Ο θρίαμβος της αποτυχίας

IMG_13612

Παρατήρησα κάτι σπάνιο σήμερα: Σέρβιραν μαρμελάδα με το τσάι και, παρεπιπτόντως, οι δεσμοφύλακες καρφώνουν τα μάτια τους στο φαγητό. Δείχνουν να το έχουν πιο πολύ ανάγκη απ’ ότι εγώ”.

Τετάρτη 4, ημερολόγιο απεργίας πείνας

Μπόμπυ Σαντς, Ημερολόγια της Φυλακής

Ένα από τα χαρακτηριστικά των πολιτικών ιδεολογιών είναι ότι βλέπουν τον κόσμο μέσα από την ύπαρξη αντίθετων πόλων και ότι εμπεριέχουν έναν φαντασιακό διαχωρισμό της κοινωνικής πραγματικότητας σε αντιμαχόμενες μερίδες οι οποίες, πολλές φορές, συνιστούν εκκοσμικευμένες εκδοχές των ιδεότυπων του “καλού” και του “κακού”. Αυτό συμβαίνει εξίσου στην περίπτωση τόσο των ετερόνομων, συστημικών ιδεολογιών, που αποδέχονται σαν δεδομένα το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και τις ιεραρχικές κοινωνικές δομές της θεσμισμένης ετερονομίας, όσο και ως προς τα αντισυστημικά προτάγματα που ανήκουν στην εναλλακτική ιστορική παράδοση της πολιτικής αυτονομίας και αμφισβητούν ρητά το κοινωνικό σύστημα και τις δομές που αναπαράγουν την άνιση κατανομή της δύναμης στο εσωτερικό του. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους δύο τρόπους σκέψης γύρω απ’ το κοινωνικό ζήτημα. Οι πολιτικές ιδεολογίες που αναπαράγουν την κοινωνική ετερονομία εκκινούν από μια προκαθορισμένη αντίληψη για την υπερκείμενη και αναλλοίωτη “φύση” του ανθρώπου και προχωρούν από εκεί για να διατυπώσουν τις βασικές ιδέες τους αναφορικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας. Φτιάχνουν έτσι ένα κοινωνικό σύστημα που οφείλει να είναι σταθερο και να αντέχει στον χρόνο, σε συμφωνία με τις σταθερές και απαράλλαχτες ιδιότητες της αφηρημένης φύσης του ανθρώπου, που δεν επηρεάζεται από τη διαβρωτική επίδραση του χρόνου ή από τις κοινωνικές μεταβολές που επιφέρει η ιστορική εξέλιξη. Στον πυρήνα του, στην κρυφή ουσία του που παραμένει αθέατη από τα γεγονότα που εκτυλίσσονται μπροστά μας, ο άνθρωπος παραμένει πάντοτε ο ίδιος.

Από την άλλη, οι αυτόνομες ιδεολογίες που θέτουν στο επίκεντρο της προβληματικής τους το ζήτημα της κοινωνικής αλλαγής, είναι υποχρεωμένες να αντικρούσουν τα ανθρωπολογικά συμπεράσματα της κυρίαρχης ιδεολογίας προκειμένου να διατυπώσουν ένα εναλλακτικό όραμα για τις αρχές πάνω στις οποίες θα πρέπει να βασίζεται η οργανωμένη κοινωνική συμβίωση. Αυτό συμβαίνει μέσω της υποβολής σε κριτική επεξεργασία των αναλυτικών κατηγοριών που δομούν την ετερόνομη κοινωνικοπολιτική θεωρία και της σταδιακής αποδόμησης τους, γι’ αυτό άλλωστε και η κοινωνική απελευθερωτική θεωρία πολλές φορές κατονομάζεται γενικά ως κριτική θεωρία. Με άλλα λόγια, οι ιδεότυποι του “καλού” και του “κακού” ενυπάρχουν εξίσου στον αυτόνομο τρόπο σκέψης, αλλά δεν αποτελούν σημείο εκκίνησης για την ιδεολογική ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Αντίθετα, στον βαθμό που μπορεί κανείς να μιλήσει για τέτοιους διαχωρισμούς στην αυτόνομη πολιτική θεωρία, αυτοί υπάρχουν μόνο σαν άτυπες, σχετικές κατηγορίες που συγκροτούνται δευτερογενώς έπειτα από την εξέταση των υλικών συνθηκών της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Συνιστούν μια “κωδική ονομασία”, ένα υλικό μέτρο για την αξιολόγηση των ταξικών δυνάμεων που εμπλέκονται στην κοινωνική πάλη, του ρόλου που μπορούν να επιτελέσουν στην εξέλιξη της και των κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται ανάμεσα τους. Δεν κρίνει αυτές τις σχέσεις σε σχέση μόνο με τον απώτερο σκοπό που επιζητά να φέρει σε πέρας, αλλά θέτει ως ζητούμενο τον ποιοτικό μετασχηματισμό τους στο σήμερα, την εδώ-και-τώρα αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων σαν το μέσο της ίδιας της κοινωνικής πάλης.

Ο Μπ. Ράσσελ είχε αναφερθεί κάποτε με σκωπτική διάθεση στην ακλόνητη πεποίθηση από την οποία εμφορούνταν οι επαναστάτες κάθε είδους, αναφορικά με την “ανώτερη αρετή” των καταπιεσμένων. Επανειλημμένα διαψεύστηκαν οι ευσεβεις πόθοι τους, όταν αποδείχτηκε ότι οι ρομαντικές αντιλήψεις που έκφραζαν για τις γυναίκες, τους φτωχούς, τα σκλαβωμένα έθνη, τους προλεταριους ουδέποτε μετουσιώθηκαν σε μια ευγενέστερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που δεν θα εμπεριείχε εξίσου τα στοιχεία της βίας, της ανισότητας και του καταναγκασμού. Ένα, ένα τα καταπιεσμένα υποκείμενα διακήρυξαν πως “η ανώτερη αρετή τους είναι ο λόγος που αυτά θα πρέπει να κατέχουν την εξουσία” και ανέλαβαν να δημιουργήσουν τα δικά τους εξουσιαστικά κρατικά μορφώματα, τα δικά τους συστήματα θεσμοποιημένης ανισοκατανομής της δύναμης.i Παραγνώριζαν έτσι, όπως άλλωστε έκανε και ο ίδιος ο Ράσσελ, ότι το πρόβλημα ήταν η ίδια η ύπαρξη της συγκεντρωτικής διακυβέρνησης και όχι το υποκείμενο που την ασκεί. Η κατεστημένη χριστιανική θρησκεία υπήρξε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, ο κυριότερος (και σαγηνευτικότερος) εκφραστής της ιδέας ότι η αρετή ήταν το αποκλειστικό προνόμιο των φτωχών και των καταπιεσμένων, ότι ανήκε δικαιωματικά σε αυτούς. Ο Ιησούς δεν ήταν αυτός που είπε ότι είναι “ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα που ανοίγει η βελόνα, παρά ο πλούσιος να μπει στη βασιλεία του θεού”; Αποδίδοντας ωστόσο στον Καίσαρα αυτά που του ανήκουν, κατέληξε σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα από αυτά που συνιστούν την πεμπτουσία των επαναστατικών προταγμάτων. Οι πάσης φύσεως αντιξοότητες αποτελούν την μήτρα της αρετής των φτωχών και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να ζητάμε να τις εξαλείψουμε. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να αναζητούν με μανία να υποβληθούν σε κάθε είδους κακουχία και μαρτύριο στο όνομα της πίστης τους, σαν μέσο για να διασώσουν την εκ προοιμίου “αμαρτωλή” ψυχή τους. Η θανατολαγνεία και μια μακάβρια, μισανθρωπική προσκόλληση στην εξαγνιστική επιρροή των πιο αποκρουστικών βασανιστηρίων της σάρκας, ήταν το αποτέλεσμα αυτής της διεστραμμένης λογικής της αυστηρά ατομικής “λύτρωσης”. Αλλά και η συλλογική λύτρωση που προκρίνουν οι μαρξιστές ιδεολόγοι δεν υπολείπεται σε παραλογισμό, εφόσον αναγνωρίζει στο προλεταριάτο μια έμφυτη, συλλογική αρετή που έχει την καταγωγή της στις αντίξοες κοινωνικές συνθήκες της θεσμοποιημένης υποτέλειας του. Υποπίπτουν έτσι σε μια αντίφαση, επιθμώντας διακαώς να καταργήσουν εκείνες τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που συντελούν στη διαμόρφωση της “ανώτερης ηθικής” των εκμεταλλευόμενων τάξεων.

Ίσως απ’ την άλλη, η αντίφαση να μην έγκειται στην επιθυμία για λύτρωση ως τέτοια, αλλά στον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητή αυτή η επιθυμία και στο πολιτικό περιεχόμενο που αποκτά μέσα στο πλαίσιο της επαναστατικής θεωρίας, και ειδικότερα της θεωρίας του μαρξισμού. Ο ριζοσπάστης θεολόγος Τζ. Κόουν είχε γράψει ότι από την ιστορική εμπειρία της ταξικής καταπίεσης και φυλετικού εξανδραποδισμού των μαύρων στις ΗΠΑ είχε προκύψει, με τρόπο που ήταν σχεδόν ανεξήγητος, κάτι το ανυπέρβλητα όμορφο κι ευγενές. Απ’ όλη αυτή τη διάχυτη ασχήμια, το απερίγραπτο μαρτύριο των σκλάβων, ξεπρόβαλε σε όλο της το μεγαλείο η μαύρη απελευθερωτική κουλτούρα, οι μουσικές μπλουζ και γκόσπελ, οι ριζοσπαστικές πολιτικές και ταξικές αναλύσεις του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, η μαύρη θεολογία της απελευθέρωσης.ii Η κουλτούρα αυτή τη απελευθέρωσης εμπεριείχε εντός της μια συμβολική αναπαράσταση της κοινωνικής πραγματικότητας, σύμφωνα με την οποία οι ρόλοι αντιστρέφονται και τα θύματα που γίνονται αποδέκτες της απάνθρωπης συστημικής βίας είναι οι πραγματικοί “νικητές”, εκείνοι που αποτελούν τους ενσώματους φορείς της χαμένης ηθικής συνείδησης της ετερόνομης κοινωνίας. Από αυτήν τη σκοπιά, η κτηνώδης βία του συστήματος της θεσμισμένης ετερονομίας απανθρωπίζει τους ίδιους τους εξουσιαστές και όχι αυτούς που βρίσκονται κάτω από την εξουσία τους.

Παρομοίως, όταν ο Μπόμπυ Σαντς περιγράφει στα “Ημερολόγια της Φυλακής” την απάνθρωπη μεταχείριση που υπέμεινε στα χέρια των δεσμοφυλάκων και των βασανιστών στα Μπλοκ-Η, έχει κανείς την αίσθηση ότι γίνεται μάρτυρας από δεύτερο χέρι ενός ταξιδιού προς την ατομική αυτοπραγμάτωση και όχι προς τη λύτωρση, διότι η λύτρωση που επιζητά ο Σαντς είναι συλλογική.iii Αφορά τον εξεγερμένο λαό του και όχι τον ίδιο. Αισθανόμαστε την ανάγκη να διαφυλάξουμε σαν κόρη οφθαλμού την ιδιόχειρη καταγραφή αυτού του μαρτυρίου, του ταξιδιού του Σαντς όλο και πιο βαθιά μέσα στους επτά κύκλους της κόλασης, διότι μέσα από την κάθοδο στη βαναυσότητα που τον περιβάλλει, ο Σαντς μας φανερώνει τα διδάγματα που θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη κάθε πολιτικό πρόταγμα που έχει σαν σημείο αναφοράς του τον ευγενή στόχο της καθολικής κοινωνικής απελευθέρωσης. Το δικό του μαρτύριο, τα βασανιστήρια που υπομένει με καρτερικότητα χωρίς να έχει την έλπιδα ότι οι Άγγλοι θα υποχωρήσουν, φωτίζει καθαρά το δικό μας μέλλον. Όπως το έθεσε κι ένας σύντροφος του, πρόκειται για τον θρίαμβο της αποτυχίας. Αυτός είναι και ό λόγος που όλοι μας θα θέλαμε να διαβάσουμε τα ημερολόγια φυλακής ενός ρεπουμπλικάνου ιρλανδού κρατούμενου, αλλά κανείς δεν θα ήθελε να χαραμίσει ούτε μισό λεπτό από τη ζωή του για να διαβάσει το ημερολόγιο που θα μπορούσαν να έχουν γράψει οι βασανιστές του. Εκείνοι είναι κομπάρσοι της ιστορίας, ελάσσονες προσωπικότητες που υπάρχουν μόνο χάρη στο ηθικό μεγαλείο του υποτιθέμενου “θύματος” τους. Εκείνος αγωνίζεται για κάτι που διάλεξε ο ίδιος, εκείνοι απλώς “κάνουν τη δουλειά που άλλοι τους είπανε να κάνουν”.

Το δίδαγμα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να είναι άλλο από την “επαναστατική αγάπη”, με τα λόγια της Χούρια Μπουτέλτζα. Γράφει η γαλλο-αλγερινή ακτιβίστρια: “Εσείς [οι λευκοί προλετάριοι] πάντοτε μας προσπερνάτε και τις πιο πολλές φορές δεν μας βλέπετε καν. Δεν πιστεύω πια ότι αυτή η σειρά των χαμένων ευκαιριών για μια συνάντηση ανάμεσα σε σας και τους μετανάστες οφείλεται σε σύμπτωση. Αρχίζω να καταλαβαίνω ότι μια πραγματική συνάντηση μπορεί μόνο να πραγματοποιηθεί εκεί όπου διασταυρώνονται τα κοινά και αμοιβαία συμφέροντα μας – εκεί που υπάρχει ο φόβος του εμφυλίου πολέμου και του χάους – το σημείο όπου οι φυλές μπορούν να αφανίσουν η μία την άλλη, αλλά που ακόμα είναι δυνατό να φανταστούμε την ίση αξιοπρέπεια μας.Επειδή έχω την τάση να ενδίδω στους συναισθηματισμούς, αναρωτιέμαι μήπως αυτό δεν είναι ένας χώρος όπου μπορεί να κάνει την εμφάνιση της η αγάπη. Η επαναστατική αγάπη. Οι ρομαντικές ψυχές θα πουν ότι η αγάπη είναι πάντοτε ανιδιοτελής. Ακριβώς. Πώς μπορούμε να οραματιστούμε αγάπη μεταξύ μας, αν τα προνόμια του ενός εξαρτώνται από την καταπίεση του άλλου”;iv Έτσι, η “αγάπη” δεν νοείται εδώ σαν παραχάραξη του καθεστωτικού χριστιανισμού που προτρέπει το θύμα να γυρίσει και το άλλο μάγουλο, αλλά με την έννοια της ταξικής αλληλεγγύης ανάμεσα στους καταπιεσμένους και της κοινωνικής πάλης για την κατάργηση των κοινωνικών ρόλων του αιχμάλωτου και του δεσμοφύλακα, του βασανιστή και του θύματος του. Της συγκρότησης ενός αντισυστημικού πολιτικού προτάγματος για τον καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας που θα βάλει τέλος στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αν υπάρχει ένας θησαυρός κρυμμένος μέσα στη φρικτή εμπειρία των ανθρώπων που υποφέρουν από τη φτώχεια και την καταπίεση, είναι ότι μόνο έτσι μπορούμε να μάθουμε για την ανθρώπινη ζωή σαν υπέρτατη αξία. Μόνο ερχόμενη αντιμέτωπη με εκείνους τους ανθρώπους που ταπεινώθηκαν και υποβιβάστηκαν στο επίπεδο του αντικειμένου της αντεστραμμένης ηδονής του σαδισμού, η ανθρωπινότητα μας εξέρχεται από την ύπνωση και εξεγείρεται. Οι ορδές των Μογγόλων βαρβάρων που προελαύνουν ασταμάτητες σφάζοντας και μακελεύοντας, κανέναν λόγο δεν είχαν ποτέ για να σταματήσουν και να αναρωτηθούν για την αξία της ζωής των ηττημένων. Οι ισραηλινοί που δεν είχαν χάσει ούτε έναν πόλεμο μέχρι το 2006, τι λόγο θα είχαν αλήθεια για να προβληματιστούν γύρω απ’ το αν οι Άραβες δεν υπάρχουν απλώς για να χρησιμεύουν σαν κρέας για τα κανόνια τους;

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι Παλαιστίνιοι είναι μια φυλή ανθρωπιστών αγγέλων. Όπως και με τους Ιρλανδούς του Μπόμπυ Σαντς, το ηθικό πλεονέκτημα τους προέρχεται από το γεγονός της υποδούλωσης τους, από τη σχέση απόλυτης αδυναμίας ως προς τους καταπιεστές τους. Πόσο αλήθεια μεγαλείο ψυχής και μια σχεδόν υπεράνθρωπη ικανότητα αποστασιοποίησης και αναστοχασμού πάνω σε ένα ολοκληρωτικά προσωπικό μαρτύριο θα χρειαζόταν προκειμένου να απαρνηθούν οι Ιρλανδοί και οι Παλαιστίνιοι την αρχέγονη παρόρμηση για εκδίκηση και να ρίξουν το βάρος της πολιτικής δραστηριότητας τους στη δημιουργία μιας κοινωνίας που θα επέτρεπε να ζήσουν δίπλα, δίπλα, ειρηνικά και σαν ίσοι με τους δυνάστες τους. Ίσως πάλι η επιθυμία για εκδίκηση να είναι μια δημιουργική επιθυμία. Ίσως είναι το πρώτο βήμα για την ανατροπή του ετερόνομου κοινωνικού συστήματος, αλλά σίγουρα δεν είναι το τελευταίο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάρουμε το μέρος του αδύναμου, να συνταχθούμε με εκείνον που υποφέρει, αν γνωρίζουμε από πριν ότι η ίδια αδικία πρόκειται να επαναληφθεί με αντεστραμμένους ρόλους μετά την απελευθέρωση του.

