Ο Οριενταλισμός ως σύγχρονος αναρχικός λόγος

odaliske

«…δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν τους εαυτούς τους, πρέπει να
εκπροσωπηθούν».

 Καρλ Μαρξ

 

Μια απάντηση στο κείμενο «Αραβικό Φθινόπωρο» που δημοσιεύτηκε εδώ: http://eagainst.com/articles/arabic-fall/.

Τι είναι Οριενταλισμός;

 Για να κατανοήσουμε τον Οριενταλισμό δεν θα πρέπει να τον ερμηνεύσουμε ως έναν ακόμη κλάδο ακαδημαϊκής έρευνας, μια σχολή σκέψης που καταγίνεται με ένα διακριτό αντικείμενο μελέτης. Η ίδια η ανάδειξη του Οριενταλισμού σε αναγνωρισμένο παρακλάδι των δυτικών κοινωνικών επιστημών, με δικά του πανεπιστημιακά τμήματα και εκπαιδευτικές υποδομές (π.χ. η σχολή S.O.A.S. στο Λονδίνο)[i] συνιστά ένδειξη της υπέρβασης που έχει πραγματοποιήσει το οργανωμένο οριενταλιστικό κίνημα από τα στενά όρια της πανεπιστημιούπολης και της τεράστιας ιδεολογικής ισχύος που έχουν συγκεντρώσει οι κοινωνικές ομάδες που συγκαταλέγονται ανάμεσα στους υποστηρικτές του. Η δύναμη αυτή που έχουν συσσωρεύσει, έχει επιτρέψει στις βασικές οριενταλιστικές ιδέες και αντιλήψεις να καταλάβουν μια θέση ανάμεσα σε εκείνες τις πεποιθήσεις που συνθέτουν τον πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος. Σε αυτή την διαδικασία κοινωνικής παραγωγής της «γνώσης», οι οριενταλιστικές ιδέες αφού πρώτα κάνουν τον κύκλο τους στις ανώτερες βαθμίδες της κοινωνικής πυραμίδας και υποβληθούν σε μια διαδικασία οργανικής όσμωσης με τα προνόμια και τα οργανωμένα ταξικά συμφέροντα των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, επιστρέφουν ύστερα «αναβαπτισμένες» στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Καταλαμβάνουν πανεπιστημιακές έδρες με άφθονη εταιρική χρηματοδότηση και διεκδικούν την αποτίμηση της «ερευνητικής» δραστηριότητας των «ειδημόνων» του κλάδου ως σημαντική και νευραλγική συνεισφορά στο συνολικό γνωστικό οικοδόμημα των δυτικών επιστημών.  

Ωστόσο, ενώ τα πεδία επιστημονικής έρευνας ταξινομούνται και οριοθετούνται σύμφωνα με οντολογικά, επιστημολογικά και μεθοδολογικά κριτήρια, το βασικό κριτήριο οριοθέτησης της οριενταλιστικής ψευδοεπιστήμης δεν είναι άλλο από την γεωγραφική γειτνίαση μιας αφηρημένης γεωπολιτικής οντότητας, της «Ανατολής», με τις καπιταλιστικές μητροπόλεις της Δύσης. Μέσα σε αυτή την αναλυτική κατηγορία της «Ανατολής» στοιβάζονται οι πιο ετερόκλητες και αντιφατικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ολότητες, στο όνομα ενός κατώτατου κοινού παρονομαστή, της ανταγωνιστικής γεωπολιτικής υπόστασης τους ως προς τις ελίτ των κεντρικών χωρών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Όπως έχει γράψει και ο Έντουαρντ Σαϊντ, «Η Ανατολή είναι ακέραιο τμήμα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και κουλτούρας. Ο Οριενταλισμός εκφράζει κι εκπροσωπεί αυτό το τμήμα πολιτιστικά, κι ακόμη και ιδεολογικά, σαν μια κατηγορία ακαδημαϊκού λόγου με υποστηρικτικούς θεσμούς, λεξιλόγιο, ακαδημαϊκή παραγωγή, εικονογραφία, δόγματα ακόμη και δικές του αποικιακές γραφειοκρατίες και αποικιακά αισθητικά στιλ».[ii] Με άλλα λόγια, η ιδεολογική αναπαράσταση της Ανατολής όπως αυτή εκφράζεται από τον Οριενταλισμό, συνιστά μέρος της ολότητας του ηγεμονικού πολιτισμικού παραδείγματος στις ετερόνομες κοινωνίες του ανεπτυγμένου Βορρά. Μέσω της διάχυτης οριενταλιστικής προπαγάνδας και φιλολογίας, διαμορφώνεται ένα τεχνητό πολιτισμικό δίπολο που από την μία, παράγει ιδεολογικό λόγο εκ μέρους μιας «φωτισμένης», «δημοκρατικής» και «ορθολογικής» Δύσης και, από την άλλη, περιγράφει την «Ανατολή» ως μια παγιωμένη ιστορική πραγματικότητα, ομοιογενή ως προς την εκ διαμέτρου αντίθεση της προς τις «έμφυτες αρετές» του δυτικού πολιτισμού. Μια ακραία ετερόνομη ολότητα που βρίσκεται σε υπαρξιακή ένταση με την «πολιτισμένη» Δύση και την οποία οι ελίτ του προνομιούχου παγκόσμιου Βορρά καλούνται να «διαχειριστούν».

Έτσι, ο Οριενταλισμός επιτελεί έναν διπλό ρόλο σε σχέση με την αναπαραγωγή του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος. Στο διεθνές πεδίο, παρέχει το απαραίτητο θεωρητικό υπόβαθρο για την υλοποίηση μιας πολιτικής βίαιης καθολίκευσης των βασικών θεσμών της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας (αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και οικονομία της αγοράς) και την εξάπλωση τους στις κοινωνίες της περιφέρειας του διεθνούς συστήματος. Σε ότι αφορά την Κοινωνική Πάλη στο εσωτερικό των κοινωνιών του Βορρά, λειτουργεί ως όργανο διανοητικής καταστολής και ισοπέδωσης κάθε κριτικής σκέψης, υποδαυλίζοντας την αυταρέσκεια της δυτικής κουλτούρας. Επιβεβαιώνει πανηγυρικά την «ανωτερότητα» της, εξαλείφοντας την εγγενή αντίθεση που πάντα υπήρχε στην καρδιά της ιστορικής εξέλιξης του Ευρωπαϊκού πολιτισμού ανάμεσα στις εξουσιαστικές παραδόσεις της ετερονομίας, που ιστορικά κατέχουν τον ηγεμονικό ρόλο θεσμοποιώντας την υπεροχή τους μέσω της προσφυγής τους στην οργανωμένη κρατική βία, και την παράδοση της αυτονομίας που επανεμφανίζεται δυναμικά ανά τους αιώνες, επαναπροτείνοντας μέσα από περιοδικές λαϊκές επαναστάσεις κι εξεγέρσεις το διαχρονικό αίτημα για ατομικό και συλλογικό αυτοκαθορισμό. Με αυτόν τον τρόπο, ο Οριενταλισμός επιτελεί μια ενοποιητική λειτουργία για την ταξικά κατακερματισμένη δυτική κουλτούρα, επιστρατεύοντας ως κεντρικό σημείο αναφοράς ένα ριζικά διαφορετικό και απειλητικό «Άλλο».[iii]   

 

Ανατολικά του συστήματος

Στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, η ρατσιστική περιφρόνηση του σκληρού οριενταλιστικού πυρήνα της ηγεμονικής κουλτούρας φυλάσσεται αποκλειστικά για τις αντιστεκόμενες μουσουλμανικές μάζες της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Πράγματι, η Ιαπωνία έχει από καιρό υποκύψει στην αλλοτρίωση και την πολιτισμική ομοιομορφία που επιφέρει η μαζική εμπορευματική κουλτούρα του διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Η Κίνα βρίσκεται σε τροχιά πλήρους ενσωμάτωσης στις δομές του συστήματος, ενώ η Ινδία της μυστικιστικής αποβλάκωσης, των οδυνηρών ανισοτήτων και του μεσαιωνικού συστήματος κοινωνικών διακρίσεων, υμνείται για τις καπιταλιστικές της επιδόσεις και την πολυπληθή αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» της. Από την άλλη μεριά, το μεγάλο ιδεολογικό αφήγημα της «εξημέρωσης των ανυπότακτων μουσουλμάνων» είναι δομημένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε να περιέχει στοιχεία με τα οποία όλες οι τάξεις και κοινωνικές ομάδες του ανεπτυγμένου Βορρά μπορούν να ταυτιστούν. Ενώ οι ελίτ του συστήματος επεξεργάζονται με αμείλικτο κυνισμό σχέδια για την καθολίκευση της κυριαρχίας τους, οι αξιοσέβαστοι αστοί επιχαίρουν για την μεταλαμπάδευση των «φιλελεύθερων» αξιών στους «απολίτιστους» μουσουλμάνους. Οι Χριστιανοί αρπάζουν την ευκαιρία για μια καθυστερημένη ρεβάνς εναντίον των «απίστων» και οι φεμινίστριες πανηγυρίζουν για την «απελευθέρωση» των καταπιεσμένων γυναικών. Τέλος, οι μικροαστοί, αλλά δυστυχώς κι ένα τμήμα της εργατικής τάξης, εκδικούνται μέσω της ισλαμοφοβίας (που δεν είναι παρά η ιδεολογική προέκταση του Οριενταλισμού στο πεδίο της εγχώριας Κοινωνικής Πάλης) τους «ξυπόλητους» που ήρθαν μαζικά για να «καταπατήσουν» την προγονική γη και να δημιουργήσουν μια ανταγωνιστική προς αυτούς κοινωνική ομάδα, στον πάτο της ταξικής πυραμίδας μέσω της οποίας συγκροτείται σε σύνολο η ετερόνομη κοινωνική ολότητα.[iv]

Ακόμη και πολιτικοποιημένες συλλογικότητες της Αριστεράς ή του αναρχικού χώρου υιοθετούν έμμεσα το φαντασιακό των ελίτ, όταν πραγματεύονται ζητήματα που άπτονται των μουσουλμανικών κοινωνιών της Μέσης Ανατολής χωρίς να παίρνουν ως αφετηρία των αναλύσεων τους την διεξαγωγή της Κοινωνικής Πάλης στο διεθνές επίπεδο, καθώς και την ύπαρξη ιεραρχικών σχέσεων δύναμης ανάμεσα στην υπερεθνική (και τις επιμέρους εθνικές) ελίτ από την μία μεριά, και τα υποτελή κοινωνικά στρώματα από την άλλη, οι οποίες θεσμοποιούνται και αναπαράγονται μέσα από το διεθνοποιημένο σύστημα κυριαρχίας. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει δίχως άλλο και το κείμενο με τίτλο «Αραβικό Φθινόπωρο» που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο eagainst.com. Η επίδραση που ασκούν οι οριενταλιστικές ιδέες στον φαινομενικά χειραφετικό λόγο του κειμένου, είναι παραπάνω από εμφανείς στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας ερμηνεύει τους παράγοντες που συντελούν στην αναπαραγωγή μιας συγκρουσιακής δυναμικής ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες του ανεπτυγμένου Βορρά και τις μουσουλμανικές κοινωνίες του Νότου. Λίγο, πολύ, ο συγγραφέας, ο οποίος αυτό-συστήνεται ως υπέρμαχος της αυτονομίας, αποδίδει τις τεταμένες σχέσεις που επικρατούν ανάμεσα στους δύο διαφορετικούς κόσμους, σε μια μεγάλη πολιτισμική «παρεξήγηση». Σύμφωνα με την ανάλυση του κειμένου, για την υποδαύλιση μιας φιλοπόλεμης διάθεσης που χαρακτηρίζεται από αμοιβαία εχθρότητα και καχυποψία, δεν ευθύνονται οι συνεχείς πολεμικές επιχειρήσεις  της υπερεθνικής ελίτ ενάντια στις κοινότητες των μουσουλμάνων, οι μαζικές δολοφονίες και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Παλαιστίνη και Λιβύη, τα βασανιστήρια και οι ατελείωτες ταπεινώσεις, αλλά η δραστηριότητα εκατέρωθεν σκοτεινών και μισαλλόδοξων δυνάμεων που κινούνται στις παρυφές του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος και κηρύττουν το φυλετικό και θρησκευτικό μίσος. Έτσι, για τον συγγραφέα, έχουμε να κάνουμε με μια σύγκρουση των άκρων κι όχι με μία κυριαρχική πολιτισμική σχέση, μια δομή ανισοκατανομής δύναμης στο πολιτισμικό πεδίο που επέρχεται ως συμπλήρωμα της ταξικής ηγεμονίας της υπερεθνικής ελίτ στο επίπεδο της πολιτικής και της οικονομίας αντίστοιχα. Όσο για την ισλαμοφοβία, αυτή ερμηνεύεται ως το θλιβερό αλλά αποκλειστικό προνόμιο των ψηφοφόρων της «Χρυσής Αυγής, του BNP, του NPD, και άλλων νεοναζιστικών σχηματισμών»[v] , δηλαδή ως ένα φαινόμενο του πολιτικού περιθωρίου, και όχι ως εγγενές χαρακτηριστικό της επικρατούσας συστημικής ιδεολογίας.

