Η εργασία δεν είναι πια αυτό που ήταν

Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση της συνεισφοράς μου στο πέμπτο τεύχος της επιθεώρησης Κοινωνικός Αναρχισμός. Για περισσότερες πληροφορίες για το εγχείρημα εδώ: https://koursal.wordpress.com/.

ilya-repin

«Παίρνω τις επιθυμίες μου για πραγματικότητα, γιατί πιστεύω στην πραγματικότητα των επιθυμιών μου».

Σύνθημα σε τοίχο του Παρισιού, Μάης 1968

 

Η εργασία στις μέρες μας έχει αλλάξει. Τόσο η μορφολογία και η μεθοδολογία της, όσο και το περιεχόμενο της και ο ρόλος που επιτελεί μέσα στη διαδικασία της παραγωγής. Αν κατά το παρελθόν η εργασία αποτελούσε μέρος του καθημερινού αγώνα του ανθρώπου για επιβίωση, σήμερα δεν είναι παρά το απομεινάρι ενός σταδίου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας που έχει καταστήσει την ίδια τη συστηματική ενασχόληση του ανθρώπου με δραστηριότητες μόνο κατ’ όνομα «παραγωγικές» ένα παρεπόμενο της εξουσιαστικής οργάνωσης της ετερόνομης κοινωνίας. Και μιλάμε για τον επίπλαστο παραγωγικό χαρακτήρα των δραστηριοτήτων που εντάσσονται στην κατηγορία της μισθωτής εργασίας διότι, τουλάχιστο σε ότι αφορά τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες του Κέντρου (ΑΚΧ), στο μεγαλύτερο μέρος τους οι δραστηριότητες αυτές δεν είναι κατ’ ουσία παραγωγικές, με την έννοια της διεκπεραίωσης ενός τμήματος της παραγωγής που υποβαστάζει και αναπαράγει τις υλικές συνθήκες διαβίωσης της ετερόνομης κοινωνίας, ούτε αφορούν μια ορθολογική διανομή των αγαθών αυτών, δηλαδή του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου, για να καλυφτούν οι ανάγκες που έχουν από κοινού όλα τα μέλη της κοινότητας. Αντίθετα, ο έμμεσος προσδιορισμός τους ως «παραγωγικές», έχει να κάνει με την τυπική ή άτυπη συμπερίληψη τους στον εξουσιαστικό θεσμό της μισθωτής συνθήκης, ο οποίος ωστόσο δεν αφορά μια κοινωνικά αναγκαία παραγωγική διαδικασία, αλλά σχετίζεται περισσότερο με τον αγώνα για επιβίωση στον οποίο είναι υποχρεωμένο να εμπλακεί σε καθημερινή βάση το προλεταριάτο. Κι ο αγώνας αυτός δεν προκύπτει επειδή υπάρχει ένα αντικειμενικό όριο της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων που υποχρεώνει την προλεταριακή υποτάξη να διεκδικήσει σπάνιους πόρους ενάντια σε ανταγωνιστικές κοινωνικές ομάδες (τι άλλο είναι άλλωστε η κοινωνική ιεραρχία από την αποκρυστάλλωση αυτών των ανταγωνισμών σε τυπικές και άτυπες σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης), αλλά αναπαράγεται εν τω μέσω μια γενικότερης αφθονίας και μέσα σε συνθήκες όπου είναι δυνατή η υπέρβαση των κοινωνικών ανταγωνισμών με όρους υλικής ανάγκης. Πράγματι, ενώ για να χτιστεί μόνο μία από τις πυραμίδες χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες, καθώς και να καταναλωθεί η συνδυασμένη εργατική δύναμη εκατό χιλιάδων σκλάβων – πολλοί από τους οποίους εξέπνευσαν στην πορεία για να εκπληρώσουν το «μεγαλόπνοο» όραμα των ηγεμόνων της Αιγύπτου – στις μέρες μας ένα παρόμοιο μεγαλιθικό μνημείο δεν θα χρειαζόταν παρά μερικούς μήνες για να ολοκληρωθεί, και χωρίς απαραίτητα να συνεπάγεται την μαζική ανθρωποθυσία του εργατικού δυναμικού που θα κληθεί να το φέρει σε πέρας.[i]

Στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας την οποία διανύουμε, ο καπιταλισμός παράγει σαν τρελός, αλλά κανείς δεν καταναλώνει. Δεν υπάρχει πιο εκλαϊκευμένος τρόπος για να καταδείξουμε τα οδυνηρά εμπράγματα αποτελέσματα της παλαιάς και δοκιμασμένης μαρξιστικής φόρμουλας, που διατείνεται πως η ιστορική εξέλιξη φτάνει κάποτε σε ένα σημείο όπου το επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων είναι ασύμβατο με τις θεσμισμένες παραγωγικές σχέσεις, δηλαδή το νομικό καθεστώς των ταξικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Η ιστορική αυτή συνθήκη δημιουργεί ανυπέρβλητα εμπόδια τόσο ως προς την ομαλή υλική αναπαραγωγή του ίδιου του ετερόνομου συστήματος κυριαρχίας, όσο και ως προς την φυσική επιβίωση των υποτελών στρωμάτων της ιεραρχικής κοινωνικής ολότητας μέσα σε αυτό. Το 2016, μόνο η πολυεθνική αλυσίδα υπεραγορών Tesco, πέταξε στα σκουπίδια έναν όγκο τροφίμων ισοδύναμο με 119 εκατομμύρια πλήρη ατομικά γεύματα, επειδή τα τρόφιμα αυτά δεν μπόρεσαν να διατεθούν και να καταναλωθούν στην αγορά με την μορφή του εμπορεύματος προς πώληση, την στιγμή που η πείνα και ο χρόνιος υποσιτισμός θερίζουν εκατομμύρια προλετάριους ανά την υφήλιο.[ii] Από την άλλη, ορδές απόκληρων προσφύγων και μεταναστών από τις κατεστραμμένες κοινωνίες της περιφέρειας είτε μαντρώνονται με τη βία σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ή αφήνονται να περιδιαβαίνουν τις μητροπόλεις του καπιταλιστικού κέντρου και να στήνουν αυτοσχέδιες παραγκουπόλεις σε εγκαταλελειμμένα αεροδρόμια και πλατείες, την στιγμή που υπάρχουν διαθέσιμα δεκάδες χιλιάδες καταλύματα που θα μπορούσαν να στεγάσουν αυτούς τους ακούσιους νομάδες. Ωστόσο, η ετερόνομη κοινωνία δεν έχει συνείδηση του εαυτού της ως τέτοιας, δηλαδή, ως ένα σύνολο που συγκροτείται σε μια ενιαία μονάδα με ομοειδείς επιθυμίες και συμφέροντα. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού η ετερόνομη κοινωνία ήταν πάντοτε και θα παραμείνει, η οργάνωση της συλλογικής δύναμης των ανθρώπων προς όφελος μιας μειοψηφίας, όπως έγραφε και ο Μαλατέστα.[iii] Στις, όχι και τόσο ευγενείς, κοινωνίες των αγρίων, οι ιερείς παρακρατούσαν για λογαριασμό τους ένα συγκεντρωτικό μονοπώλιο της γνώσης, προκειμένου να κατοχυρώσουν τη θεσμισμένη εξουσία τους πάνω στο κοινωνικό σώμα. Κατά τη περίοδο της φεουδαρχίας, οι «ευγενείς» άρχοντες ήταν εκείνοι που εκπαιδεύονταν για να γίνουν μαχητές και κρατούσαν για λογαριασμό τους τα καλύτερα και πιο φονικά όπλα, για να συντηρήσουν έτσι το μονοπώλιο τους στην βίαιη καταδυνάστευση των φτωχών και τη διεξαγωγή ενός αέναου πολέμου όλων εναντίον όλων. Έτσι και σήμερα, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, συντηρούν προσεκτικά και με τεχνητά μέσα το μονοπώλιο των προνομιούχων στρωμάτων στην παραγωγή και την κατανάλωση, προκειμένου να διασφαλίσουν την αναπαραγωγή των προνομίων τους και την υπέρτερη θέση τους στις θεσμισμένες κοινωνικές ιεραρχίες. Από αυτή την άποψη, η εργασία στις μέρες μας δεν είναι τόσο ένα εργαλείο εκμετάλλευσης, όσο είναι όργανο κυριαρχίας

Η καπιταλιστική κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη κι έχει οδηγήσει στην φτωχοποίηση ενός μεγάλου μέρους των χωρών της καπιταλιστικής περιφέρειας με τη συνακόλουθη συγκέντρωση οικονομικής δύναμης που συντελείται σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα, δεν συνιστά ένδειξη υπαναχώρησης της δυναμικής που είναι εγγενής στις «αντικειμενικές» συνθήκες για τη δημιουργία των υλικών προϋποθέσεων που συγκροτούν το αναγκαίο υπόβαθρο για μια μετάβαση στην κοινωνία της μετασπάνης. Αντίθετα, δείχνει τα αντικειμενικά όρια στα οποία προσκρούει κάθε απόπειρα για μια διασπορά της ευμάρειας σε όλες τις κοινωνικές τάξεις μέσω της δομικής αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Με άλλα λόγια, η κρίση δεν προκλήθηκε επειδή φτάσαμε σε κάποιο «αντικειμενικό» όριο πέρα από το οποίο το ανθρώπινο γένος δεν μπορεί να προχωρήσει (π.χ. την εξάντληση των παραγωγικών δυνατοτήτων μας, το ανώτατο επίπεδο εξέλιξης της τεχνολογικής καινοτομίας, κλπ.), αλλά επειδή προσκρούσαμε στα πολύ χειροπιαστά, υλικά όρια που τίθενται σε αυτές τις διαδικασίες από τις συγκεντρωτικές δομικές ιεραρχίες του συστήματος και από την ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις που παρακωλύουν συνειδητά ή ασυνείδητα την περαιτέρω ανάπτυξη αυτών των διαδικασιών, με γνώμονα την διεύρυνση της αυτονομίας και της ευημερίας του ανθρώπου.[iv] Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως η ετερόνομη κοινωνία είναι οπισθοδρομική, όχι γιατί επιζητά μια άνευ όρων επιστροφή σε κάποιο εξιδανικευμένο παρελθόν, αλλά γιατί δεν αφήνει την ανθρωπότητα να εξερευνήσει τις συναρπαστικές δυνατότητες που της επιφυλάσσει το μέλλον. Ας μην ξεχνάμε ότι η όποια πρόοδος έχει συντελεστεί μέχρι σήμερα σε οποιοδήποτε πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας που τελεί κάτω από την κυριαρχία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, αυτή συνέβη περισσότερο σαν δευτερεύουσα συνέπεια που απορρέει από τις πρωταρχικές αξιακές και οργανικές δεσμεύσεις του κεφαλαίου, δηλαδή την συνέχιση της οικονομικής μεγέθυνσης και την συνακόλουθη αύξηση της κερδοφορίας του, και λιγότερο επειδή ανταποκρίθηκε σε κάποια εκφρασμένη κοινωνική ανάγκη, στην οποία το κεφάλαιο έσπευσε να αφιερώσει τους διαθέσιμους πόρους του προκειμένου να την ικανοποιήσει.

Αναμφίβολα, αυτή η διάκριση έχει την σημασία της. Γιατί αν σε μια αυτόνομη κοινωνική ολότητα η αυτοματοποίηση της παραγωγής θα αντιστοιχούσε σε μια συλλογικά εκφρασμένη και δημοκρατικά επικυρωμένη κοινωνική επιθυμία για μια δραστική μείωση των ωρών της εργασίας, παράλληλα με την γενική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων, μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, η αποβολή της εργασίας από την παραγωγή γίνεται για λόγους βελτίωσης της παραγωγικότητας και συνεπώς αύξησης του ποσοστού κέρδους. Ως μέθοδος που εντάσσεται στη στρατηγική αύξησης της κερδοφορίας του κεφαλαίου, η αυτοματοποίηση δεν επιλύει κάποια κοινωνική ανάγκη, ούτε ανοίγει καινούριους ορίζοντες για τη συντριπτική πλειοψηφία της ανθρωπότητας, αλλά επιστρατεύεται σαν βαρύ όπλο στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού των τάξεων για να ισοπεδώσει τους προλετάριους. Έτσι, εκλαμβάνεται περισσότερο σαν καταστροφή από τα υποτελή κοινωνικά στρώματα που είναι υποχρεωμένα να διαθέσουν σαν εμπόρευμα την εργασία τους προκειμένου να αποκτήσουν τα υλικά μέσα για την επιβίωση τους. Φυσικά, δεν μιλάμε απλώς για μια αφηρημένη υποκειμενική «αντίληψη» των προλετάριων, αλλά για μια δικαιολογημένη πρακτική ανάδραση που απορρέει από τη στέρεα βάση των υλικών συμφερόντων του προλεταριάτου συνολικά ως τάξης. Αντί να απελευθερώνει τους προλετάριους, η τεχνολογία τους στερεί από τα μέσα για την επιβίωσης τους. Αλλά εδώ πια τίθεται εξορισμού το ερώτημα, ποιος είναι ο λόγος που θα πρέπει να θεσπίζεται από το νομικό σύστημα της ετερόνομης κοινωνίας η τυπική υποχρέωση του προλετάριου για εργασία, στον βαθμό που μεγάλο τμήμα της παραγωγής δύναται να διεκπεραιωθεί χωρίς την παρεμβολή του ανθρώπινου παράγοντα, την αξιοποίηση δηλαδή του λεγόμενου «μεταβλητού κεφαλαίου». Ο λόγος δεν έγκειται φυσικά στις «αντικειμενικές» αναγκαιότητες που απορρέουν από τα λειτουργικά προαπαιτούμενα του συστήματος της παραγωγής, αλλά στις εξουσιαστικές σκοπιμότητες που υπηρετεί και αναπαράγει το οικονομικό σύστημα, που είναι κάτι διαφορετικό από τη διαδικασία της παραγωγής αυτή καθ’ εαυτή.

Με αυτή την έννοια, δεν ωφελεί σε τίποτα εμάς τους προλετάριους να «χτυπάμε με τα κεφάλια μας την πόρτα της φάμπρικας» όπως έγραφε με μπόλικο λυρισμό ο Λαφάργκ, διεκδικώντας πεισματικά το «δικαίωμα μας στην εργασία», το «δικαίωμα» μας δηλαδή να υπηρετούμε πιστά τις οικονομικές ελίτ του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.[v] Ο αναρχικός φιλόσοφος Μ. Μπούκτσιν, είχε διαβλέψει τα πρώτα σημάδια της κοινωνικής θέσμισης ενός λανθάνοντος συλλογικού αιτήματος των λαϊκών στρωμάτων για την μετάβαση στην κοινωνία της μετασπάνης, στην άνοδο του νεολαιίστικου κινήματος της αντικουλτούρας της δεκαετίας του ’60, καθώς και στα κινήματα για την απελευθέρωση των μαύρων, των ομοφυλόφιλων, το οικολογικό κίνημα, κλπ.[vi] Επειδή αυτά τα κινήματα είχαν σύνθεση και χαρακτήρα «διαταξικό», τοποθετούσαν δηλαδή το αντικείμενο διεκδίκησης, καθώς και το πεδίο δράσης τους έξω και πέρα από την πρωταρχική, κατά το μαρξισμό, αντίθεση κεφαλαίου / εργασίας, ο Μπούκτσιν συμπέρανε ότι η έλευση των κινημάτων αυτών ήταν ο προπομπός για μια αποσύνθεση των τάξεων, τόσο με μια υποκειμενική, όσο και με μια «αντικειμενική» διάσταση. Καταφεύγοντας στον κρατισμό και στο στοιχείο εκτεταμένου σχεδιασμού που εμπεριείχε το μοντέλο της μεικτής οικονομίας της σοσιαλδημοκρατικής περιόδου, ο καπιταλισμός φαινομενικά είχε κατορθώσει να επιλύσει την βασική του αντίφαση, ενσωματώνοντας την ζωντανή εργασία σαν μια αναπτυξιακή συνιστώσα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Η ταξική πάλη δεν ήταν παρά ο τρόπος μέσα από τον οποίο το σύστημα ρύθμιζε δομικά τις υπερβολές του κι επανερχόταν στην πολυπόθητη ισορροπία.[vii] Ωστόσο, κατά την ταπεινή μας άποψη, ο Μπούκτσιν συμπέρανε μάλλον συνειρμικά και λαθεμένα ότι η διαταξικότητα των λεγόμενων «νέων κινημάτων» αποτελούσε στοιχείο ικανό να εγγυηθεί το αντί-ταξικό, αντί-ιεραρχικό φαντασιακό τους, την στιγμή που κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Αν εξαιρέσει κανείς την επαναστατική πτέρυγα του κινήματος για την απελευθέρωση των μαύρων στις ΗΠΑ (Μαύροι Πάνθηρες, κ.ο.κ.)[viii], καθώς και το οικολογικό κίνημα στην αρχική ριζοσπαστική φάση του, τα «νέα κινήματα» δεν κατόρθωσαν να αναπτύξουν μια γενικότερη επαναστατική κριτική της ετερόνομης κοινωνίας και να προσδώσουν σε αυτή την κριτική λειτουργικές κοινωνικές μορφές μέσω της αυτοθέσμισης μιας σειράς αντισυστημικών πολιτικών οργάνων και αντιθεσμίσεων. Εξού και ο μονοθεματικός χαρακτήρας που προσέλαβαν σταδιακά τα πιο πολλά από τα νέα κινήματα. Κάποια από αυτά μάλιστα, όπως λόγου χάρη το κίνημα κατά των πυρηνικών, κατρακύλησε μέχρι το σημείο να αυτοπροταθεί σαν σύμμαχος και πρόθυμος υποστηρικτής του κλαμπ των ισχυρών του κόσμου, όταν αυτοί έριξαν στο τραπέζι την ιδέα για τη σύνταξη της παγκόσμιας συνθήκης για την μη-διάδοση των πυρηνικών.

Οι μαρξιστές θα πουν ότι το ρεφορμιστικό περιεχόμενο της πολιτικής δραστηριότητας των νέων κινημάτων προκύπτει ακριβώς επειδή τα κινήματα αυτά εγκατέλειψαν τις παραδοσιακές οικονομικές κατηγορίες της μαρξιστικής κριτικής ανάλυσης και αγνόησαν την κεντρική αντίφαση του καπιταλισμού ανάμεσα στο κεφαλαίο και την εργασία, από την οποία απορρέουν δευτερευόντως όλες οι υπόλοιπες αντιθέσεις. Παρόλα αυτά, άποψη μας είναι ότι ακριβώς το αντίστροφο ισχύει. Είναι η τάση των νέων κινημάτων να αντιγράψουν τα λάθη της μαρξιστικής σκέψης και να θεωρήσουν την αντίφαση ενάντια στην οποία ενεργοποιήθηκε το κάθε ένα από αυτά στον δικό του τομέα, σαν την «κεντρική αντίφαση» που χαρακτηρίζει την λειτουργία του ταξικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης (μια τάση που υπάρχει εξίσου στον φεμινισμό, την ριζοσπαστική οικολογία, το κίνημα για το έμφυλο, κ.ο.κ.), που εμπόδισε τα κινήματα αυτά από το να αποκτήσουν μια καθολικότερη αντίληψη των ιεραρχικών δομών που αναπαράγουν την ανισοκατανομή της δύναμης ανάμεσα στις τάξεις σε μια ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Το αντισυστημικό περιεχόμενο μιας ελευθεριακής πολιτικής κοσμοθεωρίας έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν ψάχνει να απονείμει την πρωτοκαθεδρία σε κανένα από τα στοιχεία που απαρτίζουν το ετερόνομο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης (πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό, κοινωνικό), αλλά θεωρεί ότι τα στοιχεία αυτά ενυπάρχουν σε σχετική αυτονομία, αλλά και απόλυτη αλληλεξάρτηση μεταξύ τους. Δηλαδή χωρίς το ένα, το άλλο δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει για πολύ. Είναι αυτή η διασύνδεση που διέφυγε από τα κινήματα της δεκαετίας του ‘60-70 και τα οδήγησε στον σταδιακό συγχρωτισμό τους με τις ελίτ, μια α-λα-καρτ αντίληψη για την κοινωνική απελευθέρωση και τελικά στον πλήρη εκφυλισμό τους.

Αν στις μέρες μας ερχόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με τα τεράστιας σημασίας ζητήματα που έθιξε ο Μπούκτσιν στο σημαντικό φιλοσοφικό έργο του, αυτό δεν συμβαίνει πια λόγω της οριστικής ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης από την σοσιαλδημοκρατία, αλλά εξαιτίας της αμετάκλητης παρακμής του κρατικιστικού μοντέλου οργάνωσης της ετερόνομης κοινωνίας και της θριαμβικής επέλασης του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος, που έχει βάλει σε κίνηση μια «αντικειμενική» διαδικασία από-ενσωμάτωσης των προλετάριων σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς και μια συστημική τάση για την φτωχοποίηση και την προλεταριοποίηση ενός μεγάλου μέρους των μεσαίων στρωμάτων που εδραίωσαν την κοινωνική θέση τους κατά την κρατικιστική φάση της νεωτερικότητας. Έτσι, η αποσύνθεση των τάξεων την οποία είχε διαβλέψει ο Μπούκτσιν δεν οφείλεται τόσο στο γεγονός ότι τα βασικά προβλήματα της σπάνης των αγαθών δεν συνιστούν πλέον κοινωνικό ζήτημα για το προλεταριάτο, αλλά απεναντίας, επειδή η υποτάξη ως κοινωνικό υποκείμενο έχει εξοβελιστεί από το πεδίο της παραγωγής και είναι αναγκασμένο να συγκροτηθεί ως τάξη εναντίον της, και για τον λόγο αυτό, ως μη-τάξη. Δηλαδή, ως μια τάξη που εμπεριέχει και αφομοιώνει όλες τις παραδοσιακές τάξεις στους κόλπους της. Είναι η ιστορική επάνοδος των «αβράκωτων» για τους οποίους γράφει ο Μπούκτσιν σε ένα δοκίμιο του: «[…] όπως στον Διαφωτισμό, βλέπουμε την εμφάνιση ενός τεράστιου και συνεχώς διογκούμενου στρώματος ανθρώπων δίχως τάξη, ένα σώμα λουμπενοποιημένων ατόμων που έλκουν την καταγωγή τους από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Οι πάντοτε χρεωμένες και κοινωνικά ανασφαλείς μεσαίες τάξεις της δικής μας περιόδου μοιάζουν σε γενικές γραμμές με την διαχρονικά αφερέγγυα και επιπόλαιη αριστοκρατία της προεπαναστατικής Γαλλίας. Μια μεγάλη φουρνιά από μορφωμένους ανθρώπους εμφανίστηκαν και τότε όπως και τώρα, επιβιώνοντας με το να κάνουν δουλειές του ποδαριού, χωρίς παγιωμένη καριέρα ή καθορισμένες κοινωνικές ρίζες. Στον πάτο αμφότερων των κοινωνικών συστημάτων βρίσκουμε έναν μεγάλο αριθμό από διαχρονικά φτωχούς – ζητιάνους, αλήτες, ανθρώπους με ημιαπασχόληση ή χωρίς καθόλου δουλειά, απειλητικοί, απείθαρχοι αβράκωτοι – που επιβιώνουν χάρη στα κοινωνικά επιδόματα και τα σκουπίδια που ξεφορτώνεται η κοινωνία, οι άποροι της Παρισινής φτωχογειτονιάς, οι μαύροι του Αμερικάνικου γκέτο».[ix]

Αυτοί οι «φτωχοί χωρίς ρόλο», όπως θα έλεγε και ο στοχαστής Ζ. Μπάουμαν, αψηφούν την παραδοσιακή ταξική διαστρωμάτωση και την ενσωμάτωση τους σε λειτουργικά ιεραρχικά δίπολα.[x] Αλληλεπιδρούν με τους κυρίαρχους θεσμούς της ετερονομίας, την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και το σύστημα της οικονομίας της αγοράς μόνο με όρους εξέγερσης, έξω από κι ενάντια στις θεσμοποιημένες μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας, όταν βέβαια αποφασίζουν να ενεργήσουν αυθόρμητα με όρους συλλογικότητας, σαν μια ενιαία ετεροκαθοριζόμενη κοινωνική μονάδα. Αποτελούν μια λαϊκή μερίδα «ατάκτων» που δεν βρίσκει την προκαθορισμένη θέση της στον ιεραρχικό κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και συνεπώς κατατάσσονται συλλήβδην από την συστημική πολιτική σκέψη στην κατηγορία των «επικίνδυνων» τάξεων που πρέπει να διαχωριστούν ιδεολογικά και χωροταξικά από το «υγιές» κοινωνικό σώμα και να κατασταλούν χωρίς οίκτο. Όπως οι υπόδουλοι Παλαιστίνιοι που εδώ και δεκαετίες υφίστανται την απάνθρωπη κατοχή και την συστηματική εθνοκάθαρση των σιωνιστών νεοναζιστών, οι οποίοι δεν επιφυλάσσουν γι’ αυτούς κανένα άλλο μέλλον από την οριστική εξαφάνιση τους από προσώπου γης,[xi] οι νεόπτωχοι βρίσκονται μπροστά στο φάσμα της μεθοδευμένης γενοκτονίας τους από τις συστημικές ελίτ και δεν έχουν άλλη επιλογή από το να εξεγερθούν, ή να αποδεχτούν τον αργό συλλογικό θάνατο τους.

Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, ότι το κίνημα απελευθέρωσης των νεόπτωχων δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με το παλαιό, παραδοσιακό εργατικό κίνημα. Όπως είχε γράψει κάποτε ο Γκαλεάνι, με κάποια δόση υπερβολής, για την σχέση ανάμεσα στο εργατικό και το αναρχικό κίνημα, είναι πιθανό ότι τα δύο αυτά κινήματα εφεξής θα εξελίσσονται παράλληλα.[xii] Κι όπως είναι γνωστό από την γεωμετρία, δύο γραμμές που κινούνται παράλληλα ποτέ δεν συναντώνται. Το εργοστάσιο δεν υπήρξε μόνο ο κατεξοχήν τόπος μέσα στον οποίο συντελέστηκε η κοινωνικοποίηση της παραγωγής και η υποτιθέμενη ενοποίηση της εργατικής τάξης, όπως διατεινόταν κάποτε ο Μαρξ.[xiii] Υπήρξε και το τόπος διαπαιδαγώγησης του εργάτη στις επιταγές της ηθικής της εργασίας, ο χώρος μέσα στον οποίο κοινωνικοποιήθηκε σύμφωνα με μια εναλλακτική εκδοχή του πολιτισμού των αστών, το σχολείο μέσα στο οποίο οι μάζες των αβράκωτων και των ανεξέλεγκτων απόκληρων της βιομηχανικής επανάστασης αφομοιώθηκαν στο κοινωνικό σύστημα, έστω και από μια θέση κατώτερη και μειονεκτική, η οποία ωστόσο τους έδινε έναν συγκεκριμένο κοινωνικό ρόλο και τους γέμιζε με υπερηφάνεια. Σίγουρα η αυτοδιαχείριση των εργαζόμενων έχει τον ρόλο της να επιτελέσει στο συνολικό πλέγμα των αμεσοδημοκρατικών θεσμών σύμφωνα με τους οποίους η απελευθερωμένη κοινωνία θα εφαρμόσει στην πράξη το ιδανικό της αυτοκυβέρνησης και θα φέρει σε πέρας την συλλογική αυτοθέσμιση της. Ωστόσο, το εργοστάσιο, στον βαθμό που ακόμη αυτό υπάρχει ως μέρος της σύγχρονης παραγωγικής δομής των ΑΚΧ, δεν συνιστά έναν αυτόνομο, δηλαδή ολοκληρωμένο κοινωνικό οργανισμό, μια πρωταρχική κοινωνική μονάδα, μέσα στην οποία μπορεί να υπάρξει μια γενική διευθέτηση των κοινωνικών σχέσεων και των συνθηκών της ζωής των μελών μιας κοινότητας. Η συγκεντρωτική στροφή των προηγούμενων επαναστάσεων μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί εξαιτίας του αφηρημένου εργατισμού που τις διαπερνούσε,[xiv] με την έννοια ότι η κυριαρχία του εργοστασίου ως βασικής οργανωτικής μονάδας της κοινωνίας, ενσωματωμένης σε ένα πλάνο παραγωγικής ανασυγκρότησης εθνικής εμβέλειας, μπορούσε να εγκαθιδρυθεί μόνο σε βάρος των υπολοίπων στοιχείων της οργανωμένης κοινωνικής ζωής, τα οποία έχει ανάγκη προκειμένου να επιβιώσει και να είναι λειτουργικό. Η αποκοπή της βασικής επαναστατικής μονάδας από το φυσικό της τοπικό περιβάλλον, την γειτονιά, το χωριό, την πόλη, την κομμούνα, είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία ενός τεχνητού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, βασισμένου στην νομική αφαίρεση του Ρώσου «εργάτη» και του σοβιετικού «πολίτη». Όχι άδικα, ο Μπούκτσιν κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και μας προειδοποιεί ότι το εγώ θα πρέπει να είναι παρόν σε κάθε στάδιο της επαναστατικής διαδικασίας και να μην υποτάσσεται σε ακατάληπτες ιδεολογικές υπερ-κατηγορίες, όπως ο «Λαός», οι «Μάζες», κ.ο.κ. Προφητεύοντας την ολοκληρωτική επανάσταση του μέλλοντος, την μαζική αντισυστημική εξέγερση που θα μας επιτρέψει να καταργήσουμε την έννοια του συμφέροντος, η οποία έλκει την πνευματική γενεαλογία της από την σκληρή πραγματικότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού, και να βάλουμε στη θέση της την θεσμισμένη συλλογική επιθυμία και την διαρκή απόλαυση του ωραίου μέσα σε συνθήκες ειρηνικής κοινωνικής συμβίωσης και αρμονίας, γράφει:

«Μέσα από την [μελλοντική] επανάσταση θα πρέπει να διαφανεί ένα κοινωνικό εγώ που αποκτά τον απόλυτο έλεγχο της καθημερινής ζωής, και όχι μια καθημερινή ζωή που για μια ακόμη φορά αποκτά τον πλήρη έλεγχο πάνω στο κοινωνικό εγώ».[xv]

[i] J. Dunn, About Egyptian Pyramids, http://www.touregypt.net/featurestories/pyramidworkforce.htm.

[ii] Tesco food waste rose to equivalent of 119m meals last year, https://www.theguardian.com/business/2016/jun/15/tesco-food-waste-past-year-equivalent-119-million-meals.

[iii] E. Μαλατέστα, Χωρίς Εξουσία (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 36.

[iv] Θα πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι το μοναδικό «αντικειμενικό» όριο που αναγνωρίζουμε σε σχέση με την ανάπτυξη αυτών των διαδικασιών που συντελούν στην μεγιστοποίηση της αυτονομίας του ανθρώπου, είναι φυσικά ο σεβασμός και η ισορροπία με το φυσικό μας περιβάλλον.

[v] Π. Λαφαργκ, Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά (Το Ποντίκι), σελ. 32-3.

[vi] M. Bookchin, Listen Marxist!, https://www.marxists.org/archive/bookchin/1969/listen-marxist.htm.

[vii] Bob, Τυφλοπόντικα είσαι εδώ; Αναδιαρθρωμένο κεφάλαιο, πάλη των τάξεων και επαναστατική προοπτική, http://www.blaumachen.gr/2013/10/%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CE%BF%CF%80%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%B4%CF%8E-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%B8%CF%81%CF%89%C2%B5%CE%AD/.

[viii] Για παράδειγμα το σημαντικό έργο του Stokely Carmichael, Black Power (Vintage).

[ix] M. Bookchin, Post-Scarcity Anarchism (Black Rose Books) σελ. 74-5.

[x] Ζ. Μπάουμαν, Ο Καταναλωτισμός, η Εργασία και οι Νεόπτωχοι (Μεταίχμιο), σελ. 131-272.

[xi] Είναι αδιάφορο για τους σιωνιστές εποίκους αν η εξαφάνιση αυτή του Παλαιστινιακού έθνους θα επέλθει σαν το τελικό αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας εκστρατείας εθνοκάθαρσης από μέρους της ισραηλινής κατοχής, ή αν θα συμβεί εξαιτίας της έκβασης μιας οριστικής πολεμικής αναμέτρησης.

[xii] L. Galleani, The End of Anarchism?, σελ. 48, https://theanarchistlibrary.org/library/luigi-galleani-the-end-of-anarchism.pdf.

[xiii] «Η πρόοδος της βιομηχανίας, άβουλος και παθητικός φορέας της οποίας είναι η αστική τάξη, βάζει στη θέση της απομόνωσης των εργατών, όπως αυτή απορρέει από τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, την επαναστατική τους συνένωση μέσα από την οργάνωση». Στο K. Marx & F. Engels, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος (Το Βήμα), σελ. 35.

[xiv] Μιλάμε για αφαίρεση διότι η «εργατική τάξη» ως μια ενιαία οντότητα για λογαριασμό της οποίας μιλούσαν αποκλειστικά οι μπολσεβίκοι, μόνο ως θεωρητική αφαίρεση μπορούσε να υπάρξει μέσα στα μυαλά της σοβιετικής νομενκλατούρας. Εξού και δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει διόλου το γεγονός ότι οι κομισάριοι που κυβερνούσαν στο όνομα της ιδεολογικής κατασκευής του «Εργάτη», υποδούλωσαν τελικά την πραγματική εργατική τάξη διαλύοντας τα όργανα της αυτοθέσμισης της.

[xv] Μ. Bookchin, Post-Scarcity Anarchism, σελ. 66.

Χρήσιμες βυζαντινολογίες

labyrinthminatoaur2

«Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;

Στα βιβλία δεν βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.

Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια;

Και τη χιλιοκαταστραμμένη Βαβυλώνα,

ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα

της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;

 

Τη νύχτα που το Σινικό τείχος αποτέλειωσαν

που πήγανε οι χτίστες; Η μεγάλη Ρώμη

είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιους

θριαμβεύσανε οι Καίσαρες; Το Βυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο

μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;

Ακόμη και στη μυθική Ατλαντίδα,

τη νύχτα που την ρούφηξε η θάλασσα,

τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, με ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν».

Μπ. Μπρεχτ, Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει

Ι

Έχει νόημα να ξεκινήσουμε μια συζήτηση γύρω από έναν σύγχρονο ορισμό του απελευθερωτικού υποκειμένου; Θα μπορούσε κανείς εύλογα να αποφανθεί ότι τέτοιου είδους θεωρητικές αναζητήσεις συνιστούν στις μέρες μας περιττές και αχρείαστες βυζαντινολογίες. Εκείνο που προέχει είναι η ανάληψη ανατρεπτικής δράσης, μιας και η πραγματικότητα μας παρέχει επαρκείς ενδείξεις προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να στραφούμε. Πράγματι, υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που αντιδρούν έμπρακτα στην βίαιη καταβαράθρωση της κοινωνικής θέσης τους και αντιστέκονται με όποιον τρόπο μπορούν στην περαιτέρω υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους που έπεται από την εφαρμογή των δομικών μεταρρυθμίσεων της συστημικής αναδιάρθρωσης. Ωστόσο, στο μέτρο που δεν καταφέρνουν να υψωθούν πάνω από την μερικότητα των αντιστάσεων τους κι εφόσον εξακολουθούν να οργανώνονται με συντεχνιακούς όρους και να προβάλλουν μονοδιάστατα οικονομίστικα αιτήματα, οι ομάδες αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν την πρώτη ύλη από την οποία θα προέλθει η μαγιά για τη δημιουργία μιας ευρύτερης κοινότητας αγώνα. Θα ήταν πιο σωστό αν λέγαμε ότι συνιστούν μια οπισθοδρομική δύναμη η οποία ρέπει αναπόφευκτα προς έναν ουτοπικό συντηρητισμό. Συντηρητισμός διότι διακρίνονται από την τάση να καταγίνονται αποκλειστικά με την διατήρηση και αναπαραγωγή των προνομίων τους, δίχως να ενδιαφέρονται για τη γενικότερη πολιτική κατάσταση, ή για την μοίρα που επιφυλάσσεται στα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα που από κοινού συγκαταλέγονται στην προλεταριακή υποτάξη. Η ουτοπική διάσταση αυτή της συντηρητικής στροφής έγκειται στο γεγονός ότι το σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεν αποτελεί ένα νοητικό κατασκεύασμα, μια αφηρημένη οντότητα με υπεριστορικά χαρακτηριστικά, αλλά κάθε φορά μπορεί να υπάρχει ως κοινωνικό σύστημα μόνο με την μορφή που αυτό αποκτά μέσα σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο. Επομένως, είναι ανώφελο για εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που συνθλίβονται κάτω από τις ερπύστριες του οδοστρωτήρα της αναδιάρθρωσης να μάχονται μήπως και μπορέσουν να αναχαιτίσουν τη δική τους παρακμή, ως μιας ξεχωριστής κοινωνικής υπο-ολότητας. Η λογικές της ιστορικής κίνησης του συστήματος είναι καθολικές και υπερβαίνουν την αποσπασματικότητα του φαντασιακού, ή των άμεσων συμφερόντων της μιας ή της άλλης μεμονωμένης κοινωνικής ομάδας που βρίσκεται στα μεσαία στρώματα, ή στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας. Εξάλλου, μπορεί κάποιος να είναι σίγουρος πως αν τα εξαρτημένα στρώματα διέθεταν τα μέσα για να προβάλλουν αποτελεσματική αντίσταση, δεν θα είχαν βρεθεί εξαρχής στο στόχαστρο των κανιβαλικών ελίτ. Η επιστροφή στη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού που οραματίζονται δεν είναι παρά μια ρομαντική παραίσθηση, μια αντιδραστική ουτοπία ενός πράγματος που έχει ήδη υπάρξει στο παρελθόν και αποδείχτηκε ότι έφερε μέσα του τους σπόρους της ίδιας της καταστροφής του. Με αυτόν τρόπο, αντί να αποτελούν μια αφετηρία, οι κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης τους μετατρέπονται γι’ αυτές τις ομάδες στον αξεπέραστο υλικό ορίζοντα του αγώνα τους. Γίνονται το ανυπέρβλητο όριο της κοινωνικής συνείδησης τους.

Είναι χαρακτηριστικό πως κάποια στιγμή μέσα στην τριετία 2010-2012, κατά την οποία η κοινωνική πάλη στον ελλαδικό χώρο είχε λάβει εκρηκτικά χαρακτηριστικά, οι εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες σταθερής τροχιάς, στην αποκομιδή απορριμμάτων, στα λιμάνια, αλλά και σε άλλους κλάδους της παραγωγής, κατέβηκαν ταυτόχρονα σε γενική απεργία ενάντια στο πρόγραμμα της κοινοβουλευτικής χούντας της ΝΔ. Μολαταύτα, ακόμη κι όταν υποχρεώθηκαν από τις καταστάσεις να συγχρονίσουν τις κινητοποιήσεις τους, παρόλα αυτά δεν διέθεταν την ταξική συνείδηση και την πολιτική ευφυία να συνασπίσουν τους επιμέρους ταξικούς αγώνες τους και να τους συγχωνεύσουν οργανικά σε έναν ενιαίο πολιτικό αγώνα. Κι αυτή η πολυδιάσπαση δεν είναι τόσο εύκολα εξηγήσιμη, εφόσον είναι σίγουρα πιο εύκολο η ενοποίηση ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων να πραγματοποιηθεί στη βάση ενός αρνητικού κατώτατου κοινού παρονομαστή, π.χ. απόσυρση ενός αμφιλεγόμενου νομοσχεδίου, ή ακόμη και ανατροπή μιας λαομίσητης κυβέρνησης, παρά εκκινώντας από ένα ενιαίο ταξικό φαντασιακό που θα συνενώσει τις διαφορετικές κατηγορίες των εργαζόμενων γύρω από ένα θετικό συλλογικό όραμα. Συνακόλουθα, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό αν λέγαμε ότι οι απεργίες δεν έτρεχαν απλώς παράλληλα στον χώρο και τον χρόνο, αλλά αντίθετα εξελίσσονταν ανταγωνιστικά η μία προς την άλλη. Κι αυτό συνέβαινε επειδή καμία κατηγορία εργαζομένων δεν μπήκε στη διαδικασία να αναζητήσει πολιτικές συμμαχίες προκειμένου να επιδιώξει μια συνολική λύση σε ένα πρόβλημα που ξεπερνούσε τις δικές της δυνάμεις. Με τον τρόπο της, οι εργαζόμενοι στον κάθε κλάδο της παραγωγής έδιναν το πράσινο φως στη συστημική αναδιάρθρωση και την φτωχοποίηση των υπολοίπων, υπό τον όρο ότι οι ίδιοι θα εξαιρούνταν από το ταξική σαλαμοποίηση που ετοιμάζει η μνημονιακή κρεατομηχανή. Από αυτή την άποψη, η συζήτηση για ένα ελευθεριακό πρόγραμμα εξόδου από την «κρίση», δηλαδή για τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά μέτρα που θα κληθούν να φέρουν σε πέρας οι καταπιεσμένοι, έτσι ώστε να θεσμίσουν την αντισυστημική αλλαγή και να πραγματοποιήσουν την μετάβαση σε ένα αυτόνομο κοινωνικό παράδειγμα μέσω της κατάργησης των κυρίαρχων θεσμών της ετερονομίας, είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ίδια τη δυνατότητα των διαφορετικών κοινωνικών μονάδων να αναλάβουν δράση από κοινού προκειμένου να αντιμετωπίσουν με τρόπο αποτελεσματικό τον κοινωνικό πόλεμο που έχουν εξαπολύσει εναντίον τους οι ελίτ. Διαφορετικά, ανοίγει ο δρόμος για να αναλάβει το Κράτος τον ρόλο του εξισορροπιστή ανάμεσα σε αντιμαχόμενες ομάδες με ασύμβατα και αντικρουόμενα συμφέροντα. Είναι η αντίληψη του Κράτους ως «αναγκαίου κακού», ως ενός ουδέτερου φορέα που στέκεται υπεράνω των τάξεων και καταπολεμά τους «συλλογικούς εγωισμούς» (όπως θα έλεγε ο Μπούμπερ) της κάθε συντεχνίας και μόνο αυτό είναι αντικειμενικά σε θέση να αποφασίζει με γνώμονα αυτό που είναι καλό και ωφέλιμο για το «κοινωνικό σύνολο» γενικά.[i]

II

Αναμφίβολα, το ίδιο το αναρχικό κίνημα, σαν το πιο ταξικά συνειδητοποιημένο τμήμα του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος, είναι κι αυτό αναπόσπαστο μέρος του απελευθερωτικού υποκειμένου. Άλλωστε, οι οριζόντιες, αντί-ιεραρχικές δομές και οι αυτόνομοι θεσμοί που δημιουργούνται στους κόλπους του, συγκροτούν το υπόβαθρο μέσα στο οποίο η «φλόγα της κοινότητας», όπως θα έγραφε και ο Λαντάουερ, σιγοκαίει και κρατιέται ζωντανή.[ii] Δεν πρόκειται ωστόσο για το πρόπλασμα των θεσμών του αυτόνομου παραδείγματος οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά για ένα σύνολο αρχών κι ενός κώδικα αξιών που αποκτούν υλική υπόσταση μέσω των σχέσεων που αναφύονται στο εσωτερικό της αναρχικής πολιτικής ομάδας. Ένα εναλλακτικό παράδειγμα κοινωνικής συμβίωσης που εκπορεύεται από τις ισότιμες κοινωνικές σχέσεις, από τη συλλογική δέσμευση και την αμοιβαία λογοδοσία, από την πνευματική αυτονομία και την άμεση δημοκρατία. Από αυτή τη συσσωρευμένη εμπειρία, τα αγωνιζόμενα τμήματα του προλεταριάτου μπορούν να επωφεληθούν προκειμένου να οργανώσουν τις δικές τους αυτοδύναμες δομές σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας, από το αυτοδιαχειριζόμενο εργοστάσιο της ΒΙΟΜΕ στη Θες/νικη, μέχρι τις συνελεύσεις των κοινοτήτων στα καντόνια της Ροζάβα.

Μολαταύτα, το αναρχικό κίνημα δεν μπορεί να είναι και να παραμένει εσωστρεφές και αυτοαναφορικό. Αν οι αναρχικοί δεν απέρριπταν για λόγους αρχής την συγκεντρωτική διακυβέρνηση, τότε δεν θα είχαν παρά να καταλάβουν την κρατική εξουσία και να αναμορφώσουν δια της βίας την κοινωνική ολότητα κατ’ εικόνα κι ομοίωση των ιδεολογικών τους φαντασιώσεων. Ούτε θα ήταν απαραίτητη η δημιουργική αλληλεπίδραση του προτάγματος τους με τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα, μιας και θα μπορούσαν να επιβάλλουν μονομερώς το δικό τους έτοιμο από-τα-πριν θεωρητικό μοντέλο για τον ενδεδειγμένο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Ευτυχώς, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το αναρχικό κίνημα είναι αναγκασμένο από τη φύση του ακραία δημοκρατικού προτάγματος που εκπροσωπεί, να επιζητά την εκπλήρωση και πραγμάτωση των ιδανικών του, αλλά και την ίδια την επικύρωση των κατηγοριών σύμφωνα με τις οποίες αναλύει και στοχάζεται γύρω από την κοινωνική πραγματικότητα, πάντοτε έξω και πέρα από τα δικά του αναγνωρισμένα όρια. Από αυτή την άποψη, ο Τζ. Χόλλογουαιη δεν είχε δίκιο όταν έγραφε ότι, σε αντίθεση με την ετερονομία, η αυτονομία δεν διακατέχεται από μια έμφυτη τάση για εξάπλωση και καθολίκευση των θεσμών της.[iii] Στον βαθμό που οι γενικές παράμετροι της κοινωνικής μας υπόστασης καθορίζονται από το εξουσιαστικό θεσμικό πλαίσιο της ετερονομίας, οι αυτόνομες δομές δεν μπορούν παρά να ενυπάρχουν σε μια σχέση διαρκούς ρήξης κι έντασης με τις θεσμοποιημένες ιεραρχίες του συστήματος. Προς αποφυγή της οποιαδήποτε παρανόησης, θα πρέπει εδώ να γίνει μια αναγκαία διάκριση ανάμεσα στην αναπόφευκτη χωροχρονική συνύπαρξη των αυτόνομων κοινοτήτων με τις μορφές θεσμοποιημένης κυριαρχίας από την μία (η επανάσταση δεν θα είναι παντού νικηφόρα την ίδια στιγμή), και στη διαρκή ειρήνη με την εξουσία σαν βασική στρατηγική γραμμή του κινήματος, από την άλλη. Επειδή η επιβολή της αντισυστημικής αλλαγής είναι μια μακροχρόνια και πολύπλευρη διαδικασία, που δεν εξελίσσεται γραμμικά και συνεπάγεται την εμπλοκή ενός ολοένα και μεγαλύτερου τμήματος της κοινωνικής ολότητας στην κοινωνική πάλη για αντισυστημική αλλαγή και την διαπαιδαγώγηση του προλεταριάτου στην καθημερινή πρακτική και το πνεύμα της αυτοδιεύθυνσης, η παρατεταμένη συνύπαρξη με την εξουσία είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αποκλειστεί και απορρέει από τις ίδιες τις στρατηγικές αναγκαιότητες και τη βαθμιαία εξέλιξη της επαναστατικής διαδικασίας.

Παρ’ όλα αυτά, η χωροχρονική συνύπαρξη δεν συνεπάγεται την αλληλοεπικάλυψη, ή την οργανική συγχώνευση στο επίπεδο του προτάγματος. Η CNT, που ιδρύθηκε το 1910, υπήρχε πλάι, πλάι με το ισπανικό κράτος για εικοσιέξι χρόνια και λειτούργησε μέσα στο πλαίσιο των νομικών σχέσεων που αυτό είχε εγκαθιδρύσει, χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί ούτε για μια μέρα την βαθύτερη προσήλωση του συνδικάτου στον στόχο της κοινωνικής επανάστασης. Από την άλλη, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τους Ζαπατίστας-EZLN, που αίφνης διακήρυξαν ότι στηρίζουν την απόφαση του Κογκρέσου των αυτοχθόνων να συμμετάσχει στις επικείμενες προεδρικές εκλογές του Μεξικού με μια γυναίκα υποψήφιο.[iv] Ή για τις αυτόνομες κοινότητες του συριακού Κουρδιστάν, οι οποίες φαίνεται ότι είναι διατεθειμένες να αποδεχτούν μια ομοσπονδιακή δομή πρόσδεσης τους στο αυταρχικό καθεστώς του αλ-Άσαντ, με αντάλλαγμα την παραχώρηση περιορισμένης αυτοδιάθεσης στις περιοχές που βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των YPG. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να κάνουμε σαφές ότι δεν έχουμε καμία πρόθεση να επιδοθούμε σε μια βολική κριτική, επικαλούμενοι τις αφηρημένες αρχές της δογματικής καθαρότητας, ή ενός ανέξοδου ψευτοεπαναστατικού μαξιμαλισμού. Αναγνωρίζουμε ότι τόσο η ζαπατιστική αυτονομία, όσο και ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός των Κούρδων είναι προτάγματα σε εξέλιξη, δυναμικές διαδικασίες που αναπτύσσονται και δεν έχουν παράξει ακόμη κάποιο είδος τελικής συγκρότησης. Ωστόσο, στον βαθμό που οι δύο αυτές εμπειρίες προπαγανδίζονται από κάποιους καθ’ ημάς αναρχικούς κύκλους σαν μοντέλα για μια δράση που θα επικεντρώνεται γύρω από την έννοια των «απελευθερωμένων ζωνών», καλό θα είναι να αντλήσουμε και πρακτικά διδάγματα από αυτές τις εμπειρίες και το κατά πόσο αυτές μπορούν να αναπαραχθούν μέσα στις τοπικές αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες.[v]

Για παράδειγμα, κόντρα στην επικρατούσα άποψη, η επαναστατική διαδικασία στη Ροζάβα δεν είχε σαν αφετηρία μια παλλαϊκή εξέγερση, κατά την οποία ο λαός πήρε τα όπλα και ανάτρεψε τις κρατικές αρχές, αλλά αντίθετα την οικειοθελή αποχώρηση του κράτους από τις κουρδικές περιοχές. Όταν η ένοπλη εξέγερση των ισλαμιστών ξέσπασε στην νότια Συρία, το καθεστώς πήρε στρατηγική απόφαση να αποσύρει τις δυνάμεις του από το συριακό Κουρδιστάν και να τις μεταφέρει στα μέτωπα όπου πολεμούσε τους χασάπηδες σαλαφιστές. Ως εκ τούτου, μπορεί τα όπλα των YPG να είναι αυτά που προστατεύουν σήμερα τις σημαντικές κατακτήσεις της ριζοσπαστικής αλλαγής που έχει συντελεστεί σε μαζική κοινωνική κλίμακα στα κουρδικά καντόνια, όμως σίγουρα δεν ήταν η δύναμη των όπλων που υποχρέωσε την κρατική εξουσία να εγκαταλείψει αρχικά την περιοχή. Πρώτα δημιουργήθηκε το κενό της εξουσίας εξαιτίας παραμέτρων που εκτείνονταν πέρα από τα όρια του Κουρδιστάν, κι έπειτα έσπευσαν να το καλύψουν οι YPG με τις συνομοσπονδιακές διοικητικές δομές τους. Επίσης, είναι πλέον κοινά αποδεκτό ότι χωρίς το θάρρος και την ενεργητική πρωτοβουλία που επέδειξαν οι πυρήνες του PKK από το Μπακούρ (βόρειο Κουρδιστάν), οι οποίοι ήδη βρίσκονταν παράνομα στη Ροζάβα κι έσπευσαν να δημιουργήσουν μια κυβέρνηση που λειτουργούσε παράλληλα και ανέλαβε τρόπον τινά να καθοδηγήσει και να ενθαρρύνει τις δημοκρατικές τομές και τις ρήξεις που συνεπάγεται η επαναστατική διαδικασία του κομμουναλισμού (ακόμα και σήμερα, η κυβερνητική-συγκεντρωτική διοικητική δομή συνυπάρχει στην Ροζάβα με την αμεσοδημοκρατική-αποκεντρωτική), η επανάσταση στο συριακό Κουρδιστάν μπορεί να μην είχε λάβει χώρα. Είναι νομίζουμε εμφανές ότι η διαπίστωση αυτή δημιουργεί ερωτήματα αναφορικά με την μεταβατική στρατηγική του αναρχικού κινήματος, τον ρόλο της πρωτοπορίας, κλπ.[vi]

III

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ακόμη και ο πιο ενθουσιώδης υποστηρικτής του πειράματος της αυτονομίας των αυτοχθόνων, θα πρέπει να παραδεχτεί ότι η προσφυγή στις εθνικές εκλογές είναι ενδεικτική των αδιεξόδων που αντιμετωπίζουν οι ζαπατίστας και θα πρέπει να μας προβληματίσει ως προς την βιωσιμότητα της στρατηγικής τους. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής κοσμοθεωρίας τους ήταν η αποστροφή τους προς το Κράτος και η άρνηση τους επί της αρχής να εμπλακούν κατά οποιονδήποτε τρόπο σε έναν αγώνα για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Από την άλλη, η ομοσπονδιακή ένωση με το κράτος της Συρίας, συνεπάγεται πως οι YPG θα υποχρεωθούν να εκχωρήσουν στα ομοσπονδιακά όργανα του συριακού κράτους, μέρος της λαϊκής κυριαρχίας που με τόσο κόπο οικοδόμησαν στις απελευθερωμένες κουρδικές επαρχίες. Απομένει να δούμε αν η έκταση και το βάθος αυτών των παραχωρήσεων θα είναι τέτοιο, που θα ακυρώσει στην πράξη την πολιτική και οικονομική αυτονομία των καντονιών και θα μεταμορφώσει τον συνομοσπονδισμό σε μια τυπική δομή. Ένα άδειο πολιτειακό κέλυφος, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Όπως και να έχει, το αναρχικό κίνημα είναι πάντοτε υποχρεωμένο να κοιτάζει προς τα έξω, προς το απελευθερωτικό υποκείμενο που θα συμπράξει μαζί του για να δώσει πνοή στο ιδανικό της κοινωνικής απελευθέρωσης. Διότι η δική μας επανάσταση ή θα είναι πλειοψηφική, ή δεν θα είναι καθόλου. Πράγματι, η έννοια του αναρχικού αντισυστημικού προγράμματος δεν έχει κάποιο νόημα πέρα από την αποτύπωση των αναγκαίων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δομών, θεσμών και διαδικασιών που θα επιτρέψουν στα εξαρτημένα στρώματα να κατακτήσουν την ταξική αυτοδυναμία τους, να αποτινάξουν τη θεσμοποιημένη υποτέλεια τους και να διαμορφώνουν εφεξής τα ίδια τους γενικούς όρους της ύπαρξης τους, καθώς και το μοντέλο κοινωνικής συμβίωσης που επιθυμούν. Δεν απευθυνόμαστε σε μια άβουλη και παθητική μάζα υπηκόων, αλλά στην ενεργή πλειοψηφία που θα αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες που της αναλογούν. Που θα σταματήσει να συμπεριφέρεται, όπως έγραψε κάποτε ο Φλόρες-Μαγόν, σαν «αξιοθρήνητο πλήθος καρτερικών σκλάβων» και θα μεταμορφωθεί σε «ορδή από εξεγερμένους που ρίχνεται να κατακτήσει τη γη».[vii]

[i] Μ. Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία (Νησίδες), σ. 53-62.

