Σημειώσεις για τον δημοκρατικό ορθολογισμό

anarchy-alain-guiguet

Ο δημοκρατικός ορθολογισμός ως μέσον αυτοθέσμισης της κοινωνίας

Μια αναρχική ερμηνεία της αυτονομίας που προσεγγίζει τον ορισμό του δημοκρατικού ορθολογισμού μπορεί να βρεθεί στα έργα του Μπακούνιν, ο οποίος είχε περιγράψει τον δικό του ορισμό για την πνευματική ελευθερία ως εξής: «Απεναντίας, αυτό που εμποδίζει την ελευθερία μου είναι η υποδούλωση των ανθρώπων ή, για να πούμε το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια, η ζωικότητα τους είναι μια άρνηση της ανθρωπινότητας μου γιατί, το ξαναλέω, δεν μπορώ να πω πως είμαι αληθινά ελεύθερος παρά μόνο στο μέτρο που η ελευθερία μου, ή μ’ άλλα λόγια, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μου, το ανθρώπινο δικαίωμα μου, που συνίσταται στο να μην υπακούω σε κανέναν άλλον άνθρωπο και στο να καθορίζω τις πράξεις μου μόνο σε συμφωνία με τις πεποιθήσεις μου, που τις αντανακλούν οι εξίσου ελεύθερες με την δική μου συνειδήσεις ολονών, επανέρχονται σε μένα επιβεβαιωμένες απ’ την επιδοκιμασία όλων των άλλων ανθρώπων».i Η καταφυγή στο κριτήριο της συλλογικής ευφυΐας της κοινότητας, όπως αυτή εκδηλώνεται στο πλαίσιο μιας αυτόνομης μορφής κοινωνικής οργάνωσης, ως μοναδικό αποδεκτό μέτρο για την θέσπιση ενός κανονιστικού πλαισίου για την κοινωνική συμβίωση, συνιστά την πυρηνική έννοια του δημοκρατικού ορθολογισμού. Γίνεται αντιληπτό εδώ ότι ουδεμία σχέση υπάρχει ανάμεσα στον παραδοσιακό «αντικειμενικό» ορθολογισμό που είχε καταγγείλει παλαιότερα ο Ζωρζ Σορέλ ως βαθύτατα εξουσιαστικόii και στην εποχή μας βρίσκεται σε υποχώρηση σε όλα τα πεδία από τις φυσικές επιστήμες μέχρι την φιλοσοφία, και τον δημοκρατικό ορθολογισμό ο οποίος έχει μια πνευματική διάσταση, ως ένα συνεκτικό σύστημα διανοητικών αρχών για την άντληση γνώσεων, όσο και μια πολιτική διάσταση, ως μια δυναμική διαδικασία συλλογικού αυτοκαθορισμού μιας κοινότητας κοινωνικών ατόμων. Άλλωστε, η αρχή της διυποκειμενικότητας, δηλαδή του βαθμού αποδοχής του οποίου τυγχάνει μια άποψη από τα μέλη μιας συνέλευσης έπειτα από ελεύθερη διαβούλευση, αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα λειτουργίας ενός πολιτικού σώματος που δρα και συναποφασίζει στην βάση του δημοκρατικού ορθολογισμού και δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί χωρίς την προηγούμενη εξάλειψη των ταξικών διακρίσεων και την ισοκατανομή όλων των μορφών δύναμης. Είναι η ιεραρχική διαστρωμάτωση της ετερόνομης κοινωνίας και η ύπαρξη διαφορετικών οπτικών ανάλογα με την κοινωνική τάξη που ανήκει ο καθένας, που εμποδίζουν την διατύπωση μιας σειράς, όχι από «αντικειμενικά» συμπεράσματα γύρω από την φύση της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά απόψεων που να περιβάλλονται με τον ίδιο βαθμό διυποκειμενικότητας όπως αυτές που εκφράζονται στη σφαίρα των φυσικών επιστημών. Συνεπώς, δεν νοείται δημοκρατικός ορθολογισμός χωρίς το πολιτικό του συμπλήρωμα, με την μορφή ενός προτάγματος καθολικής ανατροπής των ετερόνομων θεσμών του συστήματος και αντικατάστασης τους από αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς ισοκατανομής της δύναμης σε όλα τα επίπεδα.

