Έργα και ημέρες του ισραηλινού Απαρτχάιντ

israel-map-620x374

«Ο διάλογος ανάμεσα στους δύο άντρες διεξάχθηκε περίπου ως εξής:

“Δεν είστε Εβραίος, κύριε”, είπε ο αξιωματούχος.

“Δεν είπα ποτέ ότι ήμουν”, απάντησε ο Ντοβ.

“Θα πρέπει ν’ αλλάξουμε τα στοιχεία σας”, είπε αδιάφορα ο αξιωματούχος.

“Κανένα πρόβλημα”, συμφώνησε ο Ντοβ. “Κάντε το”.

“Ποια είναι η εθνικότητα σας;”

“Ισραηλινός;” πρότεινε ο Ντοβ.

“Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα”, δήλωσε ο αξιωματούχος.

“Γιατί;”

“Επειδή δεν υπάρχει ισραηλινή εθνική ταυτότητα”, αναστέναξε ο αξιωματούχος του υπουργείου». 

ShlomoSand, Πώς Επινοήθηκαν οι Εβραίοι

 

Η κριτική που ασκεί το παρόν κείμενο στο ρατσιστικό κράτος του Ισραήλ και στον σιωνιστικό εθνοφυλετισμό θα πρέπει να εκληφθεί από τον αναγνώστη ως τμήμα μιας γενικότερης κριτικής από ελευθεριακή σκοπιά, ολόκληρης της εθνικιστικής ιδεολογίας και των θεμελιακών πολιτικών αρχών στις οποίες βασίζουν την νομιμοποίηση της εξουσίας τους τα σύγχρονα έθνη-κράτη. Ο Ά. Καρύτσας έχει γράψει ότι, «Η ιδέα του έθνους είναι μια σύγχρονη ιδέα και το έθνος ένα φαντασιακό-επινοημένο δημιούργημα. Παράγεται, συγκροτείται και δημιουργείται από το κράτος και τον εθνικισμό και όχι αντίστροφα. Για τη δημιουργία αυτή χρησιμοποιείται μια πληθώρα στοιχείων ως πρώτη ύλη […] Επιλεκτικά χρησιμοποιούνται ως προγονικές μόνον οι παραδόσεις που κρίνονται κατάλληλες και θετικές, άλλες φορές κυριολεκτικά επινοούνται τέτοιες, συχνά δε παραλείπονται ή απορρίπτονται παραδόσεις ενοχλητικές και αρνητικά φορτισμένες».[i] Και στην περίπτωση του ισραηλινού κράτους, η κατασκευή του πρότυπου του ισραηλινού Εβραίου συντελέστηκε μέσα από μια διαδικασία προσεκτικής διαλογής των ιστορικών γνωρισμάτων και ιδιοτήτων των Εβραίων που μπορούσαν να ενσωματωθούν αρμονικά στην κυρίαρχη σιωνιστική ιδεολογική αφήγηση, παράλληλα με την καταστολή και τον σκόπιμο παραγκωνισμό εκείνων των χαρακτηριστικών που δεν συνάδουν με την εικόνα του σύγχρονου ισραηλινού εβραίου που περιλαμβάνεται στην ηγεμονική κρατική ιδεολογία. Κι επειδή αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αναδύονται μονάχα στην σφαίρα των φαντασιακών σημασιών, αλλά ενσαρκώνονται από τις κοινωνικές ομάδες και τα ταξικά στρώματα που είναι οι ενσώματοι φορείς τους, η πολιτική διαδικασία της ιδεολογικής κατασκευής και φαντασιακής θέσμισης του έθνους, εξορισμού συνεπάγεται την θεσμοποίηση δομικών μορφών υποτέλειας και τη δημιουργία συνθηκών καθολικού ετεροκαθορισμού ενάντια σε εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού που δεν είναι αρεστά και δεν είναι δυνατό να ενσωματωθούν στην ηγεμονική αφήγηση του επίσημου εθνικού ιδεολογήματος.

Ο Γιτζάκ Λαόρ έχει περιγράψει τους κοινωνικούς διαχωρισμούς που προκάλεσε το σιωνιστικό μοντέλο του εθνικισμού όχι μόνο αναφορικά με την καταπιεσμένη αραβική μειονότητα, αλλά ακόμη και στο εσωτερικό των εβραϊκών μαζών που κατέκλυσαν την Παλαιστίνη μέσω των σιωνιστικών διεθνών μεταναστευτικών προγραμμάτων. Έτσι, οι σεφαραδίτες εβραίοι μετανάστες που προέρχονταν από τις μουσουλμανικές κοινωνίες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, τέθηκαν στο περιθώριο λόγω των υπερβολικά «ανατολίτικων» συνηθειών τους, του «εξωτικού» ενδυματολογικού τους κώδικα, της ασιατικής προφοράς με την οποία μιλούσαν τα εβραϊκά. Η ομοιότητα τους με τους άραβες, τους κατέστησε αυτόματα ανεπιθύμητους για το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα, που όριζε την ισραηλινή πολιτισμική ταυτότητα με όρους μιας καθαρά νεωτερικής, δυτικής κουλτούρας. Όπως γράφει ο Λαόρ, «Δεν υπήρχαν πάντα διακρίσεις ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, έστω κι αν οι Ανατολίτες έγιναν πλειοψηφία μέσα στον πληθυσμό των φτωχών του Ισραήλ, όπως είναι επίσης πλειοψηφία μέσα στον πληθυσμό των φυλακών και μέσα στο εβραϊκό προλεταριάτο. Δεν υπήρχαν διακρίσεις βασισμένες στο χρώμα ή σε βιολογικά κριτήρια (παρά τη χρήση της έκφρασης “οι μαύροι”). Το ρήγμα ανάμεσα σε Ανατολίτες και ασκεναζίμ δεν οφείλεται καθόλου στη Φύση, ούτε στην κουλτούρα. Είναι μια πολιτική διάκριση που θεσμοθετήθηκε από το κράτος. Ήταν αδιανόητη πριν από την εμφάνιση του εβραϊκού κράτους ή πριν την εμφύτευση του σιωνισμού στην καρδιά της Μέσης Ανατολής […] Οι Εβραίοι αυτοί ονομάστηκαν Ανατολίτες μέσα στη νέα συλλογικότητα και η επεξήγηση αυτή υπήρχε για καιρό στις επίσημες στατιστικές του κράτους […] Από τη στιγμή που το κράτος έθεσε σε όλους του Εβραίους την εθνική πρόκληση, από τη στιγμή που ο σιωνισμός θέλησε να μετατρέψει μια θρησκεία σε έθνος, οι Εβραίοι που κατάγονταν από την Ασία ή την Αφρική – είτε ήρθαν εξαναγκασμένοι είτε επειδή τους ψάρεψαν είτε με τη θέληση τους είτε επειδή δεν είχαν άλλη επιλογή, ή ακόμα από μεσσιανικό ενθουσιασμό – υποχρεώθηκαν να ζήσουν σε μια διπλή μετανάστευση. Πρώτα να γίνουν Ανατολίτες, δηλαδή να ομαδοποιηθούν κάτω από την ενιαία ονομασία όλων των μη-ασκεναζίμ – είτε ήταν Ιρανοί, είτε Μαροκινοί, Κόυρδοι ή Αιγύπτιοι – και ταυτόχρονα να απαρνηθούν ότι είχαν κοινό, να ξεχάσουν ότι ήταν Εβραίοι που κατάγονταν από αραβικές ή μουσουλμανικές χώρες, για να ενστερνιστούν την ισραηλινή ταυτότητα, μια ταυτότητα εντελώς καινούρια, κατασκευασμένη πάνω σε ένα υποχρεωτικό μοντέλο, το μοντέλο των ασκεναζίμ».[ii]

Και αν η κυρίαρχη κουλτούρα αντέδρασε τόσο βίαια ενάντια στους σεφαραδίτες εβραίους, μπορεί κανείς να φανταστεί ποια ήταν η μεταχείριση που επιφύλαξε στην αραβική μειονότητα στο εσωτερικό του Ισραήλ. Από την ίδρυση του ως εβραϊκού κράτους, το Ισραήλ ανέλαβε τον ρόλο του προκεχωρημένου στρατιωτικού και πολιτισμικού βραχίονα του μητροπολιτικού Οριενταλισμού στην περιοχή. Η σχέση αυτή υπήρξε αμφίδρομη και επέδρασε ευεργετικά τόσο στους οριενταλιστικούς θεσμούς που αποτελούν μέρος του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος στις καπιταλιστικές μητροπόλεις του παγκόσμιου Βορρά, όσο και στο επίπεδο της εξυπηρέτησης των στρατηγικών αναγκών της ισραηλινής σιωνιστικής ελίτ που επιδίωκε να επιβάλλει την περιφερειακή στρατιωτική ηγεμονία της απέναντι στους άλλους λαούς της περιοχής, αλλά και να εδραιώσει την πολιτική εξουσία της στο εσωτερικό του Ισραήλ. Για τις ελίτ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, η Μέση Ανατολή παρέμενε μια κρίσιμη υπο-ολότητα του παγκόσμιου συστήματος κυριαρχίας, η οποία ήταν ανάγκη να υποταχθεί και να κρατηθεί μέσα στη σφαίρα επιρροής του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Η ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους στα πρότυπα των ευρωπαϊκών αστικών κρατών, συγγενούς ως προς τις αξίες και τα πολιτισμικά προτάγματα της «Δύσης», το οποίο θα βρισκόταν υπό συνεχή διωγμό και την «υπαρξιακή» απειλή μιας γενικευμένης επίθεσης από την πλευρά της «απολίτιστης» Αραβικής πλημμυρίδας, πρόσφερε στον εγχώριο Οριενταλισμό το τέλειο ιδεολογικό άλλοθι για την αναζωπύρωση του αντισημιτισμού, αυτή τη φορά εναντίον των αραβικών λαών της  Μέσης Ανατολής και του Μαγκρέμπ. Ο νέος αυτός τύπος αντισημιτισμού αποτέλεσε το αναγκαίο συμπλήρωμα στο πολιτισμικό επίπεδο στις ιεραρχικές σχέσεις πολιτικής καταπίεσης και οικονομικής εξάρτησης με τους υποτελείς λαούς της περιφέρειας που επιβάλει το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς μέσω της λειτουργίας του σε οικουμενική κλίμακα. Όπως πολύ όμορφα το διατυπώνει ο Λαόρ, «Το μίσος για τους μετανάστες και την Ανατολή έχει ανάγκη από έναν Ισραηλινό συνήγορο».[iii]