Παρ’ όλα αυτά, για να κατανοήσουμε το φαινόμενο στις πραγματικές του διαστάσεις αρκεί να έχουμε κατά νου τα εξής. Στην Ελλάδα η χούντα ήδη προχωράει με σταθερούς ρυθμούς στην κατασκευή της αναγκαίας υποδομής για τον μαζικό εγκλεισμό των  – στην συντριπτική πλειοψηφία τους – μουσουλμάνων μεταναστών. Στις χώρες της βόρειας Ευρώπης όπως είναι η Ολλανδία, η Δανία, ή η Αυστρία τα πιο αντιδραστικά, αυταρχικά και ρατσιστικά πολιτικά μορφώματα βρίσκονται ήδη να κατέχουν μερίδιο από την κυβερνητική εξουσία χάρη στην ακραία μορφή αντί-μουσουλμανισμού που προπαγανδίζουν. Μάλιστα, δεν είναι περίεργο ότι ο γκουρού της Ολλανδικής ακροδεξιάς, Γκέερτ Βίλτερς αισθάνθηκε την ανάγκη να επισκεφτεί το παγκόσμιο κέντρο του σύγχρονου αντισημιτισμού, δηλαδή της ισλαμοφοβίας, Ισραήλ προκειμένου να καταθέσει τα διαπιστευτήρια του στην πανίσχυρη σιωνιστική ελίτ και να διακηρύξει ότι το Ισραήλ τόσα χρόνια «δίνει για μας την δική μας μάχη» κατά του κοινού μας εχθρού, του Ισλάμ.[vi] Ούτε βέβαια είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο ισραηλινός πρέσβης στα Ηνωμένα Έθνη ήταν από τους λίγους αξιωματούχους κρατών που επέλεξε να παραστεί στην δεξίωση που παρέθεσε η αρχηγός του ξενοφοβικού Γαλλικού Εθνικού Μετώπου Μαρίν Λεπέν, κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψης που πραγματοποίησε στις ΗΠΑ πριν τις πρόσφατες εθνικές εκλογές στην Γαλλία.[vii]

Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, οι οριενταλιστικές ιδέες έχουν ήδη διαποτίσει το ηγεμονικό φαντασιακό της πολιτικής ελίτ των ΗΠΑ και ο πόλεμος κατά του «ισλαμικού φασισμού» έχει αναγορευτεί σε επίσημη ιδεολογία πίσω από τις στρατιωτικές εισβολές που έχει εξαπολύσει το αμερικανικό τμήμα της υπερεθνικής ελίτ σε εδάφη που κατοικούνται από μουσουλμάνους υπό το πρόσχημα της καταπολέμησης της «τρομοκρατίας».[viii] Το 2010, ο Τόνυ Μπλαίρ πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας και νυν μυστικοσύμβουλος των ισχυρών ανδρών της υπερεθνικής πολιτικής ελίτ, δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι το ριζοσπαστικό Ισλάμ συνιστά την μεγαλύτερη απειλή για την «παγκόσμια ασφάλεια», ενώ στην ρεπουμπλικανική Γαλλία, ειδικά μετά την εξέγερση του 2005, η άγρια νεολαία των μητροπολιτικών προαστίων, που απαρτίζεται κυρίως από νεαρούς μετανάστες δεύτερης γενιάς με καταγωγή από το Αραβικό Μαγκρέμπ, θεωρείται ο Νο 1 εσωτερικός εχθρός για την Πέμπτη Δημοκρατία.[ix]

Σύμφωνα με τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι το να συζητά κανείς για την ισλαμοφοβία σαν να πρόκειται για μια ιδεολογική έκφανση του πολιτικού περιθωρίου, σημαίνει πως αρνείται ότι ο ρατσισμός είναι μια ήδη θεσμοποιημένη δομή εξουσίας και συνακόλουθα, ότι οι κεντρικές ιδέες και αντιλήψεις του εμπεριέχονται αυτούσιες στην κυρίαρχη ιδεολογία του συστήματος. Αυτός άλλωστε ήταν και ο πρωταρχικός ρόλος που εκπλήρωσε ιστορικά ο οριενταλισμός σαν ιδεολόγημα στην υπηρεσία της εξουσίας των Ευρωπαϊκών ελίτ, από την εποχή του Ρενάν και του Σιλβέστρ ντε Σασύ μέχρι σήμερα. Ειδικευόταν δηλαδή ο οριενταλισμός στην συγγραφή μιας α-ιστορικής και α-ταξικής ανάλυσης των κοινωνιών της Ανατολής, στο πλαίσιο της οποίας δεν υπήρχε κανένας χώρος για αναφορά στις αντικειμενικές συνθήκες στο διεθνές επίπεδο που είχαν σαν αποτέλεσμα τον συνολικό ετεροκαθορισμό των πληθυσμών του Νότου από τις ανεπτυγμένες κοινωνίες του Βορρά, μέσω της βίαιης ενσωμάτωσης τους στο διεθνές σύστημα κυριαρχίας. Έτσι, οι οριενταλιστές καθεστωτικοί διανοούμενοι περιορίζονταν σε μια δήθεν «αποστασιοποιημένη» εμπειρική διαπίστωση της πολιτισμικής «βαρβαρότητας» και της οικονομικής υπανάπτυξης των υπόδουλων λαών της περιφέρειας, συσκοτίζοντας πλήρως τον συστημικό παράγοντα και αναζητώντας την εξήγηση για την δυσχερή και υποτελή θέση στην οποία είχαν περιέλθει οι μη-Ευρωπαϊκοί λαοί έναντι της Ευρώπης, στην «φυσική», πολιτισμική και ηθική κατωτερότητα τους έναντι του «ανυπέρβλητου» πνεύματος του λευκού αστού Ευρωπαίου. Η στάση αυτή των οριενταλιστών διανοουμένων δεν πρέπει να μας εκπλήσσει καθότι οι περισσότεροι από αυτούς κατέφτασαν στην Ανατολή συνοδεύοντας τα ευρωπαϊκά στρατεύματα κατοχής, λειτουργώντας ως στρατευμένος ιδεολογικός βραχίονας του αποικιοκρατικού κατεστημένου. Ήταν φυσικό λοιπόν να αναλάβουν τον ρόλο των απολογητών της ευρωπαϊκής κυριαρχίας, και να συμπεράνουν ότι η κατάσταση έμφυτης πολιτισμικής υστέρησης των λαών του Νότου από την μία εξηγούσε αποτελεσματικά την υπανάπτυξη τους και από την άλλη καθιστούσε αναγκαία την στρατιωτική παρέμβαση και την απευθείας διακυβέρνηση τους από τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές μητροπόλεις. 

Η όψιμη θέση που έκφρασε ο Καστοριάδης σύμφωνα με την οποία η αποτυχία της οικονομίας ανάπτυξης στις χώρες του Νότου και ως εκ τούτου η διεύρυνση της παγκόσμιας ανισότητας οφειλόταν στο γεγονός ότι «η καταπληκτική εξάπλωση της Δύσης συνάντησε μπροστά της κοινωνίες οι οποίες είχαν τελείως άλλου είδους φαντασιακές θεσμίσεις και είχαν δημιουργήσει, κατά συνέπεια, τελείως άλλου είδους ανθρωπολογικούς τύπους και καθόλου τον τύπο του Δυτικού πολίτη […] ή του βιομηχανικού εργάτη ή του βιομηχανικού επιχειρηματία»[x] δεν αποτελεί παρά μια αναδιατύπωση της κλασικής οριενταλιστικής άποψης ότι για τα δεινά που πλήττουν κατ’ εξακολούθηση τους λαούς της καπιταλιστικής περιφέρειας (πόλεμος, φτώχεια, υπανάπτυξη) ευθύνονται αποκλειστικά οι ίδιοι οι υποτελείς λαοί και όχι οι επικυρίαρχοι τους στον Βορρά. Με άλλα λόγια, η αναγωγή του προβλήματος της οικονομικής εξάρτησης και εξαθλίωσης των χωρών του Νότου στην σφαίρα μιας φαινομενικής ασυμβατότητας ανάμεσα στους «ανθρωπολογικούς τύπους» που παράγονται στις κοινωνίες αυτές και τις φαντασιακές θεσμίσεις που εκπορεύονται από τις κοινωνίες του Βορρά, έχει σαν αποτέλεσμα την υποβάθμιση της σημασίας που έχουν οι ιεραρχικές δομές του διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας στην διαδικασία κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής των φαντασιακών σημασιών της κάθε κοινωνικής ολότητας μέσω της αλληλεπίδρασης τους με τις υπάρχουσες υποκειμενικές συνθήκες. Το ανθρωπολογικό πρότυπο του «καπιταλιστή επιχειρηματία» δεν αναδύθηκε στις χώρες του Νότου όχι επειδή ερχόταν σε σύγκρουση με το ανυποχώρητο θεοκρατικό φαντασιακό των ισλαμικών κοινωνιών, αλλά επειδή οι όποιες καπιταλιστικές δομές αναπτύχθηκαν στις χώρες της περιφέρειας δεν είχαν ιστορικό-οργανικό χαρακτήρα, ούτε ήταν ίδιες με αυτές του καπιταλισμού του κέντρου (ήταν δομές υποτέλειας κι εξάρτησης και όχι κυριαρχίας), ούτε ο ιστορικός οικονομικός ρόλος των κεφαλαιοκρατών του Βορρά ήταν ο ίδιος για τις χώρες του Νότου σε σχέση με τον ρόλο που έπαιξαν στις καπιταλιστικές μητροπόλεις.[xi]

Για να το πούμε διαφορετικά, δεν προήλθε ο καπιταλισμός ως οικονομικό σύστημα με κάποιον μαγικό τρόπο μέσα από ένα έωλο καπιταλιστικό φαντασιακό. Αντίθετα, οικονομικό σύστημα και φαντασιακές σημασίες αναπτύχθηκαν ταυτόχρονα και μέσα από μια αμφίδρομη διαδικασία αλληλεπίδρασης στην οποία ούτε το υποκειμενικό, ούτε το αντικειμενικό στοιχείο είχαν πρωτεύοντα ρόλο. Έτσι, οι οικονομικές δυσλειτουργίες και παραμορφώσεις που επέφερε η εξάπλωση της καπιταλιστικής οικονομίας ανάπτυξης σε χώρες της περιφέρειας υπό συνθήκες εξάρτησης τους από τις ήδη πανίσχυρες καπιταλιστικές οικονομίες του Βορρά, επέφερε και την σχετική αλλοίωση στην ταξική φυσιογνωμία των κοινωνικών υποκειμένων και στην κατανομή των κοινωνικών ρόλων που γεννήθηκαν μέσα από αυτήν την διαδικασία στις κοινωνικές ολότητες του Νότου. Έτσι, ο καπιταλιστής επιχειρηματίας ή ο «τεχνοκράτης» πολιτικός των χωρών του Νότου, πέρα από τον ρόλο τους ως μέλη της εγχώριας πολιτικής και οικονομικής ελίτ, αντικειμενικά ανέλαβαν και τον ρόλο του διεκπεραιωτή των οικονομικών συμφερόντων των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, λειτουργώντας ως φορείς ετεροκαθορισμού των κοινωνιών στις οποίες ανήκαν, από τις κυρίαρχες μητροπόλεις του κέντρου. Ο συγγραφέας του «Αραβικού Φθινοπώρου» αναγνωρίζει την ύπαρξη αυτής της αλληλεπίδρασης μόνο αποσπασματικά, περιγράφοντας την ως μεμονωμένο γεγονός, στον βαθμό που οι ελίτ του κέντρου, «αποφασίζουν να δοκιμάσουν την παλιά συνταγή του επεκτατισμού, με σκοπό πάντα την ικανοποίηση των οικονομικών στόχων των ολιγαρχιών».[xii] Ωστόσο, η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια του συστήματος της οικονομίας της αγοράς δεν έχει τον χαρακτήρα μιας περιστασιακής «επιδρομής». Συνιστά συστημικό φαινόμενο με διαρκείς και καταστρεπτικές συνέπειες και αποτελέσματα, δημιουργώντας δεσμούς εξάρτησης και ετεροκαθορισμού σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό) ανάμεσα στις κυρίαρχες μητροπόλεις του κέντρου και τις υποτελείς κοινωνίες της περιφέρειας. 

 

Φωνές απ’ την Έρημο

 Πράγματι, αν μελετήσει κανείς τα έργα του ισλαμιστή ιδεολόγου και θεωρητικού της Ιρανικής Επανάστασης Αλί Σαριάτι, θα παρατηρήσει ότι αντικείμενο της θεωρητικής του εργασίας δεν είναι η προάσπιση μιας απαράλλακτης και αναχρονιστικής ισλαμικής παράδοσης κόντρα στην παραμορφωτική επιρροή των νεωτεριστικών αξιών και ιδεών. Γι’ αυτούς που παραμένουν παθητικά προσκολλημένοι στις παραδόσεις ο Σαριάτι γράφει πως «ότι είναι παλαιό, δεν είναι κι ευσεβές», ενώ με μπόλικη δόση σαρκασμού σχολιάζει ότι προσπαθούν «να διατηρήσουν άμαξες που τις τραβάνε άλογα δίπλα, δίπλα με τα ταξί».[xiii] Η επηρεασμένη από τον μαρξισμό σκέψη του εκδιπλώνεται κάτω από την βαριά σκιά της απειλής που ενσάρκωνε ο δυτικός ιμπεριαλισμός για την ανεξαρτησία και την επιβίωση του λαού του Ιράν. Επιζητά να ανανεώσει την ισλαμική κουλτούρα και να της εμφυσήσει έναν νέο δυναμισμό, ορίζοντας εκ νέου το σιιτικό ισλάμ ως ρεύμα πολιτικής και κοινωνικής αφύπνισης και ως κατ’ εξοχήν δόγμα των «mustazafin», δηλαδή της παγκόσμιας κοινότητας των καταπιεσμένων. Γράφει χαρακτηριστικά, «…αυτό είναι το τελευταίο επαναστατικό κύμα του Αλευιτικού Σιισμού, ο Κόκκινος Σιισμός, που επί 700 χρόνια συνέχισε να περιφρουρεί την φλόγα του επαναστατικού πνεύματος, της αναζήτησης για ελευθερία και δικαιοσύνη, πάντα παίρνοντας το μέρος του απλού λαού και αγωνιζόμενος ακατάπαυστα ενάντια στην καταπίεση, την άγνοια και την φτώχεια».[xiv] Όπως είναι πρόδηλο, ο Σαριάτι αντιλαμβάνεται το σιιτικό δόγμα της διαρκούς επανάστασης ενάντια στο σουνιτικό χαλιφάτο, ως μια δύναμη ανατροπής του εγχώριου και διεθνούς κατεστημένου, όπως αυτό εκφραζόταν από το δικτατορικό καθεστώς του Σάχη και τους δεσμούς υποταγής που αυτό είχε αναπτύξει με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, και ως όχημα ριζοσπαστικού μετασχηματισμού κι ανεξαρτητοποίησης της περσικής κοινωνίας. Το πνεύμα διεθνιστικής αλληλεγγύης που διαποτίζει την σκέψη του διασώζεται αυτούσιο στο άρθρο 154 του συντάγματος της ισλαμικής «δημοκρατίας» το οποίο αναφέρει:

 

«Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θεωρεί ότι ο στόχος της είναι η ευτυχία όλων των ανθρώπων, σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Αναγνωρίζει την ανεξαρτησία, την ελευθερία και την κυριαρχία των δικαιωμάτων και της δικαιοσύνης για όλους τους ανθρώπους του κόσμου. Ως εκ τούτου, ενώ τηρεί την απόλυτη αυτοσυγκράτηση αναφορικά με την ανάμειξη της στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων εθνών, θα προστατέψει τους αγώνες των αδύναμων ενάντια στους αλαζόνες, σε όποιο μέρος του κόσμου κι αν βρίσκονται».[xv] 

Έτσι, βλέπουμε ότι η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας για προβολή μιας όσο γίνεται πιο συγκροτημένης συλλογικής αυτοάμυνας στις αρπακτικές διαθέσεις των ιμπεριαλιστικών ελίτ των ανεπτυγμένων χωρών του Βορρά, ήταν εκείνη που σε μεγάλο βαθμό υπαγόρευσε το ιδεολογικό περιεχόμενο του μαχητικού, περσικού ισλαμισμού, ο οποίος από αυτή την άποψη έχει πολλά κοινά με το κίνημα της θεολογίας της απελευθέρωσης των λατινοαμερικάνων καθολικών.[xvi] Και μπορούμε να αντιληφθούμε ότι ο σιιτικός επαναστατικός λόγος δεν έχει τις ρίζες του στην υποτιθέμενη ανικανότητα των μουσουλμανικών κοινωνιών να αποδράσουν από τις «δαγκάνες ενός ανυποχώρητου θρησκευτικού φαντασιακού», όπως υποστηρίζει ο Καστοριάδης[xvii], αλλά στην ανάγκη επιστράτευσης του ριζοσπαστικού Ισλάμ ως ιδεολογικού εργαλείου για την κινητοποίηση ενός όσο το δυνατόν μεγαλύτερου φάσματος κοινωνικών δυνάμεων και την ένταξη τους στην υπηρεσία της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης από την επικυριαρχία των δυτικών ελίτ και από την εξουσία του πελατειακού καθεστώτος της μοναρχίας.

