Η ξεχασμένη επανάσταση: Ουγγαρία, 1956

hungarian revolution militia

«[Η Ουγγρική Επανάσταση] ήταν ένα αληθινό γεγονός, η σημασία του οποίου δεν βρίσκεται στην νίκη ή την ήττα. Το μεγαλείο της έιναι κρυφά φυλαγμένο μέσα στη τραγωδία που προκάλεσε. Διότι ποιός μπορεί να αμφισβητίσει τη δύναμη της ανάμνησης της;»

Χάνα Άρεντ

Η παρακμή της ιδεολογίας του “υπαρκτού”

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 το σοβιετικό σύστημα κόντευε να καταρρεύσει υπό το βάρος των πιέσεων που είχε δημιουργήσει στις κοινωνίες στις οποίες είχε επιβληθεί. Πολιτικά και ηθικά το σύστημα διακυβέρνησης του υπαρκτού σοσιαλισμού είχε χρεωκοπήσει. Από μία ριζοσπαστική δημοκρατία βασισμένη στα συμβούλια εργατών, αγροτών και λοιπών επαγγελματικών ομάδων, είχε μεταβληθεί σε μία ελεγχόμενη κομματική δικτατορία με απόλυτη εξουσία σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό είχε εκφυλιστεί η κομουνιστική ιδεολογία, που ακόμη και οι εσωτερικές συλλογικές λειτουργίες που προβλέπονταν από τα καταστατικά των Κομουνιστικών Κομμάτων της Ανατολικής Ευρώπης,είχαν παραμεριστεί υπέρ μιας αυστηρής ιεραρχικής διαβαθμισης των κομματικών αρμοδιοτήτων. Στην κορυφή της πυραμίδας υπήρχε ο αρχηγός, ο Γενικός Γραμματέας του Κόμματος του οποίου η δύναμη σχεδόν ξεπερνούσε τα όρια του πολιτικού και άγγιζε τα όρια του μεταφυσικού. Ο Γενικός Γραμματέας συγκέντρωνε στα χέρια του όλες τις αρμοδιότητες και όλες τις εξουσίες. Ηταν πανίσχυρος, πανταχού παρών και παντογνώστης. Η θέληση του ενσάρκωνε τη συλλογική βούληση του προλεταριάτου και η ιστορική νομοτέλεια του απαγόρευε να κάνει λάθος. Πολλοί «μικροί Στάλιν» ξεπήδησαν στις χώρες που επικράτησε ο μονοκομματισμός και σε όλη την Ανατολική Ευρώπη δημιουργήθηκαν παραφυάδες της σύγχρονης κομουνιστικής μοναρχίας που είχε εγκαθιδρυθεί στη Σοβιετική Ένωση. Αλλά και στο πεδίο της οικονομίας οι επιδόσεις των σοσιαλιστικών χωρών υπολείπονταν σημαντικά των ουτοπικών υποσχέσεων των κομουνιστών για μια κοινωνία υπεραφθονίας. Η μηχανιστική αναπαραγωγή του σοβιετικού οικονομικού μοντέλου στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και η τυφλή αντιγραφή των σοβιετικών μεθόδων εκβιομηχάνισης είχε σαν αποτέλεσμα την αποτελμάτωση των τοπικών οικονομιών, που συνοδεύτηκε από αντίστοιχη πτώση του βιοτικού επιπέδου. Η κατάσχεση της γης και της περιουσίας των αγροτών και η αναγκαστική προσχώρησή τους σε συνεταιριστικά αγροκτήματα κρατικής ιδιοκτησίας συνέβαλαν στο να μετατραπεί ο αγροτικός πληθυσμός σε εχθρό του σοβιετικού συστήματος. Η εμμονή των κομουνιστικών κυβερνήσεων σε μία πολιτική μανιώδους βιομηχανικής επέκτασης δημιούργησε τεράστιες εργοστασιακές μονάδες και είχε σαν συνέπεια την αριθμητική αύξηση της τάξης των βιομηχανικών εργατών. Παράλληλα όμως καθήλωσε τα εισοδήματά τους και τους κατέστησε σκλάβους του κρατικού βιομηχανικού μονοπωλίου. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι όταν ξέσπασε η επανάσταση στην Ουγγαρία,οι εργάτες αντί να υπερασπιστούν με πάθος το πολιτικό σύστημα το οποίο θεωρητικά τους ευνοούσε, γρήγορα πέρασαν στην αντίπερα όχθη και πολέμησαν με το μέρος των επαναστατών.

Απο-Σταλινοποίηση

Ο θάνατος του Στάλιν το 1953 έμελε να υποβάλει τα προσωποκεντρικά κομουνιστικά συστήματα διακυβέρνησης σε μια σκληρή δοκιμασία. Οι Ρώσοι ηγέτες που διαδέχτηκαν τον δικτάτορα στα υψηλά κλιμάκια του Κ.Κ.Σ.Ε. βρέθηκαν αντιμέτωποι με το άλυτο πρόβλημα του πώς να διευθύνουν ένα σύστημα που είχε σαν μοναδικό σημείο αναφοράς τον Στάλιν, χωρίς τον Στάλιν. Ο Νικήτα Χρουτσώφ διαπίστωσε γρήγορα πως ήταν επιβεβλημένη η μεταρρύθμιση ορισμένων πτυχών του συστήματος, προτού αυτό οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Η αρχή της προσωπολατρείας του ηγέτη καταργήθηκε. Στη θέση της προωθήθηκε η αντίληψη της συλλογικής ηγεσίας που αποκατέστησε ως έναν βαθμό τον ρόλο των συλλογικών οργανων του κόμματος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και αναβάθμισε τον ρόλο του Πολιτικού Γραφείου ως υπέρτατου θεσμικού οργάνου. Το φαινόμενο των διώξεων και των μαζικών εκκαθαρίσεων της σταλινικής περιόδου περιορίστηκε και οι εκτεταμένες εξουσίες που είχαν παραχωρηθεί στη μυστική αστυνομία βαθμιαία ανεστάλησαν. Το ίδιο συνέβη και με τις οικονομικές πολιτικές της «εντατικής εκμετάλλευσης» που κόντευαν να οδηγήσουν πολλές οικονομίες της Ανατολικής Ευρώπης στην καταστροφή.

Η απο-σταλινοποίηση συνιστούσε μια ποιοτική μεταβολή του σοβιετικού πολιτικού συστήματος. Η ιστορική αποκήρυξη του Στάλιν από τον Χρουτσώφ στο μυστικό λόγο που εκφώνησε το 1956, άφησε ηθικά εκτεθειμένες τις ηγεσίες των δορυφορικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες είχαν αντιγράψει κατά γράμμα το Σταλινικό μοντέλο και είχαν οικοδομήσει την εξουσία τους πάνω στις τελετουργικές θυσίες αντιφρονούντων και κομματικών στελεχών. Ταυτόχρονα , υπονόμευσε την πολιτική τους συνοχή αφού η αρχή της «συλλογικής ηγεσίας» συνεπαγόταν την αποκατάσταση του δημοκρατικού διαλόγου μέσα στο Κόμμα και την δημοσιοποίηση κριτικών απόψεων ενάντια στις «υπερβολές» της Σταλινικής περιόδου σε επίσημα κομματικά έντυπα. Όλα αυτά σήμαιναν πως πλέον υπήρχε χώρος για παρεκκλίσεις από την κομματική γραμμή και μέσα στους κόλπους του Κόμματος αν και τα όρια αυτού του χώρου δεν είχαν ακόμη σαφώς καθοριστεί – μέχρι που η στρατιωτική επέμβαση στην Ουγγαρία τα επέβαλλε διά της βίας.

Αποτυχία της μεταρρύθμισης στην Ουγγαρία

Η Ουγγαρία ήταν η χώρα όπου οι επιπτώσεις της απο-Σταλινοποίησης έγιναν περισσότερο αισθητές λόγω της υπέρμετρα αυταρχικής φύσης του καθεστώτος. Ο Ματίας Ράκοζι, Γενικός Γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος Ουγγαρίας (HWP), είχε δημιουργήσει ένα καθεστώς ιδιαίτερα σκληρό ακόμη και με σταλινικά κριτήρια. Η προσωπική εξουσία του εβραϊκής καταγωγής Ράκοζι ήταν τόσο απόλυτη, ώστε το επιφανές μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) Αναστάς Μικογιάν, έφτασε στο σημείο να τον αποκαλεί, «Εβραίο βασιλιά της Ουγγαρίας». Η Ουγγρική κοινωνία υπέφερε κάτω από την ακραία τρομοκρατία που ασκούσε η πανίσχυρη AVH, η αδίστακτη πολιτική αστυνομία που είχε ιδρυθεί επί Ράκοζι. Το HWP, που ο Ράκοζι είχε μετατρέψει σε μονολιθικό, κομουνιστικό οργανισμό, είχε παρεισφρύσει σε κάθε οργανωμένη εκδήλωση του δημόσιου βίου και είχε επιβάλει τον ασφυκτικό έλεγχο του στα εργοστάσια, στις αγροτικές κολλεκτίβες, στον στρατό, στη δικαιοσύνη, στη διανόηση. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν οι δεσποτικές του μέθοδοι αλλά η ανικανότητα που επέδειξε ο Ράκοζι στην διαχείριση οικονομικών ζητημάτων που τελικά επέφεραν τη ρήξη ανάμεσα σε αυτόν και τους σοβιετικούς προστάτες του. Η οικονομική πολιτική των συνεχιζόμενων κρατικών επενδύσεων στον τομέα της βαριάς βιομηχανίας και η βίαιη κολλεκτιβοποίηση της αγροτικής παραγωγής δεν είχαν αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα και είχαν οδηγήσει την Ουγγρική οικονομία στο χείλος της καταστροφής. Το 1953, ο Ράκοζι κλήθηκε εσπευσμένα στο Κρεμλίνο συνοδευόμενος από κλιμάκιο υψηλόβαθμων Ούγγρων κομουνιστών αξιωματούχων. Εκεί έλαβε αυστηρή σύσταση από τον Λαβρέντι Μπέρια να εγκαταλείψει την παράλογη οικονομική πολιτική του. Του γνωστοποιήθηκε ακόμη ο διορισμός του μεταρρυθμιστή Ιμρε Νάγκι στο αξίωμα του πρωθυπουργού. Η αποστολή του Νάγκι ήταν η εκπόνηση μιας εναλλακτικής οικονομικής στρατηγικής που θα έστρεφε μέρος της Ουγγρικής βιομηχανικής υποδομής στην παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων για τον ευρύτερο πληθυσμό. Ακόμη του είχε παραχωρηθεί εν λευκώ εξουσιοδότηση να προχωρήσει στην απάλειψη των πιο σκληρών μέτρων της διακυβέρνησης του Ράκοζι, μέσω του περιορισμού των εξουσιών της AVH, της αμνήστευσης πολιτικών κρατουμένων, της ελεγχόμενης αποκατάστασης της ελευθερίας του λόγου και της επανενεργοποίησης των Κομματικών μηχανισμών που είχαν περιπέσει σε αχρηστεία. Και οι δύο αποστολές που είχε αναλάβει να φέρει σε πέρας ο Νάγκι τον έφερναν σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης με το σταλινικό κατεστημένο και με τον ίδιο τον Ράκοζι που στο μεταξύ του είχε επιτραπεί να κρατήσει τη θέση του Γενικού Γραμματέα.

Τα μέτρα που εξήγγειλε ο νέος πρωθυπουργός για την μετάθεση πόρων από τον τομέα της βαριάς βιομηχανίας προσέκρουσαν στην, ενορχηστρωμένη από τον Ράκοζι, γραφειοκρατική αντίσταση των σταλινικών αξιωματούχων που ήλεγχαν τα επιμέρους βιομηχανικά έργα και παρακωλούσαν συστηματικά τις μεταρρυθμίσεις της κεντρικής κυβέρνησης. Το ίδιο συνέβη και με τα διορθωτικά μέτρα που εισηγήθηκε ο Νάγκι για την ανακούφιση των αγροτών από τις καταστροφικές συνέπειες της βίαιης κολλεκτιβοποίησης.

Βλέποντας την πεισματική αντίδραση της γραφειοκρατίας απέναντι σε οποιαδήποτε προσπάθεια υπονόμευσης της εξουσίας της, ο Νάγκι αποπειράθηκε να θεσπίσει το «Πατριωτικό Λαϊκό Μέτωπο», ένα αυτόνομο πολιτικό όργανο που θα εξασφάλιζε την ελεύθερη πρόσβαση των μαζών στην πολιτική διαδικασία, έξω από τον έλεγχο του HWP. Θέλησε με αυτόν τον τρόπο να παρακάμψει τον κομματικό μηχανισμό που τόσα προβλήματα του δημιουργούσε, και να αποκτήσει απευθείας λαϊκή στήριξη για την κυβέρνηση του. Για μια ακόμη φορά όμως τα σχέδια του ανατράπηκαν από τον Ράκοζι όταν ο τελευταίος κέρδισε την ψηφοφορία που έλαβε χώρα στην Κεντρική Επιτροπή του HWP γύρω από το ζήτημα, και μετέτρεψε το Π.Λ.Μ. από μια ανοικτή οργάνωση όπου ο κάθε πολίτης είχε δικαίωμα ένταξης, σε ένα φόρουμ συνάντησης των εγκεκριμμένων από το HWP κοινωνικών οργανώσεων.

Το 1955 έχοντας υποστεί συνεχόμενες πολιτικές ήττες από τον μεγάλο εσωκομματικό αντίπαλο του και μην μπορώντας να προσδώσει στο πρόγραμμα μία σταθερή, θεσμική χροιά, ο Ίμρε Νάγκι αποπέμφθηκε ως αποτυχημένος από την πρωθυπουργία και διαγράφηκε από το Κόμμα. Εντούτοις, η νίκη του Ράκοζι ήταν πρόσκαιρη. Οι σπόροι της μεταρρύθμισης είχαν ήδη μεταφυτευθεί στο κοινωνικό σώμα και άνθιζαν στις διάφορες ανεξάρτητες «λέσχες πολιτών» που ξεφύτρωσαν παντού στην Ουγγαρία και έθεταν από την αρχή σε δημόσιες συζητήσεις χωρίς λογοκρισία το πρόβλημα της ριζικής αναμόρφωσης του συστήματος. Η μεταρρύθμιση είχε αποκτήσει ερείσματα και μέσα στο κατεστημένο, όπου γύρω από τη συμβολική φιγούρα του Νάγκι, είχε συσταθεί ένας πυρήνας μεταρρυθμιστών πολιτικών όπως οι Γκίζα Λόσοντσυ, Φέρεντς Ντόναθ και Λάγιος Ακς, που εξακολουθούσαν να προωθούν το όραμα του Νάγκι για έναν πιο δημοκρατικό σοσιαλισμό ακόμη και μετά την διαγραφή του από το HWP.

Η αντιπολίτευση κερδίζει έδαφος

Το κίνημα των λέσχεων πολιτών ήταν μια ανακλαστική αντίδραση της κοινωνίας στον παραγκωνισμό του Νάγκι και στην επιχειρούμενη επιστροφή στις σταλινικές μεθόδους διακυβέρνησης από τον Ράκοζι. Στη Βουδαπέστη ιδρύθηκε το 1955 η σημαντικότερη από αυτές τις λέσχες με την ονομασία «Κύκλος Πέταιφυ» από δυσαρεστημένα μέλη της τάξης των διανοουμένων της πρωτεύουσας. Η ημερήσια διάταξη των συζητήσεων που οργάνωνε ο «Κύκλος Πέταιφυ» περιλάμβανε θέματα όπως η σχέση μεταξύ Τέχνης και Εξουσίας, οι ευθύνες που βάραιναν το σταλινικό καθεστώς για τις διώξεις και τις προγραφές του παρελθόντος καθώς και η διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων. Οι συζητήσεις αυτές απέκτησαν δε πρόσθετη πολιτική νομιμοποίηση όταν άρχισαν να παίρνουν μέρος σε αυτές γνωστές πολιτικές προσωπικότητες που πρόσκεινταν στο στρατόπεδο των μεταρρυθμιστών και είχαν εκδιωχθεί πρόσφατα από το HWP. Ο «Κύκλος Πέταιφυ» πρόσφερε δημόσιο βήμα σε αυτούς τους «απόβλητους» του σοβιετικού κατεστημένου από το οποίο μπορούσαν να εκφράσουν τις απόψεις τους.

Επιπλέον, στις συνεδριάσεις άρχισαν να καταφτάνουν αντιπροσωπείες εντολοδόχων από τα εργοστάσια, τα πανεπιστήμια, τις δημόσιες υπηρεσίες ακόμη και από τις στρατιωτικές σχολές της Βουδαπέστης. Οι επιτροπές αυτές απαρτίζονταν από εκλεγμένα μέλη και ήταν εξουσιοδοτημένες από τους συναδέλφους τους να εκθέσουν δημόσια τα προβλήματα του κλάδου τους και να εργαστούν με τους υπόλοιπους συνέδρους για την εξεύρεση λύσεων. Αναμφίβολλα, επρόκειτο για ένα ριζοσπαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της χειραφέτησης των μαζών από την κηδεμονία του HWP δεδομένου ότι οι εκλογικές αρχιαιρεσίες στον χώρο της δουλειάς δεν είχαν λάβει την επίσημη έγκριση του κόμματος, ενώ ελάχιστοι ήταν οι «νόμιμοι» συνδικαλιστικοί αντιπρόσωποι που μετείχαν στα καινούρια αντιπροσωπευτικά όργανα.

Πολύ γρήγορα το νέο δημοκρατικό κίνημα προσέλαβε διαστάσεις χιονοστιβάδας. Δεκάδες τοπικά παραρτήματα του «Κύκλου Πέταιφυ» εγκαινιάστηκαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ουγγαρίας, στα πρότυπα του δημοκρατικού φόρουμ της πρωτεύουσας. Στο Σομπατέλι ιδρύθηκε συνέλευση πολιτών με το όνομα «Κύκλος Βασβάρι», στο Βέζπριμ ο «Κύκλος Μπατσάνυι» και στο Ντέμπρετσεν ο «Κύκλος Κόσουθ». Κοινή συνισταμένη των συζητήσεων σε εθνικό επίπεδο ήταν η ισοπεδωτική κριτική που ασκούσαν ενάντια στο εγκληματικό καθεστώς Ράκοζι και η συστηματική διατύπωση μιας γενικής λαϊκής απαίτησης για την επαναφορά του Νάγκι στην εξουσία. Υπήρχαν όμως και τρία θέματα ταμπού που κανείς δεν τολμούσε να θίξει: το ζήτημα της ενδυνάμωσης και σταθεροποίησης των συλλογικών δομών κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης που είχαν δημιουργηθεί εσχάτως στη σφαίρα της πολιτικής και της οικονομίας, εκείνο της παρουσίας του σοβιετικού στρατού στην Ουγγαρία και το ζήτημα της κατάργησης του μονοκομματικού πολιτικού συστήματος. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης γνώριζαν καλά πως η παραμικρή αναφορά στο θέμα της αποχώρησης των Ρωσικών στρατευμάτων, ήταν ικανή να προκαλέσει τη βίαιη αντίδραση του σοβιετικού γίγαντα αφού ισοδυναμούσε με συγκεκαλυμμένη αποκήρυξη του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Οι Ρώσοι από την πλευρά τους, βλέποντας ότι το κύμα της λαϊκής κατακραυγής κατά του καθεστώτος μεγάλωνε καθημερινά, συνειδητοποίησαν πως η αντικατάσταση του Ράκοζι ήταν επιβεβλημένη. Μόλις λίγες ημέρες πριν, η ΕΣΣΔ είχε υποστεί μια αιματηρή εξέγερση εργατών στο Πόζναν της Πολωνίας και ο Χρουτσώφ φοβόταν πως η Ουγγαρία βάδιζε στον ίδιο ακριβώς δρόμο. Στις 17 Ιουλίου, κατέφθασε στη Βουδαπέστη ο απεσταλμένος του σοβιετικού Προεδρίου Μικογιάν, κομίζοντας δύο πολιτικές οδηγίες για την επίλυση της κρίσης: την αντικατάσταση του μισητού Ράκοζι από τον Έρνε Γκέρε, μέλους της Πολιτική Επιτροπής του HWP και την υλοποίηση μιας πολιτικής ανηλεούς καταστολής κατά των κύριων οργάνων της αντιπολίτευσης. Στην πραγματικότητα, ούτε το ένα, ούτε το άλλο μέτρο έφερε αποτέλεσμα. Ο Γκέρε ήταν μία κάκιστη επιλογή των Ρώσων αφού ήταν γνωστός για τις σταλινικές του πεποιθήσεις και επιπλέον είχε υπάρξει δηλωμένος επικριτής της «Νέας Πορείας» που ευαγγελιζόταν ο Νάγκι. Ο διορισμός του δεν συνέβαλε στην σφυρηλάτηση της εσωτερικής ενότητας του HWP, αφού οι μεταρρυθμιστές εξακολουθούσαν να ζητούν τον Νάγκι. Η αδυναμία δράσης από την οποία είχαν καταληφθεί τα ανώτερα κλιμάκια του Κόμματος εξελίχθηκε σε κατάσταση μόνιμης αναπηρίας, αφού οι συνεχείς διαφωνίες μεταξύ των σκληροπυρηνικών και της «Ομάδας Νάγκι» καταδίκαζε την Κεντρική Επιτροπή του HWP σε παράλυση. Αλλά και οι μάζες ελάχιστα ικανοποιήθηκαν από τον διορισμό του Γκέρε. Αυτό που η αντιπολίτευση του δρόμου είχε κατά νου ήταν μια ποιοτική μεταβολή του συστήματος κι όχι μια απλή εναλλαγή προσώπων.

