Σιωναζισμός

5f28c913093ba22d55068368324342f2

Αναδημοσιεύω εδώ σε μετάφραση απ’ τα αγγλικά, αυτό το άρθρο από την αμερικανο-εβραϊκή, αριστερή εφημερίδα “Εμπρός” (Forward). Η Forward δεν είναι κανένα ιδιαίτερα ριζοσπαστικό έντυπο. Πρόσκειται στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού κόμματος και ανήκει μάλλον στον χώρο της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας παλαιάς κοπής. Το εν λόγω ωστόσο άρθρο είναι σημαντικό επειδή αναφέρεται σε κάτι που ο παγκόσμιος σιωνισμός εδώ και χρόνια, αρνείται πεισματικά να παραδεχτεί, και μάλιστα πασχίζει απελπισμένα να κρύψει. Την ιδεολογική συγγένεια που έχει ο Σιωνισμός ως πολιτικό κίνημα με την αντισημιτική, εθνοφυλετική ακροδεξιά του 19ου αιώνα, από τους κόλπους της οποίας προέρχεται ιδεολογικά, καθώς και τις προσπάθειες που κατέβαλαν ιστορικοί ηγέτες του σιωνισμού, όπως οι Γιαμποτίνσκι και Στερν, να συνάψουν κάποιου είδους συμμαχία με τους χιτλερικούς για να προωθήσουν την υπόθεση της μαζικής μετανάστευσης των Εβραίων της Ευρώπης στην Πλαιστίνη.

Μάλιστα, στα χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η σιωνιστική προπαγάνδα έχει επανειλημμένα προσπαθήσει να ταυτίσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Παλαιστίνιων με τον ναζισμό και να τον εντάξει στο εξουσιαστικό, οριενταλιστικό ιδεολόγημα του “ισλαμοφασισμού”, ενάντια στον οποίο διατείνεται πως δίνει μάχη το “πολιτισμένο” και “δημοκρατικό” Ισραήλ. Προς τούτο δεν σταματούν να επιδεικνύουν την φωτογραφία από την συνάντηση του Παλαιστίνιου ηγέτη του μεσοπολέμου Χατζ Αμίν με τον Χίτλερ. Ωστόσο, αντίθετα με τους οργανικούς πολιτικούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα σε σιωνισμό και εθνικοσοσιαλισμό, η συμμαχία που επιδίωξε ο Χατζ Αμίν είχε καθαρά τακτικό χαρακτήρα. Η ναζιστική Γερμανία ήταν εχθρός της αυτοκρατορικής Αγγλίας που καταδυνάστευε την Παλαιστίνη και, συνακόλουθα, δυνητικός σύμμαχός του αναδυόμενου αραβικού εθνικιστικού κινήματος. Οι Πλαιστίνιοι ήταν υποχρεωμένοι να δράσουν σύμφωνα με την αρχή “ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου”, μιας και οι Σιωνιστές είχαν ήδη πλευρίσει τις αγγλικές ελίτ για να εξασφαλίσουν την εύνοια τους αναφορικά με τα κατακτητικά σχέδια τους για μαζικό εποικισμό της αραβικής Παλαιστίνης. Το παρακάτω άρθρο ρίχνει φως στους δεσμούς που ενώνουν τους σιωνιστές με τους απανταχού αντισημίτες και τις πολιτικές συνέπειες αυτών των δεσμών που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Και, το κυριότερο, προέρχεται από μια εβραϊκή πηγή, την οποία κανείς δεν μπορεί να συκοφαντήσει για δήθεν “αντισημιτισμό”, όπως κάνουν κατά συρροή οι σιωνιστές προκειμένου να φιμώσουν τους πολιτικούς αντιπάλους τους.

 

Η ανησυχητική συμμαχία ανάμεσα σε Σιωνιστές και Αντισημίτες

Μεταξύ της ακρόασης του David Friedman στο Κογκρέσο, της επίσκεψης του Netanyahu στις ΗΠΑ και της άρνησης του Προέδρου Τραμπ να αναλάβει δράση ενάντια στο αυξανόμενο κύμα του αντισημιτισμού στην Αμερική, η περίοδος που μας πέρασε ήταν γεμάτη ένταση για την Αμερικανό-εβραϊκή κοινότητα.

Για όσους ανήκουν στην Δεξιά, η απόρριψη από τον Τραμπ της λύσης των δύο κρατών, όπως και ο διορισμός του Φρίντμαν, παρέχει εγγυήσεις ότι η καινούρια κυβέρνηση προτίθεται να υποστηρίξει σθεναρά μια επεκτατική μορφή Σιωνισμού. Κι αν συνυπολογίσει κανείς και την συμπερίληψη του Τζάρεντ Κούσνερ στον στενό κύκλο του Προέδρου, η παρουσία των Φρίντμαν και Νετανιάχου στα μετόπισθεν δείχνει για πολλούς ότι ο Τραμπ στην πραγματικότητα δεν είναι αντισημίτης, παρόλο που κατά καιρούς έχει περιβάλλει τον εαυτό του με φυσιογνωμίες που έχουν το λιγότερο αμφιλεγόμενες απόψεις. Σύμφωνα με αυτή την λογική, η ισχυρή υποστήριξη του Τραμπ αλλά και του (επιτελάρχη του) Στιβ Μπάνον για το Ισραήλ, είναι ικανή να αντικρούσει τον οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι αμφότεροι τρέφουν αντιπάθεια προς τους Εβραίους.

Ωστόσο, για πολλούς φιλελεύθερους και κεντρώους, η ιδέα πως ο Κούσνερ και ο Μπάννον θα μπορέσουν να συνεργαστούν, συνιστά την αιτία μιας ατελείωτης σύγχυσης: Πώς θα μπορούσε ένας απόγονος επιζησάντων του Ολοκαυτώματος να μοιράζεται ένα κοινό όραμα με τον ιδεολογικό ηγέτη της «εναλλακτικής δεξιάς»;

Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στην ιστορία του Σιωνιστικού κινήματος, μια ιστορία που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία εγγενής αντίθεση ανάμεσα στον Σιωνισμό και τον αντί-Σημιτισμό. Για την ακρίβεια, οι δύο ιδεολογίες έχουν συνεργαστεί στο παρελθόν προκειμένου να πετύχουν τον στόχο που μοιράζονται από κοινού: την συγκέντρωση των Εβραίων σε ένα μέρος (έτσι ώστε να εξαλειφθεί η παρουσία τους από τα υπόλοιπα).

Ακόμα και πριν από την άνοδο του μοντέρνου Σιωνιστικού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα, Χριστιανοί φιλόσοφοι και κρατικοί αξιωματούχοι συζητούσαν μεταξύ τους για το τι θα έπρεπε να κάνουν με την «ανατολίτικη» μάζα του Εβαραϊσμού που ζούσε ανάμεσα τους. Όπως σημειώνει ο ακαδημαϊκός Jonathan Hess του παν/μιου της Βόρειας Καρολίνας, ένα είδος «λύσης» που είχε ιδιαίτερη απήχηση σε εξέχουσες φυσιογνωμίες του Διαφωτισμού που διακατέχονταν από αντί-Σημιτικά αισθήματα ήταν να απελάσουν τους Εβραίους σε μια αποικιακή εγκατάσταση όπου θα μπορούσαν να αναμορφωθούν. Ο Γίοχαν Γκότλιμπ Φίχτε, που ήταν ανάμεσα στους ιδρυτές του Γερμανικού Ιδεαλισμού, σημείωσε το 1793 ότι η πιο αποτελεσματική προστασία που μπορούσαν να έχουν οι Ευρωπαίοι απέναντι στην Εβραϊκή απειλή, ήταν να «κατακτήσουν για λογαριασμό των Εβραίων, τους Αγίους Τόπους και να τους ξαποστείλουν όλους εκεί».

Πράγματι, ο Σιωνισμός αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό ένα πολιτικό κίνημα που σαν ρητό στόχο είχε να δώσει μια απάντηση στο πρόβλημα του πολιτικού Αντισημιτισμού. Για τους πρωτοπόρους του Σιωνισμού, όπως ο Leo Pinsker και ο Theodor Herzl, η εμφάνιση του Αντισημιτισμού ήταν ένα αναπόφευκτο φαινόμενο σε οποιοδήποτε μέρος οι Εβραίοι συνιστούσαν μια ευμεγέθη μειοψηφία. Κανονικές σχέσεις με τα άλλα έθνη θα μπορούσαν να υπάρξουν μόνο εφόσον οι Εβραίοι μεταφέρονταν σε ένα μέρος όπου θα ήταν η πλειοψηφία. Έτσι, αντί να πιέσουν τα σύγχρονα κράτη και τις κοινωνίες προκειμένου να εφεύρουν νέους τρόπους ώστε να ενθαρρύνουν την διαφορετικότητα, οι Σιωνιστές διανοητές της γενιάς του Χερτσλ υιοθετούσαν την λογική ότι το Εβραϊκό «πρόβλημα» θα μπορούσε να τακτοποιηθεί μόνο μέσω της μαζικής εκδίωξης των Εβραίων από τα Ευρωπαϊκά κράτη.

Η ιδέα ότι οι Εβραίοι ανήκουν όχι στο μέρος όπου κατοικούν ή απ’ όπου κατάγονται, αλλά στους Αγίους Τόπους ήταν φυσικά μια θέση με την οποία δεν συμφωνούσαν όλοι οι Σιωνιστές, ούτε τότε, ούτε τώρα. Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να δει κανείς την πολύ προβληματική λογική που μπορεί να συνδέει παρόμοιους ισχυρισμούς με το είδος του εθνικισμού «της γης και του αίματος», ο οποίος οδήγησε στη καταστροφή της ζωής του Εβραϊσμού της Ευρώπης. Ο Ναζισμός φυσικά ξεπήδησε μέσα από αυτό το πλαίσιο και επέμενε ότι οι Εβραίοι δεν μπορούσαν ποτέ να γίνουν πραγματικοί Γερμανοί. Παρ’ όλα αυτά, οι Ναζιστές προέκτειναν αυτή την λογική μέχρι ένα ριζικά νέο άκρο: πίσω από την ναζιστική ιδέα, υπήρχε το κίνητρο όχι του μαζικού εκτοπισμού, αλλά της μαζικής εξόντωσης.

Παρόλο που η έκταση της καταστροφής δεν είχε γίνει ακόμα γνωστή στις δεκαετίες του 1930 και του 1940, πολλοί μένουν άναυδοι από το γεγονός ότι υπήρξαν απόπειρες από την μεριά της δεξιάς πτέρυγας των Σιωνιστών να αναπτύξουν σχέσεις με την Ναζιστική Γερμανία. Αναρίθμητοι ακαδημαϊκοί έχουν καταγράψει την συμπάθεια για τον φασισμό που έτρεφαν κάποια μέλη του Αναθεωρητικού Σιωνισμού, οι οποίοι βρισκόντουσαν σε μόνιμη διαμάχη με τους συμβατικούς Σιωνιστές τους οποίους αποκήρυξαν σαν Μπολσεβίκους. Είναι προφανές ότι η αντιπάθεια ήταν αμοιβαία, δεδομένου ότι ο David Ben-Gurion έκδωσε το 1933 μια μελέτη στην οποία περιέγραφε τον Zeev Jabotinsky, ιδρυτή του Αναθεωρητικού Σιωνιστικού κινήματος, σαν ομοϊδεάτη του Χίτλερ που ακολουθούσε στα βήματα του. Το φλερτ της Σιωνιστικής δεξιάς με τον φασισμό έφτασε στην τραγική κορύφωση του το 1941, όταν η οργάνωση Lehi, η παραστρατιωτική ομάδα που είχε δημιουργήσει ο Avraham Stern, πλησίασε τον Otto Von Hentig, έναν Γερμανό διπλωμάτη, για να προτείνει συνεργασία ανάμεσα στο εθνικά προσδιορισμένο εβραϊκό κίνημα της Παλαιστίνης και το Γερμανικό κράτος. Η Ναζιστική Γερμανία αρνήθηκε την γενναιόδωρη προσφορά του, έχοντας κατά νου μια αρκετά διαφορετική «λύση» στο ζήτημα της ύπαρξης των Εβραίων.

Η αγγλική εκδοχή του άρθρου υπάρχει εδώ: http://forward.com/opinion/363545/the-disturbing-alliance-between-zionists-and-anti-semites/.

Η τελευταία ανθρωποθυσία

abraham-isaac2-1

Viva la Muerte!” (Ζήτω ο Θάνατος!)

Σύνθημα των Φασιστών στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο

Πολλοί από τους ειδωλολατρικούς βαρβαρικούς λαούς της αρχαιότητας επιδίδονταν σε τελετουργικές ανθρωποθυσίες για να εξευμενίσουν τους – για κάποιον λόγο που ακόμα παραμένει αδιευκρίνιστος – πάντοτε τσατισμένους, πικρόχολους κι εκδικητικούς θεούς τους. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το να είναι κανείς ανάμεσα στα υποψήφια θύματα αποτελούσε ύψιστη τιμή, μιας και μ’ αυτόν τον τρόπο το θύμα έβρισκε ηρωικό θάνατο κι ανακηρυσσόταν ανάμεσα στους παντοτινούς ευεργέτες της κοινότητας του. Έδινε την ζωή του για το καλό του συνόλου και βοηθούσε τον λαό του να εξιλεωθεί στα μάτια του ενός, ή του άλλου μικρόψυχου θεού. Έτσι, οι θεοί θα πρόσφεραν πάλι απλόχερα την εύνοια τους στην αναβαπτισμένη, μέσα από το αίμα αθώων ψυχών, κοινότητα και θα την έπαιρναν πάλι κάτω από την προστασία τους. Σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε ξανά την τελευταία ανθρωποθυσία, αυτήν που υποτίθεται πως έβαλε τέλος σε όλες τις ανθρωποθυσίες. Αυτό βέβαια δεν την κάνει λιγότερο βάρβαρη. Ούτε λιγότερο μάταιη. Και το γεγονός παραμένει ότι, στις αρχές του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα εξακολουθεί να συνωστίζεται σε εκκλησίες και ναούς για να λατρέψει και να τιμήσει κάποιον που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν πρόθυμος να πεθάνει για λογαριασμό της. Που με το αίμα και τον μαρτυρικό θάνατο του επιθυμούσε να εξαγοράσει την “άφεση αμαρτιών” και την αιώνια ευδαιμονία στην μετά θάνατο ζωή. Στις αρχές του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα εξακολουθεί να τιμά και να γιορτάζει μια ανθρωποθυσία που τελέστηκε στο όνομα της πριν από περίπου δύο χιλιετηρίδες.

In extremis

marina abramovic

Αυτό που ονομάζουμε χρυσή τομή συνίσταται στην πραγματικότητα στη μη ικανοποίηση ούτε της μίας ούτε της άλλης από τις αντίθετες ανάγκες. Είναι μια καρικατούρα της πραγματικής ισορροπίας μέσω της οποίας οι αντίθετες ανάγκες ικανοποιούνται και η μία και η άλλη στην ολότητα τους”.

Σιμόν Βέιλ, Ανάγκη για Ρίζες

Ιστορικά, έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε τις ιδέες που εγγράφονται στο φιλοσοφικό ρεύμα του ουμανισμού με την έννοια της αφύπνισης και της ριζοσπαστικής “διαφώτισης” του ανθρώπινου γένους, στοιχεία αμφότερα που ανήκουν αυτούσια στην ευρύτερη εναλλακτική παράδοση της αυτονομίας. Ο φιλοσοφικός ανθρωπισμός, το δόγμα δηλαδή του ουμανισμού, οδήγησε την ανθρωπότητα σε σημαντικές κατακτήσεις της νόησης, με κυριότερο απότοκο τους την ανάπτυξη του επιστημονικού τρόπου σκέψης, ενώ πολιτικά, κατέληξαν στην θέσπιση της ήπιας καταπίεσης της φιλελεύθερης ολιγαρχίας. Η δε μετεξέλιξη τους, παρήγαγε ιστορικά το ριζοσπαστικό σοσιαλιστικό κίνημα, με το ιδεώδες της παγκόσμιας αδελφότητας που διατείνεται ότι ενσαρκώνει στην πράξη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο φιλοσοφικός ανθρωπισμός, αλλά και το οργανωμένο πολιτικό πρόταγμα που έλκει από εκεί την καταγωγή του κι ανέλαβε να μετουσιώσει τις βασικές αρχές του ανθρωπισμού σε πολιτικό πρόγραμμα για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας, δηλαδή το πρόταγμα της πάλαι ποτέ Αριστεράς, μπορούν να ισχυρίζονται ότι αποτελούν έναν φάρο που έχει φωτίσει αποφασιστικά την πορεία που χαράσσει ο άνθρωπος μέσα στην ιστορία. Μια διανοητική τάση η οποία μέσα από την συνδυασμένη επίδραση της σε όλους τους τομείς της οργανωμένης δραστηριότητας του ανθρώπου, έχει επιφέρει χειροπιαστές βελτιώσεις στις συνθήκες ζωής του ανθρώπινου γένους, τόσο από την άποψη της εξύψωσης του βιοτικού επιπέδου μιας εύπορης μειοψηφίας, όσο και από την άποψη της προαγωγής της πνευματικής αυτονομίας μέσα από την καταπολέμηση των πάσης φύσεως δεισιδαιμονιών.

Από αυτή την άποψη, τα φιλοσοφικά ρεύματα, αλλά και το ίδιο το πρόταγμα της πολιτικής Δεξιάς, γίνεται συνώνυμο με το σκότος, την αμάθεια και την μισαλλοδοξία. Η ηθική “τελείωση” της ανθρωπότητας, της οποίας κύριος φορέας είναι η εναλλακτική παράδοση του ουμανισμού, αλλά και η γνωσιακή αρτιότητα της μεθοδολογίας και της επιστημολογίας του, αντιπαραβάλλεται ριζικά με την αντίληψη του συντηρητισμού σαν μισανθρωπικού και μνησίκακου. Δηλαδή, σαν μιας παράδοσης που απευθύνεται στα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπου και στον πυρήνα του δεν έχει παρά το μίσος και τον κοινωνικό ρεβανσισμό των προνομιούχων, οι οποίοι γκρεμίστηκαν βιαίως από τις υψηλές τους θέσεις κι έκτοτε ψαχουν τρόπους έτσι ώστε να επανέλθουν στα πρότερα αξιώματα τους. Έτσι, η φιλοσοφική δεξιά δεν έχει η ίδια λόγο ύπαρξης. Δεν έχει κάποια αυτοφυή ιστορική αποστολή για να φέρει σε πέρας. Υπάρχει μονάχα για να εναντιώνεται στους υπέρμαχους της ισότητας και της “λογικής” και τρέφεται από την απέχθεια που αισθάνεται για τους ηρωικούς απελευθερωτές της ανθρωπότητας. Από αυτή την άποψη, θα έλεγε κανείς ότι η κατάσταση της ετερόνομης παράδοσης είναι μια κατάσταση πνευματικής πενίας. Έτσι, όταν ακούμε για δεξιούς φιλοσόφους που διαθέτουν πνευματικό βάθος και κάποια εμβέλεια σκέψης, αυτομάτως απορούμε, εφόσον είναι δύσκολο για το εύρος της σκέψης να εκφραστεί κάνοντας χρήση διανοητικών εργαλείων που εξορισμού την περιορίζουν. Μολαταύτα, κόντρα στην ναρκισσιστική αντίληψη των υπέρμαχων της αυτονομίας ότι η ιστορική δεξιά προσέλκυε πάντοτε στις τάξεις της τους ανόητους, τους απαίδευτους και τους ψυχικά διαταραγμένους, ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι τόσο απόλυτος και συμμετρικός όσο θα θέλαμε κατά βάθος να πιστεύουμε.i

Υπόγειες διαδρομές

Ας πάρουμε για παράδειγμα την Σιμόν Βέιλ. Στοχαστές όπως η Βέιλ δεν υπηρετούν απλώς το σύστημα αναπαράγοντας άκριτα στοιχεία από το ελάσσον κοινωνικό φαντασιακό των ελίτ, εν είδει μιας τετριμμένης ιδεολογικής κατήχησης. Αντίθετα, η σκέψη της ανήκει σε εκείνη την κατηγορία παραγωγής ιδεών που διαμορφώνουν το δεσπόζον ή αλλιώς μείζον, κοινωνικό φαντασιακό. Με άλλα λόγια, είναι το είδος της σκέψης που πραγματεύεται κι επανακαθορίζει τα όρια της πνευματικής παράδοσης στην οποία ανήκει, εξαιτίας του αντισυμβατικού κι εγγενώς συγκρουσιακού χαρακτήρα των ιδεών της. Συνακόλουθα, διανοητές όπως η Βέιλ δεν μπορούν απλώς να ταξινομηθούν σαν “δεξιοί”, ή εύκολα να αποκηρυχτούν επειδή προσχώρησαν στην πλευρά της αντίδρασης, εφόσον και μόνο η συγκρουσιακή διάσταση που ελλοχεύει στο θεωρητικό έργο της, αμφισβητεί ορισμένες θεμελιώδεις παραδοχές της ετερόνομης φιλοσοφικής σκέψης. Για παράδειγμα, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τον θαρραλέο τρόπο με τον οποίο η Βέιλ προχώρησε σε μια συνολική αποκήρυξη της αποικιοκρατίας, γκρεμίζοντας τον μύθο περί της οικουμενικής εκπολιτιστικής αποστολής των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων. Ή την κριτική που άσκησε στην έννοια του πατριωτισμού μέσα από το φιλοσοφικό της έργο.ii Η κριτική αυτή ανοίγει νέα κανάλια διείσδυσης στο πεδίο του κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού, και τα θέτει στη διάθεση και της εναλλακτικής παράδοσης της αυτονομίας.