Από την άλλη, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες η μαζική πολιτική απήχηση του σκληροπυρηνικού Ισλάμ αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε τεχνηέντως σε αγαστή συνεργασία και με την ενεργό υποστήριξη των ελίτ του συστήματος. Για παράδειγμα, είναι ευρέως αποδεκτό ότι οι μουτζαχεντίν της ισλαμικής αντίστασης στο Αφγανιστάν δεν θα είχαν κατορθώσει να εκδιώξουν τους σοβιετικούς από τα κατεχόμενα, ούτε αργότερα θα είχαν καταφέρει να επιβάλλουν τον ισλαμικό νόμο στην επικράτεια, αν προηγούμενα δεν είχαν εξασφαλίσει τον εξοπλισμό, την χρηματοδότηση και την διπλωματική στήριξη του αγώνα τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρομοίως, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες επέδειξαν ανοχή απέναντι στο νεαρό κίνημα των Αδελφών Μουσουλμάνων που άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία μέσα στις πανεπιστημιακές σχολές και τις επαγγελματικές ενώσεις της Παλαιστίνης και απέφυγαν να ανακόψουν την άνοδο του, διαβλέποντας στην αυξανόμενη δύναμη του ριζοσπαστικού Ισλάμ μια ευκαιρία για να αποδυναμώσουν και να υποσκάψουν την ενότητα της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, επιτρέποντας την δημιουργία μιας ισχυρής ισλαμικής αντιπολίτευσης.[xviii] Την ίδια ανοχή άλλωστε επέδειξαν οι δυτικοί επικυρίαρχοι απέναντι στους Αδελφούς Μουσουλμάνους της Αιγύπτου, όταν έγινε σαφές ότι αυτοί ήταν σε θέση να αμφισβητήσουν το μονοπώλιο της δύναμης που κατείχαν οι κοσμικοί, παναραβιστές σοσιαλιστές του Νάσερ στο εσωτερικό της χώρας.

Για τις προνομιούχες ελίτ του Βορρά, η επικράτηση των «θεοσεβούμενων» σουνιτών ισλαμιστών, με τον σεβασμό που τρέφουν για τις «θεόπνευστες» κοινωνικές ιεραρχίες, τις συντηρητικές κοινωνικές αντιλήψεις και τον φλογερό αντικομμουνισμό τους, ήταν σίγουρα προτιμότερη από την συνέχιση της κυριαρχίας του κοσμικού και σοσιαλιστικού κινήματος του Αραβικού εθνικισμού που «απειλούσε» να εκσυγχρονίσει τις αραβικές οικονομίες, φλέρταρε με την ΕΣΣΔ και επιχειρούσε να δημιουργήσει τις συνθήκες για την οικονομική ανεξαρτησία και αυτοδυναμία των Αράβων. Έτσι, η γεωπολιτική εκστρατεία για την κατεδάφιση των πιο ριζοσπαστικών επιτευγμάτων του κινήματος του Αραβικού εθνικισμού προς όφελος των δυνάμεων της πιο μαύρης ισλαμιστικής αντίδρασης συνεχίζεται και επί των ημερών μας με ακόμη πιο επιθετικό τρόπο. Στην Λιβύη, η υπερεθνική ελίτ κινητοποίησε ολόκληρο τον φονικό στρατιωτικό μηχανισμό της προκειμένου να ανατρέψει ένα, αυταρχικό μεν, κοσμικό και σοσιαλιστικό δε, καθεστώς που για δεκαετίες βρέθηκε στην εμπροσθοφυλακή του κινήματος για ενότητα μεταξύ των Αράβων και να το αντικαταστήσει με μια σάπια πολιτική συμμαχία ανάμεσα σε ισλαμιστές σκοταδιστές φανατικούς από την μία και εξόριστους κοσμοπολίτες μεγαλοαστούς από την άλλη. Αλλά και στην Συρία, η διεθνής εκστρατεία για την οριστική συντριβή και του τελευταίου προπυργίου του Αραβικού εθνικισμού, του συριακού μπααθικού καθεστώτος, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν αποβλέπουν τόσο στο να τεκμηριώσουν την ύπαρξη δυο αντικρουόμενων τάσεων μέσα στους κόλπους του σκληροπυρηνικού πολιτικού Ισλάμ, μιας «μαύρης» σουνιτικής συνιστώσας και μιας «κόκκινης», ριζοσπαστικής, σιιτικής τάσης, όσο στο να καταδείξουν τον τρόπο με τον οποίο η διαρκής δομική αλληλεπίδραση με το αντίπαλο δέος του ανεπτυγμένου Βορρά, ενεπλάκη με τις υπάρχουσες υποκειμενικές συνθήκες προκειμένου να διαμορφώσει κάθε φορά τον ιδεολογικό προσανατολισμό του εκάστοτε ισλαμιστικού κινήματος. Αν διαβάσει κανείς τα έργα του Ινδού μουσουλμάνου φιλοσόφου και πνευματικού πατέρα του σύγχρονου Πακιστάν, Μουχάμαντ Ίκμπαλ, εύκολα θα καταλάβει ότι η ιστορική εμπειρία της αποικιοκρατίας συντέλεσε τα μέγιστα στην απέχθεια που διατύπωσαν με συστηματικό τρόπο στα έργα τους οι ριζοσπάστες μουσουλμάνοι διανοούμενοι για τις αξίες του φιλελευθερισμού και την δυτική εκδοχή της νεωτερικότητας γενικότερα.[xix] Οι έννοιες «ελευθερία», «ισότητα», «δημοκρατία» δεν ήταν για τους υπόδουλους Άραβες παρά όμορφες λέξεις με τις οποίες περιέβαλλαν οι δυνάστες τους την νοσηρή πραγματικότητα της απάνθρωπης σκληρότητας, εκμετάλλευσης και καταπίεσης του αποικιοκρατικού κατεστημένου. Στοχαστές όπως ο Ίκμπαλ και ο Αιγύπτιος Σαγέντ Κουτμπ, οι οποίοι εκφράζουν την αντιδραστική «ακροδεξιά» πτέρυγα του πολιτικού Ισλάμ, έμαθαν από πολύ νωρίς να μην εμπιστεύονται τις αυτάρεσκες φιλοσοφικές αναλύσεις των Ευρωπαίων ιδεολόγων κι ένιωσαν στο πετσί τους τις οδυνηρές συνέπειες του θηριώδους ετερόνομου συστήματος που εξέθρεψε στις αποικίες το ηγεμονικό φαντασιακό των «φωτισμένων» κι «ενάρετων» ελίτ των Ευρωπαϊκών κρατών. Ήταν η υπαγωγή των κοινωνιών τους στις εξουσιαστικές δομές της αποικιοκρατίας που ώθησε τους ισλαμιστές διανοουμένους να απομακρυνθούν από το «δυτικό φαντασιακό» ως μέσον διεκδίκησης της πολιτισμικής ανεξαρτησίας τους κι ως μέθοδο για να αντισταθούν στην πολιτική και οικονομική εκμηδένιση τους. Μπορεί κανείς να θυμηθεί το παράδειγμα των Αλγερινών μαχητών του F.L.N. οι οποίοι δήλωναν σοσιαλιστές, δίνοντας όμως παράλληλα έμφαση στις μουσουλμανικές καταβολές του κινήματος τους, επιχειρώντας έτσι να διαχωρίσουν την πολιτική ταυτότητα τους από την «εξευρωπαϊσμένη», μετριοπαθή Αριστερά που έκφραζε ο ιδρυτής του Αλγερινού κινήματος της ανεξαρτησίας, Μεσάλι Χατζ.[xx]

 Άλλωστε, θα ήταν άκρως απλουστευτικό να ισχυριστεί κάποιος ότι όλα τα είδη και τα ρεύματα της ισλαμιστικής ιδεολογίας, παρά τις έντονες διαφορές και αντιθέσεις που έχουν μεταξύ τους, κατά βάθος δεν εκφράζουν τίποτα άλλο από μια στείρα άρνηση και μια λογική πεισματικής αντίστασης σε κάθε μεταρρύθμιση και αλλαγή. Ο Κουτμπ στο έργο του «Ορόσημα» δεν αρνείται τον κρίσιμο ρόλο που παίζει η τεχνολογική πρόοδος στην προσπάθεια για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του ανθρώπινου γένους. Γράφει, «Είναι αναγκαίο για την ηγετική δύναμη (της ανθρωπότητας) να διατηρήσει και να εξελίξει τους υλικούς καρπούς της δημιουργικής διάνοιας της Ευρώπης […] Αυτή ήταν η εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας η διάνοια της Ευρώπης δημιούργησε τα υπέροχα επιτεύγματα της στις επιστήμες, την κουλτούρα, την νομική επιστήμη και την παραγωγή υλικών αγαθών, χάρη στα οποία η ανθρωπότητα ανήλθε σε σπουδαία ύψη δημιουργικότητας και υλικών ανέσεων».[xxi] Ωστόσο, έχει πλήρη συνείδηση ότι η ίδια αυτή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας χρησιμοποιήθηκαν από την Ευρώπη για να συγκροτήσουν την υλική υποδομή της υποδούλωσης ενός μεγάλου μέρους της ανθρωπότητας και πρόσφεραν τα μέσα για την βίαιη εξάπλωση της κυριαρχίας της σχεδόν σε οικουμενικό επίπεδο. Έτσι, η «οικουμενικότητα» των αξιών του δυτικού φαντασιακού ήταν για τον Κουτμπ άμεση απόρροια των οικουμενικών διαστάσεων της ευρωπαϊκής υπεροπλίας και στρατιωτικής υπεροχής. Συνακόλουθα, η αναβίωση μιας «αυθεντικά» ισλαμικής μορφής οργάνωσης της μουσουλμανικής κοινωνίας, δεν ήταν παρά το μέσον για την συλλογική επιβίωση των μουσουλμάνων και την τελική επικράτηση τους στον αγώνα που είναι υποχρεωμένοι να διεξάγουν ενάντια στην Δύση για την απόκτηση της παγκόσμιας ηγεμονίας.   

 

Η αυτονομία του Καστοριάδη, ή ο «αναρχισμός» της μπουρζουαζίας

Η παντελής έλλειψη συνειδητοποίησης αναφορικά με τον ρόλο που παίζουν οι υφιστάμενες αντικειμενικές συνθήκες, δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος, στην διαμόρφωση και αναπαραγωγή μιας συγκρουσιακής δυναμικής ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα των χωρών του Νότου και στις ελίτ του Βορρά, διαφαίνεται έντονα και στα αξιοθρήνητα συμπεράσματα που διατυπώνει ο συγγραφέας του «Αραβικού Φθινοπώρου» ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα προωθήσουμε την υπόθεση της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας στον ισλαμικό κόσμο. Καμία αναφορά δεν γίνεται στους όρους και τις παραμέτρους της Κοινωνικής Πάλης σε διεθνές επίπεδο. Αντίθετα, μαθαίνουμε ότι καθήκον κάθε επαναστάτη ελευθεριακού δεν είναι η έμπρακτη αλληλεγγύη στα ένοπλα κινήματα (Χαμάς, Χεζμπολάχ, PFLP, κλπ.) που διεξάγουν εθνικοαπελευθερωτικούς πολέμους ζωής και θανάτου και αντιμάχονται με αυτόν τον τρόπο την εδραίωση της κυριαρχίας της υπερεθνικής ελίτ στην περιφέρεια του συστήματος, αλλά η συμπαράταξη μας με μεταμοντέρνα κοινωνικά υποκείμενα, όπως είναι οι ομοφυλόφιλοι, σε μονοθεματικούς κοινωνικούς αγώνες που από την φύση τους, ως μοναδικό στόχο τους μπορούν να έχουν την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων της κάθε κοινωνικής ομάδας. «Αυτό, εν ολίγοις, που εμείς καλούμαστε να υπερασπιστούμε είναι οι φωνές εκείνες που δεν προάγουν την βία, αλλά τις διαπολιτισμικές σχέσεις και όχι την μισαλλοδοξία και τον οπισθοδρομισμό», καταλήγει ο συγγραφέας σε μια παράγραφο που παραπέμπει περισσότερο σε κείμενο συμπερασμάτων πανεπιστημιακού διαπολιτισμικού συνεδρίου, παρά σε μπροσούρα μαχητικής ελευθεριακής συλλογικότητας.[xxii]

Ωστόσο, θα είναι λίγο δύσκολο για τις φωνές της συμφιλίωσης να βρουν ευήκοα ώτα στις Αραβικές χώρες για όσο καιρό συνεχίζεται η εθνοκάθαρση των Παλαιστίνιων από την οπλισμένη μέχρι τα δόντια Σιωνιστική εμπροσθοφυλακή του συστημικού ιμπεριαλισμού, για όσο καιρό μουσουλμανικές χώρες ισοπεδώνονται και δεκάδες χιλιάδες άμαχοι δολοφονούνται από τα βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ, για όσο καιρό διαρκεί η περικύκλωση των μουσουλμανικών χωρών από ένα δίκτυο στρατιωτικών βάσεων της υπερδύναμης στην Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία. Με άλλα λόγια, ο ιμπεριαλισμός του συστήματος δεν είναι ένα νοητικό κατασκεύασμα, προϊόν του αναχρονιστικού θεοκρατικού φαντασιακού των λαών της Ανατολής. Είναι μια ολοκληρωμένη δομή ετεροκαθορισμού που θεσμοποιείται μέσα από τις ιεραρχικές διαβαθμίσεις και τον παγιωμένο καταμερισμό εργασίας που επιβάλλει η υπερεθνική ελίτ σε πλανητικό πλέον επίπεδο. Μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του διεθνούς συστήματος ο ετεροκαθορισμός των υποτελών λαών της περιφέρειας είναι καθολικός και η δημιουργία σχέσεων που βασίζονται στην ανισοκατανομή της δύναμης ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια εκτείνεται σε όλα τα πεδία (πολιτική, οικονομία, κουλτούρα, οικολογία).

Ανάλογα δε με την ιστορική έκβαση της Κοινωνικής Πάλης σε κάθε κοινωνία, την γεωπολιτική θέση, τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων και τις υφιστάμενες υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες, η συνθήκη της ετερονομίας προσλαμβάνει διαφορετικά χαρακτηριστικά και παράγει διαφορετικές επιμέρους μορφές κοινωνικής οργάνωσης σε κάθε κοινωνική ολότητα. Το καθεστώς της στρατιωτικής κατοχής, η απευθείας διακυβέρνηση με τα όπλα χωρίς πολιτικές ή ιδεολογικές διαμεσολαβήσεις, αποτελεί την αναγκαία υλική μορφή της πιο απόλυτης ταξικής κυριαρχίας και της πιο βάρβαρης καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Με άλλα λόγια, η κατοχή συνιστά την ύψιστη συνθήκη ετερονομίας, η οποία ενέχει ως αναγκαία προϋπόθεση για την αναπαραγωγή της, την συντριπτική ανισοκατανομή όλων των μορφών δύναμης ανάμεσα στον κατακτητή από την μία, και τον υπόδουλο λαό από την άλλη, και συνιστά μια συνολική άρνηση του συλλογικού δικαιώματος ενός ολόκληρου λαού στον αυτοκαθορισμό. Κάποιος μπορεί κάλλιστα να ανησυχεί για την έλλειψη σεβασμού που επιδεικνύουν οι ισλαμιστικές αντιστασιακές οργανώσεις του Αφγανιστάν, της Τσετσενίας, της Παλαιστίνης και του Λιβάνου απέναντι στα ατομικά δικαιώματα.  Παρ’ όλα αυτά, μέσα στο πλαίσιο της κατοχής δεν έχει νόημα να μιλά κανείς για την προστασία των δικαιωμάτων στο κοινωνικό πεδίο, αφού αυτό που καταλύεται πρωτίστως είναι το δικαίωμα του κατεχόμενου λαού στην ίδια την αυτοδιάθεση ακόμη και την φυσική επιβίωση του. Η εξασφάλιση του δικαιώματος στην ζωή αποτελεί προϋπόθεση για την διασφάλιση όλων των δευτερευόντων δικαιωμάτων που συνάγονται απ’ αυτό. Έτσι, είναι τουλάχιστον ανορθολογικό να κόπτεται κανείς για το δικαίωμα των Παλαιστινίων γυναικών π.χ. στην σεξουαλική απελευθέρωση, αλλά ταυτόχρονα να σφυρίζει αδιάφορα μπροστά στον βίαιο εξανδραποδισμό και τον συνολικό ετεροκαθορισμό τους από το βάρβαρο Σιωνιστικό απαρτχάιντ.

