Όχι αντίο, εις το επανιδείν

CDT5V7rVIAAzCrn

Όχι με λύπη, αλλά μόνο με κάποια ελαφρά μελαγχολία, θα ήθελα να ενημερώσω τους συντρόφους και τους αναγνώστες που με τίμησαν με την παρουσία τους τόσα χρόνια ότι το κείμενο για τους μετανάστες θα είναι και το τελευταίο που ανεβάζω σε αυτή την απόμαρκη γωνιά του διαδικτύου. Θεωρώ ότι το ιστολόγιο, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, έκλεισε τον κύκλο του εφόσον για χρόνια αποτέλεσε έναν χώρο θεωρητικής εργασίας και προσωπικής έκφρασης, αλλά κι ένα μέσο αλληλεπίδρασης με το αναρχικό κίνημα σε επίπεδο ιδεών και πεποιθήσεων. Αυτοί είναι δύσκολοι και ζοφεροί καιροί που απαιτούν τη στράτευση του καθενός από εμάς σε ευρύτερα πολιτικά σχήματα που είναι σε θέση να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στη διεξαγωγή της κοινωνικής πάλης. Για αυτόν τον λόγο, η αρθρογραφία μου θα συνεχιστεί στον φιλόξενο χώρο του κινηματικού μέσου alerta.gr, μια νέα προσπάθεια που ξεκίνησε πρόσφατα κι έχει σαν συλλογικό στόχο τη διατύπωση σύγχρονου και συνεκτικού αναρχικού λόγου ως απάντηση στα ουσιώδη ζητήματα που απασχολούν τα εργαζόμενα στρώματα και τις υποτελείς ομάδες της κοινωνικής βάσης.

Εφόσον για χρόνια το antisystemic.gr αποτέλεσε ως επί το πλείστον ατομικό εγχείρημα, θα ήθελα να εκφράσω προσωπικές ευχαριστίες σε όσους συντρόφους πήραν τις αναλύσεις του στα σοβαρά, παρά τις “αιρετικές” ή “ανορθόδοξες” απόψεις που μπορεί να έκφραζαν κάποιες φορές. Σε όσους αφιέρωσαν χρόνο και προσπάθεια να κατανοήσουν τις βασικές ιδέες πίσω από το θεωρητικό λόγο του ιστότοπου. Τέλος, σε όσους βοήθησαν το συγγραφέα να σχετιστεί πιο άμεσα με το σύγχρονο αναρχικό κίνημα, να κοινωνικοποιήσει τις ιδέες του και να αναγνωρίσει στον εαυτό του ένα αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του κινήματος. Αν ξανανέβει κάποιο κείμενο αυτό θα γίνεται αποσπασματικά και κατ’ εξαίρεση και όχι σε τακτική βάση. Ο αγώνας ενάντια τη βαρβαρότητα της ετερόνομιας και του καπιταλισμού θα συνεχιστεί. Για εμένα, μόνο το πόστο αλλάζει:

Αρχική

“Να μετατρέψουμε την κρίση σε ευκαιρία”: σκέψεις για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης

TOPSHOT-TURKEY-SYRIA-GREECE-MIGRANTS

…οι φτωχοί είναι οι μαύροι της Ευρώπης”.

Manuel Gonzales Prada

I

Το ιδιαίτερο γνώρισμα της συνθήκης των προσφύγων από ταξικής άποψης είναι η ολοσχερής εξάλειψη των ιδιοτήτων της προηγούμενης κοινωνικής θέσης τους. Η ολοκληρωτική αποκόλληση τους από το πλέγμα των θεσμισμένων κοινωνικών σχέσεων στο οποίο συμμετείχαν στη χώρα καταγωγής τους και ο βίαιος επανακαθορισμός της κοινωνικής υπόστασης τους σε μια de facto προλεταριακή κατάσταση. Από αυτή την άποψη, ο πρόσφυγας είναι ο άνθρωπος χωρίς τάξη, χωρίς καθορισμένη ταξική ταυτότητα. Το γεγονός αυτό θέτει σε κίνηση μια διαλεκτική αντίφαση που, από την μία, καθιστά τους πρόσφυγες ως κοινωνική ομάδα εκτεθειμένους στις διαθέσεις των ελίτ που επιθυμούν να τους χρησιμοποιήσουν σαν εργαλεία για την ευόδωση των δικών τους πολιτικών ή οικονομικών συμφερόντων και, από την άλλη, τους μετατρέπει σε δυνητικούς συμμάχους των καταπιεσμένων στην προσπάθεια τους να καταργήσουν τις συνθήκες που συντελούν στον ετεροκαθορισμό τους. Η υποχώρηση της ταξικής ταυτότητας δεν επιφέρει βέβαια κενό, ή την αναστολή λειτουργίας στη σφαίρα παραγωγής της υποκειμενικότητας. Σε πρώτη φάση τα σημασιολογικά πεδία του αυτοκαθορισμού που εγκαταλείπονται από το ταξικό φαντασιακό καταλαμβάνονται από τις εθνικές, εθνοτικές ή θρησκευτικές φαντασιακές σημασίες που επανακάμπτουν δυναμικά, ή αναδεικνύονται στο μοναδικό σταθερό σημείο αναφοράς για την υποκειμενικότητα όταν εκείνη βρίσκεται μέσα σε μια κοινωνική συνθήκη που είναι ρευστή και ακαθόριστη, όπως συμβαίνει με την περίπτωση του πρόσφυγα/μετανάστη που είναι διαρκώς σε κίνηση. Εφόσον, οι κρατικές πρακτικές διαχείρισης των προσφυγικών ροών “αντικειμενοποιούν” τούτα τα εθνολογικά γνωρίσματα και επιδιώκουν να επιβάλλουν τον διαχωρισμό ανάμεσα στους νεοφερμένους και την κοινωνία υποδοχής ως δύο ριζικές ετερότητες, δύο “πράγματα” σαφώς οριοθετημένα και ασύμβατα μεταξύ τους, η κοινωνική ταυτότητα του πρόσφυγα σίγουρα θα τείνει προς την γκετοποίηση. Προς την εσωτερίκευση αυτής της εικόνας που έρχεται από-τα-έξω και την περιχαράκωση της από τον έξω κόσμο. Στο βαθμό ωστόσο που εκφεύγουν από αυτή την επίσημη πολιτική καταστολής και “αντικειμενοποίησης” των μεταναστευτικών ρευμάτων, τα λίγα υποκείμενα που αναζήτησαν και κατόρθωσαν να ενσωματωθούν σε εναλλακτικές δομές κοινωνικής ενσωμάτωσης και φιλοξενίας που συνήθως αναπτύσσονται σε συνάρτηση με το ευρύτερο ανταγωνιστικό ταξικό κίνημα, φαίνεται ότι μπόρεσαν να υπερβούν τα όποια κατάλοιπα ετερονομίας, να ενσωματωθούν σε αυτές τις δομές και να συμμετάσχουν ενεργά στους θεσμούς και τις διαδικασίες συλλογικής αυτοδιεύθυνσης, αναπτύσσοντας βαθμιαία συνείδηση της ταξικής συλλογικότητας στην οποία λάμβαναν μέρος. Άρχισαν όλο και περισσότερο να κατανοούν εαυτούς ως μετανάστες με κοινή μοίρα και αλληλεξαρτώμενα συλλογικά συμφέροντα και λιγότερο σαν Αφγανούς, Σύρους, ή ότι άλλο, που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την ιδιοποίηση κι εκμετάλλευση σπάνιων κοινωνικών πόρων.i Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα άξιο λόγου που μπορεί να συναχθεί από αυτή την παρατήρηση, είναι πως η κοινωνική πρακτική σίγουρα δεν καθορίζει μονοσήμαντα το περιεχόμενο της υποκειμενικότητας, δηλαδή δεν την “κατασκευάζει”, αλλά σίγουρα επενεργεί και αλληλεπιδρά με αυτήν προκειμένου να διαμορφώσει από κοινού τα βασικά γνωρίσματα της κοινωνικής ταυτότητας, ταξικής ή όχι. Αν η κρατική καταστολή και η υγειονομικής φύσης διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος από το Κράτος επικρατήσει, η γκετοποίηση και η χειραγώγηση των μεταναστών από τις ελίτ πολύ γρήγορα θα είναι μια μη-αναστρέψιμη διαδικασία. Θα δημιουργήσει έναν εφεδρικό στρατό εξαθλιωμένων λούμπεν-προλετάριων, απόλυτα εξαρτημένων κι έτοιμων σε κάθε στιγμή να αναλάβουν δράση για να υπερασπιστούν τα ταξικά ή γεωπολιτικά προνόμια των ελίτ του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, ακόμα και σε βάρος των συμφερόντων των ταξικών υποκειμένων του ανταγωνιστικού κινήματος, με το οποίο δεν θα μοιράζονται κοινά συμφέρονται κι επιθυμίες.ii Κατά μία έννοια, ο θεσμοποιημένος κρατικός ρατσισμός και η πολεμική αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος που επιφέρει, συνιστούν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, εφόσον το μόνο που καταφέρνουν είναι να κατασκευάσουν τον φαντασιακό “εχθρό” μπροστά στην επέλαση του οποίου δήθεν οχυρώνουν την “πολιορκημένη” κοινωνική ολότητα.

II

Από μια άποψη, η φιγούρα του πρόσφυγα/ μετανάστη είναι το αρχετυπικό υπόδειγμα του ξεριζωμένου προλετάριου που άγεται και φέρεται από τις αδυσώπητες δυνάμεις του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Της ατυχούς έκβασης που μπορεί να έχει για τον καθένα μας ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση, στην περίπτωση που οι αγωνιώδεις προσπάθειες μας να “τα καταφέρουμε” δεν στεφθούν με επιτυχία. Αναλαμβάνοντας δράση για να υπερασπίσει εκείνους που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, το ταξικό ανταγωνιστικό κίνημα την ίδια στιγμή προασπίζεται τα ταξικά υποκείμενα που δραστηριοποιούνται μέσα στο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο του. Εμπλέκεται στην κοινωνική πάλη προκειμένου να διασφαλίσει ότι κανένας προλετάριος δεν θα έχει στο μέλλον την ίδια τύχη με τους μετανάστες, ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν θα καθιερωθούν σαν μόνιμο χαρακτηριστικό στην κοινωνικη μορφολογία της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Ότι δεν θα γίνουν οι προνομιακοί χώροι επιμελητειακής διαχείρισης εκείνων των τμημάτων του προλεταριακού πληθυσμού που ο καπιταλισμός θα απορρίψει ως μη-αναγκαία και πλεονάζοντα.

III

Η μόνιμη επωδός που επαναλαμβάνει τελετουργικά σύσσωμη η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική ορθοδοξία είναι ότι οφείλουμε να μετατρέψουμε την κρίση σε “ευκαιρία”. Και πράγματι φαίνεται ότι οι ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών που κατέχουν την πολιτική δύναμη στο σύστημα της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” ανέλαβαν να κάνουν πράξη τα κυρήγματα τους. Στα νησιά του βορείου Αιγαίου φτιάχνεται αργά αλλά σταθερά μια βιομηχανία του εγκλεισμού, ένας πολιτικοοικονομικός μηχανισμός που δυνητικά μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την τόνωση της κερδοφορίας του ελληνικού κεφαλαίου και την ένταξη των δομών αυτών στα κυκλώματα καπιταλιστικής αναπαραγωγής στον ελλαδικό χώρο. Έχοντας σαν πρόσχημα την επιτακτική ανάγκη της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, ο υπουργός μετανάστευσης και ασύλου προχώρησε σε απευθείας ανάθεση στους κατασκευαστικούς κολοσσούς ΤΕΡΝΑ, ΑΚΤΩΡ και ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ των ιδιαιτέρως πλουσιοπάροχων συμβάσεων για το έργο της κατασκευής των στρατοπέδων συγκέντρωσης με ευρωενωσιακή χρηματοδότηση.iii Οι όμιλοι αυτοί ανέλαβαν να στρατευτούν από κοινού στην “πατριωτική προσπάθεια” και να συγκροτήσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα την αναγκαία υποδομή για την υλοποίηση της κρατικής και υπερεθνικής πολιτικής της ΕΕ του εγκλεισμού σε μαζική κοινωνική κλίμακα. Αν τα υπερμοντέρνα Airbnb καταλύματα και οι χλιδάτες βίλες δίπλα στις παραλίες της αθηναϊκής ακτογραμμής με το διεθνές πελατολόγιο τους, συνιστούν την αστραφτερή πλευρά της καπιταλιστικής, real-estate ανάπτυξης, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, ένα real-estate για τους φτωχούς και τους απόβλητους της παγκοσμιοποίησης ούτως ειπείν.

Επιπλέον όταν οι “κλειστές δομές” αποπερατωθούν και τεθούν κανονικά σε λειτουργία είναι πιθανό ότι θα στρέψουν ένα μεγάλο μέρος της τοπικής παραγωγής των νησιών προς τα κέντρα κράτησης, είτε μιλάμε για τον πρωτογενή τομέα και τα προϊόντα που θα διατείθενται στα στρατόπεδα για τη σίτιση των τροφίμων (γεωργία, κτηνοτροφία), ή για την παροχή ανθρώπινου δυναμικού που θα στελεχώσει τις διάφορες υπηρεσίες που χρειάζονται οι δομές για να λειτουργήσουν χωρίς προβλήματα. Για παράδειγμα, δεν είναι καθόλου απίθανη η συγκρότηση ενός ειδικού σώματος ανθρωποφυλάκων, διακριτού από την ήδη επιβαρυμένη αστυνομία, επιφορτισμένων με την μόνιμη επάνδρωση του προσωπικού φύλαξης των μονάδων κράτησης. Η εξέλιξη αυτή θα πρόσφερε στη νεολαία των νησιών “μοναδικές ευκαιρίες” για μόνιμη απασχόληση, την οποία η συστημική αναδιάρθρωση έχει μετατρέψει σε είδος υπό εξαφάνιση. Από την άλλη, στα πρότυπα του ιδιωτικοποιημένου συστήματος μαζικού εγκλεισμού των ΗΠΑ, που αποτελεί μοντέλο του θεσμού της νομιμοποιημένης δουλείας στο σύγχρονο κόσμο, οι κρατούμενοι θα μπορούν να χρησιμοποιούνται για εκτέλεση καταναγκαστικής εργασίας, με την οποία θα διεκπεραιώνουν παραγγελίες για λογαριασμό των μεγάλων εταιρειών του ιδιωτικού τομέα με μηδαμινό κόστος παραγωγής.iv Οι τριτοκοσμικές ελληνικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν έτσι να επανακάμψουν και να αποκαταστήσουν το “συγκριτικό πλεονέκτημα” τους (άλλη μια αγαπημένη έκφραση του νεοφιλελέ κατεστημένου) που θα τους επέτρεπε να επιβιώσουν στο διεθνή ανταγωνισμό.

IV

Μιλάμε εδώ για τον εγκλεισμό γενικά ως θεσμό και όχι απλώς για τον εγκλεισμό των μεταναστών, διότι όταν οι υλικές υποδομές έχουν ολοκληρωθεί και οι οικονομικές σχέσεις εξάρτησης έχουν σταθεροποιηθεί, τότε θα έχει δημιουργηθεί μια ολόκληρη πολιτική οικονομία του φαινομένου του εγκλεισμού που θα μετατρέψει την μαζική κράτηση σε κερδοφόρο κλάδο της παραγωγής και θα δώσει στον θεσμό έναν αυτοτροφοδοτούμενο δυναμισμό που θα καταστήσει αυτοσκοπό την αναπαραγωγή του. Σε αυτό το σημείο οι μεταναστευτικές ροές θα πάψουν πλέον να συνιστούν πρόβλημα και θα γίνουν η αναγκαία πρώτη ύλη για τη λειτουργία αυτής της βιομηχανίας απο-ανθρωποποίησης. Κι επειδή οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις έχουν πάντοτε την ανάγκη να αναπτύσσονται, ο εγκλεισμός δεν θα αφορά πια μονάχα τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, αλλά θα επεκταθεί σε όλα εκείνα τα τμήματα του προλεταριάτου που εξορίζονται από την παραγωγή λόγω της αυτοματοποίησης και της δομικής τάσης του κεφαλαίου για την αποβολή της ζωντανής εργασίας από την παραγωγική διαδικασία. Θα καθιερωθεί δηλαδή ως το ενδεδειγμένο μέσο κρατικής διαχείρισης ενός πληθυσμού που είναι πλέον ανεπιθύμητος. Ενός τμήματος των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων που ουσιαστικά έχει τεθεί εκτός των κυκλωμάτων της κοινωνικής αναπαραγωγής και δυσκολεύεται να διασφαλίσει τους υλικούς όρους της επιβίωσης του, εφόσον αδυνατεί να κερδίσει τα προς το ζην πουλώντας την εργασία του στις οικονομικές ελίτ του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Ήδη η ακραία φτώχεια στην οποία έχουν περιέλθει οι μετανάστες επιστρατεύεται από την κυρίαρχη ιδεολογία σαν πρόσχημα που μπορεί να δικαιολογήσει τον εγκλεισμό των προσφύγων, αφού τουλάχιστον μέσα στις “δομές” θα είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση “σε ένα κρεβάτι κι ένα πιάτο φαγητό”. Εδώ πια βρισκόμαστε στο πεδίο των φαντασιακών σημασιών όπου η φιγούρα της ριζικής ετερότητας του εξαθλιωμένου “ξένου”, σαν μια απειλή που έρχεται από τα έξω για να αποσταθεροποιήσει την ετερόνομη κοινωνική ολότητα, συναντά και συγχωνεύεται με την συμβολική αναπαράσταση του φτωχού ως του εχθρού, που απειλεί να υπονομεύσει εκ των έσω τη συνοχή της παγιωμένης κοινωνικής ιεραρχίας. Εξάλλου, αν η φτώχεια είναι το σωρευτικό αποτέλεσμα των λαθεμένων επιλογών των θυμάτων της, αν δεν είναι παρά η χειροπιαστή απόδειξη του ελλείματος που έχουν αυτά σε ικανότητες και φυσικά χαρίσματα, σε ριζική αντίθεση με εκείνους που “πέτυχαν”, τους “άριστους” του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, τότε η εξαθλίωση είναι όχι μόνο η επαρκέστερη απόδειξη, αλλά και η δίκαιη τιμωρία για τη φυσική κατωτερότητα που χαρακτηρίζει εκείνα τα ταξικά υποκείμενα που έχουν εκπέσει σε αυτή την κατάσταση. Αν η “αριστεία” οφείλει να επιβραβεύεται με την απόδοση τιμών και αξιωμάτων, η ανεπάρκεια και η ανικανότητα οφείλει να αντιμετωπίζεται με τον αυστηρότερο και πιο αμείλικτο τρόπο. Η ανάγκη για την προστασία του οικονομικού “δυναμισμού” και της “σφριγηλότητας” του ελληνικού καπιταλιστικού σχημτισμού, φαίνεται ότι επιβάλλει την οριστική εξάλειψη των αντιπαραγωγικών στοιχείων της κοινωνίας που επιβαρύνουν τους υπόλοιπους. Και οι φτωχοί είναι κατά το αδιαμφισβήτητο τεκμήριο της κοινωνικής θέσης τους, όντα αδύναμα, υποδεέστερα. Οφείλουν να υποταχτούν αδιαμαρτύρητα στις “φυσικές” κοινωνικές ιεραρχίες που καθιερώνει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς μέσω της λειτουργίας του. Δεν έχει σημασία από αυτή την άποψη αν οι απόκληροι είναι μουσουλμάνοι ή χριστιανοί, μαύροι ή κίτρινοι, άνδρες ή γυναίκες. Εκείνο που είναι σημαντικό είναι ότι όλοι τους βρίσκονται στο τελευταίο σκαλοπάτι της πυραμίδας των ταξικών διακρίσεων. Αν οι μετανάστες δεν έχουν τίποτα επειδή είναι “ξένοι” που έρχονται από έναν άλλο κόσμο, οι φτωχοί είναι ξένοι στον τόπο τους επειδή ακριβώς δεν έχουν τίποτα. Με αυτόν τον τρόπο αποκτά βαθμιαία συνεκτικότητα το αποκρουστικό αφήγημα του ταξικού ρατσισμού, το αντιδραστικό κοινωνικό φαντασιακό των ελίτ του διεθνοποιημένου καπιταλισμού που “φυσικοποιεί” τις ταξικές διαφορές και τη θεσμοποιημένη κοινωνική ανισότητα.v

V

Πολύ συζήτηση έχει γίνει γύρω από το ζήτημα της στάσης που οφείλουν να κρατήσουν οι αναρχικοί απέναντι στις μαζικές διαμαρτυρίες που ξέσπασαν στα νησιά ενόψει της κατασκευής των κέντρων κράτησης μεταναστών σε Χίο και Μυτιλήνη. Ως συνήθως, οι απόψεις που εκφράστηκαν δημόσια ξεκινούν από την αφοριστική απόρριψη των κινητοποιήσεων ως συλλήβδην ξενοφοβικών και ρατσιστικών και φτάνουν μέχρι την ανοικτή προτροπή για συμμετοχή στις τοπικές λαϊκές εξεγέρσεις που περιλαμβάνουν από καθολικές γενικές απεργίες στα νησιά, μέχρι την βίαιη σύγκρουση και μάχες σώμα με σώμα με τις δυνάμεις καταστολής. Σίγουρα, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι διαμαρτυρίες εκφράζουν κάποιο αίσθημα αλληλεγγύης προς τους δοκιμαζόμενους μεταναστευτικούς πληθυσμούς, εφόσον καμία κινητοποίηση δεν έβαλε ως αίτημα το άνοιγμα των συνόρων και την ελεύθερη διέλευση από αυτά των μεταναστευτικών ροών. Από την άλλη, είναι εύκολο για εμάς να φανταστούμε μια ακόμα πιο τρομακτική αντίδραση από πλευράς των κατοίκων των νησιών. Για παράδειγμα, τα κέντρα κράτησης θα μπορούσαν να γίνουν δεκτά με ενθουσιασμό από έναν αποκτηνωμένο πληθυσμό ντόπιων που θα προσδοκούσε να αποκομίσει πλούσια οικονομικά οφέλη από τη λειτουργία τους και την εκμετάλλευση της καταναγκαστικής εργασίας που θα μπορούσαν να προσφέρουν οι τρόφιμοι του στρατοπέδου. Σε αυτή την περίπτωση, θα βρισκόμασταν πράγματι αντιμέτωποι με έναν συντελεσμένο εκφασισμό της κοινωνικής ολότητας, που θα είχε εντάξει την ύπαρξη των στρατοπέδων στα κυκλώματα αναπαραγωγής του κεφαλαίου στον ελλαδικό χώρο και θα είχε δημιουργήσει τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για την αφομοίωση του θεσμού του εγκλεισμού στο μείζον ετερόνομο κοινωνικό φαντασιακό. Προς το παρόν, η αντίδραση των κατοίκων βιώνεται από αυτούς σαν ρήξη με το κράτος και δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος σαν μονοσήμαντα ξενοφοβική την μαζική αντίσταση μιας ολόκληρης κοινότητας στη δημιουργία μιας φυλακής, ενός κάτεργου για τους μετανάστες στο νησί τους. Η άρνηση αυτή μπορεί να γίνει ο τόπος δημιουργικής συνεύρεσης τους με τους αγωνιστές του αναρχικού χώρου ώστε απο κοινού να καθορίσουμε τους όρους της διεθνιστικής συνύπαρξης με τις μάζες των προσφύγων. Είναι ωραίο να διατυμπανίζουμε μαξιμαλιστικά σλόγκαν, αλλά ποιος αλήθεια μπορεί να εγγυηθεί ότι αν οι μετανάστες μεταφέρονταν στα νησιά για να ζήσουν ελεύθεροι ανάμεσα στους κατοίκους και χωρίς κανέναν περιορισμό, γρήγορα δεν θα φτάναμε σε μια ανοικτή αντιπαράθεση ανάμεσα στις κοινότητες των ντόπιων και των μεταναστών και στον ανταγωνισμό τους για την εκμετάλλευση και ιδιοποίηση σπάνιων πόρων; Έχουν άραγε η Χίος ή η Μυτιλήνη τις προϋποθέσεις για να απορροφήσουν και να θρέψουν με τα δικά τους μέσα τους πλεονάζοντες πληθυσμούς που θέλει να μεταφέρει εκεί το Κράτος; Πολλοί σύντροφοι ξεχνούν ότι ο διεθνισμός δεν είναι μόνον ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε όσους βρίσκονται τυπικά έξω απο τις εθνικά προσδιορισμένες κοινότητες στις οποίες είμαστε εγκλωβισμένοι, αλλά στην πράξη αφορά και τον τρόπο που συνυπάρχουμε και συμβιώνουμε μέσα σε αυτές τις κοινότητες. Την κοινωνική πάλη για τη δημιουργία δομών ισοκατανομής της πολιτικής και οικονομικής δύναμης που θα δημιουργήσει τις “αντικειμενικές” συνθήκες ώστε η άφιξη των προσφύγων να μην γίνεται αντιληπτή σαν υπαρξιακή απειλή από τα κατώτερα στρώματα της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας που βιώνουν ήδη την καθημερινή οδύνη μιας επισφαλούς κοινωνικής συνθήκης που διαρκώς χειροτερεύει.

iΑνακοίνωση της Επιτροπής Εργαζομένων του πρώην ξενοδοχείου City Plaza, http://solidarity2refugees.gr/proin-ergazomeni-city-plaza-gia-tin-apokatastasi-tis-alithias/.

iiΑς πάρουμε για παράδειγμα την πρωτόγνωρη ένταξη των μαζικών προσφυγικών ρευμάτων ως επιλογή στο γεωπολιτικό οπλοστάσιο της Τουρκίας, η οποία χρησιμοποιεί κυνικά και απροκάλυπτα την συγκράτηση ή ενθάρρυνση των μεταναστευτικών ροών σαν πολιτικό εργαλείο για την εξυπηρέτηση των γεωπολιτικών της συμφερόντων. Σε αυτο το σημείο θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι στο έδαφος της Τουρκίας έχουν καταλύσει τέσσερα εκατομμύρια πρόσφυγες από τη Συρία και συνακόλουθα κάθε κριτική που ασκείται ενάντια στο νεο-οθωμανικό καθεστώς θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το βάρος της ανθρωπιστικής καταστροφής που καλείται να αντιμετωπίσει. Δεν θα πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι η ίδια η Τουρκία ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τον πόλεμο στη Συρία, τον οποίο υποδαύλισε και ακόμα συντηρεί με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεση της, πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά και διπλωματικά.

vΓια την έννοια του ταξικού ρατσισμού, Ε. Τραβέρσο, Οι Ρίζες της Ναζιστικής Βίας (Εκδόσεις του 21ου), σελ. 139-153.

