Αφέντες και Δούλοι

Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση της συνεισφοράς μου στο τέταρτο τεύχος της επιθεώρησης Κοινωνικός Αναρχισμός. Για περισσότερες πληροφορίες για το εγχείρημα εδώ: https://koursal.wordpress.com/2015/06/16/κοινωνικός-αναρχισμός-4/

argopethainei

«Υπάρχει κάποιος, ο οποίος διαθέτει περισσότερο νου και από τις μεγαλύτερες ευφυΐες. Είναι ο κόσμος ολόκληρος».

Βολταίρος

Στην ετερόνομη πολιτική σκέψη, η στιγμή του λαϊκού ξεσηκωμού εμφανίζεται πάντοτε με την μορφή μιας Δευτέρας Παρουσίας με κοσμικούς όρους, μιας αιματοβαμμένης συγκυρίας κατά την οποία όλοι οι κοινωνικοί δεσμοί θα καταρρεύσουν, κάθε έννοια τάξης θα ανατραπεί και το γενικευμένο χάος θα επικρατήσει. Από την σκοπιά της ετερονομίας, το χάος δεν μπορεί ποτέ να είναι δημιουργικό, με τον τρόπο που στην αρχαία ελληνική κοσμοθεωρία το αρχέγονο και πρωτογενές χάος έδωσε πνοή κι εξέθρεψε τις καταληπτές συμπαντικές δομές του φυσικού κόσμου που μας περιβάλλει.[i] Η ενδεχόμενη αναστολή της ισχύος των κανόνων της έννομης τάξης, δεν μπορεί παρά να σηματοδοτήσει το απειλητικό φάσμα της ολικής εξαφάνισης του «πολιτισμού». Όχι ως μιας εφήμερης και ιστορικά καθορισμένης πολιτισμικής κατασκευής που φυσιολογικά μεταβάλλεται σύμφωνα με τον μετασχηματισμό των υλικών συνθηκών και των κοινωνικών σχέσεων που ενσωματώνει, αλλά σαν την ουσιαστική εξάλειψη του συνόλου των ηθικών και υλικών προδιαγραφών που κάνουν δυνατό κάθε είδος κοινωνικής συμβίωσης. Με άλλα λόγια, η ετερόνομη πολιτική σκέψη βιώνει την στιγμή της ρήξης με το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα σαν μια οδυνηρή κίνηση καταστροφής και οπισθοδρόμησης που θα μας γυρίσει πίσω στον πρωτογονισμό και σε μια συνθήκη ανείπωτης βαρβαρότητας. Φτάνει να ρίξει κανείς μια ματιά στα οργισμένα άρθρα των νεομπουρζουάδων απολογητών της κυριαρχίας, για να κατανοήσει την ιδεολογική δύναμη που εξακολουθεί να αποδίδει ο συστημικός πολιτικός λόγος στην φαντασιακή σημασία της άνευ όρων υπακοής στον νόμο σαν προϋπόθεση για την εισδοχή της ελλαδικής κοινωνίας σε μια φαντασιακή κοινότητα «πολιτισμένων» ευρωπαϊκών κρατών.[ii]

Για αυτόν τον συρφετό των μυστικιστών της εξουσίας, η ετερόνομη, κρατικιστική μορφή οργάνωσης της κοινωνίας περικλείει όλες τις αρετές που κάνουν δυνατή την ίδια την συνύπαρξη των ανθρώπων σε οργανωμένες κοινωνίες. Έτσι, ο φιλελεύθερος Ορτέγκα υ Γκασσέτ επιπλήττει σφοδρά τις «μάζες» της εποχής του για την απείθεια και το πνεύμα ανεξαρτησίας που εσχάτως είχαν αρχίσει να επιδεικνύουν.[iii] Σαν κακομαθημένα παιδιά που ο χαρακτήρας τους εκφυλίστηκε από τις υλικές ανέσεις και τα οφέλη που τους παρέχει η εποχή της αφθονίας, οι μάζες στρέφονται τώρα κατά του ίδιου εκείνου πολιτικού και οικονομικού συστήματος χάρη στο οποίο έφτασαν να απολαμβάνουν όλα αυτά τα πλεονεκτήματα. Με αυθάδικη έπαρση προβάλλουν ηγετικές αξιώσεις και επιζητούν να υποκαταστήσουν τις αυθεντίες κάθε κλάδου, εκείνα τα «σπάνια μυαλά» στα οποία η ανθρωπότητα οφείλει να εναποθέσει τις ελπίδες της αν θέλει να διασφαλίσει την ιστορική συνέχεια και την εξέλιξη του πολιτισμού της. Για τον Ορτέγκα, η άμεση δράση δεν συνιστά τίποτε άλλο από το βάρβαρο προσωπείο πίσω από το οποίο οι άμυαλες μάζες εκδηλώνουν την πρόθεση τους να κυριαρχήσουν στον δημόσιο βίο. Η μέθοδος τους ταυτίζεται με την ωμή βία στην πιο καθαρή μορφή της και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά.[iv] Η κοινωνία γράφει ο θεωρητικός της ολιγαρχίας, «είναι πάντα, είτε το γνωρίζει είτε όχι, αριστοκρατική από την ίδια την φύση της, στον βαθμό που αξίζει να λογίζεται ως κοινωνία στο μέτρο που είναι αριστοκρατική και παύει να είναι άξια του ονόματος της, όταν σταματά να ανταποκρίνεται στο αριστοκρατικό ιδεώδες».[v]

Φυσικά, σαν καλός φιλελεύθερος που είναι, ο Ορτέγκα δεν αποδέχεται σαν αριστοκρατία την κοινωνική τάξη που οφείλει την δύναμη και τα θεσμοποιημένα προνόμια της στην παθητική αποδοχή του κληρονομικού δικαιώματος. Αντίθετα, κάνει λόγο για την λεγόμενη «φυσική αριστοκρατία», την κάστα των ανθρώπων που αποδεικνύουν την υπέρτερη ικανότητα τους μέσα από την επιτυχία που έχει ο καθένας στον τομέα της επιλογής του. Σύμφωνα με τον Ορτέγκα, η διάσωση του ευρωπαϊκού «πολιτισμού» θα εξασφαλιστεί στον βαθμό που στις ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας αναρριχηθούν οι άνθρωποι που αξίζουν να βρίσκονται εκεί κι εφόσον οι θορυβώδεις μάζες αποφασίσουν μια και καλή να το βουλώσουν και να συμμορφωθούν με τις υποδείξεις μιας ηγετικής ομάδας που γνωρίζει τι είναι καλύτερο γι’ αυτές, καλύτερα από αυτές.

Τα παραπάνω δεν συνιστούν παρά μια παραλλαγή του αστικού μύθου για μια διακυβέρνηση από τους «άριστους», που επαναλαμβάνουν ακόμη και σήμερα με τρόπο σχεδόν τελετουργικό οι οργανικοί διανοούμενοι του συστήματος. Γενικά μιλώντας, οι στοχαστές που εντάσσονται στα δεξιά ρεύματα της ετερόνομης πολιτικής παράδοσης τείνουν να θεμελιώνουν τις εξουσιαστικές αξιώσεις τους σε μια υποτιθέμενη «φυσική» τάξη πραγμάτων, στο πλαίσιο της οποίας οι θεσμοποιημένες κοινωνικές ανισότητες και οι ιεραρχικές σχέσεις αποτυπώνουν με ακρίβεια την ανισότητα των ανθρώπων σε ικανότητες και φυσικά χαρίσματα. Από την άλλη, η αριστερή τάση μέσα στο ετερόνομο στρατόπεδο, όπως αυτή εκφράστηκε από τον μαρξιστικό κρατικιστικό σοσιαλισμό, εμμένει στην αναγκαιότητα της αναπαραγωγής της κοινωνικής ιεραρχίας κάνοντας επίκληση στην πολύπλοκη δομή και τις «αντικειμενικές», παραγωγικές ανάγκες μιας εξελιγμένης βιομηχανικής οικονομίας. Για παράδειγμα, ο Ένγκελς κατακρίνει τους ελευθεριακούς σοσιαλιστές της εποχής του για την αδυναμία τους να κατανοήσουν ότι η σύγχρονη βιομηχανική παραγωγή βασίζεται στην θέσπιση αυστηρών ιεραρχικών σχέσεων και ενός κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας που αντανακλά τις «αντικειμενικές» ανάγκες οργάνωσης της εργασίας. Διατρανώνει την πεποίθηση του ότι κάθε απόπειρα κατάλυσης αυτού του ιεραρχικού καταμερισμού θα επέφερε αυτόματα την διάλυση της σύγχρονης βιομηχανικής παραγωγής. «Όλοι αυτοί οι εργάτες», γράφει ο Ένγκελς, «άνδρες, γυναίκες και παιδιά, είναι υποχρεωμένοι να ξεκινούν και να τελειώνουν την εργασία τους τις ώρες που ορίζει η εξουσία της ατμομηχανής, η οποία διόλου δεν ενδιαφέρεται για την ατομική αυτονομία».[vi]

Μολαταύτα, κατά την άποψη μας είναι καθαρή φαντασιοπληξία ότι η ενότητα της παραγωγικής διαδικασίας εναπόκειται στην συγκεντρωτική εξουσία μιας άνωθεν προσταγής. Εκείνο το στοιχείο που διασφαλίζει τον συντονισμό και την συνεργασία ανάμεσα στα διαφορετικά τεχνικά μέρη που εμπλέκονται από κοινού στην διαδικασία παραγωγής ενός προϊόντος, είναι η οργανωτική δομή της ίδιας της παραγωγικής δραστηριότητας. Με αυτό εννοούμε την αδιάσπαστη ακολουθία των ενεργειών που χρειάζεται να επιτελεστούν προκειμένου να οδηγηθούμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα, την παραγωγή δηλαδή μιας υπηρεσίας ή ενός προϊόντος. Η κίνηση ενός τρένου επάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές ρυθμίζεται πρωτίστως από τους νόμους της φυσικής και της θερμοδυναμικής. Η συνεργατική εργασία που είναι απαραίτητη για να δημιουργήσει τις συνθήκες κίνησης του τρένου κυριαρχείται υποχρεωτικά από αυτούς τους νόμους και είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται με αυτούς, κατά τον ίδιο τρόπο που το μεμονωμένο άτομο δεν μπορεί να απαλλαγεί από την επιρροή του νόμου της βαρύτητας σε ότι αφορά την ύπαρξη του στον φυσικό κόσμο.[vii] Ωστόσο, αυτή είναι και η μοναδική «εξουσία» στην οποία οφείλει να υποταχθεί μια ελευθεριακή, συνεργατική οικονομία.

Ως προς το περιεχόμενο της παραγωγής, η ενότητα και η εσωτερική συνοχή της κοινωνικοποιημένης συλλογικής εργασίας επέρχεται ως το φυσικό αποτέλεσμα της δραστηριότητας που αναλαμβάνει να επιτελέσει και αναπαράγεται στην πράξη από τα δομικά προαπαιτούμενα της ίδιας της παραγωγικής της λειτουργίας. Είναι το αμοιβαίο συμφέρον που όλα τα εμπλεκόμενα μέρη έχουν από κοινού στην επιτυχή εκτέλεση της εργασίας τους που εγγυάται την ενότητα της διαδικασίας της παραγωγής και όχι κάποιος εξωτερικός καταναγκασμός. Για παράδειγμα, οι αναρχοσυνδικαλιστές της CNT δεν είχαν παρά να αναλάβουν την διαχείριση του ήδη υπάρχοντος δικτύου ηλεκτροδότησης της Ιβηρικής χερσονήσου, προκειμένου να εξασφαλίσουν την συνέχεια της τροφοδοσίας των περιοχών της «Δημοκρατίας» με ρεύμα, αναδιοργανώνοντας παράλληλα την εργασία με τους οριζόντιους όρους του συστήματος της εργατικής αυτοδιεύθυνσης.[viii] Το να φανταζόμαστε ότι με την κατάργηση της διευθυντικής εξουσίας η λογική συνοχή που διέπει την εσωτερική δομή μιας παραγωγικής λειτουργίας θα κατέρρεε, θα ήταν το ίδιο με το να πιστεύουμε ότι οι νόμοι της φύσης θα έπαυαν να ισχύουν, αν τολμούσαμε να απαρνηθούμε την ύπαρξη μιας «ανώτερης δύναμης» που επιβλέπει και μεριμνά για την εφαρμογή τους.

Όμως τι γίνεται με τις «φυσικές» ιεραρχίες, τις κοινωνικές ανισότητες που ανακύπτουν σαν το «αυθόρμητο» αποτέλεσμα της μεμονωμένης δραστηριότητας ατόμων με διαφορετικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα και φυσικές δεξιότητες; Για τον «αναρχο-καπιταλιστή» Μάρραιη Ρόθμπαρντ, η ιεραρχική διάρθρωση της ετερόνομης κοινωνίας αντικατοπτρίζει την φυσική τάξη των πραγμάτων. Σε μια «εθελοντική» κοινωνική ένωση, όπως ισχυρίζεται, τίθεται σε ισχύ ο «σιδηρούς νόμος της ολιγαρχίας» και τα άτομα που έχουν την τύχη να διαθέτουν τα μεγαλύτερα ατομικά χαρίσματα ανέρχονται αυτόματα σε ηγετικές θέσεις μέσα από τις οποίες κατοχυρώνουν θεσμικά την εξουσία τους.[ix] Υπό αυτή την έννοια, το κρατικιστικό σοσιαλδημοκρατικό κίνημα για την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων που δανείζεται στοιχεία από την παράδοση της πολιτικής αυτονομίας, είναι στην καλύτερη περίπτωση, μια εκδήλωση συλλογικής παραφροσύνης, αφού ο στόχος που έχει θέσει είναι αντίθετος προς την αιώνια και αναλλοίωτη φύση του ανθρώπου, αλλά και την ίδια την φυσική ποικιλομορφία των ανθρώπινων όντων, και για τον λόγο αυτό είναι αδύνατο να υλοποιηθεί. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο Ρόθμπαρντ παραθέτει το παράδειγμα της «τάξης» των ανθρώπων με τα γαλάζια μάτια και αποφαίνεται ότι όσο κι αν προσπαθήσουμε, το χρώμα των ματιών δεν θα πάψει ποτέ να παρουσιάζεται διαφορετικό από άνθρωπο σε άνθρωπο, όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ατόμου. Στην χειρότερη περίπτωση, η συντονισμένη, από-τα-πάνω προσπάθεια για την δημιουργία μιας εξισωτικής κοινωνίας δεν συνιστά παρά μια ειδεχθή άσκηση στην αναίμακτη επέκταση της δεσποτικής εξουσίας του Κράτους. Υπό το πρόσχημα της καταπολέμησης της αδικίας, το Κράτος αντικαθιστά τις «αυθόρμητες» και «φυσικές» ιεραρχίες που «δικαιωματικά» εξουσιάζουν, με την δική του «τεχνητή» και καταπιεστική ελίτ γραφειοκρατών, πολιτικών και κοινωνικών λειτουργών.