Από την άλλη, η επίσημη σιωνιστική προπαγάνδα δεν παύει να διατείνεται ότι το Ισραήλ υπερασπίζεται της «φιλελεύθερες» αξίες του δυτικού πολιτισμού ενάντια στις αραβικές ορδές που απειλούν να το καταπνίξουν και επισείει το φάσμα της «εξολόθρευσης των Εβραίων» σε περίπτωση που διασαλευτεί έστω και στο ελάχιστο ο υφιστάμενος συσχετισμός δυνάμεων στην περιοχή που εδώ και δεκαετίες ευνοεί συντριπτικά το Ισραήλ. Απέναντι σε έναν τέτοιο ισχυρισμό καμιά πολιτική διευθέτηση δεν είναι δυνατή, αφού όταν τίθεται το ζήτημα επιβίωσης ενός ολόκληρου λαού η έκβαση μπορεί να αφορά μόνο την ολοκληρωτική επικράτηση εναντίον του αντιπάλου που επιζητά τον αφανισμό του. Και μια ολοκληρωτική νίκη μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από την επιβολή ακραίων και ολοκληρωτικών μέτρων κατά εκείνων των «εχθρών», εξωτερικών ή εσωτερικών, που εκλαμβάνονται ως απειλή για την επιβίωση και την μακροημέρευση του κράτους. Σε προηγούμενο μας κείμενο ασχοληθήκαμε με την μελέτη των πιο εξτρεμιστικών ρευμάτων του ριζοσπαστικού συντηρητισμού ως της πιο ακραίας εκδοχής της ιδεολογίας της πολιτικής ετερονομίας, προκειμένου να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα για τις γενικές αρχές που διέπουν την ετερόνομη πολιτική θεωρία, της οποίας ο ριζοσπαστικός συντηρητισμός και ο φασισμός συνιστούν λογική προέκταση και φυσική συνέχεια. Στο παρόν κείμενο, θα καταπιαστούμε με το Ισραήλ εφαρμόζοντας ακριβώς την ίδια μεθοδολογία ως προς την μελέτη των ιδεολογικών θεμελίων του έθνους-κράτους. Ακριβώς για τον λόγο ότι το Ισραήλ ενσαρκώνει την ιδεολογική εξουσία και την υλική υπόσταση του κρατικιστικού μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας στην πιο εξτρεμιστική, τρομοκρατική μορφή του.    

 Ιστορία μιας γενοκτονίας

 Πολλοί είναι εκείνοι που θα διαφωνούσαν με την χρήση του όρου «γενοκτονία» για να περιγράψουμε το περιεχόμενο της ισραηλοπαλαιστινιακής διένεξης σε όλη την ιστορικοπολιτική διάσταση της. Δεν μιλάμε εδώ μόνο για τους γνωστούς εγκάθετους κρυπτοφασίστες φιλοσιωνιστές που υποστηρίζουν το Ισραήλ, αλλά και για εκείνους τους πολιτικούς αναλυτές, «διεθνολόγους» κι εμπειρογνώμονες που διεκδικούν εύσημα «επιστημονικής αντικειμενικότητας», διατεινόμενοι ότι η αμεροληψία συνίσταται στο να μην παίρνει κανείς σαφή πολιτική θέση ανεξαρτήτως των συνθηκών και των παραμέτρων του προβλήματος που έχει μπροστά του. Από την μεριά μας, θεωρούμε ότι ο ίδιος ο όρος «διένεξη» είναι ιδεολογικά φορτισμένος και προορίζεται για να εξυπηρετήσει τις πολιτικές σκοπιμότητες των σιωνιστών κατακτητών. Αυτό που συμβαίνει εδώ και εκατό περίπου χρόνια στην Παλαιστίνη δεν είναι μια αμφίρροπη αναμέτρηση ανάμεσα σε δυο μέρη με συμμετρική δύναμη, αλλά ένα συνεχιζόμενο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, μια παρατεταμένη πολεμική εκστρατεία με στόχο τη συστηματική εξολόθρευση ή τον εξανδραποδισμό ενός ολόκληρου λαού από τις πατρογονικές εστίες του.  Ο όρος «γενοκτονία» μας βοηθά να συλλάβουμε την μεθοδική αυτή εκστρατεία σε όλο το ιστορικό βάθος της, την δημιουργία από το μηδέν του σιωνιστικού μορφώματος μέσα από τον μαζικό εκτοπισμό των Αράβων με πολεμικές επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας, ή μέσω της μεθοδικής απαλλοτρίωσης της γης τους και την ενσωμάτωση της σε θύλακες εβραϊκών εποικισμών που ακρωτηριάζουν τα Παλαιστινιακά εδάφη. Χάρη στον συνδυασμό και την επιδέξια εναλλαγή των δύο αυτών πρακτικών από το παγκόσμιο Σιωνιστικό κίνημα, δημιουργήθηκαν τα πληθυσμιακά κι εδαφικά faitaccompliπου οδήγησαν τελικά στην διπλωματική αναγνώριση του Κράτους του Ισραήλ ως πολιτικής «πραγματικότητας». Αυτή η «πραγματικότητα» της ύπαρξης μιας εβραϊκής εθνικής εστίας στην Παλαιστίνη, με την σειρά της έχει δημιουργήσει νέα γεωπολιτικά δεδομένα που στο όνομα της ασφάλειας και του εθνικού συμφέροντος του ισραηλινού Κράτους, έχουν μετατρέψει τους Παλαιστίνιους σε έναν λαό-φάντασμα, καταπιεσμένο, εξόριστο και ακρωτηριασμένο.

Μια απλή επισκόπηση της ραγδαίας ανατροπής των δημογραφικών ισορροπιών ανάμεσα στον αραβικό πληθυσμό και το εβραϊκό στοιχείο στο εσωτερικό της Παλαιστίνης στο διάστημα από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα μέχρι και σήμερα,[iv] αρκεί για να τεκμηριώσει εμπειρικά το προμελετημένο έγκλημα της αργής εξαφάνισης ενός ολόκληρου λαού από προσώπου γης. Ένα έγκλημα που ξεκίνησε από τις μαζικές εκκαθαρίσεις του «πολέμου της ανεξαρτησίας» του 1947 και αναπαράγεται με την στρατιωτική κατοχή της Γάζας και της Δυτικής Όχθης και τους ρατσιστικούς Θεμελιώδεις Νόμους που διασφαλίζουν τον εβραϊκό χαρακτήρα του Κράτους του Ισραήλ.[v] Μιλούμε λοιπόν για γενοκτονία γιατί η εθνοκάθαρση των Παλαιστινιακών εδαφών από τον Αραβικό πληθυσμό που κατοικούσε εκεί αποτέλεσε την αναγκαία συνθήκη για την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους στην περιοχή. Η σύγχρονη μετασιωνιστική ιστοριογραφία έχει αποδείξει επαρκώς ότι η εθνοκάθαρση των γηγενών Παλαιστίνιων ξεκίνησε από το 1947 με την μαζική εκκαθάριση (φυσική εξόντωση ή μαζικός εκτοπισμός) του μεγαλύτερου μέρους του Αραβικού πληθυσμού της Παλαιστίνης και την απαλλοτρίωση των εδαφών και περιουσιών τους. Το επιχείρημα που αναμασά διαρκώς η σιωνιστική προπαγάνδα είναι ότι οι ηττημένοι Παλαιστίνιοι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους εθελοντικά διότι δεν ήταν διατεθειμένοι να συμβιώσουν ειρηνικά με τους εβραίους «σε μια κοινή πατρίδα». Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι η αμείλικτη τρομοκρατία της Ιργκούν και της Χαγκάνα ανάγκασε τους Παλαιστίνιους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να μην βρεθούν σφαγμένοι κι αυτοί όπως οι κάτοικοι του Ντέιρ Γιασσίν (254 άμαχοι χωρικοί σφαγμένοι από τους ισραηλινούς τρομοκράτες), καθώς και η απατηλή υπόσχεση των εβραίων εποίκων ότι η φυγή τους θα ήταν προσωρινή και ότι το νεοσύστατο εβραϊκό κράτος θα τους επέτρεπε να επανακάμψουν στις εστίες τους μετά την παύση των εχθροπραξιών. Η ορθότητα αυτού του ισχυρισμού αποδεικνύεται από την μετέπειτα αδιάλλακτη στάση που κράτησε το Κράτος του Ισραήλ ως προς το ζήτημα της επιστροφής των προσφύγων. Αν το «πολιτισμένο» και «δημοκρατικό» Ισραήλ δεν επιθυμεί και ποτέ δεν επιδίωξε την εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης από τους Άραβες,[vi] θα πρέπει να αναρωτηθούμε για ποιους λόγους εδώ και 70 χρόνια οι σιωνιστικές κυβερνήσεις εμμένουν στην πάγια διπλωματική θέση τους ότι αποκλείεται οποιαδήποτε συζήτηση για επιστροφή των προσφύγων από την διπλωματική ημερήσια διάταξη της «ειρηνευτικής διαδικασίας». Μήπως γιατί αν επιστρέψουν οι πρόσφυγες το πολυαγαπημένο τους καθαρό φυλετικό εβραϊκό κράτος με την τεχνητή εβραϊκή πλειοψηφία του θα πάψει να υφίσταται στην πράξη;

