Χρήσιμες βυζαντινολογίες

labyrinthminatoaur2

«Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;

Στα βιβλία δεν βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.

Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια;

Και τη χιλιοκαταστραμμένη Βαβυλώνα,

ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα

της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;

 

Τη νύχτα που το Σινικό τείχος αποτέλειωσαν

που πήγανε οι χτίστες; Η μεγάλη Ρώμη

είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιους

θριαμβεύσανε οι Καίσαρες; Το Βυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο

μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;

Ακόμη και στη μυθική Ατλαντίδα,

τη νύχτα που την ρούφηξε η θάλασσα,

τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, με ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν».

Μπ. Μπρεχτ, Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει

Ι

Έχει νόημα να ξεκινήσουμε μια συζήτηση γύρω από έναν σύγχρονο ορισμό του απελευθερωτικού υποκειμένου; Θα μπορούσε κανείς εύλογα να αποφανθεί ότι τέτοιου είδους θεωρητικές αναζητήσεις συνιστούν στις μέρες μας περιττές και αχρείαστες βυζαντινολογίες. Εκείνο που προέχει είναι η ανάληψη ανατρεπτικής δράσης, μιας και η πραγματικότητα μας παρέχει επαρκείς ενδείξεις προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να στραφούμε. Πράγματι, υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που αντιδρούν έμπρακτα στην βίαιη καταβαράθρωση της κοινωνικής θέσης τους και αντιστέκονται με όποιον τρόπο μπορούν στην περαιτέρω υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους που έπεται από την εφαρμογή των δομικών μεταρρυθμίσεων της συστημικής αναδιάρθρωσης. Ωστόσο, στο μέτρο που δεν καταφέρνουν να υψωθούν πάνω από την μερικότητα των αντιστάσεων τους κι εφόσον εξακολουθούν να οργανώνονται με συντεχνιακούς όρους και να προβάλλουν μονοδιάστατα οικονομίστικα αιτήματα, οι ομάδες αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν την πρώτη ύλη από την οποία θα προέλθει η μαγιά για τη δημιουργία μιας ευρύτερης κοινότητας αγώνα. Θα ήταν πιο σωστό αν λέγαμε ότι συνιστούν μια οπισθοδρομική δύναμη η οποία ρέπει αναπόφευκτα προς έναν ουτοπικό συντηρητισμό. Συντηρητισμός διότι διακρίνονται από την τάση να καταγίνονται αποκλειστικά με την διατήρηση και αναπαραγωγή των προνομίων τους, δίχως να ενδιαφέρονται για τη γενικότερη πολιτική κατάσταση, ή για την μοίρα που επιφυλάσσεται στα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα που από κοινού συγκαταλέγονται στην προλεταριακή υποτάξη. Η ουτοπική διάσταση αυτή της συντηρητικής στροφής έγκειται στο γεγονός ότι το σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεν αποτελεί ένα νοητικό κατασκεύασμα, μια αφηρημένη οντότητα με υπεριστορικά χαρακτηριστικά, αλλά κάθε φορά μπορεί να υπάρχει ως κοινωνικό σύστημα μόνο με την μορφή που αυτό αποκτά μέσα σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο. Επομένως, είναι ανώφελο για εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που συνθλίβονται κάτω από τις ερπύστριες του οδοστρωτήρα της αναδιάρθρωσης να μάχονται μήπως και μπορέσουν να αναχαιτίσουν τη δική τους παρακμή, ως μιας ξεχωριστής κοινωνικής υπο-ολότητας. Η λογικές της ιστορικής κίνησης του συστήματος είναι καθολικές και υπερβαίνουν την αποσπασματικότητα του φαντασιακού, ή των άμεσων συμφερόντων της μιας ή της άλλης μεμονωμένης κοινωνικής ομάδας που βρίσκεται στα μεσαία στρώματα, ή στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας. Εξάλλου, μπορεί κάποιος να είναι σίγουρος πως αν τα εξαρτημένα στρώματα διέθεταν τα μέσα για να προβάλλουν αποτελεσματική αντίσταση, δεν θα είχαν βρεθεί εξαρχής στο στόχαστρο των κανιβαλικών ελίτ. Η επιστροφή στη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού που οραματίζονται δεν είναι παρά μια ρομαντική παραίσθηση, μια αντιδραστική ουτοπία ενός πράγματος που έχει ήδη υπάρξει στο παρελθόν και αποδείχτηκε ότι έφερε μέσα του τους σπόρους της ίδιας της καταστροφής του. Με αυτόν τρόπο, αντί να αποτελούν μια αφετηρία, οι κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης τους μετατρέπονται γι’ αυτές τις ομάδες στον αξεπέραστο υλικό ορίζοντα του αγώνα τους. Γίνονται το ανυπέρβλητο όριο της κοινωνικής συνείδησης τους.

