Η ξεχασμένη επανάσταση: Ουγγαρία, 1956

hungarian revolution militia

«[Η Ουγγρική Επανάσταση] ήταν ένα αληθινό γεγονός, η σημασία του οποίου δεν βρίσκεται στην νίκη ή την ήττα. Το μεγαλείο της έιναι κρυφά φυλαγμένο μέσα στη τραγωδία που προκάλεσε. Διότι ποιός μπορεί να αμφισβητίσει τη δύναμη της ανάμνησης της;»

Χάνα Άρεντ

Η παρακμή της ιδεολογίας του “υπαρκτού”

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 το σοβιετικό σύστημα κόντευε να καταρρεύσει υπό το βάρος των πιέσεων που είχε δημιουργήσει στις κοινωνίες στις οποίες είχε επιβληθεί. Πολιτικά και ηθικά το σύστημα διακυβέρνησης του υπαρκτού σοσιαλισμού είχε χρεωκοπήσει. Από μία ριζοσπαστική δημοκρατία βασισμένη στα συμβούλια εργατών, αγροτών και λοιπών επαγγελματικών ομάδων, είχε μεταβληθεί σε μία ελεγχόμενη κομματική δικτατορία με απόλυτη εξουσία σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό είχε εκφυλιστεί η κομουνιστική ιδεολογία, που ακόμη και οι εσωτερικές συλλογικές λειτουργίες που προβλέπονταν από τα καταστατικά των Κομουνιστικών Κομμάτων της Ανατολικής Ευρώπης,είχαν παραμεριστεί υπέρ μιας αυστηρής ιεραρχικής διαβαθμισης των κομματικών αρμοδιοτήτων. Στην κορυφή της πυραμίδας υπήρχε ο αρχηγός, ο Γενικός Γραμματέας του Κόμματος του οποίου η δύναμη σχεδόν ξεπερνούσε τα όρια του πολιτικού και άγγιζε τα όρια του μεταφυσικού. Ο Γενικός Γραμματέας συγκέντρωνε στα χέρια του όλες τις αρμοδιότητες και όλες τις εξουσίες. Ηταν πανίσχυρος, πανταχού παρών και παντογνώστης. Η θέληση του ενσάρκωνε τη συλλογική βούληση του προλεταριάτου και η ιστορική νομοτέλεια του απαγόρευε να κάνει λάθος. Πολλοί «μικροί Στάλιν» ξεπήδησαν στις χώρες που επικράτησε ο μονοκομματισμός και σε όλη την Ανατολική Ευρώπη δημιουργήθηκαν παραφυάδες της σύγχρονης κομουνιστικής μοναρχίας που είχε εγκαθιδρυθεί στη Σοβιετική Ένωση. Αλλά και στο πεδίο της οικονομίας οι επιδόσεις των σοσιαλιστικών χωρών υπολείπονταν σημαντικά των ουτοπικών υποσχέσεων των κομουνιστών για μια κοινωνία υπεραφθονίας. Η μηχανιστική αναπαραγωγή του σοβιετικού οικονομικού μοντέλου στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και η τυφλή αντιγραφή των σοβιετικών μεθόδων εκβιομηχάνισης είχε σαν αποτέλεσμα την αποτελμάτωση των τοπικών οικονομιών, που συνοδεύτηκε από αντίστοιχη πτώση του βιοτικού επιπέδου. Η κατάσχεση της γης και της περιουσίας των αγροτών και η αναγκαστική προσχώρησή τους σε συνεταιριστικά αγροκτήματα κρατικής ιδιοκτησίας συνέβαλαν στο να μετατραπεί ο αγροτικός πληθυσμός σε εχθρό του σοβιετικού συστήματος. Η εμμονή των κομουνιστικών κυβερνήσεων σε μία πολιτική μανιώδους βιομηχανικής επέκτασης δημιούργησε τεράστιες εργοστασιακές μονάδες και είχε σαν συνέπεια την αριθμητική αύξηση της τάξης των βιομηχανικών εργατών. Παράλληλα όμως καθήλωσε τα εισοδήματά τους και τους κατέστησε σκλάβους του κρατικού βιομηχανικού μονοπωλίου. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι όταν ξέσπασε η επανάσταση στην Ουγγαρία,οι εργάτες αντί να υπερασπιστούν με πάθος το πολιτικό σύστημα το οποίο θεωρητικά τους ευνοούσε, γρήγορα πέρασαν στην αντίπερα όχθη και πολέμησαν με το μέρος των επαναστατών.

Απο-Σταλινοποίηση

Ο θάνατος του Στάλιν το 1953 έμελε να υποβάλει τα προσωποκεντρικά κομουνιστικά συστήματα διακυβέρνησης σε μια σκληρή δοκιμασία. Οι Ρώσοι ηγέτες που διαδέχτηκαν τον δικτάτορα στα υψηλά κλιμάκια του Κ.Κ.Σ.Ε. βρέθηκαν αντιμέτωποι με το άλυτο πρόβλημα του πώς να διευθύνουν ένα σύστημα που είχε σαν μοναδικό σημείο αναφοράς τον Στάλιν, χωρίς τον Στάλιν. Ο Νικήτα Χρουτσώφ διαπίστωσε γρήγορα πως ήταν επιβεβλημένη η μεταρρύθμιση ορισμένων πτυχών του συστήματος, προτού αυτό οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Η αρχή της προσωπολατρείας του ηγέτη καταργήθηκε. Στη θέση της προωθήθηκε η αντίληψη της συλλογικής ηγεσίας που αποκατέστησε ως έναν βαθμό τον ρόλο των συλλογικών οργανων του κόμματος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και αναβάθμισε τον ρόλο του Πολιτικού Γραφείου ως υπέρτατου θεσμικού οργάνου. Το φαινόμενο των διώξεων και των μαζικών εκκαθαρίσεων της σταλινικής περιόδου περιορίστηκε και οι εκτεταμένες εξουσίες που είχαν παραχωρηθεί στη μυστική αστυνομία βαθμιαία ανεστάλησαν. Το ίδιο συνέβη και με τις οικονομικές πολιτικές της «εντατικής εκμετάλλευσης» που κόντευαν να οδηγήσουν πολλές οικονομίες της Ανατολικής Ευρώπης στην καταστροφή.

Η απο-σταλινοποίηση συνιστούσε μια ποιοτική μεταβολή του σοβιετικού πολιτικού συστήματος. Η ιστορική αποκήρυξη του Στάλιν από τον Χρουτσώφ στο μυστικό λόγο που εκφώνησε το 1956, άφησε ηθικά εκτεθειμένες τις ηγεσίες των δορυφορικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες είχαν αντιγράψει κατά γράμμα το Σταλινικό μοντέλο και είχαν οικοδομήσει την εξουσία τους πάνω στις τελετουργικές θυσίες αντιφρονούντων και κομματικών στελεχών. Ταυτόχρονα , υπονόμευσε την πολιτική τους συνοχή αφού η αρχή της «συλλογικής ηγεσίας» συνεπαγόταν την αποκατάσταση του δημοκρατικού διαλόγου μέσα στο Κόμμα και την δημοσιοποίηση κριτικών απόψεων ενάντια στις «υπερβολές» της Σταλινικής περιόδου σε επίσημα κομματικά έντυπα. Όλα αυτά σήμαιναν πως πλέον υπήρχε χώρος για παρεκκλίσεις από την κομματική γραμμή και μέσα στους κόλπους του Κόμματος αν και τα όρια αυτού του χώρου δεν είχαν ακόμη σαφώς καθοριστεί – μέχρι που η στρατιωτική επέμβαση στην Ουγγαρία τα επέβαλλε διά της βίας.

Αποτυχία της μεταρρύθμισης στην Ουγγαρία

Η Ουγγαρία ήταν η χώρα όπου οι επιπτώσεις της απο-Σταλινοποίησης έγιναν περισσότερο αισθητές λόγω της υπέρμετρα αυταρχικής φύσης του καθεστώτος. Ο Ματίας Ράκοζι, Γενικός Γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος Ουγγαρίας (HWP), είχε δημιουργήσει ένα καθεστώς ιδιαίτερα σκληρό ακόμη και με σταλινικά κριτήρια. Η προσωπική εξουσία του εβραϊκής καταγωγής Ράκοζι ήταν τόσο απόλυτη, ώστε το επιφανές μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) Αναστάς Μικογιάν, έφτασε στο σημείο να τον αποκαλεί, «Εβραίο βασιλιά της Ουγγαρίας». Η Ουγγρική κοινωνία υπέφερε κάτω από την ακραία τρομοκρατία που ασκούσε η πανίσχυρη AVH, η αδίστακτη πολιτική αστυνομία που είχε ιδρυθεί επί Ράκοζι. Το HWP, που ο Ράκοζι είχε μετατρέψει σε μονολιθικό, κομουνιστικό οργανισμό, είχε παρεισφρύσει σε κάθε οργανωμένη εκδήλωση του δημόσιου βίου και είχε επιβάλει τον ασφυκτικό έλεγχο του στα εργοστάσια, στις αγροτικές κολλεκτίβες, στον στρατό, στη δικαιοσύνη, στη διανόηση. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν οι δεσποτικές του μέθοδοι αλλά η ανικανότητα που επέδειξε ο Ράκοζι στην διαχείριση οικονομικών ζητημάτων που τελικά επέφεραν τη ρήξη ανάμεσα σε αυτόν και τους σοβιετικούς προστάτες του. Η οικονομική πολιτική των συνεχιζόμενων κρατικών επενδύσεων στον τομέα της βαριάς βιομηχανίας και η βίαιη κολλεκτιβοποίηση της αγροτικής παραγωγής δεν είχαν αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα και είχαν οδηγήσει την Ουγγρική οικονομία στο χείλος της καταστροφής. Το 1953, ο Ράκοζι κλήθηκε εσπευσμένα στο Κρεμλίνο συνοδευόμενος από κλιμάκιο υψηλόβαθμων Ούγγρων κομουνιστών αξιωματούχων. Εκεί έλαβε αυστηρή σύσταση από τον Λαβρέντι Μπέρια να εγκαταλείψει την παράλογη οικονομική πολιτική του. Του γνωστοποιήθηκε ακόμη ο διορισμός του μεταρρυθμιστή Ιμρε Νάγκι στο αξίωμα του πρωθυπουργού. Η αποστολή του Νάγκι ήταν η εκπόνηση μιας εναλλακτικής οικονομικής στρατηγικής που θα έστρεφε μέρος της Ουγγρικής βιομηχανικής υποδομής στην παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων για τον ευρύτερο πληθυσμό. Ακόμη του είχε παραχωρηθεί εν λευκώ εξουσιοδότηση να προχωρήσει στην απάλειψη των πιο σκληρών μέτρων της διακυβέρνησης του Ράκοζι, μέσω του περιορισμού των εξουσιών της AVH, της αμνήστευσης πολιτικών κρατουμένων, της ελεγχόμενης αποκατάστασης της ελευθερίας του λόγου και της επανενεργοποίησης των Κομματικών μηχανισμών που είχαν περιπέσει σε αχρηστεία. Και οι δύο αποστολές που είχε αναλάβει να φέρει σε πέρας ο Νάγκι τον έφερναν σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης με το σταλινικό κατεστημένο και με τον ίδιο τον Ράκοζι που στο μεταξύ του είχε επιτραπεί να κρατήσει τη θέση του Γενικού Γραμματέα.

