Κατά της Ομοφωνίας: Η ανάγκη για μια ανασύνθεση του ελευθεριακού προτάγματος

Η κρίση του συστήματος και η ανάγκη για ανασύνθεση του ελευθεριακού κινήματος

 Οι πλατιές εργαζόμενες μάζες της κοινωνίας βρίσκονται σήμερα παγιδευμένες ανάμεσα στην υπερεθνική Σκύλλα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και στην εθνικιστική Χάρυβδη του Κρατισμού. Η εντατικοποίηση της οικονομικής εκμετάλλευσης, η υπαγωγή όλο και περισσότερων τομέων του οργανωμένου κοινωνικού βίου στη δικαιοδοσία των σιδερένιων νόμων της αγοράς και η ολομέτωπη επίθεση των ελίτ ενάντια σε παγιωμένα εργασιακά δικαιώματα και ελευθερίες, συντελείται στις μέρες μας μέσα από τη συμμετοχή της Ελλάδας στους ετερόνομους υπερεθνικούς θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξαιτίας της ανάγκης για την εξυπηρέτηση του πελώριου δημόσιου χρέους, για την δημιουργία του οποίου ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η ίδια η συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ και η έκθεση της αδύναμης ελληνικής οικονομίας στις ανελέητες ανταγωνιστικές πιέσεις της ενοποιημένης ευρωπαϊκής αγοράς, εξαπολύονται άγριες φορολογικές επιδρομές που επιβαρύνουν συντριπτικά τις φτωχότερες κοινωνικές ομάδες. Καταλύεται κάθε έννοια μονιμότητας κι εργασιακής ασφάλειας και προωθείται η απορύθμιση στις εργασιακές σχέσεις, που επί της ουσίας θεσμοποιεί την αδιαφιλονίκητη κυριαρχία των πολυεθνικών κολοσσών πάνω στο σύνολο της κοινωνίας. 

Στον αντίποδα, αναπτύσσεται ένα κίνημα ακραιφνών Κρατιστών (ΚΚΕ, φράξια Λαφαζάνη στον ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ-μλ) που αποδέχονται την αναγκαιότητα απεξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τον διεθνή καταμερισμό εργασίας που επιβάλλει η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς μέσω της εξόδου της χώρας από την ΕΕ. Όμως, στη θέση των υπερεθνικών αφεντικών, οι πολιτικοί αυτοί της εξουσιαστικής ρεφορμιστικής Αριστεράς ονειρεύονται είτε την αναστήλωση της σοσιαλδημοκρατικής μικτής οικονομίας (που επιτρέπει στο Κράτος να διαχειρίζεται από κοινού με το ντόπιο καπιταλιστικό κεφάλαιο το επίπεδο και το περιεχόμενο της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας), είτε την εγκαθίδρυση ενός μοντέλου κρατικιστικού σοσιαλισμού με την δημιουργία μονοπωλίων ελεγχόμενων από το Κράτος στους περισσότερους τομείς της παραγωγικής διαδικασίας.     

Έτσι, υπόσχονται ότι θα απελευθερώσουν τις μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες από την υποταγή στα υπερεθνικά κέντρα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, μόνο και μόνο για να τους ξαναφορέσουν τα δεσμά της κρατικής γραφειοκρατίας και των εξουσιαστικών μηχανισμών του Κράτους. Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω ότι η ανάγκη δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερη για τη δημιουργία ενός ενωμένου και ισχυρού ελευθεριακού κινήματος που θα λειτουργήσει ως τρίτος πόλος ανάμεσα στα τσιράκια του υπερεθνικού κεφαλαίου (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ) και στους απολογητές της παλινόρθωσης της κρατικής ισχύος (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, οπαδοί του κρατικιστικού σοσιαλισμού) και θα δώσει τη δυνατότητα στην μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών να αναπτύξουν τους δικούς τους αυτόνομους, αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς προκειμένου να ξαναπάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Σε συμφωνία με τα παραπάνω, δεν έχουμε παρά να παραθέσουμε τα λόγια του Κροπότκιν, ο οποίος αντιμέτωπος με την περιθωριοποίηση του διεθνούς αναρχικού κινήματος της εποχής του, την σεχταριστική πολυδιάσπαση του και την ευκολία με την οποία οι αναρχικοί υπέκυπταν στη γοητεία της ατομικής βίας, έγραψε  το 1890: «πρέπει να είμαστε κοντά στον λαό, ο οποίος δεν θέλει πια να βλέπει απομονωμένες πράξεις, αλλά επιθυμεί να δει ανθρώπους της δράσης να πυκνώνουν τις γραμμές του»[i].

Η απαραίτητη διαδικασία ανασύνθεσης του ελευθεριακού προτάγματος δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας για διεύρυνση της κοινωνικής απήχησης της αναρχικής ιδέας και για ευρύτερη κοινωνικοποίηση των προγραμματικών στόχων και των συλλογικών θεσμών κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης μέσω της εφαρμογής τους σε μαζική κοινωνική κλίμακα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί χωρίς την ανάπτυξη ενός μαζικού ελευθεριακού κινήματος με στοιχειώδη συνοχή σε επίπεδο θεωρίας και πολιτικής πρακτικής που θα δημιουργήσει το πρόπλασμα πολιτικών και οικονομικών θεσμών ικανών να ενσωματώσουν ένα ολοένα και πιο διευρυμένο κομμάτι της κοινωνίας στην καθημερινή άσκηση της αυτοδιεύθυνσης τους και θα τους βοηθήσει να κάνουν πράξη το ιδανικό της αυτοκυβέρνησης. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι χωρίς την αναθεώρηση της αντίληψης που θέλει την αναρχική συνέλευση να αποτελεί απλώς ένα όργανο κατάστρωσης και οργάνωσης τακτικών δράσεων, χωρίς την εγκατάλειψη της αρχής της ομοφωνίας και χωρίς την ανάπτυξη ενός στρατηγικού οράματος για το ποιος είναι ο μακροπρόθεσμος πολιτικός στόχος (δηλαδή ποια μορφή κοινωνικής οργάνωσης είναι συμβατή με το αναρχικό ιδανικό και το αναρχικό σύστημα αξιών), ο δρόμος προς την Αναρχία θα παραμείνει σκοτεινός και δύσβατος.

Η Αναρχία ως πρόταγμα και η ασυμβατότητα της με την ομοφωνία

Η προσπάθεια αυτή προϋποθέτει την επιστροφή στις πολιτικές παραδόσεις του κλασικού κοινωνικού αναρχισμού. Αναρχοκομμουνιστές διανοητές όπως ο Κροπότκιν, ο Φλόρες Μαγόν και ο Νέστωρ Μάχνο ήταν ταυτόχρονα ακατάβλητοι πολιτικοί ακτιβιστές. Αντιλαμβάνονταν της αναρχία σαν απελευθερωτικό πρόταγμα και δεν δίσταζαν να εμπλακούν σε δημόσιες συζητήσεις με θέμα την μορφή που θα έπαιρνε η μελλοντική αναρχική κοινωνία την οποία πάλευαν να εγκαθιδρύσουν μέσα από την καθημερινή πολιτική πρακτική τους. Επιδίδονταν ανενδοίαστα σε αυτές τις δραστηριότητες χωρίς να ανησυχούν αν οι ενέργειες τους μπορούσαν να παρερμηνευθούν από κάποιους και να εκληφθούν ως ενέργειες που αρμόζουν περισσότερο σε μια πολιτική «πρωτοπορία». Είχαν συναίσθηση του γεγονότος ότι η εξουσιαστική διάσταση μιας πρωτοπορίας έγκειται όχι στην επεξεργασία αυτή καθ’ εαυτή μιας τεκμηριωμένης, ελευθεριακής πολιτικής πρότασης-άποψης, άλλα στο αν η πρόταση αυτή δημιουργεί δομές ανισοκατανομής δύναμης και κατοχυρώνει κατά οποιονδήποτε τρόπο την θεσμική υπεροχή μιας ελίτ πάνω στο σύνολο του κινήματος και της κοινωνίας. Αντίθετα, η αναγωγή των σύγχρονων αναρχικών, αμεσοδημοκρατικών συνελεύσεων σε μονοδιάστατα όργανα συναπόφασης κι εκτέλεσης συλλογικών δράσεων και η συνακόλουθη εμμονή στην ομοφωνία σαν τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο λήψης αποφάσεων, αποτελούν κατά την άποψη μας ανυπέρβλητα εμπόδια προκειμένου να αποκατασταθεί η Αναρχία στον παραδοσιακό της ρόλο ως καθολικού επαναστατικού προτάγματος. Η παραπάνω αντίληψη αποκλείει την πιθανότητα οι κατά τόπους αναρχικές συνελεύσεις να συνομοσπονδιοποιηθούν και να λειτουργήσουν ως θεσμοί που θα προεικονίζουν τους αυτόνομους θεσμούς της μελλοντικής κοινωνίας για αυτοοργάνωση σε μαζική κλίμακα.

Η ισότιμη χρήση των πόρων της συνέλευσης από την εκάστοτε μειοψηφία (κάτι που αποτελεί απαραβίαστη αρχή για πολλές από τις υπάρχουσες αμεσοδημοκρατικές δομές)[ii] μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση που οι αποφάσεις της συνέλευσης αφορούν την διοργάνωση μεμονωμένων δράσεων, τη συγγραφή και το μοίρασμα κειμένων, κλπ. Όμως, πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτή η αρχή αν η συνέλευση εγκατέλειπε την ακτιβιστική αυτή αντίληψη της «δράσης για τη δράση» και καταγινόταν με ζητήματα που άπτονται της οργάνωσης μιας τοπικής οικονομίας και της κατανομής σπάνιων πλουτοπαραγωγικών πόρων; Με ποιο τρόπο θα εφαρμοζόταν η ομοφωνία, αν το αντικείμενο της συζήτησης ήταν η κατάρτιση ενός εκπαιδευτικού προγράμματος, σε συνεργασία με τις συνελεύσεις μαθητών-καθηγητών στα δημοτικά, ελευθεριακά μορφωτικά ιδρύματα; Πώς θα λειτουργούσε στην πράξη η αρχή της προστασίας των μειοψηφιών (με τον τρόπο που αυτή ερμηνεύεται από πολλούς μεταμοντέρνους «αναρχικούς»), όταν η δημοτική συνέλευση – ως το κεντρικό όργανο συλλογικής αυτοδιεύθυνσης σε έναν απελευθερωμένο δήμο – θα συνερχόταν για να αποφασίσει αν θα προβάλλει αντίσταση ενάντια σε μια πιθανή εισβολή της ευρωχωροφυλακής ή του Αμερικανικού Έκτου Στόλου, που θα αποβίβαζε στρατεύματα για να τιμωρήσει την αθέτηση αποπληρωμής του εθνικού χρέους και να καταπνίξει την αναρχική συνομοσπονδία των αυτόνομων Δήμων εν τη γενέσει της; Θα ανεχόταν η συνέλευση τη συμφιλιωτική γραμμή μιας μειοψηφίας, έναντι της ανάγκης για αξιοποίηση όλων των πόρων της συνέλευσης προκειμένου να αντιτάξει την πιο αποτελεσματική αυτοάμυνα απέναντι στις επελαύνουσες αντεπαναστατικές ορδές; Ξέρουμε πώς τέτοια ζητήματα μοιάζουν με σενάρια επιστημονικής φαντασίας, όμως τα αναφέρουμε ενδεικτικά για να δείξουμε τον χαρακτήρα των αποφάσεων που καλείται να πάρει μια συνέλευση που συνιστά ενεργό όργανο συλλογικής αυτοκυβέρνησης, σε αντιδιαστολή με μια συνέλευση που περιορίζεται στον σχεδιασμό και τη διεκπεραίωση δράσεων αντιπληροφόρησης.                     

Ωστόσο, οι λόγοι για τους οποίους απορρίπτουμε την ομοφωνία δεν είναι μόνο λόγοι τακτικής και πολιτικής σκοπιμότητας. Αντίθετα, πιστεύουμε ακράδαντα ότι η δημοκρατία και όχι η ομοφωνία συνιστά τον καλύτερο τρόπο προστασίας των δικαιωμάτων της μειοψηφίας. Θεωρούμε ότι η ατομική και συλλογική αυτονομία δεν είναι ανταγωνιστικά μεγέθη αλλά αλληλοσυμπληρούμενα. Χωρίς το ένα, το άλλο δεν μπορεί να υπάρξει. Υπό αυτήν την έννοια, ούτε η ατομική, ούτε η συλλογική αυτονομία κατοχυρώνεται από τις διαδικαστικές εκφάνσεις της άμεσης δημοκρατίας (πλειοψηφία / ομοφωνία), αλλά απαιτούν την ανάπτυξη ενός πλέγματος θεσμισμένων αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών και οικονομικών-κοινωνικών δομών ισοκατανομής όλων των μορφών δύναμης (άμεση κατοχή κι έλεγχος των μέσων παραγωγής από την δημοτική συνέλευση, αυτοδιεύθυνση στους χώρους εργασίας, στα πανεπιστήμια, κλπ.) που θα μπορούσε να ονομαστεί πολίτευμα, καθώς και μιας αυτόνομης, ελευθεριακής κουλτούρας που επιτρέπει στους πολίτες να εισέρχονται στη συνέλευση και να συμμετέχουν στα συλλογικά όργανα λήψης αποφάσεων με πραγματικά ισότιμους όρους. Η αναγκαιότητα αυτών των ρυθμίσεων έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ίση δυνατότητα συμμετοχής όλων των πολιτών στις πολιτικές διαδικασίες του αυτοδιαχειριζόμενου δήμου, διασφαλίζει την ισηγορία με την έννοια ότι κανείς πολίτης δεν διαθέτει δομικά μέσα πίεσης (θεσμοποιημένη πολιτική ή οικονομική δύναμη) τα οποία μπορεί να ασκήσει για να χειραγωγήσει ή ακόμη και να ακυρώσει τη βούληση της συνέλευσης κι εξασφαλίζει τον διαρκή και συνεχή έλεγχο του σώματος των πολιτών πάνω στο αποτέλεσμα των αποφάσεων τους. Με αυτόν τον τρόπο εξαλείφεται ο διαχωρισμός που επικρατεί στη σύγχρονη εξουσιαστική κοινωνία ανάμεσα στο άτομο και το κοινωνικό σύνολο και η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων παύει να είναι απλώς ζήτημα διαδικασίας (ομοφωνία) και μετατρέπεται σε ζήτημα εναρμόνισης και ενίσχυσης της ατομικής αυτονομίας μέσα από θεσμισμένες κοινωνικές δομές συλλογικής αυτονομίας και αντίστροφα.

Γνώμη μου είναι ότι η αντίληψη της ομοφωνίας παραβλέπει τις δομικές προϋποθέσεις της αυτονομίας και γι’ αυτό καταφεύγει στον ιδιότυπο αυτόν ατομικισμό ως μέσον προστασίας των μειοψηφιών και των ατομικών ελευθεριών. Πράγματι, εξ’ όσων γνωρίζουμε καμιά από τις αναρχικές συλλογικότητες που υιοθετούν τον ομοφωνικό τρόπο λήψης αποφάσεων στις συνελεύσεις τους δεν δρουν στη βάση ενός συνολικού πολιτικού προτάγματος για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και ούτε καν παραδέχονται την ανάγκη για την ύπαρξη ή την επεξεργασία ενός τέτοιου προτάγματος. Ελλείψει λοιπόν ενός καθολικού προτάγματος για την διαμόρφωση των κοινωνικών όρων της ελευθερίας και της συλλογικής αυτονομίας, διολισθαίνουν σε μια ατομιστική ερμηνεία της ατομικής ελευθερίας κατάλληλη μόνο για μια εσωστρεφή, περιχαρακωμένη συνέλευση που λειτουργεί μόνο ως διαδικασία, μέσα σε ένα εχθρικό θεσμικό κοινωνικό πλαίσιο (οικονομία της αγοράς, αντιπροσωπευτική «δημοκρατία») και όχι ως καταλύτης για έναν γενικότερο μετασχηματισμό της κοινωνίας στη βάση ενός αντισυστημικού προγράμματος ριζοσπαστικής αποκέντρωσης της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής δύναμης με επίκεντρο τις δημοτικές, πρόσωπο-με-πρόσωπο συνελεύσεις.

Τα παράγωγα της εσωστρέφειας των μονοθεματικών αναρχικών συνελεύσεων αναπαράγονται κατά την γνώμη μας και στο ιδεολογικό επίπεδο, στον βαθμό που οι αποφάσεις της συνέλευσης δεν λαμβάνονται με βάση μια διαδικασία διαβούλευσης, επαλήθευσης και αξιολόγησης της κάθε άποψης που έχει τα θεμέλια της στον δημοκρατικό ορθολογισμό (τη διατύπωση λογικά συνεκτικών προτάσεων που να είναι συμβατές με τα δεδομένα των αισθήσεων και που έχουν ως στόχο τη δημοκρατία ως διαδικασία και δομή κοινωνικής οργάνωσης), αλλά επαφίεται στην οικειοποίηση της ετερότητας του κάθε συντρόφου προκειμένου να φτάσει στη λήψη μιας συλλογικής απόφασης. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σημασία της αλληλοκατανόησης και της οικειοποίησης της ετερότητας ως εργαλείου για την ανάπτυξη μιας αίσθησης συντροφικότητας μέσα στη συνέλευση, θεωρούμε πως στον βαθμό που μια τέτοια αντίληψη οδηγεί αναπόφευκτα στην ανάγκη για ομοφωνία, δεν ενθαρρύνει την συνδιαμόρφωση και δεν δημιουργεί μια ευρύτερη απελευθερωτική ηθική, η οποία συμβαδίζει με την υιοθέτηση του δημοκρατικού ορθολογισμού. Αντίθετα, ενθαρρύνει την ατομιστική οχύρωση των συμμετεχόντων πίσω από την δική τους άποψη και καλλιεργεί εγωιστικές συμπεριφορές και μια τάση για αυθαίρετη προσβολή των αποφάσεων της συνέλευσης από μεμονωμένα μέλη στη βάση μη-συμφωνημένων κριτηρίων, παραδοχών και ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας.

Κι εξηγούμαστε: Αν οι τοποθετήσεις αξιολογούνται και κρίνονται σύμφωνα με τις πρότερες ατομικές εμπειρίες και τα προσωπικά βιώματα του καθενός (όπως αναγράφεται ρητά στο καταστατικό σας) και δεν αξιολογούνται στην βάση μιας από κοινού συμφωνημένης μεθόδου και διαδικασίας που περιλαμβάνει ρητά διατυπωμένα κριτήρια τα οποία όλοι οι συμμετέχοντες υιοθετούν ως αναγκαία για την διαμόρφωση της δικής τους συλλογικής «αλήθειας» και προκειμένου να μην ετερονομούνται κάποια μέλη της συνέλευσης από κάποια άλλα, τότε οδηγούμαστε σχεδόν αναπόφευκτα σε έναν «γενικευμένο σχετικισμό». Έτσι, αν όλες οι βιωματικές εμπειρίες είναι εξορισμού αποδεκτές χωρίς να εξετάζεται η συμβατότητα τους με τα κριτήρια π.χ. του ορθού λόγου και των δεδομένων των αισθήσεων, τότε όλες οι εμπειρίες, ανορθολογικές ή μη, είναι εξορισμού αποδεκτές (ως και οι εμπειρίες π.χ. ενός φανατικού Χριστιανού, ενός μαρξιστή που πιστεύει στην νομοτέλεια της Ιστορίας, κλπ.) αφού αυτό που τίθεται σε συλλογική διαβούλευση και δοκιμασία δεν είναι η συμβατότητα ενός επιχειρήματος με τον Ορθό Λόγο, αλλά το κατά πόσο μια άποψη απορρέει από ένα προσωπικό – βιωματικό υπόβαθρο.

Ωστόσο, η συμβατότητα της κάθε άποψης με τα ορθολογικά κριτήρια είναι απαραίτητο συστατικό της πνευματικής ελευθερίας της συνέλευσης, αφού κάθε ανορθολογική δοξασία και κλειστό θεωρητικό δόγμα περιέχει έναν φιλοσοφικό πυρήνα που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης και ελεύθερης διαβούλευσης από τα μέλη μιας δημοκρατικής συνέλευσης. Έτσι η συνέλευση δεν είναι ελεύθερη να δημιουργήσει την δική της, ανοικτή αλήθεια, αλλά αναγκάζεται να υποκύψει σε ετερόνομες απόψεις και αντιλήψεις μόνο και μόνο επειδή έχουν «βιωματικό» χαρακτήρα. Έτσι ακυρώνεται στην πράξη η ισοκατανομή της πολιτικής δύναμης, αφού η αποδοχή ανορθολογικών απόψεων και δοξασιών που προκύπτει αναπόφευκτα από την έλλειψη μιας από κοινού δημοκρατικής ορθολογικής διαδικασίας αξιολόγησης των απόψεων που τίθενται υπό διαβούλευση, ουσιαστικά εμπεριέχει την άρνηση του δικαιώματος του κάθε μέλους της συνέλευσης να μετέχει ενεργά και να διαβουλεύεται γύρω από την διαμόρφωση της κοινής συλλογικής αλήθειας, του κοινού της δηλαδή «παραδείγματος».