Από αυτή την άποψη, δεν έχει και μεγάλη σημασία αν η Βέιλ, βολονταριστικά σκεπτόμενη, τοποθετούσε τον εαυτό της στην πολιτική δεξιά, ή αν έτρεφε μια συμπάθεια προς του γκωλικούς και τους αυτοαποκαλούμενους “Ελεύθερους Γάλλους”. Οι ιδέες της δεν υπάγονται υποχρεωτικά και ολοκληρωτικά σε αυτούς τους a priori παγιωμένους πολιτικούς διαχωρισμούς. Aπό την άλλη μεριά, δεν ήταν δυνατό η σκέψη της να υπερβεί την υποκειμενικότητα της δεδομένης ταξικής της θέσης, μιμούμενη τις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν στην κατεχόμενη Γαλλία, από την εξορία όπου βρισκόταν. Χαρακτηριστικά, ο T.S. Eliot αναφέρει πως για όσο καιρό παρέμενε στο Κεντ της Μ. Βρετανίας, η Βέιλ αρνούνταν να δεχτεί μεγαλύτερες μερίδες φαγητού από αυτές που αναλογούσαν σε κάθε Γάλλο που τρεφόταν από τα συσσίτια στην υπό γερμανική κατοχή Γαλλία, ενώ παλαιότερα είχε δουλέψει σαν μισθωτή εργάτρια στα εργοστάσια, αλλά και σαν αγρότισσα στα χωράφια, προκειμένου να κατανοήσει όσο καλύτερα μπορούσε τον τρόπο ζωής και την κοινωνική κατάσταση των δύο αυτών κοινωνικών ομάδων. Όσο κι αν είναι αξιέπαινη η προσπάθεια αυτή από μέρους της, το γεγονός είναι ότι η Βέιλ κατήλθε στην κατάσταση του μη-προνομιούχου εργάτη ή του αγρότη από επιλογή, σαν εξωτερικός παρατηρητής κι έχοντας επίγνωση ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να αφήσει πίσω της το προελταριάτο και να επιστρέψει στην πρότερη της κοινωνική υπόσταση του μπουρζουά. Ωστόσο, η αγωνία του προλετάριου είναι πρωτίστως μια αγωνία υπαρξιακή που απορρέει από την υλική αβεβαιότητα της κοινωνικής του ύπαρξης και τον ετεροκαθορισμό των ορίων της δραστηριότητας του και μόνο ό ίδιος μπορεί να την βιώσει σαν τέτοια.

Όπως και να έχει, είναι αυτή η αναντιστοιχία ανάμεσα στις ιδέες και τον δημόσιο βίο, η εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη, που κατατάσσει ντε φάκτο την Βέιλ ανάμεσα στους στοχαστές του δεσπόζοντος κοινωνικού φαντασιακού της ετερονομίας. Εξάλλου, το ίδιο ίσως θα μπορούσε να πει κανείς και για τον Μπακούνιν. Γιατί, τι άλλο ήταν ο αναρχισμός, αν όχι μια εξέγερση στο εσωτερικό του εξουσιαστικού ετερόνομου εργατισμού, τον οποίο εκπροσωπούσε η κρατικιστική Αριστερά, και που απέβλεπε στην αναβίωση της χαμένης κληρονομιάς του εργατικού κινήματος, προτού ακόμα αυτή γίνει οργανωμένο πολιτικό κίνημα; Ο Αντρέ Νατάφ έχει παρατηρήσει άλλωστε ότι το εργατικό κίνημα στις απαρχές του ήταν εκ φύσεως αναρχικό, με την έννοια τόσο ότι δεν υπάκουε σε κανενός είδους διαμεσολαβήσεις, αφού δεν διέθετε ακόμη οργανωμένους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, όσο και ως προς τις τελικές χειραφετικές στοχεύσεις που ήθελε να φέρει σε πέρας, την κατάργηση δηλαδή των τάξεων και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.iii Υπό αυτή την έννοια, η αναρχία ουδέποτε ανήκε στο περιθώριο της κοινωνικής πρακτικής. Οδηγήθηκε δια της βίας στις παρυφές της κοινωνίας από τους κρατιστές, ενώ ιστορικά αποτέλεσε την κυρίαρχη τάση τόσο εντός του εργατικού κινήματος (Ελβετία και Γαλλία μέχρι το 1914, Ισπανία, Ιταλία, Λατινική Αμερική), όσο και μέσα στους ευρύτερους αγώνες των ανταγωνιστικών κοινωνικών υποκειμένων. Καταλαβαίνουμε από τα παραπάνω ότι η διάκριση ανάμεσα σε ετερονομία και αυτονομία δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με τον ιδεολογικό διαχωρισμό ανάμεσα στην Δεξιά και την Αριστερά. Γιατί ενώ η πολιτική Δεξιά είναι σάρκα εκ της σαρκός της κυρίαρχης ετερόνομης παράδοσης κι ανήκει σε αυτήν με την ψυχή και το σώμα, η Αριστερά, ως ο κατεξοχήν πολιτικός φορέας μιας κοινωνικής εξέγερσης που παρέμεινε ατελής και στο τέλος ενσωματώθηκε και ηττήθηκε κατά κράτος, είναι ποικιλοτρόπως επηρρεασμένη από τις ετερόνομες αντιλήψεις και πρακτικές. Μόνο ένα μειοψηφικό ρεύμα στο απώτερο άκρο του ιδεολογικού φάσματος αριστεράς-δεξιάς τείνει να έρθει σε ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα, να απελευθερωθεί από την ειδωλολατρία της εξουσίας και να κάνει το αποφασιστικό βήμα προς την καλώς εννοούμενη ουτοπία της αυτονομίας.

Παρά ταύτα, ο διάλογος ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες παραδόσεις καταλαγιάζει ή εντείνεται ανάλογα με την κρισιμότητα ή την όξυνση της Κοινωνικής Πάλης, αλλά ποτέ δεν σταματάει ολοσχερώς. Η αυτονομία μπορεί να εκδηλώνεται σαν μια στιγμή ρήξης στην Ιστορία, σαν ένας παράγοντας πνευματικής και υλικής εξέγερσης κόντρα στα θεσμισμένα ετερόνομα σύστηματα ανισομερούς κατανομής της γνώσης και των κοινωνικών προνομίων. Όμως, η εξέγερση αυτή δεν μπορεί παρά να συνιστά το προϊόν μιας δομικής αντίφασης που ενυπάρχει στο εσωτερικό της θεσμισμένης ετερονομίας, των θεσμοποιημένων δηλαδή δομών ανισοκατανομής της δύναμης σε όλα τα επίπεδα. Διαφορετικά, θα μιλούσαμε για παρθενογένεση, ή για την ως δια μαγείας εκκόλαψη της ελευθερίας μέσα από την πιο τελειοποιημένη κατάσταση απόλυτης κοινωνικής και πολιτικής δουλείας. Ή μάλλον, θα μιλούσαμε για την εμφάνιση της ιδέας της αυτονομίας σε κάποια υπεριστορική ή μυθολογική σφαίρα που βρίσκεται έξω από το χαοτικό κι αιματοβαμμένο υλικό πεδίο της ιστορικής εξέλιξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Είναι επειδή το συλλογικό αίτημα για αυτονομία είναι γειωμένο στους δομικούς ανταγωνισμούς που διαπερνούν απ’ άκρη σε άκρη την ετερόνομη κοινωνική ολότητα κι επειδή ριζώνει στις αρνήσεις και στην ανυπακοή από την οποία εμφορούνται οι μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, που είναι σε θέση ενίοτε να αμφισβητήσει τα εξουσιαστικά συστήματα οργάνωσης της κοινωνίας.

Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι ο Λένιν διέσχισε την μισή Ευρώπη μέσα σε ένα σφραγισμένο τραίνο που είχαν θέσει στη διάθεση του οι μυστικές υπηρεσίες του Κάιζερ, για να μπορέσει έπειτα να φτάσει στην εξεγερμένη Ρωσία και να εξαπολύσει την εργατική επανάσταση πάνω στον εμβρόντητο κόσμο των μπουρζουάδων. Αλλά και πολλοί από τους Γάλλους Εγκυκλοπαιδιστές από καιρού σε καιρό βρέθηκαν κάτω από την προστασία του ενός βασιλιά της Ευρώπης, ή του άλλου. Ο Ζ. Σορέλ περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα τις δοσοληψίες που είχε ο Βολταίρος με τον Φρειδερίκο της Πρωσίας, ή τις εκ περιτροπής συναναστροφές του με την Αικατερίνη της Ρωσίας και τις αμοιβαίες υπηρεσίες που φαίνεται ότι παρείχαν ο ένας στον άλλον.iv Για τον Σορέλ, ο Βολταίρος ήταν ανέντιμος και είχε ξεπουληθεί στους ηγεμόνες. Όμως, χάρη στην ίδια αυτή προστασία των ηγεμόνων, κάποιες ιδέες επιβίωσαν και διαδόθηκαν, μέχρι που τέλικά οδήγησαν την μοναρχία στον γκρεμό, μετά την επανάσταση του 1789. Τα παραπάνω δεν μειώνουν σε τίποτα το διαφωτιστικό και χειραφετικό περιεχόμενο του θεωρητικού έργου των Εγκυκλοπαιδιστών. Ούτε βέβαια συνεπάγονται ότι ο Λένιν ήταν “μυστικός πράκτορας” σε εντεταλμένη υπηρεσία από τον Γερμανό Αυτοκράτορα. Σημαίνει μόνο ότι η αυτονομία βρίσκει ζωτικό χώρο και αναπτύσσεται μέσα από τις ρωγμές που δημιουργεί ο κοινωνικός ανταγωνισμός ανάμεσα στις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, αλλά και μέσα σε αυτές. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι ρωγμές, τότε η υποδούλωση των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων θα έπαιρνε χαρακτήρα οριστικό και αμετάκλητο. Θα ισοδυναμούσε με συντελεσμένο γεγονός, μια ολοκληρωμένη κατηγορία στατικής, ταυτοτικής σκέψης, όπως θα έλεγε κι ο Χόλλογουαιη, που όμως θα απέκλειε από το ιστορικό γίγνεσθαι οποιαδήποτε έννοια εξέγερσης, ιστορικής κίνησης και δυναμισμού της υφιστάμενης κοινωνικής συνθήκης.v

Σε περιόδους κρίσης, κατά τις οποίες το ετερόνομο σύστημα κυριαρχίας αδυνατεί να αναπαραχθεί ικανοποιητικά, εκδηλώνονται φυγόκεντρες τάσεις και ροπές διάλυσης του ετερόνομου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, που αντιστοιχούν σε μια διαδικασία σταδιακής αυτονόμησης του φαντασιακού των υποτελών ομάδων από τις θεσμισμένες κοινωνικές ιεραρχίες. Στον βαθμό που επιθυμούν να αποκτήσουν υλική διάσταση και να γίνουν πράξη στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο , αυτές οι τάσεις δεν μπορούν να παρά να αντλήσουν έμπνευση από τα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα του παρελθόντος και να κάνουν επίκληση επανεφεύροντας δημιουργικά κάποιες από τις πυρηνικές φαντασιακές σημασίες της εναλλακτικής παράδοσης της αυτονομίας. Εφόσον αυτό δεν γίνει εφικτό, η εξέγερση σύντομα θα χάσει την ορμητικότητα της και θα ενσωματωθεί εκ νέου στους κυρίαρχους θεσμούς της ετερονομίας, περιοριζόμενη να επαναλαμβάνει αμήχανα φιλοσοφικές φόρμουλες μιας παρωχημένης επαναστατικής θεωρίας που ουδεμία σχέση έχει με την κοινωνική πραγματικότητα. Ή αλλιώς, θα μετατραπεί σε κρέας για τα κανόνια της ριζοσπαστικής Δεξιάς, των εξτρεμιστικών ρευμάτων της ετερονομίας που δεν αποσκοπούν στην διάλυση των ιεραρχιών, αλλά, αντίθετα, στην ενδυνάμωση και τον πολλαπλασιασμό τους. Μάλιστα, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ένα βασικό χαρακτηριστικό που έχουν τα ακροδεξιά κινήματα, όπως για παράδειγμα ο εθνικοσοσιαλισμός, είναι η ουσιαστική κατάλυση της ταξικής αλληλεγγύης που ενώνει τις κυριάρχες ελίτ του συστήματος με τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες. Πράγματι, αν κανείς διαβάσει τα κείμενα ενός από τους βασικούς ιδεολόγους του ναζιστικού κινήματος, του Α. Ρόζενμπεργκ, αμέσως θα παρατηρήσει την αναδιάταξη της ταξικής διαστρωμάτωσης που επιφέρει εξορισμού η επιβολή της εθνοφυλετικής ιεραρχίας στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς.vi Κι αυτό γιατί σύμφωνα με τις αρχές της ναζιστικής κοσμοθεωρίας, η ζωή ακόμα και του τελευταίου Γερμανού αγρότη αξίζει πολύ περισσότερο από αυτή ενός Εβραίου, Σλάβου ή ακόμη και Γάλλου μπουρζουά ή βαρόνου του χρήματος. Ίσως και να είναι αυτός ο λόγος που ενώ φαίνεται ότι τα νεοφασιστικά κινήματα προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στην υπερεθνική ελίτ, παίζοντας τον ρόλο της χρήσιμης πολιτικής εφεδρίας για την διατήρηση της ενότητας του συστήματος της οικονομίας της αγοράς σε καιρούς κρίσης, παράλληλα αντιμετωπίζονται με καχυποψία κι εχθρική διάθεση από την ίδια ελίτ και τον διεθνή μηχανισμό προπαγάνδας της.

Destruam et aedificabo;

Τι γίνεται όμως με την αριστερή πτέρυγα του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος;vii Θα θέλαμε πολύ επιγραμματικά να αναφέρουμε δύο στοχαστές που αφμότεροι κινούνται πάνω στα όρια του δεσπόζοντος ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού. Ο πρώτος αναμφίβολα είναι ο Μ. Φουκώ. Με το φιλοσοφικό και ανθρωπολογικό έργο του, ο Φουκώ κατεδάφισε τις μεταφυσικές κατηγορίες της μαρξιστικής επαναστατικής θεωρίας, μόλυνε με το μικρόβιο της αμφιβολίας έννοιες που μέχρι τότε παρέμεναν στο απυρόβλητο από την ριζοσπαστική κοινωνική ανάλυση κι επέκτεινε την ανατομία της κυριαρχίας σε πεδία που φαινομενικά διατηρούσαν μια εξωτερική, έμμεση σχέση με την εξουσία. Μολαταύτα, δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με μια άλλη εκδοχή της φόρμουλας που πρώτος ο Προυντόν εισήγαγε στην αναρχική θεωρία, λέγοντας ότι καθήκον του κοινωνικού αγωνιστή είναι να “δημιουργήσει καταστρέφοντας” (destruam et aedificabo).viii Αντίθετα, ο Φουκώ επέτρεψε στην καταστροφική μανία του να παρασύρει τα πάντα. Στράφηκε με τόλμη ενάντια στο μονοπώλιο που κατείχε ο ορθόδοξος μαρξισμός πάνω στους λόγους και την πολιτική θεωρία της χειραφέτησης, χωρίς ωστόσο να προσπαθήσει μια ανασύνθεση του απελευθερωτικού προτάγματος σε νέες βάσεις. Στην θέση του “αντικειμενισμού” απ’ τον οποίο εμφορείται η θεωρία του διαλεκτικού υλισμού, έβαλε όπως, όπως έναν άκρατο υποκειμενισμό, δομώντας τον κόσμο και τις σχέσεις εξουσίας από λόγους και κείμενα και τη θέση που κατέχει ο καθένας από εμάς σε σχέση με αυτά. Στην προσπάθεια του να καταπολεμήσει την ρομαντική αντίληψη για το “άγιο δισκοπότηρο” του επαναστάτη, που δεν είναι άλλο από το “αγνό” απελευθερωτικό υποκείμενο, ο Φουκώ δεν πολιτικοποίησε την επιστήμη, την ιατρική, την εκπαίδευση και τα κοινωνικά ήθη, αλλά μάλλον αποπολιτικοποίησε την εξουσία, κόβοντας της το κεφάλι, και την μετέτρεψε έτσι σε μια αόρατη δύναμη, άοσμη, άχρωμη και πανταχού παρούσα, ενάντια στην οποία είναι μάταιο να παλεύουμε. Καταργώντας κάθε εξωτερικότητα, κάθε μη-τόπο της εξουσίας, ο Φουκώ στέρησε ευατόν από το ίδιο εκείνο σημείο από το οποίο θα μπορούσε να ξεκινήσει προκειμένου να διατυπώσει την αντιεξουσιαστική κριτική του. Διότι αν όλα είναι εξουσία, τότε τίποτα δεν είναι εξουσία. Έτσι, καταλήγει να ενεργεί θεωρητικά σαν απολογητής της εξουσίας. Η προτροπή του να οργανώσουμε τις πολλαπλές μικρές αντιστάσεις μας στα κομβικά σημεία όπου διαπλέκονται τα δίκτυα των θεσμισμένων εξουσιών, αφού πρώτα έκανε ότι μπορούσε για να μας πείσει πως αυτά τα δίκτυα είναι πανίσχυρα, ελαστικά κι εντελώς αδύνατο να ανατραπούν, θυμίζει εκείνον τον υπουργό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος καλούσε τον κόσμο της εργασίας να διαμαρτυρηθεί ενάντια στο σχέδιο νόμου που ο ίδιος είχε καταρτίσει για την μεταρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.

