Η ρεαλιστική μας ουτοπία

Το παρακάτω είναι ένα κείμενο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου «Ενάντια στο κράτος – το ανοιχτό πέρασμα στην κοινωνική απελευθέρωση», το οποίο κυκλοφορεί τούτες τις μέρες από τις ελευθεριακές εκδόσεις Ναυτίλος. Για περισσότερα εδώ, https://nautilos2015.wordpress.com. Η παρουσίαση έλαβε χώρα στις 06-03-2016, στον φιλόξενο αυτοδιαχειριζόμενο χώρο της κατάληψης Mundo Nuevo στη Θες/νικη.

cropped-partisans-713195

Συντρόφισσες / σύντροφοι,

Σκεφτόμουν πρόσφατα τον Ζοζέφ Ντεζάκ, τον Γάλλο αναρχοκομμουνιστή που έζησε κι έγραψε στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα. Διάβασα σε ένα κείμενο που έγραψε για εκείνον ο Γκούσταβ Λαντάουερ, ότι ο Ντεζάκ μετανάστευσε στις ΗΠΑ γύρω στα 1850. Εκεί πάλευε καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του, πότε σαν οικοδόμος και πότε σαν μπογιατζής. Παράλληλα, φρόντιζε για την μόρφωση του και τον εμπλουτισμό των αναρχικών του ιδεών και αγωνιζόταν μόνος του για να εκδώσει το αναρχικό εφημεριδάκι του, αναζητώντας εναγωνίως συνδρομητές χωρίς μεγάλη επιτυχία. Σε γενικές γραμμές, ο αγώνας του Ντεζάκ ήταν μοναχικός, όμως οι ιδέες έχουν τον τρόπο τους να ταξιδεύουν και να συναντούν η μία την άλλη μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Οι πολιτικές πεποιθήσεις του Ντεζάκ μπορεί να γνώρισαν την απόρριψη και την απομόνωση από την τοπική κοινωνία της Νέας Ορλεάνης την εποχή που εκείνος έζησε κι εργάστηκε εκεί, ωστόσο τον ενέταξαν σε μια πολιτική και πολιτισμική παράδοση η οποία ενώνει όσους αυτοπροσδιοριζόμαστε σαν αναρχικοί και ανήκουμε σε αυτή με δεσμούς αδελφικούς, που υπερβαίνουν τα χθόνια μεγέθη και τους περιορισμούς της υλικής ζωής, όπως είναι ο τόπος, η γλώσσα, η εθνότητα, ο χρόνος και μας κάνει κοινωνούς ενός κοινού σκοπού, μεγαλύτερου ίσως από εμάς τους ίδιους. Με παρηγορεί λοιπόν η σκέψη του μοναχικού αυτού αγωνιστή, του οποίου το πολιτικό μήνυμα ταξίδεψε μέχρι τις μέρες μας για να φτάσει σε μας ζωηρό και δυνατό, και με καθησυχάζει ότι η μοναχική φύση της ενασχόλησης με τη συγγραφή, δεν πρόκειται να επισκιάσει την ζωτικότητα των ίδιων των ιδεών που εκφράζονται μέσα στο βιβλίο και οι οποίες αδημονούν για την κοινωνικοποίηση τους μέσα στο υπάρχον αναρχικό κίνημα.