Επιπλέον, χωρίς την θέσμιση μιας από κοινού διαδικασίας συνδιαλλαγής και λογοδοσίας μεταξύ των μελών (δύο διαστάσεις που είναι αλληλένδετες), δεν μπορεί να αποτραπεί η κατάχρηση του δικαιώματος για προσβολή των αποφάσεων της συνέλευσης και επαναφορά τους για συζήτηση, αφού η διαφωνία δεν χρειάζεται να θεμελιωθεί και να τεκμηριωθεί σε κάποια βάση που είναι αμοιβαία αποδεκτή από όλα τα μέλη της συνέλευσης, αλλά στις προσωπικές επιθυμίες και τις εγωιστικές παρορμήσεις του κάθε μέλους μεμονωμένα. Όμως, γιατί πρέπει να γίνει σεβαστή μια θέση της μειοψηφίας όταν μοναδικό κριτήριο συναπόφασης και συνδιαμόρφωσης της κοινής αλήθειας είναι η συμβατότητα μιας άποψης με την κοινά συμφωνημένη μέθοδο του δημοκρατικού ορθολογισμού, βάσει του οποίου μοναδικό κριτήριο του βαθμού ορθότητας μιας άποψης είναι ο βαθμός διυποκειμενικότητας της, δηλαδή ο βαθμός εθελούσιας αποδοχής της μετά λόγου γνώσης, από μια πλειοψηφία ελεύθερα σκεπτόμενων ατόμων που πείστηκαν από αυτή; Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, για την ορθότητα της αλήθειας μιας συνέλευσης δεν υπάρχει άλλο κριτήριο από την αποδοχή της οποίας τυγχάνει από τα ελεύθερα σκεπτόμενα μέλη της. Συνεπώς, η άρνηση που δεν συνοδεύεται από ορθολογική τεκμηρίωση με οδηγό το ρητό στόχο της συνέλευσης ως δομής και διαδικασίας κοινωνικής αυτοθέσμισης είναι εγωιστική και στείρα, αφού καταπατά τη συμφωνία που έχει γίνει εξαρχής για την διαδικασία και τις θεμελιακές προϋποθέσεις της από κοινού λήψης αποφάσεων που κατοχυρώνει την υπόσταση της συνέλευσης ως πολιτικού σώματος. Μόνο σε αυτή τη βάση έχει νόημα το δικαίωμα προσβολής των αποφάσεων της συνέλευσης από τα μέλη της και δεν κινδυνεύει να εκφυλιστεί από θεσμός ρητής αυτοθέσμισης της κοινωνίας, σε όργανο παρακώλυσης και υπονόμευσης της αυτοκυβέρνησης των πολιτών.

Έτσι, η υιοθέτηση της αρχής της ομοφωνίας καθηλώνει τη συνέλευση στην αέναη αναζήτηση ενός  – δήθεν πλουραλιστικού – κατώτατου κοινού παρονομαστή (καθιστώντας αδύνατη τη λήψη σημαντικών αποφάσεων) και αναγάγει τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις που λαμβάνουν χώρα εκτός της συνέλευσης σε αναπόσπαστο τμήμα της πολιτικής διαδικασίας, αφού δίχως αυτή την ανεπίσημη «προεργασία» ο βαθμός συναντίληψης που απαιτεί η ομοφωνική απόφαση είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μεγαλύτερος αναρχικός διανοητής της εποχής μας Μάραιη Μπούκτσιν αποκάλεσε την ομοφωνία, «ατομιστική αλτερνατίβα στην δημοκρατία».[iii] Άλλωστε, ο Μπούκτσιν είχε πλήρη επίγνωση ότι η συνομοσπονδιοποίηση των αμεσοδημοκρατικών συνελεύσεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί όσο οι συνελεύσεις αυτές επιμένουν να υιοθετούν τον ομοφωνικό τρόπο λήψης αποφάσεων. Εκτός αν δεχτούμε ότι η μελλοντική απελευθερωτική κοινωνία, αυτοοργανωμένη σε μαζική κλίμακα και σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, οικολογικό) θα απαρτίζεται από χιλιάδες ή εκατομμύρια ρομπότ που θα ομονοούν στα πάντα, εκμηδενίζοντας στην πραγματικότητα τα ατομικά χαρακτηριστικά και τις διαφορές στην προσωπικότητα τους.

 Αναρχισμός, πρωτογονισμός και δημοκρατία

 Ας μην λησμονούμε ότι η δημοκρατία δεν είναι ξένη προς το αναρχικό κίνημα. Όταν θέλησαν να υπερβούν τα στενά όρια των ομάδων συνάφειας που είχε οργανώσει η FAI, οι Ισπανοί αναρχικοί υιοθέτησαν την δημοκρατία και τον συνομοσπονδισμό ως την πλέον ενδεδειγμένη οργανωτική μορφή της αναρχικής κοινωνίας του μέλλοντος, στο σημαντικότερο πείραμα εφαρμογής των αρχών του κοινωνικού αναρχισμού σε σημαντική κοινωνική κλίμακα.[iv] Το ψήφισμα του 1936 που εξέδωσε η CNT στο συνέδριο της Σαραγόσα και είχε σκοπό να καθορίσει το θεσμικό πλαίσιο του ελευθεριακού κομουνισμού, βασιζόταν ρητά σε αμεσοδημοκρατικές αρχές. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι:  «

Ομοίωςτο θεμέλιο της (αναρχοκομμουνστικής) διοίκησης αυτής θα είναι η Κομμούνα», που είναι «αυτόνομη» και «συγκροτεί ομοσπονδίες σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο.» Η Κομμούνα «θα αναλάβει να τηρήσει τους γενικούς κανόνες που έχουν συμφωνηθεί κατά πλειοψηφία μετά από ελεύθερη συζήτηση.» Τόνιζε επίσης την ελεύθερη φύση της κοινωνίας στην οποία αποσκοπούσε η CNT: «Οι κάτοικοι μιας Κομμούνας θα συζητούν αναμεταξύ τους τα εσωτερικά τους προβλήματα… Οι ομοσπονδίες θα απασχολούνται με σημαντικά προβλήματα που επηρεάζουν μια χώρα ή επαρχία και όλες οι Κομμούνες πρέπει να εκπροσωπούνται στις συγκεντρώσεις και συνελεύσεις τους, επιτρέποντας έτσι στους εντολοδόχους τους να μεταφέρουν την δημοκρατική άποψη των αντίστοιχων κοινοτήτων τους… κάθε κοινότητα που εμπλέκεται θα έχει το δικαίωμα να πει τη γνώμη της… για τα θέματα περιφερειακού χαρακτήρα, είναι καθήκον της περιφερειακής ομοσπονδίας να υλοποιήσει τις συμφωνίες… Έτσι, το σημείο εκκίνησης είναι το άτομο, που ανέρχεται στην κοινότητα, έπειτα στην ομοσπονδία και τελικά φτάνει μέχρι την συνομοσπονδία. » (αναφέρεται από Jose Peirats, η CNT στην Ισπανική Επανάσταση, vol. 1, σελ. 106-7)». Κατά τον ίδιο τρόπο οργανώθηκαν και οι συνομοσπονδιοποιημένες αγροτικές κομούνες των Ζαπατικών χωρικών την περίοδο της Μεξικανικής Επανάστασης.[v]

Η επικρατούσα αντίληψη της «δράσης για τη δράση» δεν μπορεί να μας οδηγήσει στην Αναρχία. Αντίθετα, ο αναρχικός χώρος θα παραμείνει περιθωριοποιημένος και θα περιμένει την επόμενη θηριωδία του συστήματος για να ξεχυθεί στους δρόμους, δηλώνοντας την ύπαρξη του μέσω (μαχητικών είναι η αλήθεια) διαδηλώσεων και συγκρούσεων με τους μπάτσους, για να αποτραβηχτεί έπειτα ξανά στον μικρόκοσμο που έχει βολικά πλάσει γι’ αυτόν το πολιτικό σύστημα, μόλις η οργή καταλαγιάσει και σβήσουν οι φωτιές της εξέγερσης. Ωστόσο, το ζήτημα για εμάς δεν είναι μόνο να αντιδρούμε δυναμικά στα εγκλήματα των ελίτ αφού αυτά έχουν γίνει, αλλά να αναλάβουμε προληπτική δράση για να σιγουρέψουμε ότι τα εγκλήματα αυτά δεν θα επαναληφθούν και κυρίως βέβαια στην οικονομική σφαίρα, όπου η έμμεση αλλά και άμεση οικονομική βία δημιουργεί εκατοντάδες εκατομμύρια θύματα, για τα οποία ο αναρχικός χώρος είναι σα να μην υπάρχει. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να αναλάβουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων σε αυτόν τον αγώνα ενάντια στο σύστημα, όχι απλώς να περιμένουμε παθητικά την ευκαιρία που θα μας δοθεί για να αντιδράσουμε. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο εφόσον στηριζόμαστε σε μια ολοκληρωμένη ανάλυση της σημερινής κατάστασης του συστήματος και έχουμε μια ξεκάθαρη μεταβατική στρατηγική για την ανατροπή των ετερόνομων θεσμών και την εγκαθίδρυση μιας αυτόνομης δημοκρατικής κοινωνίας η οποία θα εξαλείψει μια για πάντα από το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πεδίο την ανισοκατανομή της δύναμης και τις σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο.

Εντούτοις, εδώ θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει πως στον βαθμό που οι συνομοσπονδιακές δομές αυτοκυβέρνησης είναι ασύμβατες και συγκρούονται στην πράξη με την εφαρμογή της αρχής της ομοφωνίας, δεν είναι η αρχή της ομοφωνίας που πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά η συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης η οποία παύει να είναι επιθυμητή. Το ζητούμενο σε αυτή την περίπτωση θα ήταν η περαιτέρω συρρίκνωση του μεγέθους της βασικής διοικητικής μονάδας της μελλοντικής ελεύθερης κοινωνίας στο επίπεδο όπου ο συλλογικός αυτοκαθορισμός μέσω της ομοφωνίας μπορεί να αποτελέσει μια ρεαλιστική προοπτική. Για παράδειγμα, δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι η συμβίωση σε ανεξάρτητες ομάδες των επτά, ή των πέντε ατόμων, δεν αποκλείει την καθιέρωση της ομοφωνίας ως βασικής μεθόδου για τη λήψη αποφάσεων. Όμως, μια τέτοια ρύθμιση είναι εξορισμού αντίθετη προς το σύστημα της οριζόντιας συνομοσπονδιακής δικτύωσης, που εξασφαλίζει την αρμονία, τη συνεργασία και την επικουρικότητα στις σχέσεις ανάμεσα στις κατά τόπους αυτόνομες πολιτικές ομάδες / κοινότητες. Ως τέτοια, μας οδηγεί αναπόφευκτα στην πολυδιάσπαση και στον απόλυτο κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος. Η πολυδιάσπαση της κοινωνίας χωρίς την ύπαρξη θεσμικών μηχανισμών που θα ανασυστήνουν τη συνοχή της σε μια νέα βάση και θα μεριμνούν για την επαρκή κάλυψη των βασικών υλικών και πνευματικών αναγκών του πληθυσμού, σηματοδοτεί την άνευ όρων επιστροφή σε πρώιμα ιστορικά στάδια της κοινωνικής εξέλιξης, όπου οι άνθρωποι επιλέγουν να συμβιώνουν σε ομάδες των δέκα για τον φόβο της συγκεντρωτικής διακυβέρνησης.

Από αυτή την άποψη, δεν είναι τυχαίο ότι οι υπέρμαχοι της ομοφωνίας βρίσκουν την ιστορική ενσάρκωση του ιδανικού τους στις πρωτόγονες μικροκοινωνίες της προϊστορικής περιόδου, ή στις φυλετικές κοινωνίες των ιθαγενών ινδιάνων της Βορείου Αμερικής.[vi] Σύμφωνα με το σκεπτικό των πρωτογονιστών, βασικότερος θεωρητικός εκφραστής των οποίων μπορεί να θεωρηθεί ο Τζωρτζ Ζέρζαν, οι προϊστορικές κοινωνίες συνιστούσαν πραγματικές κοινωνίες της «αφθονίας», αφού οι ανάγκες που καλούνταν να ικανοποιήσουν ήταν λιγότερες σε αριθμό, στοιχειώδεις ως προς την πολυπλοκότητα τους και μπορούσαν να καλυφθούν με απλό τρόπο.[vii] Ήταν εξισωτικές και συνεργατικές ως προς το ήθος τους και τις αρχές της κοινωνικής τους οργάνωσης, ενώ απέδιδαν την πρέπουσα σημασία στην διατήρηση μιας ισορροπίας ανάμεσα στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων με σκοπό την αυτοσυντήρηση και στη βιωσιμότητα του οικοσυστήματος του οποίου αποτελούσαν μέρος. Δεν υπήρχε οργανωμένη παραγωγική δραστηριότητα από την άποψη της αγροτικής καλλιέργειας ή κάποιας υποτυπώδους έστω βιομηχανικής οργάνωσης (π.χ. κατασκευή εργαλείων). Πέρα από τον χρόνο που ο μυθικός «ευτυχισμένος άγριος» ήταν υποχρεωμένος να αφιερώνει στην συλλογή τροφής, το υπόλοιπο της καθημερινότητας του το ξόδευε σε χαρωπά παιχνίδια και χορούς που ενίσχυαν τους κοινωνικούς δεσμούς, σε σαμανιστικές πρακτικές που τον οδηγούσαν στην έκσταση και στην «αυτογνωσία», σε ανεμπόδιστες και αμετροεπείς σεξουαλικές απολαύσεις.

Ο Murray Bookchin έχει ασκήσει συντριπτική κριτική σε αυτές τις ανιστόρητες φαντασιοπληξίες στο σημαντικό δοκίμιο του με τίτλο «Κοινωνικός ή Life Style Αναρχισμός».[viii] Εμείς απλώς θα συνοψίσουμε τα κυριότερα σημεία στα οποία μια κριτική αποτίμηση του πρωτογονισμού οφείλει, κατά την άποψη μας, να επικεντρώνεται. Καταρχήν, πολλά από τα συμπεράσματα των απολογητών της επιστροφής στην βαρβαρότητα δεν υποστηρίζονται από τα δεδομένα που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα στο επιστημονικό πεδίο της παλαιοανθρωπολογίας. Ο επίγειος παράδεισος τον οποίο επαγγέλλονται οι οπαδοί του πρωτογονισμού πιθανότατα ποτέ δεν υπήρξε και σε κάθε περίπτωση δεν είχε τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά που του αποδίδουν οι όψιμοι εχθροί του πολιτισμού. Στην ειδυλλιακή περιγραφή του τρόπου ζωής σε μια πρωτόγονη κοινωνία, ο Ζέρζαν πολύ βολικά παραβλέπει να αναφέρει ότι οι κοινωνίες αυτές συχνά βρίσκονταν αντιμέτωπες με το φάσμα της πείνας και του υποσιτισμού, τον αποδεκατισμό τους από τις αρρώστιες και τις επώδυνες συνέπειες καταστροφικών φυσικών φαινομένων. Ο τρόπος ικανοποίησης των αναγκών του «ευγενούς αγρίου» όχι μόνο δεν ήταν απλός ή ξεκούραστος, αλλά τις περισσότερες φορές συνεπαγόταν την έκθεση του σε θανάσιμες απειλές, στους κινδύνους του κυνηγιού και μιας μάχης ζωής ή θανάτου με τα θηρία. Μάλιστα, για τον Ζέρζαν δεν φαίνεται να χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς το γεγονός ότι το ανθρώπινο είδος, σε εκείνο το στάδιο της ανθρωπολογικής εξέλιξης που συνδέεται με την «κοινωνία της αφθονίας» των πρωτογονιστών, μάλλον κατείχε τόσο χαμηλή θέση στην τροφική αλυσίδα, ώστε οι ατελείωτες ώρες αναψυχής και ανέμελων παιγνίων μεταξύ των μελών της φυλής ενδέχεται κάποτε, κάποτε να διακόπτονταν από τον τρόμο και τις πανικόβλητες αντιδράσεις που θα προκαλούσε το κοντινό απειλητικό γρύλισμα ενός πεινασμένου σαρκοβόρου θηλαστικού που είχε βγει προς αναζήτηση της τροφής του.

Όταν τελικά αποφασίζει να παραθέσει κάποια από τα σημαντικά αυτά επιστημονικά δεδομένα, ο γκουρού του πρωτογονισμού καταφεύγει σε μια ανεκδιήγητη σοφιστεία για να περισώσει την αξιοπιστία του φιλοσοφικού του οράματος. Κόντρα σε όλα τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, αλλά – θα προσθέταμε – ενάντια και σε κάθε λογική, μας πληροφορεί ότι η πείνα ήταν μια συνειδητή επιλογή του προϊστορικού ανθρώπου, ένας υποτιθέμενος τρόπος για να εξοικονομήσει επιπλέον χρόνο από το κυνήγι, τον οποίον θα μπορούσε να διαθέσει στο παιγνίδι ή σε άλλες συλλογικές δραστηριότητες αναψυχής. Περιττεύει να τονίσουμε τον παραλογισμό μιας τέτοιας θέσης, ειδικότερα όταν μιλάμε για τις τροφοσυλλεκτικές ανθρώπινες κοινότητες  της προϊστορικής περιόδου, των οποίων η βασική κοινωνική λειτουργία ήταν η αναζήτηση τροφής και των οποίων η βιολογική εξέλιξη, όπως αυτή αποτυπώνεται πάνω στο μη-ανεπτυγμένο μέγεθος του εγκεφάλου του προϊστορικού ανθρώπου, είναι αμφίβολο αν τους καθιστούσε ικανούς για παρόμοιους ευγενείς συνειρμούς που θα μπορούσαν να εκτοπίσουν την εξυπηρέτηση των ζωτικών αναγκών από την πρωταρχική θέση που κατείχε στο σύστημα αξιών της κοινότητας.

Δεύτερον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι στις κοινωνίες της άγνοιας – ας μας επιτραπεί να τις ονομάσουμε έτσι – επικρατούσε κατά αποκλειστικότητα ένα διαφορετικό, συνεργατικό κοινωνικό ήθος διαπνεόμενο από μια φυσική ισότητα που οδηγούσε στην αντί-ιεραρχία. Οι συγκεντρώσεις δύναμης και οι ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις φαίνεται πως αποτέλεσαν συστατικά στοιχεία των πρώιμων μορφών κοινωνικής οργάνωσης, είτε μιλάμε για το μονοπώλιο της δύναμης του κυρίαρχου αρσενικού στις φυλετικές-οικογενειακές κοινωνικές ομαδοποιήσεις της παλαιολιθικής περιόδου, ή για το μονοπώλιο της γνώσης που κατείχαν οι σαμάνοι των πρωτόγονων θρησκευτικών λατρειών το οποίο εκμεταλλεύονταν προκειμένου να αποκτήσουν δύναμη, προνόμια και μια εξέχουσα θέση στην κοινότητα. Επιπλέον, η συμβιωτική σχέση προς το περιβάλλον είναι άλλη μια ρομαντική εικασία που ο Ζέρζαν παρουσιάζει ως επιστημονικό δεδομένο. Για παράδειγμα, ο νομαδικός τρόπος ζωής των ινδιάνικων φυλών υπαγορευόταν ακριβώς από το γεγονός της εξάντλησης των άμεσα προσβάσιμων φυσικών πόρων και την ανάγκη της φυλής για μετανάστευση σε μέρος όπου ο κύκλος της εκμετάλλευσης των μέσων που η φύση παρείχε για αυτοσυντήρηση μπορούσε να ξεκινήσει από την αρχή. Ο Μπούκτσιν περιγράφει πώς, παρά την παραφιλολογία για την υποτιθέμενη «αγάπη προς την φύση» που έτρεφαν οι πρωτόγονοι, «οι Πυγμαίοι του δάσους Ituri βασάνιζαν τα παγιδευμένα θηράματα αρκετά σαδιστικά».[ix] Μιλάει επίσης για την βαρβαρότητα που επέδειξαν κάθε λογής πρωτόγονες φυλετικές κοινότητες απέναντι στο περιβάλλον και τα πλάσματα που ζούνε μέσα σε αυτό, όταν η επίδειξη παρόμοιας σκληρότητας και η έλλειψη ευαισθησίας για τη διατήρηση των οικολογικών ισορροπιών ήταν δυνατό να συνοδεύεται από την πρόσκτηση σημαντικών πλεονεκτημάτων ως προς τον καθημερινό αγώνα της φυλής για επιβίωση. Σαν παράδειγμα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την αλλοίωση μεγάλων εκτάσεων «του περιβάλλοντος τους από τους ιθαγενείς Αμερικανούς μέσω της χρήσης της φωτιάς προκειμένου να καθαρίσουν τη γη για την κηπουρική τους και για καλύτερη ορατότητα στο κυνήγι», ή τους μαζικούς σκοτωμούς και τα ινδιάνικα αυτοσχέδια σφαγεία για βίσονες που φαίνεται πως υπήρξαν στην περιοχή προτού ακόμη οι ευρωπαίοι πατήσουν το πόδι τους στην Αμερικανική ήπειρο και «διαφθείρουν» με τις υλιστικές τους αξίες, τους ιθαγενείς.[x]   

Τέλος, ακόμη κι αν δεχόμασταν ότι η πρωτόγονη κοινότητα αποτελούσε την ενσάρκωση με φυσικό τρόπο του αναρχικού ιδανικού, σίγουρα δεν συνέβαινε το ίδιο με τις υπόλοιπες κοινότητες ή φυλετικές ομάδες που αντιμετωπίζονταν ως εξωτερικοί εχθροί και ως θανάσιμοι ανταγωνιστές για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων στον καθημερινό αγώνα για επιβίωση. Η αρχαιολογική έρευνα, είτε αναφερόμαστε στην παλαιοανθρωπολογία ή σε νεότερες περιόδους της ανθρώπινης προϊστορίας-ιστορίας, βρίθει από πολεμοχαρή επεισόδια φυλετικής βαρβαρότητας, από δολοφονικές θηριωδίες τις οποίες διέπραξε ο προϊστορικός άνθρωπος σε βάρος των συνανθρώπων του. Το συνεργατικό, εξισωτικό ήθος της κοινότητας φαίνεται πως δεν επεκτεινόταν σε εκείνους που παραβίαζαν τον ζωτικό χώρο της φυλής και απειλούσαν να υφαρπάξουν τα μέσα για την αυτοσυντήρηση της. Είναι σε αυτό το σημείο, που αναδεικνύεται καθαρά ως αναγκαία προϋπόθεση της κοινωνικής και ατομικής απελευθέρωσης η υιοθέτηση ενός απελευθερωτικού προτάγματος που θα περιλαμβάνει ένα οικονομικό μοντέλο ισομερούς κατανομής των παραγόμενων κοινωνικών αγαθών βασισμένο στην αρχή της συνομοσπονδιοποίησης και θα καθιερώνει σχέσεις αλληλεξάρτησης και αμοιβαίας στήριξης ανάμεσα στις αυτόνομες κοινότητες της μελλοντικής, απελευθερωτικής μορφής οργάνωσης της κοινωνίας.

