Κάποτε στην Ανατολία

2013-08-27-CharmeurdeSerpentMoroccanAbdelAzizHaounatiCourtesytheArtist

Ο σκοπός του πολέμου, το ‘τέλος’ του, με τη διπλή σημασία του όρου, είναι η νίκη ή η ειρήνη. Αλλά στην ερώτηση, και ποιος είναι ο σκοπός της ειρήνης; δεν υπάρχει απάντηση”.

Χάνα Άρεντ, Περί Βίας

Η Χάνα Άρεντ είχε γράψει κάποτε ότι η υποδούλωση των ανθρώπων στην τυραννική κυριαρχία των βιολογικών τους αναγκών είναι μια κατάσταση μέσα στην οποία η διαφορά της γνώμης τείνει να εξαφανιστεί και η πολλαπλότητα υποχωρεί για να δώσει τη θέση της σε μια γενικευμένη ομοιομορφία.i Δεν είναι όμως η φτώχεια η μοναδική συνθήκη που δημιουργεί τους όρους για την μαζικοποίηση των κοινωνικών υποκειμένων. Ο πόλεμος είναι εξίσου μια συγκυρία μέσα στην οποία η μοναδικότητα του ατόμου εξαφανίζεται και η ιδιαιτερότητα της υποκειμενικής αντίληψης υποβιβάζεται σε δευτερεύων, και σίγουρα ανεπιθύμητο, ατομικό χαρακτηριστικό. Κι αν το καθεστώς της ανάγκης με όρους έλλειψης είναι το υλικό υπόβαθρο που προκαλεί την αυθόρμητη σύγκλιση των υποκειμενικών απόψεων, μιας και η πληρότητα της ικανοποίησης της ανάγκης τίθεται σαν προϋπόθεση ώστε να ανθίσει έπειτα η πολυμορφία των αντιλήψεων που αντιστοιχεί στην εγγενή πολλαπλότητα του γένους των ανθρώπων, ο πόλεμος δεν είναι ένα μέσο υπέρβασης των όρων της μαζικοποίησης, αλλά η αναγκαία συνθήκη για την αναπαραγωγή τους. Είναι η κατάσταση εξαίρεσης μέσα από την οποία παγιώνεται και υπερισχύει η χειρότερη μορφή ετερονομίας. Για να το πούμε διαφορετικά, μια πολιτική που διαμορφώνεται με γνώμονα την καταπολέμηση της φτώχειας και την υπερκάλυψη των βασικών αναγκών δημιουργεί εξορισμού τις προϋποθέσεις για την υπέρβαση της διαμέσου της απαγκίστρωσης της κοινότητας από το υλικό υπόβαθρο της σπάνης που την κρατάει καθηλωμένη. Αντίθετα, μια πολιτική που αποβλέπει στην εδαφική επέκταση και στον πόλεμο συντελεί στην επικράτηση της εθνικιστικής υστερίας και του μιλιταρισμού που κρατούν την κοινότητα επί ποδός πολέμου, με ότι αυτό συνεπάγεται για την έκλειψη του δικαιώματος στην πολιτική διαφωνία. Έτσι, εκείνο που συνεπάγεται στην πράξη η κήρυξη πολέμου είναι η θεσμοποιημένη άρνηση στον καθένα από εμάς να έχουμε λόγο στη διαδικασία που καθορίζει ποιος είναι φίλος μας, ποιος είναι εχθρός και που μας υποχρεώνει να κάνουμε κάτι γι’ αυτό.

Είναι βέβαια γεγονός ότι ο πόλεμος έχει τη δική του δυναμική. Εφόσον η σύγκρουση ξεσπάσει κανένας από την απέναντι πλευρά δεν θα σε ρωτήσει για τα πολιτικά φρονήματα σου, ούτε θα αναρωτηθεί αν ήσουν διεθνιστής εκ πεποιθήσεως προτού οι ελίτ σε ντύσουν στο χακί και σε ξαποστείλουν στο μέτωπο με το όπλο στο χέρι. Εξού και θεωρώ ότι είναι εξόχως σημαντικό το απανταχού οργανωμένο ελευθεριακό κίνημα να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια με όσες δυνάμεις διαθέτει προκειμένου τα πράγματα να μην φτάνουν ποτέ μεχρι το σήμειο της γενικευμένης στρατιωτικής σύγκρουσης. Δεν μιλάμε εδώ για τη λογική του ντεφετισμού που σε έναν βαθμό προϋποθέτει την πολεμική σύρραξη την οποία υποτίθεται ότι αντιστρατεύεται. Ούτε για τις ανυπόστατες φαντασιώσεις της “πατριωτικής” Αριστεράς περί ενός “παλλαϊκού πολέμου” ενάντια στις επελαύνουσες ορδές της “φασιστικής” Τουρκίας. Η εμμονή αυτή της Αριστεράς δεν είναι τόσο προϊόν της ιδεολογικής ηγεμονίας που ασκεί επάνω της το εθνικιστικό φαντασιακό, αλλά αποτέλεσμα της ιδεολογικής συνέχειας που διακατέχει την κρατικιστική ετερονομία σε όλες τις εκφάνσεις της. Κοντολογίς, αντισυστημικά ή μη, τα κόμματα και οι οργανώσεις της Αριστεράς έχουν ως πολιτικό ορίζοντα τους να διαδεχτούν κάποτε στην εξουσία την μπουρζουαζία και τις ελίτ του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Δεν επιθυμούν να καταστρέψουν το Κράτος τους. Θέλουν να το κληρονομήσουν, μαζί με το άψυχο κι έμψυχο δυναμικό που αυτό περικλείει μέσα στα επίσημα αναγνωρισμένα σύνορα του, και μέσα εκεί να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιο τους για την κατασκευή της επαναστατικής τους ουτοπίας.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι κατηγορίες που εξαπολύει η Αριστερά ενάντια στον “εκφασισμό” της Τουρκίας είναι κενές από περιεχόμενο, ή οτι αποτελούν μια ιδεολογική αναπαράσταση της κοινωνικής πραγματικότητας που επικρατεί στο γειτονικό κράτος; Δεν θα αναπτύξουμε εδώ το ζήτημα αν το τουρκικό κράτος ανταποκρίνεται στα τυπικά κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μπορούμε να ορίσουμε ένα κράτος σαν “φασιστικό”. Εκείνο που ενδιαφέρει στην περίπτωση μας είναι ο βαθμός στον οποίο το ισλαμικό καθεστώς του AKP έχει κατορθώσει να επεκτείνει την πολιτική ηγεμονία του στο εσωτερικό του τουρκικού καπιταλιστικού σχηματισμού, αλλάζοντας σταδιακά το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα σε βάρος των αντιπάλων του, καθώς επίσης και το κατά πόσο ο στρατηγικός προσανατολισμός της ισλαμιστικής Τουρκίας εμπεριέχει το στοιχείο του επεκτατισμού ή όχι. Στο πρώτο ερώτημα μπορούμε να αποκριθούμε με σιγουριά ότι οι κυριότερες εκδηλώσεις της Κοινωνικής Πάλης που έθεσαν υπό αμφισβήτηση την επέλαση των ισλαμιστών του Ερντογάν στην εξουσία ήταν η λαϊκή εξέγερση του 2013 και, όταν αυτή ηττήθηκε, η απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος απο το δίκτυο ταμπλίγ του Φετουλάχ Γκιουλέν, το 2015.ii Εφόσον το καθεστώς άντεξε και στις δύο αυτές απόπειρες ανατροπής του, πλέον πέρασε στην αντεπίθεση κι εργάζεται μεθοδικά έχοντας εξαπολύσει εκτεταμένες αστυνομικές διώξεις εναντίον των αντιπάλων του για να εξασφαλίσει τον ολοκληρωτικό έλεγχο του AKP στον στρατό, στο δικαστικό σώμα, στα συστημικά ΜΜΕ, αλλά και στο σύνολο του κρατικού μηχανισμού.

Ωστόσο, θα πρέπει εδώ να διευκρινίσουμε ότι ενώ το AKP έχει επιδοθεί σε μια οργανωμένη εκστρατεία εξισλαμισμού των βασικών θεσμών της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας στην Τουρκία, άλλο τόσο έχει απορροφήσει στο φαντασιακό του έννοιες και σημασίες που εκπορεύονται απευθείας από την κεμαλική παράδοση και εγγυώνται ότι θα υπάρξει συνέχεια ανάμεσα στη διαχείριση της κρατικής εξουσίας από τους ισλαμιστές και στον τρόπο που διαχειρίστηκαν την εξουσία οι “κοσμικοί” προκάτοχοι τους. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους Κούρδους. Πολλοί Κούρδοι διέβλεψαν στην άνοδο του AKP μια ιστορική ευκαιρία προκειμένου να αναγνωριστεί επιτέλους η ύπαρξη τους ως διακριτή εθνοτική ομάδα μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της τουρκικής κοινωνικής ολότητας. Ο επαναπροσδιορισμός της τουρκικής εθνικής ταυτότητας γύρω από την κοινη μουσουλμανική θρησκεία, φάνηκε ότι δημιουργεί τις υποκειμενικές συνθήκες για μια πολιτική διευθέτηση του κουρδικού προβλήματος, με συνέπεια την αύξηση της απήχησης του AKP στις περιοχές των Κούρδων σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις από το 2002 και μέχρι την εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο της Συρίας. Όπως όμως είδαμε τελικά, όχι μόνο δεν συντελέστηκε κάποια τέτοια μεταστροφή της κρατικής πολιτικής ως προς την επίσημη μεταχείριση που επιφυλάσσει προς τους καταπιεσμένους κουρδικούς πληθυσμούς, αλλά οι ισλαμιστές κατέληξαν να εξαπολύσουν μια δολοφονική εκστρατεία ευρείας κλίμακας ενάντια στο σύνολο του τουρκικού Κουρδιστάν προκειμένου να συντρίψουν το PKK και να αποτρέψουν κάθε απόπειρα διασύνδεσης των αστικών κέντρων της νοτιανατολικής Τουρκίας με τα εξεγερμένα καντόνια του Αφρίν και της Ροζάβα.

Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ενεργώντας κατ’ αυτό τον τρόπο, η κυβέρνηση του AKP έπραξε το αυτονόητο. Διαφύλαξε απλώς την εδαφική ακεραιότητα του κράτους της Τουρκίας που κινδυνεύει από τις αποσχιστικές τάσεις τις οποίες προωθεί το PKK και τα παρακλάδια του. Καμία ρήξη δεν διαφαίνεται εδώ με την κεμαλική παράδοση. Μόνο η εύλογη ιδεολογική συνέχεια ανάμεσα στους κρατιστές. Παρ’ όλα αυτά, το σύγχρονο τουρκικό κράτος θεμελιώθηκε στο δόγμα της μη-διεξαγωγής επεκτατικών πολέμων και της εδαφικής συρρίκνωσης της πολυεθνικής Οθωμανικής αυτοκρατορίας στα “φυσικά” σύνορα μέσα στα οποία υποτίθεται ότι διαβιούσε το “αυθεντικό” τουρκικό έθνος. Κατά τη σχετική δήλωση του Κεμάλ: “[…] η κυβέρνηση οφείλει να εμμένει σε μια πάγια πολιτική, βασισμένη στα γεγονότα και να έχει έναν και μόνο προσανατολισμό: τη διασφάλιση της ζωής και της ανξαρτησίας του έθνους εντός των φυσικών του συνόρων. Την πολιτική μας δεν πρέπει να επηρεάζουν ούτε το συναίσθημα ούτε οι αυταπάτες. Μακριά από εμάς τα όνειρα και οι σκιές. Μας κόστισαν ακριβά στο παρελθόν”.iii Η νεωτερική εθνικιστική αντίληψη, φορέας της οποίας ήταν το κίνημα των νεότουρκων, απαιτούσε τη δημιουργία μιας εθνολογικά συμπαγούς περιοχής την οποία η νέα τουρκική κυβέρνηση θα μπορούσε να υπερασπιστεί με τα στρατιωτικά μέσα που είχε τότε στη διάθεση της.

Η εισβολή του Ερντογάν στο Αφρίν δείχνει μια σημαντική παρέκκλιση από αυτό το δόγμα, πράγμα που μας φέρνει στο δεύτερο ερώτημα που θέσαμε πιο πάνω. Η τουρκική κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει με κάθε επισημότητα ότι η νέα επαρχία θα ενταχτεί διοικητικά στην περιφέρεια της Αντάκυα, ενώ συνεδρίασε πρόσφατα σε τουρκικό έδαφος νέος κουρδικός φιλοκυβερνητικός πολιτικός φορέας, ένα πολιτικό σχήμα κουίσλινγκ που προορίζεται από το καθεστώς να διοικήσει την περιοχή για λογαριασμό των ισλαμιστών.iv Παράλληλα, οι κουρδικές πολιτοφυλακές προειδοποιούν ότι ήδη από τις πρώτες μέρες της κατάληψης του Αφρίν, τέθηκε σε εφαρμογή οργανωμένη εκστρατεία εθνοκάθαρσης κι εκτουρκισμού της περιοχής από τις κατοχικές δυνάμεις.v Όλα τα παραπάνω είναι ενδείξεις πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια de facto εδαφική προσάρτηση του Αφρίν και συνακόλουθα, στην επέκταση των συνόρων της Τουρκίας προς τα ανατολικά, πράγμα που επί της ουσίας συνεπάγεται την δραστική αναθεώρηση στην πράξη του κεμαλικού δόγματος περί εθνικής κυριαρχίας. Κι αν η ισλαμιστική ελίτ “υποχρεώθηκε” τρόπον τινά να επέμβει στρατιωτικά έτσι ώστε να μην επιτρέψει τη δημιουργία ενός κουρδικού κρατίδιου στα σύνορα με τη Συρία, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι το ίδιο το AKP που έθεσε τις βάσεις για μια δυνητική ανεξαρτησία των Κούρδων της Συρίας, υπονομεύοντας με κάθε τρόπο την εξουσία των μπααθιστών του Άσαντ και υποδαυλίζοντας τη σαλαφιστική εξέγερση των σουνιτών που έφερε τόσο τη Συρία, όσο και το Ιράκ στα πρόθυρα της διάλυσης. Άλλωστε, η Τουρκία ήταν η χώρα που πλήρωνε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων του Χαλιφάτου, αγοράζοντας στην μαύρη αγορά το πετρέλαιο που αντλούσε το ΙΚ από τις πετρελαιοπηγές που είχε κάτω απο τον έλεγχο του για να το μεταπωλήσει ύστερα μεταμφιεσμένο στις διεθνείς αγορές. Και ήταν πάλι η Τουρκία η οποία άνοιξε διάπλατα τα σύνορα της για να περάσουν απο αυτά οι λεγεώνες των τζιχαντιστών που ταξίδευαν προς τη Συρία, ή για να προσφέρουν ασφαλές καταφύγιο στις δυνάμεις των αντικαθεστωτικών ανταρτών έπειτα από τις επιδρομές που διενεργούσαν ενάντια στον τακτικό στρατό της Συρίας.vi Με άλλα λόγια, η πολιτική της ισλαμιστικής ελίτ ως προς την στρατηγική περιοχή της Μέσης Ανατολής δεν ήταν μια παθητική πολιτική αναμονής κι αντίδρασης, αλλά μια ενεργητική πολιτική πρωτογενούς ανάληψης δράσης με στόχο τη διαμόρφωση εκείνων των υποκειμενικών κι αντικειμενικών συνθηκών που υπηρετούν καλύτερα το στρατηγικό όραμα της τουρκικής ελίτ αναφορικά με τον συσχετισμό δυνάμεων στην ευρυτερη περιοχή και τον ρόλο που επιθυμούν να έχει η Τουρκία σε αυτή.

Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, υπάρχουν πολιτικές ομάδες που ερμηνεύουν την εκστρατεία της Τουρκίας ενάντια στους ελευθεριακούς Κούρδους και την τακτική συμμαχία που έχει συνάψει με τη Ρωσία και το Ιράν, ως στρατηγική αναβάθμιση που μπορεί να λειτουργήσει σαν αντίβαρο στον συστημικό ιμπεριαλισμό της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή.vii Η εντύπωση αυτή ενός “αντισυστημικού” Ερντογάν που τολμάει να αντιπαρατεθεί ανοικτά με τις μεγάλες δυνάμεις (ΗΠΑ, Ισραήλ) επιτείνεται από το γεγονός ότι την ίδια περίοδο κατά την οποία το τουρκικό κράτος φαίνεται να έρχεται σε οριστική ρήξη με τους πρώην συμμάχους του και να προσχωρεί στον λεγόμενο “άξονα της αντίστασης”,viii η Ελλάδα και οι Κούρδοι βυθίζονται όλο και περισσότερο στον βούρκο των ιμπεριαλιστικών σχέσεων εξάρτησης, λειτουργώντας σε μεγάλο βαθμό σαν άβουλα υποχείρια (Ελλάδα) ή ντε φάκτο συμμαχοί (Κουρδιστάν) της υπερεθνικής ελίτ στην γεωστρατηγική περιοχή της Μέσης Ανατολής. Κι αν στην περίπτωση των Κούρδων της Συρίας υπάρχουν ελαφρυντικά, μιας και το πρόταγμα τους είναι αντικρατικό στον πυρήνα του και το πολιτειακό μόρφωμα που θα προέλθει από την επαναστατική διαδικασία δεν έχει πάρει ακόμη την τελική του μορφή, η περίπτωση της Ελλάδας σαν προτεκτοράτου της υπερεθνικής ελίτ και υπηρέτη του σιωνιστικού Ισραήλ και των φιλοπόλεμων διαθέσεων που τρέφει έναντι των Αράβων δύσκολα επιδέχεται αμφισβήτηση. Είναι τέτοια η έκταση και το βάθος της μονοδιάστατης στρατηγικής στροφής την οποία έχει πραγματοποιήσει η υποτελής ελλαδική πολιτική και οικονομική ελίτ υπέρ του Ισραήλ, από την περίοδο του πρώτου μνημονίου και μετά, που ο Παλαιστίνιος ιστορικός κι ακτιβιστής Ράμζυ Μπαρούντ την χαρακτήρισε ειρωνικά “μια εξωτερική πολιτική προς πώληση”.ix

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω, θα μπορούσε κάποιος πράγματι να αναρωτηθεί αν ο Ερντογάν είναι τελικά ο λαοφιλής ηγέτης που χωρίς να δελιάσει, τόλμησε να συγκρουστεί με την υπερεθνική ελίτ για να καταλύσει τις δομές κυριαρχίας της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς στη συγκεκριμένη περιοχή του πλανήτη. Μια πιο προσεκτική ματιά όμως θα μας κάνει γρήγορα να αναθεωρήσουμε. Όταν μιλάμε για καθεστώτα που είναι “αντικειμενικά” ασύμβατα προς το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, εννοούμε ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η ολοκληρωτική ενσωμάτωση τους στο σύστημα δημιουργεί αναταράξεις κι έρχεται σε σύγκρουση με την αναπαραγωγή του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος της ετερονομίας στο εσωτερικό τους. Αν στην οικονομική πολιτική κρατών όπως η Ρωσία και το Ιράν ενυπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν σε μια δυναμική που έρχεται σε αντίφαση με την τάση προς αγοραιοποίηση του συνόλου των κοινωνικών λειτουργιών, η οποία είναι εγγενής στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς,x αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα επειδή στο κοινωνικό φαντασιακό της ρωσικής ή της ιρανικής ελίτ επιβιώνουν υπολείμματα αξιών και αντιλήψεων του προκαπιταλιστικού παρελθόντος. Οφείλεται πρωτίστως στο γεγονός ότι το διεθνοποιημένο κεφάλαιο αρνείται να επιτρέψει στις ρώσικες ή ιρανικές καπιταλιστικές δυνάμεις να αξιοποιήσουν το δυναμικό τους στο έπακρο μέσω της πλήρους ένταξης τους στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της αξιοποίησης των “συγκριτικών πλεονεκτημάτων” τους. Όπως έχουμε γράψει κι αλλού, εκτός από οικονομικό σύστημα για την κατανομή σπάνιων πόρων, που έχει δικούς του “νόμους κίνησης” και αναπτύσσει μια εγγενή δυναμική, ο καπιταλισμός είναι και μια κοινωνική σχέση. Μια δομή ανισοκατανομής της δύναμης που θεσμοποιεί και αναπαράγει προνόμια και ταξικές διακρίσεις. Ο ίδιος ο Μαρξ στην κλασσική μελέτη που συνέγραψε για την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης αναγνώρισε ότι η ιδρυτική πράξη που δημιούργησε τις αντικειμενικές συνθήκες για την εδραίωση του καπιταλιστικού συστήματος ήταν μια χειρονομία ωμής επιβολής από μέρους των προκαπιταλιστικών ελίτ. Εν ολίγοις, αυτό σημαίνει πως η καπιταλιστική τάξη δεν ανυψώθηκε στην εξουσία εξαιτίας της βαθμιαίας εξέλιξης των προϋπάρχοντων οικονομικών θεσμών μέσα στην ιστορία, αλλά μεταχειρίστηκε γι’ αυτό πολιτικά μέσα, την κρατική βία και τον εξαναγκασμό. Χρησιμοποιώντας άμεση φυσική βία δημιούργησε από το μηδέν τις προϋποθέσεις για την συγκέντρωση κεφαλαίου, ξεριζώνοντας πληθυσμούς, αλλάζοντας τη διάρθρωση των θεσμισμένων κοινωνικών ιεραρχιών, καθώς και το περιεχόμενο των επιβεβλημένων κοινωνικών ρόλων.xi

Δεν έχει περάσει καιρός από τότε που το βρετανικό κοινοβούλιο ανέστειλε στην πράξη τους τυπικούς κανόνες της ελεύθερης αγοράς και απαγόρευσε με νόμο την εξαγορά βρετανικής εταιρείας απο την ρωσική Gazprom. Η ενέργεια αυτή είχε σαν στόχο να παρεμποδίσει την νόμιμη επέκταση του ρωσικού κολοσσού στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, στο πλαίσιο μιας πολυμερούς πολιτικής ανάσχεσης και περιορισμού της ρωσικής πολιτικής και οικονομικής ισχύος από τις χώρες του G7.xii Εξάλλου, τόσο η ρωσική οικονομία, όσο και η οικονομία του Ιράν βρίσκονται σε κατάσταση πολιορκίας κι έχουν υποστεί διαδοχικούς γύρους κυρώσεων που εμοδίζουν την πρόσβαση τους στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, υπηρεσιών κι εμπορευμάτων. Από την άλλη μεριά, η τουρκική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτατα με ρυθμούς μεγαλύτερους από αυτούς της Κίνας και της Ινδίας και καμιά κύρωση δεν έχει επιβληθεί στον Ερντογάν για τις μονομερείς επιθετικές ενέργειες του.xiii Δεν υπάρχει κανένας λανθάνων αντικαπιταλισμός πίσω από την τουρκική εξωτερική πολιτική. Μόνο η ορμητική δύναμη μιας ραγδαία αναπτυσσόμενης καπιταλιστικής οικονομίας που διατηρεί ακέραιους τους δεσμούς της με το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.

Φυσικα, παραμένει το γεγονός της άβολης συνύπαρξης ανάμεσα στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και στο επαναστατικό πρόταγμα του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού, το οποίο έχει εγκαινιάσει μια διαδικασία ριζοσπαστικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων στα αυτόνομα κουρδικά καντόνια. Ωστόσο, ο επαναστατικός μεταχηματισμός της κοινωνίας στην Ροζάβα είναι μια δυναμική διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη και ως τέτοια, εμπεριέχει μέσα της αντιφάσεις που καθιστούν την “τελική” έκβαση της μη-προκαθορισμένη, όπως συμβαίνει βέβαια με κάθε εγχείρημα που έχει σαν κατάληξη, αλλά και σαν αφετηρία του, τους ανθρώπους.xiv Η εξάρτηση των κουρδικών πολιτοφυλακών από τους αμερικανούς είναι μια τέτοια αντίφαση που μένει να επιλυθεί στην πράξη. Όπως και να’ χει, όσο ανάγκη έχουν οι Κούρδοι τα όπλα και την υποστήριξη της υπερεθνικής ελίτ, άλλο τόσο ανάγκη έχει η υπερεθνική ελίτ τη στρατιωτική συνδρομή των ένοπλων κουρδικών σχηματισμών. Η δική μας άποψη είναι πως ίσως η στιγμή της ελευθερίας στη Συρία εμφανίστηκε με μεγαλύτερες αξιώσεις στην ιστορική διαδικασία και παρήλθε όταν το ΙΚ ήταν ακόμα σε ανοδική πορεία και η συμμαχία των YPG με τις ΗΠΑ δεν ήταν ένα συντελεσμένο γεγονός. Κι αυτό γιατί αν οι YPG είχαν σπρωχτεί από τις περιστάσεις να συνάψουν τακτική συμμαχία με τη Ρωσία, πράγμα διόλου απίθανο εφόσον ο συνομοσπονδιακός χαρακτήρας του κουρδικού προτάγματος δεν είναι εξορισμού ασύμβατος με τη συνέχιση της ύπαρξης του κράτους της Συρίας, τότε ίσως ένας πραγματικά υπολογίσιμος αντιμπεριαλιστικός πόλος θα μπορούσε να έχει διαμορφωθεί. Και το λέμε αυτό εφόσον θα ήταν από τις σπάνιες εκείνες φορές στην ιστορία όπου η βούληση για εκ βάθρων αλλαγή, εκφρασμένη με την μορφή του αμεσοδημοκρατικού επαναστατικού συστήματος των Κούρδων, θα υποστηριζόταν επιτέλους από τα αναγκαία υλικά μέσα. Την στρατιωτική και διπλωματική ισχύ της Ρωσίας.xv Για να το πούμε διαφορετικά, θα υπήρχε μια σύγκλιση ανάμεσα σε αυτούς που είναι αντίθετοι προς το σύστημα για λόγους αρχής αλλά δεν διαθέτουν επαρκή μέσα για να κάνουν πράξη το ιδανικό τους, και σε εκείνους που, χωρίς να προσχωρούν απαραίτητα στο φαντασιακό της αυτονομίας, εξωθούνται από το ίδιο το σύστημα να υιοθετήσουν μια ανταγωνιστική προς αυτό στάση και διαθέτουν τα μέσα να επιφέρουν πλήγματα στις διεθνοποιημένες δομές ανισοκατανομής της δύναμης. Ίσως πάλι η αυταρχική Ρωσία να είχε απορρίψει εξαρχής μια τέτοια συμμαχία, αν και ο ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ αφήνει πολύ χώρο για πολιτικούς ελιγμούς και διαπραγματεύσεις τον οποίο οι YPG θα μπορούσαν να είχαν εκμεταλλευτεί. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου οι δυνάμεις που τάσσονται με το μέρος του καθεστώτος δεν αντάλλαξαν ούτε έναν πυροβολισμό και ουδέποτε ήρθαν σε μετωπική αντιπαράθεση με τους Κούρδους.