Ο τρόπος που ο καθένας αντιλαμβάνεται και ορίζει τον μετα-μοντερνισμό, εξαρτάται, όπως σωστά γράφει η H. Pluckrose, από το αν υιοθετούμε μια θετική ή μια αρνητική αντίληψη για την νεωτερικότητα. Αν δηλαδή εξετάζουμε την νεωτερικότητα από την άποψη της αλλαγής παραδείγματος που επέβαλε στην τέχνη, την φιλοσοφία και την επιστήμη, ή αν δίνουμε έμφαση στην “αρνητική”, κριτική πλευρά του προτάγματος της νεωτερικότητας και στις θεσμοποιημένες δομές συγκέντρωσης δύναμης και γνώσης (φεουδαρχία, κληρικαλισμός, μοναρχία, μεταφυσική) που ανέτρεψε μέσα από την επίδραση της.ix Αναμφίβολα, ο Φουκώ, ο Λυοτάρ, ή ο Ντερριντά έβλεπαν τους εαυτούς τους σαν συνεχιστές του κριτικού πνεύματος που ενσάρκωνε ο Διαφωτισμός και του αντιπολιτευτικού ρόλου του ενάντια στο κατεστημένο. Μόνο που αυτή την φορά, κατεστημένο είχε γίνει ο ίδιος ο Διαφωτισμός. Υπό αυτή την έννοια, οι μετα-μοντέρνοι συγκροτούσαν μια υπεραριστερή πολιτισμική τάση, μια αποδομιστική κριτική της κριτικής, που διατεινόταν πως έριχνε φως στις κρυμμένες διασυνδέσεις που λειτουργούσαν υπογείως ανάμεσα στην εξουσία, από την μία, και σε φαινομενικά μη-πολιτικές, μη-εξουσιαστικές σφαίρες της κοινωνίας, από την άλλη. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Κενάν Μαλίκ, ο αποδομισμός, ως κυρίαρχη τάση ανάμεσα σε “κομμάτια της ακαδημαϊκής κοινότητας και της αριστεράς έχει τις τελευταίες δεκαετίες συμβάλλει στην δημιουργία μιας κουλτούρας όπου ο σχετικισμός αναφορικά με απόψεις για γεγονότα, αλλά και την ίδια την γνώση, δεν προκαλεί κανέναν ιδιαίτερο προβληματισμό, κι έτσι προλειαίνει το έδαφος για την αντιδραστική δεξιά, όχι απλώς για να επαναφέρει, αλλά και να επεκτείνει την επιρροή των αντιδραστικών ιδεών”.x Με αυτόν τον τρόπο, ο αριστερισμός της σκέψης προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στον πολιτικό και κοινωνικό συντηρητισμό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Φουκώ ήταν ένας από τους λίγους δυτικούς στοχαστές που μαγεύτηκαν από την πνευματική διάσταση και τον αντιπολιτικό χαρακτήρα της θεοκρατικής επανάστασης στο Ιράν, την οποία υποστήριξε άνευ όρων, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια της.xi

Υπάρχει όμως και η ιδιαίτερη περίπτωση του Μ. Μπούμπερ. Αφοσιωμένος μαρξιστής, αλλά και ένθερμος θιασώτης της πνευματικότητας που εμπεριέχεται στην ιουδαϊκή θρησκευτική παράδοση, οπαδός του συγκεντρωτισμού, αλλά συνάμα και της αποκέντρωσης της πολιτικής δύναμης που συνεπάγεται μια λαϊκή επανάσταση άξια του ονόματος της, ο Μπούμπερ συγκαταλέγεται ανάμεσα στους διανοητές που είχαν μεν συναίσθηση της διάκρισης που οφείλουμε να κάνουμε ανάμεσα στις ετερόνομες και τις αυτόνομες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας, αρνούμενος ταυτόχρονα την αποφασιστική σημασία αυτής της διάκρισης. Για εκείνον, εξουσία και αντιεξουσία δεν είναι δύο υπαρξιακά αντίθετοι πόλοι, αλλά αλληλοσυμπληρούμενα μεγέθη. Δύο ιστορικοί μηχανισμοί που συνεπικουρούν ο ένας τον άλλον, ανάλογα με τις περιστάσεις της εποχής και τις εκάστοτε απαιτήσεις της επαναστατικής διαδικασίας. Όπως γράφει σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, “Στην πραγματικότητα, όλοι οι σώφρονες αντιεξουσιαστές σοσιαλιστές ζητούσαν μόνο ν’ αρχίσει η επανάσταση θεραπεύοντας την υπερτροφία της εξουσίας, τον πολλαπλασιασμό της, και κατόπιν να εστιάσει την προσοχή της στον περιορισμό της στις διαστάσεις που θ’ ανταποκρίνονται στις δεδομένες περιστάσεις της χρονικής στιγμής”.xii Και αλλού, “…συνεπώς […] η συγκεντρωτική αντιπροσώπευση φτάνει μόνο μέχρι εκεί που σαφώς απαιτεί η καινούρια τάξη πραγμάτων. Το μοιραίο ζήτημα δεν παίρνει την μορφή ενός θεμελιώδους διλήμματος: είναι μόνο ζήτημα της σωστής οριοθετικής γραμμής που πρέπει ολοένα να ξαναχαράσσεται – του χιλιαπλού συστήματος οριοθέτησης ανάμεσα στισ διάφορες σφαίρες που πρέπει αναγκαστικά να συγκεντροποιηθούν, και στις σφαίρες που μπορούν να λειτουργούν ελεύθερα. Ανάμεσα στον βαθμό διακυβέρνησης και στον βαθμό αυτονομίας. Ανάμεσα στον νόμο της κοινότητας και τις αξιώσεις της κοινότητας”.xiii

Παρόλα αυτά, η αντιαυταρχική προσέγγιση του Μπούμπερ μάλλον εγείρει περισσότερα ζητήματα απ’ όσα επιλύει. Όπως είχαμε γράψει και παλιότερα, η προσπάθεια για τον “εκδημοκρατισμό” της εξουσίας και την ανεύρεση της “τέλειας μορφής διακυβέρνησης”, στην οποία η πολιτική φιλοσοφία μάταια επιδίδεται εδώ κι αιώνες, ουσιαστικά ισοδυναμεί με ένα ανέφικτο εγχείρημα, μια απόπειρα να τετραγωνίσει κανείς τον κύκλο. Δεν γίνεται, από την μία, να αναγνωρίζει κανείς την αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας συγκεντρωτικής πολιτικής αρχής, που θα προΐσταται της κοινωνικής ολότητας και σε αυτήν θα ανήκει το μονοπώλιο του “νόμιμου” εξαναγκασμού, και, από την άλλη, να προσπαθεί να επιβάλλει περιορισμούς στην ελευθερία κινήσεων που θα διαθέτει αυτή η ανώτατη αρχή. Η κυβέρνηση, είτε ξέρει καλύτερα και κυβερνά, ή δεν ξέρει καλύτερα και χάνει αυτοδικαίως το δικαίωμα της να φέρει τον τίτλο και να ενεργεί σαν κυβέρνηση. Από την διατήρηση αυτού του δυϊσμού της κυριαρχίας απορρέουν όλα τα προβλήματα που η πολιτική θεωρία προσπαθεί εδώ κι αιώνες να επιλύσει. Ας πάρουμε για παράδειγμα το ελευθεριακό κοινωνικό πείραμα που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια στις περιοχές όπου κατοικούν οι Κούρδοι της Συρίας. Είναι πια κοινώς αποδεκτό ότι η ατμομηχανή πίσω από την ελευθεριακή κοινωνική επανάσταση που ξέσπασε στην Ροζάβα, είναι τα κλιμάκια του PKK που κατέφτασαν στις απελευθερωμένες περιοχές αμέσως μετά την αποχώρηση των κυβερνητικών δυνάμεων του Μπααθ. Οι ομάδες αυτές των μπαρουτοκαπνισμένων ανταρτών και των έμπειρων πολιτικών στελεχών του PKK σχημάτισαν σε γενικές γραμμές την σκιώδη κυβέρνηση που συντονίζει ακόμη και σήμερα την επαναστατική διαδικασία και μεριμνά για την συγκρότηση και την ενδυνάμωση των συλλογικών οργάνων της λαϊκής αυτοδιεύθυνσης. Παράλληλα, αγωνίζεται σκληρά για την επιμόρφωση του πληθυσμού και για να μεταλαμπαδεύσει μια δημοκρατική κουλτούρα αυτενέργειας κι αυτόνομης σκέψης σε έναν λαό που, μέχρι την κατάρρευση του μπααθικού καθεστώτος, είχε γαλουχηθεί με τις ετερόνομες κι εξουσιαστικές αξίες της πατριαρχικής κουλτούρας που κυριαρχεί στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Εκ πρώτης όψεως, όλα τα παραπάνω φαίνεται πως συνηγορούν υπέρ της άποψης που διατυπώνει ο Μπούμπερ, ότι το ζήτημα της διαφοράς ανάμεσα στην ελευθερία και τον καταναγκασμό, στην αυτονομία και την διακυβέρνηση είναι απλώς ποσοστικό. Για να το πούμε διαφορετικά, είναι ζήτημα χάραξης της σωστής οριοθετικής γραμμής μεταξύ του βαθμού συγκέντρωσης εξουσίας που χρειαζόμαστε στις ανάωτερα κλιμάκια της ιεραρχίας και της εξουσίας που μπορούμε να αποκεντρώσουμε στις συλλογικά όργανα αυτοδιοίκησης των επιμέρους κοινοτήτων. Με μια προσεκτκότερη ματιά όμως, θα δούμε ότι το εν λόγω θεωρητικό μοντέλο του Μπούμπερ, υπονοεί εξορισμού την σχέση διαρκούς θεσμοποιμένης υποτέλειας των αυτόνομων κοινοτικών θεσμών, έναντι της κεντρικής κυβέρνησης. Κι αυτό γιατί η πραγματική δοκιμασία ξεκινά όταν οι συλλογικοί θεσμοί για την κοινωνική αυτοδιεύθυνση θα έχουν απορροφήσει όλο και περισσότερους τομείς στην αρμοδιότητα τους και δεν θα έχουν πια ανάγκη, ούτε θα επιθυμούν να υπάγονται στην “φωτισμένη” έστω κηδεμονία της οποιαδήποτε άνωθεν κυβέρνησης. Μόνο με αυτόν τον τρόπο άλλωστε, την πλήρη απεξάρτηση τους από την κεντρική εξουσία, μπορούν να είναι πραγματικά ανεξάρτητοι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί, μέσα στους οποίους θα διαμορφώνεται, θα εκφράζεται και θα υλοποιείται η συλλογική θέληση της αυτόνομης κοινωνικής ολότητας, χωρίς έξωθεν παραμορφωτικές επιδράσεις. Το να ισχυριζόμαστε ότι αυτό θα γίνει όταν τα όργανα της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης “ωριμάσουν”, είναι σαν να εκχωρούμε το πολιτικό κριτήριο αυτής της “ενηλικίωσης” σε έναν πολιτικό φορέα διαφορετικό και κατ’ ανάγκη ξεχωριστό από τις συνελεύσεις, και, συνακόλουθα, είναι σαν να αναθέτουμε στην κυβέρνηση την πρωτοκαθεδρία απέναντι στις δομές αυτοθέσμισης της κοινωνίας. Έτσι, όμως δεν έχουμε ελεγχόμενη αποκέντρωση της πολιτικής δύναμης, αλλά μια ακόμη μορφή ετερονομίας, μια μορφή θεσμοποιημένης ανισοκατανομής της δύναμης. Είναι οι μελλοντικές διαφωνίες που μπορεί τυχόν να ανακύψουν ανάμεσα στις συνελεύσεις των αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων από την μία, και την κυβέρνηση, από την άλλη, που θα κρίνουν το περιεχόμενο του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού και το βάθος της δημοκρατικής επανάστασης στα αυτόνομα καντόνια της Ροζάβα. Κι αν η διαφωνία αυτή δεν πάρει ποτέ τον χαρακτήρα ενός πραγματικού υλικού επίδικου, τότε αυτό θα συνεπάγεται πιθανότατα ότι η ετερονομία θα έχει κερδίσει μία ακόμη μάχη στην ιστορική της διαπάλη με την αυτονομία, στο πλευρό της οποίας συντάσσεται κάθε καταπιεσμένος.

iΕίναι αυτός ο άκρατος ναρκισσισμός που απορρέει από την υποτιθέμενη “ιστορική αποστολή” του εκπολιτισμού της ανθρωπότητας που έχει αναλάβει να φέρει σε πέρας η Αριστερά, που επιτρέπει στην σημερινή κυβέρνηση των τσαρλατάνων του ΣΥΡΙΖΑ να προσποιούνται πως έχουν το ακαταλόγιστο αναφορικά με τα κυβερνητικά πεπραγμένα τους, επειδή τάχα αυτοί είναι “αριστεροί” και δεν μπορούν παρά να έχουν κατά νου αυτό που είναι καλύτερο για το σύνολο της κοινωνίας. Σύμφωνα με αυτή την λογική, τα κυβερνητικά μέτρα είναι δίκαια επειδή αυτός που τα εφαρμόζει είναι “αριστερός”, αντί κάποιος να αυτοαποκαλείται “αριστερός” επειδή εφαρμόζει δίκαια κυβερνητικά μέτρα. Είναι περιττό νομίζω να παρατηρήσουμε ότι κάτω από αυτό το προκάλυμμα της a priori ηθικής ακεραιότητας της “αριστερής” κυβέρνησης, θα μπορούσε να επιβληθεί η πιο απόλυτη και τυραννική κρατική εξουσία.

iiΗ Βέιλ έφτασε στο σημείο να γράψει ότι, “Οι χριστιανοί σήμερα ενοχλούνται να αναγνωρίσουν ότι, αν δώσουμε στη λέξη πατρίδα το ισχυρότερο δυνατό νόημα, ένα πλήρες νόημα, τότε ένας χριστιανός έχει μία μόνο πατρίδα, η οποία βρίσκεται εκτός αυτού του κόσμου. Διότι έχει μόνο έναν πατέρα που δεν κατοικεί σε αυτό τον κόσμο”. Στο S. Weil, Ανάγκη για Ρίζες (Κέδρος) σελ. 138.

iiiA. Nataf, Η Καθημερινή Ζωή των Αναρχικών στην Γαλλία (Δημ. Ν. Παπαδήμας) σελ. 13-115.

ivΖ. Σορέλ, Οι Ψευδαισθήσεις της Προόδου (Γνώση) σελ. 110-112.

viiΟ χαρακητισμός της πολιτικής των ταυτοτήτων σαν την “αριστερή πτέρυγα του νεοφιλελευθερισμού” ανήκει στον πολιτικό επιστήμονα και κοινωνικό ακτιβιστή, Adolph Reed. Στο Adolph Reed: Identity Politics is Neoliberalism, http://bennorton.com/adolph-reed-identity-politics-is-neoliberalism/.

xiM. Foucault, What are the Iranians dreaming about?, http://www.press.uchicago.edu/Misc/Chicago/007863.html.

xiiΜ. Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία (Νησίδες) σελ. 110

xiiiΣτο ίδιο, σελ. 161.

Ταξικό μίσος αντί για ταξική πάλη

Sandomierz_katedra_-_mord_rytualny-e1459854411957

Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα, […] οι διανοούμενοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τίποτα από αυτές τις τόσο αφηρημένες λέξεις. Δεν επισήμαναν την αντίφαση στο νόημα τους, ούτε την σχέση που έχουν αναμεταξύ τους. Δεν είδαν ότι στην φύση δεν υπάρχει ούτε ισότητα, ούτε μπορεί να υπάρξει ελευθερία. Ότι η ίδια η Φύση εγκατέστησε την ανισότητα ανάμεσα στα μυαλά, στους χαρακτήρες, στις ικανότητες, με τον ίδιο απαράγραπτο τρόπο που όρισε την υποταγή στους νόμους της”.

Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών

Η ακροδεξιά ταϊζει τους οπαδούς της ταξικό μίσος, αντί για ταξική πάλη. Στρέφει το ένα κομμάτι των εργαζόμενων τάξεων ενάντια στο άλλο, ενώ παράλληλα επιλέγει την εκάστοτε μερίδα του κεφαλαίου που θα υποστηρίξει, θυσιάζοντας πρόθυμα ένα κομμάτι από τις ελίτ, προκειμένου να μπορέσει να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες κοινωνικές δυνάμεις και να ενδυναμώσει τις θεσμοποιημένες κοινωνικές ιεραρχίες. Εξού και ο νεοφασισμός εμφανίζεται την ίδια στιγμή σαν ο έσχατος εγγυητής της συνοχής του ετερόνομου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, αλλά ταυτόχρονα, συνιστά και μια απειλή, που πρέπει να χτυπηθεί και να καταστεί ελέγξιμη από τις συστημικές ελίτ. Στη σφαίρα της κοινωνικής ανάλυσης, τα πολιτικά ρεύματα της ακραίας ετερονομίας αποκρύβουν την ύπαρξη των δομικών κοινωνικών ανταγωνισμών που διατρέχουν απ’ άκρη σ’ άκρη κάθε ετερόνομη ολότητα όπου κυριαρχεί η άνιση κατανομή της δύναμης, υπερτονίζοντας τον ρόλο που παίζει η ατομική πρωτοβουλία στην αναπαραγωγή του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος. Για την ύπαρξη της φτώχειας, την επιδείνωση της ανισότητας και για την πελώρια ασυμμετρία της δύναμης που συντελεί στον απόλυτο ετεροκαθορισμό των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων, φταίνε οι ραδιουργίες κάποιων μεμονωμένων ατόμων, που δεν μεταχειρίζονται την πολιτική και οικονομική δύναμη που συγκεντρώνουν στα χέρια τους για το “καλό” του κοινωνικού συνόλου, αλλά για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους, ανομολόγητους εγωιστικούς, κι ενίοτε μοχθηρούς σκοπούς. Κι επειδή ο αόρατος δεσμός που ενώνει τα μέλη μιας εθνικής κοινότητας είναι δεσμός “φυσικός” και υπεριστορικός, δηλαδή, ένας δεσμός που δεν υπάγεται στην διαβρωτική επίδραση των κοινωνικών συνθηκών και συνακόλουθα δεν καθορίζεται από την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά αντίθετα, υπερβαίνει την κοινωνική πραγματικότητα και την επικαθορίζει, εκείνοι που ενεργούν κόντρα στην “φυσική” ενότητα του έθνους δεν μπορεί να είναι πραγματικοί Έλληνες, Γάλλοι, Αιγύπτιοι, Αμερικανοί και πάει λέγοντας. Είναι δηλαδή εξορισμού άτομα που βρίσκονται εκτός της θαλπωρής της εθνικής οικογένειας. Ή, διαφορετικά, πρόκειται αναμφίβολα για άτομα που βρίσκονται σε διατεταγμένη αποστολή, εκπορευόμενη από τα σκοτεινά κέντρα εξουσίας που αναδύθηκαν εσχάτως στο υπερεθνικό επίπεδο κι έχουν βάλει στο μάτι το μεγαλείο, ή ακόμα κι αυτή την επιβίωση, του έθνους.