Τα μέτρα που εξήγγειλε ο νέος πρωθυπουργός για την μετάθεση πόρων από τον τομέα της βαριάς βιομηχανίας προσέκρουσαν στην, ενορχηστρωμένη από τον Ράκοζι, γραφειοκρατική αντίσταση των σταλινικών αξιωματούχων που ήλεγχαν τα επιμέρους βιομηχανικά έργα και παρακωλούσαν συστηματικά τις μεταρρυθμίσεις της κεντρικής κυβέρνησης. Το ίδιο συνέβη και με τα διορθωτικά μέτρα που εισηγήθηκε ο Νάγκι για την ανακούφιση των αγροτών από τις καταστροφικές συνέπειες της βίαιης κολλεκτιβοποίησης.

Βλέποντας την πεισματική αντίδραση της γραφειοκρατίας απέναντι σε οποιαδήποτε προσπάθεια υπονόμευσης της εξουσίας της, ο Νάγκι αποπειράθηκε να θεσπίσει το «Πατριωτικό Λαϊκό Μέτωπο», ένα αυτόνομο πολιτικό όργανο που θα εξασφάλιζε την ελεύθερη πρόσβαση των μαζών στην πολιτική διαδικασία, έξω από τον έλεγχο του HWP. Θέλησε με αυτόν τον τρόπο να παρακάμψει τον κομματικό μηχανισμό που τόσα προβλήματα του δημιουργούσε, και να αποκτήσει απευθείας λαϊκή στήριξη για την κυβέρνηση του. Για μια ακόμη φορά όμως τα σχέδια του ανατράπηκαν από τον Ράκοζι όταν ο τελευταίος κέρδισε την ψηφοφορία που έλαβε χώρα στην Κεντρική Επιτροπή του HWP γύρω από το ζήτημα, και μετέτρεψε το Π.Λ.Μ. από μια ανοικτή οργάνωση όπου ο κάθε πολίτης είχε δικαίωμα ένταξης, σε ένα φόρουμ συνάντησης των εγκεκριμμένων από το HWP κοινωνικών οργανώσεων.

Το 1955 έχοντας υποστεί συνεχόμενες πολιτικές ήττες από τον μεγάλο εσωκομματικό αντίπαλο του και μην μπορώντας να προσδώσει στο πρόγραμμα μία σταθερή, θεσμική χροιά, ο Ίμρε Νάγκι αποπέμφθηκε ως αποτυχημένος από την πρωθυπουργία και διαγράφηκε από το Κόμμα. Εντούτοις, η νίκη του Ράκοζι ήταν πρόσκαιρη. Οι σπόροι της μεταρρύθμισης είχαν ήδη μεταφυτευθεί στο κοινωνικό σώμα και άνθιζαν στις διάφορες ανεξάρτητες «λέσχες πολιτών» που ξεφύτρωσαν παντού στην Ουγγαρία και έθεταν από την αρχή σε δημόσιες συζητήσεις χωρίς λογοκρισία το πρόβλημα της ριζικής αναμόρφωσης του συστήματος. Η μεταρρύθμιση είχε αποκτήσει ερείσματα και μέσα στο κατεστημένο, όπου γύρω από τη συμβολική φιγούρα του Νάγκι, είχε συσταθεί ένας πυρήνας μεταρρυθμιστών πολιτικών όπως οι Γκίζα Λόσοντσυ, Φέρεντς Ντόναθ και Λάγιος Ακς, που εξακολουθούσαν να προωθούν το όραμα του Νάγκι για έναν πιο δημοκρατικό σοσιαλισμό ακόμη και μετά την διαγραφή του από το HWP.

Η αντιπολίτευση κερδίζει έδαφος

Το κίνημα των λέσχεων πολιτών ήταν μια ανακλαστική αντίδραση της κοινωνίας στον παραγκωνισμό του Νάγκι και στην επιχειρούμενη επιστροφή στις σταλινικές μεθόδους διακυβέρνησης από τον Ράκοζι. Στη Βουδαπέστη ιδρύθηκε το 1955 η σημαντικότερη από αυτές τις λέσχες με την ονομασία «Κύκλος Πέταιφυ» από δυσαρεστημένα μέλη της τάξης των διανοουμένων της πρωτεύουσας. Η ημερήσια διάταξη των συζητήσεων που οργάνωνε ο «Κύκλος Πέταιφυ» περιλάμβανε θέματα όπως η σχέση μεταξύ Τέχνης και Εξουσίας, οι ευθύνες που βάραιναν το σταλινικό καθεστώς για τις διώξεις και τις προγραφές του παρελθόντος καθώς και η διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων. Οι συζητήσεις αυτές απέκτησαν δε πρόσθετη πολιτική νομιμοποίηση όταν άρχισαν να παίρνουν μέρος σε αυτές γνωστές πολιτικές προσωπικότητες που πρόσκεινταν στο στρατόπεδο των μεταρρυθμιστών και είχαν εκδιωχθεί πρόσφατα από το HWP. Ο «Κύκλος Πέταιφυ» πρόσφερε δημόσιο βήμα σε αυτούς τους «απόβλητους» του σοβιετικού κατεστημένου από το οποίο μπορούσαν να εκφράσουν τις απόψεις τους.

Επιπλέον, στις συνεδριάσεις άρχισαν να καταφτάνουν αντιπροσωπείες εντολοδόχων από τα εργοστάσια, τα πανεπιστήμια, τις δημόσιες υπηρεσίες ακόμη και από τις στρατιωτικές σχολές της Βουδαπέστης. Οι επιτροπές αυτές απαρτίζονταν από εκλεγμένα μέλη και ήταν εξουσιοδοτημένες από τους συναδέλφους τους να εκθέσουν δημόσια τα προβλήματα του κλάδου τους και να εργαστούν με τους υπόλοιπους συνέδρους για την εξεύρεση λύσεων. Αναμφίβολλα, επρόκειτο για ένα ριζοσπαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της χειραφέτησης των μαζών από την κηδεμονία του HWP δεδομένου ότι οι εκλογικές αρχιαιρεσίες στον χώρο της δουλειάς δεν είχαν λάβει την επίσημη έγκριση του κόμματος, ενώ ελάχιστοι ήταν οι «νόμιμοι» συνδικαλιστικοί αντιπρόσωποι που μετείχαν στα καινούρια αντιπροσωπευτικά όργανα.

Πολύ γρήγορα το νέο δημοκρατικό κίνημα προσέλαβε διαστάσεις χιονοστιβάδας. Δεκάδες τοπικά παραρτήματα του «Κύκλου Πέταιφυ» εγκαινιάστηκαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ουγγαρίας, στα πρότυπα του δημοκρατικού φόρουμ της πρωτεύουσας. Στο Σομπατέλι ιδρύθηκε συνέλευση πολιτών με το όνομα «Κύκλος Βασβάρι», στο Βέζπριμ ο «Κύκλος Μπατσάνυι» και στο Ντέμπρετσεν ο «Κύκλος Κόσουθ». Κοινή συνισταμένη των συζητήσεων σε εθνικό επίπεδο ήταν η ισοπεδωτική κριτική που ασκούσαν ενάντια στο εγκληματικό καθεστώς Ράκοζι και η συστηματική διατύπωση μιας γενικής λαϊκής απαίτησης για την επαναφορά του Νάγκι στην εξουσία. Υπήρχαν όμως και τρία θέματα ταμπού που κανείς δεν τολμούσε να θίξει: το ζήτημα της ενδυνάμωσης και σταθεροποίησης των συλλογικών δομών κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης που είχαν δημιουργηθεί εσχάτως στη σφαίρα της πολιτικής και της οικονομίας, εκείνο της παρουσίας του σοβιετικού στρατού στην Ουγγαρία και το ζήτημα της κατάργησης του μονοκομματικού πολιτικού συστήματος. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης γνώριζαν καλά πως η παραμικρή αναφορά στο θέμα της αποχώρησης των Ρωσικών στρατευμάτων, ήταν ικανή να προκαλέσει τη βίαιη αντίδραση του σοβιετικού γίγαντα αφού ισοδυναμούσε με συγκεκαλυμμένη αποκήρυξη του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Οι Ρώσοι από την πλευρά τους, βλέποντας ότι το κύμα της λαϊκής κατακραυγής κατά του καθεστώτος μεγάλωνε καθημερινά, συνειδητοποίησαν πως η αντικατάσταση του Ράκοζι ήταν επιβεβλημένη. Μόλις λίγες ημέρες πριν, η ΕΣΣΔ είχε υποστεί μια αιματηρή εξέγερση εργατών στο Πόζναν της Πολωνίας και ο Χρουτσώφ φοβόταν πως η Ουγγαρία βάδιζε στον ίδιο ακριβώς δρόμο. Στις 17 Ιουλίου, κατέφθασε στη Βουδαπέστη ο απεσταλμένος του σοβιετικού Προεδρίου Μικογιάν, κομίζοντας δύο πολιτικές οδηγίες για την επίλυση της κρίσης: την αντικατάσταση του μισητού Ράκοζι από τον Έρνε Γκέρε, μέλους της Πολιτική Επιτροπής του HWP και την υλοποίηση μιας πολιτικής ανηλεούς καταστολής κατά των κύριων οργάνων της αντιπολίτευσης. Στην πραγματικότητα, ούτε το ένα, ούτε το άλλο μέτρο έφερε αποτέλεσμα. Ο Γκέρε ήταν μία κάκιστη επιλογή των Ρώσων αφού ήταν γνωστός για τις σταλινικές του πεποιθήσεις και επιπλέον είχε υπάρξει δηλωμένος επικριτής της «Νέας Πορείας» που ευαγγελιζόταν ο Νάγκι. Ο διορισμός του δεν συνέβαλε στην σφυρηλάτηση της εσωτερικής ενότητας του HWP, αφού οι μεταρρυθμιστές εξακολουθούσαν να ζητούν τον Νάγκι. Η αδυναμία δράσης από την οποία είχαν καταληφθεί τα ανώτερα κλιμάκια του Κόμματος εξελίχθηκε σε κατάσταση μόνιμης αναπηρίας, αφού οι συνεχείς διαφωνίες μεταξύ των σκληροπυρηνικών και της «Ομάδας Νάγκι» καταδίκαζε την Κεντρική Επιτροπή του HWP σε παράλυση. Αλλά και οι μάζες ελάχιστα ικανοποιήθηκαν από τον διορισμό του Γκέρε. Αυτό που η αντιπολίτευση του δρόμου είχε κατά νου ήταν μια ποιοτική μεταβολή του συστήματος κι όχι μια απλή εναλλαγή προσώπων.