Η μεγάλη πλειοψηφία του Παλαιστινιακού λαού ζούνε σήμερα σαν τα ζώα σε πάμφτωχους προσφυγικούς καταυλισμούς – γκέτο στον Λίβανο, στην Ιορδανία και αλλού με μοναδική ελπίδα ότι κάποια μέρα θα ξαναδούν τα σπίτια και τα χωριά τους, αλλά και με τον διαρκή φόβο της επόμενης επιδρομής των ισραηλινών ναζί που θα τους κατασφάξουν όπως έκαναν στην Σάμπρα και την Σατίλα. Το νομικό καθεστώς των εξόριστών Παλαιστινιακών πληθυσμών παραμένει παντού αμφιλεγόμενο αφού καμιά Αραβική χώρα από όσες έχουν στα εδάφη τους προσφυγικούς καταυλισμούς (Λίβανος, Ιορδανία) δεν έχει αποδώσει πολιτικά δικαιώματα στους κατοίκους των καταυλισμών, με την εξαίρεση της Συρίας.[vii] Ούτε βέβαια οι Παλαιστίνιοι προστατεύονται από τις διεθνείς συνθήκες για τα δικαιώματα των προσφύγων, αφού η ίδια η ισραηλο-παλαιστινιακή διαμάχη δεν πληρεί τις προδιαγραφές που ορίζουν οι διεθνείς συνθήκες για να χαρακτηριστεί επίσημα η Παλαιστίνη ως εμπόλεμη ζώνη. Ουσιαστικά, πρόκειται για την ίδια νομική αμφισημία που δίνει το περιθώριο στο Ισραήλ να μην αποδίδει δικαιώματα εμπολέμων στους Παλαιστίνιους μαχητές που αιχμαλωτίζει, αλλά να τους αντιμετωπίζει σαν «μη-νόμιμους μαχητές», άτακτους που δεν υπόκεινται στις κανονιστικές διατάξεις του διεθνούς δικαίου και γι’ αυτό ευάλωτους σε κάθε είδους μεταχείριση, από μαζικές δολοφονίες, μέχρι αποτρόπαια βασανιστήρια, ομηρίες και «παράνομο» μακροχρόνιο εγκλεισμό. Επειδή ο αστικός «πολιτισμός» αδυνατεί να αντιληφθεί την υπόσταση ενός ανθρώπινου όντος ως τέτοιου, και δεν αναγνωρίζει παρά μόνο μονάδες των οποίων τα όποια δικαιώματα εκπορεύονται από την ιδιότητα τους ως υπηκόων κάποιας ετερόνομης κρατικής οντότητας, οι εξόριστοι Παλαιστίνιοι, παραμένουν ένας «ξεχασμένος λαός», έρμαια στις εχθρικές διαθέσεις των αραβικών κυβερνήσεων που τους απεχθάνονται ως ξένα σώματα και τους βλέπουν σαν δυνητική απειλή για την σταθερότητα των καθεστώτων τους, και πλήρως εκτεθειμένοι στις φονικές επιδρομές της ισραηλινής πολεμικής μηχανής, κάθε φορά που οι σιωνιστές ψάχνουν αφορμή για την εξαπόλυση ενός ακόμη περιφερειακού πολέμου στην Μέση Ανατολή.[viii]  

Όταν το Ισραήλ δεν ασχολείται με το να βομβαρδίζει τους γείτονες του, να προκαλεί ένοπλες περιφερειακές συρράξεις και να υφαρπάζει μαζικά Παλαιστινιακά και Αραβικά εδάφη (1947, 1967, 1981), συνεχίζει την εκστρατεία γενοκτονίας κατά των πολύπαθων Παλαιστινίων με άλλους τρόπους. Από αυτή την άποψη, η πολιτική των σιωνιστών ως προς το εδαφικό ζήτημα στις κατεχόμενες περιοχές της Γάζας και της Δυτικής Όχθης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο αδιάλειπτος εποικισμός των Παλαιστινιακών εδαφών (που αποτελούν επίσημη πολιτική του Ισραηλινού κράτους) είναι μια από αυτές τις πολιτικές, όπου εβραϊκοί θύλακες δημιουργούνται δια της βίας μέσα σε Παλαιστινιακά χωριά και περιοχές με αμιγώς αραβικούς πληθυσμούς.[ix] Οι περιοχές αυτές ακρωτηριάζονται και διαμελίζονται για να φτιάξουν τις πολυτελείς βιλλάρες τους εκατό φασιστο-έποικοι και αργότερα περικλείονται με το έτσι θέλω στην επίσημη επικράτεια του Ισραήλ κόβοντας τα Παλαιστινιακά χωριά στην μέση και απαλλοτριώνοντας μονομερώς τα εδάφη τους, καταστρέφοντας τις υλικές προϋποθέσεις και τις υποδομές για την επιβίωση τους. Οι εκτάσεις περιφράσσονται και οι Παλαιστίνοι απαγορεύεται να περάσουν μέσα από τα εδάφη όπου περνούν οι αυτοκινητόδρομοι, τα εμπορικά κέντρα και τα γήπεδα γκολφ που φτιάχτηκαν για την ψυχαγωγία των καλοζωισμένων εποίκων.[x] Τα παραπάνω δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη. Ο διαρκής αποικισμός της Παλαιστίνης και ο σταδιακός σφετερισμός όλο και μεγαλύτερου μέρους των αραβικών εδαφών ήταν η μέθοδος που χρησιμοποίησαν οι πρώτοι Σιωνιστές για να δημιουργήσουν πληθυσμιακά και εδαφικά fait accompli που αργότερα ενσωματώθηκαν στην επίσημη ισραηλινή επικράτεια. Η μέθοδος αυτή αποδίδει μια χαρά εδώ και 60 χρόνια, και οι ισραηλινοί ναζί δεν έχουν κανέναν λόγο να την αλλάξουν τώρα. Χιλιάδες έχουν υπάρξει τα θύματα των Παλαιστινίων σε αυτόν τον άνισο αγώνα ανάμεσα σε έναν άμαχο πληθυσμό οπλισμένο με σφεντόνες (και εγκαταλειμμένο από τους διεφθαρμένους και θρασύδειλους Άραβες «ηγέτες») και την πιο τέλεια εξοπλισμένη δολοφονική μηχανή του πλανήτη. Χιλιάδες είναι οι κτηνωδίες που έχουν διαπράξει οι κατοχικές δυνάμεις πυροβολώντας ασθενοφόρα, σχολεία, κλινικές, οικιστικά συγκροτήματα, ανήλικα παιδάκια και όποιο άλλο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας μπορεί κανείς να φανταστεί.

Ο μόνος λόγος που το Παλαιστινιακό έθνος επιβιώνει ακόμα είναι, α) διότι αναπαράγεται με τρομερούς δημογραφικούς ρυθμούς και β) διότι κανείς δεν τους θέλει και δεν έχουν που αλλού να πάνε. Ειδάλλως, έχουμε την αίσθηση ότι τώρα θα συζητάγαμε για το Παλαιστινιακό έθνος που κάποτε υπήρξε και που τώρα μόνο υπολείμματα του επιβιώνουν, όπως έκαναν οι (προστάτες και μέντορες του Ισραήλ) Η,Π.Α. με τους γηγενείς ινδιάνους. Πράγματι, ο λαός των αμερικανών ινδιάνων δεν εξαφανίστηκε μέσα σε μια νύχτα. Η εξαφάνιση των ινδιάνων ήταν μια διαδικασία που διήρκεσε τουλάχιστον 1,5 αιώνα εάν θεωρήσουμε ότι ξεκίνησε με την ίδρυση των ΗΠΑ ως ανεξάρτητου κράτους και τελείωσε το 1924 με τη νομοθεσία για την απόδοση Αμερικανικής υπηκοότητας στους ιθαγενείς. Ορόσημο της γενοκτονίας αποτελούν οι «Συμφωνίες» του 1876 με τις οποίες οι ινδιάνικοι πληθυσμοί θα μεταφέρονταν σε γκετοποιημένους καταυλισμούς, στους οποίους θα μπορούσαν να ζουν με φαινομενική αυτονομία από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ. Μια συμφωνία στην οποία οι αυτόχθονες διέβλεψαν ένα τέχνασμα που προδιέγραφε την αρχή του τέλους, γιατί ουσιαστικά σήμαινε ότι δέχονταν να είναι φιλοξενούμενοι στην ίδια τους τη γη, την οποία κάποτε μπορούσαν να περιδιαβαίνουν ελεύθερα ως νομάδες. Η συγκατάθεση των περισσοτέρων φυλών αποσπάστηκε με την βία από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ενώ άλλες φυλές υπαναχώρησαν επειδή απλούστατα δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Ας αναλογιστούμε τα πρώτα καραβάνια οπλισμένων Αγγλοσαξόνων έποικων που εγκαταστάθηκαν στην Αμερικανική δυτική μεθόριο. Μετά ας φέρουμε κατά νου τον οπλισμένο μέχρι τα δόντια αγρότη του κιμπούτς και θα καταλάβουμε την κοινή συνισταμένη των σχεδιασμών των Αμερικανικών και Ισραηλινών ελίτ για το μέλλον της Παλαιστίνης. 

Για την συνομοσπονδία

Από τα εκάστοτε γραφόμενα των φιλοσιωνιστών, ακόμη και των αυτοαποκαλούμενων «αυτόνομων-ελευθεριακών», προκύπτει το σαφές συμπέρασμα ότι υπερασπίζονται ένα κράτος που ιδρύθηκε και αναπαράγεται στην ιδεολογική βάση της αρχής της φυλετικής καθαρότητας του Εβραϊκού Κράτους.[xi] Αυτή η εθνοφυλετική αρχή αποτέλεσε το ιδεολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο βασίστηκαν οι μετέπειτα ρατσιστικοί νόμοι που διασφαλίζουν την προστασία της εβραϊκής πλειοψηφίας στο εσωτερικό του Ισραήλ. Προφανώς για τους φιλοσιωνιστές «ελευθεριακούς» η φυλετική καθαρότητα είναι συστατικό στοιχείο της «εθνικής εστίας» κάθε λαού, όπως είναι κατά τα λεγόμενα τους το Ισραήλ για τους απανταχού Εβραίους. Καλό θα ήταν λοιπόν να μας ξεκαθαρίσουν αν πιστεύουν το ίδιο και για τα υπόλοιπα Κράτη και για την αναγκαιότητα διατήρησης της εθνοφυλετικής συνοχής τους. Διότι στην προσπάθεια τους να υπερασπιστούν τα σιωνιστικά αφεντικά τους διολισθαίνουν στην πιο μαύρη ρατσιστική ιδεολογική σαπίλα. Η αποδοχή του δικαιώματος ύπαρξης του Κράτους του Ισραήλ με τη σημερινή μορφή του συνεπάγεται ότι οι ρατσιστικές εξουσιαστικές δομές του θα παραμείνουν ανέπαφες, η κυρίαρχη σιωνιστική ιδεολογία που διδάσκει την εθνοφυλετική υπεροχή των σιωνιστών ως φορέων της λαμπερής δάδας της δυτικής κουλτούρας μέσα σε μια θάλασσα από εχθρικούς ιθαγενείς και εμφορείται από το όραμα της δημιουργίας του Ερέτζ Ισραήλ (Μεγάλου Ισραήλ) θα συνεχίσει να υφίσταται και να κοινωνικοποιεί νέες στρατιές επίδοξων ισραηλινών κατακτητών.