Η παγκόσμια εβραϊκή συνομωσία είναι μια αρχετυπική εκδοχή αυτής της συνομωσιολογικής ερμηνείας της κοινωνικής πραγματικότητας. Ας μην παρεξηγήσει ο αναγνώστης το νόημα της παραπάνω διαπίστωσης. Η διεθνής σιωνιστική ελίτ αποτελεί ήδη ένα από τα πιο βασικά και επιθετικά τμήματα του αποκεντρωμένου δικτύου εξουσίας που ονομάζουμε υπερεθνική ελίτ και που διαφεντεύει τις τύχες του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.i Ο διεθνής Σιωνισμός διαθέτει ισχυρές παγκόσμιες οργανώσεις (Παγκοσμια Σιωνιστική Οργάνωση, Εβραϊκό Ταμείο, Παγκόσμιο Εβραϊκό Κογκρέσο) που διατυμπανίζουν ανοικτά τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν, δηλαδή την συγκέντρωση των πόρων της εβραϊκής διασποράς για την πολιτικοστρατιωτική κατάκτηση και τον διαρκή εποικισμό της Παλαιστίνης. Επίσης, το οργανωμένο σιωνιστικό κίνημα ανά την υφήλιο, έχει κατορθώσει να συσσωρεύσει τεράστια πολιτική δύναμη σε χώρες-κλειδιά που ορίζουν τις τύχες του διεθνούς συστήματος. Η επιρροή των περίφημων AIPAC και ADL αποτελεί φόβητρο για τους βουλευτές και τους Γερουσιαστές του Κογκρέσου στις ΗΠΑ.ii Από την άλλη, στην Βρετανία η εκδήλωση απροκάλυπτων φιλο-Παλαιστινιακών αισθημάτων εκ μέρους του νέου αρχηγού του κόμματος των Εργατικών, επέσυρε αμέσως την μήνη σύσσωμων των μεγάλων συστημικών ΜΜΕ, αλλά και της πολιτικής ελίτ της χώρας, οι οποίοι ξεκίνησαν μια συντονισμένη εκστρατεία διασυρμού όχι μόνο κατά του Κόρμπιν, αλλά ενάντια και στα νέα στελέχη του κομματικού μηχανισμού των Εργατικών, κατηγορώντας τους συλλήβδην για “αντισημητισμό”.iii Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ έχει αναδειχτεί σε παγκόσμιο κέντρο της αντεπανάστασης, εξάγοντας τεχνογνωσία σχετικά με μεθόδους καταστολής των εξεγέρσεων και μαζικής καθυπόταξης πληθυσμών σε όλες τις κατοχικές δυνάμεις ανά την υφήλιο (Ινδία στο Κασμίρ, Ρωσία στην Τσετσενία, ΗΠΑ στο Ιράκ), ενώ παράλληλα είναι από τους κορυφαίους βιομηχανικούς κατασκευαστές στον κόσμο στον τομέα της παραγωγής οπλισμού και των στρατιωτικών μέσων αιχμής που είναι αναγκαία για να φέρουν σε πέρας την μαζική καταστολή.iv Δεν είναι τυχαίο ότι το Ισραήλ αναδείχτηκε σε βασικό προμηθευτή της κυβέρνησης του ελλαδικού προτεκτοράτου σε συστήματα αστυνομικής παρακολούθησης, αύρες καταστολής διαδηλώσεων, δακρυγόνα κι άλλον αντιεξεγερσιακό βαρύ οπλισμό, από το 2010 κι έπειτα, όταν η Κοινωνική Πάλη στον ελλαδικό χώρο οξύνθηκε κατακόρυφα κι έλαβε συγκρουσιακά εξεγερσιακά χαρακτηριστικά.

Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, ότι η σιωνιστική ελίτ απέκτησε την πολιτική, οικονομική και κοινωνική δύναμη της, μέσα από μια συστηματική, αλλά σταδιακή, διαδικασία οργανικής διαπλοκής των προνομίων και των συμφερόντων της με αυτά του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, κατά τον ίδιο τρόπο που οι μεγάλοι γαιοκτήμονες του φεουδαρχικού συστήματος της μεσαιωνικής Ευρώπης, επσιτράτευσαν τον πλούτο που είχαν συσσωρεύσει έτσι ώστε να μεταμορφωθούν σε ιδιοκτήτες πάγιου κεφαλαίου που ήταν σε θέση να ασκήσουν σημαντική επιρροή στο νέο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής.v Το δίχως άλλο, αυτό σημαίνει πως οι Σιωνιστές δεν έχουν καμία ανάγκη να συνέλθουν μυστικά κάτω από το φως του φεγγαριού σε κάποιο παλιό νεκροταφείο, έτσι ώστε να καταστρώσουν τα νοσηρά σχέδια τους για τον αφανισμό της ανθρωπότητας, όπως πολύ ποιητικά αναγράφουν τα “Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών”.vi Στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας που διανύουμε, ο αφανισμός της ανθρωπότητας είναι μια δουλειά που το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς έχει αναλάβει εργολαβικά να φέρει σε πέρας. Αν από κάποια καθαρή ιδιοτροπία της τύχης, είχαμε ποτέ την ευκαιρεία να απαλλαγούμε από σύσσωμη την σιωνιστική ελίτ και τους παρατρεχάμενους της, αυτό δεν θα μας απελευθέρωνε από τον ζυγό του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού κάτω από τον οποίο στενάζουμε και στον οποίο οι Σιωνιστές οφείλουν την ταξική υπεροχή τους. Κάποιος άλλος θα έσπευδε να πάρει αμέσως τη θέση τους στις ανώτερες βαθμίδες της θεσμοποιημένης κοινωνικής ιεραρχίας, συνεχίζοντας την δεσποτική εξουσία τους κάτω από άλλο όνομα, όπως ακριβώς οι απανταχού φτωχοί μουσουλμάνοι υποκατέστησαν τους Εβραίους σαν τα κατακάθια της ανθρωπότητας στο ντε φάκτο αντισημητικό φαντασιακό των εύπορων κοινωνικών στρωμάτων του καπιταλιστικού Κέντρου.

Την ίδια μέθοδο εκφυλισμού της ταξικής συνείδησης των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων χρησιμοποιούν οι νεοφασίστες όταν αναλύουν τις σχέσεις άνισης κατανομής της οικονομικής δύναμης ανάμεσα στην ελίτ και τις εξαρτημένες κοινωνικές ομάδες, τις οποίες θεσμοποιεί και αναπαράγει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, με όρους ατομικών χαρακτηριστικών του κάθε μεμονωμένου καπιταλιστή. Έτσι, το ζήτημα της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων τάξεων από τους μεγιστάνες του χρήματος, ντόπιους και αλλοδαπούς, μετατρέπεται σε μια ηθική καταδίκη της “απληστίας” των καπιταλιστών, χωρίς να θίγονται ούτε στο ελάχιστο οι εξουσιαστικές δομικές παράμετροι του οικονομικού συστήματος, όπως είναι η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η κατανομή των διαθέσιμων πόρων μέσω της αγοράς, η αγοραιοποίηση όλων των πτυχών της κοινωνικής ζωής με την επιβολή ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων σε όλες τις δραστηριότητες, η υποτέλεια των προλετάριων που είναι υποχρεωμένοι να πουλήσουν την εργασία τους προκειμένου να επιβιώσουν. Ωστόσο, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς περιλαμβάνει ένα σύνολο από τυπικούς κανόνες των οποίων ο λόγος ύπαρξης είναι ακριβώς να θέτουν “αντικειμενικά” όρια και, με αυτόν τον τρόπο, να προδιαγράφουν κατά το δυνατό το περιεχόμενο και την έκταση της δραστηριότητας των νομικά αναγνωρισμένων υποκειμένων που ενεργούν εντός του θεσμικού πλαισίου που έχει καθιερώσει. Υπό αυτή την έννοια, και ο ίδιος ο καπιταλιστής είναι δέσμιος της δυναμικής του συστήματος, μιας κι ένα σύστημα είναι συνεκτικό και πετυχαίνει να λογίζεται ως τέτοιο, στον βαθμό που μπορεί να προκαθορίζει αποτελεσματικά τη δράση των φορέων που ενεργούν μέσα σε αυτό και συνακόλουθα να παράγει προβλέψιμα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Εκτός αυτού, δεν θα ήταν παράλογο αν η διαδικασία κοινωνικοποίησης στο νεοφιλελεύθερο κοινωνικό παράδειγμα διέπλαθε ανθρώπους με ιδιαίτερη κλίση προς μια υπολογιστική νοοτροπία, με έφεση στην επιδίωξη του κέρδους και την λογική της αξιολόγησης καταστάσεων μέσω μιας προσεκτικής ανάλυσης κόστους-όφελους. Αυτά εξάλλου είναι τα βασικά ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά του homo economicus, του ανθρώπου της νεοφιλελεύθερης εποχής. Ο καπιταλιστής δεν μπορεί παρά να είναι αρχετυπικό δείγμα αυτού του νέου ανθρωπολογικού τύπου του νεομπουρζουά. Το να αναθεματίζουμε την πλουτοκρατία για την αδηφαγία που επιδεικνύει, είναι σαν να αναθεματίζουμε τα ψάρια επειδή τους αρέσει το νερό.

Οι ναζιστές ισχυρίζονται ότι μιλούν εξ ονόματος μιας οντότητας που υψώνεται πάνω από τους ταξικούς διαχωρισμούς της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Ο Όττο Στράσσερ αναθεμάτιζε εξίσου τόσο την Δεξιά όσο και την Αριστερά για την διαβρωτική επίδραση που ασκούσαν επάνω στο “υγιές” σώμα του Γερμανικού έθνους. Όπως γράφει ο Γκότφριντ, “Παρά τις σοσιαλιστικές θέσεις του, [ο Στράσσερ] ουδέποτε αποδέχτηκε την Μαρξιστική έννοια της πάλης των τάξεων. Δεν υπήρχε κανένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην μπουρζουαζία και το προλεταριάτο. Διότι και οι δύο, ανήκαν, κατά την άποψη του, στην ίδια πολιτιστική και πνευματική οντότητα, το Γερμανικό έθνος”.vii Σύμφωνα με τους ναζί, ο εθνικοσοσιαλισμός υπερέβαινε αυτούς τους τεχνητούς διαχωρισμούς οι οποίοι δεν έκφραζαν πραγματικούς κοινωνικούς ανταγωνισμούς. Η ναζιστική “επανάσταση” είχε καταφτάσει για να διασώσει την ενότητα του έθνους, προτού αυτό καταστραφεί από τις έριδες και τις ραδιουργίες των επαγγελματιών πολιτικών, όπως άλλωστε συνέβηκε το 1918.

Επομένως, εφόσον η ενότητα μέσω της συνεργασίας ανάμεσα στις τάξεις είναι η φυσική κατάσταση της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας του έθνους, συνεπάγεται από αυτό ότι ο εθνικοσοσιαλισμός σαν ο κατεξοχήν ιδεολογικός φορέας τούτης της ενότητας, συνιστούσε το φυσικό πολιτικό ιδίωμα που υπηρετούσε τις ανάγκες του γερμανικού έθνους. Όταν η Χρυσή Αυγή οργάνωσε φιλανθρωπικά συσσίτια “μόνο για Έλληνες”, αποπειράθηκε ουσιαστικά να κάνει πράξη έναν αφηρημένο φαντασιακό δεσμό, δημιουργώντας γι’ αυτό μια πρόσκαιρη υλική βάση. Παρόλα αυτά, η πρακτική των συσσιτίων είναι κατά βάση πολιτική κι όχι απλά φιλανθρωπική, όπως διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους οι χρυσαυγίτες, επειδή μέσω αυτής, η Χρυσή Αυγή διεκδίκησε το αποκλειστικό δικαίωμα της να ορίζει μονομερώς ποιος πληρεί τις προδιαγραφές για να συμπεριληφθεί στην ιδεολογική κατηγορία του “’Ελληνα” και ποιος όχι. Θα ήταν πράγματι εξαιρετικά ενδιαφέρον να ρωτούσε κάποιος τους διοργανωτές των συσσιτίων, αν κάποιος που είναι άθεος, αντιμιλιταριστής, αντιεξουσιαστής και αναρχοκομμουνιστής, θα μπορούσε να προσέλθει ελεύθερα και να σερβιριστεί στις εν λόγω “συλλογικές κουζίνες”, με μονάδικη ίσως προϋπόθεση ότι μιλά την ελληνική. Όμως τότε, γιατί να μην έχει το ίδιο δικαίωμα κι ένας Νιγηριανός μετανάστης που τυχαίνει να κατέχει το ελληνικό ιδίωμα; Όπως γράφει ο Α. Μπαντιού, η παραγωγή ταυτότητας είναι πάντοτε μια “πολιτική διαδικασία σε εξέλιξη”.viii Ομοίως, η παραγωγή της εθνικής ταυτότητας είναι μια δυναμική διαδικασία που προϋποθέτει την εκδήλωση κάθε είδους κοινωνικής σύγκρουσης στο εσωτερικό της.

Στο στάδιο της παγίωσης της, συνεπάγεται μια εξουσιαστική χειρονομία ωμής επιβολής, όπου η μία κοινωνική ομάδα, η ελίτ, αποκρυσταλλώνει και θεσμοποιεί την υπεροχή της έναντι των υπόλοιπων ομάδων κι αναλαμβάνει να διαμορφώσει τις υλικές και πολιτισμικές παραμέτρους, δηλαδή τις “αντικειμενικές” και υποκειμενικές συνθήκες, γύρω από τις οποίες δομείται και αποκτά χειροπιαστή υλική υπόσταση η φαντασιακή, εθνική “κοινότητα”. Ακόμη και οι μεγαλοσχήμονες Γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές, οι οποίοι διατείνονταν ότι κατείχαν το μονοπώλιο της εκπροσώπησης του αδιαίρετου γερμανικού έθνους και μιλούσαν εξονόματος ολόκληρου του “ράιχ”, προωθούσαν μέσα από την προπαγανδιστική φιλολογία τους την κοινωνική μορφή του ενάρετου Γερμανού αγρότη, μόνιμα εγκατεστημένου στην ειδυλλιακή ύπαιθρο και δεμένου για την επιβίωση του με την γη, σαν τον κατεξοχήν εκπρόσωπο των έμφυτων προτερημάτων της γερμανικής φυλής. Έτσι, η διαδικασία παραγωγής ταυτότητας παράγει έναν διττό αποκλεισμό. Σε πρώτη φάση, καταστέλλονται οι φαντασιακές σημασίες, οι επιθυμίες και τα ταξικά συμφέροντα των υποτελών κοινωνικών μονάδων, οι οποίες ωστόσο, συμπεριλαμβάνονται στις τυπικές νομικές κατηγορίες που κωδικοποιούν τις σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της ετερόνομης ολότητας. Στη συνέχεια, ο αποκλεισμός αυτός, που εν πολλοίς αφορά την απουσία πρόσβασης στις θεσμοποιημένες πηγές εξουσίας, επεκτείνεται στα εκτός δικαίου υποκείμενα, τους εξαθλιωμένους πληθυσμούς προσφύγων και μεταναστών, που δεν αναγνωρίζονται καν σαν υποτελείς ομάδες που προορίζονται να εκπληρώσουν τυποποιημένες υποχρεώσεις κι άνωθεν δοσμένους κοινωνικούς ρόλους προς χάριν της συνολικής αναπαραγωγής του συστήματος και των κυρίαρχων ελίτ που το εξουσιάζουν. Ο διαχωρισμός αυτός λειτουργεί σαν διαρκής υπενθύμιση του πρωταρχικού διαχωρισμού ανάμεσα στους “μέσα” και τους “έξω” που επήλθε αυτοδικαίως μέσα από την ίδρυση ενός έθνους-κράτους με συγκεκριμένα ταυτοτικά κριτήρια και συντελεί στην ενδυνάμωση της φαντασιακής ενότητας της ετερόνομης ολότητας, κινητοποιώντας ακόμη και τα κατώτερα στρώματα ενάντια στους “εισβολείς”.

Μόνο τυχαίο δεν είναι άλλωστε το γεγονός ότι η κυβέρνηση του ελλαδικού προτεκτοράτου επέλεξε να εξαπολύσει τον κατασταλτικό μηχανισμό της για να επιτεθεί στις αυτοοργανωμένες δομές φιλοξενίας μεταναστών που διάφορες ελευθεριακές ομάδες επιχείρησαν να δημιουργήσουν στα κατά τόπους αυτόνομα στέκια και καταλήψεις. Η ύπαρξη κι επιτυχής λειτουργία αυτών των ελευθεριακών δομών υποδοχής καθιερώνει ένα διαφορετικό τρόπο συνύπαρξης ανάμεσα στους διαφορετικούς πληθυσμούς των προλετάριων, το οποίο δυνητικά αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα κι αποδυναμώνει το μοντέλο απομόνωσης, καταστολής και υγειονομικής διαχείρισης, μέσω του οποίου η υπερεθνική ελίτ αντιμετωπίζει στην πράξη το ζήτημα των μεταναστευτικών ροών. Ο μαζικός εγκλεισμός των μεταναστών σε στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν ανταποκρίνεται απλώς στην ανάγκη για τον χωροταξικό διαχωρισμό των μεταναστών από τα υπόλοιπα κομμάτια του εγχώριου πληθυσμού, λόγω μιας φαινομενικής αδυναμίας ομαλής “απορρόφησης” τους, αλλά ουσιαστικά συντελεί στην αδυναμία απορρόφησης τους λόγω της πλήρους απομόνωσης που τους επιβάλλεται από τα συγγενή προλεταριακά στρώματα του “εσωτερικού”. Σε αυτόν τον φαύλο κύκλο παρεμβαίνουν οι αναρχικές συλλογικότητες με την πολιτική δράση τους και αυτός είναι και ο λόγος που καταδιώκονται.

iΓια μια θεωρητική τεκμηρίωση της έννοιας της υπερεθνικής ελίτ, βλέπε Τ. Φωτόπουλος, Η Παγκόσμια Κρίση, η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα (Κουκκίδα) σελ. 88-97.

iiΓ. Καραμπελιάς, Εβραίοι Εναντίον του Σιωνισμού (Εναλλακτικές Εκδόσεις).

iiiJeremy Corbyn is turning a ‘blind eye’ to anti-Semitism in his party, Theresa May warns, The Telegraph, http://www.telegraph.co.uk/news/2016/12/12/jeremy-corbyn-turning-blind-eye-anti-semitism-party-theresa/.

iv Καθημερινή, 11/09/04.

vJ. Holloway, Change the World Without Taking Power, σελ. 251-267, https://libcom.org/files/John%20Holloway-%20Change%20the%20world%20without%20taking%20power.pdf.

viN. Cohn, Warrant for Genocide (Eyre & Spottiswoode).

viiP. Gottfried, Otto Strasser and National Socialism, https://isistatic.org/journal-archive/ma/13_02/gottfried.pdf.

viiiΤι Είναι Λαός; (Εκδόσεις 21ου), σελ. 13.

Η εργασία δεν είναι πια αυτό που ήταν

Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση της συνεισφοράς μου στο πέμπτο τεύχος της επιθεώρησης Κοινωνικός Αναρχισμός. Για περισσότερες πληροφορίες για το εγχείρημα εδώ: https://koursal.wordpress.com/.

ilya-repin

«Παίρνω τις επιθυμίες μου για πραγματικότητα, γιατί πιστεύω στην πραγματικότητα των επιθυμιών μου».

