Ο ιμπεριαλισμός πέθανε, ζήτω ο ιμπεριαλισμός!

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί αναδημοσίευση της συνεισφοράς μου στην νέα αναρχική επιθεώρηση Μαύρο & Κόκκινο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις ελευθεριακές εκδόσεις Ναυτίλος. Περισσότερες πληροφορίες για το εγχείρημα, μπορείτε να βρείτε εδώ:

https://athens.indymedia.org/post/1581980/

Frans_Hals,_De_magere_compagnie

Δεν είμαστε πια μόνο ‘εμείς’ και ‘αυτοί’- δύο στρατοί σε παράταξη μάχης που ετοιμάζονται για την επόμενη σύγκρουση, για την επόμενη εκδίκηση. Τώρα υπάρχουν στην ‘δική’ μας την πλευρά άνθρωποι με τους οποίους, τελικά, έχω πολύ λίγα πράγματα κοινά, και υπάρχουν στη ‘δική’ τους την πλευρά άνθρωποι με τους οποίους μπορώ να νιώσω πολύ κοντά”.

Αμίν Μααλούφ, Οι Φονικές Ταυτότητες

Δεν πολεμάμε για την Αριστερά”

Πριν από δύο καλοκαίρια είχε έρθει στην Αθήνα για να μιλήσει η Ντιλάρ Ντιρίκ, πολιτική ακτιβίστρια, μέλος του Κινήματος των Κούρδων Γυναικών και μια από τις άτυπες εκπροσώπους της επανάστασης των Κούρδων της Συρίας στις μητροπόλεις του παγκόσμιου Βορρά. Η ομιλία δόθηκε στο πλαίσιο του αντιεξουσιαστικού φεστιβάλ της ΑΚ και το πολιτικοποιημένο κοινό που συνωστιζόταν στα καθίσματα περίμενε με ενθουσιασμό να ακούσει για τις εμπειρίες της Ντιρίκ, που είχε πρόσφατα επισκεφτεί την Ροζάβα κι έφερνε μαζί της εντυπώσεις και πληροφορίες από πρώτο χέρι αναφορικά με την πορεία που είχε πάρει το χτίσιμο του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού στις απελευθερωμένες περιοχές του συριακού Κουρδιστάν. Ξαφνικά, κάποιος αφανής διερχόμενος, (προφανώς) αριστερός, διέκοψε την παρουσίαση που μόλις είχε ξεκινήσει. Στάθηκε όρθιος κοντά στην περίφραξη του χώρου και με ιερή αγανάκτηση κατήγγειλε ότι πλάι στους Κούρδους πολιτοφύλακες της Συρίας πολεμούσαν κομάντος του αμερικάνικου στρατού. Στη συνέχεια, αποκήρυξε το κίνημα των Κούρδων σαν υποχείριο του δυτικού ιμπεριαλισμού στην ευρύτερη περιοχή. Η Ντιρίκ αντέδρασε ψύχραιμα στην ωμή αυτή παρέμβαση. Δεν αρνήθηκε τη συνδρομή των ΗΠΑ, αλλά αντέτεινε πως η κουρδική δημοκρατική διοίκηση δεν διαθέτει υποβρύχια και πολεμικά αεροσκάφη και, για τον λόγο αυτό, ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί όποια στρατιωτική βοήθεια της πρόσφεραν οι Αμερικανοί. “Πολεμάμε για τις ζωές μας”, πρόσθεσε η Ντιρίκ, “όχι για να ικανοποιήσουμε τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις των αριστερών στην Δύση”.

Με μια πρώτη ανάγνωση, το επιχείρημα της φαντάζει ακαταμάχητο. Αμέσως όμως γεννάται το ερώτημα, αν ο θαρραλέος αγώνας που διεξάγουν οι Κούρδοι δεν εφάπτεται πουθενά με τις ιδεολογικές φαντασιώσεις των κοινωνικών αγωνιστών στις χώρες του παγκόσμιου Βορρά, αν η εξέλιξη της επαναστατικής διαδικασίας στην Ροζάβα δεν εμπνέεται από τις ίδιες πολιτικές αρχές που διαπνέουν το πρόταγμα του κοινωνικού αναρχισμού κι αν δεν βοηθάει να ζωντανέψουν οι αναλυτικές κατηγορίες της πολιτικής κοσμοθεωρίας του, τότε ποιόν λόγο έχουν οι αναρχικοί να υποστηρίξουν και να συνδράμουν με όποιον τρόπο μπορούν την πάλη για την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού; Υπάρχει λοιπόν μια πολιτική διάσταση μέσα από την οποία καλούμαστε να αξιολογήσουμε την πολιτική βαρύτητα της κάθε εξέγερσης, που περιλαμβάνει ιδεολογικά κριτήρια και αξιολογικές κρίσεις που υπερβαίνουν το κριτήριο της άμεσης βιωματικής εμπειρίας που φέρει ο ίδιος ο εξεγερμένος, χωρίς βέβαια να το παραγνωρίζει κιόλας. Οι ιδεολογικές αφαιρέσεις όταν δεν δοκιμάζονται στον λαβύρινθο της κοινωνικής πραγματικότητας καταπίπτουν στο επίπεδο της αβλαβούς ονειροφαντασιώσης και συγγενεύουν πολύ με την τρέλα, ως εκείνης της κατάστασης όπου συντελείται η ιδιωτική νοηματοδότηση του κόσμου, χωρίς απραίτητα να λαμβάνει υπόψη κάποιο εξωτερικό σημείο αναφοράς ή τα εμπειρικά δεδομένα των αισθήσεων. Από την άλλη, η πράξη δίχως αναστοχασμό και χωρίς την αναγωγή της σε κάποιο αξιακό σύστημα που να παρέχει καθοδήγηση για τους σκοπούς της, μπορεί μόνο να υπηρετεί τις άμεσες ανάγκες της βιολογικής αναπαραγωγής του υποκειμένου, ή το εγωιστικό συμφέρον, νοούμενο σαν μέγεθος ανταγωνιστικό προς οτιδήποτε κι οποιονδήποτε βρίσκεται έξω από εμάς. Με αυτόν τον τρόπο όμως διαρρηγνύεται η ικανότητα του υποκειμένου για την ανάπτυξη συλλογικών δεσμών που καθιστούν δυνατή κάθε δημιουργική πολιτική πράξη, με την έννοια που δίνουν σε αυτή τόσο ο Καστοριάδης, όσο και ο Χόλλογουαιη.i Αυτή η πράξη πολιτικής και κοινωνικής αναδημιουργίας, συνίσταται στην υπέρβαση του στενού εγωιστικού συμφέροντος που απορρέει από την ταξική θέση του καθενός από εμάς, ή μάλλον σε μια έμπρακτη ανανοηματοδότηση του μέσω της συλλογικοποίησης των επιθυμιών, μέσα σε ευρύτερες ταξικές συσσωματώσεις που μάχονται για τον αντισυστημικό μετασχηματισμό της ετερόνομης κοινωνίας και αναδεικνύουν με αυτόν τον τρόπο το γενικότερο, αμοιβαίο ταξικό συμφέρον των καταπιεσμένων.

Το σύστημα της οικονομίας της αγοράς ενθαρρύνει την πολυδιάσπαση και τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος σε πολλά, ξεχωριστά κι αντιθετικά συμφέροντα. Καλλιεργεί σαν αρετή τον ακραίο ατομικισμό και τον γενικευμένο ανταγωνισμό όλων εναντίον όλων, προκειμένου να διασφαλίσει την αναπαραγωγή των δομών ετεροκαθορισμού και τη συγκρότηση του κοινωνικού σώματος σε ιεραρχικά πρότυπα. Συνακόλουθα, κάθε πολιτική πράξη που προωθεί την ριζική ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα με την μορφή που αυτό έχει σήμερα, προϋποθέτει τον ποιοτικό μετασχηματισμό των ανταγωνιστικών κοινωνικών σχέσεων, αλλά και την κατάλυση των θεσμισμένων ιεραρχιών που κατοχυρώνουν την άνιση κατανομή της δύναμης σε όλα τα επίπεδα της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Οι δυο αυτές διαστάσεις του απελευθερωτικού προτάγματος είναι αλληλοεξαρτόμενες και η μία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την άλλη. Ο εναλλακτικός τρόπος κοινωνικής συνύπαρξης που αναδεικνύεται μέσα από τις αντιδομές του κινήματος για ταξική αυτονομία, το εναλλακτικό κοινωνικό παράδειγμα δηλαδή που δημιουργείται βαθμιαία μέσα από τις καθημερινές συλλογικές πρακτικές του αντισυστημικού κινήματος,ii δεν μπορεί να επιβιώσει για πολύ αν δεν αποβλέπει στην κατάργηση των τάξεων και σε έναν καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Δηλαδή, σε μια συνολική ανατροπή των δομών που αναπαράγουν την θεσμοποιημένη ετερονομία. Μόνο έτσι άλλωστε μπορούν να σφυρηλατηθούν στην πράξη οι κοινωνικές συμμαχίες που θα υπερβαίνουν τους ταξικούς διαχωρισμούς που έχει καθιερώσει το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, το οποίο έχει χωρίσει την κοινωνική ολότητα σε στρατόπεδα κερδισμένων και χαμένων, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μόνο σύμφωνα με τον καπιταλιστικό κανόνα της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και του αμοιβαίου ανταγωνισμού.