Όπως και να ‘χει, δεν θα είχε και πολύ νόημα να ερμηνεύσουμε τις σχέσεις ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα στο πλαίσιο μιας αυτοτροφοδοτούμενης διμερούς αντιπαλότητας με αυτοτελείς αιτίες και αποτελέσματα. Η δυναμική της σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο χώρες επικαθορίζεται πρώτα και κύρια από την ταξική θέση τους στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και όχι απλώς από το “γεωστρατηγικό δυναμικό” τους, όπως για παράδειγμα διατείνεται ο Π. Κονδύλης.xvi Ακόμη και αυτός ο συσχετισμός της δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες στο εσωτερικό της κοινωνικής ολότητας εξαρτάται αποφασιστικά από τον βαθμό ενσωμάτωσης της κάθε χώρας στη διεθνοποιημένη οικονομία, αλλά ταυτόχρονα, επηρεάζει και αυτός με τη σειρά του την μορφή και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της δομικής διασύνδεσης με το σύστημα. Αν η Ελλάδα επιθυμεί να εκμεταλλευτεί τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων που ενδέχεται να υπάρχουν στον βυθό του Αιγαίου πελάγους, δεν είναι σε θέση να το πράξει χωρίς τη βοήθεια και την προστασία των ισχυρών αυτού του κόσμου. Έπεται από τα παραπάνω, ότι είναι υποχρεωμένη να προσφέρει τις “υπηρεσίες” της στον συστημικό ιμπεριαλισμό και να αναλάβει πρόθυμα τον ρόλο του κολαούζου των σιωνιστών, προσπαθώντας έτσι να συνδέσει οργανικά τα συμφέροντα της ελληνική ελίτ με αυτά του Ισραήλ.

Από την μεριά μας, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα λόγια του αναρχικού στοχαστή Ρ. Ρόκερ ο οποίος είχε γράψει πως αν επιθυμούμε να βάλουμε τα θεμέλια μιας πραγματικά διεθνικστικής τάξης πραγμάτων στις διεθνείς υποθέσεις, θα πρέπει να ξεκινήσουμε με το να βάλουμε όλες τις πηγές φυσικού και ορυκτού πλούτου κάτω απο καθεστώς συλλογικής ιδιοκτησίας κι ελέγχου, το οποίο θα εξασφάλιζε ίση κι ελεύθερη πρόσβαση σε όλους τους ενδιαφερόμενους ανάλογα με τις ανάγκες τους.xvii Στην περίπτωση της Ελλάδας, ακόμη πιο διεθνιστική θέση από τη δεδομένη αντίθεση μας στον μιλιταρισμό και την αύξηση της έντασης ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία θα ήταν κατά τη γνώμη μου η εναντίωση στην έναρξη διερευνητικών γεωτρήσεων για την εξεύρεση και χαρτογράφηση τωνκοιτασμάτων φυσικού αερίου από αμφότερες τις δύο χώρες. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο θα μπορούσε κάποιος να αφαιρέσει τις αιτίες της διαφαινόμενης σύρραξης προτού ακόμα αυτή εκδηλωθεί, αλλά θα προστατευόταν και το φυσικό περιβάλλον σε αυτό το κομμάτι της Μεσογείου, το οποίο οι καπιταλιστές της Ελλάδας και της Τουρκίας φαίνεται ότι δεν το βλέπουν παρά σαν ένα θαλάσσιο οικόπεδο που προσφέρεται για λαφυραγώγηση και υψηλή κερδοφορία.

iH. Arendt, On Revolution (Penguin Books), σελ. 94.

iiΠολλοί είναι εκείνοι που έσπευσαν να αποδώσουν κυνικά την ρήξη ανάμεσα στον Γκιουλέν και τον παλαιό μαθητή και προστατευόμενο του, Ερντογάν, στην εισαγγελική έρευνα για διαφθορά που κινήθηκε εναντίον του Γκιουλέν και την απειλή φυλάκισης του για οικονομικά εγκλήματα. Παρ’ όλα αυτά, η αντιπαλότητα τους έχει και θρησκευτικές ρίζες και αφορά την ορθή ερμηνεία σε σχέση με το πώς μπορεί να οριστεί ο αυθεντικά ισλαμικός τρόπος ζωής στη σύγχρονη κοινωνία. Η σχολή “ταμπλίγ” την οποία εκπροσωπεί το κίνημα του Γκιουλέν, είναι ένας κλάδος της ισλαμικής θεολογίας που ισχυρίζεται ότι οι πραγματικά ευσεβείς μουσουλμάνοι οφείλουν να μείνουν μακριά από την πολιτική και να καλλιεργήσουν την ηγεμονία του ισλάμ στο επίπεδο του κυρίαρχου φαντασιακού και του αξιακού συστήματος της κοινωνικής ολότητας. Προτάσσουν την εκπαίδευση και τα δίκτυα αλληλοβοήθειας που θα βοηθήσουν τους ισλαμιστές να επεκτείνουν την επιρροή τους στις διάφορες κοινωνικές ομάδες και να εξισλαμίσουν την κοινωνία μέσω της βάσης και περιφορονούν την ενασχόληση με ζητήματα πολιτικής κατανομής της εξουσίας. Για περισσότερα, Ζ. Κεπέλ, Τζιχάντ (Εκδόσεις Καστανιώτη), σελ. 76-77.

iiiH. Poulton, Ημίψηλο, Γκρίζος Λύκος και Ημισέληνος (Οδυσσέας), σελ. 125.

viiΑυτή για παράδειγμα φαίνεται πως είναι η εκτίμηση που κάνει το Δίκυτο για την Περιεκτική Δημοκρατία αναφορικά με την Τουρκία, τα κίνητρα πίσω από τις πολιτικές που εφαρμόζουν οι ισλαμιστές και τις σχέσεις με το αποκεντρωμένο δίκτυο διεθνοποιημένης εξουσίας που αποκαλούμε συνοπτικά, υπερεθνική ελίτ. Στο, http://www.antipagkosmiopoihsh.gr/2016/07/18/anakinosi-mekeaapo-tin-antepanastasi-sto-brexit-sto-praxikopima-stin-tourkia-stochos-i-metatropi-tis-choras-se-protektarato-san-to-elliniko/.

xΤ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 49-58.

xi“Οι διάφοροι παράγοντες της πρωταρχικής συσσώρευσης κατανέμονται πιο πολύ ή πιο λίγο, κατά τη χρονολογική σειρά, στην Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Γαλλία και την Αγγλία, όπου τους συνενώνουν προς το τέλος του 17ου αιώνα, σ’ ένα μεθοδικό σύστημα, που περιλαμβάνει την αποικιοποίηση, το καθεστώς του δημόσιου χρέους, τη νεότερη οργάνωση των κρατικών οικονομικών και τον προστατευτισμό. Αυτές οι μέθοδοι βασίζονται κατά μέρος στην απλή φυσική δύναμη-βία, στη συγκεντρωμένη οργανωμένη δύναμη-βία της κοινωνίας για να επιτείνουν στο ανώτατο όριο τη μετατροπή του φεουδαρχικού συστήματος παραγωγής σε καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής και για να συντομεύσουν τις μεταβατικές φάσεις. Η βία, είναι η μάνα κάθε παλιάς κοινωνίας, που υπάρχει. Αυτή η ίδια είναι μια οικονομική δύναμη”. Κ. Μαρξ, Η Γένεση του Κεφαλαίου (Εκδόσεις Κορόντζη), σελ. 86.

xiv“Η πράξη είναι απροσδόκητη στο μέτρο που έρχεται να διακόψει πάντοτε τη μονότονη ροή των συμβάντων και να αρχίσει μια νέα ιστορία. Αν οι ανθρωποι δεν έπρατταν, το μέλλον δεν θα ήταν παρά το προβλέψιμο αποτέλεσμα αυτόματων διαδικασιών”. Χ. Άρεντ, Περί Βίας (Αλεξάνδρεια), σελ. 33.

xvΣίγουρα οι σκέψεις αυτές αντιβαίνουν στην αξιωματική πεποίθηση των αναρχικών οτι η μόνη πραγματική μορφή διεθνισμού είναι μια διεθνής συμμαχία των αδύναμων και των κατατρεγμένων. Παρόλα αυτά, καμία εξέγερση δεν λαμβάνει χώρα στο κενό. Οι εξεγέρσεις διαρρηγνύουν τις υφιστάμενες δομές ανισοκατανομής της δύναμης, αλλά η εμβέλεια τους είναι πάντοτε τοπική με συνέπεια το ευρύτερο πλέγμα ιεραρχικών σχέσεων και δομών που περιλαμβάνεται στο διεθνοποιημένο σύστημα κυριαρχίας να παραμένει εν πολλοίς ανέπαφο. Κι αν μια εξέγερση δεν μπορεί να εξεύρει συμμάχους, αν δεν μπορεί να υπολογίζει, αν όχι σε υλική στήριξη, τουλάχιστον σε μια στάση ευμενούς ουδετερότητας από μια μερίδα των θεσμισμένων εξουσιών που ανταγωνίζονται η μία την άλλη, γρήγορα αυτή η εξέγερση θα βρεθεί να πολεμάει ενάντια σε όλο τον κόσμο και είναι πολύ πιθανό ότι θα αφανιστεί από προσώπου γης. Το που μπορούν να αναζητηθούν τακτικές συμμαχίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την θέση που κατέχει η ετερόνομη κοινωνική ολότητα στον ιεραρχικό καταμερισμό της εργασίας που καθιερώνει σε οικουμενική κλίμακα το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Έτσι, είναι λογικό ότι οι εξεγερμένοι Κούρδοι βρήκαν έναν φυσικό συμμαχό στο πρόσωπο των ΗΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορία μακροχρόνιας αντιπαλότητας που χαρακτήριζε παραδοσιακά το περιεχόμενο των σχέσεων ανάμεσα στις Ηνωμενες Πολιτείες και τα φιλοσοβιετικά μπααθικά καθεστώτα των αραβικών χωρών. Όπως και να’ χει, τα παραπάνω ζητήματα τίθενται εδώ περισσότερο με όρους πολιτικού προβληματισμού, παρά με όρους μιας πλήρως επεξεργασμένης θεωρητικής θέσης.

xviΠ. Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου (Θεμέλιο), σελ. 381-411.

xviiM. Schmidt & L. Van derWalt, Black Flame (AK Press), σελ. 310.

Advertisements

Να γίνουν οι πρώτοι τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι

rembetes black flag

Κείμενο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου “Διψώντας για Δικαιοσύνη”, του Γ. Σωτηρόπουλου που έγινε στο Κοινωνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα, http://politistikokentrovirona.blogspot.gr/2018/03/blog-post_16.html.

Έχεις όλους τους φόβους των θνητών και όλες τις επιθυμίες των αθανάτων (για τον άνθρωπο)”.

Λούκιος Ανναίος Σενέκας , Για το Σύντομον του Βίου

Ο Ζορζ Σορέλ κάποτε είχε γράψει πως υπήρξε μια εποχή στη Γαλλία κατά την οποία το να διατυπώσει κανείς μια “κριτική των καταχρήσεων στην εκμίσθωση των φόρων επί του άλατος”, ήταν μια ενέργεια πολύ πιο επικίνδυνη για το καθεστώς, από την εξύμνηση του κομμουνισμού.i Αυτό συνέβαινε επειδή οι θεωρίες που υπερασπίζονταν την αναγκαιότητα για μια ριζική αναμόρφωση της κοινωνίας, έτειναν να τοποθετούν την επίλυση όλων των προβλημάτων σε ένα ακαθόριστο μέλλον, όταν η επανάσταση θα έχει επικρατήσει και ο λαός θα έχει απελευθερωθεί από τον ζυγό των προνομιούχων ομάδων που τον καταπιέζουν. Η επανάσταση από αυτή την άποψη, παρουσιαζόταν σαν πανάκεια, σαν την μαγική συνταγή που μέσα σε μια νύχτα θα εξαφάνιζε την φτώχεια, την καταπίεση και όλα τα διαχρονικά δεινά που φαίνεται να προκύπτουν σαν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης των ανθρώπων, ενώ στην πραγματικότητα, αποτελούσε και η ίδια ένα πρόβλημα, ίσως το μεγαλύτερο και το πιο δυσεπίλυτο απ’ όλα, και ως τέτοιο θα όφειλαν να την προσεγγίζουν οι πραγματικοί επαναστάτες. Τα πράγματα γίνονταν ακόμη πιο δύσκολα για τους επαναστάτες, εφόσον η πραγμάτωση του ριζοσπαστικού οράματος τους δεν απαιτούσε τίποτα λιγότερο από τον γενικό ξεσηκωμό των λαϊκών τάξεων και την πολιτική τους συσπείρωση σε ένα συλλογικό υποκείμενο που θα ενεργεί με ενιαία βούληση, παρά την ετερογένεια των αντικειμενικών χαρακτηριστικών της κοινωνικής υπόστασης τους. Κι επειδή το να συναρτά κανείς τις επιδιώξεις του αναφορικά με τον μετασχηματισμό της κοινωνίας με την έλευση αυτής της δευτέρας παρουσίας με κοσμικούς όρους, δεν συμβαδίζει ακριβώς με την καθιερωμένη αντίληψη της πολιτικής ως αποτελεσματικής καθημερινής διαχείρισης της εξουσίας, ή μιας “τέχνης” που σαν σημείο αναφοράς της έχει πάντοτε το εφικτό, οι επαναστατικές δυνάμεις βρισκόντουσαν σε δυσχερή θέση από πλευράς κοινωνικής απεύθυνσης, μιας και δεν μπορούσαν να προσφέρουν ούτε μια προσωρινή ανακούφιση στα καθημερινά προβλήματα που καταδυνάστευαν τις μάζες. Κι όταν κατά καιρούς υπήρξαν αρκετά ισχυρές ώστε να το πετύχουν, η αφοσίωση τους στο πρόταγμα της κοινωνικής επανάστασης τις υποχρέωνε όχι μόνο να μην ρίξουν το βάρος της πολιτικής δραστηριότητας τους στην απόσπαση μεμονωμένων ελευθεριών και δικαιωμάτων για τις εργαζόμενες τάξεις, αλλά να αναθεματίζουν κάθε τέτοια τακτική υποχώρηση των ελίτ ως απόπειρα εξαγοράς κι εκπόρνευσης της ταξικής συνείδησης των καταπιεσμένων. Ωστόσο, από αυτή την προσήλωση τους στο επαναστατικό ιδανικό ήταν ο ρεφορμισμός που τελικά ωφελήθηκε περισσότερο, μιας και οι ελίτ ήταν πρόθυμες να παραχωρήσουν ένα μερίδιο της πίτας στα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα για να αποφύγουν τα χειρότερα, στις ιστορικές περιόδους όταν αυτά εμφανίστηκαν ικανά να συγκεντρώσουν αρκετή δύναμη ώστε να αμφισβητήσουν τους δομικούς και υποκειμενικούς όρους της θεσμοποιημένης υποτέλειας τους.

Στις μέρες μας το επαναστατικό πρόταγμα βρίσκεται ξανά σε ύφεση. Ζούμε μέσα στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν στον απόηχο της μεγάλης ήττας του προτάγματος της κοινωνικής επανάστασης, με την ιστορική μορφή που αυτο είχε πάρει στην εποχή της κρατικιστικής νεωτερικότητας. Του προτάγματος που έχουμε ταυτίσει με την παράδοση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Κάποιοι απόρησαν που η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ δεν αποτέλεσε το έναυσμα για μια μαζική μεταστροφή των λαϊκών στρωμάτων προς την κατεύθυνση του ελευθεριακού σοσιαλισμού, οι ιδεολογικοί και θεωρητικοί εκπρόσωποι του οποίου είχαν στο κάτω, κάτω δικαιωθεί για τις απαισιόδοξες προβλέψεις που είχαν διατυπώσει σχετικά με το μέλλον του κρατικιστικού σοσιαλισμού και την ικανότητα του να φέρει σε πέρας την ιστορική υπόσχεση λύτρωσης που κόμιζε για την δοκιμαζόμενη ανθρωπότητα. Πόσο μάλλον που η έκλειψη του επαναστατικού ιδανικού ως υπαρκτής δύναμης μετασχηματισμού της κοινωνίας, επέφερε την αναδίπλωση των κυρίαρχων ομάδων και την αναδιάρθρωση των βασικών θεσμών του συστήματος στη βάση μιας ακόμα μεγαλύτερης συγκέντρωσης δύναμης σε όλα τα πεδία. Είμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με την αντίφαση ότι την ίδια στιγμή που η ετυμηγορία της ιστορικής διαδικασίας υποδεικνύει προς ένα οριστικό ξεπέρασμα της επανάστασης σαν τρόπου αντίληψης και αλληλεπίδρασης των ανθρώπων με την κοινωνική πραγματικότητα, οι ίδιες οι αντίξοες συνθήκες της κοινωνικής πραγματικότητας επαναφέρουν την κοινωνική επανάσταση σαν τον απαραίτητο ορίζοντα της πολιτικής δράσης για την χειραφέτηση των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων.

Κι όμως σε αυτή την κρίσιμη ώρα είδαμε πώς, για μια ακόμα φορά, ένα μεγάλο μέρος των καταπιεσμένων προσέφυγε στους, ας μας επιτραπεί να τους ονομάσουμε έτσι, λογιστές με κριτική συνείδηση του ΣΥΡΙΖΑ, για να γλιτώσουν από την περαιτέρω υποβάθμιση της κοινωνικής θέσης τους και τη βίαιη φτωχοποίηση που συνεπάγονται τα μέτρα αναδιάρθρωσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Δεν πρέπει όμως να συγχέουμε την αντίφαση εν τοις όροις, μιας υποτιθέμενης σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης που εφαρμόζει ένα ακραία νεοφιλελευθέρο πρόγραμμα, και η οποία εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, με την ιστορική αντίφαση πανω στην οποία έχει βασιστεί το εννοιολογικό σχήμα της διαλεκτικής αντίθεσης ανάμεσα στην επανάσταση, από την μία, και τον ρεφορμισμό, από την άλλη. Αν στο παρελθόν η ήττα της επανάστασης είχε σαν επακόλουθο την νίκη του ρεφορμισμού σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο της εξέλιξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, κι αν η διαλεκτική αυτή σχέση κάποια στιγμή αντιστράφηκε και οι θεσμοί συλλογικής αλληλεγγύης που καθιέρωσε ο ρεφορμισμός της σοσιαλδημοκρατίας σε Ανατολή και Δύση έγιναν το ισχυρότερο ανάχωμα ενάντια στο λανθάνον επαναστατικό δυναμικό των εργαζόμενων τάξεων, στις μέρες μας ο ρεφορμισμός που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία έχει ηττηθεί πανηγυρικά χωρίς ποτέ να μπορέσει να βάλει σε εφαρμογή το εναλλακτικό πρόγραμμα του για έναν καπιταλισμό με ανθρωπινο πρόσωπο. Εφόσον λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τα συναφή πολιτικά κόμματα όπως οι Podemos στην Ισπανία, είναι η θεσμική έκφραση του ταξικού κινήματος που έκανε την εμφάνιση του στις πλατείες και εν πολλοίς γνώρισε οδυνηρή ήττα σαν μορφή συλλογικής κινητοποίησης από-τα-κάτω, δεν βρισκόμαστε ενώπιον της παραδοσιακής διαλεκτικής αντίθεσης ανάμεσα στην ηττημένη επανάσταση και τον θριαμβευτή ρεφορμισμό, αλλά αντιμέτωποι με το φάσμα μιας διπλής ήττας, τόσο από-τα-κάτω, όσο και από-τα-πάνω.

Είναι μεγάλος ο πειρασμός στις εποχές που η ιστορία φαίνεται να μην συμφωνεί με τους επαναστάτες, να βρει κανείς καταφύγιο σε μια αντίληψη της επανάστασης σαν ιστορική παραγωγη, δηλαδή σαν ένα συμβάν που λίγο, πολύ εκτυλίσσεται ερήμην του ανθρώπινου παράγοντα, που παράγεται αντικειμενικά από τις περιστάσεις σαν βέβαιο και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ιστορικής εξέλιξης. Στο βιβλίο γίνεται αναφορά σχετικά με τον οικονομικό ντετερμινισμό των ύστερων έργων του Μαρξ και πώς αυτό το στοιχείο μπορεί να αποδοθεί στην απογοήτευση που είχε κυριεύσει τον φιλόσοφο έπειτα από τις αποτυχίες των λαϊκών επαναστάσεων του 1848. Από την άλλη, είναι εύκολο επίσης κάποιος να παραμείνει βολικά επαναπαυμένος στις ιδεολογικές βεβαιότητες του και να εκτοξεύει σεχταριστικά αναθέματα ενάντια στην κοινωνία που αρνείται να συμμορφωθεί με τις επαναστατικές υποδείξεις του. Ευτυχώς, ο ανά χείρας τόμος δεν πέφτει σε καμία από τις δύο παγίδες. Στο επίκεντρο της συγγραφής φαίνεται να υπάρχει η συνειδητοποίηση ότι η σκιά της διπλής ήττας που υποστήκαμε στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης από την εξέγερση του Δεκέμβρη κι έπειτα, μας υποχρεώνει να καταπιαστούμε εκ νέου με το ζήτημα της επανάστασης. Και για να μην έχουμε την τύχη των κομμουνιστών ονειροπόλων του Σορέλ, αυτή τη φορά θα πρέπει να προσεγγίσουμε την επανάσταση ως πρόβλημα, σαν θεωρητικό ζήτημα που γεννά ερωτήματα τα οποία είναι ανάγκη να απαντηθούν.

Το ζήτημα που τίθεται εδώ δεν είναι η αφ’ υψηλού απόρριψη της επαναστατικής παράδοσης στο σύνολο της, αλλά η απόπειρα κριτικής αποτίμησης κάποιων από τις αναλυτικές κατηγορίες της επαναστατικής θεωρίας κι επαναδιατύπωσης τους, ώστε να διατηρήσουν τη χρησιμότητα τους σαν εργαλεία για την ερμηνεία της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας από τη σκοπιά μιας πολιτικής θεωρίας της ταξικής αυτονομίας. Μιλώντας σε προσωπικό επίπεδο, αισθανόμουν πάντοτε κάπως άβολα μέσα στο θεωρητικό σύμπαν του μαρξισμού, ο οποίος, από την μία, εμφανιζόταν να έχει αποκρυπτογραφήσει τους πραγματικούς νόμους που διέπουν την ιστορική κίνηση του κεφαλαίου, αλλά, από την άλλη, υποβάθμιζε τη σημασία της ανθρώπινης δραστηριότητας στην ιστορία και δάνειζε τη δογματική αυθεντία του σε συγκεντρωτικά κόμματα και αυταρχικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Αναμφίβολα, όπως γράφει και ο συγγραφέας, όλες οι σημαντικές σχολές σκέψεις σαν την μοντέρνα επιστήμη, ή την ψυχανάλυση, διατείνονται ότι μελετούν κι αποκαλύπτουν τις βαθύτερες αιτίες των πραγμάτων, οι οποίες με μια πρώτη ανάγνωση παραμένουν κρυμμένες από το βλέμμα του ανυποψίαστου παρατηρητή. Το ίδιο σε τελική ανάλυση μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι έκανε κι ο μαρξισμός. Ωστόσο, ενώ η επιστήμη προσανατόλισε το αντικείμενο της συστηματικής έρευνας της στην μεγιστοποίηση της ικανότητας του ανθρώπου να παρεμβαίνει και να μετασχηματίζει τον φυσικό κόσμο γύρω του (άσχετα από το πώς έχει χρησιμοποιηθεί αυτή η ικανότητα από τις θεσμισμένες εξουσίες), κι ενώ η ψυχανάλυση επικεντρώθηκε στον μετασχηματισμό του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου με το να κάνει το ασυνείδητο συνειδητό, “εκεί που υπήρχε το εκείνο θα υπάρξει το εγώ” κατά την ποιητική έκφραση του Φρόυντ,ii κάποια ρεύματα του ιστορικού μαρξισμού κατέληξαν να λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Να υπονομεύουν δηλαδή την ικανότητα του ανθρώπου για κοινωνική αυτοπραγμάτωση τοποθετώντας τις αθέατες αιτίες των πραγμάτων εντελώς έξω και πέρα από το πεδίο της συνειδητής ανθρώπινης δραστηριότητας, ακόμη κι όταν αυτές εκτίθενται σε κοινή θέα μέσω των αναλυτικών εργαλείων της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας. Το παρόν βιβλίο σίγουρα δεν θέλει να εγγραφεί σε αυτήν τη κατά βάση συντηρητική διανοητική παράδοση και, με τον τρόπο που το καταναοώ εγώ, θεωρώ πως επιθυμεί να συμβάλλει στην αποκατάσταση της μαρξιστικής διαλεκτικής ως μεθόδου ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας όπως αυτή διαμορφώνεται από τον καπιταλισμό, χωρίς παράλληλα να απεμπολεί το δικαίωμα της συνειδητής δράσης των κοινωνικών υποκειμένων. Αν η μοντέρνα επιστήμη είναι η βασική θεωρία της αλληεπίδρασης του ανθρώπου με τον φυσικό κόσμο και η ψυχανάλυση η βασική θεωρία αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τον εσωτερικό του κόσμο, ένας μαρξισμός εμπνεόμενος από την ανθρωπιστική παράδοση θα μπορούσε να είναι η βασική θεωρία αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τον κοινωνικό κόσμο.

Σε αυτή την εισαγωγή θα ήθελα να αναφερθώ επιγραμματικά σε δύο ζητήματα. Στο ζήτημα της σωματικοποίησης της έννοιας του φιλοσοφικού υλισμού και το ζήτημα της αντιπροσώπευσης και των επιπτώσεων που αυτό έχει για την πολιτική θεωρία της αυτονομίας. Η σωματικοποίηση της έννοιας του φιλοσοφικού υλισμού, δηλαδή η ερμηνεία του σώματος ως πρωταρχικής μονάδας παραγωγής και ανάδειξης ροών κοινωνικού μετασχηματισμού, σημαίνει ότι ο διπολισμός ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα ως διακριτά μεγέθη του κοινωνικού γίγνεσθαι καταργείται στην πράξη. Η διάκριση ανάμεσα στις λεγόμενες αντικειμενικές συνθήκες και στις υποκειμενικές φαντασιακές θεσμίσεις παύει να γίνεται αντιληπτή σαν ένας de facto διαχωρισμός και προσλαμβάνει τον χαρακτήρα μιας συμβιωτικής σχέσης, μιας ενιαίας διαδικασίας που λαμβάνει χώρα σε αλληλένδετα κι αλληλοεξαρτώμενα πεδία, βασισμένη στην ετερογενή και πολυδιάστατη φύση του πραγματικού. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αποκαθίσταται μια διάσταση αυτονομίας των κοινωνικών υποκειμένων σαν δυνητικών φορέων της ιστορικής δημιουργίας, χωρίς όμως να εξορίζεται από την εμβέλεια της θεωρητικής ανάλυσης η υλική δύναμη που είναι σε θέση να ασκήσουν οι αντικειμενοποιημένες δομές της κοινωνικής ολότητας στα όρια και το περιεχόμενο της δραστηριότητας του κοινωνικού ανθρώπου. Εδώ βέβαια εγείρεται το ζήτημα του αντιφατικού χαρακτήρα της δραστηριότητας του κοινωνικού ανθρώπου, μιας και όλες οι μορφές της αυτόνομης δραστηριότητας των κοινωνικών υποκειμένων φαίνεται να τείνουν προς την αυτοαναίρεση τους. Προς την κατάργηση δηλαδή των κοινωνικών όρων της αυτονομίας τους, μιας και όλες αποσκοπούν σε μια κάποια μορφή θεσμικής παγίωσης και αποκρυστάλλωσης τους σαν επιστέγασμα της δημιουργικής πράξης τους, η οποία με την σειρά της τείνει να περιορίζει και να προδιαγράφει το περιεχόμενο της ανθρώπινης δραστηριότητας, υποβάλλοντας την εκ νέου σε ένα σύστημα από προαποφασισμένους κανόνες και δομές.