Παρά το γεγονός ότι το αναρχικό κίνημα βρίσκεται σε φάση εσωτερικής αναδιοργάνωσης, με τις διαδικασίες για ομοσπονδιοποίηση ενός μέρους του να βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, η ανάπτυξη ενός καθολικού προτάγματος για τον κοινωνικό μετασχηματισμό σε ελευθεριακά πρότυπα παραμένει ακόμη ένα ζητούμενο και λίγες είναι οι αναρχικές συνελεύσεις που λειτουργούν σε αυτήν την βάση. Τα παράγωγα της εσωστρέφειας των μονοθεματικών αναρχικών συνελεύσεων αναπαράγονται κατά την γνώμη μας στο ιδεολογικό επίπεδο, στον βαθμό που οι αποφάσεις της συνέλευσης δεν λαμβάνονται με βάση μια διαδικασία διαβούλευσης, επαλήθευσης και αξιολόγησης της κάθε άποψης που έχει τα θεμέλια της στον δημοκρατικό ορθολογισμό – τη διατύπωση λογικά συνεκτικών προτάσεων που να είναι συμβατές με τα δεδομένα των αισθήσεων και που θεμελιώνονται στη δημοκρατία ως διαδικασία και δομή αυτοθέσμισης της κοινωνίας – αλλά επαφίεται στην οικειοποίηση της ετερότητας του κάθε συντρόφου προκειμένου να φτάσει στη λήψη μιας συλλογικής απόφασης. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σημασία της αλληλοκατανόησης και της οικειοποίησης της ετερότητας ως εργαλείου για την ανάπτυξη μιας αίσθησης συντροφικότητας μέσα στη συνέλευση, θεωρούμε πως στον βαθμό που μια τέτοια αντίληψη οδηγεί αναπόφευκτα στην ανάγκη για ομοφωνία, δεν ενθαρρύνει την συνδιαμόρφωση και δεν δημιουργεί μια ευρύτερη απελευθερωτική ηθική, η οποία συμβαδίζει με την υιοθέτηση του δημοκρατικού ορθολογισμού. Αντίθετα, ενθαρρύνει την ατομιστική οχύρωση των συμμετεχόντων πίσω από την δική τους άποψη και καλλιεργεί εγωιστικές συμπεριφορές και μια τάση για αυθαίρετη προσβολή των αποφάσεων της συνέλευσης από μεμονωμένα μέλη στη βάση μη-συμφωνημένων κριτηρίων, παραδοχών και ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας. Κι εξηγούμαστε. Αν οι τοποθετήσεις αξιολογούνται σύμφωνα με τις πρότερες ατομικές εμπειρίες και τα προσωπικά βιώματα του καθενός και δεν αξιολογούνται στην βάση μιας από κοινού συμφωνημένης μεθόδου και διαδικασίας που περιλαμβάνει ρητά διατυπωμένα κριτήρια τα οποία όλοι οι συμμετέχοντες υιοθετούν ως αναγκαία για την διαμόρφωση της δικής τους συλλογικής «αλήθειας», τότε οδηγούμαστε σχεδόν αναπόφευκτα σε έναν «γενικευμένο σχετικισμό». Έτσι, αν όλες οι βιωματικές εμπειρίες είναι εξορισμού αποδεκτές χωρίς να εξετάζεται η συμβατότητα τους με τα κριτήρια π.χ. του ορθού λόγου και των δεδομένων των αισθήσεων, τότε όλες οι εμπειρίες, ανορθολογικές ή μη, είναι εξορισμού αποδεκτές (ως και οι εμπειρίες π.χ. ενός «αναγεννημένου Χριστιανού», ενός μαρξιστή που πιστεύει στην νομοτέλεια της Ιστορίας, κλπ.) αφού αυτό που τίθεται σε συλλογική διαβούλευση και δοκιμασία δεν είναι η συμβατότητα ενός επιχειρήματος με τον Λόγο, αλλά το κατά πόσο μια άποψη απορρέει από ένα προσωπικό – βιωματικό υπόβαθρο. Ωστόσο, η συμβατότητα της κάθε άποψης με τα ορθολογικά κριτήρια είναι απαραίτητο συστατικό της πνευματικής ελευθερίας της συνέλευσης, αφού κάθε ανορθολογική δοξασία και κλειστό θεωρητικό δόγμα περιέχει έναν φιλοσοφικό πυρήνα που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης και ελεύθερης διαβούλευσης από τα μέλη μιας δημοκρατικής συνέλευσης. Έτσι η συνέλευση δεν είναι ελεύθερη να δημιουργήσει την δική της, ανοικτή αλήθεια, αλλά αναγκάζεται να υποκύψει σε ετερόνομες απόψεις και αντιλήψεις μόνο και μόνο επειδή έχουν «βιωματικό» χαρακτήρα. Έτσι ακυρώνεται στην πράξη η ισοκατανομή της πολιτικής δύναμης, αφού η αποδοχή ανορθολογικών απόψεων και δοξασιών που προκύπτει αναπόφευκτα από την έλλειψη μιας από κοινού δημοκρατικής ορθολογικής διαδικασίας αξιολόγησης των απόψεων που τίθενται υπό επεξεργασία, ουσιαστικά εμπεριέχει την άρνηση του δικαιώματος του κάθε μέλους της συνέλευσης να μετέχει ενεργά και να διαβουλεύεται γύρω από την διαμόρφωση της κοινής συλλογικής αλήθειας, του κοινού της δηλαδή «παραδείγματος». Επιπλέον, χωρίς την θέσμιση μιας από κοινού διαδικασίας συνδιαλλαγής και λογοδοσίας μεταξύ των μελών (δύο διαστάσεις που είναι αλληλένδετες), δεν μπορεί να αποτραπεί η κατάχρηση του δικαιώματος για προσβολή των αποφάσεων της συνέλευσης και επαναφορά τους για συζήτηση, αφού η διαφωνία δεν χρειάζεται να θεμελιωθεί και να τεκμηριωθεί σε κάποια βάση που είναι αμοιβαία αποδεκτή από όλα τα μέλη της συνέλευσης, αλλά στις προσωπικές επιθυμίες και τις εγωιστικές παρορμήσεις του κάθε μέλους μεμονωμένα. Όμως, γιατί πρέπει να γίνει σεβαστή μια θέση της μειοψηφίας όταν μοναδικό κριτήριο συνδιαμόρφωσης της κοινής αλήθειας είναι η συμβατότητα μιας άποψης με την κοινά συμφωνημένη μέθοδο του δημοκρατικού ορθολογισμού, βάσει του οποίου μοναδικό κριτήριο του βαθμού ορθότητας μιας άποψης είναι ο βαθμός διυποκειμενικότητας της, δηλαδή ο βαθμός εθελούσιας αποδοχής της μετά λόγου γνώσης από μια πλειοψηφία ελεύθερα σκεπτόμενων ατόμων που πείστηκαν από αυτή; Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, για την ορθότητα της αλήθειας μιας συνέλευσης δεν υπάρχει άλλο κριτήριο από την αποδοχή της οποίας τυγχάνει από τα ελεύθερα σκεπτόμενα μέλη της. Συνεπώς, η άρνηση που δεν συνοδεύεται από ορθολογική τεκμηρίωση με οδηγό το ρητό στόχο της συνέλευσης ως δομής και διαδικασίας κοινωνικής αυτοθέσμισης είναι εγωιστική και στείρα, αφού καταπατά τη συμφωνία που έχει γίνει εξαρχής για την διαδικασία και τις θεμελιακές προϋποθέσεις της από κοινού λήψης αποφάσεων που κατοχυρώνει την υπόσταση της συνέλευσης ως πολιτικού σώματος. Μόνο σε αυτή τη βάση έχει νόημα το δικαίωμα προσβολής των αποφάσεων της συνέλευσης από τα μέλη της και δεν κινδυνεύει να εκφυλιστεί από θεσμός ρητής αυτοθέσμισης της κοινωνίας, σε όργανο παρακώλυσης και υπονόμευσης της αυτοκυβέρνησης των πολιτών.

