Τυπολογία της κυριαρχίας

Romulus-oversees-the-abduction-of-the-Sabine-women

«Οι φτωχοί είναι οι μαύροι της Ευρώπης».

Gonzalez Prada

Είναι σαφές ότι η Κοινωνική Πάλη είναι δομικό στοιχείο των ετερόνομων κοινωνιών. Συνακόλουθα, τα πολιτικά συντάγματα που καθορίζουν το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας μιας εξουσιαστικής πολιτειακής συγκρότησης, δεν είναι παρά συνθήκες που επικυρώνουν την παύση των εχθροπραξιών, μέσα στις οποίες αποκρυσταλλώνεται και κωδικοποιείται με νομικούς όρους ο συσχετισμός δυνάμεων που επικρατεί ανάμεσα στις αντιμαχόμενες κοινωνικές ομάδες την δεδομένη ιστορική στιγμή και ανάλογα με την έκβαση της Κοινωνικής Πάλης. Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο είδος των κοινωνικών σχέσεων που καθιερώνονται μέσα σε ένα ταξικό μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας και στις σχέσεις εξάρτησης και υποταγής που απορρέουν από ένα καθεστώς άμεσης στρατιωτικής κατοχής μιας χώρας από μίαν άλλη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η πολιτική συγκρότηση των ετερόνομων κοινωνιών κωδικοποιεί σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες. Η στρατιωτική κατοχή απλώς αντιπροσωπεύει μια κοινωνική συνθήκη που χαρακτηρίζεται από την μέγιστη συγκέντρωση δύναμης στα χέρια της υπέρτατης αρχής, την ύψιστη μορφή ετερονομίας που μπορεί να υπάρξει, με την επιβολή ενός καθεστώτος συνολικού ετεροκαθορισμού του λαού που βρίσκεται υπό κατοχή, μέσω της κατάργησης του δικαιώματος του στην αυτοδιάθεση. Ωστόσο, στην πιο ακραία απολυταρχική εκδοχή της, η τυπολογία της κυριαρχίας σε μια ταξικά διαρθρωμένη κοινωνική ολότητα μπορεί να προσλάβει χαρακτηριστικά ομοειδή με αυτά της κοινωνίας που βρίσκεται υπό ξένη κατοχή.

Ο πολιτικός χαρακτήρας τον οποίο λαμβάνει αυτή η συγκρότηση (φιλελεύθερος, σοσιαλδημοκρατικός, αυταρχικός, δικτατορικός, κλπ.) αντιστοιχεί στο εύρος του κοινωνικού συνασπισμού που απαρτίζει το αστικό μπλοκ εξουσίας στον εκάστοτε ετερόνομο κοινωνικό σχηματισμό. Ιδωμένη με αυτόν τον τρόπο, η εξουσία των κατακτητών είναι, τουλάχιστον στις πρώτες φάσεις της επιβολής του καθεστώτος της κατοχής, πάντοτε δεσποτική, περισσότερο λόγω της ακραίας κοινωνικής απομόνωσης στην οποία αίφνης περιέρχονται οι δυνάμεις κατοχής, και λιγότερο εξαιτίας μιας ποιοτικής διαφοράς του συστήματος στρατοκρατικής διοίκησης της κοινωνίας, από εκείνο μιας αυταρχικής αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», ή μιας στρατιωτικής χούντας με εγχώρια προέλευση. Όσο πιο πολυσυλλεκτικό είναι το αστικό μπλοκ εξουσίας στο εσωτερικό του και στον βαθμό που ενσωματώνει ετερόκλητες ή ετερογενείς κοινωνικές ομάδες στον σκληρό πυρήνα του, η ετερόνομη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θεσμοποιεί την κυριαρχία του θα παίρνει μορφές που επικεντρώνονται στην εκχώρηση και την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων από το Κράτος, στην ενσωμάτωση θεσμικών μηχανισμών αναδιανομής του εισοδήματος, καθώς και στην καθιέρωση μιας πραγματικής δυνατότητας για κοινωνική κινητικότητα ανάμεσα στις βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας.

