Ιεραρχία μέσα από την «αναρχία»;

Funeraloftheanarchistgalli

«Η ουσία της αρετής είναι να είσαι κοινωνικός με όσους θα είναι κοινωνικοί μαζί σου και τρομερός με όσους δεν θα είναι».

Τόμας Χομπς, Λεβιάθαν

Το βασίλειο του πολέμου

Οι συστημικοί μελετητές των διεθνών σχέσεωνi αρέσκονται να περιγράφουν το πεδίο των ερευνών τους, την σφαίρα των σχέσεων ανάμεσα στα κράτη, ως μια «αναρχική κοινωνία». Ως ελευθεριακοί, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αισθανόμαστε άνετα με τον παραπάνω χαρακτηρισμό. Ο «αναρχικός» κόσμος των διανοητών που εγγράφονται στην σχολή σκέψης του λεγόμενου «ρεαλισμού» είναι ένα σκοτεινό και αφιλόξενο μέρος όπου κυριαρχούν οι βίαιες συγκρούσεις, οι απειλές και ο θανάσιμος ανταγωνισμός ανάμεσα στα κράτη. Μέσα από αυτή την αποκαρδιωτική εικόνα μιας εν πολλοίς αντεστραμμένης αντανάκλασης της εξιδανικευμένης φιλελεύθερης εκδοχής του κόσμου, οι «ρεαλιστές» επιβεβαιώνουν περίτρανα την ιδεολογική ταυτότητα τους ως στρατευμένοι φιλελεύθεροι. Η «αναρχική» κοινωνία των κρατών είναι σε μεγάλο βαθμό μια αναποδογυρισμένη εικόνα αυτού που οι ρεαλιστές ερμηνεύουν ως «ευνομούμενη» φιλελεύθερη κοινωνία στο εσωτερικό των ετερόνομων καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, ο παράγοντας που εξασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη και την ευταξία στο πλαίσιο των εθνικών καπιταλιστικών κοινωνιών είναι η ύπαρξη μιας ανώτατης πολιτικής αρχής, μιας κεντρικής κυβέρνησης που συγκεντρώνει στα χέρια της το μονοπώλιο της φυσικής βίας και είναι επιφορτισμένη με την καθολική και αμερόληπτη εφαρμογή του συστήματος κανόνων που εγγυώνται την κοινωνική συμβίωση και κωδικοποιούνται στις βασικές διατάξεις του Νόμου. Από την άλλη, ο υποτιθέμενος «αναρχικός» χαρακτήρας της παγκόσμιας κοινότητας συναρτάται ακριβώς με την έλλειψη μιας τέτοιας ηγεμονικής αρχής. Η απουσία μιας παγκόσμιας κυβέρνησης συνεπάγεται για τους ρεαλιστές ότι τα δημόσια αγαθά της ειρήνης και της ασφάλειας καθώς και ο σεβασμός προς την ατομική ιδιοκτησία είναι έννοιες ξένες προς τους τρόπους με τους οποίους αλληλεπιδρούν τα κράτη μεταξύ τους. Το λεγόμενο «φυσικό» δίκαιο (που στην φιλελεύθερη διανοητική παράδοση σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό από το περιεχόμενο που του αποδίδεται στην παράδοση του αναρχοκομμουνισμού) είναι εκείνο που εκ των πραγμάτων επικρατεί και ρυθμίζει τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη. Συνακόλουθα, ο κανόνας της ισχύος είναι ο πρωταρχικός παράγοντας που καθορίζει την συμπεριφορά τους. Με άλλα λόγια, αφού τα κράτη δεν είναι σε θέση να προστρέξουν σε μια θεσμισμένη και κυρίαρχη πολιτική εξουσία προκειμένου να απαιτήσουν την προστασία τους από την απειλή της φυσικής βίας και την τήρηση της αρχής των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων (η οποία δεν είναι τίποτα άλλο από την προέκταση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας στη διεθνή σφαίρα), είναι υποχρεωμένα να επιδιώξουν συνειδητά την συσσώρευση ισχύος ως μοναδικού μέσου για την αυτοπροστασία τους. Στον «αναρχικό» κόσμο των ρεαλιστών το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και η μέριμνα για την «ασφάλεια» του κράτους οφείλει να είναι το πρωταρχικό μέλημα για κάθε κυβέρνηση ανεξαρτήτως ιδεολογικής απόχρωσης, αν δεν επιθυμεί να εξαφανιστεί από τον πολιτικό χάρτη ως ανεξάρτητη πολιτική οντότητα. Όπως έγραφε σχετικά ο θεωρητικός της απολυταρχίας Κ. Σμιττ, «Θα ήταν περαιτέρω πλάνη να πιστέψει κανείς ότι ένας μεμονωμένος λαός θα μπορούσε δια μιας δήλωσης φιλίας προς όλον τον κόσμο ή δι’ ενός εθελούσιου αφοπλισμού να εξαφανίσει τη διάκριση μεταξύ Φίλου και Εχθρού. Μ’ αυτόν τον τρόπο δεν αποπολιτικοποιείται ο κόσμος και δεν μετατίθεται σε μια κατάσταση απόλυτης ηθικής, απόλυτης δικαιότητας ή απόλυτης οικονομικότητας. Αν ένας λαός φοβάται τους κόπους και τον κίνδυνο της πολιτικής του ύπαρξης, τότε θα βρεθεί ένας άλλος λαός, ο οποίος θα τον απαλλάξει από αυτούς τους κόπους, αναλαμβάνοντας την προστασία του απέναντι σε εξωτερικούς Εχθρούς και έτσι την πολιτική εξουσία».ii

