Η μιζέρια της προπαγάνδας, ή η προπαγάνδα της μιζέριας

1_Cairo_Testa_del_Battista

«Όλα τα όντα στενάζουν και τείνουν, με κόπο και οδύνη, προς μια διαφορετική τάξη πραγμάτων».

                                       Ζοζέφ Ντε Μεστρ, «Στοχασμοί πάνω στη Γαλλία»

 

 Να λοιπόν που η χούντα περνάει και πάλι στην επίθεση, με λόγια και με έργα. Την ίδια ώρα που η υπερεθνική ελίτ και η κυβέρνηση επεξεργάζονται νέα μείωση του κατώτατου μισθού και οι εγχώριες ελίτ στέλνουν τον αστυνομικό στρατό κατοχής να αιματοκυλήσει και να τρομοκρατήσει την τοπική κοινωνία της Χαλκιδικής που συνεχίζει να προβάλλει αντίσταση στην μετατροπή της περιοχής σε αποικία του μαφιόζου Μπόμπολα και των Καναδικών επιχειρηματικών συμφερόντων, ο δημόσιος λόγος των ιδεολογικών κομισσάριων της συστημικής χούντας σκληραίνει και προσλαμβάνει εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά.[i] Η συνεχιζόμενη κρίση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, είχε σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση των θεμελιωδών παραμέτρων στις οποίες στηριζόταν μέχρι πρότινος η ιδεολογική ηγεμονία του συστήματος. Η δομική αδυναμία επέκτασης μιας στοιχειώδους καταναλωτικής κοινωνίας σε κάποια τμήματα των κοινωνιών του καπιταλιστικού Νότου, λειτούργησε υπονομευτικά για την αναπαραγωγή της προγενέστερης μορφής κοινωνικής συναίνεσης που περιστρεφόταν γύρω απο την τεχνητή αποπολιτικοποίηση, την καταναλωτική αποχαύνωση και την γενικευμένη απάθεια. Ο (α)πολιτικός χώρος του Κέντρου εξανεμίστηκε και οι ελίτ υποχρεώθηκαν να αναζητήσουν νέες φαντασιακές σημασίες, νέες αντιλήψεις που θα χρησιμεύσουν ως πυρηνικές έννοιες για την οικοδόμηση ενός νέου ηγεμονικού καπιταλιστικού φαντασιακού ικανού να συνενώσει υπό το λάβαρο του ένα μέρος έστω της ελληνικής κοινωνίας που στενάζει κάτω απο την μπότα της ταξικής καταπίεσης.

Δεδομένης της επιβεβλημένης διάλυσης του – έτσι κι αλλιώς υποτυπώδους – κοινωνικού κράτους και της αθέτησης οποιασδήποτε δέσμευσης του νεοφιλελεύθερου Κράτους απέναντι στους υπηκόους του για παροχή προστασίας ή βοήθειας στις ευπαθείς ομάδες που εξορισμού γεννά το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, η θεσμισμένη εξουσία της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας είναι αναγκασμένη απο τις περιστάσεις να προσφύγει σε αυτοναναφορικά θεωρητικά σχήματα προκειμένου να δικαιολογήσει την ύπαρξη της. Επικαλείται τις αφηρημένες έννοιες της «ασφάλειας» και της «νομιμότητας», χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδώσει ένα θετικό περιεχόμενο σε αυτές τις αντιλήψεις. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται τόσο για συνεκτικές λογικές κατασκευές, παράγωγα της σκέψης και της νόησης, όσο για αρνητικά και συναισθηματικά φορτισμένα στερεότυπα, που εντάσσονται σε μια εν εξελίξει ιδεολογική πολεμική ανάμεσα στο Κράτος και την κοινωνία, συμπληρωματικής των κοινωνικών αντιθέσεων και των ταξικών συγκρούσεων που βρίσκονται σε όξυνση. Η βασική λειτουργία τους συνίσταται στον εκφοβισμό των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων μέσω της επίκλησης των τρομερών δεινών που θα επέφερε μια ενδεχόμενη κατάλυση των βασικών θεσμών του συστήματος, της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και της οικονομίας της αγοράς. Η «νομιμότητα» και η «ασφάλεια» που υπερασπίζεται η συστημική χούντα είναι έννοιες αντιθετικές προς την «ανομία», το απόλυτο «χάος» και την γενικευμένη κατάσταση διάλυσης που θα επακολουθήσουν μιας ενδεχόμενης «ακυβερνησίας».