Η ίδρυση Παλαιστινιακού κράτους διπλά σε ένα Ισραήλ που δεν θα έχει αποποιηθεί τα σημερινά πολιτικά, πολιτισμικά και εδαφικά χαρακτηριστικά του και που θα συνεχίσει να δρα ως αιχμή του δόρατος του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς στην περιοχή, μπορεί να καταλήξει μόνο στην ίδρυση ενός μπαντουστάν, ενός ισραηλινού προτεκτοράτου εδαφικά διαμελισμένου, χωρίς πρόσβαση στους υδάτινους πόρους της περιοχής, χωρίς δυνατότητες αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης και χωρίς δυνατότητα αυτοάμυνας απέναντι στην ισραηλινή επεκτατική πολιτική. Πιο αναλυτικά, το προσχέδιο και οι επιμέρους ρυθμίσεις για τη δημιουργία Παλαιστινιακού κράτους περιλαμβάνονται στις Συμφωνίες του Όσλο, που υπεγράφησαν από το Ισραήλ και την PLO το 1993. Παρ’ όλα αυτά, αυτό που προβλέπεται από τις Συμφωνίες δεν είναι η ίδρυση ενός ανεξάρτητου κράτους, με εγγυημένα κυριαρχικά δικαιώματα και βιώσιμο οικονομικό υπόβαθρο. Κόντρα στην επικρατούσα άποψη, οι Συμφωνίες θέτουν τις βάσεις για τη δημιουργία ενός ισραηλινού προτεκτοράτου στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη με περιορισμένη πολιτική κυριαρχία, οικονομικά εξαρτημένου από το Ισραήλ και χωρίς ένοπλες δυνάμεις. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, στο ανώτατο δικαστήριο του Ισραήλ εκχωρείται το δικαίωμα της ανάκλησης και ακύρωσης οποιασδήποτε νομοθεσίας ψηφίζεται από το Παλαιστινιακό νομοθετικό σώμα, εάν αυτή κριθεί αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα του Ισραήλ. Επιπλέον, οι Παλαιστίνιοι δεν θα ελέγχουν τα στρατηγικά αποθέματα νερού της Λωρίδας της Γάζας, τα οποία το Ισραήλ θα διατηρήσει υπό την κατοχή του. Το μελλοντικό Παλαιστινιακό κράτος δεν θα έχει εδαφική συνοχή και συνέχεια, καθώς ανάμεσα στα δύο κομμάτια Παλαιστινιακής γης θα παρεμβάλλονται θύλακες και εδαφικοί διάδρομοι υπό ισραηλινή κυριαρχία. Τέλος, προβλέπεται η σύσταση Παλαιστινιακής αστυνομίας που θα διασφαλίζει την τήρηση της τάξης στα αυτόνομα εδάφη, αλλά στην Παλαιστινιακή Αρχή απαγορεύεται ρητά η συγκρότηση τακτικού στρατού, καθώς και η ανάπτυξη ναυτικής και αεροπορικής δύναμης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Παλαιστινιακή Αρχή προορίζεται να αναλάβει την διαχείριση και τον έλεγχο των ανυπότακτων Παλαιστινιακών πληθυσμών για λογαριασμό του επικυρίαρχου Ισραήλ.[xii]

Με άλλα λόγια, η ίδρυση ενός πραγματικά αυτόνομου Παλαιστινιακού κράτους δεν είναι δυνατή χωρίς τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του Ισραήλ σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο και τον εκδημοκρατισμό αυτών των πεδίων σε στη σφαίρα της πρακτικής, των ηγεμονικών αντιλήψεων και φαντασιακών σημασιών. Μόνο μια τέτοια διαδικασία ριζικής αλλαγής θα καταστήσει εφικτό να γίνουν από πλευράς ισραηλινών οι αναγκαίες πολιτικές, διπλωματικές και εδαφικές παραχωρήσεις, να μοιραστούν δίκαια τον φυσικό πλούτο της περιοχής και να σταματήσει το Ισραήλ να βλέπει τους Παλαιστίνιους ως «απειλή για την ύπαρξη του». Δεν είναι τυχαίο ότι η «υπαρξιακή απειλή» γύρω από την οποία δομούν τον ιδεολογικό λόγο τους οι απανταχού φιλοσιωνιστές, είναι το επίσημο στρατηγικό δόγμα το οποίο οι σιωνιστές χασάπηδες επιστρατεύουν για να δικαιολογήσουν κάθε είδους βαρβαρότητα σε βάρος των υπόδουλων Παλαιστίνιων και τους «προληπτικούς» πολέμους αναπαραγωγής της ηγεμονίας τους που διεξάγουν τακτικά ενάντια στους λαούς των γειτονικών Αραβικών κρατών. Για την επίσημη σιωνιστική προπαγάνδα ακόμη και τα βαρελώτα της Χαμας συνιστούν «υπαρξιακή απειλή» και οι φιλοσιωνιστές δεν διστάζουν να αναπαράγουν αυτά τα ψέματα στον πολιτικό τους λόγο. Όσοι λοιπόν διατείνονται ότι υποστηρίζουν και Παλαιστινιακό κράτος και το δικαίωμα ύπαρξης του Κράτους του Ισραήλ ή αφελείς είναι, ή παίζουν το βρώμικο παιχνίδι της διαιώνισης της κατοχής και της θεσμοποίησης της υπό την μορφή του Παλαιστινιακού προτεκτοράτου. Βάζουν επίσης τα θεμέλια για συνέχιση της σύγκρουσης που φυσικά μόνο τον ισχυρό, δηλαδή του Ισραήλ, εξυπηρετεί. Άποψη μας είναι ότι η εθνική ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση ενός λαού δεν εξαγοράζεται με το αίμα, το μαρτύριο και την εθνοκάθαρση ενός άλλου λάου. Η ύπαρξη του Ισραήλ με τη σημερινή μορφή του, ισοδυναμεί με καταδίκη των εκατομμυρίων Παλαιστίνιων προσφύγων σε μια ζωή παντοτινής εξορίας και εξαθλίωσης μέσω της άρνησης του δικαιώματος της επιστροφής στις εστίες τους.

Αντίθετα, η λύση της συνομοσπονδίας προϋποθέτει το δικαίωμα της επιστροφής των προσφύγων που με τη σειρά του συνεπάγεται εξορισμού μια ριζοσπαστική ρήξη με την διαδικασία κοινωνικοποίησης μέσα στο Ισραήλ, την εγκατάλειψη των αρχών του πολεμοχαρούς σιωνιστικού εθνοφυλετισμού προς όφελος της ειρηνικής συνύπαρξης, που κάποτε αποτελούσε την πάγια θέση της εβραϊκής Αριστεράς (Άρεντ, Μπούμπερ, κλπ.). Από την πλευρά των Παλαιστίνιων η επιστροφή θα σημάνει την εκπλήρωση του διακαούς πόθου του υπόδουλου Παλαιστινιακού πληθυσμού, την απελευθέρωση των κατεχόμενων εδαφών τους και θα εξαλείψει τον βασικότερο παράγοντα που τροφοδοτεί όλα αυτά τα χρόνια το μίσος κατά των κατακτητών, δημιουργώντας έτσι τις βασικές πολιτικές προϋποθέσεις για να ευδοκιμήσει η δημοκρατική συνομοσπονδία. Τέλος, διάλυση του κράτους του Ισραήλ και ανασύσταση του με την μορφή μιας πολυπολιτισμικής συνομοσπονδίας επουδενί δεν σημαίνει αναζωπύρωση του «αντισημιτισμού», όπως επανειλημμένα έχει υποστηρίξει η φιλοσιωνιστική προπαγανδιστική φιλολογία. Οι αντισιωνιστικές ομάδες ουδέποτε απαίτησαν την εκδίωξη του γηγενούς εβραϊκού στοιχείου από τις κοινωνίες τους. Έτσι, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το προφανές παράδοξο πολιτικών ομάδων που υποτίθεται πως κηρύσσουν τον αντισημιτισμό, ζητώντας παρόλα αυτά είτε την συμμετοχή τους σε μια πολυπολιτισμική διακοινοτική συνομοσπονδία, ή την επιστροφή των εβραίων στις χώρες καταγωγής τους! Ο αντισημιτισμός είναι μια ιδεολογία παρωχημένη αφού τόσο οι ιδεολογικοί ανορθολογικοί μύθοι (βιολογικός ρατσισμός), όσο και οι θρησκευτικοί ανορθολογικοί μύθοι (οι Εβραίοι ως «δολοφόνοι του Χριστού», κλπ.) που συνιστούσαν το υπόβαθρο του έχουν προ πολλού αποκαλυφθεί και καταρρεύσει. Οι απανταχού Εβραίοι στις μέρες μας όχι μόνο δεν υφίστανται διώξεις αλλά έχουν επιτύχει αξιοσημείωτη κοινωνική άνοδο και κατά κανόνα συγκαταλέγονται στις εύπορες κοινωνικές ομάδες του πληθυσμού.[xiii] Το μόνο πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε μια αναζωπύρωση του αντισημιτισμού από σπόντα, είναι η ταύτιση της έννοιας του Εβραϊσμού με την έννοια του Σιωνισμού που έκαναν δήθεν ελευθεριακές ομάδες όπως οι Τέρμιναλ, διότι έτσι υπάρχει ο κίνδυνος να καταστούν υπόλογοι οι απανταχού Εβραίοι για τις κτηνωδίες των δολοφόνων σιωνιστών στην Παλαιστίνη. Αντίθετα, οι ευθύνες θα πρέπει να αναζητηθούν μόνο ανάμεσα σε εκείνες της ισραηλιτικές οργανώσεις που συμπαραστέκονται ηθικά και υλικά στην βάρβαρη κατοχή του Παλαιστινιακού λαού και οι οργανώσεις αυτές θα πρέπει να αποκαλυφθούν, να απομονωθούν και να καταπολεμηθούν με τρόπο ενεργητικό από το ελευθεριακό κίνημα. 