Ο ελευθεριακός στοχαστής Φ. Τερζάκης, παρατηρεί ότι τα ετερόνομα πολιτειακά μορφώματα που αναδύθηκαν στην περίοδο της νεωτερικότητας όπου κυριάρχησε ο αστικός πολιτισμός αντλούσαν το μεγαλύτερο μέρος της όποιας νομιμοποίησης τους από «το καθήκον [που αναλάμβανε το κάθε καθεστώς] να προστατέψει τα μέλη που το απαρτίζουν εν πρώτοις από συνθήκες στέρησης και υποβιβαστικής ένδειας, εν συνεχεία από εξωτερικές απειλές και τέλος από στοιχεία διχόνοιας που απειλούν να το κερματίσουν εις τα εξ ων συνετέθη. Έτσι τουλάχιστον υπαγορεύει η πολιτική σοφία των απαρχών της νεωτερικότητας, που είναι ακόμη κωδικοποιημένη στα πολιτειακά μας μορφώματα, και αυτός είναι ο όρος της νομιμότητας τους. Ειδάλλως, τον λόγο έχει το δίκαιο της εξέγερσης…».iii Ωστόσο, ο πνευματικός πατέρας του φιλελευθερισμού Τ. Χομπς, μας δίνει έναν ορισμό του Κράτους πολύ πιο μονοδιάστατο. Σύμφωνα με τον Άγγλο φιλόσοφο, ο ηθικός σκοπός που εξυπηρετείται από την γέννηση του σύγχρονου συγκεντρωτικού κράτους έγκειται στην υλική ικανότητα και την βούληση του να συμπεριλάβει το σύνολο των μονάδων μιας κοινωνίας υπό την προστασία του, παρέχοντας έτσι μια εγγύηση ασφαλείας στα άτομα, τόσο απέναντι σε επιβουλές που προέρχονται έξω από τα όρια της κοινωνικής ολότητας, όσο και διαμεσολαβώντας τις κοινωνικές σχέσεις προστατεύοντας την μία κοινωνική μονάδα από την άλλη στο εσωτερικό.iv Με βάση τα παραπάνω, είμαστε της άποψης ότι στην προσπάθεια τους να σκιαγραφήσουν το περίγραμμα μιας «αναρχικής» κοινωνίας των εθνών ως μιας ζοφερής πραγματικότητας ενός πολέμου όλων εναντίον όλων, οι μπουρζουάδες απολογητές του ρεαλισμού δεν πετυχαίνουν τόσο να θεμελιώσουν φιλοσοφικά μια ευδιάκριτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο «βασίλειο της ειρήνης» (Κράτος δικαίου) και το «βασίλειο του πολέμου» (διακρατικές σχέσεις),v όσο να στερήσουν άθελα τους από το όποιο ηθικό υπόβαθρο τις ετερόνομες κοινωνικές ολότητες που αναδύθηκαν στα χρόνια της ηγεμονίας της αστικής τάξης και του καπιταλισμού. Κι αυτό διότι σύμφωνα με τις διατυπώσεις της ίδιας της φιλελεύθερης πολιτικής θεωρίας, η μοναδική πηγή από την οποία έλκει την νομιμοποίηση της η θεσμισμένη κρατική εξουσία είναι σε τελική ανάλυση η ίδια η ηγεμονική δύναμη που έχει τα μέσα να επιβάλλει την βούληση της στο σύνολο του κοινωνικού σώματος. Δεν υπάρχει κάποιος a priori ηθικός νόμος που ο ηγεμόνας αναλαμβάνει να μετουσιώσει σε ένα σύστημα κανόνων και αξιών που καθορίζει την διάταξη των μονάδων μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής ολότητας. Αντίθετα, κάθε έννομη τάξη σε μια ετερόνομη κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι το προϊόν της έκβασης του ανταγωνισμού ανάμεσα σε αντιμαχόμενες κοινωνικές ομάδες. Από αυτή την άποψη, το ιεραρχικό σύστημα κοινωνικής διαστρωμάτωσης που προκύπτει δεν είναι φορέας μιας ανώτερης ηθικής τάξης, δεν πραγματώνει κάποιον αφηρημένο και προϋπάρχοντα ηθικό κανόνα. Εκπροσωπεί τα συμφέροντα της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης και περιβάλλει με ένα ηθικό περίβλημα τις διευθετήσεις των κοινωνικών σχέσεων που εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντα και αναπαράγουν τα θεσμοποιημένα προνόμια της κυρίαρχης ελίτ. Έτσι, βλέπουμε ότι τα θεμέλια της έννομης τάξης στο εσωτερικό δεν διαφέρουν σημαντικά από αυτά ενός συστήματος που θα ρυθμίζει τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, ούτε είναι από αυτή την άποψη απίθανο να προκύψει μια τέτοια καταληπτή τάξη πραγμάτων στη διεθνή σφαίρα. Άλλωστε, παρά την έλλειψη δυναμισμού που κατά καιρούς έχει αποδοθεί στο πνευματικό σύμπαν των ρεαλιστών και την αδυναμία του δόγματος τους να εξελιχθεί σύμφωνα με τις αλλαγές που συντελούνται στη διεθνή σφαίρα, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν λείπει από τις θεωρίες των ρεαλιστών η προοπτική για τη δημιουργία μεγαλύτερων και ισχυρότερων πολιτικών και διοικητικών μονάδων που θα είναι σε θέση χάρη στην στρατιωτική και οικονομική δύναμη που κατέχουν να επιβάλλουν κάποιου είδους συγκεντρωτική τάξη στην λειτουργία και το περιεχόμενο των σχέσεων που συνάπτονται ανάμεσα στα κράτη.vi Από αυτή την άποψη, η εξουσιαστική υποτροπή προς μια νοσταλγία για τις «θετικές» και «ωφέλιμες» ιδιότητες των αυτοκρατοριών του παρελθόντος είναι εμφανής τόσο στα γραπτά του νεορεαλιστή δημοσιογράφου και συγγραφέα Ρ. Κάπλαν,vii όσο και στο συγγραφικό έργο της ομάδας των μιλιταριστών ιδεολόγων που συγκεντρώνεται γύρω από συστημικές δεξαμενές σκέψης όπως το διαβόητο νεοσυντηρητικό American Enterprise Institute.viii Φαίνεται ότι για τους ρεαλιστές και τους νεορεαλιστές επιγόνους τους, η εναλλακτική δεν μπορεί παρά να είναι ανάμεσα σε μια κακώς εννοούμενη αναρχία ή σε μια απόλυτη δικτατορία.

Επιπροσθέτως, η αντίληψη που προπαγανδίζουν οι ρεαλιστές για την «αναρχική» τους κοινωνία είναι το λιγότερο χονδροειδής και πρόδηλα εσφαλμένη. Φαίνεται ότι για τους μπουρζουάδες φιλελεύθερους οπαδούς του ρεαλισμού, κάθε κοινωνία από την οποία απουσιάζει μια ιεραρχική δομή που καθιερώνει μια κεντρική αρχή με ρητές και αναγνωρισμένες εξουσίες ζωής ή θανάτου πάνω στις κοινωνικές μονάδες που έχει στη δικαιοδοσία της, το δίχως άλλο πληροί τις προδιαγραφές μιας «αναρχικής» κοινωνίας. Ωστόσο, το πρωταρχικό γνώρισμα που προσδιορίζει μια κοινότητα σαν αναρχική δεν είναι η ολοσχερής κατάργηση της εξουσίας που είναι πράγμα αδύνατο μιας και η εξουσία εξυφαίνεται μέσα από και παράγεται ως δομικό στοιχείο των θεσμισμένων κοινωνικών σχέσεων, αλλά η ισομερής κατανομή της ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας. Η εξάλειψη των βασικών θεσμών της ετερονομίας στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, του Κράτους και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, είναι μόνο η αναγκαία συνθήκη για την δημιουργία μιας αυτόνομης μορφής οργάνωσης της κοινωνίας. Η ανατροπή μιας κυβέρνησης, ή η κατάργηση ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος χωρίς την παράλληλη ανασύσταση του θεσμικού πλαισίου μιας γενικής ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων σε ελευθεριακά πρότυπα, μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στο αιματηρό χάος και σε έναν γενικευμένο πόλεμο όλων εναντίον όλων, όπως στην εποχή μας είδαμε να συμβαίνει στις χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας όπου η υπερεθνική ελίτ χρησιμοποίησε την απαράμιλλη στρατιωτική δύναμη της για να ανατρέψει καθεστώτα που δεν της ήταν αρεστά, αφήνοντας πίσω της κοινωνίες στα πρόθυρα της διάλυσης όπου η μία κοινωνική ομάδα στράφηκε ενάντια στην άλλη σε έναν ανταγωνισμό για να επιβάλλούν την πρωτοκαθεδρία τους με την δύναμη των όπλων (Σομαλία, Ιράκ, Λιβύη). Με άλλα λόγια, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Αναρχίας δεν είναι η απουσία μιας καταληπτής τάξης στις κοινωνικές υποθέσεις, αλλά ακριβώς η εναλλακτική κοινωνική τάξη που επιθυμεί να οικοδομήσει το αναρχικό πρόταγμα, εκλαμβάνοντας την ελεύθερη κοινότητα ως προέκταση της ελευθερίας του κοινωνικού ατόμου. Στην αναρχική κοινωνία, η κυβέρνηση από τα πάνω παύει να υπάρχει και αντικαθίσταται από μια μορφή αυτοκυβέρνησης, την διακυβέρνηση σύμφωνα με τις επιταγές της συλλογικής ευφυΐας της κοινωνίας μέσω της θέσμισης δομών και θεσμών κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης σε μαζική κοινωνική κλίμακα.

Homo homini lupus estix

Αναρωτιέται κανείς ποια είναι εκείνη η ολέθρια εσώτερη παρόρμηση που υποτίθεται ότι ωθεί τους ανθρώπους να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον, μόλις διαφανείτο πρώτο σημάδι υποχώρησης ή εξασθένισης της κεντρικής εξουσίας που τους κρατάει φρόνιμους και υποτακτικούς. Ο θεωρητικός του πρώιμου ρεαλισμού Χ. Μοργκενθάου, αποδίδει την αυτοκαταστροφική αυτή ροπή στην επίδραση των αιώνιων και απαράλλακτων χαρακτηριστικών από τα οποία αποτελείται η φύση του ανθρώπου.x Σαν καλός φιλελεύθερος που είναι, ο Μοργκενθάου θεωρεί ως a priori αξίωμα τον ισχυρισμό ότι το ατομικό συμφέρον έρχεται εξ ορισμού σε σύγκρουση με το συμφέρον του συνόλου και, πραγματοποιώντας σε αυτό το σημείο ένα αβυσσαλέο άλμα θεωρητικής αφαίρεσης, ότι στο επίπεδο των διακρατικών σχέσεων το ατομικό συμφέρον με κάποιο τρόπο μετουσιώνεται σε ένα εγωιστικό «εθνικό» συμφέρον της μορφής-κράτος, το οποίο σε τελική ανάλυση είναι και η υπέρτατη αρχή που καθορίζει την συμπεριφορά των εθνών και τον χαρακτήρα των μεταξύ τους δοσοληψιών. Σε μια περισσότερο εκλεπτυσμένη εκδοχή αυτού του δόγματος, ο νεορεαλιστής Μ. Γουώλτς διατείνεται ότι είναι ακριβώς η κακώς εννοούμενη, «αναρχική» δομή του διεθνούς συστήματος, η οποία υποχρεώνει τα κράτη να επιδοθούν σε μια αδιάκοπη αναζήτηση για τρόπους χάρη στους οποίους μπορούν να αυξήσουν την στρατιωτική, πολιτική, οικονομική και πολιτισμική δύναμη τους.xi Η εσωστρεφής κοσμοθεωρία του έθνους-κράτους και ο αυτοαναφορικός χαρακτήρας της εξωτερικής πολιτικής οφείλονται στην έλλειψη επαρκών εγγυήσεων ασφαλείας και αργά ή γρήγορα, ανεξάρτητα από ιδεολογικές επιρροές ή την κοινωνική βάση στην οποία στηρίζεται το κάθε καθεστώς, η ανάγκη για ασφάλεια επιβεβαιώνει την πρωτοκαθεδρία της και εξασθενίζει τα ατομικά χαρακτηριστικά και τις ιδεολογικές παραμέτρους της εσωτερικής δομής εξουσίας, λειτουργώντας ως οδοστρωτήρας και ομογενοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τους τρόπους με τους οποίους αλληλεπιδρούν τα κράτη στο διεθνές πεδίο. Όπως γράφει ο καθηγητής διεθνών σχέσεων Σ. Μπέρτσιλ, «όλα τα κράτη στο διεθνές σύστημα καθίστανται λειτουργικά όμοια εξαιτίας των δομικών περιορισμών μέσα στους οποίους λειτουργούν. Το αναρχικό βασίλειο επιβάλλει μια πειθαρχία στα κράτη: απαιτείται από αυτά πρώτα απ’ όλα να κατοχυρώσουν την ασφάλεια τους, προτού μπορέσουν να επιδοθούν σε άλλες δραστηριότητες».xii