Όπως και να έχει, αντί για αντικειμενικό υλικό όριο που δεν γίνεται να ξεπεραστεί, οι υλικές συνθήκες της ύπαρξης γίνονται η αφετηρία των ανθρώπινων ενεργειών, όπως άλλωστε πηγή και αφετηρία από την οποία εκπορεύονται όλες οι ανθρώπινες ενέργειες είναι και η ίδια η οργανική σύσταση του ανθρώπινου σώματος. Από αυτή την άποψη, η ιστορία σαν εξελικτική διαδικασία με διαλεκτική δομή, σε κάθε στάδιο της δεν προκαθορίζει μονοσήμαντα το αποτέλεσμα της δράσης του ανθρώπου, αλλά διανοίγει μια σειρά από αλληλένεδετες ενδεχομενικότητες σε συνάρτηση πάντα με τις υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε ιστορική περίοδο στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Όπως έγραψε κάποτε η Χάνα Άρεντ, “η πιο ισχυρή αναγκαιότητα που γνωρίζουμε μετά από μια ενδελεχή αυτοεξέταση είναι η διαδικασία της ζωής που διαπρενά τα σώματα μας και τα κρατά σε μια διαρκή κατάσταση αλλαγής της οποίας οι κινήσεις είναι αυτόματες, ανεξάρτητες από τις δικές μας δραστηριότητες, και ακαταμάχητες – δηλαδή, αμείλικτα επιτακτικές”.iii Με άλλα λόγια, είμαστε πάντοτε δέσμιοι της αναγκαιότητας που εκπορέυεται από τη βιολογική σύσταση των σωμάτων μας, των αναγκών που αφορούν την υλική αναπαραγωγή μας.

Φυσικά, η διαπίστωση αυτή δεν εξαντλεί το περιεχόμενο της κουβέντας για το επαναστατικό πρόταγμα. Σίγουρα, μας υποδεικνύει τη σωματική ανάγκη σαν μια από τις βασικότερες κινητήριες δυνάμεις και υλικές ορίζουσες τις ταξικής πάλης. Δεν αναφερόμαστε εδώ μονάχα στην ανάγκη για διαρκή και εγγυημένη πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες φαγητού και νερού, στην ανάγκη για αξιοπρεπή στέγαση και προστασία από το κρύο, ανάγκες που έχουν να κάνουν με έναν παραδοσιακό ορισμό της ταξικής πάλης, αλλά στο σύνολο των ανθρώπινων αναγκών, όπως την ανάγκη για ελευθερία ικανοποίησης της σεξουαλικής επιθυμίας, ή της ελευθερίας από την σωματική καταπίεση, που αγκαλιάζει έναν ευρύτερο ορισμό των συγκρούσεων που αποτελούν δομικό στοιχείο κάθε ετερόνομης κοινωνίας. Ενώ το ετερόνομο φαντασιακό των καπιταλιστικών μητροπόλεων τείνει να αποδώσει κανονιστικές διαστάσεις στην μομφή που απευθύνει ανοικτά ενάντια στις κοινωνίες της καπιταλιστικής περιφέρειας σαν κατα κάποιο τρόπο πολιτισμικά υπανάπτυκτες και οπισθμοδρομικές, αναμφίβολα συνιστά αδιαμφισβήτητη απόδειξη της οπισθοδρομικότητας των ίδιων των ανεπτυγμένων οικονομιών της αγοράς το γεγονός ότι παρά την αλματώδη πρόοδο στην εξέλιξη των τεχνικών μέσων που διαθέτουμε για την συντήρηση και αναπαραγωγή μας, το κοινωνικό ζήτημα εξακολουθεί να τίθεται στις μέρες μας με όρους απόλυτης υπαγωγής της κοινωνικής ύπαρξης του ανθρώπου στον σιδερένιο νόμο της αναγκαιότητας. Να βιώνεται δηλαδή σαν απόλυτη στέρηση μέσα σε συνθήκες μιας άνευ προηγουμένου υλικής ευμάρειας και αφθονίας. Από την άλλη, η ανάγκη δεν είναι πάντοτε ο καλύτερος σύμβουλος, ούτε συνεπάγεται έναν μονοσήμαντο προσανατολισμό του υποκειμένου προς την κατεύθυνση της επαναστατικής ανατροπής του υπάρχοντος. Η υποδούλωση στις βιολογικές μας ανάγκες μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα τη στροφή προς τις πρακτικές του συμβιβασμού και της συμφιλίωσης, όταν αυτές δύναται να αποφέρουν άμεσα υλικά οφέλη, πόσο μάλλον όταν αυτό μπορεί να συμβεί με μκρότερη προσπάθεια και προσωπικές θυσίες. Η ανάγκη δηλαδή είναι εξίσου πιθανό να στρέψει το υποκειμένο τόσο προς μια επαναστατική, όσο και προς μια ρεφορμιστική κατεύθυνση.

Η έμφαση που δίνουμε εδώ στην έννοια της ανάγκης σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τον παραγωγικό ρόλο που το βιβλίο αποδίδει στην επιθυμία, σαν κινητήρια δύναμη πίσω από τις επαναστατικές διεργασίες. Το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς περιλαμβάνει μηχανισμούς που οργανώνουν την οικονομία της επιθυμίας και της δίνουν ένα περιεχόμενο συμβατό με τις θεσμισμένες δομές αναπαραγωγής του συστήματος. Παρόλα αυτά, στις ετερόνομες κοινωνίες όπου βασιλεύει η άνιση κατανομή της δύναμης και, μέσω αυτής, η τεχνητή διατήρηση της σπάνης των αγαθών που αναπαράγεται εξαιτίας της άνισης κατανομής του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου,iv η επιθυμία σε μεγάλο βαθμό τελεί υπό το κράτος των άμεσων βιολογικών αναγκών, εκεί που αυτές δεν μπορούν να υπολογίζουν στην αυτονόητη ικανοποίηση τους. Για να το πω διαφορετικά, ο ορίζοντας της επιθυμίας καθηλώνεται από την αφόρητη πίεση που ασκούν οι ανικανοποίητες ανάγκες του σώματος. Η απελευθέρωση της επίθυμίας, η αντιστροφή δηλαδή της άνισης σχέσης της ως προς τις υλικές ανάγκες του υποκειμένου, προϋποθέτει την ικανοποιητική εκπλήρωση των τελευταίων σε μια κοινωνία μετασπάνης.v Όπως και να ‘χει, αναδεικνυόντας τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν μέσα στον πυρήνα της έννοιας της ανάγκης, το βιβλίο μας προτρέπει να εγκαταλείψουμε την μάταιη αναζήτηση για το άγιο δισκοπότηρο των επαναστατών στην ιστορία, την εξεύρεση δηλαδή μιας δύναμης που ωθεί “αντικειμενικά” τα κοινωνικά υποκείμενα προς την κατεύθυνση της επαναστατικής ανατροπής της ετερόνομης κοινωνίας. Αντ’ αυτού, μας υπενθυμίζει την ατελή φύση της κοινωνικής παργαματικότητας που πάντοτε υστερεί σε σχέση με τις τελειολογικές φαντασιακές αναπαραστάσεις της και με αυτό τον τρόπο διανοίγει νέα πεδία ρήξης και δυναμικής παρέμβασης για τις οργανωμένες ταξικές δυνάμεις της αυτονομίας.

Θέλω να πω και δυο λόγια για το ζήτημα της αντιπροσώπευσης όπως το πραγματεύεται σε κάποιο σημείο του το βιβλίο ως μια καταστατική διάσταση της δρατσηριότητας των κοινωνικών υποκειμένων, ακολουθώντας το νήμα της σκέψης του συγγραφέα για το ταξικό συμφέρον όχι σαν ένα προϋπάρχον μέγεθος που απλώς χρειάζεται να φανερωθεί στους άμεσα ενδιαφερόμενους, αλλά σαν μια ζωντανή πραγματικότητα που χρειάζεται να παραχθεί και να αναπαράγεται διαρκώς και με πολιτικούς όρους. Είναι αλήθεια ότι, όπως αναφέρει το βιβλίο, το λεγόμενο γενικό συμφέρον μιας κοινωνικής ολότητας δεν εξαντλείται ποτέ στο άθροισμα των ατομικών συμφερόντων των ανθρώπων που ανήκουν σε αυτή. Είναι επίσης καιρός η αντίληψη που υπάρχει στον χώρο της αντισυστημικής αριστερά, για την ταξική αυτονομία, να απαλλαγεί από την ιδεολογική αυταπάτη που ταυτίζει το υποκείμενο με την επιθυμία του και απορρίπτει κάθε μορφή πολιτικής θέσμισης της ελευθερίας προς όφελος μιας “καθαρής” ταξικής αυτοσυνειδησίας, που θα πραγματώνεται με “φυσικό” τρόπο, χωρίς τους θεσμούς που θα την μετουσιώνουν σε ζώσα δύναμη της κοινωνικής πραγματικότητας. Γράφει ο συγγραφέας χαρακτηριστικά: “Το επίδικο επί του παρόντος πάντως είναι πως αν όντως υπάρχει κάποιο κοινό ταξικό συμφέρον αυτό δεν υφίσταται ως προϋπάρχουσα πραγματικότητα που απλά πρέπει να αναγνωριστεί αλλά ως ιστορικό πρόταγμα που πρέπει να παραχθεί. Και αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει κάποια θεσμική διαμεσολάβηση ποτ εφόσον αναφέρεται σε ένα ‘γενικό συμφέρον’ το οποίο δεν είναι απλά το άθροισμα ατομικών συμφερόντων έχει εκ του γεγονότος μια αντιπροσωπευτική διάσταση” (σελ.84). Ωστόσο, είναι επίσης σωστό ότι κάθε θεσμική συγκρότηση δεν εμπεριέχει εξορισμού την έννοια της αντιπροσώπευσης, με το ιστορικό περιεχόμενο που έχουμε συνηθίσει να αποδίδουμε στον όρο εξαιτίας της κατάχρησης που υπέστη από τους ετερόνομους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”, σαν την μετάθεση της βούλησης από τον κυβερνώμενο προς τον κυβερνήτη, από τον αρχόμενο προς τον άρχοντα. Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να παραθέσω τα λόγια του Μάρραιη Μπούκτσιν, ο οποίος είχε γράψει σχετικά: “Αν η πολιτική έχει καταντήσει να μην σημαίνει τίποτα πέρα από την κρατική πολιτική και τον έλεγχο του πληθυσμού από τους αποκαλούμενους ‘αντιπροσώπους’ της, τότε μια συνθήκη που πήρε διάφορες μορφές έκφρασης, είτε στη αρχαία Αθήνα είτε στις λαϊκές συνελεύσεις των μεσαιωνικών πόλεων είτε στα συμβούλια των κωμοπόλεων είτε στις επαναστατικές συνελεύσεις των παρισινών τομέων, έχει εξαλειφτεί προς ευχαρίστηση κάποιων, και οι πολυπληθείς θεσμοί για τη διαχείριση της κοινότητας έχουν πέσει στα χέρια των κυνικών κοινοβουλευτικών ή κάποιων ακόμα χειρότερων”.vi

Με άλλα λόγια, εφόσον υιοθετήσουμε αυτή την άποψη, θα ήταν σαν να αγνοούσαμε την ιστορική εμπειρία της άμεσης δημοκρατίας, όχι σαν τη φαντασιακή προσδοκία ενός μαζικού λαϊκού κινήματος που είναι καταδικασμένη να παραμένει πάντοτε ανεκπλήρωτη, αλλά σαν την βιωμένη ιστορική μορφή της εναλλακτικής παράδοσης της αυτονομίας, που παρά τις όποιες ανεπάρκειες και τα ελαττώματα της, εκφράστηκε θεσμικά στο αμεσοδημοκρατικό πολίτευμα των αρχαιοελληνικών πόλεων, στις ελεύθερες αυτοδιοικούμενες πόλεις του μεσαίωνα, αλλά και στα όργανα συλλογικής αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας που έκαναν την εμφάνιση τους σε κάθε μεγάλο επαναστατικό ξεσηκωμό της μοντέρνας ιστορίας της ανθρωπότητας. Το στοιχείο που έχει πρωταρχική σημασία για το ζήτημα που εξετάζουμε, δεν είναι μόνο η ιστορικότητα που διαπερνά το ιδανικό της άμεσης δημοκρατίας, η διαχρονική δηλαδή παρουσία της αυτοκυβέρνησης στις διαφορετικές υλικές μορφές που έλαβε η λαϊκή αυτοθέσμιση σε μαζική κοινωνική κλίμακα ανά την ιστορία, αλλά και η τάση που επέδειξαν στην πράξη οι θεσμοί της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, όχι να συνυπάρχουν, αλλά να βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση με το Κράτος και, δυστυχώς, συνήθως να καταστέλλονται ή να αφομοιώνονται από αυτό. Ακόμη και στην περίπτωση των μεγάλων εργατικών επαναστάσεων της μοντέρνας εποχής, όπου εκ πρώτης όψεως υπέρμετρα αυταρχικά και συγκεντρωτικά κράτη φαίνεται ότι προέκυψαν μέσα από κοινωνικές διεργασίες που αρχικά απέβλεπαν στην αυτοθέσμιση των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα, θα ήταν καλό να σημειώσουμε πως η διαδοχή στις πολιτικές μορφές της επανάστασης ουδέποτε υπήρξε ομαλή ανάμεσα στην κρατικιστική και την ακρατική εκδοχή τους. Τις περισσότερες φορές, ο κρατισμός επιβλήθηκε με τη βία στους εξεγερμένους που είχαν απόλυτη συνείδηση της απόπειρας που γινόταν σε βάρος τους για να τους στερήσουν την ελευθερία που με κόπο είχαν κερδίσει ανατρέποντας το προηγούμενο καθεστώς. Το να πούμε ότι ο κρατισμός και η αντιπροσώπευση αναπτύσσονται με φυσικό τρόπο μέσα από τους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και αποτελούν την λογική τους κατάληξη, θα σήμαινε ότι αποφεύγουμε στην πράξη να θέσουμε στους εαυτούς μας το πολύ σημαντικό ερώτημα γιατί μέσα σε κάθε επανάσταση εμφανίζονται ταξικές δυνάμεις που είναι έτοιμες να την υπονομεύσουν, ενώ φαινομενικά τάσσονται με το μέρος της.

Όπως και να ‘χει, η αναφορά στο “γενικό συμφέρον” σαν μια αυτοτελή οντότητα, χωρίς την άμεση συσχέτιση του με τα “ειδικά” συμφέροντα των κοινωνικών μονάδων που το συναποτελούν, δεν είναι παρά μια αφαίρεση που καθιερώνει από μόνη της τον διαχωρισμό ανάμεσα σε κυβερνώντες από την μία και κυβερνώμενους από την άλλη. Μπορεί σε αυτή την περίπτωση να βρισκόμαστε ενώπιον μιας τεχνητής, ούτως ειπείν, ιδεολογικής κατασκευής, όμως τούτο δεν την καθιστά λιγότερο “πραγματική”, με την έννοια ότι συνιστά την καταστατική φαντασιακή διάσταση μιας υλικής κοινωνικής συνθήκης που αποκρυσταλλώνει την άνιση κατανομή της δύναμης υπό την μορφή θεσμοποιημένων προνομίων κι εξυσιών στο εσωτερικό μιας κοινωνικής ολότητας. Από αυτή την άποψη, η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στη θέσμιση ενός ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής και του αυτόνομου φαντασιακού της ταξικής αυτοδιάθεσης, δεν έγκειται στον βαθμό “αλήθειας” που ενσωματώνουν, με την έννοια της πραγμάτωσης ενός υπερβατικού, ουσιοκρατικού νοήματος των υποκειμένων, αλλά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής διαδικασίας της θέσμισης. Από την μία μεριά, η εξεύρεση ενός γενικού συμφέροντος των υποτελών τάξεων μπορεί να προέλθει μονάχα μέσα από μια διαδικασία συλλογικής σύνθεσης που ξεκινάει από-τα-κάτω και τελείται μέσα σε συνθήκες απόλυτης ισοκατανομής της δύναμης για τα άτομα και τις ομάδες που συμμετέχουν. Και στον βαθμό που μιλάμε για ετεροκαθοριζόμενα στρώματα που συνέρχονται για να καταλύσουν τις θεσμοποιημένες συνθήκες που αναπαράγουν την υποτέλεια τους, η ισοδυναμία τους διασφαλίζεται καταρχήν από το γεγονός ότι μέσα στις υφιστάμενες δομές κυριαρχίας τα υποτελή κοινωνικά στρώματα είναι εξίσου αδύναμα και καταπιεσμένα. Από αυτή την άποψη, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η συγκέντρωση δύναμης που είναι δομικό στοιχείο της ιεραρχικής δομής της ετερόνομης κοινωνίας, παράγει ιστορικά την ισοκατανομή της δύναμης σαν σημείο εκκίνησης των ταξικών κινημάτων που αμφισβητούν την θεσμοποιημένη κυριαρχία της.

Αντίθετα, το ετερόνομο φαντασιακό παράγεται και αυτό ιστορικά, αλλά προκύπτει μέσα από μια διαδικασία πολιτικής δημιουργίας και όχι πολιτικής σύνθεσης. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει τη στήριξη του από μια υλική δύναμη μονομερούς επιβολής που εκπέμπει τις πυρηνικές φαντασιακές σημασίες του ηγεμονικού φαντασιακού της ετερονομίας από την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας προς τα κάτω, αντί να τους δώσει τη δυνατότητα να παραχθούν και να αλληλεπιδράσουν ελεύθερα μέσα σε οριζόντιες δομές που επιτρέπουν τον ατομικό και συλλογικό αυτοκαθορισμό. Ακόμη κι αν αυτός ο αυτοκαθορισμός δεν είναι ποτέ πλήρης ή διάφανος, με την έννοια ενός “Είναι” που υφίσταται ως καθαρή ταυτότητα, όπως ορθά παρατηρεί ο συγγραφέας, το είδος της αντιπροσώπευσης που εμπερίεχεται σε ένα κρατικό μόρφωμα δεν είναι το ίδιο με εκείνο συνεπάγεται μια συνομοσπονδία αυτόνομων κομμουνών ή κοινοτήτων. Σε αυτή την περίπτωση ερχόμαστε αντιμέτωποι με την αντανάκλαση των ίδιων των επιθυμιών μας, που εφόσον συλλογικοποιούνται σε μια υλική δύναμη η οποία μετασχηματίζει τον κόσμο γύρω μας, ήδη έχει αρχίσει να μας υπερβαίνει και να διαφεύγει από τον ατομικό μας έλεγχο. Για να ελέγξουμε εκ νέου αυτή τη δύναμη πρέπει να συγκροτηθούμε πολιτικά σε σώμα, σε αυτοστοχαστικό κοινωνικό υποκείμενο. Αλλά πέρα από μηχανισμός ελέγχου, η πολιτική συγκρότηση των ταξικών δυνάμεων της αυτονομίας είναι και ο ιστορικός μηχανισμός χωρίς τον οποίο η δύναμη μετασχηματισμού δεν γίνεται να παραχθεί. Είναι δηλαδή την ίδια στιγμή η αναγκαία, αλλά και η ικανή συνθήκη για την δημιουργία αλλά και την αναπαραγωγή της. Από την άλλη μεριά, σε ότι αφορά το Κράτος, είμαστε υποχρεωμένοι να συμμορφωθούμε με επιθυμίες που δεν είναι δικές μας τις οποίες βρίσκουμε απέναντι μας ως μια μονολιθική “γενική βούληση”, με την Ρουσσωική έννοια, και, συνακόλουθα, να αλλοτριωθούμε από τις δικές μας επιθυμίες. Η καθιερωμένη αντίληψη που υπάρχει στην αστική αντιπροσώπευση και μιλάει για μια “μετάθεση της βούλησης” αυτή την έννοια έχει. Ο πολιτικός έλεγχος, ακόμα και στην περίπτωση που πραγματώνεται μέσα από τυπικές δομές παρόμοιες με αυτές της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”, δεν παύει να είναι ένας έλεγχος που ασκείται εξωγενώς και κατά περίσταση πάνω σε μια ξένη και αλλότρια προς την κοινωνία δύναμη, αυτή του Κράτους.

Όπως και να έχει, και μόνη η ενδελεχής διαλεκτική ανάλυση γύρω από το ζήτημα του ταξικού συμφέροντος σαν μιας διαδικασίας πολιτικής και πολιτισμικής παραγωγής και σαν ενός μη-στατικού, δυναμικού πεδίου στο οποίο συναρμόζονται ετερόκλητες επιθυμίες και συμφέροντα, έχει αξία από μόνη της. Διότι ενώ τα πολιτικά ρεύματα που αξιώνουν πως είναι οι συνεχιστές του επαναστατικού προτάγματος εκκινούν από μια δεδομένη αντίληψη αναφορικά με το ταξικό συμφέρον, την ταυτότητα του επαναστατικού υποκειμένου και τις βασικές παραμέτρους της Κοινωνικής Πάλης, ο ανά χείρας τόμος θέτει αυτά τα ζητήματα σαν διακυβεύματα και σαν ζητούμενα της πολιτικής στράτευσης των κοινωνικών αγωνιστών και των διανοουμένων που δεν είναι ικανοποιημένοι να αναμασούν τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο. Αυτή είναι μια αναγκαία προϋπόθεση αν επιθυμούμε η εναλλακτική παράδοση της αυτονομίας να βγει από την απομόνωση στην οποία έχει περιέλθει και να επανασυνδεθεί εκ νέου με έννοιες όπως ο κομμουνισμός και ο σοσιαλισμός που ενέπνευσαν ισχυρά κινήματα για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Κι έχω την αίσθηση ότι στην ιστορική συγκυρία που διανύουμε ο κλήρος πέφτει στους θεωρητικούς και στους οργανικούς διανοούμενους του κινήματος προκειμένου να διερευνήσουν τις ιστορικές δυνατότητες που διανοίγονται μπροστά μας από μια δημιουργική σύζευξη ανάμεσα στις κοινές συλλογικές αρνήσεις μας και τις επιθυμίες μας σαν δύναμη παραγωγική.

Εναπόκειται πάντα στη θεωρία να επιχειρήσει αυτή τη συνάρμοση και να τη διατυπώσει με ξεκάθαρους κανονιστικούς όρους, μιας και οι συστηματοποιημένες ιδέες συνιστούν την παραγωγική προέκταση της αρχικής επιθυμίας, το δημιουργικό όχημα μέσα από το οποίο συντελείται η συλλογικοποίηση των μεμονωμένων ατομικών επιθυμιών. Με τα λόγια του συγγραφέα, “Ενώ λοιπόν ισχύει ότι δεν χρειάζεται κάποια ‘μεγάλη ιδέα’ ή ‘μεγάλη αφήγηση’ για να ενεργοποιηθεί η επθυμία και να κινητοποιηθεί το σώμα προς μια κατεύθυνση αντίστασης ή αλλαγής, είναι μόνο μέσα από την οριοθέτηση ενός στόχου που λειτουργεί σαν άξονας και πυξίδα προσανατολισμού που η επιθυμία γίνεται κίνημα, δηλαδή που προσλαμβάνει την μορφή μιας ιστορικά καθορισμένης δύναμης μετασχηματισμού (όπως ήταν το σοσιαλιστικό, το κομμουνιστικό, το αναρχικό, το εργατικό, το φεμινιστικό, το οικολογικό κίνημα)” (σελ. 130). Στις συλλογικότητες και τις πολιτικές οργανώσεις αναλογεί η ευθύνη να κωδικοποιήσουν τη θεωρία σε πρακτική στάση και να την υποβάλλουν στη δοκιμασία της Κοινωνικής Πάλης, παράγοντας πολιτική με την έννοια της συλλογικής αυτοθέσμισης των καταπιεσμένων στρωμάτων και όχι αναθεματίζοντας την πολιτική αυτή καθ’ εαυτή. Επουδενί πάντως οι συλλογικότητες δεν πρέπει να παραμείνουν προσκολλημένες σε μια ταυτοτική λογική αναφορικά με το τι είναι επαναστατικό και τι δεν είναι, υποκύπτοντας έτσι στην ανάγκη παραγωγής ενός λαϊκίστικου πολιτικού στίγματος που απλώς λειτουργεί επιβεβαιωτικά ως προς την ύπαρξη του πολιτικού φορέα του. Μια παρόμοια αντίληψη μεταμορφώνει τις λεγόμενες “επαναστατικές” δυνάμεις σε θεματοφύλακες του κατεστημένου, σε αυτοαναφορικά μορφώματα που έχουν ελάχιστη σχέση με τα διακυβεύματα της Κοινωνικής Πάλης και στην πραγματικότητα λειτουργούν σαν εμπόδια και σαν αναχώματα ενάντια στην κοινωνική αλλαγή. Κι αυτό γιατί εκλαμβάνουν κάθε απόπειρα για συστηματική αναψηλάφηση των θεωρητικών κατηγοριών της Κοινωνικής Πάλης και των συλλογικών υποκειμένων που εμπλέκονται σε αυτήν, σαν προσωπική επίθεση στο συνεκτικό ταυτοτικό υπόβαθρο της δικής τους ομαδοποίησης.

iΖ. Σορέλ, Οι Ψευδαισθήσεις της Προόδου (Εκδόσεις “Γνώση”), σελ. 77.

iiΕ. Φρομ, Η Κρίση της Ψυχανάλυσης (Εκδόσεις Μπουκουμάνη), σελ.43.

iiiH. Arendt, On Revolution (Penguin Books), σελ. 59.

ivΤο 2016, μόνο η πολυεθνική αλυσίδα υπεραγορών Tesco, πέταξε στα σκουπίδια έναν όγκο τροφίμων ισοδύναμο με 119 εκατομμύρια πλήρη ατομικά γεύματα, επειδή τα τρόφιμα αυτά δεν μπόρεσαν να διατεθούν και να καταναλωθούν στην αγορά με την μορφή του εμπορεύματος προς πώληση, την στιγμή που η πείνα και ο χρόνιος υποσιτισμός θερίζουν εκατομμύρια προλετάριους ανά την υφήλιο. Από την άλλη, όπως αποκάλυψε πρόσφατα μια συνταρακτική έκθεση της καθολικής φιλανθρωπικής οργάνωσης Oxfam, οι οκτώ πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου κατέχουν αθροιστικά πλούτο ίσο με εκείνον που βρίσκεται υπό την κατοχή του φτωχότερου μισού του πληθυσμού του πλανήτη. Στο, https://www.oxfam.org.uk/media-centre/press-releases/2017/01/eight-people-own-same-wealth-as-half-the-world.

vΕίναι πάντως γεγονός ότι η υπαγωγή των ατόμων σε συνθήκες ακραίας φτώχειας δεν δημιουργεί επαναστατικά υποκείμενα. Δημιουργεί απλώς ανήμπορους ανθρώπους.

viM. Bookchin, Η Επόμενη Επανάσταση (Εκδόσεις Ευτοπία), σελ. 74.

