Νόμος δίχως αλληλεγγύη και έρμα

maxresdefault

Μια απάντηση στο κείμενο «Αλληλεγγύη δίχως έρμα και νόμο», του Π. Μανδραβέλη, που δημοσιεύτηκε εδώ: http://www.kathimerini.gr/858310/opinion/epikairothta/politikh/allhleggyh-dixws-erma-kai-nomo

 

«Η Άμεση Δράση είναι η δύναμη των προλετάριων που χρησιμοποιείται για δημιουργικούς σκοπούς:

είναι η δύναμη που λειτουργεί σαν προπομπός για έναν νέο νόμο – την καθοσίωση της κοινωνικοποιημένης

ιδιοκτησίας».

Εμίλ Πουζέ, «Άμεση Δράση»

Ένα πρόβλημα που ανακύπτει όταν οι αντιλήψεις της ριζοσπαστικής κοινωνικής θεωρίας έρχονται σε αντιπαράθεση με ιδέες και αξίες που προασπίζονται το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα, είναι ότι οι ορθόδοξες ιδέες πάντοτε περιβάλλονται από μια a priori ευλογοφάνεια και διεκδικούν για λογαριασμό τους την εγκυρότητα που ο απαίδευτος νους συνηθίζει να αποδίδει στις διατυπώσεις και τις εκφάνσεις της «κοινής λογικής». Αυτό συμβαίνει διότι η ορθοδοξία παίρνει σαν αφετηρία της αυτό που υπάρχει και κινείται μέσα στα όρια που χαράσσει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο εξορισμού την αναπαραγωγή των βασικών υλικών παραμέτρων πάνω στις οποίες βασίζεται το σύστημα, διά της μεθόδου της μη-αμφισβήτησης τους. Ο «ρεαλισμός» λοιπόν των συστημικών ιδεολόγων δεν αποτελεί την «εξωτερική» περιγραφή από έναν αποστασιοποιημένο παρατηρητή μιας αντικειμενικής πραγματικότητας που είναι αδύνατο να αλλάξει, αλλά επιτελεί μια βασική ιδεολογική λειτουργία ως προς την αναπαραγωγή μιας δεδομένης κοινωνικής συνθήκης και συνιστά η ίδια μέρος των δυνάμεων που συντελούν στην προστασία και την διαιώνιση της κατάστασης αυτής. Από αυτή την άποψη, η ευλογοφάνεια που πολλές φορές χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς του πολιτικού πραγματισμού περισσότερο οφείλεται απλά στο γεγονός ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ουσιαστικά εκφράζουν πεποιθήσεις οι οποίες πηγάζουν από το σύστημα αξιών και ιδεών που το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα έχει αναγάγει σε ηγεμονικές. Κι επειδή η εξουσία δεν δομείται απλώς από «λόγους» και «κείμενα», όπως υποστηρίζουν οι μεταμοντέρνοι υποκειμενιστές, αλλά έχει σαν βασικό επίδικο της ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται τα υλικά αγαθά που απορρέουν από την συλλογική παραγωγική προσπάθεια της κοινωνίας, καθώς επίσης και τον τρόπο που ικανοποιούνται οι πάσης φύσεως ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, οι συμβατικές αντιλήψεις έχουν με το μέρος τους και τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, τις αντικειμενικές παραμέτρους σύμφωνα με τις οποίες το σύστημα ρυθμίζει την οργανωμένη κοινωνική συμβίωση. Από το σημείο αυτό εκκινούν οι απολογητές της κυριαρχίας για να μας πείσουν ότι αυτό που υπάρχει καλώς υπάρχει και δεν θα μπορούσε να υπάρχει διαφορετικά. Και αναθεματίζουν οποιαδήποτε ενέργεια πραγματοποιείται καθ’ υπέρβαση της κρατικής νομοθεσίας, ισχυριζόμενοι λίγο, πολύ ότι η καταστρατήγηση του νομικού πλαισίου σηματοδοτεί την κάθοδο των κοινωνικών ομάδων στην «φυσική» (κατά την πολιτική και φιλοσοφική παράδοση του αστικού φιλελευθερισμού) κατάσταση της βαρβαρότητας και της επίλυσης των διαφορών διαμέσου της βίαιης επιβολής. Για νεοφιλελεύθερους στοχαστές όπως ο Π. Μανδραβέλης, αυτό «που προσφέρει ο νόμος είναι η διαδικασία επιλογής του κοινωνικά αγαθού από την ατομική δολιότητα. Η νομιμότητα δεν φτιάχτηκε για να δημιουργήσει τον παράδεισο επί της γης, αλλά για να αποτρέπει την κόλαση […] Και η ιδιοκτησία μπορεί να δημιουργήσει μύριες στρεβλώσεις […] αλλά είναι ένας κοινωνικός θεσμός που απέτρεψε άσκοπες συγκρούσεις για την κατοχή ή χρήση μοναδικών πραγμάτων. Οι άνθρωποι αντί να σκοτώνονται π.χ. για τα κομμάτια γης, τα οριοθετούσαν».[i]

Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς λογικές αντιφάσεις και ανακολουθίες στο παραπάνω απόσπασμα, το οποίο περιβάλλεται με τις δάφνες του «αυτονόητου» από τον συγγραφέα. Κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι ο νόμος υπερασπίζεται μια δεδομένη κατάσταση διευθέτησης των κοινωνικών σχέσεων, δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ότι η κατάσταση αυτή είναι κοινωνικά ευκταία από την άποψη της ικανοποίησης μιας κοινωνικής ανάγκης. Με άλλα λόγια, δεν συνεπάγεται εξορισμού ότι αποστολή του νόμου είναι να προστατεύει αυτό που είναι κοινωνικά αγαθό, ούτε είναι ο νόμος το κατάλληλο ερμηνευτικό εργαλείο προκειμένου να προβούμε σε αξιολογικές κρίσεις αναφορικά με το τι είναι κοινωνικά επιθυμητό και τι δεν είναι. Ο νόμος είναι αυτοαναφορικός από την άποψη ότι εμπεριέχει εντός του την θεωρητική δικαιολόγηση της κυριαρχίας του και συνακόλουθα του είναι αδύνατο να αυτοκαταργηθεί. Επιπλέον, όπως έγραφε ο W. Benjamin, η εγκαθίδρυση της «βασιλείας του νόμου» μπορεί να προέλθει μόνο από μια πρωταρχική χειρονομία επιβολής που και η ίδια βρίσκεται εξορισμού εκτός του νόμου που δημιούργησε,[ii] παρόμοια με την Μεγάλη Έκρηξη που δημιούργησε τους φυσικούς νόμους που διέπουν το σύμπαν, αλλά που η ίδια σαν φυσικό φαινόμενο, βρίσκεται έξω και πέρα από την ερμηνεία και την υλική εξουσία των νόμων αυτών.

Στις διάφορες εκδοχές του, ο νόμος απλώς ορίζει εκείνο που είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί, τις ενέργειες που πρέπει να εκτελεστούν (κι εκείνες που απαγορεύονται ως παρεκκλίνουσα συμπεριφορά) προκειμένου η ετερόνομη κοινωνική ολότητα να συνεχίζει να λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο που δεν θα θέτει σε κίνδυνο την ομαλή αναπαραγωγή των βασικών θεσμών και δομών που ορίζουν το περιεχόμενο της και την εσωτερική ταξική της διαστρωμάτωση. Το γεγονός ότι ο νόμος έχει ανάγκη από την μόνιμη συνδρομή των μηχανισμών οργανωμένης κρατικής βίας ώστε να επικυρώσει την κυριαρχία του, είναι από μόνο του επαρκής απόδειξη ότι ο θεσμός της νομιμότητας δεν εγγυάται την διατήρηση μιας κοινωνικής ειρήνης που έχει την πηγή της σε μια «γενική συμφωνία» και συναίνεση των κοινωνικών υποκειμένων (όπως διατείνονται οι ιδεολόγοι της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας»), αλλά περισσότερο ότι, σε μια ετερόνομη κοινωνία, ο ίδιος ο νόμος είναι ο θεματοφύλακας της θεσμοποιημένης κοινωνικής καταπίεσης, δηλαδή της κυριαρχίας κάποιων κοινωνικών ομάδων απέναντι σε άλλες. Με άλλα λόγια, ο νόμος εμφανίζεται ως το τελικό προϊόν της έκβασης του κοινωνικού ανταγωνισμού που αποτελεί συστατικό στοιχείο της ετερόνομης καπιταλιστικής κοινωνίας, και που προσδίδει αντικειμενική υπόσταση στην κυριαρχία μιας κοινωνικής τάξης έναντι όλων των άλλων, θεσμοποιώντας την διαμέσου της ιεραρχικής διάρθρωσης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Έτσι, ο ίδιος ο νόμος της «δημοκρατίας» αποκαλύπτεται σαν θεσμοποιημένο καθεστώς βίας στην πιο απροκάλυπτη και ακατέργαστη μορφή του. Η μοναδική διαφορά από τις μορφές λαϊκής αντιβίας στις οποίες ασκεί κριτική ο Μανδραβέλης, είναι ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ολίγων και ότι είναι απείρως ανώτερη ως προς την ισχύ και την έκταση στην οποία ασκείται και, συνακόλουθα, ως προς την αποτελεσματικότητα της.

