Η δολοφονία ως μία εκ των καλών τεχνών, ή για τον Δ. Κουφοντίνα

moro1-670x274

Μην αποσύρεστε ήσυχα μέσα στην νύχτα,

Τα γεράματα πρέπει να καίνε και να παραληρούν μπροστά στην μέρα που τελειώνει,

Οργιστείτε, οργιστείτε μπρος στον θάνατο της μέρας”.

Ντύλαν Τόμας

Πώς να υπερασπιστεί κανείς κάποιον που δεν διστάζει να αφαιρέσει ανθρώπινες ζωές; Και μάλιστα όχι επειδή βρίσκεται σε κατάσταση αυτοάμυνας, ή επειδή ενεργεί σαν το εκτελεστικό όργανο μιας μαζικής σύγκρουσης υπέρτερων κοινωνικών δυνάμεων που μας ξεπερνούν, αλλά σαν μια υπολογισμένη πράξη που εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική επικράτησης στον κοινωνική πάλη που αποτελεί δομικό στοιχείο των ετερόνομων κοινωνιών. Η διαφορά ανάμεσα στην αυτοάμυνα, ή την γενικευμένη σύγκρουση και την ατομική προμελετημένη δολοφονία, είναι πως, στην πρώτη περίπτωση, η άσκηση βίας που απολήγει στον φόνο συνιστά μια αναγκαιότητα που επιβάλλεται στο υποκείμενο από τις συνθήκες, ενώ στην δεύτερη, αποτελεί συνειδητή επιλογή. Στην πρώτη περίπτωση, η ευθύνη της ατομικής επιλογής ακόμα υφίσταται, αλλά είναι μια υπαρξιακή, διαλεκτική επιλογή ανάμεσα στον φόνο, ή τον θάνατο. Στην δεύτερη περίπτωση, το υποκείμενο εισέρχεται ηθελημένα σε μια μεμονωμένη κατάσταση ατομικού ανταγωνισμού με το υποψήφιο θύμα του και η επιλογή του δεν προσλαμβάνει υπαρξιακές διαστάσεις, να σκοτώσει δηλαδή, ή να σκοτωθεί. Παραμένει καθηλωμένη στο πεδίο της ηθικότητας της καθημερινής ζωής και συνίσταται στο να ενεργήσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ή να αποφύγει να ενεργήσει κατά τρόπο που θα τον φέρει ενώπιον των ηθικών διλημμάτων που εξετάζουμε. Θα πρέπει εδώ να τονίσω πως δεν έχω σε καμιά υπόληψη τον Γκάντι και τα ηλίθια κηρύγματα του περί της “ηθικής υπεροχής” της μη-βίας και της παθητικής αντίστασης. Η ηθική ευθύνη του υποκειμένου δεν εξαλείφεται στις προαναφερόμενες περιπτώσεις. Μολαταύτα, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την αντίρρηση που είχε εκφράσει οτι δεν μπορούμε να καταδικάζουμε κάποιον σε θάνατο, εφόσον η αντίληψη μας για τα πράγματα είναι πάντοτε μερική κι εσφαλμένη. Συνακόλουθα δεν θα ήταν δυνατό να βασίσουμε μια ενέργεια με τόσο δραστικά και αμετάκλητα αποτελέσματα, όπως είναι η παύση της βιολογικής ύπαρξης του αντιπάλου, σ’ ένα τόσο εύθραυστο και αμφιλεγόμενο γνωστικό υπόβαθρο. Όμως ισχύει μήπως κάτι διαφορετικό για εκείνους που ο Κουφοντίνας καταδίκασε σε θάνατο; Ο βασανιστής της χούντας που εκτελέστηκε στα πρώτα χρόνια δράσης της οργάνωσης της 17Ν, ή ο Άγγλος στρατιωτικός επιτετραμμένος Σόντερς, δεν είχαν βάψει τα χέρια τους με αίμα και δεν ήταν εξίσου ένοχοι για την καταστρατήγηση της αρχής που διατυπώσαμε πιο πάνω; Αλλά και οι υπόλοιποι που χτυπήθηκαν από το ένοπλο, ήταν όλοι τους άνθρωποι με θεσμοποιημένη δύναμη και επιρροή. Μέλη της πολιτικής και οικονομικής ελίτ που με τις πράξεις, ή τις παραλείψεις, τους επηρρέαζαν άμεσα και κατέστρεφαν τις ζωές των προλετάριων, χωρίς ποτέ να λογοδοτήσουν ή να πληρώσουν το τίμημα, μιας και η ανώτερη θέση τους στην επίσημη, ή άτυπη κοινωνική ιεραρχία, τους εκχωρούσε αυτό το δικαίωμα ζωής ή θανάτου πάνω στους συνανθρώπους τους.