Είναι χαρακτηριστικό πως κάποια στιγμή μέσα στην τριετία 2010-2012, κατά την οποία η κοινωνική πάλη στον ελλαδικό χώρο είχε λάβει εκρηκτικά χαρακτηριστικά, οι εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες σταθερής τροχιάς, στην αποκομιδή απορριμμάτων, στα λιμάνια, αλλά και σε άλλους κλάδους της παραγωγής, κατέβηκαν ταυτόχρονα σε γενική απεργία ενάντια στο πρόγραμμα της κοινοβουλευτικής χούντας της ΝΔ. Μολαταύτα, ακόμη κι όταν υποχρεώθηκαν από τις καταστάσεις να συγχρονίσουν τις κινητοποιήσεις τους, παρόλα αυτά δεν διέθεταν την ταξική συνείδηση και την πολιτική ευφυία να συνασπίσουν τους επιμέρους ταξικούς αγώνες τους και να τους συγχωνεύσουν οργανικά σε έναν ενιαίο πολιτικό αγώνα. Κι αυτή η πολυδιάσπαση δεν είναι τόσο εύκολα εξηγήσιμη, εφόσον είναι σίγουρα πιο εύκολο η ενοποίηση ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων να πραγματοποιηθεί στη βάση ενός αρνητικού κατώτατου κοινού παρονομαστή, π.χ. απόσυρση ενός αμφιλεγόμενου νομοσχεδίου, ή ακόμη και ανατροπή μιας λαομίσητης κυβέρνησης, παρά εκκινώντας από ένα ενιαίο ταξικό φαντασιακό που θα συνενώσει τις διαφορετικές κατηγορίες των εργαζόμενων γύρω από ένα θετικό συλλογικό όραμα. Συνακόλουθα, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό αν λέγαμε ότι οι απεργίες δεν έτρεχαν απλώς παράλληλα στον χώρο και τον χρόνο, αλλά αντίθετα εξελίσσονταν ανταγωνιστικά η μία προς την άλλη. Κι αυτό συνέβαινε επειδή καμία κατηγορία εργαζομένων δεν μπήκε στη διαδικασία να αναζητήσει πολιτικές συμμαχίες προκειμένου να επιδιώξει μια συνολική λύση σε ένα πρόβλημα που ξεπερνούσε τις δικές της δυνάμεις. Με τον τρόπο της, οι εργαζόμενοι στον κάθε κλάδο της παραγωγής έδιναν το πράσινο φως στη συστημική αναδιάρθρωση και την φτωχοποίηση των υπολοίπων, υπό τον όρο ότι οι ίδιοι θα εξαιρούνταν από το ταξική σαλαμοποίηση που ετοιμάζει η μνημονιακή κρεατομηχανή. Από αυτή την άποψη, η συζήτηση για ένα ελευθεριακό πρόγραμμα εξόδου από την «κρίση», δηλαδή για τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά μέτρα που θα κληθούν να φέρουν σε πέρας οι καταπιεσμένοι, έτσι ώστε να θεσμίσουν την αντισυστημική αλλαγή και να πραγματοποιήσουν την μετάβαση σε ένα αυτόνομο κοινωνικό παράδειγμα μέσω της κατάργησης των κυρίαρχων θεσμών της ετερονομίας, είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ίδια τη δυνατότητα των διαφορετικών κοινωνικών μονάδων να αναλάβουν δράση από κοινού προκειμένου να αντιμετωπίσουν με τρόπο αποτελεσματικό τον κοινωνικό πόλεμο που έχουν εξαπολύσει εναντίον τους οι ελίτ. Διαφορετικά, ανοίγει ο δρόμος για να αναλάβει το Κράτος τον ρόλο του εξισορροπιστή ανάμεσα σε αντιμαχόμενες ομάδες με ασύμβατα και αντικρουόμενα συμφέροντα. Είναι η αντίληψη του Κράτους ως «αναγκαίου κακού», ως ενός ουδέτερου φορέα που στέκεται υπεράνω των τάξεων και καταπολεμά τους «συλλογικούς εγωισμούς» (όπως θα έλεγε ο Μπούμπερ) της κάθε συντεχνίας και μόνο αυτό είναι αντικειμενικά σε θέση να αποφασίζει με γνώμονα αυτό που είναι καλό και ωφέλιμο για το «κοινωνικό σύνολο» γενικά.[i]

II

Αναμφίβολα, το ίδιο το αναρχικό κίνημα, σαν το πιο ταξικά συνειδητοποιημένο τμήμα του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος, είναι κι αυτό αναπόσπαστο μέρος του απελευθερωτικού υποκειμένου. Άλλωστε, οι οριζόντιες, αντί-ιεραρχικές δομές και οι αυτόνομοι θεσμοί που δημιουργούνται στους κόλπους του, συγκροτούν το υπόβαθρο μέσα στο οποίο η «φλόγα της κοινότητας», όπως θα έγραφε και ο Λαντάουερ, σιγοκαίει και κρατιέται ζωντανή.[ii] Δεν πρόκειται ωστόσο για το πρόπλασμα των θεσμών του αυτόνομου παραδείγματος οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά για ένα σύνολο αρχών κι ενός κώδικα αξιών που αποκτούν υλική υπόσταση μέσω των σχέσεων που αναφύονται στο εσωτερικό της αναρχικής πολιτικής ομάδας. Ένα εναλλακτικό παράδειγμα κοινωνικής συμβίωσης που εκπορεύεται από τις ισότιμες κοινωνικές σχέσεις, από τη συλλογική δέσμευση και την αμοιβαία λογοδοσία, από την πνευματική αυτονομία και την άμεση δημοκρατία. Από αυτή τη συσσωρευμένη εμπειρία, τα αγωνιζόμενα τμήματα του προλεταριάτου μπορούν να επωφεληθούν προκειμένου να οργανώσουν τις δικές τους αυτοδύναμες δομές σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας, από το αυτοδιαχειριζόμενο εργοστάσιο της ΒΙΟΜΕ στη Θες/νικη, μέχρι τις συνελεύσεις των κοινοτήτων στα καντόνια της Ροζάβα.