Υπερβατικές “αλήθειες” και αυτόνομη κοινωνία

Αναφορικά με την διαίσθηση, το ένστικτο, τις ορμέμφυτες τάσεις ως πηγή γνώσης και θεμελίωσης ενός συνεκτικού συστήματος ιδεών, η θεμελιώδης ασυμβατότητα τους με μια αυτόνομη κοινωνία δεν έγκειται τόσο στο περιεχόμενο μιας ανορθολογικής δοξασίας, αλλά πρωτίστως στην εξορισμού εξατομικευμένη διάσταση της κεντρικής «αλήθειας» της. Σε αντίθεση με μια ορθολογική αντίληψη η οποία μόλις εξωτερικευτεί από το υποκείμενο που την κυοφορεί μπορεί να μεταδοθεί στα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας, να γίνει κτήμα της και να τεθεί προς συλλογική επεξεργασία μέσω της χρήσης των συλλογικά κατεχόμενων εργαλείων της σκέψης και της νόησης, η διαίσθηση ή το ένστικτο δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να το οικειοποιηθεί η κοινότητα και να το μετατρέψει σε δημόσιο αγαθό με την χρήση της κοινής γλώσσας της, του Λόγου. Ακόμη κι αν μπορέσουμε να μεταδώσουμε μια διαισθητική “αλήθεια” στον συνάνθρωπο μας, αυτός δεν θα είναι σε θέση να αποφανθεί περί της εγκυρότητας μιας τέτοιας εμπειρίας αφού το βιωματικό υπόβαθρο από το οποίο απορρέει η “αλήθεια” αυτή είναι αυστηρά προσωπικό και υπό αυτήν την έννοια αμετάθετο. Συνακόλουθα, η διαίσθηση, το ένστικτο, η εξ αποκαλύψεως αλήθεια, τα αποκρυφιστικά οράματα δεν επιδέχονται συλλογική διαβούλευση, αξιολόγηση κι ερμηνεία. Λόγω του έμφυτα εσωστρεφούς χαρακτήρα τους δεν μπορούν να γίνουν κτήμα μιας κοινότητας, ούτε να αποτελέσουν δημόσιο αγαθό. Μπορούν μόνο να εμπνεύσουν φανατικούς οπαδούς (π.χ. η περίπτωση των οπαδών της Ιωάννας της Λορένης), οι οποίοι ωστόσο έχουν ήδη υποκύψει σε ένα καθεστώς διανοητικής ετερονομίας, εκχωρώντας σε μια εξωτερική από τους ίδιους πηγή την δύναμη που διαμορφώνει τους βασικούς νόμους και κανόνες σύμφωνα με τους οποίους καθορίζεται η συμπεριφορά τους. Ή επίσης μπορεί να επιβληθεί έξωθεν σε όσους αρνούνται να πειστούν, με μια ωμή πράξη βίαιου καταναγκασμού (π.χ. φασισμός, ναζισμός). Με άλλα λόγια, κατά την άποψη μας δεν έχει σημασία αν το περιεχόμενο της μη-ορθολογικής αλήθειας περιλαμβάνει αρχές όπως η ισότητα, ή η κοινωνική δικαιοσύνη (π.χ. η θρησκευτική αίρεση των “Καθαρών” του Μεσαίωνα), ούτε είμαστε υποχρεωμένοι εδώ να ασχοληθούμε με έναν συγκεκριμένο τρόπο ερμηνείας των ιερών θρησκευτικών κειμένων (π.χ. θεολογία της Απελευθέρωσης ενάντια στο “επίσημο δόγμα” της Καθολικής Εκκλησίας). Κι αυτό παρά το γεγονός ότι σημαντικοί ελευθεριακοί στοχαστές όπως ο Ραούλ Βάνεγκεμ έχουν επιχειρήσει να αποκαταστήσουν τις σχέσεις του αναρχισμού με τον ανορθολογισμό, κυρίως μέσω μιας επαναξιολόγησης του ιστορικού ρόλου των πάσης φύσεως θρησκευτικών αιρέσεων της ύστερης αρχαιότητας ή του μεσαίωνα, ως κινημάτων αντίστασης στον κατεστημένο Χριστιανισμό, ή ακόμη και ως κινήματα με πρωτόλειο αναρχικό περιεχόμενο.iii Παρόλα αυτά, εκείνο που έχει σημασία κατά την άποψη μας από την σκοπιά της αυτονομίας, δεν είναι το γεγονός ότι τα εν λόγω κινήματα μπόρεσαν σε κάποια φάση της ιστορικής τους εξέλιξης να στοιχειοθετήσουν μια υπαρκτή απειλή για την εκκλησία ως θεσμό κυριαρχίας, ή ότι λειτούργησαν ως φορείς εξισωτικών σχέσεων στο επίπεδο της κατανομής του κοινωνικού πλούτου. Από την σκοπιά της αυτονομίας, κατά την άποψη μας έχει σημασία πρωτίστως ότι ο ίδιος ο ατομικιστικός χαρακτήρας της ανορθολογικής αντίληψης ως πηγής γνώσης, υπονομεύει την θεμελίωση της δημοκρατικής κοινότητας σε μια κοινή γλώσσα, όπου όλες οι ιδέες και οι πεποιθήσεις μπορούν να εκφραστούν δημόσια και έτσι να γίνουν τμήμα του δημόσιου χώρου. Με αυτόν τον τρόπο, οι μυστικιστικές αντιλήψεις δύναται να εξελιχθούν σε μήτρα νέων ιεραρχιών και σε πηγή μιας νέας συγκέντρωσης εξουσίας / δύναμης, αφού ο φορέας τους τοποθετείται έξω και πέρα από τη σφαίρα του εκατέρωθεν “λόγον διδόναι”, την αμοιβαία δέσμευση για λογοδοσία που ουσιαστικά συνιστά τον συνεκτικό δεσμό της αυτόνομης κοινότητας. Αναμφίβολα, δεν συνιστά ιστορικό ατύχημα το γεγονός ότι η εκάστοτε θεσμοποιημένη ετερόνομη πολιτική εξουσία υποστηριζόταν πάντα στο επίπεδο της ιδεολογίας από κλειστά συστήματα ιδεών, δηλαδή από εξίσου ετερόνομα κοινωνικά παραδείγματα.