Η δήθεν «αναρχική» στάση των ίσων αποστάσεων ανάμεσα στον πανίσχυρο εξουσιαστικό μηχανισμό της υπερεθνικής ελίτ και στα τοπικά κινήματα που αντιστέκονται στην περιφέρεια – επειδή αυτά μπορεί να είναι φορείς κάποιου άλλου είδους ετερονομίας (εθνικισμός, θρησκευτικός φονταμενταλισμός, κλπ.) – καταλήγει να ευνοεί αντικειμενικά τον ισχυρότερο, δηλαδή την υπερεθνική ελίτ, στην εκστρατεία που διεξάγει για την καθολίκευση της κυριαρχίας της. Βρίσκεται επίσης επικίνδυνα κοντά σε μια αντίληψη ενός κατακτητή που βρίσκεται σε ανθρωπιστική, «εκπολιτιστική» αποστολή (π.χ. να «διαπαιδαγωγήσουμε» τους «απολίτιστους» Αφγανούς στον σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων), παρόμοια με αυτή των απολογητών της αποικιοκρατίας. Πράγματι, δεν είναι μεγάλη η απόσταση ανάμεσα στην αποκήρυξη των ισλαμικών κοινωνιών ως συλλήβδην σκοταδιστικών εξαιτίας του αυταρχικού θρησκευτικού φαντασιακού τους, και στην λογική εκείνων των εγχώριων οργανώσεων που μπορεί να μην καλούν ανοικτά σε μια στρατιωτική επέμβαση της Δύσης, αλλά στην ουσία αναλαμβάνουν τον ρόλο μιας ιδεολογικής πέμπτης φάλαγγας που με την στάση τους επιβεβαιώνουν την ανωτερότητα των αξιών που εκπορεύονται απευθείας από την δυτική ετερόνομη παράδοση (π.χ. ο λόγος περί δικαιωμάτων) και εμμένουν στην ανάγκη εφαρμογής τους στο πλαίσιο των κοινωνιών από τις οποίες προέρχονται. Αν η τυπική κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών προϋποθέτει την συγκρότηση ενός κοινωνικού συστήματος σε δυτικά πρότυπα και την συμμόρφωση της τοπικής εξουσίας με τις κανονιστικές νόρμες που διέπουν την σχέση κυβερνήτη – υπηκόου σε μια αντιπροσωπευτική «δημοκρατία», τότε δεν υφίσταται ευδιάκριτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτή την αποθέωση των φιλοσοφικών αξιώσεων περί «οικουμενικότητας» του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος και του δόγματος της «περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας» που βρίσκεται στο πυρήνα του θεωρητικού σχήματος που χρησιμοποιείται για να δικαιολογεί τις «ανθρωπιστικές» στρατιωτικές επεμβάσεις της υπερεθνικής ελίτ.[xxiii]

Άλλωστε, αυτόν τον ρόλο παίζουν πολύ καλά και οι (ανεξάρτητες ή μη) ΜΚΟ, οι οποίες από την φύση τους λειτουργούν ως εν δυνάμει φορείς της νεοταξικής ιδεολογίας του συστήματος. Δηλαδή, δεν υιοθετούν ένα απελευθερωτικό πρόταγμα που έρχεται σε καθολική ρήξη με κάθε μορφή θεσμοποιημένης ετερονομίας, αλλά διαχέουν έναν λόγο «ενδυνάμωσης» των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων, που σε τελική ανάλυση δεν σημαίνει τίποτε άλλο από την διεκδίκηση του δικαιώματος των αποκλεισμένων κοινωνικών υποκειμένων να αναρριχηθούν στις υπάρχουσες εξουσιαστικές δομές, χωρίς ωστόσο να αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη της θεσμοποιημένης σχέσης εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου. Στις περισσότερες δε περιπτώσεις, οι ΜΚΟ απαιτούν τον συνολικό μετασχηματισμό του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου και την αναμόρφωση του σύμφωνα με το κοινωνικό παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας ως αναγκαία συνθήκη για την προάσπιση των δικαιωμάτων των αποκλεισμένων κοινωνικών ομάδων.[xxiv] Έτσι, μπορεί κάποιος βάσιμα να ισχυριστεί ότι οι ΜΚΟ δεν υπερασπίζονται αρχές, αλλά ένα συγκεκριμένο μοντέλο ταξικής κοινωνικής οργάνωσης, έναν δεδομένο τύπο ετερόνομης κοινωνίας.   

 

Λόγος και δύναμη

Στις καπιταλιστικές κοινωνίες του ανεπτυγμένου Βορρά, ο λόγος είναι δύναμη. Με αυτό εννοούμε ότι στον βαθμό που είναι συμβατή με το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα, η παραγωγή ιδεολογίας μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την κινητοποίηση μιας τεράστιας πολιτικής, οικονομικής, διπλωματικής και στρατιωτικής ισχύος που διαθέτει τα υλικά μέσα για να δημιουργήσει έναν κόσμο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των συμβολικών της αναπαραστάσεων. Αυτή η οργανική διασύνδεση μεταξύ γνώσης και δύναμης πουθενά δεν καθίσταται πιο εμφανής απ’ ότι στον ρόλο που έπαιξε η συστηματική διάχυση αντι-μουσουλμανικής προπαγάνδας ως ιδεολογικό υπόβαθρο για την διεξαγωγή του πολέμου κατά της «τρομοκρατίας» από την υπερεθνική ελίτ. Ή στην εδραίωση του «επιστημονικού» κύρους και την ηγεμονική θέση που κατέκτησαν οι ισλαμοφοβικοί κύκλοι στον χώρο της αμερικανικής διανόησης, μετά την ανάληψη από τις ΗΠΑ επιθετικών πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον των μουσουλμάνων σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Σομαλία, Λιβύη, κλπ. Θα πρέπει εδώ να λάβουμε υπόψη ότι ακόμη και πρίν από την 11η Σεπτεμβρίου, οι απολογητές και υπέρμαχοι του Σιωνισμού συγκροτούσαν στις ΗΠΑ το κυρίαρχο ρεύμα ακαδημαϊκής ορθοδοξίας σε θέματα μεσανατολικής πολιτικής. Η ηγεμονική τους θέση ενισχύθηκε ιδιαίτερα έπειτα από τον Αραβο-ισραηλινό πόλεμο του 1967, όταν η συντριπτική επικράτηση του Ισραήλ κατέστησε εμφανή τα στρατηγικά οφέλη που θα μπορούσε να αποκομίσει η Ουάσινγκτον από την σύναψη συμμαχίας με αυτήν την ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη. Πράγμα που οδήγησε στην αναβάθμιση του ρόλου των αμερικανοεβραϊκών σιωνιστικών οργανώσεων που αναγορεύθηκαν σε φυσικοί συνομιλητές του νέου στρατηγικού κεφαλαίου των ΗΠΑ.[xxv]

Πόσο μάλλον μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, οπότε ακόμα και οι πλέον εξτρεμιστικές και διαστρεβλωτικές θεωρήσεις του Ισλάμ προερχόμενες από το περιβάλλον φανατικών ρατσιστών σαν τον ανεκδιήγητο Ντάνιελ Πάιπς, έπαψαν να ηχούν παράταιρες ή να αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό από μεγάλο μέρος του Αμερικανικού ακαδημαϊκού κατεστημένου. Η οργανωμένη αυτή συμμορία φιλοσιωνιστών μακαρθιστών, χρόνια τώρα προειδοποιούσε μέσα από τις σελίδες ψευδοεπιστημονικών εντύπων και φιλο-ισραηλινών πολιτικών επιθεωρήσεων τους Αμερικανούς για την ‘Πράσινη Απειλή’, την επερχόμενη ισλαμική λαίλαπα. Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου τους περιέβαλλαν με το κύρος της ορθής πρόγνωσης. Η τρομοκρατημένη αλλά και σαστισμένη Αμερική προσέτρεξε πρόθυμα σε αυτούς τους κήρυκες του μίσους και της μισαλλοδοξίας, για να ζητήσει συμβουλές και να φωτιστεί σχετικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης του νέου Εχθρού.

Έτσι, αν οι φιλοσιωνιστές σύμβουλοι του Πενταγώνου είχαν προειδοποιήσει τους αμερικανούς αξιωματούχους περί του κινδύνου που πηγάζει από το «τυφλό» και «άλογο» μίσος που τρέφουν οι Αραβικοί λαοί για την «Δύση», και για τις ΗΠΑ ειδικότερα ως το κατ’ εξοχήν πρότυπο της «ανωτερότητας» του δυτικού πολιτισμού, τότε η ένοπλη επίθεση ενάντια σε μια Αραβική χώρα δεν μπορεί παρά να έχει ως αποτέλεσμα την επιβεβαίωση ακόμη κι επιδείνωση των θρυλούμενων τάσεων αντιαμερικανισμού. Οι φιλοσιωνιστές μυστικοσύμβουλοι μετατρέπονται έτσι σε μετά χριστόν προφήτες, υποστηρίζοντας ότι διέγνωσαν σωστά την υπαρξιακή αντίθεση που χωρίζει Ανατολή και Δύση σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Μπορούν με αυτόν τον τρόπο να υπερασπιστούν την σκοπιμότητα και την σωφροσύνη της επιλογής για στρατιωτική επέμβαση, παρουσιάζοντας την ως υπόδειγμα για την ανάληψη μελλοντικών δράσεων στον ισλαμικό γεωπολιτικό χώρο.

Αναμφίβολα ο συγγραφέας του «Αραβικού φθινοπώρου» δείχνει να αντιλαμβάνεται ενδόμυχα τον κίνδυνο στον οποίο απολήγουν λογικά οι απόψεις που εκφράζει στο κείμενο. Γι’ αυτό σπεύδει εκ των προτέρων να δηλώσει ότι αυτά που γράφει δεν πρέπει κατά κανέναν τρόπο να εκληφθούν από τον αναγνώστη ως μια υπεράσπιση της ανωτερότητας του δυτικού φαντασιακού.[xxvi] Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση η συνειδητή πρόθεση έχει μικρή σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι αξιακές αυτές κρίσεις του συγγραφέα λαμβάνουν χώρα μέσα στο πλαίσιο μιας ετερόνομης κοινωνικής ολότητας η οποία ενυπάρχει σε μια κυριαρχική σχέση με τον Νότο, μια δομική σχέση βασισμένη στην άνιση κατανομή όλων των μορφών δύναμης, που αποτελεί σύμπτωμα αλλά ταυτόχρονα και αναγκαία προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του ιμπεριαλισμού του συστήματος. Αυτή η ασυμμετρία δυνάμεων είναι εγγενές χαρακτηριστικό του συστήματος και είναι τόση ώστε να επιτρέπει σε έναν μεσαίου βαθμού πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, να καθορίζει με τις πράξεις του εν υπηρεσία την μελλοντική πορεία και την ιστορική εξέλιξη ενός ολόκληρου λαού.[xxvii]

Με άλλα λόγια, ενώ οι ελίτ των καπιταλιστικών μητροπόλεων του Βορρά μπορούν ανά πάσα στιγμή να τροποποιήσουν κατά το δοκούν την λίστα με τα ανθρώπινα δικαιώματα που ταξινομούν ως «απαραβίαστα» (την στιγμή που οι ίδιες τα καταπατούν με χίλιους διαφορετικούς τρόπους), να προβαίνουν σε υποδείξεις και προσταγές προς τα καθεστώτα της περιφέρειας και ημι-περιφέρειας και, στην ανάγκη, να ανατρέψουν όποιο καθεστώς δεν τους είναι αρεστό, το αντίθετο δεν υφίσταται ως ενδεχόμενο. Έτσι, όταν ο Αχμαντινετζάντ διακήρυξε την αλληλεγγύη του Ιράν προς τους βρετανούς εξεγερμένους του 2011 και ισχυρίστηκε ότι η ανελέητη καταστολή που εξαπέλυσε το Αγγλικό καθεστώς παραβίαζε κατά συρροή τα ανθρώπινα δικαιώματα των Άγγλων πολιτών, κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία.[xxviii] Χώρες σαν το Ιράν δεν έχουν δικαίωμα να εκφέρουν άποψη. Δικαιούνται μόνο να γίνονται παθητικοί αποδέκτες κριτικής από αυτούς που έχουν την δύναμη να ορίσουν το περιεχόμενο της διεθνούς ηθικής. Στις ιεραρχικές σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του διεθνούς συστήματος, οι αξιολογικές κρίσεις που διατυπώνονται γύρω από ζητήματα «νομιμότητας» ή «ηθικής» της εξουσίας, αποκτούν υπόσταση μόνο στον βαθμό που υποστηρίζονται από ένα ικανοποιητικό επίπεδο άσκησης οργανωμένης υλικής βίας που είναι σε θέση να επιβάλλει την εφαρμογή τους.

Γι’ αυτό θα πρέπει να έχουμε πλήρη επίγνωση πως ότι κάνουμε εμείς στις μητροπόλεις του Βορρά στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης, θα έχει άμεσο αντίκτυπο στις υποτελείς κοινωνίες της περιφέρειας. Και ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η Αναρχία θα επικρατήσει κάποια στιγμή στην Δύση, μας είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστούμε ότι θα υπήρχε έστω κι ένας αναρχικός που θα επιδοκίμαζε την διάδοση του αυτόνομου κοινωνικού παραδείγματος στις κοινωνίες της περιφέρειας με την δύναμη των όπλων. Στο κάτω, κάτω η παραδοσιακή απόρριψη της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού από την Αριστερά, δεν στηριζόταν στον θαυμασμό των μορφών κοινωνικής οργάνωσης των αυτοχθόνων, αλλά στην ρητή αναγνώριση του δικαιώματος κάθε λαού στον αυτοκαθορισμό, στην παραδοχή της βαθύτατα εκμεταλλευτικής και αντιδημοκρατικής φύσης του καπιταλιστικού συστήματος (σε αντιδιαστολή με την συστημική  προπαγάνδα περί «εκπολιτισμού») και στην συνειδητοποίηση των καταστροφικών συνεπειών που είχε η αποικιοκρατία στο μέτωπο της Κοινωνικής Πάλης στο εσωτερικό των καπιταλιστικών μητροπόλεων. 

 

 


[i] S.O.A.S. = School of Oriental and African Studies.

[ii] E. Said, Orientalism (Penguin Books), σελ. 2.