Η ατομική ιδιοκτησία δεν είναι ένας κοινωνικά χρήσιμος θεσμός. Τουναντίον, είναι ακριβώς ο παράγοντας που ευθύνεται για την διαιώνιση της αντιμαχίας ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες, και για την υποδαύλιση κοινωνικών συγκρούσεων, ενός αδιάκοπου πολέμου για τον αποκλειστικό έλεγχο και την ιδιοκτησία από μια και μόνο κοινωνική ομάδα, πλουτοπαραγωγικών πηγών και πόρων που η λογική υπαγορεύει ότι οφείλουν να βρίσκονται στη διάθεση ολόκληρου του κοινωνικού συνόλου και που η πρόσβαση σε αυτές θα πρέπει να είναι ελεύθερη μιας και ικανοποιούν ανάγκες που είναι οικουμενικές και απαντώνται από κοινού σε κάθε μεμονωμένο άτομο και ομάδα. Η ιδιοκτησία είναι ο θεσμός που δημιουργεί την ανάγκη για την ύπαρξη μιας πολιτικής εξουσίας διαχωρισμένης από την κοινωνία, που θα θεσπίζει νόμους για την διαφύλαξη των προνομίων και για την προστασία της. Είναι τουλάχιστον δείγμα διανοητικού κρετινισμού, να ισχυρίζεται κανείς σοβαρά ότι η πελώρια ανισοκατανομή πλούτου και δύναμης που συντελείται μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, είναι μια διαδικασία που μπορεί να υπολογίζει στη, σιωπηρή μεν, πλην ενεργητική συναίνεση των υποτελών στρωμάτων της κοινωνίας που πλήττονται βάναυσα από αυτή και που δεν έχουν καμία πρόσβαση στις θεσμοποιημένες πηγές της εξουσίας προκειμένου να την αμφισβητήσουν και να την αλλάξουν. Από την δική μας πλευρά, θα λέγαμε ότι εκείνος που χουχουλιάζει μπροστά από το αναμμένο τζάκι του μια παγωμένη νύχτα του χειμώνα, δεν έχει το δικαίωμα να αναθεματίζει τον άστεγο που κοιμάται κάτω από μια γέφυρα επειδή κι αυτός επιθυμεί να έχει το ίδιο πράγμα. Αυτοί που έχουν τα πάντα δεν μπορούν να κρίνουν όσους δεν έχουν τίποτα. Και μιας και οι κανόνες της ετερόνομης ηθικής, αλλά και αυτοί της «πολιτισμένης» κοινωνίας, γράφονται από τους κατέχοντες, έπεται από τα παραπάνω ότι οι μη-προνομιούχοι δεν μπορούν να δεσμεύονται ηθικά από κανόνες που επινοήθηκαν χωρίς αυτούς για λογαριασμό τους. Ας μην ξεχνάμε ότι η επιβολή της κοινωνικής ειρήνης δίχως δικαιοσύνη, συνήθως ισοδυναμεί με την συνταγή που συγκροτεί το πολιτειακό υπόβαθρο της τυραννίας.

