Έθνος και Τάξεις (Μέρος 2ο)

ασφλτ

«Κατά τη διάρκεια της ζωής μου, έχω δει Γάλλους, Ρώσσους, Ιταλούς, κλπ. Χάρη στον Μοντεσκιέ, τυχαίνει ακόμη να γνωρίζω ότι κάποιος μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται σαν Πέρσης. Όσο για τον Άνθρωπο, δηλώνω καθαρά ότι δεν τον έχω συναντήσει ποτέ στην ζωή μου».

Ζοζέφ Ντε Μαιστρ, «Στοχασμοί Πάνω στην Γαλλία»

 

Τάξεις κι Εθνικισμός

Ο πόλεμος είναι το προνομιακό πεδίο μέσα από το οποίο η εθνικιστική κοσμοθεωρία θα όφειλε να είναι σε θέση να αντλήσει εκείνα τα εμπειρικά δεδομένα που θα την βοηθούσαν να επικυρώσει τις οντολογικές κατηγορίες γύρω από τις οποίες δομεί και αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Αυτό που εννοούμε είναι ότι αν οι φαντασιακές σημασίες και οι πυρηνικές έννοιες του κυρίαρχου εθνικιστικού φαντασιακού έχουν κάποια σχέση προς τις πραγματικές κοινωνικές συνθήκες και τους υλικούς όρους ύπαρξης της «εθνικής κοινότητας», αν μπορούν να λειτουργήσουν ως ιδεολογικά εργαλεία για την αποτύπωση υπαρκτών επιθυμιών και ταξικών συμφερόντων, τότε η εκάστοτε πολεμική σύρραξη θα όφειλε να εκτυλίσσεται σε συμφωνία με τα έτοιμα θεωρητικά σχήματα των εθνικιστών ως προς τα βασικά στοιχεία που προσδίδουν σε μια εθνική μονάδα κοινωνικής οργάνωσης το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό της. Η ιστορία άλλωστε είναι το πεδίο όπου οι κοινωνικές θεωρίες υποβάλλονται στην ανελέητη δοκιμασία της πράξης, και είτε κατορθώνουν να επηρεάσουν την εξέλιξη της κοινωνίας προς την μια ή την άλλη ταξική κατεύθυνση, επαληθεύοντας την βιωσιμότητα και ζωτικότητα των αναλυτικών κατηγοριών τους, ή συντρίβονται στην πολυμορφία της ζωής και της κοινωνικής πραγματικότητας, χωρίς να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο ως προς τις δυνάμεις που τίθενται αντιμέτωπες στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Υπό αυτή την έννοια, μια προσεκτικότερη επισκόπηση των διακρατικών πολέμων ως ιστορικού φαινομένου, είναι αρκετή για να μας πείσει ότι η εξιστόρηση του πολέμου από τους πάσης φύσεως «πατριώτες» και εθνικιστές ως μιας συγκρουσιακής συνθήκης όπου δύο ή περισσότερες συμπαγείς κοινωνικές ολότητες, ενωμένες στο εσωτερικό τους χάρη στον αδιάσπαστο δεσμό φυλετικής αλληλεγγύης και πολιτισμικής συγγένειας που υπάρχει ανάμεσα στα μέλη τους, εμπλέκονται σε μια κατά μέτωπο αναμέτρηση, δεν είναι παρά μια φαντασιοπληξία, μια ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία της ιστορικής πραγματικότητας. Ούτε βέβαια είναι ποτέ αποκλειστικά και μόνο τα λεγόμενα «εθνικά» ζητήματα εκείνα που δημιουργούν το υπόβαθρο για την εκδήλωση έντονων διακρατικών ανταγωνισμών που μπορεί να οδηγήσουν στην επίλυση της διαφοράς μέσω της ένοπλης επιβολής.

Είναι το ταξικό ζήτημα ο βασικός παράγοντας που οδηγεί στον πόλεμο και ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις που ενίοτε αλλάζει τις ισορροπίες και τη διάταξη των συμμαχιών στο πλαίσιο μιας πολεμικής αναμέτρησης, υπερβαίνοντας τα τυπικά εθνικά όρια των εμπόλεμων παρατάξεων και καλλιεργώντας σχέσεις και επαφές ανάμεσα στις ιεραρχικά διαβαθμισμένες κοινωνικές ομάδες των φαινομενικά εχθρικών στρατοπέδων. Οι ελλαδικές κατοχικές κυβερνήσεις του Τσολάκογλου (1941)[i], του Λογοθετόπουλου (1942) και του Ράλλη (1943) αποτελούν θεσμική έκφραση της κοινότητας συμφερόντων που υπάρχει ανάμεσα στις κυρίαρχες ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα που φαινομενικά ανήκουν σε διαφορετικούς ετερόνομους κοινωνικούς σχηματισμούς και της φυσικής συνέχειας των οργανικών δεσμών που αναπτύσσονται ανάμεσα τους, ακόμη και μέσα σε συνθήκες ανοικτού πολέμου. Είναι οι μαύρες κηλίδες που η εθνική ιστοριογραφία αδυνατεί να ξεφορτωθεί ή να εξηγήσει ικανοποιητικά, χωρίς να αποφασίσει να εισχωρήσει στα επικίνδυνα και φουρτουνιασμένα νερά του δυσεπίλυτου κοινωνικού ζητήματος. Κι αυτό γιατί, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, οι άνθρωποι που υπηρέτησαν με την ιδιότητα του υπουργού ή του αξιωματούχου στις κυβερνήσεις της κατοχικής περιόδου, υπήρξαν εξέχοντα μέλη της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ελίτ, καθώς και των προνομιούχων κοινωνικών ομάδων της Ελλάδας του μεσοπολέμου. Ο Χατζημιχάλης, υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση του Τσολάκογλου, και ο Τσιρονίκος, υπουργός Γεωργίας & Επισιτισμού στην κυβέρνηση του Λογοθετόπουλου, ήταν μεγαλοεπιχειρηματίες, σάρκα εκ της σαρκός του ελλαδικού μεγάλου κεφαλαίου. Ο ίδιος ο Λογοθετόπουλος ήταν ένας ευυπόληπτος επιστήμονας ακαδημαϊκός, καθηγητής της ιατρικής στο παν/μιο της Αθήνας, ενώ ο Ράλλης ήταν γόνος μεγάλης πολιτικής οικογενείας των Αθηνών και προτού στραφεί σε μια καριέρα επαγγελματία πολιτικού ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου.[ii] Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα στελέχη των δοσιλογικών κυβερνήσεων συνεργασίας, αυτά προήλθαν μαζικά από τις γραμμές των ανώτερων αξιωματικών των σωμάτων των ενόπλων δυνάμεων.

Ήταν λοιπόν η «αφρόκρεμα» του ελλαδικού ετερόνομου κοινωνικού σχηματισμού που διέθεσε το ανθρώπινο δυναμικό το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την στελέχωση των ανώτατων κυβερνητικών οργάνων των δοσιλογικών αρχών της κατοχής. Το γεγονός αυτό έχει την σημασία του, αν αναλογιστούμε ότι σύμφωνα με την συντηρητική, εθνικιστική κοσμοθεωρία, στο επίπεδο των ανώτερων στρωμάτων της κοινωνικής ιεραρχίας υποτίθεται ότι συμπυκνώνονται οι ατομικές και κοινωνικές «αρετές» που δικαιωματικά απέφεραν στα μέλη τους την κατοχή ηγεμονικών θέσεων στο πλαίσιο της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, μιας και τους επέτρεψαν να επικρατήσουν στον κοινωνικό ανταγωνισμό, ο καθένας στο πεδίο δράσης που είχε επιλέξει. Επιπλέον, ανάμεσα στα μέλη αυτής της «φυσικής» κοινωνικής αριστοκρατίας,[iii] είναι που οι παραδοσιακές αξίες εμφανίζονται να είναι πιο βαθιά ριζωμένες και πιο ισχυρές, όπου ο σεβασμός στις θεσμοποιημένες ιεραρχίες εκλαμβάνεται ως προϋπόθεση για την επιβίωση και μακροημέρευση της «πολιτισμένης» κοινωνίας και η αφοσίωση στο καλό της «πατρίδας» αποτελεί το ύψιστο ιδανικό και το σημείο αναφοράς για την κοινωνική υπόσταση του μεμονωμένου ατόμου. Μάλιστα, αν οι αρετές του «καλού πολίτη» και του εξέχοντος μέλους της εθνικής κοινότητας σηματοδοτούν τον θρίαμβο του εθνικιστικού φαντασιακού και βρίσκουν την απόλυτη δικαίωση και το φυσικό επιστέγασμα τους στην απονομή του άτυπου τίτλου του «καλού πατριώτη» μέσω της κοινωνικής αναγνώρισης που παρέχεται αφειδώς προς τον κάτοχο τους, τότε η ερμηνεία της ευθείας σύμπραξης των ολιγαρχικών αυτών στρωμάτων με τον κατακτητή καθίσταται διπλά προβληματική και σχεδόν αδύνατο να ερμηνευτεί με βάση τις συμβατικές ιδεολογικές αφηγήσεις περί του παγιωμένου καταμερισμού των κοινωνικών ρόλων σε μια συνεκτική εθνική «κοινότητα».