Μολαταύτα, το αναρχικό κίνημα δεν μπορεί να είναι και να παραμένει εσωστρεφές και αυτοαναφορικό. Αν οι αναρχικοί δεν απέρριπταν για λόγους αρχής την συγκεντρωτική διακυβέρνηση, τότε δεν θα είχαν παρά να καταλάβουν την κρατική εξουσία και να αναμορφώσουν δια της βίας την κοινωνική ολότητα κατ’ εικόνα κι ομοίωση των ιδεολογικών τους φαντασιώσεων. Ούτε θα ήταν απαραίτητη η δημιουργική αλληλεπίδραση του προτάγματος τους με τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα, μιας και θα μπορούσαν να επιβάλλουν μονομερώς το δικό τους έτοιμο από-τα-πριν θεωρητικό μοντέλο για τον ενδεδειγμένο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Ευτυχώς, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το αναρχικό κίνημα είναι αναγκασμένο από τη φύση του ακραία δημοκρατικού προτάγματος που εκπροσωπεί, να επιζητά την εκπλήρωση και πραγμάτωση των ιδανικών του, αλλά και την ίδια την επικύρωση των κατηγοριών σύμφωνα με τις οποίες αναλύει και στοχάζεται γύρω από την κοινωνική πραγματικότητα, πάντοτε έξω και πέρα από τα δικά του αναγνωρισμένα όρια. Από αυτή την άποψη, ο Τζ. Χόλλογουαιη δεν είχε δίκιο όταν έγραφε ότι, σε αντίθεση με την ετερονομία, η αυτονομία δεν διακατέχεται από μια έμφυτη τάση για εξάπλωση και καθολίκευση των θεσμών της.[iii] Στον βαθμό που οι γενικές παράμετροι της κοινωνικής μας υπόστασης καθορίζονται από το εξουσιαστικό θεσμικό πλαίσιο της ετερονομίας, οι αυτόνομες δομές δεν μπορούν παρά να ενυπάρχουν σε μια σχέση διαρκούς ρήξης κι έντασης με τις θεσμοποιημένες ιεραρχίες του συστήματος. Προς αποφυγή της οποιαδήποτε παρανόησης, θα πρέπει εδώ να γίνει μια αναγκαία διάκριση ανάμεσα στην αναπόφευκτη χωροχρονική συνύπαρξη των αυτόνομων κοινοτήτων με τις μορφές θεσμοποιημένης κυριαρχίας από την μία (η επανάσταση δεν θα είναι παντού νικηφόρα την ίδια στιγμή), και στη διαρκή ειρήνη με την εξουσία σαν βασική στρατηγική γραμμή του κινήματος, από την άλλη. Επειδή η επιβολή της αντισυστημικής αλλαγής είναι μια μακροχρόνια και πολύπλευρη διαδικασία, που δεν εξελίσσεται γραμμικά και συνεπάγεται την εμπλοκή ενός ολοένα και μεγαλύτερου τμήματος της κοινωνικής ολότητας στην κοινωνική πάλη για αντισυστημική αλλαγή και την διαπαιδαγώγηση του προλεταριάτου στην καθημερινή πρακτική και το πνεύμα της αυτοδιεύθυνσης, η παρατεταμένη συνύπαρξη με την εξουσία είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αποκλειστεί και απορρέει από τις ίδιες τις στρατηγικές αναγκαιότητες και τη βαθμιαία εξέλιξη της επαναστατικής διαδικασίας.

Παρ’ όλα αυτά, η χωροχρονική συνύπαρξη δεν συνεπάγεται την αλληλοεπικάλυψη, ή την οργανική συγχώνευση στο επίπεδο του προτάγματος. Η CNT, που ιδρύθηκε το 1910, υπήρχε πλάι, πλάι με το ισπανικό κράτος για εικοσιέξι χρόνια και λειτούργησε μέσα στο πλαίσιο των νομικών σχέσεων που αυτό είχε εγκαθιδρύσει, χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί ούτε για μια μέρα την βαθύτερη προσήλωση του συνδικάτου στον στόχο της κοινωνικής επανάστασης. Από την άλλη, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τους Ζαπατίστας-EZLN, που αίφνης διακήρυξαν ότι στηρίζουν την απόφαση του Κογκρέσου των αυτοχθόνων να συμμετάσχει στις επικείμενες προεδρικές εκλογές του Μεξικού με μια γυναίκα υποψήφιο.[iv] Ή για τις αυτόνομες κοινότητες του συριακού Κουρδιστάν, οι οποίες φαίνεται ότι είναι διατεθειμένες να αποδεχτούν μια ομοσπονδιακή δομή πρόσδεσης τους στο αυταρχικό καθεστώς του αλ-Άσαντ, με αντάλλαγμα την παραχώρηση περιορισμένης αυτοδιάθεσης στις περιοχές που βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των YPG. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να κάνουμε σαφές ότι δεν έχουμε καμία πρόθεση να επιδοθούμε σε μια βολική κριτική, επικαλούμενοι τις αφηρημένες αρχές της δογματικής καθαρότητας, ή ενός ανέξοδου ψευτοεπαναστατικού μαξιμαλισμού. Αναγνωρίζουμε ότι τόσο η ζαπατιστική αυτονομία, όσο και ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός των Κούρδων είναι προτάγματα σε εξέλιξη, δυναμικές διαδικασίες που αναπτύσσονται και δεν έχουν παράξει ακόμη κάποιο είδος τελικής συγκρότησης. Ωστόσο, στον βαθμό που οι δύο αυτές εμπειρίες προπαγανδίζονται από κάποιους καθ’ ημάς αναρχικούς κύκλους σαν μοντέλα για μια δράση που θα επικεντρώνεται γύρω από την έννοια των «απελευθερωμένων ζωνών», καλό θα είναι να αντλήσουμε και πρακτικά διδάγματα από αυτές τις εμπειρίες και το κατά πόσο αυτές μπορούν να αναπαραχθούν μέσα στις τοπικές αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες.[v]