Υπάρχει μια ευλογοφάνεια στους ισχυρισμούς του Ρόθμπαρντ περί απολυταρχικών αποκλίσεων της επίσημης ιδεολογίας του εξισωτισμού, ιδιαίτερα εάν λάβει κανείς υπόψη ότι η κριτική του στρέφεται κυρίως ενάντια στον κρατικιστικό σοσιαλισμό, τόσο στην ανατολική («υπαρκτός»), όσο και στην δυτική (σοσιαλδημοκρατία) εκδοχή του. Άλλωστε, η ισότητα επικρατεί και στις φυλακές. Ωστόσο, το θεωρητικό σχήμα του Ρόθμπαρντ συγχέει σκόπιμα την έννοια της διαφοράς, με την έννοια της ανισότητας. Ενώ η αντίληψη της διαφοράς, όπως αυτή διατυπώνεται από τον «αναρχο-καπιταλιστή» συγγραφέα, αναφέρεται σε ιδιότητες που κατέχει αφ’ εαυτής μια κοινωνική μονάδα, η έννοια της ανισότητας περιγράφει τις σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης που διαμορφώνονται ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές μονάδες στο πλαίσιο μιας ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Από αυτή την άποψη, δεν είναι προαπαιτούμενο για την θέσμιση της αυτεξούσιας κοινωνίας ότι όλοι οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν ίδιο ύψος, ή μάτια ιδίου χρώματος. Η επιθυμητή ομοιομορφία, αν αυτή υπάρχει, αφορά τον τρόπο που δομούνται οι κοινωνικές σχέσεις και οργανώνεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα στις αυτόνομες κοινωνικές μονάδες. Με άλλα λόγια, είναι τα επίκτητα, κοινωνικά χαρακτηριστικά μιας κοινωνικής μονάδας που θα καταστούν ομοειδή σε ένα αυτόνομο θεσμικό πλαίσιο οργάνωσης της κοινωνίας. Δηλαδή, εκείνες οι υλικές συνθήκες που επιδρούν πάνω στην ανάπτυξη και εξέλιξη των ατομικών ή συλλογικών μας δεξιοτήτων. Η εξίσωση στον μέγιστο δυνατό βαθμό αυτών των συνθηκών και η ομοιογενής κατανομή των κοινωνικών πόρων, παρέχει το μοναδικό εχέγγυο για την ολόπλευρη ανάπτυξη της ικανότητας του ατόμου σε οποιοδήποτε πεδίο κι αν αυτός / η επιλέξει.[x]

Θα μπορούσαμε μάλιστα να αντιστρέψουμε το ερώτημα και να αναρωτηθούμε αν είναι η ίδια η ύπαρξη της κοινωνικής ιεραρχίας που στην πραγματικότητα αποτελεί το σοβαρότερο εμπόδιο για την ανάδειξη των πραγματικών ικανοτήτων του ατόμου. Μόνο σε ένα ετερόνομο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης οι επιμέρους ατομικές διαφορές και τα όποια έμφυτα χαρίσματα, αντί να αλληλοσυμπληρώνονται, μετατρέπονται σε «όπλα» για την επικράτηση σε έναν διαρκή κοινωνικό ανταγωνισμό, με τελικό έπαθλο την επιβολή της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στον συνάνθρωπο του. Μέσα στην ετερόνομη καπιταλιστική συνθήκη, οι ποσοτικές ατομικές διαφορές μεταβάλλονται σε ποιοτικές και προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα των ταξικών διακρίσεων. Εφόσον οι διαφορές αποκρυσταλλωθούν σε ιεραρχικές δομές ανισοκατανομής της δύναμης και μεταφραστούν σε έναν παγιωμένο κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, η «εθελοντική» κοινωνία στην οποία κάνει συχνές αναφορές ο Ρόθμπαρντ παύει να υφίσταται και μετατρέπεται πλέον σε αποκύημα της φαντασίας των καπιταλιστών. Διότι η πεμπτουσία ενός ταξικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης είναι η ικανότητα των ταξικών διαχωρισμών να αναπαράγονται αυτόνομα, ανεξάρτητα από τα ατομικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων που ανήκουν στην μία, ή την άλλη κοινωνική ομάδα. Να αναπαράγουν δηλαδή μια απρόσωπη σχέση υποταγής που απορρέει από έναν παγιωμένο καταμερισμό της δύναμης σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας.

Ο αυτοαναφορικός χαρακτήρας των επιχειρημάτων των θεωρητικών της κυριαρχίας δεν γίνεται πουθενά πιο κραυγαλέος, απ’ ότι στην κλασική φιλελεύθερη θεωρία του Κράτους, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Τζόζεφ Σούμπετερ.[xi] Στον πυρήνα του υπολανθάνοντος δεσποτισμού της φιλελεύθερης θεωρίας του Κράτους, βρίσκεται η παραδοσιακή καχυποψία των ολιγαρχικών διανοουμένων απέναντι στις διανοητικές ικανότητες των «μαζών» και στη δυνατότητα που τις διακρίνει να εμπλακούν σε δημιουργική πολιτική πράξη. Δηλαδή την ικανότητα τους να αναλάβουν συλλογική δράση με γνώμονα την ανατροπή του ετερόνομου κοινωνικού συστήματος που τις καταπιέζει και την αντικατάσταση του από μια αυτόνομη μορφή οργάνωσης της κοινωνίας. Ο βασικός εκφραστής του ελιτίστικου δόγματος Σούμπετερ περιέγραφε τις «μάζες» (που δεν είναι άλλες από την κοινωνική πλειοψηφία) σαν, «γενικά αδύναμες, ευάλωτες σε ισχυρές εξάρσεις συναισθηματισμού, διανοητικά ανίκανες να κάνουν από μόνες τους κάτι αποφασιστικό και επιρρεπείς σε εξωτερική υποκίνηση».[xii] Αυτή η αλαζονική υποτίμηση της δημιουργικής δύναμης που εμπεριέχεται στην πολιτική πρακτική μιας οργανωμένης συλλογικότητας, έφερε στο προσκήνιο την ιδέα του επαγγελματία πολιτικού. Έτσι, σύμφωνα με την ολιγαρχική θεωρία του φιλελευθερισμού, η άσκηση της πολιτικής εξουσίας σε μια βιομηχανική ή μετά-βιομηχανική κοινωνία είναι μια περιπλεγμένη δραστηριότητα που απαιτεί έναν υψηλό επίπεδο τεχνικής κατάρτισης και εξειδικευμένης γνώσης από την πλευρά των αξιωματούχων της κυβέρνησης. Είναι λοιπόν προς το συμφέρον του «κοινωνικού συνόλου» οι μάζες να μην παρεμβαίνουν στη διαδικασία της διακυβέρνησης, παρά μόνο μέσω της περιοδικής διεξαγωγής εκλογικών αναμετρήσεων, όταν τους δίδεται η ευκαιρία να δείξουν έμπρακτα την προτίμηση τους υπέρ της μίας, ή της άλλης ομάδας επαγγελματιών πολιτικών.

Ο Σούμπετερ μπορεί να μας διαβεβαιώνει πως οι εκλογές αποτελούν μια επαρκή ασφαλιστική δικλείδα προκειμένου η διακυβέρνηση από τους τεχνοκράτες «ειδικούς» να μην μετατραπεί σε τυραννία. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική θεωρία του είναι διάσπαρτη από ιδέες και αντιλήψεις που όχι μόνο δικαιολογούν, αλλά – αν ειδωθούν ως ενιαίο σώμα ιδεών – συγκροτούν το αναγκαίο υλικό υπόβαθρο για την επιβολή αυτού ακριβώς του πράγματος. Δηλαδή, την επιβολή μιας τυραννικής και δεσποτικής διακυβέρνησης. Όχι μόνο η έννοια της συμμετοχής στα κοινά είναι ανύπαρκτη στο πλαίσιο του ελιτίστικού συστήματος που οραματίζεται ο Σούμπετερ, αλλά τούτη η κατάσταση παρουσιάζεται ως απολύτως επιθυμητή και αναγκαία, δεδομένου ότι η πίεση από τις αδαείς και ανώριμες μάζες θα εμπόδιζε τις ελίτ των τεχνοκρατών από το να λαμβάνουν αμερόληπτες και ορθολογικές αποφάσεις στα δύσκολα ζητήματα της διακυβέρνησης με τα οποία είναι επιφορτισμένες.

Η λογική κατάληξη αυτού του συλλογισμού είναι ασφαλώς ότι μιας και οι κακόμοιρες μάζες δεν διαθέτουν το διανοητικό βάθος και την ευθυκρισία που χρειάζεται για να αποφασίσουν τι είναι προς το δικό τους συμφέρον, καλά θα κάνουν να εκχωρήσουν το δικαίωμα τους αυτό στους αξιωματούχους που τους κυβερνούν, οι οποίοι είναι περισσότερο καταρτισμένοι και ικανότεροι από αυτούς για να λαμβάνουν τέτοιου τύπου αποφάσεις. Επιπλέον, τα υποτελή προλεταριακά στρώματα δεν διαθέτουν την παραμικρή πρόσβαση στις θεσμοποιημένες πηγές της εξουσίας, ή κάποια επιρροή στην διαδικασία λήψης αποφάσεων. Συνακόλουθα, δεν τους δίνεται ποτέ η δυνατότητα να αναπτύξουν την «πρωτόγονη ευφυΐα» τους, μέσα από την ενεργή ενασχόληση τους με τα κοινωνικά ζητήματα που τους αφορούν. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο καθίστανται ανήμπορες να αυτοδιαχειριστούν συλλογικά τις υποθέσεις τους, αλλά φτάνουν να υστερούν ακόμα και σε εκείνες τις γενικές γνώσεις και δεξιότητες που θα ήταν απαραίτητες, ώστε να μπορέσουν να κρίνουν και να διαμορφώσουν μια εμπεριστατωμένη άποψη αναφορικά με τις επιλογές που γίνονται για λογαριασμό τους από τους κυβερνητικούς αξιωματούχους.[xiii] Θα μπορούσε λοιπόν να πει κάποιος ότι ο υποτιθέμενος λόγος ύπαρξης του αντιπροσωπευτικού συστήματος διακυβέρνησης, γίνεται η sine qua non συνθήκη για την αναπαραγωγή του. Η ηθική και πολιτική απαξίωση των κοινωνικών υποκειμένων και το αβασάνιστο τσουβάλιασμα τους στην αναλυτική κατηγορία μιας «τυφλής και άμυαλης μάζας», δεν εκφράζει παρά ένα πρωτοφασιστικό όραμα οργάνωσης της κοινωνίας, που αν το προεκτείνουμε μέχρι τις πιο ακραίες λογικές συνέπειες του, θα μας οδηγήσει αναπόφευκτα στον πιο μαύρο πολιτικό φασισμό.

Μήπως όμως και οι θεωρητικοί του αναρχισμού δεν έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιήσει αρνητικούς χαρακτηρισμούς για να περιγράψουν την μεγάλη μάζα των καταπιεσμένων; Πουθενά στην αναρχική πολιτική φιλολογία δεν μπορεί κανείς να διακρίνει μια τάση για εξιδανίκευση των υποτελών προλεταριακών στρωμάτων, κατά τον ίδιο τρόπο που ο μαρξισμός σε όλες του τις εκφάνσεις εκθείαζε συστηματικά τις «έμφυτες» αρετές του βιομηχανικού προλεταριάτου.[xiv] Αντίθετα, ο άθλιος ξεπεσμός του προλεταριάτου μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς, η ηθική, υλική και πολιτισμική κατάπτωση του, είναι ο κυριότερος λόγος που οι αναρχικοί στοχαστές υπερθεματίζουν για την κατεπείγουσα αναγκαιότητα μιας κοινωνικής επανάστασης ως μοναδικής διεξόδου από τα ανυπόφορα δεινά που εξακολουθούν να καταδυναστεύουν τα λαϊκά στρώματα. Για τους αναρχικούς, οι άνθρωποι διαμορφώνονται σε αλληλεπίδραση με τις κοινωνικές συνθήκες που τους περιβάλλουν και αντίστροφα. Έτσι, ο μοναδικός τρόπος που διαβλέπουν οι αναρχικοί για την επιτύχουν την εξύψωση του πνευματικού επιπέδου των εκμεταλλευόμενων και των καταπιεσμένων, είναι η ταξική αφύπνιση τους, η αυτόνομη οργάνωση των ταξικών τους δυνάμεων και η δημιουργική εμπλοκή τους στην Κοινωνική Πάλη για την αντισυστημική αλλαγή, δηλαδή για την ανατροπή των ετερόνομων θεσμών και των δομών της εκμετάλλευσης που ευθύνονται για την αναπαραγωγή του καθεστώτος της διανοητικής και υλικής τους υποδούλωσης.

Μόνο το αυτοστοχαστικό κοινωνικό υποκείμενο μπορεί να μας οδηγήσει στην θέσμιση της αυτεξούσιας κοινωνίας, μέσα από την ελευθεριακή μέθοδο της αυτενέργειας, που σημαίνει την ανάληψη δημιουργικής συλλογικής δράσης στο επίπεδο της πολιτικής, της οικονομίας και στο κοινωνικό πεδίο. Δεν θα πρέπει άλλωστε να λησμονούμε ότι οπουδήποτε κι αν εφαρμόστηκαν ιστορικά οι αρχές μιας ελευθεριακής οργάνωσης της οικονομίας σε μαζική κοινωνική κλίμακα, η έμφαση έπεφτε πάντοτε στην ανάπτυξη της ελεύθερης πρωτοβουλίας των στρατευμένων στην Κοινωνική Πάλη συλλογικών υποκειμένων και όχι στην υλοποίηση ενός κατασκευασμένου από-τα-πριν κοινωνικού σχεδίου. Εκτός αυτού, ο τεχνικός καταμερισμός της εργασίας ουδέποτε εξαλείφτηκε. Εκείνο το στοιχείο που κυρίως τέθηκε σε αμφισβήτηση ήταν ο παγιωμένος κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας που αναπαράγει στο διηνεκές την σχέση άρχοντα και αρχόμενου, αφέντη και δούλου. Για παράδειγμα, η δημιουργία της αγροτικής Κομμούνας της Μορέλος κατά τη διάρκεια της Μεξικανικής Επανάστασης, δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την εθελοντική εργασία που πρόσφεραν εξειδικευμένοι αγρονόμοι, τοπογράφοι και μηχανικοί αρδευτικών έργων, οι οποίοι βοήθησαν στην οριοθέτηση των γαιών, στον εκσυγχρονισμό των τεχνικών καλλιέργειας και στην καλύτερη αξιοποίηση της γης που ανήκε στα πουέμπλος. Ωστόσο, ο ρόλος τους ήταν καθαρά συμβουλευτικός και τον τελευταίο λόγο αναφορικά με την επιλογή του συστήματος καλλιέργειας, του καθεστώτος ιδιοκτησίας των αγροτικών γαιών, και των λεπτομερειών για την διεκπεραίωση της διαδικασίας της παραγωγής σε καθημερινή βάση, είχαν από την αρχή οι αυτόνομες δημοτικές συνελεύσεις των χωριών.[xv]

Από την άλλη, και στην εξεγερμένη Ισπανία η σαρωτική αγροτική μεταρρύθμιση που πραγματοποιήθηκε από-τα-κάτω στο μεγαλύτερο μέρος των επαρχιών της «Δημοκρατίας», καθώς και ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός της βιομηχανίας σε αναρχοσυνδικαλιστικά πρότυπα, υποβοηθήθηκε ενεργά από συνδικαλιστές ελευθεριακούς συντρόφους που έθεσαν την επιστημονική γνώση τους στην υπηρεσία του συνόλου της κοινωνίας.[xvi] Τα συλλογικά όργανα που δημιουργήθηκαν για την κοινωνική αυτοδιεύθυνση και την αυτοδιαχείριση της παραγωγής ουδέποτε αγνόησαν τις συστάσεις τους, ή έθεσαν τις προτάσεις τους στο περιθώριο. Το αντίθετο, επιχείρησαν να ενσωματώσουν με χίλιους δύο τρόπους την εξειδικευμένη άποψη τους στα αμεσοδημοκρατικά πλάνα για την διαχείριση της νέας αυτοδιευθυνόμενης οικονομικής δομής. Ας θυμηθούμε αυτό που κάποτε έγραψε ο Μπακούνιν για τον Ευγένιο Βαρλέν, έναν αναρχικό αγωνιστή που βρέθηκε ανάμεσα στους νεκρούς ήρωες της Παρισινής Κομμούνας, ότι επειδή ήταν άνδρας με ξεχωριστές και σπάνιες αρετές και ευγενικό χαρακτήρα, αυτός και οι σύντροφοι του «δεν εμπιστεύονταν τον εαυτό τους αναφορικά με το κολοσσιαίο έργο στο οποίο είχαν αφιερώσει το μυαλό και την ζωή τους. Είχαν πολλή μικρή ιδέα για τον εαυτό τους! Και ήταν πεπεισμένοι ότι στην Κοινωνική Επανάσταση, αντίθετη καθώς είναι προς την πολιτική επανάσταση από αυτήν, όπως και άλλες απόψεις, η ατομική δράση είχε να επιτελέσει σχεδόν μηδενικό ρόλο, ενώ η αυθόρμητη δράση των μαζών θα ήταν το άπαν. Το μόνο που μπορούν να κάνουν τα άτομα είναι να διατυπώσουν, να ξεδιαλύνουν και να διαδώσουν τις ιδέες που εκφράζουν τις ενστικτώδεις επιθυμίες του λαού, και να συνεισφέρουν την συνεχή προσπάθεια τους για την επαναστατική οργάνωση των φυσικών δυνάμεων των μαζών. Αυτό και τίποτε άλλο. Τα υπόλοιπα μόνο ο λαός μπορεί να πετύχει. Ειδάλλως, θα καταλήγαμε με μια πολιτική δικτατορία…».[xvii] Πράγματι, αν ο στόχος της ενάρετης μορφής κοινωνικής οργάνωσης είναι η «καλή ζωή», με την έννοια της οικοδόμησης μιας αυτόνομης κοινωνίας που θα παρέχει όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μια άνετη διαβίωση και την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του κάθε ατόμου, τότε η σχέση εξάρτησης και υποταγής που εμπεριέχεται σε μια κρατικιστική, ιεραρχική δομή δεν υπηρετεί κατά κανέναν τρόπο τον στόχο της βελτίωσης της προσωπικότητας των ατόμων. Συμβάλλει μόνο στην διαιώνιση της κατωτερότητας τους, περιορίζοντας τους στον ρόλο των άβουλων υπηκόων έναντι του πανίσχυρου και παντογνώστη κυρίαρχου.

[i] Σύμφωνα με την «Θεογονία» του Ησιόδου το Χάος ήταν η πρωταρχική θεότητα από την οποία ξεπήδησαν η Γαία, ο Τάρταρος και ο Έρως. Για περισσότερα Ησίοδος, Θεογονία, https://www.uni-leipzig.de/~organik/giannis/Philosophie/Gedicht%206.pdf.