Με άλλα λόγια, είναι δύσκολο κανείς να αποδεχτεί τον «προδοτικό» ρόλο που επιτέλεσαν οι «εθνικόφρονες» ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής και ταυτόχρονα να υπεραμύνεται της φαντασιοπληξίας μιας υπερταξικής εθνικής κοινότητας που αντιπαρατέθηκε με ομοψυχία στον «ξένο» εισβολέα. Ήταν μάλιστα οι εντεταλμένοι θεματοφύλακες των υψηλών ιδανικών του έθνους, οι επιχειρηματικοί και βιομηχανικοί ηγέτες, οι επαγγελματίες διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας, καθώς και οι ένστολοι υπερασπιστές της ανεξαρτησίας της «πατρίδας», που έσπευσαν να τείνουν πρώτοι χείρα βοηθείας στους ναζιστές και να συνεισφέρουν συλλογικά στη συγκρότηση μιας πολιτικής διοίκησης που θα κυβερνούσε εξ ονόματος του κατακτητή. Εξάλλου, υπάρχουν βάσιμες ιστορικές ενδείξεις ότι οι δοσιλογικές ενέργειες του στρατηγού Τσολάκογλου συνάντησαν την επιδοκιμασία του συνόλου της ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών της εποχής, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι αστοί πολιτικοί δίσταζαν να αναλάβουν πολιτικά αξιώματα υπό την σκιά της γερμανικής επικυριαρχίας, προφανώς αναλογιζόμενοι τον αντίκτυπο που θα είχε κάτι τέτοιο στις προοπτικές για την καριέρα τους ως πολιτικών στην μελλοντική, απελευθερωμένη Ελλάδα.[iv]

Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι ένα μεγάλο τμήμα του αστικού μπλοκ εξουσίας του ελλαδικού χώρου, χωρίς απαραίτητα να συμμερίζεται την ιδεολογία και τις πολιτικές αρχές του εθνικοσοσιαλισμού, έβλεπε στους ναζιστές ανθρώπους με τους οποίους τους ένωνε μια πνευματική συγγένεια και με τους οποίους ήταν δυνατό να συνεννοηθούν και να συνάψούν μια αμοιβαία επωφελή σχέση λειτουργικής συνεργασίας. Από αυτή την άποψη, ο ναζιστικός στρατός κατοχής θα μπορούσε να αποτελέσει έναν φυσικό σύμμαχο στην προσπάθεια των ελίτ να διατηρήσουν τα προνόμια και τις δομές ανισοκατανομής της δύναμης που απέρρεαν από τη θεσμοποιημένη κοινωνική ιεραρχία και ουδόλως τους απασχολούσε υπό αυτή την έννοια η «ανυπέρβλητη», υπαρξιακή εθνική αντίθεση, ή η πάλη ζωής ή θανάτου ανάμεσα σε δύο εμπόλεμους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς.[v] Ένα ακόμη παράδειγμα είναι η συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας, τα οποία μπορούμε να ερμηνεύσουμε ως την πρώτη, από-τα-πάνω απόπειρα για την μαζική κινητοποίηση της τάξης των μπουρζουάδων ενάντια στην πληβειακή εξέγερση που ενσάρκωνε το αντιστασιακό κίνημα του ΕΑΜ, σε αγαστή σύμπνοια με τις ναζιστικές κατοχικές αρχές.[vi] Είναι χαρακτηριστικό ότι η μέθοδος στρατολόγησης που επέλεξε η κατοχική κυβέρνηση του Ράλλη προκειμένου να συγκεντρώσει τους άνδρες για την στελέχωση των ταγμάτων, και η οποία έλαβε την έγκριση του γερμανικού επιτελείου, ήταν μέσω της αποστολής ατομικών προσκλήσεων προς τους γόνους των εύπορων οικογενειών των Αθηνών, επιχειρώντας με αυτόν τον τρόπο να διασφαλίσει την ταξική συνοχή και την ενότητα σε επίπεδο συντηρητικών αρχών και αξιών των ένοπλων αντεπαναστατικών σχηματισμών. Έγραψε ο Ράλλης στα απομνημονεύματα του: «Η συγκρότησις των Ταγμάτων εβασίσθη αρχικώς επί της εθελουσίας κατατάξεως. Επειδή όμως παρετηρήθη ότι δι’ αυτής επέτυχον να διεισδύσουν στοιχεία επικίνδυνα και τινες κομμουνισταί (κατ’εντολήν των αρχηγών των) ηθελήσαμεν να εφαρμόσωμεν το σύστημα των ατομικών προσκλήσεων […] Ίσως σήμερον να δικαιολογούν την επιμονήν μου και την αξίωσιν ήν είχον όπως οι εύποροι, ως απολάβοντες και μεγαλυτέρων αγαθών, σπεύσουν προς τας επάλξεις όχι δια να διατηρήσουν τας περιουσίας των, αλλά δια να σώσουν την Ελλάδα».[vii]

Μια παρόμοια σύγκλιση και συγκέντρωση των ταξικών δυνάμεων της ετερονομίας γύρω από τον στρατό της Βέρμαχτ, έλαβε χώρα στις περισσότερες από τις χώρες όπου οι ναζιστές εγκατέστησαν κατοχική διοίκηση. Ούτε μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι η αντιδραστική αυτή συσπείρωση προέκυψε ως προϊόν πολιτικών εξαναγκασμού από την πλευρά των γερμανικών κατοχικών αρχών. Η τελευταία διαπίστωση μπορεί να μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε και την εκ πρώτης όψεως παράδοξη και ακατανόητη μεταστροφή που υπέστησαν οι γάλλοι υπερεθνικιστές του μεσοπολέμου, μπροστά στο απειλητικό φαινόμενο της αλματώδους ανόδου μιας φιλοπόλεμης και επιθετικά εθνικιστικής δικτατορίας στα εδάφη του προαιώνιου εχθρού της Γαλλίας, δηλαδή της χιτλερικής Γερμανίας. Πράγματι, έπειτα από την επικράτηση του Λαϊκού Μετώπου στις εθνικές εκλογές του 1934 και την διαφαινόμενη απειλή που ενσάρκωνε η άνοδος των σοσιαλιστών στην εξουσία, ο αρχηγός των υπερεθνικιστικών κύκλων Σαρλ Μωρράς, λησμόνησε πολύ γρήγορα το αντιγερμανικό μένος που μέχρι εκείνη την στιγμή αποτελούσε την κινητήρια δύναμη πίσω από τα γραπτά του και προέτρεψε τους οπαδούς του να προστρέξουν πρόθυμα στην αγκαλιά του νέου φυσικού τους συμμάχου, του δυναμικού ηγέτη που το άστρο του είχε αρχίσει να ανατέλλει βορειοανατολικά του Ρήνου.[viii] Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι σε αυτήν την γλοιώδη προσκόλληση των Γάλλων υπερεθνικιστών στον Χίτλερ, διαφαίνεται εναργέστατα η πραγματική φύση του εθνικιστικού ιδεολογήματος, όχι ως ενός υπερταξικού προτάγματος που διαφυλάσσει την ελευθερία και το «συλλογικό συμφέρον» ενός ολόκληρου λαού, αλλά ως πολιτικό κίνημα που σαν στόχο έχει να εγγυηθεί την αναπαραγωγή της ταξικής ηγεμονίας συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων από τις οποίες και υποστηρίζεται.

Εξάλλου, ο εκτοπισμός της κατά τα άλλα «πρωταρχικής» εθνικής αντίθεσης και η υποβάθμιση της σε σχέση με τις ανάγκες διεξαγωγής της Κοινωνικής Πάλης ανάμεσα στις τάξεις, υπήρξε καθολική τόσο στην περίπτωση του γερμανικού προτεκτοράτου του Βισύ, όσο και στην συμμετοχή μη-Γερμανών εθελοντών στις ειδικές, διεθνείς ταξιαρχίες των SS που αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή της ναζιστικής επιδρομής κατά της ΕΣΣΔ.[ix] Η δημιουργία μάχιμων μονάδων από μη-γέρμανους που στη συνέχεια εντάχτηκαν στις επίσημες στρατιωτικές δομές της Βέρμαχτ, αποτέλεσε ένα ακόμη τρόπο σύμφωνα με τον οποίο πήρε ενσώματη μορφή αυτή η ιδιότυπη ταξική αλληλεγγύη των ευρωπαίων (και όχι μόνο) πλουσίων. Τώρα, σε ότι αφορά το καθεστώς του Βισύ, η γαλλική υπερεθνικιστική δεξιά συγκρότησε σε εκείνο το τμήμα της γαλλικής επικράτειας που της αναλογούσε και υπό την εποπτεία των Γερμανών κατακτητών, ένα προνεωτερικό καθεστώς ίδιο με εκείνο που επιθυμούσαν οι εξτρεμιστές οπαδοί του ριζοσπαστικού συντηρητισμού ακόμη και πριν από τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο πρόγραμμα, την πολιτειακή δομή και την ιδεολογία του κράτους του Βισύ, γίνεται φανερό ότι εκείνο που ενώνει και συνεγείρει τους σκληροπυρηνικούς εθνικιστές δεν είναι η επιθυμία να υπερασπίσουν την ελευθερία και την ευημερία του λαού συνολικά, αλλά μια φανατική προσκόλληση σε έναν ενδεδειγμένο, κατά την άποψη τους, τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, που εκχωρεί απόλυτη κυριαρχία στις άρχουσες τάξεις και αναπαράγει στο διηνεκές τα θεσμοποιημένα προνόμια τους.[x] Ότι η επικράτηση των ετερόνομων αρχών κοινωνικής οργάνωσης εξασφαλίστηκε με τη συνδρομή και των ξένων όπλων, αυτό ουδόλως ενόχλησε τους οπαδούς της παραδοσιοκρατίας.

