκές οργανώσεις βάσης. Μολαταύτα, πιστεύω ότι οποιαδήποτε αντίληψη σύμφωνα με την οποία η συμμορία αυτή των μαύρων πολιτικών, που είναι σχεδόν εξολοκλήρου στην υπηρεσία του κομματικού μηχανισμού των Δημοκρατικών, καθώς και η αριθμητικά μικρή, αλλά φανατικά αφοσιωμένη στο σύστημα, μεσαία τάξη των αφροαμερικανών νεομπουρζουάδων, εμφορείται από κάτι περισσότερο από μια απέραντη δουλοπρέπεια προς τα αφεντικά της, είναι ανιστορική όσο και αναλυτικά λανθασμένη, κι ως εκ τούτου αντιπαραγωγική, από την άποψη της διαμόρφωσης μιας πολιτικής στρατηγικής για το κίνημα. Η ιδιότητα του «μαύρου» στις ΗΠΑ δεν είναι απλώς ένας τρόπος για να κατονομάσει κανείς την φυλή ή το χρώμα του δέρματος. Αντ’ αυτού, είναι μια ταξική ταυτότητα που έχει τις ρίζες της σε μια συγκεκριμένη κατάσταση που αφορά την καταπιεσμένη κοινωνική ύπαρξη των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της ετερόνομης ολότητας. Οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην ιδιότητα του «μάυρου» στις ΗΠΑ, μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο σε σχέση με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τις υλικές παραμέτρους αυτής της κοινωνικής ύπαρξης, ενός καθεστώτος καθολικού ετεροκαθορισμού της μαύρης κοινότητας, ως μιας εξαρτημένης κοινωνικής μονάδας που καταπιέζεται συνολικά. Δηλαδή, σαν μια υποτελή υπό-ολότητα, ενσωματωμένη στον ιεραρχικό καταμερισμό της εργασίας που επικυρώνεται από τις  ετερόνομες δομές κοινωνικής αναπαραγωγής του συστήματος.

Σε αντίθεση με τα παραπάνω, το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα απεμπολεί ολοκληρωτικά κάθε έννοια ταξικής ανάλυσης από τον τρόπο που ερμηνεύει την κοινωνική πραγματικότητα. Αντ’ αυτού, ανασύρει διαρκώς από το συλλογικό ασυνείδητο της ετερόνομης κοινωνίας και προσδίδει αξιώσεις «επιστημοσύνης» στα αρνητικά στερεότυπα για την πολιτιστική ταυτότητα των «μαύρων», τα οποία επιστρατεύονται σαν ιδεολογική εφεδρεία για να δικαιολογήσουν την μαζική καταστολή ενάντια στη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Είναι διαρκείς οι αναφορές των μηχανισμών προπαγάνδας του συστήματος στην μαζοχιστική «τάση» που τάχα διακρίνει τους μαύρους προλετάριους να διαπράττουν εγκληματικές πράξεις σε βάρος ομοεθνών τους (black-on-black crime), στην «φυσική ροπή» που επιδεικνύουν οι μαύροι νεαροί άνδρες για κάθε είδους «αποκλίνουσα» κοινωνική συμπεριφορά, ή την απουσία «συναίσθησης ευθύνης» που τους χαρακτηρίζει, όταν πρόκειται για την εκπλήρωση των συμβατικών γονεϊκών υποχρεώσεων τους. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα οριενταλιστικά στερεότυπα που δεν λαμβάνουν υπόψη τις υλικές συνθήκες που διέπουν το βιοτικό επίπεδο των μαύρων κοινοτήτων ως καταπιεσμένων κοινωνικών μονάδων και τον τρόπο που αυτές αλληλεπιδρούν με τις υποκειμενικές συνθήκες. Δηλαδή, την κουλτούρα, τα αξιακά συστήματα και τα πολιτισμικά πρότυπα, που τελικά καταλήγουν στην παραγωγή των γενικών τάσεων που επικρατούν στην μαύρη κοινότητα ως προς αυτά τα θέματα. Δυνάμει της παραδοσιακής οριενταλιστικής λογικής, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια αποτελεσματική αντιστροφή της πραγματικότητας, η οποία με τη σειρά της λειτουργεί ως μια εξουσιαστική απολογία για το status quo. Αντί η όποια «αποκλίνουσα» συμπεριφορά να αποδίδεται στη φτώχεια και στις αντίξοες κοινωνικές συνθήκες και περιστάσεις (αντί για κάποιον αφηρημένο κανόνα ομοιόμορφης «ηθικής» συμπεριφοράς που έχει καθολική ισχύ και στην οποία όλα τα μέλη της κοινωνίας οφείλουν να συμμορφώνονται, ανεξάρτητα από την θέση που κατέχει ο καθένας/μια), η φτώχεια και η συλλογική εξαθλίωση αποδίδονται στην εγγενή πολιτισμική και ανθρωπολογική κατωτερότητα του «νέγρου». Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να επισημάνω τον παραλογισμό μιας κοινωνικής ανάλυσης που προβαίνει σε ισοπεδωτικές γενικεύσεις κι επιμένει να αποδίδει ομοιόμορφες ιδιότητες, σε μια απόπειρα συγκρότησης ενός αφηρημένου, «συλλογικού» χαρακτήρα για όλα τα μέλη μιας φυλετικής ομάδας, χωρίς να επιδεικνύει καμία μέριμνα για να ενσωματώσει τις αναπόφευκτες ατομικές διαφορές και την ποικιλότητα των υποκειμένων, προκειμένου να υπερτονιστεί η σημασία ενός ανύπαρκτου φυλετικού παράγοντα στην πορεία της ατομικής εξέλιξης του κάθε μέλους της κοινωνικής ομάδας. Ένα τέτοιο μοντέλο για την ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας δεν είναι παρά μια αντανάκλαση στον τομέα της κοινωνικής θεωρίας, της επικρατούσας δομής της ταξικής κυριαρχίας, που αναπαράγει την υποδούλωση των μαύρων προλετάριων, όχι μόνο ως άτομα, αλλά ως μια συλλογική κοινωνική οντότητα, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα προτερήματα ή τα ελαττώματα από τα οποία εμφορείται το κάθε μέλος της ομάδας ξεχωριστά.

Από αυτή την άποψη, δεν μπορεί να υπάρξει καμία απολύτως συνεργασία ανάμεσα στους επαγγελματίες μαύρους πολιτικούς του δικομματικού συστήματος εξουσίας και της μικρής αφροαμερικάνικης νεομπουρζουάδικης τάξης, από τη μία πλευρά, και στην μεγάλη μάζα των μαύρων λούμπεν προλετάριων που κατοικούν στα υπανάπτυκτα γκέτο των καπιταλιστικών μητροπόλεων, από την άλλη. Κανένας αφηρημένος δεσμός δεν γίνεται να σφυρηλατηθεί ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες πάνω στη βάση μιας απατηλής φυλετικής αλληλεγγύης. Στο πλαίσιο μιας καταπιεστικής, ετερόνομης κοινωνίας, όλες οι βιώσιμες κοινωνικές σχέσεις λαμβάνουν αναγκαστικά την μορφή των ταξικών σχέσεων αλληλοβοήθειας και συλλογικής στήριξης. Ακόμη και η ίδια η έννοια της φυλής, θα πρέπει να εκλαμβάνεται σαν μια κατά βάση υλική έννοια, που δηλώνει πρώτα απ’ όλα ένα σύνολο συγκεκριμένων και σαφώς καθορισμένων κοινωνικών συνθηκών. Δεν είναι τυχαίο ότι η μικροσκοπική, μαύρη νεο-αστική τάξη δεν κατέβαλε απλώς μεγάλες προσπάθειες για να διακόψει όλες τις προηγούμενες κοινωνικές σχέσεις που την κρατούσαν συναισθηματικά και οικονομικά συνδεδεμένη με το γκέτο, αλλά έχει υποστεί μια τέτοια πολιτιστική μεταμόρφωση, σε σημείο που να έχει αναγορευτεί σε έναν από τους πιο ένθερμους αντιπάλους της μαύρης προλεταριακής υποτάξης. Τόσο από την άποψη της καταπολέμησης των κοινωνικών επιχορηγήσεων προς τους μη-προνομιούχους, όσο κι από την άποψη της ριζοσπαστικής κοινωνικής θεωρίας που έχει στο επίκεντρο της την απελευθέρωση των μαύρων σαν συλλογικό υποκείμενο.

Όπως τονίζει ο Z. Bauman, οι μαύροι Αμερικανοί που ωφελήθηκαν από τα κρατικά προγράμματα των θετικών διακρίσεων (affirmative action), σε τέτοιο βαθμό που μπόρεσαν να αλλάξουν δραστικά την κοινωνική κατάσταση τους και να αναρριχηθούν στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, είτε κερδίζοντας μια θέση ανάμεσα στα ιδιωτικοϋπαλληλικά στρώματα, είτε με την ιδιότητα του μικρού αφεντικού, έχουν πλέον μετατραπεί στους πιο φανατικούς επικριτές της θετικής δράσης κι έχουν καταγγείλει αυτά τα προγράμματα, απαιτώντας την άμεση απόσυρσή τους. [3] Σίγουρα, αυτή η στάση πρέπει να αποδοθεί στην ανάγκη που αισθάνεται η μαύρη μεσαία τάξη να πιστέψει στον εαυτό της και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη στις ικανότητες της, εξαλείφοντας από το κοινωνικό φαντασιακό της τυχόν υπολειπόμενες σημασίες που της υπενθυμίζουν την προηγούμενη ταπεινή καταγωγή της, καθώς και τον επιδοτούμενο τρόπο μέσω του οποίου πραγματοποιήθηκε η κοινωνική της ανέλιξη. Ωστόσο, ένας ακόμη πιο καθοριστικός υλικός παράγοντας, που ρυθμίζει τη στάση των μαύρων νεοαστών απέναντι στους καταπιεσμένους ομοεθνείς τους, είναι η επιθυμία τους να προστατέψουν την προνομιακή κοινωνική τους θέση έναντι των κοινωνικών ομάδων που αποβλέπουν σε μια ανοδική κοινωνική κινητικότητα, μέσα από την επίδραση των επιδοτούμενων κυβερνητικών προγραμμάτων. Δεδομένου ότι η ετερόνομη ολότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας ενθαρρύνει τον ολομέτωπο ανταγωνισμό ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες ως τον μόνο δυνατό τρόπο κοινωνικής συνύπαρξης, συγκρατώντας ταυτόχρονα τυχόν φυγόκεντρες τάσεις που δημιουργούνται από αυτόν τον ανταγωνισμό μέσω της συγκεντρωτικής κοινωνικής ιεραρχίας, οι μαύροι νεομπουρζουάδες ενεργούν προς το συμφέρον τους και σύμφωνα με αυτά που το ένστικτο της αυτοσυντήρησης τους υπαγορεύει, όταν ισχυρίζονται πως οι πολιτικές που συμβάλλουν στην ανοδική κοινωνική κινητικότητα θα πρέπει να εγκαταλειφθούν. Ενεργούν επίσης σε πλήρη αρμονία με τις ιδεολογικές αρχές και τις αξίες κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, το οποίο αντιλαμβάνεται κάθε είδος θεσμοθετημένης κοινωνικής αρωγής, ως «ανωμαλία», σαν μια διαταραχή της δυναμικής που δημιουργείται από την απρόσκοπτη λειτουργία των δυνάμεων της ελεύθερης αγοράς. Δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να αφιερώσουν μέρος των πόρων τους και του πλούτου που εσχάτως έχουν συσσωρεύσει για να χρηματοδοτήσουν τα «καλοπροαίρετα» κυβερνητικά προγράμματα καταπολέμησης της δομικής φτώχειας, του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων, ούτε έχουν την επιθυμία να δουν τέτοια προγράμματα να πετυχαίνουν, αυξάνοντας έτσι τον ήδη σκληρό ανταγωνισμό για τους λιγοστούς πόρους που είναι διαθέσιμοι μέσω της αγοράς.

Με βάση τα παραπάνω, η μαύρη προλεταριακή υποτάξη δεν μπορεί να υπολογίζει ότι θα βρει έναν σύμμαχο στο πρόσωπο της αφροαμερικανής νεομπουρζουαζίας. Αντίθετα, οι φυσικοί ταξικοί σύμμαχοι της είναι οι λευκοί και ισπανόφωνοι προλετάριοι των πόλεων, καθώς επίσης και τα άλλα υποτελή και εξαρτημένα στρώματα της ιεραρχικής ολότητας. Αυτά είναι τα φτωχά τμήματα του πληθυσμού που μοιράζονται την ίδια κοινωνική πραγματικότητα και τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες με τον καταπιεσμένο μαύρο πληθυσμό και συνεπώς έχουν αντικειμενικό συμφέρον να συσπειρώσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να ανατρέψουν αυτό το απάνθρωπο σύστημα κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης.

Και φυσικά, το μαύρο προλεταριάτο δεν πρέπει επουδενί να ελπίζει σε κάποιο είδος επανόρθωσης, υλικής ή ηθικής, για τις αδικίες που έχει υποστεί, από τους δικαστικούς θεσμούς των ΗΠΑ, οι οποίοι υπηρετούν αντικειμενικά την ταξική κυριαρχία των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Δεν οφείλεται σε ιστορική σύμπτωση το γεγονός ότι η αύξηση των επιπέδων της βίας που χρησιμοποιείται από τις δυνάμεις καταστολής ενάντια στους απείθαρχους φτωχούς, αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές στην εντατικοποίηση της αποσύνθεσης των κοινωνικών υπηρεσιών και του κρατικού μηχανισμού κοινωνικής πρόνοιας στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας. Και οι δύο αυτές τάσεις είναι αναπόσπαστο μέρος και σύμπτωμα μιας γενικότερης τάσης, της δυναμικής που είναι εγγενής στη λειτουργία του θεσμικού πλαισίου του συστήματος προς μια ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση όλων των μορφών δύναμης στα χέρια των πολιτικών, οικονομικών, πολιτιστικών και κοινωνικών ελίτ που διευθύνουν το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Η ακροδεξιά νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία έχει άλλωστε κηρύξει έναν ανοικτό κοινωνικό πόλεμο ενάντια στους φτωχούς και τους μη-προνομιούχους. Αρκεί να θυμηθούμε τον τρομακτικό κυνισμό του υπουργού Οικονομικών της Ιαπωνίας, ο οποίος πρότεινε ότι «οι ηλικιωμένοι θα προσφέρουν σημαντική υπηρεσία στην πατρίδα τους, εφόσον απλά ‘βιαστούν να πεθάνουν’». [4] Ή, την νεοναζιστική νοοτροπία από την οποία εμφορείται η λιθουανική ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», οι οποίοι ισχυρίστηκαν πως η ευθανασία είναι μια επιλογή που οι φτωχοί της χώρας και όσοι πάσχουν από ανίατες ασθένειες οφείλουν να εξετάσουν με ιδιαίτερη σοβαρότητα. [5] Η συνεχιζόμενη αναδιανομή του πλούτου υπέρ των πλουσίων μπορεί να οδηγήσει μόνο σε επιδείνωση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των κυρίαρχων και των υποτελών κοινωνικών ομάδων. Οι κοινωνικές αντιθέσεις που συνιστούν δομικό στοιχείο των ετερόνομων κοινωνιών αναμένεται να προσλάβουν εκρηκτικές διαστάσεις, δεδομένου ότι ακόμη και αυτό το δικαίωμα των προλετάριων στη φυσική επιβίωση, τίθεται υπό αμφισβήτηση από την συστημική αναδιάρθρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη σε παγκόσμια κλίμακα. Έτσι, η αστυνομική καταστολή ενάντια στις μάζες των φτωχών και των απόκληρων θα πρέπει να ενταθεί και το ηθικό του εσωτερικού στρατού κατοχής θα πρέπει να κρατηθεί σε υψηλά επίπεδα. Συνακόλουθα, δεν θα πρέπει να περιμένει κανείς ότι τα αστικά δικαστήρια θα αρχίσουν έξαφνα να μοιράζουν τιμωρίες και καταδίκες ενάντια σε εκείνο το όργανο που είναι επιφορτισμένο να εφαρμόζει τους νόμους που τα ίδια τα ταξικά δικαστήρια υπηρετούν. Όπως συνέβη και στην περίπτωση της δικαστικής ασυλίας που χορηγήθηκε στις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής στο Ιράκ, η στρατιωτικοποιημένη αστυνομία που επιβάλλει την κατοχή της «δημοκρατίας» στις κοινότητες των φτωχών, θα πρέπει να έχει τη σιγουριά ότι ποτέ δεν θα λογοδοτήσει για τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττει ενάντια σε έναν ολοένα πιο ανυπάκουο και απείθαρχο κομμάτι του πληθυσμού. Ως εκ τούτου, η απελευθέρωση τους σε συνεργασία με τις υπόλοιπες καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες μέσω της κατάργησης των θεσμισμένων εξουσιών, και όχι η ενδυνάμωση τους έναντι των άλλων κοινωνικών ομάδων σε συμπαιγνία με τις δυνάμεις του κατεστημένου, είναι η λύση για να βάλουν τέλος στο κοινωνικό δράμα που ζουν εδώ κι αιώνες οι μαύροι λούμπεν προλετάριοι της Αμερικής.

