Εμείς και οι Άλλοι

mirror-blog

Τ’ αξεδιάλυτα σκοτάδια

τα χαράζει μια λιγνή λευκότη

νυχτοφέροντας και αυτή.

Και ήτανε του νου μου η πρώτη

χαραυγή”.

Κ. Παλαμάς, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου

Γιατί οι αναρχικοί κατέβηκαν σε αντιδιαδήλωση την Κυριακή; Για ποιον λόγο επιλέγουν να διαταράξουν το κλίμα της εθνικής ομοψυχίας που επικρατεί; Θα έλεγε κανείς ότι ακριβώς τις στιγμές που το έθνος συσπειρώνεται και δείχνει να βρίσκεται σε ανάταση, έρχονται οι αναρχικοί να πάνε κόντρα στο ρεύμα και να μας υπενθυμίσουν ότι τα “ιερά και όσια” δεν είναι πέρα από κάθε αμφισβήτιση. Ακόμα χειρότερα, έρχονται να επανακαθορίσουν με τη δράση και την προπαγάνδα τους τα όρια του “εμείς” και του “αυτοί”, τα οποία οι “αγνοί”, ανυποψίαστοι πατριώτες παίρνουν πάντοτε σαν δεδομένα. Ότι βέβαια ισχύει για τους πατριώτες, άλλο τόσο ισχύει και για τους αναρχικούς. Ούτε τα δικά μας όρια του ταξικού ανήκειν, ή τα στοιχεία του φαντασιακού μας (θα πρέπει να) είναι γραμμένα στην πέτρα. Βαφτίζοντας την κινητοποίηση τους “αντιφασιστική”, οι αναρχικοί θέλουν να δείξουν ότι η σύναξη του Συντάγματος τελούσε κάτω από τον έλεγχο και την πολιτική ηγεμονία της ακροδεξιάς. Είναι πράγματι λυπηρό που μια μεγάλη μάζα ανθρώπων αποφασίζει να κάνει την εμφάνιση του ξανά στις πλατείες των ελληνικών πόλεων, όχι όμως ως υποκείμενο, για να διεκδικήσει μια χειροπιαστή βελτίωση στους υλικούς όρους της ζωής της, αλλά ως άβουλο όργανο των ελίτ, για να διατρανώσει την προσκόλληση της στα πιο αντιδραστικά κελεύσματα που εκπέμπει ένας ξενοφοβικός εθνικισμός.

Φυσικά, η συγκέντρωση του Συντάγματος εμφανίζεται περισσότερο σαν αντίδραση στην λανθάνουσα “επιθετικότητα” που επιδεικνύουν οι σκοπιανοί στο ζήτημα της ονομασίας και λιγότερο ως έμπρακτη εκδήλωση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων του ελλαδικού κράτους. Ωστόσο, ακόμα και ο πιο ωμός ιμπεριαλισμός πάντοτε φοράει το ένδυμα της αυτοάμυνας για να περιβάλλει με μια ηθική διάσταση την ζωική ορμή του. Ακόμη και οι ναζί ισχυρίστηκαν ότι ολόκληρο το κίνημα τους, αλλά και η στρατιωτική εισβολή τους στην ΕΣΣΔ, έγιναν για να προστατέψουν τον “ευρωπαϊκό πολιτισμό” από τον “ασιατικό κίνδυνο” που ενσάρκωνε ο μπολσεβικισμός. Το ζήτημα της ονομασίας αποτελεί αντικείμενο ανοιχτής διπλωματικής διένεξης εδώ και κάμποσες δεκαετίες, ενώ όσοι γνωρίζουν λίγα ψήγματα ιστορίας είναι σε θέση να βεβαιώσουν πως η συνείδηση μιας ξεχωριστής σλαβομακεδονικής ταυτότητας έχει αρχίσει να αναπτύσσεται σε αμφότερες τις πλευρές των συνόρων, τουλάχιστον από την εποχή του μεσοπολέμου. Αν αρνηθούμε να αναγνωρίσουμε έστω και μια μεσοβέζικη διακρατική λύση, αν αφαιρέσουμε από ένα κράτος που συγκροτήθηκε σε ένα τμήμα της εδαφικής μάζας που προσδιορίζουμε γεωγραφικά σαν Μακεδονία την δυνατότητα του να αυτοπροσδιορίζεται ως αυτό που είναι, τότε απορρίπτουμε κάθε δυνατότητα για ειρηνική συνύπαρξη. Καλλιεργούμε σχέσεις έντασης και ανταγωνισμού και αφήνουμε τον πόλεμο σαν το μοναδικό μέσο επίλυσης των διαφορών. Αυτή είναι η γραμμή που υπερασπίστηκαν τα συλλαλλητήρια σε Αθήνα και Θεσ/νικη και ως τέτοια, σαν χώρος συνεύρεσης και ζύμωσης εκείνων που υιοθετούν την πλέον αδιάλλακτη γραμμή μεταξύ των εθνικιστών, τελεί υπό την ηγεμονία ακροδεξιών και φασιστικών ομάδων. Δεν είναι ότι υπερασπίζεται ένα είδος λύσης, Είναι ότι εκδηλώνεται ανοικτά υπέρ της συνέχισης μιας κατάστασης μη-λύσης, δηλαδή υπέρ της ανοικτής σύγκρουσης ανάμεσα στους δύο λαούς.