Αλήθεια, τι αξία είχαν ο σοσιαλισμός και το μοντέλο της άμεσης δημοκρατίας που επικράτησε στα ισραηλινά κιμπούτζ, εφόσον χτίστηκε πάνω στα ερειπωμένα χωριά των διωγμένων Παλαιστίνιων, χωρίς ποτέ το κίνημα των κιμπούτζ να αμφισβητήσει έμπρακτα τα φυλετικά σύνορα μέσα από τα οποία καθιερώθηκε η ισραηλινή κρατικιστική ετερονομία;iii Και τι σημασία έχουν οι αμεσοδημοκρατικές δομές και η καταπολέμηση της πατριαρχίας στην Ροζάβα, αν για να επικρατήσουν είναι αναγκασμένες να υπαχθούν όλο και πιο ολοκληρωτικά στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς και τις στρατηγικές επιδιώξεις της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή; Το ζήτημα που τίθεται εδώ δεν είναι να βάλουμε στον ζύγι την κοινωνική απελευθέρωση στην Ροζάβα και να την αντιπαραβάλλουμε με τα συμφέροντα ενός, εν πολλοίς ανύπαρκτου, διεθνούς επαναστατικού κινήματος, αλλά να προβληματιστούμε γύρω από το αν η ταξική αυτονομία στον παγκόσμιο Νότο είναι δυνατό να επιτευχθεί μέσα από μια συμμαχία με τους ορκισμένους εχθρούς της ταξικής αυτονομίας των προλεταριων του Βορρά. Για να το πούμε διαφορετικά, είναι τα συμφέροντα της ίδιας της επαναστατικής διαδικασίας στην Ροζάβα που διακυβεύονται και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια παγκόσμια επανάσταση, όχι τα συμφέροντα κάποιου “διεθνούς επαναστατικού κινήματος” που υπάρχει μόνο στη φαντασία των αριστερών σαν συντελεσμένο και ταξικά ομοιογενές πολιτικό υποκείμενο.

Μέσα κι έξω από το κάστροiv

Τα ριζοσπαστικά κινήματα που εμπλέκονται στην Κοινωνική Πάλη των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών (ΑΚΧ) του παγκόσμιου Βορρά, στρέφονται εξορισμού ενάντια στις τυπικές και άτυπες ιεραρχίες του διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας, εξαιτίας των αντικειμενικών κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες αναπτύσσουν τη δράση τους. Με άλλα λόγια, μια ενδεχόμενη κατάρρευση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στις ΗΠΑ, θα σηματοδοτούσε την κατάρρευση ολόκληρου του συστήματος από το οποίο εκπορεύεται η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Από αυτή την άποψη, και ακριβώς επειδή ένα τέτοιο αντισυστημικό κίνημα του προλεταριάτου στις ΑΚΧ δεν θα ήταν σε θέση να υπολογίζει σε καμία “εξωτερικότητα” σαν σημείο αναφοράς για την παροχή ιδεολογικής, πολιτικής ή υλικής συμπαράστασης στον επαναστατικό αγώνα που διεξάγει, θα ήταν υποχρεωμένο να αναζητήσει τις πηγές για την τελική επικράτηση του στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις στο εσωτερικό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Πράγματι, κανένα ΝΑΤΟ δεν βρέθηκε για να βομβαρδίσει την κυβέρνηση της ΝΔ όταν ξέσπασε η εξέγερση του Δεκέμβρη, ενώ όταν ο Αχμαντινετζάντ διακήρυξε την αλληλεγγύη του Ιράν προς τους βρετανούς εξεγερμένους του 2011 και κατήγγειλε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ την βαρβαρότητα των αγγλικών δυνάμεων καταστολής, κανένας δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία.v Η αναδιάταξη της κατανομής της ισχύος μέσα στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό μέχρι την καθολική ανατροπή του, αποτελεί μονόδρομο για κάθε αναρχικό πρόταγμα και το πρόγραμμα του αναρχικού κινήματος στις ΑΚΧ, ή θα είναι εξορισμού αντισυστημικό, ή δεν θα υπάρχει. Και βέβαια δεν είναι καθόλου τυχαία η φαντασιακή ταύτιση, αλλά και οι υλικοί δεσμοί που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στην αναρχική αντιπολίτευση στις μητροπόλεις και τις οργανώσεις των καταπιεσμένων στην καπιταλιστική περιφέρεια. Για παράδειγμα, η αμερικάνικη ημι-αναρχική SDS εναντιώθηκε ενεργά στον πόλεμο του Βιετνάμ, ενώ οι μαχητές της Φράξιας Κόκκινος Στρατός (RAF) έλαβαν στρατωτική εκπαίδευση και επιμελητειακή υποστήριξη από οργανώσεις της Παλαιστινιακής αντίστασης.vi

Από την άλλη μεριά, στις κοινωνίες της οικονομικής περιφέρειας του συστήματος, η κύρια αντίθεση που επικαθορίζει τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων και επιδρά αποφασιστικά πάνω στη διαμόρφωση του περιεχομένου της Κοινωνικής Πάλης, εξακολουθεί να είναι το ζήτημα της υποτέλειας ή της ανεξαρτησίας απέναντι στην υπερεθνική ελίτ, που εκκινεί κυρίως από τις ανεπτυγμένες χώρες του G7 για να κυριαρχήσει στον κόσμο. Στις εξαρτημένες κοινωνικές ολότητες, τα πολιτικά μπλοκ εξουσίας και οι συμμαχίες ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις ακόμα συγκροτούνται πρωταρχικά γύρω από μια φιλοδυτική ή αντιδυτική πλατφόρμα. Για παράδειγμα, στον Λίβανο η σουνιτική νεό-μπουρζουαζία που κατά κύριο λόγο είναι συγκεντρωμένη στα αστικά κέντρα του βόρειου λιβάνου, παραδοσιακά διάκειται ευνοϊκά προς το Ισραήλ και τις χώρες του G7, ενώ τα σιιτικά αγροτικά στρώματα του λιβανέζικου νότου ήταν εκείνα που σήκωσαν το βάρος της ένοπλης αντίστασης ενάντια στον ισραηλινό κατακτητή και αποτελούν τους φυσικούς συμμάχους του Ιράν, της Συρίας και της Παλαιστινιακής αντίστασης στον μακροχρόνιο αγώνα που δίνουν για να ανατρέψουν την γεωπολιτική ηγεμονία της υπερεθνικής ελίτ και του Ισραήλ στην περιοχή. Αλλά και σε χώρες όπως η Λιβύη και η Συρία, οι “εξεγέρσεις” της εγχώριας αντιπολίτευσης δεν άργησαν να προσδέσουν τις τύχες τους στο άρμα του συστημικού ιμπεριαλισμού προκειμένου να επιβιώσουν. Από πολύ νωρίς, οι δυτικοθρεμμένοι αστοί “δημοκράτες” του Συριακού Εθνικού Συμβουλίου έσπευσαν να διακηρύξουν προς πάσα κατεύθυνση ότι μετά την άνοδο τους στην εξουσία, θα φροντίζαν να απομακρύνουν την Συρία από τις “τριτοκοσμικές” στρατηγικές συμμαχίες της (Ιράν, Χεζμπολλάχ) και θα έπαυαν κάθε στρατιωτική βοήθεια προς τις ένοπλες Παλαιστινιακές οργανώσεις.vii Παρομοίως, η τζιχάντ σε Συρία και Ιράκ για την εγκαθίδρυση του χαλιφάτου υπήρξε μεν ένα υπερεθνικό κίνημα βάσης, αλλά επαφιόταν αποκλειστικά στην πολυεπίπεδη στήριξη της Τουρκίας, του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας, για την συνέχιση και την τελική νίκη της απέναντι στα καθεστώτα σε Ιράκ και Συρία. Όταν η Τουρκία απαγόρευσε την διέλευση ξένων εθελοντών από και προς τα μέτωπα του συριακού πολέμου, όταν έπαψε να αγοράζει το πετρέλαιο του Ισλαμικού Κράτους και να το μεταπωλεί μεταμφιεσμένο στις διεθνείς αγορές, και όταν οι μοναρχίες του Κόλπου διέκοψαν την ροή (δυτικών) όπλων και πυρομαχικών προς τους ισλαμιστές μαχαιροβγάλτες, η ισλαμιστική σουνιτική εξέγερση γρήγορα εξέπνευσε και βρέθηκε να υποχωρεί άτακτα σε όλα τα μέτωπα.