[1] T. Fotopoulos, Class divisions today, http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

[2] M. Bookchin, Post-Scarcity Anarchism (Black Rose Books) p. 73.

[3] Z. Bauman, Work, Consumerism and the New Poor (Open University Press).

[4] https://www.theguardian.com/world/2013/jan/22/elderly-hurry-up-die-japanese.

[5] http://www.bioedge.org/bioethics/bioethics_article/11071

Καινά δαιμόνια. Ή μήπως όχι;

garden of praise rapahael

«Εν αντιθέσει στις μέρες μας, έχουμε δυσκολία να φανταστούμε έναν κόσμο που θα είναι ριζικά καλύτερος από τον δικό μας, ή ένα μέλλον που δεν θα είναι στην ουσία του δημοκρατικό και καπιταλιστικό».

Φράνσις Φουκουγιάμα, «Το Τέλος της Ιστορίας»

Το 1992, ο Φ. Φουκουγιάμα βιάστηκε να διακηρύξει ότι βρισκόμασταν πλέον στο κατώφλι του τέλους της ιστορίας. Η κατάρρευση του φιλοσοβιετικού μπλοκ, σηματοδοτούσε τον θρίαμβο του υπαρκτού καπιταλισμού επί του ιδεολογικού του αντιπάλου. Είχαμε φτάσει στα πρόθυρα της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας. Της έλευσης μιας νέας εποχής όπου είχαν πλέον δημιουργηθεί οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες για την θεσμοποίηση της  καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Κανείς δεν βρέθηκε τότε για να υπενθυμίσει στον νεοφιλελεύθερο ονειροπόλο, ότι κάθε τέλος σηματοδοτεί και μια καινούρια αρχή. Το ζήτημα της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ μας δίνει μια γεύση του πώς είναι να βλέπει κανείς την Ιστορία, με την μεγαλεπήβολη έννοια που έδινε σε αυτήν ο Έγελος ως μια μεστή νοήματος και γραμμική εξελικτική διαδικασία, να βάζει όπισθεν και να ανατρέπει παγιωμένες καταστάσεις που πολλοί θεωρούσαν ότι είχαν τον χαρακτήρα ενός ευρωπαϊκού αναπόφευκτου πεπρωμένου. Στον βαθμό που το ζήτημα της εξόδου αναδεικνύει τις υπαρκτές διαφωνίες και τον οικονομικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό της νεομπουρζουαζίας και φτάνει να προκαλέσει την κατάρρευση της κυβέρνησης των Συντηρητικών, χρήζει περαιτέρω ερμηνείας και ανάλυσης από την σκοπιά της ριζοσπαστικής κοινωνικής θεωρίας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλό επιφαινόμενο χωρίς ουσιαστικές επιπτώσεις στη διαμόρφωση του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων. Από την άλλη, δεν θα πρέπει να παρασυρόμαστε σε χιλιαστικού τύπου συμπεράσματα και διαπιστώσεις. Η υποτιθέμενη στροφή που πήρε η ιστορία προς το άγνωστο, μπορεί να αποδειχτεί βραχύβια, ή μπορεί να διαφανεί τελικά ότι καθόλου δεν συνέβη. Η στάση που υιοθέτησε ο αναρχικός χώρος της Βρετανίας γύρω από το ζήτημα εκτείνεται από τον γνωστό τυποποιημένο λόγο της ορθοδοξίας περί «διλημμάτων που δεν μας αφορούν», μέχρι την ενεργή στήριξη στο στρατόπεδο που τασσόταν υπέρ της παραμονής, π.χ. από μια μερίδα του antifa κινήματος, προφανώς υποκινούμενο από μια διάθεση αντιπαράθεσης προς τις εγχώριες δυνάμεις της ακροδεξιάς που υποστήριξαν την έξοδο. Ωστόσο, δεν μπορούμε να μην κάνουμε την εύλογη παρατήρηση ότι εφόσον αναγάγουμε την αφ’ υψηλού αποστασιοποίηση του αναρχικού χώρου από τις εξελίξεις σε πολιτικό κανόνα και θεωρούμε μόνιμα ότι η πραγματικότητα της συγκυρίας δεν μας αφορά (η ίδια διάθεση αποστασιοποίησης εκφράστηκε και από κομμάτια του εγχώριου κινήματος στο δημοψήφισμα του 2015), μήπως διατρέχουμε τον κίνδυνο να βρεθούμε εμείς οριστικά εκτός της κοινωνικής πραγματικότητας και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να αυτό-αναιρεθούμε σαν ενεργή πολιτική δύναμη που επηρεάζει και παρεμβαίνει στα πράγματα.

Κατά την άποψη μας, δυο είναι τα θεμελιώδη ζητήματα που τίθενται για τους αναρχικούς με αφορμή την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Πρώτο ζήτημα είναι αυτό της, κατά τους μεταρρυθμιστές λεγόμενης, «επαναστατικής θεολογίας». Δηλαδή, της υποτιθέμενης τάσης των ριζοσπαστικών κύκλων να αναπέμπουν την επίλυση των πιεστικών κοινωνικών προβλημάτων σε ένα ακαθόριστο μέλλον, όταν η επανάσταση θα έχει επικρατήσει και όλα θα πηγαίνουν κατ’ ευχή.[i] Εφόσον τούτος ο ισχυρισμός περιείχε την παραμικρή δόση αλήθειας, θα ήταν λογικό κανείς να υποστηρίξει ότι οποιαδήποτε τρέχουσα εξέλιξη αφορά την πραγματοποίηση αλλαγών στο υπάρχον σύστημα θα πρέπει να απασχολεί αποκλειστικά και μόνο τους ρεφορμιστές και να αφήνει παγερά αδιάφορους τους αντισυστημικούς κοινωνικούς αγωνιστές, οι οποίοι αποβλέπουν σε έναν καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ωστόσο, η άποψη αυτή στερείται λογικής βάσης μιας και η ίδια η απελευθερωτική κοινωνική θεωρία έχει στον πυρήνα της την διερώτηση με τρόπο συστηματικό κι οργανωμένο, γύρω από την δυνατότητα, ή ακόμη και την επιθυμητότητα, επιβολής αλλαγών προς μια φιλολαϊκή κατεύθυνση μέσα στα όρια που προδιαγράφει το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Ειδομένη από αυτή τη σκοπιά, η θέση ότι το δίλημμα που τίθεται από το βρετανικό δημοψήφισμα «δεν μας αφορά», είναι, τρόπον τινά, αυτοαναφορική και μοιάζει με αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Με άλλα λόγια, αν δεχτούμε ότι το σύστημα δεν είναι δυνατό να «αλλάξει», τότε μπορούμε να αποφανθούμε a priori και χωρίς πολύ κόπο πως δεν αξίζει να επεξεργαστούμε μια αναρχική πολιτική θέση αναφορικά με την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ και το πώς η εξέλιξη αυτή μπορεί να επιδράσει στις τύχες του επαναστατικού κινήματος, στη Βρετανία και αλλού. Αλλά, όπως είπαμε, μια τέτοια στάση είναι μάλλον αυτάρεσκη όσο είναι κι αυτοαναφορική. Ο συλλογισμός είναι κυκλικός και καταλήγει εν τέλει να δικαιώνει εσαεί τις ιδεολογικοποιημένες μαξιμαλιστικές θέσεις του επαναστατικού στρατοπέδου.

Το δεύτερο ζήτημα που ανακύπτει έχει να κάνει με το συστημικό χαρακτήρα της διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς κι αν αυτή είναι αναστρέψιμη μέσω της βουλησιαρχικής προσέγγισης που υποδηλώνει η προσφυγή σε ένα δημοψήφισμα από-τα-πάνω. Ο συστημικός χαρακτήρας του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης δεν θα πρέπει εδώ να εκλαμβάνεται ότι συνεπάγεται έναν μονομερή και απόλυτο ντετερμινισμό των δυνάμεων της οικονομικής βάσης, όπως συμβαίνει στην μαρξιστική σκέψη, ή τον καταναγκαστικό χαρακτήρα μιας παντοδύναμης ιστορικής αναγκαιότητας, που δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο παρέκκλισης στη συνειδητή δραστηριότητα των κοινωνικών υποκειμένων. Αν υπερθεματίζουμε ότι η διεθνοποίηση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς έχει τις ρίζες της σε αλλαγές στις «αντικειμενικές» συνθήκες που συντελέστηκαν στο πεδίο της οικονομίας, όπως είναι λόγου χάρη η άνοδος των πολυεθνικών, τούτο δεν σημαίνει ότι ο οικονομικός παράγοντας επικαθορίζει και προεξοφλεί κατά οποιονδήποτε τρόπο την έκβαση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ούτε όμως μπορεί να σημαίνει ότι ο άκρατος βολονταρισμός και η άγνοια της κοινωνικής πραγματικότητας που διαμορφώνουν οι εξουσιαστικές δομές της θεσμισμένης ετερονομίας μπορεί να οδηγήσει το κίνημα σε ευεργετικά αποτελέσματα. Εκείνο που κατά την γνώμη μου πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι ένα σύστημα λειτουργεί σύμφωνα με ένα σύνολο κανόνων στους οποίους τα μέρη που συμμετέχουν ή υπόκεινται σε αυτό είναι υποχρεωμένα να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους. Από την άλλη, η δυνατότητα που έχει το σύστημα να αναπαράγεται εξαρτάται ακριβώς από την ικανότητα του να εκμαιεύει τέτοιες συμπεριφορές. Δηλαδή, να εξαναγκάζει μέσω της συνδυασμένης ισχύος μιας πληθώρας μηχανισμών καταναγκασμού και πειθάρχησης που έχει στη διάθεση του τα υποκείμενα που έχει κάτω από την κυριαρχία του, να συμπεριφέρονται και να ενεργούν με έναν συγκεκριμένο και προμελετημένο τρόπο. Υπό αυτή την έννοια, μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του ετερόνομου συστήματος οι επιλογές και τα αποτελέσματα της δράσης του ανθρώπου είναι μετρήσιμα, προβλέψιμα και περιορισμένα. Είναι αυτό που ο Καστοριάδης αποκαλούσε πολιτική «πράξις» που έχει τη δύναμη να υπερκεράσει τα όρια που θέτει η ιστορική συγκυρία και καθιστά εκ νέου τον ανθρώπινο παράγοντα στοιχείο καταλυτικό για τη διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης, αντί ενός παθητικού δέκτη των εξελίξεων.[ii] Και για να υπάρξει η «πράξις» σαν καταγεγραμμένο ιστορικό μέγεθος θα πρέπει κατά πρώτο να είναι μαζική, να υπερβαίνει δηλαδή την εξατομίκευση που επιβάλλει το σύστημα στο κοινωνικό σώμα και να εκπηγάζει από τις επιθυμίες και τα συμφέρονται ενός συλλογικά οργανωμένου πολιτικοκοινωνικού φορέα. Και δεύτερο θα πρέπει να αποβλέπει ρητά και συνειδητά στον καθολικό μετασχηματισμό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας μέσω της επικράτησης ενός εναλλακτικού ταξικού φαντασιακού. Όταν οι παραπάνω προδιαγραφές πληρούνται, διαμορφώνονται οι συνθήκες για να τροποποιηθεί ο συσχετισμός δύναμης ανάμεσα στο «αντικειμενικό» και το «υποκειμενικό» στοιχείο, η συνοχή των απανταχού συστημάτων διασαλεύεται και οι απρόσωπες ταξικές διακρίσεις δύναται να υποκύψουν και να παραμεριστούν από την δημιουργική δράση των αυτοστοχαστικών κοινωνικών υποκειμένων που στοχεύουν στην κατάργηση τους.

Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, η αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ επουδενί δεν αποτελεί αφ’ εαυτής την ικανή συνθήκη για την μετάβαση σε ένα αυτόνομο κοινωνικό παράδειγμα. Είναι όμως μια σημαντική εξέλιξη από τουλάχιστο δύο άλλες απόψεις, τις οποίες δεν θα ήταν συνετό να παραβλέψουμε. Καταρχάς, όλες εκείνες οι δακρύβρεχτες αφηγήσεις της ευρώδουλης καθεστωτικής Αριστεράς που κινδυνολογούν ακατάσχετα για μια ενδεχόμενη επανάκαμψη της Βρετανίας στον μπαμπούλα του έθνους-κράτους, δεν λαμβάνουν υπόψη τους το γεγονός ότι μια πραγματική επιστροφή στο έθνος-κράτος συνεπάγεται μια επιστροφή στον κρατισμό σαν μέθοδο διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομίας. Πουθενά στο πρόγραμμα του Κόμματος Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP) δεν διαφαίνεται η πρόθεση του να καταφύγει στον οικονομικό προστατευτισμό προκειμένου να ανασυγκροτήσει εκείνους τους παραγωγικούς κλάδους της αγγλικού καπιταλισμού που επλήγησαν διαχρονικά από τη συμμετοχή της Βρετανίας στην ΕΕ. Αν μάλιστα υπάρχει ένα πράγμα που ο δημαγωγός ηγέτης του UKIP, Νάιτζελ Φάρατζ, υποσχέθηκε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του υπέρ της αποχώρησης, αυτό ήταν ότι η Βρετανία θα επιστρατεύσει όλη την οικονομική, στρατιωτική και διπλωματική ισχύ που έχει στη διάθεση της, προκειμένου να εξασφαλίσει μέσω διμερών διαπραγματεύσεων προνομιακούς όρους για τις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές της Βρετανίας με την ΕΕ. Αδυνατεί λοιπόν κανείς να καταλάβει τον λόγο που η Βρετανία μπήκε στον κόπο να δρομολογήσει την αποχώρηση της από την ΕΕ, στο βαθμό που αυτό που φαίνεται να επιθυμούν οι πολιτικές δυνάμεις που στήριξαν το αίτημα της εξόδου είναι η διατήρηση στενών εμπορικών και οικονομικών δεσμών με την ΕΕ, στην κοινή αγορά της οποίας μετείχαν μέχρι πρότινος. Ούτε είναι νοητή η επιβολή παρατεταμένων εμπορικών κυρώσεων απέναντι στη Βρετανία, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα δυσαρεστούσε πρωτίστως μια μεγάλη μερίδα του ευρωπαϊκού πολυεθνικού κεφαλαίου του οποίου η πρόσβαση και οι σχέσεις με την βρετανική αγορά είναι ιδιαίτερα επωφελείς. Δεδομένων των παραπάνω, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε πότε θα αντιληφτούν τα λαϊκά στρώματα που έριξαν συντριπτικά το ειδικό βάρος τους πίσω από το brexit, το μέγεθος της πολιτικής απάτης που ενσαρκώνει το μονοθεματικό κομματικό μόρφωμα του Φάρατζ κι αν η οδυνηρή αυτή διαπίστωση θα τους οδηγήσει να κάνουν το επόμενο λογικό βήμα που θα τους φέρει πιο κοντά στη δημιουργία των συνθηκών για την απελευθέρωση τους. Η έξοδος από την ΕΕ δεν είναι απλά ζήτημα ακύρωσης ενός νομικού εγγράφου. Εφόσον δεν συντελεστεί με όρους κινήματος, δεν πρόκειται να επιφέρει κάποια αξιοσημείωτη ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα. Όπως έχουμε γράψει και παλαιότερα, είναι αδύνατο για την ΕΕ να επιβιώσει χωρίς τα κράτη. Το Κράτος όμως μπορεί θαυμάσια να επιβιώσει και χωρίς την ΕΕ.