Εδώ φτάνουμε στην έσχατη γραμμή άμυνας της συστημικής ιδεολογίας, στην πλήρη διαγραφή της κυκλικότητας των «επιχειρημάτων» της, αφού βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την αποθέωση της θεσμισμένης εξουσίας ως τέτοιας. Δηλαδή, χωρίς να μεσολαβεί η επίκληση σε κάποιο επιπρόσθετο πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό ή ακόμη κι αισθητικό κριτήριο που την νομιμοποιεί, αλλά μόνο για τον λόγο οτι είναι εξουσία. Όπως έγραφε ο Καρλ Σμιττ, «Ο λόγος είναι οτι και μόνη η ύπαρξη της εξουσιαστικής αρχής ενέχει μιαν απόφαση, και η απόφαση πάλι έχει καθ’ ευατήν αξία, εφ’ όσων ακριβώς στα σπουδαιότερα ζητήματα είναι σημαντικότερο το οτι λαμβάνεται απόφαση παρά το ποιά απόφαση λαμβάνεται».[ii] Η στιγμή της ακυβερνησίας επέχει στο ηγεμονικό φαντασιακό των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων μια θέση κοσμικής Δευτέρας Παρουσίας, ένος κατακλυσμικού κοινωνικού συμβάντος κατά την διάρκεια του οποίου το χάος θα επικρατήσει, όλα τα αντικοινωνικά ένστικτα θα αναδυθούν στην επιφάνεια (με πρώτο αυτό της έλλειψης σεβασμού απέναντι στην ατομική ιδιοκτησία), οι ζωώδεις τάσεις θα αποχαλινωθούν και κάθε ανοσιούργημα θα διαπραχθεί ανεμπόδιστα και θα παραμείνει ατιμώρητο. Αν η εξουσία είναι εξορισμού και αφ’ εαυτής «καλή» και «ενάρετη», τότε κάθε εξέγερση που στρέφεται ενάντια στην υπέρτατη αρχή δεν μπορεί παρά να κυοφορεί μέσα της και να παρακινείται απο το απόλυτο «κακό». Ο αντεπαναστάτης θεωρητικός Ζοζέφ Ντε Μεστρ εξέφρασε αυτή την πεποίθηση όταν περιέγραψε την Γαλλική Επανάσταση ως, «…ένα ανεξήγητο ντελίριο, μια τυφλή παραφορά, μια σκανδαλώδης περιφρόνηση όλων όσων είναι αξιοσέβαστα στους ανθρώπους, μια βαναυσότητα νέου τύπου που αστειευόταν με τα κακουργήματα της και κυρίως μια άφρονη εκπόρνευση επιχειρηματολογίας και όλων των λέξεων που φτιάχτηκαν για να εκφράσουν τις ιδέες της δικαιοσύνης και της αρετής».[iii]

Δεν υπάρχει αμφιβολία οτι όσο συνεχίζεται η επίθεση των ελίτ ενάντια στις μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες και στον βαθμό που ολοένα και περισσότερο ακραίες μορφές οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής καταπίεσης θεσμοθετούνται ως αναγκαία προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του συστημικού θεσμικού πλαισίου στην βάση της συγκέντρωσης δύναμης, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες μια μελλοντική παλλαϊκή εξέγερση να προσλάβει όλο και αγριότερες μορφές, να υιοθετήσει ακραία μέτρα για να πετύχει την κοινωνική απελευθέρωση και να προβεί σε πράξεις αντεκδίκησης ενάντια στους καταπιεστές της. Είναι λοιπόν καθήκον κάθε αστικοδημοκρατικής πολιτικής διοίκησης να κάνει οτι περνά απο το χέρι της για να αποτρέψει την επέλευση αυτής της στιγμής της εκρηκτικής επίλυσης των κοινωνικών αντιθέσεων. Κάθε ωμότητα και κάθε κατασταλτική βαρβαρότητα της αστυνομίας είναι απο αυτή την άποψη δικαιολογημένη, ακόμη κι επιβεβλημένη ως πράξη αυτοάμυνας του πολιτεύματος και της μικρής εκείνης μερίδας της κοινωνικής ολότητας που παραμένει ακόμη ενταγμένη στις τάξεις των νομιμοφρόνων υπηκόοων της «δημοκρατίας». Η πολιτική ελίτ έχει χρέος να συντρίψει με σιδηρά πυγμή στην γέννηση της κάθε συλλογική αντίσταση «απο τα κάτω», κάθε εκδήλωση Κοινωνικής Πάλης που τείνει να δημιουργήσει συνθήκες διάρρηξης της ομαλότητας, μέσα στις οποίες έρχεται πιο κοντά το ενδεχόμενο της έκρηξης μιας γενικευμένης παλλαϊκής εξεγερσης.    

