Ιμπεριαλισμός ή Παγκοσμιοποίηση;

monsanto31

Στο φύλλο της εργατικής εφημερίδας «Κόντρας» που κυκλοφόρησε στις 02/11/2013, δημοσιεύτηκε μια κριτική στην έννοια της υπερεθνικής ελίτ που στο όνομα των ορθόδοξων αντιλήψεων του μαρξισμού-λενινισμού και της παραδοσιακής ερμηνείας που αυτός δίνει στο φαινόμενο του ιμπεριαλισμού, αποφαινόταν κάπως υπερφίαλα ότι κάθε συζήτηση γύρω από την ύπαρξη μιας άτυπης ελίτ που αντλεί την δύναμη της από την διεθνοποίηση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς είναι «αντιεπιστημονική» και αγγίζει «τα όρια της βλακείας».[i] Είναι πράγματι αξιοπερίεργο πώς ο συντάκτης του παραπάνω άρθρου καταλήγει στο παραπάνω συμπέρασμα, την στιγμή που η παραδοσιακή θεωρία του ιμπεριαλισμού που διατυπώθηκε από τον Λένιν περίπου ενενήντα χρόνια πριν βρίσκεται σε απόλυτη αδυναμία να ερμηνεύσει τις τάσεις του συστήματος της οικονομίας της αγοράς που έκαναν την εμφάνιση τους τα τελευταία σαράντα χρόνια, από την περίοδο της ανάδυσης των πολυεθνικών στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 κι έπειτα. Οι τάσεις αυτές άλλαξαν εντελώς την φυσιογνωμία του καπιταλισμού, από οικονομικό σύστημα που ήταν συνυφασμένο με το έθνος-κράτος, σε μια διεθνική / υπερεθνική οικονομική δομή που στις μέρες μας εκτείνεται σαφώς πέρα από τα στενά σύνορα των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών και αντλεί τις προϋποθέσεις για την αναπαραγωγή του μέσω μιας τεχνοοικονομικής «ανάπτυξης» που επιτυγχάνεται χάρη στην απρόσκοπτη λειτουργία του σε πλανητικό επίπεδο. Το να παραμένει κανείς προσκολλημένος σε οικονομικές θεωρίες της δεκαετίας του τριάντα, ενώ μπροστά μας εκτυλίσσεται η παγκόσμια συγκέντρωση της παραγωγής και της διανομής στα χέρια των πολυεθνικών, η ανάδυση των καπιταλιστικών οικονομικών μπλοκ που βρίσκονται σε σκληρό ανταγωνισμό μεταξύ τους (ΕΕ, NAFTA, κλπ.), η αυξανόμενη οργανική διαπλοκή των κυρίαρχων οικονομιών της αγοράς με αμοιβαία διείσδυση μεγάλων πολυεθνικών σε στρατηγικούς τομείς των οικονομιών τους, είναι τουλάχιστον δογματικό. Για να μην πούμε ότι αγγίζει τα όρια μιας ανορθολογικής, θεολογικής σχεδόν αφοσίωσης στα γραπτά του Λένιν πραγματικά αντιεπιστημονικής, μιας και εξοβελίζει τα εμπειρικά δεδομένα από το πεδίο έρευνας της. Όπως έχει γράψει και ο Καστοριάδης, μια τέτοια α-ιστορική ανάγνωση των μαρξιστικών κειμένων είναι αντίθετη με το ίδιο το πνεύμα του μαρξισμού που φαίνεται να ασπάζεται ο συγγραφέας του κειμένου, μιας και υπονοεί ότι «η πραγματική ιστορία δεν μετράει, πως η αλήθεια μιας θεωρίας είναι πάντα και αποκλειστικά ‘επέκεινα’, και τελικά ότι αντικαθιστούμε την επανάσταση με την αποκάλυψη και τον στοχασμό πάνω στα γεγονότα με την εξηγητική των κειμένων».[ii]