Σύνθημα σε τοίχο του Παρισιού, Μάης 1968

 

Η εργασία στις μέρες μας έχει αλλάξει. Τόσο η μορφολογία και η μεθοδολογία της, όσο και το περιεχόμενο της και ο ρόλος που επιτελεί μέσα στη διαδικασία της παραγωγής. Αν κατά το παρελθόν η εργασία αποτελούσε μέρος του καθημερινού αγώνα του ανθρώπου για επιβίωση, σήμερα δεν είναι παρά το απομεινάρι ενός σταδίου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας που έχει καταστήσει την ίδια τη συστηματική ενασχόληση του ανθρώπου με δραστηριότητες μόνο κατ’ όνομα «παραγωγικές» ένα παρεπόμενο της εξουσιαστικής οργάνωσης της ετερόνομης κοινωνίας. Και μιλάμε για τον επίπλαστο παραγωγικό χαρακτήρα των δραστηριοτήτων που εντάσσονται στην κατηγορία της μισθωτής εργασίας διότι, τουλάχιστο σε ότι αφορά τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες του Κέντρου (ΑΚΧ), στο μεγαλύτερο μέρος τους οι δραστηριότητες αυτές δεν είναι κατ’ ουσία παραγωγικές, με την έννοια της διεκπεραίωσης ενός τμήματος της παραγωγής που υποβαστάζει και αναπαράγει τις υλικές συνθήκες διαβίωσης της ετερόνομης κοινωνίας, ούτε αφορούν μια ορθολογική διανομή των αγαθών αυτών, δηλαδή του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου, για να καλυφτούν οι ανάγκες που έχουν από κοινού όλα τα μέλη της κοινότητας. Αντίθετα, ο έμμεσος προσδιορισμός τους ως «παραγωγικές», έχει να κάνει με την τυπική ή άτυπη συμπερίληψη τους στον εξουσιαστικό θεσμό της μισθωτής συνθήκης, ο οποίος ωστόσο δεν αφορά μια κοινωνικά αναγκαία παραγωγική διαδικασία, αλλά σχετίζεται περισσότερο με τον αγώνα για επιβίωση στον οποίο είναι υποχρεωμένο να εμπλακεί σε καθημερινή βάση το προλεταριάτο. Κι ο αγώνας αυτός δεν προκύπτει επειδή υπάρχει ένα αντικειμενικό όριο της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων που υποχρεώνει την προλεταριακή υποτάξη να διεκδικήσει σπάνιους πόρους ενάντια σε ανταγωνιστικές κοινωνικές ομάδες (τι άλλο είναι άλλωστε η κοινωνική ιεραρχία από την αποκρυστάλλωση αυτών των ανταγωνισμών σε τυπικές και άτυπες σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης), αλλά αναπαράγεται εν τω μέσω μια γενικότερης αφθονίας και μέσα σε συνθήκες όπου είναι δυνατή η υπέρβαση των κοινωνικών ανταγωνισμών με όρους υλικής ανάγκης. Πράγματι, ενώ για να χτιστεί μόνο μία από τις πυραμίδες χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες, καθώς και να καταναλωθεί η συνδυασμένη εργατική δύναμη εκατό χιλιάδων σκλάβων – πολλοί από τους οποίους εξέπνευσαν στην πορεία για να εκπληρώσουν το «μεγαλόπνοο» όραμα των ηγεμόνων της Αιγύπτου – στις μέρες μας ένα παρόμοιο μεγαλιθικό μνημείο δεν θα χρειαζόταν παρά μερικούς μήνες για να ολοκληρωθεί, και χωρίς απαραίτητα να συνεπάγεται την μαζική ανθρωποθυσία του εργατικού δυναμικού που θα κληθεί να το φέρει σε πέρας.[i]

Στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας την οποία διανύουμε, ο καπιταλισμός παράγει σαν τρελός, αλλά κανείς δεν καταναλώνει. Δεν υπάρχει πιο εκλαϊκευμένος τρόπος για να καταδείξουμε τα οδυνηρά εμπράγματα αποτελέσματα της παλαιάς και δοκιμασμένης μαρξιστικής φόρμουλας, που διατείνεται πως η ιστορική εξέλιξη φτάνει κάποτε σε ένα σημείο όπου το επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων είναι ασύμβατο με τις θεσμισμένες παραγωγικές σχέσεις, δηλαδή το νομικό καθεστώς των ταξικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Η ιστορική αυτή συνθήκη δημιουργεί ανυπέρβλητα εμπόδια τόσο ως προς την ομαλή υλική αναπαραγωγή του ίδιου του ετερόνομου συστήματος κυριαρχίας, όσο και ως προς την φυσική επιβίωση των υποτελών στρωμάτων της ιεραρχικής κοινωνικής ολότητας μέσα σε αυτό. Το 2016, μόνο η πολυεθνική αλυσίδα υπεραγορών Tesco, πέταξε στα σκουπίδια έναν όγκο τροφίμων ισοδύναμο με 119 εκατομμύρια πλήρη ατομικά γεύματα, επειδή τα τρόφιμα αυτά δεν μπόρεσαν να διατεθούν και να καταναλωθούν στην αγορά με την μορφή του εμπορεύματος προς πώληση, την στιγμή που η πείνα και ο χρόνιος υποσιτισμός θερίζουν εκατομμύρια προλετάριους ανά την υφήλιο.[ii] Από την άλλη, ορδές απόκληρων προσφύγων και μεταναστών από τις κατεστραμμένες κοινωνίες της περιφέρειας είτε μαντρώνονται με τη βία σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ή αφήνονται να περιδιαβαίνουν τις μητροπόλεις του καπιταλιστικού κέντρου και να στήνουν αυτοσχέδιες παραγκουπόλεις σε εγκαταλελειμμένα αεροδρόμια και πλατείες, την στιγμή που υπάρχουν διαθέσιμα δεκάδες χιλιάδες καταλύματα που θα μπορούσαν να στεγάσουν αυτούς τους ακούσιους νομάδες. Ωστόσο, η ετερόνομη κοινωνία δεν έχει συνείδηση του εαυτού της ως τέτοιας, δηλαδή, ως ένα σύνολο που συγκροτείται σε μια ενιαία μονάδα με ομοειδείς επιθυμίες και συμφέροντα. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού η ετερόνομη κοινωνία ήταν πάντοτε και θα παραμείνει, η οργάνωση της συλλογικής δύναμης των ανθρώπων προς όφελος μιας μειοψηφίας, όπως έγραφε και ο Μαλατέστα.[iii] Στις, όχι και τόσο ευγενείς, κοινωνίες των αγρίων, οι ιερείς παρακρατούσαν για λογαριασμό τους ένα συγκεντρωτικό μονοπώλιο της γνώσης, προκειμένου να κατοχυρώσουν τη θεσμισμένη εξουσία τους πάνω στο κοινωνικό σώμα. Κατά τη περίοδο της φεουδαρχίας, οι «ευγενείς» άρχοντες ήταν εκείνοι που εκπαιδεύονταν για να γίνουν μαχητές και κρατούσαν για λογαριασμό τους τα καλύτερα και πιο φονικά όπλα, για να συντηρήσουν έτσι το μονοπώλιο τους στην βίαιη καταδυνάστευση των φτωχών και τη διεξαγωγή ενός αέναου πολέμου όλων εναντίον όλων. Έτσι και σήμερα, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, συντηρούν προσεκτικά και με τεχνητά μέσα το μονοπώλιο των προνομιούχων στρωμάτων στην παραγωγή και την κατανάλωση, προκειμένου να διασφαλίσουν την αναπαραγωγή των προνομίων τους και την υπέρτερη θέση τους στις θεσμισμένες κοινωνικές ιεραρχίες. Από αυτή την άποψη, η εργασία στις μέρες μας δεν είναι τόσο ένα εργαλείο εκμετάλλευσης, όσο είναι όργανο κυριαρχίας

Η καπιταλιστική κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη κι έχει οδηγήσει στην φτωχοποίηση ενός μεγάλου μέρους των χωρών της καπιταλιστικής περιφέρειας με τη συνακόλουθη συγκέντρωση οικονομικής δύναμης που συντελείται σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα, δεν συνιστά ένδειξη υπαναχώρησης της δυναμικής που είναι εγγενής στις «αντικειμενικές» συνθήκες για τη δημιουργία των υλικών προϋποθέσεων που συγκροτούν το αναγκαίο υπόβαθρο για μια μετάβαση στην κοινωνία της μετασπάνης. Αντίθετα, δείχνει τα αντικειμενικά όρια στα οποία προσκρούει κάθε απόπειρα για μια διασπορά της ευμάρειας σε όλες τις κοινωνικές τάξεις μέσω της δομικής αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Με άλλα λόγια, η κρίση δεν προκλήθηκε επειδή φτάσαμε σε κάποιο «αντικειμενικό» όριο πέρα από το οποίο το ανθρώπινο γένος δεν μπορεί να προχωρήσει (π.χ. την εξάντληση των παραγωγικών δυνατοτήτων μας, το ανώτατο επίπεδο εξέλιξης της τεχνολογικής καινοτομίας, κλπ.), αλλά επειδή προσκρούσαμε στα πολύ χειροπιαστά, υλικά όρια που τίθενται σε αυτές τις διαδικασίες από τις συγκεντρωτικές δομικές ιεραρχίες του συστήματος και από την ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις που παρακωλύουν συνειδητά ή ασυνείδητα την περαιτέρω ανάπτυξη αυτών των διαδικασιών, με γνώμονα την διεύρυνση της αυτονομίας και της ευημερίας του ανθρώπου.[iv] Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως η ετερόνομη κοινωνία είναι οπισθοδρομική, όχι γιατί επιζητά μια άνευ όρων επιστροφή σε κάποιο εξιδανικευμένο παρελθόν, αλλά γιατί δεν αφήνει την ανθρωπότητα να εξερευνήσει τις συναρπαστικές δυνατότητες που της επιφυλάσσει το μέλλον. Ας μην ξεχνάμε ότι η όποια πρόοδος έχει συντελεστεί μέχρι σήμερα σε οποιοδήποτε πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας που τελεί κάτω από την κυριαρχία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, αυτή συνέβη περισσότερο σαν δευτερεύουσα συνέπεια που απορρέει από τις πρωταρχικές αξιακές και οργανικές δεσμεύσεις του κεφαλαίου, δηλαδή την συνέχιση της οικονομικής μεγέθυνσης και την συνακόλουθη αύξηση της κερδοφορίας του, και λιγότερο επειδή ανταποκρίθηκε σε κάποια εκφρασμένη κοινωνική ανάγκη, στην οποία το κεφάλαιο έσπευσε να αφιερώσει τους διαθέσιμους πόρους του προκειμένου να την ικανοποιήσει.

Αναμφίβολα, αυτή η διάκριση έχει την σημασία της. Γιατί αν σε μια αυτόνομη κοινωνική ολότητα η αυτοματοποίηση της παραγωγής θα αντιστοιχούσε σε μια συλλογικά εκφρασμένη και δημοκρατικά επικυρωμένη κοινωνική επιθυμία για μια δραστική μείωση των ωρών της εργασίας, παράλληλα με την γενική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων, μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, η αποβολή της εργασίας από την παραγωγή γίνεται για λόγους βελτίωσης της παραγωγικότητας και συνεπώς αύξησης του ποσοστού κέρδους. Ως μέθοδος που εντάσσεται στη στρατηγική αύξησης της κερδοφορίας του κεφαλαίου, η αυτοματοποίηση δεν επιλύει κάποια κοινωνική ανάγκη, ούτε ανοίγει καινούριους ορίζοντες για τη συντριπτική πλειοψηφία της ανθρωπότητας, αλλά επιστρατεύεται σαν βαρύ όπλο στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού των τάξεων για να ισοπεδώσει τους προλετάριους. Έτσι, εκλαμβάνεται περισσότερο σαν καταστροφή από τα υποτελή κοινωνικά στρώματα που είναι υποχρεωμένα να διαθέσουν σαν εμπόρευμα την εργασία τους προκειμένου να αποκτήσουν τα υλικά μέσα για την επιβίωση τους. Φυσικά, δεν μιλάμε απλώς για μια αφηρημένη υποκειμενική «αντίληψη» των προλετάριων, αλλά για μια δικαιολογημένη πρακτική ανάδραση που απορρέει από τη στέρεα βάση των υλικών συμφερόντων του προλεταριάτου συνολικά ως τάξης. Αντί να απελευθερώνει τους προλετάριους, η τεχνολογία τους στερεί από τα μέσα για την επιβίωσης τους. Αλλά εδώ πια τίθεται εξορισμού το ερώτημα, ποιος είναι ο λόγος που θα πρέπει να θεσπίζεται από το νομικό σύστημα της ετερόνομης κοινωνίας η τυπική υποχρέωση του προλετάριου για εργασία, στον βαθμό που μεγάλο τμήμα της παραγωγής δύναται να διεκπεραιωθεί χωρίς την παρεμβολή του ανθρώπινου παράγοντα, την αξιοποίηση δηλαδή του λεγόμενου «μεταβλητού κεφαλαίου». Ο λόγος δεν έγκειται φυσικά στις «αντικειμενικές» αναγκαιότητες που απορρέουν από τα λειτουργικά προαπαιτούμενα του συστήματος της παραγωγής, αλλά στις εξουσιαστικές σκοπιμότητες που υπηρετεί και αναπαράγει το οικονομικό σύστημα, που είναι κάτι διαφορετικό από τη διαδικασία της παραγωγής αυτή καθ’ εαυτή.

Με αυτή την έννοια, δεν ωφελεί σε τίποτα εμάς τους προλετάριους να «χτυπάμε με τα κεφάλια μας την πόρτα της φάμπρικας» όπως έγραφε με μπόλικο λυρισμό ο Λαφάργκ, διεκδικώντας πεισματικά το «δικαίωμα μας στην εργασία», το «δικαίωμα» μας δηλαδή να υπηρετούμε πιστά τις οικονομικές ελίτ του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.[v] Ο αναρχικός φιλόσοφος Μ. Μπούκτσιν, είχε διαβλέψει τα πρώτα σημάδια της κοινωνικής θέσμισης ενός λανθάνοντος συλλογικού αιτήματος των λαϊκών στρωμάτων για την μετάβαση στην κοινωνία της μετασπάνης, στην άνοδο του νεολαιίστικου κινήματος της αντικουλτούρας της δεκαετίας του ’60, καθώς και στα κινήματα για την απελευθέρωση των μαύρων, των ομοφυλόφιλων, το οικολογικό κίνημα, κλπ.[vi] Επειδή αυτά τα κινήματα είχαν σύνθεση και χαρακτήρα «διαταξικό», τοποθετούσαν δηλαδή το αντικείμενο διεκδίκησης, καθώς και το πεδίο δράσης τους έξω και πέρα από την πρωταρχική, κατά το μαρξισμό, αντίθεση κεφαλαίου / εργασίας, ο Μπούκτσιν συμπέρανε ότι η έλευση των κινημάτων αυτών ήταν ο προπομπός για μια αποσύνθεση των τάξεων, τόσο με μια υποκειμενική, όσο και με μια «αντικειμενική» διάσταση. Καταφεύγοντας στον κρατισμό και στο στοιχείο εκτεταμένου σχεδιασμού που εμπεριείχε το μοντέλο της μεικτής οικονομίας της σοσιαλδημοκρατικής περιόδου, ο καπιταλισμός φαινομενικά είχε κατορθώσει να επιλύσει την βασική του αντίφαση, ενσωματώνοντας την ζωντανή εργασία σαν μια αναπτυξιακή συνιστώσα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Η ταξική πάλη δεν ήταν παρά ο τρόπος μέσα από τον οποίο το σύστημα ρύθμιζε δομικά τις υπερβολές του κι επανερχόταν στην πολυπόθητη ισορροπία.[vii] Ωστόσο, κατά την ταπεινή μας άποψη, ο Μπούκτσιν συμπέρανε μάλλον συνειρμικά και λαθεμένα ότι η διαταξικότητα των λεγόμενων «νέων κινημάτων» αποτελούσε στοιχείο ικανό να εγγυηθεί το αντί-ταξικό, αντί-ιεραρχικό φαντασιακό τους, την στιγμή που κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Αν εξαιρέσει κανείς την επαναστατική πτέρυγα του κινήματος για την απελευθέρωση των μαύρων στις ΗΠΑ (Μαύροι Πάνθηρες, κ.ο.κ.)[viii], καθώς και το οικολογικό κίνημα στην αρχική ριζοσπαστική φάση του, τα «νέα κινήματα» δεν κατόρθωσαν να αναπτύξουν μια γενικότερη επαναστατική κριτική της ετερόνομης κοινωνίας και να προσδώσουν σε αυτή την κριτική λειτουργικές κοινωνικές μορφές μέσω της αυτοθέσμισης μιας σειράς αντισυστημικών πολιτικών οργάνων και αντιθεσμίσεων. Εξού και ο μονοθεματικός χαρακτήρας που προσέλαβαν σταδιακά τα πιο πολλά από τα νέα κινήματα. Κάποια από αυτά μάλιστα, όπως λόγου χάρη το κίνημα κατά των πυρηνικών, κατρακύλησε μέχρι το σημείο να αυτοπροταθεί σαν σύμμαχος και πρόθυμος υποστηρικτής του κλαμπ των ισχυρών του κόσμου, όταν αυτοί έριξαν στο τραπέζι την ιδέα για τη σύνταξη της παγκόσμιας συνθήκης για την μη-διάδοση των πυρηνικών.

Οι μαρξιστές θα πουν ότι το ρεφορμιστικό περιεχόμενο της πολιτικής δραστηριότητας των νέων κινημάτων προκύπτει ακριβώς επειδή τα κινήματα αυτά εγκατέλειψαν τις παραδοσιακές οικονομικές κατηγορίες της μαρξιστικής κριτικής ανάλυσης και αγνόησαν την κεντρική αντίφαση του καπιταλισμού ανάμεσα στο κεφαλαίο και την εργασία, από την οποία απορρέουν δευτερευόντως όλες οι υπόλοιπες αντιθέσεις. Παρόλα αυτά, άποψη μας είναι ότι ακριβώς το αντίστροφο ισχύει. Είναι η τάση των νέων κινημάτων να αντιγράψουν τα λάθη της μαρξιστικής σκέψης και να θεωρήσουν την αντίφαση ενάντια στην οποία ενεργοποιήθηκε το κάθε ένα από αυτά στον δικό του τομέα, σαν την «κεντρική αντίφαση» που χαρακτηρίζει την λειτουργία του ταξικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης (μια τάση που υπάρχει εξίσου στον φεμινισμό, την ριζοσπαστική οικολογία, το κίνημα για το έμφυλο, κ.ο.κ.), που εμπόδισε τα κινήματα αυτά από το να αποκτήσουν μια καθολικότερη αντίληψη των ιεραρχικών δομών που αναπαράγουν την ανισοκατανομή της δύναμης ανάμεσα στις τάξεις σε μια ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Το αντισυστημικό περιεχόμενο μιας ελευθεριακής πολιτικής κοσμοθεωρίας έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν ψάχνει να απονείμει την πρωτοκαθεδρία σε κανένα από τα στοιχεία που απαρτίζουν το ετερόνομο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης (πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό, κοινωνικό), αλλά θεωρεί ότι τα στοιχεία αυτά ενυπάρχουν σε σχετική αυτονομία, αλλά και απόλυτη αλληλεξάρτηση μεταξύ τους. Δηλαδή χωρίς το ένα, το άλλο δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει για πολύ. Είναι αυτή η διασύνδεση που διέφυγε από τα κινήματα της δεκαετίας του ‘60-70 και τα οδήγησε στον σταδιακό συγχρωτισμό τους με τις ελίτ, μια α-λα-καρτ αντίληψη για την κοινωνική απελευθέρωση και τελικά στον πλήρη εκφυλισμό τους.