Από την μεταρρύθμιση στην Επανάσταση

Αλλά ούτε η δεύτερη υπόδειξη του Μικογιάν στάθηκε δυνατό να εφαρμοστεί. Ο σοβιετικός πρεσβευτής Αντρόποφ είχε ήδη προειδοποιήσει τους προϊσταμμένους του στο Κρεμλίνο πως η εξουσία της Πολιτικής Επιτροπής του HWP μειωνόταν όλο και περισσότερο και πως οι δημοκρατικές αντιλήψεις της «Ομάδας Νάγκι» είχαν διαποτίσει τις τάξεις της αστυνομίας της Βουδαπέστης και του στρατού. Ακόμη, δεν ήταν λίγα τα παραρτήματα του HWP στην επαρχία που είχαν αποδεχτεί την ύπαρξη των συνελεύσεων και είχαν εμπλακεί σε εποικοδομητικό διάλογο μαζί τους. Μάλιστα, η νέα ατμόσφαιρα ελευθερίας είχε συνεπάρει πολλούς κομουνιστές ακτιβιστές οι οποίοι υποστήριζαν με ενθουσιασμό τις συνελεύσεις πολιτών και συμμετείχαν στις εργασίες τους. Αυτό σήμαινε πως εάν η Π.Ε. αποφάσιζε να συντρίψει το κίνημα διά της βίας, μπορούσε αίφνης να βρεθεί αντιμέτωπη με μια εσωκομματική εξέγερση.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κυβέρνηση και λαϊκή αντιπολίτευση είχαν επιδοθεί σε έναν προσεκτικό πόλεμο χαρακωμάτων. Με την παρέμβαση του φοιτητικού κινήματος το στρατόπεδο της αντιπολίτευσης πέρασε πλέον στην επίθεση. Από τις 19/10, οι φοιτητές στις σχολές του Σέγκεντ, του Μίσκολτς και του Ντέμπρετσεν είχαν προχωρήσει στη σύσταση ελεύθερων φοιτητικών ενώσεων στις οποίες το HWP δεν είχε δικαίωμα εκπροσώπησης. Στις 22/10, μια ανοιχτή φοιτητική συνέλευση που συνήλθε αυθόρμητα στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Βουδαπέστης ψήφισε μια Διακήρυξη 16 σημείων που έμελλε να αποτελέσει το πολιτικό μανιφέστο της επερχόμενης Ουγγρικής επανάστασης. Η Διακήρυξη επαναλάμβανε τα συνήθη αιτήματα των μεταρρυθμιστών αλλά απαιτούσε επιπλέον: α) την άμεση αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων, β) την παραπομπή του Ράκοζι σε δημόσια δίκη για τα εγκλήματα του και, γ) την κατάργηση του μονοκομματικού συστήματος διακυβέρνησης. Με μια ιδιοφυή κίνηση οι φοιτητές είχαν πετύχει να αναδειχτούν σε πρωτοπορία του κινήματος και να ριζοσπαστικοποιήσουν τον τον αντιπολιτευτικό αγώνα. Πέρα από το αίτημα για την επιστροφή του Νάγκι, η Διακήρυξη περιείχε επίσης αναφορές στα ζητήματα που απασχολούσαν τους εργάτες, τους αγρότες ακόμη και τους στρατιώτες. Κωδικοποιούσε έτσι σε ένα ενιαίο έγγραφο τις κυριότερες επιδιώξεις του υπό διαμόρφωση επαναστατικού κινήματος. Το γενικό συλλαλητήριο που προκήρυξαν για την επόμενη ημέρα αποσκοπούσε να δώσει στο κίνημα σάρκα και οστά. Από την άλλη, τα μαξιμαλιστικά αιτήματα για απόσυρση των Σοβιετικών και ανατροπή του σοβιετικού πολιτικού συστήματος με παράλληλη αναγνώριση των μαζικών λαϊκών επαναστατικών οργανώσεων δεν άφηναν περιθώρια για διαπραγματεύσεις με το HWP, αφού ουσιαστικά απαιτούσαν από την κυβέρνηση να αυτοκαταργηθεί. Ο Νάγκι έσπευσε αμέσως να πάρει αποστάσεις από το εγχείρημα των φοιτητών και καταδίκασε την προγραμματισμένη διαδήλωση. Παρά την ανανεωτική νοοτροπία που τον διέκρινε, παρέμενε ένας αφοσιωμένος κομουνιστής. Αντίθετα, η Ένωση Συγγραφέων προσυπέγραψε την έκκληση και τέθηκε επικεφαλής της εκδήλωσης μαζί με τους φοιτητές.

Η μάχη του Μεγάρου της Ραδιοφωνίας

Στις 23/10 τριακόσιες χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους της Βουδαπέστης για να συνταχθούν πίσω από τα λάβαρα της MEFESZ, της Ένωσης Συγγραφέων και την τρύπια τρίχρωμη Ουγγρική σημαία – σύμβολο των επαναστατών. Δύο μαζικές λαϊκές φάλαγγες ξεκίνησαν από τη Βούδα και την Πέστη αντίστοιχα, έχοντας ορίσει ως σημείο συνάντησης την πλατεία Γιόζεφ Μπεμ στις όχθες της Βούδας, απέναντι από το Κοινοβούλιο. Εκεί ο συγγραφέας Πίτερ Βέρες πήρε τον λόγο και προσπάθησε να διαβάσει στο πλήθος τα αιτήματα της Ένωσης Συγγραφέων. Η φωνή του όμως μόλις που μπόρεσε να ακουστεί. Η προσέλευση του κόσμου είχε ξεπεράσει τις προσδοκίες ακόμη κι αυτών των διοργανωτών της διαδήλωσης. Η ώρα έναρξης συνέπιπτε με την ώρα που έκλειναν τα εργοστάσια της βιομηχανικής συνοικίας του Ουίπεστ και πολλοί εργάτες αντί να γυρίσουν στα σπίτια τους αψήφησαν την κυβερνητική απαγόρευση και ενώθηκαν με το πλήθος. Όταν η πορεία πέρασε μπροστά από τους στρατώνες της στρατιωτικής Ακαδημίας, μια ομάδα ευελπίδων βγήκε από το προαύλιο της σχολής και προχωρώντας με στρατιωτικό βηματισμό προσχώρησε στη διαδήλωση.

Η αλήθεια είναι πως οι διοργανωτές δεν είχαν προετοιμαστεί για να ελέγξουν αυτή την τεράστια όσο και απρόβλεπτη μάζα ανθρώπων. Γρήγορα σχηματίστηκαν πολλές μικρές διαδηλώσεις, η κάθε μία με το δικό της απώτερο στόχο και σχέδιο δράσης. Μια διαδήλωση διέσχισε τη γέρφυρα της Νήσου Μαργαρίτας και εγκατάσταθηκε μπροστά από το Κοινοβούλιο, απαιτώντας να δει τον Νάγκι. Μια άλλη ομάδα αποσπάστηκε από τους συγκεντρωμένους στην πλατεία Μπεμ και κατευθύνθηκε προς το Μεγάρο της Ραδιοφωνίας προκειμένου να μεταδώσει από το ραδιόφωνο τα 16 σημεία σε όλη την Ουγγαρία.

Οι μονάδες του Ουγγρικού στρατού που η κυβέρνηση είχε τοποθετήσει προληπτικά σε στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας, παρέμειναν απαθείς θεατές των γεγονότων επειδή: α) είχαν λάβει εντολή να μην πυροβολήσουν, αποτέλεσμα ενός πολιτικού συμβιβασμού που είχε επιτευχθεί μεταξύ κυβέρνησης και διαδηλωτών και β) η συμπεριφορά των διαδηλωτών ήταν υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης. Σε καμία περίπτωση δεν συνέβησαν λεηλασίες και βανδαλισμοί, ούτε υπήρξε ο παραμικρός διαπληκτισμός με τους παραταγμένους στρατιώτες. Στο μεταξύ, γύρω από το Μέγαρο της Ραδιοφωνίας είχε αρχίσει να μαζεύεται ένα ανυπόμονο πλήθος. Η αντιπροσωπεία των διαδηλωτών αρχικά επιχείρησε να διαπραγματευτεί με τη διευθύντρια του Μεγάρου Βαλέρια Μπένκε, ώστε να της επιτραπεί να εισέλθει ειρηνικά στο κτήριο. Στην πραγματικότητα, μέσα στο Ραδιοφωνικό Σταθμό βρίσκονταν ήδη οχυρωμένοι 500 ένστολοι φρουροί της AVH, οπλισμένοι με πυροβόλα όπλα και χειροβομβίδες. Η διευθύντρια απλώς προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο μέχρι να καταφτάσουν οι ενισχύσεις που είχε ζητήσει από το Υπουργείο Εσωτερικών και να διαλύσουν τους συγκεντρωμένους.

Τότε μεταδόθηκε από τα μεγάφωνα που είχαν τοποθετηθεί στην πλατεία το ραδιοφωνικό διάγγελμα του Γκέρε. Ο αμετανόητος σταλινιστής αποκαλούσε τους κατοίκους της Βουδαπέστης «εχθρούς του λαού» και «συμμορίτες αντεπαναστάτες» και υπεραμυνόταν σθεναρά των ιστορικών δεσμών της χώρας του με την Ε.Σ.Σ.Δ. Ακούγοντας τούτες τις συκοφαντίες το πλήθος εξαγριώθηκε. Συνηδητοποίησε τον εμπαιγμό της Μπένκε και όρμησε φρενιασμένο κατά του κτιρίου. Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Οι πολιορκητές εκσφενδόνιζαν πέτρες και αυτοσχέδιες βόμβες μολότοφ στα παράθυρα του Μεγάρου και χρησιμοποίησαν ένα φορτηγάκι του ραδιοφωνικού σταθμού σαν πολιορκητικό κριό για να σπάσουν τις πόρτες. Οι άντρες της AVH απάντησαν με ριπές από τα υδροφόρα κανόνια και με ρίψη καπνογόνων που όμως δεν κατόρθωσαν να διαλύσουν τους επιτιθέμενους. Στον χώρο της σύγκρουσης κατέφθασαν καμιόνια φορτωμένα με στρατιώτες του τακτικού Ουγγρικού στρατού και τρία άρματα μάχης. Αντί όμως να εφορμήσουν κατά του πλήθους, οι στρατιώτες απλώς παρατάχθηκαν μπροστά από τα κάγκελα του Εθνικού Μουσείου. Τα άρματα πλησίασαν τη ραδιοφωνία από την οδό Μπρόντυ-Σάντορ αλλά οι κυβερνήτες τους εμφανίστηκαν στους πυργίσκους και διαβεβαίωσαν τους πολιορκητές ότι δεν είχαν πρόθεση να βάλουν εναντίον τους.

Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τους έγκλειστους υπερασπιστές της AVH. Στις 11 το βράδυ και χωρίς καμία προειδοποίηση, οι άνδρες της μυστικής αστυνομίας ξεπρόβαλλαν από μια πλαϊνή πόρτα και άνοιξαν πυρ πλευροκοπώντας όσους διαδηλωτές βρίσκονταν επί της οδού Μπρόντυ-Σάντορ. Οι νεκροί και οι τραυματίες ήταν δεκάδες, οι διαδηλωτές όμως δεν τράπηκαν σε φυγή. Βλέποντας τις σφαίρες να θερίζουν το συγκεντρωμένο πλήθος, οι στρατιώτες είτε παρέδωσαν με τη θέληση τους τα όπλα τους στους διαδηλωτές, ή άρχισαν οι ίδιοι να πυροβολούν εναντίον της AVH. Οι κυβερνήτες των τανκς παρέταξαν τα άρματα τους στη σειρά, έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα χαλύβδινο τείχος πίσω από το οποίο μπορούσαν να προστατευτούν οι διαδηλωτές. Με δύο ακόμη τρόπους, οι πολιορκητές κατάφεραν να προμηθευτούν όπλα. Αρχικά, μπόρεσαν να εκτρέψουν μια εφοδιοπομπή με όπλα και πυρομαχικά που προορίζονταν για τους υπερασπιστές του Μεγάρου. Οι διαδηλωτές κατάσχεσαν τα όπλα και τα μοίρασαν στο πλήθος που διψούσε για εκδίκηση. Ακόμη, μεταξύ των συγκεντρωμένων έξω από το Μέγαρο υπήρχαν προλετάριοι που δούλευαν στα εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας της Βουδαπέστης και γνώριζαν ποια εργοστάσια κατασκεύαζαν όπλα και που ήταν αποθηκευμένα. Όσο η ώρα περνούσε και η μάχη μαινόταν, νέες ομάδες από ένοπλους εργάτες και φοιτητές συνέρρεαν στους δρόμους γύρω από το Μέγαρο για να ενισχύσουν τις γραμμές των διαδηλωτών. Η διαδήλωση είχε πια μετατραπεί σε ένοπλη εξέγερση. Οι πολιορκημένοι, κουρασμένοι, χωρίς ενισχύσεις και μη έχοντας τη δυνατότητα να ανανεώσουν το οπλοστάσιο τους, ήξεραν ότι έδιναν μια χαμένη μάχη. Τα ξημερώματα όταν και ο τελευταίος γεμιστήρας των ανδρών της AVH άδειασε, το μισότρελο από οργή πλήθος ξεχύθηκε μέσα στο Σταθμό και κατέσφαξε όσους ένστολους ήταν ακόμη ζωντανοί.

Η πτώση του Μεγάρου της Ραδιοφωνίας θορύβησε τους σκληροπυρηνικούς του HWP. Οι αναφορές που λάμβανε η Πολιτική Επιτροπή από το δίκτυο πληροφοριοδοτών που το Κόμμα και η KGB είχαν εγκαταστήσει στην πρωτεύουσα, μίλαγαν για περιπλανώμενες αυτοσχέδιες μονάδες ένοπλων εργατών και φοιτητών που περιδιάβαιναν ανενόχλητες την πόλη και διαλαλούσαν την επανάσταση. Πράγματι, με τη λήξη της πολιορκίας του Ραδιοφωνικού Σταθμού πολλές ένοπλες μονάδες μετέφεραν την εξέγερση στις γειτονιές τους. Αφού αφόπλισαν τα τοπικά αστυνομικά τμήματα, τις περισσότερες φορές χωρίς μάχη, κατάργησαν τις ελεγχόμενες από το Κ.Κ. δημοτικές αρχές και μεταβίβασαν την εξουσία στα λεγόμενα Επαναστατικά Συμβούλια. Αρχικά, τα συμβούλια είχαν δημιουργηθεί ως προθάλαμος απ’ όπου εκλέγονταν οι εντολοδόχοι της κάθε δημοτικής περιφέρειας που συμμετείχαν στις συνελεύσεις του «Κύκλου Πέταιφυ». Τώρα, μετατράπηκαν αίφνης σε πολιτικά, διοικητικά και στρατιωτικά κέντρα αναλαμβάνοντας ουσιαστικά τη διακυβέρνηση των απελευθερωμένων περιοχών της Βουδαπέστης. Όπως γράφει ο κομουνιστής δημοσιογράφος Πίτερ Φράιερ, τα συμβούλια ήταν ταυτόχρονα ανατρεπτικά όργανα αλλά και φορείς μιας εκκολαπτόμενης πολιτικής εξουσίας.

Το περίγραμμα μιας παράλληλης επαναστατικής κυβέρνησης είχε αρχίσει να εμφανίζεται και στην υπόλοιπη χώρα. Το Μίσκολτς και το Γκυόρ ήταν τα κυριότερα επαναστατικά κέντρα της επαρχίας. Στην εργατούπολη του Μίσκολτς, άλλοτε προπύργιου των κομουνιστών, η εξουσία είχε ήδη περάσει στα χέρια του τοπικού επαναστατικού συμβουλίου έπειτα από μια σύντομη μάχη με την αστυνομία. Στο Γκυόρ, επαρχιακή πρωτεύουσα των περιοχών της Υπερδουναβίας, όλες οι μονάδες του τακτικού Ουγγρικού στρατού είχαν αυτομολήσει μέχρις μίας στο στρατόπεδο των επαναστατών. Τη διακυβέρνηση της πόλης είχε αναλάβει η Εθνική Επιτροπή με εκτελεστικό πρόεδρο τον μεταλλωρύχο Γκιόργκι Σάμπο και αντιπρόεδρο τον πρώην βουλευτή του «Εθνικού Κόμματος Αγροτών», Αττίλα Ζιγκέτι.

Η πρώτη επέμβαση των Σοβιετικών

Ο Γκέρε κραύγαζε ότι η κυβέρνηση του είχε πέσει θύμα «φασιστικού πραξικοπήματος» και εκλιπαρούσε τον Χρουτσώφ να παρέμβει. Παρά τις ικεσίες των Ούγγρων σκληροπυρηνικών, ο Χρουτσώφ αρχικά δίστασε να διατάξει την κινητοποίηση των σοβιετικών στρατευμάτων. Θεωρούσε πως μια πολιτική διευθέτηση ήταν ακόμη εφικτή, όπως είχε συμβεί στην περίπτωση της Πολωνίας με την επαναφορά του Γκομούλκα, λίγες ημέρες νωρίτερα. Ένας ακόμη λόγος ήταν διότι φοβόταν τις επιπλοκές που μπορούσε να προκαλέσει μια σοβιετική επέμβαση στην εξωτερική πολιτική ύφεσης που ακολουθούσε η ΕΣΣΔ εκείνη την περίοδο στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι, όπως έχει δείξει ο Χένρι Κίσινγκερ, η Αμερικανική αντίδραση περιορίστηκε σε μερικές ρητορικές εξάρσεις του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Ντάλες και δεν μετουσιώθηκε σε κανένα χειροπιαστό διπλωματικό αντίμετρο.

Τελικά, στις 23/10 ο Χρουτσώφ έδωσε τη συγκατάθεση του, αφού σε ειδική συνεδρίαση για το θέμα, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ επικύρωσε την απόφαση για την αποστολή στρατευμάτων με ψήφους 9-1 (μοναδική εξαίρεση ο Μικογιάν). Η ανώτατη διοίκηση των στρατευμάτων (39 μηχανοκίνητες μεραρχίες, 128 μεραρχίες τυφεκιοφόρων) ανατέθηκε στον στρατηγό Μαλίνιν του Γενικού Επιτελείου της ΕΣΣΔ. Ο Πρόεδρος της KGB στρατηγός Σέροφ διορίστηκε υπεύθυνος για την προπαγάνδα και τη συλλογή πληροφοριών, ενώ δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, οι Μικογιάν και Σουσλόφ, θα λειτουργούσαν ως πολιτικοί σύμβουλοι της επιχείρησης, με βασική τους μέριμνα τον σχεδιασμό μιας στρατηγικής πολιτικής σταθεροποίησης της χώρας μετά το πέρας των επιχειρήσεων. Βασική παράμετρος αυτής της στρατηγικής ήταν ο σχηματισμός νέας εθνικής κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον Ίμρε Νάγκι.

Οι Ρώσοι ήταν σε θέση να ξεκινήσουν άμεσα τις πολεμικές επιχειρήσεις, αφου ουσιαστικά έθεταν σε ισχύ το υπάρχον σχέδιο δράσης που προβλεπόταν για την περίπτωση ανυπακοής ενός κράτους-μέλους του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Επιπλέον, οι δύο μηχανοκίνητες μεραρχίες (2η και 17η) που στάθμευαν σε Ουγγρικό έδαφος βρίσκονταν εδώ και μία εβδομάδα σε κατάσταση ύψιστης επιφυλακής. Τα Ρωσικά τεθωρακισμένα εισήλθαν στη Βουδαπέστη από δύο σημεία ταυτόχρονα. Ένα τμήμα των Ρωσικών δυνάμεων εισχώρησε από τα βορειοδυτικά, κινήθηκε μέσα από τη Βούδα σχεδόν χωρίς να συναντήσει αντίσταση και τα ξημερώματα διέσχισε τις γέφυρες Σάμπατσαγκ και Μαργαρίτα και παρατάχθηκε κατά μήκος της παραλιακής οδού της Πέστης. Με αυτόν τον τρόπο οι σοβιετικοί θέλησαν να χτυπήσουν στα νώτα της Ουγγρικής εξέγερσης. Οι δυνάμεις της αντίστασης στη Βούδα δεν ήταν ακόμη τόσο ισχυρές και διαβαίνοντας τον Δούναβη, οι Ρώσοι πέτυχαν να κόψουν την πόλη στα δύο, συρρικνώνοντας το πεδίο στο οποίο θα επιχειρούσε η δύναμη εισβολής που πλησίαζε από τα ανατολικά. Ο κύριος όγκος των Ρωσικών αρμάτων προσέγγισε την πόλη από τη λεωφόρο Ουλόι της Πέστης. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν τις μεγάλες οδικές αρτηρίες της περιοχής για να αναπτυχθούν και να μεταβούν στο κέντρο της πόλης, χτυπώντας μέσα στην καρδιά της εξέγερσης.

