Σιωναζισμός

5f28c913093ba22d55068368324342f2

Αναδημοσιεύω εδώ σε μετάφραση απ’ τα αγγλικά, αυτό το άρθρο από την αμερικανο-εβραϊκή, αριστερή εφημερίδα “Εμπρός” (Forward). Η Forward δεν είναι κανένα ιδιαίτερα ριζοσπαστικό έντυπο. Πρόσκειται στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού κόμματος και ανήκει μάλλον στον χώρο της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας παλαιάς κοπής. Το εν λόγω ωστόσο άρθρο είναι σημαντικό επειδή αναφέρεται σε κάτι που ο παγκόσμιος σιωνισμός εδώ και χρόνια, αρνείται πεισματικά να παραδεχτεί, και μάλιστα πασχίζει απελπισμένα να κρύψει. Την ιδεολογική συγγένεια που έχει ο Σιωνισμός ως πολιτικό κίνημα με την αντισημιτική, εθνοφυλετική ακροδεξιά του 19ου αιώνα, από τους κόλπους της οποίας προέρχεται ιδεολογικά, καθώς και τις προσπάθειες που κατέβαλαν ιστορικοί ηγέτες του σιωνισμού, όπως οι Γιαμποτίνσκι και Στερν, να συνάψουν κάποιου είδους συμμαχία με τους χιτλερικούς για να προωθήσουν την υπόθεση της μαζικής μετανάστευσης των Εβραίων της Ευρώπης στην Πλαιστίνη.

Μάλιστα, στα χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η σιωνιστική προπαγάνδα έχει επανειλημμένα προσπαθήσει να ταυτίσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Παλαιστίνιων με τον ναζισμό και να τον εντάξει στο εξουσιαστικό, οριενταλιστικό ιδεολόγημα του “ισλαμοφασισμού”, ενάντια στον οποίο διατείνεται πως δίνει μάχη το “πολιτισμένο” και “δημοκρατικό” Ισραήλ. Προς τούτο δεν σταματούν να επιδεικνύουν την φωτογραφία από την συνάντηση του Παλαιστίνιου ηγέτη του μεσοπολέμου Χατζ Αμίν με τον Χίτλερ. Ωστόσο, αντίθετα με τους οργανικούς πολιτικούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα σε σιωνισμό και εθνικοσοσιαλισμό, η συμμαχία που επιδίωξε ο Χατζ Αμίν είχε καθαρά τακτικό χαρακτήρα. Η ναζιστική Γερμανία ήταν εχθρός της αυτοκρατορικής Αγγλίας που καταδυνάστευε την Παλαιστίνη και, συνακόλουθα, δυνητικός σύμμαχός του αναδυόμενου αραβικού εθνικιστικού κινήματος. Οι Πλαιστίνιοι ήταν υποχρεωμένοι να δράσουν σύμφωνα με την αρχή “ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου”, μιας και οι Σιωνιστές είχαν ήδη πλευρίσει τις αγγλικές ελίτ για να εξασφαλίσουν την εύνοια τους αναφορικά με τα κατακτητικά σχέδια τους για μαζικό εποικισμό της αραβικής Παλαιστίνης. Το παρακάτω άρθρο ρίχνει φως στους δεσμούς που ενώνουν τους σιωνιστές με τους απανταχού αντισημίτες και τις πολιτικές συνέπειες αυτών των δεσμών που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Και, το κυριότερο, προέρχεται από μια εβραϊκή πηγή, την οποία κανείς δεν μπορεί να συκοφαντήσει για δήθεν “αντισημιτισμό”, όπως κάνουν κατά συρροή οι σιωνιστές προκειμένου να φιμώσουν τους πολιτικούς αντιπάλους τους.

 

Η ανησυχητική συμμαχία ανάμεσα σε Σιωνιστές και Αντισημίτες

Μεταξύ της ακρόασης του David Friedman στο Κογκρέσο, της επίσκεψης του Netanyahu στις ΗΠΑ και της άρνησης του Προέδρου Τραμπ να αναλάβει δράση ενάντια στο αυξανόμενο κύμα του αντισημιτισμού στην Αμερική, η περίοδος που μας πέρασε ήταν γεμάτη ένταση για την Αμερικανό-εβραϊκή κοινότητα.

Για όσους ανήκουν στην Δεξιά, η απόρριψη από τον Τραμπ της λύσης των δύο κρατών, όπως και ο διορισμός του Φρίντμαν, παρέχει εγγυήσεις ότι η καινούρια κυβέρνηση προτίθεται να υποστηρίξει σθεναρά μια επεκτατική μορφή Σιωνισμού. Κι αν συνυπολογίσει κανείς και την συμπερίληψη του Τζάρεντ Κούσνερ στον στενό κύκλο του Προέδρου, η παρουσία των Φρίντμαν και Νετανιάχου στα μετόπισθεν δείχνει για πολλούς ότι ο Τραμπ στην πραγματικότητα δεν είναι αντισημίτης, παρόλο που κατά καιρούς έχει περιβάλλει τον εαυτό του με φυσιογνωμίες που έχουν το λιγότερο αμφιλεγόμενες απόψεις. Σύμφωνα με αυτή την λογική, η ισχυρή υποστήριξη του Τραμπ αλλά και του (επιτελάρχη του) Στιβ Μπάνον για το Ισραήλ, είναι ικανή να αντικρούσει τον οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι αμφότεροι τρέφουν αντιπάθεια προς τους Εβραίους.

Ωστόσο, για πολλούς φιλελεύθερους και κεντρώους, η ιδέα πως ο Κούσνερ και ο Μπάννον θα μπορέσουν να συνεργαστούν, συνιστά την αιτία μιας ατελείωτης σύγχυσης: Πώς θα μπορούσε ένας απόγονος επιζησάντων του Ολοκαυτώματος να μοιράζεται ένα κοινό όραμα με τον ιδεολογικό ηγέτη της «εναλλακτικής δεξιάς»;

Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στην ιστορία του Σιωνιστικού κινήματος, μια ιστορία που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία εγγενής αντίθεση ανάμεσα στον Σιωνισμό και τον αντί-Σημιτισμό. Για την ακρίβεια, οι δύο ιδεολογίες έχουν συνεργαστεί στο παρελθόν προκειμένου να πετύχουν τον στόχο που μοιράζονται από κοινού: την συγκέντρωση των Εβραίων σε ένα μέρος (έτσι ώστε να εξαλειφθεί η παρουσία τους από τα υπόλοιπα).