Αν στις μέρες μας ερχόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με τα τεράστιας σημασίας ζητήματα που έθιξε ο Μπούκτσιν στο σημαντικό φιλοσοφικό έργο του, αυτό δεν συμβαίνει πια λόγω της οριστικής ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης από την σοσιαλδημοκρατία, αλλά εξαιτίας της αμετάκλητης παρακμής του κρατικιστικού μοντέλου οργάνωσης της ετερόνομης κοινωνίας και της θριαμβικής επέλασης του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος, που έχει βάλει σε κίνηση μια «αντικειμενική» διαδικασία από-ενσωμάτωσης των προλετάριων σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς και μια συστημική τάση για την φτωχοποίηση και την προλεταριοποίηση ενός μεγάλου μέρους των μεσαίων στρωμάτων που εδραίωσαν την κοινωνική θέση τους κατά την κρατικιστική φάση της νεωτερικότητας. Έτσι, η αποσύνθεση των τάξεων την οποία είχε διαβλέψει ο Μπούκτσιν δεν οφείλεται τόσο στο γεγονός ότι τα βασικά προβλήματα της σπάνης των αγαθών δεν συνιστούν πλέον κοινωνικό ζήτημα για το προλεταριάτο, αλλά απεναντίας, επειδή η υποτάξη ως κοινωνικό υποκείμενο έχει εξοβελιστεί από το πεδίο της παραγωγής και είναι αναγκασμένο να συγκροτηθεί ως τάξη εναντίον της, και για τον λόγο αυτό, ως μη-τάξη. Δηλαδή, ως μια τάξη που εμπεριέχει και αφομοιώνει όλες τις παραδοσιακές τάξεις στους κόλπους της. Είναι η ιστορική επάνοδος των «αβράκωτων» για τους οποίους γράφει ο Μπούκτσιν σε ένα δοκίμιο του: «[…] όπως στον Διαφωτισμό, βλέπουμε την εμφάνιση ενός τεράστιου και συνεχώς διογκούμενου στρώματος ανθρώπων δίχως τάξη, ένα σώμα λουμπενοποιημένων ατόμων που έλκουν την καταγωγή τους από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Οι πάντοτε χρεωμένες και κοινωνικά ανασφαλείς μεσαίες τάξεις της δικής μας περιόδου μοιάζουν σε γενικές γραμμές με την διαχρονικά αφερέγγυα και επιπόλαιη αριστοκρατία της προεπαναστατικής Γαλλίας. Μια μεγάλη φουρνιά από μορφωμένους ανθρώπους εμφανίστηκαν και τότε όπως και τώρα, επιβιώνοντας με το να κάνουν δουλειές του ποδαριού, χωρίς παγιωμένη καριέρα ή καθορισμένες κοινωνικές ρίζες. Στον πάτο αμφότερων των κοινωνικών συστημάτων βρίσκουμε έναν μεγάλο αριθμό από διαχρονικά φτωχούς – ζητιάνους, αλήτες, ανθρώπους με ημιαπασχόληση ή χωρίς καθόλου δουλειά, απειλητικοί, απείθαρχοι αβράκωτοι – που επιβιώνουν χάρη στα κοινωνικά επιδόματα και τα σκουπίδια που ξεφορτώνεται η κοινωνία, οι άποροι της Παρισινής φτωχογειτονιάς, οι μαύροι του Αμερικάνικου γκέτο».[ix]

Αυτοί οι «φτωχοί χωρίς ρόλο», όπως θα έλεγε και ο στοχαστής Ζ. Μπάουμαν, αψηφούν την παραδοσιακή ταξική διαστρωμάτωση και την ενσωμάτωση τους σε λειτουργικά ιεραρχικά δίπολα.[x] Αλληλεπιδρούν με τους κυρίαρχους θεσμούς της ετερονομίας, την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και το σύστημα της οικονομίας της αγοράς μόνο με όρους εξέγερσης, έξω από κι ενάντια στις θεσμοποιημένες μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας, όταν βέβαια αποφασίζουν να ενεργήσουν αυθόρμητα με όρους συλλογικότητας, σαν μια ενιαία ετεροκαθοριζόμενη κοινωνική μονάδα. Αποτελούν μια λαϊκή μερίδα «ατάκτων» που δεν βρίσκει την προκαθορισμένη θέση της στον ιεραρχικό κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και συνεπώς κατατάσσονται συλλήβδην από την συστημική πολιτική σκέψη στην κατηγορία των «επικίνδυνων» τάξεων που πρέπει να διαχωριστούν ιδεολογικά και χωροταξικά από το «υγιές» κοινωνικό σώμα και να κατασταλούν χωρίς οίκτο. Όπως οι υπόδουλοι Παλαιστίνιοι που εδώ και δεκαετίες υφίστανται την απάνθρωπη κατοχή και την συστηματική εθνοκάθαρση των σιωνιστών νεοναζιστών, οι οποίοι δεν επιφυλάσσουν γι’ αυτούς κανένα άλλο μέλλον από την οριστική εξαφάνιση τους από προσώπου γης,[xi] οι νεόπτωχοι βρίσκονται μπροστά στο φάσμα της μεθοδευμένης γενοκτονίας τους από τις συστημικές ελίτ και δεν έχουν άλλη επιλογή από το να εξεγερθούν, ή να αποδεχτούν τον αργό συλλογικό θάνατο τους.

Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, ότι το κίνημα απελευθέρωσης των νεόπτωχων δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με το παλαιό, παραδοσιακό εργατικό κίνημα. Όπως είχε γράψει κάποτε ο Γκαλεάνι, με κάποια δόση υπερβολής, για την σχέση ανάμεσα στο εργατικό και το αναρχικό κίνημα, είναι πιθανό ότι τα δύο αυτά κινήματα εφεξής θα εξελίσσονται παράλληλα.[xii] Κι όπως είναι γνωστό από την γεωμετρία, δύο γραμμές που κινούνται παράλληλα ποτέ δεν συναντώνται. Το εργοστάσιο δεν υπήρξε μόνο ο κατεξοχήν τόπος μέσα στον οποίο συντελέστηκε η κοινωνικοποίηση της παραγωγής και η υποτιθέμενη ενοποίηση της εργατικής τάξης, όπως διατεινόταν κάποτε ο Μαρξ.[xiii] Υπήρξε και το τόπος διαπαιδαγώγησης του εργάτη στις επιταγές της ηθικής της εργασίας, ο χώρος μέσα στον οποίο κοινωνικοποιήθηκε σύμφωνα με μια εναλλακτική εκδοχή του πολιτισμού των αστών, το σχολείο μέσα στο οποίο οι μάζες των αβράκωτων και των ανεξέλεγκτων απόκληρων της βιομηχανικής επανάστασης αφομοιώθηκαν στο κοινωνικό σύστημα, έστω και από μια θέση κατώτερη και μειονεκτική, η οποία ωστόσο τους έδινε έναν συγκεκριμένο κοινωνικό ρόλο και τους γέμιζε με υπερηφάνεια. Σίγουρα η αυτοδιαχείριση των εργαζόμενων έχει τον ρόλο της να επιτελέσει στο συνολικό πλέγμα των αμεσοδημοκρατικών θεσμών σύμφωνα με τους οποίους η απελευθερωμένη κοινωνία θα εφαρμόσει στην πράξη το ιδανικό της αυτοκυβέρνησης και θα φέρει σε πέρας την συλλογική αυτοθέσμιση της. Ωστόσο, το εργοστάσιο, στον βαθμό που ακόμη αυτό υπάρχει ως μέρος της σύγχρονης παραγωγικής δομής των ΑΚΧ, δεν συνιστά έναν αυτόνομο, δηλαδή ολοκληρωμένο κοινωνικό οργανισμό, μια πρωταρχική κοινωνική μονάδα, μέσα στην οποία μπορεί να υπάρξει μια γενική διευθέτηση των κοινωνικών σχέσεων και των συνθηκών της ζωής των μελών μιας κοινότητας. Η συγκεντρωτική στροφή των προηγούμενων επαναστάσεων μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί εξαιτίας του αφηρημένου εργατισμού που τις διαπερνούσε,[xiv] με την έννοια ότι η κυριαρχία του εργοστασίου ως βασικής οργανωτικής μονάδας της κοινωνίας, ενσωματωμένης σε ένα πλάνο παραγωγικής ανασυγκρότησης εθνικής εμβέλειας, μπορούσε να εγκαθιδρυθεί μόνο σε βάρος των υπολοίπων στοιχείων της οργανωμένης κοινωνικής ζωής, τα οποία έχει ανάγκη προκειμένου να επιβιώσει και να είναι λειτουργικό. Η αποκοπή της βασικής επαναστατικής μονάδας από το φυσικό της τοπικό περιβάλλον, την γειτονιά, το χωριό, την πόλη, την κομμούνα, είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία ενός τεχνητού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, βασισμένου στην νομική αφαίρεση του Ρώσου «εργάτη» και του σοβιετικού «πολίτη». Όχι άδικα, ο Μπούκτσιν κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και μας προειδοποιεί ότι το εγώ θα πρέπει να είναι παρόν σε κάθε στάδιο της επαναστατικής διαδικασίας και να μην υποτάσσεται σε ακατάληπτες ιδεολογικές υπερ-κατηγορίες, όπως ο «Λαός», οι «Μάζες», κ.ο.κ. Προφητεύοντας την ολοκληρωτική επανάσταση του μέλλοντος, την μαζική αντισυστημική εξέγερση που θα μας επιτρέψει να καταργήσουμε την έννοια του συμφέροντος, η οποία έλκει την πνευματική γενεαλογία της από την σκληρή πραγματικότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού, και να βάλουμε στη θέση της την θεσμισμένη συλλογική επιθυμία και την διαρκή απόλαυση του ωραίου μέσα σε συνθήκες ειρηνικής κοινωνικής συμβίωσης και αρμονίας, γράφει:

«Μέσα από την [μελλοντική] επανάσταση θα πρέπει να διαφανεί ένα κοινωνικό εγώ που αποκτά τον απόλυτο έλεγχο της καθημερινής ζωής, και όχι μια καθημερινή ζωή που για μια ακόμη φορά αποκτά τον πλήρη έλεγχο πάνω στο κοινωνικό εγώ».[xv]

[i] J. Dunn, About Egyptian Pyramids, http://www.touregypt.net/featurestories/pyramidworkforce.htm.

[ii] Tesco food waste rose to equivalent of 119m meals last year, https://www.theguardian.com/business/2016/jun/15/tesco-food-waste-past-year-equivalent-119-million-meals.

[iii] E. Μαλατέστα, Χωρίς Εξουσία (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 36.

[iv] Θα πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι το μοναδικό «αντικειμενικό» όριο που αναγνωρίζουμε σε σχέση με την ανάπτυξη αυτών των διαδικασιών που συντελούν στην μεγιστοποίηση της αυτονομίας του ανθρώπου, είναι φυσικά ο σεβασμός και η ισορροπία με το φυσικό μας περιβάλλον.

[v] Π. Λαφαργκ, Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά (Το Ποντίκι), σελ. 32-3.

[vi] M. Bookchin, Listen Marxist!, https://www.marxists.org/archive/bookchin/1969/listen-marxist.htm.

[vii] Bob, Τυφλοπόντικα είσαι εδώ; Αναδιαρθρωμένο κεφάλαιο, πάλη των τάξεων και επαναστατική προοπτική, http://www.blaumachen.gr/2013/10/%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CE%BF%CF%80%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%B4%CF%8E-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%B8%CF%81%CF%89%C2%B5%CE%AD/.

[viii] Για παράδειγμα το σημαντικό έργο του Stokely Carmichael, Black Power (Vintage).

[ix] M. Bookchin, Post-Scarcity Anarchism (Black Rose Books) σελ. 74-5.

[x] Ζ. Μπάουμαν, Ο Καταναλωτισμός, η Εργασία και οι Νεόπτωχοι (Μεταίχμιο), σελ. 131-272.

[xi] Είναι αδιάφορο για τους σιωνιστές εποίκους αν η εξαφάνιση αυτή του Παλαιστινιακού έθνους θα επέλθει σαν το τελικό αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας εκστρατείας εθνοκάθαρσης από μέρους της ισραηλινής κατοχής, ή αν θα συμβεί εξαιτίας της έκβασης μιας οριστικής πολεμικής αναμέτρησης.

[xii] L. Galleani, The End of Anarchism?, σελ. 48, https://theanarchistlibrary.org/library/luigi-galleani-the-end-of-anarchism.pdf.

[xiii] «Η πρόοδος της βιομηχανίας, άβουλος και παθητικός φορέας της οποίας είναι η αστική τάξη, βάζει στη θέση της απομόνωσης των εργατών, όπως αυτή απορρέει από τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, την επαναστατική τους συνένωση μέσα από την οργάνωση». Στο K. Marx & F. Engels, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος (Το Βήμα), σελ. 35.

[xiv] Μιλάμε για αφαίρεση διότι η «εργατική τάξη» ως μια ενιαία οντότητα για λογαριασμό της οποίας μιλούσαν αποκλειστικά οι μπολσεβίκοι, μόνο ως θεωρητική αφαίρεση μπορούσε να υπάρξει μέσα στα μυαλά της σοβιετικής νομενκλατούρας. Εξού και δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει διόλου το γεγονός ότι οι κομισάριοι που κυβερνούσαν στο όνομα της ιδεολογικής κατασκευής του «Εργάτη», υποδούλωσαν τελικά την πραγματική εργατική τάξη διαλύοντας τα όργανα της αυτοθέσμισης της.

[xv] Μ. Bookchin, Post-Scarcity Anarchism, σελ. 66.

Χρήσιμες βυζαντινολογίες

labyrinthminatoaur2

«Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;

Στα βιβλία δεν βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.

Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια;

Και τη χιλιοκαταστραμμένη Βαβυλώνα,

ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα

της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;

 

Τη νύχτα που το Σινικό τείχος αποτέλειωσαν

που πήγανε οι χτίστες; Η μεγάλη Ρώμη

είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιους

θριαμβεύσανε οι Καίσαρες; Το Βυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο

μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;

Ακόμη και στη μυθική Ατλαντίδα,

τη νύχτα που την ρούφηξε η θάλασσα,

τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, με ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν».

Μπ. Μπρεχτ, Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει

Ι

Έχει νόημα να ξεκινήσουμε μια συζήτηση γύρω από έναν σύγχρονο ορισμό του απελευθερωτικού υποκειμένου; Θα μπορούσε κανείς εύλογα να αποφανθεί ότι τέτοιου είδους θεωρητικές αναζητήσεις συνιστούν στις μέρες μας περιττές και αχρείαστες βυζαντινολογίες. Εκείνο που προέχει είναι η ανάληψη ανατρεπτικής δράσης, μιας και η πραγματικότητα μας παρέχει επαρκείς ενδείξεις προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να στραφούμε. Πράγματι, υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που αντιδρούν έμπρακτα στην βίαιη καταβαράθρωση της κοινωνικής θέσης τους και αντιστέκονται με όποιον τρόπο μπορούν στην περαιτέρω υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους που έπεται από την εφαρμογή των δομικών μεταρρυθμίσεων της συστημικής αναδιάρθρωσης. Ωστόσο, στο μέτρο που δεν καταφέρνουν να υψωθούν πάνω από την μερικότητα των αντιστάσεων τους κι εφόσον εξακολουθούν να οργανώνονται με συντεχνιακούς όρους και να προβάλλουν μονοδιάστατα οικονομίστικα αιτήματα, οι ομάδες αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν την πρώτη ύλη από την οποία θα προέλθει η μαγιά για τη δημιουργία μιας ευρύτερης κοινότητας αγώνα. Θα ήταν πιο σωστό αν λέγαμε ότι συνιστούν μια οπισθοδρομική δύναμη η οποία ρέπει αναπόφευκτα προς έναν ουτοπικό συντηρητισμό. Συντηρητισμός διότι διακρίνονται από την τάση να καταγίνονται αποκλειστικά με την διατήρηση και αναπαραγωγή των προνομίων τους, δίχως να ενδιαφέρονται για τη γενικότερη πολιτική κατάσταση, ή για την μοίρα που επιφυλάσσεται στα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα που από κοινού συγκαταλέγονται στην προλεταριακή υποτάξη. Η ουτοπική διάσταση αυτή της συντηρητικής στροφής έγκειται στο γεγονός ότι το σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεν αποτελεί ένα νοητικό κατασκεύασμα, μια αφηρημένη οντότητα με υπεριστορικά χαρακτηριστικά, αλλά κάθε φορά μπορεί να υπάρχει ως κοινωνικό σύστημα μόνο με την μορφή που αυτό αποκτά μέσα σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο. Επομένως, είναι ανώφελο για εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που συνθλίβονται κάτω από τις ερπύστριες του οδοστρωτήρα της αναδιάρθρωσης να μάχονται μήπως και μπορέσουν να αναχαιτίσουν τη δική τους παρακμή, ως μιας ξεχωριστής κοινωνικής υπο-ολότητας. Η λογικές της ιστορικής κίνησης του συστήματος είναι καθολικές και υπερβαίνουν την αποσπασματικότητα του φαντασιακού, ή των άμεσων συμφερόντων της μιας ή της άλλης μεμονωμένης κοινωνικής ομάδας που βρίσκεται στα μεσαία στρώματα, ή στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας. Εξάλλου, μπορεί κάποιος να είναι σίγουρος πως αν τα εξαρτημένα στρώματα διέθεταν τα μέσα για να προβάλλουν αποτελεσματική αντίσταση, δεν θα είχαν βρεθεί εξαρχής στο στόχαστρο των κανιβαλικών ελίτ. Η επιστροφή στη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού που οραματίζονται δεν είναι παρά μια ρομαντική παραίσθηση, μια αντιδραστική ουτοπία ενός πράγματος που έχει ήδη υπάρξει στο παρελθόν και αποδείχτηκε ότι έφερε μέσα του τους σπόρους της ίδιας της καταστροφής του. Με αυτόν τρόπο, αντί να αποτελούν μια αφετηρία, οι κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης τους μετατρέπονται γι’ αυτές τις ομάδες στον αξεπέραστο υλικό ορίζοντα του αγώνα τους. Γίνονται το ανυπέρβλητο όριο της κοινωνικής συνείδησης τους.