Το ζητούμενο για κάθε ελευθεριακό κατά την γνώμη μας οφείλει να είναι η κατάκτηση μιας ποιοτικής ελευθερίας και αυτονομίας η οποία δεν θα αναιρεί τα οφέλη από την αμοιβαία συνύπαρξη μέσα στην κοινωνία και όχι η διάλυση της κοινωνίας στο όνομα της κατοχύρωσης μιας ψευδεπίγραφης προσωπικής ανεξαρτησίας. Αν είναι αυτό το είδος της ελευθερίας που επιθυμούμε, τότε δεν έχουμε παρά να κηρύξουμε τη διάλυση όλων των κοινωνιών και να προκρίνουμε την άτακτη φυγή σε απομονωμένους «παραδείσους» προκειμένου να απαλλαγεί ο άνθρωπος απ’ όλους τους νόμους και τους «τεχνητούς» κανόνες που εξουσιάζουν τη συμπεριφορά του. Η ελευθερία που μας προτείνει ο Ζέρζαν και οι συνοδοιπόροι του υμνητές της επιστροφής στην βαρβαρότητα, προσιδιάζει την «τετράποδη ζωικότητα», όπως αναφέρει με παραστατικό πράγματι τρόπο ο Μπούκτσιν.[xi] Αλλά, όπως έγραψε και ο Τζ. Σ. Μιλλ, «είναι καλύτερο να είσαι ένα δυσαρεστημένο ανθρώπινο ον, παρά ένα ικανοποιημένο γουρούνι. Καλύτερα να είσαι ένας δυσαρεστημένος Σωκράτης, παρά ένας ευχαριστημένος ηλίθιος».[xii]

Γι’ αυτό, το ιδανικό μας δεν μπορεί να είναι ο, κατά Ζέρζαν, «ευγενής άγριος» που ναι μεν ήταν «ανεξάρτητος», ήταν όμως αναγκασμένος να επιδίδεται σε έναν σκληρό καθημερινό αγώνα για επιβίωση ενάντια στη Φύση και τους γύρω του. Η μαζική και ικανοποιητική στέγαση, η διατήρηση του επιπέδου της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης και η περαιτέρω εξέλιξη της, η πρόσβαση σε επαρκή σίτιση και υδροδότηση, προϋποθέτουν ένα μίνιμουμ παραγωγικής δραστηριότητας για την επαρκή κάλυψη βασικών αναγκών και ένα ορθολογικό σύστημα κατανομής του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου. Οι μεταμοντέρνοι αναρχικοί μας εμφανίζονται φαινομενικά πρόθυμοι να θυσιάσουν στο βωμό της διαστρεβλωμένης «ανεξαρτησίας» του «ευγενούς αγρίου», την ελευθερία από την πείνα, την προστασία απέναντι στις αρρώστιες και τις κακουχίες του περιβάλλοντος, την χειραφέτηση από την σκλαβιά της φτώχειας και τις στερήσεις παραβλέποντας το γεγονός πως η κοινωνική χειραφέτηση προϋποθέτει ακριβώς την πρόσβαση σε βασικά υλικά αγαθά και ότι τόσο η ατομική, όσο και η συλλογική αυτονομία, με την έννοια του αυτοκαθορισμού και της συστηματικής ενασχόλησης με τα κοινά δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν σε συνθήκες πλήρους ανέχειας, οικονομικής ανασφάλειας, ή ενός καθημερινού αγώνα για την κάλυψη των βασικών ανθρώπινων αναγκών. Με άλλα λόγια, αν προηγουμένως δεν έχουν εξασφαλιστεί οι συνθήκες για την ισοκατανομή της οικονομικής δύναμης ανάμεσα σε όλους τους πολίτες. Όπως γράφει ο Τάκης Φωτόπουλος: 

«οι ανθρώπινες αξίες καθορίζονται κοινωνικά και οι κοινωνικοί κανόνες και ρυθμίσεις που τις υποστηρίζουν δεν αποτελούν ένα περιορισμό κάποιας προϋπάρχουσας ελευθερίας, αλλά τμήμα των συνθηκών για μια ικανοποιητική ζωή».[xiii]

Τυποποίηση των διαδικασιών

 Οι λαλίστατοι επικριτές της αυτονομίας επιτίθενται στην αμεσοδημοκρατική πρακτική στο όνομα ενός θολού και άμορφου ιδανικού. Στην «Συνεισφορά σε μια Κριτική της Πολιτικής Αυτονομίας», ο Ζιλ Ντωβέ εξάρει τις αρετές της αυθόρμητης συναναστροφής σε άτυπες, μη-θεσμικές ομάδες και απορρίπτει την πρωτοκαθεδρία της συνέλευσης ως του βασικού συλλογικού οργάνου λήψης αποφάσεων. Συγκεκριμένα γράφει, 

«Το 1968 στη Γαλλία, οι εργάτες στο εργοστάσιο της Πεζώ στο Σοσώ (ήταν τότε μια περιοχή που είχε μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις εξειδικευμένων εργατών σε ολόκληρη τη χώρα) κατέβηκαν σε απεργία με κατάληψη του εργοστασίου στις 20 Μαΐου. Όταν στις 10 Ιουνίου η μεγάλη πλειοψηφία των εργατών ψήφισε επιστροφή στη δουλειά, μια μειοψηφία επανακατέλαβε τα κτίρια, μέχρι τη βίαιη απομάκρυνση της από την αστυνομία το ξημέρωμα της 11ης. Εκείνο το ξημέρωμα, πολλοί μη-απεργοί εργάτες της πρωινής βάρδιας κατέφθαναν με τα λεωφορεία στο εργοστάσιο: αντί να πιάσουν δουλειά όπως είχαν ψηφίσει, ενώθηκαν αμέσως με τους πρώην καταληψίες, και για όλη την ημέρα συγκρούονταν με τους μπάτσους. […] Η έκρηξη της 11ης Ιουνίου δεν είχε έρθει από το πουθενά: προετοιμάστηκε από ανεπίσημες συζητήσεις, οι οποίες είχαν βάλει τις βάσεις (καλύτερα από τις δημοκρατικές διαδικασίες) για ένα φαινομενικά αυθόρμητο ξέσπασμα. Η ‘απρόσωπη αντίσταση’ δεν είναι μόνο συζήτηση στην καντίνα ή γύρω από την μηχανή του καφέ: λειτουργεί ως βάση για την ανοιχτή σύγκρουση».[xiv]

 Όμως, οι πολιτικές συζητήσεις σε αυθόρμητα σχηματισμένα πηγαδάκια στην Αθηναϊκή αγορά πριν την έναρξη της συνέλευσης της Εκκλησίας του Δήμου αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της πολιτικής διαδικασίας στην Αθηναϊκή πόλη και ήταν ζωτικό κομμάτι της δημοκρατικής διαπαιδαγώγησης του Αθηναίου πολίτη. Ουσιαστικά, οι συζητήσεις αυτές συνιστούσαν το προπαρασκευαστικό στάδιο προτού παραπεμφθεί ένα ζήτημα στο επίσημο όργανο της Εκκλησίας του Δήμου για μελέτη και διαβούλευση από το σώμα των πολιτών. Αυτό που ο Ντωβέ δείχνει να μην αντιλαμβάνεται και που η εφαρμογή της αρχής της ομοφωνίας έχει αποδείξει στην πράξη, είναι πως η συνέλευση εξυπηρετεί ακριβώς τον σκοπό της δημιουργίας μιας τεχνητής δημόσιας σφαίρας όπου τα άτομα μπορούν να διαβουλεύονται ισότιμα, όχι πια ως απλά φυσικά άτομα, αλλά κάνοντας χρήση της θεσμικής ιδιότητας του πολίτη. Καμία τέτοια διευθέτηση ισοκατανομής της δύναμης δεν είναι εφικτή έξω από αυτή τη σφαίρα. Είναι γεγονός γενικά αποδεκτό πως σε συνελεύσεις που λειτουργούν συναινετικά οι συμμετέχοντες πολλές φορές υποκύπτουν σε προσωπικές πιέσεις που τους ασκούνται έξω από τον χώρο της συνέλευσης, προκειμένου να επικυρώσουν μια επίπλαστη ομοφωνία εντός αναφορικά με μια απόφαση που στην πραγματικότητα είναι ήδη ειλημμένη! Μάλιστα, αυτό το είδος «εξωθεσμικής διαβούλευσης» δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά είναι απολύτως αναγκαίο για ένα «πολίτευμα» που λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της ομοφωνίας, αν η συνέλευση θέλει να διατηρήσει την ικανότητα της να λαμβάνει αποφάσεις και να μην καταστεί παντελώς δυσλειτουργική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται στη σφαίρα του ιδιωτικού (στα πηγαδάκια, στην παρέα, στην ομάδα συνάφειας) και δεν επιδέχονται της θέσμισης εξισωτικών ρυθμίσεων που εξαλείφουν τις διαφορές όλων των τύπων ισχύος που προκύπτουν στην ιδιωτική σφαίρα ανάμεσα στα άτομα. Έτσι αφήνεται ελεύθερο το πεδίο δράσης για την ανάπτυξη νέων άτυπων ιεραρχιών και ανεπίσημων εξουσιαστικών δομών, οι οποίες ουσιαστικά προκαθορίζουν τις αποφάσεις που κανονικά οφείλουν να λαμβάνονται και να συνδιαμορφώνονται μέσα στη συνέλευση. Δεν είναι τυχαίο πως συναινετικές συνελεύσεις υπήρχαν και στην στρατοκρατική αρχαία Σπάρτη. Αυτές όμως βρίσκονταν πάντα υπό την άτυπη κηδεμονία ενός «φυσικού» αρχηγού. Έτσι βλέπουμε πώς μέσα από τις συνελεύσεις που λειτουργούν συναινετικά είναι δυνατό να εκκολαφθούν νέες εξουσιαστικές τάσεις. Όπως γράφει ο Φόρεστ για την αμεσοδημοκρατική Εκκλησία του Δήμου, 

«…οι αποφάσεις πλέον λαμβάνονταν με τέτοιο τρόπο που εστίαζαν την προσοχή κάθε μέλους της εκκλησίας του δήμου στην προσωπική του ευθύνη. Αυτό γινόταν με την καταμέτρηση χειρών. Είναι πολύ ευκολότερο να χάνεται κανείς στην ψήφο ‘δια βοής’ μέσα σε μια ομαδική κραυγή ενός ‘ναι’ ή ενός ‘όχι’. Κάτι τέτοιο ικανοποιούσε τους Σπαρτιάτες περισσότερο από το να υψώνει το χέρι ή να ρίχνει ψήφο».[xv]

 Η τυποποίηση ως έναν βαθμό των πολιτικών διαδικασιών σε έναν αυτόνομο δήμο, με την μορφή της συγκρότησης αντισυστημικών πολιτικών θεσμών και την κατοχύρωση της ιδιότητας του πολίτη, είναι απαραίτητη για τους ίδιους λόγους. Μέσω του συστηματικού χαρακτήρα των διαδικασιών διασφαλίζεται η τακτική συμμετοχή των πολιτών στα κοινά και η άσκηση της κυριαρχίας (με την έννοια της λήψης των βασικών αποφάσεων) από τους ίδιους τους πολίτες. Οι αυτόνομοι και αυτοτελείς θεσμοί όχι μόνο δεν συνιστούν μια νέα μορφή εξουσίας, αλλά, αντίθετα, αποτελούν θεσμική δικλείδα ασφαλείας ενάντια στο ενδεχόμενο εμφάνισης ετερόνομων μορφών κυριαρχίας των οποίων η δύναμη δεν θα εκπορεύεται από τους συλλογικούς θεσμούς αυτοδιεύθυνσης, αλλά θα έχει αναπτυχθεί παραπλεύρως και έξω από τη δημόσια σφαίρα όπου λαμβάνονται όλες οι σημαντικές αποφάσεις για την κοινότητα, εξαιτίας της βαθμιαίας απόσυρσης των μελών ενός δήμου από τα κοινά και της υποτροπής τους σε συνήθειες και πρακτικές ιδιώτευσης.

Τέλος, σε όσους οπαδούς της ομοφωνίας εμμένουν να επικαλούνται τις αρνητικές πτυχές της ιστορικής εμπειρίας της κλασικής Αθήνας σε μια προσπάθεια να αναγορεύσουν την Αθηναϊκή δημοκρατία σε ένα εγγενώς εξουσιαστικό μόρφωμα, οφείλουμε να απαντήσουμε ότι σκοπός των σύγχρονων ελευθεριακών προταγμάτων που στοχεύουν στην ανασύσταση της πολιτικής με την κλασική έννοια, δεν είναι η αρχαιολατρία και η τυφλή αναπαραγωγή του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος της αρχαίας Αθήνας, αλλά η δημιουργική ανασύνθεση της κλασικής δημοκρατίας. Κανείς δεν αρνείται ότι μέρος των κονδυλίων που χρειάστηκαν για την χρηματοδότηση των κορυφαίων πολιτιστικών επιτευγμάτων και αρχιτεκτονικών μνημείων της κλασικής περιόδου της Αθηναϊκής πόλεως, προήλθαν από τις αναγκαστικές εισφορές που απέσπασε από τους «εταίρους» της που μετείχαν στη Συμμαχία της Δήλου. Επίσης, η Αθηναϊκή δημοκρατία είχε μερικό χαρακτήρα και είχε εγκαθιδρύσει ιεραρχικές, καταπιεστικές σχέσεις στο εσωτερικό της, με κοινωνικές ομάδες όπως οι δούλοι και οι γυναίκες. Εδώ όμως μιλάμε για ένα ανοικτό σύστημα διευρυμένης δημοκρατίας με καθολική επέκταση της ιδιότητας του πολίτη σε όλα τα μέλη της κοινωνίας, το οποίο βασίζεται μόνο στην αρχική αντίληψη της κλασικής δημοκρατίας και συμπληρώνεται από αντισυστημικούς θεσμούς οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής δημοκρατίας. Ένα υπόβαθρο το οποίο διασφαλίζει ότι θα εξαλειφθούν οι κοινωνικοί και οικονομικοί ανταγωνισμοί που ιστορικά τροφοδότησαν τις εξουσιαστικές τάσεις που επέδειξε η κλασική Αθηναϊκή δημοκρατία.

Είναι λοιπόν κατά την γνώμη μας επιτακτικό καθήκον η συσπείρωση όλων των ελευθεριακών δυνάμεων στον δύσκολο και άνισο αγώνα για την ανατροπή του παρόντος ετερόνομου συστήματος και την αντικατάσταση του από μια συνομοσπονδία αυτόνομων δήμων, ελεύθερα συνασπισμένων σε μια ένωση που θα θεμελιώνεται σε μια σχέση ισότητας, αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού που θα βασίζεται στον ελευθεριακό δημοκρατικό ορθολογισμό. Όποιος πράγματι πιστεύει στη δημιουργική ζύμωση και στον εμπλουτισμό της θεωρίας από την πράξη, θα συμφωνήσει μαζί μας ότι, όπως έχουν δείξει τριάντα χρόνια αναρχικής ή «αναρχικής» δράσης από την εποχή της μεταπολίτευσης μέχρι σήμερα κανένα αυθόρμητο απελευθερωτικό πρόταγμα δεν πρόκειται να προκύψει ως δια μαγείας μέσα από αποσπασματικές δράσεις αντίστασης που διενεργούν εδώ κι εκεί οι διάσπαρτες αναρχικές συλλογικότητες. Το σύστημα που πολεμάμε, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» εκπροσωπεί ένα απόλυτα καθολικό πρόταγμα και μόνο με ένα καθολικό πρόταγμα που έχει το δικό του παράδειγμα για την οργάνωση της κοινωνίας σε όλο της το εύρος, μπορεί να κάνει δυνατή την ανατροπή του. Η αυθαίρετη διαφωνία και η απολιτική πολυδιάσπαση χωρίς «λόγον διδόναι» (δηλαδή η διάσπαση που δεν δικαιολογείται ορθολογικά)  δεν είναι ο «πλούτος» του αναρχικού χώρου, αλλά η μάστιγα του, που βολεύει αφάνταστα τους ταξικούς εχθρούς μας. Αυτοί συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους ότι πρέπει να μας εξαφανίσουν από προσώπου γης, ενώ βρίσκονται σε αγαστή σύμπνοια αναφορικά με το θεσμικό πλαίσιο που, μέσω της αναπαραγωγής του, θα τους βοηθήσει να πετύχουν τον σκοπό τους: την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και το σύστημα της οικονομίας της αγοράς.

 


[i] D. Guerin, Anarchism: From Theory to Practice, http://libcom.org/library/anarchism-daniel-guerin-4.

[ii] Στο όνομα της «προστασίας των μειοψηφιών», η αρχή αυτή κατοχυρωνόταν για παράδειγμα στο καταστατικό της ανενεργής πλέον Συνέλευσης Αναρχικών για ένα Ενιαίο Πολυμορφικό Κίνημα.

[iii] M. Bookchin, Κομουναλισμός: Η δημοκρατική διάσταση του αναρχισμού, Δημοκρατία και Φύση, τεύχος 1 (1996).

[iv] Does revolutionary Spain show that libertarian socialism can work in practice?, http://www.anarchism.ws/faq/secI8.html#seci82.

[v] P. Newel, Ο Ζαπάτα, ο Μαγόν και η Μεξικανική Επανάσταση (Ελεύθερος Τύπος).

[vi] Ένα τυπικό παράδειγμα είναι το κείμενο του Δ. Κωνσταντίνου, Χωρίς Πίστη, Χωρίς Νόμο, Χωρίς Βασιλιά, Ζ-Βαβυλωνία, Τεύχος 52, Φεβρ. 09.

[vii] Ο Ζέρζαν εκθέτει τις περισσότερες από τις (τουλάχιστον) αμφιλεγόμενες ιδέες του περί «ευγενούς αγρίου» στο J. Zerzan, Future Primitive and Other Essays (Autonomedia, 1994).  

[viii] M. Bookchin, Κοινωνικός ή Life Style Αναρχισμός (Εκδόσεις Ισνάφι, 2005).

[ix] M. Bookchin, Κοινωνικός ή Life Style Αναρχισμός, σελ.62.

[x] M. Bookchin, Κοινωνικός ή Life Style Αναρχισμός, σελ.62-3.

[xi] Μ. Bookchin, Κοινωνικός ή Life Style Αναρχισμός, σελ.57.

[xiii] Στο Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: Δέκα Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος, 2008), σελ. 308.

[xiv]  Στο G. Dauve & K. Nesic, A Contribution to the Critique of Political Autonomy, http://troploin0.free.fr/ii/index.php/textes/16-a-contribution-to-the-critique-of-political-autonomy?start=23.

[xv] Στο W.G. Forrest, Η Γένεση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας (Εκδόσεις Παπαδήμα, 1994), σελ. 228,

Μια Κριτική της Κομμουνιστικοποίησης

fists in the air

«Έτσι, μια ριζοσπαστική εξέγερση εναντίον της κοινωνίας θα ήταν το ίδιο αδύνατη όσο μια εξέγερση εναντίον της Φύσης, η ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η σπουδαία απόδειξη / εκδήλωση της δημιουργίας πάνω στη Γη. Και ένα άτομο το οποίο θα ήθελε να εξεγερθεί ενάντια στην κοινωνία… θα τοποθετούσε τον εαυτό του πέρα από το αποδεκτό της αληθινής ύπαρξης».