Εμείς και οι Άλλοι

mirror-blog

Τ’ αξεδιάλυτα σκοτάδια

τα χαράζει μια λιγνή λευκότη

νυχτοφέροντας και αυτή.

Και ήτανε του νου μου η πρώτη

χαραυγή”.

Κ. Παλαμάς, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου

Γιατί οι αναρχικοί κατέβηκαν σε αντιδιαδήλωση την Κυριακή; Για ποιον λόγο επιλέγουν να διαταράξουν το κλίμα της εθνικής ομοψυχίας που επικρατεί; Θα έλεγε κανείς ότι ακριβώς τις στιγμές που το έθνος συσπειρώνεται και δείχνει να βρίσκεται σε ανάταση, έρχονται οι αναρχικοί να πάνε κόντρα στο ρεύμα και να μας υπενθυμίσουν ότι τα “ιερά και όσια” δεν είναι πέρα από κάθε αμφισβήτιση. Ακόμα χειρότερα, έρχονται να επανακαθορίσουν με τη δράση και την προπαγάνδα τους τα όρια του “εμείς” και του “αυτοί”, τα οποία οι “αγνοί”, ανυποψίαστοι πατριώτες παίρνουν πάντοτε σαν δεδομένα. Ότι βέβαια ισχύει για τους πατριώτες, άλλο τόσο ισχύει και για τους αναρχικούς. Ούτε τα δικά μας όρια του ταξικού ανήκειν, ή τα στοιχεία του φαντασιακού μας (θα πρέπει να) είναι γραμμένα στην πέτρα. Βαφτίζοντας την κινητοποίηση τους “αντιφασιστική”, οι αναρχικοί θέλουν να δείξουν ότι η σύναξη του Συντάγματος τελούσε κάτω από τον έλεγχο και την πολιτική ηγεμονία της ακροδεξιάς. Είναι πράγματι λυπηρό που μια μεγάλη μάζα ανθρώπων αποφασίζει να κάνει την εμφάνιση του ξανά στις πλατείες των ελληνικών πόλεων, όχι όμως ως υποκείμενο, για να διεκδικήσει μια χειροπιαστή βελτίωση στους υλικούς όρους της ζωής της, αλλά ως άβουλο όργανο των ελίτ, για να διατρανώσει την προσκόλληση της στα πιο αντιδραστικά κελεύσματα που εκπέμπει ένας ξενοφοβικός εθνικισμός.

Φυσικά, η συγκέντρωση του Συντάγματος εμφανίζεται περισσότερο σαν αντίδραση στην λανθάνουσα “επιθετικότητα” που επιδεικνύουν οι σκοπιανοί στο ζήτημα της ονομασίας και λιγότερο ως έμπρακτη εκδήλωση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων του ελλαδικού κράτους. Ωστόσο, ακόμα και ο πιο ωμός ιμπεριαλισμός πάντοτε φοράει το ένδυμα της αυτοάμυνας για να περιβάλλει με μια ηθική διάσταση την ζωική ορμή του. Ακόμη και οι ναζί ισχυρίστηκαν ότι ολόκληρο το κίνημα τους, αλλά και η στρατιωτική εισβολή τους στην ΕΣΣΔ, έγιναν για να προστατέψουν τον “ευρωπαϊκό πολιτισμό” από τον “ασιατικό κίνδυνο” που ενσάρκωνε ο μπολσεβικισμός. Το ζήτημα της ονομασίας αποτελεί αντικείμενο ανοιχτής διπλωματικής διένεξης εδώ και κάμποσες δεκαετίες, ενώ όσοι γνωρίζουν λίγα ψήγματα ιστορίας είναι σε θέση να βεβαιώσουν πως η συνείδηση μιας ξεχωριστής σλαβομακεδονικής ταυτότητας έχει αρχίσει να αναπτύσσεται σε αμφότερες τις πλευρές των συνόρων, τουλάχιστον από την εποχή του μεσοπολέμου. Αν αρνηθούμε να αναγνωρίσουμε έστω και μια μεσοβέζικη διακρατική λύση, αν αφαιρέσουμε από ένα κράτος που συγκροτήθηκε σε ένα τμήμα της εδαφικής μάζας που προσδιορίζουμε γεωγραφικά σαν Μακεδονία την δυνατότητα του να αυτοπροσδιορίζεται ως αυτό που είναι, τότε απορρίπτουμε κάθε δυνατότητα για ειρηνική συνύπαρξη. Καλλιεργούμε σχέσεις έντασης και ανταγωνισμού και αφήνουμε τον πόλεμο σαν το μοναδικό μέσο επίλυσης των διαφορών. Αυτή είναι η γραμμή που υπερασπίστηκαν τα συλλαλλητήρια σε Αθήνα και Θεσ/νικη και ως τέτοια, σαν χώρος συνεύρεσης και ζύμωσης εκείνων που υιοθετούν την πλέον αδιάλλακτη γραμμή μεταξύ των εθνικιστών, τελεί υπό την ηγεμονία ακροδεξιών και φασιστικών ομάδων. Δεν είναι ότι υπερασπίζεται ένα είδος λύσης, Είναι ότι εκδηλώνεται ανοικτά υπέρ της συνέχισης μιας κατάστασης μη-λύσης, δηλαδή υπέρ της ανοικτής σύγκρουσης ανάμεσα στους δύο λαούς.

Σημαίνει αυτό ότι κάθε άνθρωπος που επέλεξε να βρεθεί ανάμεσα στους διαδηλωτές του Συντάγματος είναι αμετανόητος φασίστας; Μία ημέρα πριν το συλλαλλητήριο του Συντάγματος υπήρχε η εκδήλωση της ΧΑ για τα Ίμια. Αν η έλευση ενός μαζικού εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα ήταν ένα τετελεσμένο πολιτικό γεγονός, τότε η συγκέντρωση των ναζιστών θα πρέπει να ήταν ίδια σε προσέλευση και όγκο με αυτή της Κυριακής για το μακεδονικό. Ωστόσο, παρά το κλίμα εθνικού παροξυσμού που είναι στην ημερίσια διάταξη αφού καλλιεργείται επιμελώς από τα συστημικά μίντια, η καθιερωμένη σύναξη των νεοναζί δεν ξεπέρασε τα γνωστά της μέτρια αριθμητικά μεγέθη.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως συλλαλλητήρια σαν αυτά για την Μακεδονία δεν δημιουργούν προνομιακές συνθήκες για να διογκωθεί και να αναπτυχθεί το εθνικιστικό κίνημα . Όμως, αυτή είναι μόνο μία από τις πιθανότητες που κυοφορούνται από την ιστορική συγκυρία την οποία διανύουμε και δεν αποτελεί μια συντελεσμένη και αμετάκλητη εξέλιξη. Αν την προσεγγίσουμε σαν ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα και συμπεράνουμε ότι όσοι δίνουν το παρόν στα συλλαλλητήρια για την Μακεδονία είναι ήδη πωρωμένοι φασίστες που ξέρουν να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που οι ίδιοι αισθάνονται σαν αμυντικό και αυτονόητο “πατριωτισμό” και τον φιλοπόλεμο υπερεθνικισμό των νεοναζί, τότε μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι το έχουμε χάσει ήδη το παιγνίδι και η αντισυγκέντρωση των Προπυλαίων είχε τον χαρακτήρα περισσότερο ενός ύστατου χαίρε στον εναλλακτικό κόσμο που θα μπορούσε να αναδειχτεί μέσα από τις κοινωνικές διεργασίες που συντελούνται στον ελλαδικό χώρο τα χρόνια από το Μνημόνιο και μετά. Από τότε που υπάρχουν τα κράτη, οι υπήκοοι υποβάλλονται από τις πολύ τρυφερές ηλικίες σε μια διαδικασία κοινωνικοποίησης που τους μαθαίνει να αγαπούν το έθνος και το κράτος, να ενστερνίζονται τις θρησκευτικές γιορτές και να λειτουργούν μέσα σε συμβατικές κοινωνικές σχέσεις που ορίζουν τους κοινωνικούς ρόλους και τα καθήκοντα τους. Διαπαιδαγωγούνται μέσα στο μίσος για τον “προαιώνιο εχθρό”, για τις αδικίες και τα εγκλήματα που έγιναν στο παρελθόν σε βάρος της “κοινότητας” του έθνους και μέσα στον φόβο για τα εγκλήματα που πρόκειται να επαναληφθούν στο μέλλον.

Αν η κοινωνική κατασκευή της υποκειμενικότητας του ατόμου μπορεί να νοηθεί σαν ένα ετερόνομο φαντασιακό συνεχές που μέσα του περιλαμβάνει ένα πλήθος ταυτοτήτων, αλλά στο ένα άκρο του απολήγει στην κοσμοθεωρία του ακραίου εθνικισμού, ενώ ο αντίθετος πόλος ακουμπάει τις αντιλήψεις του κρατικιστικού σοσιαλισμού, τότε ο ανθρωπολογικός τύπος του υπηκόου τελεί πάντοτε κάτω από την επιρροή του ενός, ή του άλλου τύπου εθνικιστικής ιδεολογίας, μιας και οι δύο εκδοχές συνεπάγονται εξίσου την αποδοχή κάποιας μορφής του Κράτους. Έτσι, το πέρασμα από τον πατριωτισμό στον σκληροπυρηνικό εθνικισμό δεν είναι παρά ζήτημα μιας γραμμικής ιδεολογικής εξέλιξης από προϋπάρχοντα πολιτισμικά μοτίβα που ενισχύονται από το ίδιο το σύστημα, τη στιγμή που η προσχώρηση σε ένα αυτόνομο κοινωνικό φαντασιακό προϋποθέτει μια γενικευμένη ρήξη με ότι ο μέσος υπήκοος θεωρούσε μέχρι σήμερα αυτονόητο. Έναν βίαιο αποχωρισμό από τις αντικειμενικές υλικές, αλλά και τις υποκειμενικές ορίζουσες της κοινωνικής υπόστασης του, μια διαδικασία που το δίχως άλλο μπορεί να είναι τραυματική για το υποκείμενο που τη βιώνει και γι’ αυτό τείνει να την αποφεύγει. Αυτό σημαίνει ότι το να είναι κανείς αναρχικός, στην εποχή μας, όπως και σε κάθε εποχή, είναι μια μοναχική επιλογή. Από την ίδια τη φύση του προτάγματος μας, είμαστε υποχρεωμένοι να διαχωρίσουμε τη θέση μας από το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα και να λάβουμε υπερήφανα τις θέσεις που μας αναλογούν στο περιθώριο της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.

Επιθυμούμε όμως να παραμείνουμε εκεί; Όχι τυχαία, οι φασίστες στη Θεσσαλονίκη επιτέθηκαν ενάντια σε εκείνες τις δομές του αναρχικού κινήματος που είναι αναγνωρίσιμες. Στις καταλήψεις και τα κοινωνικά κέντρα που βρίσκονται εκεί, που παράγουν πολιτική, που εκφέρουν δημόσιο λόγο και είναι υπόλογες για τις πράξεις τους, που καλλιεργούν τις σχέσεις τους με τις γειτονιές και τις τοπικές κοινωνίες των οποίων αποτελούν ζωντανό κομμάτι. Οι αναρχικοί έγιναν στόχος επειδή δεν χωράνε στην αντίληψη περί “ελληνικότητας” που ηγεμονεύει σε μια συγκέντρωση εξτρεμιστών “μακεδονομάχων”, ή μάλλον επειδή είναι ο πολιτικός φορέας που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με αυτές τις αντιλήψεις. Παρόλα αυτά, ήταν μόνο 100-150 πωρωμένοι φασίστες που συμμετείχαν στην επίθεση και τον εμπρησμό της κατάληψης υπό την υψηλή εποπτεία των δυνάμεων καταστολής, τη στιγμή που ο κύριος όγκος της διαδήλωσης της Θεσσαλονίκης δεν έδειξε κάποια διάθεση να κινηθεί επιθετικά απέναντι στον “εσωτερικό εχθρό”. Το να στοιβάξουμε λοιπόν συλλήβδην όσους συμμετέχουν στα συλλαλλητήρια στην κατηγορία του υπαρξιακού αντιπάλου επειδή επιλέγουν να διαδηλώσουν πλάι σε ακροδεξιούς και χρυσαυγίτες, σημαίνει πως υιοθετούμε μια εχθρική στάση απέναντι στην κοινωνία στο σύνολο της, αντί να κοιτάμε με ποιον τρόπο θα πολλαπλασιάσουμε τις ρήξεις μέσα στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της ετερονομίας και θα κάνουμε το αυτόνομο σύστημα αξιών και ιδεών ηγεμονικό. Χωρίς να υποτιμάμε το βάρος της ατομικής ευθύνης που αναλογεί στον καθένα από εμάς που μετέχει στις διαδικασίες της διευρυμένης κοινωνικής αναπαραγωγής, εφόσον υποθέσουμε ότι το μόνο που χρειάζεται για να επέλθει ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας είναι να μιμηθεί η κοινωνική πλειοψηφία το παράδειγμα που δίνουμε μέσω των καταλήψεων για τη θέσμιση ενός διαφορετικού τύπου κοινωνικών σχέσεων, με αυτόν τον τρόπο τείνουμε να υποβαθμίσουμε την κατασταλτική δύναμη που ασκεί το ετερόνομο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης σαν ένα σύνολο από κανόνες που οργανώνουν τις κοινωνικές σχέσεις ιεραρχικά και καθιστούν προβλέψιμα και μετρήσιμα τα αποτελεσματα της δραστηριότητας των κοινωνικών υποκειμένων. Για να μην αναφερθούμε στο όχι ασήμαντο γεγονός ότι, από τη φύση τους, οι καταλήψεις μπορούν να αποτελέσουν μόνο σημεία εκκίνησης για έναν καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε ελευθεριακά πρότυπα, αλλά όχι το ενδεδειγμένο μοντέλο για την συγκρότηση μιας αυτόνομης μορφής οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας.

Το εθνικιστικό φαντασιακό εισάγει μεν μια μορφή ψευδούς συνείδησης στην παραγωγή της υποκειμενικότητας του ατόμου, όχι όμως επειδή η ταξική αυτοσυνειδησία εκφράζει την βαθύτερη ουσία των κοινωνικών τάξεων, τον τρόπο που οι τάξεις οφείλουν να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα προϋπάρχοντα και αναλλοίωτα οντολογικά χαρακτηριστικά τους. Η φαντασιακή θέσμιση των κοινωνικών υποκειμένων είναι εξίσου “επίπλαστη” στο βαθμό που παράγεται ιστορικά και εκφράζεται πάντα μέσα από πολιτικά και πολιτισμικά προτάγματα που την ίδια στιγμή που εκφράζουν το συλλογικό υποκείμενο τους, το συγκροτούν κιόλας ως προς τα βασικά ενοποιητικά χαρακτηριστικά του. Κι εφόσον θέλουμε να είμαστε συνεπής με τις κατευθυντήριες αρχές ενός φιλοσοφικού υλισμού, δηλαδή να πάρουμε σαν αφετηρία της ανάλυσης μας την κοινωνία όπως είναι κι όχι όπως θα θέλαμε να είναι, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι κατά μία έννοια, το έθνος είναι πιο “πραγματικό” μέγεθος από την κοινωνική τάξη. Διότι ενώ το εθνικό στοιχείο βρίσκεται ήδη στην καρδιά της φαντασιακής θέσμισης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, η ταξική αυτοσυνειδησία εξακολουθεί να είναι ένα από τα ζητούμενα της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας και της πολιτικής πράξης. Σίγουρα έχουμε δίκιο όταν καταλογίζουμε στους εθνικιστές πως η μορφή ενότητας που οραματιζονται έχει πάντοτε σαν κοινό παρονομαστή την από κοινού αντιπαλότητα ενάντια σε κάποιον εξωτερικό εχθρό. Μήπως όμως οι αναρχικοί δεν περνάμε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μας διαφωνώντας έντονα μεταξύ μας κι εξαπολύοντας αναθέματα ο ένας ενάντια στον άλλον, μόνο και μόνο για να ενωθούμε σαν γροθιά όταν ένας από εμάς δέχεται επίθεση, όπως έγινε π.χ. παλιότερα με την περίπτωση της Βίλλας, ή τώρα με την Libertatia;

Έπεται από τα παραπάνω ότι το ταξικό συμφέρον, η συνείδηση της ταξικής διάρθρωσης της ετερόνομης κοινωνίας δεν είναι περισσότερο “πραγματική” από τη συνείδηση της ύπαρξης του έθνους, με την έννοια μιας βιωμενης ιστορικής πραγματικότητας. Είναι όμως πιο αληθής ως προς τα υποκείμενα που συνιστούν τους φορείς της, με την έννοια ότι κατακερματίζει το φαντασιακό εθνικιστικό βίωμα στις επιμέρους αντικειμενικές συνθήκες της κοινωνικής ύπαρξης και το επαναπροσδιορίζει σύμφωνα με το υλικό υπόβαθρο της υπόστασης της κάθε κοινωνικής μονάδας, που σε τελική ανάλυση, καθορίζει και το αυθεντικό περιεχόμενο και τα όρια της ταξικής εμπειρίας του να ανήκει κανείς σε μια εθνική κοινότητα. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ενώ το εθνικιστικό φαντασιακό μπορεί να ηγεμονεύσει μόνο διαμέσου της επιβολής του από μια άνωθεν θεσμισμένη εξουσία, δηλαδη απ’ τις ελίτ κι εκείνες τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες που ταυτίζονται υποκειμενικά και συναρτούν αντικειμενικά την ευημερία τους με την αναπαραγωγή των κυρίαρχων συστημικών θεσμών, η ανάδειξη της ταξικής συνείδησης προϋποθέτει μια διαδικασία αυτόνομης θέσμισης του συλλογικού υποκειμένου των καταπιεσμένων. Μια διαδικασία συλλογικού αυτοκαθορισμού έξω από τις καθιερωμένες φαντασιακές σημασίες του εθνικισμού και μιας αντίληψης των ιεραρχικών σχέσεων της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας σαν το θεσμικό πλαίσιο που εξαρτά οργανικά την ευημερία των από πάνω, με την θεσμοποιημένη άρνηση της ευημερίας των από κάτω. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ως αναρχικοί είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε για τη ριζοσπαστική διαφώτιση των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων και όχι να αντιμετωπίζουμε ελιτίστικα τους ανθρώπους που ανήκουν σ’ αυτά σαν να είναι αθεράπευτα ηλίθιοι, ή να καταφερόμαστε με μένος εναντίον τους, λες και τους έχουμε κατατάξει από τώρα οριστικά και αμετάκλητα στο στρατόπεδο των μελλοντικών κοινωνικών μας αντιπάλων.

Το Μακεδονικό και άλλα συστημικά παραμύθια

210924_412611802131600_1581676737_o

Τίποτα δεν δίνει σε έναν φοβισμένο άνθρωπο περισσότερο κουράγιο από τον φόβο ενός άλλου”.

Ουμπέρτο Έκο

Λέγεται συχνά ότι η πολιτική είναι η “τέχνη του συμβιβασμού”. Ωστόσο, όπως έχει παρατηρήσει η Σιμόν Βέιλ, αυτό “που ονομάζουμε χρυσή τομή συνίσταται στην πραγματικότητα στην μη ικανοποίηση ούτε της μίας ούτε της άλλης από τις αντίθετες ανάγκες. Είναι μια καρικατούρα της πραγματικής ισορροπίας μέσω της οποίας οι αντίθετες ανάγκες ικανοποιούνται και η μία και η άλλη στην ολότητα τους”.i Έτσι, σε μια διαμάχη όπως είναι αυτή ανάμεσα στο ελλαδικό κράτος και το νεοπαγές κράτος των Σκοπίων για το επίσημο όνομα που θα έχει η γειτονική χώρα, μία πρόταση συμβιβασμού, αντί να ικανοποιήσει και τις δύο πλευρές και μ’ αυτόν τον τρόπο να δημιουργήσει τις συνθήκες για ειρηνική συνύπαρξη, θα μπορούσε τελικά να λειτουργήσει σαν αποσταθεροποιητικός παράγοντας. Σαν ένα ημίμετρο που αφού απέτυχε να ανταποκριθεί εξολοκλήρου στις αξιώσεις της μίας ή της άλλης μεριάς, συντηρεί τις εκατέρωθεν διεκδικήσεις και αφήνει τα δύο εμπλεκόμενα μέρη αμφότερα δυσαρεστημένα. Η ιστορία μας διδάσκει πώς μια κακοσχεδιασμένη ειρηνευτική συνθήκη, όχι μόνο δεν κατορθώνει να κατοχυρώσει την διαρκή ειρήνη, αλλά αντίθετα, τις περισσότερες φορές δύναται να λειτουργήσει σαν προάγγελος πολέμου.

Χωρίς αμφιβολία, ο αυτοπροσδιορισμός ενός λαού είναι αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα και δεν μπορεί παρά να είναι η αφετηρία από την οποία ξεκινάμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα της ονομασίας. Σύμφωνα με την απαράβατη αρχή που διατύπωσε ο αναρχικός Μαξίμοφ, «Το δικαίωμα του να είσαι ο εαυτός σου απορρέει με φυσικό τρόπο από τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας. Η παγκόσμια ελευθερία και η ισότητα, ο θρίαμβος της δικαιοσύνης ανά τον κόσμο, βρίσκεται υψηλότερα από κάθε εθνικό συμφέρον. Τα δικαιώματα των εθνών παύουν να αποτελούν συνεπαγωγές από αυτές τις υψηλότερες αρχές, εάν κι εφόσον χρησιμοποιηθούν για να αντιστρατευτούν την ελευθερία, ή να τοποθετηθούν έξω από αυτήν» (310).ii Από την άλλη, μιας και οι λαοί κατοχυρώνουν τις ιδιότητες και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τα οποία υποτίθεται ότι θεωρούν σαν συστατικά στοιχεία του αυτοπροσδιορισμού τους, αποκλειστικά και μόνο διαμέσου της οργάνωσης τους σε χωριστά και ανταγωνιστικά μεταξύ τους κράτη, και μιας και η κριτική του αναρχισμού στρέφεται κυρίως εναντίον του κράτους ως ετερόνομης μορφής αυτοθέσμισης της κοινωνίας, η αξιωματική παρατήρηση του Μαξίμοφ, χρήζει περαιτέρω ανάλυσης κι ερμηνείας σε ότι αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη. Κι αυτό γιατί ο αναρχισμός εκλαμβάνει το κράτος σαν μια μορφή καταναγκαστικής ένωσης, η οποία, αφενός βασίζεται στην ανισοκατανομή της δύναμης για την αναπαραγωγή του κι έτσι δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική της βούλησης του λαού που διατείνεται ότι εκπροσωπεί και αφετέρου, ακριβώς επειδή είναι ιεραρχικά διαρθρωμένη στο εσωτερικό της, είναι υποχρεωμένη να αναζητήσει τις πηγές της φαντασιακής θέσμισης της σε υπεριστορικά και υπερβατικά πεδία, που βρίσκονται έξω και πέρα από τις κοινωνικές διεργασίες και την συνειδητή δραστηριότητα των κοινωνικών υποκειμένων αυτή καθ’ αυτήν.

Έτσι, όταν επικαλούμαστε το “δικαίωμα ενός λαού στον αυτοκαθορισμό”, καλό θα είναι να θυμόμαστε ότι στον βαθμό που αυτό διαμεσολαβείται από την εξουασιαστική κρατική δομή, το δικαίωμα αυτό έχει ήδη καταπατηθεί από τους ίδιους τους πολιτικούς και τους διπλωμάτες που ισχυρίζονται πως το υπερασπίζονται. Γιατί τι άλλο είναι τελικά το Κράτος από ένας εξουσιαστικός μηχανισμός που αντλεί τη δύναμη του ακριβώς από την θεσμοποιημένη άρνηση του δικαιωματος του αυτοκαθορισμού για τα κοινωνικά στρώματα που κατέχουν υποτελή θέση στην ταξική ιεραρχία; Από αυτή την άποψη, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τον ρόλο που παίζει το κυρίαρχο ετερόνομο φαντασιακό εκατέρωθεν προκειμένου να ενισχύσει τις κατασταλτικές όψεις της επίσημης κρατικής ιδεολογίας, να παγιώσει τους κοινωνικούς αποκλεισμούς, την ιεραρχική διαβάθμιση και την ταξική καταπίεση στο εσωτερικό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, ενάντια στις εγχώριες ομάδες που εξορίζονται σαν ανεπιθύμητες από το κυρίαρχο εθνικιστικό φαντασιακό. Η διαπίστωση αυτή ισχύει εξίσου, είτε μιλάμε για το φαινομενικά “ισχυρότερο” κράτος και την ιδεολογική φαντασιώση που αυτό καλλιεργεί συστηματικά περί της ύπαρξης ενός τρισχιλιετούς ελληνικού πολιτισμού με αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια, ή για το έκτρωμα του νεοφερμένου κιτς “μακεδονισμού” των σκοπιανών γειτόνων, που είναι φορές που μοιάζει με μεθοδικά καλλιεργημένη συλλογική ψευδαίσθηση, η οποία αγγίζει τα όρια της παράνοιας. Όπως και να έχει, δεδομένου ότι το εθνικιστικό φαντασιακό μπορεί να διαστέλλει τον ορισμό της εθνικής “κοινότητας” ανάλογα με τις ανάγκες της ιστορικής και ταξικής συγκυρίας και να δανείζεται τα ουσιώδη στοιχεία του από όποια ιστορική ή πολιτισμική παράδοση επιθυμεί, η συνειδητή επιλογή του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού σε βάρος ενός άλλου εθνικιστικού φαντασιακού, ενδέχεται να αποκρύπτει λανθάνουσα επιθετικότητα κι έναν επεκτατισμό ενάντια σε έναν δυνητικό αντίπαλο.

