Οι απαρχές του Σιωνισμού και το μοντέρνο Εβραϊκό Κράτος

21st_Zionist_Congress_1939_Geneva

«Η σύγχρονη ιστορική έρευνα μας δίνει σήμερα την δυνατότητα, παρ’ όλο ότι το κενό μιας επαρκούς θεωρίας γύρω από τα εθνικά ζητήματα εξακολουθεί να παραμένει, να διαπιστώσουμε πόσο πολύπλοκα συγκροτείται η εθνική ιδεολογία, πόσο πυκνά μπλεγμένος είναι ο μύθος με την ιστορία, πόσο άμεσα ταυτίζεται η επιθυμία με την πραγματικότητα».                                                                                                                                                                                                                                                Λουκάς Αξελός 

Το 1898 διοργανώθηκε στην Βασιλεία της Ελβετίας το 1ο Σιωνιστικό Συνέδριο με τη συμμετοχή διακοσίων αντιπροσώπων από όλο το φάσμα της Εβραϊκής διασποράς. Προϊόν των εργασιών του συνεδρίου ήταν το λεγόμενο «Πρόγραμμα της Βασιλείας» που επισημοποίησε την επιδίωξη των Σιωνιστών για την «…δημιουργία μιας εστίας για τον Εβραϊκό λαό στη γη του Ισραήλ κατοχυρωμένης από τον νόμο». Το Πρόγραμμα της Βασιλείας μπορεί να θεωρηθεί ως το μανιφέστο του Εβραϊκού εθνικισμού αφού ενέτασσε την αφηρημένη επιθυμία των Εβραίων για παλιννόστηση σε ένα χειροπιαστό πολιτικό πρόγραμμα και πρότεινε τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την επίτευξη της. Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι κόντρα στην επικρατούσα άποψη, θεμελιώδης στόχος του Σιωνισμού δεν ήταν η απλή μεταφορά και συγκέντρωση του «περιπλανώμενου εβραϊκού έθνους» στην ιστορική εδαφική κοιτίδα του.

Σύμφωνα με την διακήρυξη Νο.3 του εθνικού προγράμματος της Βασιλείας το Σιωνιστικό κίνημα επιφορτιζόταν με το καθήκον της «ενίσχυσης και καλλιέργειας του Εβραϊκού εθνικού αισθήματος και της εθνικής συνείδησης των Εβραίων». Με άλλα λόγια, το εγχείρημα της συγκρότησης Εβραϊκού κράτους προϋπέθετε την αναδημιουργία εκ του μηδενός του Εβραϊκού έθνους, αφού οι περισσότεροι Εβραίοι της διασποράς αντιλαμβάνονταν τον «εβραϊσμό» τους ως θρησκευτική πίστη και όχι ως ζήτημα εθνικής ταυτότητας. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το Συνέδριο ήταν αρχικά προγραμματισμένο να συνέλθει στο Μόναχο. Οι Σιωνιστές ηγέτες όμως αναγκάστηκαν να αναθεωρήσουν τους αρχικούς τους σχεδιασμούς για τη διεξαγωγή του συνεδρίου όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με την λυσσαλέα αντίδραση της Εβραϊκής κοινότητας της πόλης που απέρριπτε την κοσμική-εθνικιστική επιχειρηματολογία των θεωρητικών του Σιωνισμού και υποστήριζε τον παραδοσιακό αυτοπροσδιορισμό των Εβραίων ως μια κατά βάση θρησκευτική και πνευματική κοινότητα. Όπως αναγράφεται στην ανακοίνωση που εξέδωσε η Συνδιάσκεψη του Μοντρεάλ (μια αντι-σύνοδος ορθοδόξων Εβραίων που διοργανώθηκε παράλληλα με τη σύνοδο των Σιωνιστών στη Βασιλεία), «Αποδοκιμάζουμε ολοκληρωτικώς κάθε πρωτοβουλία με σκοπό την δημιουργία Εβραϊκού κράτους. Απόπειρες τέτοιου είδους δείχνουν μια εσφαλμένη αντίληψη της αποστολής του Ισραήλ… την οποία πρώτα οι Προφήτες διακήρυξαν. Τονίζουμε ότι σκοπός του Ιουδαϊσμού δεν είναι ούτε πολιτικός, ούτε εθνικός αλλά πνευματικός. Οραματίζεται μια μεσσιανική εποχή όπου όλοι οι άνθρωποι θα αναγνωρίζουν ότι ανήκουν σε μια μεγάλη κοινότητα για την εγκατάσταση της Βασιλείας του Θεού στην γη».

Το επεισόδιο της εκδίωξης των Σιωνιστών από το Μόναχο δείχνει το μέγεθος της πάλης ιδεών που ήταν υποχρεωμένο να διεξαγάγει το Σιωνιστικό κίνημα προκειμένου να προσεταιριστεί τον παγκόσμιο Εβραϊσμό. Η συντριπτική πλειοψηφία των απανταχού Εβραίων εξακολουθούσε να αντιλαμβάνεται την Εβραϊκή της ταυτότητα με τους πνευματικούς όρους που αναφέραμε παραπάνω. Δρομολογώντας το σχέδιο για την οικοδόμηση του Εβραϊκού κράτους, οι Σιωνιστές έπρεπε να στοχεύουν στην αποδοχή της εθνικής ιδέας από ολοένα και ευρύτερα στρώματα Εβραίων της διασποράς, και παράλληλα, στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο οι ίδιοι οι Εβραίοι κατανοούσαν την «εβραϊκότητα» τους. ΄Έπρεπε να ανοικοδομήσουν το ίδιο το έθνος του Ισραήλ που είχε πάψει να υπάρχει από το 70μ.Χ. όταν οι Ρωμαίοι κυρίευσαν τα Ιεροσόλυμα και κατέστρεψαν τον Ναό του Σολομώντα.                      

Γη της Επαγγελίας, Γη της Κατάκτησης

 Το Κογκρέσο της Βασιλείας προοριζόταν από τον Θεόδωρο Χερτσλ να αποτελέσει ένα ιδιόμορφο περιφερόμενο κοινοβούλιο του παγκόσμιου Εβραϊσμού. Οι αντιπρόσωποι που συμμετείχαν ήταν εκλεγμένοι από τις εβραϊκές κοινότητες της διασποράς, αποτελούσαν την αφρόκρεμα της Σιωνιστικής διανόησης και ανήκαν σε Σιωνιστικές ομάδες που μέχρι τότε δρούσαν αποσπασματικά, χωρίς κεντρική καθοδήγηση και με αυτόνομες επιδιώξεις η κάθε μια. Μέσω των τακτικών συνεδριάσεων του Κογκρέσου (κάθε δύο χρόνια) ο Χερτσλ φιλοδοξούσε να δημιουργήσει έναν ενιαίο πολιτικό χώρο όπου όλες οι συνιστώσες του κινήματος θα μπορούσαν να συναντηθούν, να ανταλλάξουν απόψεις και να καταλήξουν σε συμβιβασμούς προκειμένου να συντονίσουν τις ενέργειες τους για την αποτελεσματικότερη προώθηση της υπόθεσης του Εβραϊκού Κράτους. Ο τελικός στόχος δεν ήταν άλλος από την συγκρότηση ενός συνεκτικού διεθνούς κινήματος που στους κόλπους του θα συνυπήρχαν όλες οι διαφορετικές εκφάνσεις της Σιωνιστικής ιδεολογίας, χωρίς αυτή η πολυφωνία να γίνεται τροχοπέδη για τις εθνικές φιλοδοξίες των Εβραίων.

Η δημιουργία της Παγκόσμιας Σιωνιστικής Οργάνωσης, του Εβραϊκού Πρακτορείου για την μετανάστευση και του Εβραϊκού Εθνικού Ταμείου για την εξαγορά γης στην Παλαιστίνη, ήταν η θεσμική έκφραση της ενότητας που επιτεύχθηκε και φανέρωναν την σύμπνοια που υπήρχε μεταξύ των τριών βασικών τάσεων του κινήματος σε ότι αφορά τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες θα στηριζόταν το Σιωνιστικό εγχείρημα. Ανεξάρτητα αν κάποιος ήταν οπαδός του συντηρητικού Σιωνιστικού μοντέλου που πρότεινε ο Χερτσλ (Πολιτικός Σιωνισμός), ή αν υποστήριζε τον Σιωνισμό με σοσιαλιστικές αποχρώσεις του Μπεν-Γκούριον (Εργατικός Σιωνισμός), ή αν τέλος τασσόταν με το μέρος του Πολιτιστικού Σιωνισμού του Αχάντ Χαάμ, ο κοινός παρονομαστής που ένωνε τα παρακλάδια του κινήματος ήταν η πεποίθηση που πρώτος εξέφρασε ο Χερτσλ ότι η μόνη φόρμουλα για την πραγματοποίηση της Σιωνιστικής εθνικής ιδέας ήταν το καθαρό Εβραϊκό Κράτος. Ο Χερτσλ που στο Κογκρέσο της Βασιλείας εκτέλεσε χρέη προέδρου, εκμεταλλεύτηκε την πλεονεκτική θέση που του εξασφάλιζε το αξίωμα του για να επιβάλει τις θεωρίες του περί φυλετικής καθαρότητας στους συμμετέχοντες και πέτυχε να συμπεριλάβει τις θέσεις του στο επίσημο πρόγραμμα που εκδόθηκε μετά το τέλος των εργασιών. Επίτευγμα αναμφίβολα σημαντικό, αφού το Πρόγραμμα της Βασιλείας αποτέλεσε την ληξιαρχική πράξη γέννησης του κινήματος και έθεσε τις βάσεις για την μελλοντική του πορεία.

