Το Μακεδονικό και άλλα συστημικά παραμύθια

210924_412611802131600_1581676737_o

Τίποτα δεν δίνει σε έναν φοβισμένο άνθρωπο περισσότερο κουράγιο από τον φόβο ενός άλλου”.

Ουμπέρτο Έκο

Λέγεται συχνά ότι η πολιτική είναι η “τέχνη του συμβιβασμού”. Ωστόσο, όπως έχει παρατηρήσει η Σιμόν Βέιλ, αυτό “που ονομάζουμε χρυσή τομή συνίσταται στην πραγματικότητα στην μη ικανοποίηση ούτε της μίας ούτε της άλλης από τις αντίθετες ανάγκες. Είναι μια καρικατούρα της πραγματικής ισορροπίας μέσω της οποίας οι αντίθετες ανάγκες ικανοποιούνται και η μία και η άλλη στην ολότητα τους”.i Έτσι, σε μια διαμάχη όπως είναι αυτή ανάμεσα στο ελλαδικό κράτος και το νεοπαγές κράτος των Σκοπίων για το επίσημο όνομα που θα έχει η γειτονική χώρα, μία πρόταση συμβιβασμού, αντί να ικανοποιήσει και τις δύο πλευρές και μ’ αυτόν τον τρόπο να δημιουργήσει τις συνθήκες για ειρηνική συνύπαρξη, θα μπορούσε τελικά να λειτουργήσει σαν αποσταθεροποιητικός παράγοντας. Σαν ένα ημίμετρο που αφού απέτυχε να ανταποκριθεί εξολοκλήρου στις αξιώσεις της μίας ή της άλλης μεριάς, συντηρεί τις εκατέρωθεν διεκδικήσεις και αφήνει τα δύο εμπλεκόμενα μέρη αμφότερα δυσαρεστημένα. Η ιστορία μας διδάσκει πώς μια κακοσχεδιασμένη ειρηνευτική συνθήκη, όχι μόνο δεν κατορθώνει να κατοχυρώσει την διαρκή ειρήνη, αλλά αντίθετα, τις περισσότερες φορές δύναται να λειτουργήσει σαν προάγγελος πολέμου.

Χωρίς αμφιβολία, ο αυτοπροσδιορισμός ενός λαού είναι αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα και δεν μπορεί παρά να είναι η αφετηρία από την οποία ξεκινάμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα της ονομασίας. Σύμφωνα με την απαράβατη αρχή που διατύπωσε ο αναρχικός Μαξίμοφ, «Το δικαίωμα του να είσαι ο εαυτός σου απορρέει με φυσικό τρόπο από τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας. Η παγκόσμια ελευθερία και η ισότητα, ο θρίαμβος της δικαιοσύνης ανά τον κόσμο, βρίσκεται υψηλότερα από κάθε εθνικό συμφέρον. Τα δικαιώματα των εθνών παύουν να αποτελούν συνεπαγωγές από αυτές τις υψηλότερες αρχές, εάν κι εφόσον χρησιμοποιηθούν για να αντιστρατευτούν την ελευθερία, ή να τοποθετηθούν έξω από αυτήν» (310).ii Από την άλλη, μιας και οι λαοί κατοχυρώνουν τις ιδιότητες και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τα οποία υποτίθεται ότι θεωρούν σαν συστατικά στοιχεία του αυτοπροσδιορισμού τους, αποκλειστικά και μόνο διαμέσου της οργάνωσης τους σε χωριστά και ανταγωνιστικά μεταξύ τους κράτη, και μιας και η κριτική του αναρχισμού στρέφεται κυρίως εναντίον του κράτους ως ετερόνομης μορφής αυτοθέσμισης της κοινωνίας, η αξιωματική παρατήρηση του Μαξίμοφ, χρήζει περαιτέρω ανάλυσης κι ερμηνείας σε ότι αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη. Κι αυτό γιατί ο αναρχισμός εκλαμβάνει το κράτος σαν μια μορφή καταναγκαστικής ένωσης, η οποία, αφενός βασίζεται στην ανισοκατανομή της δύναμης για την αναπαραγωγή του κι έτσι δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική της βούλησης του λαού που διατείνεται ότι εκπροσωπεί και αφετέρου, ακριβώς επειδή είναι ιεραρχικά διαρθρωμένη στο εσωτερικό της, είναι υποχρεωμένη να αναζητήσει τις πηγές της φαντασιακής θέσμισης της σε υπεριστορικά και υπερβατικά πεδία, που βρίσκονται έξω και πέρα από τις κοινωνικές διεργασίες και την συνειδητή δραστηριότητα των κοινωνικών υποκειμένων αυτή καθ’ αυτήν.