[iii] Ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο εκδηλώνεται υπόρρητα η διάχυτη οριενταλιστική νοοτροπία ακόμη και σε εκδηλώσεις που σχετίζονται με την «προοδευτική» πτέρυγα του πολιτικού φάσματος, είναι οι μαζικές διαδηλώσεις κατά της λιτότητας που έγιναν στο Λονδίνο το 2011 και στο Τελ Αβίβ το 2012. Παρά το γεγονός ότι οι συγκεντρωμένοι σε αυτές τις εκδηλώσεις μαζικής διαμαρτυρίας διεκδικούσαν την ικανοποίηση αιτημάτων για κοινωνική δικαιοσύνη, αλληλεγγύη και ισότητα που συνήθως ταυτίζουμε με την αυτόνομη παράδοση του δυτικού πολιτισμού, από την ατζέντα της διαμαρτυρίας τους απουσίαζαν εντελώς ζητήματα όπως η εναντίωση στον πόλεμο κατά της Λιβύης που εκείνη την εποχή βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, ή η διαμαρτυρία εναντίον της συνέχισης της στρατιωτικής κατοχής της Παλαιστίνης από τον ισραηλινό στρατό. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει μια σιωπηρή συναίνεση των «προοδευτικών» τμημάτων της δυτικής κοινωνίας στις αναληφθείσες πολεμικές εκστρατείες. Υποδηλώνει ακόμη μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι λαοί της Ανατολής δεν διαθέτουν εκείνες τις αναγκαίες βιολογικές, πνευματικές ή ηθικές αρετές που μπορούν να τους καταστήσουν υποκείμενα της δυτικής φιλοσοφίας του δικαίου.

[iv] Λες και οι μετανάστες δεν είναι τα εκατομμύρια θύματα των επεκτατικών πολέμων που εξαπολύει κατά συρροή η υπερεθνική ελίτ ενάντια στους λαούς της περιφέρειας, ή της οικονομικής εξάπλωσης των πολυεθνικών που με την αδηφάγα δράση τους καταστρέφουν ανεπανόρθωτα τα θεμέλια της οικονομικής αυτοδυναμίας των κοινοτήτων ανά τον κόσμο. Λες και δεν είναι οι μετανάστες, με άλλα λόγια, οι ηττημένοι προλετάριοι της Κοινωνικής Πάλης στο διεθνές επίπεδο.

[v] Αραβικό Φθινόπωρο, http://eagainst.com/articles/arabic-fall/.

[vi] E. Beck, Geert Wilders: Israel Fighting our War, http://www.ynetnews.com/articles/0,7340,L-3991733,00.html.

[viii] R. Giuliani, Toward a Realistic Peace, http://www.foreignaffairs.com/articles/62824/rudolph-w-giuliani/toward-a-realistic-peace. Για μια αναλυτική περιγραφή του συμπαγούς και καλά οργανωμένου δικτύου χρηματοδοτών, δεξαμενών σκέψης, ΜΜΕ και οργανώσεων βάσης που έχουν αναλάβει εργολαβικά την συστηματική προώθηση του νέου αντισημιτισμού στις ΗΠΑ συνιστούμε την σχετική μελέτη που δημοσίευσε το Center for American Progress, με τίτλο «The Roots of the Islamophobia Network in America»,  http://www.americanprogress.org/issues/religion/report/2011/08/26/10165/fear-inc/.

[ix] Α. Πανταζόπουλος, Η Γαλλία φλέγεται; (Πόλις).

[x] Κ. Καστοριάδης, Ο Θρυμματισμένος Κόσμος (Ύψιλον), σελ. 91.

[xi] Τηρουμένων των αναλογιών, αυτοί οι παράγοντες της μεταφύτευσης απ’ έξω και της μη-οργανικής ανάπτυξης των βασικών θεσμών του συστήματος (αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και οικονομία της αγοράς), όπως και το γεγονός ότι κατά την περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας επιβλήθηκε μέσω του θεσμικού πλαισίου της ΕΕ, το εξωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στις ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές και άρα στον ανταγωνισμό ανάμεσα σε μη-ισοδύναμες οικονομίες, μπορούν κατά την άποψη μας να εξηγήσουν επαρκώς τους κυριότερους λόγους της χρεοκοπίας των αντιπροσωπευτικών πολιτικών θεσμών και της καπιταλιστικής οικονομίας ανάπτυξης και στην Ελλάδα. 

[xii] Αραβικό Φθινόπωρο, http://eagainst.com/articles/arabic-fall/.

[xiii] A. Shariati, Fatima is Fatima, http://www.al-islam.org/fatimaisfatima/,

[xv] F. Halliday, Revolution and World Politics (Macmillan Press), σελ. 126.

[xvi] Το γεγονός αυτό βεβαίως δεν αναιρεί τον ετερόνομο χαρακτήρα και των δύο ιδεολογιών και την θεμελιώδη ασυμβατότητα τους με μια αυτόνομη, αμεσοδημοκρατική κοινωνία. Για περισσότερα Τ. Φωτόπουλος, Θρησκεία, Αυτονομία, Δημοκρατία (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 81-171.

[xvii] Περιεκτική Δημοκρατία, Τεύχος 17/Απρίλιος 2008, σελ. 15.

[xviii] Ζ. Κεπέλ, Τζιχάντ, ο ιερός πόλεμος (Εκδόσεις Καστανιώτη), σελ. 245-257.

[xxi] S. Qutb, Milestones (Maktabah) σελ.23,25.

[xxii] «Για το λόγο αυτό νιώθουμε την υποχρέωση να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στο κίνημα των Ιρανών άθεων/αγνωστικιστών το οποίο αντιστέκεται στην παράνοια του θεοκρατικού ολοκληρωτισμού. Παράλληλα, οφείλουμε να υπερασπιστούμε τους Σύριους αναρχικούς οι οποίοι διώκονται τόσο από την χούντα του Ασάντ, όσο και από τους τζιχαντιστές αντάρτες, και ν’ αποδώσουμε τον αρμόζοντα σεβασμό στους ομοφυλόφιλους μουσουλμάνους που δειλά δειλά έχουν αρχίσει να οργανώνονται σε αρκετές χώρες και αρνούνται, ταυτόχρονα, να συμπράξουν στην ομοφοβία ή στα αισχρά εγκλήματα τιμής που διαπράττουν οι διάφοροι φονταμενταλιστές, εναντίον μελών της ίδιας εθνικής ομάδας που «παραστρατούν». Αυτό, εν ολίγοις, που εμείς καλούμαστε να υπερασπιστούμε είναι οι φωνές εκείνες που δεν προάγουν την βία, αλλά τις διαπολιτισμικές σχέσεις και όχι την μισαλλοδοξία και τον οπισθοδρομισμό». Αραβικό Φθινόπωρο, http://eagainst.com/articles/arabic-fall/

[xxiii] T. Fotopoulos, The global war of the transnational elite, http://www.democracynature.org/vol8/takis_globalwar.htm.

[xxiv] Το πόσο εκτός τόπου και χρόνου είναι πολλές φορές αυτός ο λόγος περί ατομικών δικαιωμάτων όταν προορίζεται για τις κοινωνίες της Ανατολής, φαίνεται από την απάντηση που έδωσε η Μαροκινή ισλαμο-φεμινίστρια Νάντια Γιασσίν, όταν ρωτήθηκε για την «προοδευτική» νομοθεσία που εισήγαγε το 2007 ο βασιλιάς του Μαρόκου, η οποία κατοχυρώνει το δικαίωμα των Μαροκινών γυναικών στο διαζύγιο:  «Φυσικά και είναι σωστό οι γυναίκες να έχουν περισσότερες ελευθερίες. Όμως, τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Πώς μπορεί να κάνει μια γυναίκα χρήση του δικαιώματος της για διαζύγιο, αν για παράδειγμα μετά το διαζύγιο της δεν έχει δουλειά και καταλήξει στον δρόμο; Σε αγροτικές περιοχές τώρα γίνονται πολύ περισσότεροι παράνομοι γάμοι. Εκεί, οι γυναίκες έχουν μία επιλογή: Ή θα γίνουν πόρνες, ή παντρεύονται ή μεταναστεύουν στις μεγάλες πόλεις. Ο βασιλιάς πέρασε έναν νόμο για τις γυναίκες που μορφώνονται και πηγαίνουν γυμνάσιο, αλλά όχι για τον μέσο άνθρωπο της υπαίθρου». Στο Our Religion is Friendly to Women, http://www.spiegel.de/international/world/interview-with-moroccan-islamist-nadia-yassine-our-religion-is-friendly-to-women-a-492040.html.

[xxv] Ο Εβραίος αντι-σιωνιστής Φίνκελστάιν γράφει: «Η στρατιωτική ισχύς του [Ισραήλ] θα μπορούσε ακόμη να διευκολύνει την είσοδο στα άδυτα της αμερικανικής εξουσίας. Προηγουμένως, οι εβραϊκές ελίτ μπορούσαν να προσφέρουν μόνο την λίστα κάποιων Εβραίων ανατρεπτικών. Τώρα μπορούσαν να εμφανιστούν ως οι φυσικοί συνομιλητές του νέου στρατηγικού κεφαλαίου των ΗΠΑ. Από κομπάρσοι μπορούσαν να μετατραπούν σε πρωταγωνιστές του ψυχροπολεμικού δράματος», και αλλού συμπληρώνει, «Το γεγονός αυτό πριμοδοτούσε μα ανάλογη δύναμη και τις αμερικανοεβραϊκές ελίτ». Στο Ν. Finkelstein, Η Βιομηχανία του Ολοκαυτώματος (Εκδόσεις 21ου), σ.51, 67.

[xxvi] «Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει ν’ αγνοήσουμε μερικές σημαντικές παραμέτρους: Όλη η παραπάνω κριτική στον Ισλαμικό φονταμενταλισμό δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως μια προσπάθεια χλευασμού του θρησκευτικού μένους των ανθρώπων αυτών. Παρομοίως, η οποιαδήποτε χρήση της με σκοπό ν’ αναδειχθεί ο Δυτικός πολιτισμός ως ανώτερος, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από άστοχη έως και παραπλανητική». Αραβικό Φθινόπωρο, http://eagainst.com/articles/arabic-fall/.

[xxvii] Αναφερόμαστε εδώ στον ειδικό πράκτορα Μόντυ Γούντχαουζ των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, του οποίου η ομάδα έδρασε παρασκηνιακά για να προετοιμάσει την ανατροπή του εκλεγμένου προέδρου του Ιράν Μοσαντέχ το 1953 και την άνοδο του Σάχη στην εξουσία. Στο R. Fisk, The Great War for Civilization (Harper Perennial), σελ.112-170.

[xxviii] S. K. Dehghan, UK Riots: Iran calls on UN to intervene over “violent suppression”,  http://www.guardian.co.uk/uk/2011/aug/10/uk-riots-iran-un-mahmoud-ahmadinejad.

Ο Ακήρυχτος Πόλεμος των Τουπαμάρος

mln
 

                              “Poner el de arriba abajo y del abajo arriba”.

                                                  Αbraham Guillen

                  «Να γίνουν οι πρώτοι τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι».

                                               Αμπραχάμ Γκιγιέν

 

«Ελβετία» της Νοτίου Αμερικής

 Μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εξήντα η Ουρουγουάη είχε τη φήμη του κατ’ εξοχήν ευνομούμενου κράτους της Νοτίου Αμερικής. Οι κυβερνήσεις εναλλάσσονταν στην εξουσία χωρίς αιματοχυσία και σύμφωνα με τα συνταγματικά πρότυπα της ομαλής διαδοχής. Το βιοτικό επίπεδο του μέσου Ουρουγουανού πολίτη ήταν το υψηλότερο στη Λατινική Αμερική και τα εργασιακά του δικαιώματα προστατεύονταν από προοδευτικούς νόμους και διατάξεις. Από την εποχή της προεδρίας του Χοσέ Μπατλ Ορντόνιεζ (1903-1915), στην Ουρουγουάη είχε θεσμοθετηθεί το οκτάωρο, ο εγγυημένος κατώτατος μισθός, το επίδομα ανεργίας και οι άδειες μετ’ αποδοχών. Επιπλέον, ο Ορντόνιεζ συμπεριέλαβε στο μεταρρυθμιστικό του έργο και την αναμόρφωση των κοινωνικών ηθών. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, εισήγαγε νομοθεσία που νομιμοποιούσε το διαζύγιο, περιόριζε την επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας στην κοινωνική ζωή της χώρας και κατοχύρωνε την ανεξαρτησία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων έναντι του Κράτους. Για πενήντα χρόνια, η Ουρουγουάη πορεύτηκε σύμφωνα με τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης μεταρρύθμισης του Ορντόνιεζ και κατάφερε να εξελιχθεί σε ένα πρότυπο έθνος αστών. Πλούσιο, φιλήσυχο και ασφαλές.

Όμως κάτω από αυτή την επίφαση ευημερίας και ομαλότητας ελλόχευε το σαθρό οικονομικό υπόβαθρο του Ουρουγουανικού κράτους. Οι αποικιοκράτες ιδρυτές της χώρας δεν προέβλεψαν να εφοδιάσουν το μικρό αυτό κράτος με πλουτοπαραγωγικές πηγές. Η παντελής έλλειψη φυσικών πόρων είχε σαν αποτέλεσμα την υπερβολική εξάρτηση της εθνικής οικονομίας από τις εξαγωγές κτηνοτροφικών προϊόντων και ειδικότερα μαλλιού και βοδινού κρέατος. Οι γενναιόδωρες κοινωνικές παροχές χρηματοδοτούνταν από τα έσοδα του εξαγωγικού εμπορίου κρέατος και η ικανότητα της εκάστοτε κυβέρνησης να ανταπεξέλθει στις στοιχειώδεις οικονομικές υποχρεώσεις της έφθινε ή ενισχυόταν σε συνάρτηση με τις διακυμάνσεις των τιμών των κτηνοτροφικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, η δημιουργία μιας πολυπληθούς μεσαίας τάξης που, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κράτη της Λατινικής Αμερικής, αποτελούσε την μεγαλύτερη κοινωνική ομάδα στην Ουρουγουάη, είχε επιτευχθεί με τεχνητά μέσα και δεν ήταν προϊόν μιας ουσιαστικής άμβλυνσης των ανισοτήτων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Η μεσαία τάξη στην Ουρουγουάη όφειλε την ύπαρξη της σε έναν τεράστιο κρατικό μηχανισμό που λειτουργούσε ως ο αποκλειστικός εργοδότης για το μεγαλύτερο κομμάτι του εργατικού δυναμικού της χώρας. Με άλλα λόγια, η εγχώρια αστική τάξη δεν είχε την οικονομική αυτοτέλεια που απορρέει από την ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά βασιζόταν στις κρατικές εισφορές για να μπορέσει να διατηρήσει τις πολυτέλειες που περιλαμβάνει ο αστικός τρόπος ζωής.

Είναι προφανές ότι ο ανορθολογικός τρόπος οργάνωσης της οικονομικής ζωής δεν ήταν δυνατό να διατηρηθεί για πολύ, αφού η παραμικρή κρίση στα δημοσιονομικά του Κράτους μπορούσε αυτόματα να πυροδοτήσει μια κοινωνική κρίση τεραστίων διαστάσεων. Όταν οι διεθνείς τιμές του μαλλιού και του κρέατος κατέρρευσαν έπειτα από τον πόλεμο της Κορέας, η εξαρτημένη οικονομία της Ουρουγουάης βρέθηκε σε ελεύθερη πτώση. Το Κράτος αντιμετώπισε οξύ οικονομικό πρόβλημα. Αδυνατούσε να πληρώσει επιδόματα και συντάξεις ενώ η καταβολή των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων καθυστερούσε για μήνες. Η κυβέρνηση κατέφυγε στην μέθοδο του εξωτερικού δανεισμού ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις άμεσες ανάγκες της. Από το 1960 έως το 1965 το εξωτερικό χρέος της χώρας διπλασιάστηκε και το εθνικό της νόμισμα υποτιμήθηκε επτά φορές. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επέβαλε το άνοιγμα της Ουρουγουανικής οικονομίας στην διείσδυση του Αμερικανικού κεφαλαίου και την εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας για την μείωση του δημοσίου ελλείμματος. Οι άλλοτε πειθήνιοι και εφησυχασμένοι Ουρουγουανοί θορυβήθηκαν και αποφάσισαν να αντισταθούν. Έβλεπαν τις συνθήκες διαβίωσης τους να χειροτερεύουν καθημερινά, τις κοινωνικές παροχές τους να μειώνονται και το Κράτος να προδίδει τις σοσιαλδημοκρατικές αρχές της «ειρηνικής επανάστασης» του Ορντόνιεζ, προσφεύγοντας ολοένα και συχνότερα στη συστηματική χρήση βίας κατά των εργαζομένων. Μέσα σε αυτό το κλίμα του επερχόμενου ταξικού πολέμου, έκαναν την εμφάνιση τους οι αντάρτες πόλεων ΜLN-Τουπαμάρος.