Σίγουρα είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ο ιμπεριαλισμός δεν μας άφησε. Είναι ακόμη μαζί μας, όχι όμως ως οικονομικός επεκτατισμός που εκπορεύεται από εθνικές καπιταλιστικές οικονομίες, αλλά ως επιθετική εξάπλωση των δομών ενός διεθνοποιημένου οικονομικού συστήματος σε βάρος των εξαρτημένων οικονομιών που βρίσκονται στην περιφέρεια αλλά και των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων στο εσωτερικό των ανεπτυγμένων οικονομιών. Υπό αυτήν την έννοια, είναι γελοίο να εμμένει κάποιος στην κλασική εθνοκεντρική θεωρία το ιμπεριαλισμού παραβλέποντας στο μεταξύ τα εξήντα χρόνια ειρηνικής ενδοκαπιταλιστικής συνύπαρξης που επέφερε η ενσωμάτωση των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών στις υπερεθνικές καπιταλιστικές δομές της ΕΕ. Σε σημείο μάλιστα που οι «προαιώνιοι εχθροί» Γαλλία και Γερμανία να έχουν θέσει επί τάπητος την μελλοντική συνδιοργάνωση κοινών διασκέψεων σύσσωμων των υπουργικών τους συμβουλίων![iii]  Το γεγονός της κατασκοπείας που διεξήγαγαν οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες ενάντια σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το οποίο επικαλείται ο συγγραφέας του άρθρου για να αποδείξει την θέση του, όχι μόνο δεν επαρκεί για να διαψεύσει την θεωρητική θεμελίωση της ύπαρξης της υπερεθνικής ελίτ, αλλά αντίθετα την επιβεβαιώνει μέσω της υποτονικής, σχεδόν αδιάφορης θα λέγαμε, αντίδρασης εκείνων των κυβερνήσεων των καπιταλιστικών χωρών που έγιναν αντικείμενο παρακολούθησης από την αμερικανική αντικατασκοπία. Αναρωτιέται κανείς, αφού οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις βασιλεύουν, γιατί η Γαλλία και η Γερμανία δεν διέκοψαν τις διπλωματικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, γιατί δεν ανακάλεσαν τους πρεσβευτές τους, γιατί δεν απείλησαν με οικονομικά αντίποινα ή με απόσυρση από τις συστημικές στρατιωτικές συμμαχίες; Για τον απλό λόγο ότι οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ελίτ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών είναι μέλη της αποκεντρωμένης αλλά ενιαίας εξουσιαστικής δομής που αποκαλούμε υπερεθνική ελίτ και θεσμικά εκφράζει την πολιτική κυριαρχία της κυρίως μέσω του θεσμού των G8. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η έννοια της υπερεθνικής ελίτ συνεπάγεται την εξάλειψη των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών. Όπως κάθε δομή που αναπαράγεται στην βάση της καθιέρωσης σχέσεων ανισοκατανομής της δύναμης, η υπερεθνική ελίτ διαπερνάται στο εσωτερικό της από τις δικές της άτυπες ιεραρχίες.

Η ίδια τάση για παρερμηνεία της έννοιας της υπερεθνικής ελίτ είναι πρόδηλη και στην στάση των περισσότερων ελευθεριακών και αναρχικών οργανώσεων αναφορικά με το ζήτημα της ελληνικής κρίσης. Η συγκεχυμένη αντίληψη τους για την Κοινωνική Πάλη εμφανίζεται στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουν οι περισσότερες αναρχικές συλλογικότητες τη σχέση ανάμεσα στο εγχώριο και το υπερεθνικό κεφάλαιο. Όντας οπαδοί της παρωχημένης (19ος αιώνας) άποψης που θέλει τις δομές εξουσίας να εκπορεύονται και να θεσμίζονται αποκλειστικά με σημείο αναφοράς το έθνος-κράτος, οι αναρχικοί αποδίδουν στο εγχώριο καπιταλιστικό κεφάλαιο έναν βαθμό ανεξαρτησίας και αυτονομίας δράσης που δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Πολλοί, μάλιστα, φτάνουν στο σουρεαλιστικό συμπέρασμα πως το Μνημόνιο δεν είναι τίποτα άλλο από ένα τέχνασμα της εγχώριας πολιτικής και οικονομικής ελίτ για να επιβληθούν πολιτικές που δεν θα μπορούσαν να περάσουν διαφορετικά, χωρίς την επίκληση της υπερεθνικής απειλής των πιστωτών μας! Και κάποιοι άλλοι μιλούσαν μέχρι πρόσφατα ακόμα για τον κυρίαρχο «επεκτατικό ελληνικό καπιταλισμό». Η θέση, ωστόσο, περί «αυτονομίας» του ελληνικού κεφαλαίου είτε παραβλέπει συνειδητά τον σημαντικό βαθμό ενοποίησης των καπιταλιστικών οικονομιών που έχει επιτευχθεί με το άνοιγμα των αγορών και την ενσωμάτωση τους σε νεοφιλελεύθερα, περιφερειακά οικονομικά μπλοκ, είτε υποθέτει ότι οι σχέσεις που δημιουργεί η διεθνοποίηση ανάμεσα στις εθνικές οικονομίες – αγορές με ανισόμετρη ανάπτυξη δεν είναι σχέσεις κυριαρχίας και εξάρτησης, αλλά αντίθετα, σχέσεις αμοιβαιότητας και αλληλεξάρτησης. Ισχυρισμός ωστόσο που είναι εντελώς παρανοϊκός, στον βαθμό που στο πλαίσιο ενός συστήματος που βασίζει τη διεθνοποίηση του στην πλήρη απελευθέρωση των δυνάμεων  της αγοράς και στην απρόσκοπτη λειτουργία του ανταγωνισμού, η μοναδική μορφή οικονομικής αλληλεπίδρασης που θεσμοποιείται και μπορεί να ευδοκιμήσει μέσα στις δομές του συστήματος είναι η αλληλεπίδραση που θεμελιώνεται σε σχέσεις υποτέλειας, εξάρτησης και κυριαρχίας. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι οι ντόπιοι βιομήχανοι έχουν στο μυαλό τους το καλό της κοινωνίας σε αντίθεση με το «κακό» υπερεθνικό κεφάλαιο. Αντίθετα, λέμε ότι ακόμη και η εσωτερική διάρθρωση των ελίτ συνίσταται σε μια ιεραρχική κοινωνική ολότητα στην οποία είναι προφανές ότι η ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ κατέχει υποτελή θέση έναντι π.χ. της πανίσχυρης Γαλλικής ή Γερμανικής ελίτ που μέσω της απορύθμισης και της απελευθέρωσης των αγορών μπορεί να επιβάλλει τη βούληση της στα λιγότερα ισχυρά τμήματα της υπερεθνικής ελίτ και στην περιφέρεια. Με άλλα λόγια, οι σχέσεις της ελληνικής ελίτ με την υπερεθνική δεν είναι σχέσεις αλληλεξάρτησης, αλλά υποτέλειας κι εξάρτησης σε ότι αφορά τη δράση τους στον ελληνικό οικονομικό χώρο. Άρα, οι βασικές παράμετροι της οικονομικής δραστηριότητας και οι όροι λειτουργίας του συστήματος δεν τίθενται από την υποτελή ελληνική ελίτ, αλλά από την υπερεθνική, που διατηρεί την επικυριαρχία πάνω στην ελληνική αγοραιοποιημένη οικονομία.