Περί λογικής και συναισθημάτων

Σύμφωνα με τα τελευταία ευρήματα της επιστήμης της νευροφυσιολογίας, οι συναισθηματικές αντιδράσεις του ανθρώπου ελέγχονται από εκείνα τα τμήματα του εγκεφάλου που αποτελούν μέρος της προϊστορικής εγκεφαλικής υποδομής του ανθρώπινου γένους. Από την άλλη, οι νοητικές λειτουργίες ελέγχονται από κέντρα του εγκεφάλου που αναπτύχθηκαν σε ένα μεταγενέστερο στάδιο της βιολογικής εξέλιξης του ανθρώπου και είναι αυτά που, κατά βάση, μας έχουν καταστήσει ικανούς να ανέλθουμε σε ένα υψηλότερο επίπεδο εξέλιξης από τα υπόλοιπα είδη που ανήκουν στο ζωικό βασίλειο. Χάρη στην ύπαρξη του έσω προμετωπιαίου φλοιού μπορέσαμε ως είδος να επιδοθούμε σε ευγενείς πολιτισμικές δραστηριότητες και να καλλιεργήσουμε την τέχνη, την επιστήμη, την φιλοσοφία. Η κυριαρχία της αμυγδαλής (κέντρου επεξεργασίας των συναισθημάτων) οδηγεί σε παρορμητικές, “άλογες” συμπεριφορές, δηλαδή σε συμπεριφορές που δεν υπόκεινται στην μετριαστική, πραγματιστική επίδραση της νόησης.iv Χρειάζεται η παρεμβολή των τμημάτων του εγκεφάλου στα οποία έχει την αφετηρία της η διανοητική διεργασία για να μπορέσει η συμπεριφορά του ανθρώπου να αποκτήσει κοινωνικά χαρακτηριστικά, να μετατραπεί από τυφλή παρόρμηση σε διάθεση για ανταλλαγή εμπειριών, αυτοσυγκράτηση, συνδιαλλαγή, επικοινωνία. Επιπλέον, χρειάζεται η μεσολάβηση των νοητικών λειτουργιών προκειμένου το συναίσθημα να μετατραπεί σε κινητήρια δύναμη της έλλογης δράσης. Η σύγχρονη νευροφυσιολογία αποδεικνύει την ενιαία προέλευση της λογικής και των συναισθημάτων και θέτει ένα τέλος στον δυϊσμό ανάμεσα στο μυαλό και την καρδιά που εδώ και αιώνες κατακερματίζει την ανθρωπινότητα μας. Όλες οι φαινομενικά αντιτιθέμενες λειτουργίες που διαμορφώνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά ανάγονται στις χημικές αντιδράσεις του βιολογικού οργάνου που ονομάζουμε εγκέφαλο και δεν βρίσκονται σε σύγκρουση η μία με την άλλη, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Ωστόσο, σε αυτήν τη δημιουργική συνύπαρξη η νόηση έχει τον τελευταίο λόγο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το στείρο συναίσθημα όπως η συμπάθεια, η αλληλεγγύη, η θλίψη ουσιαστικά προϋποθέτουν την ύπαρξη της αδικίας, της συμφοράς και των πάσης φύσεως δεινών προκειμένου να εκδηλωθούν. Αυτό άλλωστε ήταν και το βασικό επιχείρημα που επιστράτευσαν οι θεολόγοι όλων των συνομοταξιών για να εξηγήσουν ικανοποιητικά την ύπαρξη του κακού σε έναν κόσμο που σύμφωνα με τη θρησκευτική μυθολογία έχει δημιουργηθεί από έναν πανάγαθο, ελεήμονα και συνάμα παντοδύναμο Θεό.v Από την άλλη, η εξάλειψη εκείνων των δυσάρεστων καταστάσεων που συνεπάγονται την επίδειξη αλληλεγγύης από μέρους μας, είναι απαραίτητο να γίνει μέσω της νόησης, η οποία θα αναζητήσει τα κοινωνικά αίτια που διαιωνίζουν αυτές τις καταστάσεις και θα δοκιμάσει τρόπους προκειμένου να τα καταργήσει. Ενώ η συναισθηματική φόρτιση μπορεί να οδηγήσει σε αντανακλαστικές ή ενστικτώδικες αποκρίσεις σε μια δεδομένη κατάσταση (π.χ. φιλανθρωπία σε έναν ζητιάνο, αυτοθυσία για να σωθεί ένα παιδί από πνιγμό, κλπ.), η πρόληψη και αποφυγή τέτοιων καταστάσεων απαιτεί μακρόπνοο όραμα και σχεδιασμό που μπορεί να γίνει μόνο μέσω της προσφυγής στον λογικό τρόπο σκέψης. Υπό αυτήν την έννοια, τα συναισθήματα είναι ο βιολογικός εξοπλισμός που διαθέτουμε για να συλλαμβάνουμε και να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα, ενώ η νόηση είναι ο εξοπλισμός που έχουμε για να επιδρούμε πάνω στις συνθήκες αυτής και να την αλλάζουμε.