Έτσι, όταν επικαλούμαστε το “δικαίωμα ενός λαού στον αυτοκαθορισμό”, καλό θα είναι να θυμόμαστε ότι στον βαθμό που αυτό διαμεσολαβείται από την εξουασιαστική κρατική δομή, το δικαίωμα αυτό έχει ήδη καταπατηθεί από τους ίδιους τους πολιτικούς και τους διπλωμάτες που ισχυρίζονται πως το υπερασπίζονται. Γιατί τι άλλο είναι τελικά το Κράτος από ένας εξουσιαστικός μηχανισμός που αντλεί τη δύναμη του ακριβώς από την θεσμοποιημένη άρνηση του δικαιωματος του αυτοκαθορισμού για τα κοινωνικά στρώματα που κατέχουν υποτελή θέση στην ταξική ιεραρχία; Από αυτή την άποψη, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τον ρόλο που παίζει το κυρίαρχο ετερόνομο φαντασιακό εκατέρωθεν προκειμένου να ενισχύσει τις κατασταλτικές όψεις της επίσημης κρατικής ιδεολογίας, να παγιώσει τους κοινωνικούς αποκλεισμούς, την ιεραρχική διαβάθμιση και την ταξική καταπίεση στο εσωτερικό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, ενάντια στις εγχώριες ομάδες που εξορίζονται σαν ανεπιθύμητες από το κυρίαρχο εθνικιστικό φαντασιακό. Η διαπίστωση αυτή ισχύει εξίσου, είτε μιλάμε για το φαινομενικά “ισχυρότερο” κράτος και την ιδεολογική φαντασιώση που αυτό καλλιεργεί συστηματικά περί της ύπαρξης ενός τρισχιλιετούς ελληνικού πολιτισμού με αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια, ή για το έκτρωμα του νεοφερμένου κιτς “μακεδονισμού” των σκοπιανών γειτόνων, που είναι φορές που μοιάζει με μεθοδικά καλλιεργημένη συλλογική ψευδαίσθηση, η οποία αγγίζει τα όρια της παράνοιας. Όπως και να έχει, δεδομένου ότι το εθνικιστικό φαντασιακό μπορεί να διαστέλλει τον ορισμό της εθνικής “κοινότητας” ανάλογα με τις ανάγκες της ιστορικής και ταξικής συγκυρίας και να δανείζεται τα ουσιώδη στοιχεία του από όποια ιστορική ή πολιτισμική παράδοση επιθυμεί, η συνειδητή επιλογή του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού σε βάρος ενός άλλου εθνικιστικού φαντασιακού, ενδέχεται να αποκρύπτει λανθάνουσα επιθετικότητα κι έναν επεκτατισμό ενάντια σε έναν δυνητικό αντίπαλο.