Καλό θα ήταν σε αυτό το σημείο να ξεδιαλύνουμε την θέση μας με ένα απλό παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι σε μία πόλη υπάρχουν εκατό σπίτια κι εκατό οικογένειες. Ωστόσο, αντί κάθε οικογένεια να έχει στη διάθεση της από ένα σπίτι και να διαμένει σε αυτό, οι ενενήντα εννέα από τις εκατό οικείες βρίσκονται στην αποκλειστική κατοχή μιας μόνο από τις οικογένειες, η οποία αρνείται στις υπόλοιπες το αυτονόητο δικαίωμα να κατοικήσουν ελεύθερα σε αυτές. Οι υπόλοιπες 99 οικογένειες κάποτε εξεγείρονται απέναντι σε αυτή την παράλογη και άδικη κατάσταση πραγμάτων. Αποφασίζουν ότι δεν θα σεβαστούν άλλο τους τύπους της δημοκρατικής νομιμότητας, καταλαμβάνουν μονομερώς τις διαθέσιμες οικείες και εγκαθίστανται σε αυτές χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του «νόμιμου» ιδιοκτήτη. Αντιμέτωπος με αυτή την βίαιη καταπάτηση των περιουσιακών στοιχείων του, ο κάτοχος κάνει έκκληση στις δυνάμεις καταστολής να τον προστατέψουν, να διενεργήσουν ένοπλη επέμβαση και να αποβάλλουν δια της βίας τους καταληψίες έτσι ώστε να του επιστραφεί η «ιδιοκτησία» του. Μολαταύτα, στην περίπτωση αυτή οι καταληψίες δεν στερούν από τον ιδιοκτήτη από το δικαίωμα χρήσης της οικείας του, καταπατώντας έτσι το φυσικό δικαίωμα που κάθε άνθρωπος έχει στην πρόσβαση σε στέγαση. Αντίθετα, απαλλοτριώνουν το πλεόνασμα που έχει υπό την κατοχή του, το οποίο, προηγούμενα, ο ίδιος το είχε αποστερήσει από κάποιο έτερο μέλος της κοινότητας, υπονομεύοντας ευθέως μέσω αυτής της συγκέντρωσης πλούτου την δυνατότητα του άλλου να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή, ή ακόμα και να επιβιώσει. Ούτε προκύπτει από το παράδειγμα μας ότι η ιδιοκτησία σε συνθήκες άνισης κατανομής της αποτελεί κοινωνικό «αγαθό» που χρήζει υπεράσπισης και προστασίας. Μάλλον φαίνεται να αποτελεί μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της κοινότητας, που υποσκάπτει τις υλικές βάσεις που προσδίδουν αντικειμενική υπόσταση στην ενότητα της και συντελεί στην αποκρυστάλλωση κοινωνικών διαχωρισμών και ιεραρχικών κοινωνικών σχέσεων, μέσα από την άνιση κατανομή του πλούτου και της δύναμης ανάμεσα στα άτομα και τις κοινωνικές τάξεις / ομάδες.

Από αυτή την άποψη, ο νόμος σε μια ετερόνομη κοινωνία τάσσεται στην υπηρεσία της αναπαραγωγής μιας δεδομένης κοινωνικής συνθήκης, όχι επειδή αυτή προσεγγίζει απαραίτητα κάποιο αφηρημένο ηθικό ιδανικό που προηγείται της κοινωνικής θέσμισης του, αλλά απλώς και μόνο επειδή μπόρεσε δια της ισχύος της μίας ή της άλλης κοινωνικής ομάδας κάποτε να επικρατήσει και να περιβληθεί με κανονιστική ισχύ. Η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου City Plaza, Αλίκη Παπαχελά, όταν διαμαρτύρεται για την παραβίαση της ιδιοκτησίας της από τους πρόσφυγες και τους αλληλέγγυους και απαιτεί την εκκένωση του χώρου, αναμφίβολα λειτουργεί σε πλήρη αρμονία με τα βαθύτερα ταξικά συμφέροντα της. Για να το πούμε διαφορετικά, η κοσμοθεωρία της ευθυγραμμίζεται απότομα με την ανάγκη που αισθάνεται για προστασία των περιουσιακών στοιχείων που έχει υπό την κατοχή της και που στις συνθήκες κοινωνικού κανιβαλισμού που καθιερώνει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, αποτελούν το μοναδικό εχέγγυο για την επιβίωση κι ευημερία της ίδιας και της οικογένειας της. Υπό αυτή την έννοια, δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο στο γεγονός ότι οι «προοδευτικές» ψευδαισθήσεις του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού της κυρίας Παπαχελά ως «Αριστερής» (που η νεοελληνική μπουρζουαζία υιοθετεί κατά κόρον σαν το φάρμακο που θα απαλύνει τις ενοχές της), εξαϋλώθηκαν και παραμερίστηκαν βιαίως μπροστά στην επιτακτική αναγκαιότητα για την άμεση προστασία του ταξικού της συμφέροντος από το Κράτος. Όπως δήλωσε και η ίδια απευθυνόμενη στους αλληλέγγυους που πραγματοποίησαν την κατάληψη στο ξενοδοχείο, «Αν σκοτώνοντας εμένα, νομίζετε ότι θα έρθει η παγκόσμια ειρήνη, δικαιοσύνη και ανθρωπιά, είστε μακριά νυχτωμένοι. Ντροπή και μόνο μετάνιωμα για πολλά που πίστεψα στη ζωή μου…».[iii]