[ii] Αποκαλούμε αυτή την κοινότητα φαντασιακή για δυο λόγους. Πρώτον, γιατί η ΕΕ δεν αποτελεί κατά κανέναν τρόπο μια «κοινότητα» κρατών, μιας και δεν πληρεί κανένα από τα τυπικά κριτήρια που είναι αναγκαία για τον ορισμό ενός αθροίσματος κοινωνικών μονάδων ως κοινότητας που θεμελιώνεται στην εθελοντική συμμετοχή, στους αμοιβαίους υλικούς δεσμούς και τα ομοιογενή συμφέροντα. Δεύτερον, διότι τα ευρωπαϊκά κράτη δεν είναι περισσότερο «πολιτισμένα», απ’ όσο είναι «απολίτιστα» τα κράτη της παγκόσμιας περιφέρειας του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.

[iii] «Σε μια σωστή διευθέτηση των δημόσιων υποθέσεων, η μάζα είναι αυτό το κομμάτι που δεν δρα από μόνο του. Τέτοια είναι η αποστολή της. Ήρθε στον κόσμο προκειμένου να την καθοδηγούν, να την επηρεάζουν, να την εκπροσωπούν, να την οργανώνουν – ακόμη και με σκοπό να σταματήσει να είναι μάζα, ή τουλάχιστον να έχει αυτή την φιλοδοξία. Όμως δεν ήρθε σε αυτόν τον κόσμο για να τα πετύχει όλα αυτά από μόνη της. Έχει ανάγκη να υποβάλλει την ζωή της για έγκριση σε μια υψηλότερη αρχή, αποτελούμενη από τις ανώτερες μειονότητες». Στο Ortega y Gasset, The Revolt of the Masses (Unwin Books), σελ. 88.

[iv] Ortega y Gasset, σελ. 56.

[v] Ortega y Gasset, σελ. 16.

[vi] F. Engels, On Authority, https://www.marxists.org/archive/marx/works/1872/10/authority.htm.

[vii] Γράφει ο Μπακούνιν για τον μη-καταναγκαστικό χαρακτήρα των φυσικών νόμων: «Ναι, είμαστε απόλυτα σκλαβωμένοι σε αυτούς τους νόμους. Αλλά δεν υπάρχει καμία ταπείνωση σε μια τέτοια υποδούλωση, ή μάλλον, δεν πρόκειται καθόλου περί υποδούλωσης. Διότι η σκλαβιά προϋποθέτει έναν εξωτερικό αφέντη, έναν νομοθέτη που βρίσκεται έξω από αυτόν που γίνεται ο αποδέκτης της προσταγής, ενώ αυτοί οι νόμοι δεν βρίσκονται έξω από εμάς. Είναι έμφυτοι μέσα μας. Αποτελούν το είναι μας, στην ολότητα του, την φυσική, διανοητική και ηθική μας οντότητα. Ζούμε, ενεργούμε, σκεφτόμαστε, κι επιθυμούμε μόνο μέσα από αυτούς τους νόμους. Χωρίς αυτούς δεν είμαστε τίποτα, διολισθαίνουμε στην ανυπαρξία. Από πού λοιπόν θα μπορούσαμε να αντλήσουμε την δύναμη και την επιθυμία να εξεγερθούμε εναντίον τους;». Στο M. Bakunin, What is Authority?, https://www.marxists.org/reference/archive/bakunin/works/various/authrty.htm.

[viii] Ο Πουέντε περιέγραφε την οριζόντια οργανωτική δομή των κοινωνικοποιημένων εθνικών βιομηχανιών και τις σχέσεις τους με τις τοπικές αυτοοργανωμένες κοινότητες ως εξής: «Η ελεύθερη κοινότητα θα ομοσπονδοποιείται με τις αντίστοιχες κοινότητες σε άλλες περιοχές και με τις εθνικές βιομηχανικές ομοσπονδίες. Κάθε περιοχή θα διαθέτει την πλεονάζουσα παραγωγή της για ανταλλαγή, σαν αντάλλαγμα για εκείνα τα αγαθά τα οποία χρειάζεται και έχει ανάγκη. Θα κάνει την δική της συνεισφορά σε έργα που άπτονται του γενικού συμφέροντος, όπως οι σιδηρόδρομοι, οι εθνικές οδοί, τα στρατηγικά αποθέματα, οι καταρράκτες, οι αναδασώσεις, κ.ο.κ. Σε αντάλλαγμα για την συνεργασία τους ως προς το γενικό καλό της περιφέρειας τους ή του έθνους, τα μέλη της ελεύθερης κοινότητας θα έχουν την δυνατότητα να απολαμβάνουν τα οφέλη από την λειτουργία δημόσιων υπηρεσιών όπως το ταχυδρομείο, ο τηλέγραφος, τα τηλέφωνα, ο σιδηρόδρομος και οι μεταφορές. Το σύστημα παροχής ηλεκτροδότησης με τα παράγωγα του. Τα άσυλα, νοσοκομεία, σανατόρια και σπα. Η ανώτερη και πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Και τα αγαθά και προϊόντα που δεν παράγονται στην περιοχή τους». Και αλλού, «…εδώ είναι που υπεισέρχονται οι εθνικές βιομηχανικές ομοσπονδίες, αφού είναι τα σώματα μέσω των οποίων θα γίνει η ανάπτυξη εκείνων των κολεκτιβοποιημένων υπηρεσιών που είναι ανάγκη να ρυθμίζονται από ένα πλάνο σε εθνική κλίμακα, όπως είναι οι επικοινωνίες (ταχυδρομεία, τηλέφωνα, τηλέγραφος) και οι μεταφορές (σιδηρόδρομοι, ναυσιπλοΐα, οδικό δίκτυο και αεροπλοΐα)». Στο I. Puente, Libertarian Communism, http://flag.blackened.net/liberty/libcom.html.

[ix] M. Rothbard, Egalitarianism and the Elites, http://www.lewrockwell.com/2014/09/murray-n-rothbard/why-the-power-elite-loves-equality/.

[x] «Όταν υπάρξει ισότητα από την αρχή, για όλους τους ανθρώπους της γης, τότε – διατηρώντας πάντοτε τα βασικά δικαιώματα της αλληλεξαρτήσεως, τα οποία είναι οι βασικοί συντελεστές των κοινωνικών εξελίξεων: ως λ.χ. της ανθρώπινης νοήσεως και των υλικών αγαθών – μόνο τότε θα δυνηθούμε να ειπούμε με μεγαλύτερη βασιμότητα από ότι άλλοτε, ότι το καθένα άτομο είναι παράγωγο των έργων του». Στο Μ. Μπακούνιν, Αντιεξουσιαστικός Σοσιαλισμός (Κατσάνος), σελ. 62-3.

[xi] J. A. Schumpeter, Capitalism, Socialism and Democracy (Unwin Books).

[xii] D. Held, Models of Democracy (Polity Press), σελ. 167.

[xiii] Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα για να αποδείξει κανείς την θέση απόλυτης εξάρτησης και ανημπορίας στην οποία έχουν περιέλθει οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις υπο το καθεστώς της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», από την πανσπερμία ανεύθυνων απόψεων και την γενικευμένη σύγχυση που κυρίευσε τα λαϊκά στρώματα της ελλαδικής κοινωνίας αναφορικά με τους λόγους και, συνακόλουθα, τους ενδεδειγμένους τρόπους αντιμετώπισης της πολυδιάστατης κρίσης που εγκαινίασε η περίοδος του Μνημονίου. Η συγκεχυμένη αυτή αντίληψη που οι υποτελείς τάξεις έχουν για τα πράγματα, έχει επιδράσει ανασταλτικά και στην όποια δυνατότητα των ταξικών δυνάμεων της αυτονομίας να συσπειρωθούν και να δράσουν οργανωμένα και συλλογικά με στόχο μια ριζοσπαστική έξοδο από την παρούσα τραγική κατάσταση τους.

[xiv] «Στους χίλιους ανθρώπους δύσκολα θα βρούμε έστω κι έναν, για τον οποίο θα μπορούσαμε να πούμε από σκοπιά όχι απόλυτη αλλά μονάχα σχετική ότι έχει δική του βούληση και δική του σκέψη. Οι άνθρωποι στην τεράστια πλειονότητα τους, κι όχι μονάχα οι αμαθείς μάζες μα και τα μέλη των προνομιούχων και πολιτισμένων τάξεων, δεν έχουν βούληση και σκέψη διαφορετική απ’ τη βούληση και σκέψη όλων των γύρω τους ανθρώπων. Πιστεύουν, βέβαια, ότι έχουν δική τους βούληση και σκέψη, δεν κάνουν όμως τίποτε άλλο πέρα απ’ το να αντιγράφουν δουλικά, μονότονα, με διαφορές ολότελα αδιόρατες και μηδαμινές, τη βούληση και τη σκέψη των αλλονών. Αυτή η δουλικότητα, αυτή η μονοτονία, πηγές αστέρευτες της κοινοτοπίας, αυτή η απουσία εξέγερσης απ’ τη βούληση κι αυτή η απουσία πρωτοβουλίας απ’ τη σκέψη των ατόμων, είναι τα κύρια αίτια της απελπιστικής βραδύτητας με την οποία προοδεύει ιστορικά η ανθρωπότητα». Στο Μ. Μπακούνιν, Θεός και Κράτος (Κατσάνος), σελ. 85-6.

[xv] Π. Νιούελ & Ντ. Πουλ, Ο Ζαπάτα, ο Μαγόν και η Μεξικανική Επανάσταση (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 121-9.

[xvi] Όρα τις ιστορικές μελέτες και μαρτυρίες που περιέχονται στο S. Dolgoff, Αναρχικές Κολλεκτίβες (Διεθνής Βιβλιοθήκη) και A. Paz, Ταξίδι στο Παρελθόν (Κουρσάλ).

[xvii] M. Bakunin, The Paris Commune and the Idea of the State, https://www.marxists.org/reference/archive/bakunin/works/1871/paris-commune.htm.

Advertisements

Μια κριτική της κριτικής στον αντιμπεριαλισμό

1900 RepublicanPoster Cuba

«Δια τούτο και τώρα, έχοντες διπλήν αιτίαν φόβου, και την αόριστον δηλαδή ανησυχίαν του αδήλου μέλλοντος και την από τούδε επικίνδυνον παρουσίαν των Αθηναίων επί του εδάφους μας, και κρίνοντες ότι τα δύο αυτά κωλύματα υπήρξαν επαρκείς λόγοι δια να εμποδίσουν την επιτυχίαν των σχεδίων, τα οποία ο καθείς από ημάς ήλπισε να πραγματοποιήση, ας αποπέμψωμεν από την χώραν μας τους εχθρούς που την απειλούν. Ας συνομολογήσωμεν, ει δυνατόν, αιωνίαν μεταξύ μας ειρήνην, ειδεμή, ας συνάψωμεν ανακωχήν δι’ όσον το δυνατόν μακρότερον χρόνον, και ας αναβάλωμεν δι’ άλλοτε τας ιδιαιτέρας μας διαφοράς. Με ολίγας λέξεις, πρέπει πραγματικώς να γνωρίζωμεν ότι αν πεισθήτε εις τους λόγους μου, θα εξασφαλίση έκαστος εξ ημών την ελευθερίαν της πόλεώς του, και στηριζόμενοι εις αυτάς και κύριοι των τυχών μας, θα ημπορούμεν, ως αρμόζει εις αληθείς άνδρας, ν’ ανταποδίδωμεν εξ ίσου το προσγινόμενον εις ημάς καλόν ή κακόν. Αλλ’ εάν η γνώμη μου αποκρουσθή και ακολουθήσωμεν τας συμβουλάς άλλων, μακράν του να είμεθα εις θέσιν ν’ ανταποδίδωμεν το καλόν ή το κακόν, το πολύ πολύ που ημπορούμεν να επιτύχωμεν θα είναι να γίνωμεν κατ’ ανάγκην φίλοι των χειροτέρων εχθρών μας και εχθροί των αληθινών φίλων μας».

Ερμοκράτης ο Συρακούσιος προς Σικελιώτες [i]

Κατά την άποψη μας, ο αντί-ιμπεριαλισμός στο πλαίσιο μιας ελευθεριακής πολιτικής θεωρίας, έχει ως αφετηρία του την παραδοχή του αυτονόητου. Υποστηρίζει ότι τα μεμονωμένα Κράτη συνάπτουν σχέσεις κι έρχονται σε επαφή μεταξύ τους στο πεδίο των διεθνών σχέσεων και από τη στιγμή που οι σχέσεις αυτές δεν θεσμοθετούνται σε ένα πλαίσιο ισοτιμίας και ισοκατανομής της πολιτικής και οικονομικής δύναμης, τότε η αλληλεπίδραση ανάμεσα τους θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην ανάδυση άτυπων ιεραρχιών και δομών ετεροκαθορισμού και κυριαρχίας. Με τον ίδιο τρόπο που οι ετερόνομες κοινωνίες συγκροτούν ιεραρχικές ολότητες, μέσα στη θεσμική διάρθρωση των οποίων αποκρυσταλλώνεται και παγιώνεται η ανισομερής κατανομή όλων των μορφών δύναμης ανάμεσα στα κοινωνικά υποσύνολα-ομάδες (που με την σειρά τους, ενδέχεται να συνιστούν καινούριες ετερόνομες υπο-ολότητες, διαρθρωμένες ιεραρχικά), έτσι και στη σφαίρα των μόνιμων δοσοληψιών ανάμεσα στα Κράτη, συγκροτούνται άτυπες ιεραρχικές μορφές οργάνωσης που επικαθορίζουν το μοντέλο της ταξικής διαστρωμάτωσης που αναδύεται ξεχωριστά σε κάθε κοινωνία. [ii] Η παραπάνω διαπίστωση δεν σημαίνει ότι, όπως υποστηρίζουν κάποιοι στην «πατριωτική Αριστερά» [iii], η θεμελιώδης ταξική αντίθεση στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας είναι η αντίθεση ανάμεσα στα ισχυρά και τα ανίσχυρα έθνη που μετέχουν στο διεθνές σύστημα, αφού το ίδιο το έθνος ως βασική μονάδα πολιτικής οργάνωσης, κατακερματίζεται από ταξικούς διαχωρισμούς και συνιστά μια ετερόνομη ιεραρχική ολότητα που δεν μπορεί να εκληφθεί ως ενιαία κοινωνική μονάδα με ομοιογενή συμφέροντα και αντιλήψεις.

Ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε να ευσταθεί ως έναν βαθμό για την κρατικιστική φάση της νεωτερικότητας, όπου η κύρια οργανωτική μονάδα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς ήταν πράγματι το έθνος-κράτος και οι σχέσεις ετερονομίας στο διεθνές επίπεδο εκφράζονταν κατά κύριο λόγο μέσα από την άμεση στρατιωτική κατάκτηση και προσάρτηση εδαφών, με σκοπό την εγκαθίδρυση εθνικών σφαιρών επιρροής και ζωνών αποκλειστικής οικονομικής εκμετάλλευσης.  Ένα τέτοιο μοντέλο οικονομικής εκμετάλλευσης ήταν και η αποικιοκρατία, η οποία λόγω της εθνοκεντρικής φύσης του αποικιοκρατικού συστήματος, αναπόφευκτα οδήγησε στην επίλυση των διαφορών που ανέκυψαν στο πεδίο του οικονομικού ανταγωνισμού ανάμεσα στα έθνη-κράτη, μέσω της στρατιωτικής σύγκρουσης που κλιμακώθηκε σε δύο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο, ότι ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης, την ώρα της κρίσεως εγκατέλειψε την διεθνιστική κουλτούρα του και προσχώρησε μανιωδώς στον βίαιο εθνικισμό που υποδαύλιζαν οι ευρωπαϊκές ελίτ, θυσιάζοντας την ταξική αλληλεγγύη στο όνομα της εθνικής ενότητας και της συστράτευσης των δυνάμεων του «έθνους».  Χαρακτηριστικό παράδειγμα της οπορτουνιστικής αυτής τάσης που υποσυνείδητα συσχέτιζε την ευημερία και την βελτίωση του επιπέδου ζωής των προλεταριακών στρωμάτων μιας χώρας, με την ανάπτυξη μιας ισχυρής εθνικής καπιταλιστικής οικονομίας που θα ήταν σε θέση να επιβληθεί των αντιπάλων της, ήταν ο ηγέτης της Αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας Φρίντριχ Άντλερ, την προδοτική στάση του οποίου αναφορικά με το ζήτημα της συμμετοχής των Αυστριακών εργατών στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο κατέδειξαν επανειλημμένα στα γραπτά τους συνεπείς διεθνιστές μπολσεβίκοι ηγέτες όπως ο Τρότσκυ. [iv] Μία ακόμη περίπτωση είναι αυτή του ΚΚ Γαλλίας (PCF), το οποίο αρνήθηκε να συνδράμει τον αγώνα των Αλγερινού λαού για εθνική ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση από την Γαλλική αποικιοκρατία. [v] Τέλος, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει την ευκολία με την οποία το «ανεπτυγμένο», κατά τον Ντανιέλ Γκερέν, από την άποψη της ταξικής συνειδητοποίησης Γερμανικό προλεταριάτο, υπέκυψε στα ιδεολογικά θέλγητρα του Χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού.[vi]

Από αυτή την άποψη, ίσως δεν είναι σωστό να μιλάμε για την ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου διεθνούς συστήματος πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας κατά την κρατικιστική φάση της νεωτερικότητας, αλλά για πολλαπλά και ανταγωνιστικά μεταξύ τους συστήματα, διαρθρωμένα γύρω από την εκάστοτε κυρίαρχη εθνική καπιταλιστική οικονομία της αγοράς. Αντίθετα, στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας το θεμελιακό στοιχείο είναι η ολοένα και μεγαλύτερη διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς, δηλαδή μια διαρκώς εντεινόμενη διαδικασία ανοίγματος και οργανικής διαπλοκής των εθνικών οικονομιών, που ως προς τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αποφέρει μια τάση συγχώνευσης και αλληλεξάρτησης οργανικών τμημάτων τους, αλλά σε ότι αφορά την αλληλεπίδραση του Κέντρου με την Περιφέρεια, οδηγεί αναπόδραστα στην θεσμοποίηση σχέσεων εξάρτησης και υποτέλειας ανάμεσα σε μονάδες με ανισομερή οικονομική ανάπτυξη.