Κάποιος θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί ότι υπάρχει μια δυσεπίλυτη αντίφαση στην ιδεολογική δομή ενός καθεστώτος το οποίο αφενός αυτοπροσδιοριζόταν ως η μοναδική ελπίδα του Γαλλικού έθνους για μια αναβίωση του μεγαλείου της πατρίδας, και αφετέρου ήταν υποχρεωμένο να αποδεχτεί άνευ όρων την σχέση υποτέλειας του προς τους Γερμανούς κατακτητές και την απόλυτη εξάρτηση της «εθνεγερτικής» εξουσίας του από την συνέχιση ή όχι της Γερμανικής στρατιωτικής κατοχής. Με μια προσεκτικότερη όμως ματιά, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι η αντίφαση είναι μόνο επιφανειακή. Η νευραλγική θέση που καταλαμβάνουν οι ιεραρχικές δομές στην πολιτική θεωρία της ετερονομίας, οφείλεται στο γεγονός ότι μέσω της ανισοκατανομής δύναμης που συνεπάγεται η ιεραρχία κατοχυρώνεται τόσο η απόλυτη κυριαρχία εκείνων των φορέων που βρίσκονται σε θέση ισχύος και «δικαιωματικά» εξουσιάζουν, όσο και η υποτελής θέση των «κατώτερων μορφών ζωής» των οποίων η προδιαγεγραμμένη αποστολή σε αυτή την ζωή είναι να υπακούν και να εκτελούν με ευσυνειδησία τα καθήκοντα και τους κοινωνικούς ρόλους που τους αναθέτουν οι ελίτ. Η έννοια της εκπλήρωσης του καθήκοντος και της μεμψίμοιρης επίγνωσης της θέσης του καθενός στην «φυσική» τάξη πραγμάτων έχει εξίσου μεγάλη σημασία στο σύστημα αξιών της ετερόνομου φαντασιακού, όσο και η έννοια του δικαιωματικού προνομίου που έχει ο ηγεμόνας να εξουσιάζει, να διατάζει και να «ηγείται». Σε αυτό το πλαίσιο, εξουσία και υπακοή αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ισορροπημένη διευθέτηση των κοινωνικών σχέσεων. Και μιας και η «δικαιωματική» κατάληψη της εξουσίας περνά μέσα από την πολεμική κατάκτηση και την επικράτηση στα πεδία των μαχών, δεν αποτελούσε αντίφαση για τον στρατάρχη Πεταίν να θέσει τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους της ηττημένης Γαλλίας στην διάθεση του θριαμβευτή Γερμανού επικυρίαρχου, ο οποίος είχε αποδείξει την «αξιοσύνη» του και είχε κερδίσει το δικαίωμα του να κυβερνά τους Γάλλους προελαύνοντας κεραυνοβόλα και ισοπεδώνοντας μέσα σε λίγες μέρες τον Γαλλικό στρατό.

Στο κάτω, κάτω, αν κάποιος μπορούσε να φέρει σε πέρας το ύψιστο καθήκον της προστασίας του ευρωπαϊκού πολιτισμού (όπως τον αντιλαμβάνονταν οι συντηρητικοί) και να εξασφαλίσει τον θρίαμβο της παραδοσιακής τάξης πραγμάτων κόντρα στην επέλαση του «ασιατικού» κινδύνου που αντιπροσώπευαν οι μπολσεβίκοι,[xi] αυτός ήταν σίγουρα ο ευγενής Τεύτωνας αρχηγός και η ρωμαλέα πολεμική μηχανή που είχε υπό τις διαταγές του. Η αναβίωση του μεγαλείου της Γαλλίας θα προερχόταν λοιπόν μέσα από την ενσωμάτωση της χώρας στο χιλιόχρονο Γερμανικό Ράιχ, ως μια από τις πιο επιφανείς επαρχίες της νέας εθνικοσοσιαλιστικής ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας. Μήπως το επίσημο τελετουργικό της στέψης των Γάλλων βασιλέων δεν περιλάμβανε την επάλειψη του υποψήφιου μονάρχη με το καθαγιασμένο έλαιο του βασιλιά Χλωδοβίκου, του πρώτου της Φράγκικης δυναστείας των Μεροβίγγειων, που βασίλεψαν κατά τους ύστερους μεσαιωνικούς χρόνους και ως γνωστόν δεν ήταν Γαλατικής, αλλά Γερμανικής καταγωγής; Η Γαλλία λοιπόν θα έπαιρνε την θέση που της άρμοζε στο πλευρό του Γερμανού επικυρίαρχου, θα επέστρεφε στις ιστορικές ρίζες της και θα επιτελούσε με ταπεινότητα και ευσυνειδησία τα καθήκοντα που θα της αναλογούσαν στην νέα Γερμανική χιλιετία.

Τέλος, αφθονούν εκείνα τα ιστορικά παραδείγματα όπου την κρίσιμη στιγμή οι εξουσιαστικές ελίτ αποφάσισαν να βάλουν κατά μέρος τις πολιτικές και τις εθνικές διαφορές τους, και να ενώσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να διασώσουν στην ολότητα της την μορφή κοινωνικής οργάνωσης που εγγυάται την προστασία του σημαντικότερου για την ομαλή αναπαραγωγή του συστήματος στοιχείου, της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Μπροστά στην μεγαλειώδη εξέγερση του Παρισινού προλεταριάτου και αντιμέτωποι με την απειλή της ανακήρυξης μιας εχθρικής, επαναστατικής εργατικής δημοκρατίας, οι Πρώσοι αξιωματικοί δεν άργησαν να έρθουν σε συνεννόηση με την έκπτωτη κυβέρνηση του αστού «δημοκράτη» Θιέρσου. Επέστρεψαν στον ηττημένο και ταπεινωμένο γαλλικό στρατό τα ντουφέκια και τα κανόνια του που είχαν κατασχεθεί, υπό τον όρο ότι οι Γάλλοι στρατιώτες θα τα χρησιμοποιούσαν για να καταστείλουν δια της βίας τους ρακένδυτους προλετάριους της πρωτεύουσας και για να αποκαταστήσουν την κυριαρχία των Γάλλων μπουρζουάδων που είχε προσωρινά ανατραπεί.[xii] Από την άλλη, πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την στάση του ανώτατου διοικητή των ένοπλων δυνάμεων της τσαρικής Ρωσίας, στρατηγού Κορνίλοφ, ο οποίος δεν δίστασε να παραδώσει χωρίς μάχη την πόλη της Ρίγας στα χέρια των Γερμανών, για να διατάξει έπειτα τα ξεκούραστα στρατεύματα του να βαδίσουν ενάντια στην Αγία Πετρούπολη και να καταπνίξουν στη γέννηση της την κοινωνική επανάσταση που σιγόβραζε στα μετόπισθεν.[xiii] Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η «πρωταρχική εθνική αντίθεση» και η σύγκρουση με όρους αντιμαχόμενων εθνικών μονάδων, παραμερίστηκε βίαια από τις εξουσιαστικές σχέσεις και τους συσχετισμούς δύναμης που καθορίζουν το πλαίσιο και το περιεχόμενο του δομικού ανταγωνισμού ανάμεσα στις αντιμαχόμενες κοινωνικές ομάδες. Στη θέση του εμπόλεμου Ελληνικού, Γαλλικού ή Ρωσικού έθνους, ξεπρόβαλλε πίσω από τα λάβαρα της προλεταριακής εξέγερσης η σύγκρουση που αποτελεί την πραγματική κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Η Κοινωνική Πάλη ανάμεσα στο «έθνος» των φτωχών και το «έθνος» των πλουσίων.

[i] Β. Καλογρηάς, Η Κατοχική Κυβέρνηση Γεωργίου Τσολάκογλου , Ιστορικά Θέματα, Τεύχος 552, Ιούνιος 2014

[ii] http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%9B%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%85_1942 και Ελληνικές Κυβερνήσεις κατά τη Δεκαετία 1940-1950, http://emfilios.blogspot.gr/2011/06/1940-1950_17.html.

[iii] «Το αδιαμφισβήτητο γεγονός της κατ’ άτομο διαφοράς και ποικιλίας (δηλαδή, της ανισότητας) γίνεται εμφανές από τον μακρύ κατάλογο της ανθρώπινης εμπειρίας. Από εκεί προκύπτει και η γενική συμφωνία γύρω από την απάνθρωπη φύση ενός κόσμου όπου θα επικρατεί καταναγκαστική ομοιομορφία. Κοινωνικά και οικονομικά, αυτή η ποικιλία εκδηλώνεται στον οικουμενικό καταμερισμό της εργασίας, και στον «Σιδηρούν Νόμο της Ολιγαρχίας» – την άποψη σύμφωνα με την οποία, σε κάθε οργάνωση ή δραστηριότητα, κάποιοι λίγοι (συνήθως οι πιο ικανοί και / ή αυτοί που ενδιαφέρονται περισσότερο) θα αναλάβουν τον ρόλο του ηγέτη, ενώ η μεγάλη μάζα των μελών θα πυκνώσουν τις γραμμές όσων ακολουθούν. Και στις δυο περιπτώσεις, το ίδιο φαινόμενο βρίσκεται σε λειτουργία – η εξαιρετική επιτυχία ή η ηγετική θέση σε οποιαδήποτε δραστηριότητα επιτυγχάνεται από αυτούς που ο Τζέφερσον αποκαλούσε “φυσική αριστοκρατία” – από αυτούς δηλαδή που τους ταιριάζει καλύτερα και περισσότερο η συγκεκριμένη δραστηριότητα». Στο M. N. Rothbard, Egalitarianism as a Revolt against Nature, http://www.lewrockwell.com/2014/12/murray-n-rothbard/the-menace-of-egalitarianism/.