Συνακόλουθα, η πάλη για εξουσία ανάμεσα στους φορείς που αποτελούν την υπερεθνική ελίτ συνιστά εγγενές χαρακτηριστικό του τρόπου λειτουργίας της. Ωστόσο, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της πάλης έχουν μεταβληθεί σε σχέση με την εποχή των εθνικών ιμπεριαλισμών, υπο την έννοια ότι εξαιτίας των δομών αλληλεξάρτησης που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο του διεθνοποιημένου καπιταλισμού ανάμεσα στις ισχυρές οικονομίες, ο ανταγωνισμός αυτός δεν μπορεί παρά να περιορίζεται σε οικονομικά μέσα και να μην αφορά πια αποκλειστικά τα έθνη-κράτη, αλλά κυρίως τις πολυεθνικές, τα περιφερειακά οικονομικά μπλοκ και τις ελίτ που κυριαρχούν μέσα σε αυτές τις καπιταλιστικές συσσωματώσεις. Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός είναι πλέον ενδοσυστημικός. Το κοινό ταξικό συμφέρον των ελίτ στην διατήρηση και αναπαραγωγή του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς υπερισχύει και δεν υφίσταται καμία απολύτως περίπτωση να οδηγηθούμε ξανά σε έναν νέο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο που θα έθετε σε κίνδυνο την συνολική αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Το να ισχυριζόμαστε το αντίθετο και να εναποθέτουμε τις τύχες του απελευθερωτικού κινήματος σε μια τέτοια «αντικειμενική» αυτοκαταστροφική τάση του συστήματος, σημαίνει ότι παραβλέπουμε την μονολιθικότητα που διέπει τα ταξικά συμφέροντα και την εξουσιαστική λογική των κυρίαρχων καπιταλιστικών ελίτ στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Γεγονός που μόνο επιζήμια μπορεί να επιδράσει στον στρατηγικό πολιτικό σχεδιασμό από τον οποίο έχει ανάγκη το ταξικό απελευθερωτικό κίνημα προκειμένου να επικρατήσει.    

Το Κράτος στην Διεθνοποιημένη Οικονομία της Αγοράς

 Πώς όμως διαμορφώνεται ο ρόλος του Κράτους στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας; Με βάση τον διαχωρισμό της οικονομίας από την κοινωνία και την υπαγωγή της τελευταίας στην σφαίρα της οικονομίας, που συντελείται μέσα από την εντατικοποίηση της διαδικασίας αγοραιοποίησης που τέθηκε σε κίνηση πριν από 200 περίπου χρόνια, είναι φανερό πως ως κοινωνικός θεσμός, το Κράτος υποκύπτει στην πρωτοκαθεδρία του οικονομικού στοιχείου από το οποίο ετεροκαθορίζεται, χωρίς όμως να εξαφανίζεται σταδιακά όπως διατείνονται οι νεοφιλελεύθεροι. Σύμφωνα με τον Τ. Φωτόπουλο, το Κράτος διατηρεί τη σημασία του αφού έχει κρίσιμες λειτουργίες να επιτελέσει ως προς την διασφάλιση της λειτουργίας του θεσμικού πλαισίου της ελεύθερης αγοράς.