Η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, προσέδωσε στην κοινωνική εξέγερση τον χαρακτήρα πολέμου για την εθνική ανεξαρτησία και χιλιάδες μαχητές προσήλθαν εθελοντικά για να ενισχύσουν την αντίσταση. Οι μαχητές οχυρώθηκαν στις μεγάλες πολυκατοικίες που περιέβαλαν τους κεντρικούς δρόμους της Βουδαπέστης με στόχο να εμποδίσουν τα άρματα μάχης από το να φτάσουν στο κέντρο της πόλης. Γενικό σχέδιο για την υπεράσπσιη της πόλης δεν υπήρχε αφού οι διάσπαρτες ένοπλες ομάδες δεν ήταν ενταγμένες σε κάποια κεντροποιημένη ιεραρχική δομή. Αλλά το έλειμμα στρατηγικού σχεδιασμού αναπληρώθηκε με το παραπάνω από την τακτική ευφυΐα, την τόλμη και την ευρηματικότητα που επέδειξαν επαναστάτες διοικητές όπως ο Γιάνος Μπάρανυ και ο Ιστβαν Κόβακς στο πεδίο της μάχης. Επιπλέον, οι επαναστατικές ταξιαρχίες δεν είχαν συγκροτηθεί στα πρότυπα κάποιου επιχειρησιακού οργανογράμματος, αλλά συστάθηκαν αυθόρμητα με πυρήνα τη γειτονιά, τη συνοικία ή το δημοτικό διαμέρισμα το οποίο υπερασπίζονταν. Οι νυν συμπολεμιστές είχαν προηγουμένως υπάρξει γείτονες ή συνάδελφοι. Πολεμούσαν για να προστατέψουν τα σπίτια και τις οικογένειες τους και μπορούσαν να υπολογίζουν στην αμέριστη συμπαράσταση του πληθυσμού της πόλης. Οι μαχητές δεν διέθεταν βαρύ οπλισμό με τον οποίο μπορούσαν να αναχαιτίσουν τα σοβιετικά τανκς, κατόρθωσαν όμως να αχρηστεύσουν έναν ικανό αριθμό αρμάτων επιστρατεύοντας αυτοσχέδιες μεθόδους. Μια μέθοδος ήταν να καταβρέχουν το οδόστρωμα με πετρέλαιο. Όταν τα άρματα πλησίαζαν, οι μαχητές τους έβαζαν φωτιά πυροβολώντας το εύφλεκτο υγρό ή εκσφενδονίζοντας χειροβομβίδες. Μια άλλη, ήταν η εκτενής χρήση αυτοσχέδιων εμπρηστικών βομβών. Παράτολμοι νεαροί πλησίαζαν πεζή τα τανκς, σκαρφάλωναν στους πυργίσκους κι έριχναν μέσα βόμβες μολότωφ πυρπολώντας το εσωτερικό. Όσα Ρωσικά πληρώματα γλίτωναν από τις φλόγες θερίζονταν από τους σκοπευτές που ήταν ακροβολισμένοι στις στέγες των κτιρίων κατά την προσπάθεια τους να διαφύγουν. Τα κατεστραμμένα τανκς οι μαχητές τα χρησιμοποιούσαν σαν οδοφράγματα.

Γεγονός είναι πως οι σοβιετικοί διέπραξαν σοβαρά σφάλματα κατά το στάδιο του σχεδιασμού των επιχειρήσεων. Είναι σίγουρο πως ο Μαλίνιν υποτίμησε τη δύναμη και την ικανότητα του εχθρού που επρόκειτο να αντιμετωπίσει. Οι Ρώσοι περίμεναν ότι θα αναμετρηθούν με έναν συρφετό από από συμμορίτες και περιθωριακούς. Αντ’ αυτού, βρέθηκαν στροβιλιζόμενοι στη δίνη ενός παλλαϊκού πολέμου, αντιμέτωποι με μια εχθρική πόλη που μισούσε τον εισβολέα και πρόσφερε καταφύγιο στους υπερασπιστές της. Τραγικό σφάλμα αποτέλεσε και η μη χρησιμοποίηση επικουρικών μονάδων πεζικού για την υποστήριξη της δράσης των τεθωρακισμένων. Οι Ρώσοι περίμεναν ότι τα άρματα με τη συνδρομή των ανδρών της AVH θα ήταν ικανά από μόνα τους να κάμψουν την αντίσταση των εξεγερμένων. Δεν είχαν όμως υπολογίσει το υψηλό αγωνιστικό φρόνημα που διακατείχε τους επαναστάτες, την αυθόρμητη προσχώρηση πολλών στρατιωτών στις γραμμές τους, καθώς και την τακτική ευελιξία του κλεφτοπόλεμου που διεξήγαγαν.

Γρήγορα, η Ρωσική επιχείρηση αποκατάστασης της τάξης έδωσε τη θέση της σε ένα γενικευμένο αντάρτικο πόλης. Ο ιστορικός Καρτιέ σημειώνει ότι μέχρι το μεσημέρι της 24ης οι Σοβιετικοί δεν είχαν πετύχει να ανακαταλάβουν τα εδάφη που κρατούσαν οι μαχητές. Σκληρές μάχες μαίνονταν σε κομβικά σημεία της πόλης, όπως στην πλατεία Μπόραρος, όπου οι επαναστάτες είχαν συγκεντρώσει μεγάλη δύναμη πυρός και είχαν καταφέρει να ανακόψουν προσωρινά την προέλαση των αρμάτων. Μετά από δώδεκα ώρες επιχειρήσεων, τα κύρια ορμητήρια των επαναστατών στον κινηματογράφο Κόρβιν, στο κτίριο της Ραδιοφωνίας και στο βιβλιοπωλείο Σάμπαντ Νεπ παρέμεναν στα χέρια της αντίστασης. Οι αντιστασιακές ομάδες ήλεγχαν πλήρως το όγδοο και ένατο δημοτικό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, ενώ τα εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας στη νήσο Τσέπελ, απ’ όπου οι μαχητές προμηθεύονταν τον οπλισμό και τα πολεμοφόδια τους, εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο των ένοπλων εργατών. Οι Ρώσοι στρατηγοί έστειλαν τανκς για να διώξουν την εργατική πολιτοφυλακή και να ανακαταλάβουν τα εργοστάσια αλλά, όπως γράφει ο Καρτιέ, «Στη Νήσο Τσέπελ, αλλάζουν ακτεύθυνση όταν βρίσκονται μπροστά στα οδοφράγματα των εργοστασίων. Οι στρατιώτες ήξεραν ότι θα είχαν να συντρίψουν ένα φασιστικό πραξικόπημα. Βρίσκουν απέναντι τους εργάτες». Η εκστρατεία των Σοβιετικών βαθμιαία εκφυλιζόταν σε μια σειρά σπασμωδικών ενεργειών αντεκδίκησης από μέρους των Ρωσικών στρατευμάτων, που αδυνατώντας να προελάσουν, πυροβολούσαν τυφλά εναντιων των όμορφων κτιρίων της πόλης με στόχο να προκαλέσουν όσο το δυνατό μεγαλύτερες υλικές καταστροφές και απώλειες μεταξύ των αμάχων. Από την άλλη, η αποτυχία της Σοβιετικης επέμβασης συντέλεσε στην περαιτέρω εδραίωση των επαναστατικών δυνάμεων στη Βουδαπέστη και τη δημιουργία γεωγραφικών ζωνών που τελούσαν υπό την αποκλειστική δικαιοδοσία των ένοπλων μαχητών.

Μία εύθραυστη εκεχειρία

Η πρώτη ενέργεια του Νάγκι ως πρωθυπουργού ήταν να απευθύνει δημόσια προειδοποίηση στους μαχητές ότι είχε θέσει σε ισχύ τον στρατιωτικό νόμο και να απαιτήσει με διάγγελμά του την άμεση παύση των εχθροπραξιών και την παράδοση του οπλισμού της λαϊκής πολιτοφυλακής. Μπορεί ο Νάγκι να είχε υπάρξει ο εκλεκτός των μαζών αλλά γνώριζε πως η αφοσίωσή τους εξαρτιόταν από τον βαθμό στον οποίο η νέα κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να ικανοποιήσει τα λαϊκά αιτήματα όπως αυτά διατυπώνονταν στις εξαγγελίες των Επαναστατικών Συμβουλίων. Ο Νάγκι δεν επιθυμούσε να είναι όμηρος στα χέρια των επαναστατών, ενώ από την άλλη, ήταν υποχρεωμένος να δείξει στον Χρουτσώφ ότι μπορούσενα επιβληθεί στο λαϊκό κίνημα και να αποκαταστήσει την τάξη.

Πολύ γρήγορα όμως συνειδητοποίησε πως όλη η δύναμη ήταν με το μέρος των Συμβουλίων. Στις 25/10 μια εκλεγμένη επιτροπή των εργατών του Μισκολτς επισκέφτηκε τον Νάγκι για να του ανακοινώσει τα αιτήματά τους, εμπνευσμένα από το επαναστατικό πρόγραμμα που είχαν επεξεργαστεί οι φοιτητές της πόλης. Επίσης, του έκαναν γνωστό πως το «Εργοστάσιο Μεταλλουργικής Λένιν» είχε αποστείλει εντολοδόχους για να παρακολουθήσουν τις εργασίες της συνέλευσης πολιτών που συνήλθε στην πανεπιστημιούπολη του Μίσκολτς. Η έλευση αυτής της αντιπροσωπείας από ένα εργοστάσιο – έμβλημα της Ουγγρικής βιομηχανίας, έπεισε τον έμπειρο πολιτικό ότι η εργατική τάξη εγκατέλειπε μαζικά το HWP και τασσόταν με το μέρος της εξέγερσης. Στις 28/10 ο Νάγκι υπέστη και το δεύτερο σοκ. Ο Αττίλα Ζιγκέτι της Εθνικής Επιτροπής του Γκυόρ, επέδωσε τελεσίγραφο με το οποίο απαιτούσε να διατάξει ο πρωθυπουργός την άμεση κατάπαυση του πυρός στην πρωτεύουσα. Ειδάλλως, απειλούσε, «οι κάτοικοι της Υπερδουναβίας θα προστρέξουν σε βοήθεια των αγωνιστών της Βουδαπέστης».

Ο Ζιγκέτι ενήργησε κατ’αυτόν τον τρόπο για δύο λόγους. Πρώτον, δεχόταν ισχυρές πιέσεις απότους ριζοσπάστες μέσα στο Επαναστατικό Συμβούλιο του Γκυόρ για να επιτρέψει στους επαναστάτες να εκστρατεύσουν κατά των σοβιετικών στρατευμάτων που βρίσκονταν στη Βουδαπέστη. Δεύτερον, ήθελε με αυτόν τον τρόπο να δείξει στον Νάγκι ότι εάν εξακολουθούσε να ανέχεται τον Ρωσικό παρεμβατισμό, κινδύνευε να αλλοτριώσει τα μετριοπαθή στοιχεία μέσα στο επαναστατικό κίνημα που επιθυμούσαν μια μοαρφή συνεργασίας με την κυβέρνηση και να στρέψει την εξέγερση προς μία ακόμη πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Αλλά εκτός του Νάγκι και οι Ρώσοι είχαν πολλά να ωφεληθούν από μια διπλωματική προσεγγιση με τους επαναστάτες. Από στρατιωτικής άποψης ήταν πλέον εμφανές ότι τα σοβιετικά στρατεύματα δεν επαρκούσαν για την καταστολή της εξέγερσης. Οι Ρώσοι στρατιώτες ήταν κουρασμένοι και αποθαρρυμένοι ενώ πολλοί είχαν ξεκινήσει συναναστροφές με τον εχθρό έχοντας πλέον απαλλαγεί από τις όποιες αυταπάτες είχαν περί της βάρβαρης αποστολής που τους είχε ανατεθεί. Σαν να μην έφτανε αυτό, η επαρχία βρισκόταν σε αναβρασμό. Στη Βαρπαλότα, επαρχιακή πόλη μέσα από την οποία περνούσαν οι Ρωσικές γραμμές ανεφοδιασμού, οι σοβιετικοί έχασαν δεκατρείς στρατιώτες κι έναν λοχαγό σε μία μέρα, σε αψιμαχίες με την τοπική εργατική πολιτοφυλακή. Από πολιτικής άποψης το HWP είχε αρχίσει να μοιάζει με παρασιτικό οργανισμό, προσκολλημένο στο σώμα της Ουγγρικής κοινωνίας. Όλες οι κοινωνικές δυνάμεις είχαν στραφεί εναντίον του, οι ακτιβιστές του είχαν αποσκιρτήσει, ενώ ο κομματικός του μηχανισμός σε όλη τη χώρα είχε θρυμματιστεί. Ακόμα κι αν οι Ρώσοι κατάφερναν να συντρίψουν την εξέγερση την επόμενη μέρα, το HWP δεν ήταν πια σε θέση να κυβερνήσει.

Έχοντας πλέον την έγκριση του Κρεμλίνου, ο Νάγκι διέταξε την κατάπαυση του πυρός σε όλη τη χώρα. Τα τεθωρακισμένα όφειλαν να αποσυρθούν άμεσα από την πρωτεύουσα. Η κυβέρνηση ανασχηματίστηκε. Τον αιμοδιψή Γκέρε διαδέχτηκε στη θέση του Γ.Γ. ο Γιάνος Κάνταρ, ένας υποψήφιος που ήταν αποδεκτός από όλες τις εμπόλεμες παρατάξεις. Από το ραδιόφωνο, ανακοινώθηκε στο λαό η επίσημη αναγνώριση των επαναστατικών οργανώσεων από το κράτος, η διάλυση της AVH και η δημιουργία ενός καινούριου σώματος ασφαλείας που θα ενσωμάτωνε στις τάξεις του τους ένοπλους επαναστάτες μαχητές. Τέλος ανακοινώθηκε η άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων σε κυβερνητικό επίπεδο για την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από τη χώρα. Σε αντάλλαγμα, οι εξεγερμένοι όφειλαν να καταθέσουν τα όπλα τους και να τερματίσουν την πενθήμερη Γενική Απεργία που είχε γονατίσει την οικονομία του Κράτους.

Οι διαπραγματεύσεις όμως δεν ήταν εύκολες. Οι μαχητές είχαν πετύχει μία προσωρινή νίκη έναντι της σοβιετικής αυτοκρατορίας και δεν ήθελαν να αφοπλιστούν προτού λάβουν εγγυήσεις ότι το HWP δε θα επέστρεφε στην εξουσία. Γι’ αυτό επέμειναν ιδιαιτέρως σε δύο βασικούς διαπραγματευτικούς όρους : α) Την άμεση εκκένωση της χώρας από τις δυνάμεις των Ρώσων και β) την κατάργηση του σοβιετικού συστήματος διακυβέρνησης. Ακόμη, οι μαχητές κατέστησαν σαφές ότι θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους μόνο σε στρατιώτες του Ουγγρικού στρατού, αφότου η αποχώρηση του Ρωσικού στρατού είχε ολοκληρωθεί. Οι παραπάνω όροι φυσικά ήταν ανάθεμα για τους σοβιετικούς. Η διαλλακτική στάση που τήρησε ο Νάγκι απέναντι στις διεκδικήσεις των επαναστατών υπέσκαψε το κύρος του μεταξύ των Ρώσων ηγετών και τροφοδότησε τις υποψίες αυτών που τον έβλεπαν σαν υποκινητή «αντεπαναστικών» (δηλαδή αντι-σοβιετικών) διαδικασιών.

Στο μεταξύ, τα πολιτικά κόμματα που είχαν λάβει μέρος στις τελευταίες εθνικές εκλογές του 1948-9 επανιδρύονταν το ένα μετά το άλλο και διεκδικούσαν τη συμμετοχή τους σε μία κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ανάλογα με τον αριθμό των ψήφων που είχαν λάβει το 1948. Μέσα σε λίγες μέρες, επανεμφανίστηκαν διαδοχικά το Ουγγρικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα με αρχηγό την Άννα Τίλντυ, το Εθνικό Αγροτικό Κόμμα του Φέρεντς Φάρκας, το Κόμμα των Μικροϊδιοκτητών του Μπέλα Κόβακς, κλπ. Πολλοί δυτικοί ιστορικοί υποδεικνύουν αυτήν την περίοδο ως την καθοριστική στιγμή κατά την οποία η δημοκρατία επανέρχεται στην Ουγγαρία. Εμείς θα διαφωνήσουμε, παραθέτοντας την άποψη της μεγάλης φιλοσόφου Χάνα Άρεντ όταν έγραψε ότι, «η άνοδος των Συμβουλίων και όχι η παλιννόρθωση των κομμάτων, ήταν το ξεκάθαρο σημάδι μιας αληθινής έξαρσης της δημοκρατίας κατά της δικτατορίας, της ελευθερίας κατά της τυρρανίας».

Για τους σοβιετικούς η δυναμική ανασύσταση των αστικών κομμάτων και η είσοδός τους στην κυβέρνηση αποτελούσε προμήνυμα επιστροφής στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που υπήρχαν πριν το 1949. Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που να υποστηρίζουν την άποψη ότι τα αστικά κόμματα προετοίμαζαν το έδαφος για την κατάλυση του σοσιαλιστικού συστήματος. Στις 29/10 η «Επαναστατική Επιτροπή των Ουγγρων Διανοουμένων», μια οργάνωση που δημιουργήθηκε για να συστεγάσει τις διάφορες επαναστατικές παρατάξεις και εκπροσωπούσε τη ριζοσπαστική, προλεταριακή τάση των επαναστατικών συμβουλίων, διακήρυξε πως η βούληση των επαναστατικών οργανώσεων ήταν να μεταρρυθμίσουν το πολιτικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα ανέπαφες τις βασικές δομές του σοσιαλιστικού καθεστώτος ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Με άλλα λόγια, επιθυμούσαν έναν σοσιαλισμό με δημοκρατικό πρόσωπο.

Οι αρχικές δηλώσεις των ηγετών των αστικών κομμάτων ήταν περίπου στο ίδιο πνεύμα. Η Πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος έγραψε την 1η Νοεμβρίου : «Ας φυλάμε τα εργοστάσια, τα ορυχεία και την γη που πρέπει να παραμείνουν στα χέρια του λαού», ενώ ο Φέρεντς Φάρκας δήλωνε πως, «Η κυβέρνηση θα διατηρήσει όσα σοσιαλιστικά επιτεύγματα μπορούν και πρέπει να χρησιμοποιούνται σε μια ελεύθερη, δημοκρατική και σοσιαλιστική χώρα, σύμφωνα με την επιθυμία του λαού». Παρ’όλα αυτά, ήταν φυσικό για τα κόμματα να προσαρμόσουν τη γραμμή τους στις επιθυμίες των μαζών, τη στιγμή που ήταν απολύτως εξαρτημένα από τη στήριξη των επαναστατικών επιτροπών. Τί θα γινόταν όμως μετά από μια ενδεχόμενη αποκατάσταση ενός κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης και την αναγκαστική διάλυση των επαναστατικών συμβουλίων; Ουδείς μπορεί να πει με σιγουριά, αλλά μια υπαναχώρηση των κομμάτων από τις ιδρυτικές δεσμεύσεις τους ουδόλως μπορεί να αποκλειστεί. Ήδη τα χαρτοφυλάκια του νέου Υπουργικού Συμβουλίου είχαν διανεμηθεί σχεδόν εξ’ολοκλήρου στους εκπροσώπους της παλαιάς κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας. Μόνο το Υπουργείο Πολέμου βρισκόταν στα χέρια του Συνταγματάρχη Παλ Μάλετερ, ο οποίος διατηρούσε δεσμούς με τις επαναστατικές μαχητικές οργανώσεις.

Αντιδρώντας σε αυτή την προσπάθεια υποσκέλισης των λαϊκών δημοκρατικών οργάνων μερικοί επαναστάτες ηγέτες επιδίωξαν την πολιτική χειραφέτηση των συμβουλίων από την κεντρική κυβέρνηση. Ο Γιόζεφ Ντούντας, αρχηγός μιας ομάδας 400 ενόπλων της Βουδαπέστης, επιχείρησε να συγκαλέσει ένα «Επαναστατικό Κοινοβούλιο» που θα απαρτιζόταν αποκλειστικά από εκλεγμένα μέλη των συμβουλίων και των επαναστατικών επιτροπών. Στο Γκυορ, μια ομάδα ενόπλων από τη Βουδαπέστη με αρχηγό τον Λάγιος Σομογκυβάρυ παραβρέθηκε στην ιδρυτική συνέλευση του Εθνικού Συμβουλίου Υπερδουναβίας και επιχείρησε να αναγνωριστεί ως νόμιμη κυβέρνηση της χώρας. Τελικά, κανένα από τα δύο σχέδια δεν ευοδώθηκε. Ο Ντούντας επικηρύχθηκε από τις επαναστατικές αρχές στην πρωτεύουσα επειδή η ομάδα του είχε διαπράξει φόνους αντεκδίκησης εις βάρος πρώην πρακτόρων της μυστικής αστυνομίας. Το πραξικόπημα του Σομογκυβάρυ απετράπη την τελευταία στιγμή από ένα μέρος της πολιτοφυλακής του Γκυορ, που παρενέβηκε για να βοηθήσει τους μετριοπαθείς υποστηρικτές της κυβέρνησης και συνέλαβε τον Σομογκυβάρυ και τους οπαδούς του.