Εξάλλου, αν μιλάμε για το συναίσθημα σαν βάση για μια αδελφική ανθρώπινη κοινωνία του μέλλοντος, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε ως αρχετυπικό παράδειγμα ανιδιοτελούς αγάπης την σχέση που έχει ένας γονιός με το παιδί του. Το συναίσθημα της απόλυτης αφοσίωσης που φτάνει μέχρι και στην αυταπάρνηση ή την αυτοθυσία που μπορεί να επιδείξει μια μητέρα προκειμένου να σώσει το παιδί της από κάποια βέβαιη κακοτυχία, έχει ωστόσο και την σκοτεινή πλευρά του που ενδέχεται να οδηγήσει σε βάναυσες και αυταρχικές συμπεριφορές που στρέφονται σε βάρος του παιδιού.vi Η απόλυτη εξουσία που ασκεί η γονεϊκή φιγούρα απορρέει από την «ανώτερη γνώση» του γονέα, δηλαδή την πεποίθηση ότι ο γονέας είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα από το ίδιο το παιδί τι είναι προς όφελος του σε κάθε περίπτωση, και από μια αντίληψη ιδιοκτησίας που οφείλεται στην κατάσταση του παιδιού ως καθολικά εξαρτημένου μέλους της οικογένειας. Δεν είναι τυχαίο ότι η ανισότητα ανάμεσα στην συσσωρευμένη εμπειρία που μαζί με την ικανότητα για λογική επεξεργασία μεταφράζεται στην υποτιθέμενη γνώση που κατέχει ο γονέας και που λόγω ηλικίας δεν μπορεί να κατέχει το παιδί, συνιστά το σημείο εκκίνησης κάθε ετερόνομης ιδεολογίας και κάθε αντιδραστικής πολιτικής θεωρίας. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η επιστημολογία του σύγχρονου κοινωνικού συντηρητισμού ξεκινά με την βιβλική φράση που φέρεται να πρόφερε ο Ιησούς Χριστός την στιγμή που βρισκόταν πάνω στον σταυρό, «πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Αυτή η φαινομενική ανικανότητα του ανθρώπινου γένους να κατευθύνει συνειδητά τις πράξεις του μέσω της σφαλερής διάνοιας του, το αιώνιο χάσμα που ανακύπτει ανάμεσα στους λογικούς σκοπούς της αναληφθείσας δράσης και στο τελικό αποτέλεσμα, η κατακερματισμένη αντίληψη που ο άνθρωπος έχει για την ύπαρξη, αντιπαραβάλλεται με το πάνσοφο και πανάγαθο μυθικό ον που κατέχει την αλήθεια και την αδιαμφισβήτητη πνευματική εξουσία και που είναι σε θέση να καθοδηγήσει ορθά την ανθρωπότητα. Μην φανταστεί κανείς ωστόσο ότι η αποστολή του είναι να δημιουργήσει τις συνθήκες για μια ευτυχισμένη συνύπαρξη ανάμεσα στους ανθρώπους εδώ στη γη. Στον βαθμό που οι αντιπρόσωποι του υπέρτατου όντος καταγίνονται με τις προϋποθέσεις για την επίτευξη της «καλής ζωής» και δεν ασχολούνται μόνο με την μετά θάνατον «λύτρωση» της ανθρώπινης ψυχής, αυτές μπορούν να εκπληρωθούν μόνο μέσω της επιβολής της πιο απόλυτης και αυταρχικής μονοκρατορίας του «ουράνιου ηγεμόνα» πάνω στις ανθρώπινες υποθέσεις. Έτσι, η ειρήνη θα βασιλεύσει στην γη, μόνο όταν το σύνολο της ανθρωπότητας υποκλιθεί στην ανωτερότητα της «δικής μας» θρησκευτικής πίστης και σπεύσει να δηλώσει γονυπετής μετάνοια, αφοσίωση και υποταγή. Η ασφάλεια και η αρμονία επιτυγχάνονται έτσι με τίμημα την καθολική παράδοση της ελευθερίας της σκέψης και της δράσης. Φυσικά, οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν συνεπάγονται ότι οι επιμέρους διαφορές στην εμπειρία, την μόρφωση ή την