Ποιος φοβάται την Λέλας Καραγιάννη;

Ας μην έχουμε αυταπάτες σύντροφοι. Η επίθεση στις καταλήψεις δεν έγινε επειδή η τρικομματική χούντα φοβάται τους αναρχικούς. Δεν μας χτυπούν επειδή είμαστε ισχυροί, επειδή κάνουμε την εξουσία να τρέμει μπροστά στην ασυγκράτητη άνοδο του ελευθεριακού προτάγματος, την διευρυμένη κοινωνική απήχηση του. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Μας χτυπούν ακριβώς επειδή είμαστε αρκετά ανίσχυροι ώστε να αντιδράσουμε, αρκετά απομονωμένοι ώστε να μπορούν να μας χτυπήσουν χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο για εκτεταμένα αντίποινα στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Ας μην παρασυρόμαστε από υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις της κατάστασης, που προσπαθούν να παρουσιάσουν σαν θρίαμβο την διαφαινόμενη καταστροφή, που εθελοτυφλούν μπροστά στον κίνδυνο που ελλοχεύει στην συστηματική καταστολή κι εξάλειψη των ανεξάρτητων αυτοδιαχειριζόμενων χώρων, επειδή δήθεν η καταστολή δείχνει τον πανικό από τον οποίο έχει καταληφθεί η εξουσία μπροστά στο «ρεύμα» που έχει η Αναρχία.[i] Αν είναι έτσι, θα πρέπει να μας εξηγήσουν οι σύντροφοι ποια ήταν εκείνη η κρίσιμη καμπή της ταξικής πάλης, η κλιμάκωση της κοινωνικής σύγκρουσης που έφερε τον χώρο σε ρόλο εμπροσθοφυλακής των μαχόμενων τμημάτων της κοινωνίας κι επέβαλλε στην πολιτική ελίτ να κινηθεί δυναμικά εναντίον του ως έσχατο μέσον αυτοπροστασίας του συστήματος. Ίσως θα μπορούσαμε να ανατρέξουμε στην μεγάλη εξεγερσιακή βραδιά της 12 Φλεβάρη. Ωστόσο, θα συνιστούσε μάλλον απόπειρα μιας ιδεολογικής ερμηνείας της πραγματικότητας εάν ισχυριζόμασταν ότι εκείνο το διάχυτο αντάρτικο της μίας βραδιάς έφερε το καθεστώς στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Θα λέγαμε μάλιστα ότι η 12η  Φλεβάρη έδειξε τα όρια της θεωρίας και της πρακτικής του εξεγερτικού αναρχισμού στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία και με την μορφή που αυτός έχει σήμερα, από την άποψη ότι η επιστροφή στην κανονικότητα της επόμενης ημέρας υπήρξε πραγματικά αδυσώπητη. Έτσι, δεν είναι λογικό να υποθέσουμε ότι πρόκειται για ετεροχρονισμένη αντίδραση των ελίτ σε γεγονότα που συνέβησαν σχεδόν έναν χρόνο πριν.

Αντίθετα, η γενικευμένη επίθεση στον αναρχικό χώρο έχει δευτερεύοντα ρόλο στις συνολικές στρατηγικές των κομματικών επιτελείων. Εντάσσεται στους μικροπολιτικούς σχεδιασμούς των υποτακτικών της τρόικας και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης σε έναν «πόλεμο θέσεων» με έπαθλο την κατάκτηση της ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας επί του συνόλου του σώματος των ψηφοφόρων.  Η έφοδος του Κράτους στους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους δεν είναι παρά μια υπολογισμένη κίνηση για τον διεμβολισμό των πωρωμένων ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής από την νεοφιλελεύθερη χούντα. Εγγράφεται στο πλαίσιο μιας γενικότερης στρατηγικής ανασυγκρότησης και συσπείρωσης των συντριμμιών του κεντροδεξιού χώρου γύρω από την «μαμά» παράταξη της Ν.Δ. , η οποία επιθυμεί να αυτοπαρουσιαστεί ως η εγγυήτρια δύναμη του συστήματος, το κατεξοχήν κόμμα του «νόμου και της τάξης». Στην ουσία η Ν.Δ. δεν κάνει τίποτα διαφορετικό στην δεξιά πτέρυγα του κοινοβουλευτικού φάσματος από αυτό που επιχειρεί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ από τα αριστερά, την συσπείρωση δηλαδή όσο το δυνατό περισσότερων δυνάμεων σε ένα ενιαίο κόμμα της «μεγάλης αυταρχικής Δεξιάς» απαλλαγμένης από μετεμφυλιακά σύνδρομα και υπερήφανης για την χουντική επταετία.

