Καινά δαιμόνια. Ή μήπως όχι;

garden of praise rapahael

«Εν αντιθέσει στις μέρες μας, έχουμε δυσκολία να φανταστούμε έναν κόσμο που θα είναι ριζικά καλύτερος από τον δικό μας, ή ένα μέλλον που δεν θα είναι στην ουσία του δημοκρατικό και καπιταλιστικό».

Φράνσις Φουκουγιάμα, «Το Τέλος της Ιστορίας»

Το 1992, ο Φ. Φουκουγιάμα βιάστηκε να διακηρύξει ότι βρισκόμασταν πλέον στο κατώφλι του τέλους της ιστορίας. Η κατάρρευση του φιλοσοβιετικού μπλοκ, σηματοδοτούσε τον θρίαμβο του υπαρκτού καπιταλισμού επί του ιδεολογικού του αντιπάλου. Είχαμε φτάσει στα πρόθυρα της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας. Της έλευσης μιας νέας εποχής όπου είχαν πλέον δημιουργηθεί οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες για την θεσμοποίηση της  καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Κανείς δεν βρέθηκε τότε για να υπενθυμίσει στον νεοφιλελεύθερο ονειροπόλο, ότι κάθε τέλος σηματοδοτεί και μια καινούρια αρχή. Το ζήτημα της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ μας δίνει μια γεύση του πώς είναι να βλέπει κανείς την Ιστορία, με την μεγαλεπήβολη έννοια που έδινε σε αυτήν ο Έγελος ως μια μεστή νοήματος και γραμμική εξελικτική διαδικασία, να βάζει όπισθεν και να ανατρέπει παγιωμένες καταστάσεις που πολλοί θεωρούσαν ότι είχαν τον χαρακτήρα ενός ευρωπαϊκού αναπόφευκτου πεπρωμένου. Στον βαθμό που το ζήτημα της εξόδου αναδεικνύει τις υπαρκτές διαφωνίες και τον οικονομικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό της νεομπουρζουαζίας και φτάνει να προκαλέσει την κατάρρευση της κυβέρνησης των Συντηρητικών, χρήζει περαιτέρω ερμηνείας και ανάλυσης από την σκοπιά της ριζοσπαστικής κοινωνικής θεωρίας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλό επιφαινόμενο χωρίς ουσιαστικές επιπτώσεις στη διαμόρφωση του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων. Από την άλλη, δεν θα πρέπει να παρασυρόμαστε σε χιλιαστικού τύπου συμπεράσματα και διαπιστώσεις. Η υποτιθέμενη στροφή που πήρε η ιστορία προς το άγνωστο, μπορεί να αποδειχτεί βραχύβια, ή μπορεί να διαφανεί τελικά ότι καθόλου δεν συνέβη. Η στάση που υιοθέτησε ο αναρχικός χώρος της Βρετανίας γύρω από το ζήτημα εκτείνεται από τον γνωστό τυποποιημένο λόγο της ορθοδοξίας περί «διλημμάτων που δεν μας αφορούν», μέχρι την ενεργή στήριξη στο στρατόπεδο που τασσόταν υπέρ της παραμονής, π.χ. από μια μερίδα του antifa κινήματος, προφανώς υποκινούμενο από μια διάθεση αντιπαράθεσης προς τις εγχώριες δυνάμεις της ακροδεξιάς που υποστήριξαν την έξοδο. Ωστόσο, δεν μπορούμε να μην κάνουμε την εύλογη παρατήρηση ότι εφόσον αναγάγουμε την αφ’ υψηλού αποστασιοποίηση του αναρχικού χώρου από τις εξελίξεις σε πολιτικό κανόνα και θεωρούμε μόνιμα ότι η πραγματικότητα της συγκυρίας δεν μας αφορά (η ίδια διάθεση αποστασιοποίησης εκφράστηκε και από κομμάτια του εγχώριου κινήματος στο δημοψήφισμα του 2015), μήπως διατρέχουμε τον κίνδυνο να βρεθούμε εμείς οριστικά εκτός της κοινωνικής πραγματικότητας και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να αυτό-αναιρεθούμε σαν ενεργή πολιτική δύναμη που επηρεάζει και παρεμβαίνει στα πράγματα.

Κατά την άποψη μας, δυο είναι τα θεμελιώδη ζητήματα που τίθενται για τους αναρχικούς με αφορμή την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Πρώτο ζήτημα είναι αυτό της, κατά τους μεταρρυθμιστές λεγόμενης, «επαναστατικής θεολογίας». Δηλαδή, της υποτιθέμενης τάσης των ριζοσπαστικών κύκλων να αναπέμπουν την επίλυση των πιεστικών κοινωνικών προβλημάτων σε ένα ακαθόριστο μέλλον, όταν η επανάσταση θα έχει επικρατήσει και όλα θα πηγαίνουν κατ’ ευχή.[i] Εφόσον τούτος ο ισχυρισμός περιείχε την παραμικρή δόση αλήθειας, θα ήταν λογικό κανείς να υποστηρίξει ότι οποιαδήποτε τρέχουσα εξέλιξη αφορά την πραγματοποίηση αλλαγών στο υπάρχον σύστημα θα πρέπει να απασχολεί αποκλειστικά και μόνο τους ρεφορμιστές και να αφήνει παγερά αδιάφορους τους αντισυστημικούς κοινωνικούς αγωνιστές, οι οποίοι αποβλέπουν σε έναν καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ωστόσο, η άποψη αυτή στερείται λογικής βάσης μιας και η ίδια η απελευθερωτική κοινωνική θεωρία έχει στον πυρήνα της την διερώτηση με τρόπο συστηματικό κι οργανωμένο, γύρω από την δυνατότητα, ή ακόμη και την επιθυμητότητα, επιβολής αλλαγών προς μια φιλολαϊκή κατεύθυνση μέσα στα όρια που προδιαγράφει το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Ειδομένη από αυτή τη σκοπιά, η θέση ότι το δίλημμα που τίθεται από το βρετανικό δημοψήφισμα «δεν μας αφορά», είναι, τρόπον τινά, αυτοαναφορική και μοιάζει με αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Με άλλα λόγια, αν δεχτούμε ότι το σύστημα δεν είναι δυνατό να «αλλάξει», τότε μπορούμε να αποφανθούμε a priori και χωρίς πολύ κόπο πως δεν αξίζει να επεξεργαστούμε μια αναρχική πολιτική θέση αναφορικά με την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ και το πώς η εξέλιξη αυτή μπορεί να επιδράσει στις τύχες του επαναστατικού κινήματος, στη Βρετανία και αλλού. Αλλά, όπως είπαμε, μια τέτοια στάση είναι μάλλον αυτάρεσκη όσο είναι κι αυτοαναφορική. Ο συλλογισμός είναι κυκλικός και καταλήγει εν τέλει να δικαιώνει εσαεί τις ιδεολογικοποιημένες μαξιμαλιστικές θέσεις του επαναστατικού στρατοπέδου.