Σημαίνει αυτό ότι κάθε άνθρωπος που επέλεξε να βρεθεί ανάμεσα στους διαδηλωτές του Συντάγματος είναι αμετανόητος φασίστας; Μία ημέρα πριν το συλλαλλητήριο του Συντάγματος υπήρχε η εκδήλωση της ΧΑ για τα Ίμια. Αν η έλευση ενός μαζικού εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα ήταν ένα τετελεσμένο πολιτικό γεγονός, τότε η συγκέντρωση των ναζιστών θα πρέπει να ήταν ίδια σε προσέλευση και όγκο με αυτή της Κυριακής για το μακεδονικό. Ωστόσο, παρά το κλίμα εθνικού παροξυσμού που είναι στην ημερίσια διάταξη αφού καλλιεργείται επιμελώς από τα συστημικά μίντια, η καθιερωμένη σύναξη των νεοναζί δεν ξεπέρασε τα γνωστά της μέτρια αριθμητικά μεγέθη.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως συλλαλλητήρια σαν αυτά για την Μακεδονία δεν δημιουργούν προνομιακές συνθήκες για να διογκωθεί και να αναπτυχθεί το εθνικιστικό κίνημα . Όμως, αυτή είναι μόνο μία από τις πιθανότητες που κυοφορούνται από την ιστορική συγκυρία την οποία διανύουμε και δεν αποτελεί μια συντελεσμένη και αμετάκλητη εξέλιξη. Αν την προσεγγίσουμε σαν ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα και συμπεράνουμε ότι όσοι δίνουν το παρόν στα συλλαλλητήρια για την Μακεδονία είναι ήδη πωρωμένοι φασίστες που ξέρουν να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που οι ίδιοι αισθάνονται σαν αμυντικό και αυτονόητο “πατριωτισμό” και τον φιλοπόλεμο υπερεθνικισμό των νεοναζί, τότε μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι το έχουμε χάσει ήδη το παιγνίδι και η αντισυγκέντρωση των Προπυλαίων είχε τον χαρακτήρα περισσότερο ενός ύστατου χαίρε στον εναλλακτικό κόσμο που θα μπορούσε να αναδειχτεί μέσα από τις κοινωνικές διεργασίες που συντελούνται στον ελλαδικό χώρο τα χρόνια από το Μνημόνιο και μετά. Από τότε που υπάρχουν τα κράτη, οι υπήκοοι υποβάλλονται από τις πολύ τρυφερές ηλικίες σε μια διαδικασία κοινωνικοποίησης που τους μαθαίνει να αγαπούν το έθνος και το κράτος, να ενστερνίζονται τις θρησκευτικές γιορτές και να λειτουργούν μέσα σε συμβατικές κοινωνικές σχέσεις που ορίζουν τους κοινωνικούς ρόλους και τα καθήκοντα τους. Διαπαιδαγωγούνται μέσα στο μίσος για τον “προαιώνιο εχθρό”, για τις αδικίες και τα εγκλήματα που έγιναν στο παρελθόν σε βάρος της “κοινότητας” του έθνους και μέσα στον φόβο για τα εγκλήματα που πρόκειται να επαναληφθούν στο μέλλον.