Η επικράτηση των δεξιών εθνικιστών στο Κογκρέσο αποδυνάμωσε τα σκόρπια φιλειρηνικά στοιχεία που υπήρχαν μέσα σε όλες τις Σιωνιστικές ομάδες, μεμονωμένες φωνές αμφισβήτησης που πίστευαν πως η ειρηνική συνύπαρξη με τους Άραβες ήταν ο μόνος τρόπος για να νομιμοποιηθεί πολιτικά και ηθικά η ίδρυση Εβραϊκού Κράτους. Ήλπιζαν ότι η εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη θα αποτελούσε παράγοντα προόδου και ευημερίας για την ευρύτερη περιοχή. Οικοδομώντας σχέσεις εμπιστοσύνης και αμοιβαίας κατανόησης με τους αυτόχθονες Άραβες, η εβραϊκή κοινότητα των εποίκων θα συνεργαζόταν με το Αραβικό στοιχείο και θα έθετε την τεχνογνωσία που είχε αποκτήσει στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες της Δύσης και τα κεφάλαια που θα μετέφερε στην Παλαιστίνη από τη διασπορά, στην υπηρεσία της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Αποτέλεσμα αυτής της σύμπραξης Εβραίων και Αράβων θα ήταν η δημιουργία μίας ισχυρής τοπικής οικονομίας που θα καθιστούσε την Παλαιστίνη μία δυναμικά ανερχόμενη κοινωνία εφάμιλλη των «πολιτισμένων» κοινωνιών της Δύσης.

Η ηθελημένη ασάφεια που εμπεριέχοταν σε αυτή την ειδυλλιακή πρόγνωση ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα συνέβαιναν όλα αυτά. Στην πραγματικότητα, οι οπαδοί της ειρηνικής συνύπαρξης με τους Άραβες είχαν χάσει από νωρίς τη μάχη για την πρωτοκαθεδρία στο εσωτερικό του Σιωνιστικού κινήματος. Έχοντας διαγνώσει την κατεύθυνση που είχε πάρει το κίνημα, ο Εβραίος φιλόσοφος και επιφανές μέλος της φιλειρηνικής πτέρυγας του Σιωνισμού Μάρτιν Μπούμπερ διερωτάτο: 

«Θέλετε να έλθετε εδώ σαν φίλος, αδελφός, μέλος της κοινότητος των λαών της Μέσης Ανατολής ή σαν εκπρόσωποι της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού;». 

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας του Σιωνισμού, οι ειρηνόφιλοι περιορίστηκαν στο ρόλο μίας περιθωριοποιημένης εσωτερικής αντιπολίτευσης που σε καμία στιγμή δεν μπόρεσε να αποτρέψει τον εκφυλισμό του Σιωνιστικού ιδεώδους της «επιστροφής» στην Παλαιστίνη, σε ένα εθνοφυλετικό όραμα κατάκτησης και υφαρπαγής των Παλαιστινιακών εδαφών. Στο νέο κράτος του Ισραήλ οι ανθρωπιστές ειρηνόφιλοι δε βρήκαν πολιτική αντιπροσώπευση σε κανέναν από τους κυρίαρχους πολιτικούς σχηματισμούς και συσπειρώθηκαν στον εξωκοινοβουλευτικό χώρο με τη δημιουργία του ειρηνιστικού κινήματος Britt Shalom, στοιχείο ενδεικτικό της πολιτικής αδυναμίας τους.

Το μοντέλο μετανάστευσης που τελικά κατέληξε να υιοθετήσει το Σιωνιστικό κίνημα βασίστηκε σε δύο αυστηρά εθνικιστικές αρχές, την αρχή της εβραϊκής πλειοψηφίας ως απαραίτητη  προϋπόθεση για την ίδρυση ενός ανεξάρτητου Εβραϊκού κράτους και την επίκληση της «Πατριαρχικής Υπόσχεσης» προς τον περιπλανώμενο Εβραϊκό λαό. Η ανάγκη για τη συγκρότηση εβραϊκής πλειοψηφίας δεν σχετίζεται με τις δυσχερείς πληθυσμιακές συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε η εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη, αλλά απορρέει από την ευρύτερη προβληματική του Σιωνισμού πάνω σε ζητήματα εθνικού χαρακτήρα, καθώς και από την σιωνιστική αντίληψη για τα στοιχεία που συνιστούν ένα έθνος. Αυτή η διάκριση είναι σημαντική γιατί μας βοηθά να κατανοήσουμε όχι μόνο τις εβραϊκές ενέργειες που προηγήθηκαν της συγκρότησης του κράτους του Ισραήλ αλλά και την μορφή και το περιεχόμενο που δόθηκε σε αυτό μετά την ίδρυσή του. Αναφερόμαστε εδώ στην αρχή της εθνικής καθαρότητας του κράτους, που στο σύγχρονο Ισραήλ κατοχυρώνεται θεσμικά μέσω του Νόμου της Επιστροφής, του Νόμου περί Ιδιοκτησίας των Απόντων και του Νόμου περί Ισραηλινής Ιθαγένειας. Πρόκειται για νομοθετήματα που σχεδιάστηκαν σύμφωνα με φυλετικά κριτήρια και κωδικοποιούν τις φυλετικές διακρίσεις σε βάρος των Ισραηλινών Αράβων υποβιβάζοντας τους σε πολίτες β΄ κατηγορίας.

Ο Εβραίος αντισιωνιστής ιστορικός Finkelstein εντοπίζει τις πνευματικές ρίζες του εβραϊκού εθνικισμού στο κίνημα του Γερμανικού Ρομαντισμού που ήταν αποτέλεσμα της αντίδρασης στον ορθολογισμό και τον φιλελευθερισμό της Γαλλικής Επανάστασης. Σε αντίθεση με το Γαλλικό ρεπουμπλικανικό μοντέλο που οικοδομεί την εθνική ταυτότητα γύρω από την ιδιότητα του πολίτη και τις αξίες της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», η αντίληψη που οι Γερμανοί ρομαντικοί εθνικιστές είχαν για το έθνος εμπεριέχει την ιδέα της ύπαρξης οργανικών σχέσεων μεταξύ των μελών μίας εθνικής κοινότητας. Τα άτομα με κοινή εθνική καταγωγή συνδέονταν με ένα «φυσικό» δεσμό αίματος που συντελούσε στην ενότητά τους ενώ ταυτόχρονα απέκλειε το ίδιο «φυσικά» άτομα με αλλότρια εθνική προέλευση. Η εμμονή των Σιωνιστών για τη δημιουργία ενός εβραϊκού εθνικού κράτους προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την αποδοχή ενός ορισμού του Έθνους ως οργανικής οντότητας και την υιοθέτηση από μέρους τους του αντισημιτικού επιχειρήματος ότι οι διάσπαρτοι ανά τον κόσμο Εβραίοι αποτελούσαν «ξένα σώματα» μέσα στα έθνη στα οποία υπήρχαν ενσωματωμένοι για χιλιάδες χρόνια. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, ο αντισημιτισμός ήταν φυσική συνέπεια της αφύσικης κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει το εβραϊκό έθνος, το οποίο ήταν κατακερματισμένο και παντού συνιστούσε μειονότητα έναντι μίας «υγιούς» εθνικής πλειοψηφίας. Στην ομιλία που απηύθυνε στο πρώτο Σιωνιστικό Κογκρέσο ο αντιπρόεδρος Μαξ Νορντάου υποστήριξε ότι: 

«…[Ο Εξόριστος Εβραίος] δεν αποκαλεί σπίτι του τη γη στην οποία γεννήθηκε. Όταν επιχειρεί να συναναστραφεί τους συμπατριώτες του, αυτοί τον αποκρούουν. Δεν έχει έδαφος κάτω από τα πόδια του ή μια κοινότητα στην οποία είναι πλήρες μέλος. Με τους Χριστιανούς συμπολίτες του δεν μπορεί να υπολογίζει σε δίκαια αντιμετώπιση και πολύ λιγότερο στα ευγενή αισθήματα τους. Με τους Εβραίους συμπατριώτες του έχει χάσει κάθε επαφή: αισθάνεται ότι ο κόσμος τον μισεί και αδυνατεί να ανακαλύψει ένα μέρος όπου θα βρει την ζεστασιά που επιζητάει».   

Η λύση σύμφωνα με τους Σιωνιστές ήταν να συγκροτηθούν οι ίδιοι οι Εβραίοι σαν πλειοψηφία σε μια εθνική εστία που οι Μεγάλες Δυνάμεις θα τους παραχωρούσαν για αυτόν τον σκοπό. Το ότι αυτή έμελλε να συσταθεί στην Παλαιστίνη ήταν αποτέλεσμα των επιδέξιων πολιτικών χειρισμών των Σιωνιστών ηγετών που πέτυχαν να έρθουν σε συνεννόηση πρώτα με τη Μεγάλη Βρετανία και αργότερα με τις ΗΠΑ και  συμφώνησαν στην από κοινού εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους.

Το δεύτερο σκέλος της στρατηγικής των Σιωνιστών για τη μαζική μετανάστευση των Εβραίων στην Παλαιστίνη συνίστατο στην πολιτική και ιδεολογική αξιοποίηση του θρησκευτικού μύθου της «Πατριαρχικής Υπόσχεσης». Ο κοσμικός χαρακτήρας της Σιωνιστικής ιδεολογίας υπέστη μία αξιοσημείωτη μετάλλαξη προς μία θρησκειοκεντρική θεώρηση των πραγμάτων όταν το Σιωνιστικό σχέδιο προσέλαβε την τελική του μορφή και οριστικοποιήθηκε ότι η Παλαιστίνη θα ήταν ο τελικός προορισμός της μετοίκησης και συγκέντρωσης των Εβραίων σε μία ενιαία εθνική εστία. Η Υπόσχεση που σύμφωνα με τα ιερά κείμενα της Ιουδαϊκής θρησκευτικής παράδοσης έλαβε ο Μωυσής από τον ίδιο τον Θεό του Ισραήλ (Γιαχβέ) για ιδιοκτησία και αποκλειστική χρήση της Γης του Ισραήλ από το εβραϊκό έθνος, κατέλαβε κεντρική θέση στη σιωνιστική επιχειρηματολογία περί του νόμιμου χαρακτήρα της εβραϊκής διεκδίκησης των Παλαιστινιακών εδαφών. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι Σιωνιστές ηγέτες να υπερασπιστούν το δίκαιο ενός κατακτητικού εγχειρήματος που συνεπαγόταν την μαζική εγκατάσταση εβραίων εποίκων από όλα τα μέρη του κόσμου, τη σταδιακή απαλλοτρίωση Αραβικών γαιών και τη συνακόλουθη εκδίωξη των Αράβων που ήδη κατοικούσαν εκεί, αν όχι μέσα από την επίκληση μίας «ανώτερης εντολής» που υπερτερούσε τόσο του ανθρωπιστικού δικαίου όσο και των κανόνων της συμβατικής ηθικής; Είναι σαφές πως η δημιουργία του εβραϊκού κράτους και η απόκτηση ζωτικού χώρου για τις μάζες των εβραίων μεταναστών που κατέφταναν στην Παλαιστίνη, ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς την παράλληλη εκκένωση της χώρας από τους Άραβες κατοίκους της, είτε μέσω της οικειοθελούς αποχώρησης, είτε μέσω της βίαιης μεταφοράς τους. Ο Γιόραμ Μπεν Πόραθ, ηγέτης της παλαιάς φρουράς του Σιωνιστικού κινήματος έγραφε το 1972: 

«Δεν υπάρχει σιωνισμός, αποικισμός του εβραϊκού κράτους, χωρίς εκδίωξη των Αράβων και απαλλοτρίωση των εδαφών τους». 