Και φυσικά η παραμονή στην ΕΕ δεν αποτελεί κανενός είδους εχέγγυο για μια πολιτισμική ηγεμονία των αξιών και των ιδεών που είναι αντίθετες σε αυτά που πρεσβεύει το εξουσιαστικό ιδεολόγημα του εθνικισμού και του σοβινισμού. Εδώ, όπως και σε άλλα πράγματα, η ρητορική της τάξης των μανδαρίνων των Βρυξελλών είναι σκόπιμα συγκεχυμένη και περισσότερο συσκοτίζει, παρά ξεδιαλύνει τα πράγματα. Η ιδεολογική ταυτότητα του νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊστή, μπορεί να ορίζεται μέσα από την αντίθεση του σε πολλά πράγματα, όπως είναι ο παρανοϊκός αντικομμουνισμός των λαών της Βαλτικής, ο υποτιθέμενος αντιεθνικισμός και ο αντιρατσισμός των απανταχού εκσυγχρονιστών νεομπουρζουάδων, ή ο διάχυτος αντιαναρχισμός του ημιφασιστικού ελλαδικού προτεκτοράτου, δυσκολεύεται ωστόσο να περιγράψει τις θετικές αξίες που υπερασπίζεται και να τις μετουσιώσει σε πολιτική άποψη. Θα μπορούσε αυτό να οφείλεται στην ιστορική καταγωγή του νεοφιλελευθερισμού σαν κίνημα αντίδρασης των ελίτ που είχε σκοπό να καταργήσει και να σαρώσει τις κολεκτιβιστικές κατακτήσεις της σοσιαλδημοκρατικής περιόδου. Ένα κίνημα δηλαδή κατ’ εξοχήν αρνητικό, μια αντεστραμμένη εικόνα της περιόδου της σοσιαλδημοκρατίας. Όπως και να ‘χει, αν το ιδεολογικό αφήγημα του εθνικισμού είναι κατακριτέο επειδή ενθαρρύνει και εξιδανικεύει μάλιστα την περιχαράκωση ή την κρατική επιθετικότητα, την καταπίεση ανάμεσα στις τάξεις και τις ανταγωνιστικές σχέσεις ανάμεσα στους λαούς, το αντίθετο του δεν είναι ο νεοφιλελεύθερος κοσμοπολιτισμός της ΕΕ, αλλά ο διεθνισμός των απανταχού προλεταριακών στρωμάτων, ο οποίος ακυρώνει τη σημασία των παραπάνω ταξικών διαχωρισμών, συσπειρώνοντας τους λαούς γύρω από ένα πρόγραμμα ενοποίησης από-τα-κάτω, σύμφωνα με τις αρχές της αυτονομίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Όσο κι αν τα παπαγαλάκια του συστήματος διερωτώνται σε τόνους μελοδραματικούς, «Είναι καταδικασμένη σε διάλυση η Ευρωπαϊκή Ένωση; Είναι καταδικασμένη κάθε προσπάθεια του ανθρώπου να αποκτήσει ασφάλεια και ευημερία μέσω συλλογικών συνεννοήσεων; Είμαστε ‘προγραμματισμένοι’ να οραματιζόμαστε το καλό αλλά να υποκύπτουμε γρήγορα στο φόβο και στην επιθετικότητα, προβάλλοντας με περισσή ευκολία τον χειρότερο μας εαυτό;»[iii], δεν μπορούν παρόλα αυτά να μας εξηγήσουν σε τι διαφέρει η άνωθεν ενοποίηση της ΕΕ, με τις άτυπες πολιτικές ιεραρχίες και τις δραματικές κοινωνικές ανισότητες που εκτρέφει στο εσωτερικό της, από την ενοποίηση που συντελέστηκε ιστορικά από-τα-πάνω, κάτω από την αιγίδα των μεγάλων αυτοκρατοριών του παρελθόντος. Η φιλοδοξία να «ενώσουν την Ευρώπη» ήταν κοινή άλλωστε σε όλους τους κατακτητές. Από τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Ρωμαίο φιλόσοφο-αυτοκράτορα, μέχρι τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ. Είναι λοιπόν οι αρχές, η μέθοδος και κυρίως οι συλλογικοί θεσμοί μέσω των οποίων θα επέλθει τελικά η ενοποίηση, που έχουν την καθοριστική σημασία. Ειδάλλως, κινδυνεύουμε να αντιμαχόμαστε έναν παλαιάς κοπής, επαρχιώτικο εθνικισμό, μόνο και μόνο για να τον αντικαταστήσουμε με ένα ακόμα χειρότερο ιδεολόγημα της υπερεθνικής εξουσίας, τον επεκτατικό και φιλοπόλεμο κοινωνικό κανιβαλισμό του νεοφιλελεύθερου ιμπεριαλισμού της αγοράς. Δεν προξενεί λοιπόν καμιά εντύπωση η ανικανότητα, ή ακόμα και άρνηση, των οργανικών ιδεολόγων της υπερεθνικής ελίτ να προβούν σε εκτενείς και εις βάθος αναλύσεις αναφορικά με τα όσα υποστηρίζουν, πέρα από την τακτική τους να εμμένουν σε εκείνα τα πράγματα με τα οποία είναι αντίθετοι. Έτσι, οι δημαγωγοί της λαϊκίστικης Δεξιάς αρπάζονται από αυτή την αμφισημία προκειμένου να αποκαταστήσουν το «καλό όνομα» του εθνικισμού και να μας πείσουν ότι δεν είναι ακροδεξιοί, αλλά αντισυστημικοί πατριώτες. Μέχρι και ο φαιδρός πρώην δήμαρχος της πόλης του Λονδίνου και επίδοξος αρχηγός των Συντηρητικών, Μπόρις Τζόνσον, έφτασε στο σημείο να διαλαλεί δεξιά κι αριστερά ότι μάχεται ενάντια στο «κατεστημένο»! Από την άλλη, είναι σύμπτωμα της βαθύτερης κρίσης που διέρχεται το κοινωνικό σύστημα της θεσμισμένης ετερονομίας, ότι υπάρχουν κομμάτια του κατεστημένου που είναι αναγκασμένα να στραφούν πλέον εναντίον του, διότι η συστημική αναδιάρθρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη βάζει σε κίνδυνο, ή απειλεί ευθέως τα θεσμοποιημένα προνόμια και τα ταξικά συμφέροντα τους.

Τέλος, θα πρέπει σε αυτό το σημείο να αναφερθούμε σε έναν ακόμη μύθο που καλλιεργεί μεθοδικά η συστημική διανόηση. Εκείνον της «καλής» ΕΕ, που ενσαρκώνει μια πρότυπη ένωση καπιταλιστικών κρατών, και ξεχωρίζει για την ποιότητα του δημοκρατικού πολιτισμού της, για το ανυπέρβλητο επίπεδο της προστασίας που παρέχει στους πολίτες της (παρά το γεγονός ότι η προστασία αυτή αφορά κυρίως επιβουλές από τον ίδιο της τον εαυτό!), όπως επίσης και για τις αξίες της συναδέλφωσης και της αλληλεγγύης που υποτίθεται ότι την διέπουν, παρά το γεγονός ότι αυτές ακριβώς οι αξίες είναι παντελώς ασύμβατες με την αρχή του ανταγωνισμού όλων εναντίον όλων, που συνιστά την κινητήρια δύναμη του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, γύρω από την οποία είναι δομημένη η ΕΕ. Κάτω από το παραμορφωτικό πρίσμα αυτής της ιδεολογικοποιημένης προσέγγισης της κοινωνικής πραγματικότητας, οι κοινοτικές επιδοτήσεις ερμηνεύονται σαν αδιάσειστη ιστορικη απόδειξη της καλής προαίρεσης που έχουν επιδείξει οι πλούσιες χώρες της βόρειας Ευρώπης απέναντι στους φτωχούς της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Ο προγραμματικός στόχος της σύγκλισης των περιφερειών, που κάποτε αποτέλεσε καταστατική δέσμευση της ΕΕ, αλλά που σιγά, σιγά εξαφανίστηκε από το επίσημο λεξιλόγιο του ευρωπαϊκού τμήματος της υπερεθνικής ελίτ, συνιστά παρόμοια απόδειξη της σημασίας που αποδίδει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση στην αρχή της ισότητας. Κι έτσι καταλήγουν να ενοχοποιούνται οι ίδιοι οι φτωχοί των χωρών της περιφέρειας, κατά την ίδια διαδικασία σύμφωνα με την οποία νοηματοδοτούνται οι νεόπτωχοι στο εσωτερικό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας,[iv] οι οποίοι, λόγω μιας έμφυτης πολιτισμικής κατωτερότητας, της υποδεέστερης συλλογικής ευφυΐας τους, ή εξαιτίας της εκφυλισμένης και διεφθαρμένης νοοτροπίας τους, απέτυχαν να δρέψουν τα οφέλη της καλοσύνης που επέδειξαν απλόχερα απέναντι τους οι επικυρίαρχοι. Μα να τα πράγματα είναι έτσι, τότε καλώς βρέθηκαν οι νεόπτωχοι της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην τραγική κατάσταση που είναι σήμερα. Κανείς από αυτούς τους απολογητές της κυριαρχίας δεν μπαίνει στον κόπο να καταπιαστεί με ερωτήματα που αντικρούουν ευθέως το κοσμοπολίτικο ιδεολογικό αφήγημα που προπαγανδίζουν. Για παράδειγμα, αναρωτιέται κανείς γιατί η πλούσια Γερμανία, η οποία δεκαετίες τώρα φέρεται να υφίσταται την άγρια εκμετάλλευση των «τεμπέληδων» της περιφέρειας και τάχα έχει διασπαθίσει σημαντικά κονδύλια από τον κρατικού της κορβανά, προκειμένου να ευεργετήσει τους ανάξιους «ιθαγενείς» του Νότου, έγινε ουσιαστικά πλουσιότερη μέσα στην ΕΕ, αντί να έχει γονατίσει εξαιτίας της φαινομενικά αυτοκαταστροφικής οικονομικής πολιτικής της; Ή διερωτόμαστε για ποιον λόγο καπιταλιστικές υπερδυνάμεις όπως η Γερμανία, η Γαλλία, κλπ. θα ήταν πρόθυμες να επιδοτήσουν την ανάπτυξη στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης προκειμένου εκείνες να μπορέσουν να τις φτάσουν και ίσως κάποια στιγμή ακόμη και να τις ξεπεράσουν στην καπιταλιστική ιεραρχία της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Ήταν ποτέ αυτός ο στόχος που εξυπηρετούσαν οι μεταβιβάσεις κεφαλαίου υπό την μορφή των κοινοτικών επιδοτήσεων; Ή μήπως οι επιδοτήσεις ήταν ο έμμεσος θεσμικός μηχανισμός που επιστρατεύτηκε για την αναδιάρθρωση της κατά τόπους παραγωγής και κατανάλωσης, ούτως ώστε να δημιουργηθεί ένας τελειοποιημένος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας σε ηπειρωτική κλίμακα;

 

[i] Π. Γιώτης, Τίποτ’ άλλο εκτός από την κομμουνιστική επανάσταση¸ Κόντρα (28-05-2016).

[ii] T. Fotopoulos, Class Divisions Today, http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

[iii] Ν. Κωνσταντάρας, Ένωση ή ο χειρότερος μας εαυτός, Καθημερινή (19-06-2016).

[iv] Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι (Μεταίχμιο), σελ. 175-260.

Επανάσταση σε πραγματικό χρόνο

rojava revolution

Αναδημοσιεύουμε εδώ μεταφρασμένη από τα αγγλικά την παρακάτω επιστολή που απέστειλε πριν από ένα χρόνο κάποιος ανώνυμος σύντροφος / συντρόφισσα από τις αυτόνομες περιοχές του συριακού Κουρδιστάν, όπου και μετάβηκε για να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του. Αναδημοσιεύουμε την έκκληση του / της επειδή αυτή η επιστολή αποτελεί μια ισορροπημένη ματιά ως προς την πραγματικότητα που επικρατεί στο έδαφος στις ομόσπονδες περιοχές όπου εφαρμόζεται το σύστημα του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού. Μπορεί η επιστολή να μην διεκδικεί δάφνες θεωρητικής εκλέπτυνσης, έχει όμως γραφτεί από την σκοπιά ενός στρατευμένου ελευθεριακού που δεν προσπαθεί να εξιδανικεύσει την κατάσταση στην Ροτζάβα, αλλά ούτε καταφεύγει στην εύκολη λύση μιας ιδεολογικοποιημένης κριτικής που μηδενίζει την αξία του σημαντικού ελευθεριακού κοινωνικού πειράματος που βρίσκεται σε εξέλιξη στην βόρεια Συρία, όπως κάνουν κάποιοι υπερ-αναρχικοί στον «ανεπτυγμένο» Βορρά. Η μαρτυρία του συντρόφου / συντρόφισσας είναι ακόμη πιο σημαντική για τον λόγο ότι μας παρέχει μια περιγραφή από πρώτο χέρι των δυσκολιών που αναμένεται να αντιμετωπίσουμε την επαύριο μιας εξέγερσης, η οποία θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την θέσμιση δομών κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης σε όλα τα επίπεδα. Δεν θα πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι ο ατομικός και συλλογικός αυτοκαθορισμός μέσα από την δημιουργία συνθηκών κοινωνικής απελευθέρωσης, δεν είναι η εύκολη λύση, αλλά αντίθετα είναι μια επίπονη και απαιτητική διαδικασία. Ενώ η ιεραρχία απαιτεί από τον άνθρωπο απλώς να γονατίσει, η αναρχία του ζητά να σταθεί στα πόδια του, να διακηρύξει περιφανής την ανθρωπινότητα του και να αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί. Από αυτή την άποψη, η δυσαρέσκεια με τους αυτόνομους θεσμούς οργάνωσης της κοινωνίας και η υποτροπή σε ετερόνομες συμπεριφορές και νοοτροπίες κοινωνικής παθητικότητας είναι πάντοτε ένα πραγματικό και πολύ επικίνδυνο ενδεχόμενο. Τέλος, οφείλω να διευκρινίσω πως δεν συμφωνώ απόλυτα με την αφοριστική προτροπή του συντρόφου προς άπαντες τους αναρχικούς και τους ελευθεριακούς του παγκόσμιου Βορρά να μεταβούν στην Ροτζάβα για να προσφέρουν εκεί τις υπηρεσίες τους. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή δεν θεωρώ σημαντική την επανάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη στις Κουρδικές περιοχές, αλλά, αντίθετα, διότι πιστεύω ότι πρώτιστο καθήκον των αναρχικών και ελευθεριακών αγωνιστών είναι να κάνουν την κοινωνική επανάσταση στις χώρες του Κέντρου και να αρχίσουν να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως φορείς αυτού του υπολανθάνοντος επαναστατικού δυναμικού. Από αυτή την άποψη, ωστόσο, συμφωνώ με τον σύντροφο / συντρόφισσα ότι μια μακριά και προσεκτική ματιά στην Ροτζάβα, καθώς και η ανταλλαγή στελεχών, εμπειριών και πολιτικής τεχνογνωσίας θα λειτουργήσει ως εκατέρωθεν καταλύτης ριζοσπαστικοποίησης, τόσο για την Ροτζάβα από τους αναρχικούς του Κέντρου, όσο και για τους αναρχικούς που θα μάθουν από την επαναστατική εμπειρία της Ροτζάβα.       