Αν η κοινωνική κατασκευή της υποκειμενικότητας του ατόμου μπορεί να νοηθεί σαν ένα ετερόνομο φαντασιακό συνεχές που μέσα του περιλαμβάνει ένα πλήθος ταυτοτήτων, αλλά στο ένα άκρο του απολήγει στην κοσμοθεωρία του ακραίου εθνικισμού, ενώ ο αντίθετος πόλος ακουμπάει τις αντιλήψεις του κρατικιστικού σοσιαλισμού, τότε ο ανθρωπολογικός τύπος του υπηκόου τελεί πάντοτε κάτω από την επιρροή του ενός, ή του άλλου τύπου εθνικιστικής ιδεολογίας, μιας και οι δύο εκδοχές συνεπάγονται εξίσου την αποδοχή κάποιας μορφής του Κράτους. Έτσι, το πέρασμα από τον πατριωτισμό στον σκληροπυρηνικό εθνικισμό δεν είναι παρά ζήτημα μιας γραμμικής ιδεολογικής εξέλιξης από προϋπάρχοντα πολιτισμικά μοτίβα που ενισχύονται από το ίδιο το σύστημα, τη στιγμή που η προσχώρηση σε ένα αυτόνομο κοινωνικό φαντασιακό προϋποθέτει μια γενικευμένη ρήξη με ότι ο μέσος υπήκοος θεωρούσε μέχρι σήμερα αυτονόητο. Έναν βίαιο αποχωρισμό από τις αντικειμενικές υλικές, αλλά και τις υποκειμενικές ορίζουσες της κοινωνικής υπόστασης του, μια διαδικασία που το δίχως άλλο μπορεί να είναι τραυματική για το υποκείμενο που τη βιώνει και γι’ αυτό τείνει να την αποφεύγει. Αυτό σημαίνει ότι το να είναι κανείς αναρχικός, στην εποχή μας, όπως και σε κάθε εποχή, είναι μια μοναχική επιλογή. Από την ίδια τη φύση του προτάγματος μας, είμαστε υποχρεωμένοι να διαχωρίσουμε τη θέση μας από το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα και να λάβουμε υπερήφανα τις θέσεις που μας αναλογούν στο περιθώριο της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.