Τα κείμενα του βιβλίου θα μπορούσε κάποιος να πει ότι έχουν τον εξής βασικό στόχο. Μέσα σε μια συγκυρία της οποίας το βάρος είναι ικανό να μας συνθλίψει και αντιμέτωποι με έναν αχαλίνωτο καπιταλισμό που καταβροχθίζει τις ίδιες του τις σάρκες προκειμένου να επιβιώσει, σαν αναρχικοί βρισκόμαστε σήμερα απέναντι σε κρίσιμα ερωτήματα και απέναντι στην αναγκαιότητα να απευθυνθούμε στα αγωνιζόμενα κομμάτια και τα στρώματα των καταπιεσμένων της ελλαδικής κοινωνίας. Αυτό το πολιτικό άνοιγμα είναι απαραίτητο, τόσο αν θέλουμε να συνεισφέρουμε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας στην ενίσχυση των αντιστάσεων της κοινωνικής ολότητας απέναντι στη συστημική αναδιάρθρωση που δρομολογείται μεθοδικά από τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές ελίτ, όσο και για να μπορέσει ο αναρχικός χώρος να απεγκλωβιστεί από τον μικρόκοσμο που πολύ βολικά είχε πλάσει για αυτόν το πολιτικό σύστημα στα χρόνια της επίπλαστης «ευμάρειας». Από αυτή την άποψη, η άνοδος του αναρχικού κινήματος είναι η μοναδική ελπίδα για τη διάσωση των μη-προνομιούχων ομάδων από την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Αλλά και η κοινωνικοποίηση των αναρχικών ιδεών και η αύξηση της απεύθυνσης των αντιλήψεων μας, είναι η μοναδική ελπίδα για την αναβίωση του αναρχικού κινήματος ως αντισυστημικού προτάγματος για την κοινωνική απελευθέρωση. Για την διάσωση δηλαδή του αναρχισμού από την πλήρη απομόνωση και την κοινωνική περιθωριοποίηση που επιφυλάσσουν για αυτόν οι ελίτ.

Για να συμβεί όμως αυτό, ο αναρχικός χώρος πρέπει να μην φοβηθεί να κάνει τα αναγκαία βήματα προκειμένου να συγκροτηθεί σε κίνημα. Και για να συγκροτηθεί σε κίνημα θα πρέπει να μοιράζεται κάποιες κοινές αρχές, ένα σύστημα αξιών, μία μέθοδο πολιτικής δράσης κοινώς αποδεκτή και κυρίως μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προγραμματικές στοχεύσεις με καθαρό και αποσαφηνισμένο περιεχόμενο. Θα πρέπει να αποκτήσει συνείδηση της καταγωγής και του ιστορικού βάρους που εναποτίθεται στους ώμους του και να πράξει αναλόγως στο επίπεδο του συλλογικού υποκειμένου, απορρίπτοντας τις εικόνες και τις αφηγήσεις που έπλασαν οι άλλοι γι’ αυτόν και που τελικά έφτασε να τις υιοθετήσει και ο ίδιος και να τις εσωτερικεύσει. Στο πλαίσιο της πάλης για την ηγεμονία στις γραμμές των εργαζόμενων τάξεων, οι αλαζόνες μαρξιστές κατηγόρησαν τους αναρχικούς ότι μισούν την οργάνωση. Από την μεριά τους, οι αναρχικοί λίγο έλειψε να πιστέψουν τα ψέματα που οι μαρξιστές συκοφάντες διέδιδαν γι’ αυτούς και σχεδόν αναγόρευσαν το ζήτημα της αναρχικής οργάνωσης σε αντίφαση εν τοις όροις. Όμως και οι μπουρζουάδες μελετητές του αναρχισμού ισχυρίστηκαν ότι ο αναρχισμός σαν πολιτικό δόγμα πάσχει από έλλειψη συνοχής και λογικής συνέπειας των αντιλήψεων που συνθέτουν το θεωρητικό του υπόβαθρο. Στοχαστές όπως ο Ελτσμπάχερ και ο Τζολ μας είπαν ότι η αναρχία είναι περισσότερο μια ενστικτώδικη αντίδραση, μια ψυχική παρόρμηση, παρά μια κοσμοθεωρία που απορρέει και βρίσκεται σε απόλυτη συνάφεια με ένα ενιαίο σώμα ιδεών που ασχολείται με τη φύση του ατόμου και την ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας.[i] Είναι πιο πολύ εξέγερση και αντικρατισμός, παρά ένα θετικό όραμα που αφορά την ριζική αναμόρφωση της κοινωνικής συμβίωσης πάνω σε μια νέα βάση, διαφορετική από αυτή του καπιταλισμού. Έτσι, φτάσαμε να αποδεχόμαστε σαν αντιπροσωπευτική του αναρχισμού τη φράση που εκστόμισε ο Έντγκαρ Μπάουερ πριν από εκατό και κάτι χρόνια, ότι «δουλειά [των αναρχικών] δεν είναι να κατασκευάσουμε…Η διακήρυξη μας είναι αρνητική, η κατάφαση θα προκύψει από την ιστορία».[ii] Οι καλοθελητές της εξουσίας είπαν ακόμα ότι αναρχία σημαίνει χάος, βία και καταστροφή. Όπως συμβαίνει με κάθε κοινωνική σχέση όπου επικρατεί η άνιση κατανομή της δύναμης, οι αντιλήψεις αυτές του κυρίαρχου ετερόνομου φαντασιακού παρεισφρήσανε στο φαντασιακό ενός τμήματος του χώρου και ανέδειξαν τάσεις που αν και τυπικά εντάσσονται στο ευρύτερο αναρχικό κίνημα, ουσιαστικά εκφέρουν έναν αντικοινωνικό πολιτικό λόγο που τις τοποθετούν εξορισμού έξω τόσο από την αναρχία, όσο και από την ίδια την εναλλακτική παράδοση της αυτονομίας.