Στο όνομα της κακομεταχείρισης που υφίστανται, οι Παλαιστίνιοι δεν μπορούν να κάνουν επίκληση στο ηθικό δικαίωμα τους να καταπιέσουν τους ισραηλινούς Εβραίους. Όπως και οι Εβραίοι του Ισραήλ δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα να διεξάγουν γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστίνιων εδώ και εκατό περίπου χρόνια, επειδή οι ναζιστές προσπάθησαν να εξοντώσουν τους Εβραίους στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η αρετή ανήκει στους καταπιεσμένους εφόσον εκείνοι δεν επιθυμήσουν ποτέ να πάρουν οι ίδιοι τη θέση του καταπιεστή. Το στοίχημα που βάζει από τη γένεση του κάθε επαναστατικό πρόταγμα είναι αν θα μπορέσει να υπερβεί τη διαλεκτική της βίας που συνεπάγεται η προσπάθεια για την ανατροπή του καθεστώτος και την αντισυστημική αλλαγή. Αν θα μπορέσει να ξεπεράσει τη λογική του εμφυλίου πολέμου που θα εξαπολύσουν εναντίον του οι συστημικές ελίτ. Πώς θα μπορούσε ο Μπ. Σαντς να τείνει χείρα φιλίας προς τα ανθρωπόμορφα κτήνη που κακοποίησαν τον ίδιο και τους συντρόφους του στη φυλακή; Παρ’ όλα αυτά, εκεί ακριβώς έγκειται και η χειραφετική διάσταση του προτάγματος της κοινωνικής απελευθέρωσης, στο ότι μας απαλλάσσει από την ανάγκη μιας εξατομικευμένης “σωτηρίας”, με την μορφή της μνησίκακης και εκδικητικής “δικαιοσύνης” του Ιησού του Ναυή, διαμέσου της συλλογικής λύτρωσης που έρχεται με την υπόσχεση της ταξικής απελευθέρωσης και την κατοχύρωση της αυτονομίας του κοινωνικού υποκειμένου. Με άλλα λόγια, μας δίνει στην πράξη μια ευκαιρία να φανούμε περισσότερο (ηθικά) μεγαλοπρεπείς απ’ όσο πραγματικά είμαστε.

iB. Russell, Unpopular Essays, (Routledge) σελ. 61.

iiCh. Hedges, The Heresy of White Christianity, https://www.truthdig.com/articles/the-heresy-of-white-christianity/.

iiiΜπ. Σαντς, Ημερολόγια της Φυλακής (Καινά Δαιμόνια).

ivH. Bouteldja, Whites, Jews, and Us (semiotexte) σελ. 49-50.

Πολεμικός Εθνικισμός

bolsonaro-samurai-696x392

Αγάπα τη Βραζιλία ή Φύγε από τη χώρα”.i

Ένα από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας του εθνικισμού είναι ο ισχυρισμός ότι μιλάει εξ ονόματος μιας ενιαίας και αδιαίρετης φαντασιακής κοινότητας. Σύμφωνα με τους εθνικιστές, η “φυσική” ενότητα της κοινότητας αυτής υποσκάπτεται και κατακερματίζεται από τους εν πολλοίς τεχνητούς διαχωρισμούς που προκαλούν τα πολιτικά κόμματα, με τα λαϊκίστικα κι εγωιστικά τερτίπια τους, και τα λεγόμενα “εθνομηδενιστικά στοιχεία”, που αντιτίθενται στην ίδια την ύπαρξη του έθνους. Από αυτή την άποψη, η πολλαπλότητα πολιτικών αντιλήψεων εκλαμβάνεται από τους ακραίους εθνικιστές σαν παράγοντας υπονόμευσης της εθνικής “αρμονίας” και συνοχής. Δεν έχει σημασία αν η πολιτική αυτή πολυμορφία εκφράζεται επίσημα μέσα από την αντιπροσωπευτική “δημοκρατία” κι ένα θεσμοποιημένο πολυκομματικό σύστημα διακυβέρνησης, ή αν εκφέρεται από κοινωνικά κινήματα που σχηματίζουν μια αντιπολίτευση του δρόμου και αυτοπροσδιορίζονται με σαφήνεια σε αντίθεση με τους κυρίαρχους θεσμούς του συστήματος, όπως κάνει για παράδειγμα, το αναρχικό κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, η πολλαπλότητα επιφέρει την πολυδιάσπαση και γι’ αυτό αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητη από αυτούς που διατείνονται ότι πάνω απ’ όλα επιθυμούν ότι είναι καλύτερο για το έθνος.

Η αξίωση ωστόσο πως η εθνική κοινότητα προϋπάρχει κατά οποιονδήποτε τρόπο της οργανωμένης πολιτικής έκφρασης της, δηλαδή της ιδεολογίας του εθνικισμού, διαψεύδεται κατηγορηματικά από την ίδια την πρακτική του υπερεθνικιστικού προτάγματος. Στη Βραζιλία, οι οπαδοί του Μπολσονάρο έχουν υιοθετήσει για πολιτικό λάβαρο τους την εθνική σημαία της Βραζιλίας. Με αυτόν τον τρόπο δεν υπονοούν απλώς ότι βάζουν τον πατριωτισμό πάνω από τις μικροπολιτικές ραδιουργίες των κομμάτων, αλλά πολύ περισσότερο, ότι κατά κάποιον μαγικό τρόπο, αυτοί και μόνο αυτοί είναι σε θέση να γνωρίζουν τι είναι αυτό που συνιστά έναν καθολικό, “αγνό” κι “ανόθευτο” πατριωτισμό, απαλλαγμένο από τα συμφέροντα και τις εγωιστικές επιθυμίες της κάθε κοινωνικής τάξης. Παρ’ όλα αυτά, από τον “υγιή” κορμό του βραζιλιάνικου έθνους, τον οποίο διατείνονται ότι εκπροσωπούν, οι μπολσοναριστές είναι πρόθυμοι να εξοστρακίσουν τους μαύρους, τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους αυτόχθονες ινδιάνους του Αμαζονίου, τους φτωχούς, τους εξαθλιωμένους κατοίκους των παραγκουπόλεων. Το “ενωτικό” μήνυμα του Μπολσονάρο που υποτίθεται πως βάζει την ακεραιότητα του έθνους πάνω από τις διασπαστικές διακηρύξεις των “κομμουνιστών” και της “προδοτικής αριστεράς”, είναι στην πραγματικότητα μια απροκάλυπτη κήρυξη πολέμου των λευκών, εύπορων κοινωνικών στρωμάτων της Βραζιλίας ενάντια σε οποιονδήποτε δεν ανήκει στην τάξη τους.

Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω ότι η λεγόμενη “υπεράσπιση” του έθνους από τους εχθρούς του που έχουν αναλάβει αυτόκλητα οι μπολσοναριστές, είναι την ίδια στιγμή και μια διαδικασία συγκρότησης του έθνους σε συμφωνία με ένα προκαθορισμένο ταξικό πρότυπο. Όποιος δεν συμμορφώνεται, οποιοσδήποτε παρεκκλίνει από το πρότυπο αυτό, αυτομάτως κατατάσσεται στην ιδεολογική κατηγορία του “αντεθνικού στοιχείου” και γίνεται αντικείμενο καταστολής από τον οργανωμένο μηχανισμό φυσικής βίας που έχουν στη διάθεση τους οι συστημικές ελίτ. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και στα καθ’ ημάς με την Χρυσή Αυγή. Η πρακτική των συσσιτίων “μόνο για Έλληνες” που για ένα διάστημα προσπάθησαν να καθιερώσουν οι νεοναζιστές ήταν κατά βάση πολιτική, κι όχι απλά φιλανθρωπική όπως διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους οι χρυσαυγίτες. Κι αυτό διότι μέσω των συσσιτίων, η ΧΑ διεκδίκησε το μονοπωλιακό δικαίωμα της να ορίζει μονομερώς ποιος πληρεί τις προδιαγραφές για να συμπεριληφθεί στην ιδεολογική κατηγορία του “Έλληνα” και ποιος όχι. Θα ήταν πράγματι εξαιρετικά ενδιαφέρον να ρωτούσε κάποιος τους διοργανωτές των συσσιτίων αν κάποιος που είναι άθεος, ομοφυλόφιλος, αντιμιλιταριστής, αναρχοκομμουνιστής ή απλώς μετανάστης δεύτερης γενιάς, θα μπορούσε να προσέλθει ελεύθερα και να λάβει το μερίδιο του από αυτές τις “ελληνικές” συλλογικές κουζίνες, με μοναδική ίσως προϋπόθεση ότι μιλά την ελληνική.

Όπως έχει γράψει ο Α. Μπαντιού, η παραγωγή ταυτότητας είναι πάντοτε μια “πολιτική διαδικασία σε εξέλιξη”.ii Ομοίως, η παραγωγή μιας εθνικής ταυτότητας δεν αφορά τόσο την αποκάλυψη μιας προϋπάρχουσας “ουσίας” που διαπερνά απ’ άκρη σε άκρη το σύνολο των βαθμίδων της “εθνικής” κοινωνικής ολότητας, αλλά τη συγκρότηση της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας κάτω από την κυριαρχία των κοινωνικών ομάδων που συγκεντρώνουν στα χέρια τους το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής δύναμης. Ο πολεμικός κομμουνισμός ήταν ιστορικά ο μετασχηματισμός που υπέστη η οικονομία και κοινωνία του κρατικιστικού σοσιαλισμού της ΕΣΣΔ προκειμένου να μπορέσουν οι δυνάμεις της επανάστασης να επικρατήσουν στον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που είχαν εξαπολύσει εναντίον τους οι δυνάμεις της αντίδρασης. Αντίστοιχα, ο πολεμικός εθνικισμός είναι η μορφή που παίρνει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς στη νεοφιλελεύθερη περίοδο της ιστορικής εξέλιξης του προκειμένου να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του μέσα σε συνθήκες ακραίου κοινωνικού ανταγωνισμού που δημιουργούνται εξαιτίας της κοινωνικής γενοκτονίας που επιβάλλει ο επελαύνων νεοφιλελευθερισμός σε ένα ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων. Όπως έγραψε και ο Κρ. Ηλιόπουλος, ένα από τα χαρακτηριστικά που κάνουν τη Βραζιλία να διαφέρει από τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής δεν είναι μόνο η τερατώδης κλίμακα της ανισοκατανομής των εισοδημάτων και του πλούτου, αυτό υπήρχε ανέκαθεν εξίσου σε όλες τις κοινωνίες της Λ. Αμερικής, αλλά η μυθική υλική ευμάρεια που έχει παράξει η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς τα τελευταία χρόνια και που βρίσκεται στη διάθεση του πλουσιότερου 10-20% της χώρας.iii Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε οτι η βραζιλιάνικη οικονομία είναι πλήρως ενσωματωμένη στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και είναι η ένατη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο.iv Το μεγαλύτερο λοιπόν πρόβλημα που φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν οι πλούσιοι βραζιλιάνοι νεομπουρζουάδες είναι οι ενοχλητικές ορδές των φτωχοδιάβολων που μαγαρίζουν τα μεγαλοπρεπή αστικά τοπία της χώρας με τις βρωμερές παραγκουπόλεις τους. Οι στρατιές των ζητιάνων και των λούμπεν προλετάριων που δεν επιτρέπουν στους “δικαιωματικούς ιδιοκτήτες” της Βραζιλίας να απολαύσουν τις ανέσεις που παρέχει το οικονομικό θαύμα που οι ίδιοι δημιούργησαν, όπως έχουν τη δυνατότητα να κάνουν οι ταξικοί ομόλογοι τους στα αστικά κέντρα της Βόρειας Ευρώπης, ή των Ηνωμένων Πολιτειών. Λάδι στη φωτιά του ταξικού ρατσισμού των ελίτ ρίχνει και το γεγονός ότι οι φτωχοί που περικυκλώνουν τις πόλεις με τις φαβέλες τους είναι οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Οποιοσδήποτε έχει επισκεφτεί τη Βραζιλία είναι σε θέση να διαβεβαιώσει τον αναγνώστη ότι, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στο Λονδίνο, ή τη Νέα Υόρκη, η ξέγνοιαστη ντόλτσε βίτα των νεομπουρζουάδων σε ένα από τα μοδάτα καφέ του Ρίο διακόπτεται τακτικά από το απειλητικό κροτάλισμα των πολυβόλων και τις συχνές ανταλλαγές πυροβολισμών που αντηχούν από τους γύρω λόφους. Πουθενά αλλού στον κόσμο η απόλυτη ευδαιμονία δεν συνυπάρχει τόσο επιδεικτικά με την απόλυτη εξαθλίωση.

Έτσι, ο πολεμικός εθνικισμός του Μπολσονάρο έχει σαν βασική προτεραιότητα του την εκκαθάριση του τοπίου, τόσο από την άποψη της εξάλειψης της φυσικής παρουσίας των φτωχών και της απειλής που αυτοί ενσαρκώνουν για την καπιταλιστική ουτοπία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών ελέγχων που βάζουν εμπόδια στην πλήρη αγοραιοποίηση των φυσικών και ανθρώπινων πόρων της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Στην Λ. Αμερική το να είναι κανείς εθνικιστής κατ’ ανάγκη προϋποθέτει την αντίσταση στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της ηπείρου. Εφόσον κάποιος επιθυμούσε να διεκδικήσει πραγματικά το δικαίωμα των λατινοαμερικάνικων λαών στον αυτοκαθορισμό, θα έπρεπε αναμφίβολα να ξεκινήσει από την αναγκαία συνθήκη της αποτίναξης της επικυριαρχίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού και την καταστροφική επιρροή που ασκούν οι θεσμικοί φορείς του (πολυεθνικές, διεθνείς οργανισμοί, κλπ.) στα τοπικά οικοσυστήματα, στη διατροφική αλυσίδα και στους ίδιους τους φυσικούς όρους αναπαραγωγής των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων, με τις κρατικές πολιτικές κοινωνικού κανιβαλισμού που επιβάλλουν. Παρ’ όλα αυτά, η μοίρα των νεομπουρζουάδων στις οικονομίες της καπιταλιστικής περιφέρειας είναι ολοκληρωτικά συνδεδεμένη με το βάθεμα των δεσμών εξάρτησης από τις κυρίαρχες οικονομίες του παγκόσμιου Βορρά και, στην περίπτωση της Βραζιλίας, από αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Όχι τυχαία, η διακηρυγμένη πρόθεση του οικονομικού επιτελείου του νεοφασίστα προέδρου είναι η κατάργηση του νομοθετικού πλασίου που εμποδίζει την αποψίλωση της ζούγκλας του Αμαζονίου και την “αξιοποίηση” της για λόγους εμπορικής εκμετάλλευσης. Είναι ακόμα η σαρωτική ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων και δημόσιων υπηρεσιών, οι φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο, η νομιμοποίηση της εκτεταμένης χρήσης φυτοφαρμάκων από τους πολυεθνικούς κολοσσούς της αγροτοβιομηχανίας, χωρίς την λήψη της παραμικρής μέριμνας για την προστασία της δημόσιας υγείας.v

Το θεμελιώδες ερώτημα βέβαια που ανακύπτει από την σκοπιά της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας, είναι το εξής. Εφόσον ο Μπολσονάρο είναι ο εκφραστής τόσο μειοψηφικών ταξικών συμφερόντων, πώς κατόρθωσε να μετατρέψει τον νεοφασισμό του σε πλειοψηφικό ρεύμα; Στο κάτω, κάτω, ο Μπολσονάρο δεν έκανε κάποιο πράξικόπημα, αλλά κατέκτησε την εξουσία μέσω της συντριπτικής επικράτησης του στις εθνικές εκλογές. Μια αρχική απόπειρα απάντησης νομίζω ότι θα έπρεπε να εκκινήσει από την παραδοχή πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα μια γραμμική αντιστοιχία ανάμεσα στις πολιτικές πεποιθήσεις ενός κοινωνικού υποκειμένου και στην “αντικειμενική” θέση που αυτό καταλαμβάνει στην ταξική ιεραρχία. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν καθορίζεται μονάχα από την ψύχραιμη λογική επεξεργασία των τρόπων που θα μας επιτρέψουν να εξυπηρετήσουμε καλύτερα τα οικονομικά μας συμφέροντα. Εμπεριέχει και παρακινείται από λιμπιντικές επενδύσεις, συναισθήματα και επιθυμίες που ασκούν εξίσου καθοριστική επίδραση στα μοτίβα κοινωνικής συμπεριφοράς που υιοθετούμε. Από αυτή την άποψη, η ταξική θέση δεν είναι παρά ένα δεδομένο σημείο εκκίνησης της σκέψης. Μια υλική αφετηρία από την οποία ξεκινάει το υποκείμενο για να διαμορφώσει το πολιτικό φαντασιακό του. Συνακόλουθα, ένας ευκατάστατος νεο-αστός έχει περισσότερες πιθανότητες να αποδεχτεί άκριτα το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό παράδειγμα και να προσχωρήσει σε αυτό, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι μέσα από μια διαδικασία ρήξεων και τραυματικών κοινωνικών εμπειριών, δεν μπορεί να οδηγηθεί σταδιακά προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης περισσότερο ριζοσπαστικών αντιλήψεων που δεν παίρνουν σαν δεδομένο το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας μέσα στην οποία είχε την τύχη ή την ατυχία να γεννηθεί.