διανοητική καλλιέργεια δεν συνεπάγονται διαφορές στην ικανότητα κρίσης ανάμεσα στους ανθρώπους. Έτσι, ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά υπάρχει σίγουρα μια ανισομέρεια στο επίπεδο των γνώσεων και στην ικανότητα κατανόησης των φαινομένων που εξορισμού καθιστά στους γονείς υπεύθυνους για την ορθή καθοδήγηση των παιδιών τους. Ωστόσο, ο ρόλος του γονέα δεν έγκειται στην αναπαραγωγή μιας σχέσης νοητικής εξάρτησης με το παιδί του βάσει της οποίας ο διαχωρισμός αυτός θα διαιωνίζεται και θα συντηρείται επ’ αόριστον, αλλά ακριβώς στη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών που θα καταστήσουν εφικτό τον απογαλακτισμό του παιδιού από την πατρική / μητρική εξουσία μέσω της ικανότητας του να δρα ως αυτόνομο υποκείμενο, μέσα από την ανάπτυξη μιας ανεξάρτητης σκέψης και νόησης. Πρόκειται ουσιαστικά για την διαφορά ανάμεσα στην μέθοδο του Σωκράτη και σε αυτή του Ιησού στην οποία αναφέρθηκε ο μεγάλος αναρχικός φιλόσοφος Μάρραιη Μπούκτσιν.vii Ενώ ο Σωκράτης είχε ως στόχο της διδασκαλίας του την διανοητική εκγύμναση των συμπολιτών του προκειμένου να μάθουν να πράττουν ως κοινωνικά όντα με συναίσθηση της προσωπικής τους ευθύνης και να διάγουν τον βίο τους ως ελεύθεροι στοχαστές, ο Ιησούς και οι μαθητές του περιορίστηκαν στην μονόπλευρη μετάδοση εντολών που βασίζονταν σε ένα «από τα πάνω» δοσμένο, τελειοποιημένο σύστημα ηθικών κανόνων που δεν επιδέχεται βελτίωσης ή τροποποίησης. Ο Σωκράτης απέβλεπε στην απεριόριστη αμφισβήτηση και την αμείλικτη υπονόμευση του κύρους κάθε αυθεντίας μέσω της φιλοσοφικής μεθόδου. Από την άλλη, ο Ιησούς απέβλεπε στην εσωτερίκευση ενός δεδομένου αξιακού συστήματος που οδηγεί σε μια δουλική συμμόρφωση σε άνωθεν προσταγές.viii Προκειμένου να διευρύνουμε τα συναισθήματα αλληλεγγύης και προσωπικής αυταπάρνησης πέρα από τα στενά όρια της οικογένειας και να τα αποκόψουμε από τη σχέση τους με τους ιδιοκτησιακούς, πατριαρχικούς δεσμούς που θεμελιώνονται στην διανοητική ετερονομία, στην οικονομική εξάρτηση και στο αίμα, χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από την ικανότητα να συναισθανόμαστε. Έχουμε ανάγκη από την μεσολάβηση της νόησης, από τις διεργασίες της λογικής που θα μας καταδείξουν τους λόγους για τους οποίους άνθρωποι που δεν σχετίζονται με εμάς με μια εξ αίματος συγγένεια, αξίζουν παρόλα αυτά να γίνουν αποδέκτες εκείνων των ευγενών συναισθημάτων και να σχηματίσουν μια κοινότητα που σε μεγάλο βαθμό θα έχει την όψη μιας διευρυμένης κοινότητας φίλων, μιας οικογένειας που θα απαρτίζεται από ίσους χωρίς την μεσολάβηση κανενός είδους φυλετικού δεσμού. Πράγματι, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η τελευταία κοινωνία που δοκίμασε να συνθέσει μια πολιτική κοινότητα στην βάση της εξ’ αίματος συγγένειας των μελών της, απαλλαγμένη από κάθε ορθολογιστική έννοια και δοσμένη ολοκληρωτικά στις παρορμήσεις της διαίσθησης και στα πιο στοιχειακά ένστικτα του ανθρώπου, είχε για λάβαρο της την σβάστικα και κόστισε στο ανθρώπινο γένος εξήντα εκατομμύρια νεκρούς.