Ακόμα και πριν από την άνοδο του μοντέρνου Σιωνιστικού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα, Χριστιανοί φιλόσοφοι και κρατικοί αξιωματούχοι συζητούσαν μεταξύ τους για το τι θα έπρεπε να κάνουν με την «ανατολίτικη» μάζα του Εβαραϊσμού που ζούσε ανάμεσα τους. Όπως σημειώνει ο ακαδημαϊκός Jonathan Hess του παν/μιου της Βόρειας Καρολίνας, ένα είδος «λύσης» που είχε ιδιαίτερη απήχηση σε εξέχουσες φυσιογνωμίες του Διαφωτισμού που διακατέχονταν από αντί-Σημιτικά αισθήματα ήταν να απελάσουν τους Εβραίους σε μια αποικιακή εγκατάσταση όπου θα μπορούσαν να αναμορφωθούν. Ο Γίοχαν Γκότλιμπ Φίχτε, που ήταν ανάμεσα στους ιδρυτές του Γερμανικού Ιδεαλισμού, σημείωσε το 1793 ότι η πιο αποτελεσματική προστασία που μπορούσαν να έχουν οι Ευρωπαίοι απέναντι στην Εβραϊκή απειλή, ήταν να «κατακτήσουν για λογαριασμό των Εβραίων, τους Αγίους Τόπους και να τους ξαποστείλουν όλους εκεί».

Πράγματι, ο Σιωνισμός αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό ένα πολιτικό κίνημα που σαν ρητό στόχο είχε να δώσει μια απάντηση στο πρόβλημα του πολιτικού Αντισημιτισμού. Για τους πρωτοπόρους του Σιωνισμού, όπως ο Leo Pinsker και ο Theodor Herzl, η εμφάνιση του Αντισημιτισμού ήταν ένα αναπόφευκτο φαινόμενο σε οποιοδήποτε μέρος οι Εβραίοι συνιστούσαν μια ευμεγέθη μειοψηφία. Κανονικές σχέσεις με τα άλλα έθνη θα μπορούσαν να υπάρξουν μόνο εφόσον οι Εβραίοι μεταφέρονταν σε ένα μέρος όπου θα ήταν η πλειοψηφία. Έτσι, αντί να πιέσουν τα σύγχρονα κράτη και τις κοινωνίες προκειμένου να εφεύρουν νέους τρόπους ώστε να ενθαρρύνουν την διαφορετικότητα, οι Σιωνιστές διανοητές της γενιάς του Χερτσλ υιοθετούσαν την λογική ότι το Εβραϊκό «πρόβλημα» θα μπορούσε να τακτοποιηθεί μόνο μέσω της μαζικής εκδίωξης των Εβραίων από τα Ευρωπαϊκά κράτη.

Η ιδέα ότι οι Εβραίοι ανήκουν όχι στο μέρος όπου κατοικούν ή απ’ όπου κατάγονται, αλλά στους Αγίους Τόπους ήταν φυσικά μια θέση με την οποία δεν συμφωνούσαν όλοι οι Σιωνιστές, ούτε τότε, ούτε τώρα. Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να δει κανείς την πολύ προβληματική λογική που μπορεί να συνδέει παρόμοιους ισχυρισμούς με το είδος του εθνικισμού «της γης και του αίματος», ο οποίος οδήγησε στη καταστροφή της ζωής του Εβραϊσμού της Ευρώπης. Ο Ναζισμός φυσικά ξεπήδησε μέσα από αυτό το πλαίσιο και επέμενε ότι οι Εβραίοι δεν μπορούσαν ποτέ να γίνουν πραγματικοί Γερμανοί. Παρ’ όλα αυτά, οι Ναζιστές προέκτειναν αυτή την λογική μέχρι ένα ριζικά νέο άκρο: πίσω από την ναζιστική ιδέα, υπήρχε το κίνητρο όχι του μαζικού εκτοπισμού, αλλά της μαζικής εξόντωσης.

Παρόλο που η έκταση της καταστροφής δεν είχε γίνει ακόμα γνωστή στις δεκαετίες του 1930 και του 1940, πολλοί μένουν άναυδοι από το γεγονός ότι υπήρξαν απόπειρες από την μεριά της δεξιάς πτέρυγας των Σιωνιστών να αναπτύξουν σχέσεις με την Ναζιστική Γερμανία. Αναρίθμητοι ακαδημαϊκοί έχουν καταγράψει την συμπάθεια για τον φασισμό που έτρεφαν κάποια μέλη του Αναθεωρητικού Σιωνισμού, οι οποίοι βρισκόντουσαν σε μόνιμη διαμάχη με τους συμβατικούς Σιωνιστές τους οποίους αποκήρυξαν σαν Μπολσεβίκους. Είναι προφανές ότι η αντιπάθεια ήταν αμοιβαία, δεδομένου ότι ο David Ben-Gurion έκδωσε το 1933 μια μελέτη στην οποία περιέγραφε τον Zeev Jabotinsky, ιδρυτή του Αναθεωρητικού Σιωνιστικού κινήματος, σαν ομοϊδεάτη του Χίτλερ που ακολουθούσε στα βήματα του. Το φλερτ της Σιωνιστικής δεξιάς με τον φασισμό έφτασε στην τραγική κορύφωση του το 1941, όταν η οργάνωση Lehi, η παραστρατιωτική ομάδα που είχε δημιουργήσει ο Avraham Stern, πλησίασε τον Otto Von Hentig, έναν Γερμανό διπλωμάτη, για να προτείνει συνεργασία ανάμεσα στο εθνικά προσδιορισμένο εβραϊκό κίνημα της Παλαιστίνης και το Γερμανικό κράτος. Η Ναζιστική Γερμανία αρνήθηκε την γενναιόδωρη προσφορά του, έχοντας κατά νου μια αρκετά διαφορετική «λύση» στο ζήτημα της ύπαρξης των Εβραίων.

Η αγγλική εκδοχή του άρθρου υπάρχει εδώ: http://forward.com/opinion/363545/the-disturbing-alliance-between-zionists-and-anti-semites/.

Advertisements

Η τελευταία ανθρωποθυσία

abraham-isaac2-1

Viva la Muerte!” (Ζήτω ο Θάνατος!)

Σύνθημα των Φασιστών στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο

Πολλοί από τους ειδωλολατρικούς βαρβαρικούς λαούς της αρχαιότητας επιδίδονταν σε τελετουργικές ανθρωποθυσίες για να εξευμενίσουν τους – για κάποιον λόγο που ακόμα παραμένει αδιευκρίνιστος – πάντοτε τσατισμένους, πικρόχολους κι εκδικητικούς θεούς τους. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το να είναι κανείς ανάμεσα στα υποψήφια θύματα αποτελούσε ύψιστη τιμή, μιας και μ’ αυτόν τον τρόπο το θύμα έβρισκε ηρωικό θάνατο κι ανακηρυσσόταν ανάμεσα στους παντοτινούς ευεργέτες της κοινότητας του. Έδινε την ζωή του για το καλό του συνόλου και βοηθούσε τον λαό του να εξιλεωθεί στα μάτια του ενός, ή του άλλου μικρόψυχου θεού. Έτσι, οι θεοί θα πρόσφεραν πάλι απλόχερα την εύνοια τους στην αναβαπτισμένη, μέσα από το αίμα αθώων ψυχών, κοινότητα και θα την έπαιρναν πάλι κάτω από την προστασία τους. Σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε ξανά την τελευταία ανθρωποθυσία, αυτήν που υποτίθεται πως έβαλε τέλος σε όλες τις ανθρωποθυσίες. Αυτό βέβαια δεν την κάνει λιγότερο βάρβαρη. Ούτε λιγότερο μάταιη. Και το γεγονός παραμένει ότι, στις αρχές του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα εξακολουθεί να συνωστίζεται σε εκκλησίες και ναούς για να λατρέψει και να τιμήσει κάποιον που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν πρόθυμος να πεθάνει για λογαριασμό της. Που με το αίμα και τον μαρτυρικό θάνατο του επιθυμούσε να εξαγοράσει την “άφεση αμαρτιών” και την αιώνια ευδαιμονία στην μετά θάνατο ζωή. Στις αρχές του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα εξακολουθεί να τιμά και να γιορτάζει μια ανθρωποθυσία που τελέστηκε στο όνομα της πριν από περίπου δύο χιλιετηρίδες.