Εξού και οι διαλυτικές τάσεις που επικρατούν τις τελευταίες εβδομάδες στο δήθεν «αντιμνημονιακο» κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων με την ΝΔ να λειτουργεί ως πόλος έλξης για όποια στελέχη έχουν ήδη αποχωρήσει ή ετοιμάζονται να αποσκιρτήσουν.[ii]  Έτσι εξηγείται και η πρόσφατη ακροδεξιά στροφή του μυστικοσύμβουλου του Σαμαρά Φ. Κρανιδιώτη, ο οποίος σε σειρά χυδαίων άρθρων  που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Δημοκρατία», υιοθετεί καθ’ ολοκληρίαν χρυσαυγίτικες «θέσεις», απαλλάσσει τους νεοναζί από κάθε υποψία περί τέλεσης πράξεων βίας και πιστοποιεί την στροφή της συστημικής εξουσίας προς τον ολοκληρωτισμό, λίγο, πολύ χαρακτηρίζοντας ως φρενοβλαβείς όλους όσους αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, ενώ κατατάσσει τους αναρχικούς και τους μετανάστες στην κατηγορία ενός δημοσίου κινδύνου που πρέπει πάραυτα να εξοντωθεί.[iii] Η αποπολιτικοποίηση του ιδεολογικού αντιπάλου και η ποινικοποίηση με αυτόν τον τρόπο των απόψεων και της δράσης του είναι χαρακτηριστικά ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, τα οποία η τρικομματική χούντα μοιράζεται από κοινού με την συμμορία της Χ.Α. Από την άλλη, δεν είναι τυχαία η μουδιασμένη έως αμήχανη αντίδραση των νεοναζί στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες ωμής καταστολής του αναρχικού χώρου οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να τους ενθουσιάζουν. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στον ιστότοπο της Χ.Α. δεν βρίσκει κανείς ούτε μια αναφορά στις αστυνομικές επιχειρήσεις εκκένωσης των καταλήψεων. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα συνοθύλευμα από παρακρατικούς χαφιέδες, από σάπια λούμπεν στοιχεία και τραμπούκους που προέρχονται από τον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος, φαίνεται τουλάχιστον ότι διαθέτουν την στοιχειώδη πολιτική ευφυΐα για να καταλάβουν ότι η επίθεση που εξαπέλυσε η τρικομματική χούντα στον αναρχικό χώρο – σε συνδυασμό με τα νόμιμα πογκρόμ κατά των μεταναστών – σκάβουν τον λάκκο στην πολιτική απάτη της ακροδεξιάς που με τόσο κόπο είχαν προετοιμάσει ο Μιχαλολιάκος και η παρέα του. Βλέπουν ότι σταδιακά η εκλογική πελατεία τους θα τους εγκαταλείψει και θα συρθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Ν.Δ. αποδυναμωμένοι και αναγκασμένοι να ενδώσουν σε όρους που θα τους επιβληθούν άνωθεν, με αντάλλαγμα την πολυπόθητη εκλογική ή κυβερνητική συνεργασία. Φυσικά, δεν θεωρούμε ότι η Χ.Α. είχε ποτέ άλλες βλέψεις από το να κατακτήσει ένα μερίδιο από την πίτα της πολιτικής εξουσίας, όπως έκαναν τόσα και τόσα ακροδεξιά κόμματα ανά την Ευρώπη που εισήλθαν σε δεξιές κυβερνήσεις πριν από αυτήν.[iv] Άλλωστε, δεν διαθέτει ούτε την οργανωτική υποδομή, ούτε την μαζική υποστήριξη, ούτε την θεωρητική εκλέπτυνση για να χαράξει αυτοτελή πορεία. Ωστόσο, οι νεοναζί πίστεψαν ότι θα προσέρχονταν στην επερχόμενη διαπραγμάτευση με την Ν.Δ. (η οποία είναι πιο κοντά απ’ όσο φανταζόμαστε) από θέση ισχύος κι όχι ως φτωχοί συγγενείς που παρακαλούν την μαμά Ν.Δ. να τους δεχτεί στις τάξεις της. Η επίθεση στους αναρχικούς ήταν ο μοχλός για την ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στον χώρο της δεξιάς.