Για παράδειγμα, κόντρα στην επικρατούσα άποψη, η επαναστατική διαδικασία στη Ροζάβα δεν είχε σαν αφετηρία μια παλλαϊκή εξέγερση, κατά την οποία ο λαός πήρε τα όπλα και ανάτρεψε τις κρατικές αρχές, αλλά αντίθετα την οικειοθελή αποχώρηση του κράτους από τις κουρδικές περιοχές. Όταν η ένοπλη εξέγερση των ισλαμιστών ξέσπασε στην νότια Συρία, το καθεστώς πήρε στρατηγική απόφαση να αποσύρει τις δυνάμεις του από το συριακό Κουρδιστάν και να τις μεταφέρει στα μέτωπα όπου πολεμούσε τους χασάπηδες σαλαφιστές. Ως εκ τούτου, μπορεί τα όπλα των YPG να είναι αυτά που προστατεύουν σήμερα τις σημαντικές κατακτήσεις της ριζοσπαστικής αλλαγής που έχει συντελεστεί σε μαζική κοινωνική κλίμακα στα κουρδικά καντόνια, όμως σίγουρα δεν ήταν η δύναμη των όπλων που υποχρέωσε την κρατική εξουσία να εγκαταλείψει αρχικά την περιοχή. Πρώτα δημιουργήθηκε το κενό της εξουσίας εξαιτίας παραμέτρων που εκτείνονταν πέρα από τα όρια του Κουρδιστάν, κι έπειτα έσπευσαν να το καλύψουν οι YPG με τις συνομοσπονδιακές διοικητικές δομές τους. Επίσης, είναι πλέον κοινά αποδεκτό ότι χωρίς το θάρρος και την ενεργητική πρωτοβουλία που επέδειξαν οι πυρήνες του PKK από το Μπακούρ (βόρειο Κουρδιστάν), οι οποίοι ήδη βρίσκονταν παράνομα στη Ροζάβα κι έσπευσαν να δημιουργήσουν μια κυβέρνηση που λειτουργούσε παράλληλα και ανέλαβε τρόπον τινά να καθοδηγήσει και να ενθαρρύνει τις δημοκρατικές τομές και τις ρήξεις που συνεπάγεται η επαναστατική διαδικασία του κομμουναλισμού (ακόμα και σήμερα, η κυβερνητική-συγκεντρωτική διοικητική δομή συνυπάρχει στην Ροζάβα με την αμεσοδημοκρατική-αποκεντρωτική), η επανάσταση στο συριακό Κουρδιστάν μπορεί να μην είχε λάβει χώρα. Είναι νομίζουμε εμφανές ότι η διαπίστωση αυτή δημιουργεί ερωτήματα αναφορικά με την μεταβατική στρατηγική του αναρχικού κινήματος, τον ρόλο της πρωτοπορίας, κλπ.[vi]

III

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ακόμη και ο πιο ενθουσιώδης υποστηρικτής του πειράματος της αυτονομίας των αυτοχθόνων, θα πρέπει να παραδεχτεί ότι η προσφυγή στις εθνικές εκλογές είναι ενδεικτική των αδιεξόδων που αντιμετωπίζουν οι ζαπατίστας και θα πρέπει να μας προβληματίσει ως προς την βιωσιμότητα της στρατηγικής τους. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής κοσμοθεωρίας τους ήταν η αποστροφή τους προς το Κράτος και η άρνηση τους επί της αρχής να εμπλακούν κατά οποιονδήποτε τρόπο σε έναν αγώνα για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Από την άλλη, η ομοσπονδιακή ένωση με το κράτος της Συρίας, συνεπάγεται πως οι YPG θα υποχρεωθούν να εκχωρήσουν στα ομοσπονδιακά όργανα του συριακού κράτους, μέρος της λαϊκής κυριαρχίας που με τόσο κόπο οικοδόμησαν στις απελευθερωμένες κουρδικές επαρχίες. Απομένει να δούμε αν η έκταση και το βάθος αυτών των παραχωρήσεων θα είναι τέτοιο, που θα ακυρώσει στην πράξη την πολιτική και οικονομική αυτονομία των καντονιών και θα μεταμορφώσει τον συνομοσπονδισμό σε μια τυπική δομή. Ένα άδειο πολιτειακό κέλυφος, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Όπως και να έχει, το αναρχικό κίνημα είναι πάντοτε υποχρεωμένο να κοιτάζει προς τα έξω, προς το απελευθερωτικό υποκείμενο που θα συμπράξει μαζί του για να δώσει πνοή στο ιδανικό της κοινωνικής απελευθέρωσης. Διότι η δική μας επανάσταση ή θα είναι πλειοψηφική, ή δεν θα είναι καθόλου. Πράγματι, η έννοια του αναρχικού αντισυστημικού προγράμματος δεν έχει κάποιο νόημα πέρα από την αποτύπωση των αναγκαίων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δομών, θεσμών και διαδικασιών που θα επιτρέψουν στα εξαρτημένα στρώματα να κατακτήσουν την ταξική αυτοδυναμία τους, να αποτινάξουν τη θεσμοποιημένη υποτέλεια τους και να διαμορφώνουν εφεξής τα ίδια τους γενικούς όρους της ύπαρξης τους, καθώς και το μοντέλο κοινωνικής συμβίωσης που επιθυμούν. Δεν απευθυνόμαστε σε μια άβουλη και παθητική μάζα υπηκόων, αλλά στην ενεργή πλειοψηφία που θα αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες που της αναλογούν. Που θα σταματήσει να συμπεριφέρεται, όπως έγραψε κάποτε ο Φλόρες-Μαγόν, σαν «αξιοθρήνητο πλήθος καρτερικών σκλάβων» και θα μεταμορφωθεί σε «ορδή από εξεγερμένους που ρίχνεται να κατακτήσει τη γη».[vii]

[i] Μ. Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία (Νησίδες), σ. 53-62.

[ii] Γ. Λαντάουερ, Το Μήνυμα του “Τιτανικού” (Εκδόσεις Τροπή), σ. 18-43.

[iii] J. Holloway, Change the Word Without Taking Power, https://libcom.org/files/John%20Holloway-%20Change%20the%20world%20without%20taking%20power.pdf.

[iv] Οι Ζαπατίστας στις εκλογές για πρώτη φορά στην ιστορία, https://www.thepressproject.gr/article/101532/Oi-Zapatistas-stis-ekloges-gia-proti-fora-stin-istoria.

[v] Χαρακτηριστικά θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στη συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα ο έγκλειστος σύντροφος Ν. Μαζιώτης στην συλλογικότητα Α.Σ.Μ.Π.Α. όπου ανέπτυξε μια λογική της απελευθερωμένης μητροπολιτικής ζώνης, η οποία θα περιφρουρείται και με την δύναμη των όπλων (εδώ, https://athens.indymedia.org/post/1564848/ ). Ή ακόμη και στον γενικότερο πολιτικό προσανατολισμό της εν λόγω συλλογικότητας που φαίνεται να στρέφεται προς αυτή την κατεύθυνση, επιστρατεύοντας την έννοια της «κοινωνικής εδαφικοποίησης». Χωρίς βέβαια να ισχυρίζομαι ότι έχω ποτέ συμμετάσχει στις εσωτερικές διαδικασίες της συλλογικότητας για να έχω γνώση από πρώτο χέρι αναφορικά με το πολιτικο-ιδεολογικό πλαίσιο της συγκεκριμένης ομάδας.