Υλισμός και διυποκειμενικότητα

Αν δεν υπάρχει μια αντικειμενική, υλική πραγματικότητα πίσω από την υποκειμενική αντίληψη του καθενός, τότε η όποια “αλήθεια” που μπορούμε να αναζητήσουμε κρύβεται πίσω από το άθροισμα των υποκειμενικών μας αντιλήψεων. Από την άλλη, αν υπάρχουν πολλές διαφορετικές υποκειμενικές ερμηνείες μιας δεδομένης κατάστασης, τίθεται το ερώτημα ποια είναι αυτή η κατάσταση και αν τελικά έχουμε πρόσβαση σε αυτήν μέσω των αισθήσεων. Πράγμα που σημαίνει ότι ουσιαστικά επανερχόμαστε στο ερώτημα για την ύπαρξη μιας ενιαίας πραγματικότητας που έχει αντικειμενική, υλική υπόσταση και απλώς γίνεται αντιληπτή από εμάς με υποκειμενικό τρόπο. Ωστόσο, ο ακραίος υποκειμενισμός των κλασικών ιδεαλιστών που ισχυρίζονταν ότι δεν έχουμε κανέναν λόγο να υποθέσουμε την ύπαρξη μιας οντότητας πέρα και έξω από αυτή που διαμορφώνεται μέσα στο πλαίσιο των ίδιων των νοητικών μας ικανοτήτων, “μέσα στο μυαλό” μας δηλαδή, δεν ωφελεί σε τίποτα την έρευνα μας γύρω από την φύση της πραγματικότητας.ix Αν τα πράγματα ήταν έτσι, τότε ο καθένας από εμάς δεν θα αντιλαμβανόταν μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας πραγματικότητας, κάτι που ορίζεται από τις γενικές παραμέτρους της ανθρώπινης εμπειρίας (π.χ. βρίσκομαι στο μπακάλικο και ψωνίζω, εμπειρία που παρά τις επιμέρους διαφορές είναι κοινή τόσο για εμένα όσο και για τον μπακάλη), αλλά θα ζούσαμε όλοι μέσα σε μια διαρκή ονειρική κατάσταση, όπου κατά κύριο λόγο θα βασίλευε η μοναξιά και μια απέραντη σιωπή. Με άλλα λόγια, σε μια ακραία υποκειμενική εκδοχή της πραγματικότητας η συνάντηση μας με άλλα ανθρώπινα όντα θα ήταν ένα σπάνιο και αλλόκοτο συμβάν, η εξαίρεση και όχι ο κανόνας της κοινωνικής ζωής μιας και θα απουσίαζε η κοινή συνισταμένη της αμοιβαία βιωμένης εμπειρίας. Στην απέραντη ερημιά του ονείρου δεν θα είχαμε επίγνωση της ύπαρξης άλλων ανθρώπινων όντων, ούτε κάποια συναίσθηση της αλληλεπίδρασης μαζί τους. Θα ήμασταν μόνοι σε ένα άπειρο σύμπαν που θα απαρτιζόταν από εξόριστες και κατακερματισμένες υπάρξεις. Αποκομμένες μονάδες που η μία θα περνούσε ξυστά δίπλα από την άλλη, χωρίς ωστόσο να είμαστε ικανοί να αντιληφθούμε την παρουσία τους. Υπό αυτή την έννοια, το θεμέλιο της κοινωνικής ζωής έγκειται στην αρχή της διυποκειμενικότητας, δηλαδή στην ικανότητα που έχουμε να αναγνωρίζουμε την ύπαρξη των άλλων ανθρώπινων όντων και να ενσωματώνουμε την γνώμη τους στην διαδικασία κατά την οποία διαμορφώνουμε τις δικές μας απόψεις. Δίχως αυτή την ικανότητα να καταλήγουμε σε κοινά συμπεράσματα περί της φύσης και του περιεχομένου της αλληλουχίας των συμβάντων που συνθέτουν αυτό που αποκαλούμε “οργανωμένο κοινωνικό βίο”, η ύπαρξη του ίδιου του οργανωμένου κοινωνικού βίου δεν θα ήταν ποτέ εφικτή. Η λογική, όπως αυτή λειτουργεί κι εκδηλώνεται μέσα στο πλαίσιο του δημοκρατικού ορθολογισμού, είναι το μέσον χάρη στο οποίο η αμοιβαία αυτή συμφωνία είναι δυνατή. Αποτελεί τον δρόμο που πρέπει να διατρέξουμε προκειμένου να διαμορφώσουμε τη συλλογική μας αλήθεια. Ωστόσο, η λογική είναι μονάχα ένα εργαλείο που επιπλέον έχει ανάγκη από τη θέσμιση ενός πλέγματος ειδικών κοινωνικών σχέσεων, δομών και συνθηκών για να μπορέσει να επιτελέσει τον λυτρωτικό της ρόλο. Για να μπορέσει να λειτουργήσει με τον τρόπο της πραγματικά «οριζόντιας» επικοινωνίας, όπως την αντιλαμβάνεται ο Χάμπερμας στο φιλοσοφικό του έργο. Η δυνατότητα επίτευξης της διυποκειμενικότητας εξορισμού προϋποθέτει ένα υπόβαθρο, έναν κοινό τόπο, αυτόν της υλικής φύσης της πραγματικότητας. Η ίδια η ετερογένεια των αντιλήψεων συνιστά την ισχυρότερη απόδειξη που αποδεικνύει την απροσμάχητη επίδραση που ασκούν οι υλικές συνθήκες της κοινωνικής ύπαρξης, πάνω στο μυαλό και τις διανοητικές διαδικασίες του ατόμου. Θα μπορούσε κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι ακόμη και η κβαντοφυσική που σήμερα θεωρείται ότι με τις ανακαλύψεις της υπονόμευσε το σκληρό αντικειμενικό υπόβαθρο των συμπερασμάτων στη σφαίρα των φυσικών επιστημών, τελικά δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιβεβαιώσει ότι οι υλικές συνθήκες της παρατήρησης (η απόσταση, η σχέση κίνησης / ακινησίας αντικειμένου – παρατηρητή, κλπ.) είναι αυτές που επικαθορίζουν το επίπεδο, την ποιότητα και τελικά το περιεχόμενο των συμπερασμάτων που είμαστε σε θέση να εξάγουμε από την παρατήρηση. Επιβεβαίωσε δηλαδή ότι είμαστε δέσμιοι της ίδιας της υλικής πραγματικότητας τις βασικές υποθέσεις για την δομή της οποίας διατείνεται ότι καταλύει, ανάγοντας την σε ένα υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης. Σχεδόν θα μπορούσε κανείς να πει, ότι η ζωική φύση του ανθρώπου, ο αδιάρρηκτος δεσμός του με τον φυσικό κόσμο γύρω του, συνεχίζει να διατρανώνει θριαμβευτικά την υπεροχή του, με κάθε βήμα που νομίζουμε οτι κάνουμε για να απομακρυνθούμε από αυτήν. Είμαστε λοιπόν υλιστές όχι με την μεταφυσική έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας του διαλεκτικού υλισμού, αλλά με την πολλή πιο γήινη ερμηνεία της Χ. Άρεντ που έγραψε ότι, «Η πιο ισχυρή αναγκαιότητα που γνωρίζουμε μέσα από μια διαδικασία ενδοσκοπικής αυτοεξέτασης είναι η διαδικασία της ζωής που διαπερνά τα σώματα μας και τα κρατά σε μια διαρκή κατάσταση αλλαγής της οποίας οι κινήσεις είναι αυτόματες, ανεξάρτητες από τις δικές μας δραστηριότητες, και απροσμάχητες – δηλαδή ακαταμάχητα επιτακτικές».x Η αναγκαιότητα που εμείς αναγνωρίζουμε είναι η αναγκαιότητα της πείνας. Η υποδούλωση του ανθρώπου στις σωματικές, βιολογικές του ανάγκες. Και είναι από αυτή την αναγκαιότητα που πρωτίστως έχουμε καθήκον να απελευθερωθούμε.