 

Η ώρα για θεωρία πέρασε. Τώρα είναι ώρα για δράση.

27-06-2015

Βρίσκομαι στην Ροτζάβα εδώ και μισό χρόνο δουλεύοντας σε διάφορους τομείς της κοινωνίας, γεγονός που μου έδωσε μοναδική ευκαιρία να αποκτήσω μια καλή σφαιρική αντίληψη για το πώς λειτουργεί το σύστημα στη Ροτζάβα στην πράξη. Η ελευθεριακή φιλοσοφία μου και η πρακτική εμπειρία που έχω με φέρνει πολύ κοντά στους επαναστάτες της Ροτζάβα και τους αρέσει να ακούν τις ιδέες και την κριτική μου.

Γράφω αυτό το άρθρο αφού είδα ένα άλλο άρθρο με τίτλο:

“We should not let Kobane and the rest of Rojava to be defeated by the big corporations and the international financial institutions”

Στο οποίο η απάντηση μου είναι η εξής: τότε τι κάνετε στην δύση; Στην Ροτζάβα είναι καλύτερα από την δύση. Όταν μένεις στην δύση, βοηθάς τον καπιταλισμό. Είσαι μέρος του καπιταλισμού. Είσαι μέρος της μηχανής. Αν ζεις στην πόλη, καταναλώνεις προϊόντα ή συμμετέχεις στην ζωή εκεί, δεν είσαι παρά ένας υποκριτής.

Δεν υπάρχουν εδώ αρκετοί άνθρωποι με ριζοσπαστικές πεποιθήσεις. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να μπορούν να δουλέψουν. Με το που θα φτάσεις εδώ, η κατάσταση δεν σου δημιουργεί άγχος. Είναι ένας χώρος γόνιμος και οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να ακούσουν εσένα και τις ιδέες σου. Στην Ευρώπη ή την Αμερική, τα εγχειρήματα που έχουν να κάνουν με την αυτονομία εμποδίζονται, αλλά εδώ η κυβέρνηση ακούει και διαθέτει όσους πόρους μπορεί. Αλλά τα πράγματα κάποιες φορές πηγαίνουν αργά.

Η επανάσταση δεν είναι εξασφαλισμένη, και η Ροτζάβα έχει ανάγκη από το δυνατό πνεύμα των ξένων επαναστατών που θα προσφέρουν τη στήριξη τους εδώ, δουλεύοντας στην πρώτη γραμμή. Δεν είναι αρκετό να κάνει κάποιος μια συμβολική χειρονομία. Αν είσαι επαναστάτης, τότε νισάφι πια με τις γελοίες δικαιολογίες, έχεις δουλειά να κάνεις.

Η Ροτζάβα συνέβη επειδή έμπειροι επαναστάτες αγωνιστές ήρθαν από το Μπακούρ (το PKK στην Κουρδική Τουρκία), οργάνωσαν τη δική τους παράνομη στρατιωτική δύναμη και κατέλαβαν την εξουσία όταν άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που υπηρετούν στην κυβέρνηση είναι από το Μπακούρ. Παλαιότερα, είχαν περάσει χρόνια στα βουνά, μάθαιναν για την οργάνωση και διάβαζαν φιλοσοφία. Ξέρουν πολλά για την ελευθερία και την πολιτική, και δεν είναι ηλίθιοι.

Αυτοί είναι άνθρωποι της επανάστασης με βαθιά σκέψη που προσπαθούν να οργανώσουν μια κοινωνία η οποία είναι μαθημένη στην νοοτροπία της υποταγής και του σεβασμού προς την εξουσία. Στην Ροτζάβα, ο μέσος άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική (όπως στην Ευρώπη). Πραγματικά, δεν τους νοιάζει. Θέλουν μόνο όμορφα ρούχα, καθαρούς δρόμους και καλά σχολεία. Θέλουν απλώς να πηγαίνουν στη δουλειά και να τους κανονίζουν την ζωή τους χωρίς εκείνοι να καταβάλλουν κάποια επιπλέον προσπάθεια. Αν συμπαθούν τον Οτσαλάν, αυτό συμβαίνει επειδή εκείνος τους βοηθάει.

Κάποιοι από τους Κούρδους στην Ροτζάβα δεν καταλαβαίνουν τον λόγο για τον οποίο βοηθούν τους Άραβες. Μερικοί συμπαθούν τον Μπαρζανί (του ιρακινού Κουρδιστάν) παρόλο που αυτός είναι ένας καπιταλιστής λακές της δύσης και διεφθαρμένος ρατσιστής δικτάτορας. Θεωρούν ότι εκείνος βοηθά τον λαό του επειδή τόσες και τόσες εταιρείες έχουν εισρεύσει κι εγκαταστάθηκαν στο Μπασούρ (άλλο όνομα για το ιρακινό Κουρδιστάν). Λένε ότι το Ερμπίλ είναι καθαρό, ότι εκεί έχει όμορφα κτήρια και καλά καταστήματα. Πράγματα εντελώς μικροαστικά. Αλλά αυτό είναι που επιθυμεί ο μέσος άνθρωπος σε τούτη την κοινωνία.

Για παράδειγμα, μια από τις δυσκολίες στην Ροτζάβα είναι ότι οι ομάδες που ασχολούνται με την οικονομία προσπαθούν να οργανώσουν συνεταιρισμούς που θα εξυπηρετούν τις ανάγκες της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. Ωστόσο, πολύ συχνά οι άνθρωποι απλώς λένε, «απλώς πείτε μας τι να κάνουμε και κόψτε μας έναν μισθό». Θέλουν απλώς να δουλεύουν και να πληρώνονται. Δεν ενδιαφέρονται να πάρουν τον έλεγχο της ζωής τους, να διαχειριστούν την (συλλογική) επιχείρηση τους ή να σκέφτονται οτιδήποτε. Θέλουν απλώς κάποιον να τους οργανώσει και να εκτελούν τον ρόλο που τους έχει ανατεθεί. Έτσι είναι το παλιό σύστημα του Μπασάρ αλ Άσαντ και η νοοτροπία του καταπιεσμένου που δημιούργησε σε πολλούς από τους ντόπιους.

Παρόλα αυτά, ο Οτσαλάν και το σύστημα [των αυτόνομων καντονιών] της Ροτζάβα διαθέτει πολλή υποστήριξη μεταξύ του εγχώριου πληθυσμού. Ακόμη κι αν οι απλοί άνθρωποι δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάνε, πολύς κόσμος συντάσσεται πίσω από «τους ηγέτες του». Δεν είναι όλα τέλεια και υπάρχουν προβλήματα. Είναι δύσκολο να κάνεις τους ανθρώπους να σκέφτονται για τον εαυτό τους. Ο βασικός στόχος αυτής της επανάστασης είναι η πολιτισμική μεταμόρφωση.

Η Ροτζάβα αναλαμβάνει μεγαλεπήβολα σχέδια στον τομέα της παιδείας και η αποστολή που έχει αναλάβει να φέρει σε πέρας είναι κολοσσιαία. Ωστόσο, το μόνο που θέλουν οι γονείς είναι σχολεία που να φαίνονται ευυπόληπτα, όπου τα παιδιά μαθαίνουν να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τους καλούς τρόπους. Οι άνθρωποι μιλούν με νοσταλγία για τα παλιά σχολεία του Άσαντ που ήταν καλά εξοπλισμένα και όμορφα στην όψη.

Σχετικά με την συμμετοχή των γυναικών, υπάρχουν κάποιες πολύ δυνατές γυναίκες που κατέχουν σημαντικούς ρόλους στην τοπική κοινωνία. Οι σχέσεις ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες είναι μοναδικές και ξεχωριστές, κάτι που δεν έχω συναντήσει ούτε στις δυτικές κοινωνίες. Ωστόσο, τα «φυσιολογικά» κορίτσια παραμένουν προσκολλημένα στους παλιούς έμφυλους ρόλους τους και διακατέχονται από μια εμμονή με τα καλλυντικά και τα ρούχα. Πήγα σε μια συνέλευση συνεταιρισμού, τα μισά μέλη ήταν γυναίκες και τα άλλα μισά άντρες, και παρόλα αυτά επί τρεις ώρες μόνο οι άνδρες μιλούσαν. Οι γυναίκες μόνο καθόντουσαν χωρίς να συμμετέχουν ενεργά. Υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν ακόμα για να ανατραπεί αυτή η απηρχαιωμένη κουλτούρα, αλλά εδώ συμβαίνουν χειροπιαστές αλλαγές. Γίνεται πολλή καλή δουλειά με τις γυναίκες εδώ πέρα.

Είναι μια χαρά για όσους ζουν έξω από την Ροτζάβα να λένε ότι οι πολυεθνικές εταιρείες δεν έχουν καμία θέση εδώ, αλλά το γεγονός παραμένει ότι οι άνθρωποι έχουν ανάγκες, τις οποίες πρέπει να καλύψουν προκειμένου να μπορέσουν να ζήσουν. Είναι ευθύνη του συστήματος της Ροτζάβα να μεριμνήσει για τις ανάγκες του λαού της. Εάν η διοίκηση δεν κατορθώσει να ικανοποιήσει επαρκώς τις ανάγκες του λαού ή να τους παρέχει μια αξιοπρεπή ζωή, τότε ο κόσμος θα στραφεί εναντίον της ανεξάρτητα από ιδεολογία. Έτσι, η διοίκηση βρίσκεται κάτω από διαρκή πίεση. Να μερικές προπαγανδιστικές δημόσιες καταχωρήσεις από την Ροτζάβα:

«Η καλοκαιρινή παραγωγή συνήθως υπερβαίνει τις ανάγκες της περιοχής. Για να επωφεληθούμε από την υπεραφθονία των τροφίμων, χρειάζεται να ενεργοποιήσουμε εκ νέου ένα εργοστάσιο κονσερβοποιημένου φαγητού που δεν λειτουργεί εδώ και πολύ καιρό».

«Χρειαζόμαστε επιπλέον 60.000USD για την επισκευή και συντήρηση ενός εργοστασίου παραγωγής ζωοτροφών. Το κέντρο για την οικονομική ανάπτυξη το θεωρεί αναγκαίο προκειμένου να προμηθεύσει τους αγρότες με επαρκείς ποσότητες ζωοτροφών».

«Κατασκευή μοντέρνου εργοστασίου ζυμαρικών πολλαπλών ειδών και ποικιλιών, από 200g μέχρι 1kg, με δυνατότητα παραγωγής 7-10 τόνους την ημέρα. Προβλεπόμενο κόστος περίπου 2 εκατομμύρια δολάρια, με 25 εργαζόμενους».

«Το καντόνι της Τζεζίρα διαθέτει σημαντικό απόθεμα σε ζωντανά με βοσκότοπους καλής ποιότητας. Για να εκμεταλλευτούμε αυτή την ευκαιρία, είναι ανάγκη να φτιαχτεί ένα γαλακτοκομείο που θα παράγει αποστειρωμένο γάλα, ή πλαστικά μπουκάλια γάλακτος».

Λοιπόν, που είναι όλοι οι καταρτισμένοι ειδικοί; Δεν χρειαζόμαστε την αλληλεγγύη σας, ούτε την βοήθεια σας από το εξωτερικό. Χρειαζόμαστε ανθρώπους εδώ, στην πρώτη γραμμή. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που μπορούν να διδάξουν, να ξεκινήσουν και να διαχειριστούν έργα και να δώσουν πραγματικές λύσεις. Δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα πραγματικά αποτελεσματικό όσο παραμένετε απέξω.

Οι άνθρωποι που έχουν την εξουσία [στη Ροτζάβα] συνηθίζουν να λένε πράγματα όπως, «δεν υπάρχει κράτος εδώ, υπάρχει λαϊκή εξουσία, κλπ…». Αλλά, είναι σίγουρο ότι αν αυτή ήταν μια πραγματική δημοκρατία, ο απλός κόσμος αμέσως θα δημιουργούσε ξανά ένα παραδοσιακό σύστημα κρατικής διοίκησης γιατί βλέπουν τον Μπαρζανί. Η πολιτοφυλακή του YPG είναι ένας στρατός, οι Asayish είναι μια αστυνομική δύναμη και σε πείσμα όσων λέει ο κόσμος, υπάρχει κεντρική κυβέρνηση, ομάδες που παίζουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της οικονομίας, κεντρικά υπουργεία υγείας, εκπαίδευσης και μια γραφειοκρατία που μεγαλώνει. Τώρα η Ροτζάβα στέλνει διπλωμάτες στις χώρες της Δύσης για να ζητήσει βοήθεια και το 70% των χρημάτων που μαζεύονται καταλήγούν στον στρατό.

Κι όμως, στις θέσεις με εξουσία, βρίσκονται πολλοί άνθρωποι της επανάστασης που διακατέχονται από μια ισχυρή αντι-κρατική φιλοσοφία. Έτσι, εδώ υπάρχει μια ευκαιρία. Έχουμε εδώ έναν μοναδικό χώρο όπου μπορούμε να οργανωθούμε, να καταρτίσουμε τα πλάνα μας και να υλοποιήσουμε τις ιδέες μας. Έχουμε ένα πλεονέκτημα σε αυτόν εδώ τον χώρο με πρόσβαση σε πολλούς πόρους (σκεφτείτε μόνο τις πετρελαιοπηγές και μια περιοχή με τρία εκατομμύρια κατοίκους), αντί να περιοριζόμαστε στις μικρές απομονωμένες κομμούνες μας ή σε μία μόνο κατάληψη. Μπορεί για σας να μην τρέχει τίποτα και να σας αρέσει αυτός ο τρόπος ζωής, αλλά καλύτερα να μην αυτοαποκαλείστε επαναστάτες. Η μεγάλη μου απογοήτευση είναι ότι εδώ πέρα βρίσκονται λιγότεροι από μια ντουζίνα ελευθεριακοί επαναστάτες. Οι άνθρωποι εδώ έχουν απελπισμένη ανάγκη από πρακτικές λύσεις κι αν δεν τους τις δώσουμε εμείς, τότε θα πάνε στις πολυεθνικές προκειμένου να μην αφήσουν τον λαό τους να λιμοκτονήσει.