[ii] Γ. Λαντάουερ, Το Μήνυμα του “Τιτανικού” (Εκδόσεις Τροπή), σ. 18-43.

[iii] J. Holloway, Change the Word Without Taking Power, https://libcom.org/files/John%20Holloway-%20Change%20the%20world%20without%20taking%20power.pdf.

[iv] Οι Ζαπατίστας στις εκλογές για πρώτη φορά στην ιστορία, https://www.thepressproject.gr/article/101532/Oi-Zapatistas-stis-ekloges-gia-proti-fora-stin-istoria.

[v] Χαρακτηριστικά θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στη συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα ο έγκλειστος σύντροφος Ν. Μαζιώτης στην συλλογικότητα Α.Σ.Μ.Π.Α. όπου ανέπτυξε μια λογική της απελευθερωμένης μητροπολιτικής ζώνης, η οποία θα περιφρουρείται και με την δύναμη των όπλων (εδώ, https://athens.indymedia.org/post/1564848/ ). Ή ακόμη και στον γενικότερο πολιτικό προσανατολισμό της εν λόγω συλλογικότητας που φαίνεται να στρέφεται προς αυτή την κατεύθυνση, επιστρατεύοντας την έννοια της «κοινωνικής εδαφικοποίησης». Χωρίς βέβαια να ισχυρίζομαι ότι έχω ποτέ συμμετάσχει στις εσωτερικές διαδικασίες της συλλογικότητας για να έχω γνώση από πρώτο χέρι αναφορικά με το πολιτικο-ιδεολογικό πλαίσιο της συγκεκριμένης ομάδας.

[vi] Το ιστορικό γεγονός αυτό, αναφέρεται σε επιστολή-απολογισμό που απέστειλε αναρχικός/η σύντροφος/συντρόφισσα που τα τελευταία χρόνια ζει μόνιμα στη Ροζάβα και μάχεται στο πλευρό των κουρδικών δυνάμεων. Το γράμμα δημοσιεύεται εδώ, https://amargipl.wordpress.com/2015/06/27/rojava-reality/. Βλέπε επίσης, το άρθρο της D. Dirik, Building Democracy without the State, https://roarmag.org/magazine/building-democracy-without-a-state/.

[vii] P. Newell & D. Pool, Ο Ζαπάτα, ο Μαγκόν και η Μεξικανική Επανάσταση (Ελεύθερος Τύπος).

Αυτονομία, μια δομική αντίφαση της ετερονομίας

paris-may-1968

«Σύννεφα συμφοράς τον τόπο εκείνο τριγυρίζουν

όπου ο πλούτος συναθροίζεται και οι άνθρωποι σαπίζουν».

Oliver Goldsmith, «Το ερημωμένο χωριό»

Το κείμενο που ακολουθεί διαβάστηκε στις 03-12 στον χώρο της κατάληψης Ευαγγελισμού στο Ηράκλειο, σαν εισαγωγή στην συζήτηση που διοργανώθηκε στο πλαίσιο του τριήμερου φεστιβάλ ελευθεριακού βιβλίου με θέμα «Το πολιτικό ρεύμα του κοινωνικού αναρχισμού και η επικαιρότητα του σήμερα». Θα ήθελα με αυτή την ευκαιρία να ευχαριστήσω τους συντρόφους της αναρχικής συλλογικότητας «Οκτάνα», για τη ζεστή υποδοχή και την φιλοξενία τους.

Σύντροφοι / συντρόφισσες,

Θα ήθελα να ξεκινήσω αυτή την σύντομη εισήγηση με τα λόγια που έγραψε ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν σχεδόν πριν από 1,5 αιώνα, αλλά που θα μπορούσε κάλλιστα να τα είχε γράψει ένας αναρχικός στοχαστής σε αυτή την σκοτεινή, για το πρόταγμα της αυτονομίας, περίοδο που διανύουμε. Έγραφε λοιπόν ο Προυντόν: «Ο πολιτισμός σήμερα έχει πιαστεί σε μια κρίση, της οποίας μόνο ένα ανάλογο υπάρχει στην ιστορία: η κρίση την οποία έφερε η έλευση του χριστιανισμού. Όλες οι παραδόσεις έχουν ξεφτίσει, όλα τα πιστεύω έχουν καταργηθεί. Αλλά το καινούριο πρόγραμμα δεν είναι ακόμα έτοιμο, δηλαδή δεν έχει ακόμα μπει στη συνείδηση των μαζών. Για τούτο και η διάλυση, όπως την ονομάζω. Είναι η βιαιότερη στιγμή στην ζωή των κοινωνιών… Δεν έχω ψευδαισθήσεις και δεν περιμένω να ξυπνήσω ένα πρωί και να δω την θαυματουργική, θαρρείς, ανάσταση της ελευθερίας στη χώρα μας… Όχι, όχι, παρακμή, και παρακμή, για μια περίοδο που το τέλος της δεν μπορώ να προβλέψω και που θα διαρκέσει τουλάχιστον μία, δύο γενιές – αυτή είναι η τύχη μας…» [Μ. Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία (Νησίδες) σελ. 49]. Με μια πρώτη ανάγνωση, είναι μάλλον αποθαρρυντικό να σκεφτεί κανείς ότι οι ίδιες απαισιόδοξες και μοιρολατρικές σκέψεις που διατύπωσε ο μεγάλος αυτός στοχαστής κοντά 150 χρόνια πριν, εξακολουθούν να βρίσκουν και σήμερα την αντανάκλαση τους στις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες και να εκφράζουν την απελπισία που διακατέχει το ταξικά συνειδητοποιημένο κομμάτι του ανταγωνιστικού κινήματος μπροστά στα αδιέξοδα με τα οποία βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπο. Δεν είναι δύσκολο για τον νου να υποκύψει σε ευλογοφανείς συνειρμούς και να αναρωτηθεί, αφού τίποτε δεν φαίνεται να έχει αλλάξει μέσα στα τελευταία 150 χρόνια, αφού η μοίρα του κοινωνικού αγωνιστή φαίνεται να του επιφυλάσσει μόνο πίκρα και απογοητεύσεις, μήπως αυτό σημαίνει ότι κυνηγάμε χίμαιρες κι ότι τίποτα τελικά δεν μπορεί να αλλάξει; Μήπως, με άλλα λόγια, έχουμε αφιερώσει τη ζωή μας και την σκέψη μας σε έναν στόχο που είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί και που είναι προορισμένος πάντοτε να υποτάσσεται και να υποχωρεί μπροστά στη θηριωδία των θεσμισμένων ετερόνομων εξουσιών;

            Ωστόσο, μόλις πάει να μας κυριέψει η απελπισία, αμέσως συνειδητοποιούμε ότι, παρά τις ήττες και τις απογοητεύσεις, το γεγονός παραμένει πως ενάμιση αιώνα μετά, είμαστε ακόμα εδώ. Συμμέτοχοι, ατελείς μύστες κι ενθουσιώδεις φορείς μιας ριζοσπαστικής εναλλακτικής πολιτικής παράδοσης, της οποίας ο Προυντόν συγκαταλέγεται ανάμεσα στους προπομπούς και τους πρώιμους ιδρυτές. Η παρατεταμένη αυτή ζωτικότητα του προτάγματος της αυτονομίας σίγουρα δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στον ηρωισμό και την αυτοθυσία που επέδειξαν ιστορικά οι αναρχικοί αγωνιστές. Άλλωστε, η καλώς εννοούμενη ουτοπία της αναρχικής κοινωνίας δεν επιβιώνει πουθενά στις μέρες μας. Με την μορφή της γενικευμένης εξέγερσης που δοκίμασε να αναμορφώσει εκ βάθρων την ιεραρχική εξουσιαστική κοινωνία, η αναρχική επανάσταση γνώρισε την ήττα στο Μεξικό το 1910, στην Ισπανία το 1936, στην Ουγγαρία το 1956 και στην Γαλλία το 1968. Αλλά και με την μορφή των απομονωμένων ουτοπικών κοινοτήτων που κάποιοι οραματιστές επιχείρησαν να δημιουργήσουν στις αρχές του αιώνα ανά την Ευρώπη, οι αυτεξούσιες εναλλακτικές κοινότητες εξαφανίστηκαν στον βαθμό που σταδιακά εξέλειπε η πίστη στη δυνατότητα ενός ριζικού μετασχηματισμού της κοινωνίας σαν αποτέλεσμα της συνειδητής έλλογης δράσης των κοινωνικών υποκειμένων. Με αυτόν τον τρόπο, η αναρχία υπάρχει, όπως θα έλεγε και ο Τζων Χόλλογουαιη, μόνο σαν μια κατάσταση σε θεσμοποιημένη άρνηση, ή σαν μια προβολή της ανθρώπινης επιθυμίας στο μέλλον [J. Holloway, Change the World Without Taking Power, σ. 55-60]. Όχι δεν παίζουμε με τις λέξεις, ούτε προσπαθώ να μετατρέψω την ανάγκη μας σε φιλοτιμία. Αντίθετα, εκείνο που προσπαθώ να δείξω είναι πως η ίδια η άνιση κατανομή της δύναμης στην ετερόνομη κοινωνία, είναι εκείνη που συντηρεί και διαιωνίζει το συλλογικό αίτημα για την οριστική κατάργηση των σχέσεων κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και συνηγορεί υπέρ της δημιουργίας ενός ριζικά διαφορετικού θεσμικού πλαισίου για την κοινωνική συμβίωση. Αυτή είναι και η τραγική μοίρα του κάθε ιεραρχικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, που, ακόμη και στην ιστορική στιγμή της μέγιστης παντοδυναμίας του, παραμένει ευάλωτο και ανίκανο να «ειρηνεύσει» εξολοκλήρου την κοινωνία, επιβάλλοντας μια για πάντα τον σεβασμό της νομιμότητας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Αυτό συμβαίνει επειδή, από την μία, το σύστημα βασίζει την ιδεολογική νομιμοποίηση του στην απόκρυψη της πραγματικότητας των ταξικών διαχωρισμών, στην ιδεολογική συγκάλυψη δηλαδή του γεγονότος ότι η κοινωνική ολότητα είναι αμετάκλητα διαιρεμένη σε ιεραρχικά διαβαθμισμένες κοινωνικές ομάδες που η μία καταπιέζει την άλλη, κι ενώ αποβλέπει στον μέγιστο βαθμό εξατομίκευσης της κοινωνικής συνείδησης σαν το φυσικό επιστέγασμα αυτής της στρατηγικής αναπαραγωγής του συστήματος. Από την άλλη όμως, η ίδια η πραγματικότητα της ταξικής διαστρωμάτωσης και καταπίεσης, επειδή τείνει να καθιερώσει σχέσεις κυριαρχίας, όχι ανάμεσα στα άτομα αυτά καθαυτά, αλλά ανάμεσα στις ομάδες που ανήκουν τα επιμέρους άτομα σαν κοινωνικές υπο-ολότητες, λειτουργεί σαν μια διαρκής υπενθύμιση ότι οι καταπιεσμένοι βρίσκονται σε υποτελή θέση όχι λόγω των ατομικών επιλογών τους, αλλά επειδή έτυχε να γεννηθούν προλετάριοι και όχι μπουρζουάδες. Όχι λόγω της πορείας τους, αλλά εξαιτίας της αφετηρίας τους. Εξαιτίας δηλαδή της κοινωνικής θέσης που έτυχε να κατέχουν τη στιγμή της γέννησης τους κι όχι επειδή υπολείπονται σε ατομικά χαρίσματα ή σε αρετές του χαρακτήρα. Είναι αυτή η δομική αντινομία μιας κοινωνίας που μόνο κατ’ όνομα αποθεώνει το άτομο, αλλά στην πράξη καταστέλλει την ατομικότητα και λειτουργεί στην βάση αυθαίρετων ομαδοποιήσεων και ιεραρχήσεων, που δεν επιτρέπει στην εκάστοτε θεσμισμένη εξουσία να απαλλαγεί μία και καλή από την ενοχλητική παρουσία των αντιφρονούντων που κάθε τόσο επιχειρούν να αναζωπυρώσουν με τον λόγο και τις θεωρίες τους τις φωτιές της κοινωνικής εξέγερσης.

            Είναι άραγε αυτό που εννοούσε ο Μάρτιν Μπούμπερ, όταν μίλαγε για τις απελευθερωτικές «τάσεις» που υποβόσκουν μέσα στο άδειο κέλυφος της καπιταλιστικής κοινωνίας; Σίγουρα, για να μην καταχωρηθούμε κι επίσημα σαν οπαδοί ενός ουτοπικού, με την κακή έννοια, σοσιαλισμού, που δεν αναδύθηκε παρά μόνο σαν το αποκύημα της φαντασίας ενός αιωνίως δυσαρεστημένου διανοουμένου, ή ενός αφελούς και ρομαντικού οραματιστή, θα πρέπει να καταδείξουμε ότι το σημείο από το οποίο εκκινεί η ανάλυση μας είναι ο σύγχρονος άνθρωπος και η κοινωνική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, οι ανάγκες και οι επιθυμίες του, όπως αυτές διαμορφώνονται στις μέρες μας. Και θα πρέπει να αποδείξουμε ότι αυτό που προτείνουμε μέσα από τις θεωρίες μας, με κάποιον τρόπο ήδη υπάρχει ακόμη και στην αλλοτριωμένη καπιταλιστική κοινωνία του σήμερα. Φυσικά, εδώ δεν αναφέρομαι στην μαρξιστική νομοτέλεια, που προετοιμάζει καταστάσεις ερήμην της βούλησης των ανθρώπων και, με την έννοια των αντικειμενικών συνθηκών, δεν περιγράφει απλώς ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται η δράση των κοινωνικών aυποκειμένων, αλλά ένα απροσπέλαστο υλικό όριο, έναν πρωτογενή παράγοντα που επιβάλλει την κυριαρχία του και προκαθορίζει σε όλα το περιεχόμενο της ανθρώπινης δραστηριότητας, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα μιας παρέκκλισης ή μιας αμφίδρομης επιρροής. Αναφέρομαι πιο πολύ στις εκτεταμένες αντιστάσεις που παράγονται από τις αντιφάσεις και την συγκέντρωση δύναμης σε μια ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Είναι αυτή η βίαιη συνειδητοποίηση των υλικών συμφερόντων των εξαρτημένων κοινωνικών στρωμάτων και η διάθεση που επιδεικνύουν οι προλετάριοι για έμπρακτη εναντίωση στις θεσμοποιημένες εξουσίες, που προδίνουν και μια λανθάνουσα τάση για την εξάλειψη της κυριαρχίας που αναπαράγεται από την ανισόμετρη κατανομή όλων των μορφών της δύναμης, μέσω της οικοδόμησης ενός αυτόνομου παραδείγματος κοινωνικής συμβίωσης. Μιας αυτόνομης κοινωνικής ολότητας που θα ενσαρκώνει στις δομές, αλλά και στην καθημερινή πρακτική της αυτοθέσμισης της, όλες εκείνες τις αρχές τις οποίες απαρνιέται και καταπατά η ετερόνομη καπιταλιστική κοινωνία.

            Όπως αναφέρω και σε ένα σημείο του βιβλίου: «…θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η ροπή προς την κοινωνική απελευθέρωση δεν εκδηλώνεται κατ’ ανάγκη με θετικό τρόπο, με την έννοια του συνειδητού προσανατολισμού του κοινωνικού υποκειμένου προς την αναρχία και τον κομμουνισμό, αλλά εκφράζεται περισσότερο με αρνητικούς όρους. Πρωτίστως σαν ρήξη με αυτό που υπάρχει και σαν δυνατότητα για την αυτοθέσμιση της κοινωνίας που διαφαίνεται στην μορφή και το περιεχόμενο των μέσων πάλης που είναι υποχρεωμένο να επιστρατεύσει το προλεταριάτο ως κοινωνική υπο-ολότητα για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του μέσα σε ένα εχθρικό, για τις δικές του δυνάμεις, κοινωνικό περιβάλλον» [Π. Δράκος, Ενάντια στο Κράτος (Ναυτίλος), σελ. 33]. Από αυτή την άποψη, η απελευθερωτική θεωρία συνιστά και η ίδια μέρος της κοινωνικής πάλης, αφού είναι ακριβώς το ερμηνευτικό σχήμα και η κοσμοθεωρία μέσα από την οποία αντιλαμβανόμαστε την κοινωνική πραγματικότητα, τα οποία καλλιεργούν όχι μόνο τη διάθεση και το μαχητικό πνεύμα που είναι αναγκαίο για την όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, ορίζουν και τα διακυβεύματα, δηλαδή το περιεχόμενο του. Έτσι, άποψη μου είναι πως η αναλυτική αξία μιας θεωρίας μπορεί να κριθεί τόσο από την ικανότητα της να προβλέπει και να σκιαγραφεί τις γενικές «αντικειμενικές» τάσεις του υπό εξέταση συστήματος, όσο και από τη δυνατότητα της να επενεργεί πάνω στις υποκειμενικές συνθήκες κινητοποιώντας εκείνα τα τμήματα της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας των οποίων τις επιθυμίες και τα συμφέροντα εκφράζει και υπερασπίζεται. Αν αυτά τα συμφέροντα εξυπηρετούνται καλύτερα και πιο αποτελεσματικά μέσα από την υιοθέτηση μιας γραμμής σύγκρουσης με τις ελίτ, ή αν είναι προτιμότερη μια στρατηγική «εγκάρδιας συνεννόησης» ανάμεσα στην υποτάξη και στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, δεν συνιστά απλώς ζήτημα διαφορετικής τακτικής, που αποβλέπει ωστόσο στην εκπλήρωση του ίδιου απώτερου σκοπού. Ούτε είναι απλώς σύμπτωμα μιας ενιαίας συλλογικής επιθυμίας, που όμως βιώνεται κάθε φορά με έναν διαφορετικό βαθμό έντασης από τους κάτω.

            Αντίθετα, η επιλογή του μέσου βρίσκεται κάθε φορά σε άμεση συνάρτηση με τον καθορισμό του σκοπού κι επενεργεί στην διαμόρφωση του εύρους και της ποιότητας των επιθυμιών των εξαρτημένων κοινωνικών στρωμάτων. Για να το πούμε διαφορετικά, είναι ο βαθμός της δύναμης που επιδιώκουν οι προλετάριοι να συγκεντρώσουν στα χέρια τους, που θα καθορίσει με τη σειρά του τον βαθμό κατά τον οποίο θα μπορέσουν να αυτονομηθούν από τα προνομιούχα στρώματα και τις ελίτ που τους διαφεντεύουν. Η περίπτωση της ανέλπιστης επιτυχίας που γνώρισε ο Μπέρνυ Σάντερς, ένας σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος στην καρδιά του καπιταλιστικού κτήνους, και μέσα σε μια ιστορική συγκυρία όπου το σύστημα της οικονομίας της αγοράς φαίνεται ότι βρίσκεται στο απόγειο της δύναμης του στις Ηνωμένες Πολιτείες, δείχνει ότι το ζητούμενο για τα λαϊκά στρώματα είναι διαχρονικό και δεν έχει αλλάξει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Η ελεύθερη και διαρκής πρόσβαση του κάθε ανθρώπου στην μόρφωση, στην ιατρική περίθαλψη, στη στέγαση και σ’ ένα καλό επίπεδο ζωής, είναι πρωτογενείς φυσικές ανάγκες που αποτελούν το αναγκαίο υπόβαθρο για την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός από εμάς, την οποία οι αναρχικοί ευαγγελίζονται κι επιδιώκουν από την εποχή του Μπακούνιν. Αποκλείοντας όμως την μέθοδο της άμεσης δράσης, που ουσιαστικά απορρέει από την τάση της προλεταριακής υποτάξης να αυτό-οργανώνεται και να επαφίεται αποκλειστικά στα δικά της μέσα και για δικό της λογαριασμό – η λεγόμενη αυτοτέλεια μέσων και σκοπών – ο ρεφορμισμός και η προσφυγή στη συνήθεια της εξουσίας βάζουν ταβάνι στις επιθυμίες μας και περιορίζουν τόσο το εύρος, όσο και την ένταση τους.          

            Και η περίπτωση της ανόδου του Τραμπ στην εξουσία, δείχνει επίσης πως αν οι ανησυχίες και οι προβληματισμοί των προλετάριων δεν βρουν δημιουργική διέξοδο σε ένα εναλλακτικό φαντασιακό που να έλκει τις βασικές αρχές και τον αξιακό του κώδικα από την ουμανιστική παράδοση της αυτονομίας, τότε δεν είναι διόλου απίθανο ότι θα εξακολουθήσουν να στρέφονται προς αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που θα τους υπόσχονται μέτρα για την προστασία ή την ισχυροποίηση της θέσης τους, απέναντι σε εκείνες τις ομάδες που το σύστημα της οικονομίας της αγοράς τις καταδικάζει να ενυπάρχουν σε έναν διαρκή και αδιάληπτο αγώνα ζωής ή θανάτου αναμεταξύ τους. Από αυτή την άποψη, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ο μεταμοντέρνος φασισμός του Τραμπ έχει ρίζες στα εργαζόμενα στρώματα, τόσο όσο και ο «δημοκρατικός σοσιαλισμός» που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε ο Σάντερς. Η διαφορά είναι ότι ο Τραμπ απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη μερίδα των εργαζόμενων τάξεων, την οποία διατείνεται ότι θα προστατέψει από την επέλαση ανταγωνιστικών ομάδων που συνυπάρχουν με τους λευκούς προλετάριους στον πάτο της ταξικής ιεραρχίας κι από κοινωνικές μεταβολές που απειλούν να τους καταβαραθρώσουν ακόμα περισσότερο στην κοινωνική διαστρωμάτωση. Δεν είναι μόνο ότι ο Τραμπ καλλιεργεί την «μισαλλοδοξία», όπως γενικά και αόριστα του καταλογίζουν οι αριστεροί και οι φιλελεύθεροι επικριτές του, ωσάν οι δομικοί ανταγωνισμοί που παράγονται μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς να μην είναι πραγματικοί. Είναι ακόμη ότι η ιεραρχική κοινωνία της θεσμισμένης ετερονομίας διασφαλίζει την ομαλή αναπαραγωγή της ακριβώς μέσα από την εντατικοποίηση και την εμβάθυνση των υφιστάμενων κοινωνικών διαιρέσεων και τον περαιτέρω τεμαχισμό των βασικών αντιμαχόμενων κοινωνικών μονάδων σε εχθρικά κι ανταγωνιστικά μεταξύ τους υποσύνολα. Θα έλεγε κανείς πως σωστά ο Τόμας Χομπς θεωρείται ο πατέρας του σύγχρονου φιλελευθερισμού, μιας και ο πόλεμος όλων εναντίον όλων φαίνεται ότι είναι το φυσικό επακόλουθο της επέκτασης των ετερόνομων θεσμών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» σε οικουμενική κλίμακα.

              Απομένει να δούμε αν οι ακροδεξιοί εννοούν αυτά που λένε κι αν κάποια από τα οπισθοδρομικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα τους, θα επιφέρουν εντάσεις και ρήξεις στο εσωτερικό των ελίτ, τις οποίες ένα συμπαγές και καλά οργανωμένο ελευθεριακό κίνημα θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει με τη δράση του και να τις εκμεταλλευτεί. Από την άλλη, Αριστερά και Δεξιά είναι έννοιες που σε ένα παγκοσμιοποιημένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον χάνουν όλο και περισσότερο τη σημασία τους και απονοηματοδοτούνται, εφόσον παύουν να εκφράζουν δύο διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Η πραγματική αντιπολίτευση στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας που διανύουμε εγκαταλείπει σιγά, σιγά τα ανακτοβούλια της εξουσίας και εγκαθίσταται όλο και πιο μόνιμα στους δρόμους και τις πλατείες των καπιταλιστικών μητροπόλεων. Το Κράτος βρίσκεται πια σε ευθεία αντιπαράθεση με την κοινωνία και είναι μέσα στο πλαίσιο αυτής της ιστορικής συγκυρίας που το αναρχικό κίνημα αναδεικνύεται εκ νέου σε βασικό υπερασπιστή και σε πολιτικό φορέα αντίστασης και αντεπίθεσης των πάσης φύσεως καταπιεσμένων. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε πως η αναρχική κοινωνία για να λειτουργήσει δεν έχει ανάγκη από ανθρώπους που είναι έμφυτα καλοί. Χρειάζεται μόνο ανθρώπους που δεν είναι από τη φύση τους κακοί.                 