Είναι τάχα η σφραγίδα του “νόμου” ή της ψευδεπίγραφης κρατικής αρχής εχέγγυο για ανώτερη γνώση ή συνετή κρίση; Ή μήπως θεμελιώνει το δικαίωμα που το Κράτος έχει παραχωρήσει στον εαυτό του για την νόμιμη κατοχή του μονοπωλίου της βίας, σε κάτι παραπάνω από την ίδια την υπεροχή του Κράτους στα μέσα για την άσκηση αυτού του φυσικού καταναγκασμού, δηλαδή στην υπεροπλία του; Το ερώτημα νομίζω εδώ είναι αν το Κράτος είναι πάντοτε δικαιωματικά πιο ισχυρό επειδή συνιστά μια ζωντανή έκφραση μιας υπερκείμενης τάξης “δικαίου”, ή αν είναι “δίκαιο” επειδή σε τελική ανάλυση είναι πάντοτε πιο ισχυρό από όσους διαφωνούν με την εκδοχή του “δικαίου” την οποία είναι ταγμένο να υπηρετεί και να υπερασπίζεται. Ένα καλό παράδειγμα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το Κράτος δεν είναι κυρίαρχο επειδή κατέχει το “μονοπώλιο της βίας”. Η οπλοκατοχή από μη-κρατικούς φορείς αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, ενώ η συγκρότηση κι εκπαίδευση πολιτοφυλακών είναι ένα μάλλον συνηθισμένο φαινόμενο, ιδιαίτερα στους κύκλους της εξτρεμιστικής ακροδεξιάς, που είναι και τα μόνο παραστρατιωτικά σώματα που γίνονται ανεκτά από την ομοσπονδιακή κύβέρνηση. Το μοναδικό στοιχείο που εγγυάται την ηγεμονία της δικαιϊκής ερμηνείας των επίσημων κρατικών οργάνων είναι η υπεροπλία του κρατικού μηχανισμού έναντι των οργανώσεων που είναι σε θέση, ή διακατέχονται από την προδιάθεση να αμφισβητήσουν την εξουσία του.