Μιχαήλ Μπακούνιν

 

Το 1886, ο μαρξιστής φιλόσοφος Πωλ Λαφάργκ εξέδωσε μέσα από την φυλακή το έργο του με τίτλο «Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά». Χρησιμοποιώντας σκληρή γλώσσα, ο ριζοσπάστης αυτός στοχαστής προσπάθησε να επιφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στην κυριαρχία που ασκούσε η ιδεολογία της εργασίας πάνω στην πολιτική σκέψη του Γαλλικού προλεταριάτου και να αποσυνδέσει με αυτόν τον τρόπο τους αγώνες της εργατικής τάξης της Γαλλίας από τα στενά όρια της διεκδίκησης ενός κατοχυρωμένου ρόλου για τους εργάτες στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία με την μορφή της προάσπισης του συλλογικού δικαιώματος στην εργασία. Εύστοχα επισήμανε ο Λαφάργκ ότι μέσα σε ένα πλαίσιο αλματώδους εξέλιξης της επιστήμης και γεωμετρικής προόδου στον τομέα του εκσυγχρονισμού της τεχνολογικής υποδομής της μεγάλης Γαλλικής βιομηχανίας, η πάλη για διάσωση των θέσεων εργασίας που χάνονταν εξαιτίας της τάσης για μηχανοποίηση της παραγωγής, ισοδυναμούσε με αγώνα οπισθοφυλακής για το οργανωμένο προλεταριάτο, το οποίο, με μία δόση μαζοχισμού είναι η αλήθεια, επέμενε να διεκδικεί μερίδιο στην αναπαραγωγή των οικονομικών συνθηκών της ίδιας της κοινωνικής υποταγής του.[i] Αντίθετα, ο Λαφάργκ διατράνωσε την πίστη του ότι το κέντρο βάρους της Κοινωνικής Πάλης που διεξήγαγε η εργατική τάξη όφειλε να μετατοπιστεί από την οικονομία, στο πεδίο της πολιτικής. Για εκείνον, η αύξηση της παραγωγής μέσω της εξέλιξης της τεχνολογίας επιλύει το ζήτημα της σπάνης των αγαθών κι εγείρει ερωτήματα που άπτονται της άνισης κατανομής του κοινωνικού πλούτου, ο οποίος αν διανεμηθεί σωστά αρκεί για να θρέψει το σύνολο της κοινωνίας και για να ζήσουν όλοι πλουσιοπάροχα. Η κατάργηση όμως της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και η ισομερής κατανομή του παραγόμενου πλούτου, προϋποθέτουν την εκ βάθρων αναδόμηση του κοινωνικού συστήματος. Συνεπάγονται την κατάλυση του μονοπωλίου της οργανωμένης ισχύος που κατέχει η άρχουσα τάξη και γι’ αυτό είναι ζητήματα βαθύτατα πολιτικά.  

Ωστόσο, ακόμη και ο «εκκεντρικός» Λαφάργκ, ο άνθρωπος που επέκρινε την πάσης φύσεως υποχρεωτική εργασία ως πηγή δεινών για το άτομο κι εξήρε ως φυσικό προορισμό του ανθρώπου την αδιάκοπη και χωρίς τεχνητούς περιορισμούς πρόσβαση στις ηδονιστικές απολαύσεις, μπορεί να έφτασε μέχρι την – εύλογη – διατύπωση μιας επιτακτικής απαίτησης για δραστική μείωση του ωραρίου της εργασίας στις τρεις ώρες ημερησίως, [ii] αλλά δεν αποτόλμησε να θέσει την ολοκληρωτική άρνηση της εργασίας, αλλά και κάθε είδους συστηματικής παραγωγικής δραστηριότητας, ως υπέρτατο σκοπό και προμετωπίδα του προλεταριακού απελευθερωτικού κινήματος, όπως κάνει ο Μπρούνο Ασταριάν στην μπροσούρα του «Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση». Μάλιστα, αυτό το στρεβλό όραμα μιας αφηρημένης μελλοντικής κοινωνικής συνθήκης, κατά την οποία η εγωιστική προσωπική επιθυμία που εξυπηρετεί ατομικές ανάγκες και μόνο, ως δια μαγείας μετατρέπεται σε καταλύτη κοινωνικής συνοχής και αρμονικής συνύπαρξης των ατόμων και όπου τα αγαθά παράγονται χωρίς την παραμικρή ανάγκη για αυτοοργάνωση των κοινωνικών ατόμων σε μια κοινή συλλογική προσπάθεια, προβάλλεται από τον συγγραφέα ως το υψηλότερο σημείο της σύγχρονης ουτοπικής σκέψης, ένας στόχος επαναστατικός, αλλά συνάμα χειροπιαστός που οφείλουν να υιοθετήσουν οι απανταχού προλετάριοι προκειμένου να πετύχουν την «επαναστατική έξοδο» από την κρίση της καπιταλιστικής κοινωνίας.[iii] Μάλιστα, ο Ασταριάν εγγράφει την ιδανική του «πολιτεία», εκείνη της νομαδικότητας της ύπαρξης και της εξάλειψης της αναγκαιότητας για ένα σύστημα παραγωγής υλικών αγαθών, σε υποτιθέμενες υπαρκτές τάσεις μέσα στην ετερόνομη κοινωνία. Για να αποδείξει τον ισχυρισμό του καταφεύγει στην μηχανιστική αναπαραγωγή μοτίβων που κάνουν την δυναμική εμφάνιση τους μέσα στην εξεγερσιακή δραστηριότητα των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων που απαρτίζουν την υποτάξη μέσα στην ιεραρχική ταξική διαστρωμάτωση της καπιταλιστικής κοινωνίας, προβάλλοντας αυτά τα μοτίβα ως πρότυπα μορφών αλληλεπίδρασης και σύναψης κοινωνικών σχέσεων στην μελλοντική κομμουνιστική συνθήκη.  

Οι υπαρκτές κοινωνικές τάσεις που τάχα συνηγορούν υπέρ της αναγκαιότητας για την καθολική κατάργηση της εργασίας σε μια μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία, αποκρυσταλλώνονται για τον συγγραφέα μέσα από τις διεργασίες που συντελούνται στο πεδίο της οικονομίας. Πιστός στο πνεύμα ενός χονδροειδούς οικονομικού ντετερμινισμού, ο Ασταριάν μας παραπέμπει στην κεντρικότητα που έχει αποκτήσει η πληροφορία στις ανεπτυγμένες οικονομίες του Βορρά, στην σταδιακή ψηφιοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά και την ευρέως διαδεδομένη πρακτική της καταστροφής των εργοστασίων υφαντουργίας από τους εξεγερμένους Μπαγκλαντεσιανούς εργάτες το 2010, για να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό ότι οι αλλαγές στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής επαναφέρουν στο προσκήνιο τις ιδέες της «αντιεργασίας» και τη συνακόλουθη απόρριψη της εργατικής αυτοδιαχείρισης ως αναπόσπαστου τμήματος του κοινωνικού απελευθερωτικού προτάγματος. Σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, η κατάληψη των μέσων παραγωγής από τους προλετάριους δεν μπορεί, αλλά και δεν πρέπει, να αποτελέσει έναν από τους βασικούς στόχους της χειραφετικής δραστηριότητας της εργατικής τάξης, αφού η αναδιοργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας έστω και επί τη βάσει της εργατικής αυτοδιεύθυνσης αναπόφευκτα θα έχει ως κατάληξη την παλινόρθωση της αλλοτριωμένης εργασίας για όσους συμμετέχουν στην παραγωγή και τον εγκλωβισμό των προλετάριων σε μια μορφή καταναγκαστικής παραγωγικής δραστηριότητας που θα διαφέρει ελάχιστα από τον εξουσιαστικό θεσμό της μισθωτής εργασίας που βρίσκεται στο επίκεντρο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Σαν παράδειγμα για τις ολέθριες συνέπειες και την ιστορική αποτυχία του κινήματος για την αυτοδιαχείριση στην παραγωγή, ο Ασταριάν αναφέρει την εμπειρία της μαζικής κατάληψης των εργοστασίων από τους αναρχικούς εργάτες κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης του 1936, όταν η επιβολή ενός συστήματος συνδικαλιστικής αυτοδιαχείρισης πάνω στις βασικές βιομηχανίες της δημοκρατικής Ισπανίας δεν κατόρθωσε κατά τον συγγραφέα να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην καθημερινή ζωή, αλλά και στο περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της παραγωγικής δραστηριότητας των Ισπανών βιομηχανικών εργατών. Μάλιστα, φτάνει σε σημείο να υποστηρίξει την άποψη ότι, «η επιστροφή στην παραγωγή όπως προέκυψε είναι ενδεικτική της σταθεροποίησης και του ξεκινήματος της αντεπαναστατικής αντιστροφής μέσα απ’ την αυτοδιαχείριση».[iv]

Αλλά πέρα από τις αλλοτριωτικές σχέσεις που υποτίθεται ότι καλλιεργούνται μέσα στα πλαίσια της εργατικής αυτοδιαχείρισης, ο Ασταριάν διακηρύσσει ότι ο ίδιος ο στόχος της επανοικειοποίησης των μέσων παραγωγής από τους παραγωγούς, δεν αποτελεί παρά μια καλά διατηρημένη χίμαιρα για το απελευθερωτικό κίνημα, στο βαθμό που «…το μεγαλύτερο μέρος των τεχνικών-υλικών συνθηκών της δραστηριότητας τους είναι ενσωματωμένο στις μηχανές, στους υπολογιστές, τα εργαλεία και τα μέσα της εργασίας τους».[v] Έτσι, σαν γνήσιος συνεχιστής της ριζοσπαστικής Γαλλικής διανόησης της δεκαετίας του ‘70, ο Ασταριάν εξεγείρεται ενάντια στην ίδια την επανάσταση και επιχειρεί να χαρτογραφήσει νέους δρόμους για την επαναστατική προοπτική, ανατρέποντας θεμελιώδεις αντιλήψεις που ενυπάρχουν στον πυρήνα της ταξικής απελευθερωτικής θεωρίας. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ως κύρια αποστολή της Γαλλικής «ριζοσπαστικής» σχολής αναδείχτηκε από τον Μάη του 1968 κι έπειτα, όχι τόσο η κριτική επισκόπηση των εξουσιαστικών δομών του συστήματος, αλλά αντίθετα, η συστηματική εκστρατεία κατεδάφισης των αναλυτικών κατηγοριών της ίδιας της κριτικής θεωρίας και η χειραφέτηση των εκάστοτε κοινωνικών υποκειμένων από την «τυραννία» του ίδιου του απελευθερωτικού προτάγματος. Δεδομένου ότι ένα τέτοιο εγχείρημα στρέφεται πρωτίστως και από τη φύση του ενάντια στο ίδιο το αντισυστημικό περιεχόμενο της Κοινωνικής Πάλης, μιας και ένα από τα πρώτα πράγματα που η Γαλλική σχολή έθεσε υπο αμφισβήτηση ήταν η ίδια η δυνατότητα του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας ως αποτέλεσμα της συνειδητής συλλογικής δράσης ενός κοινωνικού υποκειμένου, οι κεντρικές ιδέες του αποδομισμού δεν μπορούν παρά να αντλούν τα κριτήρια νομιμοποίησης και επαλήθευσης τους από τη σφαίρα των ιδεών, χωρίς να είναι αναγκαία η εφαρμογή τους σε συγκρουσιακές κοινωνικές διεργασίες προκειμένου να εξακριβωθεί η ορθότητα τους ως διανοητικά εργαλεία προώθησης της κοινωνικής απελευθέρωσης. Η επεξεργασία και ο εμπλουτισμός της απελευθερωτικής θεωρίας μετατρέπεται με αυτόν τον τρόπο σε μια δραστηριότητα με αυτοαναφορικά χαρακτηριστικά, μια διανοητική άσκηση σε ένα περίκλειστο ακαδημαϊκό σύμπαν, χωρίς σημεία αναφοράς μέσα στο απελευθερωτικό κίνημα και χωρίς τη δυνατότητα για στοιχειώδη αλληλεπίδραση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη.

Με αυτόν τον τρόπο, οι ριζοσπάστες διανοούμενοι μετατρέπονται σε όψιμους χειροκροτητές της αυθόρμητης πρωτοβουλίας των μαζών. Ανήμποροι να παρέμβουν στα τεκταινόμενα της Κοινωνικής Πάλης, περιορίζονται να παρακολουθούν από μακριά τις περιοδικές εκρήξεις της κοινωνικής δυσαρέσκειας, να λειτουργούν ως αυτόκλητοι ηθικοί υπερασπιστές τους στα μάτια της κοινής γνώμης και να θεωρητικοποιούν τις συνέπειες και τις παρενέργειες τους. Αρκεί εδώ να αναφερθούμε στην πληθώρα από μελέτες, άρθρα και αναλύσεις που δημοσιεύτηκαν με αφορμή την εμφάνιση του κινήματος των «Αγανακτισμένων» σε Ισπανία και Ελλάδα. Οι μελέτες αυτές ως επί το πλείστον έσπευσαν να ερμηνεύσουν και να «εξηγήσουν» το κίνημα, αναγγέλλοντας με περίσσιο στόμφο την έλευση ενός νέου τύπου κοινωνικής αυτοθέσμισης και ενός νέου είδους πολιτικού υποκειμένου ικανού να αμφισβητήσει τους υφιστάμενους συσχετισμούς δύναμης υπέρ των ελίτ και των προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων.[vi] Είναι πράγματι ειρωνικό ότι πριν καλά, καλά στεγνώσει το μελάνι πάνω στις πολυπληθείς αισιόδοξες πραγματείες των «αριστερών» διανοουμένων, το κίνημα έχει σχεδόν διαλυθεί και το πολιτικό υποκείμενο της νέας εποχής σχεδόν εξαφανίστηκε από τις πλατείες.[vii]  

Παρόλο που ο Ασταριάν σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στο ίδιο ιδεολογικό ρεύμα με τους ως επί το πλείστον ρεφορμιστές υμνητές του κινήματος των «Αγανακτισμένων», μπορεί κανείς βάσιμα να υποστηρίξει πως η άποψη που εκφράζουν οι υπέρμαχοι της κομμουνιστικοποίησης, σύμφωνα με την οποία τα απελπισμένα εξεγερσιακά ξεσπάσματα των πληβείων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης αρκούν για να παράγουν στην πράξη τις βασικές κατευθύνσεις της νέας, επαναστατικής κομμουνιστικής θεωρίας, συνιστά το απόγειο της τάσης για ολοκληρωτική αποσύνδεση της ριζοσπαστικής κοινωνικής διανόησης από τους χώρους και τα υποκείμενα της Κοινωνικής Πάλης. Μια έμμεση παραδοχή ήττας που διατείνεται ότι ο πρωταρχικός ρόλος της απελευθερωτικής ταξικής θεωρίας είναι η από απόσταση παρατήρηση των μαζικών κοινωνικών αγώνων και η μη-παρέμβαση με σκοπό την «γονιμοποίηση» τους από την σκοπιά της κοινωνικής αυτονομίας και απελευθέρωσης. Με αυτόν τον τρόπο, η μεγάλη αδυναμία της σύγχρονης Αριστεράς μετατρέπεται σε αρετή.    

 

Η «αντιεργασία» και η εξέγερση του ‘69            

Η άνοδος της «αντιεργασίας» είναι μια διαδικασία που, σύμφωνα με τον Ασταριάν, από την μία εκπορεύεται από τις αλλαγές που έχουν προκύψει στις αντικειμενικές συνθήκες όπως αυτές διαμορφώνονται μέσα στο πεδίο της παραγωγής και από την άλλη, αντανακλά τις σημαντικές αλλαγές και μετατοπίσεις που έχουν συντελεστεί στην ταξική διάρθρωση της μεταβιομηχανικής καπιταλιστικής κοινωνίας, με τη συνακόλουθη διάλυση των παραδοσιακών ταξικών προσδιορισμών που αυτές συνεπάγονται. Η αντίληψη αυτή συμβαδίζει με την, συντηρητική στην ουσία της, θέση ότι η διαρκής μεγιστοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων όχι μόνο συγκροτεί τις αναγκαίες υλικές προϋποθέσεις για την μετάβαση στον κομμουνισμό, αλλά τελικά επικαθορίζει και τον τύπο των κοινωνικών σχέσεων, με την έννοια της μορφής οργάνωσης, αλλά και του αξιακού συστήματος που πρόκειται να αναπτυχθούν στην μελλοντική απελευθερωτική κοινωνία. Ο ίδιος ο Ασταριάν δεν κατορθώνει να υπερβεί τα όρια μιας άκαμπτης αντικειμενιστικής προσέγγισης σε ότι αφορά τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει την πορεία της κοινωνικής εξέλιξης γράφοντας χαρακτηριστικά: «Ας πούμε πρώτα ότι η τρέχουσα περίοδος προσφέρει καλύτερες συνθήκες για το ξεπέρασμα του κεφαλαίου από ποτέ άλλοτε».[viii]

Μολαταύτα, η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην ωρίμανση του κοινωνικού αιτήματος για κατάργηση της εργασίας και στο σύγχρονο μοντέλο καπιταλιστικής αναπαραγωγής καταρρέει μόλις εξετάσουμε λίγο πιο διεξοδικά την ιστορική και πολιτική γενεαλογία της έννοιας της «αντιεργασίας». Μπορεί κανείς να υποστηρίξει βάσιμα ότι η απαρχή της ιδεολογίας της αντιεργασίας βρίσκεται στους μαζικούς εργατικούς αγώνες του Ιταλικού «Θερμού Φθινοπώρου» του 1969, στις άγριες απεργίες, τις καταλήψεις των εργοστασίων, τις δολιοφθορές και τις βίαιες συγκρούσεις του βιομηχανικού προλεταριάτου του Ιταλικού Βορρά με την εργοδοσία και τα σώματα καταστολής. Η βιομηχανική εξέγερση του ’69 διεύρυνε την μεθοδολογία της εργατικής τάξης ως προς τις δράσεις και τις τακτικές που επιστράτευε για να διακηρύξει έμπρακτα την αυξανόμενη αυτονομία που αποκτούσε στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης, τόσο απέναντι στους εκμεταλλευτικούς θεσμούς του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, όσο και ενάντια στα κόμματα και τις συνδικαλιστικές ενώσεις που πρόσκεινταν στην καθεστωτική Αριστερά και κατείχαν το αποκλειστικό προνόμιο της «εκπροσώπησης» των εργατών στα θεσμικά κέντρα αποφάσεων. Ωστόσο, ο Ασταριάν κάνει λάθος όταν προσδίδει στην οργανωμένη και συστηματική εκστρατεία δολιοφθοράς του μηχανικού εξοπλισμού των εργοστασίων του Τορίνο και της Γένοβας, τη σημασία μιας συμβολικής πράξης που ενδόμυχα απέβλεπε στην υπονόμευση των ιδεολογικών όρων που συγκροτούσαν την παραδοσιακή ταξική ταυτότητα των βιομηχανικών εργατών (ως «πραγματικών» δικαιούχων και μελλοντικών διαχειριστών των εργοστασίων), αλλά και στην καθολική άρνηση από μέρους τους της εργασίας αυτής καθ’ εαυτής. Ένας Ιταλός εργάτης από το εργοστάσιο Μιραφιόρι της Φίατ στο Τορίνο το είπε καλύτερα από εμάς όταν έγραψε: «Ναι από το 1974 ως το 1975 υπήρξα εκλεγμένος αντιπρόσωπος του σωματείου και έκανα ότι μπορούσα. Και μπορεί να μην είμαι κανένας μεγάλος ρήτορας, αλλά ποτέ μου δεν το βούλωσα μπροστά στους επιστάτες, ειδικά όταν το θέμα ήταν οι μέθοδοι της εργασίας. Προσέχεις τι σου λέω, έτσι; Οι μέθοδοι της εργασίας, όχι η εργασία η ίδια. Δεν αρνούμαι τη εργασία. Εργάτης γεννήθηκα και πρέπει να δουλεύω, αλλά σκλάβος δεν είμαι».[ix]

Αντίθετα, ένα από τα ζητούμενα που αποτέλεσε και το κεντρικό μοτίβο της εξέγερσης του «Θερμού Φθινοπώρου» ήταν η αναδυόμενη κοινωνική ηγεμονία του Ιταλικού βιομηχανικού προλεταριάτου, η ικανότητα του να αμφισβητήσει τον μεταπολεμικό ταξικό συσχετισμό δυνάμεων που το κρατούσε σε θέση πλήρους υποτέλειας και η ανεύρεση των οργανωτικών μορφών που θα έκφραζαν και θα υλοποιούσαν την ηγεμονία αυτή στο επίπεδο της πολιτικής συγκρότησης της κοινωνίας. Φυσικά, μια τέτοια διαδικασία συνεπαγόταν τη ρήξη με τα καθιερωμένα σχήματα πολιτικής εκπροσώπησης των εργατών και ειδικότερα το ΚΚΙ και τον επίσημο συνδικαλιστικό βραχίονα του, την εργατική ομοσπονδία της CGIL. Μάλιστα, δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι το ΚΚΙ και οι κομματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις αντέδρασαν με λύσσα στις μεγαλειώδεις εργατικές κινητοποιήσεις του ’69, προσπάθησαν με κάθε τρόπο να αποτρέψουν την κλιμάκωση των άγριων απεργιών και να απονομιμοποιήσουν τη δράση των εργοστασιακών επιτροπών βάσης που συντόνιζαν το απεργιακό κίνημα χωρίς να διαθέτουν «επίσημη» συνδικαλιστική εξουσιοδότηση.[x]

Από αυτή την άποψη, το περιεχόμενο του αγώνα που εξαπέλυσε η Ιταλική εργατική τάξη ήταν διπλό. Πρωτίστως, απέβλεπε στην συσπείρωση των δυνάμεων του προλεταριάτου ως κοινωνικής τάξης με στόχο την αποδιάρθρωση των βασικών παραμέτρων του απολυταρχικού συστήματος καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που είχε επιβληθεί σε βάρος των εργατών στο πλαίσιο του μεταπολεμικού συμβιβασμού ανάμεσα στο ΚΚΙ και το αστικό μπλοκ εξουσίας που εκπροσωπούσε η Χριστιανοδημοκρατία και είχε συντελέσει τα μέγιστα στο Ιταλικό αναπτυξιακό «θαύμα». Φυσικό επακόλουθο αυτού του κινήματος προλεταριακής χειραφέτησης, ήταν η αύξηση της ταξικής συνειδητοποίησης των εργατών, η αναβίωση του επαναστατικού μαρξισμού μέσα στους κόλπους του εργατικού κινήματος και η συνακόλουθη άνθηση ιδεολογικών ρευμάτων που επανατοποθετούσαν την εργατική τάξη στο επίκεντρο της Κοινωνικής Πάλης ως κατεξοχήν απελευθερωτικό υποκείμενο που είχε τη δύναμη να ηγηθεί μιας κοινωνικής επανάστασης που θα κατέλυε με τη βία τους ετερόνομους θεσμούς του συστήματος. Έτσι, το ‘69 χαρακτηρίστηκε από την επανεφεύρεση της κεντρικότητας, τον εμπλουτισμό και την ενίσχυση των αντιλήψεων του εργατισμού και όχι από την αποδυνάμωση των ταξικών ταυτοτήτων, όπως υπονοεί ο Ασταριάν.  