Ο επόμενος στόχος αυτής της στρατηγικής είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που ακολουθεί πολιτική διείσδυσης στον αντιεξουσιαστικό χώρο και τελευταία έχει αναπτύξει ορατούς δεσμούς με συγκεκριμένες οργανώσεις «ελευθεριακών», όπως αποδεικνύεται από την εκδήλωση που πραγματοποίησε από κοινού με την Α.Κ. στο Νοσότρος[v] Αφήνουμε κατά μέρος το τι υποδηλώνει αυτή η σύμπραξη για την υποτιθέμενη «άμεση δημοκρατία» που ισχυρίζεται ότι πρεσβεύει η Α.Κ. και τον ρόλο της ως ελευθεριακή συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ. Σε ότι αφορά τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, κανείς δεν θα πρέπει να εκπλήσσεται από την διαφαινόμενη συμμαχία με την Α.Κ., αφού είναι στην φύση ενός κόμματος να αναζητά παντού ψηφοφόρους. Από την άλλη, ένα μεγάλο μέρος του «χώρου» δεν αποκλείεται να βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ ως το «μικρότερο κακό», ως μια προσωρινή διέξοδο που αν καταλάβει την εξουσία, ενδεχομένως να οδηγήσει σε χαλάρωση της κατασταλτικής μέγγενης της τρικομματικής χούντας. Χτυπώντας λοιπόν τον α/α χώρο, η Ν.Δ. αποδυναμώνει έναν δυνητικό χώρο (προσωρινής έστω) εξάπλωσης του ΣΥΡΙΖΑ και παράλληλα, τον φέρνει πολιτικά σε θέση άμυνας απέναντι σε εκείνες τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες που ναι μεν αποτελούν μειοψηφία μέσα στο σύνολο της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, αλλά, με όρους εκλογικών μαθηματικών, δεν παύουν να αποτελούν μια οριακή εκλογική πλειοψηφία που μπορεί να δώσει την νίκη στις εκλογές. Αυτές είναι οι ομάδες που συνολικά συνθέτουν την «νέα αστική τάξη» και αποτελείται κυρίως από εργαζόμενους με μέσους ή ανώτερους μισθούς που δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα και κυρίως στον κλάδο των υπηρεσιών, έχουν διαποτιστεί από την νεοφιλελεύθερη κουλτούρα του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος και όχι μόνο δεν αντιτίθενται, αλλά υποστηρίζουν ολόψυχα την αναγκαιότητα των μέτρων της συστημικής αναδιάρθρωσης.[vi] Από αυτή την άποψη, και όσο κι αν ακούγεται σκληρό, ο ρόλος που επιφύλαξαν στον χώρο τα συστημικά αστικά κόμματα, δεν διαφέρει πολύ από αυτόν μιας χώρας του Τρίτου Κόσμου το έδαφος της οποίας γίνεται πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς ιμπεριαλισμού.