«Επιχείρηση Ανεμοστρόβιλος»

Παρ’ όλο που η πολιτική κατάσταση έμοιαζε να ομαλοποιείται, μια ακαθόριστη απειλή έμοιαζε να πλανάται πάνω από τη χώρα. Από την 1η Νοεμβρίου, ο νέος Γενικός Γραμματέας Γιάνος Κάνταρ είχε εξαφανιστεί και κανείς δε γνώριζε πού βρισκόταν. Στα σύνορα με τη Ρουμανία και τη σοβιετική Ουκρανία παρατηρείτο αυξημένη κινητικότητα των Ρωσικών στρατευμάτων, παρά το γεγονός ότι οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις για την ειρηνική αποχώρηση του σοβιετικού στρατού βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη. Το επιτελείο του Νάγκι αρχικά υπέθεσε πως η αναδιάταξη των σοβιετικών δυνάμεων οφειλόταν σε μια επικείμενη επίθεση των δυτικών, αφού τα στρατεύματα που καθημερινά συνέρρεαν στην επικράτεια της Ουγγαρίας ήταν πολυπληθή και καλά εξοπλισμένα. Η υπόθεση αυτή καταρρίφθηκε όταν η Αυστρία, η οποία μόλις πρόσφατα είχε αναγνωριστεί σαν ουδέτερο κράτος, ανακοίνωσε τη δημιουργία αποστρατικοποιημένης ζώνης βάθους 30 χλμ. στα σύνορά της με την Ουγγαρία. Ο πρεσβευτής Αντρόποφ κλήθηκε στο Κοινοβούλιο για διαβουλεύσεις. Ο Αντρόποφ ήταν καθησυχαστικός και διαβεβαίωσε τον Νάγκι ότι οι κινήσεις των στρατευμάτων συνδέονταν με τις προετοιμασίες των σοβιετικών για την απόσυρση του Κόκκινου Στρατού από τη χώρα. Παρόμοιες διαβεβαιώσεις έλαβε ο Νάγκι από τους στρατηγούς Μάλετερ και Κύραλι, τους επικεφαλείς της Ουγγρικής στρατιωτικής επιτροπής που βρισκόταν στη σοβιετική στρατιωτική βάση Τοκολ στα περίχωρα της Βουδαπέστης για να ρυθμίσουν τις τεχνικές λεπτομέρειες της Ρωσικής αποχώρησης. Ο Μάλετερ μετέφερε στο Νάγκι ότι οι Ρώσοι τους υποδέχτηκαν με τις πρέπουσες τιμές και ότι οι διαπραγματεύσεις διεξάγονταν σε «φιλικό κλίμα».

Φυσικά, οι Ρώσοι δεν είχαν σκοπό να αποχωρήσουν. Από τα τέλη Οκτωβρίου η Σοβιετική ηγεσία είχε άρει την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο του Ναγκι, ο οποίος μέρα με τη μέρα θεωρούσαν πως υπέκυπτε όλο και περισσότερο στις πιέσεις που του ασκούσαν οι «δυνάμεις της αντίδρασης», δηλαδή τα αστικά κόμματα. Μια νέα «επαναστατική» κυβέρνηση με επικεφαλή τον Γιάνος Κάνταρ, που είχε ταξιδέψει μυστικά στη Μόσχα, συγκροτήθηκε σε Ρωσικό έδαφος. Στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε. ο Κάνταρ τόλμησε να ψελλίσει πως η νέα κυβέρνηση δε θα έπρεπε να είναι μια δοτή κυβέρνηση. Περιττό να πούμε πως το πρόγραμμα της κυβέρνησης του Κάνταρ ήταν γραμμένο στα Ρωσικά. Ο Χρουτσώφ φοβόταν πως μια ενδεχόμενη απώλεια της Ουγγαρίας θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένδειξη αδυναμίας της ΕΣΣΔ από το αντίπαλο καπιταλιστικό μπλοκ, αλλά και από τους εσωκομματικούς σταλινιστές αντιπάλους του.

Πίσω στην Ουγγαρία ο φόβος για μια επικείμενη σοβιετική επίθεση μεγάλωνε. Με τρόπο αθόρυβο αλλά μεθοδικό ο Ρωσικός στρατός ολοκλήρωνε τις προετοιμασίες του για μια μαζική εισβολή. Ρωσικά στρατεύματα περικύκλωσαν τις μεγάλες πόλεις και τα αεροδρόμια, έκλεισαν τα δυτικά σύνορα με την Αυστρία και αποκατέστησαν το σιδηροδρομικό δίκτυο που είχε μπλοκαριστεί από τα οδοφράγματα των απεργών. Ο Νάγκι δεν ήξερε πώς να ενεργήσει. Από τη μία, η ανάγκη λήψης μέτρων για την άμυνα της χώρας ήταν επιτακτική. Από την άλλη, φοβόταν πως οποιαδήποτε βεβιασμένη ενέργεια μπορούσε να πυροδοτήσει μια νέα σοβιετική επίθεση. Εξάλλου, είχε λάβει τις επίσημες διαβεβαιώσεις του πρεσβευτή Αντρόποφ περί των ειρηνικών προθέσεων της ΕΣΣΔ. Τελικά, στις 03/11 το Υπουργικό Συμβούλιο ψήφισε ομόφωνα υπέρ της εξόδου της Ουγγαρίας από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Νάγκι ήλπιζε να αφαιρέσει και το τελευταιο νομικό πρόσχημα που θα μπορούσαν αν επικαλεστούν οι Ρώσοι για να δικαιολογήσουν μια στρατιωτική επέμβαση. Την ίδια μέρα ο συνταγματάρχης Άντρας Μάρτον κλήθηκε εσπευσμένα από τη στρατιωτική ακαδημία στην οποία δίδασκε προκειμένου να καταστρώσει σχέδιο άμυνας της χώρας ενάντια στο ενδεχόμενο μιας δεύτερης Ρωσικής επίθεσης. Ενδεικτικό της σύγχυσης και της αναποφασιστικότητας που επικρατούσε στο Ουγγρικό στρατόπεδο είναι το γεγονός ότι ο Μάρτον αποδεσμεύτηκε από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα μόλις στις 02/11, όταν τα Ρωσικά στρατεύματα βρίσκονταν ήδη σε πλήρη ανάπτυξη μέσα στο Ουγγρικό έδαφος και η επικοινωνία με τις κατά τόπους μονάδες του Ουγγρικού στρατού είχε γίνει ιδιαίτερα δύσκολη.

Σε κάθε περίπτωση, η «Επιχείρηση Ανεμοστρόβιλος», κωδική ονομασία της Ρωσικής επιχείρησης, δεν ήταν απλώς ένα σχέδιο επέμβασης στην Ουγγαρία. Ήταν ένα σχέδιο επανακατάκτησης της χώρας που περιελάμβανε όλες τις παραμέτρους μιας πολεμικής εκστρατείας. Τα διαθέσιμα στρατεύματα ανέρχονταν σε 150.000 άνδρες και 6.000 άρματα μάχης. Οι στρατιώτες ήταν όλοι Ασιατικής καταγωγής, Ουζμπέκοι και Κιργίσιοι, που δε μίλαγαν Ουγγρικά και δεν είχαν υπηρετήσει ούτε μία μέρα σε Ουγγρικό έδαφος. Τα τανκς ήταν τα εξελιγμένα τεχνολογικά Τ-54, που διέθεταν ενισχυμένη αρματωσιά και δεν μπορούσαν να καταστραφούν από εμπρηστικές βομβες. Η αρχηγία των ρωσικών δυνάμεων είχε ανατεθεί στον στρατάρχη Κόνεφ, ανώτατο διοικητή των ενόπλων δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Για την αεροπορική κάλυψη της εκστρατείας είχαν επίσης διατεθεί μοίρες μαχητικών αεροσκαφών.

Ο τύπος του οπλισμού και το αριθμητικό μέγεθος των Ούγγρων υπερασπιστών δεν μας είναι γνωστό. Δεδομένου ότι οι απώλειές τους μετά το τέλος των μαχών ανήλθαν σε 2.500 νεκρούς και 13.000 τραυματίες, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον 20.000 με 25.000 άτακτοι μαχητές έλαβαν μέρος στη μάχη κατά της Ρωσικής εισβολής. Εάν σε αυτόν τον αριθμό προσθέσουμε και τους στρατιώτες του τακτικού στρατού που πολέμησαν στο πλευρό των επαναστατών, τότε ο συνολικός αριθμός των μαχητών της αντίστασης πιθανότατα έφτανε τους 35.000 με 40.000 άνδρες. Ο οπλισμός τους δεν ήταν ομοιόμορφος και διέφερε από ομάδα σε ομάδα και από πόλη σε πόλη, ανάλογα με την πληρότητα των πολεμικών προετοιμασιών που είχαν διεξαχθεί σε τοπικό επίπεδο και τη συμβολή του στρατού σε αυτές τις προετοιμασίες.

Κυρίαρχο ζήτημα για την έκβαση των επιχειρήσεων ήταν η στάση που θα κρατούσε ο Ουγγρικός στρατός. Όπως αναφέρει η έκθεση του ΟΗΕ για τα γεγονότα στην Ουγγαρία, οι περισσότεροι ανώτεροι αξιωματικοί ήταν φιλοσοβιετικοί. Παρ’όλα αυτά, ούτε ένας αξιωματικός δεν πολέμησε στο πλευρό του στρατού εισβολής. Απλώς πολλοί επέλεξαν να παραμείνουν ουδέτεροι στη σύγκρουση που εκτυλισσόταν μπροστά τους. Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία των κατώτερων αξιωματικών, υπαξιωματικών και οπλιτών αντιστάθηκαν αφ’εαυτού στη Ρωσική εισβολή, πολλές φορές κατά παράβαση των διαταγών που είχαν λάβει από τους ανωτέρους τους (διοικητές στρατοπέδων, κλπ.). Ο λόγος ήταν ότι οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν άτομα ταπεινής κοινωνικής προέλευσης, που κατάγονταν από εργατικές ή αγροτικές οικογένειες και ευθυγραμμίζονταν πλήρως με τα αιτήματα των επαναστατών για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη. Σε κάθε περίπτωση, η δράση του τακτικού στρατού ήταν αποσπασματική διότι οι μονάδες του ήταν διασκορπισμένες και αποκομμένες μεταξύ τους. Επίσης, η κεντρική διοίκηση είχε τεθεί εκτός λειτουργίας αφού, κόντρα σε κάθε σύμβαση της διεθνούς διπλωματίας, οι Ρώσοι είχαν συλλάβει τους στρατηγούς Μάλετερ και Κύραλι και είχαν αφήσει τον στρατό χωρίς ανώτατη διοίκηση.

Χάρις στο διπλωματικό τέχνασμα των σοβιετικών, η πρώτη φάση της εισβολής ολοκληρώθηκε χωρίς σοβαρή αντίσταση. Υπήρχε σε ισχύ η διαταγή του Νάγκι προς τους διοικητές των μονάδων της πολιτοφυλακής να μην ανοίξουν πυρ κατά των Ρωσικών στρατευμάτων που υποτίθεται πως ετοιμαζόντουσαν να εκκενώσουν τη χώρα. Έτσι τα τανκς έφτασαν μέχρι τα περίχωρα της Βουδαπέστης χωρίς να έχουν ρίξει ούτε έναν πυροβολισμό. Μόνο στις 04/11, ο Νάγκι ανακοίνωσε από το ραδιόφωνο ότι τα σοβιετικά στρατεύματα δεν βρίσκονταν στη χώρα κατόπιν πρόσκλησης της κεντρικής κυβέρνησης. Ο αιωνίως αναποφάσιστος Νάγκι απέφυγε να δώσει ρητή εντολή στους μαχητές να αντισταθούν, αλλά δεν τους απαγόρευσε και την αντίσταση.

Η Μάχη της Βουδαπέστης

Τα Ρωσικά άρματα αναπτύχθηκαν κατά μήκος της οδού Σοροκσάρι, έως την πλατεία Μπαραρός, προσπαθώντας να αποκόψουν τη Νήσο Τσέπελ, όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένες μεγάλες δυνάμεις της εργατικής πολιτοφυλακής, από το κέντρο της Πέστης. Παράλληλα, μια άλλη ίλη τεθωρακισμένων εισήλθε στην πόλη από τα βόρεια χρησιμοποιώντας την παλαιά οδό Βάτσι κι έφτασε μέχρι την ανατολική όχθη του Δούναβη, αποκλείοντας την εργατική περιοχή του Ουίπεστ και απαγορεύοντας την πρόσβαση στη Βούδα. Το Ρωσικό σχέδιο προέβλεπε μετωπικές επιθέσεις με υπερσυγκέντρωση δυνάμεων κατά των οχυρών θέσεων των επαναστατών και τμηματική ανακατάληψη του κέντρου της πόλης από τις δυνάμεις εισβολής.

Επειδή δεν υπήρχε οργανωμένο σχέδιο για την υπεράσπιση της πόλης, τα τανκς κατέλαβαν εύκολα ορισμένες ανοχύρωτες τοποθεσίες όπως την πλατεία του Κοινοβουλίου και την περιοχή γύρω από το Μέγαρο της Ραδιοφωνίας. Όπου όμως είχαν γίνει στοιχείωδεις αμυντικές προετοιμασίες τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Στη συνοικία γύρω από τον κινηματογράφο Κόρβιν διεξήχθησαν τρομερές μάχες. Η «ομάδα Κόρβιν», υπό την ηγεσία του εκλεγμένου διοικητή Γκέγκερλι Πόνγκρατς, ήταν από τις ισχυρότερες αντιστασιακές ομάδες. Οι επαναστάτες του Πόνγκρατς είχαν φροντίσει να ανανεώσουν τα αποθέματα τους σε πυρομαχικά, είχαν λάβει ταχύρρυθμη εκπαίδευση στη χρήση πυροβολικού από επαναστάτες αξιωματικούς και είχαν στην κατοχή τους περιορισμένο αριθμό αντιαρματικών όπλων. Χρειάστηκαν δύο ώρες μαζικών βομβαρδισμών από το σοβιετικό πυροβολικό και την αεροπορία για να υποχωρήσουν οι πολιτοφύλακες και να μπορέσουν οι Ρώσοι να καταλάβουν το αρχηγείο που είχαν εγκαταστήσει στον κινηματογράφο.

Σφοδρές μάχες διεξήχθησαν αυτήν τη φορά και στη Βούδα, στο 1ο και 2ο δημοτικό διαμέρισμα, αλλά και γύρω από τη φυσική οχυρή θέση της Σιταντέλα, στον λόφο Γκέλερτ. Οι μαχητές του 1ου και 2ου διαμερίσματος με αρχηγό τον πολίτη-διοικητή Γιάνος Σάμπο αντιστάθηκαν σθεναρά στη Ρωσική επέλαση. Δεκάδες φορές διασκορπίστηκαν από τις μανιασμένες σοβιετικές επιθέσεις, για να επανενωθούν ξανά και να πολεμήσουν σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης. Τελικά, μη μπορώντας να κρατήσουν την περιοχή ελέγχου τους υποχώρησαν προς το Χουβορλόγκυ και το Σολυμάρ όπου τελικά προδώθηκαν από την έλλειψη εφοδίων και πυρομαχικών.

Η Σιταντέλα ένα μεσαιωνικό φρούριο φτιαγμένο στο ψηλότερο σημείο της πόλης, προστατευόταν από μονάδες του τακτικού Ουγγρικού στρατού, συνεπικουρούμενες από άτακτους μαχητές της πολιτοφυλακής. Οι συνδυασμένες αυτές δυνάμεις αντέταξαν μια καλά οργανωμένη άμυνα και κατόρθωσαν να αποκρούσουν τις επανειλημμέννες σοβιετικές επιθέσεις. Οι Ρώσοι στρατηγοί επιθυμούσαν διακαώς την κατάληψη του λόφου επειδή από εκεί θα μπορούσαν να βομβαρδίζουν από πλεονεκτική θέση τους θύλακες της αντίστασης σε ολόκληρη την πόλη. Οι υπερασπιστές άντεξαν για τρεις συνεχείς ημέρες, αλλά χωρίς πυρομαχικά ή ενισχύσεις τελικά υπέκυψαν στις 07/11.

Η διάλυση της αντίστασης στο κέντρο της Πέστης και η κατάληψη του λόφου Γκέλερτ, επέτρεψαν στους σοβιετικούς να συγκεντρώσουν τα στρατεύματα τους για να εξαπολύσουν την επίθεση τους ενάντια στο Τσέπελ, το Ουίπεστ και τις άλλες εργατικές συνοικίες, όπου η αντίσταση ακόμη κρατούσε καλά. Την άμυνα των περιοχών αυτών είχαν οργανώσει τα τοπικά Επαναστατικά Συμβούλια. Στο Τσέπελ, οι πολιτοφύλακες είχαν ενισχυθεί από τη στρατιωτική φρουρά της περιοχής, ενώ έλαβαν και 85 πυροβόλα από στρατιώτες που ενεργούσαν ενάντια στις εντολές των διοικητών τους. Οι μαχητές διέθεταν ακόμη μπαταρίες υψηλής ισχύος τις οποίες χρησιμοποιούσαν σαν κρυμμένους εκρηκτικούς μηχανισμούς για να ανατινάζουν τα τανκς καθώς και αντιεροπορικά όπλα με τα οποία βομβάρδιζαν τον διάδρομο προσγείωσης στη σοβιετική βάση του Τόκολ.

Οι οδομαχείες στο Τσέπελ πήραν την μορφή ενός ανελέητου κλεφτοπολέμου. Οι πολιτοφύλακες έστηναν ενέδρες σε σοκάκια και δευτερεύοντες δρόμους που έτεμναν τις μεγάλες λεωφόρους και πλαγιοκοπούσαν τις Ρωσικές φάλαγγες. Έπειτα εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν σε άλλο σημείο για να χτυπήσουν τα οχήματα στο τέλος της πομπής των τεθωρακισμένων. Βαριές απώλειες υπέστησαν οι Ρώσοι και στην οδό Σοροκσάρι που ένωνε το Τσέπελ με το στρατιωτικό αεροδρόμιο του Τόκολ. Οι στρατιώτες που είχαν εγκατασταθεί ως μόνιμη φρουρά στον στρατηγικό αυτό δρόμο αποτελούσαν εύκολο στόχο για τους μαχητές που τους παρενοχλούσαν διαρκώς με αστραπιαίες, ξαφνικές επιθέσεις.

Δύο φορές οι Ρώσοι στρατηγοί απαίτησαν από τους επαναστάτες να παραδοθούν και δύο φορές οι περήφανοι εργάτες αρνήθηκαν να συνθηκολογήσουν. Στις 07/11 δόθηκε η διαταγή για τον μαζικό βομβαρδισμό του Τσέπελ από εδάφους και αέρος. Μαχητικά αεροσκάφη σφυροκοπούσαν τις βάσεις των επαναστατών με κάθετες εφορμήσεις, ενώ τα τεράστια κανόνια που είχαν τοποθετήσει οι Ρώσοι στο λόφο Γκέλερτ κατέκλυσαν τα εργοστάσια με οβίδες. Μέχρι τις 10/11 όλα τα εργοστάσια και οι αποθήκες που χρησίμευαν ως βάσεις για την αντίσταση είτε είχαν καταστραφεί ολοσχερώς από τους βομβαρδισμούς, ή είχαν καταληφθεί από τα σοβιετικά στρατεύματα. Η μάχη της Βουδαπέστης είχε τελειώσει. Η νίκη κόστισε στους σοβιετικούς 722 νεκρούς στρατιώτες και 1.251 τραυματίες.

Επίλογος

Η Ουγγρική επανάσταση πνίγηκε στο αίμα και το όνειρο για έναν δημοκρατικό, ελευθεριακό σοσιαλισμό διακόπηκε απότομα. Μετά από επτά ημέρες παραμονής στην πρεσβεία της Γιουγκοσλαβίας, ο Νάγκι μαζί με την έκπτωτη κυβέρνηση του αιχμαλωτίστηκε από τους σοβιετικούς. Εκτελέστηκε μυστικά δύο χρόνια μετά, τον Ιούνιο του 1958. Χιλιάδες μαχητές της πολιτοφυλακής δικάστηκαν από έκτακτα στρατοδικεία και εκτελέστηκαν. Μεταξύ αυτών ο Σάμπο, ο Ντούντας, ο Μπάρανυ και ο Πόνγκρατς. Η νέα «Επαναστατική Κυβέρνηση Εργατών-Αγροτών» του Γιάνος Κάνταρ εδραιώθηκε στην εξουσία. Ο σοβιετικός σοσιαλισμός όμως δεν είχε νικήσει οριστικά. Πήρε απλώς μια παράταση ζωής μέχρι το 1989, όταν τα απομεινάρια του σαρώθηκαν από τις δυνάμεις της Ιστορίας.