In extremis

marina abramovic

Αυτό που ονομάζουμε χρυσή τομή συνίσταται στην πραγματικότητα στη μη ικανοποίηση ούτε της μίας ούτε της άλλης από τις αντίθετες ανάγκες. Είναι μια καρικατούρα της πραγματικής ισορροπίας μέσω της οποίας οι αντίθετες ανάγκες ικανοποιούνται και η μία και η άλλη στην ολότητα τους”.

Σιμόν Βέιλ, Ανάγκη για Ρίζες

Ιστορικά, έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε τις ιδέες που εγγράφονται στο φιλοσοφικό ρεύμα του ουμανισμού με την έννοια της αφύπνισης και της ριζοσπαστικής “διαφώτισης” του ανθρώπινου γένους, στοιχεία αμφότερα που ανήκουν αυτούσια στην ευρύτερη εναλλακτική παράδοση της αυτονομίας. Ο φιλοσοφικός ανθρωπισμός, το δόγμα δηλαδή του ουμανισμού, οδήγησε την ανθρωπότητα σε σημαντικές κατακτήσεις της νόησης, με κυριότερο απότοκο τους την ανάπτυξη του επιστημονικού τρόπου σκέψης, ενώ πολιτικά, κατέληξαν στην θέσπιση της ήπιας καταπίεσης της φιλελεύθερης ολιγαρχίας. Η δε μετεξέλιξη τους, παρήγαγε ιστορικά το ριζοσπαστικό σοσιαλιστικό κίνημα, με το ιδεώδες της παγκόσμιας αδελφότητας που διατείνεται ότι ενσαρκώνει στην πράξη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο φιλοσοφικός ανθρωπισμός, αλλά και το οργανωμένο πολιτικό πρόταγμα που έλκει από εκεί την καταγωγή του κι ανέλαβε να μετουσιώσει τις βασικές αρχές του ανθρωπισμού σε πολιτικό πρόγραμμα για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας, δηλαδή το πρόταγμα της πάλαι ποτέ Αριστεράς, μπορούν να ισχυρίζονται ότι αποτελούν έναν φάρο που έχει φωτίσει αποφασιστικά την πορεία που χαράσσει ο άνθρωπος μέσα στην ιστορία. Μια διανοητική τάση η οποία μέσα από την συνδυασμένη επίδραση της σε όλους τους τομείς της οργανωμένης δραστηριότητας του ανθρώπου, έχει επιφέρει χειροπιαστές βελτιώσεις στις συνθήκες ζωής του ανθρώπινου γένους, τόσο από την άποψη της εξύψωσης του βιοτικού επιπέδου μιας εύπορης μειοψηφίας, όσο και από την άποψη της προαγωγής της πνευματικής αυτονομίας μέσα από την καταπολέμηση των πάσης φύσεως δεισιδαιμονιών.

Από αυτή την άποψη, τα φιλοσοφικά ρεύματα, αλλά και το ίδιο το πρόταγμα της πολιτικής Δεξιάς, γίνεται συνώνυμο με το σκότος, την αμάθεια και την μισαλλοδοξία. Η ηθική “τελείωση” της ανθρωπότητας, της οποίας κύριος φορέας είναι η εναλλακτική παράδοση του ουμανισμού, αλλά και η γνωσιακή αρτιότητα της μεθοδολογίας και της επιστημολογίας του, αντιπαραβάλλεται ριζικά με την αντίληψη του συντηρητισμού σαν μισανθρωπικού και μνησίκακου. Δηλαδή, σαν μιας παράδοσης που απευθύνεται στα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπου και στον πυρήνα του δεν έχει παρά το μίσος και τον κοινωνικό ρεβανσισμό των προνομιούχων, οι οποίοι γκρεμίστηκαν βιαίως από τις υψηλές τους θέσεις κι έκτοτε ψαχουν τρόπους έτσι ώστε να επανέλθουν στα πρότερα αξιώματα τους. Έτσι, η φιλοσοφική δεξιά δεν έχει η ίδια λόγο ύπαρξης. Δεν έχει κάποια αυτοφυή ιστορική αποστολή για να φέρει σε πέρας. Υπάρχει μονάχα για να εναντιώνεται στους υπέρμαχους της ισότητας και της “λογικής” και τρέφεται από την απέχθεια που αισθάνεται για τους ηρωικούς απελευθερωτές της ανθρωπότητας. Από αυτή την άποψη, θα έλεγε κανείς ότι η κατάσταση της ετερόνομης παράδοσης είναι μια κατάσταση πνευματικής πενίας. Έτσι, όταν ακούμε για δεξιούς φιλοσόφους που διαθέτουν πνευματικό βάθος και κάποια εμβέλεια σκέψης, αυτομάτως απορούμε, εφόσον είναι δύσκολο για το εύρος της σκέψης να εκφραστεί κάνοντας χρήση διανοητικών εργαλείων που εξορισμού την περιορίζουν. Μολαταύτα, κόντρα στην ναρκισσιστική αντίληψη των υπέρμαχων της αυτονομίας ότι η ιστορική δεξιά προσέλκυε πάντοτε στις τάξεις της τους ανόητους, τους απαίδευτους και τους ψυχικά διαταραγμένους, ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι τόσο απόλυτος και συμμετρικός όσο θα θέλαμε κατά βάθος να πιστεύουμε.i