Σίγουρα πάντως, άποψη μου είναι ότι ως αναρχικοί δεν μπορούμε να υιοθετούμε άκριτα και να ετεροκαθοριζόμαστε από την κρατικιστική προπαγάνδα της μίας πλευράς, με μοναδικό γνώμονα τη διάθεση μας για σύγκρουση και διαφοροποίηση με τις εγχώριες ταξικές δυνάμεις της ετερονομίας που συντάσσονται σύσσωμες πίσω από μια ιδεολογική γραμμή υπεράσπισης των “ιερών και οσίων του έθνους”. Κάπως έτσι άλλωστε, το βρετανικό αναρχικό κίνημα κατέληξε να υποστηρίζει αναφανδόν την παραμονή της Βρετανίας στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό μπλοκ της ΕΕ, αντιδρώντας έτσι ανακλαστικά, και μ’ αυτόν τον τρόπο ετεροκαθοριζόμενο από την πάγια θέση των βρετανών εθνικιστών υπέρ του brexit. Αυτό στην πράξη θα σήμαινε να αρνηθούμε να ενεργήσουμε κατά τρόπο που ενισχύει την προπαγάνδα του σκοπιανού μακεδονισμού, αλλά και την αντίθετη προπαγάνδα των ελληναράδων για την “ελληνική μοναδικότητα” της γεωγραφικής περιοχής που οριοθετείται ως Μακεδονία. Να αρνηθούμε δηλαδή τους ίδιους τους ιδεολογικούς όρους με τους οποίους τίθεται το αντικείμενο αυτής της επίπλαστης διαμάχης. Θα μπορούσε άλλωστε κάποιος να αναρωτηθεί αν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η αναζωπύρωση ενός “εθνικού θέματος” συμπίπτει χρονικά με την περιστολή του δικαιώματος στην απεργία από μια “αριστερή” κυβέρνηση.iii

Κι αν η ανακάλυψη μιας ιστορικής συγγένειας ανάμεσα στους Σλάβους που μετανάστευσαν στα βυζαντινά εδάφη περίπου τον 5ο μ.Χ. αιώνα και στον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα που έζησε κι έδρασε εννιακόσια χρόνια πριν, αποτελεί πράγματι τρανή απόδειξη για την έμφυτη “πλαστικότητα” της εθνικστικής ιστοριογραφίας, της ικανότητας της δηλαδή να μεταμορφώνει και να προσαρμόζει τα ιστορικά δεδομένα στους αντικειμενικούς ιδεολογικούς της σκοπούς, θα πρέπει κάποιος να υπενθυμίσει στους συμπαθείς γείτονες ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν παρά ένας ιμπεριαλιστής σφαγέας, ερωτευμένος με την επίφαση του ίδιου του μεγαλείου του. Ο φιλόσοφος Ρ. Ρόρτυ κάποτε έγραψε πως, “Η εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες ότι ο αυτοσεβασμός για τα άτομα: η αναγκαία συνθήκη για τη βελτίωση τους. Μια υπερβολική δόση εθνικής υπερηφάνειας μπορεί να οδηγήσει στην επιθετικότητα και τον ιμπεριαλισμό, όπως ακριβώς και ο υπέρμετρος αυτοσεβασμός μπορεί να προξενήσει αλαζονεία. Αλλά όπως μια πολύ μικρή δόση αυτοσεβασμού παρεμποδίζει το άτομο να υψώσει το ηθικό του ανάστημα, έτσι και μια κουτσουρεμένη εθνική υπερηφάνεια καθιστά αδύνατη την ενεργητική και αποτελεσματική συζήτηση για την εθνική πολιτική”.iv Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι ένας βαθμός ανειλικρίνιας είναι αναγκαίος να περιλαμβάνεται στην επίσημη ιστοριογραφία, προκειμένου να αποτρέψει την κατάρρευση του εθνικιστικού φαντασιακού και για να μην πάψει αυτό να λειτουργεί ως σημείο ιδεολογικής ταύτισης και συγκολλητική ουσία για το σύνολο της ταξικά διαρθρωμένης κοινωνικής ολότητας. Έτσι, ο “δικός μας” κατακτητής είναι εξορισμού πάντοτε ο καλύτερος. Δεν εξόντωσε λαούς, αλλά αναμόρφωσε τις περιοχές που κατέκτησε. Δεν υπέταξε τους ηττημένους, αλλά ένωσε τον τότε γνωστό κόσμο κι εγκαθίδρυσε επί γης ειρήνη. Υπό την άπολυτη εξουσία του φυσικά και κάνοντας χρήση κτηνώδους βίας. Ακόμα και το Ουλάν-Μπατόρ, η πρωτεύουσα της σύγχρονης Μογγολίας είναι γεμάτη από αγάλματα και προτομές του Τζένγκις-Χαν, του Μογγόλου επιδρομέα που αιματοκύλησε την ανθρωπότητα. Για το σύγχρονο μογγλικό κράτος βέβαια, ο Τζένγκις-Χαν έχει αναβαπτιστεί ιστορικά σε ακούραστο απελευθερωτή και σε σύμβολο αυτού ακριβώς που απεχθανόταν. Ενός μη-νομαδικού τρόπου οργάνωσης της μογγολικής κοινωνίας.v