 

Ο ιμπεριαλισμός στην νεοφιλελεύθερη νεωτερικότητα  

Σε αυτό το απορυθμισμένο, διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον, το έθνος-κράτος δεν παίζει πια πρωτεύοντα ρόλο στην αναπτυξιακή διαδικασία. Τον ρόλο αυτόν έχουν πλέον αναλάβει οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που αποτελούν την πρωταρχική οικονομική μονάδα στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας, έχοντας υπο τον έλεγχο τους το μεγαλύτερο τμήμα της παγκόσμιας παραγωγής και διανομής. Η ραγδαία ανάπτυξη των πολυεθνικών αυτών συγκροτημάτων από τα μέσα της δεκαετίας το ’70 και μετά, ταυτόχρονα με τις εξελίξεις στην τεχνολογία χάρη στις οποίες γινόταν για πρώτη φορά δυνατή η φυσική αποκέντρωση τμημάτων της παραγωγικής διαδικασίας, αποτέλεσαν το «αντικειμενικό» υπόβαθρο που κατέστησε επιβεβλημένη τη λήψη θεσμικών μέτρων από τις ελίτ για το άνοιγμα των περιχαρακωμένων εθνικών αγορών της σοσιαλδημοκρατικής περιόδου. Αντικείμενο λοιπόν του σύγχρονου ιμπεριαλισμού δεν μπορεί να είναι η άμεση κατάκτηση και κατοχή εδαφών προς όφελος ενός και μόνο κράτους μέσω της ένταξης τους σε ένα εθνοκεντρικό καπιταλιστικό σύστημα, όπως συνέβαινε κατά την προηγούμενη ιστορική φάση της νεωτερικότητας, αλλά η αναπαραγωγή και η μεταφύτευση του ταξικού μοντέλου οργάνωσης των κοινωνιών του προνομιούχου Βορρά στις εξαρτημένες κοινωνίες του Νότου, με τις όποιες δυσμορφίες και αναπόφευκτες παθογένειες συνεπάγεται η ανισομερής οικονομική ανάπτυξη των χωρών που ανήκουν στην υποβαθμισμένη περιφέρεια του συστήματος. Ο τρόπος για να επιτευχθεί το επιθυμητό για τον συστημικό ιμπεριαλισμό αποτέλεσμα, είναι η ενσωμάτωση της τοπικής οικονομικής δομής στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, ενίοτε μέσω της βίαιης επιβολής (Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Λιβύη), και, μέσω αυτής, η δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για την ανεμπόδιστη δράση των δυνάμεων της αγοράς, που από την φύση τους διασφαλίζουν την κυριαρχία της υπέρτερης οικονομικής μονάδας πάνω στην λιγότερο ισχυρή, εξασφαλίζοντας διάμέσου της απρόσκοπτης λειτουργίας τους την αναπαραγωγή των πλεονεκτημάτων της.

Υπο αυτή την έννοια, η έλευση της περιόδου της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας σηματοδότησε την εγκαθίδρυση ενός ολοκληρωμένου υπερεθνικού συστήματος κυριαρχίας, που περιλαμβάνει έναν τελειοποιημένο διεθνή καταμερισμό εργασίας και δημιουργεί άτυπες δομές πολιτικής διακυβέρνησης σε υπερεθνικό επίπεδο, επιφορτισμένες με την ντε φάκτο προάσπιση και επιβολή των οικονομικών κανόνων λειτουργίας του συστήματος στο διεθνές πεδίο, με τον ίδιο τρόπο που το Κράτος αποτέλεσε τον μηχανισμό επιβολής των κανόνων του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στο επίπεδο των εθνικών αγορών. Παρά την αδυναμία τους να κατανοήσουν τους συστημικούς παράγοντες που συντέλεσαν στην βαθμιαία ανάδυση του υπερεθνικού συστήματος κυριαρχίας, τα κοινωνικά κινήματα άμεσης δράσης που έκαναν την δυναμική εμφάνιση τους την τελευταία 20ετία στον παγκοσμιοποιημένο Νότο, όπως το Κίνημα Ακτημόνων Αγροτών (MST) στην Βραζιλία, ή τα κινήματα των αυτοχθόνων στην Λατινική και Κεντρική Αμερική, φαίνεται ότι έχουν πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι η πρωτογενής συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής δύναμης που τους αφαιρεί τα στοιχειώδη μέσα που χρειάζονται για την επιβίωση τους και επικαθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ιεραρχική διάρθρωση των κοινωνιών τους σε προνομιούχα και υποτελή κοινωνικά στρώματα, συντελείται πρωτίστως στο υπερεθνικό επίπεδο.

Πρόκειται για μια βιωματική συνειδητοποίηση που αναμφίβολα επιτάθηκε από την κατάσταση απόλυτης εξάρτησης έναντι των ΗΠΑ στην οποία είχαν περιέλθει τα περισσότερα κράτη της Λατινικής Αμερικής, τα οποία είχαν μετατραπεί σε προτεκτοράτα του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και των βασικών υπερεθνικών θεσμών του, όπως το Δ.Ν.Τ., η Παγκόσμια Τράπεζα και η N.A.F.T.A. Η συνειδητοποίηση αυτή αποκρυσταλλώθηκε στην σταθερά εχθρική διάθεση που επιδεικνύουν τα κινήματα αυτά έναντι της δραστηριοποίησης των βορειοαμερικανικών πολυεθνικών εταιρειών στις χώρες τους, στην απόρριψη των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που προωθούν οι υποτελείς ελίτ των λατινοαμερικανικών κρατών για ιδιωτικοποίηση του κοινωνικού πλούτου προς όφελος των πολυεθνικών και τελικά στην απαίτηση για μονομερή αποχώρηση και κατάργηση των καπιταλιστικών περιφερειακών οικονομικών μπλοκ όπως είναι η N.A.F.T.A., τα οποία θεσμοποιούν τις σχέσεις εξάρτησης και υποτέλειας ανάμεσα σε κράτη με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης.[vii]

Η οργανική διαπλοκή που ενυπάρχει ανάμεσα στις ιεραρχικές δομές υπερεθνικής διακυβέρνησης και στους θεσμούς συγκέντρωσης δύναμης στο επίπεδο των τοπικών κοινωνιών, καθίσταται ακόμη πιο εμφανής στην περίπτωση των πελατειακών δικτατορικών καθεστώτων στις Αραβικές χώρες της Βορείου Αφρικής. Είναι προφανές ότι τα καθεστώτα σε Αίγυπτο και Τυνησία δεν θα μπορούσαν να έχουν επιβιώσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, αν δεν είχαν γίνει αποδέκτες μαζικής πολιτικής, οικονομικής και διπλωματικής υποστήριξης από τους επικυρίαρχους της υπερεθνικής ελίτ. Με αντάλλαγμα την εφαρμογή μιας ευνοϊκής εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής για τα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των δυτικών ελίτ, καθώς και του περιφερειακού μαντρόσκυλου τους Ισραήλ, οι πληθυσμοί της Τυνησίας και της Αιγύπτου υποχρεώθηκαν να υποστούν για δεκαετίες την καταπιεστική διακυβέρνηση μιας διεφθαρμένης κυβερνητικής συμμορίας που λειτουργούσε ως τοποτηρητής των δυτικών συμφερόντων χωρίς την παραμικρή λαϊκή νομιμοποίηση. Ο βαθμός στον οποίο τα καθεστώτα ήταν τεχνητά και δεν αντικατόπτριζαν τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στα υπάρχοντα πολιτικά ρεύματα του αραβικού κόσμου, αποδεικνύεται από την αδιάλειπτη προσφυγή τους σε ανηλεείς μεθόδους καταστολής και την εξάρτηση της επιβίωσης τους από την συνέχιση μιας διαρκούς κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Μόνο η γενναιόψυχη συνδρομή της υπερεθνικής ελίτ με τα ανεξάντλητα πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά και ιδεολογικά μέσα που αυτή έχει υπο τον έλεγχο της, μπόρεσε να εδραιώσει την εξουσία των πελατειακών αυτών καθεστώτων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Διεθνοποιημένος καπιταλισμός και «εθνική απελευθέρωση»:

δυο ασύμβατα οικονομικά μοντέλα

Το γεγονός ότι στις κοινωνίες που έχουν ενσωματωθεί πλήρως στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, ο αποκεντρωμένος μηχανισμός υπερεθνικής εξουσίας συνιστά τον καθοριστικό παράγοντα και το προνομιακό πεδίο μέσα στο οποίο συγκροτούνται οι ταξικοί διαχωρισμοί που έπειτα αναπαράγονται στις επιμέρους ιεραρχικές κοινωνικές ολότητες, δεν σημαίνει ότι η αποσύνδεση μιας χώρας από τα διεθνή κέντρα οικονομικής εξουσίας είναι επαρκής συνθήκη για την αυτόματη εξάλειψη των ταξικών διακρίσεων μέσα στην χώρα αυτή. Ωστόσο, η απεξάρτηση της τοπικής οικονομίας και κοινωνίας από το διεθνοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για την αποκατάσταση μιας, έστω έμμεσης, τοπικής κυριαρχίας πάνω στην οικονομική διαδικασία, έναν βαθμό ελέγχου επί των εγχώριων πλουτοπαραγωγικών πηγών και την δυνατότητα αξιοποίησης τους προς όφελος του τοπικού πληθυσμού μέσω της Κοινωνικής Πάλης «από τα κάτω».[viii] Άλλωστε, η βασική οικονομική λειτουργία που καλούνταν να επιτελέσει ο ιμπεριαλισμός ήταν πάντοτε η βίαιη υφαρπαγή και απαλλοτρίωση των φυσικών πόρων των χωρών της περιφέρειας και η αυτόματη μεταφορά πλεονασμάτων στις μητροπολιτικές χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού κέντρου, με την αντίστοιχη υπανάπτυξη και τον αναπόφευκτο οικονομικό μαρασμό που επιφέρει αυτή η διαδικασία στις οικονομίες των υποτελών χωρών της περιφέρειας.

Έτσι, δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη ότι στην συντριπτική πλειοψηφία τους, τα αντιμπεριαλιστικά καθεστώτα εξορισμού υιοθέτησαν πολιτικές που επικεντρώνονταν στην αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη, στην ενίσχυση των λαϊκών εισοδημάτων και στην βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και του μορφωτικού επιπέδου των πληθυσμών τους, αφού ανήλθαν στην εξουσία όντας στην εμπροσθοφυλακή οργανωμένων εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Τα κινήματα αυτά είχαν σαν πρώτο στόχο την αναστροφή των τάσεων αποσάθρωσης της εγχώριας παραγωγικής δομής και διάλυσης του κοινωνικού ιστού που είχαν επιφέρει δεκαετίες ή και αιώνες ετεροκαθορισμού των τοπικών κοινωνιών από τα ξένα κέντρα οικονομικής εξουσίας. Όπως γράφει ο Φωτόπουλος, «… συνήθως τα [μη-πελατειακά, αντιμπεριαλιστικά] καθεστώτα αυτά είτε είναι συνεχιστές λαϊκών επαναστάσεων (Ιράν) είτε εκφράζουν εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, όπως στην Λιβύη και στα Μπααθικά καθεστώτα (Ιράκ, Συρία). Αυτό σημαίνει ότι έχουν σημαντική λαϊκή στήριξη και, επομένως, η ανατροπή τους από την υπερεθνική ελίτ μπορεί να θεμελιωθεί μόνο μέσα από την εκμετάλλευση ενός (ανοικτού ή μη) εμφυλίου πολέμου (Ιράκ, Λιβύη κ.λπ.)».[ix]

Για παράδειγμα, το βραχύβιο εθνικοαπελευθερωτικό και αντιμπεριαλιστικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε στην Μπουρκίνα-Φάσσο από το 1983 έως το 1987, υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή αξιωματικού Τ. Σανκάρα, εφάρμοσε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα ενδογενούς οικονομικής ανάπτυξης με κύριο στόχο την κάλυψη των βασικών αναγκών του πληθυσμού και την απεξάρτηση της τοπικής παραγωγικής διαδικασίας από την επικυριαρχία των διεθνών οικονομικών οργανισμών, όπως το Δ.Ν.Τ., τα «αναπτυξιακά» διαρθρωτικά μέτρα των οποίων είχαν οδηγήσει την πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας στα πρόθυρα της λιμοκτονίας. Έτσι, μέσα από την αύξηση της συνειδητοποίησης και την μαζική κινητοποίηση της αγροτικής τάξης και την υλοποίηση «από τα πάνω» μιας ριζοσπαστικής αγροτικής μεταρρύθμισης, η Μπουρκίνα-Φάσσο μπόρεσε σε διάστημα τεσσάρων ετών να κατακτήσει την επάρκεια σε διατροφικά αγαθά για τον πληθυσμό της, ενώ έβαλε τις βάσεις για την δημιουργία ενός εναλλακτικού αναπτυξιακού μοντέλου προσανατολισμένου στην εξυπηρέτηση των τοπικών αναγκών, μεταξύ των οποίων και η επίτευξη μιας ισόρροπης σχέσης με το φυσικό περιβάλλον.[x] Το επιτυχημένο πρότυπο τοπικής οικονομικής αυτοδυναμίας που ενσάρκωνε η επανάσταση στην Μπουρκίνα-Φάσσο, κατέστησε τον Σανκάρα επικίνδυνο για την ηγεμονία της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή, αλλά και για τις υποτελείς Αφρικανικές ελίτ που ενεργούν ως εντολοδόχοι του συστήματος. Την λύση ανέλαβαν να δώσουν οι ξενόδουλες ένοπλες δυνάμεις της χώρας, που ανέτρεψαν και δολοφόνησαν τον Σανκάρα, καταργώντας εν μία νυκτί όλες τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις του και επαναφέροντας το καθεστώς οικονομικής τρομοκρατίας του Δ.Ν.Τ. στην χώρα.