Υπόγειες διαδρομές

Ας πάρουμε για παράδειγμα την Σιμόν Βέιλ. Στοχαστές όπως η Βέιλ δεν υπηρετούν απλώς το σύστημα αναπαράγοντας άκριτα στοιχεία από το ελάσσον κοινωνικό φαντασιακό των ελίτ, εν είδει μιας τετριμμένης ιδεολογικής κατήχησης. Αντίθετα, η σκέψη της ανήκει σε εκείνη την κατηγορία παραγωγής ιδεών που διαμορφώνουν το δεσπόζον ή αλλιώς μείζον, κοινωνικό φαντασιακό. Με άλλα λόγια, είναι το είδος της σκέψης που πραγματεύεται κι επανακαθορίζει τα όρια της πνευματικής παράδοσης στην οποία ανήκει, εξαιτίας του αντισυμβατικού κι εγγενώς συγκρουσιακού χαρακτήρα των ιδεών της. Συνακόλουθα, διανοητές όπως η Βέιλ δεν μπορούν απλώς να ταξινομηθούν σαν “δεξιοί”, ή εύκολα να αποκηρυχτούν επειδή προσχώρησαν στην πλευρά της αντίδρασης, εφόσον και μόνο η συγκρουσιακή διάσταση που ελλοχεύει στο θεωρητικό έργο της, αμφισβητεί ορισμένες θεμελιώδεις παραδοχές της ετερόνομης φιλοσοφικής σκέψης. Για παράδειγμα, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τον θαρραλέο τρόπο με τον οποίο η Βέιλ προχώρησε σε μια συνολική αποκήρυξη της αποικιοκρατίας, γκρεμίζοντας τον μύθο περί της οικουμενικής εκπολιτιστικής αποστολής των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων. Ή την κριτική που άσκησε στην έννοια του πατριωτισμού μέσα από το φιλοσοφικό της έργο.ii Η κριτική αυτή ανοίγει νέα κανάλια διείσδυσης στο πεδίο του κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού, και τα θέτει στη διάθεση και της εναλλακτικής παράδοσης της αυτονομίας.

Από αυτή την άποψη, δεν έχει και μεγάλη σημασία αν η Βέιλ, βολονταριστικά σκεπτόμενη, τοποθετούσε τον εαυτό της στην πολιτική δεξιά, ή αν έτρεφε μια συμπάθεια προς του γκωλικούς και τους αυτοαποκαλούμενους “Ελεύθερους Γάλλους”. Οι ιδέες της δεν υπάγονται υποχρεωτικά και ολοκληρωτικά σε αυτούς τους a priori παγιωμένους πολιτικούς διαχωρισμούς. Aπό την άλλη μεριά, δεν ήταν δυνατό η σκέψη της να υπερβεί την υποκειμενικότητα της δεδομένης ταξικής της θέσης, μιμούμενη τις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν στην κατεχόμενη Γαλλία, από την εξορία όπου βρισκόταν. Χαρακτηριστικά, ο T.S. Eliot αναφέρει πως για όσο καιρό παρέμενε στο Κεντ της Μ. Βρετανίας, η Βέιλ αρνούνταν να δεχτεί μεγαλύτερες μερίδες φαγητού από αυτές που αναλογούσαν σε κάθε Γάλλο που τρεφόταν από τα συσσίτια στην υπό γερμανική κατοχή Γαλλία, ενώ παλαιότερα είχε δουλέψει σαν μισθωτή εργάτρια στα εργοστάσια, αλλά και σαν αγρότισσα στα χωράφια, προκειμένου να κατανοήσει όσο καλύτερα μπορούσε τον τρόπο ζωής και την κοινωνική κατάσταση των δύο αυτών κοινωνικών ομάδων. Όσο κι αν είναι αξιέπαινη η προσπάθεια αυτή από μέρους της, το γεγονός είναι ότι η Βέιλ κατήλθε στην κατάσταση του μη-προνομιούχου εργάτη ή του αγρότη από επιλογή, σαν εξωτερικός παρατηρητής κι έχοντας επίγνωση ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να αφήσει πίσω της το προελταριάτο και να επιστρέψει στην πρότερη της κοινωνική υπόσταση του μπουρζουά. Ωστόσο, η αγωνία του προλετάριου είναι πρωτίστως μια αγωνία υπαρξιακή που απορρέει από την υλική αβεβαιότητα της κοινωνικής του ύπαρξης και τον ετεροκαθορισμό των ορίων της δραστηριότητας του και μόνο ό ίδιος μπορεί να την βιώσει σαν τέτοια.

Όπως και να έχει, είναι αυτή η αναντιστοιχία ανάμεσα στις ιδέες και τον δημόσιο βίο, η εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη, που κατατάσσει ντε φάκτο την Βέιλ ανάμεσα στους στοχαστές του δεσπόζοντος κοινωνικού φαντασιακού της ετερονομίας. Εξάλλου, το ίδιο ίσως θα μπορούσε να πει κανείς και για τον Μπακούνιν. Γιατί, τι άλλο ήταν ο αναρχισμός, αν όχι μια εξέγερση στο εσωτερικό του εξουσιαστικού ετερόνομου εργατισμού, τον οποίο εκπροσωπούσε η κρατικιστική Αριστερά, και που απέβλεπε στην αναβίωση της χαμένης κληρονομιάς του εργατικού κινήματος, προτού ακόμα αυτή γίνει οργανωμένο πολιτικό κίνημα; Ο Αντρέ Νατάφ έχει παρατηρήσει άλλωστε ότι το εργατικό κίνημα στις απαρχές του ήταν εκ φύσεως αναρχικό, με την έννοια τόσο ότι δεν υπάκουε σε κανενός είδους διαμεσολαβήσεις, αφού δεν διέθετε ακόμη οργανωμένους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, όσο και ως προς τις τελικές χειραφετικές στοχεύσεις που ήθελε να φέρει σε πέρας, την κατάργηση δηλαδή των τάξεων και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.iii Υπό αυτή την έννοια, η αναρχία ουδέποτε ανήκε στο περιθώριο της κοινωνικής πρακτικής. Οδηγήθηκε δια της βίας στις παρυφές της κοινωνίας από τους κρατιστές, ενώ ιστορικά αποτέλεσε την κυρίαρχη τάση τόσο εντός του εργατικού κινήματος (Ελβετία και Γαλλία μέχρι το 1914, Ισπανία, Ιταλία, Λατινική Αμερική), όσο και μέσα στους ευρύτερους αγώνες των ανταγωνιστικών κοινωνικών υποκειμένων. Καταλαβαίνουμε από τα παραπάνω ότι η διάκριση ανάμεσα σε ετερονομία και αυτονομία δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με τον ιδεολογικό διαχωρισμό ανάμεσα στην Δεξιά και την Αριστερά. Γιατί ενώ η πολιτική Δεξιά είναι σάρκα εκ της σαρκός της κυρίαρχης ετερόνομης παράδοσης κι ανήκει σε αυτήν με την ψυχή και το σώμα, η Αριστερά, ως ο κατεξοχήν πολιτικός φορέας μιας κοινωνικής εξέγερσης που παρέμεινε ατελής και στο τέλος ενσωματώθηκε και ηττήθηκε κατά κράτος, είναι ποικιλοτρόπως επηρρεασμένη από τις ετερόνομες αντιλήψεις και πρακτικές. Μόνο ένα μειοψηφικό ρεύμα στο απώτερο άκρο του ιδεολογικού φάσματος αριστεράς-δεξιάς τείνει να έρθει σε ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα, να απελευθερωθεί από την ειδωλολατρία της εξουσίας και να κάνει το αποφασιστικό βήμα προς την καλώς εννοούμενη ουτοπία της αυτονομίας.