Από την μεταρρύθμιση στην Επανάσταση

Αλλά ούτε η δεύτερη υπόδειξη του Μικογιάν στάθηκε δυνατό να εφαρμοστεί. Ο σοβιετικός πρεσβευτής Αντρόποφ είχε ήδη προειδοποιήσει τους προϊσταμμένους του στο Κρεμλίνο πως η εξουσία της Πολιτικής Επιτροπής του HWP μειωνόταν όλο και περισσότερο και πως οι δημοκρατικές αντιλήψεις της «Ομάδας Νάγκι» είχαν διαποτίσει τις τάξεις της αστυνομίας της Βουδαπέστης και του στρατού. Ακόμη, δεν ήταν λίγα τα παραρτήματα του HWP στην επαρχία που είχαν αποδεχτεί την ύπαρξη των συνελεύσεων και είχαν εμπλακεί σε εποικοδομητικό διάλογο μαζί τους. Μάλιστα, η νέα ατμόσφαιρα ελευθερίας είχε συνεπάρει πολλούς κομουνιστές ακτιβιστές οι οποίοι υποστήριζαν με ενθουσιασμό τις συνελεύσεις πολιτών και συμμετείχαν στις εργασίες τους. Αυτό σήμαινε πως εάν η Π.Ε. αποφάσιζε να συντρίψει το κίνημα διά της βίας, μπορούσε αίφνης να βρεθεί αντιμέτωπη με μια εσωκομματική εξέγερση.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κυβέρνηση και λαϊκή αντιπολίτευση είχαν επιδοθεί σε έναν προσεκτικό πόλεμο χαρακωμάτων. Με την παρέμβαση του φοιτητικού κινήματος το στρατόπεδο της αντιπολίτευσης πέρασε πλέον στην επίθεση. Από τις 19/10, οι φοιτητές στις σχολές του Σέγκεντ, του Μίσκολτς και του Ντέμπρετσεν είχαν προχωρήσει στη σύσταση ελεύθερων φοιτητικών ενώσεων στις οποίες το HWP δεν είχε δικαίωμα εκπροσώπησης. Στις 22/10, μια ανοιχτή φοιτητική συνέλευση που συνήλθε αυθόρμητα στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Βουδαπέστης ψήφισε μια Διακήρυξη 16 σημείων που έμελλε να αποτελέσει το πολιτικό μανιφέστο της επερχόμενης Ουγγρικής επανάστασης. Η Διακήρυξη επαναλάμβανε τα συνήθη αιτήματα των μεταρρυθμιστών αλλά απαιτούσε επιπλέον: α) την άμεση αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων, β) την παραπομπή του Ράκοζι σε δημόσια δίκη για τα εγκλήματα του και, γ) την κατάργηση του μονοκομματικού συστήματος διακυβέρνησης. Με μια ιδιοφυή κίνηση οι φοιτητές είχαν πετύχει να αναδειχτούν σε πρωτοπορία του κινήματος και να ριζοσπαστικοποιήσουν τον τον αντιπολιτευτικό αγώνα. Πέρα από το αίτημα για την επιστροφή του Νάγκι, η Διακήρυξη περιείχε επίσης αναφορές στα ζητήματα που απασχολούσαν τους εργάτες, τους αγρότες ακόμη και τους στρατιώτες. Κωδικοποιούσε έτσι σε ένα ενιαίο έγγραφο τις κυριότερες επιδιώξεις του υπό διαμόρφωση επαναστατικού κινήματος. Το γενικό συλλαλητήριο που προκήρυξαν για την επόμενη ημέρα αποσκοπούσε να δώσει στο κίνημα σάρκα και οστά. Από την άλλη, τα μαξιμαλιστικά αιτήματα για απόσυρση των Σοβιετικών και ανατροπή του σοβιετικού πολιτικού συστήματος με παράλληλη αναγνώριση των μαζικών λαϊκών επαναστατικών οργανώσεων δεν άφηναν περιθώρια για διαπραγματεύσεις με το HWP, αφού ουσιαστικά απαιτούσαν από την κυβέρνηση να αυτοκαταργηθεί. Ο Νάγκι έσπευσε αμέσως να πάρει αποστάσεις από το εγχείρημα των φοιτητών και καταδίκασε την προγραμματισμένη διαδήλωση. Παρά την ανανεωτική νοοτροπία που τον διέκρινε, παρέμενε ένας αφοσιωμένος κομουνιστής. Αντίθετα, η Ένωση Συγγραφέων προσυπέγραψε την έκκληση και τέθηκε επικεφαλής της εκδήλωσης μαζί με τους φοιτητές.

Η μάχη του Μεγάρου της Ραδιοφωνίας

Στις 23/10 τριακόσιες χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους της Βουδαπέστης για να συνταχθούν πίσω από τα λάβαρα της MEFESZ, της Ένωσης Συγγραφέων και την τρύπια τρίχρωμη Ουγγρική σημαία – σύμβολο των επαναστατών. Δύο μαζικές λαϊκές φάλαγγες ξεκίνησαν από τη Βούδα και την Πέστη αντίστοιχα, έχοντας ορίσει ως σημείο συνάντησης την πλατεία Γιόζεφ Μπεμ στις όχθες της Βούδας, απέναντι από το Κοινοβούλιο. Εκεί ο συγγραφέας Πίτερ Βέρες πήρε τον λόγο και προσπάθησε να διαβάσει στο πλήθος τα αιτήματα της Ένωσης Συγγραφέων. Η φωνή του όμως μόλις που μπόρεσε να ακουστεί. Η προσέλευση του κόσμου είχε ξεπεράσει τις προσδοκίες ακόμη κι αυτών των διοργανωτών της διαδήλωσης. Η ώρα έναρξης συνέπιπτε με την ώρα που έκλειναν τα εργοστάσια της βιομηχανικής συνοικίας του Ουίπεστ και πολλοί εργάτες αντί να γυρίσουν στα σπίτια τους αψήφησαν την κυβερνητική απαγόρευση και ενώθηκαν με το πλήθος. Όταν η πορεία πέρασε μπροστά από τους στρατώνες της στρατιωτικής Ακαδημίας, μια ομάδα ευελπίδων βγήκε από το προαύλιο της σχολής και προχωρώντας με στρατιωτικό βηματισμό προσχώρησε στη διαδήλωση.

Η αλήθεια είναι πως οι διοργανωτές δεν είχαν προετοιμαστεί για να ελέγξουν αυτή την τεράστια όσο και απρόβλεπτη μάζα ανθρώπων. Γρήγορα σχηματίστηκαν πολλές μικρές διαδηλώσεις, η κάθε μία με το δικό της απώτερο στόχο και σχέδιο δράσης. Μια διαδήλωση διέσχισε τη γέρφυρα της Νήσου Μαργαρίτας και εγκατάσταθηκε μπροστά από το Κοινοβούλιο, απαιτώντας να δει τον Νάγκι. Μια άλλη ομάδα αποσπάστηκε από τους συγκεντρωμένους στην πλατεία Μπεμ και κατευθύνθηκε προς το Μεγάρο της Ραδιοφωνίας προκειμένου να μεταδώσει από το ραδιόφωνο τα 16 σημεία σε όλη την Ουγγαρία.

Οι μονάδες του Ουγγρικού στρατού που η κυβέρνηση είχε τοποθετήσει προληπτικά σε στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας, παρέμειναν απαθείς θεατές των γεγονότων επειδή: α) είχαν λάβει εντολή να μην πυροβολήσουν, αποτέλεσμα ενός πολιτικού συμβιβασμού που είχε επιτευχθεί μεταξύ κυβέρνησης και διαδηλωτών και β) η συμπεριφορά των διαδηλωτών ήταν υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης. Σε καμία περίπτωση δεν συνέβησαν λεηλασίες και βανδαλισμοί, ούτε υπήρξε ο παραμικρός διαπληκτισμός με τους παραταγμένους στρατιώτες. Στο μεταξύ, γύρω από το Μέγαρο της Ραδιοφωνίας είχε αρχίσει να μαζεύεται ένα ανυπόμονο πλήθος. Η αντιπροσωπεία των διαδηλωτών αρχικά επιχείρησε να διαπραγματευτεί με τη διευθύντρια του Μεγάρου Βαλέρια Μπένκε, ώστε να της επιτραπεί να εισέλθει ειρηνικά στο κτήριο. Στην πραγματικότητα, μέσα στο Ραδιοφωνικό Σταθμό βρίσκονταν ήδη οχυρωμένοι 500 ένστολοι φρουροί της AVH, οπλισμένοι με πυροβόλα όπλα και χειροβομβίδες. Η διευθύντρια απλώς προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο μέχρι να καταφτάσουν οι ενισχύσεις που είχε ζητήσει από το Υπουργείο Εσωτερικών και να διαλύσουν τους συγκεντρωμένους.

Τότε μεταδόθηκε από τα μεγάφωνα που είχαν τοποθετηθεί στην πλατεία το ραδιοφωνικό διάγγελμα του Γκέρε. Ο αμετανόητος σταλινιστής αποκαλούσε τους κατοίκους της Βουδαπέστης «εχθρούς του λαού» και «συμμορίτες αντεπαναστάτες» και υπεραμυνόταν σθεναρά των ιστορικών δεσμών της χώρας του με την Ε.Σ.Σ.Δ. Ακούγοντας τούτες τις συκοφαντίες το πλήθος εξαγριώθηκε. Συνηδητοποίησε τον εμπαιγμό της Μπένκε και όρμησε φρενιασμένο κατά του κτιρίου. Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Οι πολιορκητές εκσφενδόνιζαν πέτρες και αυτοσχέδιες βόμβες μολότοφ στα παράθυρα του Μεγάρου και χρησιμοποίησαν ένα φορτηγάκι του ραδιοφωνικού σταθμού σαν πολιορκητικό κριό για να σπάσουν τις πόρτες. Οι άντρες της AVH απάντησαν με ριπές από τα υδροφόρα κανόνια και με ρίψη καπνογόνων που όμως δεν κατόρθωσαν να διαλύσουν τους επιτιθέμενους. Στον χώρο της σύγκρουσης κατέφθασαν καμιόνια φορτωμένα με στρατιώτες του τακτικού Ουγγρικού στρατού και τρία άρματα μάχης. Αντί όμως να εφορμήσουν κατά του πλήθους, οι στρατιώτες απλώς παρατάχθηκαν μπροστά από τα κάγκελα του Εθνικού Μουσείου. Τα άρματα πλησίασαν τη ραδιοφωνία από την οδό Μπρόντυ-Σάντορ αλλά οι κυβερνήτες τους εμφανίστηκαν στους πυργίσκους και διαβεβαίωσαν τους πολιορκητές ότι δεν είχαν πρόθεση να βάλουν εναντίον τους.

Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τους έγκλειστους υπερασπιστές της AVH. Στις 11 το βράδυ και χωρίς καμία προειδοποίηση, οι άνδρες της μυστικής αστυνομίας ξεπρόβαλλαν από μια πλαϊνή πόρτα και άνοιξαν πυρ πλευροκοπώντας όσους διαδηλωτές βρίσκονταν επί της οδού Μπρόντυ-Σάντορ. Οι νεκροί και οι τραυματίες ήταν δεκάδες, οι διαδηλωτές όμως δεν τράπηκαν σε φυγή. Βλέποντας τις σφαίρες να θερίζουν το συγκεντρωμένο πλήθος, οι στρατιώτες είτε παρέδωσαν με τη θέληση τους τα όπλα τους στους διαδηλωτές, ή άρχισαν οι ίδιοι να πυροβολούν εναντίον της AVH. Οι κυβερνήτες των τανκς παρέταξαν τα άρματα τους στη σειρά, έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα χαλύβδινο τείχος πίσω από το οποίο μπορούσαν να προστατευτούν οι διαδηλωτές. Με δύο ακόμη τρόπους, οι πολιορκητές κατάφεραν να προμηθευτούν όπλα. Αρχικά, μπόρεσαν να εκτρέψουν μια εφοδιοπομπή με όπλα και πυρομαχικά που προορίζονταν για τους υπερασπιστές του Μεγάρου. Οι διαδηλωτές κατάσχεσαν τα όπλα και τα μοίρασαν στο πλήθος που διψούσε για εκδίκηση. Ακόμη, μεταξύ των συγκεντρωμένων έξω από το Μέγαρο υπήρχαν προλετάριοι που δούλευαν στα εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας της Βουδαπέστης και γνώριζαν ποια εργοστάσια κατασκεύαζαν όπλα και που ήταν αποθηκευμένα. Όσο η ώρα περνούσε και η μάχη μαινόταν, νέες ομάδες από ένοπλους εργάτες και φοιτητές συνέρρεαν στους δρόμους γύρω από το Μέγαρο για να ενισχύσουν τις γραμμές των διαδηλωτών. Η διαδήλωση είχε πια μετατραπεί σε ένοπλη εξέγερση. Οι πολιορκημένοι, κουρασμένοι, χωρίς ενισχύσεις και μη έχοντας τη δυνατότητα να ανανεώσουν το οπλοστάσιο τους, ήξεραν ότι έδιναν μια χαμένη μάχη. Τα ξημερώματα όταν και ο τελευταίος γεμιστήρας των ανδρών της AVH άδειασε, το μισότρελο από οργή πλήθος ξεχύθηκε μέσα στο Σταθμό και κατέσφαξε όσους ένστολους ήταν ακόμη ζωντανοί.

Η πτώση του Μεγάρου της Ραδιοφωνίας θορύβησε τους σκληροπυρηνικούς του HWP. Οι αναφορές που λάμβανε η Πολιτική Επιτροπή από το δίκτυο πληροφοριοδοτών που το Κόμμα και η KGB είχαν εγκαταστήσει στην πρωτεύουσα, μίλαγαν για περιπλανώμενες αυτοσχέδιες μονάδες ένοπλων εργατών και φοιτητών που περιδιάβαιναν ανενόχλητες την πόλη και διαλαλούσαν την επανάσταση. Πράγματι, με τη λήξη της πολιορκίας του Ραδιοφωνικού Σταθμού πολλές ένοπλες μονάδες μετέφεραν την εξέγερση στις γειτονιές τους. Αφού αφόπλισαν τα τοπικά αστυνομικά τμήματα, τις περισσότερες φορές χωρίς μάχη, κατάργησαν τις ελεγχόμενες από το Κ.Κ. δημοτικές αρχές και μεταβίβασαν την εξουσία στα λεγόμενα Επαναστατικά Συμβούλια. Αρχικά, τα συμβούλια είχαν δημιουργηθεί ως προθάλαμος απ’ όπου εκλέγονταν οι εντολοδόχοι της κάθε δημοτικής περιφέρειας που συμμετείχαν στις συνελεύσεις του «Κύκλου Πέταιφυ». Τώρα, μετατράπηκαν αίφνης σε πολιτικά, διοικητικά και στρατιωτικά κέντρα αναλαμβάνοντας ουσιαστικά τη διακυβέρνηση των απελευθερωμένων περιοχών της Βουδαπέστης. Όπως γράφει ο κομουνιστής δημοσιογράφος Πίτερ Φράιερ, τα συμβούλια ήταν ταυτόχρονα ανατρεπτικά όργανα αλλά και φορείς μιας εκκολαπτόμενης πολιτικής εξουσίας.

Το περίγραμμα μιας παράλληλης επαναστατικής κυβέρνησης είχε αρχίσει να εμφανίζεται και στην υπόλοιπη χώρα. Το Μίσκολτς και το Γκυόρ ήταν τα κυριότερα επαναστατικά κέντρα της επαρχίας. Στην εργατούπολη του Μίσκολτς, άλλοτε προπύργιου των κομουνιστών, η εξουσία είχε ήδη περάσει στα χέρια του τοπικού επαναστατικού συμβουλίου έπειτα από μια σύντομη μάχη με την αστυνομία. Στο Γκυόρ, επαρχιακή πρωτεύουσα των περιοχών της Υπερδουναβίας, όλες οι μονάδες του τακτικού Ουγγρικού στρατού είχαν αυτομολήσει μέχρις μίας στο στρατόπεδο των επαναστατών. Τη διακυβέρνηση της πόλης είχε αναλάβει η Εθνική Επιτροπή με εκτελεστικό πρόεδρο τον μεταλλωρύχο Γκιόργκι Σάμπο και αντιπρόεδρο τον πρώην βουλευτή του «Εθνικού Κόμματος Αγροτών», Αττίλα Ζιγκέτι.

Η πρώτη επέμβαση των Σοβιετικών

Ο Γκέρε κραύγαζε ότι η κυβέρνηση του είχε πέσει θύμα «φασιστικού πραξικοπήματος» και εκλιπαρούσε τον Χρουτσώφ να παρέμβει. Παρά τις ικεσίες των Ούγγρων σκληροπυρηνικών, ο Χρουτσώφ αρχικά δίστασε να διατάξει την κινητοποίηση των σοβιετικών στρατευμάτων. Θεωρούσε πως μια πολιτική διευθέτηση ήταν ακόμη εφικτή, όπως είχε συμβεί στην περίπτωση της Πολωνίας με την επαναφορά του Γκομούλκα, λίγες ημέρες νωρίτερα. Ένας ακόμη λόγος ήταν διότι φοβόταν τις επιπλοκές που μπορούσε να προκαλέσει μια σοβιετική επέμβαση στην εξωτερική πολιτική ύφεσης που ακολουθούσε η ΕΣΣΔ εκείνη την περίοδο στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι, όπως έχει δείξει ο Χένρι Κίσινγκερ, η Αμερικανική αντίδραση περιορίστηκε σε μερικές ρητορικές εξάρσεις του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Ντάλες και δεν μετουσιώθηκε σε κανένα χειροπιαστό διπλωματικό αντίμετρο.

Τελικά, στις 23/10 ο Χρουτσώφ έδωσε τη συγκατάθεση του, αφού σε ειδική συνεδρίαση για το θέμα, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ επικύρωσε την απόφαση για την αποστολή στρατευμάτων με ψήφους 9-1 (μοναδική εξαίρεση ο Μικογιάν). Η ανώτατη διοίκηση των στρατευμάτων (39 μηχανοκίνητες μεραρχίες, 128 μεραρχίες τυφεκιοφόρων) ανατέθηκε στον στρατηγό Μαλίνιν του Γενικού Επιτελείου της ΕΣΣΔ. Ο Πρόεδρος της KGB στρατηγός Σέροφ διορίστηκε υπεύθυνος για την προπαγάνδα και τη συλλογή πληροφοριών, ενώ δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, οι Μικογιάν και Σουσλόφ, θα λειτουργούσαν ως πολιτικοί σύμβουλοι της επιχείρησης, με βασική τους μέριμνα τον σχεδιασμό μιας στρατηγικής πολιτικής σταθεροποίησης της χώρας μετά το πέρας των επιχειρήσεων. Βασική παράμετρος αυτής της στρατηγικής ήταν ο σχηματισμός νέας εθνικής κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον Ίμρε Νάγκι.

Οι Ρώσοι ήταν σε θέση να ξεκινήσουν άμεσα τις πολεμικές επιχειρήσεις, αφου ουσιαστικά έθεταν σε ισχύ το υπάρχον σχέδιο δράσης που προβλεπόταν για την περίπτωση ανυπακοής ενός κράτους-μέλους του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Επιπλέον, οι δύο μηχανοκίνητες μεραρχίες (2η και 17η) που στάθμευαν σε Ουγγρικό έδαφος βρίσκονταν εδώ και μία εβδομάδα σε κατάσταση ύψιστης επιφυλακής. Τα Ρωσικά τεθωρακισμένα εισήλθαν στη Βουδαπέστη από δύο σημεία ταυτόχρονα. Ένα τμήμα των Ρωσικών δυνάμεων εισχώρησε από τα βορειοδυτικά, κινήθηκε μέσα από τη Βούδα σχεδόν χωρίς να συναντήσει αντίσταση και τα ξημερώματα διέσχισε τις γέφυρες Σάμπατσαγκ και Μαργαρίτα και παρατάχθηκε κατά μήκος της παραλιακής οδού της Πέστης. Με αυτόν τον τρόπο οι σοβιετικοί θέλησαν να χτυπήσουν στα νώτα της Ουγγρικής εξέγερσης. Οι δυνάμεις της αντίστασης στη Βούδα δεν ήταν ακόμη τόσο ισχυρές και διαβαίνοντας τον Δούναβη, οι Ρώσοι πέτυχαν να κόψουν την πόλη στα δύο, συρρικνώνοντας το πεδίο στο οποίο θα επιχειρούσε η δύναμη εισβολής που πλησίαζε από τα ανατολικά. Ο κύριος όγκος των Ρωσικών αρμάτων προσέγγισε την πόλη από τη λεωφόρο Ουλόι της Πέστης. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν τις μεγάλες οδικές αρτηρίες της περιοχής για να αναπτυχθούν και να μεταβούν στο κέντρο της πόλης, χτυπώντας μέσα στην καρδιά της εξέγερσης.