Σύμφωνα με τα παραπάνω, προκειμένου να διαμορφώσει την θεωρία του περί ανθρώπινης φύσης, ο Μοργκενθάου είναι αναγκασμένος να μην λάβει καθόλου υπόψη την επίδραση που ασκούν οι υλικές συνθήκες της ύπαρξης και την δύναμη που έχουν οι δομικοί παράγοντες που συνθέτουν το υπόβαθρο του διεθνούς συστήματος να προκαθορίζουν ουσιαστικά τις μορφές, τα μέσα και τους τρόπους με τους οποίους τα κράτη έρχονται σε επαφή μεταξύ τους. Αγνοεί μάλιστα ο Μοργκενθάου την καθοριστική επιρροή της ίδιας της εξουσιαστικής δομής του έθνους-κράτους σε αυτή την διαδικασία αλληλεπίδρασης και το κατά πόσο η ταξικά διαρθρωμένη κοινωνική ολότητα μπορεί μόνο να αναπαράγει μέσω της εσώτερης δυναμικής της τις ίδιες μορφές ταξικής διαστρωμάτωσης και τους ίδιους ιεραρχικούς διαχωρισμούς ως προς το υπόβαθρο των σχέσεων της με άλλες κοινωνικές ολότητες. Μπορούμε να θυμηθούμε εδώ το ιστορικό παράδειγμα της επαναστατικής αντιπολεμικής προπαγάνδας των ρώσων αναρχικών στα πρόθυρα της ρωσικής επανάστασης του 1917, οι οποίοι απηύθυναν τις εκκλήσεις τους για ταξική αδελφοσύνη και παύση των εχθροπραξιών απευθείας προς τους γερμανούς προλετάριους στρατιώτες που βρίσκονταν στο μέτωπο και «πάνω από τα κεφάλια» των πρώσων γιούνκερς αξιωματικών. Αντίθετα, παρά το γεγονός ότι ήταν εξίσου αντίθετοι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, οι κρατιστές μπολσεβίκοι υιοθέτησαν μια γραμμή «έντιμης συνδιαλλαγής» με την ηγεσία του στρατού της αυτοκρατορικής Γερμανίας, προκειμένου να εξασφαλίσουν την απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από το ρωσικό μέτωπο. Έτσι, συνομολόγησαν με τους γερμανούς στρατηγούς την συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι ήταν διατεθειμένοι να σεβαστούν τους καθιερωμένους τύπους της διεθνούς διπλωματίας.xiii Όσο για την θεολογικής υφής, προνεωτερική αντίληψη του Μοργκενθάου για την ανθρώπινη «φύση», θα περιοριστούμε εδώ να παρατηρήσουμε ότι τα σωματικά, ψυχικά και νοητικά κίνητρα του ανθρώπου δεν είναι κάτι σταθερό και αναλλοίωτο, αλλά μεταβάλλονται ανάλογα με τις υλικές συνθήκες και το κοινωνικό υπόβαθρο της ανθρώπινης ύπαρξης, αλληλεπιδρώντας παράλληλα με αυτό.

Από την άλλη, ο νεορεαλιστής Γουώλτς υποκύπτει σε έναν δομικό ντετερμινισμό όταν ισχυρίζεται πως το υποκειμενικό στοιχείο δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο στη διαμόρφωση του πλαισίου μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι σχέσεις ανάμεσα στα έθνη. Το ίδιο το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και οι πολιτικές εκφράσεις που αυτό λαμβάνει είναι ανθρώπινο δημιούργημα που προέκυψε μέσα από την εκδίπλωση συγκεκριμένων ιστορικών διαδικασιών και αποτυπώνει την έκβαση της Κοινωνικής Πάλης ανάμεσα στις τάξεις και την αποκρυστάλλωση ενός παγιωμένου συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις κυρίαρχες και τις υποτελείς κοινωνικές μονάδες του συστήματος σε μια δεδομένη στιγμή της ιστορικής εξέλιξης της οικονομίας της αγοράς. Η ετερόνομη μορφή που έλαβαν οι κοινωνικές ολότητες την περίοδο της νεωτερικότητας ήταν που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις βασικές παραμέτρους επικοινωνίας και τις μορφές συνδιαλλαγής μεταξύ τους, δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οι μετέπειτα διακρατικές σχέσεις, και όχι το αντίθετο. Είναι βέβαια γεγονός ότι το κάθε σύστημα έχει νόμους και κανόνες που διέπουν την λειτουργία του κι εξασφαλίζουν την εσωτερική συνοχή και την ομαλή αναπαραγωγή του. Έτσι, ο Φωτόπουλος έχει δίκιο όταν επισημαίνει ότι το όραμα για την επιβολή μιας πανευρωπαϊκής ή, ακόμη χειρότερα, παγκόσμιας σοσιαλδημοκρατίας τύπου ΣΥΡΙΖΑ είναι καθαρά ουτοπικό, από την στιγμή που προϋποθέτει ότι οι ελίτ των περιφερειακών, «αναπτυσσόμενων» οικονομιών θα συναινέσουν σε μέτρα που ουσιαστικά θα δυναμιτίσουν ή θα αναχαιτίσουν δραστικά την όποια αναπτυξιακή δυναμική των καπιταλιστικών οικονομιών των οποίων ηγούνται. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι ελίτ των χωρών που ανήκουν στην λεγόμενη ομάδα των BRICS (Κίνα, Βραζιλία, Νότιος Αφρική, Ινδία) πρωτοστατούν κατά τις συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα στα διεθνή φόρουμ στην έγερση απαιτήσεων για την υιοθέτηση ρυθμίσεων που θα οδηγήσουν στην περαιτέρω απορύθμιση των διεθνών αγορών και την απελευθέρωση του υπερεθνικού εμπορίου.xiv