Το Ισλαμικό Κράτος απέκτησε δύναμη όταν ανακοίνωσε στον κόσμο το πρόγραμμα του για την εγκαθίδρυση ενός επαναστατικού χαλιφάτου. Ριζοσπάστες μουσουλμάνοι ήρθαν από όλα τα μέρη του κόσμου κουβαλώντας μαζί τους τη δύναμη των πεποιθήσεων τους κι έκαναν το ΙΚ πανίσχυρο. Αν η Ροτζάβα οδηγηθεί σε αποτυχία επειδή λείπει η διεθνής αλληλεγγύη, προσωπικά θα αποκηρύξω το αναρχικό κίνημα σαν ένα τραγελαφικό κίνημα που δεν έχει την δυνατότητα να επιβάλλει αλλαγές στην πράξη. Τώρα η επανάσταση έχει συμβεί, αλλά φαίνεται ότι ο κόσμος δεν θέλει να ξέρει γι’ αυτήν. Μάλιστα…

Εδώ είναι μερικές από τις δικαιολογίες που επικαλέστηκαν κάποιοι φίλοι που κάλεσα να έλθουν στην Ροτζάβα:

Πρέπει να φροντίσω τον σκύλο μου.

Μπορω να κάνω περισσότερα από εδώ, κάνοντας προπαγάνδα και οργανώνοντας διαμαρτυρίες.

Δεν ξέρω αν το πείραμα της Ροτζάβα είναι πραγματικά ελευθεριακό (δηλαδή, προτιμώ να μείνω στην βολεμένη καπιταλιστική ζωούλα μου, παρά να πάρω το ρίσκο που ενέχει μια επανάσταση).

Έχω σημαντική δουλειά να κάνω εδώ (μπορεί η δουλειά σου να είναι περισσότερο χρήσιμη στην Ροτζάβα)

Η ιστορία γράφεται από ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να πραγματοποιήσουν το άλμα προς το άγνωστο. Αν είσαστε ικανοποιημένοι με τα πράγματα όπως έχουν, τότε μείνετε εκεί που είστε. Αλλά αυτή η επανάσταση είναι το μεγαλύτερο ελευθεριακό πείραμα του αιώνα μας. Αυτή είναι μια ευκαιρία για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, άνθρωποι που κολύμπησαν ενάντια στο ρεύμα. Όσοι πιο πολλοί το κάνουμε αυτό, τόσο πιο δυνατοί γινόμαστε. Και ούτε καν χρειάζεται να είμαστε τόσο μεγάλοι σε αριθμό.

Η ώρα για θεωρία πέρασε. Τώρα είναι ώρα για δράση.

Η πρωτότυπη επιστολή βρίσκεται εδώ https://amargipl.wordpress.com/2015/06/27/rojava-reality/.

Νόμος δίχως αλληλεγγύη και έρμα

maxresdefault

Μια απάντηση στο κείμενο «Αλληλεγγύη δίχως έρμα και νόμο», του Π. Μανδραβέλη, που δημοσιεύτηκε εδώ: http://www.kathimerini.gr/858310/opinion/epikairothta/politikh/allhleggyh-dixws-erma-kai-nomo

 

«Η Άμεση Δράση είναι η δύναμη των προλετάριων που χρησιμοποιείται για δημιουργικούς σκοπούς:

είναι η δύναμη που λειτουργεί σαν προπομπός για έναν νέο νόμο – την καθοσίωση της κοινωνικοποιημένης

ιδιοκτησίας».

Εμίλ Πουζέ, «Άμεση Δράση»

Ένα πρόβλημα που ανακύπτει όταν οι αντιλήψεις της ριζοσπαστικής κοινωνικής θεωρίας έρχονται σε αντιπαράθεση με ιδέες και αξίες που προασπίζονται το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα, είναι ότι οι ορθόδοξες ιδέες πάντοτε περιβάλλονται από μια a priori ευλογοφάνεια και διεκδικούν για λογαριασμό τους την εγκυρότητα που ο απαίδευτος νους συνηθίζει να αποδίδει στις διατυπώσεις και τις εκφάνσεις της «κοινής λογικής». Αυτό συμβαίνει διότι η ορθοδοξία παίρνει σαν αφετηρία της αυτό που υπάρχει και κινείται μέσα στα όρια που χαράσσει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο εξορισμού την αναπαραγωγή των βασικών υλικών παραμέτρων πάνω στις οποίες βασίζεται το σύστημα, διά της μεθόδου της μη-αμφισβήτησης τους. Ο «ρεαλισμός» λοιπόν των συστημικών ιδεολόγων δεν αποτελεί την «εξωτερική» περιγραφή από έναν αποστασιοποιημένο παρατηρητή μιας αντικειμενικής πραγματικότητας που είναι αδύνατο να αλλάξει, αλλά επιτελεί μια βασική ιδεολογική λειτουργία ως προς την αναπαραγωγή μιας δεδομένης κοινωνικής συνθήκης και συνιστά η ίδια μέρος των δυνάμεων που συντελούν στην προστασία και την διαιώνιση της κατάστασης αυτής. Από αυτή την άποψη, η ευλογοφάνεια που πολλές φορές χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς του πολιτικού πραγματισμού περισσότερο οφείλεται απλά στο γεγονός ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ουσιαστικά εκφράζουν πεποιθήσεις οι οποίες πηγάζουν από το σύστημα αξιών και ιδεών που το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα έχει αναγάγει σε ηγεμονικές. Κι επειδή η εξουσία δεν δομείται απλώς από «λόγους» και «κείμενα», όπως υποστηρίζουν οι μεταμοντέρνοι υποκειμενιστές, αλλά έχει σαν βασικό επίδικο της ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται τα υλικά αγαθά που απορρέουν από την συλλογική παραγωγική προσπάθεια της κοινωνίας, καθώς επίσης και τον τρόπο που ικανοποιούνται οι πάσης φύσεως ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, οι συμβατικές αντιλήψεις έχουν με το μέρος τους και τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, τις αντικειμενικές παραμέτρους σύμφωνα με τις οποίες το σύστημα ρυθμίζει την οργανωμένη κοινωνική συμβίωση. Από το σημείο αυτό εκκινούν οι απολογητές της κυριαρχίας για να μας πείσουν ότι αυτό που υπάρχει καλώς υπάρχει και δεν θα μπορούσε να υπάρχει διαφορετικά. Και αναθεματίζουν οποιαδήποτε ενέργεια πραγματοποιείται καθ’ υπέρβαση της κρατικής νομοθεσίας, ισχυριζόμενοι λίγο, πολύ ότι η καταστρατήγηση του νομικού πλαισίου σηματοδοτεί την κάθοδο των κοινωνικών ομάδων στην «φυσική» (κατά την πολιτική και φιλοσοφική παράδοση του αστικού φιλελευθερισμού) κατάσταση της βαρβαρότητας και της επίλυσης των διαφορών διαμέσου της βίαιης επιβολής. Για νεοφιλελεύθερους στοχαστές όπως ο Π. Μανδραβέλης, αυτό «που προσφέρει ο νόμος είναι η διαδικασία επιλογής του κοινωνικά αγαθού από την ατομική δολιότητα. Η νομιμότητα δεν φτιάχτηκε για να δημιουργήσει τον παράδεισο επί της γης, αλλά για να αποτρέπει την κόλαση […] Και η ιδιοκτησία μπορεί να δημιουργήσει μύριες στρεβλώσεις […] αλλά είναι ένας κοινωνικός θεσμός που απέτρεψε άσκοπες συγκρούσεις για την κατοχή ή χρήση μοναδικών πραγμάτων. Οι άνθρωποι αντί να σκοτώνονται π.χ. για τα κομμάτια γης, τα οριοθετούσαν».[i]

Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς λογικές αντιφάσεις και ανακολουθίες στο παραπάνω απόσπασμα, το οποίο περιβάλλεται με τις δάφνες του «αυτονόητου» από τον συγγραφέα. Κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι ο νόμος υπερασπίζεται μια δεδομένη κατάσταση διευθέτησης των κοινωνικών σχέσεων, δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ότι η κατάσταση αυτή είναι κοινωνικά ευκταία από την άποψη της ικανοποίησης μιας κοινωνικής ανάγκης. Με άλλα λόγια, δεν συνεπάγεται εξορισμού ότι αποστολή του νόμου είναι να προστατεύει αυτό που είναι κοινωνικά αγαθό, ούτε είναι ο νόμος το κατάλληλο ερμηνευτικό εργαλείο προκειμένου να προβούμε σε αξιολογικές κρίσεις αναφορικά με το τι είναι κοινωνικά επιθυμητό και τι δεν είναι. Ο νόμος είναι αυτοαναφορικός από την άποψη ότι εμπεριέχει εντός του την θεωρητική δικαιολόγηση της κυριαρχίας του και συνακόλουθα του είναι αδύνατο να αυτοκαταργηθεί. Επιπλέον, όπως έγραφε ο W. Benjamin, η εγκαθίδρυση της «βασιλείας του νόμου» μπορεί να προέλθει μόνο από μια πρωταρχική χειρονομία επιβολής που και η ίδια βρίσκεται εξορισμού εκτός του νόμου που δημιούργησε,[ii] παρόμοια με την Μεγάλη Έκρηξη που δημιούργησε τους φυσικούς νόμους που διέπουν το σύμπαν, αλλά που η ίδια σαν φυσικό φαινόμενο, βρίσκεται έξω και πέρα από την ερμηνεία και την υλική εξουσία των νόμων αυτών.

Στις διάφορες εκδοχές του, ο νόμος απλώς ορίζει εκείνο που είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί, τις ενέργειες που πρέπει να εκτελεστούν (κι εκείνες που απαγορεύονται ως παρεκκλίνουσα συμπεριφορά) προκειμένου η ετερόνομη κοινωνική ολότητα να συνεχίζει να λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο που δεν θα θέτει σε κίνδυνο την ομαλή αναπαραγωγή των βασικών θεσμών και δομών που ορίζουν το περιεχόμενο της και την εσωτερική ταξική της διαστρωμάτωση. Το γεγονός ότι ο νόμος έχει ανάγκη από την μόνιμη συνδρομή των μηχανισμών οργανωμένης κρατικής βίας ώστε να επικυρώσει την κυριαρχία του, είναι από μόνο του επαρκής απόδειξη ότι ο θεσμός της νομιμότητας δεν εγγυάται την διατήρηση μιας κοινωνικής ειρήνης που έχει την πηγή της σε μια «γενική συμφωνία» και συναίνεση των κοινωνικών υποκειμένων (όπως διατείνονται οι ιδεολόγοι της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας»), αλλά περισσότερο ότι, σε μια ετερόνομη κοινωνία, ο ίδιος ο νόμος είναι ο θεματοφύλακας της θεσμοποιημένης κοινωνικής καταπίεσης, δηλαδή της κυριαρχίας κάποιων κοινωνικών ομάδων απέναντι σε άλλες. Με άλλα λόγια, ο νόμος εμφανίζεται ως το τελικό προϊόν της έκβασης του κοινωνικού ανταγωνισμού που αποτελεί συστατικό στοιχείο της ετερόνομης καπιταλιστικής κοινωνίας, και που προσδίδει αντικειμενική υπόσταση στην κυριαρχία μιας κοινωνικής τάξης έναντι όλων των άλλων, θεσμοποιώντας την διαμέσου της ιεραρχικής διάρθρωσης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Έτσι, ο ίδιος ο νόμος της «δημοκρατίας» αποκαλύπτεται σαν θεσμοποιημένο καθεστώς βίας στην πιο απροκάλυπτη και ακατέργαστη μορφή του. Η μοναδική διαφορά από τις μορφές λαϊκής αντιβίας στις οποίες ασκεί κριτική ο Μανδραβέλης, είναι ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ολίγων και ότι είναι απείρως ανώτερη ως προς την ισχύ και την έκταση στην οποία ασκείται και, συνακόλουθα, ως προς την αποτελεσματικότητα της.

Η ατομική ιδιοκτησία δεν είναι ένας κοινωνικά χρήσιμος θεσμός. Τουναντίον, είναι ακριβώς ο παράγοντας που ευθύνεται για την διαιώνιση της αντιμαχίας ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες, και για την υποδαύλιση κοινωνικών συγκρούσεων, ενός αδιάκοπου πολέμου για τον αποκλειστικό έλεγχο και την ιδιοκτησία από μια και μόνο κοινωνική ομάδα, πλουτοπαραγωγικών πηγών και πόρων που η λογική υπαγορεύει ότι οφείλουν να βρίσκονται στη διάθεση ολόκληρου του κοινωνικού συνόλου και που η πρόσβαση σε αυτές θα πρέπει να είναι ελεύθερη μιας και ικανοποιούν ανάγκες που είναι οικουμενικές και απαντώνται από κοινού σε κάθε μεμονωμένο άτομο και ομάδα. Η ιδιοκτησία είναι ο θεσμός που δημιουργεί την ανάγκη για την ύπαρξη μιας πολιτικής εξουσίας διαχωρισμένης από την κοινωνία, που θα θεσπίζει νόμους για την διαφύλαξη των προνομίων και για την προστασία της. Είναι τουλάχιστον δείγμα διανοητικού κρετινισμού, να ισχυρίζεται κανείς σοβαρά ότι η πελώρια ανισοκατανομή πλούτου και δύναμης που συντελείται μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, είναι μια διαδικασία που μπορεί να υπολογίζει στη, σιωπηρή μεν, πλην ενεργητική συναίνεση των υποτελών στρωμάτων της κοινωνίας που πλήττονται βάναυσα από αυτή και που δεν έχουν καμία πρόσβαση στις θεσμοποιημένες πηγές της εξουσίας προκειμένου να την αμφισβητήσουν και να την αλλάξουν. Από την δική μας πλευρά, θα λέγαμε ότι εκείνος που χουχουλιάζει μπροστά από το αναμμένο τζάκι του μια παγωμένη νύχτα του χειμώνα, δεν έχει το δικαίωμα να αναθεματίζει τον άστεγο που κοιμάται κάτω από μια γέφυρα επειδή κι αυτός επιθυμεί να έχει το ίδιο πράγμα. Αυτοί που έχουν τα πάντα δεν μπορούν να κρίνουν όσους δεν έχουν τίποτα. Και μιας και οι κανόνες της ετερόνομης ηθικής, αλλά και αυτοί της «πολιτισμένης» κοινωνίας, γράφονται από τους κατέχοντες, έπεται από τα παραπάνω ότι οι μη-προνομιούχοι δεν μπορούν να δεσμεύονται ηθικά από κανόνες που επινοήθηκαν χωρίς αυτούς για λογαριασμό τους. Ας μην ξεχνάμε ότι η επιβολή της κοινωνικής ειρήνης δίχως δικαιοσύνη, συνήθως ισοδυναμεί με την συνταγή που συγκροτεί το πολιτειακό υπόβαθρο της τυραννίας.