Θεσμικός ρατσισμός και απαρτχάιντ μέσα στο Ισραήλ

 Οι απανταχού απολογητές του θεσμοποιημένου σιωνιστικού ρατσισμού επικαλούνται το γεγονός ότι το 20% των «πολιτών» του Ισραήλ είναι Παλαιστίνιοι, προκειμένου να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό ότι δεν υφίσταται θέμα φυλετικής καθαρότητας στο σιωνιστικό κράτος. Παρόλα αυτά, η αραβική μειονότητα υφίσταται κάθε είδους διάκριση και διωγμό στο εσωτερικό του «δημοκρατικού» Ισραήλ με τα μέλη της ουσιαστικά να αποτελούν πολίτες Β κατηγορίας σε σχέση με όσους κατοίκους μπορούν να αποδείξουν την ακραιφνή εβραϊκή φυλετική καταγωγή τους, ή όσων επιτυγχάνουν την εισδοχή στην προνομιούχο κοινότητα των ισραηλινών Εβραίων μέσω του προσηλυτισμού τους στην ορθόδοξη ιουδαϊκή θρησκεία. Ο ρατσισμός στο εσωτερικό του Ισραήλ απορρέει από το εθνοφυλετικό πνεύμα που διέπει τα σιωνιστικά κριτήρια σύνθεσης και αναπαραγωγής της εθνικής εβραϊκής κοινότητας και προσλαμβάνει υλικές διαστάσεις μέσα από ένα πλέγμα νόμων, κρατικών θεσμών και πολιτικοοικονομικών δομών που συγκροτούν έναν μονολιθικό εξουσιαστικό μηχανισμό με μοναδική αποστολή του την συγκέντρωση όλων των μορφών της δύναμης στα χέρια των σιωνιστών, την προστασία της τεχνητής εβραϊκής πλειοψηφίας και την λήψη μέτρων για την θεσμοποίηση της διαχρονικής καταπίεσης της αραβικής μειονότητας.[xiv] Τμήμα του σιωνιστικού μηχανισμού κυριαρχίας είναι ο δομικός ρατσισμός που στρέφεται ενάντια στην οικονομία των περιοχών που κατοικούνται αμιγώς από Παλαιστίνιους, οι οποίες υποφέρουν από ενδημική φτώχεια, υπανάπτυξη και συνεχή συρρίκνωση και γκετοποίηση των εδαφών τους. Τα επίπεδα της φτώχειας είναι πολύ πάνω από τον εθνικό μέσο όρο (52% των αραβικών οικογενειών ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, συγκριτικά με 19% των ισραηλινών εβραίων), ενώ οι κρατικές χρηματοδοτήσεις προς τους Παλαιστινιακούς δήμους σκόπιμα παρακρατούνται με αποτέλεσμα κρατικές υπηρεσίες και υποδομές που υπάρχουν ομοιογενώς στο υπόλοιπο Ισραήλ (π.χ. πόσιμο νερό, πρόληψη από ασθένειες, κλπ), στις αραβικές περιοχές να βρίσκονται σε τραγικά τριτοκοσμικά επίπεδα.[xv]

Στο θέμα των εδαφών, είναι χαρακτηριστικό ότι το αραβικό 20% έχει στην ιδιοκτησία του μόλις το 3% των εδαφών της επίσημης Ισραηλινής επικράτειας, κάτι που επιτεύχθηκε είτε με ωμή βία και νομιμοποιημένες απαλλοτριώσεις του Ισραηλινού κράτους που παραχώρησε την κατασχεμένη γη στους Εβραίους εποίκους της χώρας, ή με επιθετικές εξαγορές σε βάρος των εδαφών της πάμφτωχης Αραβικής υποτάξης από τους εύπορους εβραίους κεφαλαιούχους ή τις εύπορες τάξεις των εβραίων μεσοαστών. Και φυσικά απαγορεύεται δια νόμου στους αραβικής καταγωγής πολίτες να προσποριστούν (μέσω ενοικίασης ή εξαγοράς) ισραηλινά εδάφη που βρίσκονταν υπο την κυριότητα του Εβραϊκού Ταμείου (Νόμος Κνεσσέτ, 2007),[xvi] ένας νόμος που τροποποιήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ και τώρα προβλέπει ότι για κάθε κομμάτι γης που θα περνά στον έλεγχο των ισραηλινών αράβων, ένα αντίστοιχο κομμάτι θα αφαιρείται από αυτούς κάπου αλλού, προκειμένου να διασφαλίζεται ο μόνιμος εβραϊκός έλεγχος πάνω στα ισραηλινά εδάφη.[xvii] Το Εβραϊκό Ταμείο είναι άλλωστε η αρχή που έχει λάβει επίσημη εξουσιοδότηση από το ισραηλινό Κράτος προκειμένου να διαχειρίζεται αποκλειστικά την διάθεση, αξιοποίηση και κατανομή της ισραηλινής γης προς όφελος των εβραίων κατοίκων και των εβραϊκών κοινοτήτων του Κράτους. Αποφεύγει με αυτόν τον τρόπο το επίσημο Κράτος την κατηγορία ότι μεροληπτεί υπέρ μιας κοινωνικής ομάδας σε βάρος όλων των υπολοίπων, αφήνοντας ανέπαφη την επίφαση των τυπικών «δημοκρατικών» θεσμών του. Ωμά ρατσιστικός είναι και ο νόμος περί «επανένωσης των οικογενειών» που ενώ παραχωρεί στους εβραίους κατοίκους το δικαίωμα να παντρεύονται στο εξωτερικό και στη συνέχεια να αποκτούν αυτόματα δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης στο Ισραήλ μαζί με την οικογένεια τους, στην οποία παραχωρείται η υπηκοότητα, βάσει της αραβικής καταγωγής τους οι Άραβες στερούνται αυτού του δικαιώματος, τους απαγορεύεται να παντρευτούν Παλαιστίνιους / ες εκτός Ισραήλ και αν το κάνουν υποχρεούνται ή να μεταναστεύσουν, ή να ζουν χώρια από τις οικογένειες τους χωρίς καμία ελπίδα επανένωσης.[xviii] Οι Παλαιστίνιοι φυσικά εξαιρούνται δια νόμου της υποχρεωτικής στράτευσης. Το μέτρο αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί ακόμη και σαν ένδειξη σεβασμού προς την Παλαιστινιακή εθνοτική ταυτότητα από μέρους των σιωνιστικών κρατικών αρχών, αν η μη-στράτευση στο Ισραήλ δεν επέφερε ατομικές κυρώσεις και αυτομάτως δεν έβγαζε τους Παλαιστίνιους εκτός αγοράς εργασίας αφού για πολλά επαγγέλματα στις κρατικές υπηρεσίες και στον ιδιωτικό τομέα η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση για πρόσληψη. Η πολιτική ηγεσία τους διώκεται ασύστολα. Όσοι βουλευτές δέχονται να παίξουν τον κατάπτυστο ρόλο του «καλού νέγρου»[xix] αφήνονται στην ησυχία τους από την κυρίαρχη σιωνιστική ελίτ. Όσοι όμως τολμούν να αγωνιστούν για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων και για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων σε βάρος τους, φιμώνονται, συλλαμβάνονται και φυλακίζονται ως «κατάσκοποι» και «πράκτορες» της λιβανέζικης Χεζμπολά και της Χαμάς.

Παράλληλα, η σιωνιστική βουλή ψήφισε νέο εκλογικό νόμο που ανεβάζει το όριο για την είσοδο στο κοινοβούλιο πάνω από το 3%, ουσιαστικά αφήνοντας εκτός βουλής τα κόμματα της μειονότητας, ενώ καθιερώνει όρκο πίστης και αφοσίωσης στο Ισραήλ, που λίγο, πολύ απαιτεί από τους Παλαιστίνιους να δηλώσουν έμπρακτα υποταγή στους δυνάστες τους, την εβραϊκή πλειοψηφία (εγκαταλείποντας τον αγώνα για ισότητα σε επίπεδο δικαιωμάτων για τους Άραβες που πρακτικά θα σήμαινε και το τέλος του «Εβραϊκού Κράτους»).[xx] Όσοι Παλαιστίνιοι αρνούνται να συμμορφωθούν θα ανακηρύσσονται με συνοπτικές διαδικασίες «εθνικοί μειοδότες» ή «προδότες» και θα απελαύνονται. Με άλλα λόγια, όσοι Παλαιστίνιοι δεν αποδέχονται παθητικά την μοίρα τους ως πολίτες β κατηγορίας θα εκδιώκονται. Αυτή είναι η αντίληψη περί πολιτογράφησης του «δημοκρατικού» σιωνιστικού μορφώματος. Όσο για τις Παλαιστινιακές περιοχές, αυτές παρά την τυπική άρση του στρατιωτικού νόμου που ρύθμιζε τις υποθέσεις τους μέχρι το 1966, εξακολουθούν να είναι κατεχόμενες ζώνες με τις δυνάμεις καταστολής να τους αντιμετωπίζουν ως εσωτερικό εχθρό, όπως στις διαδηλώσεις που ξέσπασαν εκεί εξαιτίας του ισραηλινού ρεσάλτου στον στολίσκο της ελευθερίας και που κατέληξαν σε δύο νεκρούς άραβες-ισραηλινούς. Σημειωτέον οι περιοχές με αμιγείς αραβικούς πληθυσμούς ήταν οι μοναδικές όπου έγιναν διαδηλώσεις κατά της δολοφονικής επίθεσης των ισραηλινών κομάντος. Και φυσικά οι νόμοι εφαρμόζονται επιλεκτικά μόνο σε βάρος των αράβων-ισραηλινών, όπως γίνεται με την μαζική κατεδάφιση σπιτιών στα οποία διαμένουν οικογένειες ισραηλινών-αράβων για δήθεν οικοδομικές παρατυπίες ή παραβιάσεις των κριτηρίων δόμησης, ένα μέτρο που όμως σχεδόν ποτέ δεν εφαρμόζεται εναντίον των εβραίων πολιτών του σιωνιστικού κράτους. Όλα αυτά τα ρατσιστικά μέτρα και δομές αποβλέπουν στην τεχνητή αναπαραγωγή της εβραϊκής πλειοψηφίας και στην αναπαραγωγή ενός άθλιου ρατσιστικού καθεστώτος που οι απανταχού φιλοσιωνιστές με μπόλικη δόση μακιαβελισμού ισχυρίζονται ότι αποτελεί την «εβραϊκή πατρίδα».