Σίγουρα πάντως, άποψη μου είναι ότι ως αναρχικοί δεν μπορούμε να υιοθετούμε άκριτα και να ετεροκαθοριζόμαστε από την κρατικιστική προπαγάνδα της μίας πλευράς, με μοναδικό γνώμονα τη διάθεση μας για σύγκρουση και διαφοροποίηση με τις εγχώριες ταξικές δυνάμεις της ετερονομίας που συντάσσονται σύσσωμες πίσω από μια ιδεολογική γραμμή υπεράσπισης των “ιερών και οσίων του έθνους”. Κάπως έτσι άλλωστε, το βρετανικό αναρχικό κίνημα κατέληξε να υποστηρίζει αναφανδόν την παραμονή της Βρετανίας στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό μπλοκ της ΕΕ, αντιδρώντας έτσι ανακλαστικά, και μ’ αυτόν τον τρόπο ετεροκαθοριζόμενο από την πάγια θέση των βρετανών εθνικιστών υπέρ του brexit. Αυτό στην πράξη θα σήμαινε να αρνηθούμε να ενεργήσουμε κατά τρόπο που ενισχύει την προπαγάνδα του σκοπιανού μακεδονισμού, αλλά και την αντίθετη προπαγάνδα των ελληναράδων για την “ελληνική μοναδικότητα” της γεωγραφικής περιοχής που οριοθετείται ως Μακεδονία. Να αρνηθούμε δηλαδή τους ίδιους τους ιδεολογικούς όρους με τους οποίους τίθεται το αντικείμενο αυτής της επίπλαστης διαμάχης. Θα μπορούσε άλλωστε κάποιος να αναρωτηθεί αν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η αναζωπύρωση ενός “εθνικού θέματος” συμπίπτει χρονικά με την περιστολή του δικαιώματος στην απεργία από μια “αριστερή” κυβέρνηση.iii

Κι αν η ανακάλυψη μιας ιστορικής συγγένειας ανάμεσα στους Σλάβους που μετανάστευσαν στα βυζαντινά εδάφη περίπου τον 5ο μ.Χ. αιώνα και στον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα που έζησε κι έδρασε εννιακόσια χρόνια πριν, αποτελεί πράγματι τρανή απόδειξη για την έμφυτη “πλαστικότητα” της εθνικστικής ιστοριογραφίας, της ικανότητας της δηλαδή να μεταμορφώνει και να προσαρμόζει τα ιστορικά δεδομένα στους αντικειμενικούς ιδεολογικούς της σκοπούς, θα πρέπει κάποιος να υπενθυμίσει στους συμπαθείς γείτονες ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν παρά ένας ιμπεριαλιστής σφαγέας, ερωτευμένος με την επίφαση του ίδιου του μεγαλείου του. Ο φιλόσοφος Ρ. Ρόρτυ κάποτε έγραψε πως, “Η εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες ότι ο αυτοσεβασμός για τα άτομα: η αναγκαία συνθήκη για τη βελτίωση τους. Μια υπερβολική δόση εθνικής υπερηφάνειας μπορεί να οδηγήσει στην επιθετικότητα και τον ιμπεριαλισμό, όπως ακριβώς και ο υπέρμετρος αυτοσεβασμός μπορεί να προξενήσει αλαζονεία. Αλλά όπως μια πολύ μικρή δόση αυτοσεβασμού παρεμποδίζει το άτομο να υψώσει το ηθικό του ανάστημα, έτσι και μια κουτσουρεμένη εθνική υπερηφάνεια καθιστά αδύνατη την ενεργητική και αποτελεσματική συζήτηση για την εθνική πολιτική”.iv Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι ένας βαθμός ανειλικρίνιας είναι αναγκαίος να περιλαμβάνεται στην επίσημη ιστοριογραφία, προκειμένου να αποτρέψει την κατάρρευση του εθνικιστικού φαντασιακού και για να μην πάψει αυτό να λειτουργεί ως σημείο ιδεολογικής ταύτισης και συγκολλητική ουσία για το σύνολο της ταξικά διαρθρωμένης κοινωνικής ολότητας. Έτσι, ο “δικός μας” κατακτητής είναι εξορισμού πάντοτε ο καλύτερος. Δεν εξόντωσε λαούς, αλλά αναμόρφωσε τις περιοχές που κατέκτησε. Δεν υπέταξε τους ηττημένους, αλλά ένωσε τον τότε γνωστό κόσμο κι εγκαθίδρυσε επί γης ειρήνη. Υπό την άπολυτη εξουσία του φυσικά και κάνοντας χρήση κτηνώδους βίας. Ακόμα και το Ουλάν-Μπατόρ, η πρωτεύουσα της σύγχρονης Μογγολίας είναι γεμάτη από αγάλματα και προτομές του Τζένγκις-Χαν, του Μογγόλου επιδρομέα που αιματοκύλησε την ανθρωπότητα. Για το σύγχρονο μογγλικό κράτος βέβαια, ο Τζένγκις-Χαν έχει αναβαπτιστεί ιστορικά σε ακούραστο απελευθερωτή και σε σύμβολο αυτού ακριβώς που απεχθανόταν. Ενός μη-νομαδικού τρόπου οργάνωσης της μογγολικής κοινωνίας.v

Στο σκοπιανό καλούμαστε να ταχθούμε με το μέρος μιας “δίκαιης λύσης”. Δεν υπάρχει όμως δίκαιη πολιτική που να βοηθά στη δημιουργία ή την αναπαραγωγή μιας άδικης εξουσιαστικής δομής. Θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η λεγόμενη “εξωτερική” πολιτική, με το ένα της μάτι κοιτάει πάντοτε προς τα μέσα. Δεν εννοούμε με αυτό ότι οι ελίτ συνομωτούν μεταξύ τους για να εξαπατήσουν τους αφελείς προλετάριους, σκηνοθετώντας ψεύτικους πολέμους προκειμένου οι προλετάριοι να αλληλοσκοτωθούν. Ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός είναι το δίχως άλλο πραγματικός, με την έννοια ότι αντανακλά τη σύγκρουση των αντιθετικών συμφερόντων ανάμεσα στους θεσμοποιημένες ετερόνομους κοινωνικούς σχηματισμούς και τον ανταγωνισμό των ελίτ για την αποκλειστική πρόσβαση σε σπάνιους πόρους. Αυτός είναι και ο λόγος άλλωστε που ο αναρχικός θεωρητικός κι ακτιβιστής Ρ. Ρόκερ κάποτε ισχυρίστηκε ότι για να βάλουμε τα θεμέλια μιας εναλλακτικής διεθνούς τάξης βασισμένης στις αρχές της αλληλεξάρτησης, της αλληλεγγύης και της ισότητας, θα έπρεπε πρώτα απ’ όλα να θέσουμε υπό διεθνή έλεγχο και συλλογικό καθεστώς ιδιοκτησίας τις κυριότερες διεθνείς πλουτοπαραγωγικές πηγές.vi Εκτός από μια ριζοσπαστική αλλαγή στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα, δηλαδή στο ηγεμονικό σύστημα ιδεών, αξιών και πειποιθήσεων της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, ο προλεταριακός διεθνισμός προϋποθέτει και την αλλαγή στις αντικειμενικές συνθήκες, που θα δημιουργήσει τα υλικά θεμέλια πάνω στα οποία μπορούμε να χτίσουμε έναν εναλλακτικό τρόπο κοινωνικής συμβίωσης. Από την άλλη, είναι ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός με την παραδοσιακή μορφή του που συντελεί στην υποβάθμιση της σημασίας των ταξικών διαχωρισμών και μέσα από αυτόν παίρνουν την οποια υλική τους υπόσταση οι φαντασιακές σημασίες της “ενότητας” του έθνους. Έτσι, ο Μωρίς Μπαρρές, βασικός ιδεολόγος της γαλλικής ακροδεξιάς του μεσοπολέμου, απολάμβανε να κάνει τους περιπάτους του στα στρατιωτικά νεκροταφεία όπου ήταν θαμμένοι οι γάλλοι στρατιώτες που είχαν χάσει τη ζωή τους στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.vii ΄Ήταν εκεί που το γαλλικό έθνος είχε προσλάβει την χειροπιαστή, υλική του διάσταση, σαν τίποτα περισσότερο όμως, παρά μια λατρεία των νεκρών και του θανάτου.

Είναι πάντως προφανές, πως δεν υπάρχει καμία ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους πολέμους του μεσαίωνα, όταν οι τοπικοί φεουδάρχες άρχοντες οδηγούσαν τους φτωχούς χωρικούς σε αλλεπάλληλες πολεμικές συρράξεις με έπαθλο την αύξηση του ατομικού πλούτου και της ισχύος τους, και στους μοντέρνους πολέμους όπου αντιμέτωπα στα πεδία των μαχών τέθηκαν τα έθνη. Λέγεται ότι ο Γκαίτε όντας παρών στην μάχη του Βαλμύ, αναγνώρισε αμέσως την ποιοτική διαφορά που υπήρχε ανάμεσα στον επαναστατικό γαλλικό στρατό που αποτελούνταν από “πολίτες”, θεωρητικά ίσους μεταξύ τους, σε αντιδιαστολή με το παραδοσιακό πρωσσικό στράτευμα, που το διαπερνούσαν τα ταξικά προνόμια και οι κάστες της αριστοκρατικής κοινωνίας της Πρωσσίας. Είπε τότε ο Γκαίτε ότι μια νέα εποχή είχε ξεκινήσει για την ανθρωπότητα. Αναφορικά με την ανώτερη μαχητική ικανότητα που έχει ένας στρατός αποτελούμενος από τυπικά ίσους πολίτες, που πολεμάει για να υπερασπίσει τα ιδανικά του και όχι από υποχρέωση, ο Γκαίτε σίγουρα δεν έπεσε έξω. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός πως τα ταξικά προνόμια και ο θεμελιώδης διαχωρισμός που ήταν χαρακτηριστικός στους στρατούς του παλαιού καθεστώτος, μεταφέρθηκε αυτούσιος και στην τυπική δομή των μοντέρνων στρατών. Με άλλα λόγια, κατά τον ίδιο τρόπο που οι στρατιώτες των παλιών φεουδαρχικών ή αυτοκρατορικών στρατών δεν είχαν τον παραμικρό έλεγχο πάνω στις αποφάσεις που τους παρέσερναν στον πόλεμο, ή πάνω σε αυτές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια παύση των εχθροπραξιών, έτσι και οι στρατιώτες των “εθνικών” στρατών πολύ λίγο κατανοούσαν τους λόγους εξαιτίας των οποίων έπρεπε τώρα να επιτεθούν και να πετσοκόψουν τους αντιπάλους τους. Η απόλυτη ματαιότητα της προσωπικής θυσίας που συνεπαγόταν ο πόλεμος για τα μέλη της υποτάξης και η μακάβρια αντήχηση των βαρύγδουπων δηλώσεων περί ηρωισμού και πατριωτισμού για κάποιον που έζησε από πρώτο χέρι το σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αποτυπώνεται με τον πιο γλαφυρό τρόπο στο κλασσικό αντιπολεμικό μυθιστόρημα του Σελίν, Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας (παρά την ακραία αντιδραστική μετάλλαξη που υπέστησαν στη συνέχεια οι πολιτικές πεποιθήσεις του συγγραφέα).viii Μόνο μια ελίτ στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας είναι σε θέση να κατανοήσει τους σκοπούς που εξυπηρετεί ο πόλεμος και να δρομολογήσει τις αποφάσεις για την έναρξη ή τον τερματισμό του. Από την σκοπιά του προλεταριάτου, ο πόλεμος εμφανιζόταν σαν μια γενικευμένη παραφροσύνη με κίνητρα ανεξιχνίαστα, πέρα από τα συμφέροντα των πλουσίων και των καπιταλιστών.

Όπως και να ‘χει, η ηγεμονική νεοφιλελεύθερη κοσμοθεωρία έχει κάνει πολύ καλή δουλειά σε αυτόν τον τομέα. Νεοφιλελευθερισμός σημαίνει πρώτα απ’ όλα ολόψυχη πίστη στη θεσμοποίηση της κοινωνικής ιεραρχίας ως εμπράγματη έκφραση της ανισομέρειας στην έμφυτη ατομική ικανότητα. Αν αυτό που είναι καλό για την κοινωνία είναι εκείνο που είναι καλό για τους ηγέτες της, τότε μόνο οι ηγέτες είναι από τη φύση τους σε θέση να κρίνουν τι είναι καλό για την κοινωνία. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πως θα οδηγήσουν τους υποτελείς τους στην μαζική σφαγή.

iS. Weil, Ανάγκη για Ρίζες (Κέδρος), σελ. 35.

iiM. Schmidt & L. van derWalt, Black Flame, vol. I (AK Press), σελ. 310.

ivΡ. Ρόρτυ, Η Αριστερή Σκέψη στην Αμερική του 20ου Αιώνα (Πόλις), σελ. 9.

vΟ Μααλούφ γράφει για την άλωση της Βαγδάτης από τους Μογγόλους, κατά την οποία εκδηλώθηκε όλο το μίσος και η αποστροφή που έτρεφε ο νομαδικός λαός και οι αρχηγοί του για τους αστικοποιημένους πολιτισμούς: “Στις 10 Φεβρουαρίου 1258, πηγαίνει ο ίδιος [ο χαλίφης] προσωπικά στο στρατόπεδο του νικητή και τον βάζει να του υποσχεθεί ότι θα σεβαστεί τη ζωή των κατοίκων εάν αυτοί δεχτούν να καταθέσουν τα όπλα. Μάταια. Οι μουσουλμάνοι πολεμιστές μόλις κατέθεσαν τα όπλα εξοντώθηκαν. Μετά, οι μογγολικές ορδές ξεχύθηκαν στην επιβλητική πόλη, γκρεμίζοντας κτίρια, καίγοντας συνοικίες, σκοτώνοντας αλύπητα άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ογδόντα χιλιάδες άτομα συνολικά”. Στο Α. Μααλούφ, Οι Σταυροφορίες από την Σκοπιά των Αράβων (Εκδόσεις Λιβάνη), σελ. 311.

vi“Αυτό που ζητάμε δεν είναι η παγκόσμια εκμετάλλευση αλλά μια παγκόσμια οικονομία μέσα στην οποία κάθε ομάδα ανθρώπων θα βρει τη φυσική της θέση και θα απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με τις υπόλοιπες. Συνακόλουθα, η διεθνοποίηση των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πηγών και των εδαφών που είναι πλούσια σε πρώτες ύλες είναι ένα από τα πιο σημαντικά προαπαιτούμενα για την ύπαρξη μιας σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων βασισμένης στις ελευθεριακές αρχές. Θα πρέπει να δημιουργήσουμε μια νέα ανθρώπινη κοινότητα που θα έχει τις ρίζες της στην ισότητα των οικονομικών συνθηκών, η οποία θα ενώνει όλα τα μέλη της μεγάλης πολιτισμικής κοινότητας με νέους δεσμούς αμοιβαίου συμφέροντος, παραβλέποντας τα σύνορα των σημερινών κρατών”. Στο M. Schmidt & L. van derWalt, σελ. 310.

viiR. Weiss, Συντηρητισμός και Ριζοσπαστική Δεξιά (Θύραθεν), σελ. 141.

viii“Βαδίζοντας ευθεία μπροστά μου, θυμόμουνα την τελετή της προηγούμενης. Σ’ ένα λιβάδι είχε γίνει η τελετή, στη ράχη κάποιου λόφου. Ο συνταγματάρχης είχε απευθυνθεί με τη φωνάρα του στο σύνταγμα: ‘Άνω τας καρδίας!’ να λέει… ‘Άνω τας καρδίας! Και ζήτω η Γαλλία!’. Είναι λίγο να πεθαίνεις άμα δεν έχεις φαντασία, άμα όμως έχεις είναι πάρα πολύ. Αυτή είναι η γνώμη μου. Ποτέ μου δεν είχα καταλάβει τόσα πολλά πράγματα μονομιάς”. Στο Σελίν, Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας (Εστία), σελ. 31.

Ο ιμπεριαλισμός πέθανε, ζήτω ο ιμπεριαλισμός!

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί αναδημοσίευση της συνεισφοράς μου στην νέα αναρχική επιθεώρηση Μαύρο & Κόκκινο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις ελευθεριακές εκδόσεις Ναυτίλος. Περισσότερες πληροφορίες για το εγχείρημα, μπορείτε να βρείτε εδώ:

https://athens.indymedia.org/post/1581980/

Frans_Hals,_De_magere_compagnie

Δεν είμαστε πια μόνο ‘εμείς’ και ‘αυτοί’- δύο στρατοί σε παράταξη μάχης που ετοιμάζονται για την επόμενη σύγκρουση, για την επόμενη εκδίκηση. Τώρα υπάρχουν στην ‘δική’ μας την πλευρά άνθρωποι με τους οποίους, τελικά, έχω πολύ λίγα πράγματα κοινά, και υπάρχουν στη ‘δική’ τους την πλευρά άνθρωποι με τους οποίους μπορώ να νιώσω πολύ κοντά”.

Αμίν Μααλούφ, Οι Φονικές Ταυτότητες

Δεν πολεμάμε για την Αριστερά”

Πριν από δύο καλοκαίρια είχε έρθει στην Αθήνα για να μιλήσει η Ντιλάρ Ντιρίκ, πολιτική ακτιβίστρια, μέλος του Κινήματος των Κούρδων Γυναικών και μια από τις άτυπες εκπροσώπους της επανάστασης των Κούρδων της Συρίας στις μητροπόλεις του παγκόσμιου Βορρά. Η ομιλία δόθηκε στο πλαίσιο του αντιεξουσιαστικού φεστιβάλ της ΑΚ και το πολιτικοποιημένο κοινό που συνωστιζόταν στα καθίσματα περίμενε με ενθουσιασμό να ακούσει για τις εμπειρίες της Ντιρίκ, που είχε πρόσφατα επισκεφτεί την Ροζάβα κι έφερνε μαζί της εντυπώσεις και πληροφορίες από πρώτο χέρι αναφορικά με την πορεία που είχε πάρει το χτίσιμο του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού στις απελευθερωμένες περιοχές του συριακού Κουρδιστάν. Ξαφνικά, κάποιος αφανής διερχόμενος, (προφανώς) αριστερός, διέκοψε την παρουσίαση που μόλις είχε ξεκινήσει. Στάθηκε όρθιος κοντά στην περίφραξη του χώρου και με ιερή αγανάκτηση κατήγγειλε ότι πλάι στους Κούρδους πολιτοφύλακες της Συρίας πολεμούσαν κομάντος του αμερικάνικου στρατού. Στη συνέχεια, αποκήρυξε το κίνημα των Κούρδων σαν υποχείριο του δυτικού ιμπεριαλισμού στην ευρύτερη περιοχή. Η Ντιρίκ αντέδρασε ψύχραιμα στην ωμή αυτή παρέμβαση. Δεν αρνήθηκε τη συνδρομή των ΗΠΑ, αλλά αντέτεινε πως η κουρδική δημοκρατική διοίκηση δεν διαθέτει υποβρύχια και πολεμικά αεροσκάφη και, για τον λόγο αυτό, ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί όποια στρατιωτική βοήθεια της πρόσφεραν οι Αμερικανοί. “Πολεμάμε για τις ζωές μας”, πρόσθεσε η Ντιρίκ, “όχι για να ικανοποιήσουμε τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις των αριστερών στην Δύση”.

Με μια πρώτη ανάγνωση, το επιχείρημα της φαντάζει ακαταμάχητο. Αμέσως όμως γεννάται το ερώτημα, αν ο θαρραλέος αγώνας που διεξάγουν οι Κούρδοι δεν εφάπτεται πουθενά με τις ιδεολογικές φαντασιώσεις των κοινωνικών αγωνιστών στις χώρες του παγκόσμιου Βορρά, αν η εξέλιξη της επαναστατικής διαδικασίας στην Ροζάβα δεν εμπνέεται από τις ίδιες πολιτικές αρχές που διαπνέουν το πρόταγμα του κοινωνικού αναρχισμού κι αν δεν βοηθάει να ζωντανέψουν οι αναλυτικές κατηγορίες της πολιτικής κοσμοθεωρίας του, τότε ποιόν λόγο έχουν οι αναρχικοί να υποστηρίξουν και να συνδράμουν με όποιον τρόπο μπορούν την πάλη για την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού; Υπάρχει λοιπόν μια πολιτική διάσταση μέσα από την οποία καλούμαστε να αξιολογήσουμε την πολιτική βαρύτητα της κάθε εξέγερσης, που περιλαμβάνει ιδεολογικά κριτήρια και αξιολογικές κρίσεις που υπερβαίνουν το κριτήριο της άμεσης βιωματικής εμπειρίας που φέρει ο ίδιος ο εξεγερμένος, χωρίς βέβαια να το παραγνωρίζει κιόλας. Οι ιδεολογικές αφαιρέσεις όταν δεν δοκιμάζονται στον λαβύρινθο της κοινωνικής πραγματικότητας καταπίπτουν στο επίπεδο της αβλαβούς ονειροφαντασιώσης και συγγενεύουν πολύ με την τρέλα, ως εκείνης της κατάστασης όπου συντελείται η ιδιωτική νοηματοδότηση του κόσμου, χωρίς απραίτητα να λαμβάνει υπόψη κάποιο εξωτερικό σημείο αναφοράς ή τα εμπειρικά δεδομένα των αισθήσεων. Από την άλλη, η πράξη δίχως αναστοχασμό και χωρίς την αναγωγή της σε κάποιο αξιακό σύστημα που να παρέχει καθοδήγηση για τους σκοπούς της, μπορεί μόνο να υπηρετεί τις άμεσες ανάγκες της βιολογικής αναπαραγωγής του υποκειμένου, ή το εγωιστικό συμφέρον, νοούμενο σαν μέγεθος ανταγωνιστικό προς οτιδήποτε κι οποιονδήποτε βρίσκεται έξω από εμάς. Με αυτόν τον τρόπο όμως διαρρηγνύεται η ικανότητα του υποκειμένου για την ανάπτυξη συλλογικών δεσμών που καθιστούν δυνατή κάθε δημιουργική πολιτική πράξη, με την έννοια που δίνουν σε αυτή τόσο ο Καστοριάδης, όσο και ο Χόλλογουαιη.i Αυτή η πράξη πολιτικής και κοινωνικής αναδημιουργίας, συνίσταται στην υπέρβαση του στενού εγωιστικού συμφέροντος που απορρέει από την ταξική θέση του καθενός από εμάς, ή μάλλον σε μια έμπρακτη ανανοηματοδότηση του μέσω της συλλογικοποίησης των επιθυμιών, μέσα σε ευρύτερες ταξικές συσσωματώσεις που μάχονται για τον αντισυστημικό μετασχηματισμό της ετερόνομης κοινωνίας και αναδεικνύουν με αυτόν τον τρόπο το γενικότερο, αμοιβαίο ταξικό συμφέρον των καταπιεσμένων.

Το σύστημα της οικονομίας της αγοράς ενθαρρύνει την πολυδιάσπαση και τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος σε πολλά, ξεχωριστά κι αντιθετικά συμφέροντα. Καλλιεργεί σαν αρετή τον ακραίο ατομικισμό και τον γενικευμένο ανταγωνισμό όλων εναντίον όλων, προκειμένου να διασφαλίσει την αναπαραγωγή των δομών ετεροκαθορισμού και τη συγκρότηση του κοινωνικού σώματος σε ιεραρχικά πρότυπα. Συνακόλουθα, κάθε πολιτική πράξη που προωθεί την ριζική ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα με την μορφή που αυτό έχει σήμερα, προϋποθέτει τον ποιοτικό μετασχηματισμό των ανταγωνιστικών κοινωνικών σχέσεων, αλλά και την κατάλυση των θεσμισμένων ιεραρχιών που κατοχυρώνουν την άνιση κατανομή της δύναμης σε όλα τα επίπεδα της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Οι δυο αυτές διαστάσεις του απελευθερωτικού προτάγματος είναι αλληλοεξαρτόμενες και η μία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την άλλη. Ο εναλλακτικός τρόπος κοινωνικής συνύπαρξης που αναδεικνύεται μέσα από τις αντιδομές του κινήματος για ταξική αυτονομία, το εναλλακτικό κοινωνικό παράδειγμα δηλαδή που δημιουργείται βαθμιαία μέσα από τις καθημερινές συλλογικές πρακτικές του αντισυστημικού κινήματος,ii δεν μπορεί να επιβιώσει για πολύ αν δεν αποβλέπει στην κατάργηση των τάξεων και σε έναν καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Δηλαδή, σε μια συνολική ανατροπή των δομών που αναπαράγουν την θεσμοποιημένη ετερονομία. Μόνο έτσι άλλωστε μπορούν να σφυρηλατηθούν στην πράξη οι κοινωνικές συμμαχίες που θα υπερβαίνουν τους ταξικούς διαχωρισμούς που έχει καθιερώσει το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, το οποίο έχει χωρίσει την κοινωνική ολότητα σε στρατόπεδα κερδισμένων και χαμένων, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μόνο σύμφωνα με τον καπιταλιστικό κανόνα της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και του αμοιβαίου ανταγωνισμού.

Αλήθεια, τι αξία είχαν ο σοσιαλισμός και το μοντέλο της άμεσης δημοκρατίας που επικράτησε στα ισραηλινά κιμπούτζ, εφόσον χτίστηκε πάνω στα ερειπωμένα χωριά των διωγμένων Παλαιστίνιων, χωρίς ποτέ το κίνημα των κιμπούτζ να αμφισβητήσει έμπρακτα τα φυλετικά σύνορα μέσα από τα οποία καθιερώθηκε η ισραηλινή κρατικιστική ετερονομία;iii Και τι σημασία έχουν οι αμεσοδημοκρατικές δομές και η καταπολέμηση της πατριαρχίας στην Ροζάβα, αν για να επικρατήσουν είναι αναγκασμένες να υπαχθούν όλο και πιο ολοκληρωτικά στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς και τις στρατηγικές επιδιώξεις της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή; Το ζήτημα που τίθεται εδώ δεν είναι να βάλουμε στον ζύγι την κοινωνική απελευθέρωση στην Ροζάβα και να την αντιπαραβάλλουμε με τα συμφέροντα ενός, εν πολλοίς ανύπαρκτου, διεθνούς επαναστατικού κινήματος, αλλά να προβληματιστούμε γύρω από το αν η ταξική αυτονομία στον παγκόσμιο Νότο είναι δυνατό να επιτευχθεί μέσα από μια συμμαχία με τους ορκισμένους εχθρούς της ταξικής αυτονομίας των προλεταριων του Βορρά. Για να το πούμε διαφορετικά, είναι τα συμφέροντα της ίδιας της επαναστατικής διαδικασίας στην Ροζάβα που διακυβεύονται και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια παγκόσμια επανάσταση, όχι τα συμφέροντα κάποιου “διεθνούς επαναστατικού κινήματος” που υπάρχει μόνο στη φαντασία των αριστερών σαν συντελεσμένο και ταξικά ομοιογενές πολιτικό υποκείμενο.