Ο ρόλος του ατόμου στην ιστορία

hercules-crowned-by-fame-xx-sebastiano-conca

«Η αμοιβαία επωφελής σχέση με τον όχλο είναι αναπόσπαστο μέρος της ιδιοσυστασίας ενός πολιτικού. Βασικά, μπορεί μόνο να χρησιμοποιήσει την ρακένδυτη μάζα. Τους άλλους, τα άτομα, τους βγάζει γρήγορα από την μέση, αν δεν διαθέτει σωφροσύνη. Ή, αν είναι έξυπνος όπως ο Ναπολέων, παριστάνει πως εκτιμάει την αξία τους, προκειμένου να τους καταστήσει ακίνδυνους για τον ίδιο».

Otto Weininger, «Το Σεξ και ο Χαρακτήρας»

Ποιος είναι ο ρόλος που έχει το άτομο στην ιστορία της ανθρωπότητας; Κάποιοι ισχυρίζονται ότι το άτομο είναι φτερό στον άνεμο της ιστορικής εξέλιξης. Μια ανήμπορη ύπαρξη που άγεται και φέρεται από την ακαταμάχητη ορμή ιστορικών νόμων που το ξεπερνούν. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι είναι το ίδιο ο δημιουργός και ο υποκινητής εκείνων των τεράστιων απρόσωπων δυνάμεων, που μέσα από τη δράση και την συνδυασμένη επίδραση τους διαμορφώνουν την γενική ροή του ποταμιού της ιστορίας. Δύο διαφορετικές αφηγήσεις, δύο ριζικά ετερόκλητες αντιλήψεις για το άτομο. Από την μία, ο εξατομικευμένος άνθρωπος σαν μύγα που συνθλίβεται κάτω από το βάρος μιας ιστορίας που δεν δημιουργεί ο ίδιος. Από την άλλη, το άτομο ως τιτάνας, ως ο αποφασιστικός παράγων της ιστορικής εξέλιξης που επενεργεί σαν καταλύτης και, σαν άλλος μαθητευόμενος μάγος, εξαπολύει τις μυστικές δυνάμεις που ελλόχευαν στα τρίσβαθα της κοινωνίας πάνω στο ανυποψίαστο κοινωνικό σώμα που ιδέα δεν είχε ότι τις κυοφορούσε.

Δεν πρόκειται όμως κατ’ ανάγκη για δύο ξεχωριστές αφηγήσεις. Η αποθέωση του ατόμου συμβαδίζει υποχρεωτικά με την εκμηδένιση και τον αφανισμό της ατομικότητας. Πράγματι, εφόσον το άτομο διεκδικεί για λογαριασμό του την απόλυτη αυτοτέλεια και αυτοανακηρύσσεται σε σημείο αναφοράς που θέτει από μόνο του σε κίνηση τους νόμους της ιστορίας, τότε τίποτα άλλο δεν μένει να κάνουν τα υπόλοιπα άτομα από το να απαρνηθούν την μοναδικότητα τους και να εξαφανιστούν από το προσκήνιο της ιστορίας. Απεκδύονται τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά τους και μετατρέπονται σε μια άβουλη και άμορφη μάζα, έτοιμη να χρησιμεύσει σαν πρώτη ύλη στους επιτελικούς σχεδιασμούς των ελίτ, ή του ηγέτη που ασκεί την εξουσία. Για να το πούμε διαφορετικά, ο ηγέτης χτυπάει παλαμάκια και οι μάζες χορεύουν σαν δαιμονισμένες. Όταν λοιπόν το άτομο αφήνει το ιστορικό στίγμα του στο πεδίο της πολιτικής, αυτό συνήθως δεν μπορεί να συμβεί δίχως την δύναμη της ωμής επιβολής και χωρίς να χυθεί άφθονο αίμα. Ακόμα και οι αναρχικοί αγωνιστές, ακραίοι ιδεαλιστές που μάχονταν στο όνομα της απόλυτης ελευθερίας, της κατάργησης κάθε μορφής καταπίεσης και της ευημερίας του συνόλου, όταν αποφάσισαν να ενεργήσουν σαν εξεγερμένες ατομικότητες (το λεγόμενο ατομικιστικό ρεύμα της παράδοσης του αναρχισμού), δεν είχαν άλλη επιλογή από το να καταφύγουν στην βία και στις (τυφλές κάποιες φορές) βομβιστικές ενέργειες, σαν το προνομιακό μέσο παρέμβασης που είχαν στη διάθεση τους. Προκειμένου να δολοφονήσει έναν αντιδραστικό δικαστή, ο θρυλικός αναρχικός τρομοκράτης Ραβασόλ δεν δίστασε να δυναμιτίσει μια ολόκληρη πολυκατοικία στο κέντρο του Παρισιού. Στο ίδιο πνεύμα, ο ομοϊδεάτης του Εμίλ Ανρύ, ένας ευαίσθητος νεαρός που αηδιασμένος από την αδικία που έβλεπε παντού γύρω του στράφηκε προς τον αναρχισμό, βομβάρδισε το 1894 ένα παρισινό καφέ γεμάτο μπουρζουάδες, σαν αντίποινα για τις σφαγές που επακολούθησαν την παρισινή Κομμούνα του 1871 και την βάρβαρη κρατική καταστολή από την οποία υπέφερε το αναρχικό κίνημα της εποχής.[i] Τέτοια ήταν τα όρια της συμβολής των «ατομικοτήτων», των κοινωνικών αγωνιστών που ενεργούσαν στο όνομα, αλλά κατ’ ουσία έξω από ένα αμεσοδημοκρατικό πολιτικό πλαίσιο, στην κοινωνική πάλη εκείνης της περιόδου. Η εκδίπλωση της ατομικότητας των αναρχικών τερροριστών, εξαφάνισε εξορισμού την ατομικότητα των θυμάτων τους.

Παρ’ όλα αυτά, δεν αποδεικνύουν άραγε περίτρανα οι περιπτώσεις των «μεγάλων ανδρών» (αλήθεια, γιατί ποτέ μεγάλων γυναικών;) ότι η αντίληψη της ιστορίας σαν άθροισμα των ενεργειών των μεγάλων προσωπικοτήτων έχει μια βάση; Μήπως ο Αλέξανδρος, ο Ναπολέων, ή ακόμα και ο Τζένγκις Χαν, ο Χίτλερ και ο Στάλιν, δεν είναι εξέχουσες φυσιογνωμίες που μέσα από το ατομικό «όραμα» και την μονομερή δραστηριότητα τους κατόρθωσαν να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο μέσα στον οποίο γεννήθηκαν κι έζησαν; Ας απαντήσουμε κατ’ αρχήν ότι είναι πράγματι τρομακτικό να υποθέσουμε ότι ως ανθρωπότητα, υπάρχουμε μόνο σαν φευγαλέες σκέψεις, σαν φαντάσματα και οπτασίες μέσα στα μυαλά των «μεγάλων ανδρών», οι οποίοι μπορούν και διαπλάθουν την οικουμένη και την ιστορία της σε αναλογία με τις εκάστοτε διαθέσεις τους. Αν υπάρχει ένα στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας, μια ιδιότητα του χαρακτήρα που κάνει έναν άνδρα «μεγάλο», αυτό αναμφίβολα θα λέγαμε πως είναι η επίγνωση της μερικότητας και του αποσπασματικού χαρακτήρα των γνώσεων και της συνειδησιακής κατάστασης του μεμονωμένου ατόμου. Όπως έγραψε κάποτε ο Γουίλιαμ Μόρις, «Κανείς άνδρας δεν είναι αρκετά καλός, για να είναι ο αφέντης ενός άλλου άνδρα». Ο παραπάνω ισχυρισμός δεν έχει τις ρίζες του σε μια υποκριτική ταπεινοφροσύνη χριστιανικού τύπου, αλλά απορρέει από την πολύ πραγματική διαπίστωση ότι υπάρχουν εγγενή, δομικά όρια που περιορίζουν την ατομική γνώση του ανθρώπου και αντιφατικές τάσεις που επενεργούν στον ψυχισμό του. Συνακόλουθα, μόνο ένας τρελός θα εναπόθετε τις τύχες μιας κοινότητας, ενός λαού, ή της ανθρωπότητας ολόκληρης στα χέρια ενός και μόνο ανθρώπου, είτε αυτός λέγεται μονάρχης, ή δικτάτορας, ή πρωθυπουργός. Από αυτή την άποψη, ο πραγματικά ενάρετος άνθρωπος μετριέται από την ικανότητα του και τη δύναμη του χαρακτήρα που θα επιδείξει, προκειμένου να αντισταθεί και να μην υποκύψει στα θέλγητρα της εξουσίας, ακόμα κι όταν αυτή του προσφέρεται ελεύθερα. Θα πρέπει να είναι σαν τον Ευγένιο Βαρλέν, ηγετική φυσιογνωμία και δολοφονημένο ήρωα της Κομμούνας του Παρισιού, ο οποίος, επειδή ήταν άνδρας με σπάνιες αρετές και ευγενικό χαρακτήρα, αυτός και οι σύντροφοι του «δεν εμπιστεύονταν τον εαυτό τους αναφορικά με το κολοσσιαίο έργο στο οποίο είχαν αφιερώσει το μυαλό και τη ζωή τους. Είχαν πολλή μικρή ιδέα για τον εαυτό τους!».[ii]

Γεγονός είναι πως το άτομο δύσκολα έχει επίγνωση των γενικότερων συνθηκών που το περιβάλλουν και μόνο σπάνια κατανοεί πλήρως τον συγκεκριμένο ρόλο που καλείται να εκπληρώσει μέσα σε μια κοινωνική κατάσταση, η καθολικότητα της οποίας εξορισμού υπερβαίνει την περιορισμένη εμβέλεια της ατομικής αντίληψης του καθενός από εμάς. Φυσικά, υπάρχει η φωτεινή εξαίρεση του Γκαίτε, ο οποίος βλέποντας τα γαλλικά δημοκρατικά στρατεύματα να τρέπουν σε φυγή τους Πρώσους συμπατριώτες του στην μάχη του Βαλμύ το 1792, μπόρεσε να συλλάβει το βάρος της ιστορικής μεταβολής της οποίας ήταν μάρτυρας σε όλο της το μεγαλείο κι αναφώνησε «Από αυτό εδώ το μέρος κι από τούδε και στο εξής, μία νέα εποχή ξεκινά για την ιστορία του κόσμου, και μπορείτε όλοι να λέτε ότι ήσασταν παρόντες την στιγμή της γέννησης της».[iii] Από την άλλη, ο Όργουελ μας έχει διηγηθεί στο βιβλίο του «Φόρος Τιμής στην Καταλονία», τον τρόπο με τον οποίο καθόταν αμέριμνος σε μια ταράτσα φυλώντας σκοπιά στο αρχηγείο των τροτσκιστών επαναστατών, την ίδια στιγμή που η αντεπανάσταση βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη ακριβώς από κάτω του, στους δρόμους της εξεγερμένης Βαρκελώνης που αντηχούσαν από τις ανταλλαγές πυροβολισμών.[iv] Και τι να πει κανείς για έναν άνθρωπο σαν τον Όπενχαϊμερ, ο οποίος διέσπασε το άτομο, αλλά το μεγάλο αυτό επιστημονικό κατόρθωμα το σφετερίστηκαν οι ελίτ και οι εξουσιαστές για να κατασκευάσουν το φονικότερο όπλο που δημιουργήθηκε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν είναι μόνο ότι ένας λαμπρός επιστήμονας σαν τον Όπενχαϊμερ δεν είναι μια ξεκομμένη μονάδα, απομονωμένη στον χώρο και στον χρόνο, αλλά κληρονόμος ενός ολόκληρου διανοητικού ρεύματος και ο τελικός αποδέκτης της επιστημονικής εργασίας που είχε συντελεστεί από δεκάδες χιλιάδες επιστήμονες συναδέλφους του πριν από αυτόν. Είναι και η αποκαρδιωτική διαπίστωση πως, όπως και ο πιο ασήμαντος εργαζόμενος προλετάριος, ακόμη και μια διάνοια του βεληνεκούς του Όπενχαϊμερ δεν μπορεί να έχει τον παραμικρό έλεγχο πάνω στη χρήση του τελικού προϊόντος της εργασίας του.

Μολαταύτα, υπάρχει χώρος για την εκδίπλωση της ατομικής πρωτοβουλίας εκεί όπου το άτομο αποφασίζει να στρέψει την ευφυΐα του και την ενεργητικότητα του ενάντια στα ίδια τα προκαθορισμένα όρια μέσα στα οποία είναι υποχρεωμένος να ασκήσει τη δραστηριότητα του. Το ίδιο ισχύει εξίσου είτε μιλάμε για τον ερευνητή που αμφισβητεί τις δεδομένες παραδοχές του θεωρητικού παραδείγματος στο οποίο ανήκει και, με αυτόν τον τρόπο, επανακαθορίζει τα όρια της επιστημονικής γνώσης αλλάζοντας την μορφολογία κι εμπλουτίζοντας τα γνωστικά εργαλεία του ερευνητικού πεδίου του. Ή όταν μιλάμε για τον ριζοσπάστη κοινωνικό μεταρρυθμιστή που δεν παίρνει σαν δεδομένο το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας της οποίας είναι μέρος μόνο και μόνο επειδή αυτό υπάρχει, αλλά έρχεται σε ρήξη με αυτό, επιδιώκοντας υψηλούς στόχους και υπηρετώντας αξίες κατά βάση ουτοπικές. Και λέμε ουτοπικές, όχι για να υποδηλώσουμε το ανέφικτο, αλλά για να περιγράψουμε εκείνο που πολύ απλά ακόμα δεν έχει πραγματοποιηθεί.

[i] A. Nataf, Η Καθημερινή Ζωή των Αναρχικών στην Γαλλία (Παπαδήμας), σελ. 191-225.

[ii] M. Bakunin, The Paris Commune and the Idea of the State, https://www.marxists.org/reference/archive/bakunin/works/1871/paris-commune.htm.

[iii] W. Doyle, The Oxford History of the French Revolution (Oxford), σελ. 193.

[iv] G. Orwell, Homage to Catalonia (Penguin).

Με τους εργάτες ή με τους φτωχούς; Μέρος ΙΙ

hams-revolt-banner

Την εποχή που δέσποζε το κράτος πρόνοιας, ο αστός διανοούμενος Π. Κονδύλης διατεινόταν ότι τόσο καλή δουλειά είχε κάνει η σοσιαλδημοκρατία στον τομέα της αναδιανομής του εισοδήματος, που είχε ουσιαστικά κατορθώσει να δημιουργήσει μια μαζική κοινωνία αποτελούμενη αποκλειστικά από άτομα, στο πλαίσιο της οποίας η ταξική διαστρωμάτωση και οι ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις είχαν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, εξαλειφθεί. Σε αυτή την εκδοχή της μαζικής κοινωνίας του Κονδύλη, τα άτομα προσαρμόζονταν στη νόρμα της κοινωνικής κινητικότητας, ήταν ισότιμα και πλήρως εναλλάξιμα και είχαν απαλλαγεί εντελώς από ουσιοκρατικούς δεσμούς που τα κρατούσαν ριζωμένα σε κάποια τάξη ή κοινωνική ομάδα.[1] Παράξενος ισχυρισμός αλήθεια, στον βαθμό που η κοινωνική κινητικότητα, την οποία ο Κονδύλης αποθεώνει, δεν είναι νοητή χωρίς την ύπαρξη μιας ιεραρχικής διαβάθμισης των κοινωνικών τάξεων, την οποία η κοινωνική μονάδα μπορεί να διατρέχει κάθετα, από κάτω προς τα πάνω ή αντίστροφα, πιστοποιώντας έτσι, με την αλλαγή των συνθηκών ζωής του, την κοινωνική του άνοδο. Επιπλέον, αν η μαζική κοινωνία, με τον τρόπο που την ερμηνεύει ο Κονδύλης σαν την ουσιαστική κατάργηση των ταξικών διακρίσεων, ήταν μια πραγματικότητα, δεν θα μιλούσαμε απλώς για άτομα που είναι ολοκληρωτικά εναλλάξιμα ως προς την πλήρωση των θεσμοποιημένων κοινωνικών ρόλων, αλλά και για κοινωνικούς ρόλους που είναι πλήρως ισότιμοι και κοινωνικά εναλλάξιμοι μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο ουσιαστικής εξαφάνισης της κοινωνικής ιεραρχίας. Με άλλα λόγια, θα μιλούσαμε για την ίση κατανομή όλων των μορφών δύναμης μέσα σε θεσμούς συλλογικής αυτοδιεύθυνσης σε μαζική κοινωνική κλίμακα, όπου κοινωνική κινητικότητα δεν θα υπήρχε, επειδή δεν θα συνέτρεχαν οι λόγοι για την ύπαρξη των μηχανισμών της κοινωνικής κινητικότητας.

Στην πραγματικότητα, όπως σωστά έχει ισχυριστεί ο Μπάουμαν, το κράτος πρόνοιας έπεσε θύμα της ίδιας της επιτυχίας του.[2] Έχοντας επωφεληθεί στο έπακρο από τα πλουσιοπάροχα βοηθήματα και τις υλικές απολαβές που έθεσε στη διάθεση τους το κοινωνικό κράτος, οι Άγγλοι, Γάλλοι, ή Γερμανοί νεομπουρζουάδες συγκέντρωσαν στα χέρια τους αρκετό πλούτο και, αφού τοποθέτησαν τα χρήματα τους σε ασφαλείς προορισμούς κι έστειλαν τα παιδιά τους να σπουδάσουν στα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία, ύστερα γύρισαν την πλάτη τους στους θεσμούς της κοινωνικής αλληλεγγύης και κατήγγειλαν με ιερή αγανάκτηση την επικίνδυνη εξάπλωση του κρατισμού. Σαν τις χώρες του καπιταλιστικού κέντρου που, πρώτα, ανέπτυξαν μέσω του προστατευτισμού τις οικονομίες τους και, όταν βρέθηκαν σε θέση ισχύος, ξεκίνησαν έπειτα να μιλούν για τις αρετές του «ελεύθερου ανταγωνισμού» της αγοράς. Έτσι και οι νεομπουρζουάδες, πρώτα φρόντισαν να εξοπλίσουν τον εαυτό τους με όσα προσόντα και πλεονεκτήματα μπορούσε να τους εξασφαλίσει η κοινωνική τους θέση, κι έπειτα μεταμορφώθηκαν σε διαπρύσιους κήρυκες του ελεύθερου κοινωνικού ανταγωνισμού, δηλαδή του κοινωνικού κανιβαλισμού. Το ίδιο έκανε και η ολιγομελής, αλλά ιδεολογικά φανατισμένη, μεσαία τάξη των μαύρων της Αμερικής, η οποία, παρόλο, που ήλκε την κοινωνική γενεαλογία της από το σύστημα των θετικών διακρίσεων (affirmative action) που προοριζόταν να αυξήσει την κοινωνική κινητικότητα της αφροαμερικανικής υποτάξης, ήταν η πρώτη που απαίτησε την κατάργηση αυτού του συστήματος μόλις αισθάνθηκε αρκετά σίγουρη για την καινούρια θέση που είχε κατακτήσει στην κοινωνική ιεραρχία.[3] Το γεγονός αυτό, αναμφίβολα μπορεί να εξηγηθεί από την ανάγκη της μαύρης μεσαίας τάξης να πιστέψει στον εαυτό της και να αποβάλει από το φαντασιακό της οποιοδήποτε στοιχείο παραπέμπει στην προηγούμενη ταπεινή καταγωγή της. Από την άλλη, η αντίδραση αυτή καθόλου δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, στο μέτρο που η Κοινωνική Πάλη είναι δομικό στοιχείο της λειτουργίας των ετερόνομων κοινωνιών. Έχοντας συσσωρεύσει ένα επαρκές εισόδημα, ο νεομπουρζουάς δεν έχει ανάγκη να προσφύγει στις υποβαθμισμένες κρατικές υπηρεσίες κοινής ωφελείας, ούτε επιθυμεί να καταβάλει φόρους για τη συντήρηση τους. Εκείνο που πρωτίστως τον ενδιαφέρει είναι να διασφαλίσει το άνετο επίπεδο ζωής του και να υπερασπιστεί τη θέση του από άλλες ομάδες που φιλοδοξούν να αναρριχηθούν στην κοινωνική ιεραρχία. Από αυτήν την άποψη, δεν θα πείραζε διόλου τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες να παραμείνει η υποτάξη των νεόπτωχων προλετάριων δέσμια των υλικών προϋποθέσεων και των κοινωνικών συνθηκών που την κρατούν καθηλωμένη. Δεν αποκλείεται μάλιστα να δούμε να επιστρέφουν στον δημόσιο διάλογο απόψεις όπως εκείνη του Ιταλού οικονομολόγου Τζ. Ορτές που, πίσω στα 1774, υποστήριζε ότι «ο πλούτος ενός έθνους είναι ανάλογος με τον πληθυσμό του και τη φτώχεια του». Στο ίδιο πνεύμα, ο Τζ. Μακφάρλαν είχε εκφράσει «την πεποίθηση του ότι, καθώς η Αγγλία πλησίαζε στο απόγειο του μεγαλείου της, “ο αριθμός των φτωχών θα εξακολουθούσε να αυξάνεται”».[4] Σε αντίθεση με τα παραπάνω, πρόσφατα η Αρουντάτι Ρόυ διαμαρτυρήθηκε έντονα ενάντια στον παραλογισμό που αποδέχεται την ένδεια σαν φυσιολογικό σύμπτωμα μιας οικονομίας της αγοράς που βρίσκεται σε ραγδαία τροχιά ανάπτυξης. Έγραψε για την εμετική επιδειξιομανία που διακατέχει τους εκατό πλουσιότερους Ινδούς που ελέγχουν το 25% του ΑΕΠ της οικονομίας της χώρας και ζουν πλάι σε έναν πληθυσμό οκτακοσίων εκατομμυρίων (800.000.000) προλετάριων που επιβιώνουν με λιγότερο από μισό δολάριο την ημέρα![5]

Οι φτωχοί περικλείουν στους κόλπους τους όλες εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που συγκαταλέγονται ανάμεσα στα θύματα της παγκοσμιοποίησης. Δηλαδή, εκείνη τη μερίδα των εργαζόμενων μαζών που απορρίφθηκε ως πλεονάζουσα από τις τρέχουσες κοινωνικές διεργασίες, τα «αποβράσματα» που ξέρασε η κρεατομηχανή της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Οι κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαβιούν οι νεόπτωχοι προκύπτουν σαν το τελικό προϊόν της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Είναι η εμπράγματη έκφραση της ανισοκατανομής όλων των μορφών δύναμης σε μια ετερόνομη ιεραρχική κοινωνία. Η ιδιότητα του φτωχού δεν διέπεται από τον δυναμισμό και την ευμετάβλητη φύση της ιδιότητας του εργάτη. Συνιστά μια παγιωμένη κατάσταση στην οποία, όποιος περιέρχεται καταδικάζεται να είναι κοινωνικά εξόριστος και ταξινομείται αυτόματα ως «δημόσιος κίνδυνος» και ως «απειλή για το κοινό καλό». Ο Γκ. Μύρνταλ ορθά επισημαίνει ότι οι κοινωνικές ομάδες που κατατάσσονται συλλήβδην στις «επικίνδυνες» τάξεις από το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό φαντασιακό, δεν είναι, παρά εκείνα τα τμήματα του προλεταριάτου που υποβλήθηκαν σε μια βίαιη διαδικασία «λουμπενοποίησης», εξαιτίας της μαζικής αποπομπής τους από την παραγωγική διαδικασία που σηματοδότησε η αποβιομηχάνιση των Α.Κ.Χ.[6] Ωστόσο, είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι, ενώ ο χαρακτηρισμός του νεόπτωχου υποδηλώνει την οικονομική κατάσταση μιας κοινωνικής μονάδας και, κατ’ επέκταση, μπορεί να ανταποκρίνεται σε μια σειρά από «αντικειμενικά» οικονομικά κριτήρια, η υπο-ολότητα των «επικίνδυνων» τάξεων, συνιστά κατά βάση ένα νοητικό κατασκεύασμα της κυρίαρχης ιδεολογίας που συγκροτείται μέσω της απόδοσης ομοιογενών χαρακτηριστικών σε ανόμοιες κοινωνικές ομάδες. Κι αυτό γιατί δεν αφορά τόσο μια αμερόληπτη και αποστασιοποιημένη περιγραφή των δυσμενών αποτελεσμάτων του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στα κατώτερα στρώματα της ετερόνομης ολότητας, αλλά τον τρόπο διαχείρισης τούτων των δυσμενών αποτελεσμάτων, από την κρατική εξουσία. Δεν είναι τυχαίο, ότι ο ενοποιητικός παράγοντας που συντελεί στην ομαδοποίηση ετερόκλητων υποκειμένων όπως είναι οι άνεργοι, οι πάσης φύσεως αποδέκτες επιδομάτων αρωγής, η «άγρια» νεολαία των πόλεων, ή οι ανεξέλεγκτοι πληθυσμοί των προσφύγων που κατακλύζουν τα αστικά κέντρα των Α.Κ.Χ, είναι η αδυναμία ενσωμάτωσης τους στους κυρίαρχους μηχανισμούς κοινωνικής αναπαραγωγής και, συνακόλουθα, η δυνητικά ανταγωνιστική υπόσταση τους ως προς τις δομές του κοινωνικού παραδείγματος της ετερονομίας. Συνεπώς, η αντίληψη περί της ύπαρξης «επικίνδυνων» τάξεων που προκαλούν αναστάτωση και αποστροφή στις ελίτ του συστήματος και τα εύπορα στρώματα της κοινωνίας, είναι δηλωτική του τρόπου με τον οποίο η ετερόνομη κοινωνική ολότητα αντιλαμβάνεται τη σχέση που θέλει να έχει με τις μάζες των φτωχών που η ίδια καταδικάζει σε μια ζωή στο περιθώριο. Η φτώχεια παύει έτσι να αποτελεί μέρος του κοινωνικού ζητήματος και μετατρέπεται σε έναν ακόμη τομέα που άπτεται των επιτελικών σχεδιασμών της μεταμοντέρνας τεχνοκρατικής διακυβέρνησης. Εύκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί με «δέσμες μέτρων», οξυδερκείς «πρωτοβουλίες» καταρτισμένων νομομαθών κλπ. Δεν είναι μια παράλογη και ανορθολογική κατάσταση που πρέπει πάραυτα να εξαλειφτεί, αλλά ένα συστατικό στοιχείο της μεταμοντέρνας κοινωνίας, η πρώτη ύλη του τεχνοκράτη ειδικού που ξέρει πώς να διοικεί. Ωστόσο, η φτώχεια είναι ανορθολογική, διότι ως μέγεθος είναι νοητή και πάντα ορίζεται εν μέσω της ύπαρξης μιας γενικότερης αφθονίας. Για παράδειγμα, αν ζούσαμε στις τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες που ανήκουν σε ένα προηγούμενο στάδιο εξέλιξης του ανθρώπινου είδους ή στις ημιάγριες κοινότητες των ιθαγενών της Νέας Γουινέας, η πενιχρή εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων θα καθιστούσε τη φτώχεια στις κοινωνίες αυτές φαινόμενο ενδημικό και αναπόφευκτο, ένα αναπόσπαστο χαρακτηριστικό των συνθηκών ύπαρξης του συνόλου της κοινωνίας. Αντίθετα, η φτώχεια με τη μορφή που αυτή παίρνει στις Α.Κ.Χ. σαν κοινωνικό ζήτημα, ενυπάρχει πάντα ως υστέρηση στις συνθήκες ζωής κάποιων ομάδων, σε σύγκριση με ένα υψηλότερο επίπεδο ευμάρειας που συνιστά το επίπεδο διαβίωσης των προνομιούχων μιας κοινωνικής ολότητας. Έτσι, η φτώχεια συνιστά εξορισμού κοινωνικό πρόβλημα αφού είναι νοητή μόνο ως η θεσμοποιημένη κατάσταση άρνησης του αντίθετου της, της θεσμοποιημένης ευμάρειας. Είναι ανορθολογική, διότι φανερώνει μια ανισόμετρη σχέση ως προς την πρόσβαση που διαθέτει η κάθε κοινωνική ομάδα στον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο, με την κυρίαρχη μειοψηφία να ζει πλουσιοπάροχα ενώ η πλειοψηφία δυσκολεύεται ακόμα και να εξασφαλίσει την βιολογική επιβίωση της.