[iv] Όπως παρατηρεί ο Καλογρηάς, ήταν γενικά αποδεκτή μεταξύ των αστών επαγγελματιών πολιτικών, η αναγκαιότητα για τη σύσταση μιας κυβέρνησης «εθνικής ανάγκης». Στο Ιστορικά Θέματα, ως άνω.

[v] «Πραγματικά, από τον Απρίλη κι ύστερα, άνθρωποι όπως ο στρατηγός Πάγκαλος, ο Στυλιανός Γονατάς, κλπ. εξελίσσονται μέσα στον μανιακό αντικομμουνισμό τους, ως την ανοιχτή σύμπραξη με την Κυβέρνηση κουίσλινγκ και με τον κατακτητή. Μεμιάς, θεωρούν πως η Αντίσταση, όλη η Αντίσταση, ακόμη και του Ζέρβα και των ανθρώπων του, αποτελεί “αντεθνική” πράξη. Η δολερή αυτή λογική κυριεύει παρόμοια κι ανθρώπους όπως οι συνταγματάρχες Παπαγεωργίου και Παπαθανασόπουλος, ο δικηγόρος Σταματόπουλος και μερικοί άλλοι, όλοι μέλη της ΚΕ του ΕΔΕΣ της Αθήνας». Στο Α. Κέδρος, Η Ελληνική Αντίσταση 1940-44 (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία) σελ. 304.

[vi] «Σε αναφορά του προς το Γενικό Επιτελείο των SS, στις 2 Νοεμβρίου 1944, εκτιμά ότι τα μεν εθελοντικά τάγματα «ήταν πολύτιμες βοηθητικές μονάδες στην ενεργή καταπολέμηση των συμμοριών» από τη Βέρμαχτ, τα δε ευζωνικά τμήματα «πολέμησαν τον Κομμουνισμό και τις συμμορίες του ΕΛΑΣ με αξιοσημείωτη επιτυχία». Την εκτίμησή του θα συμμεριστεί, στην υπηρεσιακή του απάντηση, στις 10 Νοεμβρίου 1944, και ο αρχηγός των SS, Χάινριχ Χίμλερ: «Σας εκφράζω τα συγχαρητήριά μου, επειδή κατορθώσατε να οργανώσετε τα υγιή και νομοταγή στοιχεία του Ελληνικού λαού στα τμήματα των Ελλήνων εθελοντών καθώς και των Ευζώνων, και να τα οδηγήσετε -σε αγαστή συνεργασία με τα δικά μας γερμανικά τμήματα- στον αγώνα κατά των μπολσεβίκων συνωμοτών μέχρι την τελευταία μέρα»». Στο Τάγματα Ασφαλείας και Ένοπλες Ομάδες –Μέρος 1ο, http://thehistoryofgreece.blogspot.gr/2014/05/1.html.

[vii] Στο ίδιο.

[viii] R. Weiss, Συντηρητισμός και Ριζοσπαστική Δεξιά (Εκδόσεις Θύραθεν) σελ. 184.

[ix] L. Degrelle, The Campaign in Russia, https://archive.org/details/Campaign-in-Russia-Leon-Degrelle.

[x] «Ο Πεταίν κατάργησε τους δημοκρατικούς θεσμούς και ήθελε να τους αντικαταστήσει με συντεχνιακές ομάδες, οι οποίες θα αντιπροσώπευαν τις διάφορες περιοχές της χώρας και τα κάθε λογής επαγγέλματα. Αυτές θα είχαν συμβουλευτικό ρόλο απέναντι στον αρχηγό του κράτους, ο οποίος πάντως θα διατηρούσε την υπέρτατη εξουσία». Στο R. Weiss, σελ. 187.

[xi] C. Schmitt, Πολιτική Θεολογία (Λεβιάθαν), σελ. 87-109.

[xii] Η προειδοποίηση που απηύθυναν οι «πατριώτες» στρατηγοί του γαλλικού στρατού στους εξεγερμένους προλετάριους του Παρισιού ήταν η ακόλουθη: «Ότι και να κάνετε, θα οδηγηθείτε στον χαμό! Αν συλληφθείτε με όπλα στα χέρια σας, η ποινή θα είναι θάνατος! Αν τα χρησιμοποιήσετε, θάνατος! Αν ικετέψετε για έλεος, θάνατος! Όπου κι αν στραφείτε, δεξιά, αριστερά, πίσω, εμπρός, πάνω, κάτω, θάνατος! Δεν είσαστε απλά εκτός νόμου, βρισκόσαστε έξω από την ανθρωπότητα. Ούτε η ηλικία, ούτε το φύλλο πρόκειται να σώσουν εσάς και τους δικούς σας. Θα πεθάνετε, αλλά πρώτα θα δοκιμάσετε την αγωνία να βλέπετε να πεθαίνουν οι γυναίκες σας, οι αδερφές σας, οι μητέρες σας, οι γιοί και οι κόρες σας, ακόμα και τα μωρά σας που βρίσκονται στην κούνια! Μπροστά στα μάτια σας θα βγάλουμε τους τραυματίες από τα νοσοκομειακά και θα τους κομματιάσουμε με τις ξιφολόγχες μας ή θα τους με τον υποκόπανο των ντουφεκιών μας. Θα τον σούρουμε από το σπασμένο πόδι ή το χέρι του και θα τον πετάξουμε σαν σκουπίδι στον βούρκο. Θάνατος! Θάνατος! Θάνατος!».  Στο P. Kropotkin, The Paris Commune, https://www.marxists.org/reference/archive/kropotkin-peter/1880/paris-commune.htm.

[xiii] I. Deutscher, Stalin (Pelican), σελ. 163.

Advertisements

Έθνος και Τάξεις (Μέρος 1ο)

nation and class

«Όχι σύντροφοι… ο ρυθμός δεν πρέπει να επιβραδυνθεί! Αντίθετα, πρέπει να τον επισπεύσουμε όσο είναι μέσα στις δυνάμεις μας. Αυτό μας υπαγορεύουν οι υποχρεώσεις μας απέναντι στους εργάτες και τους αγρότες της Ε.Σ.Σ.Δ. Αυτό μας υπαγορεύουν οι υποχρεώσεις απέναντι στην εργατική τάξη ολόκληρου του κόσμου. Το να ανακόψουμε τον ρυθμό θα σήμαινε ότι μένουμε πίσω. Και αυτοί που μένουν πίσω βγαίνουν ηττημένοι. Δεν θέλουμε να ηττηθούμε. Όχι, δεν θέλουμε. Η ιστορία της παλαιάς Ρωσίας… βρισκόταν αδιάκοπα νικημένη εξαιτίας της καθυστέρησης της. Ηττήθηκε από τους Μογγόλους Χάνους, ηττήθηκε από τους Τούρκους μπέηδες, ηττήθηκε από τους Σουηδούς φεουδάρχες, ηττήθηκε από τους Πολωνο-Λιθουανούς Πάνες, ηττήθηκε από τους Αγγλο-Γάλλους καπιταλιστές, ηττήθηκε από τους Γιαπωνέζους βαρόνους, ηττήθηκε από όλους – εξαιτίας της καθυστέρησης της. Εξαιτίας της στρατιωτικής καθυστέρησης, της πολιτιστικής καθυστέρησης, της πολιτικής καθυστέρησης, της βιομηχανικής καθυστέρησης, της αγροτικής καθυστέρησης. Ηττήθηκε γιατί το να νικήσεις την Ρωσία απέφερε κέρδη στον νικητή χωρίς να επιφέρει τιμωρία. Θυμηθείτε τις λέξεις του προ-επαναστατικού ποιητή: “Είσαι φτωχή και γεμάτη αφθονία, είσαι δυνατή και ανήμπορη, Μητέρα Ρωσία”.