Το δεύτερο ζήτημα που ανακύπτει έχει να κάνει με το συστημικό χαρακτήρα της διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς κι αν αυτή είναι αναστρέψιμη μέσω της βουλησιαρχικής προσέγγισης που υποδηλώνει η προσφυγή σε ένα δημοψήφισμα από-τα-πάνω. Ο συστημικός χαρακτήρας του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης δεν θα πρέπει εδώ να εκλαμβάνεται ότι συνεπάγεται έναν μονομερή και απόλυτο ντετερμινισμό των δυνάμεων της οικονομικής βάσης, όπως συμβαίνει στην μαρξιστική σκέψη, ή τον καταναγκαστικό χαρακτήρα μιας παντοδύναμης ιστορικής αναγκαιότητας, που δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο παρέκκλισης στη συνειδητή δραστηριότητα των κοινωνικών υποκειμένων. Αν υπερθεματίζουμε ότι η διεθνοποίηση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς έχει τις ρίζες της σε αλλαγές στις «αντικειμενικές» συνθήκες που συντελέστηκαν στο πεδίο της οικονομίας, όπως είναι λόγου χάρη η άνοδος των πολυεθνικών, τούτο δεν σημαίνει ότι ο οικονομικός παράγοντας επικαθορίζει και προεξοφλεί κατά οποιονδήποτε τρόπο την έκβαση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ούτε όμως μπορεί να σημαίνει ότι ο άκρατος βολονταρισμός και η άγνοια της κοινωνικής πραγματικότητας που διαμορφώνουν οι εξουσιαστικές δομές της θεσμισμένης ετερονομίας μπορεί να οδηγήσει το κίνημα σε ευεργετικά αποτελέσματα. Εκείνο που κατά την γνώμη μου πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι ένα σύστημα λειτουργεί σύμφωνα με ένα σύνολο κανόνων στους οποίους τα μέρη που συμμετέχουν ή υπόκεινται σε αυτό είναι υποχρεωμένα να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους. Από την άλλη, η δυνατότητα που έχει το σύστημα να αναπαράγεται εξαρτάται ακριβώς από την ικανότητα του να εκμαιεύει τέτοιες συμπεριφορές. Δηλαδή, να εξαναγκάζει μέσω της συνδυασμένης ισχύος μιας πληθώρας μηχανισμών καταναγκασμού και πειθάρχησης που έχει στη διάθεση του τα υποκείμενα που έχει κάτω από την κυριαρχία του, να συμπεριφέρονται και να ενεργούν με έναν συγκεκριμένο και προμελετημένο τρόπο. Υπό αυτή την έννοια, μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του ετερόνομου συστήματος οι επιλογές και τα αποτελέσματα της δράσης του ανθρώπου είναι μετρήσιμα, προβλέψιμα και περιορισμένα. Είναι αυτό που ο Καστοριάδης αποκαλούσε πολιτική «πράξις» που έχει τη δύναμη να υπερκεράσει τα όρια που θέτει η ιστορική συγκυρία και καθιστά εκ νέου τον ανθρώπινο παράγοντα στοιχείο καταλυτικό για τη διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης, αντί ενός παθητικού δέκτη των εξελίξεων.[ii] Και για να υπάρξει η «πράξις» σαν καταγεγραμμένο ιστορικό μέγεθος θα πρέπει κατά πρώτο να είναι μαζική, να υπερβαίνει δηλαδή την εξατομίκευση που επιβάλλει το σύστημα στο κοινωνικό σώμα και να εκπηγάζει από τις επιθυμίες και τα συμφέρονται ενός συλλογικά οργανωμένου πολιτικοκοινωνικού φορέα. Και δεύτερο θα πρέπει να αποβλέπει ρητά και συνειδητά στον καθολικό μετασχηματισμό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας μέσω της επικράτησης ενός εναλλακτικού ταξικού φαντασιακού. Όταν οι παραπάνω προδιαγραφές πληρούνται, διαμορφώνονται οι συνθήκες για να τροποποιηθεί ο συσχετισμός δύναμης ανάμεσα στο «αντικειμενικό» και το «υποκειμενικό» στοιχείο, η συνοχή των απανταχού συστημάτων διασαλεύεται και οι απρόσωπες ταξικές διακρίσεις δύναται να υποκύψουν και να παραμεριστούν από την δημιουργική δράση των αυτοστοχαστικών κοινωνικών υποκειμένων που στοχεύουν στην κατάργηση τους.

Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, η αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ επουδενί δεν αποτελεί αφ’ εαυτής την ικανή συνθήκη για την μετάβαση σε ένα αυτόνομο κοινωνικό παράδειγμα. Είναι όμως μια σημαντική εξέλιξη από τουλάχιστο δύο άλλες απόψεις, τις οποίες δεν θα ήταν συνετό να παραβλέψουμε. Καταρχάς, όλες εκείνες οι δακρύβρεχτες αφηγήσεις της ευρώδουλης καθεστωτικής Αριστεράς που κινδυνολογούν ακατάσχετα για μια ενδεχόμενη επανάκαμψη της Βρετανίας στον μπαμπούλα του έθνους-κράτους, δεν λαμβάνουν υπόψη τους το γεγονός ότι μια πραγματική επιστροφή στο έθνος-κράτος συνεπάγεται μια επιστροφή στον κρατισμό σαν μέθοδο διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομίας. Πουθενά στο πρόγραμμα του Κόμματος Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP) δεν διαφαίνεται η πρόθεση του να καταφύγει στον οικονομικό προστατευτισμό προκειμένου να ανασυγκροτήσει εκείνους τους παραγωγικούς κλάδους της αγγλικού καπιταλισμού που επλήγησαν διαχρονικά από τη συμμετοχή της Βρετανίας στην ΕΕ. Αν μάλιστα υπάρχει ένα πράγμα που ο δημαγωγός ηγέτης του UKIP, Νάιτζελ Φάρατζ, υποσχέθηκε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του υπέρ της αποχώρησης, αυτό ήταν ότι η Βρετανία θα επιστρατεύσει όλη την οικονομική, στρατιωτική και διπλωματική ισχύ που έχει στη διάθεση της, προκειμένου να εξασφαλίσει μέσω διμερών διαπραγματεύσεων προνομιακούς όρους για τις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές της Βρετανίας με την ΕΕ. Αδυνατεί λοιπόν κανείς να καταλάβει τον λόγο που η Βρετανία μπήκε στον κόπο να δρομολογήσει την αποχώρηση της από την ΕΕ, στο βαθμό που αυτό που φαίνεται να επιθυμούν οι πολιτικές δυνάμεις που στήριξαν το αίτημα της εξόδου είναι η διατήρηση στενών εμπορικών και οικονομικών δεσμών με την ΕΕ, στην κοινή αγορά της οποίας μετείχαν μέχρι πρότινος. Ούτε είναι νοητή η επιβολή παρατεταμένων εμπορικών κυρώσεων απέναντι στη Βρετανία, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα δυσαρεστούσε πρωτίστως μια μεγάλη μερίδα του ευρωπαϊκού πολυεθνικού κεφαλαίου του οποίου η πρόσβαση και οι σχέσεις με την βρετανική αγορά είναι ιδιαίτερα επωφελείς. Δεδομένων των παραπάνω, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε πότε θα αντιληφτούν τα λαϊκά στρώματα που έριξαν συντριπτικά το ειδικό βάρος τους πίσω από το brexit, το μέγεθος της πολιτικής απάτης που ενσαρκώνει το μονοθεματικό κομματικό μόρφωμα του Φάρατζ κι αν η οδυνηρή αυτή διαπίστωση θα τους οδηγήσει να κάνουν το επόμενο λογικό βήμα που θα τους φέρει πιο κοντά στη δημιουργία των συνθηκών για την απελευθέρωση τους. Η έξοδος από την ΕΕ δεν είναι απλά ζήτημα ακύρωσης ενός νομικού εγγράφου. Εφόσον δεν συντελεστεί με όρους κινήματος, δεν πρόκειται να επιφέρει κάποια αξιοσημείωτη ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα. Όπως έχουμε γράψει και παλαιότερα, είναι αδύνατο για την ΕΕ να επιβιώσει χωρίς τα κράτη. Το Κράτος όμως μπορεί θαυμάσια να επιβιώσει και χωρίς την ΕΕ.