Οι δοξασίες αυτές γύρω από τις έμφυτες ανεπάρκειες της αναρχίας σαν θεωρία και σαν πράξη, επανέρχονται με νέα δυναμική από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του συστήματος, όσο γίνεται φανερό ότι η καλώς εννοούμενη ουτοπία του αναρχισμού είναι η μοναδική βιώσιμη εναλλακτική λύση για τα λαϊκά στρώματα σε συνθήκες όπου όλες οι μορφές δύναμης συγκεντρώνονται σε ολοένα και λιγότερα χέρια και οι θεσμισμένες εξουσίες γίνονται ολοένα και πιο συγκεντρωτικές. Αλήθεια, έχουμε νομίζω κάθε δικαίωμα να αναρωτιόμαστε ποιος τελικά είναι περισσότερο επιρρεπής σε ρομαντικές ονειροπολήσεις. Εκείνος που αναγνωρίζει την ανάγκη που υπάρχει τα υποτελή κοινωνικά στρώματα να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους και να εξεύρουν τους τρόπους με τους οποίους θα κάνουν πράξη τον συλλογικό αυτοκαθορισμό τους προκειμένου να αποφύγουν την μοίρα που επιφυλάσσει για αυτά η κρεατομηχανή του συστήματος της οικονομίας της αγοράς; Ή αυτός που έπειτα από εκατό και πλέον χρόνια τυραννίας κι εξαπάτησης της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», εξακολουθεί κόντρα σε κάθε λογική να παρασύρεται από τις υποσχέσεις του κάθε αετονύχη επαγγελματία πολιτικού και να περιμένει με εγκαρτέρηση την ατομική σωτηρία που θα έλθει από ψηλά, από τα κλιμάκια της κυβέρνησης δηλαδή, όπως κάποτε οι χριστιανοί υπέμεναν υπομονετικά τα δεινά αυτού του κόσμου, περιμένοντας την προσωπική τους λύτρωση στα χέρια ενός ελεήμονος και παντοδύναμου θεού.