Μέσα κι έξω από το κάστροiv

Τα ριζοσπαστικά κινήματα που εμπλέκονται στην Κοινωνική Πάλη των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών (ΑΚΧ) του παγκόσμιου Βορρά, στρέφονται εξορισμού ενάντια στις τυπικές και άτυπες ιεραρχίες του διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας, εξαιτίας των αντικειμενικών κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες αναπτύσσουν τη δράση τους. Με άλλα λόγια, μια ενδεχόμενη κατάρρευση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στις ΗΠΑ, θα σηματοδοτούσε την κατάρρευση ολόκληρου του συστήματος από το οποίο εκπορεύεται η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Από αυτή την άποψη, και ακριβώς επειδή ένα τέτοιο αντισυστημικό κίνημα του προλεταριάτου στις ΑΚΧ δεν θα ήταν σε θέση να υπολογίζει σε καμία “εξωτερικότητα” σαν σημείο αναφοράς για την παροχή ιδεολογικής, πολιτικής ή υλικής συμπαράστασης στον επαναστατικό αγώνα που διεξάγει, θα ήταν υποχρεωμένο να αναζητήσει τις πηγές για την τελική επικράτηση του στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις στο εσωτερικό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Πράγματι, κανένα ΝΑΤΟ δεν βρέθηκε για να βομβαρδίσει την κυβέρνηση της ΝΔ όταν ξέσπασε η εξέγερση του Δεκέμβρη, ενώ όταν ο Αχμαντινετζάντ διακήρυξε την αλληλεγγύη του Ιράν προς τους βρετανούς εξεγερμένους του 2011 και κατήγγειλε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ την βαρβαρότητα των αγγλικών δυνάμεων καταστολής, κανένας δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία.v Η αναδιάταξη της κατανομής της ισχύος μέσα στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό μέχρι την καθολική ανατροπή του, αποτελεί μονόδρομο για κάθε αναρχικό πρόταγμα και το πρόγραμμα του αναρχικού κινήματος στις ΑΚΧ, ή θα είναι εξορισμού αντισυστημικό, ή δεν θα υπάρχει. Και βέβαια δεν είναι καθόλου τυχαία η φαντασιακή ταύτιση, αλλά και οι υλικοί δεσμοί που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στην αναρχική αντιπολίτευση στις μητροπόλεις και τις οργανώσεις των καταπιεσμένων στην καπιταλιστική περιφέρεια. Για παράδειγμα, η αμερικάνικη ημι-αναρχική SDS εναντιώθηκε ενεργά στον πόλεμο του Βιετνάμ, ενώ οι μαχητές της Φράξιας Κόκκινος Στρατός (RAF) έλαβαν στρατωτική εκπαίδευση και επιμελητειακή υποστήριξη από οργανώσεις της Παλαιστινιακής αντίστασης.vi

Από την άλλη μεριά, στις κοινωνίες της οικονομικής περιφέρειας του συστήματος, η κύρια αντίθεση που επικαθορίζει τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων και επιδρά αποφασιστικά πάνω στη διαμόρφωση του περιεχομένου της Κοινωνικής Πάλης, εξακολουθεί να είναι το ζήτημα της υποτέλειας ή της ανεξαρτησίας απέναντι στην υπερεθνική ελίτ, που εκκινεί κυρίως από τις ανεπτυγμένες χώρες του G7 για να κυριαρχήσει στον κόσμο. Στις εξαρτημένες κοινωνικές ολότητες, τα πολιτικά μπλοκ εξουσίας και οι συμμαχίες ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις ακόμα συγκροτούνται πρωταρχικά γύρω από μια φιλοδυτική ή αντιδυτική πλατφόρμα. Για παράδειγμα, στον Λίβανο η σουνιτική νεό-μπουρζουαζία που κατά κύριο λόγο είναι συγκεντρωμένη στα αστικά κέντρα του βόρειου λιβάνου, παραδοσιακά διάκειται ευνοϊκά προς το Ισραήλ και τις χώρες του G7, ενώ τα σιιτικά αγροτικά στρώματα του λιβανέζικου νότου ήταν εκείνα που σήκωσαν το βάρος της ένοπλης αντίστασης ενάντια στον ισραηλινό κατακτητή και αποτελούν τους φυσικούς συμμάχους του Ιράν, της Συρίας και της Παλαιστινιακής αντίστασης στον μακροχρόνιο αγώνα που δίνουν για να ανατρέψουν την γεωπολιτική ηγεμονία της υπερεθνικής ελίτ και του Ισραήλ στην περιοχή. Αλλά και σε χώρες όπως η Λιβύη και η Συρία, οι “εξεγέρσεις” της εγχώριας αντιπολίτευσης δεν άργησαν να προσδέσουν τις τύχες τους στο άρμα του συστημικού ιμπεριαλισμού προκειμένου να επιβιώσουν. Από πολύ νωρίς, οι δυτικοθρεμμένοι αστοί “δημοκράτες” του Συριακού Εθνικού Συμβουλίου έσπευσαν να διακηρύξουν προς πάσα κατεύθυνση ότι μετά την άνοδο τους στην εξουσία, θα φροντίζαν να απομακρύνουν την Συρία από τις “τριτοκοσμικές” στρατηγικές συμμαχίες της (Ιράν, Χεζμπολλάχ) και θα έπαυαν κάθε στρατιωτική βοήθεια προς τις ένοπλες Παλαιστινιακές οργανώσεις.vii Παρομοίως, η τζιχάντ σε Συρία και Ιράκ για την εγκαθίδρυση του χαλιφάτου υπήρξε μεν ένα υπερεθνικό κίνημα βάσης, αλλά επαφιόταν αποκλειστικά στην πολυεπίπεδη στήριξη της Τουρκίας, του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας, για την συνέχιση και την τελική νίκη της απέναντι στα καθεστώτα σε Ιράκ και Συρία. Όταν η Τουρκία απαγόρευσε την διέλευση ξένων εθελοντών από και προς τα μέτωπα του συριακού πολέμου, όταν έπαψε να αγοράζει το πετρέλαιο του Ισλαμικού Κράτους και να το μεταπωλεί μεταμφιεσμένο στις διεθνείς αγορές, και όταν οι μοναρχίες του Κόλπου διέκοψαν την ροή (δυτικών) όπλων και πυρομαχικών προς τους ισλαμιστές μαχαιροβγάλτες, η ισλαμιστική σουνιτική εξέγερση γρήγορα εξέπνευσε και βρέθηκε να υποχωρεί άτακτα σε όλα τα μέτωπα.

Σαν μια γενική διαπίστωση, μπορούμε να πούμε ότι όσο πιο χαμηλή είναι η θέση που κατέχει μια χώρα στον καταμερισμό της εργασίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, τόσο τα πολιτικά υποκείμενα και οι κοινωνικές ομάδες χάνουν την αυτοτέλεια τους, με την έννοια τόσο της προσφυγής τους στη βοήθεια της “εξωτερικότητας”viii προκειμένου να αποκτήσουν τα υλικά μέσα για την δράση τους, όσο και ως προς την διαμόρφωση του πολιτικοκοινωνικού προγράμματος που αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας. Δηλαδή, με την έννοια του περιεχομένου που αποκτά κάθε φορά η δομική Κοινωνική Πάλη στις ετερόνομες κοινωνίες. Αυτή την διαδικασία σταδιακής αποικιοποίησης μιας χώρας που υποβαθμίζεται στην καπιταλιστική ιεραρχία την ζήσαμε από πρώτο χέρι και στον ελλαδικό χώρο, όπου το βάθεμα των δεσμών εξάρτησης απο την μητρόπολη συνοδεύτηκε από την επανεμφάνιση του “ρωσικού” κόμματος στην θεσμική πολιτική ζωή (Ελληνική Λύση του Βελόπουλου). Το συστημικό αντίπαλο δέος, το “αμερικανικό κόμμα” δηλαδή, περιλαμβάνει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα και, έτσι κι αλλιώς, αποτελεί καταστατικό στοιχείο του πολιτικού συστήματος της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” από την εποχή της ίδρυσης του στην μεταπολίτευση. Έτσι, το “εξωτερικό” σημείο αναφοράς για τις αντιμαχόμενες κοινωνικές δυνάμεις στην περιφέρεια υπάρχει και είναι μια εναλλακτική πηγή εξουσίας, που δεν ανήκει και δεν ελέγχεται από την τοπική εξουσιαστική δομή, την ετερόνομη κοινωνική ολότητα που επιδιώκουν να ανατρέψουν. Από την άλλη, στον όλο και περισσότερο ομοιογενή κοινωνικό χώρο του καπιταλιστικού κέντρου, η ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα και η δημιουργία μιας “εξωτερικότητας” είναι το ζητούμενο και το κεντρικό διακύβευμα της ίδιας της Κοινωνικής Πάλης. Μπορεί να συγκροτηθεί μόνο ως σημείο φυγής από το θεσμικό πλαίσιο που αναπαράγει την συστημική κυριαρχία, ως ένας εναλλακτικός πόλος ταξικής αυτοδιάθεσης που θα αμφισβητεί τις ίδιες τις δομές της θεσμοποιημένης ετερονομίας στο σύνολο τους. Για να το πούμε διαφορετικά, μπορεί να υπάρξει μόνο σαν στιγμή και εμπειρία αυτονομίας με επεκτατικές βλέψεις έναντι της ετερονομίας, και όχι σαν μια εναλλακτική ετερονομία.

Το καταπιεσμένο έθνος των Κούρδων έχει βέβαια κάθε δικαίωμα να απαιτήσει την δημιουργία της δικής της χωριστής κρατικής οντότητας μέσα στην οποία θα της αναγνωριστεί το δικαίωμα να υπάρχει και να εκφέρει ανοιχτά ότι είναι ένας “λαός”.ix Ωστόσο, το σύστημα της ετερονομίας αναπαράγει την κυριαρχία του, όχι μόνο μέσω μιας “ψευδούς” ταξικής συνείδησης, αλλά επικαθορίζοντας την παραγωγή της ίδιας της υποκειμενικότητας του ατόμου. Αποικίζει τις επιθυμίες και το φαντασιακό του, προδιαγράφει τα θεσμικά όρια της αλληλεπίδρασης του με τις υπόλοιπες κοινωνικές μονάδες και απαλλοτριώνει τα συμφέροντα του, όσο και τους τρόπους που ο καθένας έχει στη διάθεση του για να ικανοποιήσει αυτά τα συμφέροντα. Όπως έχω γράψει αλλού, η ίδρυση ενός ακόμα κράτους είναι ο μόνος τρόπος που εχουν οι Κούρδοι για να κάνουν σεβαστή την ανθρωπινότητα τους, όχι όμως ως άνθρωποι, αλλά σαν νόμιμοι υπήκοοι μιας καινούριας εξουσίας που την ίδια στιγμή που τους αναγνωρίζει σαν νομικά υποκείμενα, τους καθυποτάσσει κιόλας. Ο μακροχρόνιος αγώνας των Κούρδων για την απελευθέρωση τους από τον τετραεθνή ζυγό της Τουρκίας, του Ιράκ, του Ιράν και της Συρίας, τους έφερε αντικειμενικά με το μέρος του Ισραήλ και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην περιοχή. Όπως γράφει η Σάρα Άμπεντ, πολύ νωρίς ο Μπαρζανί στρατολογήθηκε από την Μοσάντ σαν ένας πολύτιμος σύμμαχος που είχε την δυνατότητα να αποσταθεροποιήσει κατά παραγγελία το αντισιωνιστικό καθεστώς του Σαντάμ μέσω μιας κουρδικής εξέγερσης στις βόρειες περιοχές της χώρας.x Η ολοκληρωτική αυτή εξάρτηση παραμένει μέχρι σήμερα, μιας και το Ισραήλ χρηματοδοτεί τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων της αυτόνομης κουρδικής διοίκησης αγοράζοντας το πετρέλαιο που βγαίνει από τις πηγές της διαφιλονικούμενης περιοχής του Κιρκούκ, ενώ μεταξύ άλλων παρέχει στους Κούρδους πολιτική υποστήριξη, στρατιωτική εκπαίδευση και οπλισμό.xi

Ως προς την Ροζάβα βέβαια, τα πράγματα είναι ελαφρώς πιο περιπλεγμένα. Οι πολιτικές επιδιώξεις των Κούρδων της βόρειας Συρίας βρίσκονται σε μετωπική σύγκρουση με το μπααθικό καθεστώς στη Συρία, αλλά και με τις βλέψεις των διεφθαρμένων αξιωματούχων του ιρακινού Κουρδιστάν, αφού οι εξεγερμένοι της Ροζάβα δεν είναι απλώς αντίθετοι με το συριακό, ή το ιρακινό κράτος, αλλά με την ίδια την ύπαρξη του κρατισμού. Τη στιγμή που οι Κούρδοι του Ιράκ επιζητούν την πανηγυρική επιβεβαίωση και αναγνώριση της κουρδικής εθνικής ταυτότητας τους, η μεγαλύτερη πρόκληση που έχουν να αντιμετωπίσουν οι Κούρδοι της Συρίας είναι η απο-κουρδοποίηση του προτάγματος τους, ο πλήρης διαχωρισμός δηλαδή του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού από έναν αυτοπροσδιορισμό της νέας πολιτικής κοινότητας με βάση το εθνικιστικό φαντασιακό. Και τούτο διότι η αυτοκυβέρνηση μέσω των αμεσοδημοκρατικών θεσμών δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει δομές που θεσμοποιούν την ισοκατανομή της δύναμης σε όλα τα επίπεδα, καθώς και μια κοινά συμφωνημένη μέθοδο λήψης αποφάσεων, μέσω της τυποποίησης των αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών που δεν μπορούν να κάνουν διακρίσεις ανάλογα με το φύλο, το χρώμα του δέρματος, ή την εθνοτική προέλευση του υποκειμένου. Έτσι, ενώ το “εθνικό όνειρο” του Μπαρζανί προϋποθέτει την έξαρση και καλλιέργεια του κουρδικού εθνικισμού, το αμεσοδημοκρατικό πρόταγμα της Ροζάβα συνεπάγεται ακριβώς το αντίθετο. Την οριστική απομάκρυνση δηλαδή από τέτοιου είδους εξουσιαστικές λογικές, εξού και η επιφυλακτική στάση που κράτησε το YPG απέναντι στον πολιτικό τζόγο του δημοψηφίσματος του Σεπτεμβρίου.xii Άλλωστε, μόνο στο μέτρο που θα καταφέρει να υπερβεί τις εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές και να συνενώσει τις διάφορες φυλές (Κούρδους, Άραβες, Τουρκμένους, Ασσύριους, Παλαιστίνιους) γύρω από ένα εναλλακτικό παράδειγμα κοινωνικής συμβίωσης εμπνευσμένο από τις αρχές της αυτονομίας, το κίνημα του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού θα μπορέσει να μετατραπεί σε μια πραγματικά αντισυστημική πολιτική δύναμη, που θα επιδράσει σαν καταλύτης για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής και μ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσει να επιβιώσει.

Παρ’ όλα αυτά, ο μοναδικός παράγοντας που επιτρέπει στις YPG / YPJ έναν βαθμό ελευθερίας κινήσεων αναφορικά με τους κοινωνικούς πειραματισμούς που βρίσκονται σε εξέλιξη στα αυτόνομα καντόνια της βόρειας Συρίας, είναι η συνέχιση του πολέμου ενάντια στο ΙΚ και στην Αλ-Νούσρα. Κατά τρόπο μάλλον ειρωνικό, όσο οι κουρδικές, στο μεγαλύτερο μέρος τους, πολιτοφυλακές της SDF απελευθερώνουν την μία πόλη πίσω απ’ την άλλη και υποχρεώνουν το ΙΚ σε συνεχή οπισθοχώρηση, τόσο πλησιάζει προς το τέλος η περίοδος χάριτος που παραχώρησε λόγω των περιστάσεων ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός στην επανάσταση τους. Όταν πάψουν να παίζουν τον ρόλο του αναγκαίου συμμάχου στον πόλεμο κατά του σαλαφισμού, οι Κούρδοι θα υποχρεωθούν να υπερασπίσουν την επανάσταση τους τόσο από τον ρεβανσισμό του καθεστώτος, όσο και από τις αρπακτικές διαθέσεις της υπερεθνικής ελίτ, η οποία, στο μέτρο που η επαναστατική διαδικασία στο Κουρδιστάν θα βαθαίνει και θα ριζοσπαστικοποιείται, θα έχει κάθε λόγο να πάρει αποστάσεις από τους “αναρχίζοντες” Κούρδους και να επιτρέψει στον Άσαντ και την αφιονισμένη Τουρκία να αναστηλώσουν τον κρατισμό στην περιοχή. Γίνεται αντιληπτό πως η υπερεθνική ελίτ πάντοτε θα προτιμά να υποδαυλίζει αιματηρές ισλαμιστικές εξεγέρσεις στα μουσουλμανικά εδάφη, διότι με αυτόν τον τρόπο παίρνουν σάρκα και οστά οι ταυτοτικές πολιτισμικές λογικές που προπαγανδίζει το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της ετερονομίας και υποδαυλίζεται η σύγχυση και η αμοιβαία καχυποψία στους κόλπους του υπερεθνικού προλεταριάτου. Αντίθετα, η ενοποίηση των λαών της Μέσης Ανατολής σε μια διεθνική αμεσοδημοκρατική συνομοσπονδία θα επέφερε κολοσσιαίες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ικανές να αποσταθεροποιήσουν τις καπιταλιστικές ιεραρχίες του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς στο σύνολο τους. Έτσι, για το σύστημα και τις ελίτ που το διαφεντεύουν, το μόνο πράγμα που είναι πιο επικίνδυνο από έναν τρομοκράτη ουαχαμπίτη, είναι ένας αναρχικός που έχει πάρει τα όπλα.

Ο Μαρξ έκανε λάθος

Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε οτι ο συστημικός ιμπεριαλισμός δεν είναι μόνο η καταστατική συνθήκη της επέκτασης κι εδραίωσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στην υποτελή περιφέρεια, αλλά συνιστά δομικό στοιχείο και για την αναπαραγωγή των δομών ετεροκαθορισμού στις ετερόνομες ολότητες του καπιταλιστικού κέντρου. Ο ρατσισμός και ο ευρωκεντρισμός δεν ήταν πολιτισμικές τάσεις που κυριάρχησαν και υπαγόρευσαν την αναγκαιότητα της στρατιωτικής κατάκτησης των έγρωμων λαών στους πολεμοχαρείς ευρωπαίους. Το αντίθετο συνέβηκε. Η εγγενής δυναμική του συστήματος για την αδιάλειπτη εξάπλωση του μέσω της υποδούλωσης των μη-ευρωπαϊκών λάων, έδωσε το έναυσμα για την ανάπτυξη των εθνοφυλετικών θεωριών σαν φυσικό πολιτισμικό συμπλήρωμα στις πράξεις καπιταλιστικής αγριότητας που διέπρατταν οι συστημικές ελίτ. Έτσι, δεν θα πρέπει να υποπέσουμε στο ίδιο σφάλμα που έκανε ο Μαρξ, όταν διατύπωσε την άποψη πως, “η μπουρζουαζία, μέσω της γοργής βελτίωσης όλων των οργάνων της παραγωγής, μέσα από την ανάπτυξη των μέσων επικοινωνίας, τραβάει ακόμα και τα πιο βάρβαρα έθνη στον πολιτισμό. Η φτηνή τιμή των αγαθών είναι το βαρύ πυροβολικό με το οποίο κονιορτοποιεί όλα τα Κινέζικα τείχη, με το οποίο υποχρεώνει το έντονο μίσος που νιώθουν οι βάρβαροι για τους ξένους να υποταχθεί. Αναγκάζει όλα τα έθνη, υπό την ποινή του αφανισμού τους, να υιοθετήσουν τον αστικό τρόπο παραγωγής. Τους αναγκάζει να εισάγουν αυτό που αποκαλεί πολιτισμό στους κόλπους τους, δηλαδή να γίνουν και οι ίδιοι μπουρζουάδες. Με μια λέξη, δημιουργεί έναν κόσμο κατ’ εικόνα και ομοίωση της”.xiii

Ωστόσο, οι ωμότητες του ιμπεριαλισμού και οι δικτατορικές μορφές εξουσίας στις οποίες προσέφυγε για να εδραιώσει την καπιταλιστική κυριαρχία στην περιφέρεια, δεν είναι παρά η πολιτική έκφραση που αντιστοιχεί στο υλικό υπόβαθρο ενός ατελούς καπιταλισμού, με την διαστρεβλωμένη μορφή που πήρε αυτός στον τρίτο κόσμο. Αν ο ιμπεριαλισμός υποχρεώθηκε να επαφίεται στην ωμή βία προκειμένου να κυβερνήσει, αυτό συνέβαινε επειδή εξέλειπαν στην περιφέρεια οι υλικές προϋποθέσεις, με την έννοια της ύπαρξης των αναγκαίων αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών, για την ανάπτυξη ενός “τυπικού” καπιταλισμού όπως αυτός διαμορφώθηκε στις αρχετυπικές καπιταλιστικές χώρες του παγκόσμιου Βορρά. Δεν πρόκειται εδώ για την κρυμμένη νομοτέλεια της ιστορικής διαδικασίας, το αναποδογυρισμένο “πνεύμα της Ιστορίας”, που ωθεί όλες τις κοινωνίες να προσαρμόσουν την δομή και το περιεχόμενο τους στις επιταγές του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, αλλά για σχέσεις άνισοκατανομής της δύναμης, που απλώνονται ασύμμετρα για να συνενώσουν βίαια τον κόσμο μέσω της πολυδιάσπασης του σε μια ιεραρχικά διαρθρωμένη ολότητα με ανισομερείς συνθήκες, αλλά μια ενιαία λόγική άσκησης της εξουσίας. Κι όπως έγραψε ένας πάλαι, ποτέ ενθουσιώδης απολογητής της νεοφιλελευθέρης παγκοσμιοποίησης με έκδηλη ανησυχία, στον βαθμό που το διεθνοποιημένο κεφάλαιο δρομολογεί την αναδιάρθρωση του σε οικουμενική κλίμακα μέσω της εξαφάνισης των μεσαίων στρωμάτων και της προλεταριοποίησης τους, οι υλικοί όροι για την αναπαραγωγή της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” τείνουν να εξαλειφτούν, ακόμα και στις ετερόνομες ολότητες των κοινωνιών του Βορρά.xiv

Αποτέλεσμα αυτή της “αντικειμενικής” τάσης που απορρέει από την έμφυτη δυναμική του συστήματος για ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση δύναμης σε όλα τα επίπεδα, είναι η μεταφορά της καταστροφικής καπιταλιστικής εμπειρίας της περιφέρειας στις μητροπόλεις του Κέντρου. Οπουδήποτε η καταναλωτική κοινωνία αδυνατεί να αναπαραχθεί ικανοποιητικά και δεν διαμορφώνονται οι συνθήκες για την ένταξη μιας ευμεγέθους μερίδας της κοινωνικής ολότητας στα εύπορα στρώματα των νεομπουρζουάδων, το θεσμικό πλαίσιο και οι μηχανισμοί διαμεσολάβησης της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” δύσκολα θα μπορούν να απορροφήσουν τις οξυμένες συγκρούσεις και τον κοινωνικό ανταγωνισμό που είναι δομικό στοιχείο σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το ΔΝΤ, που εδώ και δεκαετίες επιβλέπει με τα σκληρά διαρθρωτικά προγράμματα του την επέκταση των θεσμών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στις κοινωνίες του παγκόσμιου Νότου, έχει στρέψει τώρα την προσοχή του στον σκληρό πυρήνα του διεθνοποιημένου καπιταλισμού και στο βάθεμα των δεσμών εξάρτησης ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις του Κέντρου, διαμέσου εξίσου καταστροφικών προγραμμάτων που εισάγουν στον Βορρά τον θεσμοποιημένο κοινωνικό κανιβαλισμό και την πλήρη αγοραιοποίηση της κοινωνίας. Ο ίδιος ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός δημιουργεί λοιπόν τις συνθήκες για μια σύγκλιση των εμπειριών της ταξικής καταπίεσης στο κέντρο και την περιφέρεια και, συνακόλουθα, για την συγχώνευση των ερμηνευτικών εργαλείων και των αναλυτικών κατηγοριών της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας. Όπως πολύ όμορφα το έκφρασε ο Τζ. Χόλλογουαιη, “Αυτό που συμβαίνει τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα βρίσκεται στην καρδιά της σύγκρουσης που δίνει μορφή σε ολόκληρο τον πλανήτη”.xv Κατά μια περιέργη αντιστροφή του ιστορικού “πεπρωμένου”, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αντί ο καπιταλισμός να “εξημερώσει” τους “βάρβαρους” λαούς της περιφέρειας, όπως έλεγε ο Μαρξ, τελικά φαίνεται η υπανάπτυκτη περιφέρεια να εκβαρβαρίζει σταδιακά τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό του κέντρου.

Μέσα/έξω, πάνω/κάτω

Άλλωστε, ο τρίτος κόσμος είναι ήδη εδώ και έχει την μορφή των εκατοντάδων χιλάδων εξαθλιωμένων προλετάριων που τόλμησαν να εγκαταλείψουν τα κοινωνικά νεκροταφία που δημιούργησε η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση στις παρυφές του συστήματος, για να επιχειρήσουν την μετοίκηση τους στις ανεπτυγμένες οικονομίες του κέντρου. Είναι αλήθεια πως ο παραδοσιακός αντί-ιμπεριαλισμός μεταθέτει το σημείο αναφοράς της Κοινωνικής Πάλης και, συνακόλουθα, της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας που είναι μέρος αυτής της συγκρουσιακής διαδικασίας, από το “πάνω” εναντίον του “κάτω”, στο “μέσα” εναντίον του “έξω”, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το καπιταλιστικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας. Ωστόσο, αναριωτιέται κανείς ποιο θα ήταν το νόημα να επιμένει κανείς σε τέτοιου είδους διαχωρισμούς, την στιγμή που αυτό που ήταν “έξω” είναι πλέον “μέσα” κι έχει πάρει την θέση που του αναλογεί τόσο στις ανώτερες, όσο και στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας. Για να το πούμε διαφορετικά, ένα παιδί μιας σχετικά ευκατάστατης μεσοαστικής οικογένειας από την Ιταλία, την Ισπανία ή ακόμη και την Ελλάδα, έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσει πρόσβαση στα ανώτερα παν/κα ιδρύματα του Ηνωμένου Βασιλείου κι ύστερα να καταλάβει μια θέση ανάμεσα στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα του βρετανικού καπιταλιστικού σχηματισμού, απ’ όσες έχει ένας φτωχός μαύρος, ή μουσουλμάνος που μεγαλώνει στα υποβαθμισμένα φυλετικά γκέτο του Λονδίνου, του Μάντσεστερ, ή του Μπράντφορντ. Από αυτή την άποψη, το τραπεζικό κέντρο του Σίτυ είναι πολύ πιο κοντά στις εύπορες συνοικίες της Βαρκελώνης, της Ρώμης, ή της Αθήνας, απ’ όσο είναι στις φτωχογειτονιές του Μπρίξτον ή του Γούλγουιτς στο ανατολικό Λονδίνο.