Όπως σωστά διαπιστώνει ο Τ. Φωτόπουλος, είναι αυτός ο «σημαντικός βαθμός κοινωνικής κινητικότητας που προσφέρει κίνητρο στις υποτελείς [κοινωνικές] μονάδες να ανέχονται ολόκληρο το σύστημα [κοινωνικής διαστρωμάτωσης]».i Εφόσον οι προϋποθέσεις για την διατήρηση της κοινωνικής κινητικότητας υπονομεύονται εξαιτίας της εγγενούς τάσης που υπάρχει στη λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς για ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση όλων των μορφών δύναμης σε όλο και λιγότερα χέρια, η πολιτική μορφή της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας ρέπει προς τον καταναγκασμό και τείνει να λάβει όλο και πιο αυταρχικά χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια, διαταράσσεται η ισορροπία ανάμεσα στο στοιχείο της ιδεολογικής νομιμοποίησης του κοινωνικού συστήματος, που πραγματοποιείται χάρη στην εσωτερίκευση του ηγεμονικού φαντασιακού των ελίτ από τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας και στο στοιχείο του εξαναγκασμού των εξαρτημένων μονάδων να εκπληρώνουν τους κοινωνικούς ρόλους που τους ανατίθενται από-τα-πάνω, διαμέσου της οργανωμένης φυσικής βίας του Κράτους. Στην πραγματικότητα, «Ο βαθμός κατά τον οποίο μια εξουσία μπορεί να είναι σταθερή, εξαρτάται πάντοτε από τον βαθμό που γίνεται αποδεκτή ως δικαιολογημένη από τις κοινωνικές μονάδες που υπάγονται σε αυτή. Μάλιστα, η πραγματική βάση οποιασδήποτε εξουσίας σε μια ιεραρχική ολότητα δεν είναι η ιεραρχική οργάνωση καθ’ εαυτή, αλλά οι συνήθειες, οι απόψεις, οι αξίες και γενικά οι φαντασιακές σημασίες που συνενώνουν τα μέλη μιας ολότητας σε μια από κοινού αποδοχή της ιεραρχικής δομής, καθώς και οι ψυχολογικές διαδικασίες που δημιουργούν το ψυχικό υπόβαθρο για την υποταγή στην εξουσία και στις αποφάσεις άλλων».ii

Από αυτή την άποψη, η στρατιωτική κατοχή συνιστά σύστημα ομοειδές προς κάθε ταξικό κοινωνικό σχηματισμό σε ότι αφορά τις βασικές παραμέτρους που συνθέτουν το υπόβαθρο του και απλά εμπεριέχει μια ακραία ποσοτική διαβάθμιση ανάμεσα στους παράγοντες που απαρτίζουν το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της ετερονομίας, υπέρ της παραμέτρου της φυσικής βίας. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι αποκλείεται ο στρατός κατοχής να εξεύρει συμμάχους και προγεφυρώματα μέσα στις τάξεις του κοινωνικού σχηματισμού στον οποίο έχει επιβάλλει την εξουσία του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί βάσιμα ότι η ένοπλη επιβολή, αδιάφορο αν αυτή έρχεται από-τα-“μέσα”, ή από-τα-“έξω”, ισοδυναμεί με την εκρηκτική στιγμή κατά την οποία συλλαμβάνεται η ετερόνομη κοινωνική ολότητα, ένα είδος πολιτικού «big bang» που συνοδεύει υποχρεωτικά τη δημιουργία των ιδιαίτερων οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που συντελούν στην πρωταρχική συσσώρευση. Δηλαδή στην διαμόρφωση των βασικών υλικών προϋποθέσεων που υποβαστάζουν την αναπαραγωγή της οικονομίας της αγοράς ως συστήματος οργάνωσης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Εξού και το γεγονός ότι η στρατιωτική κατάκτηση συνιστά την κατεξοχήν πολιτική μορφή που παραδοσιακά έλαβε ο ιμπεριαλισμός στην κλασική εκδοχή του και με την οποία εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να είναι συμβατός σαν πολιτική, οικονομική και κοινωνική δομή κυριαρχίας.