Advertisements

Οι «φίλοι» του Λαού

Οι νεοφιλελεύθεροι διαμορφωτές του δημόσιου διαλόγου αποκαλούν υποτιμητικά «λαϊκιστές» όσους υποστηρίζουν ότι ενάντια σε ένα οικονομικό σύστημα που φαίνεται πρόθυμο να καταβροχθίσει τις σάρκες του για να επιβιώσει, η πολιτική και η οικονομία οφείλουν να λειτουργούν με τρόπο που θα αποβαίνει σε όφελος της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας και όχι μόνο σε όφελος των πλούσιων και των ισχυρών. Η λειτουργική διάκριση γύρω από την οποία δομείται το πολιτικό μας σύστημα διαμορφώνεται ως εξής: Από την μία έχουμε το στρατόπεδο του «επιστημονικού μάνατζμεντ» της πολιτικής και της οικονομίας, τους αυτοαποκαλούμενους ρεαλιστές τεχνοκράτες που υποτίθεται ότι παίρνουν στα σοβαρά την ευθύνη που συνεπάγεται το αξίωμα τους κι έχουν επίγνωση των ορίων που θέτει η κρατική οικονομική δυσπραγία στο κυβερνητικό τους έργο. Από την άλλη, έχουμε τους έξαλλους εξουσιολάγνους της Αριστεράς που δεν διστάζουν να τάξουν «λαγούς με πετραχήλια» στον κοσμάκη, να συμπορεύονται με τα απομεινάρια του πελατειακού κράτους και να χαϊδεύουν τα αυτιά των ψηφοφόρων, σε μια απόπειρα να εκμεταλλευτούν την κοινωνική δυσαρέσκεια για δικό τους πολιτικό όφελος.
Αυτός ο διαχωρισμός ανάμεσα στους «καλούς» και τους «κακούς» του πολιτικού συστήματος δεν αποτελεί συγκυριακή εξέλιξη. Αντίθετα, πρόκειται για την βασική αντίθεση γύρω από την οποία δομεί τον λόγο της η σύγχρονη πολιτική εξουσία. Όταν ο Τζ. Μπους διέταξε την πανίσχυρη πολεμική μηχανή των ΗΠΑ να ισοπεδώσει το Ιράκ, αγνοώντας την συντριπτική αντίθεση της Αμερικανικής κοινής γνώμης στα πολεμοχαρή σχέδια του, διακήρυξε με μπόλικο θράσος ότι στον «μεγάλο ηγέτη» πέφτει το βάρος να παίρνει δύσκολες αποφάσεις που μπορεί να μην είναι αρεστές στον πολύ κόσμο. Ο ηγέτης ξέρει καλύτερα αφού έχει πρόσβαση στην πλήρη εικόνα της κατάστασης, σε αντίθεση με τον αφελή και ημιμαθή λαό που δεν γνωρίζει πάντα τι είναι προς το συμφέρον του. Από την άλλη, στο βιβλίο του «Σύγχρονη Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος», ο φιλελεύθερος βρετανός ιστορικός R. Clogg, επαναφέρει τη σύγκριση ανάμεσα στον «σοβαρό» και «υπεύθυνο» πολιτευτή Χ. Τρικούπη και τον λαοπλάνο αντίπαλο του Δηλιγιάννη. Σύμφωνα με τον Clogg, ο Τρικούπης πάσχιζε να ανορθώσει τα οικονομικά του νεοελληνικού κράτους εφαρμόζοντας αντιδημοφιλή μέτρα τα οποία είχαν σαν επακόλουθο πολιτικό κόστος για τον ίδιο και την παράταξη του. Αντίθετα, ο Δηλιγιάννης καραδοκούσε στην γωνία για να εκμεταλλευτεί την δυσαρέσκεια που προκαλούσαν οι πολιτικές του Τρικούπη για προσωπικό του συμφέρον και κατέστρεφε κάθε φορά με την αλόγιστη πολιτική του όσα με πολύ κόπο είχε δημιουργήσει ο Τρικούπης στην προηγούμενη κυβερνητική θητεία του. Τελικό επακόλουθο αυτής της εναλλαγής των δύο ανδρών στην εξουσία ήταν η χρεοκοπία του ελληνικού κράτους και η επιβολή από τις Μεγάλες Δυνάμεις του ταπεινωτικού καθεστώτος της επιτροπείας, το 1893.
Στις ζοφερές μέρες που διανύουμε, το παραδειγματικό εξουσιαστικό δίπολο αναπαράγεται με τον διαχωρισμό ανάμεσα στις «υπεύθυνες», φιλο-μνημονιακές δυνάμεις που από πατριωτικό καθήκον έχουν αναλάβει να φέρουν σε πέρας επώδυνες και λαομίσητες «μεταρρυθμίσεις» προκειμένου να «σώσουν τη χώρα» και τους δημαγωγούς που υπονομεύουν συστηματικά το «θεάρεστο» έργο της κυβέρνησης αποβλέποντας στην άνοδο τους στην εξουσία, χωρίς ωστόσο να διαθέτουν μια «ρεαλιστική» στρατηγική εξόδου από την κρίση. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ματιά θα μας πείσει ότι ο λαϊκισμός δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της μίας ή της άλλης μερίδας του πολιτικού συστήματος. Η πολιτική προπαγάνδα της δικομματικής χούντας περί «ανάπτυξης» κι «εξόδου στις αγορές» δεν είναι λιγότερο διφορούμενη από εκείνη της αντιπολίτευσης που υπόσχεται την ολική επαναφορά στο προηγούμενο μοντέλο του ελληνικού καπιταλισμού χωρίς την παραμικρή θυσία ή αναταραχή. Οι εργαζόμενοι καλούνται να υποστούν αδιαμαρτύρητα την δραματική χειροτέρευση του επιπέδου διαβίωσης τους, εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στο θολό όραμα μιας αφηρημένης «ανάπτυξης» τον χρονικό ορίζοντα και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της οποίας κανένας δεν μπαίνει στον κόπο να περιγράψει και να αναλύσει.
Η «ανάπτυξη» που μας υπόσχονται μέσω της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων έχει σαν κινητήρια δύναμη την επιβολή «ειδικών οικονομικών ζωνών», την καταβαράθρωση των μισθών, την διάλυση της εργατικής νομοθεσίας, την άγρια εκμετάλλευση του φυσικού μας πλούτου. Σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον αχαλίνωτου ανταγωνισμού, μόνο με αυτήν την προϋπόθεση θα πειστούν οι πολυεθνικές να μεταφέρουν τα περιοδεύοντα κεφάλαια τους στην Ελλάδα αντί να τα πάνε, για παράδειγμα, στην Βουλγαρία, εφόσον έχει προηγούμενα διαμορφωθεί το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο που θα τους εξασφαλίζει απόλυτη ελευθερία κινήσεων και θα τους επιτρέπει να μεγιστοποιήσουν την κερδοφορία τους ανεξάρτητα από το κοινωνικό ή περιβαλλοντικό κόστος που μπορεί να προξενήσουν οι δραστηριότητες τους. Θα μπορούσαμε μάλιστα να παρομοιάσουμε αυτό το καθεστώς απόλυτης επιχειρηματικής ελευθερίας που παραχωρείται στις πολυεθνικές, με την ασυλία που είχαν εξασφαλίσει οι ΗΠΑ για λογαριασμό των στρατευμάτων τους στο κατεχόμενο Ιράκ. Και φυσικά δεν πρόκειται για μια φάση μετάβασης προς ένα καλύτερο μέλλον, αλλά για μια μόνιμη και μη-αναστρέψιμη κατάσταση που εκπορεύεται από την στρατηγική επιλογή των ελίτ που κυβερνούν να εγκαταστήσουν στην Ελλάδα ένα καπιταλιστικό μοντέλο μπανανίας. Σε αυτή την περίπτωση όπου τίποτα πια δεν μένει για να υποσχεθεί κανείς, ο λαϊκισμός των επαγγελματιών πολιτικών που διαχειρίζονται την εξουσία προσλαμβάνει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο λόγος της εξουσίας παίρνει τόνο αυστηρού δασκάλου και γίνεται τιμωρητικός, σχεδόν εκδικητικός. Σταματά να χαϊδεύει τα αυτιά, δεν κολακεύει θυμικά και συνειδήσεις, αλλά ψέγει τους πολίτες για τα ελαττώματα τους και τους πετάει το μπαλάκι της ευθύνης εκεί όπου η ευθύνη πρέπει να αναζητηθεί σε αυτούς που τόσα χρόνια έπαιρναν τις αποφάσεις και υλοποιούσαν την κυβερνητική πολιτική. Το επονείδιστο «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου, λίγο απέχει από το «λεφτά υπάρχουν» του Παπανδρέου. Είναι και τα δύο, οι δύο όψεις του ίδιου λαϊκίστικου νομίσματος.
Ο λαϊκισμός λοιπόν πρωτίστως συνίσταται στην αναπαραγωγή και δικαιολόγηση του διαχωρισμού ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους και γι’ αυτό αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος. Οι σκληροπυρηνικοί νεοφιλελεύθεροι τύπου Μανδραβέλη και Μπ. Παπαδημητρίου εγκαλούν συλλήβδην όλους τους ιδεολογικούς αντιπάλους τους για δημαγωγία και «λαϊκισμό». Απαξιώνουν ακόμη και φιλολαϊκά καθεστώτα όπως αυτό του εκλιπόντος Τσάβεζ στην Βενεζουέλα με τον χαρακτηρισμό του «λαϊκίστικου», παριστάνοντας ότι δεν βλέπουν τις χειροπιαστές βελτιώσεις που έχουν επιφέρει οι μεταρρυθμίσεις που επέβαλε το μπολιβαριανό καθεστώς στις ζωές των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων της κοινωνίας. Ωστόσο, αν όσοι πολιτικοί ισχυρίζονται πως έχουν τη διάθεση να εργαστούν για να βοηθήσουν τους αδύναμους και να πάρουν μέτρα που θα συμβάλλουν στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων είναι εξορισμού «ψεύτες», «απατεώνες» και «λαμόγια», όπως διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους τα νεοφιλελεύθερα παπαγαλάκια, συνεπάγεται από αυτό ότι εξορισμού ο ρόλος του επαγγελματία πολιτικού σε μια αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» δεν μπορεί να είναι άλλος απ’ το να υπηρετεί τον πλούσιο και τον ισχυρό, ενώ ξεζουμίζει παράλληλα τους εργαζόμενους και τους βιοπαλαιστές μέχρι τα έσχατα όρια της οικονομικής αντοχής τους. Είναι σαν να παραδέχονται έμμεσα οι εκπρόσωποι του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας ότι κανένα «φιλολαϊκό» μέτρο δεν μπορεί να καρποφορήσει και καμιά άνοδος του επιπέδου διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων δεν γίνεται να πραγματοποιηθεί μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Σε αυτήν την περίπτωση όμως είναι το οικονομικό σύστημα που θέλει τους φτωχούς να γίνονται φτωχότεροι και τους πλούσιους να γίνονται πλουσιότεροι, το οποίο επιβάλλεται να αντικατασταθεί και όχι οι «λαϊκιστές» πολιτικοί. Παράξενη ταύτιση αλήθεια των γραβατωμένων πολιτικών αναλυτών του ομίλου ΣΚΑΙ και της «Καθημερινής» με εκείνους τους ασυμβίβαστους κοινωνικούς αγωνιστές που βρίσκονται στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος και προτάσσουν την βίαιη ανατροπή του πολιτικοοικονομικού συστήματος σαν μοναδική λύση για τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι φτωχοί, οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι μέσα στην τρέχουσα οικονομική συγκυρία.
Ενάντια στις επιταγές της κοινής λογικής, οι οπαδοί του μνημονίου προσπαθούν να μας πείσουν να περιβάλλουμε με την εμπιστοσύνη μας την ίδια εκείνη πολιτική συμμορία που έφερε την χώρα στο χείλος του γκρεμού κι εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να απεργάζεται την καταστροφή μας. Πρόκειται για το σάπιο σύστημα του δικομματισμού που διέλυσε την κοινωνία, κατάκλεψε τα εισοδήματα των πολιτών, ξάφρισε τα συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά ταμεία και τελικά δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να βάλει σε υποθήκη τις ζωές μας προκειμένου να διασώσει το φαύλο πολιτικό και οικονομικό σύστημα που υπηρετεί. Τούτο το εγκληματικό σύμπλεγμα εξουσίας υπόσχεται «ανάπτυξη» με τον ίδιο τρόπο που ο Στάλιν υποσχόταν την έλευση ενός κομμουνιστικού παραδείσου στο μέλλον, προκειμένου να δικαιολογήσει την επιβολή της στυγνής δικτατορίας του στο παρόν. Αναμφίβολα, υπάρχουν πολιτικοί, κόμματα και παρατάξεις που δεν διστάζουν να μοιράσουν ανεδαφικές υποσχέσεις με μοναδικό στόχο την ανάδειξη τους σε ηγεμονική πολιτική δύναμη. Εκείνοι όμως που βιάζονται να κατηγορήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ ότι με τις φιλολαϊκές εξαγγελίες του ρέπει προς τον λαϊκισμό, καλά θα κάνουν να αναρωτηθούν ποια θα ήταν η τύχη οποιουδήποτε πολιτικού συστήματος το οποίο δεν θα ήταν σε θέση να προσφέρει ένα ψήγμα ελπίδας και μια εναλλακτική λύση στους υπηκόους του.
Σε τελική ανάλυση ο λαϊκισμός είναι το μέσον χάρη στο οποίο οι ευρισκόμενοι σε ηγετικές θέσεις επιχειρούν να γεφυρώσουν το χάσμα που ανακύπτει με φυσικό τρόπο ανάμεσα σε αυτούς και τις «μάζες» που έχουν κάτω από την κυριαρχία τους. Είναι το ιδεολογικό όχημα που επιστρατεύουν οι ελίτ για να δημιουργήσουν μια πλασματική κοινότητα συμφερόντων, έναν συναισθηματικό δεσμό με αυτούς που εξουσιάζουν. Ακόμη περισσότερο είναι το τέχνασμα που χρησιμοποιούν οι κυβερνώντες για να διαιωνίζουν την γενικευμένη άγνοια των κυβερνώμενων και ενίοτε ακόμη και να μεταθέτουν σε αυτούς τις ευθύνες που βαρύνουν τους ίδιους για τις αποτυχίες τους ως ηγέτες και κατέχοντες την πολιτική εξουσία. Η κοινή συνισταμένη ανάμεσα στον λαϊκισμό της κυβέρνησης και τον λαϊκισμό της αντιπολίτευσης είναι ότι και οι δύο ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν τι είναι καλό για εμάς, καλύτερα από εμάς. Και οι δυο αντιμετωπίζουν τον λαό σαν μια ανεγκέφαλη μάζα, ανίκανη να εκφέρει άποψη κι επιρρεπή τόσο στον εκφοβισμό, όσο και στην κολακεία. Με άλλα λόγια, και οι δύο υπόσχονται ότι θα μας σώσουν από τους εαυτούς μας. Το ερώτημα βέβαια που παραμένει άλυτο από την εποχή του ρωμαίου ποιητή Ιουβενάλιου είναι «quis custodiet ipsos custodes»; Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;

Ιεραρχία μέσα από την «αναρχία»;

Funeraloftheanarchistgalli

«Η ουσία της αρετής είναι να είσαι κοινωνικός με όσους θα είναι κοινωνικοί μαζί σου και τρομερός με όσους δεν θα είναι».

Τόμας Χομπς, Λεβιάθαν

Το βασίλειο του πολέμου

Οι συστημικοί μελετητές των διεθνών σχέσεωνi αρέσκονται να περιγράφουν το πεδίο των ερευνών τους, την σφαίρα των σχέσεων ανάμεσα στα κράτη, ως μια «αναρχική κοινωνία». Ως ελευθεριακοί, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αισθανόμαστε άνετα με τον παραπάνω χαρακτηρισμό. Ο «αναρχικός» κόσμος των διανοητών που εγγράφονται στην σχολή σκέψης του λεγόμενου «ρεαλισμού» είναι ένα σκοτεινό και αφιλόξενο μέρος όπου κυριαρχούν οι βίαιες συγκρούσεις, οι απειλές και ο θανάσιμος ανταγωνισμός ανάμεσα στα κράτη. Μέσα από αυτή την αποκαρδιωτική εικόνα μιας εν πολλοίς αντεστραμμένης αντανάκλασης της εξιδανικευμένης φιλελεύθερης εκδοχής του κόσμου, οι «ρεαλιστές» επιβεβαιώνουν περίτρανα την ιδεολογική ταυτότητα τους ως στρατευμένοι φιλελεύθεροι. Η «αναρχική» κοινωνία των κρατών είναι σε μεγάλο βαθμό μια αναποδογυρισμένη εικόνα αυτού που οι ρεαλιστές ερμηνεύουν ως «ευνομούμενη» φιλελεύθερη κοινωνία στο εσωτερικό των ετερόνομων καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, ο παράγοντας που εξασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη και την ευταξία στο πλαίσιο των εθνικών καπιταλιστικών κοινωνιών είναι η ύπαρξη μιας ανώτατης πολιτικής αρχής, μιας κεντρικής κυβέρνησης που συγκεντρώνει στα χέρια της το μονοπώλιο της φυσικής βίας και είναι επιφορτισμένη με την καθολική και αμερόληπτη εφαρμογή του συστήματος κανόνων που εγγυώνται την κοινωνική συμβίωση και κωδικοποιούνται στις βασικές διατάξεις του Νόμου. Από την άλλη, ο υποτιθέμενος «αναρχικός» χαρακτήρας της παγκόσμιας κοινότητας συναρτάται ακριβώς με την έλλειψη μιας τέτοιας ηγεμονικής αρχής. Η απουσία μιας παγκόσμιας κυβέρνησης συνεπάγεται για τους ρεαλιστές ότι τα δημόσια αγαθά της ειρήνης και της ασφάλειας καθώς και ο σεβασμός προς την ατομική ιδιοκτησία είναι έννοιες ξένες προς τους τρόπους με τους οποίους αλληλεπιδρούν τα κράτη μεταξύ τους. Το λεγόμενο «φυσικό» δίκαιο (που στην φιλελεύθερη διανοητική παράδοση σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό από το περιεχόμενο που του αποδίδεται στην παράδοση του αναρχοκομμουνισμού) είναι εκείνο που εκ των πραγμάτων επικρατεί και ρυθμίζει τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη. Συνακόλουθα, ο κανόνας της ισχύος είναι ο πρωταρχικός παράγοντας που καθορίζει την συμπεριφορά τους. Με άλλα λόγια, αφού τα κράτη δεν είναι σε θέση να προστρέξουν σε μια θεσμισμένη και κυρίαρχη πολιτική εξουσία προκειμένου να απαιτήσουν την προστασία τους από την απειλή της φυσικής βίας και την τήρηση της αρχής των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων (η οποία δεν είναι τίποτα άλλο από την προέκταση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας στη διεθνή σφαίρα), είναι υποχρεωμένα να επιδιώξουν συνειδητά την συσσώρευση ισχύος ως μοναδικού μέσου για την αυτοπροστασία τους. Στον «αναρχικό» κόσμο των ρεαλιστών το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και η μέριμνα για την «ασφάλεια» του κράτους οφείλει να είναι το πρωταρχικό μέλημα για κάθε κυβέρνηση ανεξαρτήτως ιδεολογικής απόχρωσης, αν δεν επιθυμεί να εξαφανιστεί από τον πολιτικό χάρτη ως ανεξάρτητη πολιτική οντότητα. Όπως έγραφε σχετικά ο θεωρητικός της απολυταρχίας Κ. Σμιττ, «Θα ήταν περαιτέρω πλάνη να πιστέψει κανείς ότι ένας μεμονωμένος λαός θα μπορούσε δια μιας δήλωσης φιλίας προς όλον τον κόσμο ή δι’ ενός εθελούσιου αφοπλισμού να εξαφανίσει τη διάκριση μεταξύ Φίλου και Εχθρού. Μ’ αυτόν τον τρόπο δεν αποπολιτικοποιείται ο κόσμος και δεν μετατίθεται σε μια κατάσταση απόλυτης ηθικής, απόλυτης δικαιότητας ή απόλυτης οικονομικότητας. Αν ένας λαός φοβάται τους κόπους και τον κίνδυνο της πολιτικής του ύπαρξης, τότε θα βρεθεί ένας άλλος λαός, ο οποίος θα τον απαλλάξει από αυτούς τους κόπους, αναλαμβάνοντας την προστασία του απέναντι σε εξωτερικούς Εχθρούς και έτσι την πολιτική εξουσία».ii