«Για τη Γη και με τον Σεντίκ»

 Η επαναστατική οργάνωση των Τουπαμάρος ήταν δημιούργημα του ριζοσπάστη βουλευτή του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ουρουγουάης Ραούλ Σεντίκ και του εξόριστου Ισπανού αναρχικού Αμπραχάμ Γκιγιέν. Στα 1960, ο Σεντίκ αποφάσισε να απαρνηθεί τον τίτλο του κοινοβουλευτικού αντιπροσώπου και αναχώρησε για τις υποβαθμισμένες, αγροτικές περιοχές της Αρτίγκα στο απομακρυσμένο Βόρειο τμήμα της χώρας, όπου θα προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα επαναστατικό κίνημα μεταξύ των ακτημόνων αγροτών και των φτωχών μικροκαλλιεργητών ζάχαρης, κατά τα πρότυπα της Κουβανικής επανάστασης. Υπό την καθοδήγηση του έμπειρου σοσιαλιστή πολιτικού, οι αγρότες της Αρτίγκα ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αντισταθούν στη χρόνια υπανάπτυξη του Βορρά και να διεκδικήσουν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Ο Σεντίκ, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Ροντρίγκεζ Μπελέτι ίδρυσαν για πρώτη φορά ένα μαχητικό συνδικαλιστικό όργανο που συσπείρωνε στις τάξεις του τους μικροκαλλιεργητές ζάχαρης, την «Ένωση Εργατών Ζάχαρης της Αρτίγκα» (UTAA). Απαίτησαν την κρατική απαλλοτρίωση των ακαλλιέργητων εκτάσεων, την αναδιανομή τους στους ακτήμονες αγρότες και την αποστολή στην περιοχή κυβερνητικού επιθεωρητή που θα επέβλεπε την εφαρμογή του οκτάωρου και την καθιέρωση κατώτατου μισθού για τους εργάτες γης που δούλευαν στα αγροκτήματα των αστών μεγαλοτσιφλικάδων.

Αρχικά τα αιτήματα της UTAA έτυχαν ευνοϊκής αντιμετώπισης από τον Υπουργό Εσωτερικών Στοράσε Αρόζα. Η κρατικοποίηση όμως των γαιών έθιγε άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα της πανίσχυρης τάξης των μεγαλογαιοκτημόνων, ενώ ζημίωνε και τις Αμερικανικές εταιρείες ζάχαρης που είχαν περιουσιακά στοιχεία στη χώρα, όπως η CAINSA. Η κυβέρνηση βρέθηκε αμέσως υπό αφόρητη πίεση να αποσύρει τη στήριξη που παρείχε στο σχέδιο αγροτικής μεταρρύθμισης του Σεντίκ και η UTAA δεν έλαβε τίποτα άλλο από υποσχέσεις. Ως απάντηση και για να σπάσουν τη γεωγραφική και ιδεολογική απομόνωσή τους οι ηγέτες της UTAA οργάνωσαν την «Πορεία προς το Μοντεβίδεο» ή «Πορεία των Μαλλιαρών». Οι αγρότες διένυσαν με τα πόδια μια απόσταση 250 χιλιομέτρων από την επαρχία Αρτίγκας μέχρι το Μοντεβίδεο περνώντας μέσα από τις πόλεις και τα χωριά της Ουρουγουανής υπαίθρου. Σε κάθε πόλη που σταματούσαν διοργάνωναν μαζικές εκδηλώσεις και σεμινάρια πληροφόρησης για τον τοπικό πληθυσμό προσπαθώντας να προσεταιριστούν την κοινή γνώμη και να δημιουργήσουν έναν συνασπισμό κοινωνικών δυνάμεων γύρω από τα αιτήματα τους. Τέλος, την 1η Μάη του 1962, η φάλαγγα των αγροτών εισήλθε στα περίχωρα του Μοντεβίδεο ψέλνοντας ρυθμικά το αγωνιστικό σλόγκαν της UTAA, «Για τη Γη και με τον Σεντίκ». Εκεί ενώθηκαν με ριζοσπάστες φοιτητές και προχώρησαν στη συμβολική κατάληψη των γραφείων της CAINSA στην πρωτεύουσα. Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το Προεδρικό Μέγαρο το οποίο προστατευόταν από το σώμα της έφιππης αστυνομίας των Μητροπολιτικών Φρουρών. Όταν οι διαδηλωτές θέλησαν να επιδώσουν ψήφισμα διαμαρτυρίας στα χέρια του ίδιου του Προέδρου Αρέκο, η αστυνομία τους παρεμπόδισε με συνέπεια να ξεσπάσουν συγκρούσεις. Αγρότες και φοιτητές προσπάθησαν να αμυνθούν με πέτρες, ξύλα και βόμβες μολότοφ αλλά μπροστά στην ορμή των έφιππων δεν είχαν τύχη. Μέσα σε λίγη ώρα το πλήθος είχε διασκορπιστεί και η διαδήλωση είχε κατασταλεί βιαίως. Αντί του διαλόγου και της ειρηνικής διαπραγμάτευσης με την UTAA η κυβέρνηση είχε επιλέξει τη βίαιη διάλυση του αγροτικού κινήματος. Μια ημέρα μετά τα έκτροπα, η Εκτελεστική Επιτροπή της UTAA εξέδωσε μια οργισμένη ανακοίνωση: «Απορρίπτουμε τον διάλογο με αυτούς που μας κυβερνούν…Η ολιγαρχία είναι έτοιμη να υπερασπιστεί τα προνομία της με αίμα και φωτιά…Θα ήταν αυτοκτονία εάν συνεχίζαμε να εμπιστευόμαστε την άρχουσα τάξη. Δεν ελπίζουμε πια ότι μπορούμε να πετύχουμε οτιδήποτε μέσα από τον διάλογο και τον συμβιβασμό. Πρέπει να πολεμήσουμε!». Το κείμενο τελείωνε με την επανάληψη της πολεμικής κραυγής των εξεγερμένων αγροτών: «Για τη Γη και με τον Σεντίκ!».

Η ζούγκλα του άστεως 

Το μοντέλο του ανταρτοπολέμου βασίζεται στη θεωρία της «επαναστατικής εστίας» που πρώτος διατύπωσε ο Τσε Γκεβάρα. Σύμφωνα με τον Τσε, η επανάσταση μπορεί να πραγματοποιηθεί από μια ομάδα αποφασισμένων μαχητών με στρατιωτική κατάρτιση και ισχυρά πολιτικά κίνητρα που διεξάγει παρατεταμένο ανταρτοπόλεμο κατά των κυβερνητικών δυνάμεων. Εάν η ομάδα καταφέρει να επιβιώσει για ικανό χρονικό διάστημα και να προκαλέσει φθορά στα στρατεύματα της κυβέρνησης θα αποδείξει στον πληθυσμό ότι η ένοπλη αντίσταση κατά του καθεστώτος είναι εφικτή. Ο λαός θα προσχωρήσει στις γραμμές τους και θα αποτελέσει τον κορμό του μελλοντικού λαϊκού απελευθερωτικού στρατού που θα καταλάβει την εξουσία.

Τα τακτικά μειονεκτήματα του αντάρτικου στρατού όπως ο μικρός αριθμός μαχητών ή ο ελλιπής οπλισμός τους, μπορούν να αντισταθμιστούν από τη συνετή επιλογή του πεδίου των εχθροπραξιών. Ο Τσε πίστευε πως η ύπαιθρος ή η λατινοαμερικανική ζούγκλα ήταν το καταλληλότερο περιβάλλον για τη διεξαγωγή ανταρτοπολέμου, αφού εξασφάλιζε στους επαναστάτες φυσική κάλυψη, ευχέρεια στις μετακινήσεις, και το σημαντικότερο, την υποστήριξη του τοπικού αγροτικού πληθυσμού ο οποίος λόγω της φτώχειας και των καθημερινών του στερήσεων ήταν ευνοϊκά προδιατεθειμένος απέναντι σε κάθε προσπάθεια για επαναστατική αλλαγή. Ο αντάρτης όφειλε πάντα να διατηρεί την πρωτοβουλία στο πεδίο των μαχών, επιλέγοντας εκείνος την τοποθεσία και τη χρονική συγκυρία της αντιπαράθεσης του με τον αντίπαλο. Έτσι μπορούσε να πολεμά πάντα κάτω από ευνοϊκές συνθήκες και να καταγάγει μικρές αλλά συνεχόμενες νίκες έναντι του υπέρτερου εχθρού. Παράλληλα, χρησιμοποιώντας τα όπλα που κατέσχεσε από τις νικημένες δυνάμεις του εχθρού όφειλε να εξοπλίζει συνεχώς νεοσύλλεκτους εθελοντές μέχρι να δημιουργήσει ισχυρό στρατό που θα μπορούσε να αναμετρηθεί κατά μέτωπο με το τακτικό στράτευμα. 

Ο Τσε πίστευε τόσο πολύ στη θεωρία του που ήταν πρόθυμος να πεθάνει γι’ αυτήν. Το 1967 μετέβη στη Βολιβία επικεφαλής μιας ομάδας βετεράνων πολεμιστών για να εγκαταστήσει μια επαναστατική βάση στην καρδιά της Βολιβιανής ζούγκλας. Η απόπειρα όμως απέτυχε οικτρά. Ο Τσε αιχμαλωτίστηκε και δολοφονήθηκε από τον Βολιβιανό στρατό, ενώ η αντάρτικη ομάδα του εξολοθρεύτηκε. Ο θάνατος του προκάλεσε μεγάλο συναισθηματικό αντίκτυπο στους οπαδούς του και οδήγησε στην ανάδειξη μιας νέας γενιάς θεωρητικών όπως ο Γάλλος Ρεζίς Ντεμπραί  ή ο Ισπανός Αμπραχάμ Γκιγιέν που ισχυρίζονταν πως τα διδάγματα της Κουβανικής επανάστασης δεν είχαν οικουμενική αξία και ότι εφεξής οι ένοπλες επαναστατικές οργανώσεις όφειλαν να μεταφέρουν τη δράση τους στις χαοτικές μητροπόλεις της Λατινικής Αμερικής, την «ζούγκλα από τσιμέντο», όπως συνήθιζε να τις αποκαλεί ο Γκιγιέν.

Ο Τσε πίστευε πως οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην πόλη ήταν δευτερευούσης σημασίας και στη συνολική στρατηγική του αντάρτικου είχαν ρόλο επικουρικό, όπως το να απασχολούν μονάδες του στρατού αποσπώντας τις από το κυρίως μέτωπο του πολέμου που ήταν η ύπαιθρος. Αντίθετα, Ντεμπραί και Γκιγιέν ήταν πεπεισμένοι πως η μεγαλούπολη συνιστούσε το ιδανικό περιβάλλον για την εξαπόλυση ανταρτοπολέμου. Οι πυκνοκατοικημένες φτωχογειτονιές του Ρίο ή του Μοντεβίδεο πρόσφεραν στον αντάρτη πόλεων μια πληθώρα στρατηγικών στόχων αλλά και ένα ασφαλές περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούσε να κινηθεί και να λειτουργήσει. Επιπλέον, του εξασφάλιζαν την ιδεολογική όσο και φυσική εγγύτητα με εκείνη την κοινωνική τάξη που κατέχει τα πιο ανεπτυγμένα επαναστατικά ένστικτα, το προλεταριάτο των πόλεων. Τέλος, από τις πόλεις οι μαχητές μπορούσαν να παρακολουθούν την πολιτική διαδικασία και να παρεμβαίνουν ενεργά στους αγώνες της εργατικής τάξης αντί να αποξενώνονται μαχόμενοι σε κάποια μοναχική βουνοκορφή μακριά από τον πολιτισμό.

Όπως στον ανταρτοπόλεμο της υπαίθρου, τελικός στόχος του αντάρτικου πόλης είναι η ανατροπή του καθεστώτος. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε να συμβεί μέσα από τη δημιουργία ενός τακτικού λαϊκού στρατού που θα εφορμούσε από την ύπαιθρο για να περικυκλώσει τις πόλεις. Η θεωρία του αντάρτικου πόλης προβλέπει ότι το τελικό χτύπημα στο καθεστώς θα δοθεί μέσα στις μητροπόλεις και θα είναι συνδυασμός δύο παραγόντων: α) μιας συντονισμένης λαϊκής εξέγερσης και, β) μιας αστραπιαίας επίθεσης των ανταρτών στα νευραλγικά σημεία της Κρατικής εξουσίας. Το αντάρτικο πόλεων είναι λοιπόν μια αιρετική θεωρία από την πλευρά της στρατιωτικής τακτικής, αφού πουθενά δεν προτάσσει τον σχηματισμό συμβατικού στρατού ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση της εξουσίας. Άντ’ αυτού ισχυρίζεται πως αυτό είναι δυνατό να γίνει μέσα από τη δράση μιας σφριγηλής πολιτικοστρατιωτικής οργάνωσης που την ύστατη ώρα θα λειτουργήσει ως η δύναμη κρούσης των επαναστατημένων μαζών στην επίθεση εναντίον του Κράτους.

Σεντίκ και Γκιγιέν

Έπειτα από την αποτυχία της «Πορείας προς το Μοντεβίδεο» οι ηγέτες της UTAA αναθεώρησαν τις απόψεις τους σχετικά με το πώς θα μπορούσε να επιλυθεί το αγροτικό ζήτημα στην Ουρουγουάη. Σύμφωνα με τη νέα αντίληψη το αγροτικό πρόβλημα δεν ήταν δυνατό να διευθετηθεί χωρίς την ολοκληρωτική ανατροπή του καθεστώτος, την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος και την αντικατάσταση του από μια οικονομία με σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά. Για αυτό το σκοπό, σε μυστική συνεδρίαση που έλαβε χώρα γύρω στο 1963 η ολομέλεια της UTAA αποφάσισε την ίδρυση της μυστικής επαναστατικής οργάνωσης «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (MLN)-Τουπαμάρος» και την έναρξη προετοιμασιών για την διεξαγωγή ανταρτοπολέμου στις αγροτικές περιοχές της Αρτίγκας και του Παϊσάντου. Ο Σεντίκ ήταν θαυμαστής του Γκεβάρα και οραματιζόταν την επανάληψη του Κουβανικού μοντέλου της επανάστασης στην Ουρουγουάη.