Είναι χαρακτηριστικό πως κάποια στιγμή μέσα στην τριετία 2010-2012, κατά την οποία η κοινωνική πάλη στον ελλαδικό χώρο είχε λάβει εκρηκτικά χαρακτηριστικά, οι εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες σταθερής τροχιάς, στην αποκομιδή απορριμμάτων, στα λιμάνια, αλλά και σε άλλους κλάδους της παραγωγής, κατέβηκαν ταυτόχρονα σε γενική απεργία ενάντια στο πρόγραμμα της κοινοβουλευτικής χούντας της ΝΔ. Μολαταύτα, ακόμη κι όταν υποχρεώθηκαν από τις καταστάσεις να συγχρονίσουν τις κινητοποιήσεις τους, παρόλα αυτά δεν διέθεταν την ταξική συνείδηση και την πολιτική ευφυία να συνασπίσουν τους επιμέρους ταξικούς αγώνες τους και να τους συγχωνεύσουν οργανικά σε έναν ενιαίο πολιτικό αγώνα. Κι αυτή η πολυδιάσπαση δεν είναι τόσο εύκολα εξηγήσιμη, εφόσον είναι σίγουρα πιο εύκολο η ενοποίηση ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων να πραγματοποιηθεί στη βάση ενός αρνητικού κατώτατου κοινού παρονομαστή, π.χ. απόσυρση ενός αμφιλεγόμενου νομοσχεδίου, ή ακόμη και ανατροπή μιας λαομίσητης κυβέρνησης, παρά εκκινώντας από ένα ενιαίο ταξικό φαντασιακό που θα συνενώσει τις διαφορετικές κατηγορίες των εργαζόμενων γύρω από ένα θετικό συλλογικό όραμα. Συνακόλουθα, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό αν λέγαμε ότι οι απεργίες δεν έτρεχαν απλώς παράλληλα στον χώρο και τον χρόνο, αλλά αντίθετα εξελίσσονταν ανταγωνιστικά η μία προς την άλλη. Κι αυτό συνέβαινε επειδή καμία κατηγορία εργαζομένων δεν μπήκε στη διαδικασία να αναζητήσει πολιτικές συμμαχίες προκειμένου να επιδιώξει μια συνολική λύση σε ένα πρόβλημα που ξεπερνούσε τις δικές της δυνάμεις. Με τον τρόπο της, οι εργαζόμενοι στον κάθε κλάδο της παραγωγής έδιναν το πράσινο φως στη συστημική αναδιάρθρωση και την φτωχοποίηση των υπολοίπων, υπό τον όρο ότι οι ίδιοι θα εξαιρούνταν από το ταξική σαλαμοποίηση που ετοιμάζει η μνημονιακή κρεατομηχανή. Από αυτή την άποψη, η συζήτηση για ένα ελευθεριακό πρόγραμμα εξόδου από την «κρίση», δηλαδή για τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά μέτρα που θα κληθούν να φέρουν σε πέρας οι καταπιεσμένοι, έτσι ώστε να θεσμίσουν την αντισυστημική αλλαγή και να πραγματοποιήσουν την μετάβαση σε ένα αυτόνομο κοινωνικό παράδειγμα μέσω της κατάργησης των κυρίαρχων θεσμών της ετερονομίας, είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ίδια τη δυνατότητα των διαφορετικών κοινωνικών μονάδων να αναλάβουν δράση από κοινού προκειμένου να αντιμετωπίσουν με τρόπο αποτελεσματικό τον κοινωνικό πόλεμο που έχουν εξαπολύσει εναντίον τους οι ελίτ. Διαφορετικά, ανοίγει ο δρόμος για να αναλάβει το Κράτος τον ρόλο του εξισορροπιστή ανάμεσα σε αντιμαχόμενες ομάδες με ασύμβατα και αντικρουόμενα συμφέροντα. Είναι η αντίληψη του Κράτους ως «αναγκαίου κακού», ως ενός ουδέτερου φορέα που στέκεται υπεράνω των τάξεων και καταπολεμά τους «συλλογικούς εγωισμούς» (όπως θα έλεγε ο Μπούμπερ) της κάθε συντεχνίας και μόνο αυτό είναι αντικειμενικά σε θέση να αποφασίζει με γνώμονα αυτό που είναι καλό και ωφέλιμο για το «κοινωνικό σύνολο» γενικά.[i]

II

Αναμφίβολα, το ίδιο το αναρχικό κίνημα, σαν το πιο ταξικά συνειδητοποιημένο τμήμα του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος, είναι κι αυτό αναπόσπαστο μέρος του απελευθερωτικού υποκειμένου. Άλλωστε, οι οριζόντιες, αντί-ιεραρχικές δομές και οι αυτόνομοι θεσμοί που δημιουργούνται στους κόλπους του, συγκροτούν το υπόβαθρο μέσα στο οποίο η «φλόγα της κοινότητας», όπως θα έγραφε και ο Λαντάουερ, σιγοκαίει και κρατιέται ζωντανή.[ii] Δεν πρόκειται ωστόσο για το πρόπλασμα των θεσμών του αυτόνομου παραδείγματος οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά για ένα σύνολο αρχών κι ενός κώδικα αξιών που αποκτούν υλική υπόσταση μέσω των σχέσεων που αναφύονται στο εσωτερικό της αναρχικής πολιτικής ομάδας. Ένα εναλλακτικό παράδειγμα κοινωνικής συμβίωσης που εκπορεύεται από τις ισότιμες κοινωνικές σχέσεις, από τη συλλογική δέσμευση και την αμοιβαία λογοδοσία, από την πνευματική αυτονομία και την άμεση δημοκρατία. Από αυτή τη συσσωρευμένη εμπειρία, τα αγωνιζόμενα τμήματα του προλεταριάτου μπορούν να επωφεληθούν προκειμένου να οργανώσουν τις δικές τους αυτοδύναμες δομές σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας, από το αυτοδιαχειριζόμενο εργοστάσιο της ΒΙΟΜΕ στη Θες/νικη, μέχρι τις συνελεύσεις των κοινοτήτων στα καντόνια της Ροζάβα.

Μολαταύτα, το αναρχικό κίνημα δεν μπορεί να είναι και να παραμένει εσωστρεφές και αυτοαναφορικό. Αν οι αναρχικοί δεν απέρριπταν για λόγους αρχής την συγκεντρωτική διακυβέρνηση, τότε δεν θα είχαν παρά να καταλάβουν την κρατική εξουσία και να αναμορφώσουν δια της βίας την κοινωνική ολότητα κατ’ εικόνα κι ομοίωση των ιδεολογικών τους φαντασιώσεων. Ούτε θα ήταν απαραίτητη η δημιουργική αλληλεπίδραση του προτάγματος τους με τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα, μιας και θα μπορούσαν να επιβάλλουν μονομερώς το δικό τους έτοιμο από-τα-πριν θεωρητικό μοντέλο για τον ενδεδειγμένο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Ευτυχώς, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το αναρχικό κίνημα είναι αναγκασμένο από τη φύση του ακραία δημοκρατικού προτάγματος που εκπροσωπεί, να επιζητά την εκπλήρωση και πραγμάτωση των ιδανικών του, αλλά και την ίδια την επικύρωση των κατηγοριών σύμφωνα με τις οποίες αναλύει και στοχάζεται γύρω από την κοινωνική πραγματικότητα, πάντοτε έξω και πέρα από τα δικά του αναγνωρισμένα όρια. Από αυτή την άποψη, ο Τζ. Χόλλογουαιη δεν είχε δίκιο όταν έγραφε ότι, σε αντίθεση με την ετερονομία, η αυτονομία δεν διακατέχεται από μια έμφυτη τάση για εξάπλωση και καθολίκευση των θεσμών της.[iii] Στον βαθμό που οι γενικές παράμετροι της κοινωνικής μας υπόστασης καθορίζονται από το εξουσιαστικό θεσμικό πλαίσιο της ετερονομίας, οι αυτόνομες δομές δεν μπορούν παρά να ενυπάρχουν σε μια σχέση διαρκούς ρήξης κι έντασης με τις θεσμοποιημένες ιεραρχίες του συστήματος. Προς αποφυγή της οποιαδήποτε παρανόησης, θα πρέπει εδώ να γίνει μια αναγκαία διάκριση ανάμεσα στην αναπόφευκτη χωροχρονική συνύπαρξη των αυτόνομων κοινοτήτων με τις μορφές θεσμοποιημένης κυριαρχίας από την μία (η επανάσταση δεν θα είναι παντού νικηφόρα την ίδια στιγμή), και στη διαρκή ειρήνη με την εξουσία σαν βασική στρατηγική γραμμή του κινήματος, από την άλλη. Επειδή η επιβολή της αντισυστημικής αλλαγής είναι μια μακροχρόνια και πολύπλευρη διαδικασία, που δεν εξελίσσεται γραμμικά και συνεπάγεται την εμπλοκή ενός ολοένα και μεγαλύτερου τμήματος της κοινωνικής ολότητας στην κοινωνική πάλη για αντισυστημική αλλαγή και την διαπαιδαγώγηση του προλεταριάτου στην καθημερινή πρακτική και το πνεύμα της αυτοδιεύθυνσης, η παρατεταμένη συνύπαρξη με την εξουσία είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αποκλειστεί και απορρέει από τις ίδιες τις στρατηγικές αναγκαιότητες και τη βαθμιαία εξέλιξη της επαναστατικής διαδικασίας.

Παρ’ όλα αυτά, η χωροχρονική συνύπαρξη δεν συνεπάγεται την αλληλοεπικάλυψη, ή την οργανική συγχώνευση στο επίπεδο του προτάγματος. Η CNT, που ιδρύθηκε το 1910, υπήρχε πλάι, πλάι με το ισπανικό κράτος για εικοσιέξι χρόνια και λειτούργησε μέσα στο πλαίσιο των νομικών σχέσεων που αυτό είχε εγκαθιδρύσει, χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί ούτε για μια μέρα την βαθύτερη προσήλωση του συνδικάτου στον στόχο της κοινωνικής επανάστασης. Από την άλλη, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τους Ζαπατίστας-EZLN, που αίφνης διακήρυξαν ότι στηρίζουν την απόφαση του Κογκρέσου των αυτοχθόνων να συμμετάσχει στις επικείμενες προεδρικές εκλογές του Μεξικού με μια γυναίκα υποψήφιο.[iv] Ή για τις αυτόνομες κοινότητες του συριακού Κουρδιστάν, οι οποίες φαίνεται ότι είναι διατεθειμένες να αποδεχτούν μια ομοσπονδιακή δομή πρόσδεσης τους στο αυταρχικό καθεστώς του αλ-Άσαντ, με αντάλλαγμα την παραχώρηση περιορισμένης αυτοδιάθεσης στις περιοχές που βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των YPG. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να κάνουμε σαφές ότι δεν έχουμε καμία πρόθεση να επιδοθούμε σε μια βολική κριτική, επικαλούμενοι τις αφηρημένες αρχές της δογματικής καθαρότητας, ή ενός ανέξοδου ψευτοεπαναστατικού μαξιμαλισμού. Αναγνωρίζουμε ότι τόσο η ζαπατιστική αυτονομία, όσο και ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός των Κούρδων είναι προτάγματα σε εξέλιξη, δυναμικές διαδικασίες που αναπτύσσονται και δεν έχουν παράξει ακόμη κάποιο είδος τελικής συγκρότησης. Ωστόσο, στον βαθμό που οι δύο αυτές εμπειρίες προπαγανδίζονται από κάποιους καθ’ ημάς αναρχικούς κύκλους σαν μοντέλα για μια δράση που θα επικεντρώνεται γύρω από την έννοια των «απελευθερωμένων ζωνών», καλό θα είναι να αντλήσουμε και πρακτικά διδάγματα από αυτές τις εμπειρίες και το κατά πόσο αυτές μπορούν να αναπαραχθούν μέσα στις τοπικές αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες.[v]

Για παράδειγμα, κόντρα στην επικρατούσα άποψη, η επαναστατική διαδικασία στη Ροζάβα δεν είχε σαν αφετηρία μια παλλαϊκή εξέγερση, κατά την οποία ο λαός πήρε τα όπλα και ανάτρεψε τις κρατικές αρχές, αλλά αντίθετα την οικειοθελή αποχώρηση του κράτους από τις κουρδικές περιοχές. Όταν η ένοπλη εξέγερση των ισλαμιστών ξέσπασε στην νότια Συρία, το καθεστώς πήρε στρατηγική απόφαση να αποσύρει τις δυνάμεις του από το συριακό Κουρδιστάν και να τις μεταφέρει στα μέτωπα όπου πολεμούσε τους χασάπηδες σαλαφιστές. Ως εκ τούτου, μπορεί τα όπλα των YPG να είναι αυτά που προστατεύουν σήμερα τις σημαντικές κατακτήσεις της ριζοσπαστικής αλλαγής που έχει συντελεστεί σε μαζική κοινωνική κλίμακα στα κουρδικά καντόνια, όμως σίγουρα δεν ήταν η δύναμη των όπλων που υποχρέωσε την κρατική εξουσία να εγκαταλείψει αρχικά την περιοχή. Πρώτα δημιουργήθηκε το κενό της εξουσίας εξαιτίας παραμέτρων που εκτείνονταν πέρα από τα όρια του Κουρδιστάν, κι έπειτα έσπευσαν να το καλύψουν οι YPG με τις συνομοσπονδιακές διοικητικές δομές τους. Επίσης, είναι πλέον κοινά αποδεκτό ότι χωρίς το θάρρος και την ενεργητική πρωτοβουλία που επέδειξαν οι πυρήνες του PKK από το Μπακούρ (βόρειο Κουρδιστάν), οι οποίοι ήδη βρίσκονταν παράνομα στη Ροζάβα κι έσπευσαν να δημιουργήσουν μια κυβέρνηση που λειτουργούσε παράλληλα και ανέλαβε τρόπον τινά να καθοδηγήσει και να ενθαρρύνει τις δημοκρατικές τομές και τις ρήξεις που συνεπάγεται η επαναστατική διαδικασία του κομμουναλισμού (ακόμα και σήμερα, η κυβερνητική-συγκεντρωτική διοικητική δομή συνυπάρχει στην Ροζάβα με την αμεσοδημοκρατική-αποκεντρωτική), η επανάσταση στο συριακό Κουρδιστάν μπορεί να μην είχε λάβει χώρα. Είναι νομίζουμε εμφανές ότι η διαπίστωση αυτή δημιουργεί ερωτήματα αναφορικά με την μεταβατική στρατηγική του αναρχικού κινήματος, τον ρόλο της πρωτοπορίας, κλπ.[vi]

III

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ακόμη και ο πιο ενθουσιώδης υποστηρικτής του πειράματος της αυτονομίας των αυτοχθόνων, θα πρέπει να παραδεχτεί ότι η προσφυγή στις εθνικές εκλογές είναι ενδεικτική των αδιεξόδων που αντιμετωπίζουν οι ζαπατίστας και θα πρέπει να μας προβληματίσει ως προς την βιωσιμότητα της στρατηγικής τους. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής κοσμοθεωρίας τους ήταν η αποστροφή τους προς το Κράτος και η άρνηση τους επί της αρχής να εμπλακούν κατά οποιονδήποτε τρόπο σε έναν αγώνα για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Από την άλλη, η ομοσπονδιακή ένωση με το κράτος της Συρίας, συνεπάγεται πως οι YPG θα υποχρεωθούν να εκχωρήσουν στα ομοσπονδιακά όργανα του συριακού κράτους, μέρος της λαϊκής κυριαρχίας που με τόσο κόπο οικοδόμησαν στις απελευθερωμένες κουρδικές επαρχίες. Απομένει να δούμε αν η έκταση και το βάθος αυτών των παραχωρήσεων θα είναι τέτοιο, που θα ακυρώσει στην πράξη την πολιτική και οικονομική αυτονομία των καντονιών και θα μεταμορφώσει τον συνομοσπονδισμό σε μια τυπική δομή. Ένα άδειο πολιτειακό κέλυφος, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Όπως και να έχει, το αναρχικό κίνημα είναι πάντοτε υποχρεωμένο να κοιτάζει προς τα έξω, προς το απελευθερωτικό υποκείμενο που θα συμπράξει μαζί του για να δώσει πνοή στο ιδανικό της κοινωνικής απελευθέρωσης. Διότι η δική μας επανάσταση ή θα είναι πλειοψηφική, ή δεν θα είναι καθόλου. Πράγματι, η έννοια του αναρχικού αντισυστημικού προγράμματος δεν έχει κάποιο νόημα πέρα από την αποτύπωση των αναγκαίων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δομών, θεσμών και διαδικασιών που θα επιτρέψουν στα εξαρτημένα στρώματα να κατακτήσουν την ταξική αυτοδυναμία τους, να αποτινάξουν τη θεσμοποιημένη υποτέλεια τους και να διαμορφώνουν εφεξής τα ίδια τους γενικούς όρους της ύπαρξης τους, καθώς και το μοντέλο κοινωνικής συμβίωσης που επιθυμούν. Δεν απευθυνόμαστε σε μια άβουλη και παθητική μάζα υπηκόων, αλλά στην ενεργή πλειοψηφία που θα αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες που της αναλογούν. Που θα σταματήσει να συμπεριφέρεται, όπως έγραψε κάποτε ο Φλόρες-Μαγόν, σαν «αξιοθρήνητο πλήθος καρτερικών σκλάβων» και θα μεταμορφωθεί σε «ορδή από εξεγερμένους που ρίχνεται να κατακτήσει τη γη».[vii]

[i] Μ. Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία (Νησίδες), σ. 53-62.

[ii] Γ. Λαντάουερ, Το Μήνυμα του “Τιτανικού” (Εκδόσεις Τροπή), σ. 18-43.

[iii] J. Holloway, Change the Word Without Taking Power, https://libcom.org/files/John%20Holloway-%20Change%20the%20world%20without%20taking%20power.pdf.

[iv] Οι Ζαπατίστας στις εκλογές για πρώτη φορά στην ιστορία, https://www.thepressproject.gr/article/101532/Oi-Zapatistas-stis-ekloges-gia-proti-fora-stin-istoria.

[v] Χαρακτηριστικά θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στη συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα ο έγκλειστος σύντροφος Ν. Μαζιώτης στην συλλογικότητα Α.Σ.Μ.Π.Α. όπου ανέπτυξε μια λογική της απελευθερωμένης μητροπολιτικής ζώνης, η οποία θα περιφρουρείται και με την δύναμη των όπλων (εδώ, https://athens.indymedia.org/post/1564848/ ). Ή ακόμη και στον γενικότερο πολιτικό προσανατολισμό της εν λόγω συλλογικότητας που φαίνεται να στρέφεται προς αυτή την κατεύθυνση, επιστρατεύοντας την έννοια της «κοινωνικής εδαφικοποίησης». Χωρίς βέβαια να ισχυρίζομαι ότι έχω ποτέ συμμετάσχει στις εσωτερικές διαδικασίες της συλλογικότητας για να έχω γνώση από πρώτο χέρι αναφορικά με το πολιτικο-ιδεολογικό πλαίσιο της συγκεκριμένης ομάδας.

[vi] Το ιστορικό γεγονός αυτό, αναφέρεται σε επιστολή-απολογισμό που απέστειλε αναρχικός/η σύντροφος/συντρόφισσα που τα τελευταία χρόνια ζει μόνιμα στη Ροζάβα και μάχεται στο πλευρό των κουρδικών δυνάμεων. Το γράμμα δημοσιεύεται εδώ, https://amargipl.wordpress.com/2015/06/27/rojava-reality/. Βλέπε επίσης, το άρθρο της D. Dirik, Building Democracy without the State, https://roarmag.org/magazine/building-democracy-without-a-state/.

[vii] P. Newell & D. Pool, Ο Ζαπάτα, ο Μαγκόν και η Μεξικανική Επανάσταση (Ελεύθερος Τύπος).

Αυτονομία, μια δομική αντίφαση της ετερονομίας

paris-may-1968

«Σύννεφα συμφοράς τον τόπο εκείνο τριγυρίζουν

όπου ο πλούτος συναθροίζεται και οι άνθρωποι σαπίζουν».

Oliver Goldsmith, «Το ερημωμένο χωριό»

Το κείμενο που ακολουθεί διαβάστηκε στις 03-12 στον χώρο της κατάληψης Ευαγγελισμού στο Ηράκλειο, σαν εισαγωγή στην συζήτηση που διοργανώθηκε στο πλαίσιο του τριήμερου φεστιβάλ ελευθεριακού βιβλίου με θέμα «Το πολιτικό ρεύμα του κοινωνικού αναρχισμού και η επικαιρότητα του σήμερα». Θα ήθελα με αυτή την ευκαιρία να ευχαριστήσω τους συντρόφους της αναρχικής συλλογικότητας «Οκτάνα», για τη ζεστή υποδοχή και την φιλοξενία τους.