Ιστορία μιας γενοκτονίας

kill them all

Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου συγκεντρώνει τους ανώτερους διοικητές του και τους ανακοινώνει: «Σύντροφοι, αύριο το πρωί στις 06.00 θα καταλάβουμε την κυβέρνηση»
Για μια στιγμή επικρατεί σιωπή. Στη συνέχεια, το ακροατήριο ξεσπά σ’ ένα υστερικό γέλιο.
«Γιατί θα πρέπει ο στρατός να ασχοληθεί με τέτοια πράγματα όπως ένα πραξικόπημα; Ούτως ή άλλως εμείς κυβερνάμε το Ισραήλ”!

Παλιό ισραηλινό ανέκδοτο

 

Πολλοί είναι εκείνοι που θα διαφωνούσαν με την χρήση του όρου «γενοκτονία» για να περιγράψουμε το περιεχόμενο της ισραηλοπαλαιστινιακής διαμάχης σε όλη την ιστορικοπολιτική διάσταση της. Δεν μιλάμε εδώ μόνο για τους γνωστούς φιλοσιωνιστές εγκάθετους στα ΜΜΕ, αλλά και για εκείνους τους πολιτικούς αναλυτές, διεθνολόγους κι «εμπειρογνώμονες» που διεκδικούν εύσημα «επιστημονικής αντικειμενικότητας», διατεινόμενοι ότι η αμεροληψία συνίσταται στο να μην παίρνει κανείς σαφή πολιτική θέση ανεξαρτήτως των συνθηκών και των παραμέτρων του προβλήματος που έχει μπροστά του. Από την μεριά μας, θεωρούμε ότι ο ίδιος ο όρος «διαμάχη» είναι ιδεολογικά φορτισμένος και προορίζεται για να εξυπηρετήσει τις πολιτικές σκοπιμότητες των σιωνιστών κατακτητών. Αυτό που συμβαίνει εδώ και εκατό περίπου χρόνια στην Παλαιστίνη δεν είναι μια αμφίρροπη αναμέτρηση ανάμεσα σε δυο μέρη με συμμετρική δύναμη, αλλά ένα συνεχιζόμενο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, μια παρατεταμένη πολεμική εκστρατεία με στόχο τη συστηματική εξολόθρευση ή τον εξανδραποδισμό ενός ολόκληρου λαού από τις πατρογονικές εστίες του. Ο όρος «γενοκτονία» μας βοηθά να συλλάβουμε την μεθοδική αυτή εκστρατεία σε όλο το ιστορικό βάθος της, την δημιουργία από το μηδέν του σιωνιστικού μορφώματος μέσα από τον μαζικό εκτοπισμό των Αράβων με πολεμικές επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας, ή μέσω της μεθοδικής απαλλοτρίωσης της γης τους και την ενσωμάτωση της σε θύλακες εβραϊκών εποικισμών που ακρωτηριάζουν τα Παλαιστινιακά εδάφη. Χάρη στον συνδυασμό και την επιδέξια εναλλαγή των δύο αυτών πρακτικών από το παγκόσμιο Σιωνιστικό κίνημα, δημιουργήθηκαν τα πληθυσμιακά κι εδαφικά fait accompli που οδήγησαν τελικά στην διπλωματική αναγνώριση του Κράτους του Ισραήλ ως πολιτικής «πραγματικότητας». Αυτή η «πραγματικότητα» της ύπαρξης μιας εβραϊκής εθνικής εστίας στην Παλαιστίνη, με την σειρά της έχει δημιουργήσει νέα γεωπολιτικά δεδομένα που στο όνομα της ασφάλειας και του εθνικού συμφέροντος του ισραηλινού Κράτους, έχουν μετατρέψει τους Παλαιστίνιους σε έναν λαό-φάντασμα, καταπιεσμένο, εξόριστο και ακρωτηριασμένο.

Μια απλή επισκόπηση της ραγδαίας ανατροπής των δημογραφικών ισορροπιών ανάμεσα στον αραβικό πληθυσμό και το εβραϊκό στοιχείο στο εσωτερικό της Παλαιστίνης στο διάστημα από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα μέχρι και σήμερα, αρκεί για να τεκμηριώσει εμπειρικά το προμελετημένο έγκλημα της αργής εξαφάνισης ενός ολόκληρου λαού από προσώπου γης. Xαρακτηριστικά, αναφέρουμε ότι το 1914 η εβραϊκή κοινότητα της Παλαιστίνης αποτελούσε το 7,6% του συνολικού πληθυσμού της περιοχής. Το 2005 η αναλογία αυτή έχει φτάσει στο 50,7% σε όλη την έκταση της Παλαιστίνης περιλαμβανόμενων των κατεχόμενων Παλαιστινιακών περιοχών αλλά και των Συριακών υψιπέδων του Γκολάν και το 79% στα κατεχόμενα από τους σιωνιστές εδάφη εντός του Ισραήλ.i Το έγκλημα αυτό ξεκίνησε από τις μαζικές εκκαθαρίσεις του ισραηλινού «πολέμου της ανεξαρτησίας» του 1947 και αναπαράγεται με την στρατιωτική κατοχή της Γάζας και της Δυτικής Όχθης και τους ρατσιστικούς Θεμελιώδεις Νόμους που διασφαλίζουν τον εβραϊκό χαρακτήρα του Κράτους του Ισραήλ.ii Μιλούμε λοιπόν για γενοκτονία γιατί η εθνοκάθαρση των Παλαιστινιακών εδαφών από τον Αραβικό πληθυσμό που κατοικούσε εκεί αποτέλεσε την αναγκαία συνθήκη για την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους στην περιοχή. Η σύγχρονη μετασιωνιστική ιστοριογραφία έχει αποδείξει επαρκώς ότι η εθνοκάθαρση των γηγενών Παλαιστίνιων ξεκίνησε από το 1947 με την μαζική εκκαθάριση (φυσική εξόντωση ή μαζικός εκτοπισμός) του μεγαλύτερου μέρους του Αραβικού πληθυσμού της Παλαιστίνης και την απαλλοτρίωση των εδαφών και περιουσιών τους. Το επιχείρημα που αναμασά διαρκώς η σιωνιστική προπαγάνδα είναι ότι οι ηττημένοι Παλαιστίνιοι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους εθελοντικά διότι δεν ήταν διατεθειμένοι να συμβιώσουν ειρηνικά με τους εβραίους «σε μια κοινή πατρίδα». Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι η αμείλικτη τρομοκρατία της Ιργκούν και της Χαγκάνα ανάγκασε τους Παλαιστίνιους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να μην βρεθούν σφαγμένοι κι αυτοί όπως οι κάτοικοι του Ντέιρ Γιασσίν (254 άμαχοι χωρικοί σφαγμένοι από τους ισραηλινούς τρομοκράτες), καθώς και η απατηλή υπόσχεση των εβραίων εποίκων ότι η φυγή τους θα ήταν προσωρινή και ότι το νεοσύστατο εβραϊκό κράτος θα τους επέτρεπε να επανακάμψουν στις εστίες τους μετά την παύση των εχθροπραξιών.iii Η ορθότητα αυτού του ισχυρισμού αποδεικνύεται από την μετέπειτα αδιάλλακτη στάση που κράτησε το Κράτος του Ισραήλ ως προς το ζήτημα της επιστροφής των προσφύγων. Αν το «πολιτισμένο» και «δημοκρατικό» Ισραήλ δεν επιθυμεί και ποτέ δεν επιδίωξε την εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης από τους Άραβες, θα πρέπει να αναρωτηθούμε για ποιους λόγους εδώ και 70 χρόνια οι σιωνιστικές κυβερνήσεις εμμένουν στην πάγια διπλωματική θέση τους ότι αποκλείεται οποιαδήποτε συζήτηση για επιστροφή των προσφύγων από την διπλωματική ημερήσια διάταξη της «ειρηνευτικής διαδικασίας».iv Μήπως γιατί αν επιστρέψουν οι πρόσφυγες το πολυαγαπημένο τους καθαρό φυλετικό εβραϊκό κράτος με την τεχνητή εβραϊκή πλειοψηφία του θα πάψει να υφίσταται στην πράξη;

Η μεγάλη πλειοψηφία του Παλαιστινιακού λαού ζούνε σήμερα σαν τα ζώα σε πάμφτωχους προσφυγικούς καταυλισμούς – γκέτο στον Λίβανο, στην Ιορδανία και αλλού με μοναδική ελπίδα ότι κάποια μέρα θα ξαναδούν τα σπίτια και τα χωριά τους, αλλά και με τον διαρκή φόβο της επόμενης επιδρομής των ισραηλινών που θα τους κατασφάξουν όπως έκαναν στην Σάμπρα και την Σατίλα. Το νομικό καθεστώς των εξόριστων Παλαιστινιακών πληθυσμών παραμένει παντού αμφιλεγόμενο αφού καμιά Αραβική χώρα από όσες έχουν στα εδάφη τους προσφυγικούς καταυλισμούς (Λίβανος, Ιορδανία) δεν έχει αποδώσει πολιτικά δικαιώματα στους κατοίκους των καταυλισμών, με την (φωτεινή) εξαίρεση της Συρίας.v Ούτε βέβαια οι Παλαιστίνιοι προστατεύονται από τις διεθνείς συνθήκες για τα δικαιώματα των προσφύγων, αφού η ίδια η ισραηλο-παλαιστινιακή διαμάχη δεν πληρεί τις προδιαγραφές που ορίζουν οι διεθνείς συνθήκες για να χαρακτηριστεί επίσημα η Παλαιστίνη ως εμπόλεμη ζώνη. Ουσιαστικά, πρόκειται για την ίδια νομική αμφισημία που δίνει το περιθώριο στο Ισραήλ να μην αποδίδει δικαιώματα εμπολέμων στους Παλαιστίνιους μαχητές που αιχμαλωτίζει, αλλά να τους αντιμετωπίζει σαν «μη-νόμιμους μαχητές», άτακτους που δεν υπόκεινται στις κανονιστικές διατάξεις του διεθνούς δικαίου και γι’ αυτό ευάλωτους σε κάθε είδους μεταχείριση, από μαζικές δολοφονίες, μέχρι αποτρόπαια βασανιστήρια, ομηρίες και «παράνομο» μακροχρόνιο εγκλεισμό. Επειδή ο αστικός «πολιτισμός» αδυνατεί να αντιληφθεί την υπόσταση ενός ανθρώπινου όντος ως τέτοιου, και δεν αναγνωρίζει παρά μόνο μονάδες των οποίων τα όποια δικαιώματα εκπορεύονται από την ιδιότητα τους ως υπηκόων κάποιας ετερόνομης κρατικής οντότητας, οι εξόριστοι Παλαιστίνιοι, παραμένουν ένας «ξεχασμένος λαός», έρμαια στις εχθρικές διαθέσεις των αραβικών κυβερνήσεων που τους απεχθάνονται ως ξένα σώματα και τους βλέπουν σαν δυνητική απειλή για την σταθερότητα των καθεστώτων τους, και πλήρως εκτεθειμένοι στις φονικές επιδρομές της ισραηλινής πολεμικής μηχανής, κάθε φορά που οι σιωνιστές ψάχνουν αφορμή για την εξαπόλυση ενός ακόμη περιφερειακού πολέμου στην Μέση Ανατολή.vi

Όταν το Ισραήλ δεν ασχολείται με το να βομβαρδίζει τους γείτονες του, να προκαλεί ένοπλες περιφερειακές συρράξεις και να υφαρπάζει μαζικά Παλαιστινιακά και Αραβικά εδάφη (1947, 1967, 1981), συνεχίζει την εκστρατεία γενοκτονίας κατά των πολύπαθων Παλαιστινίων με άλλους τρόπους. Από αυτή την άποψη, η πολιτική των σιωνιστών ως προς το εδαφικό ζήτημα στις κατεχόμενες περιοχές της Γάζας και της Δυτικής Όχθης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο αδιάλειπτος εποικισμός των Παλαιστινιακών εδαφών (που αποτελούν επίσημη πολιτική του Ισραηλινού κράτους) είναι μια από αυτές τις πολιτικές, όπου εβραϊκοί θύλακες δημιουργούνται δια της βίας μέσα σε Παλαιστινιακά χωριά και περιοχές με αμιγώς αραβικούς πληθυσμούς.vii Οι περιοχές αυτές ακρωτηριάζονται και διαμελίζονται για να φτιάξουν τις πολυτελείς βιλλάρες τους εκατό έποικοι, κατά κανόνα ακροδεξιών και μισαλόδοξων πεποιθήσεων. Αργότερα περικλείονται με το έτσι θέλω στην επίσημη επικράτεια του Ισραήλ κόβοντας τα Παλαιστινιακά χωριά στην μέση και απαλλοτριώνοντας μονομερώς τα εδάφη τους, καταστρέφοντας τις υλικές προϋποθέσεις και τις υποδομές για την επιβίωση τους. Οι εκτάσεις περιφράσσονται και οι Παλαιστίνοι απαγορεύεται να περάσουν μέσα από τα εδάφη όπου περνούν οι αυτοκινητόδρομοι, τα εμπορικά κέντρα και τα γήπεδα γκολφ που φτιάχτηκαν για την ψυχαγωγία των καλοταϊσμένων εποίκων.viii Τα παραπάνω δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη. Ο διαρκής αποικισμός της Παλαιστίνης και ο σταδιακός σφετερισμός όλο και μεγαλύτερου μέρους των αραβικών εδαφών ήταν η μέθοδος που χρησιμοποίησαν οι πρώτοι Σιωνιστές για να δημιουργήσουν πληθυσμιακά και εδαφικά fait accompli που αργότερα ενσωματώθηκαν στην επίσημη ισραηλινή επικράτεια. Η μέθοδος αυτή αποδίδει μια χαρά εδώ και 60 χρόνια, και οι ισραηλινοί δεν έχουν κανέναν λόγο να την αλλάξουν τώρα. Χιλιάδες έχουν υπάρξει τα θύματα των Παλαιστινίων σε αυτόν τον άνισο αγώνα ανάμεσα σε έναν άμαχο πληθυσμό οπλισμένο με αυτοσχέδια βαρελότα (που ο διεθνής τύπος αποκαλεί παραπαλνητικά “ρουκέτες”) και την πιο τέλεια εξοπλισμένη πολεμική μηχανή του πλανήτη. Χιλιάδες είναι οι κτηνωδίες που έχουν διαπράξει οι κατοχικές δυνάμεις πυροβολώντας ασθενοφόρα, σχολεία, κλινικές, οικιστικά συγκροτήματα, ανήλικα παιδάκια και όποιο άλλο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας μπορεί κανείς να φανταστεί.

Ο μόνος λόγος που το Παλαιστινιακό έθνος επιβιώνει ακόμα είναι, α) διότι αναπαράγεται με τρομερούς δημογραφικούς ρυθμούς και β) διότι κανείς δεν τους θέλει και δεν έχουν που αλλού να πάνε. Ειδάλλως, έχουμε την αίσθηση ότι τώρα θα συζητάγαμε για το Παλαιστινιακό έθνος που κάποτε υπήρξε και που τώρα μόνο υπολείμματα του επιβιώνουν, όπως έκαναν οι (μέντορες του Ισραήλ) Η.Π.Α. με τους γηγενείς ινδιάνους. Πράγματι, ο λαός των αμερικανών ινδιάνων δεν εξαφανίστηκε μέσα σε μια νύχτα. Η εξαφάνιση των ινδιάνων ήταν μια διαδικασία που διήρκεσε τουλάχιστον 1,5 αιώνα εάν θεωρήσουμε ότι ξεκίνησε με την ίδρυση των ΗΠΑ ως ανεξάρτητου κράτους και τελείωσε το 1924 με τη νομοθεσία για την απόδοση Αμερικανικής υπηκοότητας στους ιθαγενείς. Ορόσημο της γενοκτονίας αποτελούν οι «Συμφωνίες» του 1876 με τις οποίες οι ινδιάνικοι πληθυσμοί θα μεταφέρονταν σε γκετοποιημένους καταυλισμούς, στους οποίους θα μπορούσαν να ζουν με φαινομενική αυτονομία από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ. Μια συμφωνία στην οποία οι αυτόχθονες διέβλεψαν ένα τέχνασμα που προδιέγραφε την αρχή του τέλους, γιατί ουσιαστικά σήμαινε ότι δέχονταν να είναι φιλοξενούμενοι στην ίδια τους τη γη, την οποία κάποτε μπορούσαν να περιδιαβαίνουν ελεύθερα ως νομάδες. Η συγκατάθεση των περισσοτέρων φυλών αποσπάστηκε με την βία από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ενώ άλλες φυλές υπαναχώρησαν επειδή απλούστατα δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Ας αναλογιστούμε τα πρώτα καραβάνια οπλισμένων Αγγλοσαξόνων έποικων που εγκαταστάθηκαν στην Αμερικανική δυτική μεθόριο. Μετά ας φέρουμε κατά νου τον οπλισμένο μέχρι τα δόντια αγρότη του κιμπούτς και θα καταλάβουμε την κοινή συνισταμένη των σχεδιασμών των Αμερικανικών και Ισραηλινών ελίτ για το μέλλον της Παλαιστίνης.

 

 

ii Το Ισραήλ δεν διαθέτει γραπτό σύνταγμα. Η πολιτειακή μορφή και το περιεχόμενο των θεσμών του κράτους καθορίζεται από τους Θεμελιώδεις Νόμους.

iii Για μια ιστορική αναδρομή στην προμελετημένη αγριότητα της σφαγής του Ντέιρ Γιασσίν, N. Finkelstein, Εικόνα και πραγματικότητα της ισραηλο-παλαιστινιακής διαμάχης (Εκδόσεις 21ου), σελ. 154.

iv Αυτό που αποκαλούμε «από-Αραβοποίηση». Ο όρος κατασκευάστηκε από τον Εβραίο ιστορικό Ίλαν Πάπε, έναν από τους πιο διάσημους διαφωνούντες ισραηλινούς διανοουμένους. Όταν λέμε από-Αραβοποίηση δεν εννοούμε τον ταυτόχρονο αφανισμό όλων των Παλαιστινίων, σαν από ατομική βόμβα. Μιλάμε για την διεξαγωγή μιας μακροχρόνιας συστηματικής εκστρατείας εθνοκάθαρσης από το Ισραήλ, ώστε να καταστεί η ζωή στην Παλαιστίνη ανυπόφορη για τους άραβες, είτε μέσω της καταστολής, είτε με στερήσεις, εκτεταμένη εξαθλίωση και μαζικές δολοφονίες, προκειμένου να αναγκαστούν να μεταναστεύσουν. Il. Pappe, The History of Israel Reconsidered , http://www.thirdworldtraveler.com/Pappe_Ilan/Hx_Israel_Reconsider_Pappe.html.

vi W.J, Martin,The Palestinians: The Forgotten People, http://www.countercurrents.org/martin220412.htm.

vii Πράγματι, από το 2013 κι έπειτα η εβραϊκή εποικιστική δραστηριότητα στα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη αυξήθηκε σε ποσοστό 70%. Στο, S. Ho, Settlement construction rate rises 70% in 2013, http://www.timesofisrael.com/settlement-construction-rate-rises-70-in-2013/.

viii Ενδεικτικές της χλιδής που χαρακτηρίζει την καθημερινή διαβίωση στους εποικιστικούς θύλακες είναι οι φωτογραφίες από τον εβραϊκό οικισμό του Μάαλε Αντουμίμ, https://en.wikipedia.org/wiki/Ma%27ale_Adumim .

Η βάρβαρη Αμερική

160222-D-HV319-001

Ιδού, εδώ είναι γυμνός κι όχι… όμορφος: ο ανθρωπισμός μας δεν ήταν παρά μια ψευδής ιδεολογία, η εξαίρετη αιτιολόγηση της λεηλασίας. Οι τρυφερότητες του και η λεπτολογία του εγγυώνται τις επιθέσεις μας”.

Jean Paul Sartre, πρόλογος στο βιβλίο του Franz Fanon, Της Γης οι Κολασμένοι

Η εν ψυχρώ δολοφονία του Κάσεμ Σολεϊμάνι από τον στρατό των ΗΠΑ είναι μια ενέργεια χωρίς προηγούμενο στα χρονικά των διεθνών σχέσεων. Δεν το λέμε αυτό επειδή τέτοιες εξωδικαστικές δολοφονίες δεν έχουν διαπραχθεί ποτέ ξανά στο παρελθόν από κάποιο κράτος. Η ισραηλινή Μοσάντ υπήρξε η αμφιλεγόμενη πρωτοπόρος σε αυτό το είδος των ενεργειών, εφόσον εδώ και δεκαετίες διεξάγει τέτοιες θανάσιμες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον οποιουδήποτε κρίνει ότι με τη στάση του/της εμποδίζει την εκπλήρωση των γεωπολιτικών επιδιώξεων του Ισραήλ. Ωστόσο, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, πάντοτε οι ισραηλινοί είχαν τη σύνεση να μην διεκδικήσουν επίσημα την πατρότητα για αυτές τις ειδεχθείς πράξεις κρατικής τρομοκρατίας. Δεν είναι μόνο ότι τέτοιες ενέργειες έρχονται σε σύγκρουση με τις εν πολλοίς ανεπαρκείς ασφαλιστικές δικλείδες του εύθραυστου νομικού οικοδομήματος που αποκαλούμε διεθνές δίκαιο. Η δολοφονία ενός υψηλόβαθμου κρατικού αξιωματούχου στο έδαφος μιας τρίτης χώρας υπονομεύει ακόμα και τις πιο στοιχειώδεις πρακτικές του εθιμικού δικαίου που κάνει δυνατή έστω και μια βεβιασμένη μορφή συνύπαρξης ανάμεσα στα κράτη. Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε για μια στιγμή πώς θα ήταν ο κόσμος αν κάθε κράτος αποφάσιζε ότι έχει το δικαίωμα να εξοντώσει όσους το ίδιο ορίζει σαν “εχθρούς” ή ανταγωνιστές του με μεθοδικά προληπτικά χτυπήματα σε καιρό ειρήνης. Οι ρουκέτες ξαφνικά θα άρχιζαν να πέφτουν βροχή. Η υποτυπώδης συνεννόηση που είναι η αναγκαία συνθήκη για μια εκτενέστερη και πιο συστηματική διαβούλευση γύρω από τις θεμελιώδεις αρχές ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας, ή έστω ενός ιεραρχικού διεθνούς συστήματος που διέπεται από δομικές ανισότητες πλούτου, ισχύος, κλπ., αλλά τουλάχιστον αναγνωρίζει το δικαίωμα του κάθε κράτους να υπάρχει ως ξεχωριστή οντότητα, θα κατέρρεε ολοκληρωτικά μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου ο πόλεμος ποτέ δεν θα τελείωνε και ο στόχος θα ήταν η καθολική υπαρξιακή εκμηδένιση του αντιπάλου.