Κι ενώ η διεθνοποίηση των ταξικών ιεραρχιών συντελείται με τρόπο συντεταγμένο σε ότι αφορά την κοινωνική σύνθεση και την επιβολή του θεσμικού πλαισίου που αναπαράγουν την ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση δύναμης στα χέρια της υπερεθνικής ελίτ και της κοσμοπολίτικης νεομπουρζουαζίας, στο υποδεέστερο μισό της πυραμίδας η διεθνοποίηση του προλεταριάτου παίρνει την χαοτική μορφή των ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ροών, εξαιτιας της μαζικής φυγής πληθυσμών που έχουν προκαλέσει οι συνεχείς πόλεμοι, η εκτεταμένη καταστροφή των οικοσυστημάτων, η παγκόσμια κρίση επισιτισμού και η συστηματικά μεθοδευμένη αποσύνθεση των τοπικών κοινωνιών. Όπως γράφει ο Ζίζεκ, οι αιτίες για όλα αυτά τα συμπτώματα εκτεταμένης κοινωνικής αποσύνθεσης είναι ταξικές και μπορούν να αναχθούν ευθέως στην εγγενή δυναμική του συστηματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς για καθολίκευση των θεσμών του. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί του όταν λέει ότι, “η προϊούσα αναταραχή του καιρού μας είναι το αληθινό πρόσωπο της παγκόσμιας Νέας Τάξης Πραγμάτων”, την οποία διακήρυξε ο πατέρας Μπους το 1989.xvi Κατά μία έννοια, μπορούμε να πούμε ότι η τάξη των από-πάνω, παράγει αντικειμενικά σαν δομικό παράγωγο, την αταξία και την καταστροφή των από-κάτω. Η αδυναμια του καπιταλισμού να διαχωρίσει πλήρως αυτές τις δύο κοινωνικές πραγματικότητες στον χώρο και τον χρόνο, μιας και η ευμάρεια των ελίτ εξαρτάται οργανικά για την αναπαραγωγή των υλικών όρων της ζωής της από την πολυεπίπεδη καταπίεση κι εκμετάλλευση των από κάτω, είναι μία από τις βασικές αντιφάσεις του συστήματος στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας.xvii

Από την άλλη, η μαζική αυτή μετατόπιση των προλεταριακών μαζών βιώνεται σαν δυνητική απειλή από την υποτάξη του Βορρά και την σπρώχνει να συσπειρωθεί γύρω από ταυτοτικές λογικές που μοναδικό στόχο έχουν την προστασία και την ενίσχυση της θέσης που κατέχει στην ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Για το προλεταριάτο, η σπάνη των πόρων είναι η άνωθεν επιβεβλημένη υλική συνθήκη που επικαθορίζει την κοινωνική του υπόσταση συνολικά, σε όλες τις εκφάνσεις της. Η έλευση των προσφύγων υποχρεώνει τα λαϊκά στρώματα να υπερτονίσουν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που τα οριοθετούν σαν ξεχωριστή κοινωνική μονάδα και τα διαφοροποιούν από τις μάζες των εξαθλιωμένων που καταφτάνουν από τον Νότο, μιας και τα ευρύτερα ταξικά χαρακτηριστικά των δύο ομάδων ομογενοποιούνται όλο και περισσότερο.xviii Από αυτή την άποψη, οι πολιτικές ταυτότητας δεν είναι παρά συστημική ιδεολογία ταγμένη στην υπηρεσία της παγίωσης των ταξικών διακρίσεων και των κοινωνικών ανισοτήτων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο νεορατσιστικός λόγος παίρνει την μορφή της προστασίας των δικαιωμάτων των λευκών εργαζόμενων και μκροαστών. Η έμμεση αυτή αναγνώριση της πραγματικότητας του δομικού κοινωνικού ανταγωνισμού σε μια ετερόνομη κοινωνία, την οποία η εργατική τάξη βιώνει στο πετσί της, είναι το καθοριστικό στοιχείο που συντελεί στην ιδεολογική έλξη που ασκεί η ακροδεξιά στην λευκή εργατική τάξη, σε σύγκριση με τους πολιτικούς σχηματισμούς της νεομπουρζουαζίας που αρνούνται πεισματικά να αποχωριστούν το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό φαντασιακό και να αναγνωρίσουν ανοικτά την ύπαρξη αυτής της σύγκρουσης σαν αναφαίρετο στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας.

Θα πρέπει εδώ να παρατηρήσουμε ότι στο αρχικό στάδιο της σύλληψης τους, οι πολιτικές ταυτότητες αποτέλεσαν την πολιτική έκφραση της μετατόπισης του αναλυτικού επίκεντρου της απελευθερωτικής θεωρίας από τις καθαρά οικονομικές κατηγορίες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, στα υπόλοιπα πεδία κοινωνικής δραστηριότητας όπου εξυφαίνονται οι σχέσεις ανισοκατανομής της ισχύος. Ωστόσο, εκείνο που χρειαζόταν δεν ήταν η αντικατάσταση της υπεροχής του οικονομικού στοιχείου από αυτήν του πολιτισμικού, ή του έμφυλου, αλλά η ανάλυση των μορφών της ετερόνομης κοινωνικής θέσμισης μέσα στις οποίες οι καταπιεστικές αυτές σχέσεις διαπλέκονται και συνυπάρχουν σε σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ τους. Χωρίς τούτη την καθολική αντισυστημική οπτική που αμφισβητεί τις δομές ετεροκαθορισμού στο σύνολο τους, η κοινωνική απελευθέρωση μεταμορφώνεται σε καλά τακτοποιημένες “ελευθερίες”, αποκομμένες η μία από την άλλη. Οι “ελευθερίες” αυτές ουσιαστικά ορίζουν τα κοινωνικά υποκείμενα τα οποία τις διεκδικούν, τόσο ως προς την μορφή και την κοινωνική τους συγκρότηση, όσο κι ως προς το περιεχόμενο της κοινωνικής δραστηριότητας τους το οποίο καθίσταται εξορισμού μονοδιάστατο. Δεν είναι απλώς ζήτημα ενός a priori υφιστάμενου υποκειμένου που προσφέυγει στα μονοθεματικά κινήματα σαν μέσο για την θεσμική αναγνώριση του ως τέτοιο και την ενδυνάμωση της κοινωνικής θέσης του. Είναι ότι η πρόσδεση μιας κοινωνικής ομάδας στο φαντασιακό άρμα της νεοταξικής ιδεολογίας των δικαιωμάτων, συγκροτεί τρόπον τινά το ίδιο το κοινωνικό υποκείμενο, κατακερματίζοντας την ολότητα της κοινωνικής υπόστασης του για να διεκδικήσει την “απελευθέρωση” της μιας ή της άλλης πτυχής της “ατομικότητας” του. Η “απελευθέρωση” αυτή όμως, στο μέτρο που δεν περιλαμβάνει μια ενιαία αντίληψη του συστήματος ως ολότητας και δεν αμφισβητεί το θεσμικό πλαίσιο της ετερονομίας στην καθολικότητα του, μπορεί να νοηθεί μόνο τμηματικά ως ίση πρόσβαση στις θεσμικές πηγές της ετερόνομης εξουσίας τις οποίες δεν αντιστρατεύεται. Δηλαδή, όπως αναφέρει ο Α. Ρηντ, σαν το ιδανικό ανθρώπων “που θεωρούν τους εαυτούς τους υποψήφιους για να συμπεριληφθούν στην άρχουσα τάξη, ή τουλάχιστον για να αναλάβουν σημαντικούς επιτελικούς ρόλους στην υπηρεσία της”.xix Κάπως έτσι, φτάσαμε στο σημείο οι ομοφυλόφιλοι να επιζητούν διακαώς να εξημερώσουν την κάποτε ανυπότακτη σεξουαλικότητα τους, διεκδικώνας το δικαίωμα τους να συνάπτουν κρατικά αναγνωρισμένους γάμους, έναν θεσμό που πολλοί ετεροφυλόφιλοι εκλαμβάνουν σαν μια κοινωνικά κατασκευασμένη κι επιβεβλημένη συμβατική υποχρέωση.

Κάπου εδώ αρχίζει να διαφαίνεται η ταξική διάρθρωση αυτών των κινημάτων στο εσωτερικό τους. Δηλαδή, ότι τα κινήματα αυτά βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των ανώτερων στρωμάτων της κοινωνικής ολότητας. Έχοντας ενσωματωθεί πλήρως στους θεσμούς και τις δομές της ιεραρχικής κοινωνίας, τα μέλη αυτά των ανώτερων στρωμάτων έχουν πλέον τα υλικά μέσα και την εξουσιαστική προδιάθεση να επιβάλλουν τις προτιμήσεις τους (πολιτισμικές, σεξουαλικές, θρησκευτικές, κλπ.) σαν κομμάτι του ηγεμονικού κοινωνικού φαντασιακού των ελίτ.xx Φυσικά, θα ήταν λάθος αν πιστεύαμε ότι η σχέση αυτή ανισοκατανομής της δύναμης συγκροτείται και αναπαράγεται σε κάποιο αφηρημένο “εσωτερικό” πεδίο της εκάστοτε κοινωνικής ομάδας. Δεν υπάρχει “αφροαμερικάνικη”, “μουσουλμανική” ή “ομοφυλοφιλική” κοινότητα έξω από τις ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες και τους ταξικούς διαχωρισμούς που τέμνουν εγκάρσια την φαντασιακή υπόσταση της. Αυτά τα κινήματα κάθε άλλο παρά διαταξικά είναι όπως έλεγαν κάποτε οι υπερασπιστές τους. Είναι πωρώδη και δέσμια των θεσμισμένων εξουσιαστικών σχέσεων της ετερόνομης ολότητας. Με άλλα λόγια, η ασυμμετρία δύναμης που καθιερώνουν οι ταξικές διακρίσεις υπάρχει και μέσα στην κάθε κοινωνική ομάδα ξεχωριστά και αλληλεπιδρά με τους τρόπους που η ομάδα αυτοπροσδιορίζεται φαντασιακά και οριοθετεί τις κοινωνικές της επιδιώξεις. Συνακόλουθα, ένας μαύρος πρόεδρος στις ΗΠΑ είναι πρώτα πρόεδρος και μόνο δευτερευόντως μαύρος, στον βαθμό που το χαρακτηριστικό του αυτό θα τον βοηθήσει να ανέλθει στην ιεραρχία και να επικρατήσει επί των αντιπάλων του για να καταλάβει την εξουσία. Η ταξική αυτοσυνειδησία του εκπορεύεται από τις ελίτ και δεν συναντιέται πουθενά με τις ετερόνομες μάζες των μαύρων προλετάριων που συνωστίζονται στα βρώμικα κι εγκαταλελειμμένα γκέτο των αμερικάνικων μητροπόλεων.

Πράγματι, η αντίθεση δεν θα μπορούσε να είναι πιο έντονη ανάμεσα στους πανηγυρικούς που γράφτηκαν στους μηχανισμούς συστημικής προπαγάνδας για την άνοδο στην εξουσία του “πρώτου μαύρου προέδρου” των ΗΠΑ και στον εμφύλιο χαμηλής έντασης που εξαπέλυσαν την ίδια περίοδο τα σώματα καταστολής ενάντια στις φτωχές κοινότητες των μαύρων στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με ρεκόρ κρατικών δολοφονιών από την αστυνομία, αλλά και στην ποιοτική αναβάθμιση των αμερικάνικων στρατιωτικών επεμβάσεων σε Λιβύη, Συρία, ανατολική Αφρική, Αφγανιστάν, κλπ. Όπως παρατηρεί ο Ρηντ αναφορικά με τους οπαδούς της ιδεολογίας των δικαιωμάτων, ένα κοινωνικό σύστημα όπου το 1% του πληθυσμού θα κατέχει το 90% του πλούτου θα μπορούσε να είναι “δίκαιο”, αρκεί η προνομιούχα μειονότητα να περιλαμβάνει 50% γυναίκες, 12% μαύρους, 12% λατίνους, 5% ΛΟΑΤ άτομα, κοκ. Θα ήταν αρκετό δηλαδή γι’ αυτούς, αν στην κυρίαρχη ελίτ εκπροσωπούνταν επαρκώς όλες οι ομάδες που απαρτίζουν την ετερόνομη κοινωνική ολότητα.xxi

Ο νέος ιμπεριαλισμός και οι νέοι αναρχικοί

Ιστορικά, οι αναρχικοί της περιφέρειας υπήρξαν αντίπαλοι μιας τέτοιας λογικής και η οργανωμένη αντιμπεριαλιστική δράση που ανέπτυξαν είχε σαν διακηρυγμένο στόχο τόσο την αποτίναξη του ζυγού της ιμπεριαλιστικής τυραννίας, αλλά και την δημιουργία χειροπιαστών υλικών δεσμών ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες των καταπιεσμένων, κόντρα στην πολυδιάσπαση και την ιεραρχική ταξινόμηση που επέβαλλε η διαδικασία αγοραιοποίησης στο εσωτερικό των εργαζόμενων τάξεων. Στις χώρες κάτω από την κατοχή των ιμπεριαλιστών, οι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές προσπάθησαν να υπερβούν τον ετεροκαθορισμό των εργαζόμενων στρωμάτων από τις δομές κυριαρχίας του συστήματος, μέσα από την έμπρακτη κατάλυση των πολιτισμικών ορίων που έστρεφαν την μία μερίδα του προλεταριάτου εναντίον της άλλης. Στην Κούβα, η αναρχοσυνδικαλιστική “Εργατική Συμμαχία” αγωνίστηκε για την χορήγηση ίσων δικαιωμάτων στους έγχρωμους προλετάριους, ενώ στην Ιρλανδία, ο επαναστατικός συνδικαλισμός του Κόνολυ δεν έκανε διακρίσεις ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες εργάτες.xxii Και στις δύο περιπτώσεις, το υλικό υπόβαθρο που θα συντελούσε στην ενότητα των εργαζόμενων τάξεων συγκροτήθηκε μέσα από μια ριζοσπαστική πολιτική πράκτικη που υιοθετούσε τον αγώνα της φαντασιακής ετερότητας σαν δικό “μας” αγώνα. Και φυσικά η πολιτική αυτή πρακτική δεν μπορούσε παρά να έχει αντισυστημικά χαρακτηριστικά, διότι μόνο στο πλαίσιο μιας συνολικής απελεύθερωσης από τις θεσμισμένες εξουσιαστικές σχέσεις και δομές είναι δυνατή η υπέρβαση της σύγκρουσης συμφερόντων που καλλιεργεί αντικειμενικά το σύστημα διαχωρίζοντας την κοινωνική ολότητα σε ανταγωνιστικές μεταξύ τους ομάδες. Παρομοίως, γράφοντας για την ιμπεριαλιστική εκστρατεία της Ισπανίας στις οροσειρές των Ρίφ του Μαρόκου, ο Άμπαδ ντε Σαντιγιάν ισχυρίστηκε πως είναι “αλήθεια ότι οι κάτοικοι του Ριφ δεν μάχονται για την αναρχία, ίσως και να μην έχουν ακούσει ποτέ αυτή τη λέξη και πιθανότατα να μην πειστούν αυτοστιγμεί για το ότι η εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης αυτοχθόνων σο Μαρόκο δεν θα σημάνει σπουδαία αλλαγή για τον φτωχό πληθυσμό της περιοχής. Είναι ολοφάνερο, είναι όμως επίσης αρκετά κατανοητό και δεν μπορούμε να πάψουμε λόγω αυτού να συμπαθούμε τους αντάρτες. Μια μέχρι τώρα αποικία έκανε το πρώτο της βήμα προς τα εμπρός με οδηγό τον μεγαλύτερο εθνικισμό, και δεν δικαιούμαστε να προσδοκούμε να γίνει διαφορετικά. Ο εθνικισμός, σε μια αποικία που καταπιέζεται από μια ξένη κυβέρνηση, αποτελεί φυσικό αποτέλεσμα που συνηθίζει να ενώνει ειλικρινά τους αυτόχθονες, καταπιεστές και καταπιεσμένους”.xxiii Είναι βεβαίως αμφίβολο αν, σε αυτή τη φάση του αντί-αποικιακού πολέμου των Ριφ, ο Σαντιγιάν είχε δίκιο να διαχωρίζει τους μαροκινούς εξεγερμένους σε δύο ήδη συντελεσμένες και ασύμβατες μεταξύ τους κατηγορίες, αυτές των καταπιεστών και των καταπιεσμένων. Εκείνο που κάνει τις αντιμπεριαλιστικές εξεγέρσεις, αλλά και τις εξεγέρσεις εν γένει, ενδιαφέρουσες από την σκοπιά της πολιτικής θεωρίας της αυτονομίας, είναι ακριβώς ότι προϋποθέτουν την έμπρακτη κατάλυση των θεσμισμένων ιεραρχιών και την ρευστοποίηση των κοινωνικών κατηγοριών, η οποία έπεται με φυσικό τρόπο από μια διαδικασία καθολικής αναδιάταξης των κοινωνικών δυνάμεων. Είναι αυτή η στιγμή της ιστορικής ρήξης με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα που διανοίγει χρόνους και χώρους παρέμβασης για τις ταξικές δυνάμεις της αυτονομίας. Αρκεί αυτή η ρήξη να έρχεται σαν επακόλουθο της διάθεσης των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων (που αποτελούν τον κατ’ εξοχήν φορέα του συσσωρευμένου κοινωνικού δυναμικού της αυτονομίας για την πραγμάτωση του στην πραγματική διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης) για ταξική αυτοδιάθεση κι όχι σαν αποτέλεσμα μιας διαμάχης για την εξουσία ανάμεσα σε αντίπαλες ελίτ.

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω, θα πρέπει να αναφερθούμε στη Συρία και την περίπτωση του Ομάρ Αζίζ, για τον οποίο πολύς λόγος έχει γίνει σε ελευθεριακά έντυπα. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, ο Αζίζ ήταν ένας αναρχικός διανοούμενος κι ακτιβιστής που άφησε την τελευταία του πνοή στις φυλακές του καθεστώτος και με τις αντιεξουσιαστικές ιδέες του περί λαϊκής αυτοοργάνωσης επηρέασε σε σημαντικό βαθμό την “επανάσταση” στην Συρία.xxiv Στα έντυπα του αναρχικού χώρου διαβάζουμε ότι με το που ξέσπασε η επανάσταση στην Συρία, ο Αζίζ απαρνήθηκε αμέσως την ασφάλεια που του παρείχε η αυτο-εξορία του και μετάβηκε στην Συρία για να ριχτεί με πάθος στην εξέγερση εναντίον του καθεστώτος. Ωστόσο, ο θαυμασμός του αναγνώστη για την αυταπάρνηση που επέδειξε ο Αζίζ έξαφνα μετριάζεται όταν διαβάζουμε ότι είχε επιλέξει σαν τόπο της αυτο-εξορίας του το κολαστήριο της Σαουδικής Αραβίας. Αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατό ένας φλογερός αναρχικός επαναστάτης να επιλέξει το κράτος της πιο αντιδραστικής δικτατορίας στον κόσμο για να περάσει τις μέρες της αυτο-εξορίας του. Και δεν μπορούμε παρά να απορήσουμε με το γεγονός ότι η σκοταδιστική θεοκρατική μοναρχία που κυβερνάει την Σαουδική Αραβία ανέχτηκε την παρουσία αυτού του ανατρεπτικού άθεου ριζοσπάστη στο έδαφος της. Εδώ, η επαναστατική αρετή του υποκειμένου τίθεται εν αμφιβόλω κι επικαθορίζεται από τα γεωπολιτικά συμφραζόμενα μέσα στα οποία αναπτύσσει τη δράση του. Και οι απανταχού αναρχικοί καλό θα ήταν να μην παραγνωρίζουμε τον αδιάρρηκτο δεσμό που ενυπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαστάσεις της αντισυστημικής πολιτικής δραστηριότητας.

Και για να τελειώνουμε με τις ιδεολογικοποιημένες φαντασιώσεις της “αυτονομίας των αγώνων” που διεκδικούν φωτισμένοι ινστρούκτορες της συριακής επανάστασης σαν τον Γιασίν Σάλεχ.xxv Δεν υπάρχει απόλυτη αυτονομία των αγώνων, επειδή στον κόσμο που δομεί το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, υπάρχει αλληλεξάρτηση του κεφαλαίου και όχι απόλυτη αυτονομία του. Παρομοίως, δεν υπάρχει εξέγερση που να εκτυλίσσεται στο πολιτικό και κοινωνικό κενό. Αν ένας μαζικός ξεσηκωμός των λαϊκών στρωμάτων συνιστά δημιουργική παρθενογένεση ως προς τη στιγμή που κατορθώνει να ανατρέψει τις εγχώριες δομές κυριαρχίας, δεν παύει να αποτελεί τμήμα του καταμερισμού της εργασίας που καθιερώνει ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός. Ως εκ τούτου, γρήγορα η εξέγερση θα βρεθεί αντιμέτωπη με την γεωπολιτική πραγματικότητα που καθιερώνει αυτός ο καταμερισμός. Κι αυτό διότι η εξέγερση εξορισμού έχει πρωτίστως τοπική εμβέλεια, σε αντίθεση με την κυριαρχία των ελίτ που στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας είναι διεθνοποιημένη. Ο γεωπολιτικός παράγοντας πάντοτε θα υπάρχει και η βαρύτητα του δεν πρέπει να παραβλέπεται. Το σύστημα της οικονομίας της αγοράς χωρίζει τον κόσμο σε κερδισμένους και χαμένους της Κοινωνικής Πάλης και ρυθμίζει την οργανωμένη κοινωνική συμβίωση με βάση ιεραρχικά κατανεμημένους ρόλους, καθήκοντα και λειτουργίες. Ο καπιταλισμός είναι νοητός μονάχα σαν συστημική ολότητα που εκτείνεται πέρα από οικονομικές περιφέρειες και συναρτά οργανικά όλους τους τοπικά συγκροτημένους κοινωνικούς σχηματισμούς του. Επομένως, κάθε θεωρητική προσέγγιση που εκκινεί από μια τοπικά εστιασμένη ερμηνεία της Κοινωνικής Πάλης, μοιραία αποκρύπτει την αλληλεξάρτηση των επιμέρους αγώνων των καταπιεσμένων και αφαιρεί από τον προλεταριακό διεθνισμό την υλικό του υπόβαθρο, την εμπράγματη διάσταση του. Ήταν άλλωστε ένας τέτοιος κοντόθωρος “ταξικός εθνικισμός” που ενθάρρυνε τους μπολσεβίκους να συνθηκολογήσουν με τους στρατηγούς του Κάιζερ, εγκαταλείποντας με αυτόν τον τρόπο τους γερμανούς προλετάριους στην τύχη τους.xxvi Ο Σάλεχ έχει δίκιο όταν γράφει πως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να εξαγοράσει την ελευθερία της Παλαιστίνης με το αίμα των σύριων καταπιεσμένων.xxvii Ωστόσο, ο αντίθετος ισχυρισμός ισχύει εξίσου και υποδηλώνει μια θεμελιώδη και απαραβίαστη αρχή του προλεταριακού διεθνισμού. Αυτή της αλληλεγγύης και της αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις επιμέρους εκφάνσεις της Κοινωνικής Πάλης του υπερεθνικού προλεταριάτου.

iiΝ. Σούζας, Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου (Θεσσαλονίκη: Ναυτίλος), σελ. 23-29.

iv“Αυτή η διαδικασία του αποκλεισμού είναι ζωτικής σημασίας για το εξουσιαστικό πρόταγμα. Θεμελιώδεις έννοιες του παρελθόντος, όπως αλληλεγγύη, κομμουνισμός, επανάσταση, αναρχία, βασίζανε την εγκυρότητα τους στην από κοινού αναγνώριση της έννοιας της ισότητας. Αλλά για τους κατοίκους του κάστρου των Τευτόνων ιπποτών, οι αποκλεισμένοι δεν θα είναι άνθρωποι, αλλά απλώς πράγματα, αντικείμενα προς αγορά ή πώληση κατά τον ίδιο τρόπο που ήταν οι σκλάβοι για τους προκατόχους μας”. Στο A. Bonanno, From Riot to Insurrection, http://theanarchistlibrary.org/library/alfredo-m-bonanno-from-riot-to-insurrection-analysis-for-an-anarchist-perspective-against-post#toc4.

vUK riots: Iran calls on UN to intervene over ‘violent supression’, https://www.theguardian.com/uk/2011/aug/10/uk-riots-iran-un-mahmoud-ahmadinejad.

viΤ. Βαγκ, Η Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ (Αθήνα: Ελεύθερος Τυπος), σελ. 29-30.

viiSyrian National Council Leader Vows to Cut Syria’s Ties to Iran, Hizbullah, http://www.naharnet.com/stories/en/22023-syrian-national-council-leader-vows-to-cut-syria-s-ties-to-iran-hizbullah.

viiiΚέντρα εξωτερικά από το τοπικό σύστημα εξουσίας.

ixΣυλλογικός Τόμος, Τι Είναι Λαός; (Αθήνα: Εκδόσεις του 21ου), σελ. 11-23.

xS. Abed, The Kurdish Connection, http://www.voltairenet.org/article197439.html.

xiWhy Does Israel Support an Independent Iraqi Kurdistan?, https://www.telesurtv.net/english/news/Why-Does-Israel-Support-an-Independent-Iraqi-Kurdistan—20170923-0023.html.

xiiG. Zangana, Kurdistan and the Referendum Dichotomy, http://theregion.org/article/11486-kurdistan-and-the-referendum-dichotomy.

xvΣυλλογικός Τόμος, Πέρα από την Κρίση (Αθήνα: Futura), σελ. 85.

xviS. Zizek, Η Νέα Πάλη των Τάξεων (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη), σελ.72.

xviiΌπως αποκάλυψε πρόσφατα μια συνταρακτική έκθεση της καθολικής φιλανθρωπικής οργάνωσης Oxfam, οι οκτώ πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου κατέχουν αθροιστικά πλούτο ίσο με εκείνον που βρίσκεται υπό την κατοχή του φτωχότερου μισού του πληθυσμού του πλανήτη! Στο, https://www.oxfam.org.uk/media-centre/press-releases/2017/01/eight-people-own-same-wealth-as-half-the-world.

xviii“Η ταυτότητα μου είναι ό,τι με κάνει να μην είμαι ταυτόσημος με κανέναν άλλον”. Στο Α. Μααλούφ, Οι φονικές ταυτότητες (Αθήνα: Ωκεανίδα), σελ. 18.