Ο Κ. Πολάνυϊ είχε δίκιο όταν ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν πολλά κοινά γνωρίσματα ανάμεσα στους τρόπους που οικοδομήθηκε η κυριαρχία των δυτικών ελίτ πάνω στους λαούς που τελούσαν υπό την κτηνώδη κατοχή της αποικιοκρατίας και σε εκείνες τις απάνθρωπες μεθόδους που διασφάλισαν την ταξική ηγεμονία των ίδιων ελίτ πάνω στις υποδεέστερες ομάδες των χωρών τους κατά την περίοδο της αρχικής διαμόρφωσης των βασικών κοινωνικών και οικονομικών παραμέτρων της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Δηλαδή, την περίοδο που αναπτύχθηκε το φαινόμενο που αποκαλούμε πρωταρχική συσσώρευση. Έγραφε ο Πολάνυϊ (2001: 162-163) σχετικά: «Ό,τι εφαρμόζει ο λευκός σε απόμακρες περιοχές σήμερα, δηλαδή την κατάλυση των κοινωνικών δομών με σκοπό τη βίαιη ιδιοποίηση της εργασίας των ιθαγενών, συνέβαινε τον 18ο αι. σε λευκούς πληθυσμούς από λευκούς ανθρώπους, για τους ίδιους ακριβώς λόγους. […] Ο παραλληλισμός είναι πολύ θεμιτός, αφού και ο πρώιμος εργάτης μισούσε το εργοστάσιο, όπου ένιωθε βασανισμένος και ταπεινωμένος, όπως ο ιθαγενής, που συχνά εξαναγκαζόταν να δουλεύει όπως εμείς με την απειλή σωματικής τιμωρίας, ακόμη και ακρωτηριασμού. Οι βιομήχανοι της Λυόν του 18ου αι. επιζητούσαν τους χαμηλούς μισθούς πρωταρχικά για κοινωνικούς λόγους. Μόνο ένας ταλαιπωρημένος και καταρρακωμένος εργάτης, ισχυρίζονταν, θα απέφευγε να συνασπισθεί με τους συντρόφους του και να ξέφυγε από τις συνθήκες προσωπικής δουλείας, υπο τις οποίες θα μπορούσε να εξαναγκασθεί να εκτελέσει τις οποιεσδήποτε εντολές του αφέντη του. Νομικός εξαναγκασμός και ενοριακή δουλεία στην Αγγλία, η βία της απολυταρχικής αστυνόμευσης της εργασίας στην Ευρώπη, η παροδική εργασία κατά την πρώιμη αποικιακή περίοδο της Αμερικής, αποτελούσαν τα προαπαιτούμενα του “ενθουσιώδους εργάτη”. Αλλά το τελικό στάδιο ήλθε με την εφαρμογή της “φυσικής τιμωρίας” της πείνας. Για να πραγματωθεί το στάδιο αυτό, χρειάστηκε να καταστραφεί η οργανική κοινωνία, που δεν ανεχόταν την λιμοκτονία του ατόμου».iii