[vi] Το ιστορικό γεγονός αυτό, αναφέρεται σε επιστολή-απολογισμό που απέστειλε αναρχικός/η σύντροφος/συντρόφισσα που τα τελευταία χρόνια ζει μόνιμα στη Ροζάβα και μάχεται στο πλευρό των κουρδικών δυνάμεων. Το γράμμα δημοσιεύεται εδώ, https://amargipl.wordpress.com/2015/06/27/rojava-reality/. Βλέπε επίσης, το άρθρο της D. Dirik, Building Democracy without the State, https://roarmag.org/magazine/building-democracy-without-a-state/.

[vii] P. Newell & D. Pool, Ο Ζαπάτα, ο Μαγκόν και η Μεξικανική Επανάσταση (Ελεύθερος Τύπος).

Αυτονομία, μια δομική αντίφαση της ετερονομίας

paris-may-1968

«Σύννεφα συμφοράς τον τόπο εκείνο τριγυρίζουν

όπου ο πλούτος συναθροίζεται και οι άνθρωποι σαπίζουν».

Oliver Goldsmith, «Το ερημωμένο χωριό»

Το κείμενο που ακολουθεί διαβάστηκε στις 03-12 στον χώρο της κατάληψης Ευαγγελισμού στο Ηράκλειο, σαν εισαγωγή στην συζήτηση που διοργανώθηκε στο πλαίσιο του τριήμερου φεστιβάλ ελευθεριακού βιβλίου με θέμα «Το πολιτικό ρεύμα του κοινωνικού αναρχισμού και η επικαιρότητα του σήμερα». Θα ήθελα με αυτή την ευκαιρία να ευχαριστήσω τους συντρόφους της αναρχικής συλλογικότητας «Οκτάνα», για τη ζεστή υποδοχή και την φιλοξενία τους.

Σύντροφοι / συντρόφισσες,

Θα ήθελα να ξεκινήσω αυτή την σύντομη εισήγηση με τα λόγια που έγραψε ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν σχεδόν πριν από 1,5 αιώνα, αλλά που θα μπορούσε κάλλιστα να τα είχε γράψει ένας αναρχικός στοχαστής σε αυτή την σκοτεινή, για το πρόταγμα της αυτονομίας, περίοδο που διανύουμε. Έγραφε λοιπόν ο Προυντόν: «Ο πολιτισμός σήμερα έχει πιαστεί σε μια κρίση, της οποίας μόνο ένα ανάλογο υπάρχει στην ιστορία: η κρίση την οποία έφερε η έλευση του χριστιανισμού. Όλες οι παραδόσεις έχουν ξεφτίσει, όλα τα πιστεύω έχουν καταργηθεί. Αλλά το καινούριο πρόγραμμα δεν είναι ακόμα έτοιμο, δηλαδή δεν έχει ακόμα μπει στη συνείδηση των μαζών. Για τούτο και η διάλυση, όπως την ονομάζω. Είναι η βιαιότερη στιγμή στην ζωή των κοινωνιών… Δεν έχω ψευδαισθήσεις και δεν περιμένω να ξυπνήσω ένα πρωί και να δω την θαυματουργική, θαρρείς, ανάσταση της ελευθερίας στη χώρα μας… Όχι, όχι, παρακμή, και παρακμή, για μια περίοδο που το τέλος της δεν μπορώ να προβλέψω και που θα διαρκέσει τουλάχιστον μία, δύο γενιές – αυτή είναι η τύχη μας…» [Μ. Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία (Νησίδες) σελ. 49]. Με μια πρώτη ανάγνωση, είναι μάλλον αποθαρρυντικό να σκεφτεί κανείς ότι οι ίδιες απαισιόδοξες και μοιρολατρικές σκέψεις που διατύπωσε ο μεγάλος αυτός στοχαστής κοντά 150 χρόνια πριν, εξακολουθούν να βρίσκουν και σήμερα την αντανάκλαση τους στις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες και να εκφράζουν την απελπισία που διακατέχει το ταξικά συνειδητοποιημένο κομμάτι του ανταγωνιστικού κινήματος μπροστά στα αδιέξοδα με τα οποία βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπο. Δεν είναι δύσκολο για τον νου να υποκύψει σε ευλογοφανείς συνειρμούς και να αναρωτηθεί, αφού τίποτε δεν φαίνεται να έχει αλλάξει μέσα στα τελευταία 150 χρόνια, αφού η μοίρα του κοινωνικού αγωνιστή φαίνεται να του επιφυλάσσει μόνο πίκρα και απογοητεύσεις, μήπως αυτό σημαίνει ότι κυνηγάμε χίμαιρες κι ότι τίποτα τελικά δεν μπορεί να αλλάξει; Μήπως, με άλλα λόγια, έχουμε αφιερώσει τη ζωή μας και την σκέψη μας σε έναν στόχο που είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί και που είναι προορισμένος πάντοτε να υποτάσσεται και να υποχωρεί μπροστά στη θηριωδία των θεσμισμένων ετερόνομων εξουσιών;