Το εγχείρημα όμως αμέσως προσέκρουσε σε πρακτικές δυσκολίες. Ο ανταρτοπόλεμος της υπαίθρου είναι μια μορφή πολέμου που χρειάζεται την ύπαρξη συγκεκριμένων γεωγραφικών συνθηκών για να τελεσφορήσει. Η μορφολογία της υπαίθρου στη Βόρεια Ουρουγουάη δεν περιλάμβανε ζούγκλες, δασώδεις εκτάσεις ή απομονωμένα ορεινά ορμητήρια απ’ όπου ένας αντάρτικος στρατός θα μπορούσε να πραγματοποιεί επιθέσεις και να οπισθοχωρεί με σχετική ασφάλεια. Το έδαφος στις περιοχές αυτές είναι επίπεδο και με αραιή βλάστηση. Επίσης, είναι εξαιρετικά αραιοκατοικημένο, γεγονός που δυσχέραινε τις προσπάθειες ανεφοδιασμού των ανταρτών από τον τοπικό πληθυσμό.

Ο άνθρωπος που διέγνωσε πρώτος τις δυσκολίες μιας υπαίθριας εκστρατείας  ήταν ο Αμπραχάμ Γκιγιέν. Ο Γκιγιέν ήταν Ισπανός πολιτικός πρόσφυγας και βετεράνος του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου στον οποίο είχε πολεμήσει με το μέρος των αναρχικών. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Νότιο Αμερική είχε σχετιστεί με διάφορα ένοπλα επαναστατικά κινήματα σε Αργεντινή, Βραζιλία και Περού στα οποία μετείχε είτε ως ενεργός μαχητής, είτε ως στρατηγικός ιθύνων νους. Ήταν σφοδρός πολέμιος της Γκεβαρικής θεωρίας της «επαναστατικής εστίας», την οποία θεωρούσε δυνητικά αυταρχική, ελιτιστική και ουσιαστικά ανεφάρμοστη αφού πρέσβευε την μηχανιστική επανάληψη ενός πανομοιότυπου μοντέλου επαναστατικής δράσης σε χώρες με εμφανώς διαφορετικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Ο Γκιγιέν επίσης απέρριπτε τη θέση του Τσε περί πρωτοκαθεδρίας της υπαίθρου στον επαναστατικό αγώνα. Επεξεργάστηκε μια εναλλακτική θεωρία του ανταρτοπολέμου στην οποία υποστήριζε ότι σε έναν καθαρά αστικοποιημένο πολιτισμό όπως είναι ο καπιταλιστικός, οι σημαντικές πολιτικές μάχες δεν μπορούσαν να δίνονται μακριά από τα αστικά κέντρα. Η διαφωνία του όμως δεν περιοριζόταν μόνο σε θέματα τακτικής, αλλά επεκτεινόταν και σε ζητήματα ιδεολογίας και πολιτικής ουσίας. Αντίθετα με τους λενινιστές οπαδούς του κρατικού σοσιαλισμού, ο αναρχικός διανοούμενος πρότεινε ένα μοντέλο σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης πιο κοντά στα αναρχικά πρότυπα των ελεύθερων επαγγελματικών ενώσεων.

Οι ιδέες του Γκιγιέν άσκησαν μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση της στρατηγικής των Τουπαμάρος κατά το αρχικό στάδιο της εκστρατείας τους. Ο Ισπανός κατείχε το πόστο του συμβούλου στρατηγικού σχεδιασμού της οργάνωσης και είχε ενεργή συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων που επηρέασαν αποφασιστικά το στρατιωτικό σκέλος της εξέγερσης. Οι πολιτικές απόψεις του όμως για έναν ελευθεριακό σοσιαλισμό βασισμένο στην άμεση δημοκρατία δεν βρήκαν απήχηση στα ανώτατα όργανα της ιεραρχίας των Τουπαμάρος που σε μεγάλο βαθμό απαρτίζονταν από σκληροπυρηνικούς μαρξιστές-λενινιστές τύπου Σεντίκ. Η εισήγηση του Γκιγιέν για τη συγκρότηση ενός παλλαϊκού μετώπου καταπιεσμένων ενάντια στους καταπιεστές δεν εισακούστηκε από την ηγεσία της οργάνωσης που παρέμεινε προσκολλημένη στην ιδέα της επαναστατικής πρωτοπορίας. Ο Σεντίκ και οι υπόλοιποι Γκεβαριστές επιδίωκαν να συνενώσουν τις δυνάμεις της Αριστεράς μέσω του ένοπλου αγώνα, αλλά ταυτόχρονα επέμεναν ότι οι αντάρτες όφειλαν να έχουν ηγεμονικό ρόλο στον μελλοντικό επαναστατικό συνασπισμό. Η εμμονή αυτή στην υπεροχή των όπλων έμελλε να κοστίσει πολιτικά στους Τουπαμάρος και υπονόμευσε μακροπρόθεσμα την προσπάθεια τους να τεθούν επικεφαλής ενός ευρέος φάσματος κοινωνικών δυνάμεων ικανού να ανατρέψει το καθεστώς στην Ουρουγουάη και να κάνει την επανάσταση.

Οργάνωση και Υποδομές             

Το οργανωτικό μοντέλο των Τουπαμάρος συνδύαζε ένα κάθετο ιεραρχικό σύστημα που χρησίμευε ως διοικητικός μηχανισμός για τα ανώτερα κλιμάκια της οργάνωσης, με μια οριζόντια αποκεντρωμένη δομή που συνιστούσε το οργανωτικό πλαίσιο των επιχειρησιακών πυρήνων των μαχητών. Η ιεραρχική δομή εξυπηρετούσε στη διαμόρφωση της γενικής πολιτικής γραμμής του κινήματος και επέτρεπε στην Εκτελεστική Επιτροπή του MLN να συντονίζει τις επιθέσεις των αυτοδύναμων «Ομάδων Πυρός» και να ασκεί πολιτικό έλεγχο επί των στρατιωτικών ενεργειών τους. Αντίθετα, οι επιχειρησιακοί πυρήνες ήταν ενταγμένοι σε ένα οριζόντιο οργανωτικό δίκτυο και χωρίζονταν σε «Ομάδες» (4-5 μαχητές), «Λόχους» (40-5 μαχητές) και «Φάλαγγες» (100-120 μαχητές), με τη μεγαλύτερη αντάρτικη δύναμη στρατηγικά τοποθετημένη στο Μοντεβίδεο. Τα επιχειρησιακά δίκτυα του MLN ήταν σχεδιασμένα σύμφωνα με την αρχή της «στεγανοποίησης» που υπαγόρευε πως καμία ομάδα μαχητών δεν έπρεπε να κατέχει γνώσεις και πληροφορίες σχετικά με άλλες μάχιμες μονάδες της οργάνωσης, ακόμη και αν οι δυο ομάδες ανήκαν στην ίδια Φάλαγγα. Η κάθε ομάδα όφειλε να διαθέτει αυτοτελή μηχανισμό διοικητικής μέριμνας, αλλά και ανεξάρτητα δίκτυα στρατολόγησης, πληροφοριών και συμπαθούντων. Όπως έγραφε ένα έντυπο που κυκλοφόρησαν οι Τουπαμάρος το 1971, η στεγανοποίηση ήταν «για τον αντάρτη πόλεων ότι είναι μια μυστική βάση μέσα στη ζούγκλα για τον αγωνιστή της υπαίθρου». Το σκεπτικό πίσω από αυτή την μορφή οργάνωσης ήταν ότι εάν το Κράτος κατάφερνε να εξαρθρώσει έναν ή δύο πυρήνες ανταρτών, οι υπόλοιποι πυρήνες θα έμεναν ανέπαφοι, χωρίς η ικανότητα τους να δρουν και να αναπαράγονται μονομερώς να θίγεται σημαντικά.

Εκτός από το στρατιωτικό σκέλος, το MLN ανέπτυξε και νόμιμη πολιτική δραστηριότητα με σκοπό να δημιουργήσει ένα μαζικό κίνημα λαϊκής υποστήριξης γύρω από την ένοπλη πάλη. Η UTAA και τα συνδικάτα των μικροκαλλιεργητών και των εργατών γης του Βορρά ήταν οι κυριότερες μαζικές οργανώσεις που συντάχθηκαν με τους αντάρτες και επιχείρησαν να μεταφέρουν τις θέσεις και τις απόψεις τους στο εργατικό κίνημα. Οι «Επιτροπές Υποστήριξης Τουπαμάρος» (CAT) ήταν ένας ξεχωριστός πολιτικός θεσμός που εγκαινιάσθηκε από το MLN για την προπαγάνδιση των θέσεων των ανταρτών στο εργοστάσιο, στο παν/μιο, στο σχολείο και αλλού. Οι οργανώσεις αυτές με τον μαζικό προσανατολισμό επιτέλεσαν με επιτυχία το έργο της πολιτικής ενίσχυσης των Τουπαμάρος και της διάχυσης των επαναστατικών αντιλήψεων τους στο κοινωνικό σώμα. Το 1970, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι το 20 με 25% του πληθυσμού της Ουρουγουάης ήταν συμπαθούντες. Η πεποίθηση όμως των ανταρτών ότι η ένοπλη δράση είναι η ανώτερη μορφή ταξικής πάλης, στέρησε από τις μαζικές οργανώσεις τον πολιτικό τους χαρακτήρα και τις υποβάθμισε σε απλά εργαλεία στρατολόγησης εθελοντών για των ένοπλο αγώνα

Τέλος, ειδική μνεία πρέπει να γίνει στις εκπληκτικές υλικές υποδομές που είχαν κατασκευάσει οι Τουπαμάρος κάτω από την πόλη του Μοντεβίδεο. Οι αντάρτες είχαν κατασκευάσει ένα ολόκληρο δίκτυο από υπόγειες σήραγγες και τούνελ που τους επέτρεπε να κινούνται με άνεση και χωρίς τον φόβο του εντοπισμού τους από τις αρχές σε όλη την επικράτεια της πρωτεύουσας. Μέσα σε αυτήν την υπόγεια πολιτεία υπήρχαν αυτοσχέδια νοσοκομεία, κοιτώνες όπου οι μαχητές μπορούσαν να ξεκουράζονται, τυπογραφεία για την παραγωγή προπαγανδιστικού υλικού ακόμη και κρατητήρια τα οποία η οργάνωση αποκαλούσε «Φυλακή του Λαού». Δεν ήταν λίγες οι σήραγγες που κατέληγαν μέσα στην πτέρυγα κάποιας φυλακής ή στα μετόπισθεν κάποιου φυλακίου του στρατού ή της αστυνομίας. Αξιοποιώντας το δαιδαλώδες αυτό σύστημα περασμάτων οι Τουπαμάρος ήταν σε θέση να χτυπούν αστραπιαία και να εξαφανίζονται.

Τα Χρόνια της Αθωότητας

Οι Τουπαμάρος αφιέρωσαν πολύ χρόνο στην προετοιμασία της εκστρατείας τους και από το 1962 έως το 1968 ασχολήθηκαν κυρίως με προπαρασκευαστικές επιχειρήσεις που είχαν να κάνουν με την εξεύρεση πηγών χρηματοδότησης για τον ένοπλο αγώνα καθώς και με την ενίσχυση της οργάνωσης σε πολεμικό υλικό. Ήταν μια περίοδος που η οργάνωση χρησιμοποιούσε την ελάχιστη δυνατή βία και κατά κανόνα απέφευγε τις ένοπλες αψιμαχίες με τους άντρες των σωμάτων ασφαλείας. Τον Ιούλιο του 1963 μια ομάδα κομάντος του MLN καθοδηγούμενη από τον ίδιο τον Ραούλ Σεντίκ, πραγματοποίησε επιδρομή στην Ελβετική Σκοπευτική Λέσχη του Μοντεβίδεο. Αυτή ήταν η πρώτη στρατιωτική επιχείρηση των ανταρτών και ήταν απολύτως επιτυχής, αφού κατέληξε στην αφαίρεση από τις αποθήκες της Λέσχης 150 τυφεκίων, 18 πιστολιών και μεγάλης ποσότητας πυρομαχικών. Η επιδρομή στη Λέσχη αποτέλεσε το πρότυπο με βάση το οποίο σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν μελλοντικές επιθέσεις του MLN σε καταστήματα πώλησης όπλων και αποθήκες της αστυνομίας και του στρατού όπου φυλάσσονταν όπλα και πυρομαχικά.

Για να χρηματοδοτήσουν την εκστρατεία τους οι αντάρτες χρησιμοποίησαν την μέθοδο των προλεταριακών απαλλοτριώσεων, μέσω της βίαιης απόσπασης μεγάλων χρηματικών ποσών από τράπεζες, από επιχειρήσεις Αμερικανικών συμφερόντων, ακόμη και από εύπορους ιδιώτες. Το βασικό ζητούμενο των επιθέσεων εναντία σε καθαρά οικονομικούς στόχους ήταν σίγουρα η οικονομική ενίσχυση της οργάνωσης και η συγκέντρωση κονδυλίων για τον αγώνα. Παρ’ όλα αυτά η διαδικασία επιλογής δυνητικών στόχων εμπεριείχε ενίοτε και το στοιχείο του πολιτικού παραδειγματισμού. Για παράδειγμα, το 1969 οι αντάρτες επιτέθηκαν και λήστεψαν το Καζίνο της Punta del Este, απ’ όπου αφαίρεσαν το μυθικό για την εποχή ποσό των $250.000. Με καθαρά στρατιωτικά κριτήρια, το Καζίνο δεν ήταν εύκολος στόχος. Επιλέχτηκε όμως πρώτον, για να καταδείξει ότι τα πιο προηγμένα μέτρα ασφαλείας δεν ήταν ικανά να σταματήσουν τους μαχητές της οργάνωσης και δεύτερον, διότι αποτελούσε σύμβολο της άρχουσας τάξης της Ουρουγουάης, αφού εξέχοντα μέλη της πολιτικής και οικονομικής ελίτ της χώρας συνωστίζονταν καθημερινά στις πολυτελείς αίθουσες για να διασκεδάσουν, να σπαταλήσουν τεράστια ποσά και να συναναστραφούν τους όμοιους τους.

Η πρώιμη αυτή περίοδος της δράσης των Τουπαμάρος μπορεί να χαρακτηριστεί και ως η «εποχή της αθωότητας» του κινήματος. Οι επιθέσεις τους υποκινούνταν από μια αντίληψη όμοια με αυτή της Άμεσης Δράσης και αποσκοπούσαν στη σφυρηλάτηση οργανικών δεσμών με τα κομμάτια εκείνα του πληθυσμού που φιλοδοξούσαν να εκπροσωπήσουν πολιτικά. Μια τέτοια ενέργεια ήταν η επίθεση που πραγματοποίησε μια ομάδα κομάντος του MLN εναντίον ενός φορτηγού με τρόφιμα την παραμονή των Χριστουγέννων του 1963. Οι κομάντος έκλεψαν το φορτηγό, το οδήγησαν στις φτωχογειτονιές του Απαρίτσιο Σαράβια στα περίχωρα του Μοντεβίδεο και μοίρασαν τα τρόφιμα στους φτωχούς κατοίκους της παραγκούπολης. Ακόμη, εικάζεται πως ένα μεγάλο μέρος της λείας που απέσπασε το MLN από ληστείες και επιδρομές διοχετεύτηκε στα γκέτο για να βοηθήσει στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις παραγκουπόλεις. Η απευθείας στήριξη που παρείχε το MLN στους κατοίκους των παραγκουπόλεων είχε σαν αποτέλεσμα να εξασφαλίσουν οι αντάρτες την εύνοια των τοπικών κοινοτήτων και μετέτρεψε τις φτωχογειτονιές σε «εχθρικό έδαφος» για τις δυνάμεις ασφαλείας.