 «[Το εθνικό κράτος] μάλιστα σήμερα παίζει κρίσιμο ρόλο, όχι μόνο στην δημιουργία των συνθηκών οικονομικής σταθερότητας που απαιτεί η απρόσκοπτη λειτουργία των αγορών, αλλά και στην επιβολή του «νόμου και της τάξης» που απειλούνται από τις αναπόφευκτες συγκρούσεις με τα λαϊκά στρώματα, τα οποία υφίστανται κυρίως τις συνέπειες της συγκέντρωσης οικονομικής και πολιτικής εξουσίας».[iv]

 Σε ότι αφορά τη διεθνή σφαίρα, το έθνος-κράτος επίσης παραμένει σημαντικό. Με τον ίδιο τρόπο που το Κράτος χρησιμοποιείται στο «εσωτερικό» για να «αντικειμενοποιήσει», δηλαδή να επιβάλλει, τις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς ως κυρίαρχες / ηγεμονικές και να φέρει σε πέρας τη διαδικασία αγοραιοποίησης, έτσι και στο «εξωτερικό» η πολιτική ισχύς του Κράτους πολλές φορές αξιοποιείται από τις οικονομικές ελίτ ως «συγκριτικό πλεονέκτημα» στον στίβο του υπερεθνικού εμπορικού ανταγωνισμού. Για να το πούμε διαφορετικά, οι πολυεθνικές εταιρείες των προηγμένων οικονομιών του Βορρά έχουν την δύναμη να επιστρατεύουν την γεωπολιτική ισχύ της εθνικής βάσης τους, προκειμένου να ενισχύσουν το συγκριτικό πλεονέκτημα τους και να επιβιώσουν σε ένα διεθνές περιβάλλον λυσσαλέου ανταγωνισμού. Αυτό φαίνεται από τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις που εκδηλώνονται κατά καιρούς στο εσωτερικό της υπερεθνικής πολιτικής ελίτ με αφορμή οικονομικά ζητήματα. Για παράδειγμα, ο πρώην Πρόεδρος της Γαλλίας Σαρκοζύ άσκησε πολιτικές πιέσεις στην ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να την εξαναγκάσει να προμηθευτεί εξοπλισμό από την γαλλική πολεμική βιομηχανία, αντί για την αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων γερμανικής προέλευσης. Παράλληλα, πριν ακόμη εκδηλωθεί η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία αναγκαστικά οδήγησε σε έναν μεγαλύτερο βαθμό ανάμειξης του κράτους στον τομέα της οικονομίας (με αποκλειστικό στόχο τη διάσωση πολλών ιδιωτικών επιχειρηματικών κολοσσών από την χρεοκοπία με χρήματα των φορολογούμενων), μια σειρά από δυναμικές κρατικές παρεμβάσεις διενεργήθηκαν από τις πολιτικές ελίτ των ισχυρών οικονομιών της ευρωζώνης σχεδιασμένες για να αποτρέψουν την εξαγορά και κατάληψη στρατηγικών τομέων των οικονομιών τους από ξένα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Ο Φωτόπουλος παραδέχεται ότι, «όσο ισχυρότερη είναι η ελίτ μιας χώρας στην παγκόσμια ιεραρχία τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα της να ‘προστατεύει’ τα μέλη της που βρίσκονται περιστασιακά σε μειονεκτική θέση στον διεθνή ανταγωνισμό, όπως άλλωστε πάντα συνέβαινε».[v] Στη συνέχεια όμως διατυπώνει τον ισχυρισμό πως η τάση αυτή στρέφεται αποκλειστικά ενάντια στην εμπορική διείσδυση Κινεζικών ή Ρωσικών εταιρειών που επιχειρούν να αντισταθμίσουν την εξάρτηση τους από τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μέσω της εξαγοράς δυτικών εταιριών και της διείσδυσης στις αγορές τους. Παρ’ όλο που πράγματι αποτελεί πάγια τακτική της υπερεθνικής ελίτ να υψώνει πολιτικά εμπόδια στην επέκταση της οικονομικής ισχύος των ανερχόμενων σε δύναμη εταιρειών του παγκόσμιου οικονομικού «Νότου», οφείλουμε εδώ να διευκρινίσουμε πως η παρατήρηση μας δεν αφορά τον «νέο προστατευτισμό» όπως ερμηνεύεται από τον Φωτόπουλο, αφού οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην οικονομία με την έννοια του λεγόμενου «οικονομικού πατριωτισμού» δεν στρέφονται αποκλειστικά και μόνο ενάντια σε Κινέζικες ή Ρωσικές εταιρείες. Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφερθούμε στην περίπτωση της γαλλικής εταιρείας ενέργειας και υδάτων Suez, η οποία με πρωτοβουλία της γαλλικής κυβέρνησης συγχωνεύτηκε με την κρατική Gaz de France προκειμένου να προστατευτεί από ενδεχόμενη επιθετική εξαγορά της από την ιταλικών συμφερόντων Enel.[vi]