Σαν μια γενική διαπίστωση, μπορούμε να πούμε ότι όσο πιο χαμηλή είναι η θέση που κατέχει μια χώρα στον καταμερισμό της εργασίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, τόσο τα πολιτικά υποκείμενα και οι κοινωνικές ομάδες χάνουν την αυτοτέλεια τους, με την έννοια τόσο της προσφυγής τους στη βοήθεια της “εξωτερικότητας”viii προκειμένου να αποκτήσουν τα υλικά μέσα για την δράση τους, όσο και ως προς την διαμόρφωση του πολιτικοκοινωνικού προγράμματος που αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας. Δηλαδή, με την έννοια του περιεχομένου που αποκτά κάθε φορά η δομική Κοινωνική Πάλη στις ετερόνομες κοινωνίες. Αυτή την διαδικασία σταδιακής αποικιοποίησης μιας χώρας που υποβαθμίζεται στην καπιταλιστική ιεραρχία την ζήσαμε από πρώτο χέρι και στον ελλαδικό χώρο, όπου το βάθεμα των δεσμών εξάρτησης απο την μητρόπολη συνοδεύτηκε από την επανεμφάνιση του “ρωσικού” κόμματος στην θεσμική πολιτική ζωή (Ελληνική Λύση του Βελόπουλου). Το συστημικό αντίπαλο δέος, το “αμερικανικό κόμμα” δηλαδή, περιλαμβάνει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα και, έτσι κι αλλιώς, αποτελεί καταστατικό στοιχείο του πολιτικού συστήματος της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” από την εποχή της ίδρυσης του στην μεταπολίτευση. Έτσι, το “εξωτερικό” σημείο αναφοράς για τις αντιμαχόμενες κοινωνικές δυνάμεις στην περιφέρεια υπάρχει και είναι μια εναλλακτική πηγή εξουσίας, που δεν ανήκει και δεν ελέγχεται από την τοπική εξουσιαστική δομή, την ετερόνομη κοινωνική ολότητα που επιδιώκουν να ανατρέψουν. Από την άλλη, στον όλο και περισσότερο ομοιογενή κοινωνικό χώρο του καπιταλιστικού κέντρου, η ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα και η δημιουργία μιας “εξωτερικότητας” είναι το ζητούμενο και το κεντρικό διακύβευμα της ίδιας της Κοινωνικής Πάλης. Μπορεί να συγκροτηθεί μόνο ως σημείο φυγής από το θεσμικό πλαίσιο που αναπαράγει την συστημική κυριαρχία, ως ένας εναλλακτικός πόλος ταξικής αυτοδιάθεσης που θα αμφισβητεί τις ίδιες τις δομές της θεσμοποιημένης ετερονομίας στο σύνολο τους. Για να το πούμε διαφορετικά, μπορεί να υπάρξει μόνο σαν στιγμή και εμπειρία αυτονομίας με επεκτατικές βλέψεις έναντι της ετερονομίας, και όχι σαν μια εναλλακτική ετερονομία.

Το καταπιεσμένο έθνος των Κούρδων έχει βέβαια κάθε δικαίωμα να απαιτήσει την δημιουργία της δικής της χωριστής κρατικής οντότητας μέσα στην οποία θα της αναγνωριστεί το δικαίωμα να υπάρχει και να εκφέρει ανοιχτά ότι είναι ένας “λαός”.ix Ωστόσο, το σύστημα της ετερονομίας αναπαράγει την κυριαρχία του, όχι μόνο μέσω μιας “ψευδούς” ταξικής συνείδησης, αλλά επικαθορίζοντας την παραγωγή της ίδιας της υποκειμενικότητας του ατόμου. Αποικίζει τις επιθυμίες και το φαντασιακό του, προδιαγράφει τα θεσμικά όρια της αλληλεπίδρασης του με τις υπόλοιπες κοινωνικές μονάδες και απαλλοτριώνει τα συμφέροντα του, όσο και τους τρόπους που ο καθένας έχει στη διάθεση του για να ικανοποιήσει αυτά τα συμφέροντα. Όπως έχω γράψει αλλού, η ίδρυση ενός ακόμα κράτους είναι ο μόνος τρόπος που εχουν οι Κούρδοι για να κάνουν σεβαστή την ανθρωπινότητα τους, όχι όμως ως άνθρωποι, αλλά σαν νόμιμοι υπήκοοι μιας καινούριας εξουσίας που την ίδια στιγμή που τους αναγνωρίζει σαν νομικά υποκείμενα, τους καθυποτάσσει κιόλας. Ο μακροχρόνιος αγώνας των Κούρδων για την απελευθέρωση τους από τον τετραεθνή ζυγό της Τουρκίας, του Ιράκ, του Ιράν και της Συρίας, τους έφερε αντικειμενικά με το μέρος του Ισραήλ και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην περιοχή. Όπως γράφει η Σάρα Άμπεντ, πολύ νωρίς ο Μπαρζανί στρατολογήθηκε από την Μοσάντ σαν ένας πολύτιμος σύμμαχος που είχε την δυνατότητα να αποσταθεροποιήσει κατά παραγγελία το αντισιωνιστικό καθεστώς του Σαντάμ μέσω μιας κουρδικής εξέγερσης στις βόρειες περιοχές της χώρας.x Η ολοκληρωτική αυτή εξάρτηση παραμένει μέχρι σήμερα, μιας και το Ισραήλ χρηματοδοτεί τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων της αυτόνομης κουρδικής διοίκησης αγοράζοντας το πετρέλαιο που βγαίνει από τις πηγές της διαφιλονικούμενης περιοχής του Κιρκούκ, ενώ μεταξύ άλλων παρέχει στους Κούρδους πολιτική υποστήριξη, στρατιωτική εκπαίδευση και οπλισμό.xi

Ως προς την Ροζάβα βέβαια, τα πράγματα είναι ελαφρώς πιο περιπλεγμένα. Οι πολιτικές επιδιώξεις των Κούρδων της βόρειας Συρίας βρίσκονται σε μετωπική σύγκρουση με το μπααθικό καθεστώς στη Συρία, αλλά και με τις βλέψεις των διεφθαρμένων αξιωματούχων του ιρακινού Κουρδιστάν, αφού οι εξεγερμένοι της Ροζάβα δεν είναι απλώς αντίθετοι με το συριακό, ή το ιρακινό κράτος, αλλά με την ίδια την ύπαρξη του κρατισμού. Τη στιγμή που οι Κούρδοι του Ιράκ επιζητούν την πανηγυρική επιβεβαίωση και αναγνώριση της κουρδικής εθνικής ταυτότητας τους, η μεγαλύτερη πρόκληση που έχουν να αντιμετωπίσουν οι Κούρδοι της Συρίας είναι η απο-κουρδοποίηση του προτάγματος τους, ο πλήρης διαχωρισμός δηλαδή του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού από έναν αυτοπροσδιορισμό της νέας πολιτικής κοινότητας με βάση το εθνικιστικό φαντασιακό. Και τούτο διότι η αυτοκυβέρνηση μέσω των αμεσοδημοκρατικών θεσμών δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει δομές που θεσμοποιούν την ισοκατανομή της δύναμης σε όλα τα επίπεδα, καθώς και μια κοινά συμφωνημένη μέθοδο λήψης αποφάσεων, μέσω της τυποποίησης των αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών που δεν μπορούν να κάνουν διακρίσεις ανάλογα με το φύλο, το χρώμα του δέρματος, ή την εθνοτική προέλευση του υποκειμένου. Έτσι, ενώ το “εθνικό όνειρο” του Μπαρζανί προϋποθέτει την έξαρση και καλλιέργεια του κουρδικού εθνικισμού, το αμεσοδημοκρατικό πρόταγμα της Ροζάβα συνεπάγεται ακριβώς το αντίθετο. Την οριστική απομάκρυνση δηλαδή από τέτοιου είδους εξουσιαστικές λογικές, εξού και η επιφυλακτική στάση που κράτησε το YPG απέναντι στον πολιτικό τζόγο του δημοψηφίσματος του Σεπτεμβρίου.xii Άλλωστε, μόνο στο μέτρο που θα καταφέρει να υπερβεί τις εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές και να συνενώσει τις διάφορες φυλές (Κούρδους, Άραβες, Τουρκμένους, Ασσύριους, Παλαιστίνιους) γύρω από ένα εναλλακτικό παράδειγμα κοινωνικής συμβίωσης εμπνευσμένο από τις αρχές της αυτονομίας, το κίνημα του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού θα μπορέσει να μετατραπεί σε μια πραγματικά αντισυστημική πολιτική δύναμη, που θα επιδράσει σαν καταλύτης για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής και μ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσει να επιβιώσει.