Καλό θα ήταν σε αυτό το σημείο να ξεδιαλύνουμε την θέση μας με ένα απλό παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι σε μία πόλη υπάρχουν εκατό σπίτια κι εκατό οικογένειες. Ωστόσο, αντί κάθε οικογένεια να έχει στη διάθεση της από ένα σπίτι και να διαμένει σε αυτό, οι ενενήντα εννέα από τις εκατό οικείες βρίσκονται στην αποκλειστική κατοχή μιας μόνο από τις οικογένειες, η οποία αρνείται στις υπόλοιπες το αυτονόητο δικαίωμα να κατοικήσουν ελεύθερα σε αυτές. Οι υπόλοιπες 99 οικογένειες κάποτε εξεγείρονται απέναντι σε αυτή την παράλογη και άδικη κατάσταση πραγμάτων. Αποφασίζουν ότι δεν θα σεβαστούν άλλο τους τύπους της δημοκρατικής νομιμότητας, καταλαμβάνουν μονομερώς τις διαθέσιμες οικείες και εγκαθίστανται σε αυτές χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του «νόμιμου» ιδιοκτήτη. Αντιμέτωπος με αυτή την βίαιη καταπάτηση των περιουσιακών στοιχείων του, ο κάτοχος κάνει έκκληση στις δυνάμεις καταστολής να τον προστατέψουν, να διενεργήσουν ένοπλη επέμβαση και να αποβάλλουν δια της βίας τους καταληψίες έτσι ώστε να του επιστραφεί η «ιδιοκτησία» του. Μολαταύτα, στην περίπτωση αυτή οι καταληψίες δεν στερούν από τον ιδιοκτήτη από το δικαίωμα χρήσης της οικείας του, καταπατώντας έτσι το φυσικό δικαίωμα που κάθε άνθρωπος έχει στην πρόσβαση σε στέγαση. Αντίθετα, απαλλοτριώνουν το πλεόνασμα που έχει υπό την κατοχή του, το οποίο, προηγούμενα, ο ίδιος το είχε αποστερήσει από κάποιο έτερο μέλος της κοινότητας, υπονομεύοντας ευθέως μέσω αυτής της συγκέντρωσης πλούτου την δυνατότητα του άλλου να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή, ή ακόμα και να επιβιώσει. Ούτε προκύπτει από το παράδειγμα μας ότι η ιδιοκτησία σε συνθήκες άνισης κατανομής της αποτελεί κοινωνικό «αγαθό» που χρήζει υπεράσπισης και προστασίας. Μάλλον φαίνεται να αποτελεί μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της κοινότητας, που υποσκάπτει τις υλικές βάσεις που προσδίδουν αντικειμενική υπόσταση στην ενότητα της και συντελεί στην αποκρυστάλλωση κοινωνικών διαχωρισμών και ιεραρχικών κοινωνικών σχέσεων, μέσα από την άνιση κατανομή του πλούτου και της δύναμης ανάμεσα στα άτομα και τις κοινωνικές τάξεις / ομάδες.

Από αυτή την άποψη, ο νόμος σε μια ετερόνομη κοινωνία τάσσεται στην υπηρεσία της αναπαραγωγής μιας δεδομένης κοινωνικής συνθήκης, όχι επειδή αυτή προσεγγίζει απαραίτητα κάποιο αφηρημένο ηθικό ιδανικό που προηγείται της κοινωνικής θέσμισης του, αλλά απλώς και μόνο επειδή μπόρεσε δια της ισχύος της μίας ή της άλλης κοινωνικής ομάδας κάποτε να επικρατήσει και να περιβληθεί με κανονιστική ισχύ. Η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου City Plaza, Αλίκη Παπαχελά, όταν διαμαρτύρεται για την παραβίαση της ιδιοκτησίας της από τους πρόσφυγες και τους αλληλέγγυους και απαιτεί την εκκένωση του χώρου, αναμφίβολα λειτουργεί σε πλήρη αρμονία με τα βαθύτερα ταξικά συμφέροντα της. Για να το πούμε διαφορετικά, η κοσμοθεωρία της ευθυγραμμίζεται απότομα με την ανάγκη που αισθάνεται για προστασία των περιουσιακών στοιχείων που έχει υπό την κατοχή της και που στις συνθήκες κοινωνικού κανιβαλισμού που καθιερώνει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, αποτελούν το μοναδικό εχέγγυο για την επιβίωση κι ευημερία της ίδιας και της οικογένειας της. Υπό αυτή την έννοια, δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο στο γεγονός ότι οι «προοδευτικές» ψευδαισθήσεις του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού της κυρίας Παπαχελά ως «Αριστερής» (που η νεοελληνική μπουρζουαζία υιοθετεί κατά κόρον σαν το φάρμακο που θα απαλύνει τις ενοχές της), εξαϋλώθηκαν και παραμερίστηκαν βιαίως μπροστά στην επιτακτική αναγκαιότητα για την άμεση προστασία του ταξικού της συμφέροντος από το Κράτος. Όπως δήλωσε και η ίδια απευθυνόμενη στους αλληλέγγυους που πραγματοποίησαν την κατάληψη στο ξενοδοχείο, «Αν σκοτώνοντας εμένα, νομίζετε ότι θα έρθει η παγκόσμια ειρήνη, δικαιοσύνη και ανθρωπιά, είστε μακριά νυχτωμένοι. Ντροπή και μόνο μετάνιωμα για πολλά που πίστεψα στη ζωή μου…».[iii]

Από την άλλη, το κοινωνικό φαντασιακό και τα ταξικά συμφέροντα των αλληλέγγυων και των προσφύγων προκειμένου να ικανοποιηθούν, απαιτούν ακριβώς την υπέρβαση του κοντόθωρου ταξικού ατομικισμού που αποτελεί το φυσικό συμπλήρωμα στο επίπεδο του αξιακού συστήματος, των δομών και θεσμών συγκέντρωσης δύναμης στη σφαίρα της οικονομίας και της πολιτικής, που εν πολλοίς ευθύνονται για την ύπαρξη δεινών όπως η καταπίεση, η φτώχεια και η εξαθλίωση στις ετερόνομες κοινωνίες του παγκόσμιου Βορρά. Από αυτή την ιδιότητα της δημιουργίας νέων ανοικτών χώρων, που δίνουν τη δυνατότητα για την συμπερίληψη ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων σε δομές και συνθήκες από τις οποίες μέχρι σήμερα τελούσαν σε κατάσταση ενός de facto αποκλεισμού, κρίνεται σε τελική ανάλυση ο χαρακτήρας μιας ενέργειας στην οποία προβαίνει ένα στρατευμένο πολιτικό υποκείμενο ως κοινωνικά ωφέλιμης. Όχι μόνο από τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες που μπορεί να ακολουθήθηκαν κατά το στάδιο της παραγωγής της απόφασης (κριτήριο πράγματι αναποτελεσματικό εξαιτίας της εγγενούς αυτοαναφορικοτητάς του), αλλά, περισσότερο, από το αν καταλύει μέσα από το αποτέλεσμα της άμεσης δράσης του εκείνες τις θεσμισμένες δομές της κυριαρχίας που αντιστρατεύονται και καθιστούν ανέφικτο τον ατομικό και συλλογικό αυτοκαθορισμό σε μαζική κοινωνική κλίμακα. Για να το πούμε διαφορετικά, σημασία έχει αν μια ενέργεια αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος για τη θέσμιση της κοινωνικής αυτονομίας, ή, αντίθετα, αν εντάσσεται σε μια λογική διαιώνισης κι ενίσχυσης της καταπίεσης και της κυριαρχίας.

 

[i] Π. Μανδραβέλης, Αλληλεγγύη δίχως έρμα και νόμο, http://www.kathimerini.gr/858310/opinion/epikairothta/politikh/allhleggyh-dixws-erma-kai-nomo.

[ii] W. Benjamin, Για μια Κριτική της Βίας (Ελευθεριακή Κουλτούρα).

[iii] Μανδραβέλης, ό.π.

1+1 = 2, ή περί μη-βίας

neotaksikes

«Για να πετύχει τους θετικούς στόχους της, μια επανάσταση πρέπει πρώτα από όλα να πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, για να πετύχει ένα αρνητικό αποτέλεσμα, για να προκαλέσει μια αντεπαναστατική αντίδραση, δεν χρειάζεται παρά να ρίξει απειλητική την σκιά της πάνω από τα γεγονότα».

Ισάακ Ντώυτσερ

Η ειρηνική διαδήλωση έχει νόημα μόνο όταν θέλει κάποιος να κάνει γνωστή την αντίθεση του σε ένα θέμα που μέχρι τώρα δεν είχε πάρει σαφή θέση και η βούληση του (ατομική ή συλλογική) πάνω σε αυτό δεν ήταν εντελώς ξεκάθαρη. Αναμφίβολα, πρέπει κανείς να είναι τουλάχιστον κρετίνος, ή πληρωμένος γραφιάς του συστήματος, για να θεωρεί ότι οι ανά τον κόσμο κυβερνήσεις πιστεύουν σοβαρά πως οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι και οι πάσης φύσεως νέοι προλετάριοι, τάσσονται υπέρ της διάλυσης της κοινωνικής ασφάλισης τους, ή υπέρ του περαιτέρω πετσοκόμματος των συντάξεων τους, ή ότι στηρίζουν την ολική έκλειψη των εργασιακών δικαιωμάτων τους. Και συνακόλουθα, ότι η συσπείρωση των κοινωνικών αντιστάσεων στα μέτρα κοινωνικού κανιβαλισμού που προωθούν οι απανταχού πολιτικοί εντολοδόχοι της υπερεθνικής ελίτ, είναι απλώς ζήτημα διοργάνωσης μιας μαζικής διαδήλωσης ή ενός ειρηνικού σουλάτσου μπροστά από το εκάστοτε κοινοβούλιο, μέσω του οποίου θα διατρανωθεί η συλλογική επιδίωξη μιας κοινωνικής μονάδας, κι έπειτα θα γίνει σεβαστή από τους εξουσιαστές κατά τις νόρμες και τα ειωθότα της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας». Η «δημοκρατία» τείνει πάντοτε να αναγάγει τις ταξικές συγκρούσεις σε μια μεγάλη πολιτισμική παρεξήγηση. Οι προλετάριοι αναμφίβολα γνωρίζουν καλύτερα. Επιπλέον, για να είναι αποτελεσματική η πασιφιστική ιδεολογία θα πρέπει να υπάρχει κάποιος «εκεί ψηλά», στα ανώτερα κλιμάκια της θεσμισμένης εξουσίας, που είναι διατεθειμένος να «ακούσει» και να λάβει υπόψιν τα αιτήματα που εκφράζει η ειρηνική κινητοποίηση. Ωστόσο, είναι μάλλον παράδοξο να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να απευθύνει αιτήματα προς τις ίδιες εκείνες πολιτικές ελίτ οι οποίες επιδιώκουν ανερυθρίαστα την εισαγωγή νομοθεσίας που στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα του συνόλου των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας. Η έλλειψη θεσμικής ισχύος είναι άλλωστε ο βασικός λόγος που κάποια κοινωνικά υποκείμενα στοχοποιούνται κατά συρροή από τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές ελίτ (π.χ. συνταξιούχοι, άνεργοι). Επιπλέον, η απόφαση για την υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής είναι ειλημμένη και διέπεται από πλήρη επίγνωση της δυσαρέσκειας που ενδέχεται να προκαλέσει στα υποτελή κοινωνικά στρώματα. Στον βαθμό που η δυσαρέσκεια αυτή δεν ξεπερνάει τις φόρμες της «νόμιμης» διαμαρτυρίας, η αντίδραση των θυμάτων της κυβερνητικής πολιτικής δεν είναι ικανή να ανησυχήσει τις ελίτ του συστήματος. Άλλωστε, είναι νωπές ακόμα οι μνήμες με το οργισμένο πλήθος των διαδηλωτών που διαμαρτυρόταν έξω από την Βουλή και τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ να υψώνουν πανό με συνθήματα κατά της «μνημονιακής» κυβέρνησης, την ώρα που εισέρχονταν στο κοινοβούλιο για να δώσουν τον «υπέρ πάντων αγώνα» υπέρ του λαού. Σήμερα, οι ίδιες μάζες είναι υποχρεωμένες να διαδηλώσουν ενάντια στους όψιμους αριστερούς σωτήρες τους, που προεκλογικά έτειναν ευήκοα ώτα για να εισακούσουν την λαϊκή οργή, αλλά κουφάθηκαν μόλις κατέλαβαν την πολυπόθητη εξουσία. Εν ολίγοις, καμία από τις δυο βασικές προϋποθέσεις της ιδεολογίας του κοινωνικού πασιφισμού, α) ότι οι μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες δεν έχουν κάνει επαρκώς γνωστές τις θέσεις τους και β) ότι υπάρχει κάποιο περιθώριο «εγκάρδιας συνεννόησης» με τις ελίτ, δεν συντρέχει πλέον στις διαδηλώσεις που γίνονται κατά της λιτότητας και της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο κι επιβάλλονται από τον οδοστρωτήρα της διεθνοποίησης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Η ειρηνική διαδήλωση είναι πια μια μορφή κινητοποίησης που ανήκει στο παρελθόν, όπως είναι και η σοσιαλδημοκρατία που την εξέθρεψε.

 

 

Αρχή φόρμας

 

Νεοταξικές αφηγήσεις

painting

«Φυλάξου.

Από την πείνα μου φυλάξου

κι απ’ την οργή μου».

Μαχμούντ Νταρουίς, «Ταυτότητα»

 

Στην μυθολογία σύμπασας της μεταμοντέρνας συστημικής αριστεράς, οι μετανάστες κατείχαν πάντοτε περίοπτη θέση στα αφηγήματα όχι περί κοινωνικής απελευθέρωσης, αλλά περί ενός «προοδευτικού» μετασχηματισμού των συλλογικών ταυτοτήτων που διαμορφώνουν την υποκειμενικότητα μας μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Όχι τυχαία, ο μέχρι πρότινος ακούραστος υπερασπιστής των «δικαιωμάτων του λαού» και νυν περήφανής πρωθυπουργός του υποτελούς ελλαδικού προτεκτοράτου, είχε επιλέξει σαν συνοδό του για μια δεξίωση στο προεδρικό μέγαρο, μια νεαρή μετανάστρια δεύτερης γενιάς, σε μια αξιοθρήνητη προσπάθεια επίδειξης ενός ανέξοδου κι εκ του ασφαλούς πολιτικού ριζοσπαστισμού. Αλλά ακόμη και το σοσιαλφασιστικό ΠΑΣΟΚ, την εποχή των αλήστου μνήμης «αντιεξουσιαστών στην εξουσία», είχε καταθέσει σχέδιο νόμου για την απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων σε μεμονωμένους οικονομικούς μετανάστες που πληρούσαν κάποιες προδιαγραφές. Διαβλέποντας τον επικείμενο θρυμματισμό της εκλογικής βάσης τους εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας που συνεπάγονται τα μνημόνια, οι ψηφοθήρες του Γιωργάκη επεξεργάστηκαν ένα προκαταρκτικό σχέδιο επέκτασης των δικτύων της κομματικής πελατείας τους, έξω από τα όρια που επέβαλε η παραδοσιακή σύνθεση του εκλογικού σώματος στον ελλαδικό χώρο. Δεν ήταν τότε λίγοι οι αναρχικοί που είχαν δει με καλό μάτι αυτή την πρωτοβουλία «από-τα-πάνω» της πολιτικής ελίτ. Για εκείνους, η συμπερίληψη ενός τμήματος του μεταναστευτικού πληθυσμού στις λίστες των ψηφοφόρων, ήταν ικανή να υπονομεύσει τις εθνοφυλετικές αντιλήψεις που ενυπάρχουν στον πυρήνα του φαντασιακού κάθε ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Από την άλλη, ίσως θα μπορούσε να επιφέρει χειροπιαστές βελτιώσεις στις συνθήκες ζωής του πολυεθνικού προλεταριάτου. Όπως και στα ζητήματα που αφορούν το δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό των σεξουαλικών μειονοτήτων, ένα μέρος του «χώρου» δεν δίστασε να υιοθετήσει στην πράξη τον νεοταξικό ιδεολογικό λόγο γύρω από τα πολιτικά ή κοινωνικά δικαιώματα, χωρίς απαραίτητα να συνειδητοποιεί ότι ουσιαστικά συνέπραττε στην ενσωμάτωση της μίας ή της άλλης κοινωνικής ομάδας στις θεσμισμένες ιεραρχίες της ετερόνομης κοινωνίας. Στον βαθμό που η απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων στους μετανάστες δεν επιβλήθηκε εξαιτίας της δύναμης που εκείνοι είχαν συγκεντρώσει, αλλά, αντίθετα, ισοδυναμούσε με τέχνασμα των ελίτ για την αφομοίωση μιας αδύναμης κοινωνικής ομάδας από μειονεκτική θέση στις δομές συγκέντρωσης δύναμης του συστήματος, η σχέση των μεταναστευτικών κοινοτήτων με τα κέντρα εξουσίας δεν μπορούσε παρά να πάρει τα χαρακτηριστικά μιας σχέσης απόλυτης υποταγής κι εξάρτησης που ελάχιστα μπορούσε να ωφελήσει τους μετανάστες συνολικά σαν συλλογικό υποκείμενο. Πόσο μάλλον να τους οδηγήσει πιο κοντά στο αντισυστημικό ελευθεριακό κίνημα.