Πράγματι, αν οι νεόπτωχοι δεν είναι τα αβοήθητα θύματα της διεθνοποίησης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, τότε είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι οι ίδιοι φέρουν την αποκλειστική ευθύνη για την τραγική κατάληξη τους. Όπως εύγλωττα το διατυπώνει ο Μπάουμαν, η κάθοδος στο σκοτεινό κόσμο των επικίνδυνων τάξεων φαίνεται σαν να αποτελεί το «συγκεντρωτικό αποτέλεσμα των εσφαλμένων ατομικών επιλογών».[7] Εφόσον, σύμφωνα με το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό φαντασιακό, η συσσώρευση πλούτου και η συνακόλουθη ανέλιξη στην κοινωνική ιεραρχία εκλαμβάνονται ως αδιάσειστες αποδείξεις για την ατομική αρετή και την ικανότητα του κατόχου τους, το κατρακύλισμα στην ένδεια δεν μπορεί, παρά να είναι το αποτέλεσμα της ανικανότητας των φτωχών, οι οποίοι υπολείπονται απελπιστικά σε εκείνα τα φυσικά χαρίσματα και τις δεξιότητες που θα τους καταστήσουν ικανούς να διάγουν τον βίο τους σύμφωνα με τα προβλεπόμενα πολιτισμικά πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης. Για να το πούμε διαφορετικά, πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι είτε είναι νοητικά και ψυχικά υποδεέστεροι και είναι ανήμποροι να διευθύνουν οι ίδιοι τις υποθέσεις τους ή, εξαιτίας μιας φυσικής προδιάθεσης, διάκεινται εχθρικά απέναντι στους γενικούς κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή του κοινωνικού «συνόλου». Απέναντι σε αυτά τα αντικοινωνικά μιάσματα, η κοινωνία οφείλει να αμυνθεί εξαπολύοντας μέτρα αστυνομικής καταστολής της ελευθερίας εκείνων που δεν γνωρίζουν πώς να τη χρησιμοποιήσουν ή την εκμεταλλεύονται για να υπονομεύσουν την ελευθερία των υπολοίπων. Τούτες οι διαπιστώσεις μας φέρνουν ανησυχητικά κοντά στο πνευματικό και ιδεολογικό κλίμα που επικράτησε στις γραμμές της ευρωπαϊκής αστικής τάξης από τα μέσα του 19ου αιώνα και μέχρι τη λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και που μπορεί κάλλιστα να περιγραφεί σαν ένα είδος «κοινωνικού βιολογισμού» ή «ταξικού ρατσισμού», μέσω της τάσης για μια φυσικοποίηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Σύμφωνα με τον Ε. Τραβέρσο, «Η εξομοίωση των εργαζόμενων τάξεων με “κατώτερη φυλή” έγινε ένα κλισέ της ευρωπαϊκής κουλτούρας στην εποχή του θριαμβευτικού βιομηχανικού καπιταλισμού. Γύρω στα μισά του 19ου αιώνα, ο άγγλος δοκιμιογράφος Χένρυ Μέιχιου χαρακτήριζε τους φτωχούς των μεγαλουπόλεων “περιπλανώμενες φυλές της πολιτισμένης κοινωνίας” που έχουν όλα τα γνωρίσματα των πρωτόγονων λαών. Αναγνωρίσιμοι τόσο από τη φυσική τους εμφάνιση, με τα “πεταχτά μήλα και τα προτεταμένα σαγόνια” τους, όσο και από τον τρόπο που μιλούσαν μια ακατάληπτη διάλεκτο, ήταν τεμπέληδες, δύστροποι στην πειθαρχία της εργασίας, χοντροκομμένοι, βίαιοι, βρώμικοι και τους έλειπε εντελώς η έννοια της ιδιοκτησίας και της θρησκείας».[8] Το αρρωστημένο ιδεολόγημα του ταξικού ρατσισμού είναι ο φαντασιακός τόπος όπου οι αντιφρονούντες, οι κοινωνικά απόβλητοι και οι εκτοπισμένοι από την παραγωγή συναντούν τους μετανάστες και τις μάζες των εκτοπισμένων προσφύγων από εκείνες τις περιοχές της υφηλίου τις οποίες η καταστροφική εξάπλωση του διεθνοποιημένου καπιταλισμού έχει καταστήσει ακατάλληλες για την ανθρώπινη επιβίωση.

Και, φυσικά, δεν πρόκειται να κλάψουμε, όπως κάνουν οι μαρξιστές, επειδή ένα μεγάλο κομμάτι της προλεταριακής υποτάξης έχει χάσει την δουλειά του κι έχει πεταχτεί έξω από τα κυκλώματα της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Θέλουμε εδώ να αναφερθούμε στο παράδειγμα του Σ. Μπολόνια, ο οποίος στο κείμενο του «Η φυλή των τυφλοπόντικών», δείχνει να θεωρεί ότι η είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας και η ένταξη τους στο εργατικό δυναμικό του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, συνιστά μια ευνοϊκή εξέλιξη που προάγει «αντικειμενικά» την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης του προλεταριάτου.[9] Παρομοίως, οι μαρξιστές-λενινιστές της περιόδου της Κομιντέρν ενθάρρυναν τα κατά τόπους κομμουνιστικά κόμματα, στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τον ταξικό αντίπαλο, την αστική τάξη, προκειμένου να αποτινάξουν τον ζυγό του ιμπεριαλισμού των καπιταλιστικών μητροπόλεων. Ο στόχος που εξυπηρετούσε αυτή η στρατηγική των μαρξιστών δεν ήταν ποτέ η άμεση δημιουργία, από την επόμενη κιόλας μέρα της επανάστασης, των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που θα επέτρεπαν την αυτοθέσμιση των κοινωνιών της περιφέρειας μέσα από μια αυτόνομη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, αλλά η έμπρακτη συμμετοχή των κομμουνιστών στην προσπάθεια για την εγκαθίδρυση ενός ισχυρού εθνικού καπιταλισμού, που θα οδηγούσε στην, απαραίτητη για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό, ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Εδώ αρχίζει σιγά-σιγά να διαφαίνεται σε όλη του την έκταση ο υπολανθάνων συντηρητισμός αλλά και μια δόση μαζοχισμού, που διαπερνά την μαρξιστική επαναστατική θεωρία. Οι γυναίκες καλούνται να ενταχτούν μαζικά στην καπιταλιστική μισθωτή σχέση, έτσι ώστε να βγουν επιτέλους από την κοινωνική απομόνωση που παραδοσιακά τους έχει επιβληθεί και να αποκτήσουν ενεργό κοινωνικό ρόλο προσχωρώντας στις γραμμές του κατεξοχήν απελευθερωτικού υποκειμένου. Από την άλλη, οι μάζες των εργατών, των υπαλλήλων, των αγροτών, των τεχνιτών, των μικροεπαγγελματιών κλπ. του Τρίτου Κόσμου όφειλαν να συνεισφέρουν, πρώτα, στην οικοδόμηση της δικής τους καπιταλιστικής φυλακής, από την οποία, έπειτα, οι μαρξιστές φωστήρες θα αναλάμβαναν εργολαβικά να τους απελευθερώσουν. Εξού και η τεράστια απήχηση που είχε στους προλετάριους των χωρών της περιφέρειας το αναρχικό πρόταγμα, με την έμφαση που έδινε στην εδώ-και-τώρα κατάκτηση μιας αυθεντικής ταξικής και εθνικής αυτοδιάθεσης, σε αντιδιαστολή με τους μαρξιστές, τη ρητορική των οποίων περί ταξικής συμφιλίωσης τα λαϊκά στρώματα τις περισσότερες φορές την εκλάμβαναν σαν συνειδητή ή έμμεση προδοσία του αγώνα τους για «εκσυγχρονισμού» των παραγωγικών δομών, μέσα από μια αναμόρφωση της οικονομίας σε καπιταλιστικά πρότυπα ή πόσο λάθος είναι ακόμα και η αντίληψη του «εκσυγχρονισμού» αυτή καθ’ εαυτή, με την έννοια της μηχανιστικής μεταφύτευσης ενός προκαθορισμένου οικονομικού μοντέλου που δεν ανταποκρίνεται στις εγχώριες κοινωνικές παραμέτρους και ιστορικές συνθήκες. Αρκεί να παρατηρήσουμε ότι η καπιταλιστική οικονομία, σε όλες τις δυνατές μορφές της, αδυνατεί να έρθει σε ρήξη με το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και να διαρρήξει τους δεσμούς της εξάρτησης που αναπαράγουν την πρωτοκαθεδρία του καπιταλιστικού Κέντρου σε οικουμενική κλίμακα.

Η απάντηση που συνηθίζουν να δίνουν οι διανοητές της μεταρρυθμιστικής αριστεράς στο ζήτημα επιβίωσης που δημιουργεί για το προλεταριάτο η αποβολή ενός μεγάλου μέρους του από την διαδικασία της παραγωγής, απηχεί τη διστακτική αναγνώριση, από μέρους τους, του προβλήματος που προκύπτει από τη διατήρηση της θεσμικής συσχέτισης ανάμεσα στο ίδιο το δικαίωμα στη ζωή από τη μία και την υποχρέωση για ατομική εργασία από την άλλη, μέσα σε αντικειμενικές συνθήκες που συντελούν στη δραστική και συστηματική αποψίλωση του εργατικού δυναμικού. Ο Γκάυ Στάντινγκ, ένας από τους βασικούς εκφραστές της θεωρίας του πρεκαριάτου στον αγγλοσαξονικό κόσμο, ισχυρίζεται ότι η λύση έγκειται στη θεσμοθέτηση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος που θα καταβάλλεται σε μηνιαία βάση στους άπορους δικαιούχους.[10] Την ίδια άποψη υιοθετεί και ο περισσότερο «ριζοσπάστης» Τόνυ Νέγκρι που συνδέει το δικό του κατώτατο εισόδημα με τη νεφελώδη έννοια της απόδοσης μιας οικουμενικής «ιδιότητας του πολίτη», που είχε αναπτύξει σε προηγούμενο δοκίμιο του.[11] Τέλος, ο ακτιβιστής Τσάρλυ Ποστ διατείνεται ότι υπάρχει ανάγκη για περισσότερη οργάνωση στους χώρους εργασίας και για μια αναβίωση του συνδικαλιστικού κινήματος, η οποία θα συμβάλλει στην αντιστροφή της τάσης για τη συνεχή συρρίκνωση του ρόλου που αποδίδεται στη ζωντανή εργασία μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.[12] Παρόλα αυτά, οι προτάσεις αυτές, στην καλύτερη περίπτωση, συνιστούν ρομαντικά ευχολόγια καλοπροαίρετων σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται ότι στην εποχή του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού είναι αδύνατο, για την υποτάξη των άνεργων, των χαμηλόμισθων, των συνταξιούχων, των υποαπασχολούμενων και των μεταναστών να διεκδικήσουν αποτελεσματικά τα συμφέροντα τους, κάνοντας χρήση θεσμικών μεθόδων που περιλαμβάνονται στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Άλλωστε, αν αυτές οι ομάδες διέθεταν την παραμικρή πρόσβαση στο πολιτικό σύστημα και γενικότερα στις θεσμοποιημένες πηγές εξουσίας, τότε πιθανότατα δεν θα είχαν περιέλθει εξαρχής στην δεινή θέση στην οποία βρίσκονται σήμερα.

Όσο για τον συνδικαλισμό, η αναζωογόνηση ενός μαχητικού συνδικαλιστικού κινήματος στους χώρους εργασίας προβάλλει ως η αυτονόητη απάντηση στο ζήτημα της διασφάλισης των προϋποθέσεων για τη συνολική αναπαραγωγή των υποτελών τάξεων, μέσα σε αντικειμενικές συνθήκες ακραίας καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αναμφίβολα, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τη θηριώδη δύναμη (οικονομική, φυσική, ιδεολογική) που είναι σε θέση να επιστρατεύσει η κάθε καπιταλιστική επιχείρηση ενάντια στο προσωπικό της, είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και η συναίσθηση μιας απόλυτης αδυναμίας που καταλαμβάνει τον εργαζόμενο ως μονάδα, που τον σπρώχνει να ενωθεί με τους υπόλοιπους και να δράσει από κοινού και συλλογικά, με όλες βέβαια τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις που εμπεριέχονται σε αυτή την διαδικασία. Κατά βάθος όμως, έχουμε την αίσθηση ότι το όραμα για μια ανασύσταση ενός μαχητικού συνδικαλισμού, που θα προασπίζεται τα συμφέροντα των εργαζόμενων, καταλήγει να είναι ένα όραμα συντηρητικό αν δεν αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου επαναστατικού προγράμματος για την αντισυστημική αλλαγή και την κοινωνική απελευθέρωση. Εδώ, δεν πρόκειται για μια απλουστευτική αντιπαραβολή ανάμεσα σε έναν «αγνό» και «ανόθευτο» ταξικό συνδικαλισμό βάσης και το υποταγμένο μοντέλο του ιεραρχικού συνδικαλισμού που ενσαρκώνουν οι χρεοκοπημένες απ’ όλες τις απόψεις εργατικές ομοσπονδίες. Αυτό που λέμε είναι ότι, εξαιτίας του περιεχομένου της δραστηριότητας που αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας, δηλαδή της προαγωγής των άμεσων συμφερόντων των εργαζόμενων και της υπεράσπισης των κεκτημένων τους όπου αυτά υπάρχουν ακόμα, όλα τα είδη συνδικαλισμού είναι από την φύση τους ρεφορμιστικά. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατο για τον συνδικαλισμό να υπερβεί τον υλικό ορίζοντα του και να διευρύνει το περιεχόμενο των εργατικών απαιτήσεων και τη συλλογική βούληση τους ως κοινωνικό υποκείμενο, μέχρι το σημείο που θα επέφερε την κατάρρευση και τη χρεοκοπία της επιχείρησης που εκμεταλλεύεται την εργατική τους δύναμη. Για παράδειγμα, όσο ριζοσπαστικός κι αν είναι ο ιδεολογικός προσανατολισμός ενός εργατικού συνδέσμου ή ενός συλλόγου εργαζόμενων, μας είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι ένα εργατικό σωματείο θα επέμενε να ζητάει μια αύξηση μισθού πάνω από εκείνο το όριο που η εταιρεία θα μπορούσε να ικανοποιήσει, χωρίς να υποστεί μια ανεπανόρθωτη οικονομική απώλεια που θα την οδηγούσε σε αδυναμία να συνεχίσει την λειτουργία της. Μάλιστα, στις Σκουριές, είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε με τα ίδια μας τα μάτια τη θλιβερή επικύρωση της συμβιωτικής σχέσης που συνδέει το κεφάλαιο με την εργασία, σε συνθήκες κρίσης του καπιταλισμού και όταν η εργασία δεν λαμβάνει τη νοηματοδότηση του κοινωνικού της ρόλου από ένα ευρύτερο πρόταγμα καθολικής ανατροπής των δομών και των σχέσεων που αναπαράγουν τον ετεροκαθορισμό της και που εκτείνονται πέρα από το πεδίο της παραγωγής.[13] Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι να αναζητήσουμε τους «εξωγενείς» παράγοντες που οδήγησαν στον εκφυλισμό του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι πιθανότατα το σπέρμα του ρεφορμισμού κυοφορείται μέσα στα σπλάχνα του συνδικαλισμού σαν οργανωμένη πρακτική του εργατικού κινήματος και να έχουμε κατά νου ότι το εργατικό κίνημα δεν είναι ούτε επιθυμητό, ούτε εφικτό να ταυτίζεται με το ευρύτερα προλεταριακό ή το, πιο στενά αναρχικό, πολιτικό κίνημα, στη βάση του διαχωρισμού που είχαν προτείνει παλαιότερα και οι Μπερνέρι και Μαλατέστα.

Όπως έγραφε ο Μαλατέστα, «Μια εργατική οργάνωση δεν μπορεί να αποτελείται μόνο από εργάτες πνευματικά και ηθικά χειραφετημένους, που έχουν ένα ιδεατό πρόγραμμα και μάχονται για τον θρίαμβο του. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα επρόκειτο απλώς για ένα αντίγραφο των διαφόρων πολιτικών συνενώσεων και θα κατέληγε άχρηστο είτε, σαν τρέχον μέσο αγώνα ενάντια στα αφεντικά είτε σαν πεδίο προπαγάνδας. Κάθε εργατική οργάνωση απευθύνεται στις μάζες και προσπαθεί να εντάξει στους κόλπους της όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο. Γι’ αυτό, είναι αναγκαίο να κρατιέται μακριά από ένα γενικό πλαίσιο και να ασχολείται κυρίως με τα άμεσα συμφέροντα των εργαζομένων. Να ζητεί εκείνες τις βελτιώσεις που είναι σήμερα δυνατές, να μην ξεπερνά κατά πολύ το επίπεδο των τρεχουσών επιδιώξεων των ποικίλων εταιριών στις διάφορες περιοχές, να διαπραγματεύεται με τα αφεντικά και με τις αρχές, να κάνει, εν κατακλείδι, το έργο των μεταρρυθμιστών. Ευτυχώς, υπάρχουν άνθρωποι με συνείδηση του κινδύνου και πάντοτε σε επιφυλακή, υπάρχουν μάζες με εξεγερτικό και γενναιόφρων πνεύμα που περιφρονούν τις μικρές βελτιώσεις και είναι έτοιμες για την τελική μάχη. Όμως, ο κίνδυνος υπάρχει και για να τον αποφύγουμε πρέπει εν μέσω και υπεράνω των εργατικών οργανώσεων να υπάρχει ένα πολιτικό κίνημα, μια ιδεαλιστική συνένωση για την οποία η κοινωνική επανάσταση (αναρχική σε ότι αφορά εμάς) να είναι ο σκοπός και όλα τα υπόλοιπα να μην αποτελούν παρά μόνο μέσα».[14]

Παρομοίως, θα πρέπει να σταματήσουμε να αναζητούμε την υποτιθέμενη γραμμική αντιστοιχία ανάμεσα στην ιδιότητα του μέλους μιας κοινωνικής τάξης, μεταφρασμένης με οικονομικούς όρους, σαν σχέση ως προς το καθεστώς ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τις πολιτικές αντιλήψεις, τις πολιτισμικές αξίες, τον τρόπο ζωής, εν ολίγοις, τις φαντασιακές σημασίες που διαμορφώνουν τις διαθέσεις του κάθε μέλους της τάξης, ατομικά, απέναντι στην ετερόνομη κοινωνική ολότητα, της οποίας η κάθε κοινωνική ομάδα είναι αναπόσπαστο μέρος. Η απόπειρα για ταξική αυτοσυνειδησία εμπίπτει στην κατηγορία της δημιουργικής πολιτικής πράξης και επιτελεί ρόλο ενοποιητικό για τις επιμέρους κοινωνικές μονάδες γύρω από μια ενιαία ταξική ταυτότητα.[15] Με άλλα λόγια, ενώ οι κοινωνικές τάξεις ενυπάρχουν «αντικειμενικά», με την έννοια ότι οι ταξικοί διαχωρισμοί αναπτύσσονται και αναπαράγονται μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, ανεξάρτητα από τη βούληση ή ακόμη και την κατανόηση των μελών της κάθε τάξης, η ανάληψη συλλογικής δημιουργικής δράσης με στόχο την κοινωνική απελευθέρωση προϋποθέτει όχι μόνο την αναβάθμιση της ταξικής οργάνωσης στο εσωτερικό της κάθε κοινωνικής ομάδας, αλλά και την εξεύρεση τρόπων για μια αναθεώρηση του ρόλου που αυτή επιτελεί ως ξεχωριστή υπο-ολότητα μέσα στο πλαίσιο του ετερόνομου κοινωνικού συστήματος. Η κοινωνική μορφή του «εργάτη», ως ηγεμονική φαντασιακή σημασία της εναλλακτικής παράδοσης της αυτονομίας, που εμπεριέχει εξ’ορισμού μια ριζοσπαστική πολιτική διάσταση και παραπέμπει σε συμφραζόμενα περί επανάστασης και κοινωνικής ανατροπής, δεν παράχθηκε αβασάνιστα και με «φυσικό» τρόπο από την, τρόπον τινά, «αντανάκλαση» των σχέσεων παραγωγής που βρίσκονται στη βάση της καπιταλιστικής κοινωνίας, στο πεδίο των υποκειμενικών συνθηκών του εποικοδομήματος. Αντίθετα, χρειάστηκε η συστηματική και μεθοδευμένη παρέμβαση ενός πολιτικοποιημένου κομματιού της εργατικής τάξης, προκειμένου ένα μέρος των εργατών να πάψει να κατανοεί τον εαυτό του έχοντας σαν βασικό σημείο αναφοράς μια εθνική, πολιτισμική, ή θρησκευτική ταυτότητα και να αρχίσει να αυτοπροσδιορίζεται στη βάση της πρωταρχικής κοινωνικής συνθήκης που επικαθορίζει την υποτελή θέση του στην κοινωνική ιεραρχία και, κατ’ επέκταση, επενεργούσε καθοριστικά πάνω στα όρια και στο περιεχόμενο των δραστηριοτήτων που μπορούσε να αναλάβει, ως τάξη ή ως μονάδα, μέσα στο πλαίσιο της ιεραρχικής κοινωνίας. Να συνηθίσει δηλαδή να αυτοπροσδιορίζεται πρωτίστως σαν εργάτης. Γίνεται αντιληπτό ότι η διαδικασία αυτή, εκτός από τη σταδιακή συνειδητοποίηση των αντικειμενικών, «τεχνικών» γνωρισμάτων που συνθέτουν την ταυτότητα του κοινωνικού ατόμου, τα οποία προϋπάρχουν της ταξικής συνείδησης και αφορούν την προκαθορισμένη θέση μιας κοινωνικής μονάδας στην ιεραρχία, εμπεριέχει και μια δυναμική διάσταση πολιτισμικής παραγωγής της εργατικής ταυτότητας ως πολιτικού υποκειμένου. Διότι, μπορεί η φάση της συνειδητοποίησης στο μεγαλύτερο μέρος της να αφορά την απομάγευση του κόσμου, μέσω της «αποκάλυψης» των αντικειμενικών ιδιοτήτων που το άτομο φέρει ως επίκτητα κοινωνικά χαρακτηριστικά, εξαιτίας του ρόλου που επιτελεί στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, ωστόσο η φάση της συλλογικής κινητοποίησης με σημείο αναφοράς μια κοινή ταξική ταυτότητα προϋποθέτει προτάγματα που αφορούν την εμπράγματη άρνηση της ταξικής ταυτότητας της εξαρτημένης κοινωνικής ομάδας, την αποποίηση των αντικειμενικά δοσμένων χαρακτηριστικών της μέσω μιας ευρύτερης διαδικασίας καθολικού μετασχηματισμού των οικονομικών, πολιτικών και πολιτισμικών μηχανισμών που αναπαράγουν την υποδούλωση τους. Κοντολογίς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αποδόμηση του ετερόνομου φαντασιακού συνιστά μόνο την αναγκαία συνθήκη για τη διαδικασία της ταξικής συνειδητοποίησης. Η ικανή συνθήκη συνίσταται στην οικοδόμηση ενός αντισυστημικού πολιτικού προτάγματος που θα έχει ως αντικείμενο τη συνειδητή πολιτική συγκρότηση της ταξικής ταυτότητας των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων και με αυτόν τον τρόπο θα συμβάλλει στην ανάπτυξη ενός εναλλακτικού φαντασιακού της αυτονομίας, που θα έρθει σε σύγκρουση και θα δημιουργήσει ρήγματα στην παντοκρατορία του ετερόνομου φαντασιακού των ελίτ. Για να το πούμε διαφορετικά, εκτός από το να προσφέρουμε νηφάλιες και ορθολογικές κοινωνικές αναλύσεις στην υπηρεσία της ριζοσπαστικής «διαφώτισης» των υποτελών κοινωνικών ομάδων, είναι ανάγκη επίσης να μπορέσουμε και πάλι να εξάψουμε την ελπίδα και να αιχμαλωτίσουμε την φαντασία τους.