            Ωστόσο, μόλις πάει να μας κυριέψει η απελπισία, αμέσως συνειδητοποιούμε ότι, παρά τις ήττες και τις απογοητεύσεις, το γεγονός παραμένει πως ενάμιση αιώνα μετά, είμαστε ακόμα εδώ. Συμμέτοχοι, ατελείς μύστες κι ενθουσιώδεις φορείς μιας ριζοσπαστικής εναλλακτικής πολιτικής παράδοσης, της οποίας ο Προυντόν συγκαταλέγεται ανάμεσα στους προπομπούς και τους πρώιμους ιδρυτές. Η παρατεταμένη αυτή ζωτικότητα του προτάγματος της αυτονομίας σίγουρα δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στον ηρωισμό και την αυτοθυσία που επέδειξαν ιστορικά οι αναρχικοί αγωνιστές. Άλλωστε, η καλώς εννοούμενη ουτοπία της αναρχικής κοινωνίας δεν επιβιώνει πουθενά στις μέρες μας. Με την μορφή της γενικευμένης εξέγερσης που δοκίμασε να αναμορφώσει εκ βάθρων την ιεραρχική εξουσιαστική κοινωνία, η αναρχική επανάσταση γνώρισε την ήττα στο Μεξικό το 1910, στην Ισπανία το 1936, στην Ουγγαρία το 1956 και στην Γαλλία το 1968. Αλλά και με την μορφή των απομονωμένων ουτοπικών κοινοτήτων που κάποιοι οραματιστές επιχείρησαν να δημιουργήσουν στις αρχές του αιώνα ανά την Ευρώπη, οι αυτεξούσιες εναλλακτικές κοινότητες εξαφανίστηκαν στον βαθμό που σταδιακά εξέλειπε η πίστη στη δυνατότητα ενός ριζικού μετασχηματισμού της κοινωνίας σαν αποτέλεσμα της συνειδητής έλλογης δράσης των κοινωνικών υποκειμένων. Με αυτόν τον τρόπο, η αναρχία υπάρχει, όπως θα έλεγε και ο Τζων Χόλλογουαιη, μόνο σαν μια κατάσταση σε θεσμοποιημένη άρνηση, ή σαν μια προβολή της ανθρώπινης επιθυμίας στο μέλλον [J. Holloway, Change the World Without Taking Power, σ. 55-60]. Όχι δεν παίζουμε με τις λέξεις, ούτε προσπαθώ να μετατρέψω την ανάγκη μας σε φιλοτιμία. Αντίθετα, εκείνο που προσπαθώ να δείξω είναι πως η ίδια η άνιση κατανομή της δύναμης στην ετερόνομη κοινωνία, είναι εκείνη που συντηρεί και διαιωνίζει το συλλογικό αίτημα για την οριστική κατάργηση των σχέσεων κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και συνηγορεί υπέρ της δημιουργίας ενός ριζικά διαφορετικού θεσμικού πλαισίου για την κοινωνική συμβίωση. Αυτή είναι και η τραγική μοίρα του κάθε ιεραρχικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, που, ακόμη και στην ιστορική στιγμή της μέγιστης παντοδυναμίας του, παραμένει ευάλωτο και ανίκανο να «ειρηνεύσει» εξολοκλήρου την κοινωνία, επιβάλλοντας μια για πάντα τον σεβασμό της νομιμότητας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Αυτό συμβαίνει επειδή, από την μία, το σύστημα βασίζει την ιδεολογική νομιμοποίηση του στην απόκρυψη της πραγματικότητας των ταξικών διαχωρισμών, στην ιδεολογική συγκάλυψη δηλαδή του γεγονότος ότι η κοινωνική ολότητα είναι αμετάκλητα διαιρεμένη σε ιεραρχικά διαβαθμισμένες κοινωνικές ομάδες που η μία καταπιέζει την άλλη, κι ενώ αποβλέπει στον μέγιστο βαθμό εξατομίκευσης της κοινωνικής συνείδησης σαν το φυσικό επιστέγασμα αυτής της στρατηγικής αναπαραγωγής του συστήματος. Από την άλλη όμως, η ίδια η πραγματικότητα της ταξικής διαστρωμάτωσης και καταπίεσης, επειδή τείνει να καθιερώσει σχέσεις κυριαρχίας, όχι ανάμεσα στα άτομα αυτά καθαυτά, αλλά ανάμεσα στις ομάδες που ανήκουν τα επιμέρους άτομα σαν κοινωνικές υπο-ολότητες, λειτουργεί σαν μια διαρκής υπενθύμιση ότι οι καταπιεσμένοι βρίσκονται σε υποτελή θέση όχι λόγω των ατομικών επιλογών τους, αλλά επειδή έτυχε να γεννηθούν προλετάριοι και όχι μπουρζουάδες. Όχι λόγω της πορείας τους, αλλά εξαιτίας της αφετηρίας τους. Εξαιτίας δηλαδή της κοινωνικής θέσης που έτυχε να κατέχουν τη στιγμή της γέννησης τους κι όχι επειδή υπολείπονται σε ατομικά χαρίσματα ή σε αρετές του χαρακτήρα. Είναι αυτή η δομική αντινομία μιας κοινωνίας που μόνο κατ’ όνομα αποθεώνει το άτομο, αλλά στην πράξη καταστέλλει την ατομικότητα και λειτουργεί στην βάση αυθαίρετων ομαδοποιήσεων και ιεραρχήσεων, που δεν επιτρέπει στην εκάστοτε θεσμισμένη εξουσία να απαλλαγεί μία και καλή από την ενοχλητική παρουσία των αντιφρονούντων που κάθε τόσο επιχειρούν να αναζωπυρώσουν με τον λόγο και τις θεωρίες τους τις φωτιές της κοινωνικής εξέγερσης.