Παρά ταύτα, ο διάλογος ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες παραδόσεις καταλαγιάζει ή εντείνεται ανάλογα με την κρισιμότητα ή την όξυνση της Κοινωνικής Πάλης, αλλά ποτέ δεν σταματάει ολοσχερώς. Η αυτονομία μπορεί να εκδηλώνεται σαν μια στιγμή ρήξης στην Ιστορία, σαν ένας παράγοντας πνευματικής και υλικής εξέγερσης κόντρα στα θεσμισμένα ετερόνομα σύστηματα ανισομερούς κατανομής της γνώσης και των κοινωνικών προνομίων. Όμως, η εξέγερση αυτή δεν μπορεί παρά να συνιστά το προϊόν μιας δομικής αντίφασης που ενυπάρχει στο εσωτερικό της θεσμισμένης ετερονομίας, των θεσμοποιημένων δηλαδή δομών ανισοκατανομής της δύναμης σε όλα τα επίπεδα. Διαφορετικά, θα μιλούσαμε για παρθενογένεση, ή για την ως δια μαγείας εκκόλαψη της ελευθερίας μέσα από την πιο τελειοποιημένη κατάσταση απόλυτης κοινωνικής και πολιτικής δουλείας. Ή μάλλον, θα μιλούσαμε για την εμφάνιση της ιδέας της αυτονομίας σε κάποια υπεριστορική ή μυθολογική σφαίρα που βρίσκεται έξω από το χαοτικό κι αιματοβαμμένο υλικό πεδίο της ιστορικής εξέλιξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Είναι επειδή το συλλογικό αίτημα για αυτονομία είναι γειωμένο στους δομικούς ανταγωνισμούς που διαπερνούν απ’ άκρη σε άκρη την ετερόνομη κοινωνική ολότητα κι επειδή ριζώνει στις αρνήσεις και στην ανυπακοή από την οποία εμφορούνται οι μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, που είναι σε θέση ενίοτε να αμφισβητήσει τα εξουσιαστικά συστήματα οργάνωσης της κοινωνίας.

Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι ο Λένιν διέσχισε την μισή Ευρώπη μέσα σε ένα σφραγισμένο τραίνο που είχαν θέσει στη διάθεση του οι μυστικές υπηρεσίες του Κάιζερ, για να μπορέσει έπειτα να φτάσει στην εξεγερμένη Ρωσία και να εξαπολύσει την εργατική επανάσταση πάνω στον εμβρόντητο κόσμο των μπουρζουάδων. Αλλά και πολλοί από τους Γάλλους Εγκυκλοπαιδιστές από καιρού σε καιρό βρέθηκαν κάτω από την προστασία του ενός βασιλιά της Ευρώπης, ή του άλλου. Ο Ζ. Σορέλ περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα τις δοσοληψίες που είχε ο Βολταίρος με τον Φρειδερίκο της Πρωσίας, ή τις εκ περιτροπής συναναστροφές του με την Αικατερίνη της Ρωσίας και τις αμοιβαίες υπηρεσίες που φαίνεται ότι παρείχαν ο ένας στον άλλον.iv Για τον Σορέλ, ο Βολταίρος ήταν ανέντιμος και είχε ξεπουληθεί στους ηγεμόνες. Όμως, χάρη στην ίδια αυτή προστασία των ηγεμόνων, κάποιες ιδέες επιβίωσαν και διαδόθηκαν, μέχρι που τέλικά οδήγησαν την μοναρχία στον γκρεμό, μετά την επανάσταση του 1789. Τα παραπάνω δεν μειώνουν σε τίποτα το διαφωτιστικό και χειραφετικό περιεχόμενο του θεωρητικού έργου των Εγκυκλοπαιδιστών. Ούτε βέβαια συνεπάγονται ότι ο Λένιν ήταν “μυστικός πράκτορας” σε εντεταλμένη υπηρεσία από τον Γερμανό Αυτοκράτορα. Σημαίνει μόνο ότι η αυτονομία βρίσκει ζωτικό χώρο και αναπτύσσεται μέσα από τις ρωγμές που δημιουργεί ο κοινωνικός ανταγωνισμός ανάμεσα στις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, αλλά και μέσα σε αυτές. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι ρωγμές, τότε η υποδούλωση των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων θα έπαιρνε χαρακτήρα οριστικό και αμετάκλητο. Θα ισοδυναμούσε με συντελεσμένο γεγονός, μια ολοκληρωμένη κατηγορία στατικής, ταυτοτικής σκέψης, όπως θα έλεγε κι ο Χόλλογουαιη, που όμως θα απέκλειε από το ιστορικό γίγνεσθαι οποιαδήποτε έννοια εξέγερσης, ιστορικής κίνησης και δυναμισμού της υφιστάμενης κοινωνικής συνθήκης.v

Σε περιόδους κρίσης, κατά τις οποίες το ετερόνομο σύστημα κυριαρχίας αδυνατεί να αναπαραχθεί ικανοποιητικά, εκδηλώνονται φυγόκεντρες τάσεις και ροπές διάλυσης του ετερόνομου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, που αντιστοιχούν σε μια διαδικασία σταδιακής αυτονόμησης του φαντασιακού των υποτελών ομάδων από τις θεσμισμένες κοινωνικές ιεραρχίες. Στον βαθμό που επιθυμούν να αποκτήσουν υλική διάσταση και να γίνουν πράξη στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο , αυτές οι τάσεις δεν μπορούν να παρά να αντλήσουν έμπνευση από τα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα του παρελθόντος και να κάνουν επίκληση επανεφεύροντας δημιουργικά κάποιες από τις πυρηνικές φαντασιακές σημασίες της εναλλακτικής παράδοσης της αυτονομίας. Εφόσον αυτό δεν γίνει εφικτό, η εξέγερση σύντομα θα χάσει την ορμητικότητα της και θα ενσωματωθεί εκ νέου στους κυρίαρχους θεσμούς της ετερονομίας, περιοριζόμενη να επαναλαμβάνει αμήχανα φιλοσοφικές φόρμουλες μιας παρωχημένης επαναστατικής θεωρίας που ουδεμία σχέση έχει με την κοινωνική πραγματικότητα. Ή αλλιώς, θα μετατραπεί σε κρέας για τα κανόνια της ριζοσπαστικής Δεξιάς, των εξτρεμιστικών ρευμάτων της ετερονομίας που δεν αποσκοπούν στην διάλυση των ιεραρχιών, αλλά, αντίθετα, στην ενδυνάμωση και τον πολλαπλασιασμό τους. Μάλιστα, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ένα βασικό χαρακτηριστικό που έχουν τα ακροδεξιά κινήματα, όπως για παράδειγμα ο εθνικοσοσιαλισμός, είναι η ουσιαστική κατάλυση της ταξικής αλληλεγγύης που ενώνει τις κυριάρχες ελίτ του συστήματος με τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες. Πράγματι, αν κανείς διαβάσει τα κείμενα ενός από τους βασικούς ιδεολόγους του ναζιστικού κινήματος, του Α. Ρόζενμπεργκ, αμέσως θα παρατηρήσει την αναδιάταξη της ταξικής διαστρωμάτωσης που επιφέρει εξορισμού η επιβολή της εθνοφυλετικής ιεραρχίας στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς.vi Κι αυτό γιατί σύμφωνα με τις αρχές της ναζιστικής κοσμοθεωρίας, η ζωή ακόμα και του τελευταίου Γερμανού αγρότη αξίζει πολύ περισσότερο από αυτή ενός Εβραίου, Σλάβου ή ακόμη και Γάλλου μπουρζουά ή βαρόνου του χρήματος. Ίσως και να είναι αυτός ο λόγος που ενώ φαίνεται ότι τα νεοφασιστικά κινήματα προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στην υπερεθνική ελίτ, παίζοντας τον ρόλο της χρήσιμης πολιτικής εφεδρίας για την διατήρηση της ενότητας του συστήματος της οικονομίας της αγοράς σε καιρούς κρίσης, παράλληλα αντιμετωπίζονται με καχυποψία κι εχθρική διάθεση από την ίδια ελίτ και τον διεθνή μηχανισμό προπαγάνδας της.