Αναμφίβολα, αυτό δεν μπορεί να συμβεί έξω από μια διαδικασία δημιουργικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, αφού η ταξική συνείδηση δεν γίνεται να αναπτυχθεί χωρίς την κινητοποίηση των συλλογικών δυνάμεων της τάξης, που θα δώσουν σάρκα και οστά στις εναλλακτικές φαντασιακές σημασίες του ταξικού ανήκειν. Από την άλλη, θεωρούμε πως θα ήταν εξαιρετικά επιζήμιο και πολιτικά αντιπαραγωγικό για το αναρχικό κίνημα να μπει σε μια διαδικασία προβληματισμού γύρω από το αιώνιο ζήτημα του κατά πόσο η μέθοδος μας είναι αρκούντως «υλιστική» κλπ. Οι έννοιες που θα εκφράσουν το πρόταγμα της αυτονομίας είναι εκ των πραγμάτων υλιστικές, αφού δεν μπορεί παρά να είναι ήδη διαμορφωμένες σε συνάφεια με το κοινωνικό γίγνεσθαι και τις κοινωνικές συνθήκες που ήδη υπάρχουν. Έτσι, η αντίληψη που εκφράζεται για τους προλετάριους περιγράφει σε μεγάλο βαθμό μια κοινωνική κατηγορία όπως αυτή διαμορφώνεται από τον υπάρχοντα κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, με τους περιορισμούς, τις αντιφάσεις και τα ελαττώματα που αυτό συνεπάγεται. Θα ήταν μάταιο να αναζητήσουμε σε αυτό το κοινωνικό υποκείμενο ιδιότητες που βρίσκονται σε μια λανθάνουσα κατάσταση και υποδηλώνουν μια έμφυτη προδιάθεση προς τον αναρχοκομμουνισμό, σε σημείο που το υποκείμενο αυτό να αναγορεύεται από τη ριζοσπαστική κοινωνική θεωρία ως ο προνομιακός συλλογικός φορέας, των μελλοντικών δυνατοτήτων, για μια καθολική κοινωνική απελευθέρωση. Αυτό που κατά την γνώμη μας μπορεί και πρέπει να προσπαθήσει να κάνει ένα σύγχρονο πρόταγμα για την κοινωνική απελευθέρωση, είναι να διασαφηνίσει τις πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές παραμέτρους που μορφοποιούν τα βασικά χαρακτηριστικά μιας κοινωνικής κατηγορίας, τα σημεία που δημιουργούν τριβή με το ετερόνομο σύστημα διακυβέρνησης και μπορούν να επιφέρουν ρήξεις με το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα. Μα πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η ροπή προς την κοινωνική απελευθέρωση δεν εκδηλώνεται κατ’ ανάγκη με θετικό τρόπο, με την έννοια του συνειδητού προσανατολισμού ενός κοινωνικού υποκειμένου προς την αναρχία και τον κομμουνισμό, αλλά εκφράζεται περισσότερο με αρνητικούς όρους. Πρωτίστως σαν ρήξη με αυτό που υπάρχει και σαν δυνατότητα για την αυτοθέσμιση της κοινωνίας που διαφαίνεται στη μορφή και το περιεχόμενο των μέσων πάλης που είναι υποχρεωμένο να επιστρατεύσει το προλεταριάτο ως κοινωνική υπο-ολότητα για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του μέσα σε ένα εχθρικό, για τις δικές του δυνάμεις, κοινωνικό περιβάλλον.

 

[1] Π. Κονδύλης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, Θεμέλιο, Αθήνα 1995, σ. 216.

[2] Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι (Μεταίχμιο), σσ. 167-175.

[3] «Οι άνθρωποι τους οποίους η κοινότητα βοήθησε για να αναδυθούν πάνω από την αρχικά κατώτερη θέση τους όχι απλώς δεν είχαν πλέον ανάγκη για βοήθεια, αλλά μετατράπηκαν στους πιο οξείς επικριτές της. Υπό μια έννοια, οι θετικές διακρίσεις ανέθρεψαν τους ίδιους τους νεκροθάφτες τους». Στο Ζ. Μπάουμαν, ό.π., σελ. 172.

[4] K. Polanyi, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός, μτφρ. Κώστας Γαγανάκης, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 103.

[5] A. Roy, Beware of thegushup gospelbehind Indias billionaires, http://www.ft.com/cms/s/0/925376ca-3d1d-11e1-8129-00144feabdc0.html#axzz3qq6nC0kv.  

[6] Ζ. Μπάουμαν, σελ. 187-8.

[7] Ζ. Μπάουμαν, ό.π., σελ. 197.

[8] E. Traverso, Οι Ρίζες της Ναζιστικής Βίας, μτφρ. Νίκος Κουρκουλος, Εκδόσεις του 21ου, Αθήνα 2013, σ. 142.

[9] S. Bologna, Η Φυλή των Τυφλοπόντικων, στο http://www.rebelnet.gr/articles/view/La-trib—delle-talpe.

[10] G. Standing, The Precariat – The new dangerous class, στο http://www.policy-network.net/pno_detail.aspx?ID=4004&title=+The+Precariat+%E2%80%93+The+new+dangerous+class.

[11] A. Negri, The poor: a threatening and indispensable enemy, στο http://www.generation-online.org/t/negripoor.htm.

[12] We’ re All Precarious Now, στο https://www.jacobinmag.com/2015/04/precarious-labor-strategies-union-precariat-standing/.

[13] Σκουριές: τα συμφέροντα της μη-εργασίας, στο http://www.provo.gr/skouries-ta-symferonta-tis-mi-ergasias/.

[14] C. Berneri, Η Εργατολατρεία, μτφρ. Άννα Τσουλούφη,  Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2015, σ. 23.

[15] «Ωστόσο, η υπάρχουσα δομή, αν και σημαντική στο να επενεργεί πάνω στον χαρακτήρα της πράξης και της κοινωνικής πάλης μέσα σε δεδομένες ιστορικές συνθήκες, δεν μπορεί να προκαθορίσει το αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας, ούτε καν να εγγυηθεί την ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου τύπου συνείδησης και συνακόλουθα ενός συγκεκριμένου τύπου πράξης και ιστορικής εξέλιξης. Σε κάθε περίπτωση, η Πράξη δημιουργεί τη συνολική δομή της ολότητας, τους θεσμούς και τις φαντασιακές σημασίες της. Με άλλα λόγια, η πράξη επικαθορίζεται εν μέρει από την υπάρχουσα δομή της [κοινωνικής] ολότητας, είναι όμως και η ίδια μια δημιουργία, που ενσαρκώνει τις δικές της φαντασιακές σημασίες». Στο T. Fotopoulos, Class Divisions Today, http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

Με τους εργάτες ή με τους φτωχούς; Μέρος Ι

Applicants for Admission to a Casual Ward after 1908 by Sir Luke Fildes 1843-1927

 

«Υπάρχουν σε όλες τις μεγάλες πόλεις λάκκοι των λεόντων, σπήλαια ασφαλισμένα με χοντρά κάγκελα, όπου τοποθετούνται τα άγρια θηρία, τα δύσοσμα ζώα, τα βλαβερά κτήνη, όλες οι ανυπότακτες διαστροφές που ο πολιτισμός δεν μπόρεσε να τιθασεύσει, εκείνοι που αγαπούν το αίμα, εκείνοι που η πυρκαγιά τους διασκεδάζει όπως τα πυροτεχνήματα, εκείνοι που απολαμβάνουν την κλοπή, εκείνοι για τους οποίους η προσβολή στην αιδώ θεωρείται έρωτας, όλα τα τέρατα στην καρδιά, όλοι οι παραμορφωμένοι στην ψυχή – ρυπαρός πληθυσμός, άγνωστος στο φως της μέρας, που μυρμηγκιάζει απαίσια στα βάθη των καταχθόνιων σκοταδιών. Κάποια μέρα, συμβαίνει να ξεχάσει ο αφηρημένος θηριοφύλακας τα κλειδιά του στην πόρτα του θηριοτροφείου, και τα αγρίμια ξεχύνονται στην τρομοκρατημένη πόλη με άγρια ουρλιαχτά. Από τα ανοιχτά κλουβιά, ορμάνε οι ύαινες του ’93 και οι γορίλες της Κομμούνας».

Τεοφίλ Γκοτιέ

 

Η εφαρμογή του Μνημόνιου ΙΙΙ από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α ενδέχεται να βάλει ξανά στην πολιτική ημερήσια διάταξη το ζήτημα της κατάργησης των ποσοστώσεων στις ομαδικές απολύσεις, την υιοθέτηση νομοθετικών ρυθμίσεων, που θα καταστήσουν πρακτικά αδύνατη την προκήρυξη μιας απεργίας με τρόπο που να κατοχυρώνεται από τον νόμο, και μια σειρά από άλλες γενικές διατάξεις που θα στρέφονται ευθέως ενάντια στις μάζες των εργαζόμενων και θα συμβάλλουν στην περαιτέρω τροποποίηση του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Η Τρόικα δεν χρειάζεται καν να απαιτήσει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων αυτών με το όνομα τους. Είναι αρκετό για τους επικυρίαρχους του διεθνοποιημένου κεφαλαίου να επιμείνουν στην αναγκαιότητα της εξαπόλυσης φορολογικών επιδρομών και της βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής και να περιμένουν υπομονετικά την στιγμή που οι καιροσκόποι της συγκυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α/ΑΝ.ΕΛ θα κατανοήσουν ότι σε μια οικονομία, που βασίζεται στις ανοικτές και πλήρως απορρυθμισμένες αγορές, η ανάπτυξη καθορίζεται από τον βαθμό ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και ο βαθμός ανταγωνιστικότητας καθορίζεται από την μείωση του κόστους της παραγωγής, δηλαδή την δραστική υποτίμηση της εργασίας. Από αυτή την άποψη, εργασιακά δικαιώματα, συνδικαλιστικές κατακτήσεις καθώς και η θεσμοποιημένη εκπροσώπηση των εργαζόμενων στα όργανα λήψης αποφάσεων, η ραχοκοκαλιά, δηλαδή, της κοινωνικής δύναμης, στην οποία μπορούσε να υπολογίζει ο θεσμός του κατεστημένου συνδικαλισμού, δεν συνιστούν, παρά τα υπολείμματα μιας ιστορικής συγκυρίας, που έχει παρέλθει οριστικά και είναι μόνο θέμα χρόνου να σαρωθούν από το νεοφιλελεύθερο κυκλώνα.

Θα μπορούσε αυτή να είναι μια εξέλιξη ικανή να μας χαροποιήσει σαν αναρχικούς; Στο κάτω κάτω, η αναδίπλωση που επιβάλλεται στον γραφειοκρατικό συνδικαλισμό και η εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας των διαμεσολαβητικών μηχανισμών, που έχει στη διάθεση του, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της Κοινωνικής Πάλης και την όξυνση της συγκρουσιακής δυναμικής ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση των δυνάμεων της εργασίας από το ρεφορμιστικό ζουρλομανδύα που τους έχει επιβληθεί και θα άφηνε το πεδίο ανοικτό, ώστε οι ομάδες των κοινωνικών αγωνιστών να μπορέσουν να οργανώσουν και να συσπειρώσουν τις δυνάμεις των εργαζόμενων προς μία αντισυστημική κατεύθυνση. Παρόλα αυτά, η αύξηση του μισθού και η κατοχύρωση μιας σειράς από δικαιώματα στον χώρο της εργασίας αποτελούν την αναγκαία συνθήκη, προκειμένου να επιβιώσουν τα εξαρτημένα κοινωνικά στρώματα μέσα στις συνθήκες κοινωνικού κανιβαλισμού που θεσμοποιεί το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Είναι γεγονός ότι οι πρώτες εκλάμψεις του σοσιαλισμού και η εμφάνιση ενός οργανωμένου εργατικού κινήματος, κατά την περίοδο μετά την ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς, προήλθαν, σε μεγάλο βαθμό από τη γενικευμένη εξαθλίωση των εργαζόμενων τάξεων και τη συνακόλουθη αναγκαιότητα για ανάληψη συλλογικής δράσης εκ μέρους τους, προκειμένου να αντιμετωπιστούν συνολικά οι συνθήκες που διαιώνιζαν την καταπίεση και την εκμετάλλευση τους. Μάλιστα, η παντελής απουσία θεσμικών μηχανισμών που να καθιερώνουν έναν βαθμό κοινωνικής κινητικότητας για μεμονωμένες κοινωνικές μονάδες, σήμαινε ότι οι ατομικές στρατηγικές σωτηρίας δεν μπορούσαν να ευδοκιμήσουν και καθιστούσε επιτακτική την αναγκαιότητα για ταξική οργάνωση και δράση, ένα ζήτημα ζωής ή θανάτου για τις μάζες των εργαζόμενων.

Κατά την άποψή μας, είναι μάλλον αβέβαιο αν το συλλογικό αίτημα για πολιτική και οικονομική χειραφέτηση των μαζών θα είχε κάνει την δυναμική εμφάνιση του, αν πρώτα δεν είχε παρουσιαστεί η ανάγκη για την απελευθέρωση των μη-προνομιούχων από τον ζυγό των καπιταλιστών και αν το ζήτημα της ανατροπής του θεσμικού πλαισίου του συστήματος της οικονομίας της αγοράς δεν είχε τεθεί με όρους ενός ζητήματος ζωής ή θανάτου για τα προλεταριακά στρώματα. Εξού και η χιλιαστική πίστη στο όραμα της κοινωνικής επανάστασης, από την οποία εμφορούνταν οι αγωνιστές του αντισυστημικού εργατικού κινήματος και η ετοιμότητα που επέδειχναν, να υποστούν οποιαδήποτε θυσία στο βωμό της απελευθέρωσης της τάξης τους. Προς επίρρωση του παραπάνω ισχυρισμού, ας παραθέσουμε τα λόγια του θρυλικού αναρχικού αγωνιστή Μπουοναβεντούρα Ντούρουτι, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε από ανταποκριτές του ξένου τύπου αν τον φόβιζε η βαναυσότητα με την οποία διεξαγόταν ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία, απάντησε:

«Εμείς είμαστε που χτίσαμε αυτά τα παλάτια και τις πόλεις, εδώ στην Ισπανία και στην Αμερική και παντού. Εμείς, οι εργάτες. Μπορούμε να χτίσουμε άλλα για να πάρουν τη θέση τους. Και καλύτερα από τα προηγούμενα! Δεν τα φοβόμαστε τα ερείπια, ούτε στο ελάχιστο. Εμείς πρόκειται να κληρονομήσουμε τη γη. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για αυτό. Η μπουρζουαζία μπορεί να ανατινάξει και να καταστρέψει τον ίδιο της τον κόσμο προτού αποσυρθεί από το προσκήνιο της ιστορίας. Εμείς κουβαλάμε έναν καινούριο κόσμο εδώ, μέσα στις καρδιές μας. […] Αυτός ο κόσμος μεγαλώνει ακόμη και τώρα, με κάθε λεπτό που περνάει».[1]

Το πρόβλημα, ωστόσο, που υπεισέρχεται εδώ και το οποίο καλείται να επιλύσει η σύγχρονη αναρχική σκέψη, είναι ότι η παρακμή του επίσημου συνδικαλισμού συντελέστηκε παράλληλα με την υποχώρηση του ίδιου του εργατικού κινήματος ως υπολογίσιμης δύναμης στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Αν το καθεστώς συνδιαχείρισης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς (κεφάλαιο, κράτος, συνδικάτα), που είχε επιβληθεί κατά τη σοσιαλδημοκρατική φάση της νεωτερικότητας, όφειλε την ύπαρξη του στην γεωμετρική αύξηση της ισχύος των ενώσεων των εργαζόμενων, χάρη στις συνθήκες πλήρους απασχόλησης που είχαν επικρατήσει λίγο πριν την μετάβαση στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο,[2] η διεξαγωγή διαπραγματεύσεων υπό τη «στοργική» αιγίδα του Κράτους για την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας και η συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζόμενων στα ΔΣ των εταιρειών, αποτέλεσαν το εφαλτήριο για την αποπολιτικοποίηση των συνδικάτων και την ουσιαστική αποδυνάμωση τους από την σκοπιά της ταξικής ισχύος. Η πρακτική των συλλογικών διαπραγματεύσεων, από τη μία, παρείχε έμμεση θεσμική αναγνώριση στη σημασία που το σύστημα απέδιδε στον σεβασμό των συμφερόντων των εργαζόμενων. Από την άλλη, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας συνδικαλιστικής ελίτ, ενταγμένης πολιτισμικά και υλικά στο σύστημα, η οποία είχε κάθε συμφέρον να μετατρέψει τα όργανα ταξικής απελευθέρωσης των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων σε εργαλεία ενσωμάτωσης ολόκληρου του εργατικού κινήματος. Έτσι, κόντρα στη λογική της αδυσώπητης κοινωνικής σύγκρουσης και των αντιτιθέμενων συμφερόντων ανάμεσα στις ελίτ και τις εξαρτημένες κοινωνικές ομάδες, επικράτησε η αντίληψη για μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.

Οι εργαζόμενοι συνήθισαν να εκλαμβάνουν τον καπιταλιστικό όμιλο που εκμεταλλευόταν την εργασία τους σαν τη «δική» τους επιχείρηση, προσδοκώντας να βάλουν χέρι σε ένα ισχνό, αλλά, παρόλα αυτά, εγγυημένο, μερίδιο από τα εταιρικά κέρδη. Ενσαρκώνοντας μια ζώσα κοινωνική δύναμη, που είχε την ικανότητα, είτε να εμποδίσει αποτελεσματικά τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος με τις απεργιακές κινητοποιήσεις της, ή να συμβάλλει τα μέγιστα στην ομαλή διαιώνιση των βασικών δομών του, μέσω της ενεργούς αποδοχής της μορφής του καταναλωτή-εργαζόμενου, το οργανωμένο κίνημα των δυνάμεων της εργασίας ουδέποτε επιζήτησε την χειραφέτηση του, αλλά προτίμησε να επαναπαυτεί στην αναγνώριση που έσπευσαν να του χαρίσουν απλόχερα οι επικυρίαρχοι του Κράτους και του κεφαλαίου. Η εργασία μετατράπηκε σε μόνιμη μεταβλητή της γενικότερης αναπτυξιακής εξίσωσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, με τα δικά της επενδυμένα προνόμια και συμφέροντα, χωρίς διόλου να ενδιαφέρεται προκειμένου να αμφισβητήσει τη λειτουργία που της είχε ανατεθεί μέσα στο θεσμικό πλαίσιο με το οποίο η εξίσωση έκανε πράξη την αναπαραγωγή της στο κοινωνικό πεδίο. Διότι, κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την ανατροπή ολόκληρου του κοινωνικού συστήματος που υποβαθμίζει τις δυνάμεις της εργασίας και τους παραχωρεί υποδεέστερη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.

Από αυτή την άποψη, μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι ο ρεφορμισμός ανταποκρίνεται σε δύο σταθερά ψυχικά γνωρίσματα του ανθρώπου, των οποίων αποτελεί εμπράγματη έκφραση. Το πρώτο από αυτά είναι η φυσική αποστροφή που αισθάνονται τα περισσότερα ανθρώπινα όντα για οποιοδήποτε είδος οδύνης, ταλαιπωρίας ή κακομεταχείρισης. Προτού λάβει την θεσμική κατοχύρωση του από το Κράτος, το εργατικό κίνημα είχε πίσω του δεκαετίες απάνθρωπων αστυνομικών διώξεων και κρατικών δολοφονιών. Τα απανταχού σοσιαλιστικά κόμματα, με τις πασιφιστικές μεθόδους τους και την ευυπόληπτη κοινοβουλευτική τους δράση, πρόσφεραν στους εργαζόμενους μια ελκυστική διέξοδο από τον φαύλο κύκλο της ηρωικής εξέγερσης και της επακόλουθης αιματηρής καταστολής, δίχως, ωστόσο, να προτίθενται να αμφισβητήσουν έμπρακτα την υποτελή θέση τους στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας.[3] Από την άλλη, ο ρεφορμισμός επενεργεί θετικά στο ηδονιστικό στοιχείο, που συνιστά μια εκ των φυσικών ορμών που διαμορφώνουν τα κίνητρα της συμπεριφοράς των ανθρώπων. Πρόκειται για τη λογική του οικονομικού ανταλλάγματος, μιας παγιωμένης συναλλακτικής νοοτροπίας ανάμεσα στις τάξεις που εδώ και χρόνια ο αναρχικός χώρος μάταια κατακεραυνώνει και αποκηρύσσει δημόσια με το συνθηματολογικής υφής απόφθεγμα της «εξαγοράς των συνειδήσεων».

Φυσικά, δεν ωφελεί σε τίποτα να αναθεματίζουμε το προλεταριάτο επειδή διακατέχεται από μια πέρα ως πέρα φυσιολογική και ορθολογική επιθυμία να βελτιώσει τους υλικούς όρους της ζωής του, καταβάλλοντας, παράλληλα, τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια για να το πετύχει. Ούτε μπορούμε να καταφερόμαστε ενάντια στους εργαζόμενους, επειδή έσπευσαν να κάνουν χρήση των θεσμικών μηχανισμών που τέθηκαν στη διάθεση τους από τις ελίτ, προκειμένου να ξεφύγουν από τις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας κι έτσι να κάνουν πράξη το ιδανικό μιας ψευδεπίγραφης κοινωνικής κινητικότητας. Ακόμη και οι αναρχοσυνδικαλιστές και οι επαναστάτες συνδικαλιστές των αρχών του προηγούμενου αιώνα, αποδέχονταν την αντίληψη ότι οι εργατικές ενώσεις και τα συνδικάτα αποτελούσαν όργανα ταξικής πάλης, που, σε πρώτη φάση, απέβλεπαν με τη δράση τους στο πεδίο του βιομηχανικού ανταγωνισμού, στην καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των προλετάριων, με την έννοια της αύξησης των μισθών και της δραστικής μείωσης των ωρών της εργασίας. Από την άλλη, τα αιτήματα για την αναγνώριση της οικιακής εργασίας και την καθιέρωση ενός «κοινωνικού μισθού», που βρέθηκαν στην προμετωπίδα κάποιων από τις απεργίες που οργανώθηκαν από την ιταλική Αυτονομία στα μέσα της δεκαετίας του 1970[4], ισοδυναμούν ουσιαστικά με μια απόπειρα ριζοσπαστικοποίησης της ρεφορμιστικής λογικής που διαπερνά την πολιτική των αιτημάτων, μεταβάλλοντας τα ποιοτικά, σε αιτήματα-που-είναι-αδύνατο-να-πραγματοποιηθούν, εφόσον η ικανοποίηση τους συνεπάγεται την έμπρακτη αμφισβήτηση και παρακώλυση των βασικών διαδικασιών κοινωνικής αναπαραγωγής του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι ακόμη και οι οργανώσεις που ανήκαν στο επαναστατικό φάσμα της εναλλακτικής παράδοσης της Αυτονομίας, δεν ήταν απολύτως διαχωρισμένες από τις ρεφορμιστικές επιρροές, εννοώντας με αυτό τη μέριμνα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των μαζών και την ενσωμάτωση αυτής της μέριμνας σε μια στρατηγική και ένα πρόγραμμα καθολικής ανατροπής του συστήματος. Ωστόσο, γνωρίζουμε από τον Γκαίτε ότι οι δοσοληψίες με τον διάβολο επισύρουν ένα δυσβάσταχτο τίμημα. Παζαρεύοντας την άνοδο του βιοτικού επιπέδου της τάξης τους, οι εργάτες σιγά σιγά απώλεσαν την αυτονομία της ταξικής συνείδησης τους, η οποία δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο εκτός από την πεποίθηση ότι η ίδια η κοινωνική τάξη των προλετάριων διαθέτει τις δυνάμεις, τις συλλογικές δεξιότητες, αλλά πρωτίστως, τη συσσωρευμένη εμπειρία και το όραμα για να αναμορφώσει την κοινωνία σύμφωνα με τις δικές της επιθυμίες, αντιλήψεις και συμφέροντα. Με άλλα λόγια, η αντισυστημική ταξική συνείδηση αναπτύσσεται και εμπεδώνεται όταν μια κοινωνική τάξη, αντιλαμβάνεται εαυτόν και αυτοπροσδιορίζεται σαν ο κατεξοχήν συλλογικός φορέας για μια διαδικασία ριζοσπαστικής αλλαγής της κοινωνίας. Εφόσον αυτή η προοπτική του κοινωνικού μετασχηματισμού εκλείψει από τις συνειδήσεις των εργαζόμενων, τότε εκείνοι χάνουν την αυτοτέλεια τους ως τάξη και μετατρέπονται σε εξαρτημένα υποχείρια των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, τις οποίες έχουν απόλυτη ανάγκη για να μπορέσουν να συντηρηθούν και να επιβιώσουν.[5]

Όσο για την εργατική αριστοκρατία του επίσημου συνδικαλισμού, που κάποτε μιλούσε στο όνομα μιας υπαρκτής και υπολογίσιμης δύναμης, της συλλογικής δύναμης των εργαζόμενων, αίφνης βρέθηκε επικεφαλής ενός απονεκρωμένου κινήματος, του οποίου μόνο το εξωτερικό κέλυφος είχε διατηρηθεί, κατά τον ίδιο τρόπο που διατηρούνται ανέπαφοι οι απολιθωμένοι σκελετοί των οστρακοειδών, τη στιγμή που η σάρκα στο εσωτερικό έχει προ πολλού σαπίσει και αποσυντεθεί. Πλέον δεν εκπροσωπούσαν τίποτε και κανέναν, εκτός από τον εαυτό τους. Επομένως, δεν ήταν καθόλου δύσκολο για τα αφεντικά να παραμερίσουν αυτά τα απομεινάρια της ιστορίας και να τα πετάξουν με τις κλωτσιές από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων (π.χ. κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων). Οι πόρτες της εξουσίας έκλεισαν ερμητικά για τους καριερίστες συνδικαλιστές, οι οποίοι δεν έχουν πια έναν διακριτό ρόλο να επιτελέσουν στις διαδικασίες αναπαραγωγής του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος.