Σε δεύτερη φάση, το αυτόνομο εργατικό κίνημα αναγκάστηκε να διεξάγει μια δεύτερη, παράλληλη σύγκρουση στο εσωτερικό του, σε θεωρητικό και σε πρακτικό επίπεδο, κόντρα στις επικρατούσες «σοσιαλιστικές» αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες η εργατική τάξη συνιστούσε ιδιοκτησία του ΚΚΙ, του PSI (Σοσιαλιστικό Κόμμα) και των κομματικά εξαρτημένων συνδικάτων. Οι παραδοσιακές αυτές αντιλήψεις είχαν δομήσει την ταξική ταυτότητα του βιομηχανικού προλεταριάτου γύρω από την «οργανική» σχέση του με την πολιτική πρωτοπορία του ΚΚΙ και την απόλυτη συμμόρφωση με την γραμμή της οργανωμένης συνδικαλιστικής ηγεσίας, που αποτελούσε τη συμπυκνωμένη «συνείδηση και την πείρα» της εργατικής τάξης.[xi]  Η μάχη αυτή για την ψυχή της εργατικής τάξης εκδηλώθηκε μέσα στα εργοστάσια όπου τα συνδικάτα είχαν οικοδομήσει ισχυρούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς ελέγχου, μέσω των οποίων ασκούσαν πολιτική και πολιτιστική επιρροή στο οργανωμένο εργατικό κίνημα. Μοιραία λοιπόν ο αγώνας για την αυτονόμηση του προλεταριάτου από τις κομματικές και συνδικαλιστικές ιεραρχίες, πήρε την μορφή μιας μετωπικής σύγκρουσης με τις κατεστημένες σοσιαλιστικές ιδέες και πρακτικές που για χρόνια συντελούσαν στον ετεροκαθορισμό της εργατικής τάξης, μέσω της αρχετυπικής εικόνας του «υπάκουου και πειθαρχημένου κομμουνιστή εργάτη» και της υπαγωγής του στον έλεγχο των οργανώσεων της καθεστωτικής Αριστεράς. Μέσα από αυτόν τον επαναστατικό αναβρασμό στον χώρο της Ιταλικής Αριστεράς ανάβρυσαν πολιτικές ομάδες που συνάρμοζαν στο ιδεολογικό πλαίσιο τους μια επιστροφή στις «θεμελιώδεις» αρχές ενός «σκληροπυρηνικού», επαναστατικού μαρξισμού-λενινισμού, με τις πιο προωθημένες και αντισυμβατικές μορφές βιομηχανικής πάλης, όπως ήταν η άγρια απεργία, οι δολιοφθορές και το σαμποτάζ στα μηχανήματα, κι αργότερα η οργανωμένη άσκηση προλεταριακής αντιβίας ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο και τους εκπροσώπους της εργοστασιακής ιεραρχίας.[xii] Οι πρώτες εκφάνσεις λοιπόν της «αντιεργασίας» ήταν συνυφασμένες με την επάνοδο της εργατικής τάξης ως επαναστατικού υποκειμένου και την εκ νέου επιβεβαίωση της κεντρικότητας της τάξης στον τρόπο με τον οποίο το ιταλικό βιομηχανικό προλεταριάτο αντιλαμβανόταν τον εαυτό του και όχι με την αποσύνθεση των ταξικών, κοινωνικών προσδιορισμών όπως φαίνεται να υποθέτει ο Ασταριάν. 

 

Μετεξέλιξη της «αντιεργασίας»

 Μόνο μεταγενέστερα η ομάδα διανοουμένων που αποτέλεσε τον ιδεολογική κινητήρια δύναμη πίσω από το κίνημα της Αυτονομίας της δεκαετίας του ’70 (Νέγκρι, Πιπέρνο, Μπίφο, κλπ.), συμπύκνωσε και συστηματοποίησε τις προαναφερόμενες πρακτικές αντίστασης της Ιταλικής εργατικής τάξης και τις ενέταξε στο θεωρητικό δόγμα της «αντιεργασίας». Ωστόσο, όταν διατυπώθηκαν οι βασικές θεωρητικές θέσεις του κινήματος της Αυτονομίας, οι κοινωνικές συνθήκες ήδη είχαν αλλάξει δραματικά σε ότι αφορούσε την αναπαραγωγή του συστήματος στην Ιταλία και τον αντικειμενικό ρόλο που επιτελούσε η τάξη των βιομηχανικών εργατών σε αυτή τη διαδικασία. Είχαμε ήδη εισέλθει στην περίοδο της μεγάλης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που δρομολογήθηκε με την μαζική εισαγωγή νέων τεχνολογικών μέσων στην παραγωγική διαδικασία. Μια εξέλιξη που είχε σαν αποτέλεσμα την αυτοματοποίηση της παραγωγής στις μεγάλες Ιταλικές βιομηχανίες. Ο Νέγκρι είχε γράψει τότε ότι το κεφάλαιο είχε εξαπολύσει την ίδια την ατμομηχανή ενάντια στους εργάτες, σε μια απόπειρα εξοβελισμού του απείθαρχου βιομηχανικού προλεταριάτου από την ίδια την διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης.[xiii] Ακόμη όμως και κάτω από αυτές τις συνθήκες ανελέητου κοινωνικού πολέμου, είχε γίνει κατανοητό από τους θεωρητικούς της Αυτονομίας ότι το φαινόμενο της «αντιεργασίας» ως σύνολο μεθόδων και πρακτικών που εκφράζονταν στο πεδίο της βιομηχανικής πάλης, δεν συνιστούσε παρά την τελευταία γραμμή άμυνας της οργανωμένης εργατικής τάξης απέναντι στην αυξανόμενη μηχανοποίηση της εργοστασιακής δραστηριότητας που ελαχιστοποιούσε την σημασία της ζωντανής εργασίας στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, υποσκάπτοντας με αυτόν τον τρόπο τα θεμέλια της πολιτικής και οικονομικής ισχύος των εργατών ως κοινωνικής τάξης. Έτσι, όταν οι εργάτες οργάνωναν επιθέσεις και δολιοφθορές ενάντια στον μηχανικό εξοπλισμό των εργοστασίων δεν το έκαναν επειδή υποσυνείδητα απέρριπταν την οικειοποίηση των μέσων παραγωγής ως θεμιτό στόχο της κομμουνιστικής επανάστασης – όπως υπαινίσσεται ο Ασταριάν – αλλά ως τμήμα της συλλογικής δράσης τους στο πλαίσιο της Κοινωνικής Πάλης που αποδείκνυε την ικανότητα αλλά και τη βούληση τους να πλήξουν τις βασικές τεχνολογικές υποδομές που διασφάλιζαν την υπεροχή του παγίου κεφαλαίου έναντι του ανθρώπινου παράγοντα στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία. Γι’ αυτό και ο Νέγκρι περιγράφει την «αντιεργασία» κατά βάση ως μια μέθοδο αποδιάρθρωσης των δομών της συστημικής κυριαρχίας και βίαιης διακοπής της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Γράφει χαρακτηριστικά, «Όσο περισσότερο όμως η άρνηση της εργασίας κοινωνικοποιείται και ριζοσπαστικοποιείται, στον ίδιο τον ρυθμό της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, τόσο περισσότερο η ‘παραγωγική δράση’ της εμβαθύνει τις πλευρές της αποδιάρθρωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: η μείωση του ποσοστού κέρδους, η κρίση του νόμου της αξίας και η ανασυγκρότηση πάνω στην αδιαφορία της προσταγής, είναι άμεσα αποτελέσματα, αν και ασυνεχή και μη ομόλογα, της άρνησης της εργασίας».[xiv]

Αλλά ακόμη και μέσα σ’ εκείνο το εργαστήρι κοινωνικής επανάστασης που ήταν η Ιταλία της δεκαετίας του ’70,  η αντιεργασία δεν αναδείχτηκε ποτέ σε πεμπτουσία του απελευθερωτικού προτάγματος. Στο «Κυριαρχία και Σαμποτάζ» ο Νέγκρι υποστηρίζει χωρίς περιστροφές ότι η «αντιεργασία» δεν είναι παρά η πρωταρχική μέθοδος ταξικής πάλης, μέσα από την οποία υλοποιείται βαθμιαία και σε συνεχή ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα η διαδικασία «προλεταριακής αυτοαξιοποίησης» και δεν θα πρέπει να συγχέεται με το τελικό περιεχόμενο των σχέσεων και των οργανωτικών δομών που θα επικρατήσουν σε μια απελευθερωτική κομμουνιστική κοινωνία.[xv] Βεβαίως, υπάρχει στα γραπτά του Νέγκρι η πεποίθηση που απορρέει από την μαρξιστική, μηχανιστική διαλεκτική αντίληψη της κοινωνικής πραγματικότητας την οποία υιοθετεί, ότι οι ζώνες παραγωγής και κοινωνικής αναπαραγωγής που αποσπώνται από την κυριαρχία του κεφαλαίου, τείνουν αυτόματα να καταλαμβάνονται από τις δημιουργικές δυνάμεις του προλεταριάτου και να αναδιαρθρώνονται σύμφωνα με τις διαδικασίες της αυτόνομης προλεταριακής αναπαραγωγής.[xvi] Φτάνει μάλιστα στο σημείο να κατακεραυνώνει όσους εξακολουθούσαν να τονίζουν την αναγκαιότητα επεξεργασίας ενός ελάχιστου προγράμματος μετάβασης στον κομμουνισμό, γράφοντας χαρακτηριστικά, «Όχι, δεν θέλω ένα πρόγραμμα. Ένα καλό ‘μενού’ μέσα στο οποίο η ευκολία των συνταγών κάνει την μαγείρισσα να κυβερνά. Το ‘μενού’ είναι πάντα ένα ‘μενού’ και μέχρις αποδείξεως του εναντίου αυτοί που τρώνε καλύτερα είναι τα αφεντικά».[xvii] Ωστόσο, όπως παραδέχεται ο Bifo σε μια μεταγενέστερη αποτίμηση του κινήματος της Αυτονομίας, ήταν ακριβώς η αδυναμία που επέδειξε το κίνημα να διακρίνει ανάμεσα στα διαφορετικά αλλά αλληλοεξαρτώμενα επίπεδα συγκέντρωσης δύναμης (πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό), ο ολοκληρωτικός παραγκωνισμός του πολιτικού στοιχείου του ταξικού αγώνα προς χάριν των εκφάνσεων του στο κοινωνικό πεδίο (απεργίες, καταλήψεις, πορείες, κλπ.)[xviii] και η συνακόλουθη άρνηση των διανοουμένων να καταπιαστούν με ένα σχέδιο δράσης, μια μεταβατική στρατηγική η οποία θα συνδύαζε την ανατροπή των οικονομικών δομών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς με μια διαδικασία κατάλυσης των θεσμών της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», που οδήγησε τελικά στην παρακμή του κινήματος, την απομαζικοποίηση ενός σημαντικού κομματιού του χώρου της Αυτονομίας και την απέλπιδα προσφυγή μιας σημαντικής μερίδας του κινήματος στις παράνομες ομάδες και τον ένοπλο αγώνα.[xix]

Προτάσσοντας λοιπόν την κατάργηση κάθε οργανωμένης παραγωγικής διαδικασίας σαν το καθοριστικό γνώρισμα του σύγχρονου επαναστατικού προτάγματος, οι υπέρμαχοι της κομμουνιστικοποίησης παρερμηνεύουν τόσο το περιεχόμενο που προσέδωσε στην άρνηση της εργασίας το κίνημα της Αυτονομίας του 1977, όσο και την αξία της έννοιας της «αντιεργασίας» ως υπέρτατης καθοδηγητικής αρχής μιας μορφής Κοινωνικής Πάλης που θα μας οδηγήσει στην ανάπτυξη της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Οι Ιταλοί Αυτόνομοι (αν εξαιρέσουμε ίσως τον Πιπέρνο) ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι το ζητούμενο γι’ αυτούς ήταν η καθολική εξάλειψη της παραγωγικής οργάνωσης της κοινωνίας και της από κοινού προσπάθειας για την αυτόνομη ικανοποίηση των υλικών και πνευματικών αναγκών των μη-προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων. Ο Bifo είναι ξεκάθαρος ως προς αυτό το σημείο όταν αναφέρει ότι, «Αυτό που ζητάμε είναι να επιστρατεύσουμε, με ολοκληρωμένο και συνεκτικό τρόπο, τις υπάρχουσες δυνάμεις με σκοπό την κοινωνικοποιημένη ευφυΐα, τη γενική διάνοια. Θέλουμε να πετύχουμε τη γενική μείωση του εργάσιμου χρόνου και θέλουμε να μετασχηματίσουμε την οργάνωση της εργασίας με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει δυνατή η αυτόνομη συγκρότηση τομέων πάνω σε μια πειραματική οργάνωση της παραγωγής.».[xx]   

 

 

Άρνηση της εργασίας ή της παγκοσμιοποίησης;

 

Το αντικειμενικό υπόβαθρο της ανάλυσης του Ασταριάν τείνει δε τελείως να εξανεμιστεί όταν αυτός επιχειρεί να μεταφυτεύσει την Ιταλική εμπειρία της Κοινωνικής Πάλης των τελών της δεκαετίας του ’70 από την οποία προέκυψαν οι βασικές έννοιες του δόγματος της άρνησης της εργασίας, στις πρωτόγονες συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης των εργοστασίων υφαντουργίας του σημερινού Μπαγκλαντές, προκειμένου να ερμηνεύσει τις εκφάνσεις της εκεί Κοινωνικής Πάλης, όπως έγινε με τις διάχυτες εργατικές ταραχές του 2010. Η ανακολουθία αυτή στη σκέψη του Ασταριάν δεν εντοπίζεται τόσο στο γεγονός ότι περιγράφει μια συνειδητή επιλογή από την πλευρά των εργατών του Μπαγκλαντές που αντικατοπτρίζει την ανταγωνιστική σχέση τους ως προς την εργοδοσία στον τομέα της υφαντουργίας, η οποία με τη σειρά της επικαθορίζεται από την γενικευμένη ασυμμετρία δύναμης ανάμεσα στο πολυεθνικό κεφάλαιο και την εργασία που έχει θεσμοθετηθεί άτυπα ως κανόνας μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Περισσότερο ελλοχεύει στο γεγονός ότι ερμηνεύει την υπόρρητη ροπή των Μπαγκλαντεσιανών εργατών προς την «αντιεργασία» ως μια κοινωνική διεργασία που παράγεται μηχανιστικά από την καθοριστική επίδραση που ασκούν αντικειμενικοί παράγοντες στη σφαίρα της οικονομίας, μια διαδικασία που κινείται μέσα σε όρια αυστηρώς προδιαγεγραμμένα από την παρούσα φάση εξέλιξης του καπιταλισμού και το ισχύον μοντέλο της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Φαίνεται ότι για τον Ασταριάν, οι κατηγορίες που ίσχυαν και είχαν κάποια χρησιμότητα από άποψη ταξικής ανάλυσης για την κατάσταση των εργατών στην Ιταλία του 1970, μπορεί εξίσου να έχουν κάποια ισχύ για τους εργάτες του Μπαγκλαντές το 2010.

Είναι βέβαια λογικό να υποθέσει κανείς ότι οι εργάτες / εργάτριες του Μπαγκλαντές δεν πυρπόλησαν τα εργοστάσια στα οποία δουλεύουν εξαιτίας μιας ενδόμυχης παρόρμησης για καθολική απόρριψη της εργασίας που τους επιβάλλεται χωρίς και οι ίδιοι να το γνωρίζουν από τις υπολανθάνουσες αλλά παντοδύναμες οικονομικές δυνάμεις, αλλά επειδή αρνήθηκαν συνειδητά να συνεχίσουν να δουλεύουν σε μια βιομηχανία-κάτεργο, κάτω από τραγικές συνθήκες εργασίας (η εργάσιμη ημέρα στην κλωστοϋφαντουργία φτάνει τις 12-14 ώρες) και με ισχνές απολαβές που τους ρίχνουν στην εξαθλίωση. Άλλωστε, παρά τον δυναμικό και χαοτικό χαρακτήρα της, η κινητοποίηση των εργατών είχε διακηρυγμένο ορίζοντα την εκπλήρωση μιας σειράς από διεκδικητικά, ρεφορμιστικά αιτήματα που τέθηκαν από τα συνδικάτα, με κυριότερο αυτό της αύξησης του κατώτατου μισθού από τα 1.662 τάκα (που είναι το εθνικό νόμισμα της χώρας) στα 5.000.[xxi] Με αυτό δεν θέλουμε να ισχυριστούμε ότι κάποιας μορφής εργατική διεκδίκηση είναι ακόμη δυνατή μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και γι’ αυτό η άποψη του Ασταριάν περί ολοκληρωτικής αντίφασης που «παράγει» τις υλικές προϋποθέσεις για την κοινωνική επανάσταση είναι εσφαλμένη. Σίγουρα όμως θέλουμε να τονίσουμε ότι το περιεχόμενο της επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής δεν παράγεται με ντετερμινιστικό τρόπο από τα όρια που θέτει εκ των προτέρων το σύστημα, ούτε οι εργάτες συνιστούν άβουλα υποχείρια των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων του διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Έτσι, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με το περισπούδαστο συμπέρασμα του συγγραφέα ότι η κατάληψη των μέσων παραγωγής (π.χ. των εργοστασίων κλωστοϋφαντουργίας) έχει τεθεί εκτός της επαναστατικής προοπτικής των εργατών του Μπαγκλαντές, εξαιτίας του επιπέδου εξέλιξης στο οποίο έχει φτάσει το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Μόνο αν λάβουμε υπόψη ότι η βιομηχανία υφασμάτων συνιστά τον βασικό εξαγωγικό τομέα της εθνικής οικονομίας του Μπαγκλαντές και γι’ αυτό αποτελεί την ατμομηχανή της ενσωμάτωσης της χώρας στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς διαμέσου ενός εξωστρεφούς μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης[xxii], μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι η κατάληψη των εργοστασίων υφαντουργίας από τους εργάτες / εργάτριες δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρώτο βήμα για την αντισυστημική κοινωνική αλλαγή, θέτοντας τις βάσεις για την απεξάρτηση του Μπαγκλαντές από την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και την δραστική αναδιάρθρωση του τοπικού παραγωγικού προτύπου προς όφελος της ικανοποίησης των δημοκρατικά εκφρασμένων αναγκών του πληθυσμού της χώρας. Η γιγάντωση της βιομηχανίας των υφασμάτων έγινε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς [xxiii]και η ανάδειξη της σε εξαγωγική ναυαρχίδα της Μπαγκλαντεσιανής οικονομίας πιστοποιεί την υποτελή θέση που καταλαμβάνει το Μπαγκλαντές στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Ως οργανικά συνδεδεμένος με την λειτουργία του διεθνούς οικονομικού συστήματος, ο κλάδος της υφαντουργίας δεν μπορεί λοιπόν να αξιοποιηθεί από τους εξεγερμένους εργάτες για την ανάπτυξη μιας αυτοδύναμης παραγωγικής και καταναλωτικής δομής. Από αυτή την άποψη, η κατάληψη των εργοστασίων πράγματι δεν θα είχε τίποτα να προσφέρει στην υπόθεση της δημιουργίας μιας αυτόνομης κοινωνίας στο Μπαγκλαντές, τίποτα να συνεισφέρει από την άποψη της υλικοτεχνικής υποδομής για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι το κάψιμο των εργοστασίων από τους εξεγερμένους εργάτες αντανακλά την υπόρρητη συνειδητοποίηση των εργαζόμενων «μαζών» ότι ο βιομηχανικός αυτός κλάδος συνιστά ξένο σώμα, ένα εργαλείο υποδούλωσης και αμείλικτης εκμετάλλευσης του τοπικού εργατικού δυναμικού προς όφελος υπερεθνικών κέντρων οικονομικής εξουσίας που πολλή μικρή σχέση έχει με τις τοπικές ανάγκες και την επίτευξη ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ειδωθούν και οι μαζικές επιθέσεις ενάντια στα εργοστάσια, εκτός αν θεωρούμε ότι τα ίδια προωθημένα κοινωνικά αιτήματα για καθολική κατάργηση της εργασίας μπορούν να «παραχθούν» αντικειμενικά μέσα από τόσο διαφορετικές συνθήκες καπιταλιστικής εκμετάλλευσης όπως αυτές που ίσχυαν στην Ιταλία τη δεκαετία του ’70 και στο Μπαγκλαντές του 2011, το οποίο δεν συνιστά παρά έναν υποβαθμισμένο κρίκο στην παγκόσμια αλυσίδα παραγωγής. 