Από την άλλη, είναι απολύτως πιθανό ότι ένας προλετάριος που ποτέ του δεν είχε τη δυνατότητα να βιώσει από πρώτο χέρι τις πρακτικές εφαρμογές της έννοιας της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ταξικής αλληλεγγύης, θα γίνει εύκολη λεία για τις μισανθρωπικές νεοφιλελεύθερες διακηρύξεις του ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού. Ειδικά στη Βραζιλία, όπου οι “φτωχοί χωρίς ρόλο” του Ζ. Μπάουμαν διαθέτουν ένα οπλοστάσιο εφάμιλλο με αυτό των δυνάμεων καταστολής και επιδίδονται σε όλα τα είδη παραβατικής συμπεριφοράς προκειμένου να επιβιώσουν, ο εργάτης που έχει μια δουλειά και δεν εξαναγκάστηκε από τις περιστάσεις να αναζητήσει καταφύγιο στη φαβέλα, μαζί με τους άλλους άνεργους και φτωχούς που ζουν στις παρυφές της οργανωμένης κοινωνίας, έχει κάθε λόγο να αποζητά προστασία από εκείνους που προμηθεύουν με ναρκωτικά τα παιδιά του, ή που μπορεί να εισβάλλουν ανά πάσα στιγμή στο σπίτι του για να του αφαιρέσουν ακόμα και τα λίγα που έχει.vi Εκεί όπου δεν επικρατούν κοινωνικές σχέσεις αμοιβαιότητας κι αλληλεξάρτησης, κυριαρχεί η σκληρή ταξική πραγματικότητα του κανιβαλισμού και του κοινωνικού ανταγωνισμού. Αυτή είναι η φύση της κοινωνικής πραγματικότητας, αμείλικτα και απαράμιλλα διαλεκτική.

iΠροπαγανδιστικό σύνθημα της βραζιλιάνικης χούντας, το οποίο αναβίωσε ο Μπολσονάρο, επιστρατεύοντας το ως ένα από τα κεντρικά συνθήματα της προεκλογικής εκστρατείας του.

iiΤι Είναι Λαός; (Εκδόσεις του 21ου), σελ. 13.

iiiΚρ. Ηλιόπουλος, Εκλογές στη Βραζιλία: Η βαρβαρότητα ως επιλογή, https://rproject.gr/article/ekloges-sti-vrazilia-h-varvarotita-os-epilogi.

viΓια την θεωρητική έννοια των “φτωχών χωρίς ρόλο”, Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι (Μεταίχμιο).

Πόλεμος Συμμοριών

metsys

Αυτή την καλοσύνη θα κάνω για σενα.
Έλα μαζί μου σ’ έναν συμβολαιογράφο

Κι εκεί συνομολόγησε μου με σφραγίδα και με πνεύμα ανάλαφρο,
Αν δεν με ξεπληρώσεις μια ορισμένη μέρα,
Σε ένα ορισμένο μέρος, εκείνο το ποσό, ή τα ποσά όπως ορίζονται
στους όρους, ας είναι το τίμημα
μια ίση οκά από την όμορφη σου σάρκα
Να την αποκόψω και να την αφαιρέσω
Από όποιο μέρος του σώματος σου με ευχαριστεί”.

Γ. Σαίξπηρ, Ο Έμπορος της Βενετίας,σκηνή Ι, πράξη 3

Αυτό που είναι σημαντικό στην “υπόθεση Ριχαρδου”, είναι ότι το κράτος δεν διέλυσε την επικερδή μπίζνα με τα ενέχυρα που είχαν στήσει οι μαυραγορίτες επειδή χρησιμοποιούσαν μαύρο χρήμα για να εκμεταλλευτούν την ανάγκη του κοσμάκη και να αρπάξουν ότι πιο πολύτιμο έχει ο καθένας δίνοντας ψίχουλα ως αντάλλαγμα. Από την πρώτη μέρα της “κρίσης”, που η χώρα γέμισε με ενεχυροδανειστήρια, ήταν κοινό μυστικό ότι τα λεφτά που χρηματοδοτούν την “επιχείρηση” προέρχονται από κεφάλαια του οργανωμένου εγκλήματος. Παρόλα αυτά, οι άδειες λειτουργίας στα κατά τόπους παραρτήματα των μαφιόζων δόθηκαν κανονικά. Αυτό που ενόχλησε τελικά το κράτος ήταν το λαθρεμπόριο που ισοδυναμούσε με απώλεια φορολογικών εσόδων για τον κρατικό μηχανισμό. Η ελίτ δεν ενοχλήθηκε από την παράνομη και ανηθικη δραστηριότητα των μαυραγοριτών, αλλά απ’ το γεγονός ότι δεν μοιράστηκαν τα κέρδη τους με το κράτος. Σαν κάθε συμμορία που σέβεται τον εαυτό της, το κράτος είπε, “μπορείς να λειτουργείς στην περιοχή μου, αλλά θα μου πληρώνεις φόρο υποτέλειας”. Όταν οι μαφιόζοι δεν τήρησαν αυτή την υποχρέωση, η αμοιβαία συνεννόηση έλαβε τέλος.

Χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο “παράνομη”, γιατί σε μια οικονομία που ασφυκτιά και η ρευστότητα είναι είδος υπό εξαφάνιση λόγω μη-δανεισμού από τις προβληματικές τράπεζες, η προέλευση του κεφαλαίου που χρηματοδοτεί τέτοιες δραστηριότητες έγκειται πιθανότατα σε κυκλώματα που βρίσκονται εκτός νόμου και γι’ αυτό μπορεί να συσσωρεύεται έξω από τη δικαιοδοσία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Άλλωστε, η σκοτεινή αυτή “τέχνη” χάρη στην οποία κάποιος μπορεί να μετατρέψει την “κρίση” σε ευκαιρία είναι παλιότερη κι από το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Η δυστυχία του ενός πάντοτε υπήρξε ευκαιρία για τον άλλον μέσα στα ετερόνομα κοινωνικά συστήματα, τα οποία εμπεριείχαν σαν δομικό στοιχείο τους τη σύγκρουση μεταξύ των ταξικά διαβαθμισμένων, κοινωνικών υποκειμένων. Απλώς η αγορά ανέλαβε να κωδικοποιήσει μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της το αντισημιτικό στερεότυπο του Σάιλοκ και να αποκαταστήσει το κύρος του, όχι εξαλείφοντας το, αλλά καθιερώνοντας το ως κανονικότητα.i Μεταμορφώνοντας την περίπτωση της πιο ακραίας, περιθωριακής και μοχθηρής πλεονεξίας, αυτήν της τοκογλυφίας, σε κυρίαρχη λογική και κινητήρια δύναμη αναπαραγωγής του οικονομικού συστήματος.

Μήπως αυτό δεν έκαναν και οι επαγγελματίες πολιτικοί της αντιπροσωπευτικής μας “δημοκρατίας”, οι οποίοι, αργά αλλά σταθερά, οδήγησαν το ελλαδικό κράτος στην συγκεκαλυμμένη χρεοκοπία και τα λαϊκά στρώματα στη βίαιη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους; Την ίδια στιγμή βέβαια εκείνοι διατήρησαν στο ακέραιο την πολιτική δύναμη τους και τον πλούτο που μάζεψαν όλα αυτά τα χρόνια λεηλατώντας τα ταμεία του δημοσίου. Όταν ο Γιάννος Παπαντωνίου κραύγαζε μέσα από το θωρακισμένο φορτηγάκι που τον μετέφερε στις φυλακές Κορυδαλλού ότι η εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης είναι επικίνδυνο πράγμα για “τη δημοκρατία μας”, δεν έκανε τίποτε άλλο απ’ το να διατρανώνει την πεποίθηση της “παλαιάς φρουράς” της μεταπολίτευσης ότι η “δημοκρατία” είναι ένα πολίτευμα που τους ανήκει δικαιωματικά. Όταν κάθε έννοια της αξίας έχει καταρρακωθεί και τα πάντα είναι προς πώληση σε μια χώρα που βρίσκεται υπό άτυπο καθεστώς χρεοκοπίας, η ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών που συσσώρευσαν πλούτο και πρόλαβαν να τον αποθηκεύσουν σε τράπεζες του εξωτερικού προτού συμβεί το μεγάλο κραχ της ελληνικής οικονομίας, μπορούν τώρα σιγά, σιγά να επαναπατρίσουν τα κεφάλαια τους και να εξαγοράσουν τα πάντα έναντι ενός εξωφρενικά υποτιμημένου αντιτίμου. Από πολιτικοί διαχειριστές του κεφαλαίου και συλλογικοί καπιταλιστές μπορούν με αυτό τον τρόπο να γίνουν οι ίδιοι συνιδιοκτήτες του και να σχηματίσουν μια νεόκοπη τάξη δευτεροκλασάτων καπιταλιστών, η οποία βέβαια θα επιδίδεται σε παρασιτικές δραστηριότητες του κεφαλαίου (π.χ. τουρισμός πολυτελείας) που συνάδουν κι επικυρώνουν έμπρακτα την νέα, υποβαθμισμένη θέση που κατέχει η ελλαδική οικονομία στην διεθνοποιημένη καπιταλιστική ιεραρχία.

Ευκαιρίες” τέλος παρουσιάστηκαν και στη Ρωσία μετά την κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού. Εκεί μια χούφτα από σκιώδεις προσωπικότητες διέβλεψαν τις προοπτικές που ενυπήρχαν για θηριώδη προσωπικό πλουτισμό στην περαιτέρω φτωχοποίηση κι εξαθλίωση του ρωσικού λαού. Η μετάβαση από μια οικονομία που βρισκόταν υπό την κυριαρχία των γραφειοκρατών του κεντρικού σχεδιασμού, σε μια αυτορυθμιζόμενη οικονομία της αγοράς έπρεπε να γίνει άμεσα μέσω μιας καταιγιστικής διαδικασίας αγοραιοποίησης.ii Ωστόσο, το ΔΝΤ βρέθηκε αντιμέτωπο με το παράδοξο ότι έπρεπε να επιβάλλει τον καπιταλισμό σε μια χώρα όπου δεν υπήρχαν καπιταλιστές. Αυτούς ανέλαβε να τους δημιουργήσει ex nihilo η υπερεθνική ελίτ. Μικροαπατεώνες και σαλτιμπάγκοι που μέχρι εκείνη τη στιγμή κοιτούσαν πώς να συγκεντρώσουν ένα πενιχρό κεφάλαιο οργανώνοντας αξιοθρήνητες κομπίνες σε βάρος των συνανθρώπων τους, για να επωφεληθούν από την γενικευμένη διάλυση που είχε επιβάλει ο “μεταρρυθμιστής” υπουργός οικονομικών του Γέλτσιν Ανατόλι Τσουμπάις στην οικονομία, βρέθηκαν έξαφνα με ανοικτή γραμμή πίστωσης από τους τραπεζικούς κολοσσούς της υπερεθνικής ελίτ. Με αυτά τα κεφάλαια εξαγόρασαν αντί πινακίου φακής τεράστια κομμάτια του άλλοτε κραταιού βιομηχανικού συμπλέγματος της ΕΣΣΔ, αλλά και τους τίτλους ιδιοκτησίας στους νευραλγικούς τομείς της ενέργειας και της εξόρυξης μεταλλευμάτων. Η μικρή αυτή δράκα εγκληματιών απέκτησε έτσι πλούτο αμύθητο και η υπερεθνική ελίτ απέκτησε μ’ αυτόν τον τρόπο μια ρωσική καπιταλιστική τάξη άμεσα εξαρτημένη από αυτήν. Η επιβολή του θεσμικού πλαισίου του συστήματος της οικονομίας της αγοράς απλώς νομιμοποίησε αυτές τις πρακτικές και προσέδωσε θεσμικό κύρος στις απεχθείς αντικοινωνικές τους δραστηριότητες.

iΣάιλοκ ήταν το όνομα της θεατρικής φιγούρας του εβραίου τοκογλύφου που πρωταγωνιστεί στο έργο του Σαίξπηρ, Ο Έμπορος της Βενετίας. Σαν χαρακτήρας συμπυκνώνει όλες τις αποκρουστικές ιδιότητες του χαρακτήρα που απέδιδαν διαχρονικά στους εβραίους οι απανταχού ρατσιστές αντισημίτες.

iiT. Fotopoulos, The Catastrophe of Marketization, https://www.democracynature.org/vol5/fotopoulos_marketisation.htm.

Ενάντια στη (νεοφιλελεύθερη) φιλανθρωπία

Rubens Pieter Paul - Roman Charity

Η ελεημοσύνη είναι για τους φτωχούς κι όσους έχουν ανάγκη, για τους εργάτες που ασχολούνται με αυτό, για τους καινούριους πιστούς, για την απελευθέρωση των δούλων, για εκείνους που τους βάρυναν αναπάντεχα έξοδα προκειμένου να κάνουν το έργο του Θεού και για τους οδοιπόρους. Τέτοια είναι η εντολή του Θεού. Ο Θεός είναι Παντογνώστης, Πάνσοφος”.

Κοράνι, 9: 60

Πρόσφατα ξεκίνησε στα δημοτικά σχολεία της ελλαδικής επικράτειας ολοκληρωμένο πρόγραμμα σίτισης των μαθητών που χρηματοδοτείται εξολοκλήρου από την ΕΕ. Η επίσημη δικαιολογία για τη θέσπιση του προγράμματος είναι ότι τα παιδιά αυτής της ηλικίας δεν τρέφονται σωστά από το σπίτι τους, οπότε η ΕΕ ανέλαβε να μας διδάξει τι εστι σωστή διατροφή. Ωστόσο, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι το έλλειμμα αυτό διατροφικής μέριμνας φαίνεται ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΕ το εντόπισαν μόνο στα σχολεία των λεγόμενων «λαϊκών» περιοχών της Αθήνας, ή σε υπανάπτυκτες περιοχές της περιφέρειας, εφόσον κανένα από τα δημόσια σχολεία που βρίσκονται στις πιο εύπορες περιοχές δεν φαίνεται να έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα. Δηλαδή εκεί όπου οι οικογένειες έχουν δυνατότητα να διαθέσουν ένα σημαντικό μέρος του οικογενειακού εισοδήματος σε ντελίβερυ και σκουπιδοφαγία η ΕΕ δεν θεώρησε ότι υπάρχει λόγος να παρέμβει, ενώ αντίθετα διεβλεψε ότι υπάρχει πρόβλημα σε περιοχές όπου τα παιδιά δεν έχουν καλά, καλά ούτε για να καλύψουν βασικές ανάγκες. Τι άλλο είναι αυτό από έμμεση παραδοχή της ανθρωπιστικής καταστροφής που έχουν προκαλέσει στην ελλαδικη κοινωνία οι σκληροπυρηνικες νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις και η οικονομική επιτροπεία τοσων ετών, διαθλασμένη μέσα από το πρίσμα της βιοπολιτικής των τεχνοκρατών των Βρυξελλών; Η όπως, όπως αναπλήρωση των ελλείψεων σε βασικά αγαθά βαφτίζεται έτσι «μέριμνα για υγιεινή διατροφή». Αναφερόμαστε σε ανθρωπιστική καταστροφή και όχι σε «κρίση» γιατί ως κρίση ορίζουμε μια απόκλιση από το κανονικό και, συνακόλουθα, κάτι που είναι παροδικό και δεν πρόκειται να διαρκέσει. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια είναι νομίζω φανερό ότι αυτό που αποκαλούμε κατ’ ευφημισμό “κρίση”, δεν είναι κάποια διαδικασία μετάβασης, αλλά μια μόνιμη κατάσταση, είναι η ίδια το περιεχόμενο της συστημικής αναδιάρθρωσης.i

Μιλάμε για την ΕΕ γιατί το πρόγραμμα εκπονηθηκε και χρηματοδοτείται εξολοκλήρου από τις Βρυξέλλες. Κι ο λόγος είναι ότι τέτοιες πρωτοβουλίες θεσμοποιημένης ελεημοσύνης για τη στήριξη των κοινωνικά αδύναμων δεν ανήκουν πλέον στην αρμοδιότητα της όποιας “πολιτείας”, αλλά σε αυτούς που ορίζουν το (ασφυκτικό) πλαίσιο της δημοσιονομικης πολιτικής, αφού το καθεστώς επιτροπείας συνεχίζεται κανονικά, παρά την επίσημη κυβερνητική προπαγάνδα. Και προκειμένου να μην αναγνωρίσουν άμεσα τις καταστροφικές επιπτώσεις των πολιτικών αναδιάρθρωσης που εφαρμόστηκαν (κι εφαρμόζονται ακόμα) , οι θεσμισμένες εξουσίες κάνουν την τρίχα, τριχιά. Αντί να πουν ξεκάθαρα ότι το πρόγραμμα φτιάχτηκε επειδή κάποια παιδιά δεν έχουν καν φαγητό απ’το σπίτι για να φάνε στο σχολείο (πράγμα που θα σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε τη φτώχεια που υπάρχει ως πρόβλημα), λέμε ότι δήθεν τα παιδιά δεν τρώνε σωστά (οι γονείς δεν τρέφουν τα παιδιά τους με τρόπο που να ανταποκρίνεται σε προκαθορισμενα κριτήρια υγιεινής διατροφής). Παίρνουν έτσι ένα πράγμα, το πρόβλημα της φτώχειας, πρόβλημα κοινωνικο και οικονομικό, και το μετατρέπουν σε κάτι διαφορετικό, ένα πρόβλημα κουλτούρας και δημόσιας υγείας.