Φυσικά, η πάλη κατά του σιωνιστικού απαρτχάιντ δεν είναι δυνατό να διεξαχθεί με όρους μιας ρεφορμιστικής εκστρατείας για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της αραβικής μειοψηφίας, στα πρότυπα του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων της Αμερικής, ή των Καθολικών της Βορείου Ιρλανδίας. Ένας αγώνας που θα είχε σαν στόχο την απόδοση πλήρων πολιτικών δικαιωμάτων στους Παλαιστίνιους που έχουν την ατυχία να κατοικούν μέσα στην εδαφική επικράτεια του Ισραήλ, δεν μπορεί παρά να έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία μιας τελειοποιημένης μορφής ετερονομίας, μιας ολοκληρωμένης κυριαρχικής σχέσης ανάμεσα στις σιωνιστικές ελίτ από την μία πλευρά, και τις μάζες των Αράβων από την άλλη. Αν και τα τυπικά δικαιώματα που ενσωματώνονται στο θεσμικό πλαίσιο μιας αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» δεν συνιστούν παρά την νομική έκφραση μιας θεσμοποιημένης δομής ανισοκατανομής δύναμης ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τους υπηκόους της, μολαταύτα η χορήγηση ενός καθεστώτος πλήρους ισονομίας στους Παλαιστίνιους θα μπορούσε να λειτουργήσει αμφίδρομα ως αφετηρία αφομοίωσης του αραβικού πληθυσμού στις επίσημες δομές του ισραηλινού κράτους. Σε μια ετερόνομη κοινωνική ολότητα, οι σχέσεις ανάμεσα στις ετεροκαθοριζόμενες κοινωνικές μονάδες είναι δυνατό είτε να πάρουν την μορφή του ολομέτωπου ανταγωνισμού με τις άλλες υποτελείς ομάδες της κοινωνικής ολότητας με αντικείμενο την άνοδο στην κοινωνική ιεραρχία και την βελτίωση της θέσης τους έναντι των άλλων υποτελών μονάδων του συστήματος, ή να αναπτυχθούν σχέσεις με γνώμονα το κοινό ταξικό συμφέρον στη βάση της αλληλεγγύης και της από κοινού εναντίωσης στις ελίτ που ελέγχουν το σύστημα, με σκοπό την υπεράσπιση ή βελτίωση της ταξικής θέσης των υποτελών ομάδων ως ενιαίας κοινωνικής μονάδας στο πλαίσιο της Κοινωνικής Πάλης που αποτελεί δομικό στοιχείο κάθε ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια ταξική συμμαχία των απόκληρων, θα έχει αντικειμενικά αντισυστημικό χαρακτήρα και θα είναι εξορισμού οργανωμένη σε ελευθεριακά πρότυπα. Αν δεν υφίστανται θεσμοί ισοκατανομής της δύναμης στο εσωτερικό της υποτελούς κοινωνικής μονάδας, πράγμα αδύνατο στο πλαίσιο μιας γενικότερης ιεραρχικής μορφής οργάνωσης της κοινωνίας, η εμπλοκή της κάθε υπο-ολότητας στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης αναγκαστικά θα λάβει την μορφή ενός ρεφορμιστικού αγώνα για την υπεράσπιση των θεσμοποιημένων συμφερόντων της δευτερογενούς ελίτ της υπο-ολότητας, ή της πάλης για μια τροποποίηση του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων που θα επιφέρει μια εναλλαγή των κοινωνικών ομάδων στην εξουσία, χωρίς ωστόσο να επιφέρει και την κατάργηση του ιεραρχικού τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της δυναμικής που αναπτύσσεται γύρω από την Κοινωνική Πάλη όταν αυτή διεξάγεται με ιεραρχικούς όρους, είναι ο ρόλος που επιτελεί η σύγχρονη συνδικαλιστική αριστοκρατία, η οποία αναπαράγει τα θεσμοποιημένα προνόμια της μέσα από μια πολιτική γραμμή διευκόλυνσης, ή ακόμη κι ενεργής συμμετοχής της σε μορφές ακόμη πιο εντατικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων, ή αυτό της αφομοίωσης της πολιτικής τάξης των μαύρων αμερικανών από την πολιτική και οικονομική ελίτ των Η.Π.Α., σε βάρος των συμφερόντων της συντριπτικής πλειονότητας της αφροαμερικανικής κοινότητας που ακόμη υφίσταται τον συνολικό ετεροκαθορισμό της ως ενιαία κοινωνική μονάδα της αμερικανικής υποτάξης στο πλαίσιο του ρατσιστικού αμερικανικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης.   

Έτσι, η κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων σε βάρος της αραβικής μειονότητας φαινομενικά τουλάχιστον θα έδινε στους Παλαιστίνιους τη δυνατότητα να επιδοθούν σε έναν επί ίσοις όροις ανταγωνισμό απέναντι στις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται στα κατώτερα στρώματα της ιεραρχίας της ισραηλινής κοινωνικής ολότητας, ή να συγκροτήσουν ευκαιριακούς τακτικούς συνασπισμούς μαζί τους με γνώμονα την αμοιβαία βελτίωση τςη θέσης τους στην κοινωνική ιεραρχία. Η κεντρική μετασιωνιστική αντίληψη περί μετατροπής του Ισραήλ από αμιγές εθνοφυλετικό κράτος σε μια γνήσια φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» που εκφράζεται από μεσοαστικούς κύκλους ακαδημαϊκών και διανοουμένων στο εσωτερικό του Ισραήλ έχει αυτό το ακριβώς το νόημα, μιας συνετής και ορθολογικής επιλογής για την σιωνιστική ελίτ, που θα συντελούσε στη δημιουργία συνθηκών σταθεροποίησης των θεσμών που αναπαράγουν την κυριαρχία της και στην συνακόλουθη μακροημέρευση του ισραηλινού Κράτους μέσω της επίσημης αναγνώρισης των δικαιωμάτων της Παλαιστινιακής μειονότητας εντός της ισραηλινής επικράτειας. Φυσικά, σε αυτό το «δημοκρατικό» όραμα των μετασιωνιστών πανεπιστημιακών δεν χωράει η επιστροφή των Παλαιστίνιων προσφύγων, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα σηματοδοτούσε ούτε λίγο, ούτε πολύ το τέλος του Κράτους του Ισραήλ όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Με άλλα λόγια, η υιοθέτηση από μέρους τους του αιτήματος για επαναπατρισμό των προσφύγων θα στρεφόταν ενάντια στο γενικό συμφέρον του συστήματος που σε τελική ανάλυση επιθυμούν να υπηρετήσουν.

Ωστόσο, αυτός είναι και ο λόγος που ένας αγώνας των Παλαιστινίων για πολιτικά δικαιώματα θα ήταν πολιτικά αντιπαραγωγικός και δεν θα μπορούσε ποτέ να τελεσφορήσει. Όπως και στην περίπτωση του θεσμοποιημένου ρατσισμού ενάντια στους μαύρους της Νοτίου Αφρικής, η καταπίεση των Παλαιστίνιων στο Ισραήλ είναι προϊόν των ταξικών ανταγωνισμών, έχει αντικειμενικό υλικό υπόβαθρο και γι’ αυτόν τον λόγο δεν υπόκειται σε αναθεώρηση ή μεταρρύθμιση, έξω από μια μαχητική γραμμή καθολικότερης αμφισβήτησης του συστήματος. Το καθεστώς του απαρτχάιντ στο εσωτερικό του εβραϊκού Κράτους ενυπάρχει ως συνέπεια της θέσμισης και ύπαρξης του Ισραήλ, αλλά και ως προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του με την μορφή που αυτό έχει σήμερα. Το ζήτημα της κατάργησης των φυλετικών διακρίσεων ενάντια στην αραβική μειονότητα, είναι απόλυτα συνδεδεμένο με το ζήτημα της παραμονής στην εξορία των δύο τρίτων του Παλαιστινιακού έθνους. Οι Παλαιστίνιοι που ζουν μέσα στην ισραηλινή επικράτεια μπορούν να αποκτήσουν ίσα δικαιώματα μόνο εφόσον αποποιηθούν το όραμα της επιστροφής των προσφύγων, αν διαγράψουν την Νάκμπα από την συλλογική μνήμη τους και συναινέσουν στην εξακολούθηση της βίαιης κατοχής της Γάζας και της Δυτικής Όχθης. Αυτό που απαιτεί το σιωνιστικό καθεστώς δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια δήλωση πλήρους νομιμοφροσύνης με την οποία οι γηγενείς Άραβες θα προσυπογράφουν και επίσημα την ίδια την υποδούλωση τους από στην προνομιούχο εβραϊκή μερίδα της ισραηλινής κοινωνικής ολότητας. Εξάλλου ένας μαζικός αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορεί να φέρει αποτέλεσμα στον βαθμό που κάτι τέτοιο συνεπάγεται την «φιλελευθεροποίηση» της ισραηλινής νομοθεσίας στους τομείς της μετανάστευσης, της χορήγησης ιθαγένειας,, της κατοχής γης, κλπ. Τούτοι οι νόμοι ωστόσο εγγυώνται την ενότητα και την ιστορική συνέχεια του Ισραήλ ως καθαρού εβραϊκού Κράτους.

Γίνεται αντιληπτό ότι από την μία μιλάμε για ένα κίνημα που θα πάλευε για την εξάλειψη του φυλετικού υπόβαθρού ως καθοριστικού κριτηρίου για την πρόσβαση της κάθε κοινωνικής μονάδας στις θεσμοποιημένες πηγές εξουσίας της ισραηλινής ιεραρχικής κοινωνικής ολότητας και από την άλλη, θα ήταν υποχρεωμένο να αναγνωρίσει τους θεσμούς ενός ρατσιστικού κοινωνικού συστήματος που αναπαράγει έναν συγκεκριμένο τύπο φυλετικής κυριαρχίας στο εσωτερικό του Ισραήλ. Κάπου εδώ γίνονται εμφανή τα όρια και τα πολιτικά αδιέξοδα ενός φιλειρηνικού κινήματος για την διεκδίκηση των δικαιωμάτων της αραβικής μειονότητας. Διότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θα επαρκούσε ούτε ακόμα μια ενδεχόμενη πρόθεση των Παλαιστινιακών ελίτ να ξεπουληθούν στους Σιωνιστές κατακτητές και να αποκηρύξουν τους αδελφούς τους στην εξορία ή στα κατεχόμενα ως προϋπόθεση για την ομαλοποίηση των σχέσεων της αραβικής κοινότητας με τις ισραηλινές ελίτ. Η ίδια η επίλυση του προβλήματος συνεπάγεται την διάλυση του Ισραήλ με την σημερινή μορφή του, ενώ η σιωνιστική ελίτ θα μπορούσε να συμφωνήσει στην παραχώρηση δικαιωμάτων στην Παλαιστινιακή μειονότητα μόνο εφόσον μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν δυνατό να συμβάλλει στην ενδυνάμωση της κυριαρχίας τους και στην ισχυροποίηση της συνοχής της ιεραρχικής κοινωνικής ολότητας εντός του Ισραήλ. Για τον λόγο αυτό το όραμα των μετασιωνιστών για μια συνεκτική ισραηλινή «δημοκρατική» κοινωνία που θα περιλαμβάνει στις τάξεις της τους Άραβες ως επίσημα αναγνωρισμένη μειονότητα, είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Και είναι για τον ίδιο λόγο, εξαιτίας του συστημικού υπόβαθρου του ζητήματος της καταπίεσης της αραβικής μειονότητας, που ένα κίνημα για την διεκδίκηση των πολιτικών δικαιωμάτων των Αράβων στο εσωτερικό του Ισραήλ θα ήταν εξαιρετικά απίθανο να εξεύρει κοινωνικές ομάδες που θα ήταν πρόθυμες να ενταχθούν μαζί του σε έναν «προοδευτικό» ταξικό συνασπισμό, πράγμα που αποτελεί προγραμματικό στόχο για κάθε φιλειρηνικό κίνημα που αποβλέπει στην πολιτική μεταρρύθμιση. Αντίθετα, ο μοναδικός σύμμαχος που μπορεί να έχουν οι Παλαιστίνιοι στην προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν ίση μεταχείριση και τον σεβασμό της ανθρώπινης υπόστασης τους από το απαρτχάιντ, βρίσκεται έξω από τα σύνορα του Ισραήλ και δεν είναι άλλος από τις ένοπλες Παλαιστινιακές αντιστασιακές οργανώσεις.                        

 Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών: Θύμα ή Θύτης;

 Η επικράτηση του Ισραήλ έναντι του αραβικού συνασπισμού στον πόλεμο του 1967, έμεινε στην ιστορία σαν η σύγχρονη εκδοχή του βιβλικού μύθου της νίκης του Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ. Ένα «μικρό» και «ευάλωτο» κράτος σύρθηκε από τους πολεμοχαρείς γείτονές του σε μία άνιση αναμέτρηση από την έκβαση της οποίας δεν κρινόταν απλώς η απώλεια κάποιων εδαφών ή ο υποβιβασμός του Ισραήλ σε μια σχέση υποτέλειας έναντι των Αράβων, αλλά η ίδια η επιβίωση του Εβραϊκού κράτους. Αυτή η ερμηνεία της σύγκρουσης του 1967 αποτελεί προέκταση του μύθου του Ισραήλ ως κράτους που τελεί υπό συνεχή υπαρξιακή απειλή και που συνεπώς είναι υποχρεωμένο να κάνει χρήση κάθε μέσου ώστε να διασφαλίσει το «δικαίωμα του να υπάρχει». Σύμφωνα με την Ισραηλινή προπαγάνδα η μοίρα που επιφυλάσσεται στους Εβραίους του Ισραήλ σε περίπτωση που ηττηθούν στο πεδίο της μάχης είναι ένα νέο Ολοκαύτωμα, με τους Άραβες στο ρόλο των επίδοξων μιμητών της Ναζιστικής θηριωδίας.

Στην πραγματικότητα η υπαρξιακή απειλή έχει πάψει να υφίσταται για το Ισραήλ  από την εποχή του Πολέμου της Ανεξαρτησίας. Ήδη από το 1956, με την πειστική νίκη του σε βάρος της Αιγύπτου και την εγκατάσταση Ισραηλινών στρατευμάτων που θα του εξασφάλιζαν τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ, το Ισραήλ ανήγγειλε την έλευσή του στο διεθνές προσκήνιο ως κορυφαίας δύναμης στη Μέση Ανατολή. Από εδώ και στο εξής το ρόλο του ισχυρού στις περιφερειακές συγκρούσεις θα διαδραματίζει το Εβραϊκό κράτος και μέσω της ισχύος του θα έχει τη δυνατότητα να υπαγορεύει και να καθορίζει τις εξελίξεις στην περιοχή. Είναι συνεπώς αδόκιμος ο ιστορικός ρόλος που η επίσημη Σιωνιστική ιστοριογραφία επιχειρεί να αποδώσει στο Ισραήλ, του θύματος που συμπαρασύρεται από τις εξελίξεις και απλώς αντιδρά στις προκλήσεις του Αραβικού ρεβανσισμού.

Σε ό,τι αφορά τον πόλεμο του 1967, είναι σαφές ότι το Ισραήλ επιθυμούσε την ένοπλη σύρραξη με τους Άραβες και έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να την πετύχει. Όλες οι ενέργειες της Ισραηλινής διπλωματίας και του στρατού πριν την έναρξη των εχθροπραξιών συνάδουν στο παραπάνω συμπέρασμα, αφού σαν μοναδικό αποτέλεσμα είχαν το σαμποτάρισμα των προσπαθειών για διπλωματική διευθέτηση της  κρίσης και την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης προκειμένου να εξωθηθεί η Αίγυπτος σε μία κήρυξη πολέμου κατά του Ισραήλ. Η σφοδρή επιθυμία των ισραηλινών για πόλεμο γίνεται καλύτερα αντιληπτή αν ληφθεί υπόψη η αποδεδειγμένη στρατιωτική υπεροχή τους. Πράγματι, όλες οι εκτιμήσεις ξένων μυστικών υπηρεσιών σχετικά με τη μαχητική ικανότητα των αντίπαλων πλευρών συμφωνούσαν πως «το Ισραήλ θα επικρατούσε σε ένα πόλεμο εναντίον όλων των Αραβικών κρατών, όποιο κι αν χτυπούσε πρώτο, εντός εβδομάδος το πολύ». Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Lindon Johnson σε συνάντηση που είχε με τον Ισραηλινό Υπουργό Εξωτερικών Abba Eban είπε ότι «όλοι οι άνθρωποι των μυστικών μας υπηρεσιών συμφωνούν ότι εάν η Αίγυπτος επιτεθεί, θα τη συντρίψετε». Αλλά και μεταξύ των διοικητών των Ι.Α.Δ. (Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων) υπήρχε διάχυτη η πεποίθηση ότι οι Εβραίοι θα κατήγαγαν μια συντριπτική νίκη, ότι το Ισραήλ ήταν καλύτερα προετοιμασμένο και ότι «τα στρατεύματα του ήταν τεχνολογικά πιο προηγμένα» από αυτά των αντιπάλων του.

Αλλά και σε επίπεδο δυνάμεων που παρατάχθηκαν στο πεδίο της μάχης το Ισραήλ παρά το μικρό του γεωγραφικό μέγεθος και το έλλειμμα σε πληθυσμιακό δυναμικό, ουδέποτε εξαναγκάστηκε να διεξάγει μάχη με αριθμητικό μειονέκτημα κατά τη διάρκεια των έξι ημερών που διήρκεσε η σύγκρουση. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το Ισραήλ κατάφερε να κινητοποιήσει ένα σύνολο 264.000 ετοιμοπόλεμων στρατιωτών σε όλα τα μέτωπα αξιοποιώντας στο έπακρο το θεσμό των εφέδρων, έναντι 280.000 μαχητών που αριθμούσαν οι συνδυασμένες δυνάμεις Αιγύπτου (150.000), Συρίας (75.000) και Ιορδανίας (55.000).

Το τακτικό μειονέκτημα που αντιμετώπιζε η Ισραηλινή αεροπορία, διέθετε μόλις 197 μαχητικά αεροσκάφη έναντι 812 Αραβικών, ουσιαστικά εκμηδενίστηκε από την αιφνιδιαστική επιδρομή που πραγματοποίησαν οι Ισραηλινοί τον Ιούνιο του 1967 ενάντια στα καθηλωμένα αεροσκάφη της Αιγυπτιακής αεροπορίας στο Σαρμ-Ελ-Σέικ. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης, 400 αεροσκάφη καταστράφηκαν ολοσχερώς και πάνω από 100 Αιγύπτιοι πιλότοι έχασαν τη ζωή τους χωρίς καν να προλάβουν να σηκωθούν από το έδαφος. Εάν στα παραπάνω προσθέσουμε και το τραγικό επίπεδο στο οποίο βρισκόταν το αξιόμαχο του Ιορδανικού βασιλικού στρατού, ο Finkelstein χαρακτηρίζει «χίμαιρα» το Ιορδανικό μέτωπο, συνειδητοποιούμε ότι η προ1967 ισορροπία δυνάμεων μάλλον ευνοούσε το Ισραήλ και καθιστούσε τον πόλεμο μια ορθολογική επιλογή για την Ισραηλινή πολιτική ηγεσία.

Σε ό,τι αφορά την απρόκλητη επίθεση κατά της Αιγυπτιακής αεροπορίας στο Σινά, δε θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι χάρη σε αυτό το προληπτικό χτύπημα το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο του 1967. Η επίσημη δυτική ιστοριογραφία ανασκεύασε με θαυμαστή επιτυχία τα γεγονότα εκείνης της ημέρας. Είναι απορίας άξιον πώς μια επίθεση που συνιστά το ακριβές αντίγραφο του βομβαρδισμού του Περλ Χάρμπορ από τους Ιάπωνες, τον οποίο σύσσωμοι οι Δυτικοί ιστορικοί έσπευσαν να καταδικάσουν ως απρόκλητη, επιθετική ενέργεια, αναγορεύθηκε από τους ιστορικούς του 1967 σε επιβεβλημένη ενέργεια αυτοάμυνας εκ μέρους του Ισραήλ. Το στρατηγικό όφελος που αποκόμισαν οι Ισραηλινοί από την καταστροφή της Αιγυπτιακής αεροπορίας έπαιξε αποφασιστικό ρόλο για την τελική έκβαση του πολέμου, αφού τους εξασφάλισε υπεροπλία στον αέρα και τη βεβαιότητα ότι από εδώ και στο εξής οι Ισραηλινές δυνάμεις θα αγωνιζόντουσαν έχοντας τακτικό πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων τους. Οι Ισραηλινοί κέρδισαν σημαντικές μάχες του πολέμου χάρις στην κάλυψη που τους παρείχε η πολεμική αεροπορία τους κάτι στο οποίο δε μπορούσαν να υπολογίζουν οι Άραβες.

Βεβαίως είναι αλήθεια ότι της αεροπορικής επιδρομής στο Σινά προηγήθηκε η αποπομπή από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσσερ της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ (UNEF) που στάθμευε στη χερσόνησο του Σινά. Είναι επίσης αλήθεια ότι ο Νάσσερ διέταξε τη μεταφορά στρατευμάτων στα σύνορα με το Ισραήλ και απαγόρευσε τη διέλευση Ισραηλινών πλοίων από τα στενά του Τιράν. Ωστόσο, εάν το Ισραήλ επιθυμούσε πραγματικά την προστασία του από την Αιγυπτιακή επιβουλή, θα μπορούσε να είχε δεχτεί την πρόταση του τότε Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ U Thant για αναδίπλωση και αναδιάταξη της UNEF κατά μήκος της συνοριακής γραμμής του Σινά αλλά αυτή τη φορά στο έδαφος του Ισραήλ. Από εκεί η UNEF θα μπορούσε να προστατέψει εξίσου αποτελεσματικά το Ισραήλ σε περίπτωση Αιγυπτιακής επίθεσης. Μέχρι το Ισραήλ να εξαπολύσει την επίθεσή του Σινά, τα Αιγυπτιακά στρατεύματα σε καμία στιγμή δεν μετέβαλαν την αμυντική τους διάταξη. Πολλά χρόνια αργότερα ο Menachem Begin, που τον Ιούνιο του 1967 συμμετείχε στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας παραδεχόταν ότι, 

«Οι συγκεντρώσεις αιγυπτιακών δυνάμεων στις εισόδους του Σινά δεν αποδείκνυαν ότι ο Νάσσερ ετοιμαζόταν να μας επιτεθεί. Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας. Εμείς αποφασίσαμε να του επιτεθούμε». 