Αυτή τη λογική εκφράζει έμπρακτα η δολοφονία του Κάσεμ, εφόσον οι ΗΠΑ όχι μόνο δεν αρνήθηκαν ότι είναι υπαίτιες για τούτη την επίδειξη βαρβαρότητας, αλλά τουναντίον υιοθετούν πρόθυμα την ευθύνη και διατείνονται ότι η ενέργεια τους ήταν με κάποιον τρόπο δικαιολογημένη κι επιβεβλημένη. Η κυνική διάθεση που δείχνει η αμερικανική ελίτ, όχι απλώς να αναγορεύσει τα εγωιστικά κριτήρια του γεωπολιτικού της συμφέροντος σε μοναδική κατευθυντήρια αρχή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ (αυτή η διάθεση υπάρχει πάντοτε και χαρακτηρίζει τις πολιτικές κάθε ισχυρού κρατικού μορφώματος), αλλά να πράξει σαν τα κριτήρια αυτά να υπερισχύουν οποιασδήποτε έννοιας ηθικής και θεσμικής αναγνώρισης του αντιπάλου, είναι το καινούριο στοιχείο που φέρνουν οι ΗΠΑ στη διεθνή πολιτική σκηνή. Ένα στοιχείο που σηματοδοτεί την οριστική ρήξη ανάμεσα στις ΗΠΑ και σε οποιαδήποτε λογική ειρηνικής συνύπαρξης πάνω στην οποία μπορεί να αναπτυχθεί ένα εποικοδόμημα νομικών ρυθμίσεων που θα μπορούσε να συντελέσει στην άνοδο μιας κανονικότητας στις διεθνείς σχέσεις.

Αντιμέτωπες με ένα διεθνές σύστημα που γίνεται ολοένα και πιο ανυπάκουο, όλο και πιο ανεξάρτητο από τη δεσποτική θέληση τους, οι ΗΠΑ επιλέγουν να κινηθούν έξω από τα όρια αυτού του συστήματος και να το υπονομεύσουν. Ο Τραμπ πρώτα έκοψε τη χρηματοδότηση των θεσμικών οργάνων του ΟΗΕ, με συνέπεια το πολυάριθμο υπαλληλικό προσωπικό της πολυεθνικής γραφειοκρατίας που εδώ και χρόνια υπηρέτησε με αξιοσημείωτη αίσθηση του καθήκοντος τα συμφέροντα της υπερδύναμης, τους τελευταίους μήνες να βρίσκεται μπροστά στο πρωτοφανές φάσμα της καθυστέρησης στην καταβολή της πληρωμής για τα δεδουλευμένα του.i Πριν από αυτό, ο εκκεντρικός πρόεδρος των ΗΠΑ είχε αποχωρήσει από την πολυμερή συνθήκη για την κλιματική αλλαγή, ενώ έσυρε κακήν κακώς τη χώρα του έξω από τη διεθνή συμφωνία για την ανάπτυξη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, μια κίνηση που ερμηνεύτηκε από αμφότερους φίλους κι εχθρούς των ΗΠΑ ως βραδυφλεγής βόμβα ενάντια στην προσπάθεια αποτροπής μιας γενικευμένης διακρατικής πολεμικής σύρραξης.ii Ακόμα και η άρνηση της κυβέρνησης Τραμπ να επικυρώσει την δυστοπική συνθήκη TTIP για το “ελεύθερο” εμπόριο ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ, υποκινήθηκε από την επίγνωση που έχει ένα τμήμα της αμερικανικής ελίτ ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες διεξάγεται το διεθνές εμπόριο έχει πάψει προ πολλού να εγγυάται την απρόσκοπτη αναπαραγωγή της παγκόσμιας ηγεμονίας της στη σφαίρα της διεθνοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας.iii Δεν υπήρξε ωστόσο ποτέ ένας κυρίαρχος που δέχτηκε να αποχωρήσει φρόνιμα και σιωπηρά από το προσκήνιο της ιστορίας. Ο εξουσιαστής πρώτα θα προτιμήσει να δει τη γη να γίνεται στάχτη μπροστά στα μάτια του, προτού παραιτηθεί εθελοντικά από το “δικαίωμα” του να κυβερνά τον κόσμο.

Η μέθοδος που επέλεξαν οι ΗΠΑ προκειμένου να διεκπεραιώσουν το χτύπημα εναντίον του ανυποψίαστου Σολεϊμάνι (εκτοξεύοντας ρουκέτες από ένα άψυχο μηχάνημα 100 μέτρα πάνω απ’ το έδαφος), είναι από μόνη της ένας συμβολισμός για τη θέση του απομονωμένου παρία που τους αναλογεί τόσο ανάμεσα στους λαούς της Μ. Ανατολής, όσο και στην κοινότητα των λαών με την ευρεία έννοια. Είναι την ίδια στιγμή δείγμα της δύναμης και της αδυναμίας τους. Το στοιχείο της δύναμης έγκειται στο γεγονός ότι αποδείχτηκε για μια ακόμα φορά πως κανείς δεν μπορεί να πιστεύει πως είναι απρόσβλητος από την φονική αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής μηχανής της υπερδύναμης. Οι ΗΠΑ επιφύλαξαν στον άλλοτε κραταίο στρατηγό της ισλαμικής “δημοκρατίας” την ατιμωτική μοίρα ενός τριτοκοσμικού πολέμαρχου, ή ενός αγνώστου ταυτότητας αντάρτη, από τις χιλιάδες που η κρεατομηχανή του ΝΑΤΟ έχει ανατινάξει τα τελευταία χρόνια σε κάποια ανυπότακτη γωνιά της οικουμένης και που ποτέ δεν θα μάθουμε το όνομα τους. Αναμφίβολα, η οδυνηρή διαπίστωση ότι σε κάθε στιγμή είναι πιθανό για κάποιον να μετατραπεί σε μια άμορφη μάζα καμμένου κρέατος, λειτουργεί σαν αντικίνητρο και ακυρώνει πολλά από τα θέλγητρα που μπορεί να συνεπάγεται η κατοχή ενός κρατικού αξιώματος στην ισλαμική “δημοκρατία”. Κι εφόσον οι ΗΠΑ αρνούνται να λογοδοτήσουν ή να συμμορφωθούν με τους διεθνείς κανόνες που ορίζουν τις συνθήκες που πρέπει να συντρέχουν για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης, το να προκαλέσει κανείς τη δυσαρέσκεια ή την οργή της υπερδύναμης ισοδυναμεί με τη λεπτή διαχωριστική γραμμή που χωρίζει μια ήρεμη και μακροχρόνια ζωή από έναν εκκωφαντικό, παραδειγματικό θάνατο.

Από την άλλη, η εκτέλεση του ιρανού αξιωματούχου με χρήση στρατιωτικού drone δείχνει την απομόνωση στην οποία έχουν περιέλθεί οι ΗΠΑ στην περιοχή, την έλλειψη δηλαδή φυσικών συμμάχων στο έδαφος. Στρατηγικά, το Ιράν βρίσκεται στην καλύτερη φάση της μετεπαναστατικής ιστορίας του. Στη Συρία, ο οργανικός σύμμαχος των ιρανών Άσαντ φαίνεται πως εδραιώνει ξανά σταθερά το μπααθικό καθεστώς και θέτει υπό την κυριαρχία του το σύνολο της συριακής επικράτειας. Στον Λίβανο, για πρώτη φορά μετά από τριάντα χρόνια ένοπλης αντίστασης στην ισραηλινή επιθετικότητα, η Χεζμπολάχ εισήλθε στην κυβέρνηση και μάλιστα από τη θέση του πλειοψηφικού εταίρου, ενώ στο αραβικό Ιράκ, οι σιιτικές πολιτοφυλακές οι οποίες διατηρούν αδελφικές σχέσεις με το βαθύ κράτος του Ιράν (Φρουροί της Επανάστασης) ελέγχουν πλήρως τη χώρα έπειτα από τη στρατιωτική συντριβή του σουνιτικού ISIS. Η στρατηγική ισχύς του Ιράν μάλιστα είναι τέτοια που του επιτρέπει να αναλαμβάνει κι επιθετικές πρωτοβουλίες στη διεθνή σκακιέρα οι οποίες αποβλέπουν στην περαιτέρω ανατροπή του περιφερειακού συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος του. Άλλωστε, στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να κατανοήσουμε και την απόσχιση του Κατάρ από τον ρόλο του πειθήνιου δορυφόρου της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και την υποδαύλιση μιας παλλαϊκής εξέγερσης στην Υεμένη, μιας χώρας που στρατηγικά ανήκει στο μαλακό υπογάστριο της Σαουδικής Αραβίας και απειλεί να φέρει τον ιρανικό στρατό έξω από τα νότια σύνορα του αιώνιου ανταγωνιστή του στην Μέση Ανατολή.iv

Θα πρέπει κανείς εδώ να έχει κατά νου πως ο μουσουλμανικός κόσμος κάθε άλλο παρά ενωμένος είναι. Αντίθετα υπάρχει μια βασική διαχωριστική γραμμή που πολύ σχηματικά τέμνει τις χώρες του ισλάμ και τις χωρίζει σε δύο αντίπαλα, ανταγωνιστικά στρατόπεδα. Η γραμμή αυτή εν πολλοίς αντιστοιχεί στην ιστορική διαμάχη που υπάρχει στο Ισλάμ ανάμεσα σε ένα σουνιτικό κατεστημένο που κατέχει την πολιτική εξουσία και τα ταξικά προνόμια στις περισσότερες ισλαμικές κοινωνίες και στις υποδέεστερες μάζες των φτωχών και των πληβείων που κατά κανόνα ανήκουν στη σιιτική εκδοχή της ισλαμικής θεολογίας και πληρώνουν το τίμημα της ταξικής υποδούλωσης τους εξαιτίας της διαχρονικής αντιπαράθεσης τους με τους σουνίτες κυρίαρχους. Η Σαουδική Αραβία είναι η δύναμη που ηγεμονεύει και καθοδηγεί τις προνομιούχες τάξεις των σουνιτών, ενώ το Ιράν, από την ισλαμική επανάσταση κι έπειτα, αποτέλεσε το ιδεολογικό, πολιτικό και πολιτισμικό σημείο αναφοράς γύρω από το οποίο συσπειρώνονται οι πάσης φύσεως απόκληροι και τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα του μουσουλμανικού κόσμου. Έτσι, όταν μιλάμε για τις στρατηγικές συμμαχίες του Ιράν στην περιοχή δεν αναφερόμαστε μονάχα σε διακρατικές συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ των ελίτ ερήμην και σε βάρος του λαϊκού παράγοντα, αλλά στην ταύτιση σε επίπεδο πολιτικής και συμβολισμού με στρώματα και κοινωνικές τάξεις των οποίων τα ταξικά συμφέροντα και τις επιθυμίες η ιρανική πολιτική έχει αναλάβει εξορισμού να υπερασπιστεί και να φέρει σε πέρας. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί οτι η συγχώνευση ανάμεσα στους γεωστρατηγικούς στόχους που υπηρετεί η εξωτερική πολιτική του Ιράν και στα ταξικά συμφέροντα των υποτελών κοινωνικών ομάδων στις αραβικές χώρες σίγουρα δεν είναι το αποτέλεσμα της ανιδιοτελούς αφοσίωσης που τρέφουν οι μουλάδες προς τους απανταχού φτωχούς και καταπιεσμένους. Αντίθετα, συνιστά το προϊόν των αντικειμενικών αναγκών από τις οποίες διέπεται το ιρανικό στρατηγικό δόγμα και δεν είναι άλλο από τη διαμόρφωση στις γύρω χώρες ενός ευνοϊκά διακείμενου προς το θεοκρατικό καθεστώς πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού περιβάλλοντος με την επικράτηση των φιλοϊρανικών, ριζοσπαστικών τάσεων. Ο βαθμός κατά τον οποίο η πολιτική στο γεωστρατηγικό επίπεδο είναι πλήρως αποκομμένη από τις κατά τόπους υλικές ανάγκες και επιθυμίες των κατώτερων τάξεων, ή τουναντίον κατορθώνει να εκφράσει ταξικά συμφέροντα και τις συλλογικές επιθυμίες μιας μερίδας από τα λαϊκά στρώματα, είναι η διαφορά ανάμεσα στον αποκομμένο και αυταρχικό ιμπεριαλισμό των κυρίαρχων ελίτ (ΗΠΑ) και σε μια γεωπολιτική προσέγγιση που αποτελεί συνέχιση κι έκφραση μιας υπαρκτής ταξικής πραγματικότητας που βρίσκει απήχηση στους λαούς της κάθε περιφέρειας.

iiiΓια μια συνοπτική κριτική της TTIP, https://www.provo.gr/i-diktatoria-pou-erxetai/.

ivΈνας από τους αδιαπραγμάτευτους όρους που περιλαμβάνε το διπλωματικό τελεσίγραφο το οποίο επέδωσε η Σαουδική Αραβία στο Κατάρ για να μην προχωρήσει στην επιβολή οικονομικού αποκλεισμού σε βαρός του, ήταν η άμεση και ολοκληρωτική διάρρηξη των εμπορικών δεσμών και των διπλωματικών σχέσεων του εμιράτου με το Ιράν. Απαίτηση στην οποία το Κατάρ αρνήθηκε κατηγορηματικά να ενδώσει. https://www.aljazeera.com/news/2019/06/qatar-blockade-gulf-crisis-190604220901644.html.

Η φιλάνθρωπη ολιγαρχία

master and servant

Γράψε στην αρχή της πρώτης σελίδας:

εγώ δεν μισώ τους ανθρώπους

κανέναν δεν κλέβω

μα αν πεινάσω τρώω τη σάρκα του σφετεριστή μου.

Φυλάξου.

Από την πείνα μου φυλάξου

κι απ’ την οργή μου”.

Μ. Νταρουίς, Ταυτότητα

Μια ανεξήγητη μανία φαίνεται ότι έχει κυριεύσει τελευταία την οικονομική ολιγαρχία αυτού του τόπου. Μια μανία για μεγαλεπίβολες χειρονομίες αφιλοκερδούς προσφοράς προς το κοινωνικό σύνολο. Ο εφοπλιστής Π. Λασκαρίδης χάρισε πρόσφατα στο πολεμικό ναυτικό ένα πολυδύναμο σκάφος μήκους τριάντα μέτρων, ικανού να χρησιμοποιηθεί σε μια πολλαπλότητα ρόλων ως προς τη διεξαγωγή του πολέμου στη θάλασσα. Αυτή δεν είναι η μοναδική τέτοια δωρεά που έχει κάνει ο Λασκαρίδης, ο οποίος φαίνεται ότι κατατρύχεται από μια ιδιαίτερη ανησυχία σχετικά με τη διατήρηση του αξιόμαχου του πολεμικού ναυτικού της χώρας. Σε ένα άλλο πεδίο εθελοντικής προσφοράς, το ίδρυμα Στ. Νιάρχος προχώρησε σε μια σημαντική χορηγία προς το Αττικό νοσοκομείο, αναλαμβάνοντας να χρηματοδοτήσει τη δαπάνη για την αγορά και την εγκατάσταση δύο υπερσύγχρονων γραμμικών επιταχυντών που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του καρκίνου μέσω στοχευμένων ακτινοθεραπειών. Επιπλέον, το ίδρυμα που έστησε ο όμιλος εταιρειών του Νιάρχου αποτελεί τα τελευταία χρόνια σημείο αναφοράς για τη διοργάνωση μαζικών πολιτιστικών εκδηλώσεων ανοικτών για το ευρύ κοινό, ενώ η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών που ανήκει στο ίδρυμα Ωνάσση, έχει επιλέξει μια πιο ελιτίστικη προσέγγιση και ασχολείται κυρίως με την εργολαβική προώθηση αβάντ-γκαρντ καλλιτεχνικών δρώμενων που αφορούν λίγους κι ευκατάστατους μυημένους.

Τι κρύβεται λοιπόν πίσω από αυτές τις όψιμες χειρονομίες καλής θέλησης από τους βαρόνους του χρήματος προς τη χειμαζόμενη κοινωνία; Μήπως τελικά ισχύει το τετριμμένο κλισέ σύμφωνα με το οποίο φτάνει κάποτε η στιγμή όπου όταν κανείς συγκεντρώσει στη ζωή του δυσανάλογο πλούτο και δύναμη αισθάνεται την ανάγκη να δώσει κάτι πίσω στην κοινωνία που τον ανέδειξε; Θεωρώ εντελώς απίθανη μια παρόμοια εξήγηση μιας και άνθρωποι σαν τον Νιάρχο ή τον Λασκαρίδη, πανίσχυροι πλοιοκτήτες που ενσαρκώνουν την αρχετυπική φιγούρα του κυρίαρχου φαντασιακού περί “αυτοδημιούργητων επιχειρηματιών” που δούλεψαν σκληρά για να πετύχουν, είναι απολύτως φυσικό κι αναμενόμενο να μην αισθάνονται ότι χρωστούν το παραμικρό στα υποδεέστερα, ασήμαντα ανθρωπάκια τα οποία, χάρη στην ανώτερη ευφυΐα και ικανότητα τους έφτασαν να εκμεταλλεύονται στα καράβια και τις επιχειρήσεις τους. Ούτε νομίζω ότι είναι αρκετή η αναφορά στα φορολογικά οφέλη που μπορεί να αποκομίζει η οικονομική ελίτ από τη δημόσια ενασχόληση της με δραστηριότητες φιλανθρωπικού χαρακτήρα, παρά το γεγονός ότι αυτή είναι μια παράμετρος που δεν γίνεται να παραβλέψουμε.

Σίγουρα, η μείωση του φορολογικού συντελεστή χάρη σε κάποια εκατομμυριάκια που εκπίπτουν από το συνολικό καπιταλιστικό εισόδημα επειδή διοχετεύονται επιδέξια σε δράσεις που αφορούν το κοινωνικό “σύνολο”, δεν αφήνει αδιάφορους τους μεγιστάνες και πιθανότατα βρίσκεται πίσω από τα κοινωφελή ιδρύματα με ονοματεπώνυμα πλούσιων οικογενειών που μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης ξεφυτρώνουν εδώ κι εκεί, όπως τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή. Παρ’ όλα αυτά, το επίσημο φορολογικό καθεστώς είναι ήδη εξαιρετικά ευνοϊκό για το μεγάλο κεφάλαιο. Γνώμη μου είναι ότι η παραπάνω εξήγηση ερμηνεύει λαθεμένα ως αιτία εκείνο που στην πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμα. Για να το πούμε διαφορετικά, αυτό που η οικονομική ελίτ αποκτά, ή “αγοράζει”, με τα εκατομμύρια που, με μια πρώτη ματιά, σπαταλάει σε εγχειρήματα που δεν είναι δυνατό να τις αποφέρουν κέρδη ή οικονομικό όφελος, είναι η ήπια ισχύς (soft power), η αποκατάσταση της θέσης του κεφαλαίου στο ιεραρχικό σύμπαν των φαντασιακών σημασιών που συνθέτουν το ηγεμονικό φαντασιακό της ετερόνομης κοινωνίας.i Μέσα σε μια συγκυρία κατά την οποία το Κράτος, σαν ο μοναδικός εντεταλμένος διαχειριστής των συλλογικών πόρων της κοινωνίας, δεν διαθέτει τα αναγκαία μέσα για να ανταποκριθεί ούτε στα πιο στοιχειώδη από τα κοινωνικά καθήκοντα του, εύκολα το πλήθος των προλετάριων που εξαρτώνται από τα κρατικά βοηθήματα για να επιβιώσουν θα μπορούσαν να στραφούν ενάντια στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που προστατεύουν το κεφάλαιο και την καπιταλιστική συσσώρευση. Ακόμα χειρότερα, θα μπορούσαν να απαιτήσουν την άγρια φορολόγηση του κεφαλαίου, ή ακόμα και την καθολική απαλλοτρίωση του. Είναι άλλωστε το λιγότερο παράλογη μια κατάσταση όπου το Κράτος, ως το όργανο που είναι κατεξοχήν επιφορτισμένο με την ομαλή λειτουργία των διαδικασιών της κοινωνικής αναπαραγωγής, να έχει αποσυρθεί εθελοντικά από τα πεδία της δημόσιας υγείας, της δημόσιας εκπαίδευσης, κλπ. λόγω χρόνιας οικονομικής δυσπραγίας κι έλλειψης πόρων, την ίδια στιγμή που υπάρχουν ιδιώτες οι οποίοι έχουν στην κατοχή τους ένα τόσο δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο από τον κοινωνικά παραγόμενο πλούτο, που έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν κάποιες απο αυτές τις βασικές κοινωνικές ανάγκες αποκλειστικά με τα δικά τους μέσα, τους δικούς τους ιδιωτικούς πόρους.ii

Κατά τη διάρκεια της τελετής παράδοσης του πολεμικού σκάφους ο Λασκαρίδης δήλωσε: “Όσο μπορούμε να βοηθάμε εκεί όπου η πατρίδα μας χρειάζεται. Όποιος δεν έχει τίποτα, δεν θα δίνει τίποτα, όποιος έχει λίγα θα δίνει λίγα και όποιος έχει πολλά, θα δίνει πολλά”.iii Να λοιπόν που μια αντίληψη για την κοινωνική δικαιοσύνη η οποία κάποτε είχε πάρει θεσμική υπόσταση κι εκφραζόταν μέσα από τη λογική και τις αρχές της κοινωνικής αναδιανομής του πλούτου μέσω της υποχρεωτικής φορολογίας, ο “μεγαλόψυχος” Λασκαρίδης την αναγάγει σε πεμπτουσία της ενάρετης, πλην προαιρετικής, στάσης ζωής της φωτισμένης καπιταλιστικής αριστοκρατίας. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει εδώ η προσεπίκληση της εθνικής ενότητας ως του αναγκαίου ιδεολογήματος που επισφραγίζει τη θεσμοποίηση της κοινωνικής αδικίας, διαμέσου μιας νοσηρής κατανομής του πλούτου όπου κάποιοι έχουν πολλά, άλλοι έχουν λίγα και άλλοι δεν έχουν απολύτως τίποτα, όμως όλοι αποδέχονται από κοινού στωικά την μοίρα τους και καλούνται να αγαπήσουν το ίδιο την κοινωνική και ταξική συνθήκη τους. Με αυτόν τον τρόπο η οικονομική ελίτ μετατρέπει μια δυνητικά υψηλού κινδύνου συγκυρία κοινωνικής πόλωσης και όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων, σε μια κατάσταση όπου το κεφάλαιο, αφού πρώτα έχει αρπάξει τα πάντα από τους προλετάριους, υιοθετεί ύστερα πρόθυμα το ρόλο του στοργικού ευεργέτη και του καλοπροαίρετου κηδεμόνα των κατώτερων τάξεων. Αντί για την οργή των πληβείων, οι βαρώνοι του χρήματος διεκδικούν το αφελές χειροκρότημα τους.