Φυσικά, κάποιος μπορεί κάλλιστα να υποστηρίξει ότι οι φτωχοί πράγματι δεν ξέρουν να θρέψουν σωστά τα παιδιά τους και να προσκομίσει μια χιονοστιβάδα από ποσοτικά δεδομένα κι επίσημες στατιστικές μελέτες, εκπονημένες από δεξαμενες σκέψεις που λειτουργούν με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση του για την επιστημονική ορθότητα αλλά και την κοινωνική χρησιμότητα αυτών των προγραμμάτων. Ωστόσο, το ερώτημα που θα έπρεπε να εξετάζουμε δεν είναι αν οι μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες γνωρίζουν τις βασικές προδιαγραφές της υγιεινής διατροφής, αλλά αν διαθέτουν τα υλικά μέσα για να τις εφαρμόσουν. Αν δηλαδή, εξαιτίας της υποτελούς κοινωνικής θέσης τους, του τρόπου ζωής τους που διέπεται συνολικά από τη συνθήκη της ανάγκης και των υλικών συνθηκών που ετεροκαθορίζουν την κοινωνική υπόσταση τους, είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν στα υλικά πρότυπα της “καλής ζωής” (ατομική διατροφή, σωματική άσκηση, ξεκούραση, ψυχαγωγία) που θέτουν επιτακτικά οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της νέας μπουρζουαζίας. Και φυσικά, αν η σωστή διατροφή γίνεται αντικείμενο της μεθοδευμένης κρατικής παρέμβασης κι επιβολής, αν η προώθηση των “ορθών” διατροφικών συνηθειών εμπίπτει στην αρμοδιότητα των υπηρεσιών της βιοπολιτικής εξουσίας, τότε αντιλαμβάνεται κανείς πως οι ίδιοι οι φτωχοί, που αδυνατούν εξ ορισμού να συμμορφωθούν με τον κυρίαρχο διατροφικό κώδικα, περιέρχονται σταδιακά κάτω από τον έλεγχο του κράτους για να τους διαχειριστεί όπως εκείνο νομίζει καλύτερα.

Δεν μιλάμε εδώ για μια προνοιακή σχέση που αποβλέπει στη δημιουργία των δομικών προϋποθέσεων για την μεγιστοποίηση της αυτονομίας του υποκειμένου, ο/η οποίος/α κάνει χρήση των θεσμοποιημένων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας του κράτους πρόνοιας. Αντίθετα, αναφερόμαστε σε μια κατασταλτική κρατική ή υπερ-κρατική πολιτική, που δεν αναγνωρίζει τη φτώχεια γι’ αυτό που είναι, δηλαδή ως μείζον κοινωνικό ζήτημα και βασική αντίθεση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, αλλά την “ερμηνεύει” μονάχα μέσα από τις επιμέρους εκδηλώσεις της, μέσα από τα μεμονωμένα “συμπτώματα” της που κάνουν έντονη την εμφάνιση τους στις διαφορετικές σφαίρες της κοινωνικής συμβίωσης και ασκούν τη διαλυτική επιρροή τους σε αυτές. Από αυτή την άποψη, για τη σύγχρονη τεχνοκρατική διακυβέρνηση των πολιτικών και οικονομικών ελίτ της οικονομίας της αγοράς, η φτώχεια δεν είναι παρά μια κοινωνική δυσλειτουργία, κι ως τέτοια χρήζει τεχνοκρατικής ρύθμισης και διαχείρισης. Μπορεί να αντιμετωπιστεί με “δέσμες μέτρων”, με διαφημιστικές καμπάνιες και “ευφυείς” νομοθετικές πρωτοβουλίες. Η τεχνοκρατική λογική είναι ικανή να αναγνωρίσει το σύμπτωμα, αλλά όχι την αιτία.

Σε αυτό το σημείο βεβαίως μπορεί κάποιος να αντιτείνει την κλασική κριτική για το παραδοσιακό κράτος πρόνοιας ως ενός μηχανισμού που περιορίζει την αυτονομία του κοινωνικού υποκειμένου δημιουργώντας δεσμούς υλικής εξάρτησης ανάμεσα στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και το κράτος και βάζοντας σε κίνηση μια κεντρικά ελεγχόμενη διαδικασία γραφειοκρατικοποίησης των βασικών πτυχών της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Οι πιο θερμοκέφαλοι μάλιστα δεν διστάζουν να μιλήσουν για “εκπόρνευση των συνειδήσεων των μαζών”, οι οποίες απομακρύνονται από τη ριζοσπαστική πολιτική εξαιτίας της εξαγοράς και της “εξημέρωσης” τους από τις γενναιόδωρες παροχές του κράτους. Αναμφίβολα, μια από τις ευρύτερα γνωστές κριτικές αυτού του είδους έχει διατυπωθεί από τον Σ. Μπολόνια, στο σημαντικό έργο του “Ναζισμός κι Εργατική Τάξη”. Παρ’ όλα αυτά, ο κοινωνικός έλεγχος μέσω των προνοιακών μηχανισμών στην οποία κάνει αναφορά ο Μπολόνια, εν πολλοίς επιτεύχθηκε διαμέσου του αποκλεισμού κάποιων στρωμάτων από τους θεσμούς κοινωνικής αλληλεγγύης, ή έστω διά της επιλεκτικής απονομής των ωφελημάτων τους. Η μετατροπή μιας μεγάλης μερίδας από τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα της δημοκρατίας της Βαϊμάρης σε ανήμπορους φτωχούς (αντί για την έννοια του “διεκδικητικού ανέργου” που προτάσσει ο Μπολόνια), οι οποίοι είχαν υποβιβαστεί στο καθεστώς του παθητικού αποδέκτη μιας πενιχρής κρατικής επιχορήγησης, συντελέστηκε μέσω της δημιουργίας ενός δευτερεύοντως συστήματος δημοτικής πρόνοιας. Το σύστημα αυτό στην ουσία του δεν αποτέλεσε παρακλάδι του κράτους πρόνοιας, αλλά ταπεινό υποκατάστατο αντί της διαρκούς διεύρυνσης της εμβέλειας των υφιστάμενων μηχανισμών κοινωνικής αλληλεγγύης, οι οποίοι εν πολλοίς λειτουργούσαν με ταξικά κριτήρια. Δηλαδή αφορούσαν την κοινωνική αναδιανομή στη βάση της ταξικής διάρθρωσης της ετερόνομης κοινωνίας και, συνακόλουθα, απευθύνονταν σε ολόκληρες κοινωνικές τάξεις, κι όχι σε απομονωμένους φτωχοδιάβολους, ξεκομμένους από την κοινωνική τους καταγωγή και προέλευση. Με άλλα λόγια, ενώ το κράτος πρόνοιας λειτουργεί στη βάση της ταξικής ομαδοποίησης της κοινωνίας, έστω και σύμφωνα με μια σειρά από άκαμπτα και “πραγμοποιημένα” γραφειοκρατικά κριτήρια, ο εξατομικευμένος χαρακτήρας που έχουν τα “έκτακτα” κρατικά βοηθήματα και τα “δίκτυα” κοινωνικής φιλανθρωπίας που θεσπίζει το κυρίαρχο μοντέλο νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης οδηγεί στην πολυδιάσπαση και στον περαιτέρω κατακερματισμό της ταξικής συνείδησης των εργαζόμενων τάξεων. Όπως γράφει ο Μπολόνια αναφορικά με τις καταστροφικές συνέπειες της δημιουργίας του συστήματος δημοτικής “πρόνοιας”, “Η ένταξη των ανέργων σε ένα σύστημα δημοτικής Πρόνοιας δημιούργησε μια στρατιά ανθρώπων υποχρεωμένων να ζητιανεύουν ελεημοσύνη από κάποιον γραφειοκράτη, ο οποίος συχνά έκρινε τις ανάγκες τους στη βάση των υποκειμενικών του εντυπώσεων. Οι άνεργοι μπορούσαν να αποκτήσουν κοινωνική ασφάλιση μόνο εφόσον κατάφερναν να πείσουν τον αρμόδιο σε μια πρόσωπο-με-πρόσωπο συνέντευξη, με αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι να γίνουν πρόσφοροι σε κάθε είδους εκβιασμό”.ii

Τα παραπάνω σίγουρα δεν σημαίνουν ότι το κράτος πρόνοιας ήταν αποτελεσματικό εργαλείο για την προώθηση μιας ριζοσπαστικής, αντισυστημικής πολιτικής υπέρ του προλεταριάτου. Σίγουρα όμως σημαίνει ότι αποτελούσε μια πιο περιεκτική μορφή προστασίας των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων, παρόλο που ήταν συνυφασμένη με την καθολική επικράτηση της εργατικής ταυτότητας στην κουλτούρα και στον τρόπο με τον οποίο αυτοπροσδιορίζονταν τα προλεταριακά στρώματα. Απότοκα αυτής της κυριαρχίας του εργατίστικου στοιχείου στην προλεταριακή κουλτούρα ήταν, σε τελική ανάλυση, τόσο η αντίληψη της συμβιωτικής σχέσης με το κεφάλαιο που υπήρχε στη ρεφορμιστική, σοσιαλδημοκρατική εκδοχή του εργατικού κινήματος, η έννοια του παραγωγισμού στη ριζοσπαστική, σοβιετική εκδοχή, όσο και οι ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις που αποτέλεσαν το κοινωνικό μοντέλο του σοσιαλισμού σε αμφότερες τις ιστορικές ενσαρκώσεις του.

iS. Horvat, Welcome to the Desert of Transition!, https://monthlyreview.org/2012/03/01/welcome-to-the-desert-of-transition/.

iiS. Bologna, Ναζισμός και Εργατική Τάξη (Antifa Scripta), σελ. 82-83.

Ο διπλός θάνατος του Ζακ Κωστόπουλου

banner

Όμως απ’ την αρχή θα ξαναφέρω στο φως ετούτα εγώ.

Σωστά κι ο Φοίβος, σωστά κι εσύ γνοιαζόσαστε για κείνον.

Λοιπόν, ως είναι δίκιο, θα με δείτε και μένα σύμμαχο σας,

να βοηθάω τη χώρα αυτή και τον θεό.

Θα διώξω το μίασμα τούτο κι όχι για τη χάρη μακρινών φίλων,

μα για με τον ίδιο.

Γιατί όποιος κι αν είναι ο φονιάς του,

μπορεί κι εμέ να θέλει μ’ όμοιο τρόπο να βλάψει”.

Σόφοκλής, Οιδίπους Τύραννος

Ο Ζακ Κωστόπουλος πέθανε δύο φορές. Η πρώτη φορά ήταν την Παρασκευή το μεσημέρι, από τα σπασμένα γυαλιά που χώθηκαν μέσα στις αρτηρίες του, αλλά κι από τις ανελέητες κλωτσιές που δέχτηκε πεσμένος στο κεφάλι από τους παλικαράδες που τον περίμεναν έξω απ΄το κοσμηματοπωλείο. Η δεύτερη ήταν στα κανάλια της τηλεόρασης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όταν ένα πλήθος από φαινομενικά απολιτίκ γιουσουφάκια της μπουρζουαζίας, από φανατισμένους οπαδούς του καθεστώτος της “κανονικότητας” και της “νομιμότητας”, έσπευσαν να δικαιολογήσουν τον τραγικό θάνατο του ΖΚ επειδή τάχα ο μαγαζάτορας βρισκόταν σε “νόμιμη” άμυνα. Επειδή ο ΖΚ ήταν κλέφτης και “πρεζάκι” και είχε το θράσος να απλώσει το χέρι του πάνω στην περιουσία κάποιου άλλου. Ο πρώτος θάνατος ήταν βιολογικός. Η επέλευση του έγινε επειδή ο ΖΚ τη στιγμή εκείνη ενήργησε σαν “κλέφτης”. Ο όχλος που τον περικύκλωσε αυτό έβλεπε μπροστά του, έναν παραβάτη, κάποιον που προσπάθησε να πάρει κάτι που δεν ήταν “δικαιωματικά” δικό του. Μια επικίνδυνη φιγούρα του κοινωνικού περιθωρίου, βγαλμένη από τις πιο σκοτεινές γωνίες του ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού.

Τι κι αν η απόπειρα του επίδοξου ληστή μόνο γέλιο μπορούσε να προκαλέσει με την έκδηλη αδεξιότητα και τον ερασιτεχνισμό που τη διέκρινε. Πράγμα που έδειχνε ξεκάθαρα σε όσους μαζεύτηκαν έξω από το κοσμηματοπωλείο ότι μπροστά τους δεν είχαν έναν πωρωμένο επαγγελματία κακοποιό, αλλά έναν φτωχοδιάβολο που βρισκόταν καταφανώς έξω απ’ τα νερά του. Αν το φυσικό ένστικτο του ανθρώπου του λέει πως πρέπει να απομακρύνεται όταν διαισθάνεται τον κίνδυνο, το κοινωνικά επιβεβλημένο ένστικτο της εξουσιαστικής κοινωνίας επιτάσσει να φοβόμαστε τον Κλέφτη. Να φεύγουμε μακριά του, ή όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να του επιτεθούμε, να εξουδετερώσουμε αυτό που εκλαμβάνουμε σαν δυνητική απειλή για όλους τους κατέχοντες. Δεν είναι μόνο τα οπλισμένα όργανα του κατασταλτικού μηχανισμού τα οποία είναι πάντοτε έτοιμα ακόμη και να σκοτώσουν για να υπηρετήσουν την αρρωστημένη “ευταξία” του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, που αναπαράγει και θεσμοποιεί κοινωνικές σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι και οι ίδιοι οι άνθρωποι που κοινωνικοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος. Η διαστρεβλωμένη ταξική αλληλεγγύη των ιδιοκτητών, μικρών ή μεγάλων δεν έχει σημασία, που τους σπρώχνει να συνασπίζονται για να προστατευτούν από εκείνους που αρνούνται να πεθάνουν ήσυχα, που διεκδικούν το μερίδιο που τους αναλογεί από αυτό που δεν έχουν.