Αυτά συνέβησαν την περίοδο της επίπλαστης καπιταλιστικής ευμάρειας, όταν το σύστημα της οικονομίας της αγοράς μπορούσε να υπολογίζει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης που οφείλονταν στην κατανάλωση με δανεικά στην οποία επιδίδονταν μαζικά τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα, αλλά και την άγρια εκμετάλλευση της μαύρης εργασίας του έκνομου μεταναστευτικού προλεταριάτου. Τώρα που οι μεταναστευτικές ροές προσλαμβάνουν τις ιστορικές διαστάσεις μιας μετακίνησης πληθυσμών, ανάλογης προς τις μαζικές μεταναστεύσεις των βάρβαρων φυλών της ύστερης αρχαιότητας που άλλαξαν την πολιτική κι εθνογραφική ιδιοσυστασία της Ευρώπης, τα υπερεθνικά κέντρα εξουσίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού αντιδρούν αμυντικά και οχυρώνονται απέναντι στην πλημμυρίδα των εκτοπισμένων που οι ίδιοι δημιούργησαν. Αργά αλλά σταθερά, γινόμαστε μάρτυρες της μετατροπής του μεταναστευτικού σε φλέγον ζήτημα εσωτερικής πολιτικής. Δηλαδή, σε ζήτημα που άπτεται της κατανομής των διαθέσιμων κοινωνικών πόρων. Φυσικό επακόλουθο είναι ότι στις μυλόπετρες της Κοινωνικής Πάλης, μέρος της οποίας γίνονται τώρα οι μετανάστες διαμέσου της μαζικής φυσικής παρουσίας τους στις χώρες του καπιταλιστικού Κέντρου, πολλές εσωτερικές ιδεολογικές ψευδαισθήσεις θα συντριβούν και πολλές επίπλαστες ιδεολογικές ταυτότητες θα πεταχτούν στα σκουπίδια, μην μπορώντας να συμβαδίσουν με τον ρόλο που επιτελούν οι φορείς τους στην κοινωνική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Η βολεμένη συστημική αριστερά που μίλαγε για το «πλήθος» και υπερθεμάτιζε αναφορικά με τις απελευθερωτικές προοπτικές που κυοφορεί η ανεξέλεγκτη μετατόπιση των λαών πέρα από κράτη και σύνορα, συνειδητοποιεί τώρα ότι ο χειραφετικός ορίζοντας που χάραξε είναι βουτηγμένος στο αίμα και στα δεινά του ίδιου του απελευθερωτικού υποκειμένου της, των εκατοντάδων χιλιάδων απόκληρων που εξαναγκάζονται να επιχειρήσουν την επικίνδυνη μετάβαση στον καπιταλιστικό «παράδεισο» των χωρών της ΕΕ. Βαρύ τίμημα πράγματι προκειμένου να βιώσει κάποιος την ηδονή της ιδεολογικής ονείρωξης του.

Από την άλλη, μιας και τα μεταναστευτικά ρεύματα δημιουργούν εξορισμού μια κατάσταση όπου τα κονδύλια για την περίθαλψη τους θα προέλθουν υποχρεωτικά από τις ήδη πετσοκομμένες δημόσιες δαπάνες, κάποιες από τις κοινωνικές ομάδες των μη-προνομιούχων που εξαιτίας της θέσης που κατέχουν στην κοινωνική ιεραρχία, επαφίονται στην κρατική πρόνοια (ή έστω σε ότι έχει μείνει από αυτήν) για να διασφαλίσουν τις βασικές ανάγκες τους, αντιμετωπίζουν με προβληματισμό κι επιφυλακτικότητα την άφιξη των προσφύγων. Σε συνθήκες τερατώδους ανισοκατανομής της οικονομικής δύναμης και του διαθέσιμου κοινωνικού πλούτου, η ανεξέλεγκτη μετανάστευση φοβόμαστε ότι ενδέχεται να προκαλέσει συγκρούσεις και ανταγωνισμούς με τα υποτελή λαϊκά στρώματα. Από την σκοπιά της αξιακής δέσμευσης, είναι σίγουρα παραδειγματική η άμεση δράση που ανέλαβαν από κοινού Σλοβένοι και Κροάτες αναρχικοί για να ανοίξουν τρύπες στον συρμάτινο φράχτη που χωρίζει τα σύνορα των δύο κρατών, ούτως ώστε να διευκολύνουν τη διέλευση των μεταναστών που βρίσκονταν καθηλωμένοι ανάμεσα στις δύο χώρες.[i] Μολαταύτα, κι έχοντας επίγνωση ότι η ανάληψη άμεσης δράσης οφείλει πάντοτε να είναι προσανατολισμένη στην παραγωγή άμεσων πρακτικών αποτελεσμάτων, η δράση των συντρόφων είχε μάλλον συμβολικό χαρακτήρα. Κατά την ταπεινή μας γνώμη, μια συνεπής αναρχική στάση στο ζήτημα των προσφύγων δεν μπορεί να εξαντλείται στην μονοδιάστατη προπαγάνδιση της αναγκαιότητας για ανοικτά σύνορα. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τη δημιουργία αυτοοργανωμένων υποδομών αλληλεγγύης ικανών να συγκροτήσουν την υλική βάση για τη δημιουργία κλίματος αλληλοβοήθειας και αμοιβαίας κατανόησης ανάμεσα στους νεοφερμένους και τους εγχώριους προλετάριους. Όπως επίσης και μια αδιαπραγμάτευτη πολιτική δέσμευση του ευρύτερου αναρχικού «χώρου» στις αρχές του αντιμιλιταρισμού και της έμπρακτης εναντίωσης στην στρατιωτική επέκταση του διεθνοποιημένου συστήματος της οικονομίας της αγοράς στις χώρες της περιφέρειας, με τους καταστροφικούς πολέμους και τη διασπορά του χάους που αυτή συνεπάγεται.

Ειδικά το τελευταίο σημείο, προϋποθέτει τον οριστικό αποχωρισμό ανάμεσα στις βασικές έννοιες της σύγχρονης αναρχικής θεωρίας και στις νεοταξικές ιδεολογικές αφηγήσεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έχουμε προσπαθήσει να δείξουμε και παλαιότερα, το πόσο στενά συνυφασμένη είναι μια αποδοχή του πολιτικού φιλελευθερισμού σαν μια εν δυνάμει χειραφετική ιδεολογία που δημιουργεί μια σφαίρα προστασίας ενάντια στην απολυταρχία, με μια λογική έμμεσης υποστήριξης προς τις στρατιωτικές επεμβάσεις της υπερεθνικής ελίτ ανά την υφήλιο, επειδή τάχα οι επεμβάσεις αυτές στρέφονται ενάντια σε δεσποτικά ή σκοταδιστικά θεοκρατικά καθεστώτα. Το ζητούμενο εδώ είναι να κατανοήσουμε πως τα δικαιώματα απλώς θεσμοποιούν μιαν άλλου τύπου εξουσιαστική σχέση και δεν «απελευθερώνουν» κατά οποιονδήποτε τρόπο, ούτε δημιουργούν το αναγκαίο υπόβαθρο για την μετάβαση σε πιο ριζικές μορφές ατομικού και συλλογικού αυτοκαθορισμού. Τα δικαιώματα δεν συνιστούν κάποιο τελειοποιημένο πολιτικό καθεστώς που αντιστοιχεί στα «φυσικά» γνωρίσματα και την «φυσική» κατάσταση του ατόμου. Αντίθετα, αποτελούν δομικά εξαρτήματα με τα οποία παίρνει σάρκα και οστά η κυριαρχία της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας». Με άλλα λόγια, τα δικαιώματα δεν έχουν την πηγή τους σε κάποια αναλλοίωτη και υπεριστορική υπόσταση του ατόμου, αλλά κατά βάση εκπορεύονται και απορρέουν από την πολιτειακή συγκρότηση της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Και μπορεί κάποτε να λειτούργησαν σαν εργαλεία για την χειραφέτηση της τάξης των μπουρζουάδων από την ηγεμονία της αριστοκρατίας και του κλήρου, αλλά στις μέρες μας έχουν μετατραπεί σε υποστυλώματα μιας άλλου τύπου ταξικής κυριαρχίας, εξίσου βάναυσης με την προηγούμενη. Δεν αναφερόμαστε εδώ απλά στον τυπικό χαρακτήρα αυτών των δικαιωμάτων, αλλά και στην θετική διάσταση τους, που καθιστά τα μεμονωμένα άτομα συμμέτοχα στην φαντασιακή θέσμιση και την αναπαραγωγή των πολιτισμικών και υλικών συνθηκών της ετερόνομης κοινωνίας. Για να το πούμε διαφορετικά, δεν επικεντρώνουμε την κριτική μας μόνο στην «χιμαιρική» διάσταση αυτών των δικαιωμάτων, αλλά στο γεγονός ότι παρέχουν ιδεολογική νομιμοποίηση σε μια εξουσία από την οποία υποτίθεται ότι μας προστατεύουν. Ως αναρχικοί όμως, δεν αποζητάμε την ειρηνική συνύπαρξη μας με την εξουσία, αλλά την ολοκληρωτική καταστροφή της και την δημιουργία των κοινωνικών συνθηκών για την ατομική και συλλογική αυτονομία μας με μια πολύ πιο ευρεία και καθολική έννοια.

Από την άλλη, στο εσωτερικό των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών (ΑΚΧ), η δημόσια συζήτηση περί σεβασμού των δικαιωμάτων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων απηχεί κατά κύριο λόγο τον αγώνα τους για να αποκτήσουν πρόσβαση στις θεσμοποιημένες πηγές της εξουσίας. Με άλλα λόγια, όταν οι καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες διεξάγουν έναν αγώνα με όρους κατοχύρωσης θεσμικών «ελευθεριών» δεν διεκδικούν την απελευθέρωση, αλλά την «ενδυνάμωση» τους, δηλαδή την ικανότητα τους να επιβάλλουν την συλλογική βούληση τους και να κυριαρχήσουν πάνω στις υπόλοιπες ομάδες που απαρτίζουν την ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αγγλοσαξονικός όρος που χρησιμοποιείται εκτενώς ως προς με το αποτέλεσμα που έχει η κατοχύρωση θεσμικών ελευθεριών αναφορικά με το στάτους μιας πρώην καταπιεσμένης κοινωνικής ομάδας, δεν είναι το «emancipation», δηλαδή, απελευθέρωση, που παραπέμπει στην σχέση της κοινωνικής ομάδας με την κατεστημένη εξουσία, αλλά το «empowerment», που κατά λέξη σημαίνει ενίσχυση / ενδυνάμωση και παραπέμπει στη σχέση με τις άλλες κοινωνικές ομάδες, στο πλαίσιο του κοινωνικού ανταγωνισμού που αποτελεί δομικό στοιχείο της ετερόνομης κοινωνίας. Παρομοίως, όταν η λογική του σεβασμού των δικαιωμάτων προεκτείνεται στις κοινωνίες του παγκόσμιου Νότου, συνήθως καταλήγει να δικαιολογεί τις αιματοβαμμένες πολεμικές εκστρατείες για την επιβολή σε οικουμενική κλίμακα του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος ως μια αντικειμενική αναγκαιότητα που μόνο επωφελείς συνέπειες μπορεί να έχει για τους υποτελείς πληθυσμούς της περιφέρειας. Ο Β. Μπένγιαμιν έχει δείξει τον τρόπο με τον οποίο τα βασικά πολιτικά δικαιώματα, όπως αυτό της απεργίας, προέκυψαν σαν νομική έκφραση μιας αμφισημίας που ενυπάρχει στην βάση της ταξικής σύνθεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ή, επιπλέον, σαν έννομη αναγνώριση του ειδεχθούς γεγονότος της εκμετάλλευσης και της νομιμότητας της αντίστασης του προλεταριάτου σε αυτή. Γράφει χαρακτηριστικά, «Κατ’ αρχάς τέτοια είναι η περίπτωση της ταξικής πάλης, με τη μορφή του κατοχυρωμένου δικαιώματος απεργίας των εργαζομένων. Η οργανωμένη εργατική τάξη είναι σήμερα, πλην του κράτους, το μοναδικό υποκείμενο δικαίου που έχει το δικαίωμα άσκησης βίας. Προβάλλεται βέβαια η ένσταση κατά της θεώρησης αυτής, ότι η παράλειψη πράξης, το μη πράττειν, κάτι που είναι σε τελική ανάλυση η απεργία, δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να ονομαστεί βία. Μια τέτοια συλλογιστική διευκολύνει την κρατική εξουσία, όταν ήταν αναπόφευκτο πλέον, για να παραχωρήσει το δικαίωμα της απεργίας. Όμως αυτό δεν ισχύει άνευ όρων, γιατί δεν είναι απόλυτο. Αληθεύει ωστόσο ότι η παράλειψη πράξης, ή υπηρεσίας, όταν ισοδυναμεί απλώς με μια “διακοπή των σχέσεων”, μπορεί να είναι εντελώς μη βίαιο, καθαρό μέσο. Και όπως δεν παραχωρείται σύμφωνα με τη θεώρηση του κράτους (ή του δικαίου), μαζί με το δικαίωμα παεργίας των εργαζομένων, κανένα δικαίωμα άσκησης βίας, αλλά δικαίωμα αποφυγής της βίας που θα ασκούσε ο εργοδότης έμμεσα, έτσι μπορεί απεργίες τέτοιου τύπου να συμβίανουν κάπου κάπου και να σημαίνουν απλώς την “απομάκρυνση” ή την “αποξένωση” από τον εργοδότη». [ii]  Παρόλα αυτά, τα δικαιώματα των εργαζόμενων δεν είναι παρά η προβολή της παρελθούσης δύναμης στο πεδίο της ταξικής πάλης, εννοούμενης με την παραδοσιακή έννοια του ορθόδοξου μαρξισμού.[iii] Δεν θα πρέπει άλλωστε να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι όποτε το Κράτος βρέθηκε αντιμέτωπο με το πολύ πραγματικό ενδεχόμενο της υποκατάστασης της ισχύος του από μια αναδυόμενη κοινωνική αντιεξουσία, έσπευσε όχι να καταστείλει, αλλά να προσεταιριστεί αυτούς τους δυνητικά ανατρεπτικούς αγώνες και να τους ενσωματώσει μέσα από τους θεσμικούς μηχανισμούς διαμεσολάβησης που έχει καθιερώσει.