Παρ’ όλα αυτά, ο μοναδικός παράγοντας που επιτρέπει στις YPG / YPJ έναν βαθμό ελευθερίας κινήσεων αναφορικά με τους κοινωνικούς πειραματισμούς που βρίσκονται σε εξέλιξη στα αυτόνομα καντόνια της βόρειας Συρίας, είναι η συνέχιση του πολέμου ενάντια στο ΙΚ και στην Αλ-Νούσρα. Κατά τρόπο μάλλον ειρωνικό, όσο οι κουρδικές, στο μεγαλύτερο μέρος τους, πολιτοφυλακές της SDF απελευθερώνουν την μία πόλη πίσω απ’ την άλλη και υποχρεώνουν το ΙΚ σε συνεχή οπισθοχώρηση, τόσο πλησιάζει προς το τέλος η περίοδος χάριτος που παραχώρησε λόγω των περιστάσεων ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός στην επανάσταση τους. Όταν πάψουν να παίζουν τον ρόλο του αναγκαίου συμμάχου στον πόλεμο κατά του σαλαφισμού, οι Κούρδοι θα υποχρεωθούν να υπερασπίσουν την επανάσταση τους τόσο από τον ρεβανσισμό του καθεστώτος, όσο και από τις αρπακτικές διαθέσεις της υπερεθνικής ελίτ, η οποία, στο μέτρο που η επαναστατική διαδικασία στο Κουρδιστάν θα βαθαίνει και θα ριζοσπαστικοποιείται, θα έχει κάθε λόγο να πάρει αποστάσεις από τους “αναρχίζοντες” Κούρδους και να επιτρέψει στον Άσαντ και την αφιονισμένη Τουρκία να αναστηλώσουν τον κρατισμό στην περιοχή. Γίνεται αντιληπτό πως η υπερεθνική ελίτ πάντοτε θα προτιμά να υποδαυλίζει αιματηρές ισλαμιστικές εξεγέρσεις στα μουσουλμανικά εδάφη, διότι με αυτόν τον τρόπο παίρνουν σάρκα και οστά οι ταυτοτικές πολιτισμικές λογικές που προπαγανδίζει το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της ετερονομίας και υποδαυλίζεται η σύγχυση και η αμοιβαία καχυποψία στους κόλπους του υπερεθνικού προλεταριάτου. Αντίθετα, η ενοποίηση των λαών της Μέσης Ανατολής σε μια διεθνική αμεσοδημοκρατική συνομοσπονδία θα επέφερε κολοσσιαίες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ικανές να αποσταθεροποιήσουν τις καπιταλιστικές ιεραρχίες του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς στο σύνολο τους. Έτσι, για το σύστημα και τις ελίτ που το διαφεντεύουν, το μόνο πράγμα που είναι πιο επικίνδυνο από έναν τρομοκράτη ουαχαμπίτη, είναι ένας αναρχικός που έχει πάρει τα όπλα.

Ο Μαρξ έκανε λάθος

Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε οτι ο συστημικός ιμπεριαλισμός δεν είναι μόνο η καταστατική συνθήκη της επέκτασης κι εδραίωσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στην υποτελή περιφέρεια, αλλά συνιστά δομικό στοιχείο και για την αναπαραγωγή των δομών ετεροκαθορισμού στις ετερόνομες ολότητες του καπιταλιστικού κέντρου. Ο ρατσισμός και ο ευρωκεντρισμός δεν ήταν πολιτισμικές τάσεις που κυριάρχησαν και υπαγόρευσαν την αναγκαιότητα της στρατιωτικής κατάκτησης των έγρωμων λαών στους πολεμοχαρείς ευρωπαίους. Το αντίθετο συνέβηκε. Η εγγενής δυναμική του συστήματος για την αδιάλειπτη εξάπλωση του μέσω της υποδούλωσης των μη-ευρωπαϊκών λάων, έδωσε το έναυσμα για την ανάπτυξη των εθνοφυλετικών θεωριών σαν φυσικό πολιτισμικό συμπλήρωμα στις πράξεις καπιταλιστικής αγριότητας που διέπρατταν οι συστημικές ελίτ. Έτσι, δεν θα πρέπει να υποπέσουμε στο ίδιο σφάλμα που έκανε ο Μαρξ, όταν διατύπωσε την άποψη πως, “η μπουρζουαζία, μέσω της γοργής βελτίωσης όλων των οργάνων της παραγωγής, μέσα από την ανάπτυξη των μέσων επικοινωνίας, τραβάει ακόμα και τα πιο βάρβαρα έθνη στον πολιτισμό. Η φτηνή τιμή των αγαθών είναι το βαρύ πυροβολικό με το οποίο κονιορτοποιεί όλα τα Κινέζικα τείχη, με το οποίο υποχρεώνει το έντονο μίσος που νιώθουν οι βάρβαροι για τους ξένους να υποταχθεί. Αναγκάζει όλα τα έθνη, υπό την ποινή του αφανισμού τους, να υιοθετήσουν τον αστικό τρόπο παραγωγής. Τους αναγκάζει να εισάγουν αυτό που αποκαλεί πολιτισμό στους κόλπους τους, δηλαδή να γίνουν και οι ίδιοι μπουρζουάδες. Με μια λέξη, δημιουργεί έναν κόσμο κατ’ εικόνα και ομοίωση της”.xiii

Ωστόσο, οι ωμότητες του ιμπεριαλισμού και οι δικτατορικές μορφές εξουσίας στις οποίες προσέφυγε για να εδραιώσει την καπιταλιστική κυριαρχία στην περιφέρεια, δεν είναι παρά η πολιτική έκφραση που αντιστοιχεί στο υλικό υπόβαθρο ενός ατελούς καπιταλισμού, με την διαστρεβλωμένη μορφή που πήρε αυτός στον τρίτο κόσμο. Αν ο ιμπεριαλισμός υποχρεώθηκε να επαφίεται στην ωμή βία προκειμένου να κυβερνήσει, αυτό συνέβαινε επειδή εξέλειπαν στην περιφέρεια οι υλικές προϋποθέσεις, με την έννοια της ύπαρξης των αναγκαίων αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών, για την ανάπτυξη ενός “τυπικού” καπιταλισμού όπως αυτός διαμορφώθηκε στις αρχετυπικές καπιταλιστικές χώρες του παγκόσμιου Βορρά. Δεν πρόκειται εδώ για την κρυμμένη νομοτέλεια της ιστορικής διαδικασίας, το αναποδογυρισμένο “πνεύμα της Ιστορίας”, που ωθεί όλες τις κοινωνίες να προσαρμόσουν την δομή και το περιεχόμενο τους στις επιταγές του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, αλλά για σχέσεις άνισοκατανομής της δύναμης, που απλώνονται ασύμμετρα για να συνενώσουν βίαια τον κόσμο μέσω της πολυδιάσπασης του σε μια ιεραρχικά διαρθρωμένη ολότητα με ανισομερείς συνθήκες, αλλά μια ενιαία λόγική άσκησης της εξουσίας. Κι όπως έγραψε ένας πάλαι, ποτέ ενθουσιώδης απολογητής της νεοφιλελευθέρης παγκοσμιοποίησης με έκδηλη ανησυχία, στον βαθμό που το διεθνοποιημένο κεφάλαιο δρομολογεί την αναδιάρθρωση του σε οικουμενική κλίμακα μέσω της εξαφάνισης των μεσαίων στρωμάτων και της προλεταριοποίησης τους, οι υλικοί όροι για την αναπαραγωγή της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” τείνουν να εξαλειφτούν, ακόμα και στις ετερόνομες ολότητες των κοινωνιών του Βορρά.xiv