Σύμφωνα με τον Θ. Κουλουμπή, καμιά μορφή εξωθεσμικής αντίστασης δεν μπορεί να διεκδικήσει την ηθική θεμελίωση της όταν στρέφεται απέναντι σε μια «εδραιωμένη δημοκρατία», πόσο μάλλον μια απόπειρα βίαιης κατάλυσης του πολιτευμάτος.[iv] Τι είναι όμως η «δημοκρατία» σύμφωνα με την άποψη του αξιοσέβαστου κυρίου καθηγητή; Ξανασυναντάμε εδώ την ύστατη αυτοαναφορικότητα του δημόσιου λόγου της κυριαρχίας, απογυμνωμένου από ηθικές αιτιάσεις και λογικά επιχειρήματα. Έκπληκτοι μαθαίνουμε απο τον κύριο «ομότιμο καθηγητή» του Παντείου, οτι η «δημοκρατία» όπως την εννοεί, βρίσκει την πλήρη θεσμική έκφραση της στο σύγχρονο ημιφασιστικό ελληνικό προτεκτοράτο της ΕΕ και της υπερεθνικής ελίτ. Καμία κριτική αναλυτική διάθεση και κανένα κριτήριο αμφισβήτησης και αξιολόγησης δεν υπεισέρχεται στην «επιστημονική» σκέψη του κυρίου «ομότιμου». Μόνο μια τυφλή υποταγή και άκριτη αποδοχή των εννοιών και των μορφών της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Τι κι αν το «δημοκρατικό» Κράτος έχει παραχωρήσει ευγενικά στον εαυτό του το προνόμιο να διορίζει πενήντα βουλευτές σε μια εθνοσυνέλευση με τριακόσιους όλους κι όλους αντιπροσώπους, προκειμένου να διασφαλίσει την μακροβιότητα και την ίδια την επιβίωση του αντιπροσωπευτικού καθεστώτος;[v] Να θυμίσουμε σε αυτό το σημείο οτι η στρατιωτική χούντα της Αιγύπτου επιστράτευσε πανομοιότυπη συνταγματική ρύθμιση για να κατοχυρώσει τον θεσμικό έλεγχο της επί του Αιγυπτιακού κοινοβουλίου, πρακτική που διατηρήθηκε και επί των ημερών του εκλεγμένου ισλαμιστή προέδρου Μόρσι ο οποίος έχει το δικαίωμα να διορίζει 90 απο τα 270 μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου της Σούρα.[vi] Τι κι αν η φιλελεύθερη θεωρία του Κράτους εμπεριέχει ένα εγγενές σφάλμα που εντοπίζεται στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών και του υποτιθέμενου εξισορροπητικού ρόλου που παίζει η μία εξουσία έναντι της άλλης; Στην πραγματικότητα, μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί οτι αν η αρχή αυτή είχε την παραμικρή πρακτική αξία, οι αντιπροσωπευτικές «δημοκρατίες» θα θύμιζαν ακυβέρνητες πολιτείες σε διαρκή πολιτική παράλυση, με την μία εξουσία διαρκώς να εξουδετερώνει την άλλη και με την επιρροή της να λειτουργεί ως αντίβαρο προς τις υπόλοιπες. Αντίθετα, το σύνολο των θεσμών που αναπαράγουν την ανισοκατανομή της δύναμης στο πολιτικό και το οικονομικό επίπεδο, των ιεραρχικών θεσμών στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο, σε συνδυασμό με το σύστημα αξιών και πεποιθήσεων που είναι συμβατές με το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος, συνθέτουν απο κοινού μια ενιαία εξουσιαστική δομή διαποτισμένη απο ομοειδή ταξικά συμφέροντα και αντιλήψεις και μια κοινή λογική προσταγής και κυριαρχίας. Συνθέτουν με άλλα λόγια, αυτό που αποκαλούμε κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.[vii]