Και φυσικά η παραμονή στην ΕΕ δεν αποτελεί κανενός είδους εχέγγυο για μια πολιτισμική ηγεμονία των αξιών και των ιδεών που είναι αντίθετες σε αυτά που πρεσβεύει το εξουσιαστικό ιδεολόγημα του εθνικισμού και του σοβινισμού. Εδώ, όπως και σε άλλα πράγματα, η ρητορική της τάξης των μανδαρίνων των Βρυξελλών είναι σκόπιμα συγκεχυμένη και περισσότερο συσκοτίζει, παρά ξεδιαλύνει τα πράγματα. Η ιδεολογική ταυτότητα του νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊστή, μπορεί να ορίζεται μέσα από την αντίθεση του σε πολλά πράγματα, όπως είναι ο παρανοϊκός αντικομμουνισμός των λαών της Βαλτικής, ο υποτιθέμενος αντιεθνικισμός και ο αντιρατσισμός των απανταχού εκσυγχρονιστών νεομπουρζουάδων, ή ο διάχυτος αντιαναρχισμός του ημιφασιστικού ελλαδικού προτεκτοράτου, δυσκολεύεται ωστόσο να περιγράψει τις θετικές αξίες που υπερασπίζεται και να τις μετουσιώσει σε πολιτική άποψη. Θα μπορούσε αυτό να οφείλεται στην ιστορική καταγωγή του νεοφιλελευθερισμού σαν κίνημα αντίδρασης των ελίτ που είχε σκοπό να καταργήσει και να σαρώσει τις κολεκτιβιστικές κατακτήσεις της σοσιαλδημοκρατικής περιόδου. Ένα κίνημα δηλαδή κατ’ εξοχήν αρνητικό, μια αντεστραμμένη εικόνα της περιόδου της σοσιαλδημοκρατίας. Όπως και να ‘χει, αν το ιδεολογικό αφήγημα του εθνικισμού είναι κατακριτέο επειδή ενθαρρύνει και εξιδανικεύει μάλιστα την περιχαράκωση ή την κρατική επιθετικότητα, την καταπίεση ανάμεσα στις τάξεις και τις ανταγωνιστικές σχέσεις ανάμεσα στους λαούς, το αντίθετο του δεν είναι ο νεοφιλελεύθερος κοσμοπολιτισμός της ΕΕ, αλλά ο διεθνισμός των απανταχού προλεταριακών στρωμάτων, ο οποίος ακυρώνει τη σημασία των παραπάνω ταξικών διαχωρισμών, συσπειρώνοντας τους λαούς γύρω από ένα πρόγραμμα ενοποίησης από-τα-κάτω, σύμφωνα με τις αρχές της αυτονομίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Όσο κι αν τα παπαγαλάκια του συστήματος διερωτώνται σε τόνους μελοδραματικούς, «Είναι καταδικασμένη σε διάλυση η Ευρωπαϊκή Ένωση; Είναι καταδικασμένη κάθε προσπάθεια του ανθρώπου να αποκτήσει ασφάλεια και ευημερία μέσω συλλογικών συνεννοήσεων; Είμαστε ‘προγραμματισμένοι’ να οραματιζόμαστε το καλό αλλά να υποκύπτουμε γρήγορα στο φόβο και στην επιθετικότητα, προβάλλοντας με περισσή ευκολία τον χειρότερο μας εαυτό;»[iii], δεν μπορούν παρόλα αυτά να μας εξηγήσουν σε τι διαφέρει η άνωθεν ενοποίηση της ΕΕ, με τις άτυπες πολιτικές ιεραρχίες και τις δραματικές κοινωνικές ανισότητες που εκτρέφει στο εσωτερικό της, από την ενοποίηση που συντελέστηκε ιστορικά από-τα-πάνω, κάτω από την αιγίδα των μεγάλων αυτοκρατοριών του παρελθόντος. Η φιλοδοξία να «ενώσουν την Ευρώπη» ήταν κοινή άλλωστε σε όλους τους κατακτητές. Από τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Ρωμαίο φιλόσοφο-αυτοκράτορα, μέχρι τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ. Είναι λοιπόν οι αρχές, η μέθοδος και κυρίως οι συλλογικοί θεσμοί μέσω των οποίων θα επέλθει τελικά η ενοποίηση, που έχουν την καθοριστική σημασία. Ειδάλλως, κινδυνεύουμε να αντιμαχόμαστε έναν παλαιάς κοπής, επαρχιώτικο εθνικισμό, μόνο και μόνο για να τον αντικαταστήσουμε με ένα ακόμα χειρότερο ιδεολόγημα της υπερεθνικής εξουσίας, τον επεκτατικό και φιλοπόλεμο κοινωνικό κανιβαλισμό του νεοφιλελεύθερου ιμπεριαλισμού της αγοράς. Δεν προξενεί λοιπόν καμιά εντύπωση η ανικανότητα, ή ακόμα και άρνηση, των οργανικών ιδεολόγων της υπερεθνικής ελίτ να προβούν σε εκτενείς και εις βάθος αναλύσεις αναφορικά με τα όσα υποστηρίζουν, πέρα από την τακτική τους να εμμένουν σε εκείνα τα πράγματα με τα οποία είναι αντίθετοι. Έτσι, οι δημαγωγοί της λαϊκίστικης Δεξιάς αρπάζονται από αυτή την αμφισημία προκειμένου να αποκαταστήσουν το «καλό όνομα» του εθνικισμού και να μας πείσουν ότι δεν είναι ακροδεξιοί, αλλά αντισυστημικοί πατριώτες. Μέχρι και ο φαιδρός πρώην δήμαρχος της πόλης του Λονδίνου και επίδοξος αρχηγός των Συντηρητικών, Μπόρις Τζόνσον, έφτασε στο σημείο να διαλαλεί δεξιά κι αριστερά ότι μάχεται ενάντια στο «κατεστημένο»! Από την άλλη, είναι σύμπτωμα της βαθύτερης κρίσης που διέρχεται το κοινωνικό σύστημα της θεσμισμένης ετερονομίας, ότι υπάρχουν κομμάτια του κατεστημένου που είναι αναγκασμένα να στραφούν πλέον εναντίον του, διότι η συστημική αναδιάρθρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη βάζει σε κίνδυνο, ή απειλεί ευθέως τα θεσμοποιημένα προνόμια και τα ταξικά συμφέροντα τους.