Στην πραγματικότητα, οι θεωρητικές προσεγγίσεις τόσο του ρεαλισμού, όσο και του νεορεαλισμού δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να συσκοτίζουν την ύπαρξη ενός ήδη πολύ πραγματικού διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας, η λειτουργία του οποίου επιφέρει χειροπιαστά αποτελέσματα και παράγει σχέσεις ετεροκαθορισμού και κυριαρχίας ανάμεσα στις ετερόνομες κοινωνικές ολότητες, εντάσσοντας τις σε μια από τα πριν καθορισμένη, άτυπη καθολική καπιταλιστική ιεραρχία. Κι αυτό γιατί η ρεαλιστική ανάγνωση των διεθνών σχέσεων εκκινεί από μια εικόνα του έθνους-κράτους ως ενός μονολιθικού κοινωνικού σχηματισμού με ομοιογενή συμφέροντα και ένα ενιαίο κοινωνικό φαντασιακό στο εσωτερικό του και υποθέτει λανθασμένα ότι η ταξική διάρθρωση των ετερόνομων καπιταλιστικών κοινωνιών δεν υπερβαίνει, ούτε προϋποθέτει δεσμούς που εκτείνονται πέρα από τα πολιτικά εδαφικά σύνορα του έθνους-κράτους. Ωστόσο, η εσωτερική δυναμική βάσει της οποίας αναπτύσσεται το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς έχει οδηγήσει στην ανάδυση υπερεθνικών δεσμών οργανικής διαπλοκής ανάμεσα στις καπιταλιστικές οικονομίες της αγοράς. Ανάμεσα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις του παγκόσμιου Βορρά που βρίσκονται σε παρόμοια επίπεδα παραγωγικότητας και τεχνολογικής ανάπτυξης, η διαδικασία αυτή έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση του βαθμού αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις ανεπτυγμένες οικονομίες και την αμοιβαία διείσδυση των πολυεθνικών οικονομικών μονάδων τους, πάντα βέβαια με όρους ενσωμάτωσης σε μια διευρυμένη διεθνοποιημένη καπιταλιστική ιεραρχία. Από την άλλη, αναφορικά με τις οικονομίες που εντάσσονται στην περιφέρεια και ημιπεριφέρεια του συστήματος, οι σχέσεις που παράγονται είναι σχέσεις υποτέλειας και ετεροκαθορισμού, αφού η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε δύο άνισα ανεπτυγμένες οικονομικές μονάδες οδηγεί αυτόματα στην αναπαραγωγή και την επέκταση των πλεονεκτημάτων της ισχυρής οικονομίας μέσω της υπερχρέωσης των κρατών της περιφέρειας και της μονομερούς κατάληψης νευραλγικών τμημάτων των περιφερειακών οικονομιών από τις πολυεθνικές των μητροπόλεων του παγκόσμιου Βορρά.xv Μολαταύτα, και στις δύο περιπτώσεις οι μηχανισμοί εξάρτησης και αλληλεξάρτησης που εμπεριέχονται στο διεθνές σύστημα κυριαρχίας υπερβαίνουν τον επίσημα αναγνωρισμένο εδαφικό χώρο της πολιτικής δικαιοδοσίας των εθνικών ελίτ και επιβάλλουν την θεσμοποίηση ενός άτυπου καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας ανάμεσα στις υπο-ολότητες του συστήματος σε υπερεθνική κλίμακα. Αν η παραδοσιακή σχολή σκέψης του ρεαλισμού αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις ως μια σφαίρα ανθρώπινης δραστηριότητας όπου η μοναδική καταληπτή οργανωτική αρχή είναι αυτή της συγκέντρωσης ισχύος από τις επιμέρους μονάδες του διεθνούς συστήματος, το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς είναι ακριβώς ο θεσμικός μηχανισμός που αναγάγει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα κοινωνικά υποκείμενα με αντικείμενο την συγκέντρωση δύναμης σε κινητήρια δύναμη αναπαραγωγής του συστήματος, ενσωματώνοντας παράλληλα και θεσμοποιώντας τις ιεραρχικές σχέσεις κυριαρχίας κι ετεροκαθορισμού που απορρέουν από την έκβαση αυτού του ανταγωνισμού σε μια καθολικά ετερόνομη κοινωνική δομή. Όπως πολύ εύστοχα γράφει ο Τερζάκης, «Να ομνύεις στην ελεύθερη αγορά σημαίνει να είσαι πάντα με τον ισχυρό και με την ισχύ, να περιφορνείς τους αποτυχημένους και τους αδύναμους και να εύχεσαι την εξαφάνιση όσων έχασαν στο παιχνίδι της επικράτησης: είναι το βασικό άρθρο πίστεως της κεφαλαιοκρατικής Δύσης, αυτονομιμοποιητικός μύθος της ίδιας της της παγκόσμιας επιβολής».xvi

Εξάλλου, οι ρεαλιστές διανοητές εμφανίζονται απρόθυμοι να επεκτείνουν την ίδια τη συλλογιστική τους μέχρι το σημείο της λογικής της κατάληξης. Αυτό που εννοούμε είναι ότι το αναπόφευκτο προϊόν της κοινωνικής δυναμικής που αναπτύσσεται εξαιτίας των σχέσεων ανταγωνισμού που χαρακτηρίζουν την δομική αλληλεπίδραση των κοινωνικών υποκειμένων σε μια ετερόνομη κοινωνία είναι η σταδιακή συγκέντρωση δύναμης από την μονάδα που επικρατεί σε αυτή την διαπάλη και συνακόλουθα η δημιουργία άτυπων ιεραρχιών και δομών ετεροκαθορισμού ανάμεσα σε κοινωνικές μονάδες με ανισόμετρη πολιτική, οικονομική και πολιτισμική δύναμη. Τούτο ισχύει τόσο για τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, όσο και για τις ιεραρχικές υπό-ολότητες και τις κοινωνικές ομάδες στο εσωτερικό των ετερόνομων κοινωνιών. Οι διαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής των ευρωπαϊκών κρατών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα είχαν κατανοήσει σε τέτοιον βαθμό την θεμελιακή αυτή διάσταση του ανταγωνισμού ανάμεσα στα κράτη, ώστε προνόησαν για να δημιουργήσουν το σύστημα της ισορροπίας των δυνάμεων σαν πρακτικό αντιστάθμισμα της αυξανόμενης ισχύος πρώτα της Γαλλίας κι έπειτα, διαδοχικά, της Τσαρικής Ρωσίας και της ενωμένης Γερμανίας υπό τον έλεγχο των Πρώσων, που απειλούσαν να αναδειχτούν νικήτριες στον γεωπολιτικό ανταγωνισμό και να υποδουλώσουν το σύνολο των λαών της ηπείρου διαμέσου της ισχύος που είχαν καταφέρει να συσσωρεύσουν.xvii

Διεθνοποίηση της κυριαρχίας

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η βασική μονάδα οικονομικής ανάπτυξης στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας δεν είναι πλέον το έθνος-κράτος, αλλά οι γιγάντιες πολυεθνικές επιχειρήσεις που αναπτύχθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά και που στις μέρες μας έχουν κάτω από τον έλεγχο τους το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής και διανομής. Η οργανική διαδικασία της ανάδυσης των πολυεθνικών ως κινητήριας δύναμης για την ανάπτυξη στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και ο συστημικός χαρακτήρας του φαινομένου έχουν περιγραφεί αλλού λεπτομερώς από τον Τ. Φωτόπουλο και για λόγους οικονομίας χώρου δεν είναι σκόπιμο να επαναλάβουμε εδώ ολόκληρη την πορεία της ιστορικής εξέλιξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς που οδήγησε στην παρούσα κατάσταση.xviii Αρκεί απλώς να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με τα εμπειρικά στοιχεία που βρίσκει κανείς στους στατιστικούς πίνακες που εκδίδει ο ίδιος ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (Π.Ο.Ε.), οι πεντακόσιες μεγαλύτερες πολυεθνικές εταιρείες (Π.Ε.) ελέγχουν το 70% των παγκόσμιων εμπορικών συναλλαγών, ενώ οι 51 από τις 100 μεγαλύτερες οικονομικές μονάδες της παγκόσμιας οικονομίας δεν είναι κρατικές οικονομίες, αλλά υπερεθνικές οικονομικές δομές που ανήκουν κι διευθύνονται από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις.xix Αντίθετα, πιο σημαντικές για τους σκοπούς του παρόντος κειμένου είναι οι αλλαγές που επέφερε η άνοδος των πολυεθνικών στο μοντέλο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, οι μεταβολές και οι διαφοροποιήσεις που επέβαλλε στους διεθνοποιημένους μηχανισμούς άντλησης υπεραξίας, στην γεωγραφική κατανομή του πλούτου και στη αναδιάρθρωση των ιεραρχιών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς σε παγκόσμια κλίμακα. Η εντεινόμενη υπερεθνική οικονομική δραστηριότητα των πολυεθνικών, η φυσική αποκέντρωση ενός τμήματος της παραγωγής σε μονάδες που βρίσκονται σε χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας και ημιπεριφέρειας χάρη στην εξέλιξη της τεχνολογίας και, τελικά, η δημιουργία υπερεθνικών εμπορευματικών ροών και ολοκληρωμένων αλυσίδων παραγωγής σε περισσότερες από μία χώρες, είχαν σαν αποτέλεσμα την άσκηση «αντικειμενικών» οικονομικών πιέσεων πάνω στις εθνικές πολιτικές ελίτ για την λήψη μέτρων που θα επέβαλλαν την πλήρη απορύθμιση των αγορών κεφαλαίων, εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Δηλαδή, την άρση των κοινωνικών ελέγχων με την ευρεία έννοια που είχαν επιβάλλει στις αγορές οι εθνικές κρατικιστικές ελίτ με σκοπό τόσο την προστασία των πιο αδύναμων τμημάτων του εθνικά συγκεντρωμένου ιδιωτικού κεφαλαίου από τις δυσμενείς συνέπειες του διεθνούς ανταγωνισμού, όσο και την προστασία ενός τμήματος του οργανωμένου προλεταριάτου από τις καταστροφικές συνέπειες που επιφέρει η λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς πάνω στις αδύναμες κοινωνικές ομάδες.xx Γίνεται αντιληπτό ότι ο εντεινόμενος βαθμός διεθνοποίησης της καπιταλιστικής οικονομίας οδήγησε αναπόφευκτα σε μια διαδικασία σταδιακής διάβρωσης και υπονόμευσης της οικονομικής κυριαρχίας του έθνους-κράτους και στην βαθμιαία μετατόπιση της πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής δύναμης στα χέρια μιας άτυπης υπερεθνικής ελίτ, επιφορτισμένης με την διαμόρφωση, επιβολή και αναπαραγωγή σε παγκόσμια κλίμακα του θεσμικού πλαισίου κι ενός συστήματος κανόνων που διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς κεφαλαίων και εμπορευμάτων. Ο μόνος λόγος που μιλάμε για άτυπη ελίτ είναι διότι το παγκόσμιο υπερκράτος δεν έχει γίνει ακόμη πραγματικότητα, αν και πυκνώνουν ανησυχητικά οι φωνές εκείνων των συστημικών ιδεολόγων όπως ο μόνιμος αρθρογράφος των Financial Times, Γκίντεον Ράχμαν, που ζητούν ακριβώς αυτό. Την επιβολή δηλαδή επίσημων υπερεθνικών εξουσιαστικών θεσμών που θα καταστήσουν δυνατή μια συγκεντρωτική παγκόσμια διακυβέρνηση.xxi Από αυτή την άποψη, δεν είναι καθόλου αδόκιμη η σύγκριση με την ιστορική διαδικασία της ανάδυσης των εθνικών καπιταλιστικών αγορών, η οποία συνοδεύτηκε απαραιτήτως από την πολιτική θέσμιση της ετερόνομης μορφής κοινωνικής οργάνωσης που έχει στην κορυφή της τον εξουσιαστικό μηχανισμό του σύγχρονου έθνους-κράτους.