Άλλωστε, δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος για να μην προβούν οι καπιταλιστές σε τέτοιες συμβολικές ενέργειες καλής θέλησης, τη στιγμή που έχουν πια απαλλαχτεί από τη δυσβάστακτη ευθύνη της συντήρησης ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για τα λαϊκά στρώματα την οποία είχαν υποχρεωθεί να αναλάβουν κατά τη σοσιαλδημοκρατική περίοδο της νεωτερικότητας. Τι είναι η αγορά δύο καινούριων ιατρικών μηχανημάτων, ενός σκάφους για το πολεμικό ναυτικό, ή ακόμα και καινούριων αλεξίσφαιρων γιλέκων για το σώμα των πραιτωριανών που προστατεύει τις ιδιωτικές περιουσίες τους; Όλα αυτά δεν είναι παρά ένα ελάχιστο τίμημα, μια αμελητέα συνεισφορά που καλείται να καταβάλλει η οικονομική ελίτ προκειμένου να διασφαλιστούν τα απείρως μεγαλύτερα και σημαντικότερα ταξικά προνόμια που απέκτησε εσχάτως, μέσα από τη διαδικασία της αναδιάρθρωσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς σε παγκόσμια κλίμακα προς όφελος του κεφαλαίου. Έτσι, οι ενέργειες αυτές δεν είναι τόσο κινήσεις αγάπης ή κατανόησης προς τα δοκιμαζόμενα λαϊκά στρώματα, όσο είναι κινήσεις έμπρακτης στήριξης προς την ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών που φροντίζει για την αναπαραγωγή της δομικής υποτέλειας των προλετάριων.

iΣύμφωνα με τον θεωρητικό των διεθνών σχέσεων Joseph Nye η έννοια της “ήπιας ισχύος” αφορούσε τα μέσα πέρα από τη στρατιωτική ισχύ που διαθέτουν τα κράτη προκειμένου να υποχρεώνουν τους άλλους να πράττουν κατά τρόπο που δεν θα έπρατταν διαφορετικά. Ενώ η συμβατική ισχύς αναφερόταν στις στρατιωτικές δυνατότητες και τη δύναμη εκφοβισμού των κρατών, η ήπια ισχύς αφορά πολιτισμικούς, ιδεολογικούς και διπλωματικούς θεσμούς ικανούς να επιβάλλουν τη θέληση του κυρίαρχου είτε διά της πειθούς, ή μέσω μιας πρακτικής έμμεσου εξαναγκασμού. Για περισσότερα, E.X. Li, The Rise and Fall of Soft Power, https://foreignpolicy.com/2018/08/20/the-rise-and-fall-of-soft-power/.

ii“Το σύγχρονο κράτος, έχοντας αναιρέσει την προηγούμενη προγραμματική του δέσμευση να πατάξει την υπαρξιακή αβεβαιότητα κι ανασφάλεια που παράγεται από την αγορά και έχοντας αντιθέτως διακηρύξει πως η βαθμιαία αναίρεση των υπολειπόμενων περιορισμών που είχαν επιβληθεί στις προσανατολισμένες προς το κέρδος δραστηριότητες ήταν το κύριο έργο οποιασδήποτε πολιτικής εξουσίας που ενδιαφερόταν για την ευημερία των υπηκόων της, πρέπει να αναζητήσει άλλες, μη οικονομικές, εκδοχές τρωότητας κι αβεβαιότητας πάνω στις οποίες θα σητρίξει τη νομιμότητα του. Αυτή η εναλλακτική λύση φαίνεται να έχει πρόσφατα εντοπιστεί […] στο θέμα της προσωπικής ασφάλειας: τρέχοντες ή προοιωνιζόμενοι, φανεροί ή κρυφοί, πραγματικοί ή υποτιθέμενοι φόβοι για απειλές ενάντια στην ανθρώπινη ζωή, τις περιουσίες και τις κατοικίες – είτε προκύπτουν από πανδημίες και ανθυγιεινές δίαιτες, ειτε από την υιοθέτηση κάποιων τρόπων ζωής, είτε από εγκληματικές δραστηριότητες ή αντικοινωνική συμπεριφορά των ‘υπό-τάξεων’ είτε, όπως πρόσφατα, από την παγκόσμια τρομοκρατία”. Στο Z. Bauman, Παράπλευρες Απώλειες (Εκδόσεις του 21ου), σελ. 88-9.

Νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός

zeid

Η αλήθεια είναι ότι ο λεγόμενος Ευρωπαϊκός πολιτισμός – ο ‘Δυτικός’ πολιτισμός – όπως αυτός διαμορφώθηκε μέσα από δύο αιώνες κυριαρχίας των μπουρζουάδων, δεν είναι ικανός να επιλύσει τα δύο κύρια προβλήματα που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της ύπαρξης του. Το πρόβλημα του προλεταριάτου και το πρόβλημα της αποικιοκρατίας. Είναι αδύνατο για την Ευρώπη να προτείνει μια πειστική δικαιολόγηση για την ύπαρξη της, είτε χρησιμοποιώντας το μέτρο της ‘λογικής’, είτε αυτό της ‘συνείδησης’. Και τελικά, όλο και περισσότερο, βρίσκει καταφύγιο στην υποκρισία η οποία είναι ακόμη πιο ειδεχθής επειδή πλέον δεν καταφέρνει να εξαπατήσει κανέναν”.

Αιμ Σεζάρ, Συζήτηση για την Αποικιοκρατία

Οι ιδεολόγοι του συστήματος συνηθίζουν να υπερηφανεύονται για την “ανεκτικότητα” που δείχνουν οι αντιπροσωπευτικές “δημοκρατίες” απέναντι στους αντιπάλους τους. Παρ’ όλα αυτά, το ψήφισμα που επικυρώθηκε πρόσφατα από το ευρωκοινοβούλιο και το οποίο επιχειρεί να εξομοιώσει στην καταγεγραμμένη ιστορική μνήμη την εμπειρία του ναζισμού με αυτή του κομμουνισμού, φανερώνει ότι η ανεκτικότητα αυτή αφορά μόνο εκείνους που ερμηνεύουν συσταλτικά την έννοια της “δημοκρατίας”, με όρους της αντιπροσωπευτικής καπιταλιστικής ολιγαρχίας που έχει επικρατήσει σε οικουμενική κλίμακα. Έτσι όμως αυτο-ακυρώνεται το ίδιο το δημοκρατικό άλλοθι του φαντασιακού της αντιπροσώπευσης, εφόσον μια ανεκτικότητα που θέτει υπό την προστασία της μονάχα εκείνους που συμφωνούν μαζί μας, σίγουρα παύει να είναι άξια του ονόματος της. Και μια πολλαπλότητα ιδεών και αντιλήψεων που απαιτεί την καταστολή της αντίθετης άποψης με το πρόσχημα ότι αποτελεί απομεινάρι και φορέα των ιστορικών “εγκλημάτων” του “ολοκληρωτισμού”, είναι επόμενο ότι τελικά θα απολέσει το πλουραλιστικό περιεχόμενο της και θα καταλήξει να λειτουργεί σαν ιδεολογικό εργαλείο για την κατάργηση της κριτικής σκέψης από τον δημόσιο διάλογο.

Με βάση την προσέγγιση που υιοθετεί ο νεοφιλελεύθερος ιστορικός αναθεωρητισμός στο ζήτημα της διάκρισης ανάμεσα στον ναζισμό και τον κομμουνισμό, ουδόλως θα έπρεπε να ενδιαφέρουν τον ιστορικό, ή ακόμα και τον μέσο άνθρωπο, οι επιθυμίες και οι προθέσεις που παρακινούν τα πεπραγμένα των υποκειμένων της ιστορίας. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, όλα και όλοι κρίνονται από την έκβαση των πράξεων τους, κρίνονται δηλαδή εκ του αποτελέσματος. Από αυτή την άποψη, ελάχιστη σημασία έχει αν ένα καθεστώς καταπιέζει και δολοφονεί στο όνομα της φυλετικής υπεροχής ή της κοινωνικής ισότητας. Αυτό που έχει σημασία είναι τα εγκλήματα που διέπραξαν κατά συρροή τα λεγόμενα “ολοκληρωτικά” καθεστώτα. Αν όμως είναι έτσι τα πράγματα, τότε ο καπιταλισμός θα έπρεπε προ πολλού να έχει τεθεί εκτός νόμου, εφόσον ολόκληρη η πορεία της ιστορικής εξέλιξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς είναι διάσπαρτη με τις σφαγές ολόκληρων λαών, την μαζική υποδούλωση τους, τη λεηλασία του πολιτισμού τους και την ανεπανόρθωτη καταστροφή του φυσικού τους περιβάλλοντος. Οι βρετανοί αποικιοκράτες ήταν εκείνοι που εφηύραν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του πολέμου που διεξήγαγαν ενάντια στους Ολλανδούς έποικους της Νοτίου Αφρικής, ενώ υπήρξαν και οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τους βομβαρδισμούς με δηλητηριώδη αέρια σαν όπλο εναντίον των αντιπάλων τους. Οι καπιταλιστές δουλέμποροι που εργάζονταν για λογαριασμό της αποικιοκρατίας ήταν υπεύθυνοι για την απαγωγή εκατομμυρίων γηγενών αφρικανών και τη βίαιη μεταφορά τους στην άλλη άκρη του κόσμου, προκειμένου να εκτελέσουν καταναγκαστική εργασία στις φυτείες και να συγκεντρώσουν με το αίμα τους τον πλούτο που επέτρεψε αργότερα στους λευκούς καπιταλιστές των ΗΠΑ να αναρριχηθούν στη θέση των κυρίαρχων της οικουμένης. Όπως έχει γράψει ο θεωρητικός της αντι-αποικιοκρατίας Αιμ Σεζάρ, ο Χίτλερ δεν ήταν κάποια σκοτεινή ιδιοφυΐα που ανακάλυψε από το μηδέν ριζικά νέους τρόπους για να σκοτώνει μαζικά και να συντρίβει αυτούς που είχε κάτω από την εξουσία του. Το περισσότερο που μπορεί κανείς να του αναγνωρίσει είναι ότι υπήρξε ένας πολύ καλός μαθητής ο οποίος επιστράτευσε ενάντια στους λευκούς αντιπάλους του τις αποκρουστικές μεθόδους επιβολής και κυριαρχίας τις οποίες εφάρμοζαν για αιώνες οι λευκοί απέναντι στους μη-λευκούς πληθυσμούς της υφηλίου.i

Έτσι, η διάκριση ανάμεσα στον ναζισμό από την μία, και τη “δημοκρατία” από την άλλη, αποκαλύπτεται ως ιδεολογική και κατασκευασμένη εφόσον και τα δύο συστήματα δεν είναι παρά στιγμές της ιστορικής διαδικασίας μέσω της οποίας αναπαράγεται η συσσώρευση κεφαλαίου και η ανισοκατανομή της δύναμης στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Αν από τη σκοπιά του φιλελεύθερου, ή νεοφιλελεύθερου, “δημοκράτη” ο κομμουνισμός και ο ναζισμός είναι μεγέθη ταυτόσημα επειδή και οι δύο αντιστρατεύονται την αντιπροσωπευτική “δημοκρατία”, από τη σκοπιά του κομμουνιστή, η “δημοκρατία” και ο ναζισμός πολύ μικρή διαφορά έχουν εφόσον και τα δύο συστήματα αυτοπροσδιορίζονται ως ορκισμένοι εχθροί του κομμουνισμού. Φυσικά, κανένας δεν ισχυρίζεται ότι ο βαθμός της θεσμοποιημένης βίας που ασκεί ένα καθεστώς για την αναπαραγωγή του δεν συνιστά ένα από τις βασικές παραμέτρους που το χαρακτηρίζουν. Η ανάδειξη άλλωστε αυτού του στοιχείου του καταναγκασμού αποτελεί τον πυρήνα της κριτικής που έχει διατυπώσει ιστορικά η εναλλακτική παράδοση της αυτονομίας κόντρα στα ετερόνομα κοινωνικά συστήματα. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει κανένα νόημα να λέμε ότι μπορούμε να εκφέρουμε αξιολογικές κρίσεις σχετικά με το “αποτέλεσμα” χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την αφετηρία από την οποία εκκινεί μια διαδικασία ριζικής αναμόρφωσης της κοινωνίας. Τούτο ισχύει εξίσου, είτε μιλάμε για τις υλικές, αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσεται ένα κίνημα, ή αν αναφερόμαστε στις υποκειμενικές συνθήκες που διαμορφώνουν το αξιακό σύστημα και την κοσμοθεωρία του.

Ας μιλήσουμε καλύτερα με μια μεταφορά. Αν κανείς βρεθεί μπροστά σε μια απόπειρα δολοφονίας και προσπαθήσει να παρέμβει ασκώντας με τη σειρά του αποτρεπτική βία στον επίδοξο δολοφόνο, τούτο δεν σημαίνει ότι οι δύο μορφές βίας, του φονιά κι εκείνου που προσπαθεί να τον σταματήσει θα πρέπει να κριθούν ως απαράλλακτες και ουσιωδώς ταυτόσημες σύμφωνα με το αξιακό σύστημα ενός ανθρώπου που αποστρέφεται τη βία και σέβεται την ανθρώπινη ζωή. Αν κανείς επικεντρώσει την προσοχή του στα εξωτερικά χαρακτηριστικά μιας ενέργειας (άσκηση βίας από τον θύτη, άσκηση βίας εκ μέρους του θύματος), δηλαδή στην μέθοδο, χωρίς να εξετάζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή εκδηλώνεται και τις αξίες τις οποίες αποβλέπει να υπηρετήσει, δεν είναι απλώς λάθος, αλλά κατά βάθος είναι εντελώς παράλογο. Αντιβαίνει ολόκληρη την επιστημολογική μέθοδο μέσω της οποίας ο άνθρωπος μπορεί να αξιολογεί και να αποτιμά τη δράση του και να την προσαρμόζει κάθε φορά στα δεδομένα που επικρατούν στο κοινωνικό περιβάλλον προσπαθώντας να επιδράσει πάνω σε αυτά, να επιφέρει αλλαγές και να τα διαμορφώσει. Μια τέτοια αντίληψη υπονομεύει δηλαδή ολόκληρο το γνωσιολογικό υπόβαθρο της έλλογης αυτοστοχαστικής δράσης του ανθρώπου. Αλλά αν κανείς αμφισβητήσει τη δυνατότητα των κοινωνικών υποκειμένων να σκέφτονται για τον εαυτό τους, αυτό θα σήμαινε ότι τους αφαιρεί τα μέσα που χρειάζονται προκειμένου να ενεργούν αυτόνομα και να αναλαμβάνουν δράση για λογαριασμό τους και, συνακόλουθα, ότι τους αφήνει έρμαια στα κηρύγματα της εκάστοτε ετερόνομης εξουσίας.

Οι νεοφιλελεύθεροι ιδεολόγοι υιοθετούν πρόθυμα αυτή τη δουλική στάση απέναντι στο διεθνοποιημένο σύστημα κυριαρχίας επειδή δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσουν την επιτακτική ανάγκη για μια ριζοσπαστική αντισυστημική κοινωνική αλλαγή, πεποίθηση που αποτελεί το σημείο εκκίνησης για τα αντιπολιτευόμενα πολιτικά ρεύματα, τα οποία οι συστημικοί διανοούμενοι κατηγορούν για “ολοκληρωτισμό”. Αναγορεύουν τους πολιτικούς θεσμούς της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” σε αμερόληπτο επιδιαιτητή των συγκρούσεων που απορρέουν από την ανισοκατανομή της δύναμης σε μια ετερόνομη κοινωνία, ενώ στην ουσία οι ίδιες οι επίσημες δομές της αντιπροσώπευσης συνιστούν την αποκρυστάλλωση αυτής της ασυμμετρίας της ταξικής ισχύος, το ταξικό όργανο που θεσμοποιεί και αναπαράγει τις σχέσεις εξουσίας στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πεδίο. Κάνουν επίκληση στην ειρηνική επίλυση των διαφορών που είναι δυνατή εφόσον απέναντι στον νόμο “όλοι είμαστε ίσοι”. Ωστόσο, η ίση αντιμετώπιση από τον νόμο έχει κάποιο νόημα μόνο στην περίπτωση που τα μέρη τα οποία προσφεύγουν σε αυτόν είναι ισοδύναμα. Στην αντίθετη περίπτωση, η ίση αντιμετώπιση κοινωνικών μονάδων, οι οποίες από κάθε άλλη άποψη συμμετέχουν σε σχέσεις υλικής εξάρτησης κι ετεροκαθορισμού που καθιερώνουν και αναπαράγουν τις άτυπες και τυπικές κοινωνικές ιεραρχίες, δεν κάνει τίποτε άλλο απ’ το να θεσμοποιεί αυτή την ενδημική υποτέλεια και να της παρέχει την προστασία του νόμου.

Από αυτή την άποψη, τα στοιχεία της βίας και του εξαναγκασμού εμπεριέχονται αυτούσια στις σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης που κατοχυρώνει το θεσμικό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”. Έτσι, το μοναδικό ηθικό και πολιτικό κριτήριο που μπορούμε να επικαλεστούμε για να υποβάλλουμε σε κριτική μια πολιτική δράση που μεταχειρίζεται εξωθεσμικά, ή ακόμα και βίαια, μέσα για να πετύχει τον σκοπό της είναι αν αυτή αποβλέπει στο να διαιωνίσει τις υπάρχουσες καταπιεστικές ιεραρχίες, ή να αντισταθεί στην κυριαρχία τους. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι είναι εντελώς λάθος να συγχέουμε τις όποιες εξωτερικές ομοιότητες μπορεί να είχαν ο “υπαρκτός σοσιαλισμός” με τον ναζισμό ως καθεστώτα, με μια ενδεχόμενη ταύτιση τους στο επίπεδο της κοσμοθεωρίας και της συμπυκνωμένης φιλοσοφίας τους, δηλαδή της ιδεολογίας τους. Γιατί αν σαν καθεστώτα είχαν κάποια συγκρίσιμα χαρακτηριστικά και δομικά γνωρίσματα, εκείνο που τα χαρακτηρίζει ως κινήματα και ως ιστορικά μεγέθη είναι ο βαθμός απόκλισης ή σύγκλισης τους με την ιδεολογία από την οποία προέρχονται. Η θηριωδία του ναζισμού εκπλήρωσε στο έπακρο τις εξαγγελίες μιας ειδεχθούς αντιδραστικής ιδεολογίας που εξυμνούσε τη βία, τη θεσμοποιημένη ανισότητα και τον πόλεμο ανάμεσα στους ανθρώπους. Από την άλλη πλευρά, η σκληρότητα του σταλινικού καθεστώτος μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ως μια τερατώδης διαστρέβλωση των ουμανιστικών ιδανικών της παγκόσμιας ισότητας, της ελευθερίας και της ειρήνης που βρίσκονται στον πυρήνα των σημασιών του πολιτικού φαντασιακού του κομμουνισμού. Για τον κομμουνισμό, η ταξική δικτατορία με την κτηνώδικη πολιτική μορφή που πήρε στην ΕΣΣΔ δεν είναι παρά μια παταγώδης ιστορική αποτυχία, μια εξωφρενική παρέκκλιση από το αρχικό ιδανικό. Για τον ναζισμό, η κτηνωδία του ναζιστικού καθεστώτος είναι το ίδιο το ιδανικό που πρεσβεύει ο εθνικοσοσιαλισμός στην τελειότερη και πληρέστερη μορφή του. Διά τούτο η απόλυτη ταύτιση κι εξίσωση των δύο είναι ένα τεράστιο πολιτικό, θεωρητικό και ηθικό ατόπημα. Διότι ενώ σίγουρα έχουμε ιστορικό καθήκον να απαλλαγούμε από τον ναζισμό, που το μόνο που κάνει είναι να κηρύττει το μίσος, τον πόλεμο και την απάνθρωπη βία, τον κομμουνισμό χρειάζεται να τον διαφυλάξουμε σαν κόρη οφθαλμού και να δούμε τι πήγε λάθος την πρώτη φορά. Γιατί παραμένει το μοναδικό κριτικό σημείο αναφοράς απέναντι στις ασχήμιες και τη θεσμοποιημένη αδικία πάνω στην οποία βασίζεται το υπάρχον.

Αφήνουμε εδώ κατά μέρος τις καθαρά ιστορικές αναφορές του ντροπιαστικού ψηφίσματος, αφού αυτές εξυπηρετούν μονάχα τους αναθεωρητικούς ιστορικούς σκοπούς της νεοφιλελεύθερης προπαγάνδας της υπερεθνικής ελίτ και δεν μπορούμε να τις πάρουμε στα σοβαρά. Αρκεί εδώ να αναφερθεί κανείς στη ανεκδιήγητη διατύπωση με την οποία οι επιφανείς αντιπρόσωποι του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου αποφαίνονται ότι η ΕΣΣΔ βαρύνεται με την ευθύνη για το ξέσπασμα του Β Παγκοσμίου Πολέμου επειδή τάχα ήθελε “να κατακτήσει τον κόσμο”.ii Ο κόσμος βέβαια δεν περίμενε τους σοβιετικούς. Την εποχή του πολέμου, οι καπιταλιστικές δυνάμεις του συμμαχικού στρατοπέδου μεταξύ τους είχαν στην κατοχή τους αχανείς αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες που αν αθροίσουμε τα εδάφη τους θα έχουμε μια μάζα με πάνω από το 50% της εδαφικής και θαλάσσιας επιφάνειας που καλύπτει συνολικά τον πλανήτη. Αυτό ωστόσο είναι το χαρακτηριστικό μιας άρχουσας τάξης που βρίσκεται σε παρακμή. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός που καλλιεργείται από τους πολιτισμικούς μηχανισμούς της υπερεθνικής ελίτ φανερώνει την αδυναμία των κύκλων που κατέχουν την πολιτική και οικονομική εξουσία να κάνουν την πιο στοιχειώδη αυτοκριτική. Δείχνει την ανάγκη που αισθάνονται να προσαρμόσουν τις παραδοχές της επίσημης ιστοριογραφίας στις πολιτικές ανάγκες της καπιταλιστικής διακυβέρνησης του σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό, δεν αφαιρούν μονάχα την πολιτική νομιμότητα από τα αντιπολιτευόμενα ριζοσπαστικά κινήματα εξομοιώνοντας τα συλλήβδην με τον ναζισμό. Κυρίως αρνούνται την νομιμότητα της ίδιας της πολιτικής ως διαδικασίας, καταργώντας τους ιστορικούς πόλους του ιδεολογικού φάσματος, που δίνουν περιεχόμενο στην έννοια του δημοκρατικού πλουραλισμού, υπέρ μιας δήθεν απο-ιδεολογικοποιημένης και αποστειρωμένης τεχνοκρατικής διαχείρισης του υπάρχοντος. Στο νεοφιλελεύθερο πολυεθνικό υπερκράτος δεν υπάρχει χώρος για πολιτική διαφωνία. Από αυτή την άποψη, η τεχνοκρατική μεταδημοκρατία είναι η ίδια μονολιθική. Είναι η ίδια το υπόστρωμα της ανάδυσης και εδραίωσης του νέου ολοκληρωτισμού.

iA. Cesaire, Discourse on Colonialism, http://abahlali.org/files/_Discourse_on_Colonialism.pdf.

iiΠαράγραφος ΙΓ.2 του ψηφίσματος. http://www.europarl.europa.eu/doceo/document/TA-9-2019-0021_EL.html.

Η ηθική αντιπολίτευση του δρόμου

zenos

Όταν δίνω φαγητό στους φτωχούς λένε πως είμαι άγιος. Όταν ρωτώ γιατί οι φτωχοί δεν έχουν να φάνε λένε πως είμαι κομμουνιστής”.