            Είναι άραγε αυτό που εννοούσε ο Μάρτιν Μπούμπερ, όταν μίλαγε για τις απελευθερωτικές «τάσεις» που υποβόσκουν μέσα στο άδειο κέλυφος της καπιταλιστικής κοινωνίας; Σίγουρα, για να μην καταχωρηθούμε κι επίσημα σαν οπαδοί ενός ουτοπικού, με την κακή έννοια, σοσιαλισμού, που δεν αναδύθηκε παρά μόνο σαν το αποκύημα της φαντασίας ενός αιωνίως δυσαρεστημένου διανοουμένου, ή ενός αφελούς και ρομαντικού οραματιστή, θα πρέπει να καταδείξουμε ότι το σημείο από το οποίο εκκινεί η ανάλυση μας είναι ο σύγχρονος άνθρωπος και η κοινωνική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, οι ανάγκες και οι επιθυμίες του, όπως αυτές διαμορφώνονται στις μέρες μας. Και θα πρέπει να αποδείξουμε ότι αυτό που προτείνουμε μέσα από τις θεωρίες μας, με κάποιον τρόπο ήδη υπάρχει ακόμη και στην αλλοτριωμένη καπιταλιστική κοινωνία του σήμερα. Φυσικά, εδώ δεν αναφέρομαι στην μαρξιστική νομοτέλεια, που προετοιμάζει καταστάσεις ερήμην της βούλησης των ανθρώπων και, με την έννοια των αντικειμενικών συνθηκών, δεν περιγράφει απλώς ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται η δράση των κοινωνικών aυποκειμένων, αλλά ένα απροσπέλαστο υλικό όριο, έναν πρωτογενή παράγοντα που επιβάλλει την κυριαρχία του και προκαθορίζει σε όλα το περιεχόμενο της ανθρώπινης δραστηριότητας, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα μιας παρέκκλισης ή μιας αμφίδρομης επιρροής. Αναφέρομαι πιο πολύ στις εκτεταμένες αντιστάσεις που παράγονται από τις αντιφάσεις και την συγκέντρωση δύναμης σε μια ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Είναι αυτή η βίαιη συνειδητοποίηση των υλικών συμφερόντων των εξαρτημένων κοινωνικών στρωμάτων και η διάθεση που επιδεικνύουν οι προλετάριοι για έμπρακτη εναντίωση στις θεσμοποιημένες εξουσίες, που προδίνουν και μια λανθάνουσα τάση για την εξάλειψη της κυριαρχίας που αναπαράγεται από την ανισόμετρη κατανομή όλων των μορφών της δύναμης, μέσω της οικοδόμησης ενός αυτόνομου παραδείγματος κοινωνικής συμβίωσης. Μιας αυτόνομης κοινωνικής ολότητας που θα ενσαρκώνει στις δομές, αλλά και στην καθημερινή πρακτική της αυτοθέσμισης της, όλες εκείνες τις αρχές τις οποίες απαρνιέται και καταπατά η ετερόνομη καπιταλιστική κοινωνία.

            Όπως αναφέρω και σε ένα σημείο του βιβλίου: «…θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η ροπή προς την κοινωνική απελευθέρωση δεν εκδηλώνεται κατ’ ανάγκη με θετικό τρόπο, με την έννοια του συνειδητού προσανατολισμού του κοινωνικού υποκειμένου προς την αναρχία και τον κομμουνισμό, αλλά εκφράζεται περισσότερο με αρνητικούς όρους. Πρωτίστως σαν ρήξη με αυτό που υπάρχει και σαν δυνατότητα για την αυτοθέσμιση της κοινωνίας που διαφαίνεται στην μορφή και το περιεχόμενο των μέσων πάλης που είναι υποχρεωμένο να επιστρατεύσει το προλεταριάτο ως κοινωνική υπο-ολότητα για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του μέσα σε ένα εχθρικό, για τις δικές του δυνάμεις, κοινωνικό περιβάλλον» [Π. Δράκος, Ενάντια στο Κράτος (Ναυτίλος), σελ. 33]. Από αυτή την άποψη, η απελευθερωτική θεωρία συνιστά και η ίδια μέρος της κοινωνικής πάλης, αφού είναι ακριβώς το ερμηνευτικό σχήμα και η κοσμοθεωρία μέσα από την οποία αντιλαμβανόμαστε την κοινωνική πραγματικότητα, τα οποία καλλιεργούν όχι μόνο τη διάθεση και το μαχητικό πνεύμα που είναι αναγκαίο για την όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, ορίζουν και τα διακυβεύματα, δηλαδή το περιεχόμενο του. Έτσι, άποψη μου είναι πως η αναλυτική αξία μιας θεωρίας μπορεί να κριθεί τόσο από την ικανότητα της να προβλέπει και να σκιαγραφεί τις γενικές «αντικειμενικές» τάσεις του υπό εξέταση συστήματος, όσο και από τη δυνατότητα της να επενεργεί πάνω στις υποκειμενικές συνθήκες κινητοποιώντας εκείνα τα τμήματα της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας των οποίων τις επιθυμίες και τα συμφέροντα εκφράζει και υπερασπίζεται. Αν αυτά τα συμφέροντα εξυπηρετούνται καλύτερα και πιο αποτελεσματικά μέσα από την υιοθέτηση μιας γραμμής σύγκρουσης με τις ελίτ, ή αν είναι προτιμότερη μια στρατηγική «εγκάρδιας συνεννόησης» ανάμεσα στην υποτάξη και στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, δεν συνιστά απλώς ζήτημα διαφορετικής τακτικής, που αποβλέπει ωστόσο στην εκπλήρωση του ίδιου απώτερου σκοπού. Ούτε είναι απλώς σύμπτωμα μιας ενιαίας συλλογικής επιθυμίας, που όμως βιώνεται κάθε φορά με έναν διαφορετικό βαθμό έντασης από τους κάτω.