Επίθεση στο Κράτος

Το 1969, έχοντας ολοκληρώσει τις προετοιμασίες τους , οι Τουπαμάρος εγκαινίασαν μια νέα φάση της εκστρατείας τους βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιό τους για βίαιη ανατροπή του Κράτους. Η στρατηγική τους περιλάμβανε τρεις βασικές παραμέτρους :

1) Τη συνένωση των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς σε ένα ενιαίο λαϊκό επαναστατικό μέτωπο υπό την ηγεσία του MLN. Οι Τουπαμάρος ήταν πεπεισμένοι πως μέσα σε όλα τα κόμματα της Αριστεράς – Κομμουνιστές, Σοσιαλιστές, Μαοϊστές, Αναρχικοί – υπήρχαν αυθεντικά επαναστατικά στοιχεία που ευρισκόμενοι  μπροστά σε μία κατάσταση αυξανόμενης πόλωσης κι εχθρότητας μεταξύ του προλεταριάτου από τη μία και των δυνάμεων της αντίδρασης από την άλλη, θα εγκατέλειπαν τις μικροαστικές κοινοβουλευτικές τους συνήθειες και θα ρίχνονταν ολόψυχα στον πόλεμο για την ολοκληρωτική ήττα του ταξικού εχθρού. Από την άλλη, όσα κόμματα της Αριστεράς αρνούνταν να συμμετάσχουν στον επαναστατικό αγώνα ήταν καταδικασμένα να «ατιμαστούν» στα μάτια του προλεταριάτου και να σβήσουν μπροστά στο φάσμα της επερχόμενης εμφυλιοπολεμικής σύγκρουσης. Πράγματι, την εντύπωση ότι η Αριστερά βρισκόταν υπό συνολικό πολιτικό διωγμό ενίσχυσε η συντηρητική κυβέρνηση του Προέδρου Πατσέκο Αρέκο με τις σπασμωδικές αντιδράσεις της απέναντι στην απειλή της αυξανόμενης δημοτικότητας των ανταρτών. Ο Αρέκο ανέλαβε την εξουσία το 1967. Ένα μήνα μετά την εκλογική νίκη του, το Κογκρέσο της Ουρουγουάης κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και εισήγαγε μία σειρά από δικτατορικούς νόμους που περιόριζαν τις πολιτικές ελευθερίες και καταργούσαν τα μισά κόμματα του Κοινοβουλίου που ανήκαν στον πολιτικό χώρο της άκρας Αριστεράς (με εξαίρεση το Κ.Κ.). Η συμμετοχή σε σοσιαλιστικές, μαοϊκές ή αναρχικές ομάδες αναγορεύτηκε σε ποινικό αδίκημα και οι εφημερίδες των κομμάτων της αντιπολίτευσης έκλεισαν η μια μετά την άλλη. Πολλά μέλη αριστερών οργανώσεων που είχαν τεθεί στο στόχαστρο του κυνηγιού μαγισσών της κυβέρνησης, εξαναγκάστηκαν από τις περιστάσεις να σκεφτούν σοβαρά το ενδεχόμενο της βίαιης επανάστασης και της συνεργασίας ενάντια στον κοινό εχθρό.

2) Την αποδιοργάνωση του κατασταλτικού μηχανισμού του Κράτους και την αλλαγή στη στρατιωτική ισορροπία δυνάμεων. Για να πετύχουν την ανατροπή του αρνητικού για αυτούς συσχετισμού δυνάμεων, οι αντάρτες εξαπέλυσαν μία άνευ προηγουμένου τρομοκρατική εκστρατεία εναντίον των αντρών της αστυνομίας , του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών. Οι Τουπαμάρος διέθεταν ένα πρότυπο μηχανισμό συλλογής πληροφοριών αποτελούμενο από πράκτορες του MLN που είχαν διεισδύσει σε όλες τις βαθμίδες των σωμάτων ασφαλείας και τους εφοδίαζαν με πληροφορίες για τις κινήσεις των δυνάμεων της αστυνομίας, για τα μόνιμα σημεία αστυνομικού ελέγχου, ακόμη και για την πραγματική ταυτότητα των πρακτόρων της μυστικής υπηρεσίας. Οι  αντάρτες  χρησιμοποίησαν τις πληροφορίες για να στήνουν θανατηφόρες ενέδρες σε ανυποψίαστες αστυνομικές περιπόλους αλλά και για να δολοφονούν επιλεκτικά στελέχη των δυνάμεων καταστολής, ακόμη και σε ώρες που ήταν εκτός υπηρεσίας. Χαρακτηριστικά, το 1969 δολοφόνησαν το μυστικό πράκτορα της αστυνομίας Καρλος Ζαμπράνο, την ώρα που καθόταν αμέριμνος σε ένα λεωφορείο, ενώ τον Απρίλιο του 1970 εκτέλεσαν τον Χέκτορ Τσαρκέρο, έναν επιθεωρητή της αστυνομίας που είχε κατηγορηθεί για τον βασανισμό πολιτικών κρατουμένων. Παράλληλα με την τρομοκρατία οι Τουπαμάρος χρησιμοποίησαν και τη μέθοδο του ψυχολογικού πολέμου αφού, όπως έλεγε ο Γκιγιέν, η νίκη δε θα προερχόταν από τη φυσική εξόντωση του εχθρού αλλά από «την πολιτική και στρατιωτική αποθάρρυνση και παράδοσή του». Εξέδωσαν επανειλημμένα προκηρύξεις με τις οποίες καλούσαν τους αστυνομικούς να παραιτηθούν, εάν ήθελαν να αποφύγουν τις συνέπειες της αντιπαράθεσης με το MLN. Ο συνδυασμός σωματικής και ψυχολογικής βίας που ασκούσαν οι Τουπαμάρος φαίνεται πως απέφερε καρπούς. Το 1970  οι αστυνομικοί κατέβηκαν σε απεργία με αίτημα την αύξηση του μισθού τους και το δικαίωμα να δουλεύουν με πολιτικά για να μη δίνουν «εύκολο στόχο» στους αντάρτες. Η κυβέρνηση χρειάστηκε να συλλάβει 66 από αυτούς με την κατηγορία της άρνησης εκτέλεσης διαταγών για να τους αναγκάσει να επιστρέψουν στα καθήκοντα τους.

3) Τη δημιουργία μιας εναλλακτικής πολιτικής εξουσίας και την εγκατάσταση μιας «παράλληλης αντιεξουσίας» στο Μοντεβίδεο. Η επίθεση των ανταρτών στην κρατική εξουσία ήταν πολυδιάστατη. Περιλάμβανε πολιτικές απαγωγές, θεαματικές στρατιωτικές ενέργειες και την συστηματική απονομή της «επαναστατικής δικαιοσύνης». Οι Τουπαμάρος χρησιμοποίησαν τη μέθοδο των πολιτικών απαγωγών για να οξύνουν τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης και να προκαλέσουν ρήγματα στις σχέσεις του Κράτους με την κοινωνία. Το 1968 απήγαγαν τον διευθυντή της τηλεφωνικής εταιρείας (UTE) της Ουρουγουάης και προσωπικού φίλου του Προέδρου Αρέκο, Ουλίσες Παρέιρα Ρεβερμπέλ. Η κυβέρνηση διέθεσε τη μισή αστυνομική δύναμη του Μοντεβίδεο στην επιχείρηση εντοπισμού του ομήρου, αλλά οι έρευνες απέβησαν άκαρπες. Αδυνατώντας να ανακαλύψουν κάποιο ίχνος του, οι αρχές αποφάσισαν να άρουν το ακαδημαϊκό άσυλο και να επιτρέψουν τη διεξαγωγή ερευνών από την αστυνομία μέσα στο πανεπιστήμιο που ήταν γνωστό πως αποτελούσε ιδεολογικό και πολιτικό προπύργιο των ανταρτών. Η εισβολή των  αστυνομικών προκάλεσε τη βίαιη αντίδραση των φοιτητών που προσπάθησαν να τους απωθήσουν. Στα επεισόδια που σημειώθηκαν ένας κομμουνιστής φοιτητής με το όνομα Λίμπερ Άρτσε έπεσε νεκρός από τα πυρά της αστυνομίας. Οι Τουπαμάρος ανέδειξαν τον νεαρό Άρτσε σε «μάρτυρα» του αγώνα για την ελευθερία κι έδωσαν το όνομά του σε μία επίλεκτη ομάδα κομάντος του MLN, το «Κομάντο Λίμπερ Άρτσε» του Μοντεβίδεο. Ο Ρεβερμπέλ αφέθηκε ελεύθερος 5 ημέρες μετά την αιχμαλωσία του, βρώμικος, αξύριστος και ταπεινωμένος. Οι αντάρτες του χάρισαν τη ζωή αφού ο πολιτικός στόχος της απαγωγής του είχε εκπληρωθεί.

Πέρα από τις απαγωγές, οι Τουπαμάρος επιδόθηκαν και σε επιχειρήσεις πολιτικής προπαγάνδας που στόχο είχαν να αποδείξουν τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος και να σπάσουν τον αποκλεισμό που είχε επιβληθεί εναντίον τους στα ΜΜΕ , με πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Η επιδρομή του «Κομάντο Λίμπερ Άρτσε» στην τράπεζα Financiera το 1969, ήταν μια τέτοια επιχείρηση, αφού εκτός από τα κλοπιμαία, οι αντάρτες άρπαξαν και μία σειρά από μυστικά λογιστικά βιβλία που αποδείκνυαν την ύπαρξη ενός καρτέλ παράνομης διακίνησης χρήματος στο οποίο συμμετείχαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι και τραπεζίτες που χρησιμοποιούσαν την τράπεζα για να ξεπλένουν τα χρήματα που είχαν καταχραστεί από τα ταμεία του Δημοσίου. Η δημοσιοποίηση των στοιχείων από το MLN προκάλεσε σάλο στην κοινή γνώμη και είχε σαν αποτέλεσμα την παραίτηση του Υπουργού Γεωργίας, Κάρλος Φρικ Ντέιβις.

Τέλος, μέσω της απονομής «επαναστατικής δικαιοσύνης» οι Τουπαμάρος θέλησαν να τρομοκρατήσουν την κυβέρνηση και να καταδείξουν την πολιτική ισχύ που διέθεταν. Αγαπημένος στόχος των ανταρτών ήταν οι πολιτικοί που ανήκαν στον στενό κύκλο του Προέδρου Αρέκο. Ήθελαν έτσι να δείξουν ότι η κυβέρνηση ήταν ανήμπορη να προστατέψει τα πιο υψηλόβαθμα στελέχη της και να παραλύσουν την κυβερνητική εξουσία στο υψηλότερο επίπεδο, προκαλώντας έτσι τη γενικότερη παράλυση του κρατικού μηχανισμού. Με άλλα λόγια, η στρατηγική τους ήταν να χτυπήσουν το κεφάλι, για να παραλύσουν το σώμα. Ακολουθώντας αυτή την τακτική οι Τουπαμάρος απήγαγαν για δεύτερη φορά τον Παρέιρα Ρεβερμπέλ το 1971και τον καταδίκασαν σε ισόβια κάθειρξη στις «Φυλακές του Λαού». Είναι προφανές ότι η ανακοίνωση της πρόθεσης του MLN να κρατήσει επ’ αόριστον τον Ρεβερμπέλ αιχμάλωτο στις υπόγειες φυλακές του, παρέπεμπε τόσο στον μόνιμο χαρακτήρα της κομμουνιστικής εξέγερσης, όσο και στην τελική της επικράτηση έναντι του αστικού Κράτους. Χαρακτηριστικό της ηττοπάθειας που είχε καταλάβει την κυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα ήταν η αντικατάσταση με προεδρικό διορισμό του Ρεβερμπέλ από τον Χουάν Φαμπίνι στη θέση του διευθυντή της UTE. Η κίνηση αυτή ισοδυναμούσε με έμμεση παραδοχή ότι η απελευθέρωση του Ρεβερμπέλ εξαρτιόταν αποκλειστικά από τους αντάρτες και όχι από τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας.

Προδοσία

Η ιστορία έχει δείξει πως το κυριότερο όπλο της εκάστοτε εξουσίας ενάντια στους επαναστάτες είναι ο δωσίλογος. Η περίπτωση των Τουπαμάρος δεν αποτελεί εξαίρεση. Έπειτα από μια σύντομη αναστολή των εχθροπραξιών κατά τη διάρκεια των εκλογών του 1971 όταν το MLN υποστήριξε την αριστερή συμμαχία «Frente Amplio», ο πόλεμος ξανάρχισε με μεγαλύτερη αγριότητα. Το Κράτος, με τη συνδρομή της CIA και των μυστικών υπηρεσιών της Βραζιλίας, οργάνωσε και εξόπλισε επίλεκτες αντιτρομοκρατικές μονάδες και χρησιμοποίησε εκτενώς τα βασανιστήρια και τις δωροδοκίες (απονομή χάριτος)  για να αποσπάσει πολύτιμες πληροφορίες από συλληφθέντες μαχητές του MLN. Η προδοσία του Έκτορ Αμόδιο Πέρεζ ήταν η σημαντικότερη επιτυχία της νέας αντιτρομοκρατικής τακτικής της κυβέρνησης.

Ο Πέρεζ ήταν στρατιωτικός διοικητής της Φάλαγγας 15 του Μοντεβίδεο και επιχειρησιακός σύνδεσμος των «Ομάδων Πυρός» της Φάλαγγας του με τις υπόλοιπες Φάλαγγες της οργάνωσης που δρούσαν στην πρωτεύουσα. Τον Μάρτιο του 1972 στο εθνικό συνέδριο του MLN καθαιρέθηκε από την ηγεσία της μονάδας του αφού κρίθηκε ανεπαρκής. Λίγες ημέρες μετά, ο δυσαρεστημένος Πέρεζ αυτομόλησε στις αρχές και αφού εξασφάλισε Προεδρική ‘άφεση αμαρτιών’ αποκάλυψε στην αστυνομία την τοποθεσία τριάντα βάσεων της οργάνωσης, μίας «Φυλακής του Λαού», ενός νοσοκομείου, αρκετών τυπογραφείων και αποθηκών με πυρομαχικά. Στη συνέχεια φυγαδεύτηκε από την Ουρουγουάη και εικάζεται ότι μπήκε στη δούλεψη των μυστικών υπηρεσιών της χώρας.

Ένας άλλος ανανήψας ονόματι Μάριο Πίριζ, ξεκίνησε μια καινούρια ζωή αφού πρώτα πρόδωσε τα ονόματα 100 συντρόφων του στην αστυνομία. Το πλήγμα για την οργάνωση ήταν βαρύ. Η στεγανοποίηση εξασφάλιζε έναν βαθμό μυστικότητας για τους μαχητές του MLN, αλλά η ύπαρξη εσωτερικής ιεραρχίας που ήταν απαραίτητη για τον κεντρικό συντονισμό του ανταρτοπολέμου σήμαινε πως υπήρχαν υψηλόβαθμα στελέχη που εάν έπεφταν στα χέρια των αρχών και πείθονταν να συνεργαστούν μπορούσαν να καταστρέψουν την οργάνωση. Οι Τουπαμάρος δεν μπόρεσαν ποτέ να αναπληρώσουν τις απώλειες που υπέστησαν εξαιτίας των προδοτών Πέρεζ και Πίριζ (100 θάνατοι και 600-700 συλλήψεις μαχητών μέσα σε τρεις μήνες). Μέχρι το 1972 είχαν αποδυναμωθεί στρατιωτικά και ο πόλεμος είχε λήξει.