Τέλος, θα πρέπει σε αυτό το σημείο να αναφερθούμε σε έναν ακόμη μύθο που καλλιεργεί μεθοδικά η συστημική διανόηση. Εκείνον της «καλής» ΕΕ, που ενσαρκώνει μια πρότυπη ένωση καπιταλιστικών κρατών, και ξεχωρίζει για την ποιότητα του δημοκρατικού πολιτισμού της, για το ανυπέρβλητο επίπεδο της προστασίας που παρέχει στους πολίτες της (παρά το γεγονός ότι η προστασία αυτή αφορά κυρίως επιβουλές από τον ίδιο της τον εαυτό!), όπως επίσης και για τις αξίες της συναδέλφωσης και της αλληλεγγύης που υποτίθεται ότι την διέπουν, παρά το γεγονός ότι αυτές ακριβώς οι αξίες είναι παντελώς ασύμβατες με την αρχή του ανταγωνισμού όλων εναντίον όλων, που συνιστά την κινητήρια δύναμη του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, γύρω από την οποία είναι δομημένη η ΕΕ. Κάτω από το παραμορφωτικό πρίσμα αυτής της ιδεολογικοποιημένης προσέγγισης της κοινωνικής πραγματικότητας, οι κοινοτικές επιδοτήσεις ερμηνεύονται σαν αδιάσειστη ιστορικη απόδειξη της καλής προαίρεσης που έχουν επιδείξει οι πλούσιες χώρες της βόρειας Ευρώπης απέναντι στους φτωχούς της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Ο προγραμματικός στόχος της σύγκλισης των περιφερειών, που κάποτε αποτέλεσε καταστατική δέσμευση της ΕΕ, αλλά που σιγά, σιγά εξαφανίστηκε από το επίσημο λεξιλόγιο του ευρωπαϊκού τμήματος της υπερεθνικής ελίτ, συνιστά παρόμοια απόδειξη της σημασίας που αποδίδει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση στην αρχή της ισότητας. Κι έτσι καταλήγουν να ενοχοποιούνται οι ίδιοι οι φτωχοί των χωρών της περιφέρειας, κατά την ίδια διαδικασία σύμφωνα με την οποία νοηματοδοτούνται οι νεόπτωχοι στο εσωτερικό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας,[iv] οι οποίοι, λόγω μιας έμφυτης πολιτισμικής κατωτερότητας, της υποδεέστερης συλλογικής ευφυΐας τους, ή εξαιτίας της εκφυλισμένης και διεφθαρμένης νοοτροπίας τους, απέτυχαν να δρέψουν τα οφέλη της καλοσύνης που επέδειξαν απλόχερα απέναντι τους οι επικυρίαρχοι. Μα να τα πράγματα είναι έτσι, τότε καλώς βρέθηκαν οι νεόπτωχοι της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην τραγική κατάσταση που είναι σήμερα. Κανείς από αυτούς τους απολογητές της κυριαρχίας δεν μπαίνει στον κόπο να καταπιαστεί με ερωτήματα που αντικρούουν ευθέως το κοσμοπολίτικο ιδεολογικό αφήγημα που προπαγανδίζουν. Για παράδειγμα, αναρωτιέται κανείς γιατί η πλούσια Γερμανία, η οποία δεκαετίες τώρα φέρεται να υφίσταται την άγρια εκμετάλλευση των «τεμπέληδων» της περιφέρειας και τάχα έχει διασπαθίσει σημαντικά κονδύλια από τον κρατικού της κορβανά, προκειμένου να ευεργετήσει τους ανάξιους «ιθαγενείς» του Νότου, έγινε ουσιαστικά πλουσιότερη μέσα στην ΕΕ, αντί να έχει γονατίσει εξαιτίας της φαινομενικά αυτοκαταστροφικής οικονομικής πολιτικής της; Ή διερωτόμαστε για ποιον λόγο καπιταλιστικές υπερδυνάμεις όπως η Γερμανία, η Γαλλία, κλπ. θα ήταν πρόθυμες να επιδοτήσουν την ανάπτυξη στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης προκειμένου εκείνες να μπορέσουν να τις φτάσουν και ίσως κάποια στιγμή ακόμη και να τις ξεπεράσουν στην καπιταλιστική ιεραρχία της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Ήταν ποτέ αυτός ο στόχος που εξυπηρετούσαν οι μεταβιβάσεις κεφαλαίου υπό την μορφή των κοινοτικών επιδοτήσεων; Ή μήπως οι επιδοτήσεις ήταν ο έμμεσος θεσμικός μηχανισμός που επιστρατεύτηκε για την αναδιάρθρωση της κατά τόπους παραγωγής και κατανάλωσης, ούτως ώστε να δημιουργηθεί ένας τελειοποιημένος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας σε ηπειρωτική κλίμακα;

 

[i] Π. Γιώτης, Τίποτ’ άλλο εκτός από την κομμουνιστική επανάσταση¸ Κόντρα (28-05-2016).

[ii] T. Fotopoulos, Class Divisions Today, http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

[iii] Ν. Κωνσταντάρας, Ένωση ή ο χειρότερος μας εαυτός, Καθημερινή (19-06-2016).

[iv] Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι (Μεταίχμιο), σελ. 175-260.

Επανάσταση σε πραγματικό χρόνο

rojava revolution

Αναδημοσιεύουμε εδώ μεταφρασμένη από τα αγγλικά την παρακάτω επιστολή που απέστειλε πριν από ένα χρόνο κάποιος ανώνυμος σύντροφος / συντρόφισσα από τις αυτόνομες περιοχές του συριακού Κουρδιστάν, όπου και μετάβηκε για να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του. Αναδημοσιεύουμε την έκκληση του / της επειδή αυτή η επιστολή αποτελεί μια ισορροπημένη ματιά ως προς την πραγματικότητα που επικρατεί στο έδαφος στις ομόσπονδες περιοχές όπου εφαρμόζεται το σύστημα του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού. Μπορεί η επιστολή να μην διεκδικεί δάφνες θεωρητικής εκλέπτυνσης, έχει όμως γραφτεί από την σκοπιά ενός στρατευμένου ελευθεριακού που δεν προσπαθεί να εξιδανικεύσει την κατάσταση στην Ροτζάβα, αλλά ούτε καταφεύγει στην εύκολη λύση μιας ιδεολογικοποιημένης κριτικής που μηδενίζει την αξία του σημαντικού ελευθεριακού κοινωνικού πειράματος που βρίσκεται σε εξέλιξη στην βόρεια Συρία, όπως κάνουν κάποιοι υπερ-αναρχικοί στον «ανεπτυγμένο» Βορρά. Η μαρτυρία του συντρόφου / συντρόφισσας είναι ακόμη πιο σημαντική για τον λόγο ότι μας παρέχει μια περιγραφή από πρώτο χέρι των δυσκολιών που αναμένεται να αντιμετωπίσουμε την επαύριο μιας εξέγερσης, η οποία θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την θέσμιση δομών κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης σε όλα τα επίπεδα. Δεν θα πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι ο ατομικός και συλλογικός αυτοκαθορισμός μέσα από την δημιουργία συνθηκών κοινωνικής απελευθέρωσης, δεν είναι η εύκολη λύση, αλλά αντίθετα είναι μια επίπονη και απαιτητική διαδικασία. Ενώ η ιεραρχία απαιτεί από τον άνθρωπο απλώς να γονατίσει, η αναρχία του ζητά να σταθεί στα πόδια του, να διακηρύξει περιφανής την ανθρωπινότητα του και να αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί. Από αυτή την άποψη, η δυσαρέσκεια με τους αυτόνομους θεσμούς οργάνωσης της κοινωνίας και η υποτροπή σε ετερόνομες συμπεριφορές και νοοτροπίες κοινωνικής παθητικότητας είναι πάντοτε ένα πραγματικό και πολύ επικίνδυνο ενδεχόμενο. Τέλος, οφείλω να διευκρινίσω πως δεν συμφωνώ απόλυτα με την αφοριστική προτροπή του συντρόφου προς άπαντες τους αναρχικούς και τους ελευθεριακούς του παγκόσμιου Βορρά να μεταβούν στην Ροτζάβα για να προσφέρουν εκεί τις υπηρεσίες τους. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή δεν θεωρώ σημαντική την επανάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη στις Κουρδικές περιοχές, αλλά, αντίθετα, διότι πιστεύω ότι πρώτιστο καθήκον των αναρχικών και ελευθεριακών αγωνιστών είναι να κάνουν την κοινωνική επανάσταση στις χώρες του Κέντρου και να αρχίσουν να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως φορείς αυτού του υπολανθάνοντος επαναστατικού δυναμικού. Από αυτή την άποψη, ωστόσο, συμφωνώ με τον σύντροφο / συντρόφισσα ότι μια μακριά και προσεκτική ματιά στην Ροτζάβα, καθώς και η ανταλλαγή στελεχών, εμπειριών και πολιτικής τεχνογνωσίας θα λειτουργήσει ως εκατέρωθεν καταλύτης ριζοσπαστικοποίησης, τόσο για την Ροτζάβα από τους αναρχικούς του Κέντρου, όσο και για τους αναρχικούς που θα μάθουν από την επαναστατική εμπειρία της Ροτζάβα.       