Η «Πατριαρχική Υπόσχεση» που ερμηνεύεται ως μία σύμβαση του έθνους του Ισραήλ με τον ίδιο το Θεό, αποτέλεσε μηχανισμό ψυχολογικής άμυνας έναντι των αγριοτήτων που αυτό ήταν αναγκασμένο να διαπράξει στο βωμό της πραγμάτωσης της Σιωνιστικής εθνικής ιδέας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούσε η Yishuv (εβραϊκή κοινότητα της Παλαιστίνης) να δικαιολογήσει την εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων. Η συλλογική συνείδηση των Εβραίων παρέμενε καθαρή αφού εκκαθαρίζοντας Παλαιστίνιους η Χαγκάνα, η Ιργκούν και τα υπόλοιπα ένοπλα σώματα του μελλοντικού κράτους του Ισραήλ δεν εκπλήρωναν μόνο το εθνικό όραμα για επανένωση του εβραϊκού έθνους αλλά επιτελούσαν έργο θεάρεστο. Ας μη ξεχνάμε ότι η συνθήκη με τον ίδιο το Θεό έχει και το χαρακτήρα μιας απαράβατης εντολής στην οποία κάθε άνθρωπος οφείλει να υποταχθεί. Και η κατάκτηση της Παλαιστίνης από τους Εβραίους ήταν σύμφωνα με την Πεντάτευχο θέλημα Θεού.

Η επιλογή της Παλαιστίνης ως τελικού προορισμού είχε λοιπόν σαν αποτέλεσμα τη θρησκευτική αφύπνιση πολλών στελεχών του Σιωνισμού και την ανάπτυξη ενός φονταμενταλιστικού θρησκευτικού ρεύματος μεταξύ των Εβραίων εθνικιστών. Η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση των οπαδών του Σιωνισμού και η ενίσχυση της θρησκευτικής τους συνείδησης κατέστη επιβεβλημένη προκειμένου να ενδυναμωθεί η πίστη τους στον μύθο της «Γης της Επαγγελίας» και να διασφαλιστεί η αφοσίωση τους στην υπόθεση της δημιουργίας Εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη.

Οι επιπτώσεις της θρησκευτικής «αφύπνισης» στους κόλπους του πρώιμου Σιωνισμού είναι αισθητές ακόμη και σήμερα, στη θεσμική διάρθρωση του κράτους του Ισραήλ. Ο ρόλος που διαδραματίζει ο ορθόδοξος ιουδαϊσμός στο δημόσιο βίο του Ισραηλινού κράτους είναι θεμελιώδης. Σχολιάζοντας αυτήν την εξάρτηση μιας φαινομενικά κοσμικής πολιτείας από τη θρησκεία ο Ισραηλινός αντιφρονών Uri Davis αποκαλεί το Ισραήλ «θεοκρατία» και μας πληροφορεί ότι υπό το παρόν καθεστώς «ο πολιτικός γάμος απαγορεύεται και πρέπει να επικυρωθεί νομικά από θρησκευτικό δικαστήριο. Τα θρησκευτικά δικαστήρια είναι επίσημα κρατικά όργανα και το προσωπικό τους πληρώνεται από την πολιτεία».

Επίσης, ιδιαίτερης μνείας χρήζει η πολιτική απήχηση που έχουν τα ακροδεξιά θρησκευτικά κόμματα στο Ισραήλ. Τα κόμματα αυτά έχουν φανατικούς οπαδούς μεταξύ των εξτρεμιστών εβραίων εποίκων, εκπροσωπούνται στην Κνεσέτ (Βουλή) και ασκούν επιρροή στην εκπαιδευτική και εξωτερική πολιτική του εβραϊκού κράτους μέσω της συμμετοχής τους σε κυβερνητικούς συνασπισμούς.      

Χρόνια αργότερα, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Γιτζάκ Ράμπιν θα πλήρωνε με την ζωή του αυτήν την πολιτική υποδαύλισης του ιουδαϊκού θρησκευτικού μίσους όταν δολοφονήθηκε από τον Γιτζάκ Αμίρ, έναν Εβραίο τρομοκράτη, απόφοιτο των ταλμουδικών ιερατικών σχολών και μέλους μιας ακροδεξιάς παραθρησκευτικής ομάδας συνωμοτών που θεωρούσε τον Ράμπιν προδότη. Ο Ράμπιν είχε υπογράψει τις Συμφωνίες του Όσλο που προέβλεπαν μια μικρή παραχώρηση εδαφών στους Παλαιστίνιους. Για τον Αμίρ και τους συνεργάτες του αυτή η ενέργεια ήταν κόντρα στον Θεϊκό Νόμο και την βούληση του ίδιου του Θεού, όπως αυτή εκφράστηκε στην Υπόσχεση που έδωσε στους Εβραίους.

Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις πως ιστορικοί πατέρες του Σιωνισμού όπως ο Μοσέ Νταγιάν, ενώ ανακαταλάμβαναν την Παλαιστίνη για λογαριασμό των εβραίων, αντιλαμβάνονταν την αποστολή τους με όρους  μεσσιανικούς, σαν μία επανάληψη της κατάκτησης της Γης του Ισραήλ από το βιβλικό διάδοχο του Μωυσή, Ιησού του Ναυή και της εκκαθάρισης της από τις ειδωλολατρικές φυλές που κατοικούσαν εκεί. Οι περιγραφές των σφαγών που διέπραξε ο Ιησούς του Ναυή σε βάρος των φυλών που υπέτασσε στον πόλεμο υπάρχουν αυτούσιες μέσα στο «Βιβλίο των Αριθμών» και φαίνεται πως λειτούργησαν εν είδει στρατιωτικού εγχειριδίου για τους στρατηγούς του Ισραηλινού Πολέμου της Ανεξαρτησίας του 1948 σε ό,τι αφορά τη μεταχείριση που επεφύλαξαν στους ηττημένους Παλαιστίνιους.

Λέει το Βιβλίο των Αριθμών: «Ο Κύριος του παρέδωσε τους Χαναναίους. Ο Ισραήλ τους εξόντωσε αυτούς και τις πόλεις τους». Για τους Αμορίτες γράφει: «τους έπληξαν αυτόν και τους υιούς του και όλο τον λαό του, σε σημείο που δεν έμεινε κανείς επιζών και κατέλαβαν τη χώρα του». Τέλος, το Δευτερονόμιο επιβεβαιώνει την μοίρα των Αμοριτών: «Αφού ο Κύριος, ο Θεός σου θα σου επιτρέψει να μπεις σε αυτήν τη χώρα και θα έχει σκορπίσει μπροστά σου τα πολυάριθμα έθνη… θα τα εξοντώσεις τελείως». Αντίστοιχα ο Μεναχέμ Μπέγκιν έγραψε για τη σφαγή στο χωριό Ντέιρ Γιασσίν, όπου το 1948 στρατεύματα της Ιργκούν κατέσφαξαν 254 άοπλους Άραβες χωρικούς, ότι: 

«Η Χαγκάνα πραγματοποιούσε νικηφόρες επιθέσεις σε άλλα μέτωπα…. Πανικόβλητοι οι Άραβες τρέπονταν σε φυγή φωνάζοντας: Ντέιρ Γιασσίν! Ντέιρ Γιασσίν!». 

Πάντως, οφείλουμε να τονίσουμε ότι η αναγωγή της βιαιότητας που χαρακτήρισε τις πολεμικές ενέργειες της Χαγκάνα κατά τον πόλεμο του 1948 σε κίνητρα που σχετίζονται αποκλειστικά με τον θρησκευτικό φανατισμό, θα είχε ως συνέπεια τη συσκότιση της πολιτικής και στρατηγικής σκοπιμότητας που αυτή η επίδειξη βαρβαρότητας εξυπηρετούσε. Οι εβραίοι στρατηγοί υιοθέτησαν στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας μία εργαλειακή άποψη της υπέρμετρης βίας και της εφαρμογής της εναντίον του εχθρού. Ο τρόμος που προκάλεσε στον Αραβικό άμαχο πληθυσμό η σφαγή του Ντέιρ Γιασσίν αποτέλεσε την αόρατη εμπροσθοφυλακή του εβραϊκού στρατού που προπορευόταν των μονάδων της Χαγκάνα, έτρεπε τους Άραβες σε φυγή και κέρδιζε τις μάχες για λογαριασμό του Ισραηλινού στρατού χωρίς αυτός να χρειαστεί να ρίξει ούτε έναν πυροβολισμό. Η τρομακτική φήμη της βαρβαρότητας των εβραίων καλλιεργήθηκε ως ένα σημείο σκόπιμα από τους εβραίους στρατηγούς αποσκοπώντας στην πρόκληση μαζικής υστερίας και πανικού μεταξύ των Αράβων. Για τους Σιωνιστές ήταν προτιμότερη μία νίκη που θα συνοδευόταν από τη φυγή των Παλαιστινίων, παρά μία κατοχή εδαφών με Αραβική πληθυσμιακή πλειοψηφία. Η άσκηση υπέρμετρης βίας αναδείχτηκε σε επίσημη πολιτική από το Ισραηλινό κράτος στα χρόνια που ακολούθησαν και ενσωματώθηκε στο επίσημο στρατιωτικό δόγμα του Ισραήλ μέσω της έννοιας της «αποτρεπτικής ικανότητας»του Ισραηλινού στρατού. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής τα έχουμε δει επανειλημμένα στις επιδρομές που έχει κατά καιρούς πραγματοποιήσει το Ισραήλ στην μαρτυρική Γάζα, στον Νότιο Λίβανο και αλλού. 

Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών: Θύμα ή Θύτης;

 Η επικράτηση του Ισραήλ έναντι του Αραβικού συνασπισμού στον πόλεμο του 1967, έμεινε στην ιστορία σαν η σύγχρονη εκδοχή του βιβλικού μύθου της νίκης του Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ. Ένα «μικρό» και «ευάλωτο» κράτος σύρθηκε από τους πολεμοχαρείς γείτονές του σε μία άνιση αναμέτρηση από την έκβαση της οποίας δεν κρινόταν απλώς η απώλεια κάποιων εδαφών ή ο υποβιβασμός του Ισραήλ σε μια σχέση υποτέλειας έναντι των Αράβων, αλλά η ίδια η επιβίωση του Εβραϊκού κράτους. Αυτή η ερμηνεία της σύγκρουσης του 1967 αποτελεί προέκταση του μύθου του Ισραήλ ως κράτους που τελεί υπό συνεχή υπαρξιακή απειλή και που συνεπώς είναι υποχρεωμένο να κάνει χρήση κάθε μέσου ώστε να διασφαλίσει το «δικαίωμα του να υπάρχει». Σύμφωνα με την Ισραηλινή προπαγάνδα η μοίρα που επιφυλάσσεται στους Εβραίους του Ισραήλ σε περίπτωση που ηττηθούν στο πεδίο της μάχης είναι ένα νέο Ολοκαύτωμα, με τους Άραβες στο ρόλο των επίδοξων μιμητών της Ναζιστικής θηριωδίας.

Στην πραγματικότητα η υπαρξιακή απειλή έχει πάψει να υφίσταται για το Ισραήλ  από την εποχή του Πολέμου της Ανεξαρτησίας. Ήδη από το 1956, με την πειστική νίκη του σε βάρος της Αιγύπτου και την εγκατάσταση Ισραηλινών στρατευμάτων που θα του εξασφάλιζαν τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ, το Ισραήλ ανήγγειλε την έλευσή του στο διεθνές προσκήνιο ως κορυφαίας δύναμης στη Μέση Ανατολή. Από εδώ και στο εξής το ρόλο του ισχυρού στις περιφερειακές συγκρούσεις θα διαδραματίζει το Εβραϊκό κράτος και μέσω της ισχύος του θα έχει τη δυνατότητα να υπαγορεύει και να καθορίζει τις εξελίξεις στην περιοχή. Είναι συνεπώς αδόκιμος ο ιστορικός ρόλος που η επίσημη Σιωνιστική ιστοριογραφία επιχειρεί να αποδώσει στο Ισραήλ, του θύματος που συμπαρασύρεται από τις εξελίξεις και απλώς αντιδρά στις προκλήσεις του Αραβικού ρεβανσισμού.

Σε ό,τι αφορά τον πόλεμο του 1967, είναι σαφές ότι το Ισραήλ επιθυμούσε την ένοπλη σύρραξη με τους Άραβες και έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να την πετύχει. Όλες οι ενέργειες της Ισραηλινής διπλωματίας και του στρατού πριν την έναρξη των εχθροπραξιών συνάδουν στο παραπάνω συμπέρασμα, αφού σαν μοναδικό αποτέλεσμα είχαν το σαμποτάρισμα των προσπαθειών για διπλωματική διευθέτηση της  κρίσης και την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης προκειμένου να εξωθηθεί η Αίγυπτος σε μία κήρυξη πολέμου κατά του Ισραήλ. Η σφοδρή επιθυμία των ισραηλινών για πόλεμο γίνεται καλύτερα αντιληπτή αν ληφθεί υπόψη η αποδεδειγμένη στρατιωτική υπεροχή τους. Πράγματι, όλες οι εκτιμήσεις ξένων μυστικών υπηρεσιών σχετικά με τη μαχητική ικανότητα των αντίπαλων πλευρών συμφωνούσαν πως «το Ισραήλ θα επικρατούσε σε ένα πόλεμο εναντίον όλων των Αραβικών κρατών, όποιο κι αν χτυπούσε πρώτο, εντός εβδομάδος το πολύ». Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Lindon Johnson σε συνάντηση που είχε με τον Ισραηλινό Υπουργό Εξωτερικών Abba Eban είπε ότι «όλοι οι άνθρωποι των μυστικών μας υπηρεσιών συμφωνούν ότι εάν η Αίγυπτος επιτεθεί, θα τη συντρίψετε». Αλλά και μεταξύ των διοικητών των Ι.Α.Δ. (Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων) υπήρχε διάχυτη η πεποίθηση ότι οι Εβραίοι θα κατήγαγαν μια συντριπτική νίκη, ότι το Ισραήλ ήταν καλύτερα προετοιμασμένο και ότι «τα στρατεύματα του ήταν τεχνολογικά πιο προηγμένα» από αυτά των αντιπάλων του.

Αλλά και σε επίπεδο δυνάμεων που παρατάχθηκαν στο πεδίο της μάχης το Ισραήλ παρά το μικρό του γεωγραφικό μέγεθος και το έλλειμμα σε πληθυσμιακό δυναμικό, ουδέποτε εξαναγκάστηκε να διεξάγει μάχη με αριθμητικό μειονέκτημα κατά τη διάρκεια των έξι ημερών που διήρκεσε η σύγκρουση. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το Ισραήλ κατάφερε να κινητοποιήσει ένα σύνολο 264.000 ετοιμοπόλεμων στρατιωτών σε όλα τα μέτωπα αξιοποιώντας στο έπακρο το θεσμό των εφέδρων, έναντι 280.000 μαχητών που αριθμούσαν οι συνδυασμένες δυνάμεις Αιγύπτου (150.000), Συρίας (75.000) και Ιορδανίας (55.000).

Το τακτικό μειονέκτημα που αντιμετώπιζε η Ισραηλινή αεροπορία, διέθετε μόλις 197 μαχητικά αεροσκάφη έναντι 812 Αραβικών, ουσιαστικά εκμηδενίστηκε από την αιφνιδιαστική επιδρομή που πραγματοποίησαν οι Ισραηλινοί τον Ιούνιο του 1967 ενάντια στα καθηλωμένα αεροσκάφη της Αιγυπτιακής αεροπορίας στο Σαρμ-Ελ-Σέικ. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης, 400 αεροσκάφη καταστράφηκαν ολοσχερώς και πάνω από 100 Αιγύπτιοι πιλότοι έχασαν τη ζωή τους χωρίς καν να προλάβουν να σηκωθούν από το έδαφος. Εάν στα παραπάνω προσθέσουμε και το τραγικό επίπεδο στο οποίο βρισκόταν το αξιόμαχο του Ιορδανικού βασιλικού στρατού, ο Finkelstein χαρακτηρίζει «χίμαιρα» το Ιορδανικό μέτωπο, συνειδητοποιούμε ότι η προ1967 ισορροπία δυνάμεων μάλλον ευνοούσε το Ισραήλ και καθιστούσε τον πόλεμο μια ορθολογική επιλογή για την Ισραηλινή πολιτική ηγεσία.

Σε ό,τι αφορά την απρόκλητη επίθεση κατά της Αιγυπτιακής αεροπορίας στο Σινά, δε θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι χάρη σε αυτό το προληπτικό χτύπημα το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο του 1967. Η επίσημη δυτική ιστοριογραφία ανασκεύασε με θαυμαστή επιτυχία τα γεγονότα εκείνης της ημέρας. Είναι απορίας άξιον πώς μια επίθεση που συνιστά το ακριβές αντίγραφο του βομβαρδισμού του Περλ Χάρμπορ από τους Ιάπωνες, τον οποίο σύσσωμοι οι Δυτικοί ιστορικοί έσπευσαν να καταδικάσουν ως απρόκλητη, επιθετική ενέργεια, αναγορεύθηκε από τους ιστορικούς του 1967 σε επιβεβλημένη ενέργεια αυτοάμυνας εκ μέρους του Ισραήλ. Το στρατηγικό όφελος που αποκόμισαν οι Ισραηλινοί από την καταστροφή της Αιγυπτιακής αεροπορίας έπαιξε αποφασιστικό ρόλο για την τελική έκβαση του πολέμου, αφού τους εξασφάλισε υπεροπλία στον αέρα και τη βεβαιότητα ότι από εδώ και στο εξής οι Ισραηλινές δυνάμεις θα αγωνιζόντουσαν έχοντας τακτικό πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων τους. Οι Ισραηλινοί κέρδισαν σημαντικές μάχες του πολέμου χάρις στην κάλυψη που τους παρείχε η πολεμική αεροπορία τους κάτι στο οποίο δε μπορούσαν να υπολογίζουν οι Άραβες.

Βεβαίως είναι αλήθεια ότι της αεροπορικής επιδρομής στο Σινά προηγήθηκε η αποπομπή από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσσερ της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ (UNEF) που στάθμευε στη χερσόνησο του Σινά. Είναι επίσης αλήθεια ότι ο Νάσσερ διέταξε τη μεταφορά στρατευμάτων στα σύνορα με το Ισραήλ και απαγόρευσε τη διέλευση Ισραηλινών πλοίων από τα στενά του Τιράν. Ωστόσο, εάν το Ισραήλ επιθυμούσε πραγματικά την προστασία του από την Αιγυπτιακή επιβουλή, θα μπορούσε να είχε δεχτεί την πρόταση του τότε Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ U Thant για αναδίπλωση και αναδιάταξη της UNEF κατά μήκος της συνοριακής γραμμής του Σινά αλλά αυτή τη φορά στο έδαφος του Ισραήλ. Από εκεί η UNEF θα μπορούσε να προστατέψει εξίσου αποτελεσματικά το Ισραήλ σε περίπτωση Αιγυπτιακής επίθεσης. Μέχρι το Ισραήλ να εξαπολύσει την επίθεσή του Σινά, τα Αιγυπτιακά στρατεύματα σε καμία στιγμή δεν μετέβαλαν την αμυντική τους διάταξη. Πολλά χρόνια αργότερα ο Menachem Begin, που τον Ιούνιο του 1967 συμμετείχε στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας παραδεχόταν ότι, 

«Οι συγκεντρώσεις αιγυπτιακών δυνάμεων στις εισόδους του Σινά δεν αποδείκνυαν ότι ο Νάσσερ ετοιμαζόταν να μας επιτεθεί. Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας. Εμείς αποφασίσαμε να του επιτεθούμε». 