Ιωσήφ Στάλιν, Ομιλία προς διευθυντικά στελέχη, 1931

Ο αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρόρτυ έχει γράψει ότι, «Η εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες ότι ο αυτοσεβασμός για τα άτομα […] όπως μια πολλή μικρή δόση αυτοσεβασμού παρεμποδίζει το άτομο να υψώσει το ηθικό του ανάστημα, έτσι και μια κουτσουρεμένη εθνική υπερηφάνεια καθιστά αδύνατη την ενεργητική και αποτελεσματική συζήτηση για την εθνική πολιτική. Τα αισθήματα που τρέφει κανείς για τη χώρα του – η βαθιά ντροπή ή η φλογερή υπερηφάνεια, που προκαλούνται από διαφορετικές στιγμές της ιστορίας της και από τις ποικίλες εθνικές πολιτικές του παρόντος – είναι απαραίτητα αν θέλουμε η δημόσια συζήτηση να είναι εμπνευσμένη και παραγωγική. Αυτή η συζήτηση όμως πιθανόν να μην διεξαχθεί παρά μόνον όταν η υπερηφάνεια υπερισχύσει της ντροπής».[i] Καταλαβαίνει κανείς από το παραπάνω απόσπασμα ότι η εθνική ιστοριογραφία είναι ένας κλάδος της ακαδημαϊκής παραγωγής που πιο πολύ οφείλει να ευθυγραμμίζεται με τους κανόνες της θεολογίας στον τρόπο που επεξεργάζεται την θεματολογία της, παρά να προσεγγίζει το αντικείμενο της από την οπτική γωνία ενός ελεύθερου και, στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό, αδέσμευτου στοχασμού. Όταν βέβαια μιλάμε για «αδέσμευτο» στοχασμό δεν αναφερόμαστε στην αφ’ υψηλού «αντικειμενικότητα» που διεκδικεί ο αντιδραστικός αστικός φιλελευθερισμός για λογαριασμό των ακαδημαϊκών εκπροσώπων του. Στα ζητήματα των κοινωνικών επιστημών οι εκάστοτε θεωρητικές διατυπώσεις και τα συμπεράσματα που επικρατούν σε κάθε κλάδο της ακαδημαϊκής έρευνας, επικαθορίζονται από το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα του οποίου αποτελούν μέρος και αντανακλούν τη θέση που κατέχει το υποκείμενο στην ταξική διαστρωμάτωση της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, εκφράζοντας εξορισμού φαντασιακές σημασίες που συνδέονται με ταξικά προνόμια και συμφέροντα. Ωστόσο, η επιστημονική μεθοδολογία που συνίσταται στην διατύπωση λογικά συνεκτικών προτάσεων που ακολουθούν η μία από την άλλη και που, στην τελική μορφή τους ως συμπεράσματα, δεν έρχονται σε αντίθεση με τα δεδομένα των αισθήσεων, παραμένει αναλλοίωτη, παρόλο που στο σύνολο της τίθεται στην υπηρεσία αντικρουόμενων ταξικών θεωρήσεων, εκκινώντας κάθε φορά από διαφορετικές αφετηρίες. Εκκινώντας δηλαδή, είτε από την αποδοχή (ορθόδοξη κοινωνική θεωρία), είτε από την απόρριψη (ριζοσπαστική κοινωνική θεωρία) των βασικών εξουσιαστικών θεσμών της ετερονομίας (Κράτος, χρήμα, αγορά).

Αντίθετα, στο πεδίο της εθνικής ιστοριογραφίας είναι οι ίδιες οι βασικές αρχές της επιστημονικής έρευνας που αθετούνται και μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα, εκφράζοντας μια a priori ιδεολογική δέσμευση του υποκειμένου να φτάσει στα επιθυμητά αποτελέσματα. Όπως οι θεολόγοι επιστρατεύουν την λογική για να διατυπώσουν δευτερογενή επιχειρήματα που αποστολή τους είναι πάντοτε να ενισχύουν και ποτέ να μην θέτουν σε αμφισβήτηση την πρωταρχική αξιακή δέσμευση τους, την ύπαρξη του Θεού, έτσι και η καθεστωτική ιστοριογραφία αυτοπεριορίζει την εμβέλεια των ερευνητικών εργαλείων της και αρνείται να επιτρέψει στην μεθοδολογία της να την παρασύρει σε ιστορικά συμπεράσματα που θα είχαν σαν αποτέλεσμα την αναίρεση της ίδιας της έννοιας του έθνους-κράτους. Όπως γράφει ο Φωτόπουλος αναφορικά με το ζήτημα της χρήσης ορθολογικών μεθόδων στην θεολογία, «Ακόμη και τα θρησκευτικά συστήματα χρησιμοποιούν ενίοτε τον Λόγο για να αντλήσουν τις αλήθειες τους, αν και εντός αυστηρά καθορισμένων ορίων. Τα όρια αυτά θέτει η πίστη σε κάποιες κεντρικές ανορθολογικές αλήθειες. Με άλλα λόγια, ο Λόγος χρησιμοποιείται από τα θρησκευτικά συστήματα κυρίως για να δικαιολογήσει μη κεντρικές ή δευτερεύουσες πεποιθήσεις. Ο Θωμάς Ακινάτης, επί παραδείγματι, υπήρξε ορθολογιστής υπό την έννοια ότι πίστευε πως το μεγαλύτερο μέρος της εξ αποκαλύψεως αλήθειας μπορούσε να γίνει κατανοητό και να αποδειχθεί με τον Λόγο. Εν τούτοις, ο ίδιος υποστήριζε επίσης ότι ορισμένα δόγματα, τα οποία ήταν απροσπέλαστα από τον Λόγο, πρέπει να γίνουν αποδεκτά βάσει της πίστης και μόνο. Παρομοίως, οι ορθόδοξοι Ινδουϊστές, όχι μόνον προσδίδουν απόλυτο κύρος στις Βέδες, αλλά και υποστηρίζουν ότι ο ανθρώπινος Λόγος πλανάται κάθε φορά που, με βάση την εμπειρία των αισθήσεων, έρχεται σε σύγκρουση με τα ιερά κείμενα».[ii]

Από αυτή την άποψη, ότι δεν είναι «εθνικό», δεν είναι λογικό. Ακόμη και στην περίπτωση που η διαδικασία της ιστορικής κατασκευής μιας εθνικής κοινωνικής ολότητας είναι διάσπαρτη από θηριωδίες, πολεμικές συρράξεις και πράξεις ωμού καταναγκασμού σε βάρος των γειτονικών λαών, ο επαγγελματίας ιστορικός έχει χρέος να αποσιωπήσει ή να παραποιήσει τα ιστορικά δεδομένα, εν μέρει ή στην ολότητα τους, αν η μυθολογία της εθνικής οικοδόμησης πρόκειται να διατηρήσει τα ιδεολογικά θέλγητρα της. Η ιστορία του έθνους πρέπει πάντοτε να προσλαμβάνει τις φιλολογικές διαστάσεις μιας εποποιίας. Η συμμετοχή στην «εθνική κοινότητα» οφείλει να συνιστά μια ανεξάντλητη πηγή ευγενών αισθημάτων όπως η υπερηφάνεια και η αυτοεκτίμηση για όσους την απαρτίζουν. Αλήθεια, ποιος θα επιθυμούσε να κατέχει την ιδιότητα του μέλους σε ένα έθνος «ασήμαντο», που η Ιστορία το έχει προσπεράσει και που ουδεμία αξιοσημείωτη συνεισφορά έχει να επιδείξει στην εξέλιξη της ανθρωπότητας και στην πρόοδο του ανθρώπινου «πολιτισμού»;

Επιπλέον, ακόμη και όταν η εθνική ιστοριογραφία εξαναγκάζεται από τις περιστάσεις να καταπιαστεί με εγκλήματα που μπορεί να διαπράχθηκαν στο παρελθόν στο όνομα του ιδανικού της «οικοδόμησης του έθνους», όπως είναι η γενοκτονία των αυτοχθόνων αμερικανών από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ή η αναγνώριση της εκστρατείας εξόντωσης των Παλαιστινίων από την μετασιωνιστική ιστοριογραφία στο Ισραήλ, η άτυπη αυτή αναγνώριση εκλαμβάνεται ως βήμα προς την τελειοποίηση του έθνους ως ηθικού υποκειμένου. Με άλλα λόγια, όχι μόνο δεν αμφισβητεί τα βασικά ιδεολογικά χαρακτηριστικά και τους υλικούς ταξικούς διαχωρισμούς που συνεπάγεται το έθνος ως μονάδα κοινωνικής οργάνωσης, αλλά εντάσσεται σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο γραμμικής προόδου της φαντασιακής εθνικής «κοινότητας» προς ένα ανώτερο στάδιο πολιτισμικής εξέλιξης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που η ηθική «πρόοδος» και ο «εκδημοκρατισμός» στο επίπεδο του εθνικιστικού φαντασιακού δεν συνοδεύεται από την αλλαγή στις ιεραρχικές δομές και τις σχέσεις καταπίεσης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Στην καλύτερη περίπτωση, όταν οι αλλαγές στο ηγεμονικό φαντασιακό αντανακλούν μια πραγματική μετατόπιση στον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων, δεν έχουμε παρά μια αναπαραγωγή των ιεραρχικών δομών και σχέσεων σε μικρότερη κλίμακα στο εσωτερικό της κάθε κοινωνικής μονάδας, την ομαλή ένταξη δηλαδή της επί μέρους κοινωνικής ομάδας στις βασικές δομές του κοινωνικού συστήματος. Ένα τέτοιο παράδειγμα συνιστά η κοινωνική άνοδος των αμερικανών εβραίων στις ΗΠΑ από τον πόλεμο του 1967 και ύστερα.[iii] Από την άλλη, όταν η αλλαγή επέρχεται αποκλειστικά στη σφαίρα των υποκειμενικών συνθηκών, σπάνια επηρεάζεται η σχέση εξάρτησης και υποτέλειας που εκφράζεται με την καθολική υλική υποταγή της καταπιεσμένης κοινωνικής ομάδας. Για παράδειγμα, παρά την όψιμη «μεγαλοψυχία» που φαίνεται να επιδεικνύει η σύγχρονη αμερικάνικη ιστοριογραφία ως προς το ζήτημα της ιστορικής εξολόθρευσης των ερυθρόδερμων λαών από το αποικιακό καθεστώς των ΗΠΑ, οι λιγοστοί «ινδιάνικοι» πληθυσμοί που έχουν απομείνει συνεχίζουν να διαβιούν κάτω από άθλιες συνθήκες σε υποβαθμισμένους καταυλισμούς-γκέτο, μαστιζόμενοι από ενδημική φτώχεια, τριτοκοσμικές αρρώστιες, έλλειψη σε πόσιμο νερό και στοιχειώδεις υπηρεσίες υγιεινής, εκτεταμένη διάδοση των πιο σκληρών ναρκωτικών ουσιών, κλπ.[iv] Ωστόσο, ελάχιστοι από τους «διαπρεπείς» ιστορικούς του συστημικού κατεστημένου δείχνουν να ενδιαφέρονται για το μαρτύριο του ινδιάνικου λαού, ή να τους απασχολεί η πραγματοποίηση της σύνδεσης ανάμεσα στην ιστορική γενοκτονία του έθνους των ινδιάνων και την κατάσταση ταξικής πολιορκίας και συνολικού ετεροκαθορισμού στην οποία βρίσκονται οι πληθυσμοί των αυτοχθόνων αμερικανών του σήμερα.