Destruam et aedificabo;

Τι γίνεται όμως με την αριστερή πτέρυγα του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος;vii Θα θέλαμε πολύ επιγραμματικά να αναφέρουμε δύο στοχαστές που αφμότεροι κινούνται πάνω στα όρια του δεσπόζοντος ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού. Ο πρώτος αναμφίβολα είναι ο Μ. Φουκώ. Με το φιλοσοφικό και ανθρωπολογικό έργο του, ο Φουκώ κατεδάφισε τις μεταφυσικές κατηγορίες της μαρξιστικής επαναστατικής θεωρίας, μόλυνε με το μικρόβιο της αμφιβολίας έννοιες που μέχρι τότε παρέμεναν στο απυρόβλητο από την ριζοσπαστική κοινωνική ανάλυση κι επέκτεινε την ανατομία της κυριαρχίας σε πεδία που φαινομενικά διατηρούσαν μια εξωτερική, έμμεση σχέση με την εξουσία. Μολαταύτα, δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με μια άλλη εκδοχή της φόρμουλας που πρώτος ο Προυντόν εισήγαγε στην αναρχική θεωρία, λέγοντας ότι καθήκον του κοινωνικού αγωνιστή είναι να “δημιουργήσει καταστρέφοντας” (destruam et aedificabo).viii Αντίθετα, ο Φουκώ επέτρεψε στην καταστροφική μανία του να παρασύρει τα πάντα. Στράφηκε με τόλμη ενάντια στο μονοπώλιο που κατείχε ο ορθόδοξος μαρξισμός πάνω στους λόγους και την πολιτική θεωρία της χειραφέτησης, χωρίς ωστόσο να προσπαθήσει μια ανασύνθεση του απελευθερωτικού προτάγματος σε νέες βάσεις. Στην θέση του “αντικειμενισμού” απ’ τον οποίο εμφορείται η θεωρία του διαλεκτικού υλισμού, έβαλε όπως, όπως έναν άκρατο υποκειμενισμό, δομώντας τον κόσμο και τις σχέσεις εξουσίας από λόγους και κείμενα και τη θέση που κατέχει ο καθένας από εμάς σε σχέση με αυτά. Στην προσπάθεια του να καταπολεμήσει την ρομαντική αντίληψη για το “άγιο δισκοπότηρο” του επαναστάτη, που δεν είναι άλλο από το “αγνό” απελευθερωτικό υποκείμενο, ο Φουκώ δεν πολιτικοποίησε την επιστήμη, την ιατρική, την εκπαίδευση και τα κοινωνικά ήθη, αλλά μάλλον αποπολιτικοποίησε την εξουσία, κόβοντας της το κεφάλι, και την μετέτρεψε έτσι σε μια αόρατη δύναμη, άοσμη, άχρωμη και πανταχού παρούσα, ενάντια στην οποία είναι μάταιο να παλεύουμε. Καταργώντας κάθε εξωτερικότητα, κάθε μη-τόπο της εξουσίας, ο Φουκώ στέρησε ευατόν από το ίδιο εκείνο σημείο από το οποίο θα μπορούσε να ξεκινήσει προκειμένου να διατυπώσει την αντιεξουσιαστική κριτική του. Διότι αν όλα είναι εξουσία, τότε τίποτα δεν είναι εξουσία. Έτσι, καταλήγει να ενεργεί θεωρητικά σαν απολογητής της εξουσίας. Η προτροπή του να οργανώσουμε τις πολλαπλές μικρές αντιστάσεις μας στα κομβικά σημεία όπου διαπλέκονται τα δίκτυα των θεσμισμένων εξουσιών, αφού πρώτα έκανε ότι μπορούσε για να μας πείσει πως αυτά τα δίκτυα είναι πανίσχυρα, ελαστικά κι εντελώς αδύνατο να ανατραπούν, θυμίζει εκείνον τον υπουργό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος καλούσε τον κόσμο της εργασίας να διαμαρτυρηθεί ενάντια στο σχέδιο νόμου που ο ίδιος είχε καταρτίσει για την μεταρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.

Ο τρόπος που ο καθένας αντιλαμβάνεται και ορίζει τον μετα-μοντερνισμό, εξαρτάται, όπως σωστά γράφει η H. Pluckrose, από το αν υιοθετούμε μια θετική ή μια αρνητική αντίληψη για την νεωτερικότητα. Αν δηλαδή εξετάζουμε την νεωτερικότητα από την άποψη της αλλαγής παραδείγματος που επέβαλε στην τέχνη, την φιλοσοφία και την επιστήμη, ή αν δίνουμε έμφαση στην “αρνητική”, κριτική πλευρά του προτάγματος της νεωτερικότητας και στις θεσμοποιημένες δομές συγκέντρωσης δύναμης και γνώσης (φεουδαρχία, κληρικαλισμός, μοναρχία, μεταφυσική) που ανέτρεψε μέσα από την επίδραση της.ix Αναμφίβολα, ο Φουκώ, ο Λυοτάρ, ή ο Ντερριντά έβλεπαν τους εαυτούς τους σαν συνεχιστές του κριτικού πνεύματος που ενσάρκωνε ο Διαφωτισμός και του αντιπολιτευτικού ρόλου του ενάντια στο κατεστημένο. Μόνο που αυτή την φορά, κατεστημένο είχε γίνει ο ίδιος ο Διαφωτισμός. Υπό αυτή την έννοια, οι μετα-μοντέρνοι συγκροτούσαν μια υπεραριστερή πολιτισμική τάση, μια αποδομιστική κριτική της κριτικής, που διατεινόταν πως έριχνε φως στις κρυμμένες διασυνδέσεις που λειτουργούσαν υπογείως ανάμεσα στην εξουσία, από την μία, και σε φαινομενικά μη-πολιτικές, μη-εξουσιαστικές σφαίρες της κοινωνίας, από την άλλη. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Κενάν Μαλίκ, ο αποδομισμός, ως κυρίαρχη τάση ανάμεσα σε “κομμάτια της ακαδημαϊκής κοινότητας και της αριστεράς έχει τις τελευταίες δεκαετίες συμβάλλει στην δημιουργία μιας κουλτούρας όπου ο σχετικισμός αναφορικά με απόψεις για γεγονότα, αλλά και την ίδια την γνώση, δεν προκαλεί κανέναν ιδιαίτερο προβληματισμό, κι έτσι προλειαίνει το έδαφος για την αντιδραστική δεξιά, όχι απλώς για να επαναφέρει, αλλά και να επεκτείνει την επιρροή των αντιδραστικών ιδεών”.x Με αυτόν τον τρόπο, ο αριστερισμός της σκέψης προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στον πολιτικό και κοινωνικό συντηρητισμό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Φουκώ ήταν ένας από τους λίγους δυτικούς στοχαστές που μαγεύτηκαν από την πνευματική διάσταση και τον αντιπολιτικό χαρακτήρα της θεοκρατικής επανάστασης στο Ιράν, την οποία υποστήριξε άνευ όρων, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια της.xi