Αρχιεπίσκοπος Έλντερ Καμάρα

Για ένα μεγάλο διάστημα της ιστορίας του ο αναρχισμός παρέμενε ένα κίνημα περισσότερο ηθικό και λιγότερο πολιτικό. Αυτό κατά μεγάλο μέρος οφείλεται στο γεγονός ότι όταν κανείς αποδεχτεί το απροϋπόθετο της ευθύνης του ηθικού υποκειμένου που κηρύσσει ο αναρχισμός, δηλαδή την καθολικότητα της ανάγκης για μια ηθική συμπεριφορά απέναντι στους συνανθρώπους μας χωρίς εξαιρέσεις ή περιττές διακρίσεις, τότε οι δυσκολίες αναφορικά με την εφαρμογή στην πράξη του δόγματος της ηθικής καθολικότητας σχεδόν αμέσως κάνουν την εμφάνιση τους. Παραδόξως, η βία είναι το μέσο που είναι περισσότερο κατάλληλο για να ενεργήσει το υποκείμενο σύμφωνα με τις ασυμβίβαστες ηθικές αρχές και τον οικουμενικό κώδικα αξιών του αναρχικού προτάγματος, εφόσον η βία συνιστά πρωταρχικά μια εμπράγματη μορφή άρνησης του υπάρχοντος. Για την άνευ όρων οικουμενική ηθικότητα, την εκκοσμικευμένη έννοια της “αγιοσύνης” ούτως ειπείν, είναι σίγουρα ευκολότερο να στραφεί ενάντια σε όλα εκείνα που την ακυρώνουν και εμποδίζουν την μεταπήδηση της στον πραγματικό κόσμο, παρά να διατυπώσει ρητά τους καταστατικούς όρους και τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που χρειάζονται για την υλική πραγμάτωση της. Από αυτή την άποψη, η βία ανταποκρίνεται καλύτερα στο άπειρο του καθολικού ηθικού ιδεώδους, εφόσον αποτελεί μια πράξη κριτικής στις ιεραρχικές σχέσεις που καθιερώνει η ετερόνομη κοινωνία και οι οποίες καταπατούν και ευτελίζουν το ηθικό ιδανικό το οποίο διατείνεται ότι υπηρετεί.

Από αυτή την άποψη, μπορει κανείς να ισχυριστεί ότι στον βαθμό που δεν μετουσιώνεται σε πολιτικό πρόγραμμα η αντιεξουσιαστική κριτική των αναρχικών χάνει την αξιοπιστία της. Αυτό συμβαίνει διότι η ηθική ως σύστημα, δηλαδή ως κώδικας που ρυθμίζει τις σχέσεις και θέτει τους κανόνες του υποδείγματος της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης καθορίζεται, όπως γράφει ο Ζ. Μπάουμαν, όχι από τα υποκείμενα που συμπεριλαμβάνει στις οντολογικές κατηγορίες της, αλλά από εκείνες τις ατυχείς κοινωνικές ομάδες που εξορίζει από το πεδίο της εμβέλειας της, τις ανώνυμες μάζες στις οποίες αρνείται το προνόμιο της ηθικότητας.i Για να το πούμε διαφορετικά, η απόπειρα για τη συγκρότηση μιας ηθικής κοινότητας στην πράξη σχεδόν πάντοτε εκκινεί από την απόφαση σχετικά με το ποιους θα αφήσει απ’ έξω. Ξεκινάει δηλαδή από την οδυνηρή επίγνωση της ίδιας της αποτυχίας της. Αυτό αναμφίβολα συμβαίνει διότι, όπως ήδη είπαμε πιο πάνω, η ηθικότητα είναι απροϋπόθετη και άπειρη, αλλά τα μέσα που διαθέτουμε για την πραγματοποίηση της είναι πεπερασμένα. Μήπως ο καθένας από εμάς δεν διαλέγει καθημερινά ποιους άπορους θα συνδράμει προσφέροντας μια βοήθεια, ενώ την ίδια στιγμή είμαστε υποχρεωμένοι να αγνοήσουμε τους υπόλοιπους που ικετεύουν για την εισφορά μας εφόσον δεν περισσεύουν άλλα χρήματα για να δώσουμε; Αυτή την υποτιθέμενη αντίφαση ανάμεσα στον σκοπό και τα μέσα επικαλείται και η αντιμεταναστευτική δεξιά στις ΗΠΑ. Οι συντηρητικοί χλευάζουν απροκάλυπτα την υποψήφια του Δημοκρατικού κόμματος Αλεξάντρα Ο. Κορτέζ επειδή, απο την μία, έχει αναγάγει την βασική κοινωνική ασφάλιση για όλους σε κεντρική θέση του πολιτικού προγράμματος της, ενώ από την άλλη υπερασπίζεται το άνοιγμα των συνόρων και την ελεύθερη εγκατάσταση των μεταναστών σε αμερικανικό έδαφος.

Παρ’ όλα αυτά, το ζητούμενο εδώ δεν είναι να “ελεήσουμε όλους τους ζητιάνους”, όπως δήθεν καλοπροαίρετα κάνει η εκκλησία με τις “φιλάνθρωπες” δομές της. Αντίθετα, το ζήτημα είναι να φτιάξουμε ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο δεν θα υπάρχουν ικέτες και ζητιάνοι, δεν θα υπάρχουν άνθρωποι που έχουν στερηθεί τα αναγκαία για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Η ηθικότητα λοιπόν δεν ορίζεται απλώς από ένα προαποφασισμένο μοντέλο ενδεδειγμένης συμπεριφοράς μας προς τους άλλους, ούτε είναι υπόθεση που αφορά αποκλειστικά την ατομική μας διαγωγή. Ηθική στάση ζωής είναι εκείνη που αφιερώνεται στο να κάνει πράξη μαζί με άλλους την επινόηση και κοινωνική θέσμιση ενός ηθικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης. Ίσως ο λόγος που τα περισσότερα ηθικά συστήματα της ιστορίας αναγκάστηκαν να ξεκινήσουν από μια χειρονομία αποκλεισμού ενάντια σε όσους αφήνουν απ’ έξω, ήταν το γεγονός ότι μόνο ελάχιστα από αυτά συμπεριέλαβαν στο σύμπαν των ηθικών υποχρεώσεων τη σφαίρα της οικονομίας και των παραγωγικών σχέσεων. Νομίζω ότι δεν είναι καθόλου δύσκολο να αντιληφθεί κάποιος την αναγκαιότητα για την αποκατάσταση του ελέγχου της κοινωνίας πάνω στην οικονομία σε μια εποχή που “το πλουσιότερο 5% των ανθρώπων [του κόσμου] λαμβάνει το ένα τρίτο του συνόλου του παγκόσμιου εισοδήματος, όσο δηλαδή λαμβάνει το φτωχότερο 80%”.ii Ωστόσο, μονάχα το μονοδιάστατο ενδιαφέρον με τη ρύθμιση και το σχεδιασμό της παραγωγής εγκυμονεί κινδύνους και σίγουρα δεν είναι αρκετό. Το αποτυχημένο, σε γενικές γραμμές, ιστορικό πείραμα του “υπαρκτού σοσιαλισμού”, όπως αυτός αναδύθηκε στην ΕΣΣΔ, δείχνει ότι ο έλεγχος της οικονομίας και η υπαγωγή της στις ανάγκες της κοινωνίας, χωρίς την καθιέρωση μιας παράλληλης διαδικασίας αυτοθέσμισης της κοινωνικής ολότητας σε μαζική κλίμακα, στην πραγματικότητα πληρεί όλες τις προϋποθέσεις έτσι ώστε να μετατραπεί σε δικτατορία πάνω στο κοινωνικό σύνολο, πάνω στις πραγματικές επιθυμίες και ανάγκες του.

Ας παραθέσουμε εδώ το παράδειγμα του ρώσου συγγραφέα και σατιρογράφου Βλ. Βοϊνοβιτς που στο μυθιστόρημα του “Μόσχα 2042” οραματίστηκε τους κατοίκους μιας μελλοντικής Μόσχας, άντρες και γυναίκες, οι οποίοι ξεκινούσαν την ημέρα τους ακούγοντας την επίσημη ανακοίνωση του Κράτους για το πόσο μεγάλες ή μικρές είχαν οριστεί οι ανάγκες τους για εκείνη την ημέρα.iii Ένας τέτοιος “αντικειμενικός”, από-τα-πάνω καθορισμός των συλλογικών επιθυμιών της κοινωνίας, δίχως να υπάρχουν τα αμεσοδημοκρατικά όργανα μέσα στα οποία θα γίνεται πράξη η συλλογική διαβούλευση και δημοκρατική έκφραση των αναγκών τις οποίες ύστερα θα κληθεί να ικανοποιήσει η παραγωγική διαδικασία, μπορεί μόνο να έχει σαν έκβαση την άνοδο της πιο αδυσώπητης εξουσιαστικής δομής. Μιας πολιτικής διοίκησης που χρησιμοποιεί το γραφειοκρατικό μονοπώλιο που κατέχει πάνω στην διαδικασία διαμόρφωσης των γενικών αναγκών της κοινωνίας, ως εργαλείο του πιο απόλυτου ελέγχου πάνω ακόμα και στις πιο περιθωριακές εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής.

Από την άλλη, ο “υπαρκτός καπιταλισμός” καλλιεργεί τον μόνιμο ανταγωνισμό ανάμεσα στα άτομα και τις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες σαν το πρωταρχικό κίνητρο για την οικονομική δραστηριότητα των κοινωνικών υποκειμένων. Με αυτόν τον τρόπο όμως παράγει την πιο τερατώδη ανισότητα και θεσμοποιεί αυτή την ανισότητα μέσα από τις καταστατικές συνθήκες της δομικής λειτουργίας του. Καθιερώνει μια ιδιότυπη “ελευθερία” μονάχα για τους λίγους, εφόσον είναι μόνο μια μειοψηφία από προνομιούχους που αφήνονται ανενόχλητοι να συσσωρεύουν τον πλούτο που παράγεται μέσω του συλλογικού μόχθου και της εργασίας της κοινωνίας. Η ανισότητα έπειτα μεταφράζεται στην ανάδυση του ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας και σε παγιωμένες κοινωνικές σχέσεις ετεροκαθορισμού κι εκμετάλλευσης, όπως είναι φυσικό να γίνεται όταν δύο μέρη με άνισα κατανεμημένη δύναμη εισέρχονται σε σταθερές σχέσεις μεταξύ τους, τόσο στη σφαίρα της πολιτικής, όσο και σε αυτή της οικονομίας. Μέσα από την απρόσωπη γραφειοκρατικοποίηση της κοινωνικής ζωής στο σύνολο της, ο υπαρκτός σοσιαλισμός χάνει την ικανότητα του να αναγνωρίζει και να καταγράφει τις εκφρασμένες κοινωνικές επιθυμίες και ανάγκες. Από την άλλη, ο υπαρκτός καπιταλισμός λαθεμένα εκλαμβάνει για κοινωνική ανάγκη τις πιο εξεζητημένες επιθυμίες που υποστηρίζονται με τη θηριώδη αγοραστική δύναμη και το άφθονο χρήμα της μικροσκοπικής παγκόσμιας ελίτ των δισεκατομμυριούχων και των προνομιούχων κοινωνικών ομάδων οι οποίες συναρτούν την ευημερία τους από την εύρυθμη λειτουργία της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Και, κατά έναν τρόπο που είναι σχεδόν παράλογος, όσο πιο επιτακτική διαφαίνεται ότι είναι μια κοινωνική ανάγκη, τόσο ο καπιταλισμός περιορίζει τα μέσα για την ελεύθερη ικανοποίηση της στον ευρύτερο δυνατό βαθμό, αυξάνοντας την αποτίμηση της σε χρήμα, την τιμή δηλαδή που εκείνη φέρει στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς.

Ο αναρχισμός έχει σαν σημαία του την απελευθέρωση όχι μόνο της εργατικής τάξης, αλλά της κοινωνίας συνολικά, και πήρε την μορφή με την οποία τον γνωρίσαμε ιστορικά μέσα από την ψύχραιμη αντιπαραβολή και την εκατέρωθεν απόρριψη των παθογενειών που αναπαράγουν κατά κόρον τα δύο αυτά συστήματα κυριαρχίας. Η απόλυτη ισότητα χωρίς ελευθερία είναι μια συνθήκη που συναντά κανείς και στις φυλακές όπου οι κρατούμενοι είναι υποχρεωμένοι να φορούν τα ίδια ρούχα, έχουν την ίδια διατροφή και σαπίζουν στα ίδια καταθλιπτικά κελιά. Από την άλλη, η απόλυτη ελευθερία χωρίς ισότητα είναι το χαρακτηριστικό της ζωής στην άγρια φύση, όπου το μεγάλο ψάρι καταβροχθίζει το μικρό και η ατομική ισχύς βασιλεύει ως ο καθοριστικός παράγοντας που εγγυάται το δικαίωμα στη ζωή και την επιβίωση.

Ο αναρχικός συγγραφέας και κοινωνικός αγωνιστής Ντ. Γκερέν, έχει γράψει ότι η μαζική προσχώρηση των αναρχικών στις οργανώσεις της εργατικής τάξης στα τέλη του 19ου αιώνα και κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, ήταν η καθοριστική εκείνη εξέλιξη που σηματοδότησε την κάθοδο του αναρχισμού από το συννεφάκι ενός ευγενούς ηθικού ιδανικού που αφορούσε ωστόσο μόνο μια περιθωριακή μειοψηφία “μυημένων” και συνεχώς διωκόμενων αγωνιστών, σε κατευθυντήρια αρχή σύμφωνα με την οποία μπορούσαν να οργανωθούν οι πολύ πραγματικές και χειροπιαστές διαδικασίες της καθημερινής ζωής των μαζών.iv Παρ’ όλα αυτά, ο εργατισμός από την αρχή δεν έγινε αδιαμαρτύρητα αποδεκτός στο εσωτερικό των αναρχικών ομάδων σαν ο μοναδικός πολιτικός και ιδεολογικός προσανατολισμός που μπορούσε να νοηματοδοτήσει γόνιμα το αναρχικό κίνημα και να ανοίξει καινούρια πεδία δράσης για την ριζοσπαστική κοινωνική δραστηριότητα των αναρχικών συλλογικοτήτων. Πολλές ομάδες και εξέχοντες θεωρητικοί του αναρχισμού έσπευσαν να διαχωρίσουν τη θέση τους από μια μονοδιάστατη έμφαση στον επαναστατικό συνδικαλισμό ως ενσάρκωση της μοντέρνας μεθόδου για τον μετασχηματισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας σε αναρχικά, αντιεξουσιαστικά πρότυπα.

Για “αγωνιστές με επιρροή” όπως ο Μαλατέστα και ο Μπερνέρι, το εργατικό κίνημα, από την εποχή της σύλληψης του και σε όλη την ιστορική του διαδρομή, ήταν και παρέμενε αδιαμφισβήτητα ρεφορμιστικό.v Δεν ενδιαφερόταν για τίποτε περισσότερο πέρα από την ικανοποίηση των μισθολογικών διεκδικήσεων του εργάτη και την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης. Ο συγχρωτισμός των αναρχικών αγωνιστών με την ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος και η διάλυση του αναρχικού προτάγματος μέσα στις γραμμές των συνδικαλιστικών οργανώσεων, την οποία ορισμένοι αναρχοσυνδικαλιστές προπαγάνδιζαν ως την πιο ενδεδειγμένη πορεία για το αναρχικό κίνημα, ήταν πιο πιθανό ότι θα οδηγούσε σταδιακά στην εγκατάλειψη του ιδανικού της κοινωνικής επανάστασης από τους αφομοιωμένους αναρχικούς αγωνιστές, παρά ότι θα κατόρθωνε να παρασύρει τις μαζικές εργατικές οργανώσεις προς μια επαναστατική κατεύθυνση. Στη θέση του “εργατισμού” οι “καθαροί” αυτοί αναρχικοί ανέδειξαν την ελεύθερη και αυτοδιοικούμενη κοινότητα ως την πρωταρχική κοινωνική μονάδα μέσα από την οποία θα αναπτύσσονταν οι σχέσεις και οι δομές μιας πραγματικά αυτόνομης κοινωνίας. Στις μέρες μας, όπου η παραδοσιακή εργατική τάξη είναι είδος υπό εξαφάνιση στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες του παγκόσμιου Βορρά, η πολιτική κληρονομιά που μας έχουν αφήσει ως παρακαταθήκη αυτοί οι “καθαροί” αναρχικοί είναι πιο σημαντική από ποτέ. Κι αυτό διότι μέσα σε αυτό το πολιτικό ρεύμα της εναλλακτικής παράδοσης της κοινωνικής αυτονομίας, διασώζεται το μαχητικό πνεύμα, αλλά και η συσσωρευμένη πολιτική εμπειρία ενός ριζοσπαστικού κινήματος που εδώ και δύο αιώνες παλεύει για την κατάργηση της ταξικής εκμετάλλευσης και της θεσμοποιημένης υποτέλειας των κατώτερων τάξεων. Για την μετουσίωση της ιδέας μιας αυτοδύναμης, αυτόνομης, και αυτόφωτης κοινωνίας μεταφρασμένη κι εφαρμοσμένη στις σύγχρονες πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές και τεχνολογικές συνθήκες.

Στην εποχή των ταραχών που διανύουμε δεν είναι η μυθική Εργατική Τάξη των παλαιομαρξιστών που εξεγείρεται, η λευκή, αρσενική, χειρωνακτική εργατική τάξη των μεγάλων εργοστασίων που δεν υπάρχουν πια στον ψηφιοποιημένο δυτικό κόσμο. Εκείνοι που εξεγείρονται είναι οι πολλοί, η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζόμενων ή άνεργων προλεταριακών στρωμάτων της κοινωνίας που στερούνται τόσο τα πολιτικά, όσο και τα οικονομικά μέσα για να διαμορφώσουν και να ασκήσουν πραγματικό έλεγχο πάνω στους υλικούς όρους και τις κοινωνικές συνθήκες της ολοένα και πιο επισφαλούς ύπαρξης τους στην ταξική καπιταλιστική κοινωνία. Η συμβολή της αναρχικής παράδοσης σαν μια διαρκής αντιπολίτευση του δρόμου που δίνει έμφαση στην αυτενέργεια των κοινωνικών υποκειμένων και γι’ αυτό δεν ελέγχεται από τις κυράρχες θεσμικές ελίτ που συνιστούν μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης (ακόμα κι αν μιλάμε για τις κρατικοδίαιτες ελίτ της “ριζοσπαστικής” αριστεράς) είναι καθοριστική από αυτή την άποψη. Μόνο η συνάντηση του ζωντανού αναρχισμού με τα ταξικά υποκείμενα που αντιστέκονται στο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα για την ολοκληρωτική υπαγωγή της κοινωνίας στους νόμους της αγοράς μπορεί να παράξει μια πολιτική πλατφόρμα που θα συμπυκνώσει τις συλλογικές αρνήσεις της κοινωνίας και θα τις μετατρέψει σε μια μεγάλη συλλογική κατάφαση. Ένα νέο, δυναμικό ταξικό κίνημα για την ριζοσπαστική κονωνική αλλαγή, έξω και πέρα από τις σκουριασμένες και προκατ αντιλήψεις της απαρχαιωμένης αριστερής ορθοδοξίας.

iZ. Bauman, Παράπλευρες Απώλειες (Εκδόσεις του 21ου), σελ. 118.

iiZ. Bauman, ο.π., σελ. 83.

iiiVl. Voinovich, Moscow 2042 (Harvest Books).

ivΓράφει ο Γκερέν για την δυσάρεστη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι αναρχικοί προτού πραγματοποιήσουν τη στρατηγική στροφή τους προς τον επαναστατικό συνδικαλισμό: “Στριμώχνονταν σε μικρές σέχτες, οχυρώνονταν σε πύργους από ελεφαντόδοντο όπου γυάλιζαν δόγματα όλο και λιγότερο ρεαλιστικά. Ή αλλιώς διέπρατταν και επευφημούσαν πράξεις ατομικής τρομοκρατίας και παγιδεύονταν σε ένα δίχτυ αντιποίνων και καταστολής”. Στο D. Gueren, Anarchism: From Theory to Practice (Monthly Review Press), σελ. 78.

vC. Berneri, Εργατολατρεία (Ελευθεριακή Κουλτούρα).

Αμεσοδημοκρατία, ένα αναγκαίο στοιχείο του κομμουνισμού

ΣΣ

Νέοι, νέαν εξουσία κατέχετε και νομίζετε

πως κατοικείτε σε απροσπέλαστα απ’ τον πόνο παλάτια.

Μήπως δεν είδα μέχρι τώρα την καθαίρεση δύο τυράννων;

Έτσι και τον τρίτο, τον σημερινό αφέντη θα δω

να πέφτει πολύ άσχημα και πολύ σύντομα”.

Προμηθεύς Δεσμώτης, στίχ. 955-959

Αν κάποιος θέλει να διηγηθεί με δύο κουβέντες την ιστοριά της εξέλιξης της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να επικεντρωθεί στον διάλογο που εκτυλίχθηκε ανά τους αιώνες ανάμεσα στις διαφορετικές φιλοσοφικές παραδόσεις που αναπτύχθηκαν σε Αγγλία, Γερμανία και Γαλλία. Ενώ η κάθε σχολή σκέψης διαμορφώθηκε ανάλογα με τα ταξικά συμφέροντα και τις ιδιαιτερότητες του πολιτισμικού κλίματος που επικρατούσε σε κάθε χώρα ξεχωριστά τη στιγμή που έκαναν την εμφάνιση τους τα υπό εξέταση φιλοσοφικά δόγματα, η απήχηση του κάθε πολιτισμικού ρεύματος απλώθηκε πέρα από εθνικά σύνορα και κράτη, με συνέπεια να έχουμε παραδόσεις που έχουν ως κοιτίδα ένα εθνικό πολιτιστικό υπόβαθρο, αλλά που είναι την ίδια στιγμή κοσμοπολίτικες και υπερεθνικές ως προς την εκπροσώπηση και την κοινωνική εξάπλωση τους. Και τούτο συμβαίνει επειδή τα συμφέροντα και οι επιθυμίες των κοινωνικών τάξεων δεν διαφέρουν από χώρα σε χώρα, αλλά ουσιαστικά εκφράζουν την ίδια συνθήκη με διαφορετικά πολιτισμικά εργαελία κάθε φορά.

Από την μία πλευρά, έχουμε λοιπόν την “αγγλο-αμερικανική” φιλοσοφική σχολή του Λοκ, μια παράδοση που χαρακτηρίζεται από κυνικό ρεαλισμό και από μια απόλυτη έλλειψη φαντασίας ως προς τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το κοινωνικό ζήτημα. Όπως και οι “συνάδελφοι” τους της ηπειρωτικής Ευρώπης, οι βρετανοί μπουρζουάδες μίλησαν για τα υψηλά νοήματα της “ελευθερίας” και της “δημοκρατίας”, αλλά με όρους απόλυτα πεζούς που άδειαζαν τις έννοιες αυτές από οποιοδήποτε ριζοσπαστικό περιεχόμενο και καθιέρωναν την ελευθερία ως μια συνθήκη που ενθάρρυνε την ανεμπόδιστη οικονομική δράση του μεμονωμένου εμπόρου και του καπιταλιστή. Απασχολημένοι με την καθημερινή διοίκηση της αυτοκρατορίας τους, οι Άγγλοι εφηύραν δόγματα που θα τους διευκόλυναν να φέρουν σε πέρας τις εγκόσμιες υποθέσεις τους και τα οποία θα υπερασπίζονταν, αντί να αμφισβητήσουν, την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Υπό αυτή την έννοια, μετέτρεψαν ιδέες που ήταν δυνητικά απελευθερωτικές, σε δόγματα εκμετάλλευσης και κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο.

Στον αντίποδα έχουμε τους Γερμανούς, οι οποίοι υπέφεραν ακριβώς από την αντίθετη τάση, την έλλειψη ρεαλισμού και την υπερβολική αδυναμία στα θέλγητρα μιας ιδεαλιστικής προσέγγισης της κοινωνικής πραγματικότητας. Για τους γερμανούς εκπροσώπους της ιδεαλιστικής παράδοσης, ο άνθρωπος δεν ήταν παρά η πρώτη ύλη που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως προκειμένου να υλοποιήσει τις φαντασιώσεις που κατέκλυζαν το μυαλό του κάθε θεωρητικού. Δεν έχει σημασία αν μιλάμε για θεωρητικούς της πολιτικής δεξιάς ή της αριστεράς. Ο άνθρωπος τείνει να εξαφανίζεται μπροστά στο έμφυτο μεγαλείο και την καθαρότητα του φιλοσοφικού ιδανικού στην γερμανική σκέψη και αυτό συμβαίνει τόσο στην περίπτωση των ολοκληρωτικών οραμάτων των ναζιστών, όσο και στην καθολική απελευθέρωση από-τα-πάνω που κήρυτταν ο Μαρξ και οι οπαδοί του. Νομίζω άλλωστε ότι από αυτή την άποψη ήταν που έγραψε ο Μπακούνιν ότι ο άνθρωπος “είναι προικισμένος από τη φύση με μια αξιοθαύμαστη υπομονή που συχνά, είναι αλήθεια, φτάνει στην απελπισία και μόνο ο διάβολος ξέρει ως ποιο σημείο μπορεί ν’ αντέξει όταν, μαζί με την αθλιότητα που τον περιορίζει σε ανήκουστες στερήσεις και σ’ έναν αργό θάνατο από ασιτία, υποφέρει κι από κείνη την ανοησία, απ’ τα βλακώδικα αισθήματα, από εκείνη την απόλυτη έλλειψη συνείδησης των δικών του δικαιωμάτων κι από κείνη την αδιατάρακτη υπομονή κι υπακοή, που ανάμεσα σ’ όλους τους λαούς χαρακτηρίζουν μ’ ένα ειδικό τρόπο τους Ινδοϊστές της Ανατολής και τους γερμανούς”.i Ατελείωτες δεκαετίες ιδεαλιστικής υπεροχής είχαν διαπλάσει τους νομιμόφρονες υπηκόους του Κάιζερ και είχαν εμφυσήσει στον μέσο άνθρωπο μια αλλοτριωμένη συνείδηση της απόλυτης άρνησης της προσωπικής του αυταξίας.