Μολαταύτα, η μετάλλαξη του κινήματος της οργανωμένης εργασίας δεν συντελέστηκε μόνο στο επίπεδο των υποκειμενικών συνθηκών, δηλαδή στο επίπεδο της παρακμής της εργατικής ταυτότητας ως πολιτισμικού σημείου αναφοράς και ως ενεργού πολιτικού υποκειμένου. Στο επίκεντρο της σταδιακής εξαφάνισης του κοινωνικού φαντασιακού του εργάτη πρέπει να τεθούν οι σημαντικές δομικές αλλαγές που αφορούν την οικονομία στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (Α.Κ.Χ), όπως είναι η αποβιομηχάνιση του καπιταλιστικού κέντρου, που είχε σαν αποτέλεσμα τη ριζική μεταβολή της ταξικής σύνθεσης του προλεταριάτου στις καπιταλιστικές μητροπόλεις και τη θέσπιση περισσότερο ευέλικτων παραλλαγών της μισθωτής σχέσης. Η διαδικασία αυτή είχε σαν συνέπεια την περαιτέρω εξατομίκευση και τον ανελέητο τεμαχισμό των δυνάμεων της εργασίας, μέσω του διαχωρισμού των εργαζόμενων σε διαφορετικές κατηγορίες και υπο-κατηγορίες, που ανταποκρίνονται στο διαφορετικό επίπεδο εξειδίκευσης, σε κριτήρια εισοδηματικής διαστρωμάτωσης, αλλά και στον τύπο του καθεστώτος της απασχόλησης (και των συνακόλουθων δικαιωμάτων), είτε πρόκειται για μόνιμη εργασία, ή για ένα καθεστώς άτακτης απασχόλησης, ημιαπασχόλησης, κλπ. Ο βαθμός κατά τον οποίο αυτός ο κατακερματισμός επέφερε την αλλοίωση της ίδιας της ταξικής φυσιογνωμίας της εργατικής τάξης και λειτούργησε σαν καταλύτης για ανακατατάξεις ευρείας κλίμακας στο εσωτερικό της, φαίνεται από το γεγονός ότι, στις μέρες μας, η κοινωνική μορφή του άνεργου ή του «λούμπεν» αποσπασματικά εργαζόμενου, αναδύεται ως ισότιμη σε πολιτική σημασία και αριθμητική βαρύτητα με εκείνη του παραδοσιακού εργάτη. Κι ενώ, από τη μία πλευρά, ο παραδοσιακός εργάτης ήταν φορέας μιας σειράς από σταθερά κοινωνικά χαρακτηριστικά που επέτρεπαν στην κοινωνική θεωρία να τον ταξινομήσει με σχετική σιγουριά σε μία συγκεκριμένη θέση μέσα στο ιεραρχικό σύμπλεγμα των θεσμισμένων κοινωνικών σχέσεων των οποίων ήταν μέρος, ο άνεργος ή ο λούμπεν εργαζόμενος σαν κοινωνική μορφή, δηλαδή σαν κοινωνική μονάδα, που εμπλέκεται αντικειμενικά κι επενεργεί υποκειμενικά σε ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων και δομών που εκτείνονται έξω και πέρα από το πεδίο της παραγωγής, εκ πρώτης όψεως, χαρακτηρίζεται από την απουσία αυτών των σταθερών χαρακτηριστικών, και συνακόλουθα από το ενδεχόμενο μιας πολλαπλότητας υποκειμενικοτήτων που υπονομεύουν την πιθανότητα για την παραγωγή ενός ενιαίου ταξικού φαντασιακού. Αυτή η εξέλιξη είναι το δίχως άλλο σημαντική για την Κοινωνική Πάλη, αφού, όπως έγραφε ο Αλεξάντερ Μπέρκμαν, «Ο καπιταλισμός θριαμβεύει όχι τόσο εξαιτίας του καταμερισμού της εργασίας, αλλά χάρη στη διχόνοια που σπέρνει ανάμεσα στους εργάτες. Προσπαθεί να στρέψει τη μία φυλή εναντίον της άλλης, τον βιομηχανικό εργάτη ενάντια στον αγρότη, τον ανειδίκευτο ενάντια στον ειδικευμένο εργάτη, τους εργάτες της μίας χώρας ενάντια στους εργάτες της άλλης. Η δύναμη της τάξης των εκμεταλλευτών έγκειται σε ένα ασύνδετο και διασπασμένο εργατικό κίνημα. Όμως, η κοινωνική επανάσταση έχει ανάγκη την ενότητα των εργαζόμενων μαζών».[6]

Από τις παραπάνω παρατηρήσεις, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο «εργάτης» σαν κοινωνικό υποκείμενο, δεν περιμένει απλώς με εγκαρτέρηση την κατάρρευση των ρεφορμιστικών μηχανισμών που είχαν σχεδιαστεί για να τον κρατούν πειθήνιο και υπάκουο, προκειμένου να ενεργοποιήσει, επιτέλους, το υπολανθάνον επαναστατικό δυναμικό της τάξης του. Σε τελική ανάλυση, η ιδιότητα του εργάτη δεν κάνει τίποτε άλλο από το να περιγράφει την υποδεέστερη θέση που κατέχουν αντικειμενικά οι προλετάριοι μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Όπως με νηφαλιότητα επισημαίνει ο Λ. Φαν ντερ Βαλτ, μπορεί ο Μαρξ να απέδειξε μέσα από την οικονομική θεωρία του ότι η αναπαραγωγή του καπιταλισμού είναι σύμφυτη με την άντληση υπεραξίας μέσα από την πιο άγρια εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης του προλεταριάτου, όμως δεν μπήκε στον κόπο να μας δείξει και τους λόγους για τους οποίους η εκμετάλλευση αυτή καθ’ εαυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σαν ένα φαινόμενο αποτρόπαιο και ηθικά επιλήψιμο.[7] Και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η επίκληση από μέρους μας «υψηλών» ηθικών αρχών και ενός ανθρωπιστικού ιδεώδους, βγαλμένου μέσα από μεταφυσικές φιλοσοφικές κατασκευές, θα ωφελούσε σε τίποτα την υπόθεση της απελευθέρωσης των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας που υφίστανται στο πετσί τους διαχρονικά την καπιταλιστική καταπίεση κι εκμετάλλευση. Σίγουρα, η ηθική μας οφείλει να είναι ακραιφνώς δημοκρατική, μα, πάνω απ’ όλα οφείλει να είναι ταξική / υλιστική. Θα αρκούσε να υπενθυμίσουμε στη (νεο)μπουρζουαζία ότι, εφόσον εξακολουθήσει να στηρίζει ένα κοινωνικό σύστημα που βασίζεται στη δομική πολιτική, οικονομική, κοινωνική και οικολογική βία, αυτό θα σήμαινε ότι αποδέχεται στην πράξη την κυριαρχία της αρχής του δικαίου του ισχυρότερου και ότι αναγνωρίζει σε οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα καταφέρει να συγκεντρώσει στα χέρια της μια επαρκή ποσότητα ισχύος, το δικαίωμα να την ανατρέψει και να την υποδουλώσει, όπως έχει υποδουλώσει η μπουρζουαζία τις ομάδες των καταπιεσμένων στο πλαίσιο του ετερόνομου κοινωνικού σχηματισμού που αναπαράγει την κυριαρχία της. Από την άλλη, το περιεχόμενο των πολιτικών εκκλήσεων μας προς το προλεταριάτο δεν χρειάζεται να εξαντλείται σε δακρύβρεχτους ηθικισμούς, αλλά μόνο να εφιστά με πειστικό τρόπο την προσοχή των απανταχού φτωχών και απόκληρων στο γεγονός ότι η πρόσβαση σε μια κατάσταση μετά-σπάνης των αγαθών είναι στην εποχή μας εφικτή για την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της υφηλίου. Και ότι, η πραγματοποίηση αυτού του πέρα ως πέρα ρεαλιστικού στόχου, δεν έχει να κάνει με μια συντονισμένη προσπάθεια αύξησης του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος, δηλαδή με μια προσπάθεια για περισσότερη «ανάπτυξη», με την τεχνοοικονομική έννοια του όρου, αλλά με τη ριζοσπαστική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο κατανέμεται ο κοινωνικός πλούτος, ο οποίος είναι ήδη από καιρό διαθέσιμος.[8]

Από αυτή την άποψη, ο φτωχός ξεπροβάλλει στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας σαν η ηγεμονική φιγούρα του προτάγματος για την κοινωνική απελευθέρωση. Ενώ η συνοχή του εργατικού δυναμικού κατακερματίζεται από τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας και διαρθρώνεται ιεραρχικά στο εσωτερικό του, σχετιζόμενο πολλές φορές ανταγωνιστικά με άλλες μερίδες εργαζόμενων, οι φτωχοί συνιστούν μια ενιαία κοινωνική κατηγορία, εκείνη των θυμάτων της παγκοσμιοποίησης, μέσα στην οποία συμπυκνώνονται και εκδηλώνονται όλα τα επιζήμια χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς ως συστήματος κοινωνικής οργάνωσης. Μέσα σε μια συγκυρία όπου η μαρξιανή θεωρία της υπεραξίας αχρηστεύεται από τη γενικευμένη τάση του συστήματος να αποβάλει διαρκώς ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες ζωντανής εργασίας από την παραγωγική διαδικασία, προκειμένου να εξασφαλίσει ικανοποιητικά ποσοστά κερδοφορίας, κι ενώ ο βιομηχανικός εργάτης συνιστά είδος υπό εξαφάνιση στις προηγμένες οικονομίες των Α.Κ.Χ., η υποτάξη των φτωχών εξακολουθεί να παράγεται δομικά από τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση του συστήματος και πολλαπλασιάζεται με γεωμετρικούς ρυθμούς, καταλαμβάνοντας μια θέση από τη μεριά των ηττημένων της Κοινωνικής Πάλης. Υπό αυτή την έννοια, η φτώχεια δεν είναι απλώς ένα εργαλείο υποδούλωσης των κατώτερων στρωμάτων του πληθυσμού, διότι ακόμη και η ιδέα της υποδούλωσης υπονοεί την ύπαρξη ενός κοινού τόπου, ενός κοινού εδάφους, μέσα στο οποίο ο εξουσιαστής έρχεται σε αλληλεπίδραση με τον εξουσιαζόμενο και αξιοποιεί την de facto υπεροχή του, μετουσιώνοντας την σε μια εμπράγματη σχέση de jure κυριαρχίας εκ μέρους του ισχυρού και υποταγής από την πλευρά του αδύναμου στο πλαίσιο των αναγκών της εκπλήρωσης μιας συγκεκριμένης κοινωνικής λειτουργίας. Πρόκειται για έναν «ορθολογικό» ορισμό της δύναμης, όπως αυτός διατυπώθηκε από τον Τ. Φωτόπουλο, που ακολουθώντας τον Κ. Καστοριάδη, ορίζει τη δύναμη σαν την «ικανότητα ενός προσωπικού ή απρόσωπου φορέα να υποχρεώνει κάποιον να κάνει (ή να απέχει από την πραγματοποίηση) εκείνου του πράγματος που, αν αφηνόταν μόνος / μόνη της, δεν θα είχε απαραίτητα κάνει (ή πιθανότατα θα είχε πραγματοποιήσει)».[9] Αυτό, με άλλα λόγια, είναι το είδος της δύναμης που μετουσιώνεται στην ανάθεση κοινωνικών ρόλων από τα πάνω, προς τα κάτω. Οι ρόλοι αυτοί μπορεί να εντάσσονται σε καθετοποιημένες δομές και να είναι ιεραρχικοί, ωστόσο εξυπηρετούν μια υπέρτερη σκοπιμότητα, καθότι υπηρετούν αντικειμενικά την καθολική αναπαραγωγή της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Αντίθετα, όπως επισημαίνει ο Ζ. Μπάουμαν, τα άπορα στρώματα των ετερόνομων κοινωνιών της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας είναι οι πρώτοι φτωχοί της ιστορίας που δεν έχουν κάποιον ρόλο να επιτελέσουν. Γράφει: «Έτσι, λοιπόν, πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία οι φτωχοί συνιστούν απλώς σκοτούρα και ενόχληση. Δεν διαθέτουν καμία αρετή, η οποία θα μπορούσε να τους απαλλάξει ή και να αντισταθμίσει τα κουσούρια ή τα βίτσια τους. Δεν έχουν τίποτα να δώσουν σε αντάλλαγμα των κονδυλίων που προσφέρουν οι φορολογούμενοι. Αποτελούν μια κακή επένδυση, που είναι απίθανο να αποδώσει ποτέ τα χρήματα της, πόσο μάλλον να αποφέρει κέρδος. Μια μαύρη τρύπα που ρουφά οτιδήποτε την πλησιάζει και δεν αποβάλλει τίποτε, εκτός από προβλήματα. Τα αξιοπρεπή και κανονικά μέλη της κοινωνίας – οι καταναλωτές – δεν ζητούν τίποτε από αυτούς και δεν αναμένουν τίποτε. Οι φτωχοί είναι τελείως άχρηστοι. Κανένας, κανένας άνθρωπος που έχει κάποιο κύρος, που η άποψη του διαθέτει δύναμη και επιρροή, δεν τους χρειάζεται. Γι’ αυτούς, μηδενική ανοχή. Η κοινωνία θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη, εάν οι φτωχοί απλώς έβαζαν φωτιά στα καταλύματα τους και έφευγαν. Ο κόσμος θα ήταν πολύ πιο ευχάριστος χωρίς αυτούς. Οι φτωχοί είναι αχρείαστοι, και άρα ανεπιθύμητοι. Κι επειδή είναι ανεπιθύμητοι, χωρίς πολλή θλίψη και ενδοιασμούς, μπορούν να αφεθούν στην εγκατάλειψη».[10]

Σίγουρα, οι συνθήκες απόλυτης ένδειας και ο καθολικός ταξικός αποκλεισμός από τις θεσμοποιημένες πηγές εξουσίας, που επιβάλλεται στους άπορους, συνιστούν την αναγκαία συνθήκη για τον συνολικό ετεροκαθορισμό των υποδεέστερων κοινωνικών στρωμάτων από τις ελίτ που συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλες τις μορφές δύναμης. Θα μπορούσαμε εδώ να αναφερθούμε στον διαχωρισμό που έκανε ο Γουστάβ Λεμπόν ανάμεσα στις «τακτικές συγκροτημένες ομάδες, σε εκείνο το τμήμα του λαού που υπόκειται σε καθορισμένους νόμους και κανόνες» και σε κάποιες «μεταβατικές και άτακτες μερίδες λαού» που δεν φαίνεται να γνωρίζουν τη θέση τους στο πλαίσιο της ιεραρχικής κοινωνικής ολότητας.[11] Οι μάζες των νεόπτωχων της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας μοιάζουν με αυτές τις «άτακτες» ορδές λαού, με τη διαφορά ότι στη νέα κοινωνική συνθήκη χάνουν τον μεταβατικό τους χαρακτήρα και αποκτούν μόνιμα και παγιωμένα χαρακτηριστικά. Η αδυναμία κοινωνικής ενσωμάτωσης, σε λειτουργικά ιεραρχικά δίπολα, της τεράστιας μάζας των άπορων και των αποκλεισμένων, συμβαδίζει χέρι-χέρι με την έλλειψη μέριμνας για τους φτωχούς, μέσω της οργανωμένης παρέμβασης του Κράτους. Εξαιτίας των ταξικών ιδιομορφιών που παρουσιάζουν σαν κοινωνική ομάδα οι νεόπτωχοι, είτε ανήκουν σε κάποια από τις υπό-κατηγορίες του ενεργού εργατικού δυναμικού είτε όχι, εκ των πραγμάτων, παραμένουν ξένα σώματα σε σχέση με τα υπολείμματα των θεσμών της κοινωνικής πρόνοιας. Για παράδειγμα, το καθεστώς του επισφαλούς εργαζόμενου, από τη φύση του, διέπεται από μια ανομοιομορφία στους όρους και τις συνθήκες της εκμετάλλευσης της εργασίας και γι’ αυτό δεν μπορεί παρά να παραμείνει «αόρατο» για την κρατική γραφειοκρατία, που μπορεί να αντιληφθεί την κοινωνία μόνο μέσω ομαδοποιήσεων με σταθερά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Έτσι, καθίσταται ανέφικτη η ένταξη των επισφαλώς εργαζόμενων σε μια ενιαία κατηγορία, π.χ. για τους αποδέκτες ενός κοινωνικού βοηθήματος. Από την άλλη, ο πολλαπλασιασμός των ανέργων, που είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας νεοφιλελεύθερης «αναπτυξιακής» πολιτικής «απελευθέρωσης» των ποσοστώσεων για τις απολύσεις σε όλους τους επαγγελματικούς κλάδους, δεν μπορεί παρά να σηματοδοτήσει την υπονόμευση της ικανότητας του Κράτους να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις που έχει απέναντι στους άνεργους ως κοινωνική ομάδα, αφού η αύξηση του αριθμού των δικαιούχων για το επίδομα ανεργίας, θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στη μείωση του ποσού του επιδόματος, καθώς και στη σκλήρυνση των κριτηρίων για την καταβολή του. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι παραπάνω κοινωνικές ομάδες μένουν δομικά εκτός της πρόνοιας του συστήματος, ακόμη κι όταν τυπικά ανήκουν σε αυτήν.

Ωστόσο, οφείλουμε σε αυτό το σημείο να παρατηρήσουμε ότι καμιά μορφή εξουσίας δεν μπορεί να αναπαραχθεί, να μετουσιωθεί δηλαδή σε παγιωμένες σχέσεις κυριαρχίας, στο κενό. Η θεσμισμένη ετερονομία του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος δεν εκδηλώνεται μόνο μέσω της αρνητικής διάστασης της πολιτικής της ως κατάργηση, απόσυρση και έλλειψη από τη μεριά του Κράτους και του κεφαλαίου (διασπορά δομικής ανεργίας, διάφορες μορφές κοινωνικού αποκλεισμού, κατάργηση κρατικής πρόνοιας κλπ.), αλλά εμπεριέχει και μια ενεργητική, «θετική» διάσταση, μέσω της έμπρακτης αποδιοργάνωσης των κοινωνικών δικτύων και των συλλογικών θεσμών που είναι ασύμβατοι ή έρχονται σε αντίθεση με τη λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η πολιτική «καμένης γης», απέναντι στις κοινότητες των φτωχών στο εσωτερικό, είναι το φυσικό συμπλήρωμα του συστημικού νεοϊμπεριαλισμού στο εξωτερικό, που, εκτός από την καταναγκαστική ενσωμάτωση καινούριων περιοχών της περιφέρειας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, περιλαμβάνει και ένα πρόγραμμα εκτεταμένης κοινωνικής καταστροφής και διασποράς ενός ελεγχόμενου χάους στις κοινωνίες που οι συστημικές ελίτ αδυνατούν επί του παρόντος να επεκτείνουν την κυριαρχία τους και να τις αναμορφώσουν κατ’ εικόνα και ομοίωση τους.[12] Από αυτή την άποψη, δεν απέχει πολύ η αλληλοεξόντωση των μαύρων, των ισπανόφωνων και των μεταναστών στα γκέτο των μητροπόλεων των Α.Κ.Χ, από την ανθρωποσφαγή που λαμβάνει χώρα στη Λιβύη ή τη Συρία, έπειτα από τις παρεμβάσεις της υπερεθνικής ελίτ στις χώρες αυτές. Όταν οι ελίτ των εξουσιαστών δεν μπορούν να επιβάλουν εκείνο το είδος της τάξης που εξυπηρετεί τα συμφέροντα τους, φαίνεται ότι προτιμούν να υποδαυλίζουν την αταξία. Και μπορεί το Κράτος να έχει γυρίσει την πλάτη του στους νεόπτωχους, αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι θα τους αφήσει ανενόχλητους να συσπειρώσουν τις δυνάμεις της τάξης τους και να αναπτύξουν τους δικούς τους θεσμούς αλληλοβοήθειας και συλλογικής αλληλεγγύης. Όταν οι εξεγερμένες ζαπατιστικές κοινότητες δοκίμασαν να δημιουργήσουν τις δικές τους αυτοοργανωμένες δομές υγειονομικής περίθαλψης στην Τσιάπας, το μεξικάνικο Κράτος απάντησε με αύξηση της καταστολής και των παρενοχλήσεων από τον στρατό, αλλά και με τα εγκαίνια μιας υπερσύγχρονης κλινικής στο Σαν Κριστομπάλ, δίπλα στις εξεγερμένες περιοχές που βρίσκονται υπο τον έλεγχο των ζαπατιστών.[13]

[1] Who’s Afraid of Ruins?, στο http://theoccupiedtimes.org/?p=12851.

[2] Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, δέκα χρόνια μετά, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2008, σσ. 66-67.

[3] Μια εξέλιξη που είδαμε να επαναλαμβάνεται στις μέρες μας με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και τις ελπίδες που εναπόθεσε ένα κομμάτι του αναρχικού χώρου σε αυτή την εναλλαγή στην κορυφή, ως προς το ζήτημα μιας ενδεχόμενης χαλάρωσης της αστυνομικής καταστολής που η κοινοβουλευτική χούντα είχε εξαπολύσει εναντίον του.

[4] Όπως έγραφε ο Γ. Καραμπελιάς στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Τόνυ Νέγκρι, «Κυριαρχία και Σαμποτάζ», «Η παλιά βιομηχανική τάξη μεταβάλλεται η ίδια σε ‘κοινωνικό εργάτη’ μια και στην εποχή μας ο ‘κοινωνικός μισθός’ και οι δημόσιες δαπάνες γίνονται το κέντρο της αντιπαράθεσης. Η κυριαρχία του κοινωνικού μισθού έχει σαν συνέπεια να ‘κοινωνικοποιεί’ ακόμα και την παλιά εργατική τάξη ενώ ταυτόχρονα η έννοια του κοινωνικού εργάτη διευρύνεται με την είσοδο σ’ αυτή νέων προλεταριακών στρωμάτων που αποτελούν μάλιστα και την πλειοψηφία του προλεταριάτου. Είναι οι εργαζόμενοι στη ‘μη παραγωγική εργασία’ που, κάτω από την επέκταση του κοινωνικού κεφαλαίου, μεταβάλλεται σε άμεσα παραγωγική». Στο Α. Νέγκρι & Φ. Γκουαταρί, Από το Κόκκινο στο Πράσινο (Κομμούνα/Θεωρία 9), Αθήνα 1986, σ.13.

[5] «Ας μην ξεχνάμε κι ας μην γελιόμαστε! Το προλεταριάτο είναι ακόμη μια μάζα και όχι τάξη. Αν ήταν τάξη, αν είχε μια ξεκάθαρη, πλήρη συνείδηση των δικαιωμάτων του, της λειτουργίας του, της δύναμης του, η εξισωτική επανάσταση θα ήταν παρελθόν και θα μας είχε ελευθερώσει από αυτές τις μελαγχολικές και πικρές σκέψεις. Η μεγάλη μάζα του προλεταριάτου είναι μπουρζουάδικη non natione sed moribus [όχι εκ γενετής αλλά εξ εθίμου] – όχι εξαιτίας της καταγωγής του, γιατί τίποτε δεν βρέθηκε στην κούνια του, αλλά λόγω συνηθειών, προλήψεων, προκαταλήψεων αλλά και συμφερόντων, εφόσον νομίζει ότι τα συμφέροντα των προλετάριων είναι δεμένα και εξαρτώνται από αυτά των αφεντικών, οι οποίοι γι’ αυτόν τον λόγο, γίνονται η ενσάρκωση της θείας πρόνοιας, παρέχοντας μια δουλειά, έναν μισθό, ψωμί και ζωή για τον πατέρα και τα παιδιά του. Και για τούτη τη δουλειά, τη ζωή και την ασφάλεια, η μεγάλη μάζα ευγνωμονεί τον αφέντη που υπήρχε από πάντα και για πάντα θα υπάρχει: ας είναι αυτός ευλογημένος και μαζί του ας είναι ευλογημένοι οι θεσμοί, οι νόμοι, οι αστυνομικοί που τον υπερασπίζονται και τον προστατεύουν». Στο L. Galleani, The End of Anarchism?, Cienfuegos Press, Orkney 1982, σ. 48.

[6] L. Van der Walt & M. Schmidt, Black Flame, AK Press, σελ. 299.

[7] L. Van der Walt & M. Schmidt, ό.π., σ. 89.

[8] Έγραφε ο Λαφάργκ: «Αντί να επωφεληθούν απ’ αυτές τις στιγμές της κρίσης και να επιτύχουν γενική διανομή των προϊόντων μέσα σε μια παγκόσμια γιορτή, οι εργάτες πεθαίνοντας από την πείνα, πάνε να χτυπήσουν με τα κεφάλια τους την πόρτα της φάμπρικας. Με πρόσωπα πελιδνά, σώματα σκελετωμένα και αξιοθρήνητες παρακλήσεις, πολιορκούν τους εργοστασιάρχες: ‘Καλέ μας κύριε Σαγκό, γλυκύτατε κύριε Σνάιντερ, δώστε μας δουλειά. Δεν μας βασανίζει η πείνα, αλλά το πάθος μας για τη δουλειά!’». Στο P. Lafargue, Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά, Εκδόσεις «Το Ποντίκι», Αθήνα 2009, σσ. 32-33.

[9] T. Fotopoulos, Class Divisions Today,στο http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

[10] Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι, μτφρ. Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2004, σ. 251.

[11] «Από τι ακριβώς αποτελείται όμως αυτή η μυστηριώδης καταλυτική δύναμη που αποκαλούμε λαό; Θα τη διαιρέσουμε σε δύο διαφορετικές κατηγορίες: Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι εργαζόμενοι κάθε είδους: εργάτες και αγρότες, έμποροι και τεχνίτες, άτομα δηλαδή που έχουν μια συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα και που για να την ασκήσουν σωστά, χρειάζονται τάξη και ηρεμία. Αυτή η μερίδα του λαού, αν και αποτελεί την πλειοψηφία του, ποτέ δεν προβαίνει σε επαναστάσεις. Μάλιστα, καθώς ζούσε πάντα μέσα σε συνθήκες σιωπηλής βιοπάλης, όλοι οι ιστορικοί την έθεσαν στο περιθώριο. Η δεύτερη κατηγορία του λαού περιλαμβάνει μια ομάδα κατώτερης κοινωνικής στάθμης, άνεργους, αλκοολικούς, παράνομους, άτομα εκφυλισμένα ή απόκληρα. Αυτά τα κατακάθια παρόλο που αποτελούν τον κίνδυνο των επαναστατικών στρατών, παίζουν πρωταρχικό ρόλο σε όλες τις εξεγέρσεις». Στο Γκ. Λεμπόν, Η Ψυχολογία των Επαναστάσεων, Δαμιανός, μτφρ. Ελένη Καλκάνη, Αθήνα 1985, σ. 74.

[12] «Και ποιος νικάει λοιπόν;», Sarajevo, τεύχος 96, Ιούνης 2015.

[13] Λ. Οικονομάκης, «Η αυτονομία στις ζαπατίστικες κοινότητες», Κοινωνικός Αναρχισμός, τεύχος 4, σ. 121.