Υπάρχει όμως και η ιδιαίτερη περίπτωση του Μ. Μπούμπερ. Αφοσιωμένος μαρξιστής, αλλά και ένθερμος θιασώτης της πνευματικότητας που εμπεριέχεται στην ιουδαϊκή θρησκευτική παράδοση, οπαδός του συγκεντρωτισμού, αλλά συνάμα και της αποκέντρωσης της πολιτικής δύναμης που συνεπάγεται μια λαϊκή επανάσταση άξια του ονόματος της, ο Μπούμπερ συγκαταλέγεται ανάμεσα στους διανοητές που είχαν μεν συναίσθηση της διάκρισης που οφείλουμε να κάνουμε ανάμεσα στις ετερόνομες και τις αυτόνομες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας, αρνούμενος ταυτόχρονα την αποφασιστική σημασία αυτής της διάκρισης. Για εκείνον, εξουσία και αντιεξουσία δεν είναι δύο υπαρξιακά αντίθετοι πόλοι, αλλά αλληλοσυμπληρούμενα μεγέθη. Δύο ιστορικοί μηχανισμοί που συνεπικουρούν ο ένας τον άλλον, ανάλογα με τις περιστάσεις της εποχής και τις εκάστοτε απαιτήσεις της επαναστατικής διαδικασίας. Όπως γράφει σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, “Στην πραγματικότητα, όλοι οι σώφρονες αντιεξουσιαστές σοσιαλιστές ζητούσαν μόνο ν’ αρχίσει η επανάσταση θεραπεύοντας την υπερτροφία της εξουσίας, τον πολλαπλασιασμό της, και κατόπιν να εστιάσει την προσοχή της στον περιορισμό της στις διαστάσεις που θ’ ανταποκρίνονται στις δεδομένες περιστάσεις της χρονικής στιγμής”.xii Και αλλού, “…συνεπώς […] η συγκεντρωτική αντιπροσώπευση φτάνει μόνο μέχρι εκεί που σαφώς απαιτεί η καινούρια τάξη πραγμάτων. Το μοιραίο ζήτημα δεν παίρνει την μορφή ενός θεμελιώδους διλήμματος: είναι μόνο ζήτημα της σωστής οριοθετικής γραμμής που πρέπει ολοένα να ξαναχαράσσεται – του χιλιαπλού συστήματος οριοθέτησης ανάμεσα στισ διάφορες σφαίρες που πρέπει αναγκαστικά να συγκεντροποιηθούν, και στις σφαίρες που μπορούν να λειτουργούν ελεύθερα. Ανάμεσα στον βαθμό διακυβέρνησης και στον βαθμό αυτονομίας. Ανάμεσα στον νόμο της κοινότητας και τις αξιώσεις της κοινότητας”.xiii