Στο σκοπιανό καλούμαστε να ταχθούμε με το μέρος μιας “δίκαιης λύσης”. Δεν υπάρχει όμως δίκαιη πολιτική που να βοηθά στη δημιουργία ή την αναπαραγωγή μιας άδικης εξουσιαστικής δομής. Θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η λεγόμενη “εξωτερική” πολιτική, με το ένα της μάτι κοιτάει πάντοτε προς τα μέσα. Δεν εννοούμε με αυτό ότι οι ελίτ συνομωτούν μεταξύ τους για να εξαπατήσουν τους αφελείς προλετάριους, σκηνοθετώντας ψεύτικους πολέμους προκειμένου οι προλετάριοι να αλληλοσκοτωθούν. Ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός είναι το δίχως άλλο πραγματικός, με την έννοια ότι αντανακλά τη σύγκρουση των αντιθετικών συμφερόντων ανάμεσα στους θεσμοποιημένες ετερόνομους κοινωνικούς σχηματισμούς και τον ανταγωνισμό των ελίτ για την αποκλειστική πρόσβαση σε σπάνιους πόρους. Αυτός είναι και ο λόγος άλλωστε που ο αναρχικός θεωρητικός κι ακτιβιστής Ρ. Ρόκερ κάποτε ισχυρίστηκε ότι για να βάλουμε τα θεμέλια μιας εναλλακτικής διεθνούς τάξης βασισμένης στις αρχές της αλληλεξάρτησης, της αλληλεγγύης και της ισότητας, θα έπρεπε πρώτα απ’ όλα να θέσουμε υπό διεθνή έλεγχο και συλλογικό καθεστώς ιδιοκτησίας τις κυριότερες διεθνείς πλουτοπαραγωγικές πηγές.vi Εκτός από μια ριζοσπαστική αλλαγή στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα, δηλαδή στο ηγεμονικό σύστημα ιδεών, αξιών και πειποιθήσεων της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, ο προλεταριακός διεθνισμός προϋποθέτει και την αλλαγή στις αντικειμενικές συνθήκες, που θα δημιουργήσει τα υλικά θεμέλια πάνω στα οποία μπορούμε να χτίσουμε έναν εναλλακτικό τρόπο κοινωνικής συμβίωσης. Από την άλλη, είναι ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός με την παραδοσιακή μορφή του που συντελεί στην υποβάθμιση της σημασίας των ταξικών διαχωρισμών και μέσα από αυτόν παίρνουν την οποια υλική τους υπόσταση οι φαντασιακές σημασίες της “ενότητας” του έθνους. Έτσι, ο Μωρίς Μπαρρές, βασικός ιδεολόγος της γαλλικής ακροδεξιάς του μεσοπολέμου, απολάμβανε να κάνει τους περιπάτους του στα στρατιωτικά νεκροταφεία όπου ήταν θαμμένοι οι γάλλοι στρατιώτες που είχαν χάσει τη ζωή τους στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.vii ΄Ήταν εκεί που το γαλλικό έθνος είχε προσλάβει την χειροπιαστή, υλική του διάσταση, σαν τίποτα περισσότερο όμως, παρά μια λατρεία των νεκρών και του θανάτου.