Ο ελευθεριακός στοχαστής Φ. Τερζάκης, παρατηρεί ότι τα ετερόνομα πολιτειακά μορφώματα που αναδύθηκαν στην περίοδο της νεωτερικότητας όπου κυριάρχησε ο αστικός πολιτισμός αντλούσαν το μεγαλύτερο μέρος της όποιας νομιμοποίησης τους από «το καθήκον [που αναλάμβανε το κάθε καθεστώς] να προστατέψει τα μέλη που το απαρτίζουν εν πρώτοις από συνθήκες στέρησης και υποβιβαστικής ένδειας, εν συνεχεία από εξωτερικές απειλές και τέλος από στοιχεία διχόνοιας που απειλούν να το κερματίσουν εις τα εξ ων συνετέθη. Έτσι τουλάχιστον υπαγορεύει η πολιτική σοφία των απαρχών της νεωτερικότητας, που είναι ακόμη κωδικοποιημένη στα πολιτειακά μας μορφώματα, και αυτός είναι ο όρος της νομιμότητας τους. Ειδάλλως, τον λόγο έχει το δίκαιο της εξέγερσης…».iii Ωστόσο, ο πνευματικός πατέρας του φιλελευθερισμού Τ. Χομπς, μας δίνει έναν ορισμό του Κράτους πολύ πιο μονοδιάστατο. Σύμφωνα με τον Άγγλο φιλόσοφο, ο ηθικός σκοπός που εξυπηρετείται από την γέννηση του σύγχρονου συγκεντρωτικού κράτους έγκειται στην υλική ικανότητα και την βούληση του να συμπεριλάβει το σύνολο των μονάδων μιας κοινωνίας υπό την προστασία του, παρέχοντας έτσι μια εγγύηση ασφαλείας στα άτομα, τόσο απέναντι σε επιβουλές που προέρχονται έξω από τα όρια της κοινωνικής ολότητας, όσο και διαμεσολαβώντας τις κοινωνικές σχέσεις προστατεύοντας την μία κοινωνική μονάδα από την άλλη στο εσωτερικό.iv Με βάση τα παραπάνω, είμαστε της άποψης ότι στην προσπάθεια τους να σκιαγραφήσουν το περίγραμμα μιας «αναρχικής» κοινωνίας των εθνών ως μιας ζοφερής πραγματικότητας ενός πολέμου όλων εναντίον όλων, οι μπουρζουάδες απολογητές του ρεαλισμού δεν πετυχαίνουν τόσο να θεμελιώσουν φιλοσοφικά μια ευδιάκριτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο «βασίλειο της ειρήνης» (Κράτος δικαίου) και το «βασίλειο του πολέμου» (διακρατικές σχέσεις),v όσο να στερήσουν άθελα τους από το όποιο ηθικό υπόβαθρο τις ετερόνομες κοινωνικές ολότητες που αναδύθηκαν στα χρόνια της ηγεμονίας της αστικής τάξης και του καπιταλισμού. Κι αυτό διότι σύμφωνα με τις διατυπώσεις της ίδιας της φιλελεύθερης πολιτικής θεωρίας, η μοναδική πηγή από την οποία έλκει την νομιμοποίηση της η θεσμισμένη κρατική εξουσία είναι σε τελική ανάλυση η ίδια η ηγεμονική δύναμη που έχει τα μέσα να επιβάλλει την βούληση της στο σύνολο του κοινωνικού σώματος. Δεν υπάρχει κάποιος a priori ηθικός νόμος που ο ηγεμόνας αναλαμβάνει να μετουσιώσει σε ένα σύστημα κανόνων και αξιών που καθορίζει την διάταξη των μονάδων μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής ολότητας. Αντίθετα, κάθε έννομη τάξη σε μια ετερόνομη κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι το προϊόν της έκβασης του ανταγωνισμού ανάμεσα σε αντιμαχόμενες κοινωνικές ομάδες. Από αυτή την άποψη, το ιεραρχικό σύστημα κοινωνικής διαστρωμάτωσης που προκύπτει δεν είναι φορέας μιας ανώτερης ηθικής τάξης, δεν πραγματώνει κάποιον αφηρημένο και προϋπάρχοντα ηθικό κανόνα. Εκπροσωπεί τα συμφέροντα της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης και περιβάλλει με ένα ηθικό περίβλημα τις διευθετήσεις των κοινωνικών σχέσεων που εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντα και αναπαράγουν τα θεσμοποιημένα προνόμια της κυρίαρχης ελίτ. Έτσι, βλέπουμε ότι τα θεμέλια της έννομης τάξης στο εσωτερικό δεν διαφέρουν σημαντικά από αυτά ενός συστήματος που θα ρυθμίζει τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, ούτε είναι από αυτή την άποψη απίθανο να προκύψει μια τέτοια καταληπτή τάξη πραγμάτων στη διεθνή σφαίρα. Άλλωστε, παρά την έλλειψη δυναμισμού που κατά καιρούς έχει αποδοθεί στο πνευματικό σύμπαν των ρεαλιστών και την αδυναμία του δόγματος τους να εξελιχθεί σύμφωνα με τις αλλαγές που συντελούνται στη διεθνή σφαίρα, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν λείπει από τις θεωρίες των ρεαλιστών η προοπτική για τη δημιουργία μεγαλύτερων και ισχυρότερων πολιτικών και διοικητικών μονάδων που θα είναι σε θέση χάρη στην στρατιωτική και οικονομική δύναμη που κατέχουν να επιβάλλουν κάποιου είδους συγκεντρωτική τάξη στην λειτουργία και το περιεχόμενο των σχέσεων που συνάπτονται ανάμεσα στα κράτη.vi Από αυτή την άποψη, η εξουσιαστική υποτροπή προς μια νοσταλγία για τις «θετικές» και «ωφέλιμες» ιδιότητες των αυτοκρατοριών του παρελθόντος είναι εμφανής τόσο στα γραπτά του νεορεαλιστή δημοσιογράφου και συγγραφέα Ρ. Κάπλαν,vii όσο και στο συγγραφικό έργο της ομάδας των μιλιταριστών ιδεολόγων που συγκεντρώνεται γύρω από συστημικές δεξαμενές σκέψης όπως το διαβόητο νεοσυντηρητικό American Enterprise Institute.viii Φαίνεται ότι για τους ρεαλιστές και τους νεορεαλιστές επιγόνους τους, η εναλλακτική δεν μπορεί παρά να είναι ανάμεσα σε μια κακώς εννοούμενη αναρχία ή σε μια απόλυτη δικτατορία.

Επιπροσθέτως, η αντίληψη που προπαγανδίζουν οι ρεαλιστές για την «αναρχική» τους κοινωνία είναι το λιγότερο χονδροειδής και πρόδηλα εσφαλμένη. Φαίνεται ότι για τους μπουρζουάδες φιλελεύθερους οπαδούς του ρεαλισμού, κάθε κοινωνία από την οποία απουσιάζει μια ιεραρχική δομή που καθιερώνει μια κεντρική αρχή με ρητές και αναγνωρισμένες εξουσίες ζωής ή θανάτου πάνω στις κοινωνικές μονάδες που έχει στη δικαιοδοσία της, το δίχως άλλο πληροί τις προδιαγραφές μιας «αναρχικής» κοινωνίας. Ωστόσο, το πρωταρχικό γνώρισμα που προσδιορίζει μια κοινότητα σαν αναρχική δεν είναι η ολοσχερής κατάργηση της εξουσίας που είναι πράγμα αδύνατο μιας και η εξουσία εξυφαίνεται μέσα από και παράγεται ως δομικό στοιχείο των θεσμισμένων κοινωνικών σχέσεων, αλλά η ισομερής κατανομή της ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας. Η εξάλειψη των βασικών θεσμών της ετερονομίας στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, του Κράτους και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, είναι μόνο η αναγκαία συνθήκη για την δημιουργία μιας αυτόνομης μορφής οργάνωσης της κοινωνίας. Η ανατροπή μιας κυβέρνησης, ή η κατάργηση ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος χωρίς την παράλληλη ανασύσταση του θεσμικού πλαισίου μιας γενικής ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων σε ελευθεριακά πρότυπα, μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στο αιματηρό χάος και σε έναν γενικευμένο πόλεμο όλων εναντίον όλων, όπως στην εποχή μας είδαμε να συμβαίνει στις χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας όπου η υπερεθνική ελίτ χρησιμοποίησε την απαράμιλλη στρατιωτική δύναμη της για να ανατρέψει καθεστώτα που δεν της ήταν αρεστά, αφήνοντας πίσω της κοινωνίες στα πρόθυρα της διάλυσης όπου η μία κοινωνική ομάδα στράφηκε ενάντια στην άλλη σε έναν ανταγωνισμό για να επιβάλλούν την πρωτοκαθεδρία τους με την δύναμη των όπλων (Σομαλία, Ιράκ, Λιβύη). Με άλλα λόγια, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Αναρχίας δεν είναι η απουσία μιας καταληπτής τάξης στις κοινωνικές υποθέσεις, αλλά ακριβώς η εναλλακτική κοινωνική τάξη που επιθυμεί να οικοδομήσει το αναρχικό πρόταγμα, εκλαμβάνοντας την ελεύθερη κοινότητα ως προέκταση της ελευθερίας του κοινωνικού ατόμου. Στην αναρχική κοινωνία, η κυβέρνηση από τα πάνω παύει να υπάρχει και αντικαθίσταται από μια μορφή αυτοκυβέρνησης, την διακυβέρνηση σύμφωνα με τις επιταγές της συλλογικής ευφυΐας της κοινωνίας μέσω της θέσμισης δομών και θεσμών κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης σε μαζική κοινωνική κλίμακα.

Homo homini lupus estix

Αναρωτιέται κανείς ποια είναι εκείνη η ολέθρια εσώτερη παρόρμηση που υποτίθεται ότι ωθεί τους ανθρώπους να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον, μόλις διαφανείτο πρώτο σημάδι υποχώρησης ή εξασθένισης της κεντρικής εξουσίας που τους κρατάει φρόνιμους και υποτακτικούς. Ο θεωρητικός του πρώιμου ρεαλισμού Χ. Μοργκενθάου, αποδίδει την αυτοκαταστροφική αυτή ροπή στην επίδραση των αιώνιων και απαράλλακτων χαρακτηριστικών από τα οποία αποτελείται η φύση του ανθρώπου.x Σαν καλός φιλελεύθερος που είναι, ο Μοργκενθάου θεωρεί ως a priori αξίωμα τον ισχυρισμό ότι το ατομικό συμφέρον έρχεται εξ ορισμού σε σύγκρουση με το συμφέρον του συνόλου και, πραγματοποιώντας σε αυτό το σημείο ένα αβυσσαλέο άλμα θεωρητικής αφαίρεσης, ότι στο επίπεδο των διακρατικών σχέσεων το ατομικό συμφέρον με κάποιο τρόπο μετουσιώνεται σε ένα εγωιστικό «εθνικό» συμφέρον της μορφής-κράτος, το οποίο σε τελική ανάλυση είναι και η υπέρτατη αρχή που καθορίζει την συμπεριφορά των εθνών και τον χαρακτήρα των μεταξύ τους δοσοληψιών. Σε μια περισσότερο εκλεπτυσμένη εκδοχή αυτού του δόγματος, ο νεορεαλιστής Μ. Γουώλτς διατείνεται ότι είναι ακριβώς η κακώς εννοούμενη, «αναρχική» δομή του διεθνούς συστήματος, η οποία υποχρεώνει τα κράτη να επιδοθούν σε μια αδιάκοπη αναζήτηση για τρόπους χάρη στους οποίους μπορούν να αυξήσουν την στρατιωτική, πολιτική, οικονομική και πολιτισμική δύναμη τους.xi Η εσωστρεφής κοσμοθεωρία του έθνους-κράτους και ο αυτοαναφορικός χαρακτήρας της εξωτερικής πολιτικής οφείλονται στην έλλειψη επαρκών εγγυήσεων ασφαλείας και αργά ή γρήγορα, ανεξάρτητα από ιδεολογικές επιρροές ή την κοινωνική βάση στην οποία στηρίζεται το κάθε καθεστώς, η ανάγκη για ασφάλεια επιβεβαιώνει την πρωτοκαθεδρία της και εξασθενίζει τα ατομικά χαρακτηριστικά και τις ιδεολογικές παραμέτρους της εσωτερικής δομής εξουσίας, λειτουργώντας ως οδοστρωτήρας και ομογενοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τους τρόπους με τους οποίους αλληλεπιδρούν τα κράτη στο διεθνές πεδίο. Όπως γράφει ο καθηγητής διεθνών σχέσεων Σ. Μπέρτσιλ, «όλα τα κράτη στο διεθνές σύστημα καθίστανται λειτουργικά όμοια εξαιτίας των δομικών περιορισμών μέσα στους οποίους λειτουργούν. Το αναρχικό βασίλειο επιβάλλει μια πειθαρχία στα κράτη: απαιτείται από αυτά πρώτα απ’ όλα να κατοχυρώσουν την ασφάλεια τους, προτού μπορέσουν να επιδοθούν σε άλλες δραστηριότητες».xii

Σύμφωνα με τα παραπάνω, προκειμένου να διαμορφώσει την θεωρία του περί ανθρώπινης φύσης, ο Μοργκενθάου είναι αναγκασμένος να μην λάβει καθόλου υπόψη την επίδραση που ασκούν οι υλικές συνθήκες της ύπαρξης και την δύναμη που έχουν οι δομικοί παράγοντες που συνθέτουν το υπόβαθρο του διεθνούς συστήματος να προκαθορίζουν ουσιαστικά τις μορφές, τα μέσα και τους τρόπους με τους οποίους τα κράτη έρχονται σε επαφή μεταξύ τους. Αγνοεί μάλιστα ο Μοργκενθάου την καθοριστική επιρροή της ίδιας της εξουσιαστικής δομής του έθνους-κράτους σε αυτή την διαδικασία αλληλεπίδρασης και το κατά πόσο η ταξικά διαρθρωμένη κοινωνική ολότητα μπορεί μόνο να αναπαράγει μέσω της εσώτερης δυναμικής της τις ίδιες μορφές ταξικής διαστρωμάτωσης και τους ίδιους ιεραρχικούς διαχωρισμούς ως προς το υπόβαθρο των σχέσεων της με άλλες κοινωνικές ολότητες. Μπορούμε να θυμηθούμε εδώ το ιστορικό παράδειγμα της επαναστατικής αντιπολεμικής προπαγάνδας των ρώσων αναρχικών στα πρόθυρα της ρωσικής επανάστασης του 1917, οι οποίοι απηύθυναν τις εκκλήσεις τους για ταξική αδελφοσύνη και παύση των εχθροπραξιών απευθείας προς τους γερμανούς προλετάριους στρατιώτες που βρίσκονταν στο μέτωπο και «πάνω από τα κεφάλια» των πρώσων γιούνκερς αξιωματικών. Αντίθετα, παρά το γεγονός ότι ήταν εξίσου αντίθετοι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, οι κρατιστές μπολσεβίκοι υιοθέτησαν μια γραμμή «έντιμης συνδιαλλαγής» με την ηγεσία του στρατού της αυτοκρατορικής Γερμανίας, προκειμένου να εξασφαλίσουν την απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από το ρωσικό μέτωπο. Έτσι, συνομολόγησαν με τους γερμανούς στρατηγούς την συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι ήταν διατεθειμένοι να σεβαστούν τους καθιερωμένους τύπους της διεθνούς διπλωματίας.xiii Όσο για την θεολογικής υφής, προνεωτερική αντίληψη του Μοργκενθάου για την ανθρώπινη «φύση», θα περιοριστούμε εδώ να παρατηρήσουμε ότι τα σωματικά, ψυχικά και νοητικά κίνητρα του ανθρώπου δεν είναι κάτι σταθερό και αναλλοίωτο, αλλά μεταβάλλονται ανάλογα με τις υλικές συνθήκες και το κοινωνικό υπόβαθρο της ανθρώπινης ύπαρξης, αλληλεπιδρώντας παράλληλα με αυτό.

Από την άλλη, ο νεορεαλιστής Γουώλτς υποκύπτει σε έναν δομικό ντετερμινισμό όταν ισχυρίζεται πως το υποκειμενικό στοιχείο δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο στη διαμόρφωση του πλαισίου μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι σχέσεις ανάμεσα στα έθνη. Το ίδιο το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και οι πολιτικές εκφράσεις που αυτό λαμβάνει είναι ανθρώπινο δημιούργημα που προέκυψε μέσα από την εκδίπλωση συγκεκριμένων ιστορικών διαδικασιών και αποτυπώνει την έκβαση της Κοινωνικής Πάλης ανάμεσα στις τάξεις και την αποκρυστάλλωση ενός παγιωμένου συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις κυρίαρχες και τις υποτελείς κοινωνικές μονάδες του συστήματος σε μια δεδομένη στιγμή της ιστορικής εξέλιξης της οικονομίας της αγοράς. Η ετερόνομη μορφή που έλαβαν οι κοινωνικές ολότητες την περίοδο της νεωτερικότητας ήταν που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις βασικές παραμέτρους επικοινωνίας και τις μορφές συνδιαλλαγής μεταξύ τους, δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οι μετέπειτα διακρατικές σχέσεις, και όχι το αντίθετο. Είναι βέβαια γεγονός ότι το κάθε σύστημα έχει νόμους και κανόνες που διέπουν την λειτουργία του κι εξασφαλίζουν την εσωτερική συνοχή και την ομαλή αναπαραγωγή του. Έτσι, ο Φωτόπουλος έχει δίκιο όταν επισημαίνει ότι το όραμα για την επιβολή μιας πανευρωπαϊκής ή, ακόμη χειρότερα, παγκόσμιας σοσιαλδημοκρατίας τύπου ΣΥΡΙΖΑ είναι καθαρά ουτοπικό, από την στιγμή που προϋποθέτει ότι οι ελίτ των περιφερειακών, «αναπτυσσόμενων» οικονομιών θα συναινέσουν σε μέτρα που ουσιαστικά θα δυναμιτίσουν ή θα αναχαιτίσουν δραστικά την όποια αναπτυξιακή δυναμική των καπιταλιστικών οικονομιών των οποίων ηγούνται. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι ελίτ των χωρών που ανήκουν στην λεγόμενη ομάδα των BRICS (Κίνα, Βραζιλία, Νότιος Αφρική, Ινδία) πρωτοστατούν κατά τις συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα στα διεθνή φόρουμ στην έγερση απαιτήσεων για την υιοθέτηση ρυθμίσεων που θα οδηγήσουν στην περαιτέρω απορύθμιση των διεθνών αγορών και την απελευθέρωση του υπερεθνικού εμπορίου.xiv

Στην πραγματικότητα, οι θεωρητικές προσεγγίσεις τόσο του ρεαλισμού, όσο και του νεορεαλισμού δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να συσκοτίζουν την ύπαρξη ενός ήδη πολύ πραγματικού διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας, η λειτουργία του οποίου επιφέρει χειροπιαστά αποτελέσματα και παράγει σχέσεις ετεροκαθορισμού και κυριαρχίας ανάμεσα στις ετερόνομες κοινωνικές ολότητες, εντάσσοντας τις σε μια από τα πριν καθορισμένη, άτυπη καθολική καπιταλιστική ιεραρχία. Κι αυτό γιατί η ρεαλιστική ανάγνωση των διεθνών σχέσεων εκκινεί από μια εικόνα του έθνους-κράτους ως ενός μονολιθικού κοινωνικού σχηματισμού με ομοιογενή συμφέροντα και ένα ενιαίο κοινωνικό φαντασιακό στο εσωτερικό του και υποθέτει λανθασμένα ότι η ταξική διάρθρωση των ετερόνομων καπιταλιστικών κοινωνιών δεν υπερβαίνει, ούτε προϋποθέτει δεσμούς που εκτείνονται πέρα από τα πολιτικά εδαφικά σύνορα του έθνους-κράτους. Ωστόσο, η εσωτερική δυναμική βάσει της οποίας αναπτύσσεται το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς έχει οδηγήσει στην ανάδυση υπερεθνικών δεσμών οργανικής διαπλοκής ανάμεσα στις καπιταλιστικές οικονομίες της αγοράς. Ανάμεσα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις του παγκόσμιου Βορρά που βρίσκονται σε παρόμοια επίπεδα παραγωγικότητας και τεχνολογικής ανάπτυξης, η διαδικασία αυτή έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση του βαθμού αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις ανεπτυγμένες οικονομίες και την αμοιβαία διείσδυση των πολυεθνικών οικονομικών μονάδων τους, πάντα βέβαια με όρους ενσωμάτωσης σε μια διευρυμένη διεθνοποιημένη καπιταλιστική ιεραρχία. Από την άλλη, αναφορικά με τις οικονομίες που εντάσσονται στην περιφέρεια και ημιπεριφέρεια του συστήματος, οι σχέσεις που παράγονται είναι σχέσεις υποτέλειας και ετεροκαθορισμού, αφού η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε δύο άνισα ανεπτυγμένες οικονομικές μονάδες οδηγεί αυτόματα στην αναπαραγωγή και την επέκταση των πλεονεκτημάτων της ισχυρής οικονομίας μέσω της υπερχρέωσης των κρατών της περιφέρειας και της μονομερούς κατάληψης νευραλγικών τμημάτων των περιφερειακών οικονομιών από τις πολυεθνικές των μητροπόλεων του παγκόσμιου Βορρά.xv Μολαταύτα, και στις δύο περιπτώσεις οι μηχανισμοί εξάρτησης και αλληλεξάρτησης που εμπεριέχονται στο διεθνές σύστημα κυριαρχίας υπερβαίνουν τον επίσημα αναγνωρισμένο εδαφικό χώρο της πολιτικής δικαιοδοσίας των εθνικών ελίτ και επιβάλλουν την θεσμοποίηση ενός άτυπου καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας ανάμεσα στις υπο-ολότητες του συστήματος σε υπερεθνική κλίμακα. Αν η παραδοσιακή σχολή σκέψης του ρεαλισμού αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις ως μια σφαίρα ανθρώπινης δραστηριότητας όπου η μοναδική καταληπτή οργανωτική αρχή είναι αυτή της συγκέντρωσης ισχύος από τις επιμέρους μονάδες του διεθνούς συστήματος, το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς είναι ακριβώς ο θεσμικός μηχανισμός που αναγάγει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα κοινωνικά υποκείμενα με αντικείμενο την συγκέντρωση δύναμης σε κινητήρια δύναμη αναπαραγωγής του συστήματος, ενσωματώνοντας παράλληλα και θεσμοποιώντας τις ιεραρχικές σχέσεις κυριαρχίας κι ετεροκαθορισμού που απορρέουν από την έκβαση αυτού του ανταγωνισμού σε μια καθολικά ετερόνομη κοινωνική δομή. Όπως πολύ εύστοχα γράφει ο Τερζάκης, «Να ομνύεις στην ελεύθερη αγορά σημαίνει να είσαι πάντα με τον ισχυρό και με την ισχύ, να περιφορνείς τους αποτυχημένους και τους αδύναμους και να εύχεσαι την εξαφάνιση όσων έχασαν στο παιχνίδι της επικράτησης: είναι το βασικό άρθρο πίστεως της κεφαλαιοκρατικής Δύσης, αυτονομιμοποιητικός μύθος της ίδιας της της παγκόσμιας επιβολής».xvi