Οι πληρωμένοι κονδυλοφόροι του συστήματος έχουν επωμιστεί πρόθυμα την αποστολή να ξιφουλκούν αδιάκοπα και να συκοφαντούν κατάφωρα κάθε μορφή λαϊκής αντιβίας.[viii] Έχοντας πλήρη επίγνωση οτι η εξαθλίωση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας που συνεπάγεται η βίαιη αναδιάρθρωση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς είναι αναπόφευκτο να γεννήσει θύλακες αντίστασης και να οδηγήσει στην έξαρση μορφών αυθόρμητης λαϊκής αντιβίας, εφευρίσκουν «θεωρίες των άκρων», ποινικοποιούν κάθε διαφωνία και κάθε απόπειρα εμπράγματης κριτικής εξισώνοντας τες με την τρομοκρατία, και διατείνονται ότι όλες οι μορφές βίας είναι ξένες και δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές απο την εκλεπτυσμένη πολιτική κουλτούρα της «δημοκρατίας».[ix] Για αυτή την συμμορία των επαγγελματιών προπαγανδιστών της εξουσίας, τίποτα απ’ όσα πράττει η «δημοκρατία» δεν μπορεί να ταξινομηθεί ως βία, αφού το καθεστώς μπορεί να επαίρεται οτι διαθέτει την συγκατάθεση των πολιτών μέσω της πολιτικής νομιμοποίησης που υποτίθεται οτι παρέχουν οι εκλογές. Συνακόλουθα, κανένα ριζοσπαστικό κίνημα ρήξης και ανατροπής του πολιτεύματος δεν μπορεί να ισχυρίζεται οτι ενσαρκώνει την λαϊκή βούληση, αφού ο «λαός» σύμφωνα με το δόγμα της συστημικής προπαγάνδας εκπροσωπείται εξορισμού απο την «δημοκρατία», τα επίσημα θεσμικά όργανα της οποίας μιλούν εξ ονόματος του. Η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» έχει το δικαίωμα να νομοθετεί υπέρ της βίαιης υποτίμησης του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού, υπέρ της κινεζοποίησης των εργασιακών σχέσεων, υπέρ της νόμιμης κλοπής των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, υπέρ της εξάλειψης οποιασδήποτε κρατικής μέριμνας για τους φτωχούς, τους ανέργους, ή τους ΑΜΕΑ, υπέρ της φορολογικής αφαίμαξης των εργαζόμενων και της αποστέρησης των συνταξιούχων απο τα ισχνά μέσα διαβίωασης τους. Ωστόσο, όλα αυτά τα μέτρα κοινωνικού κανιβαλισμού δεν στοιχειοθετούν εκφάνσεις της δομικής βίας του συστήματος σύμφωνα με τους καλοπληρωμένους απολογητές της κυριαρχίας, διότι λαμβάνονται απο «εκλεγμένες δημοκρατικές κυβερνήσεις». Προφανώς, αν προεκτείνουμε αυτό το σκεπτικό στην λογική του κατάληξη, οι «αντιπρόσωποι του έθνους» θα μπορούσαν να νομοθετήσουν υπέρ της φυσικής εξόντωσης των υπηκόων της «δημοκρατίας» (πράγμα που κατά μια έννοια ήδη γίνεται συστηματικά), χωρίς να μπορούν τα υποτελή στρώματα της κοινωνίας να εγείρουν το ζήτημα της νόμιμης αυτοάμυνας τους απέναντι στις δολοφονικές διαθέσεις των ελίτ.