Η αριστερά τίποτε δεν έχει πια να προσφέρει στην υπόθεση της συσπείρωσης των ταξικών δυνάμεων της αυτονομίας. Προσκολλημένη σε υπεραιωνόβια θεωρητικά σχήματα, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά (που σημειωτέων δεν θα είχε κανένα ενδοιασμό να μετατραπεί σε κοινοβουλευτική αν ποτέ κατορθώσει να εκλέξει κάποιον αντιπρόσωπο στην εθνοσυνέλευση) απλώς αναμασά τις παρωχημένες ιδεολογικές της φόρμουλες και αδυνατεί να ερμηνεύσει αποτελεσματικά τη συγκυρία από την σκοπιά των μη-προνομιούχων, όσο και να κατανοήσει ότι η κρατική εξουσία που τόσο πολύ επιθυμεί να καταλάβει, την περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας αποτελεί την ταφόπλακα για κάθε επαναστατική, χειραφετική προοπτική. Πράγματι, στις μέρες μας οι πάσης φύσεως αριστεροί μοιάζουν όλο και πιο πολύ με τους χριστιανούς. Τους αρκεί να παπαγαλίζουν μεγαλεπήβολα ψευτο-επαναστατικά σλόγκαν, να μετέχουν στις κομματικές τελετουργίες και να διαβεβαιώνουν για τις αγνές προθέσεις και την άμεμπτη προσωπική ηθική τους, χωρίς ωστόσο να κάνουν την παραμικρή προσπάθεια να μετουσιώσουν την υποτιθέμενη «προοδευτική» τους νοοτροπία σε πολιτική δράση με χειροπιαστό κοινωνικό αντίκρισμα υπέρ των αδύναμων και των καταπιεσμένων. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, αναδεικνύονται σε ορκισμένοι εχθροί της κοινωνικής χειραφέτησης, οπουδήποτε και οποτεδήποτε αυτή φαίνεται να ξεπροβάλλει δυναμικά και απειλεί να καταλύσει τα θεσμικά όρια που επιβάλλουν στην κοινωνική ζωή ο κρατικός μηχανισμός και τα επίσημα κομματικά μορφώματα, θέτοντας τους επαγγελματίες πολιτικούς στο περιθώριο.

Το υπό διαμόρφωση αναρχικό κίνημα έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα σε σχέση με το απονεκρωμένο πολιτικό κέλυφος που αποκαλούμε αριστερά, κοινοβουλευτική ή όχι. Οι πεποιθήσεις μας είναι το δίχως άλλο ισχυρές και οι αξίες μας αδιαπραγμάτευτες. Ωστόσο, οι αναρχικοί έχουμε αλλεργία σε κάθε είδους δογματισμό, σε όλους τους τύπους ιδεολογικής αρτηριοσκλήρωσης και θεωρητικής ορθοδοξίας. Κι επειδή επιζητούμε την ώσμωση μας με τις ταξικές δυνάμεις της αυτονομίας και τη δημιουργική αλληλεπίδραση με τις κοινωνικές ομάδες των καταπιεσμένων που αγωνίζονται ενάντια στον νεοφιλελεύθερο ολοκληρωτισμό της αγοράς, και όχι την μονομερή επιβολή των έτοιμων θεωρητικών σχημάτων μας πάνω στα ετεροκοθοριζόμενα στρώματα που οι ετερόνομες πολιτικές δυνάμεις αποκαλούν υποτιμητικά «μάζες», είμαστε υποχρεωμένοι από τις περιστάσεις αλλά και την ίδια τη φύση της θεωρίας μας, να βρισκόμαστε σε διαρκή ετοιμότητα προκειμένου να αναθεωρήσουμε και να εμπλουτίσουμε τις αναλυτικές κατηγορίες και τα ερμηνευτικά εργαλεία που χρησιμοποιούμε, αν δεν επιθυμούμε η κοινωνική πραγματικότητα να μας ξεπεράσει. Παρά τον κυκεώνα των μεταμοντέρνων ιδεολογικών επιδράσεων που στο όνομα της ριζοσπαστικότητας, επιχείρησαν μεθοδικά να απογυμνώσουν την απελευθερωτική κοινωνική θεωρία από οποιοδήποτε ριζοσπαστικό περιεχόμενο κυοφορεί η κριτική της στο υπάρχον, ο γράφων εξακολουθεί να συμπορεύεται με τον Κροπότκιν, στον βαθμό που πιστεύει ότι μια παραλλαγή της επιστημονικής μεθόδου πράγματι μπορεί να βρει εφαρμογές στο πλαίσιο της αξιολόγησης μιας κοινωνικής θεωρίας. Με άλλα λόγια, έχουμε την άποψη πως η αναλυτική αξία μιας θεωρίας για την κοινωνική απελευθέρωση, μπορεί να κριθεί τόσο από την ικανότητα της να σκιαγραφεί και να προβλέπει τις γενικές τάσεις του υπό εξέταση κοινωνικού συστήματος, όσο και από τη δυνατότητα της να επενεργεί πάνω στις συνθήκες του συστήματος, με το να κινητοποιεί εκείνα τα τμήματα της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας των οποίων τις αντιλήψεις, τις επιθυμίες και τα ταξικά συμφέροντα επιχειρεί να εκφράσει και να υπερασπιστεί. Τα κείμενα που περιέχονται στον παρόντα τόμο φιλοδοξούν να συμβάλλουν προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης μιας τέτοιας ριζοσπαστικής κοινωνικής θεωρίας. Δεν είναι πρόθεση μας να βάλουμε την κοινωνική πραγματικότητα, όπως την βιώνουμε από τη δική μας ταξική οπτική γωνία, στο κρεβάτι του Προκρούστη, προκειμένου να τη χωρέσουμε στις έτοιμες κατηγορίες μας. Είναι η πραγματικότητα που μας έσπρωξε προς την Αναρχία και όχι το αντίθετο. Παρόλα αυτά, για να μπορέσει το αναρχικό κίνημα να επενεργήσει στις αντικειμενικές συνθήκες της πραγματικότητας μέσα στην οποία δραστηριοποιείται και αγωνίζεται, άποψη μου είναι ότι θα πρέπει η αναρχία να νοηματοδοτηθεί εκ νέου σαν αντισυστημικό πρόταγμα που αποβλέπει στον καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Και για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να αποτινάξουμε οριστικά τις αστικές πολιτισμικές επιρροές που τόσα χρόνια έχουν συντελέσει στον ιδεολογικό ετεροκαθορισμό του αναρχισμού από τις δυνάμεις της πολιτικής ετερονομίας.