Αλλά ακόμη και στην Λιβύη την εποχή της Τζαμαχιρίγια, την οποία τα συστημικά ΜΜΕ, κόντρα σε όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, παρουσίαζαν ως μια «Αλβανία» της βορείου Αφρικής στο πλαίσιο μιας νεοταξικής ιδεολογικής αφήγησης που στόχο είχε να νομιμοποιήσει την κατάλυση του καθεστώτος από τις δυτικές ελίτ, τα κοινωνικά επιτεύγματα του καθεστώτος ήταν πραγματικά αξιοσημείωτα. Χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, αναφέρουμε ότι το προσδόκιμο ζωής στην λιβυκή Τζαμαχιρίγια ήταν 74 χρόνια, αριθμός πραγματικά εξωπραγματικός αν σκεφτούμε ότι μιλάμε για Αφρικανικό κράτος. Το ποσοστό εγγράμματων στο σύνολο του πληθυσμού ανερχόταν σε 88%, ενώ ο δείκτης ανθρώπινης ανάπτυξης, που αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό μέγεθος μέτρησης με βάση το οποίο προσμετράται η επάρκεια υποδομών, όπως π.χ. πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό, που διασφαλίζουν μια ικανοποιητική ποιότητα ζωής, έφτανε στα πρωτόγνωρα επίπεδα του 97%![xi] Σε ότι αφορά το φλέγον ζήτημα της παιδικής θνησιμότητας, το σχετικό ποσοστό στην Λιβύη βρισκόταν πολύ κοντά στα ποσοστά που συναντά κανείς στις ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλιστικού κέντρου με μόλις 1,6%, σε χτυπητή αντίθεση με τους τραγικούς μέσους όρους των χωρών της υποσαχάρειας Αφρικής.[xii] Τέλος, ως αποτέλεσμα του ριζοσπαστικού συστήματος ισότιμης κατανομής των προσόδων από το πετρέλαιο, μόλις το 7,4% του πληθυσμού της χώρας βρισκόταν κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην υποτιθέμενη «νέα οικονομική υπερδύναμη» Βραζιλία ανέρχεται σε 31%, στην Νιγηρία η οποία διαθέτει αντίστοιχου μεγέθους πετρελαϊκά κοιτάσματα σε 70%, ενώ στις πλήρως «ανεπτυγμένες» και αγοραιοποιημένες κοινωνίες της Δύσης που βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, τα ποσοστά της φτώχειας φτάνουν στο 14,3% για τις Η.Π.Α. και στο τριτοκοσμικό 22% για το Ηνωμένο Βασίλειο.[xiii]

Σίγουρα, η εγκαθίδρυση αντιμπεριαλιστικών καθεστώτων σε Λιβύη και Μπουρκίνα-Φάσσο δεν οδήγησε στην καθολική εξάλειψη των ταξικών διαχωρισμών στις χώρες αυτές, με την ευρεία έννοια της κατάργησης των ετερόνομων ιεραρχικών δομών και σχέσεων ανάμεσα σε μια πολιτική ελίτ που διαχειρίζεται την κρατική εξουσία, από την μια μεριά, και το σύνολο της κοινωνίας από την άλλη. Ωστόσο, μπορεί κανείς να ισχυριστεί βάσιμα ότι η ελίτ που καταλαμβάνει την κρατική εξουσία χάρη σε ένα εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα που αναπτύσσεται ως καθολική λαϊκή αντίδραση στον ιμπεριαλισμό, κατά κανόνα τείνει να θεμελιώσει την πολιτική νομιμοποίηση της σε ένα εναλλακτικό κοινωνικό παράδειγμα που βασίζεται στο δίπτυχο της εθνικής αυτοδιάθεσης στο πολιτικό επίπεδο και της οικονομική ανεξαρτησίας και ισοκατανομής της οικονομικής δύναμης στο πεδίο της οικονομίας. Έτσι, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού που διασφαλίζει την αναπαραγωγή της κοινωνικής συναίνεσης μέσα από την οποία το εθνικοαπελευθερωτικό καθεστώς αντλεί την νομιμοποίηση του, προϋποθέτει την δημιουργία συνθηκών αυτοδυναμίας και οικονομικού αυτοκαθορισμού μέσα στις οποίες είναι δυνατή η μερική αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων προς όφελος του πληθυσμού. Η πορεία λοιπόν προς την αυτοδυναμία συνεπάγεται μια αναπτυξιακή διαδικασία βασισμένη σε ενδογενείς οικονομικούς παράγοντες και κατά συνέπεια οδηγεί αναπόφευκτα σε διάρρηξη των δεσμών εξάρτησης από το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, το οποίο είναι από την φύση του προσανατολισμένο προς το εξωστρεφές αναπτυξιακό μοντέλο των απορυθμισμένων αγορών.

Παρομοίως, η ενεργή ηθική και υλική υποστήριξη που παρέχουν τα αντιμπεριαλιστικά κράτη σε ένοπλα ή μη πολιτικά κινήματα που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό του συστήματος δεν οφείλεται αναγκαστικά στον θαυμασμό που τρέφουν οι αντιμπεριαλιστές ηγέτες για τα επαναστατικά ιδανικά, αλλά σε μια ορθολογική προσπάθεια εξεύρεσης συμμάχων που απορρέει από την συνειδητοποίηση ότι τα καθεστώτα τους δεν θα επιβιώσουν αν παραμείνουν περικυκλωμένα από κράτη υποτελή στο σύστημα και την υπερεθνική ελίτ. Από αυτή την άποψη, μπορούμε να πούμε βάσιμα πως ο εθνικοαπελευθερωτικός ρόλος που διαδραματίζουν οι αντιμπεριαλιστικές ελίτ έχει «αντικειμενικά» αντισυστημικά χαρακτηριστικά, με την έννοια ότι είναι εξορισμού ασύμβατος με την ομαλή λειτουργία των κυρίαρχων οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών θεσμών του συστήματος. Δηλαδή, ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τις υποκειμενικές πεποιθήσεις των αντιμπεριαλιστικών ελίτ, η ίδια η δυναμική της λειτουργίας του συστήματος, καθώς και η δυναμική των θεσμών οικονομικής αυτοδυναμίας που αναπτύχθηκαν κατά την εθνικοαπελευθερωτική φάση των αντιμπεριαλιστικών καθεστώτων και στους οποίους βασίζουν την δύναμη τους, οδηγεί αναπόφευκτα σε ρήξη, σε ανταγωνιστικές σχέσεις και τελικά σε μετωπική σύγκρουση με το διεθνοποιημένο σύστημα της οικονομίας της αγοράς και την υπερεθνική ελίτ που το διαχειρίζεται. Υιοθετώντας μια μακροϊστορική προοπτική, μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι κάτι αντίστοιχο έλαβε χώρα και στην περίπτωση της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ, όπου παρά την παρατεταμένη περίοδο μιας φαινομενικά ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα στο καπιταλιστικό και το σοσιαλιστικό μπλοκ, ο ανταγωνισμός που υπέβοσκε ανάμεσα στα δυο ριζικά αντίθετα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης οδήγησε τελικά το μοντέλο του κρατικιστικού σοσιαλισμού στην διάλυση και τον αφανισμό.

Εξάλλου, αν εξετάσουμε την περίπτωση ενός χαρακτηριστικού παραδείγματος κράτους-«ταραξία», του μπααθικού καθεστώτος της Συρίας, θα διαπιστώσουμε ότι εδώ και χρόνια διαδραματίζει ρόλο στρατηγικού αντίβαρου και εμποδίου στην εξάπλωση της σιωνιστικής – και άρα συστημικής – ηγεμονίας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, αντιστρατευόμενο έτσι τις δομές συγκέντρωσης δύναμης στο υπερεθνικό επίπεδο. Ο ρόλος αυτός του συριακού καθεστώτος δεν προκύπτει από κάποια έμφυτη «επαναστατικότητα» ή «αντικαπιταλιστική συνειδητοποίηση» της μπααθικής ελίτ, αλλά από στρατηγικές επιλογές που είναι αναγκαίες για την επιβίωση του ίδιου του συριακού καθεστώτος. Και μπορεί η γεωπολιτική να αναφέρεται στον ανταγωνισμό ανάμεσα σε ετερόνομες κρατικές δομές και την ιεραρχική διαστρωμάτωση τους στο διεθνές πεδίο, ωστόσο η πάλη της συριακής άρχουσας τάξης ενάντια στην υπερεθνική ελίτ ενέχει εξορισμού δυνητικά αντισυστημικά χαρακτηριστικά. Κι αυτό γιατί μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας οι εθνικές μονάδες που κατέχουν κυρίαρχη θέση είναι συγκεκριμένες. Οπότε, εκ των πραγμάτων η Συρία είναι αναγκασμένη να αμφισβητήσει καθολικά τις παραμέτρους της συστημικής κυριαρχίας αν επιθυμεί να «αναβαθμίσει» την θέση της μέσα στο διεθνοποιημένο σύστημα κυριαρχίας, μιας και η πολύπλευρη και αμέριστη στήριξη προς το επεκτατικό ισραηλινό απαρτχάιντ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της στρατηγικής της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή. Και μπορεί ο τελικός στόχος μια τέτοιας στρατηγικής να είναι η ισχυροποίηση του Συριακού κράτους και η αύξηση της περιφερειακής επιρροής της Συριακής ελίτ, στόχος που επουδενί δεν είναι συμβατός με το όραμα μιας ακρατικής κοινωνίας. Μολαταύτα, ο στρατηγικός ανταγωνισμός μεταξύ των ελίτ ενδέχεται να δημιουργήσει ρήγματα στις δομές ανισοκατανομής δύναμης που το σύστημα κυριαρχίας έχει θεσμοποιήσει σε περιφερειακό επίπεδο, ή ακόμη και να ριζοσπαστικοποιήσει τα ίδια τα καθεστώτα που αντιστέκονται στην θεσμοποίηση της υποτέλειας τους. Μια συγκρουσιακή διαδικασία που εμπεριέχει ευκαιρίες για δυνητικά αντισυστημικά κινήματα να αποσπάσουν περιοχές της περιφέρειας από τον έλεγχο του συστήματος, υπονομεύοντας έτσι την δύναμη του συστήματος τόσο στην «εξωτερική» του περιφέρεια, όσο και στο εσωτερικό των καπιταλιστικών μητροπολιτικών χωρών.

Από αυτή την άποψη, τα αντιμπεριαλιστικά κινήματα έχουν θετική επίπτωση και στον συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης στις καπιταλιστικές μητροπόλεις του Κέντρου, αφού η τάση προς την διαρκή επέκταση και την κατάκτηση νέων αγορών είναι έμφυτη στην λειτουργία του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Η εγγενής τάση για την καθολίκευση των θεσμών του υπερεθνικού συστήματος κυριαρχίας, της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, είναι σύμφυτη με το θεμελιακό στοιχείο που διασφαλίζει την αναπαραγωγή των ιεραρχικών σχέσεων και δομών συγκέντρωσης δύναμης σε πλανητικό επίπεδο, την οικονομική ανάπτυξη. Έτσι, η επιβίωση και μακροημέρευση του συστήματος προϋποθέτει την ενσωμάτωση των εθνικών αγορών σε παγκόσμια κλίμακα και την καθολική κατάργηση των κοινωνικών ελέγχων που περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων του πολυεθνικού κεφαλαίου, με την έννοια της απρόσκοπτης ροής αγαθών, υπηρεσιών και εμπορευμάτων σε πλανητικό επίπεδο. Επίσης, η πολιτική σταθερότητα συνιστά βασικό στοιχείο της ασφάλειας και ομαλής λειτουργίας του συστήματος, πράγμα που προϋποθέτει την βίαιη συντριβή κάθε τοπικού κινήματος ή κρατικού μορφώματος που συνεχίζει να αντιστέκεται στην επέκταση του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος, με βασικό κριτήριο ιεράρχησης τα οικονομικά ή γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα που αποκομίζει η υπερεθνική ελίτ από την κατοχή της μιας περιοχής ή της άλλης.

Ο όψιμος ενδοτισμός των μεταμοντέρνων ελευθεριακών και που οφείλεται

Η ενδοτική στάση μιας μερίδας ελευθεριακών και αναρχικών έναντι της πρόσφατης ΝΑΤΟϊκής επιδρομής που ανέτρεψε το καθεστώς του Καντάφι στην Λιβύη στηρίχτηκε σε δύο βασικές αρχές που καταδεικνύουν έναν ανησυχητικό βαθμό ιδεολογικής διάβρωσης που φαίνεται να έχει υποστεί ο ελευθεριακός χώρος στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας. Η πρώτη από αυτές τις αρχές διακηρύσσει ότι η ουδετερότητα είναι η επιβεβλημένη και πολιτικά ορθή στάση για ελευθεριακούς και αναρχικούς σε περιπτώσεις όπου το σύστημα συγκρούεται με μια τοπική ιεραρχική δομή, κρατική ή κινηματική. Συνακόλουθα, η τήρηση αυτής της ουδετερότητας συνδέεται με την κυριότερη κριτική που απευθύνουν οι μεταμοντέρνοι «ελευθεριακοί» στον αντιμπεριαλισμό, σύμφωνα με την οποία ο αντιμπεριαλιστικός λόγος υποθάλπει και παρέχει ιδεολογική κάλυψη στις πρακτικές απολυταρχικών κυβερνήσεων και στην ανάδυση και εδραίωση τοπικών ιεραρχικών δομών. Μια δεύτερη πιο «προωθημένη» άποψη, αυτή των φιλοσιωνιστών «ελευθεριακών», δεν περιορίζεται στην ουδετερότητα, αλλά προσχωρεί πλήρως στο συστημικό στρατόπεδο, υιοθετώντας την αναγκαιότητα επέκτασης του θεσμικού πλαισίου του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος στις χώρες της περιφέρειας, χάρη στα ατομικά δικαιώματα και τις «ελευθερίες» που παρέχει αυτό στους υπηκόους του.

Ωστόσο, και οι δύο αυτές απόψεις είναι εντελώς ασύμβατες με κάθε έννοια κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας, στον βαθμό που και οι δύο υπόρρητα νομιμοποιούν το σύστημα. Και οι δύο απόψεις, α) αποκρύπτουν συνειδητά την ενότητα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς ως ενιαίου συστήματος που θεσμοποιεί τις σχέσεις δύναμης ανάμεσα στα κράτη και τον ρόλο της υπερεθνικής ελίτ ως αποκεντρωμένης εξουσιαστικής δομής και κεντρικού φορέα της ετερονομίας στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας και β) ορίζουν την απελευθέρωση του ανθρώπου με όρους ατομικών δικαιωμάτων που όμως από την φύση τους συνεπάγονται την διατήρηση του Κράτους και των δομών ανισοκατανομής δύναμης του συστήματος και την εγκατάλειψη κάθε αντισυστημικής προοπτικής από ένα κίνημα που κατά τα άλλα πρεσβεύει την «άμεση δημοκρατία».

Αναφορικά με το ζήτημα της ενότητας του συστήματος ως ενιαίας εξουσιαστικής δομής, οι μεταμοντέρνοι «ελευθεριακοί» εκλαμβάνουν τον αντιμπεριαλισμό ως ιδεολογικό προκάλυμμα για την νομιμοποίηση εγχώριων πολιτικών ιεραρχιών. Με αυτή την έννοια, αρνούνται ότι τα αντιμπεριαλιστικά καθεστώτα επιτελούν μια υπαρκτή λειτουργία στο πλαίσιο της διεθνούς Κοινωνικής Πάλης, ή συνακόλουθα την ύπαρξη της Κοινωνικής Πάλης αυτής καθ’ εαυτής στο διεθνές πεδίο, που συμβάλει αντικειμενικά στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τους κυρίαρχους ετερόνομους θεσμούς της νεωτερικότητας, την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και την οικονομία της αγοράς. Παρά το γεγονός ότι οι ελίτ και οι προνομιούχες κοινωνικές ομάδες του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού Κέντρου συγκεντρώνουν στα χέρια τους την συντριπτική πλειοψηφία του παγκόσμιου πλούτου και εισοδήματος, παρόλο που έχουν υπο τον έλεγχο τους την παγκόσμια παραγωγή και διανομή αγαθών και υπηρεσιών, παρόλο που εγκαθιδρύουν θεσμούς υπερεθνικής διακυβέρνησης που κατοχυρώνουν την συγκέντρωση δύναμης σε πολιτικό επίπεδο και υπερέχουν ξεκάθαρα σε στρατιωτική ισχύ και τεχνολογική εξέλιξη, η πρωτοκαθεδρία των δυτικών θεσμών ως πρωταρχικού φορέα ετερονομίας και πηγής των σχέσεων δύναμης σε πλανητικό επίπεδο δεν αναγνωρίζεται από αυτούς τους «ελευθεριακούς». Μιλούν για «αυτονομία» και αυτοτέλεια μέσων και σκοπών της κάθε τοπικής ελίτ, σε πλήρη απομόνωση από το υπερεθνικό σύστημα κυριαρχίας. Για παράδειγμα, σε ότι αφορά την Αιγυπτιακή εξέγερση, ελάχιστες ήταν οι «ελευθεριακές» αναλύσεις που έλαβαν υπόψη τον κατάπτυστο ρόλο του Μουμπάρακ ως υποχείριου της υπερεθνικής ελίτ και βασικού στηρίγματος της ηγεμονίας του Ισραήλ στην περιοχή, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν τις αιτίες του μίσους που ένιωθε ο Αιγυπτιακός λαός για το καθεστώς. Οι δεσμοί εξάρτησης του καθεστώτος από την υπερεθνική ελίτ και η έμμεση στήριξη του στην εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων από του Σιωνιστές αγνοήθηκαν, ενώ δόθηκε ιδιαίτερη σημασία σε αμιγώς ενδογενείς παράγοντες, λες και η δικτατορική φύση και η νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική του καθεστώτος ήταν φαινόμενα που διαμορφώθηκαν ανεξάρτητα από την υποτελή θέση της Αιγύπτου στο υπερεθνικό σύστημα κυριαρχίας.