 

Η ώρα για θεωρία πέρασε. Τώρα είναι ώρα για δράση.

27-06-2015

Βρίσκομαι στην Ροτζάβα εδώ και μισό χρόνο δουλεύοντας σε διάφορους τομείς της κοινωνίας, γεγονός που μου έδωσε μοναδική ευκαιρία να αποκτήσω μια καλή σφαιρική αντίληψη για το πώς λειτουργεί το σύστημα στη Ροτζάβα στην πράξη. Η ελευθεριακή φιλοσοφία μου και η πρακτική εμπειρία που έχω με φέρνει πολύ κοντά στους επαναστάτες της Ροτζάβα και τους αρέσει να ακούν τις ιδέες και την κριτική μου.

Γράφω αυτό το άρθρο αφού είδα ένα άλλο άρθρο με τίτλο:

“We should not let Kobane and the rest of Rojava to be defeated by the big corporations and the international financial institutions”

Στο οποίο η απάντηση μου είναι η εξής: τότε τι κάνετε στην δύση; Στην Ροτζάβα είναι καλύτερα από την δύση. Όταν μένεις στην δύση, βοηθάς τον καπιταλισμό. Είσαι μέρος του καπιταλισμού. Είσαι μέρος της μηχανής. Αν ζεις στην πόλη, καταναλώνεις προϊόντα ή συμμετέχεις στην ζωή εκεί, δεν είσαι παρά ένας υποκριτής.

Δεν υπάρχουν εδώ αρκετοί άνθρωποι με ριζοσπαστικές πεποιθήσεις. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να μπορούν να δουλέψουν. Με το που θα φτάσεις εδώ, η κατάσταση δεν σου δημιουργεί άγχος. Είναι ένας χώρος γόνιμος και οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να ακούσουν εσένα και τις ιδέες σου. Στην Ευρώπη ή την Αμερική, τα εγχειρήματα που έχουν να κάνουν με την αυτονομία εμποδίζονται, αλλά εδώ η κυβέρνηση ακούει και διαθέτει όσους πόρους μπορεί. Αλλά τα πράγματα κάποιες φορές πηγαίνουν αργά.

Η επανάσταση δεν είναι εξασφαλισμένη, και η Ροτζάβα έχει ανάγκη από το δυνατό πνεύμα των ξένων επαναστατών που θα προσφέρουν τη στήριξη τους εδώ, δουλεύοντας στην πρώτη γραμμή. Δεν είναι αρκετό να κάνει κάποιος μια συμβολική χειρονομία. Αν είσαι επαναστάτης, τότε νισάφι πια με τις γελοίες δικαιολογίες, έχεις δουλειά να κάνεις.

Η Ροτζάβα συνέβη επειδή έμπειροι επαναστάτες αγωνιστές ήρθαν από το Μπακούρ (το PKK στην Κουρδική Τουρκία), οργάνωσαν τη δική τους παράνομη στρατιωτική δύναμη και κατέλαβαν την εξουσία όταν άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που υπηρετούν στην κυβέρνηση είναι από το Μπακούρ. Παλαιότερα, είχαν περάσει χρόνια στα βουνά, μάθαιναν για την οργάνωση και διάβαζαν φιλοσοφία. Ξέρουν πολλά για την ελευθερία και την πολιτική, και δεν είναι ηλίθιοι.

Αυτοί είναι άνθρωποι της επανάστασης με βαθιά σκέψη που προσπαθούν να οργανώσουν μια κοινωνία η οποία είναι μαθημένη στην νοοτροπία της υποταγής και του σεβασμού προς την εξουσία. Στην Ροτζάβα, ο μέσος άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική (όπως στην Ευρώπη). Πραγματικά, δεν τους νοιάζει. Θέλουν μόνο όμορφα ρούχα, καθαρούς δρόμους και καλά σχολεία. Θέλουν απλώς να πηγαίνουν στη δουλειά και να τους κανονίζουν την ζωή τους χωρίς εκείνοι να καταβάλλουν κάποια επιπλέον προσπάθεια. Αν συμπαθούν τον Οτσαλάν, αυτό συμβαίνει επειδή εκείνος τους βοηθάει.

Κάποιοι από τους Κούρδους στην Ροτζάβα δεν καταλαβαίνουν τον λόγο για τον οποίο βοηθούν τους Άραβες. Μερικοί συμπαθούν τον Μπαρζανί (του ιρακινού Κουρδιστάν) παρόλο που αυτός είναι ένας καπιταλιστής λακές της δύσης και διεφθαρμένος ρατσιστής δικτάτορας. Θεωρούν ότι εκείνος βοηθά τον λαό του επειδή τόσες και τόσες εταιρείες έχουν εισρεύσει κι εγκαταστάθηκαν στο Μπασούρ (άλλο όνομα για το ιρακινό Κουρδιστάν). Λένε ότι το Ερμπίλ είναι καθαρό, ότι εκεί έχει όμορφα κτήρια και καλά καταστήματα. Πράγματα εντελώς μικροαστικά. Αλλά αυτό είναι που επιθυμεί ο μέσος άνθρωπος σε τούτη την κοινωνία.