Θα πρέπει δηλαδή να τεκμηριώσουμε θεωρητικά και να προπαγανδίσουμε πολιτικά ότι αναρχία δεν σημαίνει ακυβερνησία, αλλά αντίθετα, σημαίνει αυτοκυβέρνηση. Δεν σημαίνει αταξία, αλλά τουναντίον, συνεπάγεται την τελειότερη μορφή τάξης, θεμελιωμένη στην ισοκατανομή όλων των μορφών δύναμης και στην κατάργηση κάθε ιεραρχίας. Δεν σημαίνει την εξάλειψη της εξουσίας (πράγμα που άλλωστε είναι αδύνατο εξορισμού μιας και η εξουσία είναι σύμφυτη με τις κοινωνικές σχέσεις), αλλά την ισομερή κατανομή και τη συλλογικοποίηση της. Δεν σημαίνει τον πόλεμο όλων εναντίον όλων, αλλά αντιθέτως, τη θέσμιση ενός εναλλακτικού παραδείγματος κοινωνικής συμβίωσης, βασισμένου σε σχέσεις και δομές έμπρακτης αλληλεγγύης, αλληλεξάρτησης και συλλογικής στήριξης. Δεν σημαίνει επιστροφή στη βαρβαρότητα ή σε κάποιο ονειρικό προνεωτερικό παρελθόν, αλλά την ίση πρόσβαση κάθε ανθρώπου στα ωφελήματα και τις υλικές και πνευματικές ανέσεις που είναι σε θέση να παράσχουν οι τεχνολογικές δυνατότητες του σύγχρονου πολιτισμού, σύμφωνα με τις ανάγκες του κάθε ατόμου και με γνώμονα την ολόπλευρη ανάπτυξη κάθε πτυχής της προσωπικότητας του. Το αφήνω στην κρίση σας, των συντρόφων και των συντροφισσών μου, αν τα κείμενα που εμπεριέχονται σε τούτο τον τόμο ανταπεξέρχονται στον στόχο αυτόν κι αν έχουν κάποια ουσιαστική συνεισφορά να κάνουν προς τούτη την κατεύθυνση. Σας ευχαριστώ όλους και κυρίως τους συντρόφους της συλλογικότητας «Μαύρο & Κόκκινο», για την υποστήριξη σας.

   

[i] L. Van der Walt & M. Schmidt, Black Flame¸ AK Press, σ. 34-41

[ii] G. Landauer, Το μήνυμα του Τιτανικού, Εκδόσεις Τροπή, σ. 77.

Advertisements