Ζητούμενο του νέο-ιμπεριαλισμού, ή καλύτερα η ικανή συνθήκη για την επιβολή ενός καθεστώτος στυγνής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, είναι πάντοτε η κατάλυση των εξωθεσμικών δικτύων αλληλοβοήθειας, των συλλογικών δομών αλληλεγγύης και των κολεκτιβιστικών αξιακών συστημάτων που επικρατούν στις κοινωνίες των αυτοχθόνων, προκειμένου να υπερισχύσει στις τοπικές κοινωνικές ολότητες η πολιτισμική ηγεμονία του ετερόνομου καπιταλιστικού φαντασιακού. Σε αυτό το πλαίσιο, μοναδικός τύπος συναναστροφής και αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις κοινωνικές μονάδες που θα μπορούσε να γίνει ανεκτός και να ευδοκιμήσει στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς είναι η συμβατική σχέση, δηλαδή ένα είδος απρόσωπης σχέσης που υπόκειται σε τυπικούς νομικούς κανόνες και τελεί υπό την προστασία του Κράτους. Στο ίδιο πνεύμα, μοναδική οργανωτική αρχή της έλλογης κοινωνικής δραστηριότητας των ατομικών ή συλλογικών υποκειμένων μέσα σε μια πλήρως αγοραιοποιημένη κοινωνία, μπορεί να είναι η αρχή της κερδοφορίας η οποία εγγυάται: α) την βιωσιμότητα της δραστηριότητας, δηλαδή την αυτόνομη αναπαραγωγή της ύπαρξης της μέσω της εξεύρεσης ιδίων πόρων για την χρηματοδότηση της και, β) την κοινωνική χρησιμότητα της δραστηριότητας, που σύμφωνα με την νεοφιλελεύθερη ιδεολογική ορθοδοξία, συνίσταται αποκλειστικά στο ότι η εν λόγω δραστηριότητα δεν επιβαρύνει οικονομικά όσους βρίσκονται έξω από αυτήν και δεν ενεργεί ανταγωνιστικά προς μια αντίστοιχη δραστηριότητα ή υπηρεσία στην οποία αποκτά κανείς πρόσβαση με την μορφή του εμπορεύματος μέσω της αγοράς. Αυτό που ουσιαστικά συμβαίνει είναι η εξατομίκευση του προϋπάρχοντος κοινωνικού σώματος και η «ανασύνθεση του οικονομικού συστήματος στις συνιστώσες του, έτσι ώστε η κάθε μία να ενταχτεί σε όποιο κομμάτι του συστήματος ήταν χρησιμότερη».iv

Ο παραλληλισμός στον οποίο προβαίνει ο Πολάνυϊ ανάμεσα σε δύο ιστορικά διαχωρισμένες και φαινομενικά ετερογενείς φάσεις εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος (πρωταρχική συσσώρευση / αποικιοκρατία), είναι ακόμη πιο επίκαιρος στις μέρες μας, κυρίως αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο επεκτείνονται οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί του νεοϊμπεριαλισμού και ως προς τις αντικειμενικές λειτουργίες που εκπληρώνουν. Χρονολογικά και ιστορικά η αποικιοκρατία σίγουρα θα πρέπει να ταξινομηθεί σαν ένα στάδιο διαδοχής στην ιστορική εξέλιξη της οικονομίας της αγοράς το οποίο έπεται χρονικά της περιόδου της πρωταρχικής συσσώρευσης. Επιπλέον, τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά, οι διαδικασίες που μπήκαν σε κίνηση καθώς και οι αλλαγές που έφερε η κάθε φάση στο ιστορικό προσκήνιο, διέφεραν από την μία περίπτωση στην άλλη, στον βαθμό που ο κλασικός ιμπεριαλισμός μεταχειρίστηκε τις κοινωνίες της υπόδουλης περιφέρειας σαν έπαθλα προς λαφυραγώγηση και σαν πηγές για την εξεύρεση ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού. Για τις αποικιοκρατικές γραφειοκρατίες όλων των χωρών, ουδέποτε τέθηκε το ζήτημα της διαμόρφωσης ενός ξεχωριστού μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης για τις αποικίες, που θα μπορούσε σταδιακά να συντελέσει στην άνοδο ενός εθνικού κοινωνικού σχηματισμού, έστω και υποτελούς στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Εν πολλοίς βέβαια αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ένας τελειοποιημένος καταμερισμός εργασίας σε διεθνή κλίμακα δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί, μιας και στην εποχή της φιλελεύθερης νεωτερικότητας το έθνος-κράτος ήταν η βασική μονάδα ανάπτυξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.