 

Το πείραμα της Ισπανίας 

Σε ότι αφορά τον αφορισμό του Ασταριάν ότι η εργατική αυτοδιαχείριση στην παραγωγή στην πραγματικότητα έχει πάψει προ πολλού να είναι δυνατή κι έχει περάσει στη σφαίρα της κακώς εννοούμενης ουτοπίας από «την εποχή των ειδικευμένων τεχνητών και των μαστόρων», μπορεί κανείς να απαντήσει ότι η άποψη αυτή έχει ήδη διαψευστεί στην πράξη από την ίδια την Ιστορία, με την αυτοδιεύθυνση σε μαζική κοινωνική κλίμακα των εργοστασίων και των κοινωνικών υπηρεσιών που εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια της Ισπανικής επανάστασης του 1936. Ο συγγραφέας δεν έχει πρόβλημα ν’ απορρίψει ολόκληρη την χειραφετική εμπειρία της Ισπανικής εργατικής εξέγερσης μέσα σε μια μόλις παράγραφο, διατεινόμενος ότι η αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας υπο τον έλεγχο της εργατικής τάξης και η επιστροφή των προλετάριων στα εργοστάσια αποτέλεσε το πρώτο βήμα της «αντεπανάστασης» μέσα από την εκ νέου σταθεροποίηση του κοινωνικού συστήματος.[xxiv] Ο βασικός λόγος που κατονομάζεται από τον Ασταριάν για να εξηγήσει την «αντεπαναστατική τροπή» που πήρε η εργατική εξέγερση στην Ισπανία, ήταν η επιτακτικότητα της εξυπηρέτησης των πολεμικών αναγκών του μετώπου ενάντια στα εθνικιστικά στρατεύματα που προέλαυναν απειλητικά από την Δύση. Με άλλα λόγια, η πίεση της ένοπλης σύρραξης με τους φασίστες και η ανάγκη συνεχούς τροφοδοσίας του στρατιωτικού μετώπου με στρατεύματα και πολεμοφόδια δημιούργησε ένα είδος «πολεμικού» αναρχοκομμουνισμού που εξαρχής διαστρέβλωσε το περιεχόμενο της εξέγερσης απομακρύνοντας την από την «κατ’ εξοχήν καταστροφική κατάσταση» που συνιστά για τους οπαδούς της κομμουνιστικοποίησης μια επανάσταση.[xxv]

Ωστόσο, η αναδιοργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών και η αναδιάρθρωση του συστήματος ιατρικής περίθαλψης από τους ίδιους τους εργαζόμενους στα εδάφη της «Δημοκρατίας», σίγουρα δεν σχετίζεται άμεσα με τη διεξαγωγή του πολέμου ενάντια στον Φράνκο και τις φασιστικές ορδές του. Όπως γράφει η Χόγκαν, οι περισσότερες από τις κλινικές και τα νοσοκομεία στις περιοχές των «δημοκρατικών» έπαψαν την λειτουργία τους αμέσως μετά την εκδήλωση και την αρχική αποτυχία του κληρικοφασιστικού πραξικοπήματος. Η πλειοψηφία αυτών των ιδρυμάτων βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο της Καθολικής εκκλησίας και επανδρώνονταν από καλόγριες και κληρικούς, οι οποίοι έσπευσαν να εγκαταλείψουν μαζικά τα «δημοκρατικά» εδάφη. Η άμεση επαναλειτουργία των νοσοκομείων και των κλινικών, η ορθολογική ανακατανομή του ιατρικού προσωπικού με γνώμονα την καλύτερη κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού (αντί της συγκέντρωσης στις συνοικίες των πλουσίων) και η ίδρυση καινούριων μονάδων υγείας σε υποβαθμισμένες περιοχές της εργατικής τάξης που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν διέθεταν καμία πρόσβαση σε ιατρικές υπηρεσίες, συνιστούσε ζήτημα προάσπισης της δημόσιας υγείας, μια άμεση και ζωτική ανάγκη της πολιτισμένης κοινωνίας στην οποία οι εργαζόμενοι ανταπεξήλθαν με θαυμαστή αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα μέσω της αυτοδιαχείρισης στον τομέα της υγείας. Κατά τον ίδιο τρόπο, η επίσπευση της επισκευής των σιδηροδρόμων μπορεί να υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ταχείας μεταφοράς των πολιτοφυλακών στο μέτωπο, ωστόσο δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο και για την τιτάνια προσπάθεια αναδιοργάνωσης των συγκοινωνιών της πόλης της Βαρκελώνης. Εάν οι υπέρμαχοι της κομμουνιστικοποίησης φτάνουν στο σημείο να θεωρήσουν ότι οι σύγχρονες συγκοινωνίες δεν είναι παρά δίαυλοι μεταφοράς εργατικής δύναμης και εμπορευμάτων τις οποίες το προλεταριάτο οφείλει να καταστρέψει και να διαλύσει εντελώς, τότε καταλαβαίνει κανείς ότι στο ζοφερό μέλλον που μας επιφυλάσσουν δεν υπάρχει χώρος για το ιδανικό μιας οικουμενικής συνομοσπονδίας ελεύθερων λαών με ένα δίκτυο ελεύθερων παγκόσμιων, οικολογικών συγκοινωνιών που θα αποτελούν το νευρικό σύστημα που θα διασύνδεει τα μέρη ενός τέτοιου διεθνιστικού πολιτικοοικονομικού οργανισμού. Υπάρχει χώρος μόνο για επαρχιωτισμό, απομόνωση και φόβο. Ας μας επιτραπεί να δηλώσουμε ότι ο προλεταριακός διεθνισμός σε αυτή την περίπτωση, πάει περίπατο.       

Επιπλέον, ο συγγραφέας δείχνει να ξεχνά ότι οι μαζικές αναρχικές οργανώσεις που πρωτοστάτησαν στην επαναστατική απόπειρα ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος στην Ισπανία είχαν σαν πρόταγμα ακριβώς την ελεύθερη συνομοσπονδία των παραγωγικών ενώσεων, την εργατική αυτοδιαχείριση και την δημιουργία δομών βιομηχανικής δημοκρατίας στη σφαίρα της παραγωγής. Χωρίς την ύπαρξη του αντισυστημικού αυτού προτάγματος, πιθανότατα η ίδια η Ισπανική επανάσταση δεν θα ήταν εφικτή, ούτε θα είχε κατορθώσει ποτέ να ανατρέψει έστω προσωρινά την κυριαρχία του καπιταλιστικού συστήματος. Είναι σαφές από τις ιστορικές πηγές που διαθέτουμε πάνω στο θέμα, ότι χωρίς την ετοιμότητα που επέδειξαν τα μέλη των μαχητικών αναρχοσυνδικαλιστικών οργανώσεων να ενεργήσουν με δική τους πρωτοβουλία απαλλοτριώνοντας για λογαριασμό των εξεγερμένων τους χώρους δουλειάς τους και δίχως την πρακτική εξοικείωση που ένιωθαν οι αναρχικοί εργάτες με την λειτουργία των διάφορων μοντέλων εργατικής αυτοδιεύθυνσης – αποτέλεσμα της μεθόδου της άμεσης δράσης που χρησιμοποιούσαν τα αναρχικά συνδικάτα και της μακροχρόνιας πολιτικής δουλειάς που είχε γίνει από τα μέλη τους με σκοπό να διαδώσουν και να εμφυσήσουν στο προλεταριάτο της Ισπανίας τις βασικές αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές μιας αναρχοκομμουνιστικής βιομηχανικής δημοκρατίας – η επανάσταση της εργατικής τάξης ουδέποτε θα είχε λάβει χώρα και η αφ’ υψηλού κριτική του Ασταριάν περί «αντεπαναστατικής στροφής» δεν θα είχε ούτε αντικείμενο, ούτε λόγο ύπαρξης.[xxvi] Με άλλα λόγια, η ύπαρξη αναρχικού αντισυστημικού προτάγματος ήταν εκείνη που συνέβαλε τα μέγιστα στην συσπείρωση των Ισπανών εργατών σε ένα συγκροτημένο και ισχυρό επαναστατικό πολιτικοκοινωνικό υποκείμενο, ικανό να αμφισβητήσει και να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.  

Εξάλλου, ο Ασταριάν δεν φαίνεται να αναγνωρίζει κανένα ελαφρυντικό στους Ισπανούς αναρχικούς για τις «αποτυχίες» τους και σπεύδει να απορρίψει σύσσωμη την ελευθεριακή κληρονομιά της Ισπανικής επανάστασης, παρά το γεγονός ότι, αν εξαιρέσουμε κάποια απομακρυσμένα χωριά της υπαίθρου στα εδάφη υπό τον έλεγχο των «δημοκρατικών», ο αναρχοκομμουνισμός ουδέποτε εφαρμόστηκε στην Ισπανία στην ολοκληρωμένη μορφή του, πράγμα που όχι μόνο δεν αρνήθηκαν οι Ισπανοί αναρχικοί, αλλά το προέταξαν και ως την βασική αιτία για την τελική συντριβή του ελευθεριακού κινήματος από την κρατική εξουσία. Το παρόν κείμενο δεν είναι το κατάλληλο μέρος για να προχωρήσουμε σε μια διεξοδική επισκόπηση της Ισπανικής επανάστασης και του βαθμού στον οποίο μπόρεσε να δημιουργήσει ή όχι τις πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας στη βάση του προτάγματος του ελευθεριακού σοσιαλισμού. Αρκεί σε αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι ακόμη και η συστημική ιστοριογραφία αναγνωρίζει ότι οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της «δημοκρατικής» Ισπανίας μπόρεσαν να κρατήσουν υπό τον έλεγχο τους σημαντικούς τομείς της εθνικής οικονομίας της χώρας, όπως ήταν το πιστωτικό σύστημα ή τα εμπορικά δίκτυα διανομής, με συνέπεια να μην ολοκληρωθεί ποτέ η πλήρης κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και να περιοριστεί το αναρχοσυνδικαλιστικό εγχείρημα στα όρια μιας κολεκτιβοποίησης της βιομηχανίας μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Παράλληλα, η διάσωση των κρατικιστικών πολιτικών θεσμών της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» στην αρχική φάση της επανάστασης, έδωσε στις ελίτ τη δυνατότητα να αντεπιτεθούν, να υπονομεύσουν με διάφορους τρόπους την λειτουργία όσων επιχειρήσεων είχαν ήδη κολεκτιβοποιηθεί και εν τέλει να γονατίσουν το κίνημα της εργατικής αυτοδιαχείρισης πρώτα με το Διάταγμα για την Κολεκτιβοποίηση του 1936 και ύστερα, όταν αισθάνθηκαν αρκετά ισχυρές, με την δύναμη των όπλων. 

 

Η τεχνολογία ως τυραννία 

  Άποψη του Ασταριάν και των υπολοίπων υπέρμαχων της κομμουνιστικοποίησης είναι ότι πέρα από δυνητικά εξουσιαστική, η αυτοδιαχείριση της παραγωγής είναι πλέον ένα παρωχημένο επαναστατικό ιδανικό, ένα απομεινάρι του συλλογικού φαντασιακού της εργατικής τάξης που ανήκει σε μια προηγούμενη φάση των κύκλων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η ενσωμάτωση των ηλεκτρονικών δικτύων στην παραγωγή και η ψηφιοποίηση πτυχών της παραγωγικής διαδικασίας μεταμορφώνουν το περιεχόμενο της εργασίας και καθιστούν ξεπερασμένα τα μοντέλα εργατικής αυτοδιαχείρισης. Ακόμη κι αν καταργούσαμε την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, στη θέση των καπιταλιστών θα είχαμε ως νέα οικονομική ελίτ μια κάστα ειδικευμένων εργατών που κατέχουν το μονοπώλιο της γνώσης αναφορικά με τον χειρισμό και την λειτουργία των σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων που καθορίζουν το είδος και το αντικείμενο της παραγωγικής δραστηριότητας σε αυτό το στάδιο της ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού.

Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτα το νομοτελειακό στην διαμόρφωση του τεχνολογικού υπόβαθρου της παραγωγής, όπως αυτή οργανώνεται στο θεσμικό πλαίσιο της τωρινής φάσης στην οποία βρίσκεται το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Για όλους τους νέο-μαρξιστές που εκλαμβάνουν το κεφάλαιο ως την κινητήρια δύναμη που συγκεντρώνει όλες τις κοινωνικές δυνάμεις και τις επιστρατεύει στην υπηρεσία της μεγιστοποίησης της ανάπτυξης και στον βαθμό που η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας στην περίοδο της νεωτερικότητας λογίζεται από αυτούς ως ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι το πρόταγμα της οικονομικής δημοκρατίας δεν σκοπεύει να απαρνηθεί την αλματώδη τεχνολογική εξέλιξη των δύο τελευταίων αιώνων, απαιτώντας την «επιστροφή» σε έναν παρελθόντα παράδεισο από αρμονικές βουκολικές κοινότητες. Η αντίληψη που θέλει τις επικρατούσες τεχνολογικές δομές και σχέσεις να συνθέτουν μαζί με τις παραγωγικές σχέσεις τις υλικές συνθήκες της κοινωνικής ύπαρξης που καθορίζουν μονομερώς το είδος και το περιεχόμενο των κοινωνικών σχέσεων, είναι παντελώς ξένη προς την προβληματική της αυτονομίας, η οποία ερμηνεύει τα διαφορετικά πεδία αναπαραγωγής του συστήματος (πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό) υπο το πρίσμα της αυτονομίας του καθενός ξεχωριστά αλλά και της αλληλεξάρτησης τους μέσα σε μια ενιαία συστημική ολότητα. Αυτό βέβαια ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στο εκάστοτε ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα κάποιο από αυτά τα στοιχεία καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση, ανάλογα με την ιστορική του εξέλιξη και την έκβαση της Κοινωνικής Πάλης σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους.

Αυτή η διαπίστωση είναι πολλή σημαντική, διότι συνεπάγεται δύο πράγματα: α) ότι οι κοινωνικές σχέσεις όπως έχουν διαμορφωθεί στο παρόν στάδιο της ιστορικής εξέλιξης του συστήματος δεν αποτελούν το αναγκαστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τείνει να κινηθεί και να αναπτυχθεί ο τύπος και το περιεχόμενο των κοινωνικών σχέσεων που θα ανθίσουν σε μια μελλοντική αυτόνομη μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Με βάση τα παραπάνω, η σημερινή φάση καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης δεν αποτελεί κανενός είδους εξωτερικό, «ταξικό» όριο που η υποτάξη του συστήματος και οι μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες καλούνται να υπερβούν μέσα από τον αγώνα τους για κοινωνική απελευθέρωση, β) ότι οι κοινωνικές σχέσεις μπορούν να επιδράσουν εξίσου δραστικά στο πεδίο της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας, επηρεάζοντας τις μορφές και τις καινοτομίες που αναδύονται μέσα από αυτό. Με αυτή την έννοια, η σύγχρονη συστημική τεχνολογία δεν είναι ανάγκη να αποτελέσει ένα ανυπέρβλητο όριο, τον αντικειμενικό παράγοντα που θα καθορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι «καταδικασμένη» να διεξαχθεί η Κοινωνική Πάλη για μια αυτόνομη κοινωνία.  

Η τεχνολογία δεν είναι ένα ουδέτερο εργαλείο που διέπεται από δικούς του κανόνες και αναπτύσσεται ανεξάρτητα από το κοινωνικό παράδειγμα μέσα στο οποίο υπάρχει. Ο Τάκης Φωτόπουλος έχει καταδείξει πολύ πειστικά ότι το είδος των τεχνολογικών καινοτομιών, το περιεχόμενο τους καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τίθενται στην υπηρεσία του οικονομικού συστήματος, είναι άμεσα συνυφασμένα με τους γενικότερους στόχους του κυρίαρχου παραγωγικού προτύπου κι ενσωματώνουν στη λειτουργία τους το σύστημα αξιών που κατέχει ηγεμονική θέση στη δεδομένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης μέσα στην οποία λαμβάνει χώρα η τεχνολογική εξέλιξη.[xxvii] Μπορεί το πεδίο της επιστημονικής έρευνας να διέπεται από εγγενή ορθολογικά κριτήρια ως προς τη διατύπωση, δοκιμή και επαλήθευση των συμπερασμάτων που δομούν την επιστημονική γνώση, αλλά η ίδια η κατεύθυνση προς την οποία στρέφεται η επιστημονική έρευνα, ο βαθμός στον οποίο κρίνεται ωφέλιμη για το κοινωνικό σύνολο και οι τεχνικές και οργανωτικές εφαρμογές της σε διάφορες πτυχές του οργανωμένου κοινωνικού βίου (καθώς και στην παραγωγή) καθορίζονται σε τελική ανάλυση από τις αντιλήψεις, τις αξίες και τους θεσμικούς μηχανισμούς που καθιστούν την επιστημονική κοινότητα υποτελή στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Έτσι, παρά τις ορθολογικές αντιλήψεις που ενυπάρχουν στον διανοητικό πυρήνα της επιστημονικής μεθόδου και συνιστούν την αυτόνομη διάσταση της επιστημονικής σκέψης, η πρακτική εφαρμογή των προϊόντων της επιστημονικής έρευνας μέσα σε ένα ετερόνομο θεσμικό πλαίσιο καταλήγει να αναπαράγει τις ετερόνομες αξίες και τις ιεραρχικές οργανωτικές δομές της κοινωνίας, ενδυναμώνοντας έτσι τις σχέσεις εξάρτησης και κυριαρχίας μέσα σε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θεσμοποιεί την ανισοκατανομή δύναμης ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.  Για παράδειγμα, όπως έχει δείξει ο Φωτόπουλος, ο λεπτομερής καταμερισμός εργασίας και ο κατακερματισμός της παραγωγικής διαδικασίας στη βάση ολοένα και πιο εξειδικευμένων λειτουργιών, απορρέει μεν από την ανάγκη για αύξηση της παραγωγικότητας και της οικονομικής αποτελεσματικότητας που επέβαλλε η δυναμική της οικονομίας ανάπτυξης, εντούτοις «δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας απόπειρας για μια τεχνολογικά βελτιωμένη οργάνωση της παραγωγής, αλλά μάλλον, όπως έχουν δείξει αρκετές μελέτες, μιας συστηματικής προσπάθειας να εισαχθεί μια οργάνωση που θα διασφάλιζε έναν ζωτικό ρόλο στην παραγωγική διαδικασία γι’ αυτούς που ήλεγχαν τα μέσα παραγωγής. Δεν είναι λοιπόν εκπληκτικό ότι η διαδικασία της εντεινόμενης εξειδίκευσης συνεχίζεται στον σημερινό μετα-βιομηχανικό καταμερισμό εργασίας, παρόλο που αυτός χαρακτηρίζεται από μικρότερες παραγωγικές μονάδες».[xxviii]            

Έτσι, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι αυτό που αδυνατεί να κατανοήσει ο Ασταριάν, είναι ότι από μόνη της η τεχνική εξειδίκευση στην παραγωγή δεν οδηγεί απαραίτητα στη θεσμοποίηση των κοινωνικών ιεραρχιών και στην ανισοκατανομή της δύναμης. Ο τεχνικός καταμερισμός εργασίας, δηλαδή η διαίρεση των τεχνικών λειτουργιών με σκοπό την από κοινού εκτέλεση μιας συλλογικής παραγωγικής δραστηριότητας είναι νοητή μέσα σε οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Αντίθετα, το ζήτημα των σχέσεων κυριαρχίας και εξάρτησης ανακύπτει από την παγιοποίηση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και τη συγκέντρωση πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προνομίων που απορρέουν από την μονιμοποίηση και την ιεραρχική κατανομή διαφορετικών κοινωνικών λειτουργιών.[xxix] Εξάλλου, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Φωτόπουλος, «υπάρχουν μερικά σαφή όρια στο κατά πόσο είναι δυνατό και επιθυμητό να μειωθεί ο βαθμός εξειδίκευσης ώστε να μη διακινδυνεύσουμε την επανεμφάνιση προβλημάτων που έχουν λυθεί προ πολλού (ιατρικά προβλήματα, αποχετευτικά προβλήματα κ.λπ.)».[xxx] Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι αυτό που είναι παρωχημένο δεν είναι το μοντέλο της αμεσοδημοκρατικής αυτοθέσμισης της κοινωνίας στην παραγωγή, αλλά η χονδροειδής υλιστική αντίληψη του συγγραφέα, η οποία, παρ’ όλες τις εκλεπτυσμένες θεωρητικές διατυπώσεις που χρησιμοποιεί, σε τελική ανάλυση ερμηνεύει τις κοινωνικές σχέσεις και τα συλλογικά υποκείμενα που σφυρηλατούνται μέσα σε αυτές, ως ετεροκαθοριζόμενα με μηχανιστικό τρόπο από το οικονομικό στοιχείο, ως υπαγόμενα στην σκληρή, αντικειμενική πραγματικότητα των παραγωγικών σχέσεων που οριοθετούν το πλαίσιο και τις μελλοντικές προοπτικές της πάλης για κοινωνική απελευθέρωση.