Όσο για το κλείσιμο των Στενών του Τιράν, ο εμπορικός αποκλεισμός που επιχειρήθηκε εναντίον του Ισραήλ ήταν αμφίβολης στρατηγικής χρησιμότητας για την Αίγυπτο. Εφαρμόστηκε κατά τρόπο αναποτελεσματικό, στόχευε στο λιμάνι της Εϊλάτ από το οποίο διαμετακομιζόταν μόλις το 5% του Ισραηλινού εμπορίου και αφορούσε πλοία με Ισραηλινή σημαία τα οποία ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν άλλες θαλάσσιες οδούς για την πραγματοποίηση των δρομολογίων τους. Το Ισραήλ αντέδρασε με ισοπεδωτική βία σε μια κίνηση του Νάσσερ εν πολλοίς συμβολική.   

Η αλήθεια είναι ότι η Αιγυπτιακή συγκέντρωση στρατευμάτων στο Σινά καθώς και το κλείσιμο των Στενών ήταν δύο κινήσεις εντυπωσιασμού στις οποίες προέβη ο Νάσσερ ως αντίποινα στις συνεχιζόμενες προκλήσεις του Ισραήλ ενάντια στη Συρία και την Ιορδανία, δύο χωρών που είχαν συνάψει συμμαχία με την Αίγυπτο. Ο στόχος των Ισραηλινών επιθέσεων κατά της Συρίας και της Ιορδανίας δεν ήταν τόσο η στρατιωτική αποδυνάμωση των δύο αυτών χωρών, αλλά η διάσπαση της Αραβικής ενότητας και ο διασυρμός της δημόσιας εικόνας του Νάσσερ ως κατ’ εξοχήν εκφραστή και πρωτοπόρου του Αραβικού εθνικισμού. Οι προκλήσεις του Ισραήλ κορυφώθηκαν με την επιδρομή στο χωριό Σαμού στην Δυτική Όχθη της Ιορδανίας. Με το πρόσχημα ότι αποτελούσε ορμητήριο των Παλαιστίνιων κομάντος στις αντάρτικες επιχειρήσεις που εξαπέλυαν εναντίον του Ισραήλ, ο Ισραηλινός στρατός εισέβαλε στο Ιορδανικό έδαφος, επιτέθηκε στο χωριό και κατέστρεψε μεθοδικά 125 κατοικίες, μια κλινική, ένα σχολείο και ένα εργαστήριο, σκοτώνοντας 18 Ιορδανούς στρατιώτες. Οι εφημερίδες της Ιορδανίας κατηγόρησαν τον Νάσσερ για την απραξία του και τον λοιδορούσαν για την κενή του ρητορεία. Ο Αιγύπτιος Πρόεδρος τέθηκε ενώπιον ενός πραγματικού υπαρξιακού διλήμματος: Να παραμείνει θεατής στα γεγονότα και να δει το όραμα του για ένα ενωμένο Αραβικό έθνος να διαλύεται, ή να αντιδράσει με περιορισμένο έστω τρόπο, με κίνδυνο να επισύρει την οργή του Ισραήλ και να συρθεί σε έναν πόλεμο που ήξερε πως δεν μπορούσε να κερδίσει.

 

 

 

 

Ιμπεριαλισμός ή Παγκοσμιοποίηση;

monsanto31

Στο φύλλο της εργατικής εφημερίδας «Κόντρας» που κυκλοφόρησε στις 02/11/2013, δημοσιεύτηκε μια κριτική στην έννοια της υπερεθνικής ελίτ που στο όνομα των ορθόδοξων αντιλήψεων του μαρξισμού-λενινισμού και της παραδοσιακής ερμηνείας που αυτός δίνει στο φαινόμενο του ιμπεριαλισμού, αποφαινόταν κάπως υπερφίαλα ότι κάθε συζήτηση γύρω από την ύπαρξη μιας άτυπης ελίτ που αντλεί την δύναμη της από την διεθνοποίηση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς είναι «αντιεπιστημονική» και αγγίζει «τα όρια της βλακείας».[i] Είναι πράγματι αξιοπερίεργο πώς ο συντάκτης του παραπάνω άρθρου καταλήγει στο παραπάνω συμπέρασμα, την στιγμή που η παραδοσιακή θεωρία του ιμπεριαλισμού που διατυπώθηκε από τον Λένιν περίπου ενενήντα χρόνια πριν βρίσκεται σε απόλυτη αδυναμία να ερμηνεύσει τις τάσεις του συστήματος της οικονομίας της αγοράς που έκαναν την εμφάνιση τους τα τελευταία σαράντα χρόνια, από την περίοδο της ανάδυσης των πολυεθνικών στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 κι έπειτα. Οι τάσεις αυτές άλλαξαν εντελώς την φυσιογνωμία του καπιταλισμού, από οικονομικό σύστημα που ήταν συνυφασμένο με το έθνος-κράτος, σε μια διεθνική / υπερεθνική οικονομική δομή που στις μέρες μας εκτείνεται σαφώς πέρα από τα στενά σύνορα των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών και αντλεί τις προϋποθέσεις για την αναπαραγωγή του μέσω μιας τεχνοοικονομικής «ανάπτυξης» που επιτυγχάνεται χάρη στην απρόσκοπτη λειτουργία του σε πλανητικό επίπεδο. Το να παραμένει κανείς προσκολλημένος σε οικονομικές θεωρίες της δεκαετίας του τριάντα, ενώ μπροστά μας εκτυλίσσεται η παγκόσμια συγκέντρωση της παραγωγής και της διανομής στα χέρια των πολυεθνικών, η ανάδυση των καπιταλιστικών οικονομικών μπλοκ που βρίσκονται σε σκληρό ανταγωνισμό μεταξύ τους (ΕΕ, NAFTA, κλπ.), η αυξανόμενη οργανική διαπλοκή των κυρίαρχων οικονομιών της αγοράς με αμοιβαία διείσδυση μεγάλων πολυεθνικών σε στρατηγικούς τομείς των οικονομιών τους, είναι τουλάχιστον δογματικό. Για να μην πούμε ότι αγγίζει τα όρια μιας ανορθολογικής, θεολογικής σχεδόν αφοσίωσης στα γραπτά του Λένιν πραγματικά αντιεπιστημονικής, μιας και εξοβελίζει τα εμπειρικά δεδομένα από το πεδίο έρευνας της. Όπως έχει γράψει και ο Καστοριάδης, μια τέτοια α-ιστορική ανάγνωση των μαρξιστικών κειμένων είναι αντίθετη με το ίδιο το πνεύμα του μαρξισμού που φαίνεται να ασπάζεται ο συγγραφέας του κειμένου, μιας και υπονοεί ότι «η πραγματική ιστορία δεν μετράει, πως η αλήθεια μιας θεωρίας είναι πάντα και αποκλειστικά ‘επέκεινα’, και τελικά ότι αντικαθιστούμε την επανάσταση με την αποκάλυψη και τον στοχασμό πάνω στα γεγονότα με την εξηγητική των κειμένων».[ii]

Σίγουρα είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ο ιμπεριαλισμός δεν μας άφησε. Είναι ακόμη μαζί μας, όχι όμως ως οικονομικός επεκτατισμός που εκπορεύεται από εθνικές καπιταλιστικές οικονομίες, αλλά ως επιθετική εξάπλωση των δομών ενός διεθνοποιημένου οικονομικού συστήματος σε βάρος των εξαρτημένων οικονομιών που βρίσκονται στην περιφέρεια αλλά και των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων στο εσωτερικό των ανεπτυγμένων οικονομιών. Υπό αυτήν την έννοια, είναι γελοίο να εμμένει κάποιος στην κλασική εθνοκεντρική θεωρία το ιμπεριαλισμού παραβλέποντας στο μεταξύ τα εξήντα χρόνια ειρηνικής ενδοκαπιταλιστικής συνύπαρξης που επέφερε η ενσωμάτωση των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών στις υπερεθνικές καπιταλιστικές δομές της ΕΕ. Σε σημείο μάλιστα που οι «προαιώνιοι εχθροί» Γαλλία και Γερμανία να έχουν θέσει επί τάπητος την μελλοντική συνδιοργάνωση κοινών διασκέψεων σύσσωμων των υπουργικών τους συμβουλίων![iii]  Το γεγονός της κατασκοπείας που διεξήγαγαν οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες ενάντια σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το οποίο επικαλείται ο συγγραφέας του άρθρου για να αποδείξει την θέση του, όχι μόνο δεν επαρκεί για να διαψεύσει την θεωρητική θεμελίωση της ύπαρξης της υπερεθνικής ελίτ, αλλά αντίθετα την επιβεβαιώνει μέσω της υποτονικής, σχεδόν αδιάφορης θα λέγαμε, αντίδρασης εκείνων των κυβερνήσεων των καπιταλιστικών χωρών που έγιναν αντικείμενο παρακολούθησης από την αμερικανική αντικατασκοπία. Αναρωτιέται κανείς, αφού οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις βασιλεύουν, γιατί η Γαλλία και η Γερμανία δεν διέκοψαν τις διπλωματικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, γιατί δεν ανακάλεσαν τους πρεσβευτές τους, γιατί δεν απείλησαν με οικονομικά αντίποινα ή με απόσυρση από τις συστημικές στρατιωτικές συμμαχίες; Για τον απλό λόγο ότι οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ελίτ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών είναι μέλη της αποκεντρωμένης αλλά ενιαίας εξουσιαστικής δομής που αποκαλούμε υπερεθνική ελίτ και θεσμικά εκφράζει την πολιτική κυριαρχία της κυρίως μέσω του θεσμού των G8. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η έννοια της υπερεθνικής ελίτ συνεπάγεται την εξάλειψη των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών. Όπως κάθε δομή που αναπαράγεται στην βάση της καθιέρωσης σχέσεων ανισοκατανομής της δύναμης, η υπερεθνική ελίτ διαπερνάται στο εσωτερικό της από τις δικές της άτυπες ιεραρχίες.