Είναι πάντως προφανές, πως δεν υπάρχει καμία ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους πολέμους του μεσαίωνα, όταν οι τοπικοί φεουδάρχες άρχοντες οδηγούσαν τους φτωχούς χωρικούς σε αλλεπάλληλες πολεμικές συρράξεις με έπαθλο την αύξηση του ατομικού πλούτου και της ισχύος τους, και στους μοντέρνους πολέμους όπου αντιμέτωπα στα πεδία των μαχών τέθηκαν τα έθνη. Λέγεται ότι ο Γκαίτε όντας παρών στην μάχη του Βαλμύ, αναγνώρισε αμέσως την ποιοτική διαφορά που υπήρχε ανάμεσα στον επαναστατικό γαλλικό στρατό που αποτελούνταν από “πολίτες”, θεωρητικά ίσους μεταξύ τους, σε αντιδιαστολή με το παραδοσιακό πρωσσικό στράτευμα, που το διαπερνούσαν τα ταξικά προνόμια και οι κάστες της αριστοκρατικής κοινωνίας της Πρωσσίας. Είπε τότε ο Γκαίτε ότι μια νέα εποχή είχε ξεκινήσει για την ανθρωπότητα. Αναφορικά με την ανώτερη μαχητική ικανότητα που έχει ένας στρατός αποτελούμενος από τυπικά ίσους πολίτες, που πολεμάει για να υπερασπίσει τα ιδανικά του και όχι από υποχρέωση, ο Γκαίτε σίγουρα δεν έπεσε έξω. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός πως τα ταξικά προνόμια και ο θεμελιώδης διαχωρισμός που ήταν χαρακτηριστικός στους στρατούς του παλαιού καθεστώτος, μεταφέρθηκε αυτούσιος και στην τυπική δομή των μοντέρνων στρατών. Με άλλα λόγια, κατά τον ίδιο τρόπο που οι στρατιώτες των παλιών φεουδαρχικών ή αυτοκρατορικών στρατών δεν είχαν τον παραμικρό έλεγχο πάνω στις αποφάσεις που τους παρέσερναν στον πόλεμο, ή πάνω σε αυτές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια παύση των εχθροπραξιών, έτσι και οι στρατιώτες των “εθνικών” στρατών πολύ λίγο κατανοούσαν τους λόγους εξαιτίας των οποίων έπρεπε τώρα να επιτεθούν και να πετσοκόψουν τους αντιπάλους τους. Η απόλυτη ματαιότητα της προσωπικής θυσίας που συνεπαγόταν ο πόλεμος για τα μέλη της υποτάξης και η μακάβρια αντήχηση των βαρύγδουπων δηλώσεων περί ηρωισμού και πατριωτισμού για κάποιον που έζησε από πρώτο χέρι το σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αποτυπώνεται με τον πιο γλαφυρό τρόπο στο κλασσικό αντιπολεμικό μυθιστόρημα του Σελίν, Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας (παρά την ακραία αντιδραστική μετάλλαξη που υπέστησαν στη συνέχεια οι πολιτικές πεποιθήσεις του συγγραφέα).viii Μόνο μια ελίτ στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας είναι σε θέση να κατανοήσει τους σκοπούς που εξυπηρετεί ο πόλεμος και να δρομολογήσει τις αποφάσεις για την έναρξη ή τον τερματισμό του. Από την σκοπιά του προλεταριάτου, ο πόλεμος εμφανιζόταν σαν μια γενικευμένη παραφροσύνη με κίνητρα ανεξιχνίαστα, πέρα από τα συμφέροντα των πλουσίων και των καπιταλιστών.

Όπως και να ‘χει, η ηγεμονική νεοφιλελεύθερη κοσμοθεωρία έχει κάνει πολύ καλή δουλειά σε αυτόν τον τομέα. Νεοφιλελευθερισμός σημαίνει πρώτα απ’ όλα ολόψυχη πίστη στη θεσμοποίηση της κοινωνικής ιεραρχίας ως εμπράγματη έκφραση της ανισομέρειας στην έμφυτη ατομική ικανότητα. Αν αυτό που είναι καλό για την κοινωνία είναι εκείνο που είναι καλό για τους ηγέτες της, τότε μόνο οι ηγέτες είναι από τη φύση τους σε θέση να κρίνουν τι είναι καλό για την κοινωνία. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πως θα οδηγήσουν τους υποτελείς τους στην μαζική σφαγή.

iS. Weil, Ανάγκη για Ρίζες (Κέδρος), σελ. 35.

iiM. Schmidt & L. van derWalt, Black Flame, vol. I (AK Press), σελ. 310.

ivΡ. Ρόρτυ, Η Αριστερή Σκέψη στην Αμερική του 20ου Αιώνα (Πόλις), σελ. 9.