Εξορισμού, τα εργασιακά δικαιώματα εγγράφονται στο πεδίο της πρωταρχικής αντίθεσης της Κοινωνικής Πάλης, της αντίφασης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Η αντίφαση αυτή διατηρεί την κεντρική σημασία της ακόμα και μέσα σε ένα θεωρητικό ερμηνευτικό πλαίσιο όπως το δικό μας, όπου όλα τα στοιχεία του ετερόνομου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης (πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό) νοούνται ως αλληλοεξαρτώμενες, αλλά αυτόνομες, σφαίρες δημιουργίας και κοινωνικής δραστηριότητας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η οικονομική αντίθεση αφορά πρωτίστως την δυνατότητα φυσικής αναπαραγωγής της προλεταριακής υποτάξης μέσα στο θεσμικό πλαίσιο τους συστήματος της οικονομίας της αγοράς, από την οποία απορρέουν όλες οι δευτερεύουσες ελευθερίες και δικαιώματα. Από την άλλη μεριά, η ανισοκατανομή του πλούτου και της οικονομικής δύναμης είναι η αναγκαία συνθήκη για την διατήρηση και αναπαραγωγή του συστήματος των ταξικών διαχωρισμών εν γένει. Δηλαδή, είναι ο πρωταρχικός όρος της υποδούλωσης των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων, αφού μέσα από την συρρίκνωση της οικονομικής δύναμης τους, συντελείται ο καθολικός ετεροκαθορισμός τους από τις κυρίαρχες ελίτ του συστήματος, τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό / ταξικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς μια υποτελή κοινωνική μονάδα, για παράδειγμα, η υποτάξη των μαύρων στις ΗΠΑ, που θα συγκεντρώνει στα χέρια της υπολογίσιμο κοινωνικό πλούτο ή δύναμη. Αντίθετα, η ρατσιστική καταπίεση συγκροτείται σαν κοινωνική πρακτική και προσλαμβάνει υλικές διαστάσεις μέσα από θεσμοποιημένες δομές άνισης κατανομής του πλούτου και της δύναμης, που, από την μία, αναπαράγουν την υποτελή θέση ενός κοινωνικού στρώματος στη συστημική ιεραρχία και, από την άλλη, λειτουργούν ως ιδεολογικό άλλοθι και a posteriori τεκμηρίωση μιας έμφυτης κατωτερότητας των καταπιεσμένων που εκφράζεται με πολιτισμικούς όρους. Προς επίρρωση του παραπάνω ισχυρισμού, δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε τις στερεοτυπικές αντιλήψεις περί «τεμπέληδων νέγρων» που εξαιτίας της εκφυλισμένης νοοτροπίας τους, αδυνατούν να ενσωματωθούν επιτυχώς στην αμερικάνικη καταναλωτική κοινωνία και κουλτούρα, παρά το γεγονός ότι οι φυλετικές διακρίσεις έχουν καταργηθεί επίσημα από την δεκαετία του 1960.[iv] Ή την όψιμη δικαιολόγηση της επιβολής των μνημονιακών μέτρων λιτότητας από την υπερεθνική ελίτ εναντίον των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, μέσω της επίκλησης παρόμοιων στερεοτύπων για τους λαούς της Μεσογείου που κατά κανόνα εμφανίζονται να είναι διεφθαρμένοι, φυγόπονοι και ότι αρέσκονται να καταναλώνουν περισσότερα από όσα παράγουν. Τέλος, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στον ηθικό αποτροπιασμό που κατέλαβε την γαλλική «κοινή γνώμη», μπροστά στο θέαμα των εξεγερμένων των γαλλικών προαστίων, οι οποίοι φάνηκε να επιδεικνύουν παντελή έλλειψη ενός κατά φαντασία κοινωνικού ενστίκτου, πυρπολώντας τα σχολεία και τα κέντρα νεότητας που υπήρχαν στις γειτονιές τους.[v] Για τους Γάλλους νεομπουρζουάδες, οι επιθέσεις αυτές ενάντια στις ίδιες τις κοινότητες τους, φανέρωσαν το «τυφλό μίσος» που διακατείχε τους Άραβες προλετάριους, καθώς και την απουσία από την ψυχοσύνθεση της τάξης τους, των πιο ζωτικών ατομικών και κοινωνικών αρετών που καθιστούν εφικτή την συμβίωση στις «πολιτισμένες» κοινωνίες των ΑΚΧ του Κέντρου. Αδυνατούσαν οι βολεμένοι αυτοί προνομιούχοι να αντιληφθούν ότι για τους εξεγερμένους νεολαίους από το Μαγκρέμπ, οι υποβαθμισμένες κοινότητες που έχει χτίσει γι’ αυτούς η Πέμπτη Δημοκρατία, δεν αποτελούν το καταφύγιο ή το σπίτι τους, αλλά την φυλακή από την οποία επιθυμούν διακαώς να απελευθερωθούν. Και αυτό θέλουν να το επιτύχουν, όχι με όρους ατομικής διαφυγής, κόντρα στο ιδανικό του ατομικισμού που διακρίνει το αξιακό σύστημα του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος. Τέτοιες προοπτικές ατομικής σωτηρίας είναι άλλωστε ανύπαρκτες όταν προέρχεσαι από τα γκέτο των γαλλικών μητροπόλεων. Η διαφυγή τους θα είναι μαζική, διαμορφωμένη με όρους ταξικούς, ή δεν θα είναι καθόλου.

Από αυτή την άποψη, αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον να δούμε τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι παραδοσιακές ρατσιστικές / οριενταλιστικές έννοιες που υπάρχουν αυτούσιες στο ηγεμονικό ετερόνομο φαντασιακό, θα επιστρατευτούν εκ νέου από τις θεσμισμένες εξουσίες προκειμένου να συνθέσουν τον κυρίαρχο λόγο για την αντιμετώπιση και την κυβερνητική διαχείριση των διάχυτων μεταναστευτικών ρευμάτων. Ήδη τα συστημικά ΜΜΕ βρίθουν από αναφορές για υποχθόνιους «μαχητές του εχθρού» (ISIS) που διασχίζουν τα ευρωπαϊκά σύνορα καλά κρυμμένοι μέσα στις ορδές των απελπισμένων που κατακλύζουν την ευρωπαϊκή ήπειρο. Μιλούν ακόμα για τις σεξουαλικές επιθέσεις και την απρεπή συμπεριφορά εναντίον των γυναικών «μας», στις οποίες επιδίδονται συμμορίες νεαρών μεταναστών που προέρχονται από τις κοινωνίες του μουσουλμανικού κόσμου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεθοδικά καλλιεργούμενης πολιτισμικής υστερίας είναι τα μαζικά κρούσματα σεξουαλικής παρενόχλησης γυναικών που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια του δημόσιου εορτασμού της φετινής πρωτοχρονιάς στην Κολωνία και τα οποία οι γερμανικές αρχές δεν έχασαν ευκαιρία να τα αποδώσουν συλλήβδην στους άρτι αφιχθέντες μετανάστες από την Ανατολή.  Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι συντελούνται στο επίπεδο του επίσημου λόγου της κυριαρχίας οι αναγκαίες εκείνες διεργασίες που χρειάζονται προκειμένου να συγκροτηθεί το ιδεολογικό υπόστρωμα για τη θεσμοποίηση του νέου αντισημιτισμού σαν συστατικού στοιχείου του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων, όπως αυτός διαμορφώνεται στο πλαίσιο της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης του συστήματος. Για να το πούμε διαφορετικά, ο εξουσιαστικός ιδεολογικός λόγος του νέου αντισημιτισμού καλείται από τις ελίτ ούτως ώστε να παράξει κάποιες από τις φαντασιακές σημασίες με τις οποίες οι τάξεις που ανήκουν στην ετερόνομη κοινωνική ολότητα θα αυτοπροσδιορίζονται και θα ερμηνεύουν τις σχέσεις που επικρατούν ανάμεσα τους. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει στην συμβολική κάθοδο των μεταμφιεσμένων μαχητών του Ισλαμικού Κράτους στις χώρες της Ευρώπης, ή η αποκρουστική συμπεριφορά των Αράβων μεταναστών προς τις γυναίκες που δείχνει μια αδυναμία από την πλευρά τους να συμπεριφερθούν σύμφωνα με τις συμβάσεις και τους κανόνες των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών, συντελούν στην ανάδυση του φαντασιακού ενός εσωτερικού εχθρού, ενός σώματος ολότελα ξένου και δυνητικά επικίνδυνου που οφείλουμε να καταστείλουμε και, τελικά, να εξαλείψουμε οριστικά. Ή αλλιώς, παράγεται σταδιακά εκείνη η εκτός δικαίου περιοχή, σε αντίστιξη με την οποία η περιοχή του αστικού δικαίου με τα υποκείμενα της που λειτουργούν σαν φορείς θεσμοποιημένων δικαιωμάτων αναγνωρίζει το αντίθετο της, εκείνο που δεν μπορεί να ενσωματώσει και που σύμφωνα με αυτό ετεροπροσδιορίζεται.

Τούτη η μεταφύτευση των οριενταλιστικών αντιλήψεων στην καρδιά του ηγεμονικού φαντασιακού, δεν είναι παρά η φυσική εξέλιξη και το λογικό επακόλουθο της μαζικής μετακίνησης των καταπιεσμένων από τις ρημαγμένες περιοχές της περιφέρειας του διεθνούς συστήματος, στις ΑΚΧ του παγκόσμιου Βορρά. Στο πρόσωπο των ρακένδυτων προσφύγων αποκρυσταλλώνεται η σύζευξη δύο κατηγοριών αποκλεισμού, των φτωχών και των «ξένων». Και πρέπει να πούμε ότι η εν λόγω διεργασία δεν μοιάζει σε τίποτα με την ιστορική διαδικασία στην οποία έκανε αναφορά ο Ε. Τραβέρσο, για να περιγράψει την άνοδο και διαμόρφωση των εννοιών του κλασσικού αντισημιτισμού, που κορυφώθηκε σαν πολιτισμικό ρεύμα και πολιτική ιδεολογία στην ρατσιστική κοσμοθεωρία του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού.[vi] Στην περίπτωση του ναζιστικού αντισημιτισμού, δεν έχουμε να κάνουμε τόσο με ένα θεώρημα της κυριαρχίας που στρέφεται ενάντια στα αδύναμα στρώματα της καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά για ένα εξουσιαστικό ιδεολόγημα που χρησίμεψε σαν όπλο στα χέρια μιας μερίδας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ της Γερμανίας, για να εκδιώξουν, να προγράψουν και να θυματοποιήσουν μιαν άλλη μερίδα της γερμανικής ελίτ του μεσοπολέμου και να την εξοντώσουν πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και, τελικά, ακόμη και βιολογικά. Από την άλλη, ο νέος αντισημιτισμός στρέφεται ευθέως ενάντια στους φτωχούς που ξερνάει κατά εκατομμύρια η διεθνοποίηση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Μια βόλτα στις ακριβότερες συνοικίες και τα εμπορικά κέντρα των καπιταλιστικών μητροπόλεων, θα ήταν αρκετή για να πείσει και τον πιο δύσπιστο ότι το μένος της υπερεθνικής ελίτ δεν έχει σαν στόχο τους πλούσιους μουσουλμάνους που είναι παντελώς ελεύθεροι να σκορπούν αφειδώς τα πετροδολάρια τους για να τονώσουν την ζήτηση στις ασθμαίνουσες οικονομίες του Κέντρου. Αντίθετα, το εξιλαστήριο θύμα του ρατσιστικού μίσους που εκπορεύεται από τα κέντρα της υπερεθνικής εξουσίας είναι οι φτωχοί μουσουλμάνοι και μόνο εκείνοι. Η ξαφνική εμφάνιση τους κατά εκατοντάδες χιλιάδες στα κέντρα των μητροπόλεων του καπιταλισμού σίγουρα θα έχει σαν αποτέλεσμα την τόνωση ενός ταξικού ρατσισμού που θα επενεργήσει αμφίδρομα και στους ήδη υπάρχοντες πλεονάζοντες πληθυσμούς των ανεπτυγμένων οικονομιών της αγοράς. Με άλλα λόγια, ο ταξικός ρατσισμός που θα νομιμοποιήσει τον θεσμικό αποκλεισμό ενάντια στους προσφυγικούς πληθυσμούς, δεν θα επηρεάσει μόνο το καθεστώς των προσφύγων, αλλά και αυτό των γηγενών προλεταριακών στρωμάτων που, ούτως ή άλλως, μοιράζονται κοινά στοιχεία με τους μετανάστες, ως προς την μεταχείριση που επιφυλάσσουν σε αυτούς οι ελίτ του συστήματος. Ο μόνιμος χαρακτήρας και το θεσμικό περιεχόμενο που θα λάβει αυτή η τάση για μια «φυσικοποίηση» ή βιολογικοποίηση της κοινωνικής ανισότητας κι αν αυτή η τάση θα εξελιχτεί σε ένα νέο ταξικό απαρτχάιντ θα φανεί στο μέλλον και δεν γίνεται να προβλεφτεί με μαθηματική ακρίβεια. Και αυτό γιατί πολλά θα εξαρτηθούν από την αντίδραση των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων και την συλλογική αντίσταση που θα είναι σε θέση να προβάλλουν οι καταπιεσμένοι και οι εκμεταλλευόμενοι σε αυτό το σχέδιο σαλαμοποίησης που δρομολογείται από την υπερεθνική ελίτ σε οικουμενική κλίμακα.

 

[i] J. Baker, Croatian & Slovenian activists met to cut border fence, https://revolution-news.com/croatian-slovenian-activists-met-to-cut-border-fence/.

[ii] W. Benjamin, Για μια κριτική της βίας (Ελευθεριακή Κουλτούρα), σελ. 9.

[iii] «Μιλώντας αυστηρά, για να μπορούμε να μιλάμε για την ύπαρξη ταξικής πάλης, τρείς όροι πρέπει να εκπληρώνονται. Πρώτον, να υπάρχει ένα αναγνωρίσιμο μοτίβο συλλογικής ή γενικευμένη διαμαρτυρίας. Δεύτερον, οι στόχοι και οι μορφές της διαμαρτυρίας είναι τέτοιες που ο αγώνας μπορεί να αναχθεί στην ταξική συνθήκη (δηλαδή, μια δεδομένη σχέση προς τα μέσα παραγωγής) αυτών που συμμετέχουν στη διαμαρτυρία. Τρίτο, ο αγώνας απορρέει από, ή δημιουργεί μια αντίθεση, ανάμεσα σε ομάδες που σχετίζονται διαφορετικά με τα παραγωγικά μέσα». Στο G. Arrighi, T.K. Hopkins & I. Wallerstein, Anti-Systemic Movements (Verso), σελ. 63-64.

[iv] https://en.wikipedia.org/wiki/Stereotypes_of_African_Americans.

[v] Α. Πανταζόπουλος, Η Γαλλία φλέγεται; (Πόλις).

[vi] E. Traverso, Οι Ρίζες της Ναζιστικής Βίας (Εκδόσεις του 21ου).