Για τις ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα που επανδρώνουν τις τάξεις της υπερεθνικής ελίτ και προέρχονται κατά κύριο λόγο από τις καπιταλιστικές μητροπόλεις του Κέντρου, «ο καλύτερος τρόπος ώστε να διασφαλίσουν την προνομιακή τους θέση στην κοινωνία δεν είναι μέσω της εξασφάλισης της αναπαραγωγής κάποιου φαντασιακού έθνους-κράτους, αλλά, αντίθετα, μέσω της διασφάλισης της παγκόσμιας αναπαραγωγής του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”».xxii Συνακόλουθα, ο νέος τύπος του ιμπεριαλισμού του συστήματος της οικονομίας της αγοράς δεν μπορεί να πάρει την μορφή της εδαφικής επέκτασης ενός κυρίαρχου έθνους-κράτους, ή της προσάρτησης εδαφών με στρατιωτικά μέσα προκειμένου να ενσωματωθούν άμεσα στις ιεραρχικές δομές μιας εθνοκεντρικής καπιταλιστικής οικονομίας. Αντίθετα, ο νέο-ιμπεριαλισμός εκδηλώνεται μέσα από την τεχνητή δημιουργία των κοινωνικών συνθηκών για την μεταφύτευση του ταξικού μοντέλου οργάνωσης των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών του Κέντρου στις κοινωνίες της περιφέρειας, με όλες τις παθογένειες που συνεπάγεται μια τέτοια διαδικασία πολιτικού, οικονομικού και πολιτισμικού «βιασμού» των τοπικών κοινωνιών για τους λαούς των μη-ανεπτυγμένων χωρών. Και μιλάμε για παθογένειες διότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε καπιταλιστικές οικονομίες με άνισα επίπεδα ανάπτυξης της παραγωγικότητας και της τεχνολογικής τους βάσης μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς που βασίζεται στον ανταγωνισμό, μπορεί μόνο να έχει ως αποτέλεσμα την αναπαραγωγή της ηγεμονικής θέσης της ισχυρής οικονομίας, τη δημιουργία δεσμών απόλυτης εξάρτησης και ετεροκαθορισμού ανάμεσα στα δύο μέρη και την ουσιαστική διαστρέβλωση του παραγωγικού προτύπου της κοινωνικής ολότητας που ανήκει στην περιφέρεια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Οι ίδιες ακριβώς τυπικές ιεραρχικές σχέσεις και δομές συγκέντρωσης δύναμης αναπαράγονται και στο εσωτερικό της υποτελούς κοινωνικής ολότητας, με την ενσωμάτωση της τοπικής οικονομίας στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, την μεταβολή των ταξικών συσχετισμών δύναμης (τόσο από την άποψη του περιεχομένου της ταξικής διάρθρωσης, όσο και της δύναμης που συγκεντρώνει η κάθε κοινωνική ομάδα στα χέρια της) και την αλλοίωση της φύσης των ταξικών υποκειμένων που επιφέρει αυτή η διαδικασία, δηλαδή του ιστορικού ρόλου που διαδραματίζει το κάθε κοινωνικό υποκείμενο στην διαμόρφωση του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού περιεχομένου της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας και της θέσης που καταλαμβάνει αυτή μέσα στην παγκόσμια καπιταλιστική ιεραρχία. Για παράδειγμα, ενώ η ευρωπαϊκή αστική τάξη λειτούργησε ως έναν βαθμό σαν φορέας πολιτικής φιλελευθεροποίησης κι εκδημοκρατισμού των απολυταρχικών μοναρχιών του 18ου και 19ου αιώνα, η αστική τάξη της Λατινικής Αμερικής του 20ου αιώνα, υπό το βάρος της υποτελούς σχέσης της με τον ήδη υπέρ-ανεπτυγμένο βορειοαμερικανικό καπιταλισμό, αποτέλεσε φορέα για την επιβολή των πιο αδίστακτων κι εγκληματικών στρατιωτικών δικτατοριών στις χώρες της περιοχής, ως ιδανικής μορφής πολιτεύματος για την προάσπιση των συμφερόντων και την αναπαραγωγή των θεσμοποιημένων προνομίων της. Από την άλλη, ενώ η επιχειρηματική τάξη της Ευρώπης μέσω της ανεξάντλητης εμπορικής δραστηριότητας της εξασφάλισε για τις ευρωπαϊκές χώρες την παγκόσμια τεχνολογική και οικονομική υπεροχή και επέτρεψε στις ευρωπαϊκές ελίτ να επιβάλλουν την ηγεμονία τους σχεδόν σε οικουμενική κλίμακα, η νέα επιχειρηματική τάξη της Αφρικής διαπαιδαγωγημένη στα δυτικά πανεπιστήμια κι έχοντας πλήρως εσωτερικεύσει τα εξουσιαστικά δόγματα και τις αρχές της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει ως φορέας ετεροκαθορισμού για τις κοινωνίες της μαύρης ηπείρου, εισάγοντας ιδεολογικές αντιλήψεις και πολιτισμικές αξίες που δεν αναβλύζουν μέσα από μια αυτόνομη ιστορική εξέλιξη των αφρικανικών κοινωνιών και εφαρμόζοντας τις βασικές παραμέτρους ενός εξωστρεφούς μοντέλου οικονομικής «ανάπτυξης» που μπορεί να οδηγήσει μόνο στην καταστροφή της αυτοδυναμίας των χωρών τους και στην εμβάθυνση των υλικών δεσμών υποτέλειας κι εξάρτησης από τα καπιταλιστικά μητροπολιτικά κέντρα.xxiii