Έτσι, για τον λόγο ότι το Κράτος παρέμενε στο επίκεντρο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών, ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας υπήρξε πολυεπίπεδος και κατακερματισμένος. Μολαταύτα, ακόμη και η Ινδία, που, κατά τα άλλα, οι Άγγλοι συνήθιζαν να επαίρονται ότι αποτελούσε το «πετράδι στο στέμμα του βρετανικού θρόνου», στους ευρύτερους αποικιοκρατικούς σχεδιασμούς της αυτοκρατορίας κατείχε τον υποβαθμισμένο ρόλο μιας απέραντης φυσικής αποθήκης βάμβακος και μπαχαρικών, καθώς επίσης και μιας κοιτίδας για την άντληση εκατομμυρίων ακατέργαστων και εξαθλιωμένων εργατών. Όπως αναφέρει ενδεικτικά ο Τσόμσκι, «Βρετανοί αξιωματούχοι, έμποροι κι επενδυτές “συσσώρευσαν τεράστιες περιουσίες” κερδίζοντας πλούτο “πέρα από τα όνειρα της φιλαργυρίας”. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αληθινό για την Βεγγάλη, η οποία, […] “αποσταθεροποιήθηκε κι εξαθλιώθηκε από ένα καταστροφικό πείραμα πατροναρισμένης διακυβέρνησης” – ένα από τα πολλά “πειράματα” στον Τρίτο Κόσμο που δεν οδήγησαν ακριβώς σε όφελος αυτών που υπέστησαν το πείραμα. Δύο Άγγλοι ιστορικοί της Ινδίας, ο T.H. Thompson και ο G.T. Garrett, χαρακτήρισαν την πρώιμη ιστορία της Βρετανικής Ινδίας ως “την παγκοσμίως ανώτατη στάθμη υδάτων της διαφθοράς: μια λαγνεία για το χρυσό, που δεν έχει ταίρι μετά από την υστερία που έπιασε τους Ισπανούς της εποχής του Κορτές και του Πιζάρο, γέμισε το μυαλό των Άγγλων. Ειδικώς η Βεγγάλη δεν επρόκειτο να γνωρίσει πάλι την ειρήνη μέχρις ότου αφαιμάχτηκε πλήρως”. Είναι σημαντικό, παρατηρούν, ότι μια από τις ινδουστανικές λέξεις η οποία έγινε μέρος της Αγγλικής γλώσσας είναι η λέξη “loot” (που σημαίνει πλιάτσικο). Η τύχη της Βεγγάλης φωτίζει ουσιαστικά στοιχεία των παγκόσμιων κατακτήσεων. Η Καλκούτα και το Μπαγκλαντές τώρα είναι ακριβώς τα σύμβολα της μιζέριας και της απελπισίας. Αντιθέτως, οι Ευρωπαίοι πολεμιστές-έμποροι έβλεπαν την Βεγγάλη ως ένα από τα πλουσιότερα έπαθλα του κόσμου».v