Η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, προσέδωσε στην κοινωνική εξέγερση τον χαρακτήρα πολέμου για την εθνική ανεξαρτησία και χιλιάδες μαχητές προσήλθαν εθελοντικά για να ενισχύσουν την αντίσταση. Οι μαχητές οχυρώθηκαν στις μεγάλες πολυκατοικίες που περιέβαλαν τους κεντρικούς δρόμους της Βουδαπέστης με στόχο να εμποδίσουν τα άρματα μάχης από το να φτάσουν στο κέντρο της πόλης. Γενικό σχέδιο για την υπεράσπσιη της πόλης δεν υπήρχε αφού οι διάσπαρτες ένοπλες ομάδες δεν ήταν ενταγμένες σε κάποια κεντροποιημένη ιεραρχική δομή. Αλλά το έλειμμα στρατηγικού σχεδιασμού αναπληρώθηκε με το παραπάνω από την τακτική ευφυΐα, την τόλμη και την ευρηματικότητα που επέδειξαν επαναστάτες διοικητές όπως ο Γιάνος Μπάρανυ και ο Ιστβαν Κόβακς στο πεδίο της μάχης. Επιπλέον, οι επαναστατικές ταξιαρχίες δεν είχαν συγκροτηθεί στα πρότυπα κάποιου επιχειρησιακού οργανογράμματος, αλλά συστάθηκαν αυθόρμητα με πυρήνα τη γειτονιά, τη συνοικία ή το δημοτικό διαμέρισμα το οποίο υπερασπίζονταν. Οι νυν συμπολεμιστές είχαν προηγουμένως υπάρξει γείτονες ή συνάδελφοι. Πολεμούσαν για να προστατέψουν τα σπίτια και τις οικογένειες τους και μπορούσαν να υπολογίζουν στην αμέριστη συμπαράσταση του πληθυσμού της πόλης. Οι μαχητές δεν διέθεταν βαρύ οπλισμό με τον οποίο μπορούσαν να αναχαιτίσουν τα σοβιετικά τανκς, κατόρθωσαν όμως να αχρηστεύσουν έναν ικανό αριθμό αρμάτων επιστρατεύοντας αυτοσχέδιες μεθόδους. Μια μέθοδος ήταν να καταβρέχουν το οδόστρωμα με πετρέλαιο. Όταν τα άρματα πλησίαζαν, οι μαχητές τους έβαζαν φωτιά πυροβολώντας το εύφλεκτο υγρό ή εκσφενδονίζοντας χειροβομβίδες. Μια άλλη, ήταν η εκτενής χρήση αυτοσχέδιων εμπρηστικών βομβών. Παράτολμοι νεαροί πλησίαζαν πεζή τα τανκς, σκαρφάλωναν στους πυργίσκους κι έριχναν μέσα βόμβες μολότωφ πυρπολώντας το εσωτερικό. Όσα Ρωσικά πληρώματα γλίτωναν από τις φλόγες θερίζονταν από τους σκοπευτές που ήταν ακροβολισμένοι στις στέγες των κτιρίων κατά την προσπάθεια τους να διαφύγουν. Τα κατεστραμμένα τανκς οι μαχητές τα χρησιμοποιούσαν σαν οδοφράγματα.

Γεγονός είναι πως οι σοβιετικοί διέπραξαν σοβαρά σφάλματα κατά το στάδιο του σχεδιασμού των επιχειρήσεων. Είναι σίγουρο πως ο Μαλίνιν υποτίμησε τη δύναμη και την ικανότητα του εχθρού που επρόκειτο να αντιμετωπίσει. Οι Ρώσοι περίμεναν ότι θα αναμετρηθούν με έναν συρφετό από από συμμορίτες και περιθωριακούς. Αντ’ αυτού, βρέθηκαν στροβιλιζόμενοι στη δίνη ενός παλλαϊκού πολέμου, αντιμέτωποι με μια εχθρική πόλη που μισούσε τον εισβολέα και πρόσφερε καταφύγιο στους υπερασπιστές της. Τραγικό σφάλμα αποτέλεσε και η μη χρησιμοποίηση επικουρικών μονάδων πεζικού για την υποστήριξη της δράσης των τεθωρακισμένων. Οι Ρώσοι περίμεναν ότι τα άρματα με τη συνδρομή των ανδρών της AVH θα ήταν ικανά από μόνα τους να κάμψουν την αντίσταση των εξεγερμένων. Δεν είχαν όμως υπολογίσει το υψηλό αγωνιστικό φρόνημα που διακατείχε τους επαναστάτες, την αυθόρμητη προσχώρηση πολλών στρατιωτών στις γραμμές τους, καθώς και την τακτική ευελιξία του κλεφτοπόλεμου που διεξήγαγαν.

Γρήγορα, η Ρωσική επιχείρηση αποκατάστασης της τάξης έδωσε τη θέση της σε ένα γενικευμένο αντάρτικο πόλης. Ο ιστορικός Καρτιέ σημειώνει ότι μέχρι το μεσημέρι της 24ης οι Σοβιετικοί δεν είχαν πετύχει να ανακαταλάβουν τα εδάφη που κρατούσαν οι μαχητές. Σκληρές μάχες μαίνονταν σε κομβικά σημεία της πόλης, όπως στην πλατεία Μπόραρος, όπου οι επαναστάτες είχαν συγκεντρώσει μεγάλη δύναμη πυρός και είχαν καταφέρει να ανακόψουν προσωρινά την προέλαση των αρμάτων. Μετά από δώδεκα ώρες επιχειρήσεων, τα κύρια ορμητήρια των επαναστατών στον κινηματογράφο Κόρβιν, στο κτίριο της Ραδιοφωνίας και στο βιβλιοπωλείο Σάμπαντ Νεπ παρέμεναν στα χέρια της αντίστασης. Οι αντιστασιακές ομάδες ήλεγχαν πλήρως το όγδοο και ένατο δημοτικό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, ενώ τα εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας στη νήσο Τσέπελ, απ’ όπου οι μαχητές προμηθεύονταν τον οπλισμό και τα πολεμοφόδια τους, εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο των ένοπλων εργατών. Οι Ρώσοι στρατηγοί έστειλαν τανκς για να διώξουν την εργατική πολιτοφυλακή και να ανακαταλάβουν τα εργοστάσια αλλά, όπως γράφει ο Καρτιέ, «Στη Νήσο Τσέπελ, αλλάζουν ακτεύθυνση όταν βρίσκονται μπροστά στα οδοφράγματα των εργοστασίων. Οι στρατιώτες ήξεραν ότι θα είχαν να συντρίψουν ένα φασιστικό πραξικόπημα. Βρίσκουν απέναντι τους εργάτες». Η εκστρατεία των Σοβιετικών βαθμιαία εκφυλιζόταν σε μια σειρά σπασμωδικών ενεργειών αντεκδίκησης από μέρους των Ρωσικών στρατευμάτων, που αδυνατώντας να προελάσουν, πυροβολούσαν τυφλά εναντιων των όμορφων κτιρίων της πόλης με στόχο να προκαλέσουν όσο το δυνατό μεγαλύτερες υλικές καταστροφές και απώλειες μεταξύ των αμάχων. Από την άλλη, η αποτυχία της Σοβιετικης επέμβασης συντέλεσε στην περαιτέρω εδραίωση των επαναστατικών δυνάμεων στη Βουδαπέστη και τη δημιουργία γεωγραφικών ζωνών που τελούσαν υπό την αποκλειστική δικαιοδοσία των ένοπλων μαχητών.

Μία εύθραυστη εκεχειρία

Η πρώτη ενέργεια του Νάγκι ως πρωθυπουργού ήταν να απευθύνει δημόσια προειδοποίηση στους μαχητές ότι είχε θέσει σε ισχύ τον στρατιωτικό νόμο και να απαιτήσει με διάγγελμά του την άμεση παύση των εχθροπραξιών και την παράδοση του οπλισμού της λαϊκής πολιτοφυλακής. Μπορεί ο Νάγκι να είχε υπάρξει ο εκλεκτός των μαζών αλλά γνώριζε πως η αφοσίωσή τους εξαρτιόταν από τον βαθμό στον οποίο η νέα κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να ικανοποιήσει τα λαϊκά αιτήματα όπως αυτά διατυπώνονταν στις εξαγγελίες των Επαναστατικών Συμβουλίων. Ο Νάγκι δεν επιθυμούσε να είναι όμηρος στα χέρια των επαναστατών, ενώ από την άλλη, ήταν υποχρεωμένος να δείξει στον Χρουτσώφ ότι μπορούσενα επιβληθεί στο λαϊκό κίνημα και να αποκαταστήσει την τάξη.

Πολύ γρήγορα όμως συνειδητοποίησε πως όλη η δύναμη ήταν με το μέρος των Συμβουλίων. Στις 25/10 μια εκλεγμένη επιτροπή των εργατών του Μισκολτς επισκέφτηκε τον Νάγκι για να του ανακοινώσει τα αιτήματά τους, εμπνευσμένα από το επαναστατικό πρόγραμμα που είχαν επεξεργαστεί οι φοιτητές της πόλης. Επίσης, του έκαναν γνωστό πως το «Εργοστάσιο Μεταλλουργικής Λένιν» είχε αποστείλει εντολοδόχους για να παρακολουθήσουν τις εργασίες της συνέλευσης πολιτών που συνήλθε στην πανεπιστημιούπολη του Μίσκολτς. Η έλευση αυτής της αντιπροσωπείας από ένα εργοστάσιο – έμβλημα της Ουγγρικής βιομηχανίας, έπεισε τον έμπειρο πολιτικό ότι η εργατική τάξη εγκατέλειπε μαζικά το HWP και τασσόταν με το μέρος της εξέγερσης. Στις 28/10 ο Νάγκι υπέστη και το δεύτερο σοκ. Ο Αττίλα Ζιγκέτι της Εθνικής Επιτροπής του Γκυόρ, επέδωσε τελεσίγραφο με το οποίο απαιτούσε να διατάξει ο πρωθυπουργός την άμεση κατάπαυση του πυρός στην πρωτεύουσα. Ειδάλλως, απειλούσε, «οι κάτοικοι της Υπερδουναβίας θα προστρέξουν σε βοήθεια των αγωνιστών της Βουδαπέστης».