Ο ΖΚ δεν ήταν ένας “ήρωας” της τάξης μας, το προλεταριάτο δεν θα έπρεπε να πιστεύει στους ήρωες. Η κλεψιά για προσωπικό όφελος δεν είναι επαναστατική πράξη. Είναι μια εγωιστική πράξη εφόσον προτάσσει έμπρακτα μια εναλλακτική μορφή ατομικής ιδιοκτησίας. Και είναι μάλλον λογικό να υποθέσουμε ότι αν η απόπειρα κλοπής είχε θετική έκβαση, αν ο δυστυχής Ζακ είχε κατορθώσει να διαφύγει με ένα, δύο πολύτιμα πετράδια στις τσέπες του, τα χρήματα που θα κέρδιζε δεν θα τα μοίραζε στους φτωχούς, ούτε θα τα έθετε στη διάθεση κάποιου επαναστατικού σκοπού. Παρόλα αυτά, η ηθική δεν είναι παρά μια αφηρημένη άσκηση επί χάρτου όταν δεν εφαρμόζεται στο πεδίο συγκεκριμένων υλικών συνθηκών και των κοινωνικών σχέσεων που παράγονται από αυτές. Το ζήτημα δεν είναι να ντύσουμε τον εκλιπόντα με το φωτοστέφανο ενός παρεξηγημένου ήρωα, αλλά να τον αντιμετωπίσουμε ακριβώς σαν το θύμα της κοινωνικής κατάστασης του. Σαν το υποκείμενο που υπέστη τον βίαιο ετεροκαθορισμό από τους υλικούς όρους της κοινωνικής του ύπαρξης, όπως τόσοι και τόσοι προλετάριοι πριν και μετά απ’ αυτόν. Ήταν, στις τελευταίες του στιγμές, ένας άνθρωπος που άγεται και φέρεται από τις περιστάσεις, σαν τον Οιδίποδα που νομίζει ότι ενεργεί με σκοπό τη λύτρωση, τη δική του και της πόλης του, ενώ με κάθε του ενέργεια στην πραγματικότητα βαδίζει ολοένα και περισσότερο προς την καταστροφή του.

Ο δεύτερος θάνατος του ΖΚ συνέβηκε αφού άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν ηθικός και έλαβε χώρα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα “παραβατικά” χαρακτηριστικά της κοινωνικής ταυτότητας του νεκρού στοιβάχτηκαν το ένα πάνω στ’ άλλο στα ρεπορτάζ των συστημικών ΜΜΕ, δίνοντας την εντύπωση ότι η καθώς πρέπει κοινωνία είχε μόλις απαλλαγεί από ένα αντικοινωνικό στοιχείο. Μια προβληματική προσωπικότητα που αδυνατούσε να προσαρμοστεί στις νόρμες και να ενταχτεί ομαλά στο κοινωνικό σύνολο. Όπως έγινε και με την απεργία πείνας του Ρωμανού, μια στρατιά από κάγκουρες του διαδικτύου κινητοποιήθηκε για να κατακλύσει το διαδίκτυο με το δηλητήριο του ταξικού ρατσισμού τους. Για μια ακόμη φορά, αποδείχτηκε περίτρανα ότι δεν υπάρχει πλέον ουδέτερο έδαφος, ένα πεδίο συνεννόησης ανάμεσα σε εμάς και σε αυτούς. Ανάμεσα στους οπαδούς του θεσμοποιημένου κοινωνικού κανιβαλισμού και σε αυτούς που αγωνίζονται για την κατάργηση του. Το ταξικό μένος που εκδηλώθηκε πρωτογενώς με την πράξη της δολοφονίας του ΖΚ, επικυρώθηκε δευτερογενώς από εκείνους που πανηγυρίζουν για τον θάνατο του φτωχοδιάβολου. Από την μεριά μας, μπορούμε ακόμη και να κατανοήσουμε, μέσω μιας ψυχρής, υπολογιστικής λογικής, την ενέργεια του μικρομαγαζάτορα, ο οποίος την ώρα που εκτυλίσσεται η κλοπή αισθάνεται πραγματικά ότι κάτι έχει να χάσει. Όμως, καταλαβαίνουμε ακόμη περισσότερο την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ένας τοξικοεξαρτημένος προλετάριος που έκανε ότι έκανε ακριβώς επειδή δεν είχε τίποτα να χάσει. Αυτές οι δύο αλληλοαποκλειόμενες οπτικές, οι ταξικές κοσμοθεωρίες που ακυρώνουν η μία την άλλη, είναι η ουσία του κοινωνικού πολέμου τον οποίο βιώνουμε. Είναι ο προάγγελος της γενικευμένης σύγκρουσης που πρόκειται να ακολουθήσει.

Η 18η Μπρυμαίρ του καπιταλισμού στη Ρωσία

12107102_10206258371172695_4363943157959817157_n

Δεν έχει όρια η ταπεινή ικανότητα του πολύπαθου ρωσικού λαού να υπομένει. Η κρατική εξουσία ήταν πάντοτε μια εξωτερική αρχή για τον αντικρατιστή λαό της Ρωσίας, όχι μια αρχή που εκπορεύεται εκ των έσω. Δεν τη δημιούργησε ο ίδιος, αλλά μάλλον ήλθε σε αυτόν απ’ έξω, όπως έρχεται ο γαμπρός στη νύφη που τον περιμένει. […] Τόσο οι Ρώσοι ριζοσπάστες, όσο και οι Ρώσοι συντηρητικοί σκέφτονταν πάντα ότι το κράτος είναι ‘αυτοί’, όχι ‘εμείς’”.

Νικολάι Μπερντυάεφ, Η Ψυχή της Ρωσίας

Η εξέγερση του 1993 και ο βομβαρδισμός του Ρωσικού Κοινοβουλίου από τον Πρόεδρο Γέλτσιν αποτέλεσαν ουσιαστικά τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του ολιγαρχικού καπιταλιστικού συστήματος στη Ρωσία. Μέσα από την εμπειρία της συμμετοχής στην αποτυχημένη απόπειρα ανατροπής της φιλοδυτικής κυβέρνησης του Γέλτσιν, οι Ρώσοι είχαν την ευκαιρεία να αντλήσουν πολύτιμα διδάγματα σχετικά με την ποιότητα της δημοκρατίας που οι μεταρρυθμιστές επιχειρούσαν να εισάγουν στην Ρωσία, την ετοιμότητα της νέας κυβερνητικής ελίτ να κινηθεί πέρα από τα όρια του νόμου για να επιβάλει δια της βίας την κυριαρχία της και το έλλειμμα νομιμότητας του νέου κοινοβουλευτικού καθεστώτος που εδραιώθηκε πάνω στα θύματα της εξέγερσης του 1993. Επιπλέον, οι ταραχές του ’93 επέφεραν την απομυθοποίηση των νεοσταλινικών κομμάτων και της ικανότητας τους να ηγηθούν μιας προσπάθειας εξάλειψης του καπιταλισμού και αποκατάστασης του παλαιού σοβιετικού κοινωνικού συστήματος.
Η συνταγματική κρίση του 1993 ήταν κομβικό σημείο στην εξέλιξη της μάχης που έδιναν οι μεταρρυθμιστές και οι σκληροπυρηνικοί της πρώην σοβιετικής νομενκλατούρας για την κατάκτηση της εξουσίας στην μετασοβιετική Ρωσία. Οι άναρχες οικονομικές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Γέλτσιν και η περίοδος της καπιταλιστικής ανομίας που ακολούθησε την άνοδο του στην εξουσία, είχε συντελέσει στην έξαρση της λαϊκής δυσαρέσκειας και στον σχηματισμό ενός αντιμεταρρυθμιστικού κινήματος μέσα στους κόλπους της Ρωσικής ελίτ που συγκέντρωνε στις τάξεις του αμετανόητους κομμουνιστές, πατριώτες – νοσταλγούς της ΕΣΣΔ αλλά και κάποιους συντηρητικούς εθνικιστές.
Παρ’όλα αυτά, τα γεγονότα του 1993 δεν μπορούν να ερμηνευθούν απλουστευτικά ως μια αποστειρωμένη διαμάχη μεταξύ ανταγωνιστικών τμημάτων της Ρωσικής
γραφειοκρατίας.i Ήδη από το 1992, η Ρωσία βρισκόταν σε κατάσταση αναβρασμού. Οι αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των εξαθλιωμένων μαζών και της αστυνομίας ήταν καθημερινό φαινόμενο στις μεγάλες πόλεις της χώρας και οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας ενάντια στην κυβερνητική οικονομική πολιτική λάμβαναν ολοένα και πιο ακραίες μορφές.ii Οι ιδιωτικοποιήσεις που είχε υπαγορεύσει το ΔΝΤ είχαν οδηγήσει στην κατάρρευση του άλλοτε κραταιού σοβιετικού βιομηχανικού συμπλέγματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς, η βιομηχανική παραγωγή έφτανε μόλις στο 50% συγκριτικά με την προ Γέλτσιν εποχή, και το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχειας ανερχόταν στο τριτοκοσμικό ποσοστό του 40%, από 2% που ήταν την σοβιετική περίοδο.iii Το ρούβλι υποτιμήθηκε με αποτέλεσμα εκατομμύρια Ρώσοι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι να απολέσουν μέσα σε μια νύχτα τις τραπεζικές τους καταθέσεις, ενώ οι τιμές βασικών διατροφικών προϊόντων όπως το ψωμί και οι πατάτες είχαν σημειώσει κερδοσκοπική άνοδο μέχρι 300%! Το φάσμα της πείνας ελλόχευε απειλητικά για ένα μεγάλο μέρος του Ρωσικού πληθυσμού και η δυσφορία ενάντια στην εγκληματική έλλειψη κρατικής μέριμνας για τους πληγέντες από τις μεταρρυθμίσεις μεγάλωνε μέρα με την μέρα.
Αντιμέτωπος με την απειλή μιας ολομέτωπης εξέγερσης, αλλά και με την ανυπακοή ενός απείθαρχου Κοινοβουλίου που τελούσε υπό τον έλεγχο της κομμουνιστικής αντιπολίτευσης και είχε ήδη καταθέσει πρόταση μομφής ενάντια στο πρόσωπο του με αφορμή τους χειρισμούς του στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, ο Πρόεδρος Γέλτσιν απέτυχε να αντιδράσει ψύχραιμα. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1993, εξέδωσε το Προεδρικό Διάταγμα 1400 με το οποίο ανακοίνωνε την διάλυση του Κοινοβουλίου και την συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του. Η αντιπολίτευση, υπό την καθοδήγηση του αντιπροέδρου Ρουτσκόι και του Προέδρου του Ανώτατου Σοβιέτ (Δούμα) Χαζμπουλάτοφ, αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Εμψυχωμένοι από την αντίδραση του πλήθους, αλλά και από την γνωμοδότηση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρωσίας που έκρινε την ενέργεια του Γέλτσιν παράνομη και καταχρηστική, οι βουλευτές αρνήθηκαν να αποχωρήσουν από το κτίριο της Δούμας.
iv Αποκήρυξαν τον Γέλτσιν ως σφετεριστή, εξήγγειλαν τον σχηματισμό χωριστής κυβέρνησης υπό τον Ρουτσκόι και προέτρεψαν τον κόσμο να αντισταθεί στο πραξικόπημα των μεταρρυθμιστών. Την επόμενη μέρα, οι πρώτες ομάδες εθελοντών κατέφθαναν έξω από τον «Λευκό Οίκο» και στρατοπέδευαν γύρω από το κτίριο για να υπερασπίσουν τους έγκλειστους βουλευτές.v Μερικοί έβλεπαν την επαναστατική κυβέρνηση ως μοναδική ελπίδα για την αναχαίτιση της λαίλαπας των καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων που είχαν γονατίσει την Ρωσική οικονομία και είχαν οδηγήσει τόσους Ρώσους στην εξαθλίωση. Άλλοι, διαπνέονταν από μια αυθεντική παρόρμηση να διασφαλίσουν την προστασία του Συντάγματος που τόσο πρόσφατα είχαν αποκτήσει, ενώ μερικοί απλώς μισούσαν τον Γέλτσιν. Ο κύριος όγκος των οργανωμένων κομμουνιστών οπαδών που αποτελούσαν την βασική δύναμη κρούσης της αντιπολίτευσης δεν είχε κινητοποιηθεί ακόμη. Παρ’όλα αυτά, το σκηνικό για την εμφύλια σύρραξη που θα ακολουθούσε είχε ήδη στηθεί.
Στις 23 του ίδιου μήνα ισχυρές δυνάμεις της αστυνομίας άρχισαν να συγκλίνουν προς το κτίριο του Κοινοβουλίου. Δόθηκε διαταγή να διακοπεί η παροχή νερού και ηλεκτρικού ρεύματος σε μια προσπάθεια να εξαναγκαστούν οι βουλευτές να εγκαταλείψουν τη Δούμα. Σε απάντηση, ο προσκείμενος στην αντιπολίτευση αρχηγός του κόμματος της «Εργατικής Ρωσίας» Βίκτορ Ανπίλοφ, απηύθυνε αγωνιώδη έκκληση στους εργάτες της Μοσχοβίτικης αυτοκινητοβιομηχανίας ZIL να σπεύσουν στη Δούμα και να συνδράμουν την επαναστατική κυβέρνηση δημιουργώντας προστατευτικό κλοιό ενάντια σε ενδεχόμενη έφοδο της αστυνομίας. Η αντίδραση των εργατών συγκλόνισε τους σταλινιστές και έμελλε να βάλει σε δοκιμασία τις πεποιθήσεις τους. «Γέλτσιν, Γκάινταρ, Ρουτσκόι, Χαζμπουλάτοφ; Ποια η διαφορά; Αυτοί παλεύουν για την εξουσία. Γιατί πρέπει να χύσουμε το αίμα μας γι’αυτούς;», έγραφε το δελτίο τύπου που εξέδωσε ως απάντηση το συνδικάτο των εργατών της ΖΙL.
Αντίθετα, αυτοί που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση ήταν οι οπαδοί της «Ρωσικής Εθνικής Ενότητας» του αμετανόητου ναζιστή Αλεξάντερ Μπαρκάσοφ. Η άφιξη όμως των ακροδεξιών εθελοντών προκάλεσε ένταση και προβληματισμό στο περιβάλλον των αριστερών υποστηρικτών του Ρουτσκόι. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναγράφονται στα απομνημονεύματα ενός νεαρού κομμουνιστή ακτιβιστή που πήρε μέρος στην μάχη του Κοινοβουλίου:

«Ας μιλήσουμε για τους ανθρώπους του Μπαρκάσοφ. Μια ματιά ρίχνουμε σ’αυτούς και μας κυριεύει η απελπισία. Είναι αλήθεια πως είναι οι πιο έμπειροι και καλύτερα εκπαιδευμένοι μαχητές που διαθέτουμε. Όμως είναι φασίστες. Ποιός από εμάς μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι μια μέρα θα πολεμούσαμε μαζί; Βρίσκονται όμως εδώ και επειδή βρίσκονται εδώ η κυβέρνηση θα μπορέσει να δυσφημίσει τον αγώνα μας και να ισχυριστεί ότι όλοι είμαστε φασίστες. Μήπως αυτός είναι τελικά ο λόγος για τον οποίο τους κάλεσαν;».[vi]

Ήταν επόμενο η βεβιασμένη αυτή συνύπαρξη κομμουνιστών και νεοναζί στους κόλπους του ίδιου κινήματος αμφισβήτησης να μην καρποφορήσει. Το μίσος που ένιωθαν από κοινού για τον αποστάτη Γέλτσιν δεν ήταν ικανό να τους ωθήσει ώστε να υπερκεράσουν τις ανυπέρβλητες ιδεολογικές διαφορές τους και το μίσος που έτρεφαν ο ένας για τον άλλον. Τις ημέρες που ακολούθησαν, η ένταση και η δυσπιστία που επικρατούσε μεταξύ των δύο συνιστωσών του κινήματος, εξελίχθηκε σε απροκάλυπτη ρήξη και τελικά σε ανοικτή, μετωπική σύγκρουση. Ηττημένοι οι ακροδεξιοί, απομακρύνθηκαν δια της βίας από τα πλήθη των κομμουνιστών και ακτιβιστών από τον αντι-εξουσιαστικό χώρο που κατέκλυσαν την πλατεία του Λευκού Οίκου τις ημέρες που ακολούθησαν.