Αποτέλεσμα αυτή της “αντικειμενικής” τάσης που απορρέει από την έμφυτη δυναμική του συστήματος για ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση δύναμης σε όλα τα επίπεδα, είναι η μεταφορά της καταστροφικής καπιταλιστικής εμπειρίας της περιφέρειας στις μητροπόλεις του Κέντρου. Οπουδήποτε η καταναλωτική κοινωνία αδυνατεί να αναπαραχθεί ικανοποιητικά και δεν διαμορφώνονται οι συνθήκες για την ένταξη μιας ευμεγέθους μερίδας της κοινωνικής ολότητας στα εύπορα στρώματα των νεομπουρζουάδων, το θεσμικό πλαίσιο και οι μηχανισμοί διαμεσολάβησης της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” δύσκολα θα μπορούν να απορροφήσουν τις οξυμένες συγκρούσεις και τον κοινωνικό ανταγωνισμό που είναι δομικό στοιχείο σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το ΔΝΤ, που εδώ και δεκαετίες επιβλέπει με τα σκληρά διαρθρωτικά προγράμματα του την επέκταση των θεσμών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στις κοινωνίες του παγκόσμιου Νότου, έχει στρέψει τώρα την προσοχή του στον σκληρό πυρήνα του διεθνοποιημένου καπιταλισμού και στο βάθεμα των δεσμών εξάρτησης ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις του Κέντρου, διαμέσου εξίσου καταστροφικών προγραμμάτων που εισάγουν στον Βορρά τον θεσμοποιημένο κοινωνικό κανιβαλισμό και την πλήρη αγοραιοποίηση της κοινωνίας. Ο ίδιος ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός δημιουργεί λοιπόν τις συνθήκες για μια σύγκλιση των εμπειριών της ταξικής καταπίεσης στο κέντρο και την περιφέρεια και, συνακόλουθα, για την συγχώνευση των ερμηνευτικών εργαλείων και των αναλυτικών κατηγοριών της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας. Όπως πολύ όμορφα το έκφρασε ο Τζ. Χόλλογουαιη, “Αυτό που συμβαίνει τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα βρίσκεται στην καρδιά της σύγκρουσης που δίνει μορφή σε ολόκληρο τον πλανήτη”.xv Κατά μια περιέργη αντιστροφή του ιστορικού “πεπρωμένου”, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αντί ο καπιταλισμός να “εξημερώσει” τους “βάρβαρους” λαούς της περιφέρειας, όπως έλεγε ο Μαρξ, τελικά φαίνεται η υπανάπτυκτη περιφέρεια να εκβαρβαρίζει σταδιακά τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό του κέντρου.

Μέσα/έξω, πάνω/κάτω

Άλλωστε, ο τρίτος κόσμος είναι ήδη εδώ και έχει την μορφή των εκατοντάδων χιλάδων εξαθλιωμένων προλετάριων που τόλμησαν να εγκαταλείψουν τα κοινωνικά νεκροταφία που δημιούργησε η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση στις παρυφές του συστήματος, για να επιχειρήσουν την μετοίκηση τους στις ανεπτυγμένες οικονομίες του κέντρου. Είναι αλήθεια πως ο παραδοσιακός αντί-ιμπεριαλισμός μεταθέτει το σημείο αναφοράς της Κοινωνικής Πάλης και, συνακόλουθα, της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας που είναι μέρος αυτής της συγκρουσιακής διαδικασίας, από το “πάνω” εναντίον του “κάτω”, στο “μέσα” εναντίον του “έξω”, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το καπιταλιστικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας. Ωστόσο, αναριωτιέται κανείς ποιο θα ήταν το νόημα να επιμένει κανείς σε τέτοιου είδους διαχωρισμούς, την στιγμή που αυτό που ήταν “έξω” είναι πλέον “μέσα” κι έχει πάρει την θέση που του αναλογεί τόσο στις ανώτερες, όσο και στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας. Για να το πούμε διαφορετικά, ένα παιδί μιας σχετικά ευκατάστατης μεσοαστικής οικογένειας από την Ιταλία, την Ισπανία ή ακόμη και την Ελλάδα, έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσει πρόσβαση στα ανώτερα παν/κα ιδρύματα του Ηνωμένου Βασιλείου κι ύστερα να καταλάβει μια θέση ανάμεσα στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα του βρετανικού καπιταλιστικού σχηματισμού, απ’ όσες έχει ένας φτωχός μαύρος, ή μουσουλμάνος που μεγαλώνει στα υποβαθμισμένα φυλετικά γκέτο του Λονδίνου, του Μάντσεστερ, ή του Μπράντφορντ. Από αυτή την άποψη, το τραπεζικό κέντρο του Σίτυ είναι πολύ πιο κοντά στις εύπορες συνοικίες της Βαρκελώνης, της Ρώμης, ή της Αθήνας, απ’ όσο είναι στις φτωχογειτονιές του Μπρίξτον ή του Γούλγουιτς στο ανατολικό Λονδίνο.

Κι ενώ η διεθνοποίηση των ταξικών ιεραρχιών συντελείται με τρόπο συντεταγμένο σε ότι αφορά την κοινωνική σύνθεση και την επιβολή του θεσμικού πλαισίου που αναπαράγουν την ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση δύναμης στα χέρια της υπερεθνικής ελίτ και της κοσμοπολίτικης νεομπουρζουαζίας, στο υποδεέστερο μισό της πυραμίδας η διεθνοποίηση του προλεταριάτου παίρνει την χαοτική μορφή των ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ροών, εξαιτιας της μαζικής φυγής πληθυσμών που έχουν προκαλέσει οι συνεχείς πόλεμοι, η εκτεταμένη καταστροφή των οικοσυστημάτων, η παγκόσμια κρίση επισιτισμού και η συστηματικά μεθοδευμένη αποσύνθεση των τοπικών κοινωνιών. Όπως γράφει ο Ζίζεκ, οι αιτίες για όλα αυτά τα συμπτώματα εκτεταμένης κοινωνικής αποσύνθεσης είναι ταξικές και μπορούν να αναχθούν ευθέως στην εγγενή δυναμική του συστηματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς για καθολίκευση των θεσμών του. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί του όταν λέει ότι, “η προϊούσα αναταραχή του καιρού μας είναι το αληθινό πρόσωπο της παγκόσμιας Νέας Τάξης Πραγμάτων”, την οποία διακήρυξε ο πατέρας Μπους το 1989.xvi Κατά μία έννοια, μπορούμε να πούμε ότι η τάξη των από-πάνω, παράγει αντικειμενικά σαν δομικό παράγωγο, την αταξία και την καταστροφή των από-κάτω. Η αδυναμια του καπιταλισμού να διαχωρίσει πλήρως αυτές τις δύο κοινωνικές πραγματικότητες στον χώρο και τον χρόνο, μιας και η ευμάρεια των ελίτ εξαρτάται οργανικά για την αναπαραγωγή των υλικών όρων της ζωής της από την πολυεπίπεδη καταπίεση κι εκμετάλλευση των από κάτω, είναι μία από τις βασικές αντιφάσεις του συστήματος στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας.xvii

Από την άλλη, η μαζική αυτή μετατόπιση των προλεταριακών μαζών βιώνεται σαν δυνητική απειλή από την υποτάξη του Βορρά και την σπρώχνει να συσπειρωθεί γύρω από ταυτοτικές λογικές που μοναδικό στόχο έχουν την προστασία και την ενίσχυση της θέσης που κατέχει στην ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Για το προλεταριάτο, η σπάνη των πόρων είναι η άνωθεν επιβεβλημένη υλική συνθήκη που επικαθορίζει την κοινωνική του υπόσταση συνολικά, σε όλες τις εκφάνσεις της. Η έλευση των προσφύγων υποχρεώνει τα λαϊκά στρώματα να υπερτονίσουν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που τα οριοθετούν σαν ξεχωριστή κοινωνική μονάδα και τα διαφοροποιούν από τις μάζες των εξαθλιωμένων που καταφτάνουν από τον Νότο, μιας και τα ευρύτερα ταξικά χαρακτηριστικά των δύο ομάδων ομογενοποιούνται όλο και περισσότερο.xviii Από αυτή την άποψη, οι πολιτικές ταυτότητας δεν είναι παρά συστημική ιδεολογία ταγμένη στην υπηρεσία της παγίωσης των ταξικών διακρίσεων και των κοινωνικών ανισοτήτων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο νεορατσιστικός λόγος παίρνει την μορφή της προστασίας των δικαιωμάτων των λευκών εργαζόμενων και μκροαστών. Η έμμεση αυτή αναγνώριση της πραγματικότητας του δομικού κοινωνικού ανταγωνισμού σε μια ετερόνομη κοινωνία, την οποία η εργατική τάξη βιώνει στο πετσί της, είναι το καθοριστικό στοιχείο που συντελεί στην ιδεολογική έλξη που ασκεί η ακροδεξιά στην λευκή εργατική τάξη, σε σύγκριση με τους πολιτικούς σχηματισμούς της νεομπουρζουαζίας που αρνούνται πεισματικά να αποχωριστούν το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό φαντασιακό και να αναγνωρίσουν ανοικτά την ύπαρξη αυτής της σύγκρουσης σαν αναφαίρετο στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας.