Πράγματι, το έθνος οφείλει πάντα να διατηρεί τα εξωγενή χαρακτηριστικά ενός ηθικού υποκειμένου, μιας διαχρονικής κοινωνικής μονάδας ταγμένης στην υπηρεσία ενός υπερβατικού και υπεριστορικού ηθικού κανόνα. Έτσι, το Ουλάν-Μπάτορ, πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους της Μογγολίας που ιδρύθηκε ύστερα από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, είναι διάσπαρτο με ανδριάντες και αγάλματα του Μογγόλου στρατηλάτη Τζένγκις-Χαν. Η αιματοβαμμένη φιγούρα του επιδρομέα και άρπαγα Τεμουτζίν αποτέλεσε για τις ελίτ του μογγολικού κράτους το μοναδικό ιστορικό πρόσωπο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς γύρω από το οποίο θα μπορούσε να δομηθεί η νέα εθνική ταυτότητα. Κάθε εθνικό ιδεολογικό αφήγημα έχει ανάγκη από τον κεντρικό ήρωα του. Μπορεί κατά την εξάπλωση της η μογγολική αυτοκρατορία να δημιούργησε εκατόμβες νεκρών και ο Τεμουτζίν να ήταν υπεύθυνος για την εξολόθρευση του ενός πέμπτου του καταμετρημένου πληθυσμού της εποχής του, ωστόσο ο θρυλικός Χάνος ήταν εκείνος που ένωσε τις διασπασμένες τουρκο-μογγολικές φυλές, που τις απελευθέρωσε από την κηδεμονία των κινέζων αυτοκρατόρων και οδήγησε τους ξεχασμένους βαρβάρους πέρα από την ατέρμονη περιπλάνηση τους στην αφιλόξενη σιβηριανή στέπα και μπροστά από τα τείχη των μεγαλύτερων και πλουσιότερων πόλεων των «πολιτισμένων» εθνών της εποχής. Η δολοφονική μανία του Τεμουτζίν ήταν ο παράγοντας χάρη στον οποίο οι Μογγόλοι απέκτησαν τον δικό τους διακριτό ρόλο στο μεγάλο βιβλίο της ιστορίας του ανθρώπινου γένους. Φυσικά, στα πλαίσια του εθνικού ιδεολογήματος του μογγολικού έθνους-κράτους, ο κατά συρροή δολοφόνος μεταμορφώθηκε στην εξευγενισμένη φιγούρα ενός ρομαντικού πολεμιστή-βασιλιά που επιζητούσε να ελευθερώσει την ανθρωπότητα από τον ζυγό του ανθρώπινου «πολιτισμού» της εποχής του και να προσηλυτίσει τις αστικοποιημένες μάζες στις αρετές του νομαδικού τρόπου ζωής. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, «Πρέπει να αποψιλώσουμε όλες τις πόλεις, ώστε όλος ο κόσμος να ξαναγίνει μια απέραντη στέπα όπου Μογγόλες μητέρες θα γαλουχήσουν παιδιά ελεύθερα και χαρούμενα».[v] Οι πράξεις του μπορεί να ήταν ειδεχθείς και οι μέθοδοι του κτηνώδεις, τα κίνητρα του ωστόσο ήταν αγνά και ιδεαλιστικά.

[i] R. Rorty, Η Αριστερή Σκέψη στην Αμερική του 20ου Αιώνα (Πόλις), σελ. 9-10.

[ii] Φωτόπουλος, Θρησκεία, Αυτονομία, Δημοκρατία (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 82-3.

[iii] N. Finkelstein, Η Βιομηχανία του Ολοκαυτώματος (Εκδόσεις 21ου).

[iv] Ρ. Μηνς, «Η Γενοκτονία συνεχίζεται και όλοι σιωπούν», Άρδην¸ τεύχος 72, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2008.

[v] A. Maalouf, Οι Σταυροφορίες από τη Σκοπιά των Αράβων (Λιβάνη), σελ. 302.

Το μετέωρο βήμα της μπουρζουαζίας

man-walking-tightrope1

«Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μια εμβριθής ακαδημία, αποτελούμενη από τους πιο εξέχοντες εκπροσώπους της επιστήμης. Ας υποθέσουμε ότι αυτή η ακαδημία επιφορτίζεται με την οργάνωση και την νομοθεσία της κοινωνίας και, εμπνεόμενη από την πιο αγνή αγάπη για την αλήθεια, συντάσσει αποκλειστικά και μόνο νόμους που βρίσκονται σε αρμονία με τις τελυταίες ανακαλύψεις της επιστήμης. Από την μεριά μου, πιστεύω ότι μια τέτοια νομοθεσία και οργάνωση θα ήταν ένα τερατούργημα […] μια επιστημονική ακαδημία που θα κατέχει μια εξουσία που θα είναι, ας πούμε, απόλυτη, ακόμη κι αν απαρτίζεται από τους πιο επιφανείς ανθρώπους, γρήγορα και αναπόφευκτα θα έφτανε στο τέλος της, έπειτα από την ηθική και διανοητική κατάπτωση των μελών της».

 Μιχαήλ Μπακούνιν, «Τι Είναι η Εξουσία;»

 

Όταν ένα σύστημα εξουσίας βυθίζεται σε κατάσταση κρίσης, εκδηλώνεται πάντοτε ανάμεσα στις ελίτ και τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες η διάθεση για μια αναδρομή στις πυρηνικές φαντασιακές κοινωνικές σημασίες χάρη στις οποίες αναπαράγεται και δικαιολογείται η κυριαρχία τους. Φυσικά, οι συνθήκες κρίσης δημιουργούνται όταν η αναπαραγωγή των βασικών πολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών παραμέτρων του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος είναι πλέον αδύνατη, υπό το βάρος μιας αμετάκλητης αλλαγής των «αντικειμενικών» οικονομικών παραγόντων, μιας ενδεχόμενης ανατροπής του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις, ή της ρήξης με το ηγεμονικό πολιτισμικό παράδειγμα λόγω μιας αλλαγής που επέρχεται στις υποκειμενικές συνθήκες. Με άλλα λόγια, η κρίση ξεσπά όταν το ηγεμονικό φαντασιακό δεν αντιστοιχεί πια στους υλικούς όρους ύπαρξης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας και συνακόλουθα αδυνατεί να εκπληρώσει τον ρόλο του ως μηχανισμού παραγωγής πλήρως ενσωματωμένων και πειθαρχημένων κοινωνικών υποκειμένων.[i] Στην ιστορική φάση της νεοφιλελεύθερης μετεξέλιξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, η αναδιάρθρωση του κοινωνικού φαντασιακού δεν μπορεί παρά να συντελεστεί με όρους επιστροφής στις πρώτες αρχές της κοσμοθεωρίας της αστικής τάξης, μέσα από μια διαδικασία σταδιακού, αλλά αποφασιστικού, αποχωρισμού του μπουρζουάδικου αξιακού κώδικα από τις οργανικές προσμίξεις με αντιλήψεις και αξίες που έκφραζαν στοιχεία από το φαντασιακό εξαρτημένων στρωμάτων της κοινωνίας, τα οποία από την μία είχαν στην κατοχή τους μερίδιο από την κοινωνική εξουσία, πλην όμως τελούσαν υπό την συνολική επικυριαρχία της αστικής τάξης. Αυτή η διαδικασία ιδεολογικής αποκρυστάλλωσης ενισχύει και συμπληρώνει τις τρέχουσες διεργασίες υπερσυγκέντρωσης της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δύναμης στα χέρια μιας συμπαγούς τάξης νεομπουρζουάδων, η οποία οφείλει την ευημερία της στην ολοκληρωτική ενσωμάτωση της ελλαδικής κοινωνικής ολότητας στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και την εδραίωση της κυριαρχίας των κοσμοπολίτικων κεφαλαιοκρατικών ελίτ που την διαφεντεύουν.