Έτσι, στο όνομα της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» διαπράττονται οι χειρότερες ωμότητες και δύναται να ασκηθεί η πιο απόλυτη κυβερνητική τυραννία. Είναι ενδιαφέρον να επικαλεστούμε σε αυτό το σημείο την αναπάντεχη σύμπτωση απόψεων που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετους πολιτικούς στοχαστές, γύρω απο το ζήτημα της ακραίας εξουσιαστικής φύσης των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Από την μία, ο αναρχικός Κροπότκιν, ένας απο τους κύριους εκφραστές του ελευθεριακού κομμουνισμού και βασικός εκπρόσωπος της εναλλακτικής πολιτικής παράδοσης της αυτονομίας, έγραφε για την έμφυτη τάση του «δημοκρατικού» Κράτους να συγκεντρώνει στα χέρια του ολοένα και μεγαλύτερες, διευρυμένες εξουσίες: «…πόσο θλιβερά μικρή εξουσία είχε ο Λουδοβικός ο 14ος που καυχιόταν οτι ήταν το κράτος σε σύγκριση με την εξουσία ενός συνταγματικού πρωθυποργού των ημερών μας!».[x] Στην αντίπερα όχθη, βρίσκουμε τον Γάλλο Ζοζέφ Ντε Μεστρ, αμετανόητο οπαδό της μοναρχίας και ασυμβίβαστο επικριτή της Γαλλικής Επανάστασης, ο οποίος γράφοντας τον 18ο αιώνα, σχολίασε ως εξής τον νέο, αντιπροσωπευτικό ολοκληρωτισμό που έβλεπε να ορθώνεται μπροστά στα μάτια του: «Το σίγουρο είναι οτι το αντιπροσωπευτικό σύστημα αποκλείει άμεσα την άσκηση της κυριαρχίας, ιδίως εντός του γαλλικού συστήματος, όπου τα δικαιώματα του λαού περιορίζονται στο να διορίζει εκείνους που διορίζουν και όπου όχι μόνο δεν μπορεί να δώσει ειδικές εντολές στους εκπροσώπους του, αλλά ο νόμος φροντίζει να διαρρηγνύει κάθε σχέση ανάμεσα σε αυτούς και τις αντίστοιχες επαρχίες τους, προειδοποιώντας τους οτι δεν είναι απεσταλμένοι εκείνων που τους απέστειλαν, αλλά απεσταλμένοι του Έθνους. Μεγαλοστομία απίστευτα βολική αφού μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπως θέλουμε. Εν ολίγοις, είναι αδύνατο να φανταστούμε νομοθεσία καλύτερα υπολογισμένη για να εκμηδενιστούν τα δικαιώματα του λαού».[xi]

Η τρικομματική χούντα κυβερνάει με μοναδικό πρόγραμμα την τάχιστη σαλαμοποίηση των μη-προνομιούχων κοινωνικών ομάδων και την δημιουργία οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών νεκροταφείου, που θα οδηγήσουν στην υποβάθμιση της θέσης που κατέχει η χώρα στον διεθνή καταμερισμό εργασίας που επιβάλλει το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και στην ένταξη της Ελλάδας με κάθε επισημότητα πλέον στην εξαθλιωμένη περιφέρεια του συστήματος. Η αμείλικτη φτωχοποίηση και η προλεταριοποίηση εν μία νυκτί μιας μεγάλης μερίδας της πρώην μεσοαστικής τάξης αλλά και των μικρομεσαίων στρωμάτων, είναι η αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της διαδικασίας καπιταλιστικής προσαρμογής. Απο αυτή την άποψη, η «δημοκρατία» δεν έχει τίποτα πια να πει στους λεγόμενους «νοικοκυραίους». Στα μάτια τους, η «δημοκρατία» τους έχει προδώσει ανεπανόρθωτα και με κάθε νέο ληστρικό μέτρο που θεσπίζει απεργάζεται τον περαιτέρω καταποντισμό τους στην κοινωνική ιεραρχία. Ο Φωτόπουλος γράφει σχετικά με την ιστορική καταγωγή αυτών των μικρομεσαίων στρωμάτων: «Την εικοσαετία 1961-81 ουσιαστικά συντελέστηκε η μετατροπή της χώρας από αγροτική σε οικονομία υπηρεσιών – βασικά παρασιτικών (που δεν αντιπροσώπευαν δηλαδή πραγματικές ανάγκες της παραγωγικής διαδικασίας), εφόσον η μετάβαση αυτή δεν έγινε, όπως στα καπιταλιστικά κέντρα, μετά από μια βιομηχανική επανάσταση. Η κοινωνική συνέπεια επομένως δεν ήταν η δημιουργία μιας πολυπληθούς μεσαίας τάξης, όπως στα κέντρα αυτά, αλλά μιας τάξης “μικρομεσαίων”, τόσο όσον αφορά την οικονομική επιφάνεια, αλλά το κυριότερο, όσον αφορά την νοοτροπία τους».[xii]