Έτσι, βασικός στόχος του νέο-ιμπεριαλισμού της υπερεθνικής ελίτ είναι η θεσμοποίηση σε πλανητικό επίπεδο των συνθηκών που θα επιτρέψουν την ανεμπόδιστη ροή κεφαλαίων, αγαθών και υπηρεσιών από την μία εθνική αγορά στην άλλη, γεγονός που δημιουργεί το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να επεκτείνουν οι πολυεθνικές τη δράση τους στον χώρο και τον χρόνο, να ενσωματώσουν στο επιχειρηματικό πλάνο τους νέους επενδυτικούς προορισμούς, να επιτύχουν την ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας και σε τελευταίο στάδιο να επιβάλλουν έναν άτυπο αλλά τελειοποιημένο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας με υπερεθνικά γεωγραφικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Η φυσική κατάληξη αυτής της τάσης που απορρέει από την «αντικειμενική» αναπτυξιακή δυναμική του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, είναι η μαζική υπαγωγή των κατά τόπους εθνικών οικονομιών στην αδιαμεσολάβητη κυριαρχία των υπερεθνικών κέντρων οικονομικής εξουσίας και η βίαιη αναδιαμόρφωση της παραγωγικής και καταναλωτικής δομής τους με τέτοιο τρόπο ώστε να ενταχθούν ομαλά και εφεξής να ικανοποιούν τις ανάγκες εκείνου του τμήματος της διεθνοποιημένης αλυσίδας παραγωγής που επιφυλάσσουν γι’ αυτές οι κυρίαρχες μονάδες του οικονομικού συστήματος, οι πολυεθνικές. Από αυτή την άποψη, δεν είναι τυχαίο που η προστασία του διεθνούς εμπορίου και η λήψη μέτρων για την προώθηση «ανοικτών» οικονομιών περιλήφθηκε εκ νέου στους βασικούς γεωπολιτικούς στόχους του στρατηγικού δόγματος των ΗΠΑ, όπως αυτό εκφράστηκε στην πρόσφατη ομιλία του εγκληματία πολέμου Ομπάμα στην στρατιωτική ακαδημία του West Point. Όπως σωστά παρατηρεί ο Φωτόπουλος, «… “η Αμερική δεν αγωνίζεται απλά για τη σταθερότητα και την απουσία συγκρούσεων, ανεξάρτητα από κόστος. Αγωνίζεται επίσης για μια πιο διαρκή ειρήνη, που μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα της παροχής ευκαιριών και ελευθερίας παντού στο κόσμο”. Με άλλα λόγια, μια πιο διαρκής ειρήνη μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα από την παγκόσμια επέκταση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, όπου οι ελεύθερες αγορές (κεφαλαίου, εμπορευμάτων και εργασίας) είναι το μαγικό ραβδί που μοιράζει ευκαιρίες και ελευθερία. Και για να μην αφήσει καμιά αμφιβολία [ο Ομπάμα] εξήγησε ακόμη σαφέστερα τι εννοεί: “η στήριξη της Αμερικής στη δημοκρατία και στα ανθρώπινα δικαιώματα ξεπερνά τον ιδεαλισμό —στην πραγματικότητα αφορά την εθνική ασφάλεια. Οι πιο στενοί μας φίλοι είναι δημοκρατικές χώρες που είναι πολύ λιγότερο πιθανό να ξεκινήσουν πόλεμο σε σχέση με τα μη δημοκρατικά καθεστώτα. Οι ελεύθερες και ανοικτές οικονομίες έχουν καλύτερη αποδοτικότητα και γίνονται τελικά αγορές για τα προϊόντα μας. Ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα είναι το αντίδοτο στην αστάθεια και τις αδικίες που τροφοδοτούν τη βία και τη τρομοκρατία”».xxiv Βλέπουμε λοιπόν ότι ο ίδιος ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν διστάζει να ορίσει το «εθνικό συμφέρον» των ΗΠΑ, όχι σύμφωνα με μια παραδοσιακή γεωπολιτική αντίληψη που ταυτίζει την επιβίωση του Κράτους με τον άμεσο στρατιωτικό και πολιτικό έλεγχο του στρατηγικού περίγυρου του, με την εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πόρων και την προστασία των επίσημων εδαφικών συνόρων της θεσμισμένης κρατικής οντότητας, αλλά με όρους προστασίας και ενίσχυσης της κυριαρχίας των απρόσωπων δυνάμεων της αγοράς που αναπαράγουν με φυσικό τρόπο τις ιεραρχίες που είναι εγγενείς στην οικονομική δομή του καπιταλισμού και διασφαλίζουν τα θεσμοποιημένα προνόμια των οικονομικών ελίτ όπου βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για να δράσουν και να αναπτυχθούν. Αντίθετα από την κλασσική οικονομική θεωρία της εξάρτησηςxxv, η οποία διακήρυττε ότι το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα επιβάλλει έναν λίγο, πολύ ξεκάθαρο γεωγραφικό διαχωρισμό ανάμεσα σε ένα ομοιογενές καπιταλιστικό κέντρο που ευημερούσε και μια μόνιμα υπανάπτυκτη κι εξαθλιωμένη συστημική περιφέρεια, ο νέο-ιμπεριαλισμός όπως τον αντιλαμβανόμαστε εδώ, δημιουργεί αποσπασματικές νησίδες πλούτου και οικονομικής δύναμης στο εσωτερικό των κοινωνιών που ανήκουν στον λεγόμενο παγκόσμιο Νότο, ενώ παράλληλα εντείνει τις διαδικασίες φτωχοποίησης και προλεταριοποίησης ολοένα και περισσότερων κοινωνικών ομάδων στις «ανεπτυγμένες» κοινωνικές του παγκόσμιου Βορρά. Από αυτή την άποψη, η παγιοποίηση των κοινωνικών ρόλων και η θεσμοποίηση της καπιταλιστικής ιεραρχίας που επιβάλλει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεν λαμβάνει χώρα πρωτίστως ανάμεσα στα κράτη ως ομοιογενείς μονάδες κοινωνικής οργάνωσης, αλλά αφορά την αποκρυστάλλωση των σχέσεων δύναμης και των ιεραρχικών δομών στο εσωτερικό τόσο των ετερόνομων κοινωνιών του Κέντρου, όσο και της περιφέρειας.

Το δικαίωμα του να μένεις στον τόπο σου

Κι ενώ τα ετεροκαθοριζόμενα προλεταριακά στρώματα διαβλέπουν στην αναδιάρθρωση του συστήματος που βρίσκεται σε εξέλιξη μια «αντικειμενική» τάση για συνεχή χειροτέρευση της κοινωνικής θέσης τους και σπεύδουν να οργανωθούν οριζόντια και αμεσοδημοκρατικά, δανειζόμενο το ένα κίνημα στοιχεία από το άλλο, οι συστημικές ελίτ και οι προνομιούχες κοινωνικές ομάδες οχυρώνονται πίσω από την θηριώδη δύναμη του παγκόσμιου συστήματος κυριαρχίας και καταλαμβάνουν πρόθυμα την προκαθορισμένη θέση που τους αναλογεί στον ιεραρχικό καταμερισμό εργασίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, με αντάλλαγμα την αναπαραγωγή της κυριαρχίας τους στο εσωτερικό της κοινωνικής ολότητας της περιφέρειας του συστήματος. Έτσι, βλέπουμε ότι η καταναγκαστική, «από τα πάνω» κατανομή των παγιωμένων κοινωνικών ρόλων είναι ο μοναδικός παράγοντας που εξασφαλίζει την διατήρηση της ενότητας και της συνοχής ενός κοινωνικού συστήματος που όχι μόνο ενσωματώνει κοινωνικά υποκείμενα με αντιθετικά συμφέροντα, αλλά ενθαρρύνει ιδεολογικά και θεσμοποιεί τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα μέρη του σε όλα τα επίπεδα. Οποιαδήποτε απόπειρα στρατευμένης πολιτικής αντιπαράθεσης με τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό οφείλει κατά την άποψη μας να έχει επίγνωση του ρόλου αυτού της εγχώριας αστικής τάξης ως ιμάντα μεταβίβασης άνωθεν εντολών και ως συνειδητού τοποτηρητή των συμφερόντων του υπερεθνικού κεφαλαίου. Ως φορέα δηλαδή εξάρτησης κι ετεροκαθορισμού των τοπικών κοινωνιών της περιφέρειας από το διεθνές σύστημα. Αν κατά την κρατικιστική φάση της νεωτερικότητας υπήρχαν τμήματα της εθνικής κεφαλαιοκρατικής ελίτ που, υπό την προϋπόθεση ενός κοινού προγράμματος, θα μπορούσαν να συμμαχήσουν με τα προλεταριακά στρώματα με γνώμονα τον εκμοντερνισμό της παραγωγικής δομής και την ανάπτυξη μιας ισχυρής εθνικής οικονομίας υπό κρατική διεύθυνση,xxvi στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας η εξάρτηση των κυρίαρχων τάξεων από τις παραγωγικές επενδύσεις και την επέκταση της οικονομικής κυριαρχίας των πολυεθνικών σε όλους τους τομείς της εγχώριας παραγωγικής και καταναλωτικής δομής είναι απόλυτη. Με άλλα λόγια, η αναπαραγωγή των ταξικών προνομίων και της κοινωνικής δύναμης των ελίτ, είναι οργανικά συνδεδεμένη με την ολοκλήρωση της ενσωμάτωσης της τοπικής οικονομίας στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Για τον λόγο αυτό, είναι εντελώς αδύνατο για τις εθνικές ελίτ να επιτελέσουν κάποιο «αναπτυξιακό» ρόλο, με την έννοια του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης των παραγωγικών μέσων για την αποτελεσματική κάλυψη των βασικών αναγκών των υποτελών ομάδων της κοινωνικής ολότητας. Αντίθετα, η αναπαραγωγή της κυριαρχίας των συστημικών ελίτ, προϋποθέτει την απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής από τις πολυεθνικές και την ουσιαστική μετάθεση του κέντρου λήψης των βασικών οικονομικών αποφάσεων (τι, πώς και για ποιον θα παραχθεί) στο υπερεθνικό επίπεδο.