Από την άλλη, υιοθετούν μια συνομωσιολογική προσέγγιση στο ζήτημα της ανισοκατανομής δύναμης σε παγκόσμιο επίπεδο (όλες οι ελίτ είναι το ίδιο), παραβλέποντας τις σχέσεις εξάρτησης και τις ιεραρχικές διαβαθμίσεις στο εσωτερικό της υπερεθνικής ελίτ που διαμορφώνονται με βάση την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική δύναμη που κατέχει η κάθε ελίτ ξεχωριστά. Η τάση αυτή είναι πρόδηλη και στην στάση κάποιων «ελευθεριακών» και «αναρχικών» οργανώσεων στο ζήτημα της ελληνικής κρίσης. Η συγκεχυμένη αντίληψη τους για την Κοινωνική Πάλη εμφανίζεται στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουν οι αναρχικές συλλογικότητες τη σχέση ανάμεσα στο εγχώριο και το υπερεθνικό κεφάλαιο. Όντας οπαδοί της παρωχημένης (19ος αιώνας) άποψης που θέλει τις δομές εξουσίας να εκπορεύονται και να θεσμίζονται αποκλειστικά με σημείο αναφοράς το έθνος-κράτος, οι αναρχικοί αποδίδουν στο εγχώριο καπιταλιστικό κεφάλαιο έναν βαθμό ανεξαρτησίας και αυτονομίας δράσης που δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Πολλοί, μάλιστα, φτάνουν στο σουρεαλιστικό συμπέρασμα πως το Μνημόνιο δεν είναι τίποτα άλλο από ένα τέχνασμα της εγχώριας πολιτικής και οικονομικής ελίτ για να επιβληθούν πολιτικές που δεν θα μπορούσαν να περάσουν διαφορετικά, χωρίς την επίκληση της υπερεθνικής απειλής των πιστωτών μας! Και κάποιοι άλλοι μιλάνε για τον «κυρίαρχο επεκτατικό ελληνικό καπιταλισμό». Η θέση, ωστόσο, περί «αυτονομίας» του ελληνικού κεφαλαίου είτε παραβλέπει συνειδητά τον σημαντικό βαθμό ενοποίησης των καπιταλιστικών οικονομιών που έχει επιτευχθεί με το άνοιγμα των αγορών και την ενσωμάτωση τους σε νεοφιλελεύθερα, περιφερειακά οικονομικά μπλοκ, είτε υποθέτει ότι οι σχέσεις που δημιουργεί η διεθνοποίηση ανάμεσα στις εθνικές οικονομίες – αγορές με ανισομερή ανάπτυξη δεν είναι σχέσεις κυριαρχίας και εξάρτησης, αλλά αντίθετα, σχέσεις αμοιβαιότητας και αλληλεξάρτησης. Ισχυρισμός ωστόσο που είναι εντελώς παρανοϊκός, στον βαθμό που στο πλαίσιο ενός συστήματος που βασίζει τη διεθνοποίηση του στην πλήρη απελευθέρωση των δυνάμεων  της αγοράς και στην απρόσκοπτη λειτουργία του ανταγωνισμού, η μοναδική μορφή οικονομικής αλληλεπίδρασης που θεσμοποιείται και μπορεί να ευδοκιμήσει μέσα στις δομές του συστήματος είναι η αλληλεπίδραση που θεμελιώνεται σε σχέσεις υποτέλειας, εξάρτησης και κυριαρχίας. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι οι ντόπιοι βιομήχανοι έχουν στο μυαλό τους το καλό της κοινωνίας σε αντίθεση με το «κακό» υπερεθνικό κεφάλαιο. Αντίθετα, λέμε ότι ακόμη και η εσωτερική διάρθρωση των ελίτ συνίσταται σε μια ιεραρχική κοινωνική ολότητα στην οποία είναι προφανές ότι η ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ κατέχει υποτελή θέση έναντι π.χ. της πανίσχυρης γαλλικής ή γερμανικής ελίτ που μέσω της απορύθμισης και της απελευθέρωσης των αγορών μπορεί να επιβάλλει τη βούληση της στα λιγότερα ισχυρά τμήματα της υπερεθνικής ελίτ και στην περιφέρεια. Με άλλα λόγια, οι σχέσεις της ελληνικής ελίτ με την υπερεθνική δεν είναι σχέσεις αλληλεξάρτησης, αλλά υποτέλειας κι εξάρτησης σε ότι αφορά τη δράση τους στον ελληνικό οικονομικό χώρο. Άρα, οι βασικές παράμετροι της οικονομικής δραστηριότητας και οι όροι λειτουργίας του συστήματος δεν τίθενται από την υποτελή ελληνική ελίτ, αλλά από την υπερεθνική, που διατηρεί την επικυριαρχία πάνω στην ελληνική αγοραιοποιημένη οικονομία.

Εξαιτίας αυτής της παντελούς έλλειψης αντισυστημικής ανάλυσης, δεν τίθεται θέμα για τους μεταμοντέρνους «ελευθεριακούς» αντικατάστασης μιας τοπικής, περιορισμένης εμβέλειας ιεραρχικής δομής από μια ακόμη πιο ισχυρή ετερόνομη δομή, που μετατοπίζει τα βασικά κέντρα λήψης αποφάσεων στο υπερεθνικό επίπεδο και κατοχυρώνει τον ετεροκαθορισμό στο πεδίο της οικονομίας, εκχωρώντας τον έλεγχο των βασικών παραμέτρων της τοπικής οικονομίας στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Από αυτή την άποψη, η ουδετερότητα της «ελευθεριακής» αριστεράς μπροστά στους φονικούς βομβαρδισμούς που εξαπέλυσε ο στρατιωτικός βραχίονας της υπερεθνικής ελίτ στην Λιβύη, έχει τον χαρακτήρα των ίσων αποστάσεων ανάμεσα στο θύμα και τον θύτη και συνεπάγεται έμμεση υποστήριξη της εκστρατείας για επέκταση της ηγεμονίας της υπερεθνικής ελίτ. Αλλά και για την δυνητική Λιβυκή ελίτ, η ενσωμάτωση των πολιτικών και οικονομικών δομών της μεταπολεμικής Λιβύης στο σύστημα υπερεθνικής κυριαρχίας εμφανίζεται ως επιβεβλημένη επιλογή. Κι αυτό γιατί θα διασφαλίσει την βιωσιμότητα και σταθερότητα των ετερόνομων θεσμών στο εσωτερικό και μαζί την διαιώνιση της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας της νέας ελίτ, ακόμη και αν αυτή εισέλθει στο παγκόσμιο σύστημα καταλαμβάνοντας υποτελή θέση στο διεθνοποιημένο καταμερισμό εργασίας.

Με άλλα λόγια, ο αντιμπεριαλισμός είναι μια στάση που δεν αντιτάσσεται γενικά και αόριστα σε μια αφηρημένη έννοια της «κυριαρχίας», αλλά αποτελεί ζωντανό μέρος της Κοινωνικής Πάλης ως έμπρακτη έκφραση της συνειδητοποίησης ότι η ετερονομία στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας θεσμοποιείται μέσα από συγκεκριμένες δομές ετεροκαθορισμού, με κυριότερη από αυτές το σύστημα της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Έτσι, χωρίς απαραίτητα να υιοθετεί ή να υποστηρίζει το περιεχόμενο των αντιμπεριαλιστικών καθεστώτων της περιφέρειας, επιτάσσει την αλληλεγγύη προς αυτά, μόνο όταν αυτά περιέρχονται σε θέση άμυνας απέναντι στις επιθέσεις και τις επεκτατικές βλέψεις του ισχυρότερου εξουσιαστικού μηχανισμού της εποχής μας, της υπερεθνικής ελίτ.[xiv] Η παραδοσιακή απόρριψη άλλωστε της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού από την Αριστερά, δεν στηριζόταν στον θαυμασμό των μορφών κοινωνικής οργάνωσης των αυτοχθόνων, αλλά στην ρητή αναγνώριση του δικαιώματος κάθε λαού στον αυτοκαθορισμό και την αυτοδιάθεση, στην παραδοχή της βαθύτατα εκμεταλλευτικής και αντιδημοκρατικής φύσης του καπιταλιστικού συστήματος (σε αντιδιαστολή με την συστημική  προπαγάνδα περί «εκπολιτισμού») και στην συνειδητοποίηση των καταστροφικών συνεπειών που είχε η αποικιοκρατία στο μέτωπο της Κοινωνικής Πάλης στο εσωτερικό των καπιταλιστικών μητροπόλεων.

Ακόμη πιο αποθαρρυντική και ασύμβατη με οποιαδήποτε έννοια αυτονομίας είναι η αρνητική στάση που υιοθετούν απέναντι στον αντιμπεριαλισμό ορισμένοι υποτιθέμενοι εξεγερσιακοί «αναρχικοί» και μια μερίδα «ελευθεριακών» των οποίων ο πολιτικός λόγος αναλώνεται σε έναν ατελείωτο μηρυκασμό των συντηρητικότερων στοιχείων της Καστοριαδικής σκέψης. Από την πλευρά τους, οι «ελευθεριακοί» Καστοριαδικού τύπου δεν διακηρύσσουν απλώς την ουδετερότητα τους όταν η υπερεθνική ελίτ αποφασίζει να κινηθεί άμεσα ενάντια σε ένα κράτος ή ένα λαϊκό κίνημα που αντιστέκεται σε αυτήν, αλλά σιγοντάρουν πρόθυμα τις προσπάθειες επέκτασης της συστημικής κυριαρχίας υποστηρίζοντας ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι τυπικές «ελευθερίες» που περιέχονται στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος αποτελούν το πρόπλασμα και το αναγκαίο πολιτισμικό υπόβαθρο για την επίτευξη της αυτονομίας. Αυτή η αντίληψη είναι το λιγότερο παραπλανητική όταν εκφέρεται από υπέρμαχους της άμεσης δημοκρατίας, αφού παραβλέπει το γεγονός ότι η ύπαρξη των ατομικών δικαιωμάτων συνεπάγεται εξορισμού τον διαχωρισμό ανάμεσα στην πολιτεία και την κοινωνία υπό την μορφή μιας οργανωμένης κρατικής εξουσίας. Από αυτή την άποψη, τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορούν να εκληφθούν ως αφετηρία για την ανάπτυξη ενός κινήματος υπέρ της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας σε ρήξη και καθ’ υπέρβαση των ετερόνομων συστημικών δομών, αφού η βασική λειτουργία τους είναι η θεσμοποίηση μιας άλλου τύπου ετερόνομης σχέσης ανάμεσα στις συστημικές ελίτ και τους υπηκόους τους. Με άλλα λόγια, από την στιγμή που τα δικαιώματα προϋποθέτουν την διατήρηση της κρατικής εξουσίας, στην ουσία δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να κωδικοποιούν τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις ανισοκατανομής δύναμης, όπως αυτές ανακύπτουν στο πλαίσιο λειτουργίας του συστήματος από την εκάστοτε έκβαση της Κοινωνικής Πάλης. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι από την στιγμή που το μονοπώλιο των ελίτ πάνω σε όλες τις μορφές δύναμης δεν τίθεται σε αμφισβήτηση, τα εκάστοτε δικαιώματα δεν συνιστούν μόνιμα και αναλλοίωτα χαρακτηριστικά της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» ως μορφής κοινωνικής οργάνωσης, αλλά εφήμερες κι εύκολα αναστρέψιμες παραχωρήσεις που διαμορφώνονται ανάλογα με την συνειδητοποίηση που έχουν αναπτύξει τα υποτελή κοινωνικά στρώματα και την εκάστοτε ικανότητα τους να εντείνουν την πίεση μέσω της αντισυστημικής Κοινωνικής Πάλης «από τα κάτω».

Ο τυπικός χαρακτήρας των «ελευθεριών» στις αντιπροσωπευτικές «δημοκρατίες» γίνεται άλλωστε ολοφάνερος σε μια περίοδο που οι ελίτ εντατικοποιούν την Κοινωνική Πάλη από τα πάνω και μετατρέπουν γοργά τα δυτικά καθεστώτα σε κοινοβουλευτικές χούντες όπου οι ατομικές ελευθερίες περιστέλλονται δραστικά και κανένα δικαίωμα δεν γίνεται σεβαστό στην πράξη. Εντελώς επιγραμματικά θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί στις αστυνομικές κτηνωδίες που είναι πλέον στην ημερήσια διάταξη σε ότι αφορά την μεταχείριση των υποτελών κοινωνικών ομάδων από την Βρετανία και την Βαλτιμόρη μέχρι την Κερατέα και τις Σκουριές,[xv] στην προδοτική στάση των συνδικαλιστικών οργανώσεων την στιγμή που οι ελίτ περνούν το ένα αντικοινωνικό μέτρο μετά το άλλο, στην απατηλή φύση του «πλουραλισμού» απόψεων στα «δημοκρατικά» ΜΜΕ αλλά και στην μονοπώληση της πολιτικής εξουσίας από κομματικά δίπολα που εξαπατούν κατ’ επάγγελμα τους ψηφοφόρους και προσφέρουν μόνο την ψευδαίσθηση της ελευθερίας επιλογής.[xvi] Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν συνιστούν κριτική του συστήματος από αντισυστημική σκοπιά (αφού σύμφωνα με την πραγματικά αντισυστημική σκέψη η ίδια η έννοια της «αντιπροσώπευσης» είναι αντιδημοκρατική) αλλά αμφισβήτηση του ακόμη και με βάση τα φιλελεύθερα κριτήρια τα οποία υποτίθεται ότι πληρεί το σύστημα της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης. Και είναι πράγματι ενδεικτικό της βαθύτατα αντιδραστικής τύφλωσης από την οποία πάσχουν οι «αυτόνομοι» Καστοριαδικού τύπου, ότι προχωρούν στην κατηγορηματική απόρριψη των αντιμπεριαλιστικών καθεστώτων σκόπιμα αντιπαραβάλλοντας την έλλειψη «δικαιωμάτων» π.χ. σε ένα «δικτατορικό» καθεστώς σαν αυτό της Τζαμαχιρίγια, με την ύπαρξη «ελευθεριών» στις αντιπροσωπευτικές «δημοκρατίες» τις οποίες εκλαμβάνουν ως δεδομένες ακριβώς την στιγμή που αυτές βρίσκονται υπο εξαφάνιση.

Ούτε μπορεί να αντέξει σε σοβαρή κριτική η άποψη που υπόρρητα ενστερνίζονται οι κάθε λογής Καστοριαδικοί ότι τα «οπισθοδρομικά» καθεστώτα της περιφέρειας πάσχουν από πολιτιστική υστέρηση και οφείλουν να υποβληθούν σε εκσυγχρονισμό και στην μεταφύτευση δυτικών «ορθολογικών» θεσμών προκειμένου να συγκροτηθεί το πολιτισμικό υπόστρωμα που θα γεννήσει τις φαντασιακές σημασίες της αυτονομίας, η οποία είναι ουσιαστικά προϊόν του δυτικού πολιτισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι το κίνημα των Ζαπατίστας και η αναρχική αγροτική κομούνα της Μορέλος δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της Μεξικανικής Επανάστασης, χωρίς το Μεξικό να έχει διέλθει προηγουμένως από οποιοδήποτε ιστορικό στάδιο δυτικού «εκσυγχρονισμού» με την μορφή της εγκαθίδρυσης δομών αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» ή ρεφορμιστικού εργατικού συνδικαλισμού. Μάλιστα μπορεί κανείς βάσιμα να υποθέσει ότι η ίδια η πρωτόγονη και απολυταρχική φύση του Μεξικανικού κράτους και του συστήματος καπιταλιστικής εκμετάλλευσης συντέλεσε τα μέγιστα στην γέννηση και ραγδαία εξάπλωση της δύναμης του Μεξικανικού εργατικού και αγροτικού αναρχισμού.[xvii] Αλλά και η ίδια η ιστορική εξέλιξη των ύστερων δυτικών αντιπροσωπευτικών «δημοκρατιών» με την χουντοποίηση τους και την διολίσθηση τους στον νεοφιλελεύθερο ολοκληρωτισμό αποτελεί απόδειξη ότι οι ετερόνομοι θεσμοί δεν λειτουργούν ως μήτρα και ως πρόπλασμα μορφών αυτόνομης κοινωνικής οργάνωσης, αλλά ως εξουσιαστικοί μηχανισμοί που βρίσκονται σε κατάφωρη αντίθεση με την αυτονομία  και οδηγούν αναπόφευκτα στην συντριβή κάθε τάσης για την συλλογική αυτοθέσμιση της κοινωνίας, μέσω της συνεχούς συγκέντρωσης δύναμης και της αναπαραγωγής των σχέσεων και δομών ετεροκαθορισμού που εμπεριέχονται στο νεοφιλελεύθερο κοινωνικό παράδειγμα. Γι’ αυτό τον λόγο, το αυτόνομο συλλογικό υποκείμενο μπορεί να αναδειχτεί μόνο μέσα από μια διαδικασία ρήξης και μετωπικής σύγκρουσης με το σύστημα και η επικράτηση του δεν συνεπάγεται τίποτα λιγότερο από την καθολική ανατροπή και αντικατάσταση των ετερόνομων πολιτικών και οικονομικών θεσμών.