Δεδομένου λοιπόν οτι πρόκειται για κοινωνικά στρώματα που λόγω της ταξικής ιδιοσυστασίας τους ρέπουν προς συντηρητικές κοινωνικές συνήθειες και συμπεριφορές, η χούντα προσπαθεί να εκμαίευσει όχι τόσο την αφοσίωση, αλλά κυρίως την ανοχή τους, καλλιεργώντας την εντύπωση οτι η εξουσία της «δημοκρατίας» είναι το μόνο εμπόδιο που ορθώνεται ανάμεσα σε αυτούς και τις ορδές των λυσσασμένων που αδημονούν να τους κατασπαράξουν. Γι’ αυτό τον λόγο ταυτίζουν τις μαχητικές λαϊκές ενέργειες – ακόμη και των ίδιων των μικροαστών – με το «χάος» και τον αναρχισμό με την κακώς εννοούμενη αταξία, τον γενικευμένο πόλεμο όλων εναντίον όλων. Απο την μεριά τους, οι «νοικοκυραίοι» μισούν τους πολιτικούς και το μεγάλο κεφάλαιο, όμως εμάς δεν μας γνωρίζουν. Είναι λοιπόν επείγον να συγκροτήσουμε ένα μαζικό αντισυστημικό κίνημα για τον κοινωνικό αναρχισμό, με πρόγραμμα και στρατηγική για την μετάβαση στην απελευθερωμένη, αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία. Με ικανότητα για την ανάληψη ανατρεπτικής δράσης στην κεντρική πολιτική σκηνή που συνεπάγεται η καθολική αμφισβήτηση του ετερόνομου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης και τρόπους για την άμεση επίλυση των βασικών προβλημάτων διαβίωσης που αντιμετωπίζουν καθημερινά πλέον τα υποτελή στρώματα της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να δείξουμε οτι η Αναρχική κοινωνία δεν είναι συνώνυμη με το «χάος» ή την αταξία, αλλά με την τελειότερη μορφή τάξης που μπορεί να υπάρξει. Την τάξη που βασίζεται στην κοινωνική και ατομική αυτονομία, την αλληλεξάρτηση, την πραγματική αρμονία στμφερόντων και την θεσμισμένη ισότητα των μελών μιας ελεύθερης κοινότητας.


[i] Για ένα πλούσιο αρχείο με βίντεο απο την εγκληματική δράση των αστυνομικών δυνάμεων κατοχής κατα την πρόσφατη εισβολή τους στην Ιερισσό, βλέπε εδώ:   https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1461051.

[ii] C. Schmitt, Πολιτική Θεολογία (Λεβιάθαν), σελ. 92.

[iii] J. De Maistre, Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως (Εκδόσεις Καστανιώτη), σελ. 235.

[iv] Θ. Κουλουμπής, Επικίνδυνη διάβρωση των εννοιών, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_24/02/2013_512316.

[v] Αναφερόμαστε εδώ βεβαίως στο γνωστό «μπόνους» των πενήντα βουλευτών με το οποίο πριμοδοτείται το κόμμα που έρχεται πρώτο στις εθνικές εκλογές.

[vii] T. Fotopoulos, Values, the Dominant Social Paradigm and Neoliberal Globalisationhttp://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol4/vol4_no1_takis_values.htm.

[viii] Π. Μανδραβέλης, Η δικαιολόγηση της βίας, http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_09/03/2013_486577.

[ix] Για την ποινικοποίηση της διαφωνίας βλέπε την πρόσφατη σύλληψη τοπικου στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ Χαλκιδικής ως «ηθικού αυτουργού» για την εμπρηστική επίθεση ενάντια στις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό της εταιρείας εξόρυξης χρυσού,  http://www.zoomnews.gr/%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BF-54%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%86%CE%B8%CE%B7-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84/.

[x] P. Kropotkin, Η Αναρχική Οργάνωση της Κοινωνίας (Κατσάνος), σελ. 21.

[xi] J. De Maistre, Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως, σελ. 230-1.

[xii] Τ. Φωτόπουλος, Κουλτούρα, Ιστορία και Παγκοσμιοποίηση, Περιεκτική Δημοκρατία, Γενάρης-Μάρτης ’07, σελ.15.

Advertisements