Από τις 28 έως τις 30 Σεπτεμβρίου αιματηρές μάχες μεταξύ των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας (ΟΜΟΝ) και των διαδηλωτών συνέχισαν να διεξάγονται στους δρόμους γύρω από τη Δούμα. Η κυβέρνηση του Γέλτσιν πεπεισμένη ότι η αριθμητική δύναμη της αστυνομίας της Μόσχας δεν επαρκούσε για την καταστολή της εξέγερσης και ενδόμυχα φοβούμενη μια αυθόρμητη προσχώρηση πολλών Μοσχοβιτών αστυνομικών στις τάξεις των επαναστατών, προέβη σε μια κίνηση που συντέλεσε στην κλιμάκωση της βίας και του μίσους μεταξύ των δυνάμεων καταστολής και των εθελοντών που υπεράσπιζαν το Κοινοβούλιο. Διέταξε την μεταφορά μονάδων της αστυνομίας από την επαρχία στην Μόσχα για να ενισχύσουν τις προσπάθειες για την αποκατάσταση της τάξης στην πρωτεύουσα. Η δολοφονικά απλή λογική της οδηγίας που δόθηκε στους επαρχιώτες αστυνομικούς ήταν να «δώσουν ένα καλό μάθημα σε αυτούς τους ξιπασμένους πρωτευουσιάνους». Την επομένη, τα πωρωμένα μέλη των αποσπασμένων μονάδων της ΟΜΟΝ ξεχύθηκαν στους δρόμους της Μόσχας με σαφή πρόθεση να δημιουργήσουν ένα καθεστώς τρόμου σε όλη την επικράτεια της πρωτεύουσας. Οι επιθέσεις της ΟΜΟΝ σημαδεύτηκαν από απίστευτη βαρβαρότητα και δεν περιορίστηκαν μόνο στους αντιφρονούντες ή σε αυτούς που συμμετείχαν σε αντικυβερνητικά συλλαλητήρια και εκδηλώσεις, αλλά στράφηκαν ενάντια στον ευρύτερο πληθυσμό. Οι φανατισμένοι αστυνομικοί επιδόθηκαν σε ένα όργιο ξυλοδαρμών κατά αθώων, με μοναδική επιδίωξη την ανάκτηση του ελέγχου στους δρόμους της πόλης. Όπως αναφέρει ο Κράμερ, υπήρξαν περιπτώσεις όπου ανυποψίαστοι περαστικοί ή συνταξιούχοι που είχαν την ατυχία να διασταυρωθούν με περιπλανώμενες ομάδες της ΟΜΟΝ ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου από τις αποχαλινωμένες δυνάμεις της “τάξης”.[vii]
Η τακτική αυτή της αστυνομίας όμως έφερε τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Αντί να τρομοκρατηθούν και να υποχωρήσουν, οι πολίτες εξαγριώθηκαν από την πρωτοφανή ωμότητα των αστυνομικών επιχειρήσεων. Στις 30 Σεπτεμβρίου στους δρόμους της Μόσχας υψώθηκαν τα πρώτα οδοφράγματα. Στις 2 Οκτωβρίου, κι ενώ οι πολιορκημένοι ηγέτες της αντιπολίτευσης είχαν ζητήσει την μεσολάβηση του Πατριάρχη Ρωσίας σε μια προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης, οι εξεγερμένοι πραγματοποίησαν ογκώδη συγκέντρωση στην Πλατεία Σμολένσκ. Η αστυνομία, εφαρμόζοντας με τυφλή υπακοή το δόγμα της μηδενικής ανοχής του Προέδρου Γέλτσιν, άνοιξε πυρ κατά των άοπλων διαδηλωτών δολοφονώντας ογδόντα άτομα. Μια ημέρα μετά, ένα πλήθος από 50.000 εξεγερμένους συνέρρευσε στο Πάρκο Γκόρκι βράζοντας από θυμό και ζητώντας εκδίκηση. Μεταξύ αυτών ήταν αντιεξουσιαστές νεολαίοι, μέλη φιλοσοβιετικών πατριωτικών οργανώσεων, κομμουνιστές αλλά και απλοί συμπαθούντες που είχαν θορυβηθεί από την ακραία συμπεριφορά της αστυνομίας. Στα απομνημονεύματα του ο Ανπίλοφ επισημαίνει ότι οι διαδηλωτές κράδαιναν σοσιαλιστικά εμβλήματα και ανέμιζαν τις κόκκινες σημαίες της πρώην ΕΣΣΔ. Τα συνθήματα τους ήταν:

«Ζήτω το Σύνταγμα! Ο Γέλτσιν στη φυλακή! Ζήτω η ΕΣΣΔ! Λένιν! Σοσιαλισμός!».[viii]

Σε μια σύντομη σύσκεψη μεταξύ των αρχηγών των διαδηλωτών αποφασίστηκε ομόφωνα η μετακίνηση του συγκεντρωμένου πλήθους προς την περιοχή του Κοινοβουλίου, όπου οι διαδηλωτές θα επιχειρούσαν να διασπάσουν τον αστυνομικό κλοιό και να ενωθούν με τους αποκλεισμένους εθελοντές που είχαν καταλύσει γύρω από αυτό. Σαν παρακινούμενες από μια ενιαία συλλογική διάνοια, οι μάζες είχαν αποφασίσει να αναλάβουν δράση και να γίνουν αυτές ο παράγοντας που θα καθορίσει τις εξελίξεις. Παρά το γεγονός ότι αρχικά η πορεία της διαδήλωσης δεν παρεμποδίστηκε, όταν οι εξεγερμένοι κατέφθασαν μπροστά στη στρατηγικής σημασίας γέφυρα Κρίμσκι, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις αλλά και μονάδες του στρατού που είχαν παραταχθεί για να ανακόψουν την προέλαση των διαδηλωτών απαγορεύοντας τη διέλευση τους από τη γέφυρα.[ix]
Η μαζικότητα όμως της λαϊκής φάλαγγας αιφνιδίασε τα όργανα της τάξης. Υποκινούμενοι από την ανάμνηση των δολοφονιών της προηγούμενης μέρας, οι διαδηλωτές έπεσαν πάνω στις γραμμές της αστυνομίας με θάρρος και αποφασιστικότητα. Έπειτα από σύντομη μάχη, ο κλοιός έσπασε. Πανικόβλητοι οι αστυνομικοί τράπηκαν σε φυγή εγκαταλείποντας κράνη, ασπίδες και σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και αυτά τα θωρακισμένα τους οχήματα. Πολλοί ζήτησαν έλεος από τους διαδηλωτές, ενώ άλλοι ενώθηκαν μαζί τους.
[x] Περνώντας μπροστά από το Δημαρχιακό Μέγαρο της Μόσχας η διαδήλωση δέχτηκε πυρά από οπαδούς του Γέλτσιν που είχαν οχυρωθεί μέσα στο Δημαρχείο. Οι μάζες πραγματοποίησαν έφοδο, συνέλαβαν στο όνομα της επαναστατικής κυβέρνησης τους αστυνομικούς και τους ελεύθερους σκοπευτές που ήταν ακροβολισμένοι εκεί και κατάσχεσαν τον οπλισμό τους. Η τρίχρωμη σημαία της αυτοκρατορικής Ρωσίας υπεστάλη και στην θέση της στον ιστό του Δημαρχείου, αναρτήθηκε η κόκκινη σημαία της ΕΣΣΔ. Λίγα λεπτά αργότερα η πολυπληθής φάλαγγα κατέφθανε στο Κοινοβούλιο όπου χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό, επιφωνήματα χαράς και σηκωμένες γροθιές από τους υπερασπιστές που βρίσκονταν ήδη εκεί.
Η χρονική συγκυρία ήταν πλέον κρίσιμη. Με την παράτολμη ενέργεια τους οι μάζες είχαν αντιστρέψει την ακολουθία των γεγονότων και είχαν αναβαθμίσει τον ποιοτικό χαρακτήρα του «ασυμφιλίωτου» αγώνα που είχαν κηρύξει στις 21 Σεπτεμβρίου τα μέλη του Ανώτατου Σοβιέτ.
[xi] Είχαν φέρει την Ρωσία στα πρόθυρα της επανάστασης αφού η εμπιστοσύνη των κατασταλτικών οργάνων στην βιωσιμότητα της κυβέρνησης των μεταρρυθμιστών κλονίστηκε. Για πρώτη φορά, μικρές μονάδες του στρατού που στρατοπέδευαν στην Μόσχα προσήλθαν εθελοντικά στον Λευκό Οίκο για να συνδράμουν τους διαδηλωτές. Οι τοπικές αρχές της περιφέρειας της Μόσχας εκδήλωσαν ανοιχτά την υποστήριξη τους προς την εξέγερση, ενώ ο στρατός αμφιταλαντευόταν μη μπορώντας πλέον να αποκλείσει το ενδεχόμενο κατάρρευσης της χούντας του Γέλτσιν και κατάληψης της εξουσίας από τους επαναστάτες.[xii]
Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας οι επικεφαλείς της «Μεγάλης Πορείας» της προηγούμενης μέρας συγκρότησαν επιτροπή και ζήτησαν να συναντηθούν με τους έγκλειστους ηγέτες της αντιπολίτευσης. Σε αυτήν την συνάντηση, οι εκπρόσωποι των εθελοντών ως γνήσιοι εντολοδόχοι της λαϊκής θέλησης που σφυρηλατήθηκαν από τις περιστάσεις, αφουγκράσθηκαν τον παλμό στους δρόμους και διαισθάνθηκαν ότι η ώρα της τελικής νίκης πλησίαζε. Πρότειναν μια επιθετική στρατηγική σχεδιασμένη για να καταφέρει στο καθεστώς το τελειωτικό χτύπημα. Στα υπόγεια του Λευκού Οίκου βρίσκονταν αποθηκευμένα τα 5000 Καλάσνικοφ της Φρουράς του Κοινοβουλίου. Οι Ρουτσκόι-Χαζμπουλάτοφ δεν είχαν παρά να αδειάσουν τις αποθήκες, να οπλίσουν τους εξεγερμένους και να βαδίσουν κατά του Κρεμλίνου. Η αστυνομία ακόμη προσπαθούσε να συνέλθει από το ψυχολογικό σοκ της ήττας που υπέστη στην γέφυρα Κρίμσκι ενώ μεταξύ των αρχηγών των ενόπλων δυνάμεων δεν υπήρχε ομοφωνία σχετικά με το ζήτημα της στάσης που έπρεπε να κρατήσει ο Ρωσικός στρατός απέναντι στον καταιγισμό των γεγονότων.
Παρ’όλα αυτά, στις θυελλώδεις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν ανάμεσα στους αρχηγούς των διαδηλωτών και τους Ρουτσκόι-Χαζμπουλάτοφ αποκαλύφθηκε σε όλη την τραγική του διάσταση, το χάσμα απόψεων και αντιλήψεων που χώριζε την ηγεσία από την βάση του κινήματος. Οι εθελοντές απαίτησαν όπλα για να κινηθούν εναντίον του Κρεμλίνου. Ο Ρουτσκόι αρνήθηκε κατηγορηματικά να ικανοποιήσει το αίτημα των αγωνιστών και κατηγόρησε τους αρχηγούς των διαδηλωτών ότι με την ανεύθυνη στάση τους απειλούσαν να παρασύρουν τη Ρωσία σε εμφύλιο πόλεμο. Στη συνέχεια η επιτροπή πρόβαλε το επιχείρημα ότι δίχως όπλα, οι υπερασπιστές της Δούμας δεν θα μπορούσαν να αντιτάξουν καμία αποτελεσματική άμυνα στην περίπτωση που ο στρατός αποφάσιζε να επέμβει δυναμικά στο πλευρό του Γέλτσιν. Και πάλι ο Ρουτσκόι διαφώνησε, λέγοντας ότι ως πρώην στρατηγός του σοβιετικού στρατού, δεν θα επέτρεπε να ριχθεί ούτε μια τουφεκιά κατά Ρώσων στρατιωτών. Ήταν πλέον φανερό πως αυτό που επιθυμούσε η αντιπολίτευση δεν ήταν ούτε η ολοκληρωτική συντριβή του Κράτους, ούτε η παλινόρθωση του σοσιαλισμού, αλλά μια πιο συμφέρουσα κατανομή της εξουσίας στο πλαίσιο του μετασοβιετικού συστήματος διακυβέρνησης. Οι επαγγελματίες πολιτικοί της Δούμας είχαν αναγάγει την μετριοπάθεια σε στάση ζωής και δεν είχαν κοινά σημεία σε επίπεδο ιδεολογίας ή πολιτικής πρακτικής με τους φλογερούς επαναστάτες που έκφραζαν τις διαθέσεις του αυθορμητου λαϊκού κινήματος. Η σταλινική πολιτική παιδεία που είχαν λάβει ως πρώην μέλη της κρατικοδίαιτης Σοβιετικής ελίτ δεν τους είχε προετοιμάσει για να ηγηθούν μιας επανάστασης. Είχαν επιδιώξει να χρησιμοποιήσουν τις μάζες σαν μοχλό πίεσης στις διαπραγματεύσεις τους με την κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα φοβόντουσαν την ισοπεδωτική δυναμική ενός ριζοσπαστικού και μη-κατευθυνόμενου λαϊκού κινήματος που ήταν ικανή να ξεφύγει από τον έλεγχο τους και να παρασύρει και τους ίδιους. Η προδοτική τους στάση αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας από το γεγονός ότι ενώ το αίμα εκατοντάδων οπαδών της αντιπολίτευσης πότιζε τους δρόμους των πόλεων της Ρωσίας στις άνισες μάχες που έδιναν με τις δυνάμεις της ΟΜΟΝ και του στρατού, οι Ρουτσκόι-Χαζμπουλάτοφ βρίσκονταν σε συνεχή επαφή με την κυβέρνηση και διεξήγαγαν μυστικές διαπραγματεύσεις με εκπροσώπους της μέχρι την ύστατη ώρα, όταν τα τανκς έκαναν την εμφάνιση τους στο προαύλιο του Λευκού Οίκου.
Μάταια περίμεναν οι εξεγερμένοι την μεταστροφή των βουλευτών. Οι εκατό χιλιάδες εθελοντές που είχαν σπεύσει να προστατεύσουν την επαναστατική κυβέρνηση παρέμειναν άοπλοι και ανυπεράσπιστοι εάν ο στρατός αποφάσιζε να επιτεθεί. Η αντιπολίτευση είχε χάσει μια ιστορική ευκαιρία και ο Γέλτσιν ετοιμάστηκε να αντεπιτεθεί. Συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη στο Υπουργείο Εσωτερικών και αποκάλυψε στους στρατηγούς την ύπαρξη μυστικών συνομιλιών με τον Ρουτσκόι που αφού τον αναγνώριζε ως συνομιλητή, αναγνώριζε έμμεσα και την νομιμότητα της κυβέρνησης του. Η αντιπολίτευση δεν σκόπευε να κάνει επανάσταση και να ανατρέψει το πολίτευμα, υποστήριξε ο Γέλτσιν. Η αποσταθεροποίηση και το χάος δεν μπορούσαν να συνεχιστούν. Ο στρατός όφειλε να πατάξει την εξέγερση και να αποκαταστήσει την ομαλότητα. Βλέποντας την αναποφασιστικότητα της αντιπολίτευσης οι συμπαθούντες στρατηγοί σιώπησαν.
Το πρωί της 4ης Οκτωβρίου οι πρώτες μηχανοκίνητες μονάδες του στρατού κατέφθασαν στο θέατρο των συγκρούσεων και κατέλυσαν απέναντι από το Κοινοβούλιο. Το συγκεντρωμένο πλήθος αρχικά έσπευσε να τις υποδεχτεί νομίζοντας πως επρόκειτο για δυνάμεις προσκείμενες στην αντιπολίτευση. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα συνειδητοποίησαν το λάθος που είχαν κάνει. Χωρίς να απευθύνουν καμία προειδοποίηση, τα τεθωρακισμένα άρχισαν να βάλουν αδιακρίτως κατά του πλήθους. Όσοι γλίτωσαν από την πρώτη αυτή σφαγή κατέφυγαν μέσα στο κτίριο του Κοινοβουλίου όπου όμως οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν στήσει γι’αυτούς μια παγίδα θανάτου. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά τα τανκς προωθήθηκαν στο προαύλιο του κτιρίου και άρχισαν να βομβαρδίζουν μαζικά την πρόσοψη του εσωτερικού όπου βρισκόταν συγκεντρωμένη η πλειοψηφία των πολιορκημένων.
Στις 15:13 οι υπερασπιστές του το Κοινοβουλίου παραδόθηκαν. Οι θηριωδίες που εκτυλίχθηκαν στον περιβάλλοντα χώρο του κτιρίου ήταν τρομακτικές. Στρατός και αστυνομία καταδίωξαν χωρίς έλεος τους κομμουνιστές και όπου τους έπιαναν τους εκτελούσαν επί τόπου. Το 1995 μια διερευνητική επιτροπή της Δούμας απεφάνθη ότι στα υπόγεια του Κοινοβουλίου έλαβαν χώρα μαζικές εκτελέσεις και δολοφονίες με θύματα γυναίκες, παιδιά και τραυματίες.
[xiii] Έγιναν χιλιάδες συλλήψεις και προσαγωγές. Το σύνολο των βουλευτών της αντιπολίτευσης συνελήφθη και ρίχτηκε στα κάτεργα. Κατά την έξοδο του από το Κοινοβούλιο, ο ανεκδιήγητος Ρουτσκόι επεδείκνυε στους αστυνομικούς που τον συνόδευαν το λάδι με το οποίο ήταν ακόμη καλυμμένο το όπλο του, ως απόδειξη ότι δεν το είχε χρησιμοποιήσει. Στην Μόσχα κηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος και επιβλήθηκε απαγόρευση της κυκλοφορίας. Μόνο μια μικρή μερίδα διαδηλωτών και καθοδηγητών διέφυγε της σύλληψης χρησιμοποιώντας τα υπόγεια περάσματα που βρίσκονται κάτω από τον Λευκό Οίκο και ενώνουν το Κοινοβούλιο με τις γύρω πλατείες.