Τέλος, κάπου εκεί ανάμεσα στους δύο υπάρχει η “γαλλική” σχολή η οποία προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον αγγλοσαξονικό ρεαλισμό και την ποιητική διάθεση των γερμανών, στον εργαλειακό ορθολογισμό και τον ρομαντικό αντιρασιοναλισμό. Γι’ αυτό η Γαλλία παρήγαγε στοχαστές όπως ο Προυντόν που επιχείρησαν να διατηρήσουν την ορμή του ιδεώδους της ριζοσπαστικής κοινωνικής μεταρρύθμισης, χωρίς ωστόσο να είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν σε αυτό ολοκληρωτικά την αυτονομία του ατόμου. Όσο για τη Ρωσία, όντας στις παρυφές γεωγραφικά της Ευρώπης, αλλά την ίδια στιγμή στην καρδιά του ευρωπαϊκού πολιτισμού, είναι, όπως έλεγε ο Μπερντιάεφ, ταυτόχρονα δεσποτική και αναρχική, συγκεντρωτική και ακυβέρνητη, ριζικά άθεη και γεμάτη σεβασμό για την ιερότητα των μεταφυσικών αναζητήσεων.ii Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που από τις δύο αυτές πνευματικές εστίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού ξεπήδησε πρώτα ο αναρχισμός. Αρχικά με την μορφή του επαναστατικού ατομισμού του Προυντόν, ο οποίος επανακαθόρισε την ατομικότητα χωρίς αναφορά στα καπιταλιστικά συμφραζόμενα του αγγλοσαξονικού ατομικισμού, υπογραμμίζοντας με το έργο του την ανάγκη η ατομικότητα να διασωθεί μέσα από το τεράστιο εγχείρημα της ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Από εκεί τη σκυτάλη πήρε η Ρωσία που μέσω του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, παρήγαγε το σώμα ιδεών του σύγχρονου αναρχισμού ο οποίος έμελλε να υποβάλλει σε μια ανελέητη δοκιμασία τις καλά εδραιωμένες δοξασίες της θεσμισμένης ετερονομίας σε δύση και ανατολή.

Αν υπάρχουν γενεαλογικά στοιχεία που δίνουν ενότητα σε όλο αυτό το πολιτισμικό οικοδόμημα και μας επιτρέπουν να μιλάμε για μια ενιαία παράδοση σκέψης την οποία ονομάζουμε μοντέρνα ευρωπαϊκή φιλοσοφία, αυτά θα πρέπει να αναζητηθούν σε δύο ιστορικούς άξονες. Κατά πρώτο, μπορούμε να εντοπίσουμε τις καταβολές που είναι ίδιες μέσα στην ιστορία, τις πολιτισμικές συγγένειες και τις πηγές απ’ όπου η μοντέρνα φιλοσοφία έλκει την πνευματική καταγωγή της. Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία είναι από αυτή την άποψη μια προφανής αφετηρία για την ιστορική καταγωγή της μεταγενέστερης φιλοσοφίας στην Ευρώπη. Όχι τόσο γιατί οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι μας κληροδότησαν έτοιμες απαντήσεις για όλα τα θεμελιώδη ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά πιο πολύ διότι ήταν οι πρώτοι που τόλμησαν να ανακηρύξουν τη συστηματική αμφισβήτηση σε κατεξοχήν στάση του ενάρετου βίου και, φυσικά, εξαιτίας του περιεχομένου των ερωτημάτων που έθεσαν και προσπάθησαν να απαντήσουν συστηματικά. Ολόκληρη η κατοπινή εξέλιξη της φιλοσοφίας δεν είναι παρά ένας διάλογος χωρίς τέλος γύρω από τα ζητήματα που για πρώτη φορά τέθηκαν από τους φιλοσόφους της αρχαιότητας. Τη στιγμή λοιπόν που οι διαφορετικές σχολές, όπως τις περιγράψαμε σχηματικά με αδρές γραμμές πιο πάνω, βρίσκονται σε μια διαρκή αντιπαράθεση μεταξύ τους, όλες μαζί δεν σταματούν να συνομιλούν ταυτόχρονα με τους φιλοσόφους της αρχαιότητας.

Ο έτερος άξονας που συμβάλλει στην οριοθέτηση μιας ενιαίας παράδοσης μέσα στο χρόνο είναι η διαπάλη στην οποία επιδόθηκε η ετερόνομη σκέψη μέσα στην ιστορία ενάντια στο φιλοσοφικό αντίθετο της, κόντρα δηλαδή στα φιλοσοφικά και πολιτικά ρεύματα που ανήκουν στην εναλλακτική παράδοση της αυτονομίας. Η πάλη αυτή, η οποία δεν αφορά μονάχα ιδέες, έννοιες και πεποιθήσεις που αναιρούν η μία την άλλη και είναι ασύμβατες μεταξύ τους, αλλά καθρεφτίζει και τις υλικές αντιπαραθέσεις που τροφοδοτούσαν τον δομικό κοινωνικό ανταγωνισμό ανάμεσα στα διαφορετικά ταξικά υποκείμενα, ξεκίνησε ήδη από την κλασσική αρχαιότητα, όταν έκαναν την εμφάνιση τους ρεύματα αιρετικών στοχαστών όπως οι κυνικοί και οι σοφιστές, οι οποίοι εφάρμοσαν τη φιλοσοφική μέθοδο κι έστρεψαν τα βέλη της αμφισβήτησης ενάντια στον ίδιο τον εαυτό της.

Ωστόσο, δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και οι πρώτοι ονομαστοί κυνικοί στοχαστές, όπως ο Ζήνων ο Κιτιεύς, ή ο Διογένης, έζησαν κι έδρασαν αφού το δημοκρατικό πολίτευμα της αθηναϊκής πόλης-κράτους είχε εκπέσει σε μια περίοδο απόλυτης παρακμής από την οποία ποτέ δεν μπόρεσε να εξέλθει και να επανέλθει στην προηγούμενη ζωτικότητα του. Από την άλλη, ακόμα και μια αναρχική αποτίμηση της αρχαίας αθηναϊκής αμεσοδημοκρατίας διατυπωμένη με σύγχρονους όρους είναι υποχρεωμένη να επιστρατεύσει πρωτίστως τα πλατωνικά κείμενα ως πηγή κριτικών παρατηρήσεων πάνω σε μια μορφή πολιτεύματος η οποία συγγενεύει πολύ με την αυτοκυβέρνηση που κηρύττουν οι αναρχικοί.iii Ο Πλάτωνας είναι την ίδια στιγμή εξαιρετικά ριζοσπαστικός στον τρόπο που προσεγγίζει τον οργανωμένο πολιτικό βίο στην πόλη-κράτος, εφόσον απορρίπτει τον γραπτό νόμο ως ασφαλιστική δικλείδα της “ενάρετης” ζωής μιας κοινότητας και προτάσσει αντίθετα την πνευματική εγρήγορση που έρχεται μέσα από την παιδεία ως την αναγκαία συνθήκη της καλής ζωής. Από την άλλη όμως, είναι και ο αρχετυπικός θεωρητικός της αντίδρασης μιας και αποφαίνεται μέσα από το έργο του ότι η γνώση είναι ένα προνόμιο που μόνο ελάχιστοι μπορούν να κατέχουν και ότι αυτό το σώμα των ολίγων επίλεκτων οφείλει να έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα για να διοικεί και να καθορίζει μονομερώς τις τύχες της πόλεως. Δηλαδή, δεν αναγνωρίζει την οργανική συσχέτιση που υπάρχει ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, ανάμεσα στην εμπειρία και τη γνώση, αλλά τοποθετεί τη γνώση σε ένα απροσπέλαστο για τους πολλούς μεταφυσικό πεδίο που επισκιάζεται από τις θορυβώδεις αναπαραστάσεις και τις εφήμερες συγκινήσεις της καθημερινής ζωής.

Ωστόσο, μέσα από την κριτική του Πλάτωνα τίθεται το ερώτημα για τον κοινωνικό σκοπό που υπηρετεί η δημοκρατία. Ο Πλάτωνας στους διαλόγους του “Γοργία” διατείνεται ότι η προσκόλληση στην ικανοποίηση των υλικών επιθυμιών και στην ανεμπόδιστη πρόσβαση σε κάθε λογής ηδονή και απόλαυση του σώματος είναι η πρώτη ύλη του λαϊκισμού, της “κολακευτικής”, όπως αποκαλεί τον εκφυλισμό της δημοκρατίας ο φιλόσοφος. Έτσι, οδηγείται κανείς στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός της δημοκρατίας, ή μάλλον του ορθού πολιτεύματος, δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου των μελών μιας κοινότητας. Διά τούτο, η δημοκρατία, με την έμφυτη επιρρέπεια που τη διακρίνει προς τον λαϊκισμό, στο βαθμό που ο τρόπος διακυβέρνησης εξαρτάται οργανικά από τις διαθέσεις των απαίδευτων μαζών που ενδιαφέρονται μόνο για υλικές ανέσεις, είναι και η χειρότερη μορφή πολιτεύματος, μια θεσμοποιημένη πνευματικής αλλοτρίωσης. Επιπλέον, αν δεχτούμε ότι σκοπός της δημοκρατίας είναι η αναπαραγωγή της, δηλαδή η πολιτική αυτοθέσμιση ως αυτοσκοπός της κοινωνίας, τότε αναμφίβολα και η συγκέντρωση ισχύος συνιστά έναν θεμιτό στόχο για τη δημοκρατική κοινότητα, στο μέτρο που η αναπαραγωγή της προϋποθέτει την ικανότητα να αυτοπροστατεύεται και να αποκρούει τις επιθέσεις όσων την επιβουλεύονται. Δηλαδή, δεν μπορεί να αποκλειστεί στο πλαίσιο της δημοκρατικής αυτοθέσμισης μια ιμπεριαλιστική πολιτική ισχύος και στρατιωτικής επέκτασης έναντι των αντιπάλων της δημοκρατικής κοινότητας.

Στον Επικήδειο του Περικλή βρίσκει κανείς μια ηθική δικαιολόγηση της άμεσης δημοκρατίας που βρίσκεται πολύ κοντά στον ορισμό της “καλής ζωής”, όπως αυτός εκφράζεται στα πολύ μεταγενέστερα έργα των στοχαστών του κλασσικού αναρχισμού. Γράφει λοιπόν ο Περικλής ότι η ανωτερότητα της δημοκρατίας ως πολιτεύματος διαφαίνεται από το γεγονός ότι ανάμεσα στους κατοίκους των πόλεων της Ελλάδας, μόνο ο Αθηναίος πολίτης με την καθημερινή εμπειρία που έχει συσσωρεύσει και την ευχέρεια που τον διακρίνει στη διαχείριση των πρακτικών της αυτοδιοίκησης, “θα μπορούσε με την πιο μεγάλη άνεση και χάρη, να παρουσιάσει τον εαυτό του ολοκληρωμένο σε πάρα πολλές εκδηλώσεις της ζωής”.iv Από αυτό εξυπονοείται ότι η δημοκρατία διαπλάθει ολοκληρωμένους ανθρώπους, κοινωνικά υποκείμενα που αναπτύσσουν ολόπλευρα τις ικανότητες και την προσωπικότητα τους, σε αντίθεση με τις διαφορετικές μορφές πολιτειακής συγκρότησης της πόλεως, οι οποίες παράγουν ακρωτηριασμένους ανθρώπους που γνωρίζουν μονάχα πως να συμμορφώνονται και να υπακούν σε άνωθεν εντολές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Αθηναίοι είχαν σχεδιάσει ενδελεχώς τους συλλογικούς θεσμούς της λαοκρατίας τους. Με κάθε νέα πολιτική μεταρρύθμιση που λάμβανε χώρα φρόντιζαν κατ’ αρχήν να αφαιρέσουν αρμοδιότητες από τα όργανα που συνιστούσαν τα υπολείμματα της αριστοκρατικής διακυβέρνησης.v Κατά δεύτερο, επιδείκνυαν ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να διαλύσουν οποιαδήποτε εστία συγκέντρωσης δύναμης που θα μπορούσε σταδιακά να δημιουργηθεί εκ νέου μέσα στους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς.vi Τέλος, επιχείρησαν να διευρύνουν διαδοχικά την κοινωνική βάση της δημοκρατικής πολιτικής κοινότητας, παραχωρώντας το δικαίωμα συμμετοχής στα όργανα της αμεσοδημοκρατικής διακυβέρνησης σε ολοένα και μεγαλύτερες μερίδες του γηγενούς ανδρικού πληθυσμού, παρόλο που οι υφιστάμενοι ταξικοί διαχωρισμοί άφησαν το στίγμα τους πάνω στη λειτουργία των λαϊκών οργάνων. Έτσι, μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι οι Αθηναίοι είχαν κατορθώσει να ισχυροποιήσουν και να προσδώσουν σταθερότητα στο θεσμικό πλαίσιο της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης σε μαζική κλίμακα, διαχέοντας παράλληλα την εξουσία στο σύνολο των μελών της πολιτικής κοινότητας στον μεγαλύτερο βαθμό που κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Εκείνο πάντως που απασχολούσε περισσότερο τους αθηναίους νομοθέτες ήταν η εισαγωγή ασφαλιστικών δικλείδων και η εξεύρεση τρόπων για να κατοχυρωθεί θεσμικά η αυτοάμυνα των θεσμών ενάντια σε προσπάθειες για τον σφετερισμό της εξουσίας των συλλογικών οργάνων της αυτοκυβέρνησης από επαγγελματίες διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας, ή από ομάδες συμφερόντων που θα μπορούσαν να εκτρέψουν τη λειτουργία τους προκειμένου να εξυπηρετούν αποκλειστικά τα δικά τους ταξικά προνόμια.

Σίγουρα η κατεξοχήν κριτική που μπορεί κανείς να διατυπώσει ενάντια στην αμεσοδημοκρατία από αναρχική σκοπιά αφορά την ταξική διαστρωμάτωση της ίδιας της αθηναϊκής κοινωνίας και τον βαθμό στον οποίο οι δημοκρατικοί θεσμοί επαφίονταν σε ένα καθεστώς θεσμοποιημένου ετεροκαθορισμού της μεγαλύτερης μερίδας του πληθυσμού της πόλεως (δούλοι, γυναίκες, μέτοικοι) το οποίο ήταν απαραίτητο προκειμένου να δημιουργηθεί το υλικό υπόβαθρο, οι αναγκαίες αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες ο συλλογικός αυτοκαθορισμός του προνομιούχου σώματος των ελεύθερων πολιτών ήταν δυνατός. Στο εύλογο τούτο επιχείρημα μπορεί κάποιος να αντιτείνει ότι ενώ η σύγχρονη μας αντιπροσωπευτική “δημοκρατία” συγκαλύπτει τις ταξικές διαφορές μέσω της τυπικής διεύρυνσης της και της χορήγησης του δικαιώματος ψήφου στις κατώτερες τάξεις, η άμεση δημοκρατία διασφάλιζε την αναπαραγωγή των κατεστημένων ιεραρχικών κοινωνικών σχέσεων διαμέσου της άρνησης των κυρίαρχων να την επεκτείνουν, να αναγνωρίσουν δηλαδή το δικαίωμα συμμετοχής των υποτελών στρωμάτων στις συλλογικές διαδικασίες της. Από αυτό καταλαβαίνει κανείς ότι ενώ η αντιπροσωπευτική “δημοκρατία” είναι ένα εξουσιαστικό πολιτικό σύστημα που αφήνει ανέπαφα τα ταξικά προνόμια και τις θεσμοποιημένες κοινωνικές ανισότητες του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να χρησιμεύσει σαν όργανο κυριαρχίας και σαν τη θεσμισμένη μορφή ενός καθεστώτος πολιτικής ετερονομίας, εφόσον δεν είναι διατεθειμένη να αυτοκαταργηθεί και να ακυρωθεί στην πράξη.

Θα πει κάποιος ότι η ιστορική εμπειρία της αρχαίας Αθήνας ήδη έχει δείξει το κατά πόσο η άμεση δημοκρατία μπορεί να εκφυλιστεί και να μετεξελιχτεί σε ένα εργαλείο ολοκληρωτικής κυριαρχίας πάνω στις κοινωνικές ομάδες που ήταν υποδεέστερες στην ταξική ιεραρχία. Όχι μόνο η αμεσοδημοκρατική διακυβέρνηση μπόρεσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά πάνω στον διαχωρισμό ανάμεσα σε ελεύθερους πολίτες και ανθρώπους αποκλεισμένους από τον δημόσιο βίο, αλλά κατόρθωσε με διαδοχικές μεταρρυθμίσεις να εμβαθύνει την ποιότητα της δημοκρατίας για εκείνους που μετείχαν στις διαδικασίες της και να διαφυλάξει τη δυνατότητα τους να αυτοκαθορίζονται συλλογικά μέσα από τα όργανα λαϊκής αυτοδιεύθυνσης που είχε καθιερώσει. Με τον ίδιο τρόπο που η αντιπροσωπευτική “δημοκρατία” διακηρύσσει για όλους τους πολίτες την ισότητα ενώπιον του νόμου, στην πραγματικότητα όμως κατοχυρώνει την ανισοκατανομή της δύναμης σε όλους τους τομείς της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης (πολιτική, οικονομική, πολιτισμική), έτσι και η άμεση δημοκρατία ισχυρίζεται ότι δημιουργεί συνθήκες αυτοκαθορισμού τη στιγμή που υποδουλώνει στις δομές της την πλειοψηφία της κοινωνικής ολότητας. Είναι όμως έτσι τα πράγματα ή αυτή η ερμηνεία συνιστά μια υπεραπλούστευση που συσκοτίζει τις ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στις δύο μορφές πολιτεύματος;

Κατά πρώτο, ενώ οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί αποτελούν το αναγκαίο συμπλήρωμα των ταξικών ιεραρχικών σχέσεων που αναδύονται στο πεδίο της οικονομίας και της κοινωνίας, καμιά τέτοια συμβιωτική σχέση δεν μπορεί να παρατηρηθεί ιστορικά ανάμεσα στην ταξική δομή της αρχαίας αθηναϊκής κοινωνίας και την πολιτική μορφή αυτοθέσμισης της, την αμεσοδημοκρατία. Στην αθηναϊκή κοινωνία ενδημούσαν κοινωνικές μορφές όπως του αγρότη και του τεχνήτη, του έμπορου και του αριστοκράτη που κατά κανέναν τρόπο δεν μπορούμε να πούμε ότι αναδύθηκαν μόνο εκεί, ή ότι ανήκαν σε μια ταξική ιδιοσυστασία της αθηναϊκής πόλεως. Η αθηναϊκή κοινωνία ήταν μια τυπική κοινότητα της εποχής σε ότι αφορά τις παραγωγικές δραστηριότητες που συντελούσαν στην αυτοσυντήρηση της, ωστόσο μόνο στην αρχαία Αθήνα εμφανίστηκε ο αμεσοδημοκρατικός τρόπος αυτοδιοίκησης της πόλης ως μορφή κοινωνικής αυτοθέσμισης της κοινότητας. Βέβαια, περίπου την ίδια εποχή, το 509 π.Χ. οι Ρωμαίοι εκδίωξαν τους Ετρούσκους βασιλείς και θέσπισαν την δημοκρατία στην πόλη τους. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ρώμης η δημοκρατία εξαρχής ήταν ένα ιδεολογικό προκάλυμμα για την εγκαθίδρυση μιας ολιγαρχικής διακυβέρνησης από τους πλούσιους, όργανο της οποίας ήταν η θεσμική κυριαρχία της Συγκλήτου. Μοιραία λοιπόν η ιστορική πορεία που ακολούθησε ήταν αντιστρόφως ανάλογη με αυτή των Αθηνών. Ενώ οι Αθηναίοι πάσχιζαν διαρκώς με νομοθετικές παρεμβάσεις να εμβαθύνουν τη δημοκρατία τους, η ρωμαϊκή άρχουσα τάξη εξόντωσε με εκδικητική μανία κάθε μεταρρυθμιστή πολιτικό που αποφάσιζε να αναλάβει δράση προκειμένου να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική διακυβέρνηση της Ρώμης από τις λαϊκές συνελεύσεις των πληβείων.vii Έτσι, η Ρώμη κατέληξε στην αποκατάσταση της μοναρχίας κατά την περίοδο της στρατοκρατικής διακυβέρνησης της από τους αυτοκράτορες, ενώ η Αθήνα μπόρεσε για δύο αιώνες να ασκήσει στην πράξη την αυτοκυβέρνηση του λαού από τα όργανα της αυτοθέσμισης του, προτού ο Πελοποννησιακός πόλεμος οδηγήσει την αθηναϊκή πόλη στην παρακμή και τη διάλυση. Από την άλλη, στην Ανατολή, παρόμοιες αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες οδήγησαν στην εδραίωση της κυριαρχίας των πιο ισχυρών και απόλυτων μοναρχιών. Μόνο το φωτεινό παράδειγμα της δημοκρατίας στην πράξη, όπως εφαρμόστηκε στις πόλεις-κράτη του ελλαδικού χώρου, στάθηκε ικανό να υπονομεύσει την υπεροχή των φαντασιακών σημασιών της τυραννίας στις χώρες της Ανατολής και να επηρεάσει σύγχρονους των ελλήνων σε άλλους τόπους, όπως ο Πέρσης ευγενής Οτάνις, ο οποίος συμβούλευε τους Πέρσες ομοεθνείς του: “… ενώ αν το πλήθος έχει την εξουσία, τότε πρώτα από όλα το πολίτευμα έχει το ωραιότερο όνομα: ΙΣΟΝΟΜΙΑ. Ύστερα δεν μπορεί να κάνει τίποτα από τα όσα κάνει ο τύραννος. Με κλήρο ορίζονται οι άρχοντες και αυτοί πρέπει να λογοδοτήσουν και κάθε τους απόφαση πρέπει να εγκριθεί από τον λαό. Η γνώμη μου λοιπόν, είναι να καταργήσουμε την μοναρχία και να δώσουμε την εξουσία στο πλήθος γιατί από τους πολλούς πηγάζει η εξουσία”.viii

Η κριτική σε μια δημοκρατία μπορεί να γίνει μόνο από τη σκοπιά της περισσότερης δημοκρατίας. Της ανακολουθίας δηλαδή της κατεστημένης δημοκρατίας ως προς τους πολιτικούς και κοινωνικούς στόχους που η ίδια θέτει και διακηρύσσει ότι υπηρετεί. Της αποτυχίας της ως συστήματος, να εκπληρώσει τις καταστατικές επιδιώξεις και τις εξαγγελίες στις οποίες βασίζει την ιδεολογική νομιμοποίηση της. Αυτή η ιδεολογική παράμετρος είναι την ίδια στιγμή η πηγή της δύναμης και της αδυναμίας της δημοκρατίας. Δύναμη επειδή τα “δημοκρατικά” καθεστώτα είναι σε απείρως καλύτερη θέση από μια παραδοσιακή μοναρχία, ή από μια στρατιωτική δικτατορία, προκειμένου να ισχυριστούν ότι κυβερνούν με εντολή που προέρχεται απευθείας από τον λαό και με τη συγκατάθεση του. Αδυναμία επειδή η “δημοκρατία”, στο βαθμό που παραμένει αντιπροσωπευτική, είναι αδύνατο να μεταρρυθμιστεί ουσιαστικά και να μετασχηματιστεί ποιοτικά, και όχι απλώς ποσοτικά, διαμέσου της διεύρυνσης της βάσης των ψηφοφόρων της. Να άρει δηλαδή το διαχωρισμό που ενυπάρχει στην καρδιά της θεσμικής διάρθρωσης της ανάμεσα σε κυβερνώντες και υπηκόους, στους επαγγελματίες διαχειριστές της εξουσίας και σε εκείνους που υπάγονται σε αυτήν. Δεν είναι λοιπόν μόνο ο τυπικός χαρακτήρας των δημοκρατικών “ελευθεριών” που χρήζουν να υποβληθούν σε ενδελεχή κριτική από μια απελευθερωτική σκοπιά, η αντίφαση που υπάρχει δηλαδή ανάμεσα στην τυπική ισότητα στο πολιτικό πεδίο και την οικονομική ανισότητα που αναπαράγεται μέσω του καπιταλιστικού συστήματος, όπως διατείνονται παραδοσιακά οι μαρξιστές. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η αναρχική κριτική των θεσμοποιημένων σχέσεων ανισοκατανομής της δύναμης που συμπυκνώνονται στην μορφή του Κράτους, εφόσον οι σχέσεις αυτές δεν είναι δυνατό να μεταρρυθμιστούν πραγματικά. Κι αυτό γιατί μια ενδεχόμενη απόπειρα ριζικού “εκδημοκρατισμού” τους θα απαιτούσε την ουσιαστική αυτοκατάργηση του Κράτους από τους ίδιους τους λειτουργούς του. Της εξάλειψης του Κράτους δηλαδή ως δομής χωριστής και υπερκείμενης από την κοινωνία. Αντίθετα, ο εκφυλισμός της άμεσης δημοκρατίας, η παρέκκλιση από την ιδεατή θεωρητική σύλληψη της για να το πούμε διαφορετικά, μπορεί να συντελεστεί μονάχα εξαιτίας μιας εξουσιαστικής υποτροπής μέσα στους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς, η οποία θα συγκροτούσε εκ νέου κυρίαρχες μειοψηφίες με δυσανάλογη δύναμη στο εσωτερικό της. Για τη “δημοκρατία” ως παγιωμένη καθεστωτική δομή, “αντιδημοκρατική” είναι οποιαδήποτε ενέργεια παρεμποδίζει την εφαρμογή της κρατικής εξουσίας και υποσκάπτει το κύρος του Κράτους. Για την άμεση δημοκρατία ως συνεχής διαδικασία αυτοθέσμισης της κοινωνίας, “αντιδημοκρατικό” είναι το ίδιο το Κράτος με τα προνόμια και τη θεσμοποιημένη εξουσία του.