Θα πρέπει εδώ να παρατηρήσουμε ότι στο αρχικό στάδιο της σύλληψης τους, οι πολιτικές ταυτότητες αποτέλεσαν την πολιτική έκφραση της μετατόπισης του αναλυτικού επίκεντρου της απελευθερωτικής θεωρίας από τις καθαρά οικονομικές κατηγορίες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, στα υπόλοιπα πεδία κοινωνικής δραστηριότητας όπου εξυφαίνονται οι σχέσεις ανισοκατανομής της ισχύος. Ωστόσο, εκείνο που χρειαζόταν δεν ήταν η αντικατάσταση της υπεροχής του οικονομικού στοιχείου από αυτήν του πολιτισμικού, ή του έμφυλου, αλλά η ανάλυση των μορφών της ετερόνομης κοινωνικής θέσμισης μέσα στις οποίες οι καταπιεστικές αυτές σχέσεις διαπλέκονται και συνυπάρχουν σε σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ τους. Χωρίς τούτη την καθολική αντισυστημική οπτική που αμφισβητεί τις δομές ετεροκαθορισμού στο σύνολο τους, η κοινωνική απελευθέρωση μεταμορφώνεται σε καλά τακτοποιημένες “ελευθερίες”, αποκομμένες η μία από την άλλη. Οι “ελευθερίες” αυτές ουσιαστικά ορίζουν τα κοινωνικά υποκείμενα τα οποία τις διεκδικούν, τόσο ως προς την μορφή και την κοινωνική τους συγκρότηση, όσο κι ως προς το περιεχόμενο της κοινωνικής δραστηριότητας τους το οποίο καθίσταται εξορισμού μονοδιάστατο. Δεν είναι απλώς ζήτημα ενός a priori υφιστάμενου υποκειμένου που προσφέυγει στα μονοθεματικά κινήματα σαν μέσο για την θεσμική αναγνώριση του ως τέτοιο και την ενδυνάμωση της κοινωνικής θέσης του. Είναι ότι η πρόσδεση μιας κοινωνικής ομάδας στο φαντασιακό άρμα της νεοταξικής ιδεολογίας των δικαιωμάτων, συγκροτεί τρόπον τινά το ίδιο το κοινωνικό υποκείμενο, κατακερματίζοντας την ολότητα της κοινωνικής υπόστασης του για να διεκδικήσει την “απελευθέρωση” της μιας ή της άλλης πτυχής της “ατομικότητας” του. Η “απελευθέρωση” αυτή όμως, στο μέτρο που δεν περιλαμβάνει μια ενιαία αντίληψη του συστήματος ως ολότητας και δεν αμφισβητεί το θεσμικό πλαίσιο της ετερονομίας στην καθολικότητα του, μπορεί να νοηθεί μόνο τμηματικά ως ίση πρόσβαση στις θεσμικές πηγές της ετερόνομης εξουσίας τις οποίες δεν αντιστρατεύεται. Δηλαδή, όπως αναφέρει ο Α. Ρηντ, σαν το ιδανικό ανθρώπων “που θεωρούν τους εαυτούς τους υποψήφιους για να συμπεριληφθούν στην άρχουσα τάξη, ή τουλάχιστον για να αναλάβουν σημαντικούς επιτελικούς ρόλους στην υπηρεσία της”.xix Κάπως έτσι, φτάσαμε στο σημείο οι ομοφυλόφιλοι να επιζητούν διακαώς να εξημερώσουν την κάποτε ανυπότακτη σεξουαλικότητα τους, διεκδικώνας το δικαίωμα τους να συνάπτουν κρατικά αναγνωρισμένους γάμους, έναν θεσμό που πολλοί ετεροφυλόφιλοι εκλαμβάνουν σαν μια κοινωνικά κατασκευασμένη κι επιβεβλημένη συμβατική υποχρέωση.

Κάπου εδώ αρχίζει να διαφαίνεται η ταξική διάρθρωση αυτών των κινημάτων στο εσωτερικό τους. Δηλαδή, ότι τα κινήματα αυτά βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των ανώτερων στρωμάτων της κοινωνικής ολότητας. Έχοντας ενσωματωθεί πλήρως στους θεσμούς και τις δομές της ιεραρχικής κοινωνίας, τα μέλη αυτά των ανώτερων στρωμάτων έχουν πλέον τα υλικά μέσα και την εξουσιαστική προδιάθεση να επιβάλλουν τις προτιμήσεις τους (πολιτισμικές, σεξουαλικές, θρησκευτικές, κλπ.) σαν κομμάτι του ηγεμονικού κοινωνικού φαντασιακού των ελίτ.xx Φυσικά, θα ήταν λάθος αν πιστεύαμε ότι η σχέση αυτή ανισοκατανομής της δύναμης συγκροτείται και αναπαράγεται σε κάποιο αφηρημένο “εσωτερικό” πεδίο της εκάστοτε κοινωνικής ομάδας. Δεν υπάρχει “αφροαμερικάνικη”, “μουσουλμανική” ή “ομοφυλοφιλική” κοινότητα έξω από τις ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες και τους ταξικούς διαχωρισμούς που τέμνουν εγκάρσια την φαντασιακή υπόσταση της. Αυτά τα κινήματα κάθε άλλο παρά διαταξικά είναι όπως έλεγαν κάποτε οι υπερασπιστές τους. Είναι πωρώδη και δέσμια των θεσμισμένων εξουσιαστικών σχέσεων της ετερόνομης ολότητας. Με άλλα λόγια, η ασυμμετρία δύναμης που καθιερώνουν οι ταξικές διακρίσεις υπάρχει και μέσα στην κάθε κοινωνική ομάδα ξεχωριστά και αλληλεπιδρά με τους τρόπους που η ομάδα αυτοπροσδιορίζεται φαντασιακά και οριοθετεί τις κοινωνικές της επιδιώξεις. Συνακόλουθα, ένας μαύρος πρόεδρος στις ΗΠΑ είναι πρώτα πρόεδρος και μόνο δευτερευόντως μαύρος, στον βαθμό που το χαρακτηριστικό του αυτό θα τον βοηθήσει να ανέλθει στην ιεραρχία και να επικρατήσει επί των αντιπάλων του για να καταλάβει την εξουσία. Η ταξική αυτοσυνειδησία του εκπορεύεται από τις ελίτ και δεν συναντιέται πουθενά με τις ετερόνομες μάζες των μαύρων προλετάριων που συνωστίζονται στα βρώμικα κι εγκαταλελειμμένα γκέτο των αμερικάνικων μητροπόλεων.

Πράγματι, η αντίθεση δεν θα μπορούσε να είναι πιο έντονη ανάμεσα στους πανηγυρικούς που γράφτηκαν στους μηχανισμούς συστημικής προπαγάνδας για την άνοδο στην εξουσία του “πρώτου μαύρου προέδρου” των ΗΠΑ και στον εμφύλιο χαμηλής έντασης που εξαπέλυσαν την ίδια περίοδο τα σώματα καταστολής ενάντια στις φτωχές κοινότητες των μαύρων στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με ρεκόρ κρατικών δολοφονιών από την αστυνομία, αλλά και στην ποιοτική αναβάθμιση των αμερικάνικων στρατιωτικών επεμβάσεων σε Λιβύη, Συρία, ανατολική Αφρική, Αφγανιστάν, κλπ. Όπως παρατηρεί ο Ρηντ αναφορικά με τους οπαδούς της ιδεολογίας των δικαιωμάτων, ένα κοινωνικό σύστημα όπου το 1% του πληθυσμού θα κατέχει το 90% του πλούτου θα μπορούσε να είναι “δίκαιο”, αρκεί η προνομιούχα μειονότητα να περιλαμβάνει 50% γυναίκες, 12% μαύρους, 12% λατίνους, 5% ΛΟΑΤ άτομα, κοκ. Θα ήταν αρκετό δηλαδή γι’ αυτούς, αν στην κυρίαρχη ελίτ εκπροσωπούνταν επαρκώς όλες οι ομάδες που απαρτίζουν την ετερόνομη κοινωνική ολότητα.xxi