Τέτοιες ενέργειες είναι φαινομενικά ασύμβατες με τον ισχυρισμό ότι οι πολυεθνικές, όχι τα κράτη, συνιστούν την βασική οικονομική μονάδα στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Σίγουρα είναι σημαντική η λεπτή εννοιολογική διάκριση ανάμεσα στην υπερεθνική επιχείρηση, ως ακρατικό σώμα που λειτουργεί σε έναν χώρο χωρίς σύνορα, και την πολυεθνική επιχείρηση, που εν πολλοίς αντανακλά την διάκριση ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και την διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς.[vii] Όμως και οι δύο θέσεις εκκινούν από την αφετηρία μιας δομικής αλλαγής στην διάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία συνεπάγεται πως η υπερεθνική ελίτ αντλεί την δύναμη της από την αναπαραγωγή και ενίσχυση του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και άρα, ταυτίζεται ολοένα και λιγότερο με έναν «εθνικό» οικονομικό χώρο.

Κατά τη γνώμη μας, η ασυμβατότητα είναι απλώς φαινομενική και οφείλεται στο γεγονός πως στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας οι επιχειρήσεις δεν αποτελούν οργανικό τμήμα και προέκταση μιας καπιταλιστικής οικονομίας με επίκεντρο το έθνος-κράτος, αλλά αντίθετα τα Κράτη ενεργούν στο πολιτικό επίπεδο ως εντολοδόχοι του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, επιστρατεύοντας την διπλωματική και γεωπολιτική ισχύ τους ως μέτρο επικουρικό προς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των αντίστοιχων εθνικών τμημάτων της υπερεθνικής οικονομικής ελίτ. Με άλλα λόγια, η μεταπολεμική λειτουργική σχέση που ίσχυε ανάμεσα στο Κράτος και το Κεφάλαιο συνεχίζει να υπάρχει, αλλά με αντεστραμμένους όρους. Η διεθνοποίηση της οικονομίας τροποποίησε δραματικά τους κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης και δημιούργησε μια αποφασιστική ασυμμετρία δύναμης υπέρ του οικονομικού στοιχείου. Στο εσωτερικό, αυτή η εξέλιξη επέφερε την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων στην αγορά, την εντατικοποίηση της διαδικασίας αγοραιοποίησης και την κατάρρευση του κράτους πρόνοιας. Στο εξωτερικό, η αυτονομία του έθνους-κράτους περιορίστηκε και η «εθνική» εξωτερική πολιτική υποβαθμίστηκε και μετατράπηκε σε υποβοηθητικό μηχανισμό με πρωταρχικό στόχο την αναπαραγωγή και εξάπλωση των διεθνοποιημένων δομών της οικονομίας της αγοράς μέσω των κύριων υπερεθνικών θεσμών (π.χ. ΝΑΤΟ), και με δευτερεύοντα στόχο την υποστήριξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας των επιμέρους τοπικών ελίτ.

Γι’ αυτό και η Αμερικανική κυβέρνηση δεν διστάζει να λαμβάνει πολιτικά μέτρα υπεράσπισης του αμερικανικού πολυεθνικού κεφαλαίου, όταν όμως καλεί τις αμερικανικές επιχειρήσεις να συνταχθούν πίσω από μια κυβερνητική γραμμή παγώματος επενδύσεων και οικονομικών αντιποίνων ενάντια σε κράτη που αντιστέκονται στην πολιτική ηγεμονία της Νέας Τάξης, σε πολλές περιπτώσεις οι πολυεθνικές εταιρείες δυσανασχετούν ή αρνούνται να συμμορφωθούν. Πράγματι, η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από στοχαστές εχθρικούς προς το πρόταγμα της αυτονομίας όπως ο αντιδραστικός Samuel Huntington, ο οποίος σε ένα από τα τελευταία κείμενα του, έκφρασε την απογοήτευση του για την έλλειψη «πατριωτισμού» που επιδεικνύουν ολοένα και περισσότερο τα κοσμοπολίτικα επιτελεία των Αμερικανικών πολυεθνικών εταιρειών, πράγμα που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την ενσωμάτωση της Αμερικανικής οικονομικής ισχύος σε μια «εθνική» στρατηγική για την πάταξη φαινομένων ανυπακοής από κράτη-παρίες. Γράφει ο Huntington:

 «Την δεακετία του 90, εταιρείες όπως η Ford, Aetna, Motorola, Price Costco και KimberlyClark  απέρριψαν με έμφαση την πρόταση του Ραλφ Νέιντερ που τις κάλεσε να δείξουν τον πατριωτισμό τους, ορίζοντας με σαφήνεια τον εαυτό τους ως πολυεθνικές. Οι εταιρείες που έχουν τη βάση τους στην Αμερική αλλά δραστηριοποιούνται ανά την υφήλιο, στρατολογούν το εργατικό δυναμικό τους και τα στελέχη τους, ακόμη και τα κορυφαία, χωρίς να υπολογίζουν την εθνικότητα τους. Η CIA, όπως είπε ένας από τους αξιωματούχους της το 1999, δεν μπορεί πλέον να υπολογίζει στη συνεργασία των αμερικανικών εταιρειών, γιατί οι εταιρείες βλέπουν τον εαυτό τους ως πολυεθνικές και μπορεί να θεωρούν πως η παροχή βοήθειας στην κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν προάγει τα συμφέροντα τους».[viii]

 Με άλλα λόγια, η πολιτική εξουσία δεν είναι σε θέση πλέον να εκμαιεύσει την συμμόρφωση και να υπαγορεύσει πολιτικές στην οικονομική εξουσία στο όνομα μιας πολιτικής που προωθεί ένα ανύπαρκτο ουσιαστικά «εθνικό» συμφέρον[ix]. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα και τη διάρρηξη του δομικού δεσμού ανάμεσα στο Κράτος και την οικονομική ελίτ. Απλώς υπογραμμίζει την ετεροβαρή σχέση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στα δύο είδη εξουσιών στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας. Είναι άλλωστε η κρατική εξουσία που παρέχει τα θεσμικά εχέγγυα και την εγγύηση του κρατικού μονοπωλίου της βίας, μέσω των οποίων συντελείται η αποκρυστάλλωση των υποκειμενικών τάσεων που γεννιούνται και αναδύονται στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης και η μετατροπή τους σε αντικειμενικές τάσεις με θεσμική ισχύ, που ενέχουν το στοιχείο του εξαναγκασμού, στα πλαίσια του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος. Το 1953, ο επικεφαλής της General Motors είχε δηλώσει ευθαρσώς, «ότι είναι καλό για την General Motors, είναι καλό για την Αμερική»[x]. Θα μπορούσε κανείς βάσιμα να ισχυριστεί πως στις μέρες μας η ρήση αυτή περιγράφει ανάγλυφα την σχέση ανάμεσα στην οικονομική και την πολιτική εξουσία και έχει αποκτήσει καθολική οικουμενική ισχύ.

  «Εθνική κυριαρχία» ή αυτοδυναμία;

 Φυσικά, από τα παραπάνω επουδενί δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης το βασικό καθήκον ενός πολιτικού αντισυστημικού κινήματος είναι η διεξαγωγή ενός εθνικοαπελευθερωτικού κοινωνικού αγώνα με αντικείμενο την «εθνική» απελευθέρωση από τις επιταγές του διεθνοποιημένου κεφαλαίου. Κι αυτό γιατί δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέουμε την έννοια της οικονομικής αυτοδυναμίας, που αναφέρεται σε μια αποκατάσταση της εγχώριας οικονομικής κυριαρχίας με όρους λαϊκής αυτοδιεύθυνσης και δεν μπορεί παρά να είναι από τα βασικά ζητούμενα ενός κινήματος κοινωνικής απελευθέρωσης στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, με αυτήν της «εθνικής» κυριαρχίας που περιστρέφεται γύρω από ένα κρατικιστικό μοντέλο οργάνωσης της οικονομίας και θεσμοποιεί εκ νέου τον διαχωρισμό ανάμεσα στην πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία. Είναι βεβαίως γεγονός ότι μια κοινωνικοποιημένη οικονομία στα πρότυπα του ελευθεριακού σοσιαλισμού δεν μπορεί παρά να έχει ως σημείο εκκίνησης της και ως αναγκαία προϋπόθεση την ολοκληρωτική απεξάρτηση της από τις δομές που διαιωνίζουν την επικυριαρχία της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς πάνω στην εγχώρια οικονομική διαδικασία και επιτρέπουν στα υπερεθνικά κέντρα οικονομικής εξουσίας να λαμβάνουν όλες τις σημαντικές αποφάσεις που αφορούν τους στόχους και το περιεχόμενο της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας. Με άλλα λόγια, δεν νοείται η εισαγωγή ενός συστήματος προλεταριακής αυτοδιεύθυνσης στο πεδίο της παραγωγής, χωρίς πρώτα να έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για την επιβολή του προλεταριακού ελέγχου πάνω στους ίδιους τους τοπικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους και τα μέσα παραγωγής. Από αυτήν την άποψη, όχι μόνο δεν υπάρχει κάποια αντίφαση ανάμεσα στην ελευθεριακή σοσιαλιστική οικονομία και την αρχή της αυτοδυναμίας, αλλά τουναντίον, η αυτοδυναμία, δηλαδή ο έλεγχος και η αξιοποίηση των δικών μας υλικών και φυσικών πόρων και ο συλλογικός αυτοκαθορισμός ως προς το περιεχόμενο και τους στόχους της οικονομικής δραστηριότητας,[xi] συνιστά την απολύτως αναγκαία συνθήκη για την επανενσωμάτωση της οικονομίας στην κοινωνία και την εκ νέου υπαγωγή της παραγωγικής διαδικασίας στο ευρύτερο πλέγμα των θεσμισμένων κοινωνικών σχέσεων και αξιών που ήταν και η επικρατούσα τάση ανάμεσα στο κοινωνικό και το οικονομικό στοιχείο προτού εμφανιστεί το συστήμα της οικονομίας της αγοράς στο ιστορικό προσκήνιο.[xii] Πράγμα βέβαια που συνεπάγεται την δυνατότητα επιβολής στον τρόπο που διεκπεραιώνεται η οικονομική διαδικασία καθώς και στην εν γένει συμπεριφορά των οικονομικών υποκειμένων μιας σειράς από διαδικασίες, αξίες και αρχές με βάση τις οποίες επιθυμεί η αυτόνομη κοινότητα να οργανώσει την κοινωνική συνύπαρξη εν γένει, χωρίς να υπάρχει το περιθώριο για την πλήρη αυτονόμηση του οικονομικού στοιχείου στα πρότυπα του συστήματος μιας αυτορυθμιζόμενης αγοράς που υπακούει κι εξελίσσεται σύμφωνα με την δική της δυναμική και τα δικά της ενδογενή και καθαρά οικονομικά κίνητρα (π.χ. κερδοφορία).        