Το παλιρροϊκό κύμα των μαζικών παλλαϊκών εξεγέρσεων που έχουν συνταράξει την υφήλιο από το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης κι έπειτα, εκ πρώτης όψεως διεκδικεί την αυξημένη λογοδοσία των κυβερνητικών οργάνων που θεωρούνται υπαίτια για την καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου της μεγάλης πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού. Κι αυτό γίνεται με μια ευθεία προσφυγή στην καταστατική δύναμη του ενεργού πλήθους, χωρίς κρατικές ή θεσμικές πολιτικές διαμεσολαβήσεις.Το Κράτος της νεοφιλελεύθερης περιόδου της νεωτερικότητας που διανύουμε, αποσύρεται ολοκληρωτικά από τους τομείς της κοινωνικής πρόνοιας και της αλληλεγγύης και καταστρέφει τους μηχανισμούς αναδιανομής του εισοδήματος που είχαν καθιερωθεί κατά την προηγούμενη κρατικιστική φάση της ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού. Αρνείται έτσι να εκπληρώσει την υπόσχεση του για την προστασία των αδυνάτων από τα δύο εκείνα στοιχεία που, σύμφωνα με τον Ζ. Μπάουμαν, συνιστούν τα θεμέλια κάθε μορφής πολιτικής εξουσίας, “την ανθρώπινη αβεβαιότητα και τρωτότητα”. Ωστόσο, είναι μέσα από αυτή την υπόσχεση που το Κράτος “αντλεί κυρίως το λόγο ύπαρξης του κι εξασφαλίζει την υπακοή και την εκλογική στήριξη των πολιτών του”.ix Τα απανταχού πληβειακά στρώματα βρίσκονται ξαφνικά εντελώς εκτεθειμένα στην ισοπεδωτική επίδραση των δυνάμεων του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και χάνουν βαθμιαία την πρόσβαση τους στα υλικά οφέλη και πλεονεκτήματα που πρέπει να είναι σε θέση να προσφέρει άνευ όρων η ζωή μέσα σε μια οργανωμένη κοινωνία. Την ίδια στιγμή οι στατιστικές της τρομακτικής ανισότητας που συνιστά δομικό χαρακτηριστικό του διεθνοποιημένου καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα ζαλίζουν όποιον τις διαβάζει και συγκλονίζουν πραγματικά. Στην καμπή του 21ου αιώνα, το πλουσιότερο 5% των ανθρώπων λαμβάνει το ένα τρίτο του παγκόσμιου εισοδήματος, όσο δηλαδή το λαμβάνει το φωτοχότερο 80%.x Η ανισότητα αναμφίβολα αποτελεί μια κρίσιμη έννοια της ριζοσπαστικής κοινωνικής θεωρίας ικανή να καταδείξει την ενδημική αδικία που συνιστά δομικό χαρακτηριστικό των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και να ωθήσει τους προλετάριους να ενεργήσουν συλλογικά και συντεταγμένα για να την εξαλείψουν. Ωστόσο, η ανισότητα δεν είναι παρά το σύμπτωμα, μια περιγραφική έννοια που αποτυπώνει την αποκρυστάλλωση της ανισοκατανομής όλων των μορφών της δύναμης σε τυπικές και άτυπες κοινωνικές ιεραρχίες. Αντίθετα, η εκμετάλλευση είναι η ερμηνευτική έννοια που ασχολείται με τις βαθύτερες αιτίες που δημιουργούν και αναπαράγουν την ανισότητα, που προσπαθεί να εξηγήσει τη δομική αλληλεξάρτηση που υπάρχει ανάμεσα στα μέρη της θεσμοποιημένη κοινωνικής ιεραρχίας. Οι πλούσιοι δεν συνυπάρχουν απλά με τους φτωχούς. Αυτοί είναι πλούσιοι επειδή εμείς είμαστε φτωχοί και το αντίστροφο. Το εξεγερμένο πλήθος των πληβείων ξεσηκώνεται αυθόρμητα ενάντια σε αυτό που αναγνωρίζει ως μια ανυπόφορη κατάσταση που δεν μπορεί να συνεχίσει να υπομένει αδιαμαρτύρητα. Επειδή όμως δεν ασχολείται με τη γενεσιουργό αιτία, δεν καταπιάνεται με τα οικονομικά θεμέλια της ανισότητας, αδυνατεί να καταργήσει τις αντικειμενικές συνθήκες που αναπαράγουν αυτή την κατάσταση και είναι υποχρεωμένο μετά από κάθε βίαιη κοινωνική έκρηξη να επιστρέψει ταπεινωμένο στη δυσμενή συνθήκη που έμπρακτα έχει απορρίψει. Από αυτή την άποψη, η αναζήτηση για περισσότερη δημοκρατία από το εξεγερμένο πλήθος εμπεριέχει μέσα της το αίτημα για μια ισότιμη και αδιάλειπτη πρόσβαση στις πηγές του κοινωνικού πλούτου. Από αυτή την ιστορική συγκυρία δεν παράγεται αυτόματα ο κομμουνισμός ως συλλογικό κοινωνικό αίτημα. Σίγουρα όμως η άμεση δημοκρατία συνιστά τόσο τη θεμελιώδη προϋπόθεση όσο και το αποτέλεσμα του κομμουνιστικού κινήματος που πρόκειται να έρθει για να καταργήσει τα κακώς κείμενα του αχαλίνωτου καπιταλισμού της αγοράς. Θα είναι ταυτόχρονα μορφή και περιεχόμενο ενός ενδεχόμενου μελλοντικού κομμουνισμού, όπως και ο κομμουνισμός θα είναι η αναγκαία συνθήκη αλλά και το περιεχόμενο που θα κληθεί να διαχειριστεί η αμεσοδημοκρατία στην πράξη.

iΜ. Μπακούνιν, Κρατισμός και Αναρχία (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 35-6.

iiiΓια παράδειγμα η ιστορική αποτίμηση του M. Small από αναρχική σκοπιά για την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία επιστρατεύει πολλά από τα επιχειρήματα του Πλάτωνα για να διατυπώσει τις κριτικές παρατηρήσεις του. Στο συλλογικό έργο Αρχαία Ελλάδα και Αναρχισμός (Ελεύθερος Τύπος).

ivΠερικλής, Επιτάφιος Λόγος, http://users.uoa.gr/~nektar/history/1antiquity/pericles_epitafios_logos.htm. Ας αντιπαραβάλουμε για μια στιγμή τα στοιχεία της υπεροχής του Αθηναίου πολίτη όπως παραθέτονται από τον Περικλή, με τον ορισμό της καλής ζωής στην αναρχική κοινωνία, όπως τον παραθέτει στο έργο του ο Μπακούνιν. Στόχος ενός τέτοιου τρόπου ζωής θα ήταν σύμφωνα με τον Μπακούνιν, η “ολόπλευρη ανάπτυξη και […] ολοκληρωμένη απόλαυση όλων των ανθρώπινων ικανοτήτων και δυνάμεων για όλους, με την εκπαίδευση, την επιστημονική επιμόρφωση και την υλική ευμάρεια…”. Στο Μ. Μπακούνιν, Θεός και Κράτος (Κατσάνος), σελ. 94. Τα κοινά στοιχεία στις δύο προσεγγίσεις νομίζω ότι είναι παραπάνω από εμφανή.

v Τ. Φωτόπουλος, Πριεκτική Δημοκρατία (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 321-335.

viFerrero-Nevinson-Marshal, Αρχαία Ελλάδα και Αναρχισμός (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 21-50.

viiM. Parenti, The Assassination of Julius Ceasar (The New Press).

viiiΗρόδοτος, Ιστορίαι 3, 80-82.

ixZ. Bauman, Παράπλευρες Απώλειες (Εκδόσεις του 21ου), σελ. 86.

xZ. Bauman, σελ. 83.

Χούντες, παλιές και νέες

FB_IMG_1571608942610

Όταν το μόνο σου εργαλείο είναι το σφυρί, τότε όλα τα προβλήματα μοιάζουν με καρφιά”.

Αγγλική παροιμία

Δεν έχει παρέλθει πολύς καιρός από την ημέρα που η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές και ανέλαβε εκ νέου τη διακυβέρνηση της χειμαζόμενης ελλαδική κοινωνίας. Σαν πρώτο δείγμα γραφής της νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης κάποιος μπορεί να διακρίνει τη διάθεση της να επιδοθεί σε έναν ανελέητο πόλεμο κινήσεων ενάντια στο ανταγωνιστικό κοινωνικό κίνημα και τις προκεχωρημένες θέσεις που αυτό καταλαμβάνει στα διαφορετικά πεδία της κοινωνικής αναπαραγωγής. Η αστυνομία αναδεικνύεται στο κατεξοχήν κρατικό όργανο για την υλοποίηση της αυταρχικής κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης. Προκειμένου να συνθλίψει το ταξικό κίνημα η ακροδεξιά νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να το απογυμνώσει από την πολιτική διάσταση του, παρουσιάζοντας τους πολιτικούς φορείς του σαν άμυαλους χουλιγκάνους και σαν κακοποιά στοιχεία, ή να ποινικοποιήσει το εναλλακτικό πολιτικό φαντασιακό του, μεταθέτοντας έτσι το “πρόβλημα” στη σφαίρα του ποινικού δικαίου και της καταστολής. Διευκολύνεται με αυτόν τον τρόπο η κινητοποίηση των μηχανισμών της οργανωμένης βίας του Κράτους για να αντιμετωπιστούν ζητήματα τα οποία είναι αμιγώς κοινωνικά ή πολιτικής φύσης.

Κάπως έτσι οι αρβύλες των ΜΑΤ έκαναν την εμφάνιση τους μέσα στον προαύλιο χώρο του παν/μιου της ΑΣΟΕΕ λίγες μόνο μέρες μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου για την κατάργηση του ακαδημαϊκού ασύλου. Στις παν/κες σχολές η κυβέρνηση δεν καλείται απλώς να διαχειριστεί ζητήματα διατάραξης της έννομης τάξης από “μπαχαλάκηδες”, όπως επαναλαμβάνει μονότονα σύσσωμος ο μηχανισμός προπαγάνδας των συστημικών ελίτ, αλλά ένα οργανωμένο πολιτικό κίνημα, το οποίο με γνώμονα μια ταξική ανάλυση της ετερόνομης κοινωνίας, αντιτίθεται, όχι μόνο στην εμπορευματοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά στην αγοραιοποίηση όλων των πτυχών της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης συνολικά.i Πρόκειται για ανθρώπους που παρακινούνται από ένα εναλλακτικό κοινωνικό φαντασιακό το οποίο προτάσσει την αναζήτηση ενός διαφορετικού προτύπου κοινωνικής συμβίωσης κι έρχεται σε ριζική ρήξη με την αναγωγή της ανταλλακτικής αξίας του κάθε πράγματος σε υπέρτατο νόμο της κοινωνικής αναπαραγωγής. Ένα κίνημα που αρνείται να αποδεχτεί σαν συντελεσμένο γεγονός την κυριαρχία του homo economicus που επιθυμούν διακαώς να επιβάλλουν οι ελίτ του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και οι πολιτικοί εκπρόσωποι τους. Ούτε μιλάμε βέβαια για μια απειροελάχιστη μερίδα του φοιτητικού πληθυσμού, όπως απέδειξε η τεράστια σε όγκο φοιτητική πορεία που έλαβε χώρα στο κέντρο της Αθήνας έπειτα από την αστυνομική εισβολή στην ΑΣΟΕΕ και την απαγωγή ενός φοιτητή από τις δυνάμεις καταστολής έξω από το σπίτι του.ii

Το να κατηγορεί εξάλλου η κυβέρνηση το πολιτικοποιημένο κομμάτι του φοιτητικού κινήματος ότι λειτουργεί σαν οργανωμένη μειοψηφία που προσπαθεί να επιβάλει την άποψη της στην ευρύτερη “κοινότητα” των φοιτητών, είναι το λιγότερο αστείο. Κι αυτό γιατί η κυβέρνηση είναι από τη φύση της η κυριότερη οργανωμένη μειοψηφία, ένα συντεχνιακό μόρφωμα θεσμικά διαχωρισμένο από το σύνολο της κοινωνικής ολότητας και ενυπάρχον σε ανώτερη ιεραρχική θέση προς αυτό. Πόσο μάλλον μια κυβέρνηση σαν αυτή της ΝΔ που έχει εκλεγεί με τις ψήφους μόλις του 23% του συνόλου του πληθυσμού.iii

Όπως και να ‘χει, αν η νεοφιλελεύθερη μερίδα των νεομπουρζουάδων της ελλαδικής κοινωνίας που συσπειρώνεται πολιτικά και εκλογικά μέσα στις τάξεις της ΝΔ νομίζει ότι θα μπορέσει να επιβάλει την ταξική κυριαρχία της στα ΑΕΙ με δύο, τρεις αστυνομικές επιχειρήσεις μικρής κλίμακας και ότι έπειτα τα πράγματα πολύ απλά “θα πάρουν τον δρόμο τους”, τότε μάλλον έχουν πέσει θύματα της ίδιας της προπαγάνδας τους. Για να “ειρηνεύσουν” τα παν/μια, να προσαρμοστούν δηλαδή στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό μοντέλο λειτουργίας που οραματίζονται για αυτά οι συστημικές ελίτ, θα πρέπει οι κυβερνήσεις να εγκαθιδρύσουν μια μικρή χούντα μέσα στις σχολές. Μια πανταχού παρούσα και επιθετική αστυνομική καταστολή, εντελώς διαφορετική από την εν πολλοίς αόρατη και light καταστολή που ρυθμίζει τη λειτουργία των εμπορευματοποιημένων στο έπακρο παν/κων ιδρυμάτων της αλλοδαπής.

Αλλά και τα Εξάρχεια που τον τελευταίο καιρό τελούν κάτω από την μόνιμη και ασφυκτική πολιορκία των δυνάμεων καταστολής, βρίσκονται στο επίκεντρο της στρατηγικής των ελίτ του συστήματος της οικονομίας της αγοράς για την επιβολή μιας κατασταλτικής διαχείρισης της κοινωνικής αναπαραγωγής. Η κρατική επίθεση στις αυτοδιαχειριζόμενες δομές φιλοξενίας προσφύγων και η εκκένωση από την αστυνομία των κατειλημμένων χώρων που χρησιμεύουν σαν ορμητήρια για ένα τμήμα του αναρχικού / αντιεξουσιαστικού χώρου, φαίνεται πως είναι μονάχα το αρχικό στάδιο, ή μάλλον η αναγκαία συνθήκη, για την επιβολή της καπιταλιστικής “ανάπτυξης” στην περιοχή, με την κατασκευή σταθμού μετρό και την αποικιοποίηση της περιοχής από τις εμπορευματικές ροές του αρπακτικού πολυεθνικού κεφαλαίου. Και λέμε για πολυεθνικό κεφάλαιο επειδή το εγχώριο κεφάλαιο δεν διαθέτει την υλική ευρωστία για ένα τόσο μεγαλεπήβολο και κοστοβόρο εγχείρημα καπιταλιστικού επεκτατισμού, ούτε την απαραίτητη εγχώρια αγοραστική ζήτηση, εφόσον τα μεσαία στρώματα διαρκώς συρρικνώνονται ως μερίδα του πληθυσμού και ως ποσοστό της αγοραστικής δύναμης. Από αυτή την άποψη, η βία της αστυνομικής εισβολής στα Εξάρχεια δεν είναι παρά η βία των πρώτων περιφράξεων που εγκαινιάζουν τη φάση μιας νέας καπιταλιστικής συσσώρευσης στην περιοχή. Εκείνο που δεν μπόρεσε τόσα χρόνια να πράξει η εγχώρια τάξη των αστών, ανέλαβε τώρα να φέρει σε πέρας η υπερεθνική καπιταλιστική τάξη. Κι αν οι πρόσφυγες που είχαν βρει καταφύγιο στα κατειλημμένα κτήρια, ή οι αναρχικοί που εκδιώκονται από τα στέκια τους δεν είναι ακριβώς κομμάτι της τοπικής κοινότητας, με την έννοια των μόνιμων κατοίκων και των επαγγελματιών της περιοχής που ξεριζώνονται εξαιτίας της πίεσης που ασκούν οι αμείλικτες δυνάμεις της αγοράς, αυτή σίγουρα είναι μια διαδικασία που θα τεθεί σε κίνηση νομοτελειακά μόλις εδραιωθούν στα Εξάρχεια οι συνθήκες έννομης τάξης που θα επιτρέψουν την απρόσκοπτη επιχειρηματική δραστηριότητα των πολυεθνικών (Airbnb, κλπ.). Ωστόσο, είναι ένα πράγμα η πρόσκαιρη εκκένωση μιας, δύο ή δέκα καταλήψεων και άλλο πράγμα η αποφυγή ανακατάληψης τους από το ανταγωνιστικό κίνημα. Το Κράτος δεν δείχνει να κατανοεί ότι δεν είναι απλώς 50 ή 100 “παραβατικά” άτομα που συντηρούν τις καταλήψεις, αλλά ένα ολόκληρο κίνημα, το οποίο είναι σε φάση πλήρους ανάπτυξης της κοινωνικής απήχησης του και έχει ανάγκη να διατηρήσει, ή ακόμα και να επεκτείνει, τις δομές και τα συλλογικά κεκτημένα του. Για τη φύλαξη λοιπόν των εγκαταλελειμμένων κτηρίων το Κράτος θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από μικρής κλίμακας αστυνομικές παρεμβάσεις. Θα υποχρεωθεί να επιβάλλει ένα καθεστώς μαζικής αστυνομικής κατοχής στην ευρύτερη περιοχή. Η “ομαλότητα” που τόσο επιθυμούν οι ελίτ θα επικρατήσει, αλλά με τίμημα τα υποτιθέμενα “δημοκρατικά” διαπιστευτήρια του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας. Αυτή όμως θα είναι μια εξέλιξη που απλώς θα επικυρώσει τα πολιτικά επιχειρήματα των αναρχικών και θα δώσει νέα πνοή στον αγώνα τους.

i Για την έννοια της αγοραιοποίησης της κοινωνίας, της υπαγωγής δηλαδή του συνόλου των κοινωνικών λειτουργιών στους νόμους της αγοράς, K. Polanyi, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός, σελ. 129-213 (Νησίδες).

Το “Όχι” ανήκει στα ψάρια του (κι ένα υστερόγραφο για τις κοπέλες της Ν. Φιλαδέλφειας)

Elounda (2)

Οι Έλληνες πολιτικοί έχουν μονίμως ως επάγγελμα την ‘Σωτηρίαν της πατρίδος’. Δι’ ο και αποφεύγουν επιμελώς να την σώσουν. Μετά την σωτηρίαν, δεν θα έχουν επάγγελμα”.

Γεώργιος Σουρής

Μια απάντηση στο άρθρο “Μήπως το ‘Όχι’ ανήκει στην Αριστερά;” του Τ. Θεοδωρόπουλου, https://www.kathimerini.gr/1048987/opinion/epikairothta/politikh/mhpws-to-oxi-anhkei-sthn-aristera.

Ο φιλόσοφος Ρ. Ρόρτυ έχει γράψει ότι όλα τα έθνη είναι υποχρεωμένα να λένε κάποτε μικρά ψέματα στον εαυτό τους, αν θέλουν να διατηρήσουν την συνοχή τους και το αίσθημα “εθνικής” υπερηφάνειας να μην αντικατασταθεί από ενοχικά συμπλέγματα ή μια δυσάρεστη αίσθηση συλλογικής αποξένωσης από την εθνική ταυτότητα.iΑυτή τη θέση φαίνεται πως υιοθετεί και ο Τ. Θεοδωρόπουλος με την παραληρηματική επίθεση που έκανε για πολλοστή φορά στην υποτιθέμενη πολιτισμική “ηγεμονία” της Αριστεράς με αφορμή την φετινή επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Τούτη η επίθεση δεν είναι παρά φτηνή ιδεολογική πολεμική. Όχι επειδή εκφράζει τεκμηριωμένη διαφωνία με τις ιστορικές πεποιθήσεις μιας “αριστερής” ιστοριογραφίας, αλλά διότι βαφτίζει “αριστερή”, και βέβαια δια τούτου “ανατρεπτική” κι “εθνομηδενιστική”, κάθε άποψη που δεν συμφωνεί με μια μυθιστορηματική εθνικιστική αφήγηση για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Μάλλον κάπως έτσι θα εννοεί την “ρωμαλέα” εθνική παιδεία που επιθυμεί κατά ρητή δήλωση της η νέα υπουργός παιδείας Νίκη Κεραμέως.

Ας δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τους ανιστόρητους ισχυρισμούς του Θεοδωρόπουλου, που στην προσπάθεια του να διασώσει την εθνικόφρονα μπουρδολογία από την διαφωτιστική επίδραση μιας ταξικής κριτικής, δεν διστάζει να αναγάγει την επίδειξη υπερβολικού κριτικού πνεύματος απέναντι στην επίσημη ιδεοληψία του Κράτους σε γενικευμένη παθογένεια της νεοελληνικής κοινωνίας.