Οι όποιες ενδογενείς καπιταλιστικές αλλαγές συντελέστηκαν στις αποικίες ήταν μάλλον παρεπόμενα της μακροχρόνιας επικυριαρχίας των AKX, που προέκυψαν σαν δευτερεύουσες συνέπειες μιας καταστροφικής οικονομικής πολιτικής που σίγουρα δεν είχε τις ανάγκες των αποικιών στο επίκεντρο της κι αντανακλούσε μια ήδη παγιωμένη εξουσιαστική σχέση ανάμεσα στις αποικίες από την μία, και την ευρωπαϊκή δύναμη που τις κατείχε από την άλλη. Αντίθετα, στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, είναι η βίαιη προσαρμογή των τοπικών κοινωνιών στα νεοφιλελεύθερα πρότυπα που εκπορεύονται από τις εύπορες κοινωνίες του Βορρά, και συνακόλουθα η επιβολή του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος μέσω της υιοθέτησης ενός εξωστρεφούς μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης, μέσω της οποίας συντελείται η ενσωμάτωση τους στο σύστημα κυριαρχίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, φυσικά πάντοτε από υποδεέστερη, μειονεκτική θέση. Κάπως σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι στην πρώτη περίπτωση, η υπανάπτυξη είναι σύμπτωμα και επακόλουθο μιας παγιωμένης εξουσιαστικής συνθήκης. Από την άλλη, στην δεύτερη περίπτωση, η εξάρτηση και η φτωχοποίηση συνιστούν οι ίδιες τις προϋποθέσεις για την παγίωση μιας σχέσης κυριαρχίας, καθώς απορρέουν από μια δυναμική διαδικασία κατά την οποία δημιουργούνται οι υλικοί όροι για την αναπαραγωγή της οικονομικής κυριαρχίας των μητροπόλεων του Κέντρου, μέσα από την αντικειμενική επίδραση που ασκούν οι δυνάμεις της παγκοσμιοποιημένης αγοράς πάνω στην περιφερειακή οικονομία.

Σε συνέχεια των παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι μια από τις βασικές αντιθέσεις του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος που εγκαθιστά το διεθνοποιημένο σύστημα της οικονομίας της αγοράς είναι το γεγονός ότι, από την μία, αδυνατεί να συνδέσει πειστικά την καθολίκευση των βασικών θεσμών του με την εθνικιστική ιδεολογία στην κλασική μορφή της. Από την άλλη, το εθνικιστικό φαντασιακό εξακολουθεί να ενυπάρχει μέσα στον πυρήνα της φαντασιακής θέσμισης της κρατικιστικής μορφής οργάνωσης της κοινωνίας. Έτσι, η ενσωμάτωση από μειονεκτική θέση μιας κοινωνικής ολότητας στις οικονομικές ιεραρχίες που επιβάλλει ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός, τις περισσότερες φορές δεν είναι συμβατή με μια παραδοσιακή εθνικιστική αφήγηση, έναν επαρχιώτικο εθνικισμό παλαιάς κοπής, που θα συνενώσει τις διαφορετικές βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας σε μια ενιαία πολιτισμική ή φυλετική φαντασιακή κοινότητα. Κι αυτό διότι το εξωστρεφές μοντέλο «ανάπτυξης» που επιβάλει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, δεν δημιουργεί πρόσφορες κοινωνικές συνθήκες ώστε οι ελίτ της περιφέρειας να νομιμοποιήσουν ιδεολογικά την εξουσία τους μέσω της εξύμνησης ενός επίπλαστου «μεγαλείου του έθνους», στον βαθμό που η πολιτική τους μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης καταλήγει ακριβώς στα αντίθετα αποτελέσματα. Ούτε επιτρέπει την εφαρμογή ενός βαθμού κοινωνικής δικαιοσύνης στο εσωτερικό, που θα μπορούσε να προσδώσει μια υλική διάσταση στην φαντασιακή έννοια της συμβολικής εθνικής «κοινότητας». Αντίθετα, οι ελίτ και οι προνομιούχες ομάδες που αποτελούν τους ενσώματους φορείς της κυριαρχίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού στις κοινωνίες της περιφέρειας, διαδραματίζουν τον ρόλο ενός καταλύτη που εμβαθύνει τους υλικούς δεσμούς της εξάρτησης και της υποτέλειας των τοπικών κοινωνιών από τις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Λειτουργούν επίσης σαν μια ελίτ πολιτισμικά ετερογενής ως προς τις κατώτερες τάξεις, αφού η κοσμοθεωρία, οι συνήθειες, ο τρόπος ζωής, τα ενδιαφέροντα, οι ηθικές αρχές και φυσικά τα υλικά συμφέροντα που υπερασπίζονται, δεν συμβαδίζουν και είναι απολύτως διαχωρισμένα από τις αντίστοιχες συνήθειες, αξίες και αρχές των εξαρτημένων στρωμάτων της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.