Η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εθνικές εκλογές δεν φαίνεται να αποτελεί σοβαρή ένδειξη περί του αντιθέτου, αφού η αναδιάρθρωση του ελληνικού καπιταλιστικού μοντέλου δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και η κυβερνητική εκστρατεία ισοπέδωσης και σαλαμοποίησης ενός μεγάλου μέρους των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων έχει παράξει κοινωνικές αντιστάσεις που εκδηλώνονται τόσο με θεσμικές, όσο και με εξωθεσμικές μεθόδους.  Κάθε ταξικό μπλοκ εξουσίας που δεν επιθυμεί να κυβερνά μόνο με την ωμή βία, έχει ανάγκη από δυνάμεις στο αντίπαλο κοινωνικό στρατόπεδο με τις οποίες να συνεργάζεται, ταξικούς δοσίλογους πρόθυμους να μεσολαβήσουν προκειμένου να εξασφαλιστεί η κοινωνική ειρήνη ανάμεσα στις ελίτ και τα ιεραρχικά ανώτερα στρώματα της κοινωνίας από την μία, και τις μάζες των φτωχών, των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευόμενων από την άλλη. Αυτό που δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής πολλών συντρόφων που μπορεί ενδόμυχα να επιχαίρουν για την εκλογική ταπείνωση που υπέστη η συστημική ακροδεξιά του Σαμαρά, είναι ότι οδηγούμαστε σιγά, σιγά προς μια ανασυγκρότηση του δικομματικού κατεστημένου γύρω από το δίπολο ΣΥΡΙΖΑ-Νέας Δημοκρατίας.[ii] Μιας και ο ΣΥΡΙΖΑ ουδόλως αμφισβητεί το θεσμικό πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, αυτή είναι μια εξέλιξη που αναμφίβολα θα πρέπει να γεμίζει με χαρά και ανακούφιση τους μπουρζουάδες, παρά την ενστικτώδικη αποστροφή που μπορεί να τρέφουν ενάντια στην πολιτική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ για επίδειξη αλληλεγγύης ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Φαίνεται πως οι αστοί αποφάσισαν να λάβουν σοβαρά υπόψη τις προτροπές ενός από τους «ήρωες» τους, του «διαπρεπούς» έλληνα του εξωτερικού, μεγαλοδικηγόρου και διορισμένου συμβούλου του βρετανικού στέμματος, Β. Μαρκεζίνη, ο οποίος πρόσφατα έγραψε, «…αν μια μεγάλη απογοήτευση από μια κυβέρνηση τη διαδεχθεί μια ακόμη γενική απογοήτευση για μια επόμενη κυβέρνηση, θα ήταν σοβαρότατες οι αναταραχές που θα ξεσπούσαν σε μια κοινωνία που θα είχε ξεγελαστεί, εξαπατηθεί, ή τουλάχιστον, απογοητευθεί δύο φορές. Η δριμύτητα των πιθανών συνεπειών αυτών των διαδοχικών απογοητεύσεων είναι ο παράγοντας που καθιστά επιτακτική την ανάγκη – χωρίς, δυστυχώς, να εγγυάται και την βεβαιότητα – να λάβουν οριστικό τέλος οι αλλεπάλληλες κρίσεις, εάν δεν θέλουμε τα συσσωρευμένα προβλήματα να αναζητήσουν τη λύση τους στους δρόμους».[iii]

Ας μην ξεχνάμε τους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς με τους οποίους έχουν αναφερθεί κατά καιρούς στο διεφθαρμένο και αναξιόπιστο μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα οι συστημικές φυλλάδες που υπηρετούν τα συμφέροντα των ντόπιων και ξένων ελίτ, την αγανάκτηση που εξέφρασαν για την καταστροφή που προκάλεσαν οι πελατειακές πρακτικές της κομματοκρατίας, μέχρι του σημείου οι εξουσιαστικοί θεσμοί να διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο στην περίοδο που διανύουμε για την αποσταθεροποίηση και κατάρρευση τους. Φυσικά, η ιερή αγανάκτηση των νεομπουρζουάδων «εκσυγχρονιστών» δεν έφτασε μέχρι την αποκήρυξη των δομικών σχέσεων αλληλεξάρτησης που υπάρχουν ανάμεσα στους έλληνες κλεπτοκράτες μεγαλοκαπιταλιστές και την πολιτική ελίτ της χώρας, η οποία ανέκαθεν χρησιμοποιούσε το Κράτος σαν ιμάντα μεταβίβασης του κοινωνικού πλούτου προς την οικονομική αριστοκρατία. Ούτε βέβαια υπήρξε η παραμικρή αντίδραση ή κατακραυγή από μέρους των οργανικών διανοουμένων της νεοαστικής τάξης, όταν η υπερεθνική ελίτ ανέλαβε μέσω των τεχνοκρατών της Τρόικας (ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ) να αναμορφώσει κατά τις επιθυμίες της το μοντέλο του ελληνικού καπιταλισμού, παρέχοντας αφειδώς την τεχνογνωσία της πάνω στο ζήτημα της ακόμη πιο δραματικής διόγκωσης των κοινωνικών ανισοτήτων, συνεργαζόμενη παρολαυτά χωρίς κανέναν ενδοιασμό με την ίδια κλίκα επαγγελματιών πολιτικών που φέρουν βαρύτατες εγκληματικές ευθύνες για την ιστορική πορεία μιας ολόκληρης κοινωνίας προς την διάλυση, την λεηλασία και την καταστροφή.

Γίνεται αντιληπτό ότι όσους τόνους προπαγάνδας κι αν εξαπολύσουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του συστήματος, είναι πολύ δύσκολο οι πολιτικές μαφίες και τα λαμόγια του χθες, να μετατραπούν αίφνης στους εθνοσωτήρες του σήμερα. Αντίθετα, η λύση στο ζήτημα της ανανέωσης της πολιτικής φρουράς που θα λειτουργήσει ως εναλλακτικός πόλος και συνακόλουθα ως θεσμικός εγγυητής των ετερόνομων δομών του συστήματος, έπρεπε να έλθει από την «άφθαρτη» Αριστερά. Από αυτή την άποψη, ο Τσίπρας είναι ο νεαρός ιππότης που καταφτάνει πάνω σε λευκό (ή ροζ) άλογο προκειμένου να γλιτώσει την μπουρζουαζία από την ανασφάλεια και τους δαίμονες που την καταδιώκουν. Από τα παραπάνω βέβαια δεν συνάγεται ότι στις εκλογές που μόλις τελείωσαν δεν υπήρχαν διακυβεύματα. Για να διεκπεραιώσει με επιτυχία τον ρόλο του ως διαμεσολαβητή, ή μάλλον ως τοποτηρητή των συμφερόντων και των επιθυμιών των ελίτ σε βάρος των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υποχρεωμένος να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα κρατικής φιλανθρωπίας προκειμένου να ανακουφίσει την πίεση που δέχεται η προλεταριακή υποτάξη, η οποία έχει πληγεί ανεπανόρθωτα από τα μέτρα της συστημικής αναδιάρθρωσης της τελευταίας πενταετίας και πλέον βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα της πείνας.[iv] Η παροχή ρεύματος στους άπορους, τα κουπόνια σίτισης, η επιδότηση στέγης για άστεγους, η επιστροφή της 13ης σύνταξης για χαμηλοσυνταξιούχους κάτω από 700€, η κάρτα μετακίνησης για άπορους, η κατάργηση της εξίσωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης και κίνησης, είναι μέτρα που συμβαδίζουν με ένα σκεπτικό καταπολέμησης της εκτεταμένης ανθρωπιστικής κρίσης που έχει προκαλέσει η νεοφιλελεύθερη λιτότητα στον ελλαδικό χώρο. Δεν ισοδυναμούν ωστόσο με μέτρα αποκατάστασης, ή μάλλον δημιουργίας από την αρχή, του κράτους πρόνοιας.

Άλλωστε, στον βαθμό που ο κοινωνικός κανιβαλισμός έλαβε διαστάσεις επιδημίας και αποτέλεσε το επίσημο δόγμα της απερχόμενης ακροδεξιάς διακυβέρνησης, δεν θα είναι δύσκολο για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να παρουσιάσει ως «σοσιαλισμό» ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει τις μίνιμουμ προϋποθέσεις για την διατήρηση της συνοχής του κοινωνικού ιστού υπό συνθήκες του πιο βάρβαρου καπιταλισμού της αγοράς. Από την άλλη, δεν αποκλείεται οι μαθητευόμενοι μάγοι της αριστερής διακυβέρνησης να επιχειρήσουν την επαναφορά των προνομίων ή την βελτίωση των υλικών όρων διαβίωσης ενός τμήματος της βάσης των ψηφοφόρων τους, ειδικά εκείνης της κρατικοδίαιτης μερίδας που διαθέτει ισχυρή συντεχνιακή εκπροσώπηση στις επίσημες δομές του συνδικαλισμού και πιέζει μέσω της πρόσβασης που έχει αποκτήσει στα κομματικά όργανα για μια αναθεώρηση των αντεργατικών ρυθμίσεων της μνημονιακής περιόδου, καθώς και την ικανοποίηση των απαιτήσεων κάποιων τμημάτων της μικροαστικής τάξης.