Παρόλα αυτά, η αντιαυταρχική προσέγγιση του Μπούμπερ μάλλον εγείρει περισσότερα ζητήματα απ’ όσα επιλύει. Όπως είχαμε γράψει και παλιότερα, η προσπάθεια για τον “εκδημοκρατισμό” της εξουσίας και την ανεύρεση της “τέλειας μορφής διακυβέρνησης”, στην οποία η πολιτική φιλοσοφία μάταια επιδίδεται εδώ κι αιώνες, ουσιαστικά ισοδυναμεί με ένα ανέφικτο εγχείρημα, μια απόπειρα να τετραγωνίσει κανείς τον κύκλο. Δεν γίνεται, από την μία, να αναγνωρίζει κανείς την αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας συγκεντρωτικής πολιτικής αρχής, που θα προΐσταται της κοινωνικής ολότητας και σε αυτήν θα ανήκει το μονοπώλιο του “νόμιμου” εξαναγκασμού, και, από την άλλη, να προσπαθεί να επιβάλλει περιορισμούς στην ελευθερία κινήσεων που θα διαθέτει αυτή η ανώτατη αρχή. Η κυβέρνηση, είτε ξέρει καλύτερα και κυβερνά, ή δεν ξέρει καλύτερα και χάνει αυτοδικαίως το δικαίωμα της να φέρει τον τίτλο και να ενεργεί σαν κυβέρνηση. Από την διατήρηση αυτού του δυϊσμού της κυριαρχίας απορρέουν όλα τα προβλήματα που η πολιτική θεωρία προσπαθεί εδώ κι αιώνες να επιλύσει. Ας πάρουμε για παράδειγμα το ελευθεριακό κοινωνικό πείραμα που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια στις περιοχές όπου κατοικούν οι Κούρδοι της Συρίας. Είναι πια κοινώς αποδεκτό ότι η ατμομηχανή πίσω από την ελευθεριακή κοινωνική επανάσταση που ξέσπασε στην Ροζάβα, είναι τα κλιμάκια του PKK που κατέφτασαν στις απελευθερωμένες περιοχές αμέσως μετά την αποχώρηση των κυβερνητικών δυνάμεων του Μπααθ. Οι ομάδες αυτές των μπαρουτοκαπνισμένων ανταρτών και των έμπειρων πολιτικών στελεχών του PKK σχημάτισαν σε γενικές γραμμές την σκιώδη κυβέρνηση που συντονίζει ακόμη και σήμερα την επαναστατική διαδικασία και μεριμνά για την συγκρότηση και την ενδυνάμωση των συλλογικών οργάνων της λαϊκής αυτοδιεύθυνσης. Παράλληλα, αγωνίζεται σκληρά για την επιμόρφωση του πληθυσμού και για να μεταλαμπαδεύσει μια δημοκρατική κουλτούρα αυτενέργειας κι αυτόνομης σκέψης σε έναν λαό που, μέχρι την κατάρρευση του μπααθικού καθεστώτος, είχε γαλουχηθεί με τις ετερόνομες κι εξουσιαστικές αξίες της πατριαρχικής κουλτούρας που κυριαρχεί στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Εκ πρώτης όψεως, όλα τα παραπάνω φαίνεται πως συνηγορούν υπέρ της άποψης που διατυπώνει ο Μπούμπερ, ότι το ζήτημα της διαφοράς ανάμεσα στην ελευθερία και τον καταναγκασμό, στην αυτονομία και την διακυβέρνηση είναι απλώς ποσοστικό. Για να το πούμε διαφορετικά, είναι ζήτημα χάραξης της σωστής οριοθετικής γραμμής μεταξύ του βαθμού συγκέντρωσης εξουσίας που χρειαζόμαστε στις ανάωτερα κλιμάκια της ιεραρχίας και της εξουσίας που μπορούμε να αποκεντρώσουμε στις συλλογικά όργανα αυτοδιοίκησης των επιμέρους κοινοτήτων. Με μια προσεκτκότερη ματιά όμως, θα δούμε ότι το εν λόγω θεωρητικό μοντέλο του Μπούμπερ, υπονοεί εξορισμού την σχέση διαρκούς θεσμοποιμένης υποτέλειας των αυτόνομων κοινοτικών θεσμών, έναντι της κεντρικής κυβέρνησης. Κι αυτό γιατί η πραγματική δοκιμασία ξεκινά όταν οι συλλογικοί θεσμοί για την κοινωνική αυτοδιεύθυνση θα έχουν απορροφήσει όλο και περισσότερους τομείς στην αρμοδιότητα τους και δεν θα έχουν πια ανάγκη, ούτε θα επιθυμούν να υπάγονται στην “φωτισμένη” έστω κηδεμονία της οποιαδήποτε άνωθεν κυβέρνησης. Μόνο με αυτόν τον τρόπο άλλωστε, την πλήρη απεξάρτηση τους από την κεντρική εξουσία, μπορούν να είναι πραγματικά ανεξάρτητοι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί, μέσα στους οποίους θα διαμορφώνεται, θα εκφράζεται και θα υλοποιείται η συλλογική θέληση της αυτόνομης κοινωνικής ολότητας, χωρίς έξωθεν παραμορφωτικές επιδράσεις. Το να ισχυριζόμαστε ότι αυτό θα γίνει όταν τα όργανα της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης “ωριμάσουν”, είναι σαν να εκχωρούμε το πολιτικό κριτήριο αυτής της “ενηλικίωσης” σε έναν πολιτικό φορέα διαφορετικό και κατ’ ανάγκη ξεχωριστό από τις συνελεύσεις, και, συνακόλουθα, είναι σαν να αναθέτουμε στην κυβέρνηση την πρωτοκαθεδρία απέναντι στις δομές αυτοθέσμισης της κοινωνίας. Έτσι, όμως δεν έχουμε ελεγχόμενη αποκέντρωση της πολιτικής δύναμης, αλλά μια ακόμη μορφή ετερονομίας, μια μορφή θεσμοποιημένης ανισοκατανομής της δύναμης. Είναι οι μελλοντικές διαφωνίες που μπορεί τυχόν να ανακύψουν ανάμεσα στις συνελεύσεις των αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων από την μία, και την κυβέρνηση, από την άλλη, που θα κρίνουν το περιεχόμενο του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού και το βάθος της δημοκρατικής επανάστασης στα αυτόνομα καντόνια της Ροζάβα. Κι αν η διαφωνία αυτή δεν πάρει ποτέ τον χαρακτήρα ενός πραγματικού υλικού επίδικου, τότε αυτό θα συνεπάγεται πιθανότατα ότι η ετερονομία θα έχει κερδίσει μία ακόμη μάχη στην ιστορική της διαπάλη με την αυτονομία, στο πλευρό της οποίας συντάσσεται κάθε καταπιεσμένος.

iΕίναι αυτός ο άκρατος ναρκισσισμός που απορρέει από την υποτιθέμενη “ιστορική αποστολή” του εκπολιτισμού της ανθρωπότητας που έχει αναλάβει να φέρει σε πέρας η Αριστερά, που επιτρέπει στην σημερινή κυβέρνηση των τσαρλατάνων του ΣΥΡΙΖΑ να προσποιούνται πως έχουν το ακαταλόγιστο αναφορικά με τα κυβερνητικά πεπραγμένα τους, επειδή τάχα αυτοί είναι “αριστεροί” και δεν μπορούν παρά να έχουν κατά νου αυτό που είναι καλύτερο για το σύνολο της κοινωνίας. Σύμφωνα με αυτή την λογική, τα κυβερνητικά μέτρα είναι δίκαια επειδή αυτός που τα εφαρμόζει είναι “αριστερός”, αντί κάποιος να αυτοαποκαλείται “αριστερός” επειδή εφαρμόζει δίκαια κυβερνητικά μέτρα. Είναι περιττό νομίζω να παρατηρήσουμε ότι κάτω από αυτό το προκάλυμμα της a priori ηθικής ακεραιότητας της “αριστερής” κυβέρνησης, θα μπορούσε να επιβληθεί η πιο απόλυτη και τυραννική κρατική εξουσία.

iiΗ Βέιλ έφτασε στο σημείο να γράψει ότι, “Οι χριστιανοί σήμερα ενοχλούνται να αναγνωρίσουν ότι, αν δώσουμε στη λέξη πατρίδα το ισχυρότερο δυνατό νόημα, ένα πλήρες νόημα, τότε ένας χριστιανός έχει μία μόνο πατρίδα, η οποία βρίσκεται εκτός αυτού του κόσμου. Διότι έχει μόνο έναν πατέρα που δεν κατοικεί σε αυτό τον κόσμο”. Στο S. Weil, Ανάγκη για Ρίζες (Κέδρος) σελ. 138.

iiiA. Nataf, Η Καθημερινή Ζωή των Αναρχικών στην Γαλλία (Δημ. Ν. Παπαδήμας) σελ. 13-115.

ivΖ. Σορέλ, Οι Ψευδαισθήσεις της Προόδου (Γνώση) σελ. 110-112.

viiΟ χαρακητισμός της πολιτικής των ταυτοτήτων σαν την “αριστερή πτέρυγα του νεοφιλελευθερισμού” ανήκει στον πολιτικό επιστήμονα και κοινωνικό ακτιβιστή, Adolph Reed. Στο Adolph Reed: Identity Politics is Neoliberalism, http://bennorton.com/adolph-reed-identity-politics-is-neoliberalism/.

xiM. Foucault, What are the Iranians dreaming about?, http://www.press.uchicago.edu/Misc/Chicago/007863.html.

xiiΜ. Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία (Νησίδες) σελ. 110

xiiiΣτο ίδιο, σελ. 161.