Εξάλλου, οι ρεαλιστές διανοητές εμφανίζονται απρόθυμοι να επεκτείνουν την ίδια τη συλλογιστική τους μέχρι το σημείο της λογικής της κατάληξης. Αυτό που εννοούμε είναι ότι το αναπόφευκτο προϊόν της κοινωνικής δυναμικής που αναπτύσσεται εξαιτίας των σχέσεων ανταγωνισμού που χαρακτηρίζουν την δομική αλληλεπίδραση των κοινωνικών υποκειμένων σε μια ετερόνομη κοινωνία είναι η σταδιακή συγκέντρωση δύναμης από την μονάδα που επικρατεί σε αυτή την διαπάλη και συνακόλουθα η δημιουργία άτυπων ιεραρχιών και δομών ετεροκαθορισμού ανάμεσα σε κοινωνικές μονάδες με ανισόμετρη πολιτική, οικονομική και πολιτισμική δύναμη. Τούτο ισχύει τόσο για τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, όσο και για τις ιεραρχικές υπό-ολότητες και τις κοινωνικές ομάδες στο εσωτερικό των ετερόνομων κοινωνιών. Οι διαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής των ευρωπαϊκών κρατών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα είχαν κατανοήσει σε τέτοιον βαθμό την θεμελιακή αυτή διάσταση του ανταγωνισμού ανάμεσα στα κράτη, ώστε προνόησαν για να δημιουργήσουν το σύστημα της ισορροπίας των δυνάμεων σαν πρακτικό αντιστάθμισμα της αυξανόμενης ισχύος πρώτα της Γαλλίας κι έπειτα, διαδοχικά, της Τσαρικής Ρωσίας και της ενωμένης Γερμανίας υπό τον έλεγχο των Πρώσων, που απειλούσαν να αναδειχτούν νικήτριες στον γεωπολιτικό ανταγωνισμό και να υποδουλώσουν το σύνολο των λαών της ηπείρου διαμέσου της ισχύος που είχαν καταφέρει να συσσωρεύσουν.xvii

Διεθνοποίηση της κυριαρχίας

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η βασική μονάδα οικονομικής ανάπτυξης στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας δεν είναι πλέον το έθνος-κράτος, αλλά οι γιγάντιες πολυεθνικές επιχειρήσεις που αναπτύχθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά και που στις μέρες μας έχουν κάτω από τον έλεγχο τους το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής και διανομής. Η οργανική διαδικασία της ανάδυσης των πολυεθνικών ως κινητήριας δύναμης για την ανάπτυξη στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και ο συστημικός χαρακτήρας του φαινομένου έχουν περιγραφεί αλλού λεπτομερώς από τον Τ. Φωτόπουλο και για λόγους οικονομίας χώρου δεν είναι σκόπιμο να επαναλάβουμε εδώ ολόκληρη την πορεία της ιστορικής εξέλιξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς που οδήγησε στην παρούσα κατάσταση.xviii Αρκεί απλώς να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με τα εμπειρικά στοιχεία που βρίσκει κανείς στους στατιστικούς πίνακες που εκδίδει ο ίδιος ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (Π.Ο.Ε.), οι πεντακόσιες μεγαλύτερες πολυεθνικές εταιρείες (Π.Ε.) ελέγχουν το 70% των παγκόσμιων εμπορικών συναλλαγών, ενώ οι 51 από τις 100 μεγαλύτερες οικονομικές μονάδες της παγκόσμιας οικονομίας δεν είναι κρατικές οικονομίες, αλλά υπερεθνικές οικονομικές δομές που ανήκουν κι διευθύνονται από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις.xix Αντίθετα, πιο σημαντικές για τους σκοπούς του παρόντος κειμένου είναι οι αλλαγές που επέφερε η άνοδος των πολυεθνικών στο μοντέλο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, οι μεταβολές και οι διαφοροποιήσεις που επέβαλλε στους διεθνοποιημένους μηχανισμούς άντλησης υπεραξίας, στην γεωγραφική κατανομή του πλούτου και στη αναδιάρθρωση των ιεραρχιών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς σε παγκόσμια κλίμακα. Η εντεινόμενη υπερεθνική οικονομική δραστηριότητα των πολυεθνικών, η φυσική αποκέντρωση ενός τμήματος της παραγωγής σε μονάδες που βρίσκονται σε χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας και ημιπεριφέρειας χάρη στην εξέλιξη της τεχνολογίας και, τελικά, η δημιουργία υπερεθνικών εμπορευματικών ροών και ολοκληρωμένων αλυσίδων παραγωγής σε περισσότερες από μία χώρες, είχαν σαν αποτέλεσμα την άσκηση «αντικειμενικών» οικονομικών πιέσεων πάνω στις εθνικές πολιτικές ελίτ για την λήψη μέτρων που θα επέβαλλαν την πλήρη απορύθμιση των αγορών κεφαλαίων, εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Δηλαδή, την άρση των κοινωνικών ελέγχων με την ευρεία έννοια που είχαν επιβάλλει στις αγορές οι εθνικές κρατικιστικές ελίτ με σκοπό τόσο την προστασία των πιο αδύναμων τμημάτων του εθνικά συγκεντρωμένου ιδιωτικού κεφαλαίου από τις δυσμενείς συνέπειες του διεθνούς ανταγωνισμού, όσο και την προστασία ενός τμήματος του οργανωμένου προλεταριάτου από τις καταστροφικές συνέπειες που επιφέρει η λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς πάνω στις αδύναμες κοινωνικές ομάδες.xx Γίνεται αντιληπτό ότι ο εντεινόμενος βαθμός διεθνοποίησης της καπιταλιστικής οικονομίας οδήγησε αναπόφευκτα σε μια διαδικασία σταδιακής διάβρωσης και υπονόμευσης της οικονομικής κυριαρχίας του έθνους-κράτους και στην βαθμιαία μετατόπιση της πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής δύναμης στα χέρια μιας άτυπης υπερεθνικής ελίτ, επιφορτισμένης με την διαμόρφωση, επιβολή και αναπαραγωγή σε παγκόσμια κλίμακα του θεσμικού πλαισίου κι ενός συστήματος κανόνων που διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς κεφαλαίων και εμπορευμάτων. Ο μόνος λόγος που μιλάμε για άτυπη ελίτ είναι διότι το παγκόσμιο υπερκράτος δεν έχει γίνει ακόμη πραγματικότητα, αν και πυκνώνουν ανησυχητικά οι φωνές εκείνων των συστημικών ιδεολόγων όπως ο μόνιμος αρθρογράφος των Financial Times, Γκίντεον Ράχμαν, που ζητούν ακριβώς αυτό. Την επιβολή δηλαδή επίσημων υπερεθνικών εξουσιαστικών θεσμών που θα καταστήσουν δυνατή μια συγκεντρωτική παγκόσμια διακυβέρνηση.xxi Από αυτή την άποψη, δεν είναι καθόλου αδόκιμη η σύγκριση με την ιστορική διαδικασία της ανάδυσης των εθνικών καπιταλιστικών αγορών, η οποία συνοδεύτηκε απαραιτήτως από την πολιτική θέσμιση της ετερόνομης μορφής κοινωνικής οργάνωσης που έχει στην κορυφή της τον εξουσιαστικό μηχανισμό του σύγχρονου έθνους-κράτους.

Για τις ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα που επανδρώνουν τις τάξεις της υπερεθνικής ελίτ και προέρχονται κατά κύριο λόγο από τις καπιταλιστικές μητροπόλεις του Κέντρου, «ο καλύτερος τρόπος ώστε να διασφαλίσουν την προνομιακή τους θέση στην κοινωνία δεν είναι μέσω της εξασφάλισης της αναπαραγωγής κάποιου φαντασιακού έθνους-κράτους, αλλά, αντίθετα, μέσω της διασφάλισης της παγκόσμιας αναπαραγωγής του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”».xxii Συνακόλουθα, ο νέος τύπος του ιμπεριαλισμού του συστήματος της οικονομίας της αγοράς δεν μπορεί να πάρει την μορφή της εδαφικής επέκτασης ενός κυρίαρχου έθνους-κράτους, ή της προσάρτησης εδαφών με στρατιωτικά μέσα προκειμένου να ενσωματωθούν άμεσα στις ιεραρχικές δομές μιας εθνοκεντρικής καπιταλιστικής οικονομίας. Αντίθετα, ο νέο-ιμπεριαλισμός εκδηλώνεται μέσα από την τεχνητή δημιουργία των κοινωνικών συνθηκών για την μεταφύτευση του ταξικού μοντέλου οργάνωσης των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών του Κέντρου στις κοινωνίες της περιφέρειας, με όλες τις παθογένειες που συνεπάγεται μια τέτοια διαδικασία πολιτικού, οικονομικού και πολιτισμικού «βιασμού» των τοπικών κοινωνιών για τους λαούς των μη-ανεπτυγμένων χωρών. Και μιλάμε για παθογένειες διότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε καπιταλιστικές οικονομίες με άνισα επίπεδα ανάπτυξης της παραγωγικότητας και της τεχνολογικής τους βάσης μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς που βασίζεται στον ανταγωνισμό, μπορεί μόνο να έχει ως αποτέλεσμα την αναπαραγωγή της ηγεμονικής θέσης της ισχυρής οικονομίας, τη δημιουργία δεσμών απόλυτης εξάρτησης και ετεροκαθορισμού ανάμεσα στα δύο μέρη και την ουσιαστική διαστρέβλωση του παραγωγικού προτύπου της κοινωνικής ολότητας που ανήκει στην περιφέρεια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Οι ίδιες ακριβώς τυπικές ιεραρχικές σχέσεις και δομές συγκέντρωσης δύναμης αναπαράγονται και στο εσωτερικό της υποτελούς κοινωνικής ολότητας, με την ενσωμάτωση της τοπικής οικονομίας στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, την μεταβολή των ταξικών συσχετισμών δύναμης (τόσο από την άποψη του περιεχομένου της ταξικής διάρθρωσης, όσο και της δύναμης που συγκεντρώνει η κάθε κοινωνική ομάδα στα χέρια της) και την αλλοίωση της φύσης των ταξικών υποκειμένων που επιφέρει αυτή η διαδικασία, δηλαδή του ιστορικού ρόλου που διαδραματίζει το κάθε κοινωνικό υποκείμενο στην διαμόρφωση του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού περιεχομένου της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας και της θέσης που καταλαμβάνει αυτή μέσα στην παγκόσμια καπιταλιστική ιεραρχία. Για παράδειγμα, ενώ η ευρωπαϊκή αστική τάξη λειτούργησε ως έναν βαθμό σαν φορέας πολιτικής φιλελευθεροποίησης κι εκδημοκρατισμού των απολυταρχικών μοναρχιών του 18ου και 19ου αιώνα, η αστική τάξη της Λατινικής Αμερικής του 20ου αιώνα, υπό το βάρος της υποτελούς σχέσης της με τον ήδη υπέρ-ανεπτυγμένο βορειοαμερικανικό καπιταλισμό, αποτέλεσε φορέα για την επιβολή των πιο αδίστακτων κι εγκληματικών στρατιωτικών δικτατοριών στις χώρες της περιοχής, ως ιδανικής μορφής πολιτεύματος για την προάσπιση των συμφερόντων και την αναπαραγωγή των θεσμοποιημένων προνομίων της. Από την άλλη, ενώ η επιχειρηματική τάξη της Ευρώπης μέσω της ανεξάντλητης εμπορικής δραστηριότητας της εξασφάλισε για τις ευρωπαϊκές χώρες την παγκόσμια τεχνολογική και οικονομική υπεροχή και επέτρεψε στις ευρωπαϊκές ελίτ να επιβάλλουν την ηγεμονία τους σχεδόν σε οικουμενική κλίμακα, η νέα επιχειρηματική τάξη της Αφρικής διαπαιδαγωγημένη στα δυτικά πανεπιστήμια κι έχοντας πλήρως εσωτερικεύσει τα εξουσιαστικά δόγματα και τις αρχές της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει ως φορέας ετεροκαθορισμού για τις κοινωνίες της μαύρης ηπείρου, εισάγοντας ιδεολογικές αντιλήψεις και πολιτισμικές αξίες που δεν αναβλύζουν μέσα από μια αυτόνομη ιστορική εξέλιξη των αφρικανικών κοινωνιών και εφαρμόζοντας τις βασικές παραμέτρους ενός εξωστρεφούς μοντέλου οικονομικής «ανάπτυξης» που μπορεί να οδηγήσει μόνο στην καταστροφή της αυτοδυναμίας των χωρών τους και στην εμβάθυνση των υλικών δεσμών υποτέλειας κι εξάρτησης από τα καπιταλιστικά μητροπολιτικά κέντρα.xxiii

Έτσι, βασικός στόχος του νέο-ιμπεριαλισμού της υπερεθνικής ελίτ είναι η θεσμοποίηση σε πλανητικό επίπεδο των συνθηκών που θα επιτρέψουν την ανεμπόδιστη ροή κεφαλαίων, αγαθών και υπηρεσιών από την μία εθνική αγορά στην άλλη, γεγονός που δημιουργεί το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να επεκτείνουν οι πολυεθνικές τη δράση τους στον χώρο και τον χρόνο, να ενσωματώσουν στο επιχειρηματικό πλάνο τους νέους επενδυτικούς προορισμούς, να επιτύχουν την ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας και σε τελευταίο στάδιο να επιβάλλουν έναν άτυπο αλλά τελειοποιημένο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας με υπερεθνικά γεωγραφικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Η φυσική κατάληξη αυτής της τάσης που απορρέει από την «αντικειμενική» αναπτυξιακή δυναμική του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, είναι η μαζική υπαγωγή των κατά τόπους εθνικών οικονομιών στην αδιαμεσολάβητη κυριαρχία των υπερεθνικών κέντρων οικονομικής εξουσίας και η βίαιη αναδιαμόρφωση της παραγωγικής και καταναλωτικής δομής τους με τέτοιο τρόπο ώστε να ενταχθούν ομαλά και εφεξής να ικανοποιούν τις ανάγκες εκείνου του τμήματος της διεθνοποιημένης αλυσίδας παραγωγής που επιφυλάσσουν γι’ αυτές οι κυρίαρχες μονάδες του οικονομικού συστήματος, οι πολυεθνικές. Από αυτή την άποψη, δεν είναι τυχαίο που η προστασία του διεθνούς εμπορίου και η λήψη μέτρων για την προώθηση «ανοικτών» οικονομιών περιλήφθηκε εκ νέου στους βασικούς γεωπολιτικούς στόχους του στρατηγικού δόγματος των ΗΠΑ, όπως αυτό εκφράστηκε στην πρόσφατη ομιλία του εγκληματία πολέμου Ομπάμα στην στρατιωτική ακαδημία του West Point. Όπως σωστά παρατηρεί ο Φωτόπουλος, «… “η Αμερική δεν αγωνίζεται απλά για τη σταθερότητα και την απουσία συγκρούσεων, ανεξάρτητα από κόστος. Αγωνίζεται επίσης για μια πιο διαρκή ειρήνη, που μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα της παροχής ευκαιριών και ελευθερίας παντού στο κόσμο”. Με άλλα λόγια, μια πιο διαρκής ειρήνη μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα από την παγκόσμια επέκταση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, όπου οι ελεύθερες αγορές (κεφαλαίου, εμπορευμάτων και εργασίας) είναι το μαγικό ραβδί που μοιράζει ευκαιρίες και ελευθερία. Και για να μην αφήσει καμιά αμφιβολία [ο Ομπάμα] εξήγησε ακόμη σαφέστερα τι εννοεί: “η στήριξη της Αμερικής στη δημοκρατία και στα ανθρώπινα δικαιώματα ξεπερνά τον ιδεαλισμό —στην πραγματικότητα αφορά την εθνική ασφάλεια. Οι πιο στενοί μας φίλοι είναι δημοκρατικές χώρες που είναι πολύ λιγότερο πιθανό να ξεκινήσουν πόλεμο σε σχέση με τα μη δημοκρατικά καθεστώτα. Οι ελεύθερες και ανοικτές οικονομίες έχουν καλύτερη αποδοτικότητα και γίνονται τελικά αγορές για τα προϊόντα μας. Ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα είναι το αντίδοτο στην αστάθεια και τις αδικίες που τροφοδοτούν τη βία και τη τρομοκρατία”».xxiv Βλέπουμε λοιπόν ότι ο ίδιος ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν διστάζει να ορίσει το «εθνικό συμφέρον» των ΗΠΑ, όχι σύμφωνα με μια παραδοσιακή γεωπολιτική αντίληψη που ταυτίζει την επιβίωση του Κράτους με τον άμεσο στρατιωτικό και πολιτικό έλεγχο του στρατηγικού περίγυρου του, με την εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πόρων και την προστασία των επίσημων εδαφικών συνόρων της θεσμισμένης κρατικής οντότητας, αλλά με όρους προστασίας και ενίσχυσης της κυριαρχίας των απρόσωπων δυνάμεων της αγοράς που αναπαράγουν με φυσικό τρόπο τις ιεραρχίες που είναι εγγενείς στην οικονομική δομή του καπιταλισμού και διασφαλίζουν τα θεσμοποιημένα προνόμια των οικονομικών ελίτ όπου βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για να δράσουν και να αναπτυχθούν. Αντίθετα από την κλασσική οικονομική θεωρία της εξάρτησηςxxv, η οποία διακήρυττε ότι το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα επιβάλλει έναν λίγο, πολύ ξεκάθαρο γεωγραφικό διαχωρισμό ανάμεσα σε ένα ομοιογενές καπιταλιστικό κέντρο που ευημερούσε και μια μόνιμα υπανάπτυκτη κι εξαθλιωμένη συστημική περιφέρεια, ο νέο-ιμπεριαλισμός όπως τον αντιλαμβανόμαστε εδώ, δημιουργεί αποσπασματικές νησίδες πλούτου και οικονομικής δύναμης στο εσωτερικό των κοινωνιών που ανήκουν στον λεγόμενο παγκόσμιο Νότο, ενώ παράλληλα εντείνει τις διαδικασίες φτωχοποίησης και προλεταριοποίησης ολοένα και περισσότερων κοινωνικών ομάδων στις «ανεπτυγμένες» κοινωνικές του παγκόσμιου Βορρά. Από αυτή την άποψη, η παγιοποίηση των κοινωνικών ρόλων και η θεσμοποίηση της καπιταλιστικής ιεραρχίας που επιβάλλει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεν λαμβάνει χώρα πρωτίστως ανάμεσα στα κράτη ως ομοιογενείς μονάδες κοινωνικής οργάνωσης, αλλά αφορά την αποκρυστάλλωση των σχέσεων δύναμης και των ιεραρχικών δομών στο εσωτερικό τόσο των ετερόνομων κοινωνιών του Κέντρου, όσο και της περιφέρειας.