Από την άλλη, θα ήταν παράλογο εάν ισχυριζόμασταν ότι εκεί όπου υπάρχουν συνθήκες στρατιωτικής κατάκτησης και κατάλυσης του δικαιώματος στην εθνική αυτοδιάθεση, η «εθνική» απελευθέρωση με την έννοια της εκδίωξης του κατακτητή δεν προηγείται απαραίτητα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αλλά και σε ότι αφορά την επιβολή καθεστώτος επιτροπείας και οικονομικής κατοχής, είναι ασφαλώς αδύνατο για τα υποτελή κοινωνικά στρώματα να κάνουν πράξη την κατάλυση των δομών ανισοκατανομής οικονομικής δύναμης και να εγκαθιδρύσουν ένα εναλλακτικό σύστημα βασισμένο στις αρχές της αλληλεξάρτησης και της συλλογικής στήριξης, αν παράλληλα δεν ανατρέψουν το διεθνοποιημένο οικονομικό σύστημα χάρη στο οποίο αναπαράγονται οι εγχώριες ταξικές διακρίσεις και του οποίου οι δομές επικαθορίζουν τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό. Ακόμη και σε ότι αφορά την πλειοψηφία των σύγχρονων εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων ένοπλης αντίστασης, ο στόχος της εθνικής απελευθέρωσης με την έννοια της κατοχύρωσης του δικαιώματος ενός λαού στην αυτοδιάθεση, πάντα συνοδευόταν από ένα οικονομικό-πολιτικό πρόγραμμα ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, αφού η ίδια η πρακτική της στρατιωτικής κατάκτησης δεν υπαγορεύεται από κάποια ανυπέρβλητη «εθνική» αντίθεση, αλλά από τις βαθύτερες ανάγκες των ελίτ για επικράτηση στο πεδίο της εγχώριας και διεθνούς Κοινωνικής Πάλης. Έτσι, μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι το εγχώριο προλεταριάτο δεν μπορεί να διακηρύξει στην πράξη την ταξική ηγεμονία του πάνω σε μια διεθνοποιημένη οικονομική δομή, ούτε μπορεί να θεσμίσει ένα σύστημα αυτόνομης οικονομικής δραστηριότητας μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο που αναπαράγει την εξάρτηση και την ετερονομία στις σφαίρες της πολιτικής και της οικονομίας και που στον ευρωπαϊκό χώρο εκφράζεται κυρίως μέσω της ΕΕ και της ΟΝΕ.