i M. Bakunin, Θεός και Κράτος (Κατσάνος), σελ. 93.

ii Σύμφωνα με τον Σορέλ, ο ιδανικός ανθρωπολογικός τύπος γύρω από τον οποίο έχει οικοδομηθεί η πολιτική θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου του Ρουσώ και των μετέπειτα πολέμιων της μοναρχίας είναι «τα άτομα κυριαρχούμενα εξ ολοκλήρου από υπολογιστικές σκέψεις. Κι αυτό είναι τελείως φυσικό, αφού τούτη η θεωρία θεμελιώνεται πάνω στην υπόθεση ότι οι πολίτες μπορούν να εξομοιωθούν, όσον αφορά τις κυριότερες πράξεις της ζωής τους, με τους εχέφρονες εμπόρους». Στο G. Sorel, Ψευδαισθήσεις της Προόδου (Εκδόσεις «Γνώση»), σελ.92.

iv Για μια εισαγωγή στην επιστήμη της κοινωνικής νευροφυσιολογίας επισκεφτείτε τον ιστότοπο του αντίστοιχου τμήματος του παν/μιου της Νέας Υόρκης, στο http://social-neuroscience.org/.

v W. L. Rowe & W. J. Wainwright, Philosophy of Religion (Harcourt Brace), σελ. 209-287.

vi Για να μην μιλήσουμε για τα εχθρικά συναισθήματα απέναντι σε όλους όσους βρίσκονται εκτός του κύκλου της οικογένειας.

viii «Η πρακτική συνέπεια είναι ότι ενώ η ιουδαιοχριστιανική παράδοση επιβάλλει στα άτομα έναν “εξωγενή” ηθικό κώδικα, ο οποίος περιστέλλει αυστηρότατα την ελευθερία τους να εξετάζουν ορθολογικά τη στάση τους σε διάφορα ζητήματα, τα οποία έχουν ηθικές συνέπειες (π.χ. τις αμβλώσεις), δεν συνέβαινε το ίδιο με την αρχαιοελληνική θρησκεία στην οποία “η ύβρις δεν προϋποθέτει απλώς την ελευθερία, αλλά και την απουσία πάγιων κανόνων». Στο Τ. Φωτόπουλος, Θρησκεία, Αυτονομία, Δημοκρατία (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 127.

ix Για παράδειγμα, αυτή ήταν η θέση που εκφράστηκε στο έργο του Τζωρτζ Μπέρκλεϋ, A Treatise Concerning the Principles of Human Knowledge (1710).

x H. Arendt, On Revolution (Pelican Books), σελ. 59.