Για παράδειγμα, μια από τις δυσκολίες στην Ροτζάβα είναι ότι οι ομάδες που ασχολούνται με την οικονομία προσπαθούν να οργανώσουν συνεταιρισμούς που θα εξυπηρετούν τις ανάγκες της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. Ωστόσο, πολύ συχνά οι άνθρωποι απλώς λένε, «απλώς πείτε μας τι να κάνουμε και κόψτε μας έναν μισθό». Θέλουν απλώς να δουλεύουν και να πληρώνονται. Δεν ενδιαφέρονται να πάρουν τον έλεγχο της ζωής τους, να διαχειριστούν την (συλλογική) επιχείρηση τους ή να σκέφτονται οτιδήποτε. Θέλουν απλώς κάποιον να τους οργανώσει και να εκτελούν τον ρόλο που τους έχει ανατεθεί. Έτσι είναι το παλιό σύστημα του Μπασάρ αλ Άσαντ και η νοοτροπία του καταπιεσμένου που δημιούργησε σε πολλούς από τους ντόπιους.

Παρόλα αυτά, ο Οτσαλάν και το σύστημα [των αυτόνομων καντονιών] της Ροτζάβα διαθέτει πολλή υποστήριξη μεταξύ του εγχώριου πληθυσμού. Ακόμη κι αν οι απλοί άνθρωποι δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάνε, πολύς κόσμος συντάσσεται πίσω από «τους ηγέτες του». Δεν είναι όλα τέλεια και υπάρχουν προβλήματα. Είναι δύσκολο να κάνεις τους ανθρώπους να σκέφτονται για τον εαυτό τους. Ο βασικός στόχος αυτής της επανάστασης είναι η πολιτισμική μεταμόρφωση.

Η Ροτζάβα αναλαμβάνει μεγαλεπήβολα σχέδια στον τομέα της παιδείας και η αποστολή που έχει αναλάβει να φέρει σε πέρας είναι κολοσσιαία. Ωστόσο, το μόνο που θέλουν οι γονείς είναι σχολεία που να φαίνονται ευυπόληπτα, όπου τα παιδιά μαθαίνουν να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τους καλούς τρόπους. Οι άνθρωποι μιλούν με νοσταλγία για τα παλιά σχολεία του Άσαντ που ήταν καλά εξοπλισμένα και όμορφα στην όψη.

Σχετικά με την συμμετοχή των γυναικών, υπάρχουν κάποιες πολύ δυνατές γυναίκες που κατέχουν σημαντικούς ρόλους στην τοπική κοινωνία. Οι σχέσεις ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες είναι μοναδικές και ξεχωριστές, κάτι που δεν έχω συναντήσει ούτε στις δυτικές κοινωνίες. Ωστόσο, τα «φυσιολογικά» κορίτσια παραμένουν προσκολλημένα στους παλιούς έμφυλους ρόλους τους και διακατέχονται από μια εμμονή με τα καλλυντικά και τα ρούχα. Πήγα σε μια συνέλευση συνεταιρισμού, τα μισά μέλη ήταν γυναίκες και τα άλλα μισά άντρες, και παρόλα αυτά επί τρεις ώρες μόνο οι άνδρες μιλούσαν. Οι γυναίκες μόνο καθόντουσαν χωρίς να συμμετέχουν ενεργά. Υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν ακόμα για να ανατραπεί αυτή η απηρχαιωμένη κουλτούρα, αλλά εδώ συμβαίνουν χειροπιαστές αλλαγές. Γίνεται πολλή καλή δουλειά με τις γυναίκες εδώ πέρα.

Είναι μια χαρά για όσους ζουν έξω από την Ροτζάβα να λένε ότι οι πολυεθνικές εταιρείες δεν έχουν καμία θέση εδώ, αλλά το γεγονός παραμένει ότι οι άνθρωποι έχουν ανάγκες, τις οποίες πρέπει να καλύψουν προκειμένου να μπορέσουν να ζήσουν. Είναι ευθύνη του συστήματος της Ροτζάβα να μεριμνήσει για τις ανάγκες του λαού της. Εάν η διοίκηση δεν κατορθώσει να ικανοποιήσει επαρκώς τις ανάγκες του λαού ή να τους παρέχει μια αξιοπρεπή ζωή, τότε ο κόσμος θα στραφεί εναντίον της ανεξάρτητα από ιδεολογία. Έτσι, η διοίκηση βρίσκεται κάτω από διαρκή πίεση. Να μερικές προπαγανδιστικές δημόσιες καταχωρήσεις από την Ροτζάβα:

«Η καλοκαιρινή παραγωγή συνήθως υπερβαίνει τις ανάγκες της περιοχής. Για να επωφεληθούμε από την υπεραφθονία των τροφίμων, χρειάζεται να ενεργοποιήσουμε εκ νέου ένα εργοστάσιο κονσερβοποιημένου φαγητού που δεν λειτουργεί εδώ και πολύ καιρό».

«Χρειαζόμαστε επιπλέον 60.000USD για την επισκευή και συντήρηση ενός εργοστασίου παραγωγής ζωοτροφών. Το κέντρο για την οικονομική ανάπτυξη το θεωρεί αναγκαίο προκειμένου να προμηθεύσει τους αγρότες με επαρκείς ποσότητες ζωοτροφών».

«Κατασκευή μοντέρνου εργοστασίου ζυμαρικών πολλαπλών ειδών και ποικιλιών, από 200g μέχρι 1kg, με δυνατότητα παραγωγής 7-10 τόνους την ημέρα. Προβλεπόμενο κόστος περίπου 2 εκατομμύρια δολάρια, με 25 εργαζόμενους».

«Το καντόνι της Τζεζίρα διαθέτει σημαντικό απόθεμα σε ζωντανά με βοσκότοπους καλής ποιότητας. Για να εκμεταλλευτούμε αυτή την ευκαιρία, είναι ανάγκη να φτιαχτεί ένα γαλακτοκομείο που θα παράγει αποστειρωμένο γάλα, ή πλαστικά μπουκάλια γάλακτος».