xix A. Reed, From Jenner to Dolezal: One Trans Good, the Other Not So Much, https://www.commondreams.org/views/2015/06/15/jenner-dolezal-one-trans-good-other-not-so-much.

xxΔεν υπάρχει λοιπόν τίποτα το αναπάντεχο ή ανεξήγητο, στην ανάδυση μιας ΛΟΑΤ πολιτικής δεξιάς που χρησιμοποιεί τον διαφοροποιημένο σεξουαλικό προσανατολισμό της ως άλλοθι για να εισέλθει στις γραμμές των προνομιούχων και να ασκήσει το μερίδιο της κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας που της αναλογεί. Στο A. Mahdawi, The toubling ascent of the LGBT right wing, https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/oct/26/ascent-lgbt-right-wing-afd.

xxiAdolph Reed: Identity Politics is Neoliberalism, https://bennorton.com/adolph-reed-identity-politics-is-neoliberalism/.

xxiiiD. Abad de Santillian, Ένα Ελευθεριακό Πρόταγμα (Αθήνα: Στάσει Εκπίπτοντες), σελ. 93-4.

xxivThe life and work of anarchist Omar Aziz, and his impact on self-organization in the Syrian revolution, https://tahriricn.wordpress.com/2013/08/23/syria-the-life-and-work-of-anarchist-omar-aziz-and-his-impact-on-self-organization-in-the-syrian-revolution/.

xxv“Ο ιμπεριαλισμός καθ’ εαυτός έχει μεταμορφωθεί από μια οντότητα που υπάρχει στη Δύση, σε βασική πτυχή των τοπικών, οικόσιτων δομών εξουσίας. Κατά τρόπο ειρωνικό, οι κυρίαρχες ελίτ που προστατεύουν αυτόν τον νεο-ιμπεριαλισμό μπορεί και να δανείζονται στοιχεία από την κλασσική ρητορική του αντιμπεριαλισμού προκειμένου να συκοφαντήσουν τους εγχώριους διαφωνούντες και να αποτρέψουν δυνητικές πολιτικές ρήξεις. Αυτό είναι ακόμα περισσότερο αληθινό στην Μέση Ανατολή, μια από τις περισσότερο διαθνοποιημένες περιοχές στον πλανήτη. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιοχής, είναι μια εκτεταμένη και επιθετική ιμπεριαλιστική παρουσία που έχει στόχο κατά κύριο λόγο να καταστείλει την δημοκρατία και την πολιτική αλλαγή. Από αυτή την άποψη, ο αγώνας για την ανατροπή του Ασσαντικού κράτους είναι αγώνας των λαϊκών στρωμάτων ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Αντίθετα, η νίκη του Ασσαντικού κράτους θα είναι μια νίκη υπέρ του ιμπεριαλισμού και μια παγίωση των ιμπεριαλιστικών σχέσεων στη Συρία, την Μέση Ανατολή και τον κόσμο […] Εν συντομία, θα πρέπει να τονιστεί πως κάθε αγώνας είναι αυτόνομος, και ότι η εσωτερική ιστορία και δομή του κάθε αγώνα θα πρέπει να γίνουν κατανοητά, αντί να τα απορρίπτουμε και να τα υποβιβάζουμε μπροστά σε έναν αφηρημένη πάλη που κοιτάζει αφ’ υψηλού ολόκληρες κοινωνίες και ανθρώπινες ζωές”. Στο Y.H. Saleh, The Syrian Cause and Anti-Imperialism, http://www.yassinhs.com/2017/05/05/the-syrian-cause-and-anti-imperialism/.

xxviA. Prudhommeaux, Σπάρτακος: Η Κομμούνα του Βερολίνου 1919 (Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη).

xxviiΓράφει ο Σάλεχ, “Ότι οι Σύριοι έχουν υποβληθεί σε ακραία Παλαιστινιοποίηση από ένα βάναυσο, εσωτερικό Ισραήλ, και ότι είναι ανά πάσα στιγμή ευάλωτοι στην πολιτική και φυσική εξόντωση, ακριβώς όπως και οι Παλαιστίνιοι, στην πραγματικότητα βρίσκεται εκτός της ημιμαθούς και κακόγουστης γεωπολιτικής προσέγγισης αυτών των αποστασιοποιημένων αντιμπεριαλιστών, οι οποίοι με παντελή άγνοια παραμερίζουν την πολιτική, την οικονομία, την κουλτούρα και την κοινωνική πραγματικότητα των μαζών και την πραγματική ιστορία της Συρίας”. Στο Y.H. Saleh, στο ίδιο.

Η δολοφονία ως μία εκ των καλών τεχνών, ή για τον Δ. Κουφοντίνα

moro1-670x274

Μην αποσύρεστε ήσυχα μέσα στην νύχτα,

Τα γεράματα πρέπει να καίνε και να παραληρούν μπροστά στην μέρα που τελειώνει,

Οργιστείτε, οργιστείτε μπρος στον θάνατο της μέρας”.

Ντύλαν Τόμας

Πώς να υπερασπιστεί κανείς κάποιον που δεν διστάζει να αφαιρέσει ανθρώπινες ζωές; Και μάλιστα όχι επειδή βρίσκεται σε κατάσταση αυτοάμυνας, ή επειδή ενεργεί σαν το εκτελεστικό όργανο μιας μαζικής σύγκρουσης υπέρτερων κοινωνικών δυνάμεων που μας ξεπερνούν, αλλά σαν μια υπολογισμένη πράξη που εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική επικράτησης στον κοινωνική πάλη που αποτελεί δομικό στοιχείο των ετερόνομων κοινωνιών. Η διαφορά ανάμεσα στην αυτοάμυνα, ή την γενικευμένη σύγκρουση και την ατομική προμελετημένη δολοφονία, είναι πως, στην πρώτη περίπτωση, η άσκηση βίας που απολήγει στον φόνο συνιστά μια αναγκαιότητα που επιβάλλεται στο υποκείμενο από τις συνθήκες, ενώ στην δεύτερη, αποτελεί συνειδητή επιλογή. Στην πρώτη περίπτωση, η ευθύνη της ατομικής επιλογής ακόμα υφίσταται, αλλά είναι μια υπαρξιακή, διαλεκτική επιλογή ανάμεσα στον φόνο, ή τον θάνατο. Στην δεύτερη περίπτωση, το υποκείμενο εισέρχεται ηθελημένα σε μια μεμονωμένη κατάσταση ατομικού ανταγωνισμού με το υποψήφιο θύμα του και η επιλογή του δεν προσλαμβάνει υπαρξιακές διαστάσεις, να σκοτώσει δηλαδή, ή να σκοτωθεί. Παραμένει καθηλωμένη στο πεδίο της ηθικότητας της καθημερινής ζωής και συνίσταται στο να ενεργήσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ή να αποφύγει να ενεργήσει κατά τρόπο που θα τον φέρει ενώπιον των ηθικών διλημμάτων που εξετάζουμε. Θα πρέπει εδώ να τονίσω πως δεν έχω σε καμιά υπόληψη τον Γκάντι και τα ηλίθια κηρύγματα του περί της “ηθικής υπεροχής” της μη-βίας και της παθητικής αντίστασης. Η ηθική ευθύνη του υποκειμένου δεν εξαλείφεται στις προαναφερόμενες περιπτώσεις. Μολαταύτα, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την αντίρρηση που είχε εκφράσει οτι δεν μπορούμε να καταδικάζουμε κάποιον σε θάνατο, εφόσον η αντίληψη μας για τα πράγματα είναι πάντοτε μερική κι εσφαλμένη. Συνακόλουθα δεν θα ήταν δυνατό να βασίσουμε μια ενέργεια με τόσο δραστικά και αμετάκλητα αποτελέσματα, όπως είναι η παύση της βιολογικής ύπαρξης του αντιπάλου, σ’ ένα τόσο εύθραυστο και αμφιλεγόμενο γνωστικό υπόβαθρο. Όμως ισχύει μήπως κάτι διαφορετικό για εκείνους που ο Κουφοντίνας καταδίκασε σε θάνατο; Ο βασανιστής της χούντας που εκτελέστηκε στα πρώτα χρόνια δράσης της οργάνωσης της 17Ν, ή ο Άγγλος στρατιωτικός επιτετραμμένος Σόντερς, δεν είχαν βάψει τα χέρια τους με αίμα και δεν ήταν εξίσου ένοχοι για την καταστρατήγηση της αρχής που διατυπώσαμε πιο πάνω; Αλλά και οι υπόλοιποι που χτυπήθηκαν από το ένοπλο, ήταν όλοι τους άνθρωποι με θεσμοποιημένη δύναμη και επιρροή. Μέλη της πολιτικής και οικονομικής ελίτ που με τις πράξεις, ή τις παραλείψεις, τους επηρρέαζαν άμεσα και κατέστρεφαν τις ζωές των προλετάριων, χωρίς ποτέ να λογοδοτήσουν ή να πληρώσουν το τίμημα, μιας και η ανώτερη θέση τους στην επίσημη, ή άτυπη κοινωνική ιεραρχία, τους εκχωρούσε αυτό το δικαίωμα ζωής ή θανάτου πάνω στους συνανθρώπους τους.

Είναι τάχα η σφραγίδα του “νόμου” ή της ψευδεπίγραφης κρατικής αρχής εχέγγυο για ανώτερη γνώση ή συνετή κρίση; Ή μήπως θεμελιώνει το δικαίωμα που το Κράτος έχει παραχωρήσει στον εαυτό του για την νόμιμη κατοχή του μονοπωλίου της βίας, σε κάτι παραπάνω από την ίδια την υπεροχή του Κράτους στα μέσα για την άσκηση αυτού του φυσικού καταναγκασμού, δηλαδή στην υπεροπλία του; Το ερώτημα νομίζω εδώ είναι αν το Κράτος είναι πάντοτε δικαιωματικά πιο ισχυρό επειδή συνιστά μια ζωντανή έκφραση μιας υπερκείμενης τάξης “δικαίου”, ή αν είναι “δίκαιο” επειδή σε τελική ανάλυση είναι πάντοτε πιο ισχυρό από όσους διαφωνούν με την εκδοχή του “δικαίου” την οποία είναι ταγμένο να υπηρετεί και να υπερασπίζεται. Ένα καλό παράδειγμα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το Κράτος δεν είναι κυρίαρχο επειδή κατέχει το “μονοπώλιο της βίας”. Η οπλοκατοχή από μη-κρατικούς φορείς αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, ενώ η συγκρότηση κι εκπαίδευση πολιτοφυλακών είναι ένα μάλλον συνηθισμένο φαινόμενο, ιδιαίτερα στους κύκλους της εξτρεμιστικής ακροδεξιάς, που είναι και τα μόνο παραστρατιωτικά σώματα που γίνονται ανεκτά από την ομοσπονδιακή κύβέρνηση. Το μοναδικό στοιχείο που εγγυάται την ηγεμονία της δικαιϊκής ερμηνείας των επίσημων κρατικών οργάνων είναι η υπεροπλία του κρατικού μηχανισμού έναντι των οργανώσεων που είναι σε θέση, ή διακατέχονται από την προδιάθεση να αμφισβητήσουν την εξουσία του.

Σίγουρα, η σωφροσύνη μιας πολιτικής στρατηγικής κρίνεται πάντοτε εκ του αποτελέσματος. Άποψη μου είναι πως το ένοπλο στην Ευρώπη υπήρξε περισσότερο μια συναισθηματική αντίδραση της αντισυστημικής κομμουνιστικής Αριστεράς στις αδικίες και την αμείλικτη καταστολή που είχε υποστεί, και λιγότερο μια βιώσιμη πολιτική στρατηγική για την επανάσταση και την κοινωνική απελευθέρωση. Ωστόσο, αν η ένοπλη πάλη στην Ελλάδα είχε φέρει αποτέλεσμα και αν οι αντάρτες είχαν επικρατήσει, ο Κουφοντίνας θα ήταν υπουργός στην πρώτη ελληνική σοβιετική κυβέρνηση, ενώ ο Μπακογιάννης θα είχε πάρει τη θέση που θα του είχε αοδώσει η επίσημη ιστοριογραφία σαν ο αμετανόητος εχθρός της εργατικής τάξης που εκτελέστηκε στο όνομα της λαϊκής επαναστατικής δικαιοσύνης.i Αν ο Κουφοντίνας ήταν ένας “σύντροφος που κάνει λάθος”, όπως συνήθιζαν να αποκαλούν αμφίθυμα τα μέλη της επαναστατικής εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στην Ιταλία τους αγωνιστές των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τότε έχει πληρώσει το τίμημα κι εξακολουθεί να το πληρώνει.ii Οι εκπρόσωποι της πολιτικής και οικονομικής ελίτ ενάντια στους οποίους στρεφόταν η δράση της 17Ν, πότε πλήρωσαν το τίμημα για τις αποτρόπαιες πράξεις τους; Κι αν οι πράξεις της 17Ν γίνονταν αισθητές από το κοινωνικό σώμα επειδή συνιστούσαν μια ηχηρή παραβίαση της κανονικότητας και μια έμπρακτη αμφισβήτηση της τάξης δικαίου και του κοινωνικού φαντασιακού των ελίτ, οι ειδεχθείς πράξεις των ελίτ εναντίον των φτωχών είναι ενδεδυμένες με την περιβολή της “φυσικής τάξης των πραγμάτων”, του κοινωνικά αναπόφευκτου, φυσιολογικού ακόμη κι ευκταίου. Ακόμα και η “ιερή αγελάδα” της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”, ο Παύλος Μπακογιάννης, υπηρετούσε πιστά τις ίδιες εκείνες κομματικές συμμορίες, τις οργανωμένες πολιτικές μαφίες που τόσα χρόνια λυμαίνονταν την χώρα, μέχρι που τελικά την οδήγησαν στην κοινωνική και ανθρωπιστική καταστροφή, την ώρα που εκείνοι για μια ακόμα φορά έβγαιναν αλώβητοι.

Επαναλαμβάνω πως δεν θα υπερασπιστώ ποτέ το “δικαίωμα” κάποιου να αφαιρεί ανθρώπινες ζωές. Αλλά, εφόσον μήτε το πολιτικό, μήτε το οικονομικό σύστημα αντιμετωπίζουν, ως θα όφειλαν, την ανθρώπινη ζωή σαν το υπέρτατο αγαθό που είναι, τότε εκ των πραγμάτων εισερχόμαστε στο πεδίο του σχετικισμού και ουδείς μπορεί να αρνηθεί στα θύματα της συστημικής βίας το ηθικό δικαίωμα στην αυτοάμυνα, ή στο να αποκρούσουν τη θεσμοποιημένη βία που υφίστανται και να ανταποδώσουν τα χτυπήματα που δέχονται στο μέτρο του δυνατού. Αλήθεια, ποιος μπορεί να απαιτήσει από τους προλετάριους να πεθάνουν ήσυχα; Ούτε μπορεί να πει κανείς, χωρίς να κοκκινίζει από ντροπή, πως τα κατώτερα προλεταριακά στρώματα οφείλουν να δεσμεύονται από νόμους που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι, αλλά, αντίθετα, που ψήφισαν κάποιοι άλλοι γι’ αυτούς. Και ειδωμένη από τη σκοπιά της εκτεταμένης καταστροφής και της κοινωνικής ερημοποίησης που έχει προκαλέσει η συστημική αναδιάρθρωση, η δράση της 17Ν γίνεται περισσότερο κατανοητή, ακόμη και προφητική. Στις 12/11, διακόσιες δέκα χιλιάδες άνθρωποι πήγαν, έχοντας σώας τας φρένας, να ψηφίσουν στο εκλογικό πανηγυράκι της “κεντροαριστεράς”.iii Αυτοί είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνοι από τον Δ. Κουφοντίνα.

iΈχω εδώ στο μυαλό μου το μυθιστόρημα του Δημήτρη Φύσσα, “Πλατεία Λένιν, Πρώην Συντάγματος” (Εστία, 2005).

Ο εθνικισμός σαν φετίχ

people-take-streets-banner-reading-independence-during-protest-greater-autonomy-catalonia

Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι οτι οι άνθρωποι έξω από τη χώρα των Βάσκων δεν καταλαβαίνουν, γενικά, το βασκικό πρόβλημα. Γι’ αυτό το λόγο, κάθε φορά που πιάναμε επαφή με ανθρώπους από την Μαδρίτη ή τη Βαρκελώνη, το πράγμα σταματούσε εκεί. Μόλις αρχίζαμε τη συζήτηση, δεν καταλαβαινόμασταν πια. Το ζήτημα της ένοπλης πάλης, για παράδειγμα, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο γι’ αυτούς. Κι όταν φτάνουμε στο εθνικό ζήτημα, βλέπουν το πράγμα με έναν τρόπο τελείως διαφορετικό από μας. Το βλέπουν από τη σκοπιά της ισπανικής μπουρζουαζίας, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι ο βάσκικος λαός υφίσταται μια ιδιαίτερη καταπίεση”.

Από το βιβλίο, Επιχείρηση “Δράκος”: Πώς και γιατί η ΕΤΑ εκτέλεσε τον πρωθυπουργό Καρέρο Μπλάνκο

Ανέκαθεν μου ήταν δύσκολο να καταλάβω τι είναι αυτό που κάνει τους Καταλανούς να πιστεύουν ότι μπορούν να αποκτήσουν τόσο εύκολα, εκείνο που οι Βάσκοι έχουν χύσει ποταμούς αίματος εδώ και δεκαετίες για να το πετύχουν, χωρίς ωστόσο να μπορέσουν να εξαναγκάσουν το ισπανικό κράτος σε υποχώρηση. Η πεποίθηση των Καταλανών ότι μπορούν να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους κάνοντας χρήση “νόμιμων” μέσων, φανερώνει τόσο την πολιτική αφέλεια των αποσχιστικών τάσεων, όσο και το αντιδραστικό περιεχόμενο του Καταλάνικου εθνικισμού. Η ανομολόγητη βεβαιότητα που βρίσκεται πίσω από τις τελευταίες ενέργειες της πολιτικής ελίτ της Καταλονίας, είναι ότι η Ισπανία είναι μια “δημοκρατία” και ότι σε ένα “δημοκρατικό” καθεστώς, οποιαδήποτε πολιτική απόφαση αποτελεί προϊόν εκλογικών ή δημοψηφισματικών διαδικασιών, μέσω των οποίων εκδηλώνεται η βούληση της πλειοψηφίας, οφείλει να γίνει σεβαστή και να αποτελέσει την αφετηρία για τη δρομολόγηση πολιτικών εξελίξεων. Η φαντασίωση αυτή συνιστά τον υπέρτατο θρίαμβο του ετερόνομου φαντασιακού της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”, μιας και διαφαίνεται πολύ καθαρά ότι τα ίδια τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα διακατέχονται από μια διαστρεβλωμένη πίστη στο καθεστώς που αναπαράγει τη θεσμοποιημένη υποτέλεια τους και αποδίδουν σε αυτό μια διάσταση εθελοντισμού και αμοιβαιότητας που δεν υφίσταται στις ετερόνομες ιεραρχικές δομές. Όλες οι κυβερνήσεις χωρίς εξαίρεση, διατείνονται πως υπηρετούν και δεν εξουσιάζουν και ισχυρίζονται πάντοτε ότι κυβερνούν με τη συγκατάθεση των υπηκόων τους. Έτσι, η ιστορική στιγμή κατά την οποία ο κυβερνώμενος πείθεται πως είναι ελεύθερος και δεν αντιλαμβάνεται πλέον την έλλειψη της ελευθερίας του, αποτελεί την κορύφωση της ηγεμονίας της θεσμοποιημένης ετερονομίας, αλλά παράλληλα και το υλικό όριο της. Κι αυτό συμβαίνει διότι μόλις ο κυβερνώμενος ξεκινήσει να συμπεριφέρεται σαν αυτόνομο υποκείμενο που δεν υπάγεται σε κανέναν εξωτερικό περιορισμό, η ενεργεια του αυτή αυτόματα προκαλεί την αντίδραση της εξουσίας και την ανάγκη για εκ νέου επιβολή της.

Να υποθέσουμε ότι οι πολιτικοί ιθύνοντες που έχουν καταστρώσει τη στρατηγική πίσω από την εκστρατεία για την αυτοδιάθεση της Καταλονίας θεωρούν ότι οι Βάσκοι δεν μπόρεσαν να αποσχιστούν από την Ισπανία επειδή δεν το ζήτησαν ευγενικά; Ίσως πάλι το είδος της ανεξαρτησίας για το οποίο μάχονταν οι Βάσκοι δεν είναι το ίδιο με αυτό που επιδιώκει η Καταλανική νέα μπουρζουαζία. Εκείνο πάντως που πρέπει να θεωρεί κανείς σίγουρο είναι πως η δημόσια συζήτηση περί “νομιμότητας” ή όχι του δημοψηφίσματος που προκήρυξε η περιφερειακή κυβέρνηση, προϋποθέτει ότι το ισπανικό κράτος συνιστά πράγματι μια “εθελοντική” ένωση που θα ζήλευε ακόμα κι ο Μπακούνιν, κι από την οποία μπορεί κανείς να αποχωρήσει ή να προσχωρήσει κατά βούληση. Συνεπάγεται επίσης το εξαιρετικά απίθανο ενδεχόμενο το ίδιο το ισπανικό κράτος να έχει θεσπίσει τα νομοθετικά και συνταγματικά μέσα για την υπονόμευση της κυριαρχίας του και την αυτοδιάλυση του. Ωστόσο, η “κρίση” έχει τον τρόπο να διυλίζει τις έννοιες και να ξεδιαλύνει τα νοήματα, εφόσον συνεπάγεται τη γενική αναδιάρθρωση των υλικών όρων ζωής μέσα από τους οποίους αναπαράγεται το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Ακόμη κι αν διαρκέσει για διακόσια χρόνια, η αποικιοκρατία δεν αλλάζει στον πυρήνα της και δεν αργεί να δείξει το αποτρόπαιο πρόσωπο της, μόλις οι υποτελείς λαοί εκδηλώσουν την παραμικρή διάθεση να αντισταθούν στην κυριαρχία της.

Όπως και με το Κράτος, η παθητική αποδοχή και ο καθαγιασμός μέσα από τη δύναμη της συνήθειας, είναι εκείνα τα στοιχεία που εγγυώνται την μακροημέρευση των ετερόνομων καθεστώτων. Με την βίαιη αναδιάρθρωση του συστήματος σε πλανητικό επίπεδο, οι παλιές πληγές ανάμεσα στην Καταλονία και το Ισπανικό κράτος άνοιξαν και πάλι. Αλλά ας μην φανταστεί κάποιος ότι υπάρχει οποιαδήποτε ομοιότητα ανάμεσα στον Καταλανικό εθνικισμό και το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της χώρας των Βάσκων. Ως μια από τις πιο εύπορες περιοχές της Ισπανίας, η Καταλονία κλήθηκε να χρηματοδοτήσει με τις εισφορές της τα δημοσιονομικά ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της διάσωσης του τραπεζικού συστήματος στις χώρες της οικονομικής ημιπεριφέρειας της ΕΕ. Παράλληλα, οι δημόσιες επενδύσεις στις υποδομές και τις υπηρεσίες της περιφέρειας μειώθηκαν δραματικά λόγω των προγραμμάτων λιτότητας που επιβλήθηκαν από το ευρωπαϊκό διευθυντήριο.i Οι Καταλανοί νεομπουρζουάδες ξαναθυμήθηκαν το φλογερό πάθος τους για την Καταλανική εθνική ταυτότητα, μέσα στην αγανάκτηση τους για τη διαφθορά και την ανικανότητα της ισπανικής πολιτικής ελίτ και για τα δυσανάλογα φορολογικά βάρη που υποχρεώθηκαν να σηκώσουν από την κρίση και μετά. Από αυτή την άποψη, μόνο τυχαίο δεν είναι που η εκστρατεία για αυτοδιάθεση έχει τόσο μεγάλη απήχηση στα ανώτερα και μεσαία στρώματα των πόλεων, καθώς και μεταξύ της κοινωνικής τάξης των επιχειρηματιών της περιοχής. Ούτε βέβαια μπορεί να εξηγηθεί σαν σύμπτωση η εμπιστοσύνη που φαίνεται να επιδεικνύει το εθνικιστικό κόμμα της Καταλονίας προς το θεσμικό πλαίσιο και τις τυπικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής “δημκρατίας”. Οι σφαίρες και ο δυναμίτης, η οργανωμένη πολιτική ανυπακοή και οι χαοτικές μαζικές συγκρούσεις της Kale Borroka, αντανακλούσαν το ριζοσπαστικό περιεχόμενο του Βασκικού εθνικισμού, τις κοινωνικές ανατροπές που ήθελε να επιφέρει και τον αντισυστημικό τρόπο με τον οποίο κατανοούσε το αίτημα της αυτοδιάθεσης. Από την άλλη, η αφελής προσέγγιση των εθνικιστών της Καταλονίας, η εμμονή στη χρήση αποκλειστικά νόμιμων μέσων, καθώς και οι καλοπροαίρετες φιλειρηνικές πορείες των οπαδών της ανεξαρτησίας, δείχνουν καθαρά πως οι Καταλανοί νεομπουρζουάδες αντιλαμβάνονται το ζήτημα σαν μια απλή αλλαγή νομικού καθεστώτος. Μια “πολιτισμένη” μετάβαση σε ένα πανομοιότυπο καθεστώς με το προηγούμενο, που μπορεί να διευθετηθεί ακόμα και μέσα από την “ευγενική” μεσολάβηση της ΕΕ. ii

Εξυπακούεται ότι υποστηρίζουμε το δικαίωμα του κάθε λαού στον αυτοκαθορισμό. Μολαταύτα, θεωρούμε ότι είναι υποχρέωση μας να βροντοφωνάξουμε ότι καμία σημαντική αλλαγή δεν πρόκειται να επέλθει στις κοινωνικές συνθήκες της ζωής των υποτελών στρωμάτων της Καταλονίας, εφόσον το κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας κατορθώσει με κάποιον τρόπο να επικρατήσει. Όπως έχει γράψει και ο Λ. Φαν Ντερ Βαλτ, “Είμαστε [οι αναρχικοί] αντίθετοι με την κρατική καταστολή των αντιμπεριαλιστικών κινημάτων, όπως επίσης απορρίπτουμε το δικαίωμα του κράτους να αποφασίζει τι συνιστά νόμιμη διαμαρτυρία και τι όχι. Παρ’ όλα αυτά, δεν πρόκειται για απελευθέρωση, αν το μόνο πράγμα που αλλάζει είναι το χρώμα ή η γλώσσα της τάξης των καπιταλιστών”.iii

iLetter from Barcelona: Inside the battle for Catalan independence, https://www.newstatesman.com/politics/2014/11/letter-barcelona-inside-battle-catalan-independence.

iiΜεσολάβηση ζητάει τώρα ο Καταλανός πρόεδρος, http://www.documentonews.gr/article/mesolabhsh-zhtaei-twra-o-katalanos-proedros.