Κατά πρώτο, ο γκουρού της Καθημερινής αναφέρεται στην τάση που διακρίνει την αριστερή ιστοριογραφία να αποσιωπά ή να ελαχιστοποιεί τη σημασία του ρόλου του δικτάτορα Μεταξά στην απόφαση που πάρθηκε να πολεμήσουν οι έλληνες εναντίον των φασιστών. Η τάση αυτή πράγματι υπάρχει κι εδώ είναι ίσως το μοναδικό σημείο όπου οι ενστάσεις του Θεοδωρόπουλου έχουν ένα έρεισμα στην πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί στο σημείο αυτό είναι η Αριστερά που υποκύπτει στις ιδεοληψίες της υποτάσσοντας την ιστορική έρευνα στις πολιτικάντικες σκοπιμότητες της στιγμής. Το “όχι” πράγματι το στήριξε και το έφερε σε πέρας ο μαχόμενος λαός με τον ηρωισμό και τις θυσίες που υπέστη κατά τη διάρκεια του σκληρού αυτού πολέμου κι αυτός είναι ένας ιστοριογραφικός ορίζοντας, ένας γενικός κανόνας για την έρευνα και τη συγγραφή της ιστορίας που ουδέποτε θα πρέπει να λησμονείται. Αρκετά έχει υποφέρει η ιστοριογραφία σαν κλάδος της πολιτισμικής παραγωγής από μια ελιτίστικη ανάγνωση του παρελθόντος, η οποία δεν έβλεπε στην ιστορική εξέλιξη παρά μόνο τις πράξεις και τα κατορθώματα “μεγάλων ανδρών” και αντιμετώπιζε τον απλό λαό, τον μέσο άνθρωπο σαν κρέας για τα κανόνια του ενός ή του άλλου “ηγέτη” ή κατακτητή. Παρ’ όλα αυτά, για να κάνει πράξη την ηρωική αντίσταση του ο ελληνικός λαός έπρεπε πρώτα να προηγηθεί η άρνηση του Μεταξά να ενδώσει στην απροκάλυπτη επιθετικότητα και τα αποικιοκρατικού τύπου, διπλωματικά τελεσίγραφα των φασιστών.ii Δεν μπορεί σε όλα ο Μεταξάς να ήταν ένας αδίστακτος δικτάτορας που κρατούσε σφιχτά στα χέρια του τα ηνία της χώρας και μόνο σε αυτό η απόφαση για αντίσταση να αποδίδεται με κάποιον μαγικό τρόπο μονάχα στις ανώνυμες λαϊκές μάζες που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία του. Αυτό σε τίποτε δεν εξιδανικεύει το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, ούτε αθωώνει τον Μεταξά από τις βαρύτατες ιστορικές ευθύνες που φέρει για την επιβολή της προσωπικής δικτατορίας του στη χώρα.

Από εδώ και στο εξής ωστόσο κατερχόμαστε μαζί με τον Θεοδωρόπουλο στην άβυσσο του ταξικού φανατισμού και του αντιεπιστημονικού ψεύδους. Γράφει ο Θεοδωρόπουλος ότι σύμφωνα με τους αριστερούς, “Ο εχθρός δεν ήταν η Ιταλία, αλλά ο φασισμός. Στην Πίνδο δεν πολέμησαν Έλληνες εναντίον Ιταλών, αλλά αντιφασίστες εναντίον φασιστών”. Μα αν η άνοδος του φασισμού ως πολιτικό κίνημα και ως δομή εξουσίας δεν αποτέλεσε καταλυτικό παράγοντα για την έναρξη του πολέμου, όχι μόνο στο επίπεδο της τοπικής ελληνοϊταλικής σύρραξης αλλά και γενικότερα αναφορικά με τον δεύτερο παγκόσμιο, τότε αναρωτιόμαστε πώς μπορεί κανείς να βγάλει νόημα από τα ιστορικά γεγονότα, να τα ερμηνεύσει ούτως ώστε να διδαχτεί κάτι από αυτά. Μήπως θα πρέπει αλήθεια να συμπεράνουμε ότι στον πόλεμο του σαράντα συνεπλάκησαν δύο αφηρημένες, υπεριστορικές οντότητες, η “Ελλάδα” και η “Ιταλία”, χωρίς αναφορά στα ιστορικά καθορισμένα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που οδήγησαν τις δύο κοινωνίες σε μετωπική σύγκρουση; Τότε όμως η Ιταλία θα έπρεπε να παραμένει ένας υπαρξιακός εχθρός που ακόμη και σήμερα καραδοκεί για να μας καταβροχθίσει. Και φυσικά ποτέ κανένας προοδευτικός άνθρωπος δεν ισχυρίστηκε ότι στα βουνά της Ηπείρου ήρθαν αντιμέτωπες οι επελαύνουσες φασιστικές ορδές με τους “αντιφασίστες” έλληνες. Ανεξαρτήτως αν η οδυνηρή εμπειρία αυτού του απρόκλητου πολέμου σίγουρα οδήγησε μια μεγάλη μερίδα των στρατιωτών που επιβίωσαν από τις μάχες του αλβανικού μετώπου να αντιπαθήσουν τον φασισμό και τον εθνικισμό και αργότερα να προσχωρήσουν πρόθυμα στις τάξεις της κομμουνιστικής αντίστασης.

Ακόμα πιο κωμικοτραγική είναι η ιερή αγανάκτηση που καταλαμβάνει τον Θεοδωρόπουλο μόλις αναφέρεται στην περιγραφή του πολέμου από την αριστερά ως “αντιμπεριαλιστικό”. Οποιαδήποτε έννοια παραπέμπει σε μια ταξική ανάλυση της ιστορίας φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τον τρισμέγιστο στοχαστή της μπουρζουάδικης σωφροσύνης. Έλα όμως που το μόνο που κάνει ο χαρακτηρισμός του πολέμου ως “αντιμπεριαλιστικού” είναι να υποδηλώνει τους γεωστρατηγικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης που επικρατούσαν πριν και κατά τη διάρκεια της εκτύλιξης της πολεμικής σύγκρουσης. Από την μία, η αναβίωση του ρωμαϊκού imperium ήταν η ιστορική αποστολή που είχε αναλάβει να φέρει σε πέρας ο ιταλικός φασισμός. Η επίθεση ενάντια στην Ελλάδα εντασσόταν στην γενικότερη πολιτική μεγαλομανούς επεκτατισμού στην οποία είχε επιδοθεί ο Μουσολίνι, έχοντας προηγούμενα επιτεθεί στους ανυποψίαστους κατοίκους της Αιθιοπίας και αργότερα στους φιλήσυχους Αλβανούς, τους οποίους η ιταλική επίθεση κατέλαβε εξαπίνης. Από την άλλη, για όσο καιρό η Ελλάδα είχε σαν κύριο στόχο της πολεμικής προσπάθειας της την υπεράσπιση των συνόρων της και την αναχαίτιση της φασιστικής εισβολής μπορούμε πράγματι να πούμε ότι διεξήγαγε έναν αμυντικό πόλεμο που είχε σαν στόχο να αντισταθεί στον ιταλικό ιμπεριαλισμό. Το ζήτημα βεβαίως αλλάζει όταν το ελληνικό γενικό επιτελείο πήρε την απόφαση να συνεχίσει τη διεξαγωγή του πολέμου μέσα στο έδαφος της Αλβανίας, καταδιώκοντας τους Ιταλούς που υποχωρούσαν και στην πορεία “απελευθερώνοντας” εδάφη τα οποία περιλάμβαναν ελληνικούς μειονοτικούς πληθυσμούς.

Αλλά ούτε το ΕΑΜ γλιτώνει από τα δηλητηριώδη βέλη του νεοφιλελεύθερου ιστορικού αναθεωρητισμού που εκπροσωπεί, όχι και πολύ άξια, ο Θεοδωρόπουλος. Είναι μια ιστορία βγαλμένη μέσα από την μυθολογία της αριστεράς, μας λέει ο αρθρογράφος, ότι το ΕΑΜ σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος της αντίστασης ενάντια στον κατακτητή, εφόσον την ίδια στιγμή προετοίμαζε την επιβολή του κομμουνισμού στη χώρα, λες και ο ένας ισχυρισμός με κάποιον τρόπο είναι ασύμβατος, ή αναιρεί τον άλλον. Και φυσικά όσους αντιστασιακούς δεν είχαν κάτω από τον έλεγχο τους οι κομμουνιστές πολύ απλά “τους έβγαζαν από την μέση”. Ωστόσο, ακόμα κι ένας μαθητής του δημοτικού γνωρίζει ότι το ΕΑΜ ήταν η μαζικότερη και ισχυρότερη αντιστασιακή οργάνωση και η μοναδική που διεξήγαγε μια μακροχρόνια και συστηματική εκστρατεία φθοράς ενάντια στις δυνάμεις κατοχής που είχαν εγκαταστήσει στη χώρα οι ναζιστές και οι φασίστες. Είναι επίσης ευρέως γνωστό ότι ο Ζέρβας βγήκε στο βουνό ανταποκρινόμενος στα απονενοημένα διαβήματα των συμμάχων απ’ το εξωτερικό, οι οποίοι παρακολουθούσαν με ανησυχία την άνοδο του ΕΑΜ κι επιθυμούσαν διακαώς τη δημιουργία μιας μάχιμης αντάρτικης δύναμης με δεξιά πολιτική ιδεολογία, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο και να συγκρατήσει την αύξηση της δημοτικότητας του ΕΑΜ τόσο στην ύπαιθρο, όσο και στις πόλεις. Η ταξική πάλη δεν έπαψε να υπάρχει κατά τη διάρκεια της κατοχής. Μόνο ένας χυδαίος φιλελεύθερος σαν τον Θεοδωρόπουλο θα υπέθετε ότι κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ισχύει, αντί να αντιληφθεί ότι η ίδια η στρατιωτική κατοχή από τη ναζιστική Γερμανία αποτέλεσε μια συνέχιση κι εντατικοποίηση της ταξικής πάλης με άλλα μέσα. Για του λόγου το αληθές, να πούμε πως ο ιστορικός Δ. Κέδρος παρατηρεί με κάποια δόση ειρωνείας ότι το ιδρυτικό καταστατικό του ΕΔΕΣ, του οποίου η ιδεολογία εκπορευόταν από το βενζελικό “κέντρο”, έμοιαζε να είναι ριζοσπαστικότερο κι από εκείνο του ΕΛΑΣ ως προς τις ριζικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες υποσχόταν ότι θα εφαρμόσει μετά την απελευθέρωση και τη λήξη του πολέμου. Ενδεικτικά παραθέτουμε εδώ το άρθρο 7 του καταστατικού που αναφέρει την πρόθεση του ΕΔΕΣ να εγκαταστήσει μια λαϊκή “Σοσιαλιστική Δημοκρατία” στην Ελλάδα και να θεσπίσει μέτρα τέτοια “τα οποία θα δώσουν εις τον Ελληνικόν Λαόν κοινωνικήν δικαιοσύνην θα εξαλείψουν δ’ εντελώς την μαύρην αδικίαν και εγκληματικήν ανισότητα, η οποία από της εποχής της απελευθερώσεως της Ελλάδος και ιδία κατά τα τελευταία πέντε έτη της τυραννικής δικτακτορίας, εμάστισε το σύνολον των Ελλήνων και εξεμεταλλεύθη αναλγήτως τους μόχθους του επ’ ωφελεία μιας ελαχιστοτάτης μειονότητος και η οποία διά παντός μέσου εξεμαύλιζεν εκάστοτε τα ηγετικά στοιχεία της χώρας και εκάθιζεν ούτω εις την ράχιν του Ελληνικού Λαού. Εις την Δημοκρατικήν Σοσιαλιστικήν Ελλάδα της αύριον δεν πρέπει να υπάρξουν πεινώντες και δεν θα υπάρξουν”.iii

Όπως και να ‘χει, ήταν το “εθνομηδενιστικό” ΕΑΜ με τους χιλιάδες κοινωνικούς απόβλητους που συσπείρωνε στις τάξεις του που, το 1943, έσωσε τον πληθυσμό της χώρας από την βίαιη πολιτική επιστράτευση στην πολεμική βιομηχανία του Ράιχ, οργανώνοντας μια γενική απεργία που παρέλυσε τη χώρα για τρεις ολόκληρες μέρες, ταυτόχρονα με δυναμικές και βίαιες μαζικές διαδηλώσεις, οι οποίες τελικά φόβισαν τους γερμανούς επικυρίαρχους και τους υποχρέωσαν να ανακαλέσουν την απόφαση τους.iv Την ίδια στιγμή, η αφρόκρεμα της “εθνικοφρόνου” και “πατριωτικής” ελληνικής αστικής τάξης παρείχε αφειδώς στελέχη για τις δοσίλογες κατοχικές κυβερνήσεις, οι οποίες συνεργάστηκαν με τις κατοχικές αρχές, αρχικά για να διευκολύνουν με όποιον τρόπο μπορούσαν την πολεμική προσπάθεια της Γερμανίας κι αργότερα, για την από κοινού οργάνωση της άμυνας των μπουρζουάδων απέναντι στον επερχόμενο κομμουνιστικό κίνδυνο (συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Οργάνωσης Χ, κλπ.).

Απ’ το αντικομμουνιστικό παραλήρημα του Θεοδωρόπουλου δεν θα μπορούσε βέβαια να λείψει και η απαραίτητη αναφορά στην ΕΣΣΔ, η οποία όπως διατείνεται ο μέγιστος αστός διανοητής μας, μάλλον δεν διαδραμάτισε τον καθοριστικότερο ρόλο στην ολοκληρωτική ήττα και τη στρατιωτική συντριβή του Χίτλερ και του αποκρουστικού καθεστώτος του. Στο σύμπαν των φιλελεύθερων φαντασιώσεων του αρθρογράφου της Καθημερινής, ο δεύτερος παγκόσμιος κερδήθηκε από τις ΗΠΑ και την Βρετανία. Η ΕΣΣΔ ήταν μόνο ένα αμελητέο μέρος της λύσης, αν δεν ήταν τελικά και η ίδια μέρος του προβλήματος (σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ). Σίγουρα ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν πρέπει να φαντάζει και ιδιαίτερα περίεργος σε κάποιον που έχει γαλουχηθεί αποκλειστικά με τις αμφιβόλου εγκυρότητας ιστορικές διδαχές των επίσημων σχολικών εγχειριδίων, ή σε αυτούς που αντλούν τις γνώσεις τους για την ιστορία από την ευφάνταστη προπαγάνδα των υπερπαραγωγών του Χόλυγουντ. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός παραμένει ότι η ΕΣΣΔ ήταν εκείνη που πλήρωσε με διαφορά τον βαρύτερο φόρο αίματος και υποβλήθηκε σε μια μικρής κλίμακας γενοκτονία, χάνοντας σχεδόν τον μισό ανδρικό πληθυσμό της κατά τη διάρκεια του πολέμου. Συνολικά, οι ανθρώπινες απώλειες ανήλθαν σε 27 εκατομμύρια ψυχές, περίπου το 14% του προπολεμικού πληθυσμού της χώρας. Η τεράστια δε αιματοχυσία που υπέστη ο ανδρικός πληθυσμός, άλλαξε τις δημογραφικές ισορροπίες στην ΕΣΣΔ ανάμεσα στα δύο φύλα τουλάχιστον για μια γενιά.v Από την άλλη, οι απώλειες των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου σε μάχιμους άνδρες με το ζόρι ανερχόταν σε 800.000 στρατιώτες, χωρίς βέβαια να έχουμε καμία διάθεση να εμπλακούμε σε αήθεις συμψηφισμούς, ή να υποτιμήσουμε τη σημασία της απώλειας της ζωής αυτών των θαρραλέων ανδρών. Εκείνο ωστόσο που είναι ακόμα πιο σημαντικό, και δυστυχώς πολύ λιγότερο γνωστό, είναι ότι στο Ανατολικό μέτωπο η Γερμανία έριξε, και τελικά έχασε, τα τρία τέταρτα (3/4) του συνόλου των δυνάμεων της σε πεζικό, μεραρχίες τεθωρακισμένων, αεροπορία, επίλεκτες μονάδες. Εκεί πολέμησαν επίσης και οι αμφιλεγόμενες “διεθνείς ταξιαρχίες” των SS, οι οποίες συγκροτήθηκαν αποκλειστικά με σκοπό να συνδράμουν στην ιδεολογική και στρατιωτική σταυροφορία εναντίον του υπαρξιακού εχθρού, του μπολσεβικισμού.vi Αρκεί να πούμε ότι στο αποκορύφωμα των εχθροπραξιών, οι ναζί δεν διέθεταν πάνω από 1.900.000 άνδρες για τις πολεμικές επιχειρήσεις στο δυτικό μέτωπο. Αντίθετα, στον πόλεμο για την εξόντωση της ΕΣΣΔ οι γερμανοί στρατηγοί δέσμευσαν την μεγαλύτερη στρατιά που έχει δει ποτέ ο κόσμος. Στο αποκορύφωμα της έφτασε τους 3.933.000 στρατιώτες (1943), ενώ μόνο το 1945, χρονιά που η ναζιστική Γερμανία βρισκόταν ήδη σε εσπευσμένη στρατηγική αναδίπλωση σε όλα τα μέτωπα, έπεσε ο αριθμός των στρατευμάτων που μάχονταν στην Ανατολή σε λίγο κάτω από δύο εκατομμύρια (1.960.000).vii Από τα παραπάνω είναι νομίζω περισσότερο από προφανές ότι ο πρωτεύων ρόλος της ΕΣΣΔ στην ήττα του φασισμού δεν είναι ζήτημα ιδεολογικής προτίμησης, αλλά αδιαφιλονίκητο ιστορικό δεδομένο που προκύπτει μέσα από μια αντικειμενική ανάλυση των εμπειρικών στρατιωτικών στοιχείων του πολέμου. Κι αυτό δεν είναι σημαντικό επειδή τάχα υποστηρίζει την λεγόμενη “ιδεολογική ηγεμονία” της αριστεράς, αλλά επειδή αποδεικνύει ότι χωρίς την ΕΣΣΔ μάλλον όλοι μας τώρα θα μιλούσαμε Γερμανικά.

Η ιδεολογία καλό είναι κάποτε να υποστηρίζεται και από την εγκυρότητα της ισχύος των εμπειρικών δεδομένων. Όποιος απαξιώνει τα ευρήματα της ακαδημαϊκής ιστοριογραφικής έρευνας από φόβο μήπως υποχρεωθεί να αναθεωρήσει τα θέσφατα της επίσημης ιδεολογίας του Κράτους που κάπου δεν ταιριάζουν με τις πολιτικές σκοπιμότητες της στιγμής, μόνο ως πληρωμένος προπαγανδιστής πρέπει να αντιμετωπίζεται και να αποδοκιμάζεται δημόσια σαν διανοούμενος σε εντεταλμένη υπηρεσία. Σε αυτούς τους φανατικούς του “κέντρου”, τους ιδεολογικούς κομισάριους της εξουσίας, το μόνο που έχουμε να απαντήσουμε είναι ότι το “Όχι ανήκει στα ψάρια του”, κατά παράφραση της γνωστής αναρχικής ρήσης του παρελθόντος.

Υ.Γ. Όσοι θεωρούν ότι η ενέργεια της καλλιτεχνικής ομάδας στη Ν. Φιλαδέλφεια φανερώνει αμοραλισμό ή έλλειψη σε «αξίες » καλά θα κάνουν να το ξανασκεφτούν, αφού η κριτική πάντοτε στο όνομα αξιών μιλάει, διαφορετικων και δυνατότερων από το πνεύμα της αγέλης. Μα δεν μπορούσαν απλώς να μην κάνουν παρέλαση;, αναρωτήθηκαν κάποιοι. Αν όμως οι κοπέλες αποφάσιζαν να ενεργήσουν σαν άτομα και απλώς να μείνουν στο σπίτι, θα άφηναν ελεύθερο το πεδίο σε αυτό το οποίο ήθελαν να αντιπαλεψουν με την έμπρακτη κριτική τους. Τη συλλογική καλλιτεχνική πράξη αντίστασης τους δεν θα την είχε δει κανείς. Αλήθεια τι είναι πιο ντροπιαστικό; Να αποδίδει κάποιος τιμές σαν καλοκουρδισμένο αυτόματο στα υποκείμενα που διέλυσαν τη χώρα, αλλά εξακολουθούν να απαρτίζουν την πολιτική ελίτ του τόπου μόνο και μόνο επειδή «έτσι πρέπει», ή να αποδοκιμάζεις με αυτόν τον ευρηματικό κι ευφάνταστο τρόπο τη διοργάνωση αυτού του κακόγουστου πανηγυριού;

Άλλοι είπαν ότι οι κοπέλες δεν σεβάστηκαν την “μνήμη των νεκρών”, ή ότι πήγαν απρόσκλητες σε μια εκδήλωση που δεν τις αφορούσε και είχε ένα πλαίσιο ξένο προς αυτό που έκαναν. Ωστόσο, την έλλειψη σεβασμού σε αυτούς που χάθηκαν την δείχνουν αυτοί που καταχράστηκαν την ελευθερία για την οποία πολέμησαν οι φαντάροι το ’40, που ξεφτίλισαν τους θεσμούς και τους μετέτρεψαν σε προσωπικό φέουδο για μια επικερδή επαγγελματική καριέρα. Ο σκοπός της ενέργειας των κοριτσιών ήταν αυτός ακριβώς, να μην αφήσει το πεδίο ελεύθερο. Επανοικειοποίηση του πλαισίου δηλαδή, που κανονικά το ορίζουν μονομερώς κι από-τα-πάνω οι Μπογδάνοι και οι Παυλόπουλοι ως επίσημοι και “αξιοσέβαστοι” αξιωματούχοι του Κράτους . Αυτούς δεν σεβάστηκε κι αποδοκίμασε έμπρακτα η ενέργεια της ομάδας στη Ν. Φιλαδέλφεια, όχι την μνήμη των νεκρών. Το Κράτος απαλλοτριώνει το έπος του σαράντα, μουσειοποιεί το πνεύμα της θυσίας τόσων ανδρών, μετατρέπει την ιστορία σε νεκρό γράμμα προς όφελος του για να υπηρετεί τις σκοπιμότητες του . Αντίθετα, τα κορίτσια προσπάθησαν να κρατήσουν ζωντανό το πνεύμα της θυσίας τους, τη φλόγα της αντίστασης εκείνων που έχασαν τη ζωή τους για την ελευθερία. Η ιστορία δεν είναι πράγμα και πανηγύρι. Είναι έμπνευση για το σήμερα, είτε σαν παράδειγμα προς μίμηση, ή προς αποφυγή.

 

iΗ εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες ότι ο αυτοσεβασμός για τα άτομα […] όπως μια πολλή μικρή δόση αυτοσεβασμού παρεμποδίζει το άτομο να υψώσει το ηθικό του ανάστημα, έτσι και μια κουτσουρεμένη εθνική υπερηφάνεια καθιστά αδύνατη την ενεργητική και αποτελεσματική συζήτηση για την εθνική πολιτική. Τα αισθήματα που τρέφει κανείς για τη χώρα του – η βαθιά ντροπή ή η φλογερή υπερηφάνεια, που προκαλούνται από διαφορετικές στιγμές της ιστορίας της και από τις ποικίλες εθνικές πολιτικές του παρόντος – είναι απαραίτητα αν θέλουμε η δημόσια συζήτηση να είναι εμπνευσμένη και παραγωγική. Αυτή η συζήτηση όμως πιθανόν να μην διεξαχθεί παρά μόνον όταν η υπερηφάνεια υπερισχύσει της ντροπής”. R. Rorty, Η Αριστερή Σκέψη στην Αμερική του 20ου Αιώνα (Πόλις), σελ. 9-10.

iiΕμ. Γκράτσι, Η Αρχή του Τέλους: Η Επιχείρηση Κατά της Ελλάδος (Εστία).

iiiΚαταστατικό ίδρυσις ΕΔΕΣ, 9 Σεπ 1941, https://stratistoria.wordpress.com/1941/09/09/19410909-edes-katastatiko/.

iv5 Μάρτη 1943: Η νικηφόρα μάχη ενάντια στην πολιτική επιστράτευση, https://www.alfavita.gr/koinonia/213909_5-marti-1943-i-nikifora-mahi-enantia-stin-politiki-epistrateysi.

viiA. Cohen, Thank Russia for Winning World War II, https://www.counterpunch.org/2019/05/10/thank-russia-for-winning-world-war-ii/ & Mawdsley, Evan,Thunder in the East: the Nazi–Soviet War, 1941–1945 (London).