Σίγουρα, η σωφροσύνη μιας πολιτικής στρατηγικής κρίνεται πάντοτε εκ του αποτελέσματος. Άποψη μου είναι πως το ένοπλο στην Ευρώπη υπήρξε περισσότερο μια συναισθηματική αντίδραση της αντισυστημικής κομμουνιστικής Αριστεράς στις αδικίες και την αμείλικτη καταστολή που είχε υποστεί, και λιγότερο μια βιώσιμη πολιτική στρατηγική για την επανάσταση και την κοινωνική απελευθέρωση. Ωστόσο, αν η ένοπλη πάλη στην Ελλάδα είχε φέρει αποτέλεσμα και αν οι αντάρτες είχαν επικρατήσει, ο Κουφοντίνας θα ήταν υπουργός στην πρώτη ελληνική σοβιετική κυβέρνηση, ενώ ο Μπακογιάννης θα είχε πάρει τη θέση που θα του είχε αοδώσει η επίσημη ιστοριογραφία σαν ο αμετανόητος εχθρός της εργατικής τάξης που εκτελέστηκε στο όνομα της λαϊκής επαναστατικής δικαιοσύνης.i Αν ο Κουφοντίνας ήταν ένας “σύντροφος που κάνει λάθος”, όπως συνήθιζαν να αποκαλούν αμφίθυμα τα μέλη της επαναστατικής εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στην Ιταλία τους αγωνιστές των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τότε έχει πληρώσει το τίμημα κι εξακολουθεί να το πληρώνει.ii Οι εκπρόσωποι της πολιτικής και οικονομικής ελίτ ενάντια στους οποίους στρεφόταν η δράση της 17Ν, πότε πλήρωσαν το τίμημα για τις αποτρόπαιες πράξεις τους; Κι αν οι πράξεις της 17Ν γίνονταν αισθητές από το κοινωνικό σώμα επειδή συνιστούσαν μια ηχηρή παραβίαση της κανονικότητας και μια έμπρακτη αμφισβήτηση της τάξης δικαίου και του κοινωνικού φαντασιακού των ελίτ, οι ειδεχθείς πράξεις των ελίτ εναντίον των φτωχών είναι ενδεδυμένες με την περιβολή της “φυσικής τάξης των πραγμάτων”, του κοινωνικά αναπόφευκτου, φυσιολογικού ακόμη κι ευκταίου. Ακόμα και η “ιερή αγελάδα” της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”, ο Παύλος Μπακογιάννης, υπηρετούσε πιστά τις ίδιες εκείνες κομματικές συμμορίες, τις οργανωμένες πολιτικές μαφίες που τόσα χρόνια λυμαίνονταν την χώρα, μέχρι που τελικά την οδήγησαν στην κοινωνική και ανθρωπιστική καταστροφή, την ώρα που εκείνοι για μια ακόμα φορά έβγαιναν αλώβητοι.

Επαναλαμβάνω πως δεν θα υπερασπιστώ ποτέ το “δικαίωμα” κάποιου να αφαιρεί ανθρώπινες ζωές. Αλλά, εφόσον μήτε το πολιτικό, μήτε το οικονομικό σύστημα αντιμετωπίζουν, ως θα όφειλαν, την ανθρώπινη ζωή σαν το υπέρτατο αγαθό που είναι, τότε εκ των πραγμάτων εισερχόμαστε στο πεδίο του σχετικισμού και ουδείς μπορεί να αρνηθεί στα θύματα της συστημικής βίας το ηθικό δικαίωμα στην αυτοάμυνα, ή στο να αποκρούσουν τη θεσμοποιημένη βία που υφίστανται και να ανταποδώσουν τα χτυπήματα που δέχονται στο μέτρο του δυνατού. Αλήθεια, ποιος μπορεί να απαιτήσει από τους προλετάριους να πεθάνουν ήσυχα; Ούτε μπορεί να πει κανείς, χωρίς να κοκκινίζει από ντροπή, πως τα κατώτερα προλεταριακά στρώματα οφείλουν να δεσμεύονται από νόμους που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι, αλλά, αντίθετα, που ψήφισαν κάποιοι άλλοι γι’ αυτούς. Και ειδωμένη από τη σκοπιά της εκτεταμένης καταστροφής και της κοινωνικής ερημοποίησης που έχει προκαλέσει η συστημική αναδιάρθρωση, η δράση της 17Ν γίνεται περισσότερο κατανοητή, ακόμη και προφητική. Στις 12/11, διακόσιες δέκα χιλιάδες άνθρωποι πήγαν, έχοντας σώας τας φρένας, να ψηφίσουν στο εκλογικό πανηγυράκι της “κεντροαριστεράς”.iii Αυτοί είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνοι από τον Δ. Κουφοντίνα.

iΈχω εδώ στο μυαλό μου το μυθιστόρημα του Δημήτρη Φύσσα, “Πλατεία Λένιν, Πρώην Συντάγματος” (Εστία, 2005).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s