Η ίδια τάση για παρερμηνεία της έννοιας της υπερεθνικής ελίτ είναι πρόδηλη και στην στάση των περισσότερων ελευθεριακών και αναρχικών οργανώσεων αναφορικά με το ζήτημα της ελληνικής κρίσης. Η συγκεχυμένη αντίληψη τους για την Κοινωνική Πάλη εμφανίζεται στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουν οι περισσότερες αναρχικές συλλογικότητες τη σχέση ανάμεσα στο εγχώριο και το υπερεθνικό κεφάλαιο. Όντας οπαδοί της παρωχημένης (19ος αιώνας) άποψης που θέλει τις δομές εξουσίας να εκπορεύονται και να θεσμίζονται αποκλειστικά με σημείο αναφοράς το έθνος-κράτος, οι αναρχικοί αποδίδουν στο εγχώριο καπιταλιστικό κεφάλαιο έναν βαθμό ανεξαρτησίας και αυτονομίας δράσης που δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Πολλοί, μάλιστα, φτάνουν στο σουρεαλιστικό συμπέρασμα πως το Μνημόνιο δεν είναι τίποτα άλλο από ένα τέχνασμα της εγχώριας πολιτικής και οικονομικής ελίτ για να επιβληθούν πολιτικές που δεν θα μπορούσαν να περάσουν διαφορετικά, χωρίς την επίκληση της υπερεθνικής απειλής των πιστωτών μας! Και κάποιοι άλλοι μιλούσαν μέχρι πρόσφατα ακόμα για τον κυρίαρχο «επεκτατικό ελληνικό καπιταλισμό». Η θέση, ωστόσο, περί «αυτονομίας» του ελληνικού κεφαλαίου είτε παραβλέπει συνειδητά τον σημαντικό βαθμό ενοποίησης των καπιταλιστικών οικονομιών που έχει επιτευχθεί με το άνοιγμα των αγορών και την ενσωμάτωση τους σε νεοφιλελεύθερα, περιφερειακά οικονομικά μπλοκ, είτε υποθέτει ότι οι σχέσεις που δημιουργεί η διεθνοποίηση ανάμεσα στις εθνικές οικονομίες – αγορές με ανισόμετρη ανάπτυξη δεν είναι σχέσεις κυριαρχίας και εξάρτησης, αλλά αντίθετα, σχέσεις αμοιβαιότητας και αλληλεξάρτησης. Ισχυρισμός ωστόσο που είναι εντελώς παρανοϊκός, στον βαθμό που στο πλαίσιο ενός συστήματος που βασίζει τη διεθνοποίηση του στην πλήρη απελευθέρωση των δυνάμεων  της αγοράς και στην απρόσκοπτη λειτουργία του ανταγωνισμού, η μοναδική μορφή οικονομικής αλληλεπίδρασης που θεσμοποιείται και μπορεί να ευδοκιμήσει μέσα στις δομές του συστήματος είναι η αλληλεπίδραση που θεμελιώνεται σε σχέσεις υποτέλειας, εξάρτησης και κυριαρχίας. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι οι ντόπιοι βιομήχανοι έχουν στο μυαλό τους το καλό της κοινωνίας σε αντίθεση με το «κακό» υπερεθνικό κεφάλαιο. Αντίθετα, λέμε ότι ακόμη και η εσωτερική διάρθρωση των ελίτ συνίσταται σε μια ιεραρχική κοινωνική ολότητα στην οποία είναι προφανές ότι η ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ κατέχει υποτελή θέση έναντι π.χ. της πανίσχυρης Γαλλικής ή Γερμανικής ελίτ που μέσω της απορύθμισης και της απελευθέρωσης των αγορών μπορεί να επιβάλλει τη βούληση της στα λιγότερα ισχυρά τμήματα της υπερεθνικής ελίτ και στην περιφέρεια. Με άλλα λόγια, οι σχέσεις της ελληνικής ελίτ με την υπερεθνική δεν είναι σχέσεις αλληλεξάρτησης, αλλά υποτέλειας κι εξάρτησης σε ότι αφορά τη δράση τους στον ελληνικό οικονομικό χώρο. Άρα, οι βασικές παράμετροι της οικονομικής δραστηριότητας και οι όροι λειτουργίας του συστήματος δεν τίθενται από την υποτελή ελληνική ελίτ, αλλά από την υπερεθνική, που διατηρεί την επικυριαρχία πάνω στην ελληνική αγοραιοποιημένη οικονομία.

Συνακόλουθα, η πάλη για εξουσία ανάμεσα στους φορείς που αποτελούν την υπερεθνική ελίτ συνιστά εγγενές χαρακτηριστικό του τρόπου λειτουργίας της. Ωστόσο, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της πάλης έχουν μεταβληθεί σε σχέση με την εποχή των εθνικών ιμπεριαλισμών, υπο την έννοια ότι εξαιτίας των δομών αλληλεξάρτησης που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο του διεθνοποιημένου καπιταλισμού ανάμεσα στις ισχυρές οικονομίες, ο ανταγωνισμός αυτός δεν μπορεί παρά να περιορίζεται σε οικονομικά μέσα και να μην αφορά πια αποκλειστικά τα έθνη-κράτη, αλλά κυρίως τις πολυεθνικές, τα περιφερειακά οικονομικά μπλοκ και τις ελίτ που κυριαρχούν μέσα σε αυτές τις καπιταλιστικές συσσωματώσεις. Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός είναι πλέον ενδοσυστημικός. Το κοινό ταξικό συμφέρον των ελίτ στην διατήρηση και αναπαραγωγή του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς υπερισχύει και δεν υφίσταται καμία απολύτως περίπτωση να οδηγηθούμε ξανά σε έναν νέο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο που θα έθετε σε κίνδυνο την συνολική αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Το να ισχυριζόμαστε το αντίθετο και να εναποθέτουμε τις τύχες του απελευθερωτικού κινήματος σε μια τέτοια «αντικειμενική» αυτοκαταστροφική τάση του συστήματος, σημαίνει ότι παραβλέπουμε την μονολιθικότητα που διέπει τα ταξικά συμφέροντα και την εξουσιαστική λογική των κυρίαρχων καπιταλιστικών ελίτ στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Γεγονός που μόνο επιζήμια μπορεί να επιδράσει στον στρατηγικό πολιτικό σχεδιασμό από τον οποίο έχει ανάγκη το ταξικό απελευθερωτικό κίνημα προκειμένου να επικρατήσει.    

Το Κράτος στην Διεθνοποιημένη Οικονομία της Αγοράς

 Πώς όμως διαμορφώνεται ο ρόλος του Κράτους στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας; Με βάση τον διαχωρισμό της οικονομίας από την κοινωνία και την υπαγωγή της τελευταίας στην σφαίρα της οικονομίας, που συντελείται μέσα από την εντατικοποίηση της διαδικασίας αγοραιοποίησης που τέθηκε σε κίνηση πριν από 200 περίπου χρόνια, είναι φανερό πως ως κοινωνικός θεσμός, το Κράτος υποκύπτει στην πρωτοκαθεδρία του οικονομικού στοιχείου από το οποίο ετεροκαθορίζεται, χωρίς όμως να εξαφανίζεται σταδιακά όπως διατείνονται οι νεοφιλελεύθεροι. Σύμφωνα με τον Τ. Φωτόπουλο, το Κράτος διατηρεί τη σημασία του αφού έχει κρίσιμες λειτουργίες να επιτελέσει ως προς την διασφάλιση της λειτουργίας του θεσμικού πλαισίου της ελεύθερης αγοράς.

 «[Το εθνικό κράτος] μάλιστα σήμερα παίζει κρίσιμο ρόλο, όχι μόνο στην δημιουργία των συνθηκών οικονομικής σταθερότητας που απαιτεί η απρόσκοπτη λειτουργία των αγορών, αλλά και στην επιβολή του «νόμου και της τάξης» που απειλούνται από τις αναπόφευκτες συγκρούσεις με τα λαϊκά στρώματα, τα οποία υφίστανται κυρίως τις συνέπειες της συγκέντρωσης οικονομικής και πολιτικής εξουσίας».[iv]

 Σε ότι αφορά τη διεθνή σφαίρα, το έθνος-κράτος επίσης παραμένει σημαντικό. Με τον ίδιο τρόπο που το Κράτος χρησιμοποιείται στο «εσωτερικό» για να «αντικειμενοποιήσει», δηλαδή να επιβάλλει, τις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς ως κυρίαρχες / ηγεμονικές και να φέρει σε πέρας τη διαδικασία αγοραιοποίησης, έτσι και στο «εξωτερικό» η πολιτική ισχύς του Κράτους πολλές φορές αξιοποιείται από τις οικονομικές ελίτ ως «συγκριτικό πλεονέκτημα» στον στίβο του υπερεθνικού εμπορικού ανταγωνισμού. Για να το πούμε διαφορετικά, οι πολυεθνικές εταιρείες των προηγμένων οικονομιών του Βορρά έχουν την δύναμη να επιστρατεύουν την γεωπολιτική ισχύ της εθνικής βάσης τους, προκειμένου να ενισχύσουν το συγκριτικό πλεονέκτημα τους και να επιβιώσουν σε ένα διεθνές περιβάλλον λυσσαλέου ανταγωνισμού. Αυτό φαίνεται από τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις που εκδηλώνονται κατά καιρούς στο εσωτερικό της υπερεθνικής πολιτικής ελίτ με αφορμή οικονομικά ζητήματα. Για παράδειγμα, ο πρώην Πρόεδρος της Γαλλίας Σαρκοζύ άσκησε πολιτικές πιέσεις στην ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να την εξαναγκάσει να προμηθευτεί εξοπλισμό από την γαλλική πολεμική βιομηχανία, αντί για την αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων γερμανικής προέλευσης. Παράλληλα, πριν ακόμη εκδηλωθεί η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία αναγκαστικά οδήγησε σε έναν μεγαλύτερο βαθμό ανάμειξης του κράτους στον τομέα της οικονομίας (με αποκλειστικό στόχο τη διάσωση πολλών ιδιωτικών επιχειρηματικών κολοσσών από την χρεοκοπία με χρήματα των φορολογούμενων), μια σειρά από δυναμικές κρατικές παρεμβάσεις διενεργήθηκαν από τις πολιτικές ελίτ των ισχυρών οικονομιών της ευρωζώνης σχεδιασμένες για να αποτρέψουν την εξαγορά και κατάληψη στρατηγικών τομέων των οικονομιών τους από ξένα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Ο Φωτόπουλος παραδέχεται ότι, «όσο ισχυρότερη είναι η ελίτ μιας χώρας στην παγκόσμια ιεραρχία τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα της να ‘προστατεύει’ τα μέλη της που βρίσκονται περιστασιακά σε μειονεκτική θέση στον διεθνή ανταγωνισμό, όπως άλλωστε πάντα συνέβαινε».[v] Στη συνέχεια όμως διατυπώνει τον ισχυρισμό πως η τάση αυτή στρέφεται αποκλειστικά ενάντια στην εμπορική διείσδυση Κινεζικών ή Ρωσικών εταιρειών που επιχειρούν να αντισταθμίσουν την εξάρτηση τους από τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μέσω της εξαγοράς δυτικών εταιριών και της διείσδυσης στις αγορές τους. Παρ’ όλο που πράγματι αποτελεί πάγια τακτική της υπερεθνικής ελίτ να υψώνει πολιτικά εμπόδια στην επέκταση της οικονομικής ισχύος των ανερχόμενων σε δύναμη εταιρειών του παγκόσμιου οικονομικού «Νότου», οφείλουμε εδώ να διευκρινίσουμε πως η παρατήρηση μας δεν αφορά τον «νέο προστατευτισμό» όπως ερμηνεύεται από τον Φωτόπουλο, αφού οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην οικονομία με την έννοια του λεγόμενου «οικονομικού πατριωτισμού» δεν στρέφονται αποκλειστικά και μόνο ενάντια σε Κινέζικες ή Ρωσικές εταιρείες. Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφερθούμε στην περίπτωση της γαλλικής εταιρείας ενέργειας και υδάτων Suez, η οποία με πρωτοβουλία της γαλλικής κυβέρνησης συγχωνεύτηκε με την κρατική Gaz de France προκειμένου να προστατευτεί από ενδεχόμενη επιθετική εξαγορά της από την ιταλικών συμφερόντων Enel.[vi]