Κατεχόμενη μαύρη Αμερική

fergusonstrong howard u

«Για να πετύχει τους θετικούς σκοπούς της, μια επανάσταση πρέπει πραγματικά να συμβεί στην πράξη. Αλλά για να παράξει ένα αρνητικό αποτέλεσμα, για να προκαλέσει μια αντεπαναστατική αντίδραση, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα περισσότερο από το να ρίξει απλώς απειλητική την σκιά της».

Ισαάκ Ντώυτσερ

Επιτρέψτε μου πρώτα να ξεκαθαρίσω από την αρχή αυτού του σύντομου δοκίμιου, ότι σέβομαι το κίνημα του Black Lives Matter (BLM) και τις δράσεις του, οι οποίες, παρά τις επικρίσεις και τις επιφυλάξεις που μπορεί κατά καιρούς να διατυπώθηκαν από την πλευρά του κινήματος, έχει κατορθώσει να αναδείξει την κοινωνικά και ταξικά προκατειλημμένη φύση της διάχυτης αστυνομικής βίας στις ΗΠΑ, μέσα στο κλίμα ακραίας σοβινιστικής πόλωσης κι εκτεταμένης κρατικής τρομοκρατίας που εδώ και χρόνια επικρατεί στην μητρόπολη του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Ωστόσο, έχω σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν ο χαρακτήρας του BLM, σαν κατά κύριο λόγο, μιας οργάνωσης διαμαρτυρίας της κοινωνίας των πολιτών, μπορεί να παίξει τον ρόλο ενός σοβαρού αποτρεπτικού παράγοντα ενάντια στη συνέχιση της μαζικής αστυνομικής βίας στο μέλλον. Με άλλα λόγια, έχω την αίσθηση ότι σοβαρά ερωτήματα μπορούν να τεθούν αναφορικά με το αν το κίνημα BLM, είναι ικανό να τηρήσει τις συλλογικές υποσχέσεις που εκ των πραγμάτων έχει αναλάβει να εκπληρώσει με τη δράση του.

Κατά την άποψή μου, οι ειρηνικές μαζικές συγκεντρώσεις, οι καλοπροαίρετες επικλήσεις προς τους εκλεγμένους «αντιπροσώπους του λαού» και τα προσεκτικά οργανωμένα και πειθαρχημένα συλλαλητήρια διαμαρτυρίας δεν είναι τίποτα περισσότερο από θεσμοθετημένες μορφές διαμαρτυρίας, που έχουν σαν στόχο είτε να καταπνίξουν, να διαμεσολαβήσουν, ή να ελέγξουν ουσιαστικά την κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία είναι έμφυτη σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα που βασίζεται στην άνιση κατανομή των δύναμης μεταξύ των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων. Η κύρια αντίφαση στο πλαίσιο της στρατηγικής της ειρηνικής διαμαρτυρίας, είναι ότι υποθέτει a priori την ύπαρξη ενός πρόθυμου και καλοήθους συνομιλητή στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Δηλαδή, προϋποθέτει ότι οι ελίτ που κατέχουν όλες τις μορφές δύναμης είναι κατά κάποιο τρόπο ευάλωτες σε πιέσεις που ασκούνται από-τα-κάτω, ή επιρρεπείς σε αντιδράσεις ηθικού και συναισθηματικού αποτροπιασμού σε ότι αφορά τα δεινά που πλήττουν κατά κόρον τους καταπιεσμένους στα κατώτερα τμήματα του ταξικού συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας (όπως υποθέτει η φιλοσοφία της ειρηνικής κοινωνικής ανυπακοής).

Ωστόσο, μου φαίνεται εντελώς παράλογο να απευθύνει κανείς αιτήματα για παύση της αστυνομικής βίας που στρέφεται κατά των υποβαθμισμένων μαύρων κοινοτήτων, στις ίδιες πολιτικές και οικονομικές ελίτ που υποστηρίζουν ενεργά την καταπίεση κι έβαλαν εξαρχής το χέρι τους στη δημιουργία της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που τώρα στρέφεται ενάντια στην υποτάξη των μαύρων προλετάριων. Η κοινωνική βάση πάνω στην οποία αυτές οι ελίτ έχουν ανεγείρει τις δομές της κυριαρχίας τους, δηλαδή τα κοινωνικά στρώματα που εξαρτώνται από αυτές τις ελίτ για την αναπαραγωγή και τη διατήρηση της προνομιακής θέσης τους έναντι των υποτελών κοινωνικών ομάδων, δεν συμπεριλαμβάνει τη συντριπτική πλειοψηφία των εκμεταλλευόμενων και των καταπιεσμένων της ετερόνομης ολότητας, η οποία μέσω ειρηνικών διαδηλώσεων, αποφάσισε να εκδώσει μια δραματική έκκληση προς την «λογική», την «καλοσύνη», ή την αίσθηση του «δικαίου» που διακατέχει την άρχουσα τάξη. Ούτε οι υποταγμένες κοινωνικές ομάδες έχουν καμία πρόσβαση στις θεσμοθετημένες πηγές εξουσίας, που θα τους επιτρέψουν να επηρεάσουν αποτελεσματικά ή να διαμορφώσουν προς όφελός τους την επίσημη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Αν είχαν τέτοια δύναμη, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα είχαν βρεθεί στα κατώτερα στρώματα του παγιωμένου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας που εκτρέφουν οι δομές και οι θεσμοί της ετερόνομης καπιταλιστικής ολότητας. Οι θεσμικές μορφές διαμαρτυρίας επιβάλλουν περιορισμούς σχετικά με την έκταση, την μεθοδολογία και το περιεχόμενο της αυθόρμητης συλλογικής δράσης των κοινωνικών υποκειμένων, που την μεταμορφώνουν ποιοτικά σε μια δραστηριότητα που μπορεί να μετρηθεί, να ποσοτικοποιηθεί και να αφομοιωθεί αποτελεσματικά από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, η μόνη μέθοδος δράσης που οι καταπιεσμένες τάξεις έχουν στη διάθεσή τους για να επιφέρουν ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές, αυτό που ο T. Φωτόπουλος αποκαλεί αντισυστημική συλλογική πολιτική πράξη, έξω από και κόντρα στις επίσημες μορφές διαμαρτυρίας, αλλοτριώνεται από την ιεραρχική κοινωνική ολότητα η οποία, τέλος, την ιδιοποιείται προς όφελός της. [1] Με τα λόγια του αναρχικού φιλοσόφου M. Bookchin, ο οποίος έγραψε για τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στις μορφές πολιτικής διαφωνίας που κατοχυρώνονται θεσμικά από το σύστημα και τις μαζικές εξεγέρσεις σαν μια μορφή ντε φάκτο εξεγερσιακής πολιτικής, που παράγεται αυθόρμητα από την ακηδεμόνευτη συλλογική δράση των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων, «Αυτή η στροφή από τις προβλέψιμες, ιδιαίτερα οργανωμένες διαμαρτυρίες που εντάσσονται στο θεσμικό πλαίσιο της υπάρχουσας κοινωνίας, προς τις σποραδικές, αυθόρμητες, σχεδόν εξεγερσιακές επιθέσεις από-τα-έξω (ή ακόμα και ενάντια) στις κοινωνικά αποδεκτές μορφές, αντανακλά μια βαθιά αλλαγή στη λαϊκή ψυχολογία. Ο «ταραξίας» έρχεται σε ρήξη, αρχικά μόνο εν μέρει και διαισθητικά, με αυτούς τους βαθιά εμφυτευμένους κανόνες συμπεριφοράς που παραδοσιακά συντείνουν στην προσκόλληση των «μαζών» στην καθεστηκυία τάξη. Διαρρηγνύει στην πράξη την εσωτερικευμένη δομή της εξουσίας, εκείνο το σώμα των εξαρτημένων αντανακλαστικών που το σύστημα καλλιεργεί επί μακρόν, και το μοτίβο της υποταγής που προέρχεται από το αίσθημα της ενοχής και προσδένει κάποιον στο σύστημα με δεσμούς πιο ισχυρούς από τον οποιονδήποτε φόβο για αστυνομική βία ή για νομικά αντίποινα από πλευράς του συστήματος. Σε αντίθεση με τις απόψεις των κοινωνικών ψυχολόγων, οι οποίοι βλέπουν σε αυτούς τους τρόπους άμεσης δράσης την υποδούλωση του ατόμου από μια τρομακτική συλλογική οντότητα που ονομάζεται «όχλος», η αλήθεια είναι ότι οι «ταραχές» και οι δράσεις του πλήθους αποτελούν τα πρώτα βήματα της αναζήτησης της μάζας προς την ενεργητική εξατομίκευση της». [2]

Στο σημείο αυτό, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει την ένσταση ότι η εμφάνιση μιας τάξης μαύρων επαγγελματιών πολιτικών, αρκεί για να δώσει επαρκείς εγγυήσεις στο κίνημα διαμαρτυρίας ότι υπάρχουν φίλιες δυνάμεις στα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνικής ιεραρχίας οι οποίες είναι έτοιμες να εισαγάγουν μεταρρυθμίσεις, σε συνεννόηση με τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν από-τα-κάτω οι λαϊκές οργανώσεις βάσης. Μολαταύτα, πιστεύω ότι οποιαδήποτε αντίληψη σύμφωνα με την οποία η συμμορία αυτή των μαύρων πολιτικών, που είναι σχεδόν εξολοκλήρου στην υπηρεσία του κομματικού μηχανισμού των Δημοκρατικών, καθώς και η αριθμητικά μικρή, αλλά φανατικά αφοσιωμένη στο σύστημα, μεσαία τάξη των αφροαμερικανών νεομπουρζουάδων, εμφορείται από κάτι περισσότερο από μια απέραντη δουλοπρέπεια προς τα αφεντικά της, είναι ανιστορική όσο και αναλυτικά λανθασμένη, κι ως εκ τούτου αντιπαραγωγική, από την άποψη της διαμόρφωσης μιας πολιτικής στρατηγικής για το κίνημα. Η ιδιότητα του «μαύρου» στις ΗΠΑ δεν είναι απλώς ένας τρόπος για να κατονομάσει κανείς την φυλή ή το χρώμα του δέρματος. Αντ’ αυτού, είναι μια ταξική ταυτότητα που έχει τις ρίζες της σε μια συγκεκριμένη κατάσταση που αφορά την καταπιεσμένη κοινωνική ύπαρξη των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της ετερόνομης ολότητας. Οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην ιδιότητα του «μάυρου» στις ΗΠΑ, μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο σε σχέση με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τις υλικές παραμέτρους αυτής της κοινωνικής ύπαρξης, ενός καθεστώτος καθολικού ετεροκαθορισμού της μαύρης κοινότητας, ως μιας εξαρτημένης κοινωνικής μονάδας που καταπιέζεται συνολικά. Δηλαδή, σαν μια υποτελή υπό-ολότητα, ενσωματωμένη στον ιεραρχικό καταμερισμό της εργασίας που επικυρώνεται από τις  ετερόνομες δομές κοινωνικής αναπαραγωγής του συστήματος.

Σε αντίθεση με τα παραπάνω, το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα απεμπολεί ολοκληρωτικά κάθε έννοια ταξικής ανάλυσης από τον τρόπο που ερμηνεύει την κοινωνική πραγματικότητα. Αντ’ αυτού, ανασύρει διαρκώς από το συλλογικό ασυνείδητο της ετερόνομης κοινωνίας και προσδίδει αξιώσεις «επιστημοσύνης» στα αρνητικά στερεότυπα για την πολιτιστική ταυτότητα των «μαύρων», τα οποία επιστρατεύονται σαν ιδεολογική εφεδρεία για να δικαιολογήσουν την μαζική καταστολή ενάντια στη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Είναι διαρκείς οι αναφορές των μηχανισμών προπαγάνδας του συστήματος στην μαζοχιστική «τάση» που τάχα διακρίνει τους μαύρους προλετάριους να διαπράττουν εγκληματικές πράξεις σε βάρος ομοεθνών τους (black-on-black crime), στην «φυσική ροπή» που επιδεικνύουν οι μαύροι νεαροί άνδρες για κάθε είδους «αποκλίνουσα» κοινωνική συμπεριφορά, ή την απουσία «συναίσθησης ευθύνης» που τους χαρακτηρίζει, όταν πρόκειται για την εκπλήρωση των συμβατικών γονεϊκών υποχρεώσεων τους. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα οριενταλιστικά στερεότυπα που δεν λαμβάνουν υπόψη τις υλικές συνθήκες που διέπουν το βιοτικό επίπεδο των μαύρων κοινοτήτων ως καταπιεσμένων κοινωνικών μονάδων και τον τρόπο που αυτές αλληλεπιδρούν με τις υποκειμενικές συνθήκες. Δηλαδή, την κουλτούρα, τα αξιακά συστήματα και τα πολιτισμικά πρότυπα, που τελικά καταλήγουν στην παραγωγή των γενικών τάσεων που επικρατούν στην μαύρη κοινότητα ως προς αυτά τα θέματα. Δυνάμει της παραδοσιακής οριενταλιστικής λογικής, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια αποτελεσματική αντιστροφή της πραγματικότητας, η οποία με τη σειρά της λειτουργεί ως μια εξουσιαστική απολογία για το status quo. Αντί η όποια «αποκλίνουσα» συμπεριφορά να αποδίδεται στη φτώχεια και στις αντίξοες κοινωνικές συνθήκες και περιστάσεις (αντί για κάποιον αφηρημένο κανόνα ομοιόμορφης «ηθικής» συμπεριφοράς που έχει καθολική ισχύ και στην οποία όλα τα μέλη της κοινωνίας οφείλουν να συμμορφώνονται, ανεξάρτητα από την θέση που κατέχει ο καθένας/μια), η φτώχεια και η συλλογική εξαθλίωση αποδίδονται στην εγγενή πολιτισμική και ανθρωπολογική κατωτερότητα του «νέγρου». Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να επισημάνω τον παραλογισμό μιας κοινωνικής ανάλυσης που προβαίνει σε ισοπεδωτικές γενικεύσεις κι επιμένει να αποδίδει ομοιόμορφες ιδιότητες, σε μια απόπειρα συγκρότησης ενός αφηρημένου, «συλλογικού» χαρακτήρα για όλα τα μέλη μιας φυλετικής ομάδας, χωρίς να επιδεικνύει καμία μέριμνα για να ενσωματώσει τις αναπόφευκτες ατομικές διαφορές και την ποικιλότητα των υποκειμένων, προκειμένου να υπερτονιστεί η σημασία ενός ανύπαρκτου φυλετικού παράγοντα στην πορεία της ατομικής εξέλιξης του κάθε μέλους της κοινωνικής ομάδας. Ένα τέτοιο μοντέλο για την ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας δεν είναι παρά μια αντανάκλαση στον τομέα της κοινωνικής θεωρίας, της επικρατούσας δομής της ταξικής κυριαρχίας, που αναπαράγει την υποδούλωση των μαύρων προλετάριων, όχι μόνο ως άτομα, αλλά ως μια συλλογική κοινωνική οντότητα, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα προτερήματα ή τα ελαττώματα από τα οποία εμφορείται το κάθε μέλος της ομάδας ξεχωριστά.

Από αυτή την άποψη, δεν μπορεί να υπάρξει καμία απολύτως συνεργασία ανάμεσα στους επαγγελματίες μαύρους πολιτικούς του δικομματικού συστήματος εξουσίας και της μικρής αφροαμερικάνικης νεομπουρζουάδικης τάξης, από τη μία πλευρά, και στην μεγάλη μάζα των μαύρων λούμπεν προλετάριων που κατοικούν στα υπανάπτυκτα γκέτο των καπιταλιστικών μητροπόλεων, από την άλλη. Κανένας αφηρημένος δεσμός δεν γίνεται να σφυρηλατηθεί ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες πάνω στη βάση μιας απατηλής φυλετικής αλληλεγγύης. Στο πλαίσιο μιας καταπιεστικής, ετερόνομης κοινωνίας, όλες οι βιώσιμες κοινωνικές σχέσεις λαμβάνουν αναγκαστικά την μορφή των ταξικών σχέσεων αλληλοβοήθειας και συλλογικής στήριξης. Ακόμη και η ίδια η έννοια της φυλής, θα πρέπει να εκλαμβάνεται σαν μια κατά βάση υλική έννοια, που δηλώνει πρώτα απ’ όλα ένα σύνολο συγκεκριμένων και σαφώς καθορισμένων κοινωνικών συνθηκών. Δεν είναι τυχαίο ότι η μικροσκοπική, μαύρη νεο-αστική τάξη δεν κατέβαλε απλώς μεγάλες προσπάθειες για να διακόψει όλες τις προηγούμενες κοινωνικές σχέσεις που την κρατούσαν συναισθηματικά και οικονομικά συνδεδεμένη με το γκέτο, αλλά έχει υποστεί μια τέτοια πολιτιστική μεταμόρφωση, σε σημείο που να έχει αναγορευτεί σε έναν από τους πιο ένθερμους αντιπάλους της μαύρης προλεταριακής υποτάξης. Τόσο από την άποψη της καταπολέμησης των κοινωνικών επιχορηγήσεων προς τους μη-προνομιούχους, όσο κι από την άποψη της ριζοσπαστικής κοινωνικής θεωρίας που έχει στο επίκεντρο της την απελευθέρωση των μαύρων σαν συλλογικό υποκείμενο.

Όπως τονίζει ο Z. Bauman, οι μαύροι Αμερικανοί που ωφελήθηκαν από τα κρατικά προγράμματα των θετικών διακρίσεων (affirmative action), σε τέτοιο βαθμό που μπόρεσαν να αλλάξουν δραστικά την κοινωνική κατάσταση τους και να αναρριχηθούν στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, είτε κερδίζοντας μια θέση ανάμεσα στα ιδιωτικοϋπαλληλικά στρώματα, είτε με την ιδιότητα του μικρού αφεντικού, έχουν πλέον μετατραπεί στους πιο φανατικούς επικριτές της θετικής δράσης κι έχουν καταγγείλει αυτά τα προγράμματα, απαιτώντας την άμεση απόσυρσή τους. [3] Σίγουρα, αυτή η στάση πρέπει να αποδοθεί στην ανάγκη που αισθάνεται η μαύρη μεσαία τάξη να πιστέψει στον εαυτό της και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη στις ικανότητες της, εξαλείφοντας από το κοινωνικό φαντασιακό της τυχόν υπολειπόμενες σημασίες που της υπενθυμίζουν την προηγούμενη ταπεινή καταγωγή της, καθώς και τον επιδοτούμενο τρόπο μέσω του οποίου πραγματοποιήθηκε η κοινωνική της ανέλιξη. Ωστόσο, ένας ακόμη πιο καθοριστικός υλικός παράγοντας, που ρυθμίζει τη στάση των μαύρων νεοαστών απέναντι στους καταπιεσμένους ομοεθνείς τους, είναι η επιθυμία τους να προστατέψουν την προνομιακή κοινωνική τους θέση έναντι των κοινωνικών ομάδων που αποβλέπουν σε μια ανοδική κοινωνική κινητικότητα, μέσα από την επίδραση των επιδοτούμενων κυβερνητικών προγραμμάτων. Δεδομένου ότι η ετερόνομη ολότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας ενθαρρύνει τον ολομέτωπο ανταγωνισμό ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες ως τον μόνο δυνατό τρόπο κοινωνικής συνύπαρξης, συγκρατώντας ταυτόχρονα τυχόν φυγόκεντρες τάσεις που δημιουργούνται από αυτόν τον ανταγωνισμό μέσω της συγκεντρωτικής κοινωνικής ιεραρχίας, οι μαύροι νεομπουρζουάδες ενεργούν προς το συμφέρον τους και σύμφωνα με αυτά που το ένστικτο της αυτοσυντήρησης τους υπαγορεύει, όταν ισχυρίζονται πως οι πολιτικές που συμβάλλουν στην ανοδική κοινωνική κινητικότητα θα πρέπει να εγκαταλειφθούν. Ενεργούν επίσης σε πλήρη αρμονία με τις ιδεολογικές αρχές και τις αξίες κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, το οποίο αντιλαμβάνεται κάθε είδος θεσμοθετημένης κοινωνικής αρωγής, ως «ανωμαλία», σαν μια διαταραχή της δυναμικής που δημιουργείται από την απρόσκοπτη λειτουργία των δυνάμεων της ελεύθερης αγοράς. Δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να αφιερώσουν μέρος των πόρων τους και του πλούτου που εσχάτως έχουν συσσωρεύσει για να χρηματοδοτήσουν τα «καλοπροαίρετα» κυβερνητικά προγράμματα καταπολέμησης της δομικής φτώχειας, του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων, ούτε έχουν την επιθυμία να δουν τέτοια προγράμματα να πετυχαίνουν, αυξάνοντας έτσι τον ήδη σκληρό ανταγωνισμό για τους λιγοστούς πόρους που είναι διαθέσιμοι μέσω της αγοράς.

Με βάση τα παραπάνω, η μαύρη προλεταριακή υποτάξη δεν μπορεί να υπολογίζει ότι θα βρει έναν σύμμαχο στο πρόσωπο της αφροαμερικανής νεομπουρζουαζίας. Αντίθετα, οι φυσικοί ταξικοί σύμμαχοι της είναι οι λευκοί και ισπανόφωνοι προλετάριοι των πόλεων, καθώς επίσης και τα άλλα υποτελή και εξαρτημένα στρώματα της ιεραρχικής ολότητας. Αυτά είναι τα φτωχά τμήματα του πληθυσμού που μοιράζονται την ίδια κοινωνική πραγματικότητα και τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες με τον καταπιεσμένο μαύρο πληθυσμό και συνεπώς έχουν αντικειμενικό συμφέρον να συσπειρώσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να ανατρέψουν αυτό το απάνθρωπο σύστημα κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης.

Και φυσικά, το μαύρο προλεταριάτο δεν πρέπει επουδενί να ελπίζει σε κάποιο είδος επανόρθωσης, υλικής ή ηθικής, για τις αδικίες που έχει υποστεί, από τους δικαστικούς θεσμούς των ΗΠΑ, οι οποίοι υπηρετούν αντικειμενικά την ταξική κυριαρχία των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Δεν οφείλεται σε ιστορική σύμπτωση το γεγονός ότι η αύξηση των επιπέδων της βίας που χρησιμοποιείται από τις δυνάμεις καταστολής ενάντια στους απείθαρχους φτωχούς, αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές στην εντατικοποίηση της αποσύνθεσης των κοινωνικών υπηρεσιών και του κρατικού μηχανισμού κοινωνικής πρόνοιας στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας. Και οι δύο αυτές τάσεις είναι αναπόσπαστο μέρος και σύμπτωμα μιας γενικότερης τάσης, της δυναμικής που είναι εγγενής στη λειτουργία του θεσμικού πλαισίου του συστήματος προς μια ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση όλων των μορφών δύναμης στα χέρια των πολιτικών, οικονομικών, πολιτιστικών και κοινωνικών ελίτ που διευθύνουν το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Η ακροδεξιά νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία έχει άλλωστε κηρύξει έναν ανοικτό κοινωνικό πόλεμο ενάντια στους φτωχούς και τους μη-προνομιούχους. Αρκεί να θυμηθούμε τον τρομακτικό κυνισμό του υπουργού Οικονομικών της Ιαπωνίας, ο οποίος πρότεινε ότι «οι ηλικιωμένοι θα προσφέρουν σημαντική υπηρεσία στην πατρίδα τους, εφόσον απλά ‘βιαστούν να πεθάνουν’». [4] Ή, την νεοναζιστική νοοτροπία από την οποία εμφορείται η λιθουανική ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», οι οποίοι ισχυρίστηκαν πως η ευθανασία είναι μια επιλογή που οι φτωχοί της χώρας και όσοι πάσχουν από ανίατες ασθένειες οφείλουν να εξετάσουν με ιδιαίτερη σοβαρότητα. [5] Η συνεχιζόμενη αναδιανομή του πλούτου υπέρ των πλουσίων μπορεί να οδηγήσει μόνο σε επιδείνωση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των κυρίαρχων και των υποτελών κοινωνικών ομάδων. Οι κοινωνικές αντιθέσεις που συνιστούν δομικό στοιχείο των ετερόνομων κοινωνιών αναμένεται να προσλάβουν εκρηκτικές διαστάσεις, δεδομένου ότι ακόμη και αυτό το δικαίωμα των προλετάριων στη φυσική επιβίωση, τίθεται υπό αμφισβήτηση από την συστημική αναδιάρθρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη σε παγκόσμια κλίμακα. Έτσι, η αστυνομική καταστολή ενάντια στις μάζες των φτωχών και των απόκληρων θα πρέπει να ενταθεί και το ηθικό του εσωτερικού στρατού κατοχής θα πρέπει να κρατηθεί σε υψηλά επίπεδα. Συνακόλουθα, δεν θα πρέπει να περιμένει κανείς ότι τα αστικά δικαστήρια θα αρχίσουν έξαφνα να μοιράζουν τιμωρίες και καταδίκες ενάντια σε εκείνο το όργανο που είναι επιφορτισμένο να εφαρμόζει τους νόμους που τα ίδια τα ταξικά δικαστήρια υπηρετούν. Όπως συνέβη και στην περίπτωση της δικαστικής ασυλίας που χορηγήθηκε στις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής στο Ιράκ, η στρατιωτικοποιημένη αστυνομία που επιβάλλει την κατοχή της «δημοκρατίας» στις κοινότητες των φτωχών, θα πρέπει να έχει τη σιγουριά ότι ποτέ δεν θα λογοδοτήσει για τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττει ενάντια σε έναν ολοένα πιο ανυπάκουο και απείθαρχο κομμάτι του πληθυσμού. Ως εκ τούτου, η απελευθέρωση τους σε συνεργασία με τις υπόλοιπες καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες μέσω της κατάργησης των θεσμισμένων εξουσιών, και όχι η ενδυνάμωση τους έναντι των άλλων κοινωνικών ομάδων σε συμπαιγνία με τις δυνάμεις του κατεστημένου, είναι η λύση για να βάλουν τέλος στο κοινωνικό δράμα που ζουν εδώ κι αιώνες οι μαύροι λούμπεν προλετάριοι της Αμερικής.

[1] T. Fotopoulos, Class divisions today, http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

[2] M. Bookchin, Post-Scarcity Anarchism (Black Rose Books) p. 73.

[3] Z. Bauman, Work, Consumerism and the New Poor (Open University Press).

[4] https://www.theguardian.com/world/2013/jan/22/elderly-hurry-up-die-japanese.

[5] http://www.bioedge.org/bioethics/bioethics_article/11071