Γι’ αυτό, ο Ασταριάν εκλαμβάνει ως δεδομένο υλικό ορίζοντα του απελευθερωτικού προτάγματος το παραγωγικό πρότυπο που έχει επιβληθεί υπο το κράτος του μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, χωρίς να θέτει ζήτημα ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, χωρίς να εξετάζει την πιθανότητα ανάπτυξης μιας εκδημοκρατισμένης τεχνολογίας που θα είναι συμβατή με την αυτόνομη κουλτούρα και τους θεσμούς μιας απελευθερωτικής, αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας και τέλος το ζήτημα του καθολικού μετασχηματισμού των προτύπων παραγωγής και κατανάλωσης ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την κοινωνική χειραφέτηση. Μάλιστα, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι με το να υιοθετεί την άποψη ότι η τεχνολογία συνιστά ουδέτερο πεδίο που εξελίσσεται αυτόνομα και σύμφωνα με τους δικούς του εσωτερικούς κανόνες, υποπίπτει στο ίδιο σφάλμα με αυτό που διέπραξαν οι αναρχικοί της Ισπανίας το ’36, όταν νόμισαν ότι μπορούσαν να συνενώσουν τα απελευθερωτικά στοιχεία που εμπεριέχονται στο μοντέλο της εργατικής αυτοδιεύθυνσης με τους, καπιταλιστικής εμπνεύσεως, ορισμούς της οικονομικής ανάπτυξης και της μεγιστοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων μέσω της βελτίωσης της παραγωγικότητας και της αποτελεσματικότητας. Αν υπάρχει ένας λόγος που η εργασία του εργάτη στο αυτοδιαχειριζόμενο εργοστάσιο παρουσίαζε ομοιότητες με την εργασία που εκτελούσε ο προλετάριος στο εργοστάσιο υπο τον έλεγχο των καπιταλιστών, αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί στην αναλλοίωτη αλλοτριωτική φύση της ίδιας της εργασίας, αλλά στην υιοθέτηση της αναπτυξιακής ιδεολογίας από τους αναρχικούς εργάτες που τους έκανε να επαφίονται στην αύξηση της παραγωγικότητας και αποτελεσματικότητας μέσω του εξορθολογισμού των πόρων, προκειμένου να προσεγγίσουν τον στόχο της κοινωνικής απελευθέρωσης μέσω της απελευθέρωσης καινούριων παραγωγικών δυνάμεων που παρέμεναν εγκλωβισμένες και ανενεργές από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Έτσι ο φορντισμός και τα τεχνικά γνωρίσματα οργάνωσης της παραγωγής που ίσχυαν στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς, υιοθετήθηκαν από τους αναρχικούς ως ουδέτερα εργαλεία για την διεκπεραίωση της παραγωγικής διαδικασίας μέσα στο εργοστάσιο, ως μεθοδολογικά εργαλεία για να αυξηθεί η παραγωγικότητα και η αποτελεσματικότητα. 

 

Επίμετρο 

Οι οπαδοί της κομμουνιστικοποίησης επιμένουν πολύ στον ισχυρισμό ότι η τύχη του απελευθερωτικού κινήματος και η ικανότητα του να μας οδηγήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας θα κριθεί τελικά από την μάχη που διεξάγεται στο εσωτερικό των κινημάτων, απέναντι σε πρακτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις που επανεισάγουν από την πίσω πόρτα τις εξουσιαστικές δομές – π.χ. με την μορφή μιας ταξικής οικονομικής οργάνωσης – μέσα στους κόλπους ενός κοινωνικού κινήματος που υποτίθεται ότι τις αντιστρατεύεται. Περί αυτού οι Blaumachen είναι εντελώς ξεκάθαροι όταν γράφουν ότι, «Η ανάλυση της κρίσης και του κύκλου συσσώρευσης δεν αποτελεί μια απλή προσπάθεια περιγραφής ή κατανόησης του καπιταλισμού και της τρέχουσας συγκυρίας. Πρόκειται για το πιο κομβικό σημείο της θεωρητικής θέσης κάθε τάσης του κινήματος. Με την ανάλυση αυτή παίρνουμε θέση στην εσωτερική σύγκρουση που διεξάγεται μέσα στο προλεταριακό κίνημα. Παίρνουμε θέση σχετικά με αυτό που θεωρούμε πως είναι το πιο σημαντικό ζήτημα: πώς η κρίση της σχέσης κεφάλαιο θέτει σε αμφισβήτηση το ρόλο του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Από την απάντηση που δίνει κάθε τάση σε αυτό το ερώτημα προκύπτει το τι εννοείται ως περιεχόμενο της επανάστασης, σήμερα».[xxxi]

Συμφωνούμε με τη θέση αυτή, στον βαθμό που η πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση εξαρτάται από το κατά πόσο οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις εκείνες που διάκεινται εχθρικά ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης που πηγάζει από το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο (αναρχικές συλλογικότητες, ελευθεριακές πολιτικές ομάδες, οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς με αντικρατικιστικά χαρακτηριστικά, λαϊκές συνελεύσεις, μαχητικά σωματεία βάσης, κλπ.), αποκτήσουν αυξημένη ταξική συνειδητοποίηση και ομονοήσουν στην καθολική εναντίωση τους ενάντια στο σύστημα ως ετερόνομης ιεραρχικής ολότητας. Η συνειδητοποίηση αυτή δεν μπορεί να μείνει σε αφηρημένο, θεωρητικό επίπεδο, αλλά θα πρέπει να μετουσιωθεί σε μια προγραμματική συμφωνία αρχών που θα επιτρέψει στους ετερογενείς, δυνητικούς φορείς της πληβειακής εξέγερσης να συγκροτήσουν ένα ενιαίο ανατρεπτικό κίνημα με δική του ανάλυση της πραγματικότητας, κοινή ερμηνεία ως προς τους όρους που διαιωνίζουν την υποτέλεια των μη-προνομιούχων κοινωνικών ομάδων, ενιαία αντίληψη αναφορικά με τις οργανωτικές μορφές του κινήματος αλλά και το περίγραμμα των θεσμών της νέας απελευθερωτικής κοινωνίας την οποία το αντισυστημικό κίνημα μάχεται να εγκαθιδρύσει και μια κοινά συμφωνημένη στρατηγική μετάβασης προς την κοινωνία αυτή. Με άλλα λόγια, αυτό που χρειάζεται για να μπορέσουν να πετύχουν οι ετεροκαθοριζόμενες μάζες την επαναστατική έξοδο από την κρίση, είναι η συνένωση του πολυδιασπασμένου λαϊκού κινήματος γύρω από ένα σύγχρονο ελευθεριακό πρόταγμα που θα του επιτρέψει να επανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων απέναντι στις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ελίτ που διαφεντεύουν το σύστημα και θα του δώσει τη δυνατότητα να περάσει από μια αμυντική πολιτική αντίστασης ενάντια στην αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, σε μια επιθετική γραμμή ανοικτής αμφισβήτησης της κυριαρχίας της. Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης αποτελεί κατάφωρη άρνηση ακριβώς των παραπάνω αναγκαίων προϋποθέσεων για την αναβίωση του λαϊκού κινήματος με την απόλυτη έλλειψη προγράμματος και στρατηγικής που την χαρακτηρίζει, την συγκεχυμένη και άμορφη σύλληψη μιας μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας που θα βασίζεται στην «χαριστικότητα» και την ικανοποίηση αποκλειστικά και μόνο ατομικών επιθυμιών, την καθολική κατάργηση των ανταλλαγών και κάθε είδους παραγωγικής δραστηριότητας που θα συνεπάγεται την διαρκή δέσμευση του ατόμου σε έναν κοινό συλλογικό σκοπό και την συνακόλουθη υποχρέωση για παροχή έστω ενός μίνιμουμ προσωπικής εργασίας. Η επίκληση ενός μελλοντικού επίγειου παραδείσου από τους οπαδούς της κομμουνιστικοποίησης όχι μόνο δεν προάγει την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης αλλά ξαναγυρνά το ελευθεριακό κίνημα στην παιδική του ηλικία, μετατρέποντας το από εφικτή εναλλακτική λύση για την οποία αξίζει να παλέψει κανείς, σε ακαθόριστη προσδοκία ενός αθεράπευτα ρομαντικού νου. Στον βαθμό που η μετάλλαξη αυτή τείνει (ακούσια) να συναντά σε κάποια σημεία της το περιεχόμενο των πιο αντιδραστικών κριτικών που εκτοξεύονται ενάντια στο ελευθεριακό πρόταγμα και πάντα επικεντρώνονται στο  ουτοπικό (με την αρνητική έννοια) στοιχείο του, δηλαδή στην υποτιθέμενη αδυναμία της κοινωνίας να επιβιώσει χωρίς την ύπαρξη του Κράτους και στην αδυναμία των σύγχρονων ελευθεριακών να διαμορφώσουν ένα περίγραμμα διευθέτησης των κοινωνικών σχέσεων στη βάση της ελευθερίας, της αλληλεξάρτησης και της αλληλοβοήθειας, η δική μας κριτική στην κομμουνιστικοποίηση παίρνει την χροιά πολεμικής που αποσκοπεί να δείξει τις καταστροφικές συνέπειες που θα είχε μια ενδεχόμενη επικράτηση αυτών των αντιλήψεων μέσα στους κόλπους του απελευθερωτικού κινήματος.

Οι οπαδοί της κομμουνιστικοποίησης ισχυρίζονται ότι αν η πάλη των τάξεων πρόκειται να οδηγήσει στην κοινωνική απελευθέρωση, τότε η καταστροφή του προλεταριάτου ως τάξης, η υπέρβαση του ταξικού ανήκειν που σε αυτή την φάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης επιβάλλεται ως εξωτερικός καταναγκασμός, οφείλει να είναι ο απώτερος στόχος της «δραστηριότητας κρίσης» του ίδιου του προλεταριάτου. Επειδή η καπιταλιστική αναπαραγωγή πλέον λαμβάνει χώρα στο επίπεδο της αμοιβαίας αναπαραγωγής των τάξεων, η μεθοδολογία που πρέπει να υιοθετήσει το προλεταριάτο προκειμένου να απελευθερωθεί δεν είναι άλλη από την καταστροφή του ίδιου του εαυτού του, δηλαδή η εγκατάλειψη και η υπέρβαση όλων εκείνων των προγραμματικών στοχεύσεων, των οργανωτικών δομών και των ιδεολογικών αναφορών που οι υπέρμαχοι της κομμουνιστικοποίησης απορρίπτουν συλλήβδην ως απηρχαιωμένες, εντάσσοντας τις στην κατηγορία του αβλαβούς «εναλλακτισμού», του «ριζοσπαστικού δημοκρατισμού», κλπ. Ωστόσο, η έννοια της «καταστροφής της τάξης» δεν έχει απαραίτητα το περιεχόμενο το οποίο της προσδίδουν οι θεωρητικοί της κομμουνιστικοποίησης, ούτε ισοδυναμεί με την απεμπόληση του στόχου της οικειοποίησης των μέσων παραγωγής από τους ίδιους τους παραγωγούς. Το προλεταριάτο ως τάξη ορίζεται από την σχέση υπαγωγής του στο κεφάλαιο και τη θέση που κατέχει αναφορικά με την πρόσβαση του στα μέσα παραγωγής, μέσα στο πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Συνεπώς, το προλεταριάτο με τα ταξικά χαρακτηριστικά που έχει τώρα ως κοινωνική μονάδα μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει μόνο μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας που επιβάλλει ο καπιταλισμός. Η αμφισβήτηση από το προλεταριάτο των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών παραμέτρων που αναπαράγουν την καπιταλιστική κυριαρχία και η προσπάθεια του για ταξική χειραφέτηση μέσω ενός ελευθεριακού αντισυστημικού προτάγματος, σηματοδοτεί την καταστροφή του ίδιου του προλεταριάτου ως υποτελούς τάξης μέσα στα όρια του καπιταλιστικού συστήματος και την μετατροπή του σε συλλογικό υποκείμενο του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Επιπλέον, οι απολογητές της νέας κομμουνιστικής θεωρίας διαπράττουν το ίδιο σφάλμα όταν ερμηνεύουν την ουσιαστική απονομιμοποίηση της μισθολογικής διεκδίκησης που έχει επέλθει μέσα στο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον ως αρχή του τέλους για τα προτάγματα που εμπνέονται από την παράδοση του «ριζοσπαστικού δημοκρατισμού». Κι αυτό διότι η απαίτηση για καλύτερο μισθό ποτέ δεν αποτέλεσε αναπόσπαστο τμήμα του αντισυστημικού απελευθερωτικού προτάγματος. Ακόμη κι όταν οι αναρχικές εργατικές ενώσεις στην Ισπανία, την Ιταλία και αλλού οργάνωναν μαχητικές απεργίες απαιτώντας αυξήσεις στους μισθούς, βελτίωση των συνθηκών εργασίας, κλπ., αυτές είχαν τον χαρακτήρα συμπληρωματικών ή προπαρασκευαστικών δράσεων που είχαν σκοπό να προετοιμάσουν το μαζικό κίνημα για την στιγμή της τελικής αναμέτρησης με το σύστημα, την στιγμή της αποκαθήλωσης των καπιταλιστών και της επικράτησης της προλεταριακής αντιεξουσίας. Αν η παρούσα συστημική συγκυρία καθιστά ανέφικτη την εκπλήρωση των μισθολογικών αιτημάτων, αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη της παρακμής του απελευθερωτικού δημοκρατικού προτάγματος, αλλά αντίθετα σηματοδοτεί την μη-αναστρέψιμη χρεοκοπία του ρεφορμισμού που συνδεόταν με το μοντέλο ενσωμάτωσης των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων μέσω της θεσμοποιημένης συνδιαχείρισης. Και στις δύο περιπτώσεις, ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι η αντικειμενική θέση του προλεταριάτου μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, αλλά ο συγκερασμός του μαζικού κινήματος «από τα κάτω» με ένα ελευθεριακό απελευθερωτικό πρόταγμα που τοποθετείται ευθέως απέναντι στο σύστημα και αμφισβητεί καθολικά την κυριαρχία του ως ετερόνομης ιεραρχικής ολότητας αντιπροτείνοντας μια διαφορετική, ακρατική μορφή κοινωνικής οργάνωσης.   

 Σε ότι αφορά την απόρριψη της οργανωμένης παραγωγής και ενός οικονομικού μοντέλου βασισμένου στην ανταλλαγή από τον Ασταριάν και τους συνοδοιπόρους του, μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να επιλυθεί το ζήτημα της κατάλυσης των ιεραρχικές κοινωνικών δομών και σχέσεων. Ο πρώτος είναι η ορθολογική, αμεσοδημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα που θα κατανέμει ισομερώς όλες τις μορφές δύναμης ανάμεσα στους πολίτες και θα δημιουργεί οριζόντιες σχέσεις αλληλεξάρτησης και συλλογικής στήριξης ανάμεσα στους πολίτες της μελλοντικής κοινωνίας. Ο δεύτερος τρόπος είναι να εξαλείψουμε την ίδια την κοινωνία, να καταργήσουμε τις οργανωμένες κοινωνικές σχέσεις γενικώς, να απονομιμοποιήσουμε την έννοια της κοινότητας, την έννοια της αλληλεγγύης και της αμοιβαίας στήριξης ανάμεσα στους ανθρώπους. Αν δεν υπάρχει κοινωνία, δεν υφίσταται ζήτημα ορθολογικής οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων. Ο Ασταριάν επιλέγει τον δεύτερο τρόπο καταλύοντας κάθε μόνιμο δεσμό αλληλεξάρτησης, επιχειρηματολογώντας υπέρ μιας μη-κοινωνίας χαλαρά συνδεδεμένων μεταξύ τους ατόμων που το καθένα απ’ αυτά θα υπακούει μόνο στα ατομικά εγωιστικά ένστικτα του. Όπως γράφει στην «Δραστηριότητα Κρίσης», «…στον κομμουνισμό, τίποτε δεν θα παράγεται εάν τα άτομα που συμμετέχουν σ’ αυτή τη δραστηριότητα δε βρίσκουν σ’ αυτό την ικανοποίηση της προσωπικής τους ευχαρίστησης».[xxxii]

Σίγουρα, οι δημοκρατικά εκφρασμένες, συλλογικές και ατομικές ανάγκες που θα κληθεί να ικανοποιήσει το οικονομικό μοντέλο μιας μελλοντικής αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας, θα είναι εντελώς διαφορετικές από τις σημερινές. Ωστόσο, υπάρχουν ανάγκες, ακόμη και ατομικές, που δεν μπορούν να εκπληρωθούν παρά μόνο μέσα από συλλογική προσπάθεια. Η συμφιλίωση του ατομικού με το συλλογικό συμφέρον γίνεται δυνατή μόνο μέσα από την εγκαθίδρυση αυτοδύναμων και αυτοδιευθυνόμενων συνομοσπονδιακών θεσμών στη σφαίρα της οικονομίας, που θα εξασφαλίζουν την ισοκατανομή της οικονομικής δύναμης, δηλαδή την οικονομική δημοκρατία, και θα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια αξιοποίηση των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής στην υπηρεσία της αυτόνομης κοινωνίας που αμφίδρομα αλληλεπιδρά με τα άτομα που την απαρτίζουν στην επίτευξη της ατομικής αυτονομίας τους, η οποία ωστόσο δεν νοείται ξεχωριστά από την αυτονομία της συλλογικότητας στην οποία ανήκουν. Δηλαδή, έχουμε εδώ να κάνουμε με τον καθορισμό του τρόπου μέσα από τον οποίο οι συστρατευόμενοι κοινωνικοί πόροι θα βοηθήσουν το άτομο να επιτύχει σκοπούς που συνδέονται τόσο με την ατομική του όσο και με την συλλογική ελευθερία και αυτονομία, που σε αυτή την περίπτωση παίρνουν την μορφή μιας επέκτασης και εμβάθυνσης της ατομικής αυτονομίας. Το «ευγενές» χάος που συνθέτει την μετεπαναστατική κοινωνία της κομμουνιστικοποίησης, η ρευστότητα και η ασυνέχεια, η έλλειψη μόνιμων συλλογικών θεσμών και η απουσία δέσμευσης σε οτιδήποτε κοινό πέρα από την κατευθυντήρια αρχή της «προσωπικής ευχαρίστησης» (όπως διαφαίνεται από το παράδειγμα με το σπίτι που παραθέτει ο Ασταριάν στο κείμενο του)[xxxiii], δεν είναι παρά μια επίθεση ενάντια στην ίδια την έννοια της κοινωνίας. Εξάλλου, το κύριο πρόβλημα στο οποίο καλείται να πάρει θέση κάθε ελευθεριακός / αναρχικός στοχαστής δεν είναι η ανεύρεση τρόπων για την κατάλυση κάθε μόνιμου κοινωνικού δεσμού, αλλά η οργάνωση της κοινωνίας κατά τέτοιον τρόπο ώστε η εξάλειψη των εξουσιαστικών δομών και σχέσεων να συμβαδίζει με τη διατήρηση των διανοητικών και υλικών ωφελημάτων, εν ολίγοις των θετικών πλευρών της πολιτισμικής εξέλιξης της ανθρωπότητας.

Απορρίπτοντας συνολικά κάθε έννοια ανταλλαγής και παραγωγής, η κομμουνιστικοποίηση στερεί την αυτόνομη, ακρατική κοινωνία τόσο από τα αναγκαία μέσα αυτοσυντήρησης που θα την καταστήσουν βιώσιμη, με την μορφή μόνιμων οικονομικών θεσμών που θα λειτουργούν στη βάση της ισοκατανομής της οικονομικής δύναμης, της αμοιβαίας στήριξης και της αλληλεξάρτησης, αλλά και από τα μέσα επίλυσης των βιοποριστικών προβλημάτων εκείνων των κοινωνικών στρωμάτων που ενδεχομένως θα είχαν κάθε συμφέρον να ταχθούν στο πλευρό ενός αντισυστημικού κινήματος που θα παλεύει για την μετάβαση σε μια κοινωνία χωρίς ιεραρχίες και θεσμισμένες συγκεντρώσεις δύναμης.                                        


[i] Έγραφε ο Λαφάργκ: «Αντί να επωφεληθούν απ’ αυτές τις στιγμές της κρίσης και να επιτύχουν γενική διανομή των προϊόντων μέσα σε μια παγκόσμια γιορτή, οι εργάτες πεθαίνοντας απ’ την πείνα, πάνε να χτυπήσουν με τα κεφάλια τους την πόρτα της φάμπρικας. Με πρόσωπα πελιδνά, σώματα σκελετωμένα και αξιοθρήνητες παρακλήσεις, πολιορκούν τους εργοστασιάρχες: ‘Καλέ μας κύριε Σαγκό, γλυκύτατε κύριε Σνάιντερ, δώστε μας δουλειά. Δεν μας βασανίζει η πείνα, αλλά το πάθος μας για τη δουλειά!’». Στο Paul Lafargue, Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά (Εκδόσεις «Το Ποντίκι», 1998) σελ. 32-33.