Τέτοιες ενέργειες είναι φαινομενικά ασύμβατες με τον ισχυρισμό ότι οι πολυεθνικές, όχι τα κράτη, συνιστούν την βασική οικονομική μονάδα στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Σίγουρα είναι σημαντική η λεπτή εννοιολογική διάκριση ανάμεσα στην υπερεθνική επιχείρηση, ως ακρατικό σώμα που λειτουργεί σε έναν χώρο χωρίς σύνορα, και την πολυεθνική επιχείρηση, που εν πολλοίς αντανακλά την διάκριση ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και την διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς.[vii] Όμως και οι δύο θέσεις εκκινούν από την αφετηρία μιας δομικής αλλαγής στην διάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία συνεπάγεται πως η υπερεθνική ελίτ αντλεί την δύναμη της από την αναπαραγωγή και ενίσχυση του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και άρα, ταυτίζεται ολοένα και λιγότερο με έναν «εθνικό» οικονομικό χώρο.

Κατά τη γνώμη μας, η ασυμβατότητα είναι απλώς φαινομενική και οφείλεται στο γεγονός πως στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας οι επιχειρήσεις δεν αποτελούν οργανικό τμήμα και προέκταση μιας καπιταλιστικής οικονομίας με επίκεντρο το έθνος-κράτος, αλλά αντίθετα τα Κράτη ενεργούν στο πολιτικό επίπεδο ως εντολοδόχοι του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, επιστρατεύοντας την διπλωματική και γεωπολιτική ισχύ τους ως μέτρο επικουρικό προς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των αντίστοιχων εθνικών τμημάτων της υπερεθνικής οικονομικής ελίτ. Με άλλα λόγια, η μεταπολεμική λειτουργική σχέση που ίσχυε ανάμεσα στο Κράτος και το Κεφάλαιο συνεχίζει να υπάρχει, αλλά με αντεστραμμένους όρους. Η διεθνοποίηση της οικονομίας τροποποίησε δραματικά τους κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης και δημιούργησε μια αποφασιστική ασυμμετρία δύναμης υπέρ του οικονομικού στοιχείου. Στο εσωτερικό, αυτή η εξέλιξη επέφερε την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων στην αγορά, την εντατικοποίηση της διαδικασίας αγοραιοποίησης και την κατάρρευση του κράτους πρόνοιας. Στο εξωτερικό, η αυτονομία του έθνους-κράτους περιορίστηκε και η «εθνική» εξωτερική πολιτική υποβαθμίστηκε και μετατράπηκε σε υποβοηθητικό μηχανισμό με πρωταρχικό στόχο την αναπαραγωγή και εξάπλωση των διεθνοποιημένων δομών της οικονομίας της αγοράς μέσω των κύριων υπερεθνικών θεσμών (π.χ. ΝΑΤΟ), και με δευτερεύοντα στόχο την υποστήριξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας των επιμέρους τοπικών ελίτ.

Γι’ αυτό και η Αμερικανική κυβέρνηση δεν διστάζει να λαμβάνει πολιτικά μέτρα υπεράσπισης του αμερικανικού πολυεθνικού κεφαλαίου, όταν όμως καλεί τις αμερικανικές επιχειρήσεις να συνταχθούν πίσω από μια κυβερνητική γραμμή παγώματος επενδύσεων και οικονομικών αντιποίνων ενάντια σε κράτη που αντιστέκονται στην πολιτική ηγεμονία της Νέας Τάξης, σε πολλές περιπτώσεις οι πολυεθνικές εταιρείες δυσανασχετούν ή αρνούνται να συμμορφωθούν. Πράγματι, η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από στοχαστές εχθρικούς προς το πρόταγμα της αυτονομίας όπως ο αντιδραστικός Samuel Huntington, ο οποίος σε ένα από τα τελευταία κείμενα του, έκφρασε την απογοήτευση του για την έλλειψη «πατριωτισμού» που επιδεικνύουν ολοένα και περισσότερο τα κοσμοπολίτικα επιτελεία των Αμερικανικών πολυεθνικών εταιρειών, πράγμα που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την ενσωμάτωση της Αμερικανικής οικονομικής ισχύος σε μια «εθνική» στρατηγική για την πάταξη φαινομένων ανυπακοής από κράτη-παρίες. Γράφει ο Huntington:

 «Την δεακετία του 90, εταιρείες όπως η Ford, Aetna, Motorola, Price Costco και KimberlyClark  απέρριψαν με έμφαση την πρόταση του Ραλφ Νέιντερ που τις κάλεσε να δείξουν τον πατριωτισμό τους, ορίζοντας με σαφήνεια τον εαυτό τους ως πολυεθνικές. Οι εταιρείες που έχουν τη βάση τους στην Αμερική αλλά δραστηριοποιούνται ανά την υφήλιο, στρατολογούν το εργατικό δυναμικό τους και τα στελέχη τους, ακόμη και τα κορυφαία, χωρίς να υπολογίζουν την εθνικότητα τους. Η CIA, όπως είπε ένας από τους αξιωματούχους της το 1999, δεν μπορεί πλέον να υπολογίζει στη συνεργασία των αμερικανικών εταιρειών, γιατί οι εταιρείες βλέπουν τον εαυτό τους ως πολυεθνικές και μπορεί να θεωρούν πως η παροχή βοήθειας στην κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν προάγει τα συμφέροντα τους».[viii]

 Με άλλα λόγια, η πολιτική εξουσία δεν είναι σε θέση πλέον να εκμαιεύσει την συμμόρφωση και να υπαγορεύσει πολιτικές στην οικονομική εξουσία στο όνομα μιας πολιτικής που προωθεί ένα ανύπαρκτο ουσιαστικά «εθνικό» συμφέρον[ix]. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα και τη διάρρηξη του δομικού δεσμού ανάμεσα στο Κράτος και την οικονομική ελίτ. Απλώς υπογραμμίζει την ετεροβαρή σχέση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στα δύο είδη εξουσιών στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας. Είναι άλλωστε η κρατική εξουσία που παρέχει τα θεσμικά εχέγγυα και την εγγύηση του κρατικού μονοπωλίου της βίας, μέσω των οποίων συντελείται η αποκρυστάλλωση των υποκειμενικών τάσεων που γεννιούνται και αναδύονται στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης και η μετατροπή τους σε αντικειμενικές τάσεις με θεσμική ισχύ, που ενέχουν το στοιχείο του εξαναγκασμού, στα πλαίσια του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος. Το 1953, ο επικεφαλής της General Motors είχε δηλώσει ευθαρσώς, «ότι είναι καλό για την General Motors, είναι καλό για την Αμερική»[x]. Θα μπορούσε κανείς βάσιμα να ισχυριστεί πως στις μέρες μας η ρήση αυτή περιγράφει ανάγλυφα την σχέση ανάμεσα στην οικονομική και την πολιτική εξουσία και έχει αποκτήσει καθολική οικουμενική ισχύ.