[i] Κράμερ, The Role of the Masses During the 1993 Moscow Rebellion, στο www.marxist.com/Russia/october93_events.html.
[ii] Με αποκορύφωμα τους εορτασμούς στην Μόσχα της Εργατικής Πρωτομαγιάς του 1992 όπου 100.000 διαδηλωτές συγκρούσθηκαν με δυνάμεις της αστυνομίας. Στα επεισόδια που ακολούθησαν τρεις διαδηλωτές και ένας αστυνομικός έχασαν την ζωή τους.
[iii] Stiglitz, The Ruin Of Russia, The Guardian, 09 / 04 / 2003.
[iv] Με βάση την Ρωσική νομοθεσία, ο Γέλτσιν ήταν υποχρεωμένος να παραιτηθεί από το αξίωμα του και να προκηρύξει εθνικές εκλογές για την ανάδειξη νέας Βουλής εντός του διαστήματος τριών μηνών από την διάλυση της προηγούμενης.
[v] «Λευκός Οίκος» είναι ένα ακόμη όνομα που χρησιμοποιούν οι Ρώσοι όταν αναφέρονται στο Κοινοβούλιο τους.
[vi] Κράμερ, Αυτόθι, σελ. 3.
[vii] Κράμερ, Αυτόθι.
[viii] Κράμερ, Αυτόθι, σελ. 4.
[ix] Η γέφυρα Κρίμσκι ήταν στρατηγικής σημασίας αφού αποτελούσε το μοναδικό σημείο πρόσβασης που διέσχιζε τον ποταμό Μόσχα και ένωνε την περιοχή της Δούμας με την κυρίως πόλη της Μόσχας.
[x] Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι διαδηλωτές δεν προχώρησαν σε αντίποινα και αντιμετώπισαν τους αιχμάλωτους αστυνομικούς με ανθρωπιά και πνεύμα συμφιλίωσης.
[xi] Τους μήνες που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος του Γέλτσιν, τα Ρωσικά ΜΜΕ συνήθιζαν να αναφέρονται στον πατριωτικό-κομμουνιστικό συνασπισμό με τον όρο «ασυμφιλίωτη αντιπολίτευση», λόγω της αντίθεσης της τόσο στην κυβερνητική οικονομική πολιτική, όσο και στη θεωρούμενη δουλική προσέγγιση στη Δύση γενικότερα, και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο Hainsworth, Η Ακροδεξιά: Ιδεολογία, Πολιτική, Κόμματα (Εκδόσεις Παπαζήση, 2004), σελ. 424.
[xii] Η επαναστατικός αναβρασμός δεν περιορίστηκε στα στενά όρια της Μόσχας, αλλά εξαπλώθηκε και στις πόλεις και τα χωριά της Ρωσικής επαρχίας. Στις μικρότερες πόλεις της Ρωσίας ακτιβιστές του παράνομου Κ.Κ. πήραν τα όπλα και κατέλαβαν κρατικά κτίρια και αστυνομικά τμήματα, ενώ στην Αγία Πετρούπολη εκατοντάδες φοιτητές επιχείρησαν να αποκτήσουν τον έλεγχο του τηλεοπτικού σταθμού της πόλης για να διακηρύξουν την αλληλεγγύη τους προς το Ανώτατο Σοβιέτ. Η προσπάθεια τους απετράπη από τους αστυνομικούς και τους στρατιώτες του Υπουργείου Εσωτερικών που έστειλε εναντίον τους ο φιλοκυβερνητικός δήμαρχος της πόλης Ανατόλι Σόμπτσακ. Η εξέγερση στα χωριά άντεξε για μερικές ημέρες, ακόμη και μετά την άλωση του Κοινοβουλίου από τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις.
[xiii] Σε ότι αφορά τον συνολικό αριθμό των θυμάτων οι γνώμες διίστανται. Η επίσημη κυβερνητική εκδοχή μιλά για 149 νεκρούς συνολικά. Η εκτίμηση όμως του φίλο-Αμερικανικού «Ράδιο Ελευθερία» ανεβάζει τον αριθμό όσων πέθαναν κατά την διάρκεια των επεισοδίων σε 1012 νεκρούς, χωρίς να υπολογίζονται οι τραυματίες που αργότερα εξέπνευσαν σε νοσοκομεία και κλινικές της πόλης. Τέλος η «Φωνή της Αμερικής» έκανε λόγο για πτώματα αγωνιστών που αποτεφρώθηκαν κατά την διάρκεια της νύχτας της 4ης Οκτωβρίου, χωρίς καμία επίσημη καταγραφή του θανάτου τους από τις κρατικές αρχές. Για μια ουσιαστική τεκμηρίωση των θηριωδιών και των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις οποίες υπέπεσαν οι Δυνάμεις ασφαλείας έπειτα από την άλωση του Κοινοβουλίου αλλά και κατά την περίοδο ισχύος του στρατιωτικού νόμου, δείτε την έκθεση του αμερόληπτου Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Μόσχας, δημοσιευμένη ηλεκτρονικά στο www.memo.ru/hr/hotpoints/moscow93/oct.93e.htm.

Η Μοναδική και η αλαζονεία της

afisa_san-ki-emas

Η φρόνησι μήπως μοιάζει με τον κόρακα, που τον ενθουσιάζει στη γη η οσμή του πτώματος;”

Φρειδερίκος Νίτσε, Το Λυκόφως των Ειδώλων

Οι κυρίαρχες τάξεις χρησιμοποιούν την καθιερωμένη γλώσσα της ηθικής σαν όπλο απέναντι στα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα. Η εξουσιαστική πολιτισμική δομή που πήρε την μορφή του Οριενταλισμού και εν πολλοίς διαμόρφωσε το ηγεμονικό κοινωνικό παράδειγμα μέσα από το οποίο οι αποικιοκρατικές ελίτ κατοχύρωναν την υποτιθέμενη “ανωτερότητα” τους απέναντι στους “υπανάπτυκτους” λαούς της καπιταλιστικής περιφέρειας,i έστρεψε την παραμορφωτική επίδραση της και στον ιστορικό πυρήνα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και διαπότισε το φαντασιακό που αναπαράγει τις καταπιεστικές σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις της μητροπολιτικής Ευρώπης. Οι φτωχοί και οι καταπιεσμένοι της μητρόπολης μεταμορφώθηκαν αίφνης σε υπανθρώπους. Σε οντολογικά κατώτερες υπάρξεις που αδυνατούσαν να προσαρμοστούν στον τρόπο ζωής και τους ηθικούς κανόνες της “πολιτισμένης” κοινωνίας που είχε δημιουργήσει η μπουρζουαζια για λογαριασμό της. Έτσι, στους φτωχούς μαύρους της Αμερικής προσάπτουν μια έμφυτη, κληρονομική ανικανότητα να ανταποκριθούν με επιμέλεια στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η απόκτηση παιδιών. Οι νεαροί νέγροι/ες προλετάριοι/ες κάνουν παιδιά πολύ νωρίς και χωρίς να το προσχεδιάζουν, δεν τα φροντίζουν όπως “θα έπρεπε”, δείχνουν απρόθυμοι να αναλάβουν το οικονομικό κόστος της συντήρησης και της ανατροφής τους. Με λίγα λόγια, δυσκολεύονται να συμπεριφερθούν σαν “κανονικοί γονείς”, όπως κάνουν οι εύποροι λευκοί νεομπουρζουάδες “οικογενει-άρχες” (αρχηγοί της οικογενείας).

Κι αυτή η ηθική απαξίωση της προλεταριακής νεολαίας των υποβαθμισμένων γκέτο των πόλεων, δεν είναι τίποτα μπροστά στην κτηνωδία που καταλογίζει ο κυρίαρχος ιδεολογικός λόγος του συστήματος στους μουσουλμάνους προλετάριους οι οποίοι, είτε σαν οικονομικοί μετανάστες στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας, ή σαν πληθυσμοί που βρίσκονται υπό μια διαδικασία κατάκτησης και στρατιωτικής κατοχής στο εξωτερικό, ενσαρκώνουν το αρχέτυπο της ιδεολογικής ετερότητας του συστήματος.ii Αυτοί οι ανατολίτες παρείσακτοι βαθιά μέσα τους παραμένουν αμετανόητοι νομάδες, οπαδοί μιας πρωτόγονης κουλτούρας, ανέγγιχτοι από τις ηθικές επιταγές του σύγχρονου πολιτισμού. Δεν διστάζουν να δολοφονήσουν τις γυναίκες τους στο όνομα μιας αμφιλεγόμενης οικογενειακής “τιμής” που έχει τις ρίζες της στις πιο τυραννικές παραδόσεις της πατριαρχίας και μετατρέπουν τα ίδια τα παιδιά τους σε σκόνη για τα κανόνια των ισραηλινών και αμερικανών κατακτητών προκειμένου να εκμεταλλευτούν τις μαζικές δολοφονίες τους για να πετύχουν μια νίκη στον πόλεμο προπαγάνδας εναντίον της κατοχής. Έτσι, στο οριενταλιστικό σύμπαν δεν φταίνε οι πάνοπλοι ισραηλινοί ή αμερικάνοι στρατιώτες που σκοτώνουν αδιακρίτως γυναικόπαιδα. Φταίνε οι μουσουλμάνοι που εκθέτουν τους αδύναμους της κοινότητας τους σε κίνδυνο. Ακόμη και τα άγρια θηρία νιώθουν την ανάγκη να προστατέψουν τα μικρά τους. Ωστόσο, αν πιστέψουμε τις αφηγήσεις του τμήματος προπαγάνδας του “πιο ηθικού στρατού στον κόσμο”, με τις οποίες το επίσημο ισραηλινό κράτος επιχειρεί να ξεπλύνει και να εξωραϊσει τις εκατόμβες των νεκρών παιδιών στην Παλαιστίνη, οι αυτόχθονες Άραβες υστερούν ακόμα και σ’ αυτό το στοιχειώδες φυσικό ένστικτο που εγγυάται τη συνέχεια του ανθρώπινου γένους. Με αυτόν τον τρόπο βέβαια θέτουν εαυτούς εκτός της οικουμενικής ανθρώπινης οικογένειας.

Όπως έχει δείξει ο Τραβέρσο, είναι αδύνατο η συγκρουσιακή δυναμική που παράγεται από τους ανταγωνισμούς που επικρατούν ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες, οι οποίοι συνιστούν δομικό στοιχείο σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα, να μείνει ανεπηρέαστη από αυτή την ισοπεδωτική τάση φυσικοποίησης των ταξικών διαφορών και αποανθρωποποίησης του κοινωνικού αντιπάλου.iii Ιστορικά, ο ρατσισμός που είναι τόσο εμφανής όταν ο φαντασιακός λόγος των θεσμοποιημένων εξουσιών αναλαμβάνει να αναπαραστήσει τους προλετάριους που τυχαίνει να έχουν άλλο χρώμα ή να ανήκουν σε διαφορετική φυλή, εμπότισε σε τέτοιο βαθμό το πολιτισμικό υπόβαθρο του κοινωνικού παραδείγματος της ετερονομίας ώστε να περιλάβει σε ένα ιδιότυπο μείγμα ταξικού ρατσισμού όλα τα μέλη των κατώτερων τάξεων, ανεξαρτήτως αν μιλάμε για Γάλλους λούμπεν-προλετάριους, Ιταλούς αναρχικούς ή Αλγερινούς φελλάχους. Ο “επιφανέστερος” εκπρόσωπος αυτής της νοσηρής σχολής σκέψης υπήρξε αναμφίβολα ο εγκληματολόγος Λομπρόζο, ο οποίος γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα προπαγάνδιζε με μανία τη θεωρία του για τις φυλετικές και γενετικές προδιαθέσεις που απολήγουν στην παρεκκλίνουσα συμπεριφορά των κοινωνικών υποκειμένων και που άφηναν το αποτύπωμα τους ακόμη και στην μορφολογία της εξωτερικής εμφάνισης των ανθρώπων. Για εκείνον, η στράτευση στο αναρχικό κίνημα, η παραφορά και η αυταπάρνηση των αναρχικών, δεν ήταν παρά μια ένδειξη της ατομικής ψυχοπαθολογίας από την οποία υπέφεραν οι κοινωνικοί αγωνιστές, ένα σύμπτωμα ελλιπούς γενετικού προγραμματισμού, η κορύφωση μιας έμφυτης τάσης για παραφροσύνη. Οι αντιλήψεις αυτές έφτασαν στο απόγειο τους με την άνοδο του Τρίτου Ράιχ στην εξουσία κι έκτοτε ποτέ δεν μας εγκατέλειψαν.

Ένα από τα στοιχεία που ενέχονται εξορισμού στην προλεταριακή συνθήκη είναι η φτώχεια που επικαθορίζει την ταξική υπόσταση του κοινωνικού υποκειμένου και διαμορφώνει την ταξική εμπειρία του, πρωτίστως με όρους ανάγκης, αλλά και σε ένα δεύτερο επίπεδο, με όρους απόλυτης σιωπής, με όρους αδυναμίας εκφοράς πολιτικού λόγου κι αυτόνομης έκφρασης. Αντλώντας από την αμερικανική επαναστατική παράδοση, η Χ. Άρεντ σωστά είχε επισημάνει ότι η φτώχεια ήταν μια συμφορά όχι μόνο διότι καθήλωνε την επιθυμία και τη σκέψη του ανθρώπου στο επίπεδο της άμεσης βιολογικής αναγκαιότητας, αλλά κι επειδή καθιστούσε αόρατους τους ενσώματους φορείς της, εξαφανίζοντας τους ως κοινωνική ομάδα από τον δημόσιο βίο.iv Αποκλεισμένοι από όλες τις δομές αναπαραγωγής της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας και χωρίς να έχουν πρόσβαση στις θεσμοποιημένες πηγές πολιτικής και οικονομικής δύναμης, οι φτωχοί αδυνατούν να διαμορφώσουν το δικό τους εναλλακτικό φαντασιακό και να διεκδικήσουν την κοινωνική χειραφέτηση τους, ή έστω ένα μερίδιο από την υφιστάμενη εξουσία. Αντίθετα, μετατρέπονται σε παθητικούς δέκτες του συστήματος αξιών και ιδεών που εμπεριέχεται στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα. Με τον ίδιο τρόπο που το εξεγερμένο νεοελληνικό έθνος δημιουργήθηκε κυριολεκτικά απ’ το μηδέν, σύμφωνα με τα πολιτισμικά πρότυπα που είχαν επεξεργαστεί γι’ αυτό οι αλλοεθνείς φιλέλληνες διαφωτιστές της Δύσης, και τα οποία έσπευσαν να μεταφυτεύσουν στις εξεγερμένες ελλαδικές περιοχές οι διανοούμενοι που συμμετείχαν στο κίνημα του νεοελληνικού διαφωτισμού, έτσι και τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα εσωτερικεύουν την ιδεολογικοποιημένη εικόνα που δημιουργούν γι’ αυτά οι ελίτ. Αναπαράγουν στους κώδικες αξιών και στις κοινωνικές πρακτικές τους την ίδια την συμβολική αναπαράσταση τους από το κυρίαρχο κοινωνικό φαντασιακό. Υιοθετούν χωρίς δεύτερη σκέψη τα στερεότυπα ηθικής κατωτερότητας που τους καταλογίζουν οι ελίτ και πιθηκίζουν ρόλους και συμπεριφορές που άλλοι έχουν προδιαγράψει γι’ αυτούς / ες.

Μια τέτοια περίπτωση αλλοτρίωσης του ταξικού φαντασιακού θεωρούμε ότι είναι και η υπεράσπιση της βρεφοκτονίας ως χειρονομίας μεστής ταξικού νοήματος από την αυτόνομη συνέλευση των Μιγάδα. Η εσωτερίκευση της επικρατούσας κανιβαλικής αντίληψης για τις κοινωνικές ορίζουσες της ατομικής αυτονομίας, οδηγεί στην ιδεολογική τερατογένεση της δολοφονίας σαν ενδεδειγμένης πρακτικής για την επανάκτηση της αυτονομίας του κοινωνικού υποκειμένου, της προσπάθειας του να αποκαταστήσει έναν βαθμό ελέγχου πάνω στη ζωή του/ της. Τούτο μας φέρνει έντονα στο μυαλό την ειδωλολατρεία του χρήματος στις υποβαθμισμένες μητροπολιτικές κοινότητες των φτωχών και την, διαστρεβλωμένη έστω, αφομοίωση των κοινωνικών ρόλων και των πολιτισμικών προτύπων που εμπεριέχονται στο ηγεμονικό καπιταλιστικό φαντασιακό, από υποτελή κοινωνικά υποκείμενα που βρίσκονται έξω από τα κυκλώματα αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, τι άλλο είναι ο νεαρός γκάνγκστερ του γκέτο από μια λούμπεν εκδοχή της φιγούρας του νεαρού επιχειρηματία καπιταλιστή, που επιδεικνύει καινοτόμο και δυναμικό πνεύμα πέφτοντας με τα μούτρα στις περιθωριακές δραστηριότητες του έκνομου κεφαλαίου, στρεφόμενος ταυτόχρονα ενάντια στα θεμέλια της ίδιας της κοινότητας του; Έτσι, στις υποβαθμισμένες συνοικίες των μαύρων της Αμερικής οι Μαύροι Πάνθηρες, κοινωνικοί αγωνιστές με ταξική συνείδηση που σαν σκοπό τους είχαν την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των μαύρων προλετάριων αδελφών τους μέχρι του σημείου της καθολικής απελευθέρωσης τους, παραχώρησαν τη θέση τους στις συμμορίες των πρεζέμπορων που καταδυναστεύουν τις μητροπολιτικές κοινότητες από τις οποίες προέρχονται, αντί να τις προστατεύουν και να τις βοηθάνε. Αυτό, τηρουμένων των αναλογιών, θεωρούμε πως είναι το είδος της “αυτονομίας” που εκθειάζουν στην ανακοίνωση τους τα μέλη της Μιγάδα. Την αυτονομία που προάγει πρακτικές ατομικής λύτρωσης, σε βάρος της συλλογικής λύτρωσης του ταξικού συνόλου.