[ii] «Αυτές οι ατομικές και κοινωνικές αθλιότητες, όσο μεγάλες και αναρίθμητες κι αν είναι, όσο ατέρμονες κι αν φαίνονται, θα χαθούν σαν τσακάλια και ύαινες όταν εμφανίζεται το λιοντάρι, όταν θα πει το προλεταριάτο: ‘Το θέλω!’ Αλλά, για να αποχτήσει το προλεταριάτο συνείδηση της δύναμης του, πρέπει να τσαλαπατήσει τις προκαταλήψεις της χριστιανικής, οικονομίστικης φιλελεύθερης ηθικής. Πρέπει να επιστρέψει στα φυσικά του ένστικτα, να προκηρύξει τα δικαιώματα στην τεμπελιά, χίλιες φορές ευγενέστερα και ιερότερα από τα φθισικά Δικαιώματα του Ανθρώπου, μαγειρεμένα από δικηγόρους- μεταφυσικούς της αστικής επανάστασης. Να συγκατατεθεί σε μιαν εργασία που να μην υπερβαίνει τις τρεις ώρες ημερησίως, και να τεμπελιάζει και να ευωχείται όλη την υπόλοιπη μέρα και νύχτα».  Στο ίδιο, σελ. 35.

[iii] «Η τρέχουσα κρίση θέτει το ζήτημα του ποια θα μπορούσε να είναι μια επαναστατική διέξοδος από την κρίση. Η κρίση, είναι γενικά το αμόνι στο οποίο σφυρηλατείται η κομμουνιστική θεωρία, η οποία έχει την ιδιαιτερότητα να μην είναι ούτε πολιτική ούτε οικονομική επιστήμη, ούτε φιλοσοφία, αλλά μια κατηγορία από μόνη της». Στο Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση (Blaumachen & Rioters, 2011) σελ. 2.

[iv] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ. 8.

[v] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ.4.

[vi] Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις για τον εκφυλισμένο χαρακτήρα της σύγχρονης αριστερής διανόησης, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι σε επιστολή συμπαράστασης που απέστειλε ο διάσημος μετα-μαρξιστής φιλόσοφος Σλαβόι Ζίζεκ προς τους «εξεγερμένους» της πλατείας Συντάγματος, λίγο πολύ δήλωσε άγνοια ως προς τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να βοηθήσει και να φανεί χρήσιμος στο κίνημα, περιορίζοντας την «επαναστατική» συνεισφορά του στη ευχή που εξέφρασε στο τέλος να μπορέσει το κίνημα «…να βγάλει κάποια άκρη!». Το πλήρες κείμενο στο,  http://leftg700.blogspot.com/2011/06/blog-post.html.

[vii] Ένα χαρακτηριστικό δείγμα των «αισιόδοξων πραγματειών» είναι τα κείμενα, Κώστας Δουζίνας, ‘Το Πλήθος στην Πλατεία και στο Κέντρο το Πολιτικών Εξελίξεων’ (The Multitude in the Square and at the Centre of Political Developments)’, http://enthemata.wordpress.com/2011/06/05/douzinas-2/ και Nikos Sotirakopoulos, ‘The rise of the Greek Multitude (and why we need to move a step beyond)’, Journal of Critical Globalization Studies, http://www.criticalglobalisation.com/blogs/nikoss_rise_of_greek_multitude.html.

[viii] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ. 9.

[ix] Giampaolo Pansa, Στη Μαύρη Λίστα της Φίατ, στο Autonomia (Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα, 2010) σελ. 42-3.

[x] Γράφει ο Bifo σχετικά: «Αυτές οι [μαχητικές προλεταριακές] ομάδες έδρασαν στα εργοστάσια, στα σχολεία και σε τοπικό επίπεδο (προωθώντας πολιτικές απεργίες, καταλήψεις σχολείων, φοιτητικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις και καταλήψεις άδειων σπιτιών από άστεγους προλετάριους, κυρίως στη Ρώμη και το Μιλάνο). Κρατούσαν μια στάση αντιπαράθεσης απέναντι στο ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο έπειτα από δεκαετίες σταλινικής αφοσίωσης προσλάμβανε τα χαρακτηριστικά ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που καταδίκαζε τις πιο ριζοσπαστικές διαδηλώσεις εργατών και φοιτητών στο όνομα της ενότητας με τους μεσοαστούς και στο όνομα μιας πολιτικής της νομιμότητας και του σεβασμού απέναντι στις θεμελιώδεις αρχές της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Αυτή η αντιπαράθεση είχε ήδη εκδηλωθεί το 1968, όταν το ΚΚΙ δέχτηκε κριτική και παραγκωνίστηκε από το φοιτητικό κίνημα. Και ξανά το 1969, όταν οι δυναμικοί αγώνες μέσα στα εργοστάσια συνάντησαν τις αντιστάσεις του ΚΚΙ». Bifo, Ανατομία της Αυτονομίας, στο Autonomia, σελ. 168-9.

[xi] «Σε τούτο τον σκληρό δρόμο, κατάχτησε [η CGT] τη συνείδηση και την πείρα. Έμαθε να χτίζει τις ανεξάρτητες οργανώσεις της και συγκρότησε – γενιά με γενιά – τα δικά της στελέχη, χωρίς τα οποία καμιά τάξη στην ιστορία δεν μπόρεσε να παλαίψει με επιτυχία. […] Ο μηχανισμός της CGT είναι τα συνδικάτα σας και τα συνδικαλιστικά τμήματα, οι εκπρόσωποι του προσωπικού ή των εργοστασιακών επιτροπών, οι τοπικές και περιφερειακές σας ενώσεις, οι βιομηχανικές σας ομοσπονδίες και η συνομοσπονδία σας. Τα συμβούλια και τα γραφεία που εκλέγονται δημοκρατικά σύμφωνα με τα καταστατικά, για να τα καθοδηγούν. Οι δεκάδες και δεκάδες χιλιάδες αφοσιωμένοι και έμπειροι αγωνιστές με υπευθυνότητες σε όλα τα επίπεδα, χάρη στους οποίους η CGT υπάρχει και μπορεί να εκπληρώνει το ρόλο της». Με αυτά τα αυτάρεσκα λόγια περιέγραψε ο γενικός γραμματέας της κομμουνιστικής εργατικής ομοσπονδίας C.G.T. τη σχέση του επίσημου συνδικαλισμού με τις μάζες των Γάλλων εργατών. Στο Henri Krasucki, Τα Συνδικάτα και η Πάλη των Τάξεων (Εκδόσεις Μνήμη, 1981) σελ. 64.

[xii] Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες αναμφίβολα ήταν μια τέτοια ομάδα που συνδύαζε την απαρέγκλιτη πίστη στην αναγκαιότητα μιας επαναστατικής εργατικής εμπροσθοφυλακής (βασική έννοια της λενινιστικής ορθοδοξίας) με τις πιο προωθημένες μορφές πάλης ενάντια στο κεφάλαιο. Ειδικά στα πρώιμα στάδια της δράσης τους, προτού κάνουν το άλμα στον ανταρτοπόλεμο, οι Ταξιαρχίες διεξήγαγαν μια εκστρατεία οργανωμένης προλεταριακής αντιβίας εστιασμένη ενάντια στους φυσικούς εκπροσώπους της κυριαρχίας του κεφαλαίου (εργοδότες, επιστάτες, κλπ.).

[xiii] «Παλιοί καλοί καιροί, καλοί καιροί όταν ο Λένιν μπορούσε να συλλαμβάνει μαζί ‘Σοβιέτ και ατμομηχανή’, ‘Σοβιέτ και εξηλεκτρισμό’. Όχι, συνάφεια και συμβιβασμός δεν υπάρχουν πια. Το κεφάλαιο έχει εξαπολύσει καταπάνω μας την ίδια την ατμομηχανή». Toni Negri, Κυριαρχία και Σαμποτάζ (Κομμούνα, 1986) σελ. 77.

[xiv] Toni Negri, Κυριαρχία και Σαμποτάζ, σελ. 85.

[xv] «Ο στόχος, ο σκοπός της διαδικασίας αυτοαξιοποίησης είναι η συνολική απελευθέρωση της ζωντανής εργασίας στην παραγωγή και στην αναπαραγωγή, είναι η ολοκληρωτική χρήση του πλούτου υπέρ της συλλογικής ελευθερίας. Είναι δηλαδή κάτι περισσότερο από την άρνηση της εργασίας που οπωσδήποτε καλύπτει ένα βασικό μέρος της μετάβασης, χαρακτηρίζει τη διαλεκτική της, καθορίζει τη νομοθεσία της. Η άρνηση της εργασίας λοιπόν είναι μια ακόμη στιγμή της διαδικασίας αυτοαξιοποίησης στην καταστρεπτική σχέση της με τον νόμο της αξίας, είναι η κρίση του, η υποχρέωση της παραγωγικής εργασίας για όλη την κοινωνία. Ότι στην κοινωνία που βασίζεται στην αυτοαξιοποίηση όλοι θα πρέπει να δουλεύουν, στη φάση της μετάβασης, είναι ένας νόμος που σχετίζεται με την άρνηση της εργασίας ακριβώς όπως συσχετίζεται με τον προγραμματισμό της ελάττωσης του ωραρίου εργασίας, της αναγκαστικής εργασίας στην αναπαραγωγή και στη μεταποίηση. Η αναγνώριση αυτού του νόμου της άρνησης της εργασίας σημαίνει ότι κατανοήθηκε σαν περιεχόμενο της διαδικασίας μετάβασης κι όχι σαν τελικός σκοπός της διαδικασίας αυτοαξιοποίησης, σημαίνει ότι δεν φενακίζεται, αλλά καθορίζεται μέσα στην πάλη των τάξεων στην ειδική εποικοδομητική λειτουργία του». Toni Negri, Κυριαρχία και Σαμποτάζ, σελ. 85-6.

[xvi] «Κάθε φορά που σπάω τα φράγματα της καπιταλιστικής αξιοποίησης, ιδιοποιούμαι έναν άλλο χώρο της εργατικής αξιοποίησης. Για το προλεταριάτο δεν υπάρχει κενό. Κάθε χώρος που εγκαταλείπει ο αντίπαλος καταλαμβάνεται, γεμίζεται, ιδιοποιείται, καλύπτεται από μια επεκτατική δύναμη που δεν έχει όρια. Η σχέση με το κεφάλαιο δεν έχει δεσμούς αντιστοιχίας: το νικά για να το αντικαταστήσει». Toni Negri, Κυριαρχία και Σαμποτάζ, σελ. 71.

[xvii] Toni Negri, Κυριαρχία και Σαμποτάζ, σελ. 71.

[xviii] Όπως θα δήλωνε αργότερα ο Νέγκρι στους ανακριτές του, σε μια προσπάθεια να σκιαγραφήσει τις βασικές παραμέτρους της στρατηγικής του κινήματος της Αυτονομίας, «…το θεμελιώδες ζήτημα είναι αυτό της αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος μέσω της αποδιάρθρωσης του κοινωνικού συστήματος εκμετάλλευσης. Μιλάω για μια επαναστατική διαδικασία που την εννοώ ως μια υλική διαδικασία που τσακίζει την κυριαρχία της καπιταλιστικής μηχανής και ταυτόχρονα λειτουργεί υπέρ των βασικών αναγκών του προλεταριάτου (αυτό-αξιοποίηση)». Στο Η Ανάκριση του Νέγκρι, Autonomia (Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα, 2010) σελ. 223-4.

[xix] Το κομβικό σημείο που καθόρισε αρνητικά τις προοπτικές για την περαιτέρω εξέλιξη του κινήματος της Αυτονομίας ήταν το Συνέδριο που οργάνωσε το κίνημα της Μπολόνια στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1977. Ο Bifo αναφέρει σχετικά στο εξαιρετικό κείμενο του: «Στο Συνέδριο μπορούσαν να συγκεντρωθούν όλες οι συνιστώσες του Κινήματος στην Ιταλία, παρέα με όλους τους Ευρωπαίους θεωρητικούς ή τις πολιτικές ομάδες που εστίαζαν το ενδιαφέρον τους στην επανάσταση στην Ιταλία, θεωρώντας την προπομπό μελλοντικών εξελίξεων. Το Συνέδριο του Σεπτεμβρίου ήταν η μεγάλη ευκαιρία του Κινήματος  – που ωστόσο χάθηκε – να ξεπεράσει τις αμιγώς αρνητικές και καταστροφικές του τάσεις και να συγκροτήσει ένα πρόγραμμα για την αυτόνομη οργάνωση μιας πραγματικής κοινωνίας ενάντια στο Κράτος, μια αυτόνομη οργάνωση όλων των κοινωνικών, διανοητικών και παραγωγικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να κάνουν εφικτή τη σταδιακή απελευθέρωση από τη μισθωτή εργασία. Δυστυχώς, το Συνέδριο μετατράπηκε σε συγκέντρωση ενάντια στην καταστολή, και αυτό υποβίβασε κατά πολύ τη θεωρητική σημασία και τις δυνατότητες εκείνης της περιόδου. Μολαταύτα, 70.000 άνθρωποι ήταν παρόντες στο Συνέδριο και ολόκληρο το ιταλικό προλεταριάτο (όπως και πάμπολλοι διανοούμενοι από όλη την Ευρώπη) είχαν την προσοχή τους στραμμένη εκεί. Όμως η συγκέντρωση κατέληξε χωρίς κανένα πρόγραμμα, χωρίς καμία προοπτική για το μέλλον, χωρίς κανένα βήμα μπροστά για το Κίνημα. Αντ’ αυτού, περιορίστηκε σε ομιλίες και συζητήσεις για την καταστολή και τον καθορισμό, με αρνητικούς όρους των αντιδράσεων. Έτσι, μια μεγάλη σε διάρκεια κρίση άρχισε για το Κίνημα, μια κρίση που έφερε τη διάλυση, την αποδιοργάνωση και πάνω απ’ όλα την απουσία προοπτικών». Στο Bifo, σελ. 182. Θα έλεγε κανείς ότι οι Ιταλοί αγωνιστές πλήρωσαν το τίμημα για την εμπιστοσύνη που έδειξαν στους θεωρητικούς της αποσύνθεσης του επαναστατικού προτάγματος. Άλλωστε, ήταν η μαζική κάθοδος των Γάλλων μεταμοντέρνων διανοουμένων στο Συνέδριο του ‘77, που σφράγισε τις τύχες του κινήματος της Αυτονομίας. 

[xx] Bifo, Ανατομία της Αυτονομίας, στο Autonomia, σελ. 179.

[xxii] Είναι φανερό ότι οι κεφαλαιούχοι της βιομηχανίας υφασμάτων αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους ως αυτόν μιας ασυγκράτητης επιχειρηματικής πρωτοπορίας. Στην επίσημη ιστοσελίδα της Ένωσης Κατασκευαστών και Εξαγωγέων Υφασμάτων του Μπαγκλαντές διαβάζουμε ότι: «Στον τομέα της εκβιομηχάνισης η βιομηχανία υφασμάτων είναι ένα πολλά υποσχόμενο βήμα. Έχει δώσει ευκαιρία για εργασία σε εκατομμύρια ανέργους, ειδικά στις αναρίθμητες αμόρφωτες γυναίκες της χώρας. Έχει να επιδείξει μια σημαντική συνεισφορά στο εισόδημα του Μπαγκλαντές από τον τομέα των εξαγωγών». Στο, http://www.bgmea.com.bd/home/pages/AboutGarmentsIndustry.

[xxiii] Τα κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια του Μπαγκλαντές κατασκευάζουν σε εξευτελιστικές τιμές είδη ένδυσης για λογαριασμό μεγάλων πολυεθνικών αλυσίδων όπως είναι η Tesco, H & M, GAP, Walmart, Zara, κλπ. Στο,  http://partisan-news.blogspot.com/2010/06/riots-in-bangladesh.html.

[xxiv] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ. 8.

[xxv] Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει την επανάσταση ένας ακόμη θεωρητικός της κομμουνιστικοποίησης, ο Ρολάν Σιμόν. Πιο συγκεκριμένα γράφει στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Blaumachen: «…η αγοραπωλησία της εργασιακής δύναμης έστω και με ‘ανορθόδοξες’ μορφές, η ανταλλαγή, κάποιες μορφές στοιχειώδους κοινωνικής πρόνοιας οργανωμένης από κράτη, ή άλλες θεσμικές ανασυνθέσεις – βρίσκονται πάντα εκεί μέσα στην κατ’ εξοχήν καταστροφική κατάσταση (καταστροφική με την έννοια ότι τίποτα δεν ριζώνει για να συγκροτήσει σύστημα) την οποία αποτελεί η επανάσταση». Στο Roland Simon, Η Τωρινή Στιγμή, Blaumachen, Καλοκαίρι 2011, σελ. 188.

[xxvi] Πράγματι, όταν ξέσπασε η επανάσταση η αναρχοσυνδικαλιστική C.N.T. ήδη αριθμούσε 1,5 εκατομμύριο μέλη στο δυναμικό της. Υπήρχαν δύο καθημερινές αναρχικές εφημερίδες σε Βαρκελώνη και Μαδρίτη με κυκλοφορία από 30 έως 50.000 φύλλα, ενώ οι αναρχικές πολιτικές επιθεωρήσεις και τα περιοδικά έφταναν σε πωλήσεις τα 70.000 κομμάτια. Το ζήτημα της μορφής και του περιεχομένου της Κοινωνικής Επανάστασης βρισκόταν μονίμως στην ημερήσια διάταξη των γενικών συνελεύσεων των εργατικών σωματείων, στην θεματολογία των εφημερίδων και των αναρχικών περιοδικών. Η αντισυστημική συνείδηση και η αυτοτέλεια της εργατικής τάξης είχαν καλλιεργηθεί μέσα από δεκαετίες σκληρής Κοινωνικής Πάλης και την επανειλημμένη χρήση της τακτικής της άμεσης δράσης, μέσα από την οποία οι εργάτες συσσώρευσαν πολύτιμη εμπειρία αναφορικά με το πώς θα μπορούσαν οι ίδιοι να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους. Στο Deirdre Hogan, Industrial Collectivization during the Spanish Revolution, http://libcom.org/library/industrial-collectivisation-spanish-revolution-hogan. Ο αναρχικός ακτιβιστής και μέλος της C.N.T. Γκαστόν Λεβάλ, υπερθεματίζει αναφορικά με τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε για την εγκαθίδρυση θεσμών επαναστατικού εργατικού ελέγχου πάνω σε πολλούς τομείς της βιομηχανίας, η εξοικείωση των αναρχικών εργατών με την ιδέα της επανάστασης και η επίγνωση που είχαν του πώς να φέρουν σε πέρας την κολεκτιβοποίηση της βιομηχανίας, ως αναγκαίας συνθήκης για την εισαγωγή του ελευθεριακού σοσιαλισμού. Γράφοντας για την κατάληψη και την αναδιοργάνωση των σιδηροδρόμων από τους εξεγερμένους εργάτες παρατηρεί: «Όλα αυτά επιτεύχθηκαν αποκλειστικά χάρη στην πρωτοβουλία του Συνδικάτου και των στρατευμένων μελών της C.N.T. Αυτοί της [σοσιαλιστικής] U.G.T., στην οποία κυριαρχούσε το διοικητικό προσωπικό, είχαν παραμείνει παθητικοί. Συνηθισμένοι να περιμένουν για διαταγές από τα πάνω, περίμεναν. Όταν είδαν ότι ούτε διαταγές, ούτε κόντρα διαταγές ερχόντουσαν, και οι σύντροφοι μας συνέχισαν να προχωρούν μπροστά, απλώς ακολούθησαν την ισχυρή παλλίροια που παρέσυρε μαζί της τους περισσότερους από αυτούς». Στο Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution (Free Press, 1975) σελ. 254. 

[xxvii] Τάκης Φωτόπουλος, Για Μια Δημοκρατική Αντίληψη της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grdn/dhmokratikh_episthmhs_texnologias_teyxos_3.htm.

[xxviii] T. Fotopoulos, Class Divisions Today, http://www.democracynature.org/vol6/takis_class.htm.

[xxix] T. Fotopoulos, Class Divisions Today, http://www.democracynature.org/vol6/takis_class.htm

[xxx] Τάκης Φωτόπουλος, Για Μια Δημοκρατική Αντίληψη της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grdn/dhmokratikh_episthmhs_texnologias_teyxos_3.htm.

[xxxi] Στο Woland, Η παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου: η αντίφαση που ορίζει λογικά και ιστορικά το κεφάλαιο, Blaumachen, σελ. 48.

[xxxii] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ. 29.

[xxxiii] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ. 24.