Από την άλλη, το κοινωνικό φαντασιακό και τα ταξικά συμφέροντα των αλληλέγγυων και των προσφύγων προκειμένου να ικανοποιηθούν, απαιτούν ακριβώς την υπέρβαση του κοντόθωρου ταξικού ατομικισμού που αποτελεί το φυσικό συμπλήρωμα στο επίπεδο του αξιακού συστήματος, των δομών και θεσμών συγκέντρωσης δύναμης στη σφαίρα της οικονομίας και της πολιτικής, που εν πολλοίς ευθύνονται για την ύπαρξη δεινών όπως η καταπίεση, η φτώχεια και η εξαθλίωση στις ετερόνομες κοινωνίες του παγκόσμιου Βορρά. Από αυτή την ιδιότητα της δημιουργίας νέων ανοικτών χώρων, που δίνουν τη δυνατότητα για την συμπερίληψη ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων σε δομές και συνθήκες από τις οποίες μέχρι σήμερα τελούσαν σε κατάσταση ενός de facto αποκλεισμού, κρίνεται σε τελική ανάλυση ο χαρακτήρας μιας ενέργειας στην οποία προβαίνει ένα στρατευμένο πολιτικό υποκείμενο ως κοινωνικά ωφέλιμης. Όχι μόνο από τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες που μπορεί να ακολουθήθηκαν κατά το στάδιο της παραγωγής της απόφασης (κριτήριο πράγματι αναποτελεσματικό εξαιτίας της εγγενούς αυτοαναφορικοτητάς του), αλλά, περισσότερο, από το αν καταλύει μέσα από το αποτέλεσμα της άμεσης δράσης του εκείνες τις θεσμισμένες δομές της κυριαρχίας που αντιστρατεύονται και καθιστούν ανέφικτο τον ατομικό και συλλογικό αυτοκαθορισμό σε μαζική κοινωνική κλίμακα. Για να το πούμε διαφορετικά, σημασία έχει αν μια ενέργεια αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος για τη θέσμιση της κοινωνικής αυτονομίας, ή, αντίθετα, αν εντάσσεται σε μια λογική διαιώνισης κι ενίσχυσης της καταπίεσης και της κυριαρχίας.

 

[i] Π. Μανδραβέλης, Αλληλεγγύη δίχως έρμα και νόμο, http://www.kathimerini.gr/858310/opinion/epikairothta/politikh/allhleggyh-dixws-erma-kai-nomo.

[ii] W. Benjamin, Για μια Κριτική της Βίας (Ελευθεριακή Κουλτούρα).

[iii] Μανδραβέλης, ό.π.

Advertisements

1+1 = 2, ή περί μη-βίας

neotaksikes

«Για να πετύχει τους θετικούς στόχους της, μια επανάσταση πρέπει πρώτα από όλα να πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, για να πετύχει ένα αρνητικό αποτέλεσμα, για να προκαλέσει μια αντεπαναστατική αντίδραση, δεν χρειάζεται παρά να ρίξει απειλητική την σκιά της πάνω από τα γεγονότα».