 

Εξέγερση ή εξεγερτ-ισμός;

Στην εποχή της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας, η εξέγερση δεν είναι πια αυτό που ήταν. Από μια στρατηγική για την ανατροπή του συστήματος, η εξέγερση μετατράπηκε από μια μερίδα αντιεξουσιαστών σε «εξεγερτισμό», ένα κλειστό δόγμα που ανήκει στην τάση του «ριζοσπαστικού» μεταμοντερνισμού. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα αυτοτελές θεωρητικό σύστημα, με δικές του αναλυτικές κατηγορίες, θεωρητικές αντιλήψεις, εσωτερική λογική κατανόησης της εξέλιξης των πραγμάτων, πολιτικές πρακτικές, συμβολισμούς και εικονογραφία. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που έναν από τους πιο απρόσμενους συμμάχους του, ο ιμπεριαλισμός του συστήματος τους βρίσκει στο πρόσωπο κάποιων από τους υποτιθέμενους «εξεγερσιακούς» αναρχικούς. Με την δικαιολογία ότι ο αναρχισμός είναι από την φύση του αντίθετος σε όλες τις ιεραρχίες και ότι τα αντί-ιμπεριαλιστικά καθεστώτα εμπεριέχουν καταπιεστικές πολιτικές δομές και σχέσεις, οι μεταμοντέρνοι «υπέρ-αναρχικοί» αρνούνται να ταχθούν στο πλάι των λαών που υφίστανται τις επιθέσεις του συστήματος και διακηρύσσουν ότι η σύγκρουση ανάμεσα στις ανταγωνιστικές εξουσιαστικές δομές του ιμπεριαλισμού και του αντί-ιμπεριαλισμού δεν τους αφορά. Αυτή η τάση αποστασιοποίησης μιας μερίδας από τους μεταμοντέρνους «αντιεξουσιαστές» επεκτείνεται και στους αγώνες για εθνική αυτοδιάθεση που διεξάγουν διάφορα ένοπλα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα ανά τον κόσμο όπως είναι οι Παλαιστινιακές αντιστασιακές οργανώσεις, o IRA και η ΕΤΑ, επειδή μέσα σε αυτά ηγεμονεύουν ισλαμιστικές ή κρατικιστικές πολιτικές δυνάμεις. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, η εθνικοαπελευθερωτική πάλη θα καταλήξει στην παλινόρθωση μιας ισλαμιστικής ή κρατικής σοσιαλιστικής εξουσίας και γι’ αυτό δεν είναι άξια της συμπαράστασης και της αλληλεγγύης των αμιγώς αναρχικών οργανώσεων και συλλογικοτήτων.

Φυσικά, οι μεταμοντέρνοι αυτοί αντί-εξουσιαστές ξεχνούν ότι όπως γράφει και ο Τ. Φωτόπουλος, «η εθνική απελευθέρωση είναι προϋπόθεση για μια κοινωνική απελευθέρωση βασισμένη στην αυτονομία».[xviii] Με άλλα λόγια, ξεχνούν ότι η στρατιωτική κατοχή συνιστά την ύψιστη συνθήκη ετερονομίας, η οποία ενέχει μια συντριπτική ανισοκατανομή όλων των μορφών δύναμης ανάμεσα στον κατακτητή από την μία μεριά, και τον υπόδουλο λαό από την άλλη, και συνιστά μια συνολική κατάσταση άρνησης του συλλογικού δικαιώματος ενός ολόκληρου λαού στον αυτοκαθορισμό. Οι μεταμοντέρνοι ασυμβίβαστοι «αναρχικοί» μας ανησυχούν για την έλλειψη σεβασμού που επιδεικνύουν οι ισλαμιστικές αντιστασιακές οργανώσεις απέναντι στα ατομικά δικαιώματα, ωστόσο μέσα στο πλαίσιο της στρατιωτικής κατοχής δεν έχει νόημα να μιλά κανείς για την υπεράσπιση δικαιωμάτων στο κοινωνικό πεδίο, αφού αυτό που καταλύεται πρωτίστως είναι το δικαίωμα του κατεχόμενου λαού στην ίδια την αυτοδιάθεση και συλλογική επιβίωση του. Η εξασφάλιση του δικαιώματος στην ζωή αποτελεί προϋπόθεση για την διασφάλιση όλων των δευτερευόντων δικαιωμάτων που συνάγονται από αυτό είτε μιλάμε για ελευθερίες στο πολιτικό και οικονομικό πεδίο ή για δικαιώματα στην κοινωνική σφαίρα. Είναι ανορθολογικό να κόπτεται κανείς για το δικαίωμα των Παλαιστίνιων γυναικών π.χ. στην σεξουαλική απελευθέρωση, αλλά ταυτόχρονα να σφυρίζει αδιάφορα μπροστά στο συνολικό ετεροκαθορισμό τους από την βάρβαρη στρατιωτική κατοχή του σιωνιστικού Ισραήλ. Στην καλύτερη περίπτωση, η ντροπιαστική αυτή δήθεν «αναρχική» στάση των ίσων αποστάσεων, καταλήγει να ευνοεί αντικειμενικά την υπερεθνική ελίτ στην εκστρατεία που διεξάγει για εξάπλωση της κυριαρχίας της, αφού με βάση τους υφιστάμενους συσχετισμούς δυνάμεων υπερέχει ξεκάθαρα έναντι κάθε τοπικού κινήματος αντίστασης ή μεμονωμένου αντί-ιμπεριαλιστικού καθεστώτος.

Έτσι, σύμφωνα με τους εκφραστές της μεταμοντέρνας «αναρχικής» θεώρησης, οι απανταχού αναρχικοί κι ελευθεριακοί ενθαρρύνονται να κάθονται άπραγοι στο περιθώριο όταν η διεξαγωγή της Κοινωνικής Πάλης από την υπερεθνική ελίτ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και εντατικοποιείται παίρνοντας την μορφή βάρβαρων επεκτατικών πολέμων και στρατιωτικών επιθέσεων ενάντια σε ανυπεράσπιστους λαούς της περιφέρειας. Περιττό να πούμε ότι με βάση τούτη την μεταμοντέρνα συλλογιστική, η αντίσταση του ΕΑΜ ενάντια στην ναζιστική κατοχή κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν συνιστούσε απελευθερωτικό φαινόμενο αντάξιο της υποστήριξης των αναρχικών-ελευθεριακών, επειδή η ηγεμονική δύναμη μέσα σε αυτό ήταν οι σταλινικοί κρατιστές του ΚΚΕ. Έτσι, η «ορθή γραμμή» για έναν αναρχικό θα ήταν η τήρηση ίσων αποστάσεων ανάμεσα στους Ναζιστές κατακτητές και τις αντιστασιακές οργανώσεις, με ότι αυτό συνεπάγεται βάσει της πελώριας ασυμμετρίας δύναμης που υπήρχε ανάμεσα στην φονική στρατιωτική μηχανή του Τρίτου Ράιχ και τους αντάρτικους πυρήνες εθελοντών των αντιστασιακών οργανώσεων. Γίνεται αντιληπτό ότι από την στιγμή που κανένα καθεστώς δεν πληρεί τις προδιαγραφές μιας αναρχικής κοινωνίας, οι αναρχικές οργανώσεις εξωθούνται στην παθητικότητα και την αφ’ υψηλού παρακολούθηση της Κοινωνικής Πάλης, μένοντας αμέτοχοι μπροστά στις επεκτατικές εκστρατείες του συστήματος που καταβροχθίζει τον ένα λαό μετά τον άλλο, και ολοένα καθολικεύει τους θεσμούς και συνακόλουθα την δύναμη του.

Επίσης, αν επεκτείνουμε αυτή την λογική στο εσωτερικό μέτωπο της Κοινωνικής Πάλης, οι αναρχικοί δεν θα έπρεπε να συμμετέχουν σε πορείες και διαδηλώσεις που δεν έχουν καλέσει οι ίδιοι ή που μετέχουν άλλες αριστερές οργανώσεις εκτός από αυτούς και δεν θα πρέπει να εμπλέκονται και να τάσσονται αλληλέγγυοι σε αγώνες που δεν έχουν σαφή αναρχικό χαρακτήρα (π.χ. Κερατέα, Σκουριές, κινητοποιήσεις σωματείων βάσης, κλπ.). Με αυτόν τον τρόπο όμως ο αναρχισμός παύει να υφίσταται ως ζωντανό κοινωνικό κίνημα και μετατρέπεται σε απλή διακήρυξη αρχών έξω και πέρα από την κοινωνία. Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο αντιμπεριαλισμός είναι η έκφραση της κινηματικής αλληλεγγύης που επιδεικνύουν οι αναρχικοί σε διεθνές επίπεδο. Η ιδεολογική σύγκλιση και η προγραμματική συνοχή δεν είναι προϋπόθεση για μια τέτοια συμπαράταξη και αντιπροσωπεύει περισσότερο την τακτική συμμαχία και συστράτευση ενάντια στον κοινό ταξικό εχθρό.

Ωστόσο, η «εξέγερση» στην Λιβύη πρόσφερε στους υποτιθέμενους «εξεγερσιακούς» αναρχικούς του πληκτρολογίου την ευκαιρία να επιδείξουν πιστοποιητικά συστημικής νομιμοφροσύνης μέσω της νέας αστικοποιημένης εκδοχής του αναρχισμού που υποστηρίζουν. Με βάση την άκριτη αποδοχή μιας εξεγερσιακής εικονογραφίας σε επίπεδο θεάματος και της αντίστοιχης μυθολογίας των συστημικών ΜΜΕ που συμπλήρωνε την κυρίαρχη νεοταξική γραμμή περί αυθεντικής λαϊκής εξέγερσης ενάντια στον τύραννο Καντάφι, οι μεταλλαγμένοι αυτοί «αναρχικοί» παρείχαν άνευ όρων στήριξη στους Λίβυους «εξεγερμένους» και επιτέθηκαν πολλές φορές ακόμη και με δημόσιες ύβρεις και προσβολές ενάντια σε όλους όσους πρόταξαν την ψύχραιμη κοινωνιολογική ανάλυση των εξεγέρσεων και του διεθνούς ταξικού συσχετισμού δυνάμεων προτού καθορίσουν την στάση τους απέναντι στα γεγονότα από ελευθεριακή, αντισυστημική σκοπιά.[xix] Όπως με περισσή αφέλεια ομολόγησε ένας από τους ανώνυμους απολογητές της «εξεγερσιακής» άποψης, «Όταν ξέσπασε η εξέγερση στη Λιβύη το σύνολο σχεδόν της Αριστεράς (πράγμα σπάνιο) φαινόταν να ομονοεί: το δικτατορικό, εξαρτώμενο από τους δυτικούς καθεστώς του συνταγματάρχη Καντάφι καταδικαζόταν χωρίς περιστροφές και η μεγάλη πλειοψηφία της Αριστεράς συντασσόταν με την πλευρά των εξεγερμένων. Το ζήτημα φαινόταν σχετικά εύκολο για να προκαλεί συγχύσεις.».[xx]

Όμως, είναι οι ανακολουθίες και οι λογικές αντιφάσεις που υπήρχαν στην νεοταξική αφήγηση του λιβυκού εμφυλίου από το μιντιακό κατεστημένο που καθιστούν το ζήτημα περισσότερο πολύπλοκο από την φαινομενική ευθεία αντιπαράθεση ανάμεσα σε έναν ενωμένο εξεγερμένο λαό που μάχεται για την ελευθερία από την μια μεριά, και έναν αδίστακτο τύραννο που «σφαγιάζει» τον άοπλο λαό του από την άλλη, όπως έγινε στις περιπτώσεις της Τυνησίας και της Αιγύπτου.[xxi] Μια ψύχραιμη ανάλυση των διαθέσιμων δεδομένων αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι ο λιβυκός λαός κάθε άλλο παρά ενωμένος ήταν εναντίον του Καντάφι και συνακόλουθα ο ξεσηκωμός εναντίον του δεν συσπείρωσε την πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων της Λιβυκής κοινωνίας. Η αποτυχία των εξεγερμένων να εξασφαλίσουν μια πλατειά διαταξική βάση υποστήριξης υπέρ του κινήματος ανατροπής του καθεστώτος, πέρα από την ανίερη συμμαχία φιλοδυτικών αστικοδημοκρατικών στοιχείων και Ουαχαμπιτών Ισλαμιστών Σαουδαραβικού τύπου [xxii] που συνιστούσαν τον βασικό άξονα των δυνάμεων τους, όσο και η ύπαρξη ενός ισχυρού αντικινήματος που στήριξε το Λιβυκό καθεστώς και άντλησε τις εφεδρείες του από τα μη-προνομιούχα λαϊκά στρώματα και την μαύρη μερίδα του Λιβυκού πληθυσμού, είναι και ο βασικός λόγος που έπειτα από τις πρώτες ημέρες, η Λιβυκή εξέγερση φάνηκε να σβήνει και υποχρεώθηκε να εναποθέσει τις ελπίδες της στην στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ και την προστασία της υπερεθνικής ελίτ. Η περιορισμένη ταξική σύνθεση της Λιβυκής εξέγερσης καθρεφτίζεται ολοκάθαρα στο αίτημα της για επιβολή ενός συστήματος αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στην χώρα έπειτα από την ανατροπή του καθεστώτος.

Σε όλα τα παραπάνω, οι «πούροι αναρχικοί», υπερασπιστές της «επανάστασης», απαντούσαν με αβασάνιστο, a priori δογματισμό ότι χρέος κάθε ελευθεριακού είναι η άνευ όρων αλληλεγγύη στους εξεγερμένους, παίρνοντας ως δεδομένες τις εργατίστικες καταβολές της εξέγερσης και ότι ουδείς νομιμοποιείται να ασκήσει κριτική στους σκοπούς και τα μέσα που μετήλθαν οι Λίβυοι μαχητές, οι οποίοι είχαν το αναφαίρετο δικαίωμα να διαλέξουν οι ίδιοι τους συμμάχους τους στην μάχη κατά του τυράννου.

Ωστόσο, αποτελεί μεγαλειώδη ασυναρτησία, ενδεικτική της ιδεολογικής σύγχυσης των μεταμοντέρνων «εξεγερσιακών», ο ισχυρισμός ότι δεν δικαιούμαστε να κάνουμε αξιολογικές κρίσεις ως προς τις δυνάμεις με τις οποίες επέλεξαν να συμμαχήσουν οι εξεγερμένοι και ως προς τους διακηρυγμένους στόχους τους. Διότι η στάση των «εξεγερμένων» ειδικά ως προς αυτό το ζήτημα, οριοθετεί και την ταυτότητα τους ως «επαναστατών» ή ως πέμπτη φάλαγγα της υπερεθνικής ελίτ στο εσωτερικό της Λιβύης. Και οι μαζικοί πανηγυρισμοί στην κεντρική πλατεία της Βεγγάζης έπειτα από την ανακοίνωση της στρατιωτικής επέμβασης των δυτικών δυνάμεων, άφησαν μικρό περιθώριο για παρερμηνείες. Επιπλέον, ο πλειοψηφικός χαρακτήρας της εξέγερσης, ή έστω η έμμεση συμπαράταξη (ή καλοπροαίρετη ανοχή) που επιδεικνύουν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα στις πολιτικές και κοινωνικές επιδιώξεις της, είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για να μπορούμε να μιλάμε για ένα μαζικό αντισυστημικό κίνημα πολιτικής και κοινωνικής χειραφέτησης. Η εξέγερση του Μάη του ’68, ή ακόμη και η εξέγερση του Δεκέμβρη, μπορεί να μην ήταν πλειοψηφικές, ήταν όμως αμεσοδημοκρατικές και γι’ αυτό δυνητικά πλειοψηφικές, με την έννοια ότι δρούσαν στην βάση προταγμάτων που επιζητούσαν ρητά την δημιουργία θεσμών συλλογικής αυτοδιεύθυνσης σε μαζική κοινωνική κλίμακα, οι οποίοι δυνητικά θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν ολόκληρη την κοινωνία (πλην των ελίτ και των προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων). Έτσι δεν ετεροκαθόριζαν όσους δεν μετείχαν ενεργά σε αυτές.

Από την άλλη, στην Λιβύη, όπως και στο Ιράν πρόσφατα, το δηλωμένο πρόταγμα των «εξεγερμένων» ήταν η εγκαθίδρυση αντιπροσωπευτικής χούντας στην χώρα (ο κατεξοχήν ετερόνομος πολιτικός θεσμός της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας), στόχος που συνάδει με τον μειοψηφικό, ή τουλάχιστον σίγουρα όχι πλειοψηφικό, χαρακτήρα της εξέγερσης.[xxiii] Όσοι «εξεγερσιακοί» φαντασιώνονταν μια ελευθεριακή συνιστώσα της Λιβυκής εξέγερσης, που απαρτίζεται από επαναστατικές λαϊκές επιτροπές και στρατευμένες οργανώσεις εξεγερμένων Λίβυων εργατών που βρίσκονταν σε σύγκρουση με τους κρατιστές αστικοδημοκράτες του Μεταβατικού Συμβουλίου, θα πρέπει να μας εξηγήσουν τον λόγο που οι επιτροπές αυτές δεν αντιτάχτηκαν στους νατοϊκούς βομβαρδισμούς, αλλά αντιθέτως πανηγύρισαν έξαλλα στο άκουσμα της επέμβασης των δυτικών, τον λόγο που δεν αποκήρυξαν το Συμβούλιο και τελικά τα προγραμματικά αιτήματα που αντιπαραθέτουν οι οργανώσεις βάσης στους σχεδιασμούς των πρώην συνεργατών του καθεστώτος για την εγκαθίδρυση μιας δυτικού τύπου αντιπροσωπευτικής χούντας στην Λιβύη.