Η συνειδητοποίηση αυτή βρίσκεται στην ρίζα εξεγέρσεων των αυτοχθόνων όπως αυτή των ινδιάνων Ζαπατίστας στο Μεξικό, ή των ρωσόφωνων προλετάριων του Ντόνμπας στις περιοχές της νοτιανατολικής Ουκρανίας. Πράγματι, ο λόγος ύπαρξης αυτών των ένοπλων λαϊκών κινημάτων ήταν η απόπειρα των κυρίαρχων ελίτ να ενσωματώσουν το Μεξικό και την Ουκρανία αντίστοιχα στις υπερεθνικές κεφαλαιοκρατικές δομές του διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Η προσχώρηση σύσσωμης της μεξικανικής ελίτ στο σύμφωνο ελεύθερου εμπορίου της NAFTA μεταφράστηκε στην καθολική ανατροπή των υλικών όρων διαβίωσης των ινδιάνικων κοινοτήτων της Τσιάπας μέσω της κατάργησης με συνταγματική ρύθμιση του άρθρου 27 του μεξικανικού Συντάγματος που προέβλεπε την αναδιανομή της γης και την διατήρηση του συστήματος συλλογικής καλλιέργειας των αγροτικών εκτάσεων που εφάρμοζαν εδώ κι αιώνες οι αυτόχθονες στις περιοχές όπου κατοικούσαν.xxvii Από την άλλη, η παραδοσιακή ρωσόφωνη εργατική τάξη της Ουκρανίας που βρίσκεται συγκεντρωμένη γεωγραφικά και διοικητικά στις ανατολικές περιοχές της χώρας, είχε κάθε λόγο να ξεσηκωθεί ενάντια στα σκληρά μέτρα λιτότητας, στην ιδιωτικοποίηση και σαλαμοποίηση του ουκρανικού τομέα της μεταποίησης και στην εθνοτική καταπίεση που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα της ημιφασιστικής κυβέρνησης του Μαϊντάν.xxviii Η μαζική προσχώρηση των μεταλλουργών, των ανθρακωρύχων και των βιομηχανικών εργατών που πύκνωσαν τις τάξεις των πολιτοφυλακών του Ντόνμπας, οδήγησε ταχύτατα στην έγερση συλλογικών αιτημάτων με κοινωνικό χαρακτήρα, όπως είναι η εθνικοποίηση της τοπικής βιομηχανικής υποδομήςxxix καθώς και η απόσυρση του νομοσχεδίου για την αγοραιοποίηση των κρατικών υπηρεσιών υγείας που συνιστά ένα πρώτο βήμα προς τον δρόμο του διακηρυγμένου από τα μέλη της βάσης στόχου για την ίδρυση κοινωνικών λαϊκών δημοκρατιών. Έτσι, μπορεί βάσιμα να ισχυριστεί κάποιος ότι και οι δύο εξεγέρσεις αποτελούν την εκδήλωση μιας «από τα κάτω», συλλογικής αντίδρασης στην τάση του διεθνοποιημένου κεφαλαίου να υπονομεύει τα παραγωγικά θεμέλια των τοπικών κοινοτήτων στερώντας τις από τα μέσα για την επιβίωση τους και να αναδιαρθρώνει συνολικά τους υλικούς όρους της ζωής των ανθρώπων σε μια βίαιη διαδικασία καταναγκαστικής ενσωμάτωσης τους στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Στην περίπτωση της Τσιάπας, το σύστημα των ejidos αποτέλεσε για αιώνες την υλική βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκαν οι κοινωνικές σχέσεις κοινοκτημοσύνης που διέπουν τον ινδιάνικο πολιτισμό των αυτοχθόνων. Από την άλλη, η παραδοσιακή εργατική τάξη της Ανατολικής Ουκρανίας έχει συνδέσει την φυσική επιβίωση της με την συνέχιση της λειτουργίας των εργοστασίων της τοπικής βαριάς βιομηχανίας. Διεκδικούν με άλλα λόγια, αυτό που ο Γ. Λιερός πολύ όμορφα περιέγραψε ως «το δικαίωμα των ανθρώπων να μπορούν να μείνουν στον τόπο τους»xxx.

Εξάλλου, ο θεσμοποιημένος ρατσισμός του Κράτους, είτε στρέφεται ενάντια στους ινδιάνικους πληθυσμούς του Μεξικού, ή ενάντια στους ρωσόφωνους προλετάριους του Ντονμπάς, συνιστά μια δομή εξουσίας που συνεπάγεται τόσο μια ιεραρχική πολιτισμική σχέση, όσο και τη δημιουργία σχέσεων ανισοκατανομής δύναμης στη σφαίρα της οικονομίας. Αν οι Ουκρανοί εθνικιστές των δυτικών περιοχών της χώρας έβλεπαν πάντα με καχυποψία τους ρωσόφωνους ομοεθνείς τους της Ανατολής (ο πρωθυπουργός Γιάτσενιουκ αναφέρθηκε πρόσφατα στους ρωσόφωνους εργάτες της Ανατολής ως «μούλους του Ντονιέτσκ»)xxxi, δεν είχαν παρά αναθέσουν συλλήβδην στην ρωσόφωνη μειονότητα ως κοινωνική ομάδα τον υποτελή ρόλο του εργατικού δυναμικού στην μεταποίηση προκειμένου να εξασφαλίσουν την υπεροχή των «καθαρών» Ουκρανικών στοιχείων και την ανώτερη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία της μετασοβιετικής περιόδου, όταν το ζήτημα της ανακατανομής της κοινωνικής δύναμης τέθηκε εκ νέου μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ. Η ίδια τυπολογία άλλωστε των ταξικών διακρίσεων αναπαράγεται σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα όπου υποβόσκουν εθνοτικές κοινωνικές συγκρούσεις και ανταγωνισμοί. Στην κατεχόμενη από τους Άγγλους Βόρειο Ιρλανδία, η καταπιεσμένη μειονότητα των καθολικών επάνδρωνε σχεδόν εξολοκλήρου τις γραμμές της εργατικής τάξης. Στις ΗΠΑ, η μαύρη μερίδα του πληθυσμού δεν είναι παρά το εξαθλιωμένο υπο-προλεταριάτο του ιεραρχικού καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας, ενώ ακόμη και στο Ισραήλ, οι ανεπιθύμητοι από την άποψη του κυρίαρχου εθνικιστικού φαντασιακού, σεφαραδίτες εβραίοι της Ανατολής, «έγιναν πλειοψηφία μέσα στον πληθυσμό των φτωχών του Ισραήλ, όπως είναι επίσης πλειοψηφία μέσα στον πληθυσμό των φυλακών και μέσα στο εβραϊκό προλεταριάτο».xxxii Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι ο ρατσισμός τρέφεται και με την σειρά του εκτρέφει αυτόν τον βάναυσο κοινωνικό διαχωρισμό. Η φτώχεια κι εξαθλίωση του κοινωνικού υποκειμένου που υφίσταται τις θεσμοποιημένες πρακτικές του κοινωνικού αποκλεισμού, συντελεί στην εντατικοποίηση της αποστροφής που αισθάνονται οι ελίτ και τα εύπορα στρώματα απέναντι σε αυτήν την «παρείσακτη» και «επικίνδυνη» κοινωνική ομάδα. Αν στην Ουκρανία το ταξικό ζήτημα που επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο με την ένοπλη εξέγερση των εργατών του Ντονμπάς προσέλαβε κι «εθνικιστικά» χαρακτηριστικά, αυτό οφείλεται στην γεωπολιτική παρουσία μιας ισχυρής Ρωσίας στα ανατολικά σύνορα της γεωγραφικής επικράτειας της Ουκρανικής ελίτ. Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε που μια εργατική εξέγερση εμφανίζεται ως υπαρξιακή απειλή για την «εθνική συνοχή» του κράτους μέσα στο οποίο ξεσπάει. Η διαφορά είναι ότι σε αντίθεση με τους σφαγιασμένους, «εθνοπροδότες», γερμανούς Σπαρτακιστές του μεσοπολέμου, ή την «αντεθνική» εξέγερση των δολοφονημένων εργατών της Παρισινής Κομμούνας του 1871, οι εξεγερμένοι του Ντονμπάς μπορούν να υπολογίζουν ως έναν βαθμό στην, υπό όρους, στήριξη του ρωσικού κράτους. Γεγονός είναι ωστόσο ότι η διεκδίκηση της προστασίας των όρων διαβίωσης των τοπικών κοινοτήτων τόσο στην Τσιάπας, όσο και στο Ντονέτσκ, επιτάσσουν την υιοθέτηση μιας δυναμικής αντικρατικής γραμμής και από τα δύο κινήματα, με την έννοια της έμπρακτης αμφισβήτησης και κατάργησης της δικαιοδοσίας που έχει η θεσμοποιημένη κρατική εξουσία στα εξεγερμένα εδάφη. Εξού και η διακηρυγμένη φιλοδοξία της ριζοσπαστικής πτέρυγας των ρωσόφωνων ανταρτών να μην αρκεστούν στην διευρυμένη αυτονομία, αλλά να πετύχουν την πλήρη απόσχιση και ανεξαρτητοποίηση των ανατολικών περιοχών από την υπόλοιπη Ουκρανία.xxxiii Η ανάκτηση του συλλογικού ελέγχου πάνω στους πλουτοπαραγωγικούς πόρους και η θέσμιση δομών και διαδικασιών λαϊκού ελέγχου πάνω στην πολιτική διαδικασία φαίνεται τελικά πως είναι το κοινό σημείο ανάμεσα στις εξεγέρσεις του Μεξικού και της Ουκρανίας.