Ο Ζιγκέτι ενήργησε κατ’αυτόν τον τρόπο για δύο λόγους. Πρώτον, δεχόταν ισχυρές πιέσεις απότους ριζοσπάστες μέσα στο Επαναστατικό Συμβούλιο του Γκυόρ για να επιτρέψει στους επαναστάτες να εκστρατεύσουν κατά των σοβιετικών στρατευμάτων που βρίσκονταν στη Βουδαπέστη. Δεύτερον, ήθελε με αυτόν τον τρόπο να δείξει στον Νάγκι ότι εάν εξακολουθούσε να ανέχεται τον Ρωσικό παρεμβατισμό, κινδύνευε να αλλοτριώσει τα μετριοπαθή στοιχεία μέσα στο επαναστατικό κίνημα που επιθυμούσαν μια μοαρφή συνεργασίας με την κυβέρνηση και να στρέψει την εξέγερση προς μία ακόμη πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Αλλά εκτός του Νάγκι και οι Ρώσοι είχαν πολλά να ωφεληθούν από μια διπλωματική προσεγγιση με τους επαναστάτες. Από στρατιωτικής άποψης ήταν πλέον εμφανές ότι τα σοβιετικά στρατεύματα δεν επαρκούσαν για την καταστολή της εξέγερσης. Οι Ρώσοι στρατιώτες ήταν κουρασμένοι και αποθαρρυμένοι ενώ πολλοί είχαν ξεκινήσει συναναστροφές με τον εχθρό έχοντας πλέον απαλλαγεί από τις όποιες αυταπάτες είχαν περί της βάρβαρης αποστολής που τους είχε ανατεθεί. Σαν να μην έφτανε αυτό, η επαρχία βρισκόταν σε αναβρασμό. Στη Βαρπαλότα, επαρχιακή πόλη μέσα από την οποία περνούσαν οι Ρωσικές γραμμές ανεφοδιασμού, οι σοβιετικοί έχασαν δεκατρείς στρατιώτες κι έναν λοχαγό σε μία μέρα, σε αψιμαχίες με την τοπική εργατική πολιτοφυλακή. Από πολιτικής άποψης το HWP είχε αρχίσει να μοιάζει με παρασιτικό οργανισμό, προσκολλημένο στο σώμα της Ουγγρικής κοινωνίας. Όλες οι κοινωνικές δυνάμεις είχαν στραφεί εναντίον του, οι ακτιβιστές του είχαν αποσκιρτήσει, ενώ ο κομματικός του μηχανισμός σε όλη τη χώρα είχε θρυμματιστεί. Ακόμα κι αν οι Ρώσοι κατάφερναν να συντρίψουν την εξέγερση την επόμενη μέρα, το HWP δεν ήταν πια σε θέση να κυβερνήσει.

Έχοντας πλέον την έγκριση του Κρεμλίνου, ο Νάγκι διέταξε την κατάπαυση του πυρός σε όλη τη χώρα. Τα τεθωρακισμένα όφειλαν να αποσυρθούν άμεσα από την πρωτεύουσα. Η κυβέρνηση ανασχηματίστηκε. Τον αιμοδιψή Γκέρε διαδέχτηκε στη θέση του Γ.Γ. ο Γιάνος Κάνταρ, ένας υποψήφιος που ήταν αποδεκτός από όλες τις εμπόλεμες παρατάξεις. Από το ραδιόφωνο, ανακοινώθηκε στο λαό η επίσημη αναγνώριση των επαναστατικών οργανώσεων από το κράτος, η διάλυση της AVH και η δημιουργία ενός καινούριου σώματος ασφαλείας που θα ενσωμάτωνε στις τάξεις του τους ένοπλους επαναστάτες μαχητές. Τέλος ανακοινώθηκε η άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων σε κυβερνητικό επίπεδο για την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από τη χώρα. Σε αντάλλαγμα, οι εξεγερμένοι όφειλαν να καταθέσουν τα όπλα τους και να τερματίσουν την πενθήμερη Γενική Απεργία που είχε γονατίσει την οικονομία του Κράτους.

Οι διαπραγματεύσεις όμως δεν ήταν εύκολες. Οι μαχητές είχαν πετύχει μία προσωρινή νίκη έναντι της σοβιετικής αυτοκρατορίας και δεν ήθελαν να αφοπλιστούν προτού λάβουν εγγυήσεις ότι το HWP δε θα επέστρεφε στην εξουσία. Γι’ αυτό επέμειναν ιδιαιτέρως σε δύο βασικούς διαπραγματευτικούς όρους : α) Την άμεση εκκένωση της χώρας από τις δυνάμεις των Ρώσων και β) την κατάργηση του σοβιετικού συστήματος διακυβέρνησης. Ακόμη, οι μαχητές κατέστησαν σαφές ότι θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους μόνο σε στρατιώτες του Ουγγρικού στρατού, αφότου η αποχώρηση του Ρωσικού στρατού είχε ολοκληρωθεί. Οι παραπάνω όροι φυσικά ήταν ανάθεμα για τους σοβιετικούς. Η διαλλακτική στάση που τήρησε ο Νάγκι απέναντι στις διεκδικήσεις των επαναστατών υπέσκαψε το κύρος του μεταξύ των Ρώσων ηγετών και τροφοδότησε τις υποψίες αυτών που τον έβλεπαν σαν υποκινητή «αντεπαναστικών» (δηλαδή αντι-σοβιετικών) διαδικασιών.

Στο μεταξύ, τα πολιτικά κόμματα που είχαν λάβει μέρος στις τελευταίες εθνικές εκλογές του 1948-9 επανιδρύονταν το ένα μετά το άλλο και διεκδικούσαν τη συμμετοχή τους σε μία κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ανάλογα με τον αριθμό των ψήφων που είχαν λάβει το 1948. Μέσα σε λίγες μέρες, επανεμφανίστηκαν διαδοχικά το Ουγγρικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα με αρχηγό την Άννα Τίλντυ, το Εθνικό Αγροτικό Κόμμα του Φέρεντς Φάρκας, το Κόμμα των Μικροϊδιοκτητών του Μπέλα Κόβακς, κλπ. Πολλοί δυτικοί ιστορικοί υποδεικνύουν αυτήν την περίοδο ως την καθοριστική στιγμή κατά την οποία η δημοκρατία επανέρχεται στην Ουγγαρία. Εμείς θα διαφωνήσουμε, παραθέτοντας την άποψη της μεγάλης φιλοσόφου Χάνα Άρεντ όταν έγραψε ότι, «η άνοδος των Συμβουλίων και όχι η παλιννόρθωση των κομμάτων, ήταν το ξεκάθαρο σημάδι μιας αληθινής έξαρσης της δημοκρατίας κατά της δικτατορίας, της ελευθερίας κατά της τυρρανίας».

Για τους σοβιετικούς η δυναμική ανασύσταση των αστικών κομμάτων και η είσοδός τους στην κυβέρνηση αποτελούσε προμήνυμα επιστροφής στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που υπήρχαν πριν το 1949. Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που να υποστηρίζουν την άποψη ότι τα αστικά κόμματα προετοίμαζαν το έδαφος για την κατάλυση του σοσιαλιστικού συστήματος. Στις 29/10 η «Επαναστατική Επιτροπή των Ουγγρων Διανοουμένων», μια οργάνωση που δημιουργήθηκε για να συστεγάσει τις διάφορες επαναστατικές παρατάξεις και εκπροσωπούσε τη ριζοσπαστική, προλεταριακή τάση των επαναστατικών συμβουλίων, διακήρυξε πως η βούληση των επαναστατικών οργανώσεων ήταν να μεταρρυθμίσουν το πολιτικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα ανέπαφες τις βασικές δομές του σοσιαλιστικού καθεστώτος ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Με άλλα λόγια, επιθυμούσαν έναν σοσιαλισμό με δημοκρατικό πρόσωπο.

Οι αρχικές δηλώσεις των ηγετών των αστικών κομμάτων ήταν περίπου στο ίδιο πνεύμα. Η Πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος έγραψε την 1η Νοεμβρίου : «Ας φυλάμε τα εργοστάσια, τα ορυχεία και την γη που πρέπει να παραμείνουν στα χέρια του λαού», ενώ ο Φέρεντς Φάρκας δήλωνε πως, «Η κυβέρνηση θα διατηρήσει όσα σοσιαλιστικά επιτεύγματα μπορούν και πρέπει να χρησιμοποιούνται σε μια ελεύθερη, δημοκρατική και σοσιαλιστική χώρα, σύμφωνα με την επιθυμία του λαού». Παρ’όλα αυτά, ήταν φυσικό για τα κόμματα να προσαρμόσουν τη γραμμή τους στις επιθυμίες των μαζών, τη στιγμή που ήταν απολύτως εξαρτημένα από τη στήριξη των επαναστατικών επιτροπών. Τί θα γινόταν όμως μετά από μια ενδεχόμενη αποκατάσταση ενός κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης και την αναγκαστική διάλυση των επαναστατικών συμβουλίων; Ουδείς μπορεί να πει με σιγουριά, αλλά μια υπαναχώρηση των κομμάτων από τις ιδρυτικές δεσμεύσεις τους ουδόλως μπορεί να αποκλειστεί. Ήδη τα χαρτοφυλάκια του νέου Υπουργικού Συμβουλίου είχαν διανεμηθεί σχεδόν εξ’ολοκλήρου στους εκπροσώπους της παλαιάς κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας. Μόνο το Υπουργείο Πολέμου βρισκόταν στα χέρια του Συνταγματάρχη Παλ Μάλετερ, ο οποίος διατηρούσε δεσμούς με τις επαναστατικές μαχητικές οργανώσεις.

Αντιδρώντας σε αυτή την προσπάθεια υποσκέλισης των λαϊκών δημοκρατικών οργάνων μερικοί επαναστάτες ηγέτες επιδίωξαν την πολιτική χειραφέτηση των συμβουλίων από την κεντρική κυβέρνηση. Ο Γιόζεφ Ντούντας, αρχηγός μιας ομάδας 400 ενόπλων της Βουδαπέστης, επιχείρησε να συγκαλέσει ένα «Επαναστατικό Κοινοβούλιο» που θα απαρτιζόταν αποκλειστικά από εκλεγμένα μέλη των συμβουλίων και των επαναστατικών επιτροπών. Στο Γκυορ, μια ομάδα ενόπλων από τη Βουδαπέστη με αρχηγό τον Λάγιος Σομογκυβάρυ παραβρέθηκε στην ιδρυτική συνέλευση του Εθνικού Συμβουλίου Υπερδουναβίας και επιχείρησε να αναγνωριστεί ως νόμιμη κυβέρνηση της χώρας. Τελικά, κανένα από τα δύο σχέδια δεν ευοδώθηκε. Ο Ντούντας επικηρύχθηκε από τις επαναστατικές αρχές στην πρωτεύουσα επειδή η ομάδα του είχε διαπράξει φόνους αντεκδίκησης εις βάρος πρώην πρακτόρων της μυστικής αστυνομίας. Το πραξικόπημα του Σομογκυβάρυ απετράπη την τελευταία στιγμή από ένα μέρος της πολιτοφυλακής του Γκυορ, που παρενέβηκε για να βοηθήσει τους μετριοπαθείς υποστηρικτές της κυβέρνησης και συνέλαβε τον Σομογκυβάρυ και τους οπαδούς του.