Σύντροφοι / συντρόφισσες,

Θα ήθελα να ξεκινήσω αυτή την σύντομη εισήγηση με τα λόγια που έγραψε ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν σχεδόν πριν από 1,5 αιώνα, αλλά που θα μπορούσε κάλλιστα να τα είχε γράψει ένας αναρχικός στοχαστής σε αυτή την σκοτεινή, για το πρόταγμα της αυτονομίας, περίοδο που διανύουμε. Έγραφε λοιπόν ο Προυντόν: «Ο πολιτισμός σήμερα έχει πιαστεί σε μια κρίση, της οποίας μόνο ένα ανάλογο υπάρχει στην ιστορία: η κρίση την οποία έφερε η έλευση του χριστιανισμού. Όλες οι παραδόσεις έχουν ξεφτίσει, όλα τα πιστεύω έχουν καταργηθεί. Αλλά το καινούριο πρόγραμμα δεν είναι ακόμα έτοιμο, δηλαδή δεν έχει ακόμα μπει στη συνείδηση των μαζών. Για τούτο και η διάλυση, όπως την ονομάζω. Είναι η βιαιότερη στιγμή στην ζωή των κοινωνιών… Δεν έχω ψευδαισθήσεις και δεν περιμένω να ξυπνήσω ένα πρωί και να δω την θαυματουργική, θαρρείς, ανάσταση της ελευθερίας στη χώρα μας… Όχι, όχι, παρακμή, και παρακμή, για μια περίοδο που το τέλος της δεν μπορώ να προβλέψω και που θα διαρκέσει τουλάχιστον μία, δύο γενιές – αυτή είναι η τύχη μας…» [Μ. Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία (Νησίδες) σελ. 49]. Με μια πρώτη ανάγνωση, είναι μάλλον αποθαρρυντικό να σκεφτεί κανείς ότι οι ίδιες απαισιόδοξες και μοιρολατρικές σκέψεις που διατύπωσε ο μεγάλος αυτός στοχαστής κοντά 150 χρόνια πριν, εξακολουθούν να βρίσκουν και σήμερα την αντανάκλαση τους στις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες και να εκφράζουν την απελπισία που διακατέχει το ταξικά συνειδητοποιημένο κομμάτι του ανταγωνιστικού κινήματος μπροστά στα αδιέξοδα με τα οποία βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπο. Δεν είναι δύσκολο για τον νου να υποκύψει σε ευλογοφανείς συνειρμούς και να αναρωτηθεί, αφού τίποτε δεν φαίνεται να έχει αλλάξει μέσα στα τελευταία 150 χρόνια, αφού η μοίρα του κοινωνικού αγωνιστή φαίνεται να του επιφυλάσσει μόνο πίκρα και απογοητεύσεις, μήπως αυτό σημαίνει ότι κυνηγάμε χίμαιρες κι ότι τίποτα τελικά δεν μπορεί να αλλάξει; Μήπως, με άλλα λόγια, έχουμε αφιερώσει τη ζωή μας και την σκέψη μας σε έναν στόχο που είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί και που είναι προορισμένος πάντοτε να υποτάσσεται και να υποχωρεί μπροστά στη θηριωδία των θεσμισμένων ετερόνομων εξουσιών;

            Ωστόσο, μόλις πάει να μας κυριέψει η απελπισία, αμέσως συνειδητοποιούμε ότι, παρά τις ήττες και τις απογοητεύσεις, το γεγονός παραμένει πως ενάμιση αιώνα μετά, είμαστε ακόμα εδώ. Συμμέτοχοι, ατελείς μύστες κι ενθουσιώδεις φορείς μιας ριζοσπαστικής εναλλακτικής πολιτικής παράδοσης, της οποίας ο Προυντόν συγκαταλέγεται ανάμεσα στους προπομπούς και τους πρώιμους ιδρυτές. Η παρατεταμένη αυτή ζωτικότητα του προτάγματος της αυτονομίας σίγουρα δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στον ηρωισμό και την αυτοθυσία που επέδειξαν ιστορικά οι αναρχικοί αγωνιστές. Άλλωστε, η καλώς εννοούμενη ουτοπία της αναρχικής κοινωνίας δεν επιβιώνει πουθενά στις μέρες μας. Με την μορφή της γενικευμένης εξέγερσης που δοκίμασε να αναμορφώσει εκ βάθρων την ιεραρχική εξουσιαστική κοινωνία, η αναρχική επανάσταση γνώρισε την ήττα στο Μεξικό το 1910, στην Ισπανία το 1936, στην Ουγγαρία το 1956 και στην Γαλλία το 1968. Αλλά και με την μορφή των απομονωμένων ουτοπικών κοινοτήτων που κάποιοι οραματιστές επιχείρησαν να δημιουργήσουν στις αρχές του αιώνα ανά την Ευρώπη, οι αυτεξούσιες εναλλακτικές κοινότητες εξαφανίστηκαν στον βαθμό που σταδιακά εξέλειπε η πίστη στη δυνατότητα ενός ριζικού μετασχηματισμού της κοινωνίας σαν αποτέλεσμα της συνειδητής έλλογης δράσης των κοινωνικών υποκειμένων. Με αυτόν τον τρόπο, η αναρχία υπάρχει, όπως θα έλεγε και ο Τζων Χόλλογουαιη, μόνο σαν μια κατάσταση σε θεσμοποιημένη άρνηση, ή σαν μια προβολή της ανθρώπινης επιθυμίας στο μέλλον [J. Holloway, Change the World Without Taking Power, σ. 55-60]. Όχι δεν παίζουμε με τις λέξεις, ούτε προσπαθώ να μετατρέψω την ανάγκη μας σε φιλοτιμία. Αντίθετα, εκείνο που προσπαθώ να δείξω είναι πως η ίδια η άνιση κατανομή της δύναμης στην ετερόνομη κοινωνία, είναι εκείνη που συντηρεί και διαιωνίζει το συλλογικό αίτημα για την οριστική κατάργηση των σχέσεων κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και συνηγορεί υπέρ της δημιουργίας ενός ριζικά διαφορετικού θεσμικού πλαισίου για την κοινωνική συμβίωση. Αυτή είναι και η τραγική μοίρα του κάθε ιεραρχικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, που, ακόμη και στην ιστορική στιγμή της μέγιστης παντοδυναμίας του, παραμένει ευάλωτο και ανίκανο να «ειρηνεύσει» εξολοκλήρου την κοινωνία, επιβάλλοντας μια για πάντα τον σεβασμό της νομιμότητας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Αυτό συμβαίνει επειδή, από την μία, το σύστημα βασίζει την ιδεολογική νομιμοποίηση του στην απόκρυψη της πραγματικότητας των ταξικών διαχωρισμών, στην ιδεολογική συγκάλυψη δηλαδή του γεγονότος ότι η κοινωνική ολότητα είναι αμετάκλητα διαιρεμένη σε ιεραρχικά διαβαθμισμένες κοινωνικές ομάδες που η μία καταπιέζει την άλλη, κι ενώ αποβλέπει στον μέγιστο βαθμό εξατομίκευσης της κοινωνικής συνείδησης σαν το φυσικό επιστέγασμα αυτής της στρατηγικής αναπαραγωγής του συστήματος. Από την άλλη όμως, η ίδια η πραγματικότητα της ταξικής διαστρωμάτωσης και καταπίεσης, επειδή τείνει να καθιερώσει σχέσεις κυριαρχίας, όχι ανάμεσα στα άτομα αυτά καθαυτά, αλλά ανάμεσα στις ομάδες που ανήκουν τα επιμέρους άτομα σαν κοινωνικές υπο-ολότητες, λειτουργεί σαν μια διαρκής υπενθύμιση ότι οι καταπιεσμένοι βρίσκονται σε υποτελή θέση όχι λόγω των ατομικών επιλογών τους, αλλά επειδή έτυχε να γεννηθούν προλετάριοι και όχι μπουρζουάδες. Όχι λόγω της πορείας τους, αλλά εξαιτίας της αφετηρίας τους. Εξαιτίας δηλαδή της κοινωνικής θέσης που έτυχε να κατέχουν τη στιγμή της γέννησης τους κι όχι επειδή υπολείπονται σε ατομικά χαρίσματα ή σε αρετές του χαρακτήρα. Είναι αυτή η δομική αντινομία μιας κοινωνίας που μόνο κατ’ όνομα αποθεώνει το άτομο, αλλά στην πράξη καταστέλλει την ατομικότητα και λειτουργεί στην βάση αυθαίρετων ομαδοποιήσεων και ιεραρχήσεων, που δεν επιτρέπει στην εκάστοτε θεσμισμένη εξουσία να απαλλαγεί μία και καλή από την ενοχλητική παρουσία των αντιφρονούντων που κάθε τόσο επιχειρούν να αναζωπυρώσουν με τον λόγο και τις θεωρίες τους τις φωτιές της κοινωνικής εξέγερσης.

            Είναι άραγε αυτό που εννοούσε ο Μάρτιν Μπούμπερ, όταν μίλαγε για τις απελευθερωτικές «τάσεις» που υποβόσκουν μέσα στο άδειο κέλυφος της καπιταλιστικής κοινωνίας; Σίγουρα, για να μην καταχωρηθούμε κι επίσημα σαν οπαδοί ενός ουτοπικού, με την κακή έννοια, σοσιαλισμού, που δεν αναδύθηκε παρά μόνο σαν το αποκύημα της φαντασίας ενός αιωνίως δυσαρεστημένου διανοουμένου, ή ενός αφελούς και ρομαντικού οραματιστή, θα πρέπει να καταδείξουμε ότι το σημείο από το οποίο εκκινεί η ανάλυση μας είναι ο σύγχρονος άνθρωπος και η κοινωνική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, οι ανάγκες και οι επιθυμίες του, όπως αυτές διαμορφώνονται στις μέρες μας. Και θα πρέπει να αποδείξουμε ότι αυτό που προτείνουμε μέσα από τις θεωρίες μας, με κάποιον τρόπο ήδη υπάρχει ακόμη και στην αλλοτριωμένη καπιταλιστική κοινωνία του σήμερα. Φυσικά, εδώ δεν αναφέρομαι στην μαρξιστική νομοτέλεια, που προετοιμάζει καταστάσεις ερήμην της βούλησης των ανθρώπων και, με την έννοια των αντικειμενικών συνθηκών, δεν περιγράφει απλώς ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται η δράση των κοινωνικών aυποκειμένων, αλλά ένα απροσπέλαστο υλικό όριο, έναν πρωτογενή παράγοντα που επιβάλλει την κυριαρχία του και προκαθορίζει σε όλα το περιεχόμενο της ανθρώπινης δραστηριότητας, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα μιας παρέκκλισης ή μιας αμφίδρομης επιρροής. Αναφέρομαι πιο πολύ στις εκτεταμένες αντιστάσεις που παράγονται από τις αντιφάσεις και την συγκέντρωση δύναμης σε μια ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Είναι αυτή η βίαιη συνειδητοποίηση των υλικών συμφερόντων των εξαρτημένων κοινωνικών στρωμάτων και η διάθεση που επιδεικνύουν οι προλετάριοι για έμπρακτη εναντίωση στις θεσμοποιημένες εξουσίες, που προδίνουν και μια λανθάνουσα τάση για την εξάλειψη της κυριαρχίας που αναπαράγεται από την ανισόμετρη κατανομή όλων των μορφών της δύναμης, μέσω της οικοδόμησης ενός αυτόνομου παραδείγματος κοινωνικής συμβίωσης. Μιας αυτόνομης κοινωνικής ολότητας που θα ενσαρκώνει στις δομές, αλλά και στην καθημερινή πρακτική της αυτοθέσμισης της, όλες εκείνες τις αρχές τις οποίες απαρνιέται και καταπατά η ετερόνομη καπιταλιστική κοινωνία.

            Όπως αναφέρω και σε ένα σημείο του βιβλίου: «…θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η ροπή προς την κοινωνική απελευθέρωση δεν εκδηλώνεται κατ’ ανάγκη με θετικό τρόπο, με την έννοια του συνειδητού προσανατολισμού του κοινωνικού υποκειμένου προς την αναρχία και τον κομμουνισμό, αλλά εκφράζεται περισσότερο με αρνητικούς όρους. Πρωτίστως σαν ρήξη με αυτό που υπάρχει και σαν δυνατότητα για την αυτοθέσμιση της κοινωνίας που διαφαίνεται στην μορφή και το περιεχόμενο των μέσων πάλης που είναι υποχρεωμένο να επιστρατεύσει το προλεταριάτο ως κοινωνική υπο-ολότητα για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του μέσα σε ένα εχθρικό, για τις δικές του δυνάμεις, κοινωνικό περιβάλλον» [Π. Δράκος, Ενάντια στο Κράτος (Ναυτίλος), σελ. 33]. Από αυτή την άποψη, η απελευθερωτική θεωρία συνιστά και η ίδια μέρος της κοινωνικής πάλης, αφού είναι ακριβώς το ερμηνευτικό σχήμα και η κοσμοθεωρία μέσα από την οποία αντιλαμβανόμαστε την κοινωνική πραγματικότητα, τα οποία καλλιεργούν όχι μόνο τη διάθεση και το μαχητικό πνεύμα που είναι αναγκαίο για την όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, ορίζουν και τα διακυβεύματα, δηλαδή το περιεχόμενο του. Έτσι, άποψη μου είναι πως η αναλυτική αξία μιας θεωρίας μπορεί να κριθεί τόσο από την ικανότητα της να προβλέπει και να σκιαγραφεί τις γενικές «αντικειμενικές» τάσεις του υπό εξέταση συστήματος, όσο και από τη δυνατότητα της να επενεργεί πάνω στις υποκειμενικές συνθήκες κινητοποιώντας εκείνα τα τμήματα της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας των οποίων τις επιθυμίες και τα συμφέροντα εκφράζει και υπερασπίζεται. Αν αυτά τα συμφέροντα εξυπηρετούνται καλύτερα και πιο αποτελεσματικά μέσα από την υιοθέτηση μιας γραμμής σύγκρουσης με τις ελίτ, ή αν είναι προτιμότερη μια στρατηγική «εγκάρδιας συνεννόησης» ανάμεσα στην υποτάξη και στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, δεν συνιστά απλώς ζήτημα διαφορετικής τακτικής, που αποβλέπει ωστόσο στην εκπλήρωση του ίδιου απώτερου σκοπού. Ούτε είναι απλώς σύμπτωμα μιας ενιαίας συλλογικής επιθυμίας, που όμως βιώνεται κάθε φορά με έναν διαφορετικό βαθμό έντασης από τους κάτω.

            Αντίθετα, η επιλογή του μέσου βρίσκεται κάθε φορά σε άμεση συνάρτηση με τον καθορισμό του σκοπού κι επενεργεί στην διαμόρφωση του εύρους και της ποιότητας των επιθυμιών των εξαρτημένων κοινωνικών στρωμάτων. Για να το πούμε διαφορετικά, είναι ο βαθμός της δύναμης που επιδιώκουν οι προλετάριοι να συγκεντρώσουν στα χέρια τους, που θα καθορίσει με τη σειρά του τον βαθμό κατά τον οποίο θα μπορέσουν να αυτονομηθούν από τα προνομιούχα στρώματα και τις ελίτ που τους διαφεντεύουν. Η περίπτωση της ανέλπιστης επιτυχίας που γνώρισε ο Μπέρνυ Σάντερς, ένας σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος στην καρδιά του καπιταλιστικού κτήνους, και μέσα σε μια ιστορική συγκυρία όπου το σύστημα της οικονομίας της αγοράς φαίνεται ότι βρίσκεται στο απόγειο της δύναμης του στις Ηνωμένες Πολιτείες, δείχνει ότι το ζητούμενο για τα λαϊκά στρώματα είναι διαχρονικό και δεν έχει αλλάξει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Η ελεύθερη και διαρκής πρόσβαση του κάθε ανθρώπου στην μόρφωση, στην ιατρική περίθαλψη, στη στέγαση και σ’ ένα καλό επίπεδο ζωής, είναι πρωτογενείς φυσικές ανάγκες που αποτελούν το αναγκαίο υπόβαθρο για την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός από εμάς, την οποία οι αναρχικοί ευαγγελίζονται κι επιδιώκουν από την εποχή του Μπακούνιν. Αποκλείοντας όμως την μέθοδο της άμεσης δράσης, που ουσιαστικά απορρέει από την τάση της προλεταριακής υποτάξης να αυτό-οργανώνεται και να επαφίεται αποκλειστικά στα δικά της μέσα και για δικό της λογαριασμό – η λεγόμενη αυτοτέλεια μέσων και σκοπών – ο ρεφορμισμός και η προσφυγή στη συνήθεια της εξουσίας βάζουν ταβάνι στις επιθυμίες μας και περιορίζουν τόσο το εύρος, όσο και την ένταση τους.          

            Και η περίπτωση της ανόδου του Τραμπ στην εξουσία, δείχνει επίσης πως αν οι ανησυχίες και οι προβληματισμοί των προλετάριων δεν βρουν δημιουργική διέξοδο σε ένα εναλλακτικό φαντασιακό που να έλκει τις βασικές αρχές και τον αξιακό του κώδικα από την ουμανιστική παράδοση της αυτονομίας, τότε δεν είναι διόλου απίθανο ότι θα εξακολουθήσουν να στρέφονται προς αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που θα τους υπόσχονται μέτρα για την προστασία ή την ισχυροποίηση της θέσης τους, απέναντι σε εκείνες τις ομάδες που το σύστημα της οικονομίας της αγοράς τις καταδικάζει να ενυπάρχουν σε έναν διαρκή και αδιάληπτο αγώνα ζωής ή θανάτου αναμεταξύ τους. Από αυτή την άποψη, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ο μεταμοντέρνος φασισμός του Τραμπ έχει ρίζες στα εργαζόμενα στρώματα, τόσο όσο και ο «δημοκρατικός σοσιαλισμός» που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε ο Σάντερς. Η διαφορά είναι ότι ο Τραμπ απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη μερίδα των εργαζόμενων τάξεων, την οποία διατείνεται ότι θα προστατέψει από την επέλαση ανταγωνιστικών ομάδων που συνυπάρχουν με τους λευκούς προλετάριους στον πάτο της ταξικής ιεραρχίας κι από κοινωνικές μεταβολές που απειλούν να τους καταβαραθρώσουν ακόμα περισσότερο στην κοινωνική διαστρωμάτωση. Δεν είναι μόνο ότι ο Τραμπ καλλιεργεί την «μισαλλοδοξία», όπως γενικά και αόριστα του καταλογίζουν οι αριστεροί και οι φιλελεύθεροι επικριτές του, ωσάν οι δομικοί ανταγωνισμοί που παράγονται μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς να μην είναι πραγματικοί. Είναι ακόμη ότι η ιεραρχική κοινωνία της θεσμισμένης ετερονομίας διασφαλίζει την ομαλή αναπαραγωγή της ακριβώς μέσα από την εντατικοποίηση και την εμβάθυνση των υφιστάμενων κοινωνικών διαιρέσεων και τον περαιτέρω τεμαχισμό των βασικών αντιμαχόμενων κοινωνικών μονάδων σε εχθρικά κι ανταγωνιστικά μεταξύ τους υποσύνολα. Θα έλεγε κανείς πως σωστά ο Τόμας Χομπς θεωρείται ο πατέρας του σύγχρονου φιλελευθερισμού, μιας και ο πόλεμος όλων εναντίον όλων φαίνεται ότι είναι το φυσικό επακόλουθο της επέκτασης των ετερόνομων θεσμών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» σε οικουμενική κλίμακα.

              Απομένει να δούμε αν οι ακροδεξιοί εννοούν αυτά που λένε κι αν κάποια από τα οπισθοδρομικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα τους, θα επιφέρουν εντάσεις και ρήξεις στο εσωτερικό των ελίτ, τις οποίες ένα συμπαγές και καλά οργανωμένο ελευθεριακό κίνημα θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει με τη δράση του και να τις εκμεταλλευτεί. Από την άλλη, Αριστερά και Δεξιά είναι έννοιες που σε ένα παγκοσμιοποιημένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον χάνουν όλο και περισσότερο τη σημασία τους και απονοηματοδοτούνται, εφόσον παύουν να εκφράζουν δύο διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Η πραγματική αντιπολίτευση στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας που διανύουμε εγκαταλείπει σιγά, σιγά τα ανακτοβούλια της εξουσίας και εγκαθίσταται όλο και πιο μόνιμα στους δρόμους και τις πλατείες των καπιταλιστικών μητροπόλεων. Το Κράτος βρίσκεται πια σε ευθεία αντιπαράθεση με την κοινωνία και είναι μέσα στο πλαίσιο αυτής της ιστορικής συγκυρίας που το αναρχικό κίνημα αναδεικνύεται εκ νέου σε βασικό υπερασπιστή και σε πολιτικό φορέα αντίστασης και αντεπίθεσης των πάσης φύσεως καταπιεσμένων. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε πως η αναρχική κοινωνία για να λειτουργήσει δεν έχει ανάγκη από ανθρώπους που είναι έμφυτα καλοί. Χρειάζεται μόνο ανθρώπους που δεν είναι από τη φύση τους κακοί.