Ο Γ. Λιερός έχει περιγράψει αυτή την προνομιούχο πολυεθνική μειοψηφία ως εξής: «Η συνοχή του όλου υπό την εξουσία του κεφαλαίου συντελείται μέσω μιας πυκνής κυκλοφορίας εικόνων, ψηφιοποιημένων πληροφοριών, κεφαλαίων, εμπορευμάτων αλλά και ανθρώπων: τα στελέχη κινούνται συνεχώς σε ένα κύκλωμα το οποίο έχει μια σχετική ομοιογένεια στους βασικούς του κόμβους. Πράγματι, τα αεροδρόμια, τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων, τα μέγαρα επιχειρήσεων, οι μεγάλοι οδικοί άξονες, τα ακριβά εμπορικά κέντρα ή τα ακριβά εστιατόρια είναι πάνω κάτω τα ίδια στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, τη Σαγκάη, το Σάο Πάολο, ακόμη και στο Λάγκος […] Η παγκόσμια ελίτ φαίνεται να έχει απεριόριστη δύναμη και μοιράζεται τις ίδιες αξίες, τον ίδιο τρόπο ζωής και τον ίδιο πολιτισμό. Χωρίς καμία – “κοσμική” ή μη – επιφοίτηση, αυτοί οι “νομάδες” μιλούν την ίδια γλώσσα: τα αγγλικά […]».vi Με άλλα λόγια, η ηγεμονική κουλτούρα, αλλά και οι συνθήκες ζωής της τάξης των νεομπουρζουάδων είναι κοσμοπολίτικες και, από αυτή την άποψη, είναι πολύ πιο πιθανό να στρέψουν το καλοπροαίρετο ενδιαφέρον τους προς τους άτυχους σεισμόπληκτους του μακρινού Νεπάλ, ή στα θύματα της επονείδιστης γενοκτονίας του Νταρφούρ, παρά να επιδείξουν κάποια στοιχειώδη ευαισθησία για τους φτωχούς και τους αναξιοπαθούντες που βρίσκονται μέσα στην ίδια χώρα με αυτούς. Όχι τυχαία βέβαια, αφού όπως έχει δείξει ο Ζ. Μπάουμαν, η επίδειξη ανθρωπιστικού πνεύματος με αποδέκτες τα λαϊκά στρώματα ενός «εθνικού» καπιταλιστικού σχηματισμού, εύκολα θα μπορούσε να επαναφέρει επιζήμιες για τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες έννοιες όπως «κοινωνική δικαιοσύνη», «αναδιανομή» και «κράτος πρόνοιας» που ο νεοφιλελευθερισμός πάσχισε πολύ προκειμένου να διαλύσει και να εξοβελίσει από τον δημόσιο διάλογο.vii

i Fotopoulos, Takis. 2000. “Class Divisions Today – The Inclusive Democracy Approach”. Democracy & Nature, Vol. 6, no.2. http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

iiο.π.

iiiPolanyi, Karl. 2001. Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός. Μετάφραση Κώστας Γαγανάκης. Αθήνα: Νησίδες, σελ.162-163.

ivο.π.σ. 176.

vΤσόμσκι, Νόαμ. 1994. Έτος 501: Η Κατάκτηση Συνεχίζεται. Μετάφραση Νίκος Ράπτης. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος. σελ. 18-19.

viΛιερός, Γιώργος. 2012. Σκέψεις για την άμεση δημοκρατία. Αθήνα: Εκδόσεις των Συναδέλφων, σελ. 46-51.

vii Μπάουμαν, Ζίγκμουντ. 2004. Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι. Μετάφραση Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας. Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 157-167.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s