vΟ Μααλούφ γράφει για την άλωση της Βαγδάτης από τους Μογγόλους, κατά την οποία εκδηλώθηκε όλο το μίσος και η αποστροφή που έτρεφε ο νομαδικός λαός και οι αρχηγοί του για τους αστικοποιημένους πολιτισμούς: “Στις 10 Φεβρουαρίου 1258, πηγαίνει ο ίδιος [ο χαλίφης] προσωπικά στο στρατόπεδο του νικητή και τον βάζει να του υποσχεθεί ότι θα σεβαστεί τη ζωή των κατοίκων εάν αυτοί δεχτούν να καταθέσουν τα όπλα. Μάταια. Οι μουσουλμάνοι πολεμιστές μόλις κατέθεσαν τα όπλα εξοντώθηκαν. Μετά, οι μογγολικές ορδές ξεχύθηκαν στην επιβλητική πόλη, γκρεμίζοντας κτίρια, καίγοντας συνοικίες, σκοτώνοντας αλύπητα άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ογδόντα χιλιάδες άτομα συνολικά”. Στο Α. Μααλούφ, Οι Σταυροφορίες από την Σκοπιά των Αράβων (Εκδόσεις Λιβάνη), σελ. 311.

vi“Αυτό που ζητάμε δεν είναι η παγκόσμια εκμετάλλευση αλλά μια παγκόσμια οικονομία μέσα στην οποία κάθε ομάδα ανθρώπων θα βρει τη φυσική της θέση και θα απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με τις υπόλοιπες. Συνακόλουθα, η διεθνοποίηση των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πηγών και των εδαφών που είναι πλούσια σε πρώτες ύλες είναι ένα από τα πιο σημαντικά προαπαιτούμενα για την ύπαρξη μιας σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων βασισμένης στις ελευθεριακές αρχές. Θα πρέπει να δημιουργήσουμε μια νέα ανθρώπινη κοινότητα που θα έχει τις ρίζες της στην ισότητα των οικονομικών συνθηκών, η οποία θα ενώνει όλα τα μέλη της μεγάλης πολιτισμικής κοινότητας με νέους δεσμούς αμοιβαίου συμφέροντος, παραβλέποντας τα σύνορα των σημερινών κρατών”. Στο M. Schmidt & L. van derWalt, σελ. 310.

viiR. Weiss, Συντηρητισμός και Ριζοσπαστική Δεξιά (Θύραθεν), σελ. 141.

viii“Βαδίζοντας ευθεία μπροστά μου, θυμόμουνα την τελετή της προηγούμενης. Σ’ ένα λιβάδι είχε γίνει η τελετή, στη ράχη κάποιου λόφου. Ο συνταγματάρχης είχε απευθυνθεί με τη φωνάρα του στο σύνταγμα: ‘Άνω τας καρδίας!’ να λέει… ‘Άνω τας καρδίας! Και ζήτω η Γαλλία!’. Είναι λίγο να πεθαίνεις άμα δεν έχεις φαντασία, άμα όμως έχεις είναι πάρα πολύ. Αυτή είναι η γνώμη μου. Ποτέ μου δεν είχα καταλάβει τόσα πολλά πράγματα μονομιάς”. Στο Σελίν, Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας (Εστία), σελ. 31.

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Το Μακεδονικό και άλλα συστημικά παραμύθια”

  1. Γεια χαρά και συγχαρητήρια για το κείμενό σας. Αποτελεί (αν όχι τη μόνη) μόλις τη δεύτερη αντικειμενική θεώρηση που συνάντησα στη σύγχρονη αναρθρογραφία για το μακεδονικό αυτές τις μέρες. Το ζήτημα είναι περίπλοκο, με δυσδιάκριτα τα όρια προπαγάνδας και αλήθειας, ειδικά για τη δική μας γενιά-δα που προσπαθεί να σχηματίσει καθαρή άποψη στηριζόμενη σε θολές ιστορικές πηγές. Χρειάζεται αρκετή προσοχή(-προσοχή κίνδυνος) και πολλή μελέτη πριν αποφανθεί κανείς, και δυστυχώς έχω όντως συναντήσει πολλές απόψεις άρπα κόλα και κόκα κόλα που στην προσπάθειά τους να αντιταχθούν στον εθνικισμό της μίας πλευράς, καταλήγουν άκριτα να συμπλέουν με τον προπαγανδισμό της άλλης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s