Ο νέος ιμπεριαλισμός και οι νέοι αναρχικοί

Ιστορικά, οι αναρχικοί της περιφέρειας υπήρξαν αντίπαλοι μιας τέτοιας λογικής και η οργανωμένη αντιμπεριαλιστική δράση που ανέπτυξαν είχε σαν διακηρυγμένο στόχο τόσο την αποτίναξη του ζυγού της ιμπεριαλιστικής τυραννίας, αλλά και την δημιουργία χειροπιαστών υλικών δεσμών ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες των καταπιεσμένων, κόντρα στην πολυδιάσπαση και την ιεραρχική ταξινόμηση που επέβαλλε η διαδικασία αγοραιοποίησης στο εσωτερικό των εργαζόμενων τάξεων. Στις χώρες κάτω από την κατοχή των ιμπεριαλιστών, οι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές προσπάθησαν να υπερβούν τον ετεροκαθορισμό των εργαζόμενων στρωμάτων από τις δομές κυριαρχίας του συστήματος, μέσα από την έμπρακτη κατάλυση των πολιτισμικών ορίων που έστρεφαν την μία μερίδα του προλεταριάτου εναντίον της άλλης. Στην Κούβα, η αναρχοσυνδικαλιστική “Εργατική Συμμαχία” αγωνίστηκε για την χορήγηση ίσων δικαιωμάτων στους έγχρωμους προλετάριους, ενώ στην Ιρλανδία, ο επαναστατικός συνδικαλισμός του Κόνολυ δεν έκανε διακρίσεις ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες εργάτες.xxii Και στις δύο περιπτώσεις, το υλικό υπόβαθρο που θα συντελούσε στην ενότητα των εργαζόμενων τάξεων συγκροτήθηκε μέσα από μια ριζοσπαστική πολιτική πράκτικη που υιοθετούσε τον αγώνα της φαντασιακής ετερότητας σαν δικό “μας” αγώνα. Και φυσικά η πολιτική αυτή πρακτική δεν μπορούσε παρά να έχει αντισυστημικά χαρακτηριστικά, διότι μόνο στο πλαίσιο μιας συνολικής απελεύθερωσης από τις θεσμισμένες εξουσιαστικές σχέσεις και δομές είναι δυνατή η υπέρβαση της σύγκρουσης συμφερόντων που καλλιεργεί αντικειμενικά το σύστημα διαχωρίζοντας την κοινωνική ολότητα σε ανταγωνιστικές μεταξύ τους ομάδες. Παρομοίως, γράφοντας για την ιμπεριαλιστική εκστρατεία της Ισπανίας στις οροσειρές των Ρίφ του Μαρόκου, ο Άμπαδ ντε Σαντιγιάν ισχυρίστηκε πως είναι “αλήθεια ότι οι κάτοικοι του Ριφ δεν μάχονται για την αναρχία, ίσως και να μην έχουν ακούσει ποτέ αυτή τη λέξη και πιθανότατα να μην πειστούν αυτοστιγμεί για το ότι η εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης αυτοχθόνων σο Μαρόκο δεν θα σημάνει σπουδαία αλλαγή για τον φτωχό πληθυσμό της περιοχής. Είναι ολοφάνερο, είναι όμως επίσης αρκετά κατανοητό και δεν μπορούμε να πάψουμε λόγω αυτού να συμπαθούμε τους αντάρτες. Μια μέχρι τώρα αποικία έκανε το πρώτο της βήμα προς τα εμπρός με οδηγό τον μεγαλύτερο εθνικισμό, και δεν δικαιούμαστε να προσδοκούμε να γίνει διαφορετικά. Ο εθνικισμός, σε μια αποικία που καταπιέζεται από μια ξένη κυβέρνηση, αποτελεί φυσικό αποτέλεσμα που συνηθίζει να ενώνει ειλικρινά τους αυτόχθονες, καταπιεστές και καταπιεσμένους”.xxiii Είναι βεβαίως αμφίβολο αν, σε αυτή τη φάση του αντί-αποικιακού πολέμου των Ριφ, ο Σαντιγιάν είχε δίκιο να διαχωρίζει τους μαροκινούς εξεγερμένους σε δύο ήδη συντελεσμένες και ασύμβατες μεταξύ τους κατηγορίες, αυτές των καταπιεστών και των καταπιεσμένων. Εκείνο που κάνει τις αντιμπεριαλιστικές εξεγέρσεις, αλλά και τις εξεγέρσεις εν γένει, ενδιαφέρουσες από την σκοπιά της πολιτικής θεωρίας της αυτονομίας, είναι ακριβώς ότι προϋποθέτουν την έμπρακτη κατάλυση των θεσμισμένων ιεραρχιών και την ρευστοποίηση των κοινωνικών κατηγοριών, η οποία έπεται με φυσικό τρόπο από μια διαδικασία καθολικής αναδιάταξης των κοινωνικών δυνάμεων. Είναι αυτή η στιγμή της ιστορικής ρήξης με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα που διανοίγει χρόνους και χώρους παρέμβασης για τις ταξικές δυνάμεις της αυτονομίας. Αρκεί αυτή η ρήξη να έρχεται σαν επακόλουθο της διάθεσης των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων (που αποτελούν τον κατ’ εξοχήν φορέα του συσσωρευμένου κοινωνικού δυναμικού της αυτονομίας για την πραγμάτωση του στην πραγματική διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης) για ταξική αυτοδιάθεση κι όχι σαν αποτέλεσμα μιας διαμάχης για την εξουσία ανάμεσα σε αντίπαλες ελίτ.

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω, θα πρέπει να αναφερθούμε στη Συρία και την περίπτωση του Ομάρ Αζίζ, για τον οποίο πολύς λόγος έχει γίνει σε ελευθεριακά έντυπα. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, ο Αζίζ ήταν ένας αναρχικός διανοούμενος κι ακτιβιστής που άφησε την τελευταία του πνοή στις φυλακές του καθεστώτος και με τις αντιεξουσιαστικές ιδέες του περί λαϊκής αυτοοργάνωσης επηρέασε σε σημαντικό βαθμό την “επανάσταση” στην Συρία.xxiv Στα έντυπα του αναρχικού χώρου διαβάζουμε ότι με το που ξέσπασε η επανάσταση στην Συρία, ο Αζίζ απαρνήθηκε αμέσως την ασφάλεια που του παρείχε η αυτο-εξορία του και μετάβηκε στην Συρία για να ριχτεί με πάθος στην εξέγερση εναντίον του καθεστώτος. Ωστόσο, ο θαυμασμός του αναγνώστη για την αυταπάρνηση που επέδειξε ο Αζίζ έξαφνα μετριάζεται όταν διαβάζουμε ότι είχε επιλέξει σαν τόπο της αυτο-εξορίας του το κολαστήριο της Σαουδικής Αραβίας. Αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατό ένας φλογερός αναρχικός επαναστάτης να επιλέξει το κράτος της πιο αντιδραστικής δικτατορίας στον κόσμο για να περάσει τις μέρες της αυτο-εξορίας του. Και δεν μπορούμε παρά να απορήσουμε με το γεγονός ότι η σκοταδιστική θεοκρατική μοναρχία που κυβερνάει την Σαουδική Αραβία ανέχτηκε την παρουσία αυτού του ανατρεπτικού άθεου ριζοσπάστη στο έδαφος της. Εδώ, η επαναστατική αρετή του υποκειμένου τίθεται εν αμφιβόλω κι επικαθορίζεται από τα γεωπολιτικά συμφραζόμενα μέσα στα οποία αναπτύσσει τη δράση του. Και οι απανταχού αναρχικοί καλό θα ήταν να μην παραγνωρίζουμε τον αδιάρρηκτο δεσμό που ενυπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαστάσεις της αντισυστημικής πολιτικής δραστηριότητας.

Και για να τελειώνουμε με τις ιδεολογικοποιημένες φαντασιώσεις της “αυτονομίας των αγώνων” που διεκδικούν φωτισμένοι ινστρούκτορες της συριακής επανάστασης σαν τον Γιασίν Σάλεχ.xxv Δεν υπάρχει απόλυτη αυτονομία των αγώνων, επειδή στον κόσμο που δομεί το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, υπάρχει αλληλεξάρτηση του κεφαλαίου και όχι απόλυτη αυτονομία του. Παρομοίως, δεν υπάρχει εξέγερση που να εκτυλίσσεται στο πολιτικό και κοινωνικό κενό. Αν ένας μαζικός ξεσηκωμός των λαϊκών στρωμάτων συνιστά δημιουργική παρθενογένεση ως προς τη στιγμή που κατορθώνει να ανατρέψει τις εγχώριες δομές κυριαρχίας, δεν παύει να αποτελεί τμήμα του καταμερισμού της εργασίας που καθιερώνει ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός. Ως εκ τούτου, γρήγορα η εξέγερση θα βρεθεί αντιμέτωπη με την γεωπολιτική πραγματικότητα που καθιερώνει αυτός ο καταμερισμός. Κι αυτό διότι η εξέγερση εξορισμού έχει πρωτίστως τοπική εμβέλεια, σε αντίθεση με την κυριαρχία των ελίτ που στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας είναι διεθνοποιημένη. Ο γεωπολιτικός παράγοντας πάντοτε θα υπάρχει και η βαρύτητα του δεν πρέπει να παραβλέπεται. Το σύστημα της οικονομίας της αγοράς χωρίζει τον κόσμο σε κερδισμένους και χαμένους της Κοινωνικής Πάλης και ρυθμίζει την οργανωμένη κοινωνική συμβίωση με βάση ιεραρχικά κατανεμημένους ρόλους, καθήκοντα και λειτουργίες. Ο καπιταλισμός είναι νοητός μονάχα σαν συστημική ολότητα που εκτείνεται πέρα από οικονομικές περιφέρειες και συναρτά οργανικά όλους τους τοπικά συγκροτημένους κοινωνικούς σχηματισμούς του. Επομένως, κάθε θεωρητική προσέγγιση που εκκινεί από μια τοπικά εστιασμένη ερμηνεία της Κοινωνικής Πάλης, μοιραία αποκρύπτει την αλληλεξάρτηση των επιμέρους αγώνων των καταπιεσμένων και αφαιρεί από τον προλεταριακό διεθνισμό την υλικό του υπόβαθρο, την εμπράγματη διάσταση του. Ήταν άλλωστε ένας τέτοιος κοντόθωρος “ταξικός εθνικισμός” που ενθάρρυνε τους μπολσεβίκους να συνθηκολογήσουν με τους στρατηγούς του Κάιζερ, εγκαταλείποντας με αυτόν τον τρόπο τους γερμανούς προλετάριους στην τύχη τους.xxvi Ο Σάλεχ έχει δίκιο όταν γράφει πως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να εξαγοράσει την ελευθερία της Παλαιστίνης με το αίμα των σύριων καταπιεσμένων.xxvii Ωστόσο, ο αντίθετος ισχυρισμός ισχύει εξίσου και υποδηλώνει μια θεμελιώδη και απαραβίαστη αρχή του προλεταριακού διεθνισμού. Αυτή της αλληλεγγύης και της αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις επιμέρους εκφάνσεις της Κοινωνικής Πάλης του υπερεθνικού προλεταριάτου.