Ή ας πάρουμε για παράδειγμα εκείνον τον οδηγό φορτηγού που παρέσυρε πρόσφατα τρία αυτοκίνητα στο αντίθετο ρεύμα της οδού Κηφίσιας, σκοτώνοντας ακαριαία τους δύο οδηγούς και τραυματίζοντας σοβαρά άλλη μια επιβαίνουσα. Ο ψευδεπίγραφος ηθικισμός της ετερόνομης κοινωνίας δεν άργησε να φανεί σε όλη την κατασταλτική – πειθαρχική διάσταση του, όταν σύσσωμοι οι γραβατωμένοι σχολιαστές των τηλεπαραθύρων καταφέρθηκαν με έκδηλη αγανάκτηση ενάντια στην εγκληματική ανευθυνότητα του επαγγελματία οδηγού. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να αναρωτηθεί αν το ωράριο του φορτηγατζή ήταν υπερφορτωμένο, αν είχε υποχρεωθεί να βρίσκεται αδιαλείπτως πίσω απ’ το τιμόνι για το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας, αν οι οδηγικές δεξιότητες του είχαν υποστεί φθορά εξαιτίας της συσσωρευμένης κόπωσης. Ιδού λοιπόν μια σειρά από πολύ πραγματικές, υλικές παραμέτρους που αφορούν τις ακραίες συνθήκες μέσα στις οποίες ο εργαζόμενος οδηγός εκδιπλώνει την δραστηριότητα του και από μόνες τους αρκούν για να προσδώσουν μια σειρά από ελαφρυντικά και να ανατρέψουν τις εύκολες, αμιγώς ηθικές καταδίκες, που εστιάζουν στην μειωμένη αίσθηση ατομικής ευθύνης του υποκειμένου. Παρ’ όλα αυτά, προς κατάπληξη όλων, αποδείχτηκε ότι ο έμπειρος οδηγός είχε τελικά καταναλώσει σημαντικές ποσότητες αλκοόλ προτού ξεκινήσει για το δρομολόγιο του το μοιραίο εκείνο βράδυ. Οι αντίξοες συνθήκες που απορρέουν από την ταξική υπόσταση του υποκειμένου σίγουρα πρέπει να ληφθούν υπόψη σε μια συνολική αξιολόγηση των πράξεων του οδηγού, αλλά δεν αρκούν για να απαλείψουν εντελώς το μερίδιο της ατομικής ευθύνης που του αναλογεί. Και σίγουρα δεν μπορεί μια απελευθερωτική ταξική ηθική να διεκδικήσει στα σοβαρά το δικαίωμα του φορτηγατζή να παίρνει παραμάζωμα τα υπόλοιπα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στον δρόμο, όποτε αισθάνεται την ανάγκη να εκδηλώσει την ατομική εξέγερση του κόντρα στους κοινωνικά επιβεβλημένους ρόλους με τους οποίους τον έχουν επιφορτίσει οι ελίτ της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.

Από την άλλη μεριά, σίγουρα δεν είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε τη διαπόμπευση των προλετάριων στο όνομα μιας ηθικιστικής τυπολατρίας που εκπορεύεται από τις ανώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας και δεν ανταποκρίνεται σε τίποτα στους υλικούς όρους της διαβίωσης των καταπιεσμένων. Σε αυτό το σημείο καλό θα ήταν να αναφέρουμε πως η δημόσια διαπόμπευση δεν είναι παρά το αναγκαίο συμπλήρωμα της κανονιστικής ηθικής. Μιας και η ηθική δεν είναι ταυτόσημη με τον Νόμο και δεν διαθέτει έναν υλικό μηχανισμό επιβολής στην υπηρεσία της, είναι υποχρεωμένη να προσφύγει στην δημόσια αποδοκιμασία μιας ενέργειας, ως μια απο-τα-πάνω οργανωμένη και συντεταγμένη κίνηση, προκειμένου να επικυρώσει την συλλογική ισχύ μιας ηθικής επιταγής. Να επικυρώσει δηλαδή την “αυθόρμητη”, εθελούσια αποδοχή που με την σειρά της ορίζει την “κανονικότητα” της ηθικής προσταγής, τη θεμελιακή συμβατότητα της με τις ενδόμυχες παρορμήσεις του ηθικού υποκειμένου. Μόνο έτσι μπορεί η ηθική να ισχυρίζεται ότι αποτελεί την πρωταρχική συλλογική έκφραση του Νόμου, ο οποίος έπειτα διατείνεται ότι κωδικοποιεί αυτό που ήδη υπάρχει, ότι “αντικειμενοποιεί” τις διάχυτες τάσεις και τα αξιακά συστήματα που προηγούνται της θεσμοποίησης του. Γιατί όμως θα πρέπει να περιμένουμε από έναν άστεγο ή έναν εξαθλιωμένο πρόσφυγα που κοιμάται κάτω από μια γέφυρα να επιδείξει τον ίδιο σεβασμό για τον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας που επιδεικνύει ο κεφαλαιοκράτης ή ο εύπορος νεομπουρζουάς, ο οποίος διαθέτει όλα τα μέσα προκειμένου να ζήσει μια άνετη ζωή και να αναπτύξει ολόπλευρα όλες τις πτυχές της προσωπικότητας του; Αυτοί που έχουν τα πάντα δεν μπορούν να κρίνουν όσους δεν έχουν τίποτα. Κι εφόσον οι κανόνες της ηθικής, καθώς επίσης και οι νόμοι της “πολιτισμένης” κοινωνίας γράφονται από τους κατέχοντες, έπεται από τα παραπάνω ότι οι μη-έχοντες δεν δεσμεύονται από τις κατηγορηματικές προσταγές που επινοήθηκαν χωρίς αυτούς για λογαριασμό τους. Όπως είχε γράψει παλαιότερα ο Βίλχελμ Ράιχ, σε αυτή την κοινωνία που ζούμε, όπου κυριαρχούν η δομική βία του συστήματος και οι ταξικές διακρίσεις, το ερώτημα που θα έπρεπε να θέτουν οι λεγόμενες κοινωνικές “επιστήμες” δεν είναι γιατί κάποιοι από τους καταπιεσμένους εξεγείρονται ή στρέφονται προς την παραβατικότητα και τις άλλες μορφές άτυπης κοινωνικής ανυπακοής, αλλά γιατί δεν πράττει το ίδιο το σύνολο των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας.v

Μολαταύτα, η κριτική μας στην ετερόνομη ηθική δεν μπορεί παρά να εκκινεί από το ζήτημα του ρόλου που αυτή αναλαμβάνει να επιτελέσει στη διαδικασία αναπαραγωγής των ιεραρχικών δομών της εξουσιαστικής κοινωνίας, που ουσιαστικά ακυρώνει στην πράξη την όποια αξίωση για οικουμενικότητα μπορεί αυτή να εμπεριέχει. Κι αυτό γιατί η οικουμενικότητα προϋποθέτει σε κάποιο στοιχειακό επίπεδο πρωταρχικής οντολογίας τη θεμελιώδη ισότητα ανάμεσα στις μονάδες που υπόκεινται εξίσου στην ισχύ της δεσμευτικής της προσταγής. Έτσι, ζητούμενο της κριτικής μας δεν μπορεί παρά να είναι μια εναλλακτική οικουμενικότητα, ή καλύτερα μια αυθεντική οικουμενικότητα που θα εκπορεύεται από τους υλικούς όρους διαβίωσης της κοινότητας. Απορρίπτουμε την ετερόνομη ηθική ως ξένη προς εμάς και ως ανακόλουθη προς τους ίδιους τους σκοπούς που δηλώνει ρητά οτι υπηρετεί, αλλά δεν απορρίπτουμε τον ηθικό σκοπό αυτό καθ’ εαυτό. Μια κριτική στις καθιερωμένες ηθικές έννοιες και αντιλήψεις μπορεί να πάρει την μορφή της κριτικής ανάλυσης των οικουμενικών ηθικών κατηγοριών και της εκ βάθρων αναμόρφωσης τους, ή της καθολικής κατάργησης τους προς όφελος μιας καθαρά ατομιστικής, ιεραρχικής ηθικής που θα διαρθρώνεται γύρω από τη σχέση αφέντη-σκλάβου. Πρόκεται για τη νιτσεϊκή προτροπή να χρησιμοποιήσουμε τους άλλους σαν μέσο για τους σκοπούς μας, ή να τους βγάλουμε από την μέση όταν η ύπαρξη τους συνιστά εμπόδιο στην πραγματοποίηση αυτού του “ανώτερου” σκοπού στην υπηρεσία του οποίου είμαστε ταγμένοι. Όπως έγραψε και ο ίδιος ο συνήγορος του “υπερανθρώπου”, “[…] η θέληση δεν είναι μόνο μια πολύπλοκη αίσθηση κι ένα περίπλοκο προϊόν του στοχασμού, αλλά είναι πάνω απ’ όλα ένα αίσθημα, και κατά βάση το αίσθημα της προσταγής. Αυτό που ονομάζουμε ‘ελευθερία της θέλησης’ είναι κατ’ ουσία το αίσθημα της υπεροχής απέναντι σε αυτόν που πρέπει να υπακούσει: ‘Είμαι ελεύθερος’, ‘αυτός πρέπει να υπακούσει’ – αυτή η συνείδηση είναι εμμενής σε κάθε θέληση”.vi

Ο βαθμός στον οποίο θα κατορθώσουμε να κάνουμε πράξη αυτό το ιδανικό της “δύναμης της θέλησης”, ή καλύτερα να λέγαμε, της “θέλησης για δύναμη”, συνιστά και το μοναδικό μέτρο που έχουμε στη διάθεση μας για την αξιολόγηση του ηθικού μεγαλείου του σκοπού που φιλοδοξούμε να φέρουμε σε πέρας. Μήπως λοιπόν δεν είμαστε δικαιολογημένοι όταν λέμε ότι η αφίσα των Μιγάδα εξορισμού εκφράζει μια παρόμοια ελιτίστικη αντίληψη για την ταξική ηθική; Αν η βρεφοκτονία δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μέσο για την ανάκτηση μιας εγωιστικής, εξατομικευμένης “ανεξαρτησίας”, τότε το βρέφος δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα εξάρτημα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ή να ξεφορτωθούμε, ανάλογα με αυτό που απαιτούν από εμάς οι περιστάσεις. Έτσι όμως η ρεαλιστική μας ουτοπία ποτέ δεν θα γίνει πραγματικότητα. Η ηθική στις ετερόνομες κοινωνίες δεν είναι παρά ο κυνικός απολογητής ενός Νόμου που αναπαράγει την ανισοκατανομή της δύναμης και αποκρυσταλλώνει τις κοινωνικές ιεραρχίες. Στην ακρατική κοινωνία όμως δεν θα έχει άλλη λετουργία απ’ το να συνιστά το τελευταίο καταφύγιο των αδυνάτων. Δεν μπορεί παρά να συμβολίζει εκείνη την ψυχική και διανοητική κατάσταση που ρυθμίζει τις σχέσεις των ανθρώπων κατά τέτοιον τρόπο ώστε να προετοιμάζει το έδαφος για την οριστική κατάλυση του Νόμου, με την ιουδαιοχριστιανική, μωσαϊκή έννοια, αυτή του εξωτερικού καταναγκασμού. Ήταν εκείνη η στιγμή στην ιστορία όπου ο άνθρωπος έπαψε να αναγνωρίζει τον εαυτό του στους άλλους, κατά την οποία εμφανίστηκε το κτήνος της εξουσίας. Το τέρας αυτό μπόρεσε να θεριέψει παίρνοντας την μορφή του αναγκαίου εξωτερικού εγγυητή στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ανέλαβε τον ρόλο μιας υπέρτατης αρχής που καταπατά την αυτονομία και την ελευθερία του κοινωνικού ανθρώπου, με τίμημα την προστασία του απ’ όλους τους άλλους.

Ούτε αποτελεί ένδειξη κοινωνικού συντηρητισμού να αποδεχτούμε το βάρος της ευθύνης που αναλογεί σε έναν γονέα αναφορικά με την ευζωία των παιδιών του. Μέχρι η κοινωνία να δημιουργήσει δομές συλλογικής ανατροφής των παιδιών, σαν αυτές που οραματίστηκε η Βέρα Σμίττ κατά την Ρωσική Επανάσταση,vii ο γονιός θα εξακολουθήσει να είναι ο πρωταρχικός υπεύθυνος για την τύχη του παιδιού του. Πρόκειται για έμπρακτη εκδήλωση της ηθικής της αλληλεγγύης, δηλαδή της υποχρέωσης που έχουμε να τασσόμαστε πάντοτε με το μέρος των αδύναμων και ανυπεράσπιστων, στην πιο αναγκαία της μορφή. Γιατί ποιος είναι περισσότερο ανυπεράσπιστος, περισσότερο αδύναμος να φροντίσει τον εαυτό του από ένα βρέφος που μόλις έχει έρθει στη ζωή; Θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε όψιμα εκείνον τον γονιό που υποχρεώθηκε ακόμη και να αφαιρέσει μια άλλη ζωή για να προστατέψει την ζωή του παιδιού του, αλλά ποτέ εκείνον τον γονιό που, όπως έκανε ο χιλιοτραγουδισμένος σταλινικός “επανάστατης” Νερούδα, αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη του στην μοναδική του κόρη επειδή εκείνη έπασχε από νοητική υστέρηση.viii Η επίγνωση της μητρότητας ή της πατρότητας έχει τη δύναμη να γίνει ο καταλύτης για να υποκύψει κανείς σε μια υπερσυντηρητική κοσμοθεωρία. Για να μικρύνει απότομα η αντίληψη που έχουμε για τα πράγματα και το εύρος των ενδιαφερόντων μας να φτάνει μόνο μέχρι την ευημερία του στενού κύκλου της οικογένειας “μας”, ακόμη και με τίμημα την μιζέρια και την εξαθλίωση ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ή αντίθετα, μπορεί να επιδράσει ως το πιο ευγενές κίνητρο για να αφοσιωθούμε σε μια προσπάθεια να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο. Να πολεμήσουμε ενάντια στην αδικία και την καταπίεση, έχοντας επίγνωση ότι μέσα από την ιδιότητα του γονιού, μετέχουμε σε μια καθολική εμπειρία η οποία είναι θεμελιωδώς οικουμενική για ολόκληρη την ανθρωπότητα που τη βιώνει με τον ίδιο τρόπο. Οι γονείς αγαπούν το ίδιο, πονάνε το ίδιο, χαίρονται το ίδιο και αγωνιούν το ίδιο. Ας γίνουμε κήρυκες αυτής της ιδέας που ριζώνει στα κοινά βιώματα της ανθρωπότητας και δημιουργεί τους κοινούς τόπους μιας μελλοντικής συλλογικής συνεύρεσης. Ας γίνουμε ξανά οι κήρυκες της ουτοπίας.

Πρωτοβουλία αναρχικών

iiP.A. Silverstein & Ch. Tetreault, Postcolonial Urban Apartheid, http://riotsfrance.ssrc.org/Silverstein_Tetreault/.

iiiΕ. Τραβερσό, Οι Ρίζες της Ναζιστικής Βίας (Εκδόσεις του 21ου).

ivH. Arendt, On Revolution (Penguin Books), σελ. 59-115.

vΤζ. Σπρινγκ, Το Αλφαβητάρι της Ελευθεριακής Εκπαίδευσης (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 78-107.

viFr. Nietzsche, Beyond Good and Evil (The Macmillan Company), σελ. 26.

viiΤζ. Σπρινγκ, στο ίδιο.

viii Λεπτομέρειες για τη σχέση ανάμεσα στον ποιητή και την κόρη του μπορεί κανείς να βρει στο εν μέρει βιογραφικό μυθιστόρημα Ο Ουρουγουανός Εραστής, του Σ. Ρονκαλιόλο (Καστανιώτη).