Λοιπόν, που είναι όλοι οι καταρτισμένοι ειδικοί; Δεν χρειαζόμαστε την αλληλεγγύη σας, ούτε την βοήθεια σας από το εξωτερικό. Χρειαζόμαστε ανθρώπους εδώ, στην πρώτη γραμμή. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που μπορούν να διδάξουν, να ξεκινήσουν και να διαχειριστούν έργα και να δώσουν πραγματικές λύσεις. Δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα πραγματικά αποτελεσματικό όσο παραμένετε απέξω.

Οι άνθρωποι που έχουν την εξουσία [στη Ροτζάβα] συνηθίζουν να λένε πράγματα όπως, «δεν υπάρχει κράτος εδώ, υπάρχει λαϊκή εξουσία, κλπ…». Αλλά, είναι σίγουρο ότι αν αυτή ήταν μια πραγματική δημοκρατία, ο απλός κόσμος αμέσως θα δημιουργούσε ξανά ένα παραδοσιακό σύστημα κρατικής διοίκησης γιατί βλέπουν τον Μπαρζανί. Η πολιτοφυλακή του YPG είναι ένας στρατός, οι Asayish είναι μια αστυνομική δύναμη και σε πείσμα όσων λέει ο κόσμος, υπάρχει κεντρική κυβέρνηση, ομάδες που παίζουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της οικονομίας, κεντρικά υπουργεία υγείας, εκπαίδευσης και μια γραφειοκρατία που μεγαλώνει. Τώρα η Ροτζάβα στέλνει διπλωμάτες στις χώρες της Δύσης για να ζητήσει βοήθεια και το 70% των χρημάτων που μαζεύονται καταλήγούν στον στρατό.

Κι όμως, στις θέσεις με εξουσία, βρίσκονται πολλοί άνθρωποι της επανάστασης που διακατέχονται από μια ισχυρή αντι-κρατική φιλοσοφία. Έτσι, εδώ υπάρχει μια ευκαιρία. Έχουμε εδώ έναν μοναδικό χώρο όπου μπορούμε να οργανωθούμε, να καταρτίσουμε τα πλάνα μας και να υλοποιήσουμε τις ιδέες μας. Έχουμε ένα πλεονέκτημα σε αυτόν εδώ τον χώρο με πρόσβαση σε πολλούς πόρους (σκεφτείτε μόνο τις πετρελαιοπηγές και μια περιοχή με τρία εκατομμύρια κατοίκους), αντί να περιοριζόμαστε στις μικρές απομονωμένες κομμούνες μας ή σε μία μόνο κατάληψη. Μπορεί για σας να μην τρέχει τίποτα και να σας αρέσει αυτός ο τρόπος ζωής, αλλά καλύτερα να μην αυτοαποκαλείστε επαναστάτες. Η μεγάλη μου απογοήτευση είναι ότι εδώ πέρα βρίσκονται λιγότεροι από μια ντουζίνα ελευθεριακοί επαναστάτες. Οι άνθρωποι εδώ έχουν απελπισμένη ανάγκη από πρακτικές λύσεις κι αν δεν τους τις δώσουμε εμείς, τότε θα πάνε στις πολυεθνικές προκειμένου να μην αφήσουν τον λαό τους να λιμοκτονήσει.

Το Ισλαμικό Κράτος απέκτησε δύναμη όταν ανακοίνωσε στον κόσμο το πρόγραμμα του για την εγκαθίδρυση ενός επαναστατικού χαλιφάτου. Ριζοσπάστες μουσουλμάνοι ήρθαν από όλα τα μέρη του κόσμου κουβαλώντας μαζί τους τη δύναμη των πεποιθήσεων τους κι έκαναν το ΙΚ πανίσχυρο. Αν η Ροτζάβα οδηγηθεί σε αποτυχία επειδή λείπει η διεθνής αλληλεγγύη, προσωπικά θα αποκηρύξω το αναρχικό κίνημα σαν ένα τραγελαφικό κίνημα που δεν έχει την δυνατότητα να επιβάλλει αλλαγές στην πράξη. Τώρα η επανάσταση έχει συμβεί, αλλά φαίνεται ότι ο κόσμος δεν θέλει να ξέρει γι’ αυτήν. Μάλιστα…

Εδώ είναι μερικές από τις δικαιολογίες που επικαλέστηκαν κάποιοι φίλοι που κάλεσα να έλθουν στην Ροτζάβα:

Πρέπει να φροντίσω τον σκύλο μου.

Μπορω να κάνω περισσότερα από εδώ, κάνοντας προπαγάνδα και οργανώνοντας διαμαρτυρίες.

Δεν ξέρω αν το πείραμα της Ροτζάβα είναι πραγματικά ελευθεριακό (δηλαδή, προτιμώ να μείνω στην βολεμένη καπιταλιστική ζωούλα μου, παρά να πάρω το ρίσκο που ενέχει μια επανάσταση).

Έχω σημαντική δουλειά να κάνω εδώ (μπορεί η δουλειά σου να είναι περισσότερο χρήσιμη στην Ροτζάβα)

Η ιστορία γράφεται από ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να πραγματοποιήσουν το άλμα προς το άγνωστο. Αν είσαστε ικανοποιημένοι με τα πράγματα όπως έχουν, τότε μείνετε εκεί που είστε. Αλλά αυτή η επανάσταση είναι το μεγαλύτερο ελευθεριακό πείραμα του αιώνα μας. Αυτή είναι μια ευκαιρία για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, άνθρωποι που κολύμπησαν ενάντια στο ρεύμα. Όσοι πιο πολλοί το κάνουμε αυτό, τόσο πιο δυνατοί γινόμαστε. Και ούτε καν χρειάζεται να είμαστε τόσο μεγάλοι σε αριθμό.

Η ώρα για θεωρία πέρασε. Τώρα είναι ώρα για δράση.

Η πρωτότυπη επιστολή βρίσκεται εδώ https://amargipl.wordpress.com/2015/06/27/rojava-reality/.