Το δικαίωμα του να μένεις στον τόπο σου

Κι ενώ τα ετεροκαθοριζόμενα προλεταριακά στρώματα διαβλέπουν στην αναδιάρθρωση του συστήματος που βρίσκεται σε εξέλιξη μια «αντικειμενική» τάση για συνεχή χειροτέρευση της κοινωνικής θέσης τους και σπεύδουν να οργανωθούν οριζόντια και αμεσοδημοκρατικά, δανειζόμενο το ένα κίνημα στοιχεία από το άλλο, οι συστημικές ελίτ και οι προνομιούχες κοινωνικές ομάδες οχυρώνονται πίσω από την θηριώδη δύναμη του παγκόσμιου συστήματος κυριαρχίας και καταλαμβάνουν πρόθυμα την προκαθορισμένη θέση που τους αναλογεί στον ιεραρχικό καταμερισμό εργασίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, με αντάλλαγμα την αναπαραγωγή της κυριαρχίας τους στο εσωτερικό της κοινωνικής ολότητας της περιφέρειας του συστήματος. Έτσι, βλέπουμε ότι η καταναγκαστική, «από τα πάνω» κατανομή των παγιωμένων κοινωνικών ρόλων είναι ο μοναδικός παράγοντας που εξασφαλίζει την διατήρηση της ενότητας και της συνοχής ενός κοινωνικού συστήματος που όχι μόνο ενσωματώνει κοινωνικά υποκείμενα με αντιθετικά συμφέροντα, αλλά ενθαρρύνει ιδεολογικά και θεσμοποιεί τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα μέρη του σε όλα τα επίπεδα. Οποιαδήποτε απόπειρα στρατευμένης πολιτικής αντιπαράθεσης με τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό οφείλει κατά την άποψη μας να έχει επίγνωση του ρόλου αυτού της εγχώριας αστικής τάξης ως ιμάντα μεταβίβασης άνωθεν εντολών και ως συνειδητού τοποτηρητή των συμφερόντων του υπερεθνικού κεφαλαίου. Ως φορέα δηλαδή εξάρτησης κι ετεροκαθορισμού των τοπικών κοινωνιών της περιφέρειας από το διεθνές σύστημα. Αν κατά την κρατικιστική φάση της νεωτερικότητας υπήρχαν τμήματα της εθνικής κεφαλαιοκρατικής ελίτ που, υπό την προϋπόθεση ενός κοινού προγράμματος, θα μπορούσαν να συμμαχήσουν με τα προλεταριακά στρώματα με γνώμονα τον εκμοντερνισμό της παραγωγικής δομής και την ανάπτυξη μιας ισχυρής εθνικής οικονομίας υπό κρατική διεύθυνση,xxvi στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας η εξάρτηση των κυρίαρχων τάξεων από τις παραγωγικές επενδύσεις και την επέκταση της οικονομικής κυριαρχίας των πολυεθνικών σε όλους τους τομείς της εγχώριας παραγωγικής και καταναλωτικής δομής είναι απόλυτη. Με άλλα λόγια, η αναπαραγωγή των ταξικών προνομίων και της κοινωνικής δύναμης των ελίτ, είναι οργανικά συνδεδεμένη με την ολοκλήρωση της ενσωμάτωσης της τοπικής οικονομίας στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Για τον λόγο αυτό, είναι εντελώς αδύνατο για τις εθνικές ελίτ να επιτελέσουν κάποιο «αναπτυξιακό» ρόλο, με την έννοια του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης των παραγωγικών μέσων για την αποτελεσματική κάλυψη των βασικών αναγκών των υποτελών ομάδων της κοινωνικής ολότητας. Αντίθετα, η αναπαραγωγή της κυριαρχίας των συστημικών ελίτ, προϋποθέτει την απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής από τις πολυεθνικές και την ουσιαστική μετάθεση του κέντρου λήψης των βασικών οικονομικών αποφάσεων (τι, πώς και για ποιον θα παραχθεί) στο υπερεθνικό επίπεδο.

Η συνειδητοποίηση αυτή βρίσκεται στην ρίζα εξεγέρσεων των αυτοχθόνων όπως αυτή των ινδιάνων Ζαπατίστας στο Μεξικό, ή των ρωσόφωνων προλετάριων του Ντόνμπας στις περιοχές της νοτιανατολικής Ουκρανίας. Πράγματι, ο λόγος ύπαρξης αυτών των ένοπλων λαϊκών κινημάτων ήταν η απόπειρα των κυρίαρχων ελίτ να ενσωματώσουν το Μεξικό και την Ουκρανία αντίστοιχα στις υπερεθνικές κεφαλαιοκρατικές δομές του διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Η προσχώρηση σύσσωμης της μεξικανικής ελίτ στο σύμφωνο ελεύθερου εμπορίου της NAFTA μεταφράστηκε στην καθολική ανατροπή των υλικών όρων διαβίωσης των ινδιάνικων κοινοτήτων της Τσιάπας μέσω της κατάργησης με συνταγματική ρύθμιση του άρθρου 27 του μεξικανικού Συντάγματος που προέβλεπε την αναδιανομή της γης και την διατήρηση του συστήματος συλλογικής καλλιέργειας των αγροτικών εκτάσεων που εφάρμοζαν εδώ κι αιώνες οι αυτόχθονες στις περιοχές όπου κατοικούσαν.xxvii Από την άλλη, η παραδοσιακή ρωσόφωνη εργατική τάξη της Ουκρανίας που βρίσκεται συγκεντρωμένη γεωγραφικά και διοικητικά στις ανατολικές περιοχές της χώρας, είχε κάθε λόγο να ξεσηκωθεί ενάντια στα σκληρά μέτρα λιτότητας, στην ιδιωτικοποίηση και σαλαμοποίηση του ουκρανικού τομέα της μεταποίησης και στην εθνοτική καταπίεση που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα της ημιφασιστικής κυβέρνησης του Μαϊντάν.xxviii Η μαζική προσχώρηση των μεταλλουργών, των ανθρακωρύχων και των βιομηχανικών εργατών που πύκνωσαν τις τάξεις των πολιτοφυλακών του Ντόνμπας, οδήγησε ταχύτατα στην έγερση συλλογικών αιτημάτων με κοινωνικό χαρακτήρα, όπως είναι η εθνικοποίηση της τοπικής βιομηχανικής υποδομήςxxix καθώς και η απόσυρση του νομοσχεδίου για την αγοραιοποίηση των κρατικών υπηρεσιών υγείας που συνιστά ένα πρώτο βήμα προς τον δρόμο του διακηρυγμένου από τα μέλη της βάσης στόχου για την ίδρυση κοινωνικών λαϊκών δημοκρατιών. Έτσι, μπορεί βάσιμα να ισχυριστεί κάποιος ότι και οι δύο εξεγέρσεις αποτελούν την εκδήλωση μιας «από τα κάτω», συλλογικής αντίδρασης στην τάση του διεθνοποιημένου κεφαλαίου να υπονομεύει τα παραγωγικά θεμέλια των τοπικών κοινοτήτων στερώντας τις από τα μέσα για την επιβίωση τους και να αναδιαρθρώνει συνολικά τους υλικούς όρους της ζωής των ανθρώπων σε μια βίαιη διαδικασία καταναγκαστικής ενσωμάτωσης τους στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Στην περίπτωση της Τσιάπας, το σύστημα των ejidos αποτέλεσε για αιώνες την υλική βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκαν οι κοινωνικές σχέσεις κοινοκτημοσύνης που διέπουν τον ινδιάνικο πολιτισμό των αυτοχθόνων. Από την άλλη, η παραδοσιακή εργατική τάξη της Ανατολικής Ουκρανίας έχει συνδέσει την φυσική επιβίωση της με την συνέχιση της λειτουργίας των εργοστασίων της τοπικής βαριάς βιομηχανίας. Διεκδικούν με άλλα λόγια, αυτό που ο Γ. Λιερός πολύ όμορφα περιέγραψε ως «το δικαίωμα των ανθρώπων να μπορούν να μείνουν στον τόπο τους»xxx.

Εξάλλου, ο θεσμοποιημένος ρατσισμός του Κράτους, είτε στρέφεται ενάντια στους ινδιάνικους πληθυσμούς του Μεξικού, ή ενάντια στους ρωσόφωνους προλετάριους του Ντονμπάς, συνιστά μια δομή εξουσίας που συνεπάγεται τόσο μια ιεραρχική πολιτισμική σχέση, όσο και τη δημιουργία σχέσεων ανισοκατανομής δύναμης στη σφαίρα της οικονομίας. Αν οι Ουκρανοί εθνικιστές των δυτικών περιοχών της χώρας έβλεπαν πάντα με καχυποψία τους ρωσόφωνους ομοεθνείς τους της Ανατολής (ο πρωθυπουργός Γιάτσενιουκ αναφέρθηκε πρόσφατα στους ρωσόφωνους εργάτες της Ανατολής ως «μούλους του Ντονιέτσκ»)xxxi, δεν είχαν παρά αναθέσουν συλλήβδην στην ρωσόφωνη μειονότητα ως κοινωνική ομάδα τον υποτελή ρόλο του εργατικού δυναμικού στην μεταποίηση προκειμένου να εξασφαλίσουν την υπεροχή των «καθαρών» Ουκρανικών στοιχείων και την ανώτερη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία της μετασοβιετικής περιόδου, όταν το ζήτημα της ανακατανομής της κοινωνικής δύναμης τέθηκε εκ νέου μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ. Η ίδια τυπολογία άλλωστε των ταξικών διακρίσεων αναπαράγεται σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα όπου υποβόσκουν εθνοτικές κοινωνικές συγκρούσεις και ανταγωνισμοί. Στην κατεχόμενη από τους Άγγλους Βόρειο Ιρλανδία, η καταπιεσμένη μειονότητα των καθολικών επάνδρωνε σχεδόν εξολοκλήρου τις γραμμές της εργατικής τάξης. Στις ΗΠΑ, η μαύρη μερίδα του πληθυσμού δεν είναι παρά το εξαθλιωμένο υπο-προλεταριάτο του ιεραρχικού καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας, ενώ ακόμη και στο Ισραήλ, οι ανεπιθύμητοι από την άποψη του κυρίαρχου εθνικιστικού φαντασιακού, σεφαραδίτες εβραίοι της Ανατολής, «έγιναν πλειοψηφία μέσα στον πληθυσμό των φτωχών του Ισραήλ, όπως είναι επίσης πλειοψηφία μέσα στον πληθυσμό των φυλακών και μέσα στο εβραϊκό προλεταριάτο».xxxii Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι ο ρατσισμός τρέφεται και με την σειρά του εκτρέφει αυτόν τον βάναυσο κοινωνικό διαχωρισμό. Η φτώχεια κι εξαθλίωση του κοινωνικού υποκειμένου που υφίσταται τις θεσμοποιημένες πρακτικές του κοινωνικού αποκλεισμού, συντελεί στην εντατικοποίηση της αποστροφής που αισθάνονται οι ελίτ και τα εύπορα στρώματα απέναντι σε αυτήν την «παρείσακτη» και «επικίνδυνη» κοινωνική ομάδα. Αν στην Ουκρανία το ταξικό ζήτημα που επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο με την ένοπλη εξέγερση των εργατών του Ντονμπάς προσέλαβε κι «εθνικιστικά» χαρακτηριστικά, αυτό οφείλεται στην γεωπολιτική παρουσία μιας ισχυρής Ρωσίας στα ανατολικά σύνορα της γεωγραφικής επικράτειας της Ουκρανικής ελίτ. Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε που μια εργατική εξέγερση εμφανίζεται ως υπαρξιακή απειλή για την «εθνική συνοχή» του κράτους μέσα στο οποίο ξεσπάει. Η διαφορά είναι ότι σε αντίθεση με τους σφαγιασμένους, «εθνοπροδότες», γερμανούς Σπαρτακιστές του μεσοπολέμου, ή την «αντεθνική» εξέγερση των δολοφονημένων εργατών της Παρισινής Κομμούνας του 1871, οι εξεγερμένοι του Ντονμπάς μπορούν να υπολογίζουν ως έναν βαθμό στην, υπό όρους, στήριξη του ρωσικού κράτους. Γεγονός είναι ωστόσο ότι η διεκδίκηση της προστασίας των όρων διαβίωσης των τοπικών κοινοτήτων τόσο στην Τσιάπας, όσο και στο Ντονέτσκ, επιτάσσουν την υιοθέτηση μιας δυναμικής αντικρατικής γραμμής και από τα δύο κινήματα, με την έννοια της έμπρακτης αμφισβήτησης και κατάργησης της δικαιοδοσίας που έχει η θεσμοποιημένη κρατική εξουσία στα εξεγερμένα εδάφη. Εξού και η διακηρυγμένη φιλοδοξία της ριζοσπαστικής πτέρυγας των ρωσόφωνων ανταρτών να μην αρκεστούν στην διευρυμένη αυτονομία, αλλά να πετύχουν την πλήρη απόσχιση και ανεξαρτητοποίηση των ανατολικών περιοχών από την υπόλοιπη Ουκρανία.xxxiii Η ανάκτηση του συλλογικού ελέγχου πάνω στους πλουτοπαραγωγικούς πόρους και η θέσμιση δομών και διαδικασιών λαϊκού ελέγχου πάνω στην πολιτική διαδικασία φαίνεται τελικά πως είναι το κοινό σημείο ανάμεσα στις εξεγέρσεις του Μεξικού και της Ουκρανίας.

Φυσικά, η εξάρτηση του λαϊκού αντιστασιακού κινήματος από την Ρωσία για τροφοδοσία με όπλα και πολεμικό υλικό, αλλά και για διπλωματική στήριξη στα διεθνή φόρα, απειλεί ανά πάσα στιγμή να ανατρέψει τους συσχετισμούς δύναμης στο εσωτερικό του αντί-Μαϊντάν κινήματος υπέρ των κρατιστών που αντιλαμβάνονται το Ντόνμπας ως προέκταση του ρωσικού καπιταλισμού, και σε βάρος της φιλεργατικής, κοινωνιστικής συνιστώσας που σιγά, σιγά φαίνεται πως αναδύεται μέσα στις τάξεις των ριζοσπαστικοποιημένων μαχητών. Η απομάκρυνση του άτυπου αρχηγού των πολιτοφυλάκων Ι. Στρεκλόφ, ο οποίος παλαιότερα είχε έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με την Μόσχα, και η αντικατάσταση του από έναν πολιτικό προϊστάμενο, τον πρωθυπουργό της Λ.Δ. του Ντονέτσκ, Ζαχαρτσένκο, περισσότερο ευεπίφορου στις εντολές που εκπορεύονται από το Κρεμλίνο, συνιστά μια στρατηγική κίνηση για την εδραίωση της επιρροής του ρωσικού κράτους πάνω στο αντί-Μαϊνταν κίνημα. Με το ίδιο πνεύμα θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την πρωτοβουλία που εξήγγειλε πρόσφατα ο Ζαχαρτσένκο για την διάλυση των ανεξάρτητων πολιτοφυλακών που μέχρι σήμερα δρούσαν τοπικά και ήταν οργανωμένες ανά γεωγραφικό διαμέρισμα και την ενσωμάτωση τους σε μια καθετοποιημένη δομή οργανωμένη στα πρότυπα ενός τακτικού στρατού.xxxiv Ωστόσο, η έκβαση αυτής της εσωτερικής σύγκρουσης δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Αν το Ντονμπάς έχει ανάγκη την Ρωσία για να επιβιώσει στα πεδία των μαχών, άλλο τόσο η Ρωσία έχει ανάγκη τους πολιτοφύλακες της Λ. Δ. του Λουχάνσκ και του Ντονέτσκ για να προασπίσει τα γεωστρατηγικά συμφέροντα της απέναντι στην επέλαση της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή.

i Το κατά πόσο υφίσταται ένα τέτοιο διακριτό αντικείμενο μελέτης και ακαδημαϊκής έρευνας είναι βέβαια από μόνο του ένα θέμα προς συζήτηση.

ii C. Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού (Εκδόσεις Κριτική), σελ. 57-8.

iii Φ. Τερζάκης, Ο αναρχισμός στον κομμουνισμό (Πανοπτικόν), σελ. 79.

v Δεν μπορούμε να αντισταθούμε στον πειρασμό να συγκρίνουμε την κοσμοθεωρία των (νεο)ρεαλιστών με το μουσουλμανικό θεολογικό δόγμα που χωρίζει τον κόσμο στο Νταρ-αλ-Ισλάμ, τις χώρες όπου βασιλεύει ο Νόμος του Ισλάμ και γι’ αυτό υπάρχει ειρήνη, και το Νταρ-αλ-Χαρμπ, το βασίλειο του πολέμου, όπου ο ισλαμικός νόμος δεν έχει ακόμη επιβάλλει την εξουσία του.

vi S. Burchill & A. Linklater, Theories of International Relations (St Martin’s Press), σελ. 77.

vii R. D. Kaplan, Πόλεμος και Πολιτική (Ροές).

ix «Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν λύκος προς τους συνανθρώπους του». Τίτος Μάκκιος Πλαύτιος, Ρωμαίος κωμωδιογράφος, 195 π.χ. αιώνας

xS. Burchill & A. Linklater, στο ίδιο, σελ. 78.

xi Στο ίδιο, σελ. 86.

xii Στο ίδιο, σελ. 87.

xiii Volin, The Unknown Revolution, http://www.ditext.com/voline/125.html.

xiv Τ. Φωτόπουλος, Οι BRICS και ο μύθος του πολύ-πολικού κόσμου, http://www.antipagkosmiopoihsh.gr/2014/07/20/takis-fotopoulos-i-brics-ke-o-mithos-tou-poli-polikou-kosmou/.

xv Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: 10 Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 237.

xvi Φ. Τερζάκης, στο ίδιο, σελ. 98.

xvii H. Kissinger, Διπλωματία (Νέα Σύνορα), σελ. 64-89.

xviii Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, σελ. 88-96.

xx Για τις δυσμενείς συνέπειες του συστήματος της οικονομίας της αγοράς πάνω στην κοινωνία και την διάβρωση του κοινωνικού ιστού από τις αχαλίνωτες δυνάμεις της αγοράς βλέπε, K. Polanyi, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (Νησίδες).

xxi G. Rachman, And Now For a World Government, http://www.informationclearinghouse.info/article21424.htm.

xxii Τ. Φωτόπουλος, Η Παγκόσμια Κρίση, η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα (Κουκκίδα), σελ. 89.

xxiii Χαρακτηριστική για τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογικά χαρακτηριστικά και την ελιτίστικη νοοτροπία από την οποία εμφορείται η δυτικοθρεμμένη «νέα ηγετική τάξη» της αφρικανικής ηπείρου είναι η εκπομπή «Tutus Children» που προβάλλεται από το κανάλι Al Jazeera σε εβδομαδιαία βάση. Για περισσότερα, http://www.aljazeera.com/programmes/tutuschildren/.

xxiv Τ. Φωτόπουλος, Ο Ομπάμα και η ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης, http://www.antipagkosmiopoihsh.gr/2014/06/15/takis-fotopoulos-o-ompama-ke-i-ideologia-tis-pagkosmiopiisis/.

xxv J. & R. Toye, Raul Prebisch and the Limits of Industrialization, http://johntoyedotnet.files.wordpress.com/2012/02/raulprebischlimitsindustrialization2006.pdf.

xxvi G. Arrighi, K. Hopkins, E. Wallerstein, Anti-Systemic Movements (Verso), σελ. 69.

xxvii Y. LeBot, Subcommandante Marcos (Νέα Σύνορα), σελ. 42.

xxviii Y. M. Zukov, Γιατί επαναστατεί η ανατολική Ουκρανία, http://foreignaffairs.gr/articles/69840/yuri-m-zhukov/giati-epanastatei-i-anatoliki-oykrania και Η Εξέγερση στην ανατολική Ουκρανία και η «Λευκή Τρομοκρατία», https://avantgarde2009.wordpress.com/2014/05/13/imt-anatoliki-ucrania-leykos-tromos/.

xxix B. Kagarlitsky, Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ουκρανίας μεταξύ της πολιτοφυλακής και των ολιγαρχών, http://solidarityantifascistukraine.wordpress.com/2014/08/22/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%BF%CF%85/.

xxx Γ. Λιερού, Σκέψεις για την άμεση δημοκρατία (Εκδόσεις των Συναδέλφων), σελ. 51.

xxxi Οι μούλοι του Ντόνετσκ, http://pontosandaristera.wordpress.com/2014/07/22/borodva1/.

xxxii Y. Laor, Ο Μύθος του Φιλελεύθερου Σιωνισμού (Άγρα), σσ. 144-146.

xxxiii «Ο Σεργκέι Ταρούτα, κυβερνήτης της περιοχής του Ντονέτσκ, δήλωσε στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters ότι ήλπιζε πως η συμφωνία θα ισχύσει, αλλά ο Ιγκόρ Πλοτίντσκι, επικεφαλής των ανταρτών της περιοχής Λουχάνσκ, δεν έκρυβε ότι οι αυτονομιστές εξακολουθούν να ζητούν απόσχιση από την Ουκρανία. “Η εκεχειρία δεν πρόκειται να βάλει τέλος στην πολιτική της απόσχισης”, έλεγε χαρακτηριστικά ο Πλοτίντσκι». Κατάπαυση πυρός επτά σημείων στην Ουκρανία, Καθημερινή, 07-09-14.