Όσο για το κλείσιμο των Στενών του Τιράν, ο εμπορικός αποκλεισμός που επιχειρήθηκε εναντίον του Ισραήλ ήταν αμφίβολης στρατηγικής χρησιμότητας για την Αίγυπτο. Εφαρμόστηκε κατά τρόπο αναποτελεσματικό, στόχευε στο λιμάνι της Εϊλάτ από το οποίο διαμετακομιζόταν μόλις το 5% του Ισραηλινού εμπορίου και αφορούσε πλοία με Ισραηλινή σημαία τα οποία ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν άλλες θαλάσσιες οδούς για την πραγματοποίηση των δρομολογίων τους. Το Ισραήλ αντέδρασε με ισοπεδωτική βία σε μια κίνηση του Νάσσερ εν πολλοίς συμβολική.   

Η αλήθεια είναι ότι η Αιγυπτιακή συγκέντρωση στρατευμάτων στο Σινά καθώς και το κλείσιμο των Στενών ήταν δύο κινήσεις εντυπωσιασμού στις οποίες προέβη ο Νάσσερ ως αντίποινα στις συνεχιζόμενες προκλήσεις του Ισραήλ ενάντια στη Συρία και την Ιορδανία, δύο χωρών που είχαν συνάψει συμμαχία με την Αίγυπτο. Ο στόχος των Ισραηλινών επιθέσεων κατά της Συρίας και της Ιορδανίας δεν ήταν τόσο η στρατιωτική αποδυνάμωση των δύο αυτών χωρών, αλλά η διάσπαση της Αραβικής ενότητας και ο διασυρμός της δημόσιας εικόνας του Νάσσερ ως κατ’ εξοχήν εκφραστή και πρωτοπόρου του Αραβικού εθνικισμού. Οι προκλήσεις του Ισραήλ κορυφώθηκαν με την επιδρομή στο χωριό Σαμού στην Δυτική Όχθη της Ιορδανίας. Με το πρόσχημα ότι αποτελούσε ορμητήριο των Παλαιστίνιων κομάντος στις τρομοκρατικές επιχειρήσεις που εξαπέλυαν εναντίον του Ισραήλ, ο Ισραηλινός στρατός εισέβαλε στο Ιορδανικό έδαφος, επιτέθηκε στο χωριό και κατέστρεψε μεθοδικά 125 κατοικίες, μια κλινική, ένα σχολείο και ένα εργαστήριο, σκοτώνοντας 18 Ιορδανούς στρατιώτες. Οι εφημερίδες της Ιορδανίας κατηγόρησαν τον Νάσσερ για την απραξία του και τον λοιδορούσαν για την κενή του ρητορεία. Ο Αιγύπτιος Πρόεδρος τέθηκε ενώπιον ενός πραγματικού υπαρξιακού διλήμματος: Να παραμείνει θεατής στα γεγονότα και να δει το όραμα του για ένα ενωμένο Αραβικό έθνος να διαλύεται, ή να αντιδράσει με περιορισμένο έστω τρόπο, με κίνδυνο να επισύρει την οργή του Ισραήλ και να συρθεί σε έναν πόλεμο που ήξερε πως δεν μπορούσε να κερδίσει. 

 

[i] Α. Καρύτσας, Η επινόηση του ελληνικού έθνους, Κοινωνικός Αναρχισμός, Τεύχος 2, σελ. 122.

[ii] Y. Laor, Ο Μύθος του Φιλελεύθερου Σιωνισμού (Άγρα), σσ. 144-146.

[iii] Στο ίδιο, σελ. 133. Καθαγιασμένου από την φρίκη του ολοκαυτώματος, θα προσθέταμε εμείς.

[iv] Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι το 1914 η εβραϊκή κοινότητα της Παλαιστίνης αποτελούσε το 7,6% του συνολικού πληθυσμού της περιοχής. Το 2005 η αναλογία αυτή έχει φτάσει στο 50,7% σε όλη την έκταση της Παλαιστίνης περιλαμβανόμενων των κατεχόμενων Παλαιστινιακών περιοχών αλλά και των Συριακών υψιπέδων του Γκολάν και το 79% στα κατεχόμενα από τους σιωνιστές εδάφη εντός του Ισραήλ. Στο http://israelipalestinian.procon.org/view.resource.php?resourceID=000636.  

[v] Το Ισραήλ δεν διαθέτει γραπτό σύνταγμα. Η πολιτειακή μορφή και το περιεχόμενο του κράτους καθορίζεται από τους Θεμελιώδεις Νόμους. 

[vi] Αυτό που αποκαλούμε «από-Αραβοποίηση». Ο όρος κατασκευάστηκε από τον Εβραίο ιστορικό Ίλαν Πάπε, έναν από τους πιο διάσημους διαφωνούντες ισραηλινούς διανοουμένους. Όταν λέμε από-Αραβοποίηση δεν εννοούμε τον ταυτόχρονο αφανισμό όλων των Παλαιστινίων, σαν από ατομική βόμβα. Μιλάμε για την διεξαγωγή μιας μακροχρόνιας συστηματικής εκστρατείας εθνοκάθαρσης από το Ισραήλ, ώστε να καταστεί η ζωή στην Παλαιστίνη ανυπόφορη για τους άραβες, είτε μέσω της καταστολής, είτε με στερήσεις, εκτεταμένη εξαθλίωση και μαζικές δολοφονίες, προκειμένου να αναγκαστούν να μεταναστεύσουν. Il. Pappe, The History of Israel Reconsidered , http://www.thirdworldtraveler.com/Pappe_Ilan/Hx_Israel_Reconsider_Pappe.html.

[vii] Sh. Shafie, Palestinian Refugees in Lebanon, http://www.forcedmigration.org/research-resources/expert-guides/palestinian-refugees-in-lebanon/fmo018.pdf.

[viii] W.J, Martin, The Palestinians: The Forgotten People, http://www.countercurrents.org/martin220412.htm.

[ix] Πράγματι, μόνο μέσα στο 2013 η εβραϊκή εποικιστική δραστηριότητα στα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη αυξήθηκε σε ποσοστό 70%. Στο, S. Ho, Settlement construction rate rises 70% in 2013, http://www.timesofisrael.com/settlement-construction-rate-rises-70-in-2013/.    

[x] Ενδεικτικές της χλιδής που χαρακτηρίζει του εποικιστικούς θύλακες είναι οι φωτογραφίες από τον εβραϊκό οικισμό του Μάαλε Αντουμίμ,  https://www.google.gr/search?q=maale+adumim&tbm=isch&tbo=u&source=univ&sa=X&ei=6dZcU-u_Moal0QWr7YHgBg&sqi=2&ved=0CDEQsAQ&biw=1366&bih=652#facrc=_&imgdii=_&imgrc=IoU6YsF6tnVu6M%253A%3Bd9nFkROCMTWR_M%3Bhttp%253A%252F%252F2.bp.blogspot.com%252F-YoZODgIVrY0%252FT-tELXE0FoI%252FAAAAAAAALvw%252FP5v3253BrSU%252Fs400%252FMaaleAdumim.jpg%3Bhttp%253A%252F%252Fisraeljewsjudaism.blogspot.com%252F2012%252F07%252Fterror-attack-in-maale-adumim-and-role.html%3B320%3B240.

[xi] Βλέπε για παράδειγμα την εμετική ανακοίνωση που εξέδωσε η συλλογικότητα Τέρμιναλ (η οποία κατά τη διάρκεια της ενεργοποίησης της αυτοπροσδιοριζόταν ως «ελευθεριακή») στην οποία έσπευσε να υπερασπιστεί την δολοφονία τούρκων ακτιβιστών από ισραηλινούς κομάντος στο πλοίο Μαβί Μαρμαρά, το 2012. 

[xii] Για μια εμπεριστατωμένη κριτική της Συμφωνίας του Όσλο, N. Chomsky, PowersandProspects (PlutoPress), σελ. 132-169.

[xiii] Για παράδειγμα, η αλματώδης κοινωνική άνοδος των Εβραίων της Αμερικής στα χρόνια που ακολούθησαν τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτυπώνεται ανάγλυφα στα εμπειρικά στοιχεία που παραθέτουν οι εβραίοι πολιτικοί επιστήμονες Λίπσετ και Ράαμπ στην μελέτη τους με αντικείμενο την αμερικανο-εβραϊκή κοινότητα. Στο Γ. Καραμπελιάς, Εβραίοι Εναντίον του Σιωνισμού (Εναλλακτικές Εκδόσεις), σελ. 21-23.

[xiv] Αυτή η συγγενής προς τον εθνικοσοσιαλισμό εθνοφυλετική αντίληψη και ο κοινοτιστικό μοντέλο εθνικισμού που υιοθετούσαν οι Σιωνιστές, είναι που έσπρωξε την ηγεσία του παγκόσμιου σιωνιστικού κινήματος να επιδιώξουν ενεργητικά μια πολιτική συνεργασίας με τους ναζί όπως τεκμηριώνει με την παράθεση αμέτρητων ιστορικών στοιχείων και ντοκουμέντων ο αντισιωνιστής Εβραίος συγγραφέας Λ. Μπρέννερ. Στο L. Brenner, Zionism in the Age of the Dictators, https://ia600806.us.archive.org/12/items/ZionismInTheAgeOfTheDictators/zionism-in-the-age-of-the-dictators-lenni-brenner-1983.pdf.

[xv] Adalah – The LegalCenter for Arab Minority Rights in Israel, Inequality Report: the Palestinian Arab Minority in Israel, http://adalah.org/upfiles/Christian%20Aid%20Report%20December%202010%20FINAL(1).pdf.

[xvi] Adalah, New Discriminatory Laws and Bills in Israel, http://adalah.org/upfiles/2011/New_Discriminatory_Laws.pdf.

[xvii] R. Tekiner, Jewish Nationality Status as the Basis for Institutionalized Racial Discrimination in Israel¸ Middle East Policy Council, http://mepc.org/journal/middle-east-policy-archives/jewish-nationality-status-basis-institutionalized-racial-discrimination-israel?print.

[xviii] Knesset passes racist law barring family unification of Palestinians married to Israeli citizens, http://electronicintifada.net/content/knesset-passes-racist-law-barring-family-unification-palestinians-married-israeli-citizens

[xix] «House-niggers» αποκαλούσε τους νέγρους ηγέτες που υιοθετούσαν μια συμφιλιωτική, κατευναστική γραμμή απέναντι στο σύστημα και τις λευκές ελίτ το κίνημα της Μαύρης Δύναμης στις Η.Π.Α. την δεκαετία του 60.

[xx] http://en.wikipedia.org/wiki/Elections_in_Israel

Advertisements