Και φυσικά οι φαντασιοπληξίες περί «προλεταριακής» εξέγερσης στην Λιβύη, και παλαιότερα στο Ιράν, δεν εξηγούν γιατί η εγχώρια προλεταριακή τάξη και στις δύο χώρες όχι μόνο δεν πήρε ενεργό μέρος στις «εξεγέρσεις», αλλά έριξε σαφώς την κρίσιμη μάζα της με την μεριά του καθεστώτος. Για παράδειγμα, οι βιομηχανικοί εργάτες στις ιρανικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις δεν προχώρησαν ούτε σε μία απεργία για να υποστηρίξουν τα αιτήματα των μεταρρυθμιστών κατά την διάρκεια της περσινής «εξέγερσης» των αστών, ενώ συμμετείχαν μαζικά στις διαδηλώσεις που έγιναν υπέρ του ισλαμικού καθεστώτος. Αντίστοιχα, στην Λιβύη ήταν τα μέλη των μη-προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων που επάνδρωσαν τις λαϊκές καθεστωτικές πολιτοφυλακές που αποτέλεσαν την κύρια δύναμη κρούσης του καθεστώτος.[xxiv] Μαζί τους και οι μαύροι Λίβυοι που υπο το καθεστώς της Τζαμαχιρίγια έπαψαν να υφίστανται οργανωμένες φυλετικές διακρίσεις σε ότι αφορά την ελεύθερη πρόσβαση τους σε βασικά κοινωνικά αγαθά αλλά και σε θέσεις του κρατικού διοικητικού μηχανισμού. Μάλιστα, όσοι μαύροι Λίβυοι και μετανάστες-εργάτες από τις χώρες της υπο-Σαχάρειας Αφρικής είχαν την ατυχία να βρεθούν πίσω από τις γραμμές των καθεστωτικών στις «απελευθερωμένες» ανατολικές επαρχίες, πήραν πρόωρα μια τρομακτική γεύση από τα μεσαιωνικά ρατσιστικά πογκρόμ που τους περιμένουν τώρα που οι «επαναστάτες» επικράτησαν σε όλη τη χώρα και σίγουρα αυτή η προοπτική αποτέλεσε επιπλέον κίνητρο για τον μαύρο πληθυσμό να ενταχτεί στις πολιτοφυλακές και να πολεμήσει με το μέρος του καθεστώτος.[xxv]

Μόνο εργατικές λοιπόν δεν ήταν οι εξεγέρσεις σε Λιβύη και Περσία, αλλά μάλλον μεσοαστικές φιλοσυστημικές ανταρσίες που εξαιτίας της ταξικής σύνθεσης τους στρέφονται ευθέως ενάντια στα συμφέροντα των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων και στις δύο χώρες. Η εισαγωγή σαφών πολιτικών και ταξικών κριτηρίων στον τρόπο που αξιολογούμε και ερμηνεύουμε εξεγερσιακά γεγονότα, είναι αναγκαία για να διαμορφώσει κανείς μια συνεπή αντισυστημική στάση απέναντι σε αυτά, πάντα με γνώμονα τον απώτερο στόχο της δημιουργίας μιας αυτόνομης, ακρατικής κοινωνίας και την Κοινωνική αντισυστημική Πάλη που θα μας οδηγήσει σε αυτήν. Διαφορετικά, διατρέχουμε τον κίνδυνο να βρεθούμε στο πλευρό ημι-φασιστικών «εξεγέρσεων» όπως αυτή που οργάνωσε η πλούσια λευκή μειονότητα της Βολιβίας στις ανατολικές επαρχίες της χώρας ενάντια στις σοσιαλιστικού τύπου μεταρρυθμίσεις του ιθαγενή Προέδρου Έβο Μοράλες τον Αύγουστο του 2008, [xvi] ή ακόμη χειρότερα την «εξέγερση» των Ισπανών μοναρχοφασιστών που επαναστάτησαν εναντίον της κυβέρνησης στην Ισπανία το 1936.

[i] Θουκυδίδη, Πελοποννησιακός Πόλεμος, βιβλίο Δ, 63.

[ii] Έτσι, η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η ενσωμάτωση των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, σηματοδότησε την μετάβαση από ένα ιεραρχικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης όπου η πολιτική και οικονομική δύναμη απέρρεε από την θέση που κατείχαν τα μέλη της ελίτ στην κομματική γραφειοκρατία, σε ένα εξίσου ιεραρχικό κοινωνικό σύστημα βασισμένο στις δομές ανισοκατανομής της οικονομικής δύναμης, στο οποίο οι ίδιες ελίτ διατήρησαν την προνομιακή θέση τους εξασφαλίζοντας την ιδιοκτησία και τον έλεγχο των μέσων παραγωγής.  Για περισσότερα στο, T. Fotopoulos, The Catastrophe of Marketization, http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol5/fotopoulos_marketisation_PRINTABLE.htm.

[iii] Έτσι ένας από τους κύριους ιδεολόγους της «πατριωτικής» Αριστεράς εξάγει το λαθεμένο και παραπλανητικό συμπέρασμα ότι, «…η κύρια αντίθεση στη σημερινή Ελλάδα είναι η εθνική αντίθεση, από την οποία εξαρτάται άμεσα και η ¨ταξική πάλ稻. Της Σύνταξης (Γ. Καραμπελιάς), Υπάρχει ακόμη επιλέξιμη λύση, Άρδην, τ. 81 (Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2010).

[iv] L. Trotsky, In Defense of Terrorism (The Labour Publishing Company, London 1921).

[v] Μόνο μια μικρή μειοψηφία κομουνιστών αγωνιστών οργάνωσαν δίκτυα επιμελητειακής υποστήριξης έξω από την εποπτεία και παρά τη θέληση της ηγεσίας του PCF (γνωστά ως δίκτυο Jeanson) για να υποβοηθήσουν την εθνικοαπελευθερωτική δράση των Αλγερινών αγωνιστών στα εδάφη της μητροπολιτικής Γαλλίας.

[vi] D. Gueren, Η Φαιά Πανούκλα (Κείμενα, Αθήνα 1971).

[vii] Τα παρακάτω αποσπάσματα από την διακήρυξη αρχών που προέκυψε από το 5ο Εθνικό Συνέδριο του MST το 2007, επιβεβαιώνουν την δέσμευση των μελών του κινήματος στους παρακάτω στόχους:

«1. Δικτύωση με όλους τους τομείς της κοινωνίας και τις μορφές οργάνωσης τους για να οικοδομήσουμε ένα λαϊκό πρόταγμα που θα αναμετρηθεί με τον νεοφιλελευθερισμό, τον ιμπεριαλισμό και όλα τα δομικά προβλήματα που επηρεάζουν τον Βραζιλιάνικο λαό [….]

  1. Πάλη κόντρα στις ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας, την μετατόπιση του ποταμού Rio Sao Francisco και υπέρ της επανεθνικοποίησης των εταιρειών του δημοσίου που πουλήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα […..]
  2. Αγώνας για την απαλλοτρίωση όλων των οργανωμένων αγροκτημάτων / φυτειών , με προτεραιότητα στις καλλιεργήσιμες εκτάσεις που ανήκουν στο ξένο κεφάλαιο και τις τράπεζες.
  3. Πάλη ενάντια στις πολυεθνικές, όπως είναι η Monsanto, Syngenta, Cragill, Bunge, ADM, Nestle, Basf, Bayer, Aracruz, Stora Enso, μεταξύ άλλων, που θέλουν να ελέγχουν τους σπόρους, την παραγωγή και το γεωργικό εμπόριο της Βραζιλίας. Να εμποδίσουμε την περαιτέρω εκμετάλλευση του φυσικού μας περιβάλλοντος, του εργατικού δυναμικού και της χώρας μας».

Το πλήρες κείμενο της διακήρυξης υπάρχει στο, http://www.mstbrazil.org/resource/political-lines-reaffirmed-fifth-national-congress-mst-2007.

[viii] Για μια λεπτομερή και τεκμηριωμένη ανάπτυξη αυτής της θέσης, Τ. Φωτόπουλος, Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ (Γόρδιος, Αθήνα 2010) σελ. 373-412.

[ix] Τ. Φωτόπουλος, Το Έγκλημα στη Λιβύη και η «Αριστερά», http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2011/2011_03_26.html.

[x] D. Moussa Dembele, A Tribute to Integrity, http://www.thomassankara.net/spip.php?page=imprimir_articulo&id_article=668 & Cheriff M. Sy, Chronicle of an Organized Tragedy, http://www.thomassankara.net/spip.php?page=imprimir_articulo&id_article=526.

[xi] http://data.worldbank.org/country/libya.

[xii] http://www.who.int/whr/2005/annex/annexe2a_en.pdf.

[xiii] http://www.who.int/whr/2005/annex/annexe2a_en.pdf.

[xiv] Όπως έγραψε ο Τ. Φωτόπουλος αναφορικά με το ζήτημα της αλληλεγγύης προς το ιρανικό καθεστώς, «έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η υποστήριξη αυτή είναι απλώς μια συμμαχία τακτικού χαρακτήρα με ένα καθεστώς το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τα ιδανικά της περιεκτικής δημοκρατίας και της αυτονομίας που υποστηρίζουμε. Όμως, η αναγκαία προϋπόθεση για το άνοιγμα του δρόμου προς μια γνήσια δημοκρατία είναι η πολιτική (και αν είναι δυνατόν και η οικονομική) ανεξαρτησία μιας χώρας από την εθνική ελίτ». Στο Τ. Φωτόπουλος, Η ροζ επανάσταση στο Ιράν, η «Αριστερά» και η εκστρατεία αλλαγής καθεστώτος, Περιεκτική Δημοκρατία, τεύχος 20-21, σελ. 36.

[xv] Κατά τις πολυπληθείς διαδηλώσεις του 2011 που έγιναν στο Λονδίνο ενάντια στα αντικοινωνικά μέτρα της κυβέρνησης Κάμερον, η βρετανική αστυνομία προχώρησε σε μαζικές συλλήψεις και φακέλωμα τουλάχιστον 200 διαδηλωτών και ακτιβιστών. Μάλιστα, σχετικό ρεπορτάζ περιγράφει ένα περιστατικό που δείχνει ρητά το σημείο φασιστικοποίησης στο οποίο έχουν φτάσει οι δυνάμεις ασφαλείας της βρετανικής αντιπροσωπευτικής χούντας, όταν συνέλαβαν «ένα 15χρονο κορίτσι, που κάτω από την έντονη ψυχολογική πίεση βρέθηκε σε τέτοια κατάσταση πανικού, ώστε μετά την απελευθέρωση της η αστυνομία την ανάγκασε να υπογράψει ¨ότι σε περίπτωση αυτοκτονίας της η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου δεν φέρει καμία εύθυν稻. Γ. Ζαχιώτη, Μπάχαλο Made in England, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 03-04-2011.

[xvi] Οι «αυτόνομοι» υπέρμαχοι του συστήματος περιφρονούσαν τον δικτάτορα Καντάφι και την οικογένεια του επειδή για 40 χρόνια κατείχαν την εξουσία στην Λιβύη. Ωστόσο, εδώ και 200 χρόνια η Βρετανία διοικείται από δύο μόνο κόμματα, ενώ στην Ελλάδα δυο οικογένειες κυβέρνησαν την χώρα εναλλάξ «κληρονομικώ δικαιώματι» επί 70 έτη, έχοντας μετατρέψει την κατοχή του πρωθυπουργικού αξιώματος σε επικερδή επαγγελματική ενασχόληση.

[xvii] P. Newell, Ο Ζαπάτα, ο Μαγκόν και η Μεξικανική Επανάσταση (Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1997).

[xviii] Τ. Φωτόπουλος, Η ροζ επανάσταση στο Ιράν, η «Αριστερά» και η εκστρατεία αλλαγής καθεστώτος, Περιεκτική Δημοκρατία, τεύχος 20-21, σελ.75.

[xix] Διαδικασία που επαναλήφτηκε, αν και με κάποια μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα από την μεριά των υποστηρικτών της «εξέγερσης», στην περίπτωση της Ουκρανίας. Η εμφατική παρουσία των νεοναζί στους δρόμους και ο ρόλος ένοπλης πρωτοπορίας που έπαιξαν στις συγκρούσεις με το καθεστώς, εμπόδισαν την απρόσκοπτη διάδοση μιας ειδυλλιακής αφήγησης περί παλλαϊκής, «δημοκρατικής» εξέγερσης εναντίον του δικτάτορα Γιανουκόβιτς.

[xx] Η Λιβύη, η επέμβαση του ιμπεριαλισμού και η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, στο http://www.aformi.gr.

[xxi] Δεν θα επεκταθούμε εδώ σε όλη την μυθολογία και την παραπληροφόρηση που καλλιέργησε η συστημική προπαγάνδα γύρω από το θέμα της Λιβύης και που τα βασικά στοιχεία της οποίας ενστερνίστηκαν και αναπαράξανε οι εξεγερσιακοί απολογητές της Λιβυκής «επανάστασης». Αρκεί να επισημάνουμε ορισμένες απόψεις που αντιβαίνουν ακόμη και στην κοινή λογική. Για παράδειγμα το καθεστώς Καντάφι παρουσιάστηκε ως πειθήνιο όργανο του ιμπεριαλισμού την στιγμή που η υπερεθνική ελίτ κινητοποίησε ολόκληρο τον φονικό στρατιωτικό μηχανισμό της για να επιτύχει την βίαιη ανατροπή του! Η απάντηση των «εξεγερσιακών» ήταν ότι η νατοϊκή στρατιωτική επέμβαση υπαγορεύτηκε όχι από τον στόχο της κατάλυσης του Λιβυκού καθεστώτος, αλλά από την ανάγκη να χειραγωγηθεί η «ανεξέλεγκτη πλημμυρίδα» της Λιβυκής «επανάστασης» που λόγω της σκληρότητας της διακυβέρνησης του Καντάφι έλαβε πιο ακραίες μορφές από τις εξεγέρσεις σε Αίγυπτο και Τυνησία. Ωστόσο, όσοι παρακολούθησαν από την αρχή την πορεία της Λιβυκής εξέγερσης γνωρίζουν πολύ καλά ότι λίγο πριν αποφασιστεί η επέμβαση του ΝΑΤΟ, η «εξέγερση» έπνεε τα λοίσθια και αν οι δυτικές ελίτ επιθυμούσαν πράγματι να την «ελέγξουν» θα μπορούσαν να είχαν αφήσει τα στρατεύματα του καθεστώτος, που μια μέρα πριν την έναρξη των βομβαρδισμών είχαν προελάσει μέχρι τα προάστια της Βεγγάζης, να κάνουν την «βρώμικη δουλειά» για λογαριασμό τους.

[xxii] Ο στρατιωτικός διοικητής των «επαναστατικών» δυνάμεων στην Ντέρνα ομολόγησε ανοικτά ότι μεταξύ των στρατευμάτων του συγκαταλέγονταν και μαχητές της Αλ-Κάιντα που αγωνίστηκαν στην πρώτη γραμμή του πολέμου εναντίον του Καντάφι. Στο, http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/africaandindianocean/libya/8407047/Libyan-rebel-commander-admits-his-fighters-have-al-Qaeda-links.html.

[xxiii] http://ntclibya.org/english/libya/.

[xxiv] Είναι γνωστό ότι ο Καντάφι αποδυνάμωσε τις Λιβυκές ένοπλες δυνάμεις κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του, έχοντας επίγνωση ότι ο στρατός της χώρας είχε στενούς δεσμούς με το Αμερικάνικο Πεντάγωνο και μπορούσε μελλοντικά να τον ανατρέψει. Για την ασφάλεια του καθεστώτος στηρίχτηκε κυρίως σε λαϊκές πολιτοφυλακές. Γι’ αυτό όταν έγινε φανερό ότι επίκειται νατοϊκή επίθεση ενάντια στην Λιβύη, ο Καντάφι άνοιξε τις αποθήκες με το στρατιωτικό υλικό και μοίρασε όπλα σε εθελοντές μαχητές υπέρ του καθεστώτος (http://en.rian.ru/world/20110320/163101148.html ). Θα έλεγε κανείς ότι ο Καντάφι πρέπει να είναι ο πρώτος δικτάτορας στην ιστορία που δεν φοβήθηκε να εξοπλίσει τον λαό της χώρας του.

[xv] http://panafricannews.blogspot.com/2011/03/libyan-counter-revolutionary-us-backed.html & http://www.npr.org/2011/02/25/134065767/-African-Migrants-Say-They-Face-Hostility-From-Libyans.

[xvi] Παρεμπιπτόντως, και οι ολιγάρχες της πλούσιας Βολιβιανής επαρχίας της Σάντα Κρουζ αποκαλούσαν τον Μοράλες «τύραννο» και με μπόλικο μακιαβελισμό τον κατηγορούσαν ότι οι μεταρρυθμίσεις του οδηγούσαν τη χώρα σε μια «σοσιαλιστική δικτατορία». R. Carroll & A. Schipani, Bolivia split in two as the wealthy aim to defy the Morales revolution, στο http://www.guardian.co.uk/world/2008/aug/24/bolivia.