Φυσικά, η εξάρτηση του λαϊκού αντιστασιακού κινήματος από την Ρωσία για τροφοδοσία με όπλα και πολεμικό υλικό, αλλά και για διπλωματική στήριξη στα διεθνή φόρα, απειλεί ανά πάσα στιγμή να ανατρέψει τους συσχετισμούς δύναμης στο εσωτερικό του αντί-Μαϊντάν κινήματος υπέρ των κρατιστών που αντιλαμβάνονται το Ντόνμπας ως προέκταση του ρωσικού καπιταλισμού, και σε βάρος της φιλεργατικής, κοινωνιστικής συνιστώσας που σιγά, σιγά φαίνεται πως αναδύεται μέσα στις τάξεις των ριζοσπαστικοποιημένων μαχητών. Η απομάκρυνση του άτυπου αρχηγού των πολιτοφυλάκων Ι. Στρεκλόφ, ο οποίος παλαιότερα είχε έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με την Μόσχα, και η αντικατάσταση του από έναν πολιτικό προϊστάμενο, τον πρωθυπουργό της Λ.Δ. του Ντονέτσκ, Ζαχαρτσένκο, περισσότερο ευεπίφορου στις εντολές που εκπορεύονται από το Κρεμλίνο, συνιστά μια στρατηγική κίνηση για την εδραίωση της επιρροής του ρωσικού κράτους πάνω στο αντί-Μαϊνταν κίνημα. Με το ίδιο πνεύμα θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την πρωτοβουλία που εξήγγειλε πρόσφατα ο Ζαχαρτσένκο για την διάλυση των ανεξάρτητων πολιτοφυλακών που μέχρι σήμερα δρούσαν τοπικά και ήταν οργανωμένες ανά γεωγραφικό διαμέρισμα και την ενσωμάτωση τους σε μια καθετοποιημένη δομή οργανωμένη στα πρότυπα ενός τακτικού στρατού.xxxiv Ωστόσο, η έκβαση αυτής της εσωτερικής σύγκρουσης δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Αν το Ντονμπάς έχει ανάγκη την Ρωσία για να επιβιώσει στα πεδία των μαχών, άλλο τόσο η Ρωσία έχει ανάγκη τους πολιτοφύλακες της Λ. Δ. του Λουχάνσκ και του Ντονέτσκ για να προασπίσει τα γεωστρατηγικά συμφέροντα της απέναντι στην επέλαση της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή.

i Το κατά πόσο υφίσταται ένα τέτοιο διακριτό αντικείμενο μελέτης και ακαδημαϊκής έρευνας είναι βέβαια από μόνο του ένα θέμα προς συζήτηση.

ii C. Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού (Εκδόσεις Κριτική), σελ. 57-8.

iii Φ. Τερζάκης, Ο αναρχισμός στον κομμουνισμό (Πανοπτικόν), σελ. 79.

v Δεν μπορούμε να αντισταθούμε στον πειρασμό να συγκρίνουμε την κοσμοθεωρία των (νεο)ρεαλιστών με το μουσουλμανικό θεολογικό δόγμα που χωρίζει τον κόσμο στο Νταρ-αλ-Ισλάμ, τις χώρες όπου βασιλεύει ο Νόμος του Ισλάμ και γι’ αυτό υπάρχει ειρήνη, και το Νταρ-αλ-Χαρμπ, το βασίλειο του πολέμου, όπου ο ισλαμικός νόμος δεν έχει ακόμη επιβάλλει την εξουσία του.

vi S. Burchill & A. Linklater, Theories of International Relations (St Martin’s Press), σελ. 77.

vii R. D. Kaplan, Πόλεμος και Πολιτική (Ροές).

ix «Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν λύκος προς τους συνανθρώπους του». Τίτος Μάκκιος Πλαύτιος, Ρωμαίος κωμωδιογράφος, 195 π.χ. αιώνας

xS. Burchill & A. Linklater, στο ίδιο, σελ. 78.

xi Στο ίδιο, σελ. 86.

xii Στο ίδιο, σελ. 87.

xiii Volin, The Unknown Revolution, http://www.ditext.com/voline/125.html.

xiv Τ. Φωτόπουλος, Οι BRICS και ο μύθος του πολύ-πολικού κόσμου, http://www.antipagkosmiopoihsh.gr/2014/07/20/takis-fotopoulos-i-brics-ke-o-mithos-tou-poli-polikou-kosmou/.

xv Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: 10 Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 237.

xvi Φ. Τερζάκης, στο ίδιο, σελ. 98.

xvii H. Kissinger, Διπλωματία (Νέα Σύνορα), σελ. 64-89.

xviii Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, σελ. 88-96.

xx Για τις δυσμενείς συνέπειες του συστήματος της οικονομίας της αγοράς πάνω στην κοινωνία και την διάβρωση του κοινωνικού ιστού από τις αχαλίνωτες δυνάμεις της αγοράς βλέπε, K. Polanyi, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (Νησίδες).

xxi G. Rachman, And Now For a World Government, http://www.informationclearinghouse.info/article21424.htm.

xxii Τ. Φωτόπουλος, Η Παγκόσμια Κρίση, η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα (Κουκκίδα), σελ. 89.

xxiii Χαρακτηριστική για τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογικά χαρακτηριστικά και την ελιτίστικη νοοτροπία από την οποία εμφορείται η δυτικοθρεμμένη «νέα ηγετική τάξη» της αφρικανικής ηπείρου είναι η εκπομπή «Tutus Children» που προβάλλεται από το κανάλι Al Jazeera σε εβδομαδιαία βάση. Για περισσότερα, http://www.aljazeera.com/programmes/tutuschildren/.

xxiv Τ. Φωτόπουλος, Ο Ομπάμα και η ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης, http://www.antipagkosmiopoihsh.gr/2014/06/15/takis-fotopoulos-o-ompama-ke-i-ideologia-tis-pagkosmiopiisis/.

xxv J. & R. Toye, Raul Prebisch and the Limits of Industrialization, http://johntoyedotnet.files.wordpress.com/2012/02/raulprebischlimitsindustrialization2006.pdf.

xxvi G. Arrighi, K. Hopkins, E. Wallerstein, Anti-Systemic Movements (Verso), σελ. 69.

xxvii Y. LeBot, Subcommandante Marcos (Νέα Σύνορα), σελ. 42.

xxviii Y. M. Zukov, Γιατί επαναστατεί η ανατολική Ουκρανία, http://foreignaffairs.gr/articles/69840/yuri-m-zhukov/giati-epanastatei-i-anatoliki-oykrania και Η Εξέγερση στην ανατολική Ουκρανία και η «Λευκή Τρομοκρατία», https://avantgarde2009.wordpress.com/2014/05/13/imt-anatoliki-ucrania-leykos-tromos/.

xxix B. Kagarlitsky, Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ουκρανίας μεταξύ της πολιτοφυλακής και των ολιγαρχών, http://solidarityantifascistukraine.wordpress.com/2014/08/22/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%BF%CF%85/.

xxx Γ. Λιερού, Σκέψεις για την άμεση δημοκρατία (Εκδόσεις των Συναδέλφων), σελ. 51.

xxxi Οι μούλοι του Ντόνετσκ, http://pontosandaristera.wordpress.com/2014/07/22/borodva1/.

xxxii Y. Laor, Ο Μύθος του Φιλελεύθερου Σιωνισμού (Άγρα), σσ. 144-146.

xxxiii «Ο Σεργκέι Ταρούτα, κυβερνήτης της περιοχής του Ντονέτσκ, δήλωσε στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters ότι ήλπιζε πως η συμφωνία θα ισχύσει, αλλά ο Ιγκόρ Πλοτίντσκι, επικεφαλής των ανταρτών της περιοχής Λουχάνσκ, δεν έκρυβε ότι οι αυτονομιστές εξακολουθούν να ζητούν απόσχιση από την Ουκρανία. “Η εκεχειρία δεν πρόκειται να βάλει τέλος στην πολιτική της απόσχισης”, έλεγε χαρακτηριστικά ο Πλοτίντσκι». Κατάπαυση πυρός επτά σημείων στην Ουκρανία, Καθημερινή, 07-09-14.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s