Το παράδοξο Sanders, ή η διαλεκτική της ήττας

waterfalls Rob Gonsalves

Πώς μπορεί κανείς να ερμηνεύσει το εκ πρώτης όψεως παράδοξο της εμφάνισης ενός προεδρικού υποψήφιου που φαίνεται διατεθειμένος να σηκώσει τα λάβαρα της εξέγερσης των πληβείων μέσα στην καρδιά της Βαβυλώνας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, όπως αποκαλούσαν τις ΗΠΑ παλαιότερα οι Μαύροι Πάνθηρες; Όσοι ενθουσιάζονται με τον φαινομενικά προοδευτικό, σχεδόν «αντικαθεστωτικό» πολιτικό λόγο του υποψήφιου των Δημοκρατικών Bernie Sanders, καλά θα κάνουν να το ξανασκεφτούν. Ο Sanders είναι ο κλασσικός υποψήφιος που ξεκίνησε να διεκδικήσει το χρίσμα κόντρα στα προγνωστικά και τις επίσημες προτιμήσεις του κομματικού κατεστημένου (π.χ. Χίλαρυ). Δεν είναι ο εκλεκτός καριερίστας γραφειοκράτης που έχει επιλεγεί από κάποια μέρη του κομματικού μηχανισμού των Δημοκρατικών, δηλαδή δεν είναι κομματικό παιδί του σωλήνα, ούτε μπορεί να υπολογίζει σε γενναία εταιρική χρηματοδότηση από τις πολυεθνικές εταιρείες που αρχικά ποντάρουν την συνεισφορά τους σε περισσότερο αναγνωρίσιμους, εκλόγιμους, με άλλα λόγια «αστεράτους», υποψήφιους. Επειδή λοιπόν δεν διαθέτουν θεσμικά μέσα (χρηματοδότηση, κομματική στήριξη, προβολή από τα εταιρικά ΜΜΕ), υποψήφιοι σαν τον Sanders, ή τον Jeremy Corbyn των Εργατικών στην Βρετανία, αναγκάζονται να απευθυνθούν απευθείας στις μάζες των πληβείων, χωρίς την μεσολάβηση των κομματικών και των μινιτακών μηχανισμών και ανάλογα να προσαρμόσουν τον λόγο τους στα ζητήματα που πραγματικά απασχολούν τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας, που είναι και η τεράστια κοινωνική πλειοψηφία. Ζητήματα όπως η φτώχεια, η ανεργία, η πελώρια ανισότητα, η υγεία και η εκπαίδευση, κλπ. Εξαιτίας δηλαδή της φύσης της προεκλογικής εκστρατείας του, ο Sanders είναι αναγκασμένος να υιοθετήσει έναν αντικομφορμιστικό πολιτικό λόγο που θα μιλάει για πραγματικά κοινωνικά προβλήματα και θα σπάζει την ομοιομορφία της ακίνδυνης πολιτικής ρητορικής των εγκεκριμένων από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ διεκδικητών του χρίσματος. Η στροφή αυτή προς τις μάζες αυξάνει δραματικά την κοινωνική απεύθυνση μιας υποψηφιότητας που αίφνης παρουσιάζεται σαν συγκρουσιακή και ανεξάρτητη από συμφέροντα. Αυτή η δημαγωγική άμεση επαφή με τους ψηφοφόρους λειτουργεί ως αντίβαρο στην έλλειψη «θεσμικών» στηριγμάτων. Ωστόσο, όσο η απήχηση του ανεξάρτητου υποψήφιου ενισχύεται, τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες εκλογής του. Έτσι, αυτός γίνεται ελκυστικός στους εταιρικούς χρηματοδότες που σταδιακά εγκαταλείπουν τους υποψήφιους που στήριξαν αρχικά και τώρα φαίνεται να χάνουν έδαφος στην κούρσα της εκλογής. Αντίθετα, οι βαρόνοι του χρήματος στρέφονται τώρα σε εκείνον που φαίνεται να διεκδικεί το χρίσμα της εξουσίας με σοβαρές αξιώσεις. Έχοντας πετύχει αυτό που ήθελε, την επικράτηση δηλαδή επί των εσωκομματικών αντιπάλων του, ο «ανεξάρτητος» υποψήφιος αρχίζει σιγά, σιγά να στρογγυλεύει τον λόγο του για να ικανοποιήσει τους νέους του χρηματοδότες. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτούς τους έχει ανάγκη όχι μόνο προκειμένου να εκλεγεί, αλλά και για να μπορέσει να κυβερνήσει την επόμενη μέρα. Έτσι, αυτό που ξεκίνησε σαν εσωκομματική εξέγερση και σαν ο αντάρτης-υποψήφιος που έδινε ελπίδα στον απλό άνθρωπο, μετατρέπεται όσο πλησιάζει η ώρα της νίκης σε μια ακόμα υποψηφιότητα του συρμού, με πολιτικό πρόγραμμα πανομοιότυπο με εκείνο των καθεστωτικών ελίτ που ξεκίνησε να αντιμάχεται. Όσο η νίκη του «υποψήφιου του λαού» πλησιάζει, τόσο αυτός παύει να είναι ο υποψήφιος του λαού. Πρόκειται ακριβώς για μια διαλεκτική της ήττας των λαϊκών στρωμάτων μέσα από την προσφυγή στις κάλπες, πανομοιότυπη με αυτή που είδαμε να επαναλαμβάνεται στα μέρη μας πρόσφατα μετά την επικράτηση των οπορτουνιστών του ΣΥΡΙΖΑ στις βουλευτικές εκλογές.

Advertisements