«Επιχείρηση Ανεμοστρόβιλος»

Παρ’ όλο που η πολιτική κατάσταση έμοιαζε να ομαλοποιείται, μια ακαθόριστη απειλή έμοιαζε να πλανάται πάνω από τη χώρα. Από την 1η Νοεμβρίου, ο νέος Γενικός Γραμματέας Γιάνος Κάνταρ είχε εξαφανιστεί και κανείς δε γνώριζε πού βρισκόταν. Στα σύνορα με τη Ρουμανία και τη σοβιετική Ουκρανία παρατηρείτο αυξημένη κινητικότητα των Ρωσικών στρατευμάτων, παρά το γεγονός ότι οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις για την ειρηνική αποχώρηση του σοβιετικού στρατού βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη. Το επιτελείο του Νάγκι αρχικά υπέθεσε πως η αναδιάταξη των σοβιετικών δυνάμεων οφειλόταν σε μια επικείμενη επίθεση των δυτικών, αφού τα στρατεύματα που καθημερινά συνέρρεαν στην επικράτεια της Ουγγαρίας ήταν πολυπληθή και καλά εξοπλισμένα. Η υπόθεση αυτή καταρρίφθηκε όταν η Αυστρία, η οποία μόλις πρόσφατα είχε αναγνωριστεί σαν ουδέτερο κράτος, ανακοίνωσε τη δημιουργία αποστρατικοποιημένης ζώνης βάθους 30 χλμ. στα σύνορά της με την Ουγγαρία. Ο πρεσβευτής Αντρόποφ κλήθηκε στο Κοινοβούλιο για διαβουλεύσεις. Ο Αντρόποφ ήταν καθησυχαστικός και διαβεβαίωσε τον Νάγκι ότι οι κινήσεις των στρατευμάτων συνδέονταν με τις προετοιμασίες των σοβιετικών για την απόσυρση του Κόκκινου Στρατού από τη χώρα. Παρόμοιες διαβεβαιώσεις έλαβε ο Νάγκι από τους στρατηγούς Μάλετερ και Κύραλι, τους επικεφαλείς της Ουγγρικής στρατιωτικής επιτροπής που βρισκόταν στη σοβιετική στρατιωτική βάση Τοκολ στα περίχωρα της Βουδαπέστης για να ρυθμίσουν τις τεχνικές λεπτομέρειες της Ρωσικής αποχώρησης. Ο Μάλετερ μετέφερε στο Νάγκι ότι οι Ρώσοι τους υποδέχτηκαν με τις πρέπουσες τιμές και ότι οι διαπραγματεύσεις διεξάγονταν σε «φιλικό κλίμα».

Φυσικά, οι Ρώσοι δεν είχαν σκοπό να αποχωρήσουν. Από τα τέλη Οκτωβρίου η Σοβιετική ηγεσία είχε άρει την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο του Ναγκι, ο οποίος μέρα με τη μέρα θεωρούσαν πως υπέκυπτε όλο και περισσότερο στις πιέσεις που του ασκούσαν οι «δυνάμεις της αντίδρασης», δηλαδή τα αστικά κόμματα. Μια νέα «επαναστατική» κυβέρνηση με επικεφαλή τον Γιάνος Κάνταρ, που είχε ταξιδέψει μυστικά στη Μόσχα, συγκροτήθηκε σε Ρωσικό έδαφος. Στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε. ο Κάνταρ τόλμησε να ψελλίσει πως η νέα κυβέρνηση δε θα έπρεπε να είναι μια δοτή κυβέρνηση. Περιττό να πούμε πως το πρόγραμμα της κυβέρνησης του Κάνταρ ήταν γραμμένο στα Ρωσικά. Ο Χρουτσώφ φοβόταν πως μια ενδεχόμενη απώλεια της Ουγγαρίας θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένδειξη αδυναμίας της ΕΣΣΔ από το αντίπαλο καπιταλιστικό μπλοκ, αλλά και από τους εσωκομματικούς σταλινιστές αντιπάλους του.

Πίσω στην Ουγγαρία ο φόβος για μια επικείμενη σοβιετική επίθεση μεγάλωνε. Με τρόπο αθόρυβο αλλά μεθοδικό ο Ρωσικός στρατός ολοκλήρωνε τις προετοιμασίες του για μια μαζική εισβολή. Ρωσικά στρατεύματα περικύκλωσαν τις μεγάλες πόλεις και τα αεροδρόμια, έκλεισαν τα δυτικά σύνορα με την Αυστρία και αποκατέστησαν το σιδηροδρομικό δίκτυο που είχε μπλοκαριστεί από τα οδοφράγματα των απεργών. Ο Νάγκι δεν ήξερε πώς να ενεργήσει. Από τη μία, η ανάγκη λήψης μέτρων για την άμυνα της χώρας ήταν επιτακτική. Από την άλλη, φοβόταν πως οποιαδήποτε βεβιασμένη ενέργεια μπορούσε να πυροδοτήσει μια νέα σοβιετική επίθεση. Εξάλλου, είχε λάβει τις επίσημες διαβεβαιώσεις του πρεσβευτή Αντρόποφ περί των ειρηνικών προθέσεων της ΕΣΣΔ. Τελικά, στις 03/11 το Υπουργικό Συμβούλιο ψήφισε ομόφωνα υπέρ της εξόδου της Ουγγαρίας από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Νάγκι ήλπιζε να αφαιρέσει και το τελευταιο νομικό πρόσχημα που θα μπορούσαν αν επικαλεστούν οι Ρώσοι για να δικαιολογήσουν μια στρατιωτική επέμβαση. Την ίδια μέρα ο συνταγματάρχης Άντρας Μάρτον κλήθηκε εσπευσμένα από τη στρατιωτική ακαδημία στην οποία δίδασκε προκειμένου να καταστρώσει σχέδιο άμυνας της χώρας ενάντια στο ενδεχόμενο μιας δεύτερης Ρωσικής επίθεσης. Ενδεικτικό της σύγχυσης και της αναποφασιστικότητας που επικρατούσε στο Ουγγρικό στρατόπεδο είναι το γεγονός ότι ο Μάρτον αποδεσμεύτηκε από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα μόλις στις 02/11, όταν τα Ρωσικά στρατεύματα βρίσκονταν ήδη σε πλήρη ανάπτυξη μέσα στο Ουγγρικό έδαφος και η επικοινωνία με τις κατά τόπους μονάδες του Ουγγρικού στρατού είχε γίνει ιδιαίτερα δύσκολη.

Σε κάθε περίπτωση, η «Επιχείρηση Ανεμοστρόβιλος», κωδική ονομασία της Ρωσικής επιχείρησης, δεν ήταν απλώς ένα σχέδιο επέμβασης στην Ουγγαρία. Ήταν ένα σχέδιο επανακατάκτησης της χώρας που περιελάμβανε όλες τις παραμέτρους μιας πολεμικής εκστρατείας. Τα διαθέσιμα στρατεύματα ανέρχονταν σε 150.000 άνδρες και 6.000 άρματα μάχης. Οι στρατιώτες ήταν όλοι Ασιατικής καταγωγής, Ουζμπέκοι και Κιργίσιοι, που δε μίλαγαν Ουγγρικά και δεν είχαν υπηρετήσει ούτε μία μέρα σε Ουγγρικό έδαφος. Τα τανκς ήταν τα εξελιγμένα τεχνολογικά Τ-54, που διέθεταν ενισχυμένη αρματωσιά και δεν μπορούσαν να καταστραφούν από εμπρηστικές βομβες. Η αρχηγία των ρωσικών δυνάμεων είχε ανατεθεί στον στρατάρχη Κόνεφ, ανώτατο διοικητή των ενόπλων δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Για την αεροπορική κάλυψη της εκστρατείας είχαν επίσης διατεθεί μοίρες μαχητικών αεροσκαφών.

Ο τύπος του οπλισμού και το αριθμητικό μέγεθος των Ούγγρων υπερασπιστών δεν μας είναι γνωστό. Δεδομένου ότι οι απώλειές τους μετά το τέλος των μαχών ανήλθαν σε 2.500 νεκρούς και 13.000 τραυματίες, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον 20.000 με 25.000 άτακτοι μαχητές έλαβαν μέρος στη μάχη κατά της Ρωσικής εισβολής. Εάν σε αυτόν τον αριθμό προσθέσουμε και τους στρατιώτες του τακτικού στρατού που πολέμησαν στο πλευρό των επαναστατών, τότε ο συνολικός αριθμός των μαχητών της αντίστασης πιθανότατα έφτανε τους 35.000 με 40.000 άνδρες. Ο οπλισμός τους δεν ήταν ομοιόμορφος και διέφερε από ομάδα σε ομάδα και από πόλη σε πόλη, ανάλογα με την πληρότητα των πολεμικών προετοιμασιών που είχαν διεξαχθεί σε τοπικό επίπεδο και τη συμβολή του στρατού σε αυτές τις προετοιμασίες.

Κυρίαρχο ζήτημα για την έκβαση των επιχειρήσεων ήταν η στάση που θα κρατούσε ο Ουγγρικός στρατός. Όπως αναφέρει η έκθεση του ΟΗΕ για τα γεγονότα στην Ουγγαρία, οι περισσότεροι ανώτεροι αξιωματικοί ήταν φιλοσοβιετικοί. Παρ’όλα αυτά, ούτε ένας αξιωματικός δεν πολέμησε στο πλευρό του στρατού εισβολής. Απλώς πολλοί επέλεξαν να παραμείνουν ουδέτεροι στη σύγκρουση που εκτυλισσόταν μπροστά τους. Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία των κατώτερων αξιωματικών, υπαξιωματικών και οπλιτών αντιστάθηκαν αφ’εαυτού στη Ρωσική εισβολή, πολλές φορές κατά παράβαση των διαταγών που είχαν λάβει από τους ανωτέρους τους (διοικητές στρατοπέδων, κλπ.). Ο λόγος ήταν ότι οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν άτομα ταπεινής κοινωνικής προέλευσης, που κατάγονταν από εργατικές ή αγροτικές οικογένειες και ευθυγραμμίζονταν πλήρως με τα αιτήματα των επαναστατών για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη. Σε κάθε περίπτωση, η δράση του τακτικού στρατού ήταν αποσπασματική διότι οι μονάδες του ήταν διασκορπισμένες και αποκομμένες μεταξύ τους. Επίσης, η κεντρική διοίκηση είχε τεθεί εκτός λειτουργίας αφού, κόντρα σε κάθε σύμβαση της διεθνούς διπλωματίας, οι Ρώσοι είχαν συλλάβει τους στρατηγούς Μάλετερ και Κύραλι και είχαν αφήσει τον στρατό χωρίς ανώτατη διοίκηση.