Ισάακ Ντώυτσερ

Η ειρηνική διαδήλωση έχει νόημα μόνο όταν θέλει κάποιος να κάνει γνωστή την αντίθεση του σε ένα θέμα που μέχρι τώρα δεν είχε πάρει σαφή θέση και η βούληση του (ατομική ή συλλογική) πάνω σε αυτό δεν ήταν εντελώς ξεκάθαρη. Αναμφίβολα, πρέπει κανείς να είναι τουλάχιστον κρετίνος, ή πληρωμένος γραφιάς του συστήματος, για να θεωρεί ότι οι ανά τον κόσμο κυβερνήσεις πιστεύουν σοβαρά πως οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι και οι πάσης φύσεως νέοι προλετάριοι, τάσσονται υπέρ της διάλυσης της κοινωνικής ασφάλισης τους, ή υπέρ του περαιτέρω πετσοκόμματος των συντάξεων τους, ή ότι στηρίζουν την ολική έκλειψη των εργασιακών δικαιωμάτων τους. Και συνακόλουθα, ότι η συσπείρωση των κοινωνικών αντιστάσεων στα μέτρα κοινωνικού κανιβαλισμού που προωθούν οι απανταχού πολιτικοί εντολοδόχοι της υπερεθνικής ελίτ, είναι απλώς ζήτημα διοργάνωσης μιας μαζικής διαδήλωσης ή ενός ειρηνικού σουλάτσου μπροστά από το εκάστοτε κοινοβούλιο, μέσω του οποίου θα διατρανωθεί η συλλογική επιδίωξη μιας κοινωνικής μονάδας, κι έπειτα θα γίνει σεβαστή από τους εξουσιαστές κατά τις νόρμες και τα ειωθότα της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας». Η «δημοκρατία» τείνει πάντοτε να αναγάγει τις ταξικές συγκρούσεις σε μια μεγάλη πολιτισμική παρεξήγηση. Οι προλετάριοι αναμφίβολα γνωρίζουν καλύτερα. Επιπλέον, για να είναι αποτελεσματική η πασιφιστική ιδεολογία θα πρέπει να υπάρχει κάποιος «εκεί ψηλά», στα ανώτερα κλιμάκια της θεσμισμένης εξουσίας, που είναι διατεθειμένος να «ακούσει» και να λάβει υπόψιν τα αιτήματα που εκφράζει η ειρηνική κινητοποίηση. Ωστόσο, είναι μάλλον παράδοξο να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να απευθύνει αιτήματα προς τις ίδιες εκείνες πολιτικές ελίτ οι οποίες επιδιώκουν ανερυθρίαστα την εισαγωγή νομοθεσίας που στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα του συνόλου των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας. Η έλλειψη θεσμικής ισχύος είναι άλλωστε ο βασικός λόγος που κάποια κοινωνικά υποκείμενα στοχοποιούνται κατά συρροή από τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές ελίτ (π.χ. συνταξιούχοι, άνεργοι). Επιπλέον, η απόφαση για την υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής είναι ειλημμένη και διέπεται από πλήρη επίγνωση της δυσαρέσκειας που ενδέχεται να προκαλέσει στα υποτελή κοινωνικά στρώματα. Στον βαθμό που η δυσαρέσκεια αυτή δεν ξεπερνάει τις φόρμες της «νόμιμης» διαμαρτυρίας, η αντίδραση των θυμάτων της κυβερνητικής πολιτικής δεν είναι ικανή να ανησυχήσει τις ελίτ του συστήματος. Άλλωστε, είναι νωπές ακόμα οι μνήμες με το οργισμένο πλήθος των διαδηλωτών που διαμαρτυρόταν έξω από την Βουλή και τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ να υψώνουν πανό με συνθήματα κατά της «μνημονιακής» κυβέρνησης, την ώρα που εισέρχονταν στο κοινοβούλιο για να δώσουν τον «υπέρ πάντων αγώνα» υπέρ του λαού. Σήμερα, οι ίδιες μάζες είναι υποχρεωμένες να διαδηλώσουν ενάντια στους όψιμους αριστερούς σωτήρες τους, που προεκλογικά έτειναν ευήκοα ώτα για να εισακούσουν την λαϊκή οργή, αλλά κουφάθηκαν μόλις κατέλαβαν την πολυπόθητη εξουσία. Εν ολίγοις, καμία από τις δυο βασικές προϋποθέσεις της ιδεολογίας του κοινωνικού πασιφισμού, α) ότι οι μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες δεν έχουν κάνει επαρκώς γνωστές τις θέσεις τους και β) ότι υπάρχει κάποιο περιθώριο «εγκάρδιας συνεννόησης» με τις ελίτ, δεν συντρέχει πλέον στις διαδηλώσεις που γίνονται κατά της λιτότητας και της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο κι επιβάλλονται από τον οδοστρωτήρα της διεθνοποίησης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Η ειρηνική διαδήλωση είναι πια μια μορφή κινητοποίησης που ανήκει στο παρελθόν, όπως είναι και η σοσιαλδημοκρατία που την εξέθρεψε.

 

 

Αρχή φόρμας