  «Εθνική κυριαρχία» ή αυτοδυναμία;

 Φυσικά, από τα παραπάνω επουδενί δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης το βασικό καθήκον ενός πολιτικού αντισυστημικού κινήματος είναι η διεξαγωγή ενός εθνικοαπελευθερωτικού κοινωνικού αγώνα με αντικείμενο την «εθνική» απελευθέρωση από τις επιταγές του διεθνοποιημένου κεφαλαίου. Κι αυτό γιατί δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέουμε την έννοια της οικονομικής αυτοδυναμίας, που αναφέρεται σε μια αποκατάσταση της εγχώριας οικονομικής κυριαρχίας με όρους λαϊκής αυτοδιεύθυνσης και δεν μπορεί παρά να είναι από τα βασικά ζητούμενα ενός κινήματος κοινωνικής απελευθέρωσης στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, με αυτήν της «εθνικής» κυριαρχίας που περιστρέφεται γύρω από ένα κρατικιστικό μοντέλο οργάνωσης της οικονομίας και θεσμοποιεί εκ νέου τον διαχωρισμό ανάμεσα στην πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία. Είναι βεβαίως γεγονός ότι μια κοινωνικοποιημένη οικονομία στα πρότυπα του ελευθεριακού σοσιαλισμού δεν μπορεί παρά να έχει ως σημείο εκκίνησης της και ως αναγκαία προϋπόθεση την ολοκληρωτική απεξάρτηση της από τις δομές που διαιωνίζουν την επικυριαρχία της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς πάνω στην εγχώρια οικονομική διαδικασία και επιτρέπουν στα υπερεθνικά κέντρα οικονομικής εξουσίας να λαμβάνουν όλες τις σημαντικές αποφάσεις που αφορούν τους στόχους και το περιεχόμενο της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας. Με άλλα λόγια, δεν νοείται η εισαγωγή ενός συστήματος προλεταριακής αυτοδιεύθυνσης στο πεδίο της παραγωγής, χωρίς πρώτα να έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για την επιβολή του προλεταριακού ελέγχου πάνω στους ίδιους τους τοπικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους και τα μέσα παραγωγής. Από αυτήν την άποψη, όχι μόνο δεν υπάρχει κάποια αντίφαση ανάμεσα στην ελευθεριακή σοσιαλιστική οικονομία και την αρχή της αυτοδυναμίας, αλλά τουναντίον, η αυτοδυναμία, δηλαδή ο έλεγχος και η αξιοποίηση των δικών μας υλικών και φυσικών πόρων και ο συλλογικός αυτοκαθορισμός ως προς το περιεχόμενο και τους στόχους της οικονομικής δραστηριότητας,[xi] συνιστά την απολύτως αναγκαία συνθήκη για την επανενσωμάτωση της οικονομίας στην κοινωνία και την εκ νέου υπαγωγή της παραγωγικής διαδικασίας στο ευρύτερο πλέγμα των θεσμισμένων κοινωνικών σχέσεων και αξιών που ήταν και η επικρατούσα τάση ανάμεσα στο κοινωνικό και το οικονομικό στοιχείο προτού εμφανιστεί το συστήμα της οικονομίας της αγοράς στο ιστορικό προσκήνιο.[xii] Πράγμα βέβαια που συνεπάγεται την δυνατότητα επιβολής στον τρόπο που διεκπεραιώνεται η οικονομική διαδικασία καθώς και στην εν γένει συμπεριφορά των οικονομικών υποκειμένων μιας σειράς από διαδικασίες, αξίες και αρχές με βάση τις οποίες επιθυμεί η αυτόνομη κοινότητα να οργανώσει την κοινωνική συνύπαρξη εν γένει, χωρίς να υπάρχει το περιθώριο για την πλήρη αυτονόμηση του οικονομικού στοιχείου στα πρότυπα του συστήματος μιας αυτορυθμιζόμενης αγοράς που υπακούει κι εξελίσσεται σύμφωνα με την δική της δυναμική και τα δικά της ενδογενή και καθαρά οικονομικά κίνητρα (π.χ. κερδοφορία).        

Από την άλλη, θα ήταν παράλογο εάν ισχυριζόμασταν ότι εκεί όπου υπάρχουν συνθήκες στρατιωτικής κατάκτησης και κατάλυσης του δικαιώματος στην εθνική αυτοδιάθεση, η «εθνική» απελευθέρωση με την έννοια της εκδίωξης του κατακτητή δεν προηγείται απαραίτητα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αλλά και σε ότι αφορά την επιβολή καθεστώτος επιτροπείας και οικονομικής κατοχής, είναι ασφαλώς αδύνατο για τα υποτελή κοινωνικά στρώματα να κάνουν πράξη την κατάλυση των δομών ανισοκατανομής οικονομικής δύναμης και να εγκαθιδρύσουν ένα εναλλακτικό σύστημα βασισμένο στις αρχές της αλληλεξάρτησης και της συλλογικής στήριξης, αν παράλληλα δεν ανατρέψουν το διεθνοποιημένο οικονομικό σύστημα χάρη στο οποίο αναπαράγονται οι εγχώριες ταξικές διακρίσεις και του οποίου οι δομές επικαθορίζουν τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό. Ακόμη και σε ότι αφορά την πλειοψηφία των σύγχρονων εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων ένοπλης αντίστασης, ο στόχος της εθνικής απελευθέρωσης με την έννοια της κατοχύρωσης του δικαιώματος ενός λαού στην αυτοδιάθεση, πάντα συνοδευόταν από ένα οικονομικό-πολιτικό πρόγραμμα ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, αφού η ίδια η πρακτική της στρατιωτικής κατάκτησης δεν υπαγορεύεται από κάποια ανυπέρβλητη «εθνική» αντίθεση, αλλά από τις βαθύτερες ανάγκες των ελίτ για επικράτηση στο πεδίο της εγχώριας και διεθνούς Κοινωνικής Πάλης. Έτσι, μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι το εγχώριο προλεταριάτο δεν μπορεί να διακηρύξει στην πράξη την ταξική ηγεμονία του πάνω σε μια διεθνοποιημένη οικονομική δομή, ούτε μπορεί να θεσμίσει ένα σύστημα αυτόνομης οικονομικής δραστηριότητας μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο που αναπαράγει την εξάρτηση και την ετερονομία στις σφαίρες της πολιτικής και της οικονομίας και που στον ευρωπαϊκό χώρο εκφράζεται κυρίως μέσω της ΕΕ και της ΟΝΕ.

Μολαταύτα, οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν συνεπάγονται την αναγκαιότητα αποκατάστασης της «εθνικής» κυριαρχίας, η οποία υλοποιείται μέσα από την παλινόρθωση μιας «εθνικής» οικονομίας υπό την οργανωτική επίβλεψη μιας συγκεντρωτικής κρατικής εξουσίας. Το θεμελιώδες στοιχείο της έννοιας της αυτοδυναμίας δεν είναι άλλο από τον άμεσο έλεγχο της οικονομικής διαδικασίας από την αυτόνομη κοινότητα, που θεσμοποιείται μέσω ενός καθεστώτος συλλογικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και λήψης των βασικών οικονομικών αποφάσεων που καθορίζουν το περιεχόμενο, τον καταμερισμό της εργασίας και τους στόχους που εξυπηρετεί η παραγωγική δραστηριότητα από τις ίδιες τις συνελεύσεις των πολιτών και τις συνομοσπονδίες τους. Γίνεται αντιληπτό ότι καμία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις δεν εκπληρώνεται στην περίπτωση της επαναφοράς ενός κρατικιστικού μοντέλου της οικονομίας, είτε αυτό είναι σοσιαλδημοκρατικό, ή κρατικιστικό-σοσιαλιστικό, ή ακόμη κι ένα υβριδικό μοντέλο που θα επιχειρεί να συνδυάσει τον κρατικό σχεδιασμό με έναν αυτοδιαχειριζόμενο οικονομικό τομέα στο τοπικό επίπεδο. Άλλωστε, η λήψη μέτρων για την αυτοπροστασία της κοινωνίας από τις καταστροφικές επιδράσεις της λειτουργίας μιας αυτορυθμιζόμενης αγοράς δεν έχει νόημα παρά μόνο μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο όπου η αγορά εξακολουθεί να αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό κατανομής των πόρων και λήψης των βασικών οικονομικών αποφάσεων. Για τον ίδιο λόγο, δεν έχει νόημα από την σκοπιά την αυτονομίας να εμμένουμε σε ένα στείρο αίτημα για έξοδο από την ΕΕ, διαχωρίζοντας το πολιτικό μέρος αυτής της διαδικασίας από την παράλληλη εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού στο επίπεδο της οικονομίας και στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο. Όπως έχουμε ξαναγράψει παλιότερα, ΕΕ χωρίς Κράτος δεν μπορεί να υπάρξει. Το Κράτος όμως μπορεί θαυμάσια να υπάρξει χωρίς την ΕΕ.     

 

[i] Π. Γιώτης, Ο κλέψας του κλέψαντος, Κόντρα, 02/11/2013.

[ii] Κ. Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας (Κέδρος) σελ.21.

[iv] Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: Δέκα Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 185-6.

[v] Τ. Φωτόπουλος, σελ. 186.

[vi] Tim Franks, Patriotism and protectionism in the EU,

http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/4837150.stm.

[vii] T. Φωτόπουλος, σελ.96.

[viii] S. Huntington, Dead Souls: The Denationalization of the American Elite, http://www.freerepublic.com/focus/news/1111567/posts

[ix] Κάτι που ισχύει και στην περίπτωση των ελληνικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται και ελέγχουν μεγάλο μέρος της οικονομίας των Σκοπίων, οι οποίες όμως δεν δέχονται να χρησιμοποιηθούν ως μοχλός πίεσης προς την ΠΓΔΜ, προκειμένου να εξαναγκαστεί να συμμορφωθεί με τις ελληνικές διπλωματικές διεκδικήσεις.

[x] S. Huntington, Dead Souls: The Denationalization of the American Elite, http://www.freerepublic.com/focus/news/1111567/posts

[xi] Ακολουθούμε εδώ τον ορισμό που δόθηκε στην αυτοδυναμία από την διακήρυξη του Cocoyoc σύμφωνα με τον οποίο ως οικονομική αυτοδυναμία δεν νοείται η εθνικιστική απομόνωση ή η αυτάρκεια, αλλά η «στήριξη πρωταρχικά στους δικούς μας πόρους, ανθρώπινους και φυσικούς και η ικανότητα αυτόνομου καθορισμού των στόχων και λήψης των αποφάσεων». Η υπονόμευση και καταστροφή της οικονομικής αυτοδυναμίας της κάθε κοινωνίας, δηλαδή των υλικών μέσων που διαθέτει η κάθε κοινωνία για να επιβιώσει, είναι δομικό φαινόμενο που συμβαδίζει με την διαπλοκή και την ενσωμάτωση των τοπικών οικονομιών μέσα στις δομές του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Ανάμεσα σε συγκρίσιμες οικονομίες η διαπλοκή αυτή δημιουργεί δεσμούς αλληλεξάρτησης. Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπου έρχονται σε επαφή δύο οικονομίες με ανισομερή επίπεδα ανάπτυξης, η διαπλοκή στο πλαίσιο της λειτουργίας της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς τείνει να δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης, δομικού ετεροκαθορισμού και υποτέλειας. http://www.transcend.org/tms/2010/03/the-cocoyoc-declaration/.

[xii] K. Polanyi, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (Νησίδες), σελ. 37-78.