Χάρις στο διπλωματικό τέχνασμα των σοβιετικών, η πρώτη φάση της εισβολής ολοκληρώθηκε χωρίς σοβαρή αντίσταση. Υπήρχε σε ισχύ η διαταγή του Νάγκι προς τους διοικητές των μονάδων της πολιτοφυλακής να μην ανοίξουν πυρ κατά των Ρωσικών στρατευμάτων που υποτίθεται πως ετοιμαζόντουσαν να εκκενώσουν τη χώρα. Έτσι τα τανκς έφτασαν μέχρι τα περίχωρα της Βουδαπέστης χωρίς να έχουν ρίξει ούτε έναν πυροβολισμό. Μόνο στις 04/11, ο Νάγκι ανακοίνωσε από το ραδιόφωνο ότι τα σοβιετικά στρατεύματα δεν βρίσκονταν στη χώρα κατόπιν πρόσκλησης της κεντρικής κυβέρνησης. Ο αιωνίως αναποφάσιστος Νάγκι απέφυγε να δώσει ρητή εντολή στους μαχητές να αντισταθούν, αλλά δεν τους απαγόρευσε και την αντίσταση.

Η Μάχη της Βουδαπέστης

Τα Ρωσικά άρματα αναπτύχθηκαν κατά μήκος της οδού Σοροκσάρι, έως την πλατεία Μπαραρός, προσπαθώντας να αποκόψουν τη Νήσο Τσέπελ, όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένες μεγάλες δυνάμεις της εργατικής πολιτοφυλακής, από το κέντρο της Πέστης. Παράλληλα, μια άλλη ίλη τεθωρακισμένων εισήλθε στην πόλη από τα βόρεια χρησιμοποιώντας την παλαιά οδό Βάτσι κι έφτασε μέχρι την ανατολική όχθη του Δούναβη, αποκλείοντας την εργατική περιοχή του Ουίπεστ και απαγορεύοντας την πρόσβαση στη Βούδα. Το Ρωσικό σχέδιο προέβλεπε μετωπικές επιθέσεις με υπερσυγκέντρωση δυνάμεων κατά των οχυρών θέσεων των επαναστατών και τμηματική ανακατάληψη του κέντρου της πόλης από τις δυνάμεις εισβολής.

Επειδή δεν υπήρχε οργανωμένο σχέδιο για την υπεράσπιση της πόλης, τα τανκς κατέλαβαν εύκολα ορισμένες ανοχύρωτες τοποθεσίες όπως την πλατεία του Κοινοβουλίου και την περιοχή γύρω από το Μέγαρο της Ραδιοφωνίας. Όπου όμως είχαν γίνει στοιχείωδεις αμυντικές προετοιμασίες τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Στη συνοικία γύρω από τον κινηματογράφο Κόρβιν διεξήχθησαν τρομερές μάχες. Η «ομάδα Κόρβιν», υπό την ηγεσία του εκλεγμένου διοικητή Γκέγκερλι Πόνγκρατς, ήταν από τις ισχυρότερες αντιστασιακές ομάδες. Οι επαναστάτες του Πόνγκρατς είχαν φροντίσει να ανανεώσουν τα αποθέματα τους σε πυρομαχικά, είχαν λάβει ταχύρρυθμη εκπαίδευση στη χρήση πυροβολικού από επαναστάτες αξιωματικούς και είχαν στην κατοχή τους περιορισμένο αριθμό αντιαρματικών όπλων. Χρειάστηκαν δύο ώρες μαζικών βομβαρδισμών από το σοβιετικό πυροβολικό και την αεροπορία για να υποχωρήσουν οι πολιτοφύλακες και να μπορέσουν οι Ρώσοι να καταλάβουν το αρχηγείο που είχαν εγκαταστήσει στον κινηματογράφο.

Σφοδρές μάχες διεξήχθησαν αυτήν τη φορά και στη Βούδα, στο 1ο και 2ο δημοτικό διαμέρισμα, αλλά και γύρω από τη φυσική οχυρή θέση της Σιταντέλα, στον λόφο Γκέλερτ. Οι μαχητές του 1ου και 2ου διαμερίσματος με αρχηγό τον πολίτη-διοικητή Γιάνος Σάμπο αντιστάθηκαν σθεναρά στη Ρωσική επέλαση. Δεκάδες φορές διασκορπίστηκαν από τις μανιασμένες σοβιετικές επιθέσεις, για να επανενωθούν ξανά και να πολεμήσουν σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης. Τελικά, μη μπορώντας να κρατήσουν την περιοχή ελέγχου τους υποχώρησαν προς το Χουβορλόγκυ και το Σολυμάρ όπου τελικά προδώθηκαν από την έλλειψη εφοδίων και πυρομαχικών.

Η Σιταντέλα ένα μεσαιωνικό φρούριο φτιαγμένο στο ψηλότερο σημείο της πόλης, προστατευόταν από μονάδες του τακτικού Ουγγρικού στρατού, συνεπικουρούμενες από άτακτους μαχητές της πολιτοφυλακής. Οι συνδυασμένες αυτές δυνάμεις αντέταξαν μια καλά οργανωμένη άμυνα και κατόρθωσαν να αποκρούσουν τις επανειλημμέννες σοβιετικές επιθέσεις. Οι Ρώσοι στρατηγοί επιθυμούσαν διακαώς την κατάληψη του λόφου επειδή από εκεί θα μπορούσαν να βομβαρδίζουν από πλεονεκτική θέση τους θύλακες της αντίστασης σε ολόκληρη την πόλη. Οι υπερασπιστές άντεξαν για τρεις συνεχείς ημέρες, αλλά χωρίς πυρομαχικά ή ενισχύσεις τελικά υπέκυψαν στις 07/11.

Η διάλυση της αντίστασης στο κέντρο της Πέστης και η κατάληψη του λόφου Γκέλερτ, επέτρεψαν στους σοβιετικούς να συγκεντρώσουν τα στρατεύματα τους για να εξαπολύσουν την επίθεση τους ενάντια στο Τσέπελ, το Ουίπεστ και τις άλλες εργατικές συνοικίες, όπου η αντίσταση ακόμη κρατούσε καλά. Την άμυνα των περιοχών αυτών είχαν οργανώσει τα τοπικά Επαναστατικά Συμβούλια. Στο Τσέπελ, οι πολιτοφύλακες είχαν ενισχυθεί από τη στρατιωτική φρουρά της περιοχής, ενώ έλαβαν και 85 πυροβόλα από στρατιώτες που ενεργούσαν ενάντια στις εντολές των διοικητών τους. Οι μαχητές διέθεταν ακόμη μπαταρίες υψηλής ισχύος τις οποίες χρησιμοποιούσαν σαν κρυμμένους εκρηκτικούς μηχανισμούς για να ανατινάζουν τα τανκς καθώς και αντιεροπορικά όπλα με τα οποία βομβάρδιζαν τον διάδρομο προσγείωσης στη σοβιετική βάση του Τόκολ.

Οι οδομαχείες στο Τσέπελ πήραν την μορφή ενός ανελέητου κλεφτοπολέμου. Οι πολιτοφύλακες έστηναν ενέδρες σε σοκάκια και δευτερεύοντες δρόμους που έτεμναν τις μεγάλες λεωφόρους και πλαγιοκοπούσαν τις Ρωσικές φάλαγγες. Έπειτα εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν σε άλλο σημείο για να χτυπήσουν τα οχήματα στο τέλος της πομπής των τεθωρακισμένων. Βαριές απώλειες υπέστησαν οι Ρώσοι και στην οδό Σοροκσάρι που ένωνε το Τσέπελ με το στρατιωτικό αεροδρόμιο του Τόκολ. Οι στρατιώτες που είχαν εγκατασταθεί ως μόνιμη φρουρά στον στρατηγικό αυτό δρόμο αποτελούσαν εύκολο στόχο για τους μαχητές που τους παρενοχλούσαν διαρκώς με αστραπιαίες, ξαφνικές επιθέσεις.

Δύο φορές οι Ρώσοι στρατηγοί απαίτησαν από τους επαναστάτες να παραδοθούν και δύο φορές οι περήφανοι εργάτες αρνήθηκαν να συνθηκολογήσουν. Στις 07/11 δόθηκε η διαταγή για τον μαζικό βομβαρδισμό του Τσέπελ από εδάφους και αέρος. Μαχητικά αεροσκάφη σφυροκοπούσαν τις βάσεις των επαναστατών με κάθετες εφορμήσεις, ενώ τα τεράστια κανόνια που είχαν τοποθετήσει οι Ρώσοι στο λόφο Γκέλερτ κατέκλυσαν τα εργοστάσια με οβίδες. Μέχρι τις 10/11 όλα τα εργοστάσια και οι αποθήκες που χρησίμευαν ως βάσεις για την αντίσταση είτε είχαν καταστραφεί ολοσχερώς από τους βομβαρδισμούς, ή είχαν καταληφθεί από τα σοβιετικά στρατεύματα. Η μάχη της Βουδαπέστης είχε τελειώσει. Η νίκη κόστισε στους σοβιετικούς 722 νεκρούς στρατιώτες και 1.251 τραυματίες.

Επίλογος

Η Ουγγρική επανάσταση πνίγηκε στο αίμα και το όνειρο για έναν δημοκρατικό, ελευθεριακό σοσιαλισμό διακόπηκε απότομα. Μετά από επτά ημέρες παραμονής στην πρεσβεία της Γιουγκοσλαβίας, ο Νάγκι μαζί με την έκπτωτη κυβέρνηση του αιχμαλωτίστηκε από τους σοβιετικούς. Εκτελέστηκε μυστικά δύο χρόνια μετά, τον Ιούνιο του 1958. Χιλιάδες μαχητές της πολιτοφυλακής δικάστηκαν από έκτακτα στρατοδικεία και εκτελέστηκαν. Μεταξύ αυτών ο Σάμπο, ο Ντούντας, ο Μπάρανυ και ο Πόνγκρατς. Η νέα «Επαναστατική Κυβέρνηση Εργατών-Αγροτών» του Γιάνος Κάνταρ εδραιώθηκε στην εξουσία. Ο σοβιετικός σοσιαλισμός όμως δεν είχε νικήσει οριστικά. Πήρε απλώς μια παράταση ζωής μέχρι το 1989, όταν τα απομεινάρια του σαρώθηκαν από τις δυνάμεις της Ιστορίας.

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Η ξεχασμένη επανάσταση: Ουγγαρία, 1956”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s