Μολαταύτα, οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν συνεπάγονται την αναγκαιότητα αποκατάστασης της «εθνικής» κυριαρχίας, η οποία υλοποιείται μέσα από την παλινόρθωση μιας «εθνικής» οικονομίας υπό την οργανωτική επίβλεψη μιας συγκεντρωτικής κρατικής εξουσίας. Το θεμελιώδες στοιχείο της έννοιας της αυτοδυναμίας δεν είναι άλλο από τον άμεσο έλεγχο της οικονομικής διαδικασίας από την αυτόνομη κοινότητα, που θεσμοποιείται μέσω ενός καθεστώτος συλλογικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και λήψης των βασικών οικονομικών αποφάσεων που καθορίζουν το περιεχόμενο, τον καταμερισμό της εργασίας και τους στόχους που εξυπηρετεί η παραγωγική δραστηριότητα από τις ίδιες τις συνελεύσεις των πολιτών και τις συνομοσπονδίες τους. Γίνεται αντιληπτό ότι καμία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις δεν εκπληρώνεται στην περίπτωση της επαναφοράς ενός κρατικιστικού μοντέλου της οικονομίας, είτε αυτό είναι σοσιαλδημοκρατικό, ή κρατικιστικό-σοσιαλιστικό, ή ακόμη κι ένα υβριδικό μοντέλο που θα επιχειρεί να συνδυάσει τον κρατικό σχεδιασμό με έναν αυτοδιαχειριζόμενο οικονομικό τομέα στο τοπικό επίπεδο. Άλλωστε, η λήψη μέτρων για την αυτοπροστασία της κοινωνίας από τις καταστροφικές επιδράσεις της λειτουργίας μιας αυτορυθμιζόμενης αγοράς δεν έχει νόημα παρά μόνο μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο όπου η αγορά εξακολουθεί να αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό κατανομής των πόρων και λήψης των βασικών οικονομικών αποφάσεων. Για τον ίδιο λόγο, δεν έχει νόημα από την σκοπιά την αυτονομίας να εμμένουμε σε ένα στείρο αίτημα για έξοδο από την ΕΕ, διαχωρίζοντας το πολιτικό μέρος αυτής της διαδικασίας από την παράλληλη εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού στο επίπεδο της οικονομίας και στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο. Όπως έχουμε ξαναγράψει παλιότερα, ΕΕ χωρίς Κράτος δεν μπορεί να υπάρξει. Το Κράτος όμως μπορεί θαυμάσια να υπάρξει χωρίς την ΕΕ.     

 

[i] Π. Γιώτης, Ο κλέψας του κλέψαντος, Κόντρα, 02/11/2013.

[ii] Κ. Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας (Κέδρος) σελ.21.

[iv] Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: Δέκα Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 185-6.

[v] Τ. Φωτόπουλος, σελ. 186.

[vi] Tim Franks, Patriotism and protectionism in the EU,

http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/4837150.stm.

[vii] T. Φωτόπουλος, σελ.96.

[viii] S. Huntington, Dead Souls: The Denationalization of the American Elite, http://www.freerepublic.com/focus/news/1111567/posts

[ix] Κάτι που ισχύει και στην περίπτωση των ελληνικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται και ελέγχουν μεγάλο μέρος της οικονομίας των Σκοπίων, οι οποίες όμως δεν δέχονται να χρησιμοποιηθούν ως μοχλός πίεσης προς την ΠΓΔΜ, προκειμένου να εξαναγκαστεί να συμμορφωθεί με τις ελληνικές διπλωματικές διεκδικήσεις.

[x] S. Huntington, Dead Souls: The Denationalization of the American Elite, http://www.freerepublic.com/focus/news/1111567/posts

[xi] Ακολουθούμε εδώ τον ορισμό που δόθηκε στην αυτοδυναμία από την διακήρυξη του Cocoyoc σύμφωνα με τον οποίο ως οικονομική αυτοδυναμία δεν νοείται η εθνικιστική απομόνωση ή η αυτάρκεια, αλλά η «στήριξη πρωταρχικά στους δικούς μας πόρους, ανθρώπινους και φυσικούς και η ικανότητα αυτόνομου καθορισμού των στόχων και λήψης των αποφάσεων». Η υπονόμευση και καταστροφή της οικονομικής αυτοδυναμίας της κάθε κοινωνίας, δηλαδή των υλικών μέσων που διαθέτει η κάθε κοινωνία για να επιβιώσει, είναι δομικό φαινόμενο που συμβαδίζει με την διαπλοκή και την ενσωμάτωση των τοπικών οικονομιών μέσα στις δομές του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Ανάμεσα σε συγκρίσιμες οικονομίες η διαπλοκή αυτή δημιουργεί δεσμούς αλληλεξάρτησης. Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπου έρχονται σε επαφή δύο οικονομίες με ανισομερή επίπεδα ανάπτυξης, η διαπλοκή στο πλαίσιο της λειτουργίας της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς τείνει να δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης, δομικού ετεροκαθορισμού και υποτέλειας. http://www.transcend.org/tms/2010/03/the-cocoyoc-declaration/.

[xii] K. Polanyi, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (Νησίδες), σελ. 37-78.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s