Και ο αναρχικός χώρος; Παρά τους εγγενείς περιορισμούς και τα φοβικά σύνδρομα που τον διακατέχουν, μέσα σε συνθήκες κρίσης του συστήματος τα περιθώρια παρέμβασης των αναρχικών αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Σε καιρούς διάλυσης των αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών που δεν επιτρέπει την ομαλή αναπαραγωγή του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος (π.χ. αδυναμία της αναπαραγωγής και στοιχειώδους επέκτασης της καταναλωτικής κοινωνίας) κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει προς τα πού θα στραφεί ο απογοητευμένος και απελπισμένος κόσμος. Σίγουρα, ο χώρος δεν έχει φροντίσει να θέσει σε κίνηση τις αναγκαίες διεργασίες που θα οδηγήσουν στην συγκρότηση ενός σύγχρονου ακρατικού προτάγματος που θα καταστήσει ξανά τον κοινωνικό αναρχισμό μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Ούτε έχει δημιουργήσει στο εσωτερικό του εκείνες τις οργανωτικές δομές που θα μπορούν να λειτουργήσουν ως σημείο συνάντησης ανάμεσα στα ετεροκαθοριζόμενα λαϊκά στρώματα που μάχονται για την επιβίωση τους και σε ένα συνειδητοποιημένο, συνεκτικό και μαζικό αναρχικό κίνημα που θα παλέψει για την ανατροπή των βασικών θεσμών του συστήματος – οικονομία της αγοράς, αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» – και την αντικατάσταση τους από αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς που θα καταστήσουν δυνατή την αυτοθέσμιση της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα.

Ωστόσο, όπως έδειξε και η μεγάλη πορεία της 12-01-13, η μαζικότητα δεν είναι αυτό που λείπει από τον χώρο. Αυτό που μας κρατάει πίσω είναι η πολυδιάσπαση και ο διασκορπισμός των δυνάμεων μας, την στιγμή που το σύστημα έχει συγκεντρώσει το σύνολο των μέσων επιβολής που έχει στη διάθεση του στον στόχο της εξόντωσης του αναρχικού χώρου. Οι ελίτ διαβλέπουν την πιθανότητα της ανάπτυξης σταθερών δεσμών ανάμεσα στους αναρχικούς και τις καταπιεζόμενες μάζες και παρακολουθούν προσεκτικά τον ιδεολογικό αναβρασμό που υπάρχει μέσα στο ελευθεριακό / αναρχικό «στρατόπεδο». Είναι αλήθεια ότι προς το παρόν, ο αναβρασμός αυτός περιστρέφεται μόνο γύρω από το ζήτημα της οργάνωσης, αλλά μελλοντικά ενδέχεται να συμπεριλάβει και ζητήματα ιδεολογικού χαρακτήρα, προγράμματος και πολιτικού περιεχομένου, όταν γίνει σταδιακά αντιληπτό από τους αγωνιστές ότι από μόνη της η οργάνωση δεν μπορεί να πάει το κίνημα πιο πέρα. Ο τύπος άλλωστε της οργάνωσης που θα επιλέξει κανείς βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το πολιτικό περιεχόμενο του προτάγματος του. Από αυτήν την άποψη, η εκκένωση των καταλήψεων ήταν ένα προληπτικό χτύπημα. Αυτό που εμείς πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι είτε θα ενωθούμε, είτε θα ηττηθούμε. Ή θα μεγαλώσουμε, ή θα χαθούμε. 


[i] Η Αναρχία έχει κοινωνικό ρεύμα και αυτό ενοχλεί, https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1449019.

[iii] Την κτηνώδικη «αρθρογραφία» του φασίστα Κρανιδιώτη μπορείτε να την βρείτε εδώ, http://www.dimokratianews.gr/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82?page=1.

[iv] P. Hainsworth, Η Ακροδεξία (Παπαζήση, 2004).

[v] ΣΥΡΙΖΑ/Αντιεξουσιαστική Κίνηση και τυπική συνεργασία για την συστημική διαχείριση της κρίσης, στο http://antiplirophorisi.wordpress.com/2012/12/11/%cf%83%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%b1%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b5%ce%be%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84/.

[vi] T. Fotopoulos, Class Divisions Today, http://www.democracynature.org/vol6/takis_class.htm.