Όπως και να’ χει, η αλληλεγγύη ανάμεσα στις τάξεις που συνιστούσε την βασική θέση του κεντρικού προεκλογικού μηνύματος του ΣΥΡΙΖΑ, παίρνει ως δεδομένη την ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας και την αναπαραγωγή των ιεραρχικών κοινωνικών σχέσεων. Η αξία αυτής της παρατήρησης δεν έγκειται φυσικά στο γεγονός ότι τάχα αποδεικνύει πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι «επαναστατικό» κόμμα. Άλλωστε, η ίδια η έννοια του επαναστατικού κόμματος διέπεται κατά την άποψη μας από αξεπέραστες λογικές αντιφάσεις στο εσωτερικό της. Αυτό που νομίζουμε ότι καταδεικνύει είναι τα εγγενή όρια της ρεφορμιστικής πολιτικής που θα κληθεί να υπηρετήσει η αριστερή διακυβέρνηση και το νόημα που αποδίδει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στην λέξη «αλληλεγγύη», με την από-τα-πάνω, επιλεκτική απονομή «αλληλεγγύης» (εργασιακά δικαιώματα, υλικές απολαβές) σε ομάδες συμφερόντων που προορίζονται να λειτουργήσουν σαν προγεφυρώματα του νεοφιλελεύθερου εξουσιαστικού μπλοκ στο στρατόπεδο των μη-προνομιούχων. Αυτού του είδους ο «σοσιαλισμός» δεν διαφέρει επί της ουσίας σε τίποτα από τον ζωώδη καπιταλισμό του ΔΝΤ, υποχρεώνοντας τις κοινωνικές ομάδες να ανταγωνίζονται μέχρι θανάτου για τα ψίχουλα που περισσεύουν κάθε φορά από τον ισοσκελισμένο κρατικό προϋπολογισμό, σε μια περίοδο όπου το Κράτος δεν έχει χρήματα για να διαθέσει προκειμένου να συντηρήσει την εκλογική του πελατεία.[v]

Σε κάθε περίπτωση, μια γενικευμένη άνοδος του βιοτικού επιπέδου, καθώς και η ανασύσταση μιας αυτοδύναμης παραγωγικής υποδομής, είναι δύο ενδεχόμενα που είναι εντελώς αδιανόητα μέσα στο πλαίσιο της ρεφορμιστικής πολιτικής που ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, είναι πιο πιθανή η σταδιακή μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ προς μια σοσιαλφιλελεύθερη γραμμή, μιας και οι παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές εξαγγελίες που εκφράζουν μεγάλο μέρος από τις ανάγκες και τις – συντηρητικές – επιθυμίες των υποτελών ομάδων που έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, είναι σχεδόν αδύνατο να εκπληρωθούν μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς όπως αυτό κωδικοποιείται στις συμβατικές συνθήκες και τους όρους ένταξης των κρατών-μελών της ΕΕ. Ήδη οι ελίτ της Κομισιόν, του ΔΝΤ και οι γερμανοί αξιωματούχοι απέκρουσαν με σκληρές δηλώσεις τους κάθε σκέψη για αναδιαπραγμάτευση ή κούρεμα του ελληνικού δημόσιου χρέους και ζήτησαν επιτακτικά από την νέα κυβέρνηση την υλοποίηση των προηγούμενων «συμφωνιών».[vi] Αναμφίβολα, η διαδικασία ιδεολογικής μετάλλαξης του κόμματος δεν θα είναι ευθύγραμμη και απαλλαγμένη από εσωτερικές συγκρούσεις που μπορεί να οδηγήσουν το νεοσύστατο εξουσιαστικό μόρφωμα ακόμη και στη διάλυση. Από την άλλη, αν ο ΣΥΡΙΖΑ φιλοδοξεί να ανταποκριθεί στην πολιτική ταυτότητα του ως πόλου έλξης των προσδοκιών των καταρρακωμένων λαϊκών στρωμάτων, πιθανότατα θα εξαναγκαστεί από τις άκαμπτες αναγκαιότητες μιας φιλολαϊκής οικονομικής πολιτικής να έρθει σε ρήξη με την ΕΕ και να επιδιώξει μια στρατηγική προσέγγιση με την Ρωσία. Ας μην ξεχνάμε ότι σε τελική ανάλυση μιλάμε πλέον για ένα συστημικό κόμμα εξουσίας. Όσοι λοιπόν προβλέπουν μια εύκολη και θεαματική «κωλοτούμπα» ως προς την πολιτική που θα εφαρμόσει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, μιλούν ουσιαστικά για την πολιτική αυτοκτονία ενός εξουσιαστικού μορφώματος, την εθελοντική παραίτηση του από την διεκδίκηση της εξουσίας, κόντρα στην λογική της ίδιας της ύπαρξης του η οποία δεν είναι άλλη από την διαιώνιση της πολιτικής κυριαρχίας του. Ωστόσο, η πολιτική κυριαρχία προϋποθέτει και την απόκτηση υλικών στηριγμάτων στην ταξική διάρθρωση μιας ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Και η μετατροπή της Ελλάδας σε κοινωνία ζητιάνων δεν ήταν ένα ιστορικό ατύχημα της μνημονιακής περιόδου, αλλά συνειδητή στρατηγική επιλογή της υπερεθνικής και της εγχώριας ελίτ για μια αναδιάταξη της θέσης και των ρόλων που έχει ο κάθε λαός μέσα στα όρια του ευρωπαϊκού καπιταλιστικού μπλοκ.

Εδώ, κατά την άποψη μας, ελλοχεύει μια αντίφαση που το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό παράδειγμα προς το παρόν αδυνατεί να επιλύσει. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ διαψεύσει παταγωδώς τις λαϊκές προσδοκίες που έχουν συσσωρευτεί, τότε η εκστρατεία παλινόρθωσης του κύρους των ετερόνομων θεσμών θα οδηγηθεί σε οριστική αποτυχία, με πιθανότερα ενδεχόμενα είτε την αναζωπύρωση της Κοινωνικής Πάλης από-τα-κάτω, είτε την αντεπίθεση του ακροδεξιού νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας για την επιβολή μιας αυταρχικής πολιτικής λύσης. Από την άλλη, αν η «φιλολαϊκή» κυβέρνηση οδηγηθεί από την ίδια τη δύναμη των πραγμάτων στη σύναψη σχέσεων και την καλλιέργεια οικονομικών δεσμών με τους Ρώσους, η ανασύσταση του δικομματικού συστήματος θα πραγματοποιηθεί, με τίμημα όμως την υπονόμευση της κυριαρχίας της υπερεθνικής ελίτ πάνω στις νεόπτωχες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Ανεξάρτητα από την κατεύθυνση προς την οποία θα γείρει τελικά η πλάστιγγα, η κατάσταση σίγουρα εγκυμονεί ευκαιρίες για παρεμβάσεις, αλλά και πολιτικές παγίδες για το ελευθεριακό κίνημα.

[i] Πολλές φορές, αλλαγές που συμβαίνουν στη σφαίρα των φαντασιακών σημασιών μπορούν να εκκινήσουν διαδικασίες μετασχηματισμού στο πεδίο της οικονομίας και αντίστοιχα αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στο πεδίο της οικονομίας προξενούν ρήξεις και ανατροπές ως προς την αναπαραγωγή των υφιστάμενων υποκειμενικών συνθηκών. Με άλλα λόγια, η σχέση μεταξύ των δύο είναι αμφίδρομη, όπως άλλωστε συμβαίνει και με όλες τις άλλες σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας. Προσλαμβάνει ιεραρχικά χαρακτηριστικά, μόνο στο πλαίσιο ενός παγιωμένου, ιεραρχικού κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Επιπλέον, η θέσμιση δεν είναι ποτέ «εξωτερική» ως προς το υποκείμενο, αλλά εμπεριέχεται στην ανάπτυξη του, είναι ταυτολογική. Είναι η αναντιστοιχία στην οποία αναφερόμαστε στο κείμενο, που μπορεί να οδηγήσει στην κατάλυση της θέσμισης, την οποία το, ατομικό ή συλλογικό, υποκείμενο ενδέχεται να την βιώσει ως υπαρξιακή κρίση. Όπως έγραψε ο Καστοριάδης, «Κάθε κοινωνία θεσμίζει το θεσμό της και συγχρόνως την “νομιμοποίηση” του. Αυτή η νομιμοποίηση, όρος αδόκιμος, δυτικός, παραπέμπων ήδη σε μια  “ορθολογικότητα”, είναι σχεδόν πάντα υπόρρητη, ή καλύτερα ταυτολογική». Κ. Καστοριάδης, Η «Ορθολογικότητα» του Καπιταλισμού (Ύψιλον) σελ. 14.

[ii] Μαζί τα δύο μεγάλα κόμματα συγκέντρωσαν συνολικό ποσοστό 64,15% επί των έγκυρων ψηφοδελτίων. http://ekloges.ypes.gr/current/v/public/#{«cls»:»main»,»params»:{}}.

[iii] Β. Μαρκεζίνης, Μια Νέα Εξωτερική Πολιτική για την Ελλάδα (Λιβάνη), σελ. 463.

[iv] «6,3 εκατομμύρια Έλληνες στο όριο της φτώχειας», http://www.alfavita.gr/arthron/63-%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%86%CF%84%CF%8E%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82.

[v] Α. Δρακωνάκης, ΣΥΡΙΖΑ: Η στρατηγική της κολακείας και το τέλος των κινημάτων, Κοινωνικός Αναρχισμός, Τεύχος 3.

[vi] Μαστίγιο και καρότο από «αγορές» και Ευρωζώνη, Κόντρα, 31-01-2015.