            Αντίθετα, η επιλογή του μέσου βρίσκεται κάθε φορά σε άμεση συνάρτηση με τον καθορισμό του σκοπού κι επενεργεί στην διαμόρφωση του εύρους και της ποιότητας των επιθυμιών των εξαρτημένων κοινωνικών στρωμάτων. Για να το πούμε διαφορετικά, είναι ο βαθμός της δύναμης που επιδιώκουν οι προλετάριοι να συγκεντρώσουν στα χέρια τους, που θα καθορίσει με τη σειρά του τον βαθμό κατά τον οποίο θα μπορέσουν να αυτονομηθούν από τα προνομιούχα στρώματα και τις ελίτ που τους διαφεντεύουν. Η περίπτωση της ανέλπιστης επιτυχίας που γνώρισε ο Μπέρνυ Σάντερς, ένας σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος στην καρδιά του καπιταλιστικού κτήνους, και μέσα σε μια ιστορική συγκυρία όπου το σύστημα της οικονομίας της αγοράς φαίνεται ότι βρίσκεται στο απόγειο της δύναμης του στις Ηνωμένες Πολιτείες, δείχνει ότι το ζητούμενο για τα λαϊκά στρώματα είναι διαχρονικό και δεν έχει αλλάξει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Η ελεύθερη και διαρκής πρόσβαση του κάθε ανθρώπου στην μόρφωση, στην ιατρική περίθαλψη, στη στέγαση και σ’ ένα καλό επίπεδο ζωής, είναι πρωτογενείς φυσικές ανάγκες που αποτελούν το αναγκαίο υπόβαθρο για την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός από εμάς, την οποία οι αναρχικοί ευαγγελίζονται κι επιδιώκουν από την εποχή του Μπακούνιν. Αποκλείοντας όμως την μέθοδο της άμεσης δράσης, που ουσιαστικά απορρέει από την τάση της προλεταριακής υποτάξης να αυτό-οργανώνεται και να επαφίεται αποκλειστικά στα δικά της μέσα και για δικό της λογαριασμό – η λεγόμενη αυτοτέλεια μέσων και σκοπών – ο ρεφορμισμός και η προσφυγή στη συνήθεια της εξουσίας βάζουν ταβάνι στις επιθυμίες μας και περιορίζουν τόσο το εύρος, όσο και την ένταση τους.          

            Και η περίπτωση της ανόδου του Τραμπ στην εξουσία, δείχνει επίσης πως αν οι ανησυχίες και οι προβληματισμοί των προλετάριων δεν βρουν δημιουργική διέξοδο σε ένα εναλλακτικό φαντασιακό που να έλκει τις βασικές αρχές και τον αξιακό του κώδικα από την ουμανιστική παράδοση της αυτονομίας, τότε δεν είναι διόλου απίθανο ότι θα εξακολουθήσουν να στρέφονται προς αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που θα τους υπόσχονται μέτρα για την προστασία ή την ισχυροποίηση της θέσης τους, απέναντι σε εκείνες τις ομάδες που το σύστημα της οικονομίας της αγοράς τις καταδικάζει να ενυπάρχουν σε έναν διαρκή και αδιάληπτο αγώνα ζωής ή θανάτου αναμεταξύ τους. Από αυτή την άποψη, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ο μεταμοντέρνος φασισμός του Τραμπ έχει ρίζες στα εργαζόμενα στρώματα, τόσο όσο και ο «δημοκρατικός σοσιαλισμός» που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε ο Σάντερς. Η διαφορά είναι ότι ο Τραμπ απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη μερίδα των εργαζόμενων τάξεων, την οποία διατείνεται ότι θα προστατέψει από την επέλαση ανταγωνιστικών ομάδων που συνυπάρχουν με τους λευκούς προλετάριους στον πάτο της ταξικής ιεραρχίας κι από κοινωνικές μεταβολές που απειλούν να τους καταβαραθρώσουν ακόμα περισσότερο στην κοινωνική διαστρωμάτωση. Δεν είναι μόνο ότι ο Τραμπ καλλιεργεί την «μισαλλοδοξία», όπως γενικά και αόριστα του καταλογίζουν οι αριστεροί και οι φιλελεύθεροι επικριτές του, ωσάν οι δομικοί ανταγωνισμοί που παράγονται μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς να μην είναι πραγματικοί. Είναι ακόμη ότι η ιεραρχική κοινωνία της θεσμισμένης ετερονομίας διασφαλίζει την ομαλή αναπαραγωγή της ακριβώς μέσα από την εντατικοποίηση και την εμβάθυνση των υφιστάμενων κοινωνικών διαιρέσεων και τον περαιτέρω τεμαχισμό των βασικών αντιμαχόμενων κοινωνικών μονάδων σε εχθρικά κι ανταγωνιστικά μεταξύ τους υποσύνολα. Θα έλεγε κανείς πως σωστά ο Τόμας Χομπς θεωρείται ο πατέρας του σύγχρονου φιλελευθερισμού, μιας και ο πόλεμος όλων εναντίον όλων φαίνεται ότι είναι το φυσικό επακόλουθο της επέκτασης των ετερόνομων θεσμών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» σε οικουμενική κλίμακα.

              Απομένει να δούμε αν οι ακροδεξιοί εννοούν αυτά που λένε κι αν κάποια από τα οπισθοδρομικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα τους, θα επιφέρουν εντάσεις και ρήξεις στο εσωτερικό των ελίτ, τις οποίες ένα συμπαγές και καλά οργανωμένο ελευθεριακό κίνημα θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει με τη δράση του και να τις εκμεταλλευτεί. Από την άλλη, Αριστερά και Δεξιά είναι έννοιες που σε ένα παγκοσμιοποιημένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον χάνουν όλο και περισσότερο τη σημασία τους και απονοηματοδοτούνται, εφόσον παύουν να εκφράζουν δύο διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Η πραγματική αντιπολίτευση στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας που διανύουμε εγκαταλείπει σιγά, σιγά τα ανακτοβούλια της εξουσίας και εγκαθίσταται όλο και πιο μόνιμα στους δρόμους και τις πλατείες των καπιταλιστικών μητροπόλεων. Το Κράτος βρίσκεται πια σε ευθεία αντιπαράθεση με την κοινωνία και είναι μέσα στο πλαίσιο αυτής της ιστορικής συγκυρίας που το αναρχικό κίνημα αναδεικνύεται εκ νέου σε βασικό υπερασπιστή και σε πολιτικό φορέα αντίστασης και αντεπίθεσης των πάσης φύσεως καταπιεσμένων. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε πως η αναρχική κοινωνία για να λειτουργήσει δεν έχει ανάγκη από ανθρώπους που είναι έμφυτα καλοί. Χρειάζεται μόνο ανθρώπους που δεν είναι από τη φύση τους κακοί.