iiΝ. Σούζας, Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου (Θεσσαλονίκη: Ναυτίλος), σελ. 23-29.

iv“Αυτή η διαδικασία του αποκλεισμού είναι ζωτικής σημασίας για το εξουσιαστικό πρόταγμα. Θεμελιώδεις έννοιες του παρελθόντος, όπως αλληλεγγύη, κομμουνισμός, επανάσταση, αναρχία, βασίζανε την εγκυρότητα τους στην από κοινού αναγνώριση της έννοιας της ισότητας. Αλλά για τους κατοίκους του κάστρου των Τευτόνων ιπποτών, οι αποκλεισμένοι δεν θα είναι άνθρωποι, αλλά απλώς πράγματα, αντικείμενα προς αγορά ή πώληση κατά τον ίδιο τρόπο που ήταν οι σκλάβοι για τους προκατόχους μας”. Στο A. Bonanno, From Riot to Insurrection, http://theanarchistlibrary.org/library/alfredo-m-bonanno-from-riot-to-insurrection-analysis-for-an-anarchist-perspective-against-post#toc4.

vUK riots: Iran calls on UN to intervene over ‘violent supression’, https://www.theguardian.com/uk/2011/aug/10/uk-riots-iran-un-mahmoud-ahmadinejad.

viΤ. Βαγκ, Η Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ (Αθήνα: Ελεύθερος Τυπος), σελ. 29-30.

viiSyrian National Council Leader Vows to Cut Syria’s Ties to Iran, Hizbullah, http://www.naharnet.com/stories/en/22023-syrian-national-council-leader-vows-to-cut-syria-s-ties-to-iran-hizbullah.

viiiΚέντρα εξωτερικά από το τοπικό σύστημα εξουσίας.

ixΣυλλογικός Τόμος, Τι Είναι Λαός; (Αθήνα: Εκδόσεις του 21ου), σελ. 11-23.

xS. Abed, The Kurdish Connection, http://www.voltairenet.org/article197439.html.

xiWhy Does Israel Support an Independent Iraqi Kurdistan?, https://www.telesurtv.net/english/news/Why-Does-Israel-Support-an-Independent-Iraqi-Kurdistan—20170923-0023.html.

xiiG. Zangana, Kurdistan and the Referendum Dichotomy, http://theregion.org/article/11486-kurdistan-and-the-referendum-dichotomy.

xvΣυλλογικός Τόμος, Πέρα από την Κρίση (Αθήνα: Futura), σελ. 85.

xviS. Zizek, Η Νέα Πάλη των Τάξεων (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη), σελ.72.

xviiΌπως αποκάλυψε πρόσφατα μια συνταρακτική έκθεση της καθολικής φιλανθρωπικής οργάνωσης Oxfam, οι οκτώ πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου κατέχουν αθροιστικά πλούτο ίσο με εκείνον που βρίσκεται υπό την κατοχή του φτωχότερου μισού του πληθυσμού του πλανήτη! Στο, https://www.oxfam.org.uk/media-centre/press-releases/2017/01/eight-people-own-same-wealth-as-half-the-world.

xviii“Η ταυτότητα μου είναι ό,τι με κάνει να μην είμαι ταυτόσημος με κανέναν άλλον”. Στο Α. Μααλούφ, Οι φονικές ταυτότητες (Αθήνα: Ωκεανίδα), σελ. 18.

xix A. Reed, From Jenner to Dolezal: One Trans Good, the Other Not So Much, https://www.commondreams.org/views/2015/06/15/jenner-dolezal-one-trans-good-other-not-so-much.

xxΔεν υπάρχει λοιπόν τίποτα το αναπάντεχο ή ανεξήγητο, στην ανάδυση μιας ΛΟΑΤ πολιτικής δεξιάς που χρησιμοποιεί τον διαφοροποιημένο σεξουαλικό προσανατολισμό της ως άλλοθι για να εισέλθει στις γραμμές των προνομιούχων και να ασκήσει το μερίδιο της κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας που της αναλογεί. Στο A. Mahdawi, The toubling ascent of the LGBT right wing, https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/oct/26/ascent-lgbt-right-wing-afd.

xxiAdolph Reed: Identity Politics is Neoliberalism, https://bennorton.com/adolph-reed-identity-politics-is-neoliberalism/.

xxiiiD. Abad de Santillian, Ένα Ελευθεριακό Πρόταγμα (Αθήνα: Στάσει Εκπίπτοντες), σελ. 93-4.

xxivThe life and work of anarchist Omar Aziz, and his impact on self-organization in the Syrian revolution, https://tahriricn.wordpress.com/2013/08/23/syria-the-life-and-work-of-anarchist-omar-aziz-and-his-impact-on-self-organization-in-the-syrian-revolution/.

xxv“Ο ιμπεριαλισμός καθ’ εαυτός έχει μεταμορφωθεί από μια οντότητα που υπάρχει στη Δύση, σε βασική πτυχή των τοπικών, οικόσιτων δομών εξουσίας. Κατά τρόπο ειρωνικό, οι κυρίαρχες ελίτ που προστατεύουν αυτόν τον νεο-ιμπεριαλισμό μπορεί και να δανείζονται στοιχεία από την κλασσική ρητορική του αντιμπεριαλισμού προκειμένου να συκοφαντήσουν τους εγχώριους διαφωνούντες και να αποτρέψουν δυνητικές πολιτικές ρήξεις. Αυτό είναι ακόμα περισσότερο αληθινό στην Μέση Ανατολή, μια από τις περισσότερο διαθνοποιημένες περιοχές στον πλανήτη. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιοχής, είναι μια εκτεταμένη και επιθετική ιμπεριαλιστική παρουσία που έχει στόχο κατά κύριο λόγο να καταστείλει την δημοκρατία και την πολιτική αλλαγή. Από αυτή την άποψη, ο αγώνας για την ανατροπή του Ασσαντικού κράτους είναι αγώνας των λαϊκών στρωμάτων ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Αντίθετα, η νίκη του Ασσαντικού κράτους θα είναι μια νίκη υπέρ του ιμπεριαλισμού και μια παγίωση των ιμπεριαλιστικών σχέσεων στη Συρία, την Μέση Ανατολή και τον κόσμο […] Εν συντομία, θα πρέπει να τονιστεί πως κάθε αγώνας είναι αυτόνομος, και ότι η εσωτερική ιστορία και δομή του κάθε αγώνα θα πρέπει να γίνουν κατανοητά, αντί να τα απορρίπτουμε και να τα υποβιβάζουμε μπροστά σε έναν αφηρημένη πάλη που κοιτάζει αφ’ υψηλού ολόκληρες κοινωνίες και ανθρώπινες ζωές”. Στο Y.H. Saleh, The Syrian Cause and Anti-Imperialism, http://www.yassinhs.com/2017/05/05/the-syrian-cause-and-anti-imperialism/.

xxviA. Prudhommeaux, Σπάρτακος: Η Κομμούνα του Βερολίνου 1919 (Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη).

xxviiΓράφει ο Σάλεχ, “Ότι οι Σύριοι έχουν υποβληθεί σε ακραία Παλαιστινιοποίηση από ένα βάναυσο, εσωτερικό Ισραήλ, και ότι είναι ανά πάσα στιγμή ευάλωτοι στην πολιτική και φυσική εξόντωση, ακριβώς όπως και οι Παλαιστίνιοι, στην πραγματικότητα βρίσκεται εκτός της ημιμαθούς και κακόγουστης γεωπολιτικής προσέγγισης αυτών των αποστασιοποιημένων αντιμπεριαλιστών, οι οποίοι με παντελή άγνοια παραμερίζουν την πολιτική, την οικονομία, την κουλτούρα και την κοινωνική πραγματικότητα των μαζών και την πραγματική ιστορία της Συρίας”. Στο Y.H. Saleh, στο ίδιο.