Επιθυμούμε όμως να παραμείνουμε εκεί; Όχι τυχαία, οι φασίστες στη Θεσσαλονίκη επιτέθηκαν ενάντια σε εκείνες τις δομές του αναρχικού κινήματος που είναι αναγνωρίσιμες. Στις καταλήψεις και τα κοινωνικά κέντρα που βρίσκονται εκεί, που παράγουν πολιτική, που εκφέρουν δημόσιο λόγο και είναι υπόλογες για τις πράξεις τους, που καλλιεργούν τις σχέσεις τους με τις γειτονιές και τις τοπικές κοινωνίες των οποίων αποτελούν ζωντανό κομμάτι. Οι αναρχικοί έγιναν στόχος επειδή δεν χωράνε στην αντίληψη περί “ελληνικότητας” που ηγεμονεύει σε μια συγκέντρωση εξτρεμιστών “μακεδονομάχων”, ή μάλλον επειδή είναι ο πολιτικός φορέας που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με αυτές τις αντιλήψεις. Παρόλα αυτά, ήταν μόνο 100-150 πωρωμένοι φασίστες που συμμετείχαν στην επίθεση και τον εμπρησμό της κατάληψης υπό την υψηλή εποπτεία των δυνάμεων καταστολής, τη στιγμή που ο κύριος όγκος της διαδήλωσης της Θεσσαλονίκης δεν έδειξε κάποια διάθεση να κινηθεί επιθετικά απέναντι στον “εσωτερικό εχθρό”. Το να στοιβάξουμε λοιπόν συλλήβδην όσους συμμετέχουν στα συλλαλλητήρια στην κατηγορία του υπαρξιακού αντιπάλου επειδή επιλέγουν να διαδηλώσουν πλάι σε ακροδεξιούς και χρυσαυγίτες, σημαίνει πως υιοθετούμε μια εχθρική στάση απέναντι στην κοινωνία στο σύνολο της, αντί να κοιτάμε με ποιον τρόπο θα πολλαπλασιάσουμε τις ρήξεις μέσα στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της ετερονομίας και θα κάνουμε το αυτόνομο σύστημα αξιών και ιδεών ηγεμονικό. Χωρίς να υποτιμάμε το βάρος της ατομικής ευθύνης που αναλογεί στον καθένα από εμάς που μετέχει στις διαδικασίες της διευρυμένης κοινωνικής αναπαραγωγής, εφόσον υποθέσουμε ότι το μόνο που χρειάζεται για να επέλθει ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας είναι να μιμηθεί η κοινωνική πλειοψηφία το παράδειγμα που δίνουμε μέσω των καταλήψεων για τη θέσμιση ενός διαφορετικού τύπου κοινωνικών σχέσεων, με αυτόν τον τρόπο τείνουμε να υποβαθμίσουμε την κατασταλτική δύναμη που ασκεί το ετερόνομο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης σαν ένα σύνολο από κανόνες που οργανώνουν τις κοινωνικές σχέσεις ιεραρχικά και καθιστούν προβλέψιμα και μετρήσιμα τα αποτελεσματα της δραστηριότητας των κοινωνικών υποκειμένων. Για να μην αναφερθούμε στο όχι ασήμαντο γεγονός ότι, από τη φύση τους, οι καταλήψεις μπορούν να αποτελέσουν μόνο σημεία εκκίνησης για έναν καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε ελευθεριακά πρότυπα, αλλά όχι το ενδεδειγμένο μοντέλο για την συγκρότηση μιας αυτόνομης μορφής οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας.

Το εθνικιστικό φαντασιακό εισάγει μεν μια μορφή ψευδούς συνείδησης στην παραγωγή της υποκειμενικότητας του ατόμου, όχι όμως επειδή η ταξική αυτοσυνειδησία εκφράζει την βαθύτερη ουσία των κοινωνικών τάξεων, τον τρόπο που οι τάξεις οφείλουν να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα προϋπάρχοντα και αναλλοίωτα οντολογικά χαρακτηριστικά τους. Η φαντασιακή θέσμιση των κοινωνικών υποκειμένων είναι εξίσου “επίπλαστη” στο βαθμό που παράγεται ιστορικά και εκφράζεται πάντα μέσα από πολιτικά και πολιτισμικά προτάγματα που την ίδια στιγμή που εκφράζουν το συλλογικό υποκείμενο τους, το συγκροτούν κιόλας ως προς τα βασικά ενοποιητικά χαρακτηριστικά του. Κι εφόσον θέλουμε να είμαστε συνεπής με τις κατευθυντήριες αρχές ενός φιλοσοφικού υλισμού, δηλαδή να πάρουμε σαν αφετηρία της ανάλυσης μας την κοινωνία όπως είναι κι όχι όπως θα θέλαμε να είναι, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι κατά μία έννοια, το έθνος είναι πιο “πραγματικό” μέγεθος από την κοινωνική τάξη. Διότι ενώ το εθνικό στοιχείο βρίσκεται ήδη στην καρδιά της φαντασιακής θέσμισης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, η ταξική αυτοσυνειδησία εξακολουθεί να είναι ένα από τα ζητούμενα της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας και της πολιτικής πράξης. Σίγουρα έχουμε δίκιο όταν καταλογίζουμε στους εθνικιστές πως η μορφή ενότητας που οραματιζονται έχει πάντοτε σαν κοινό παρονομαστή την από κοινού αντιπαλότητα ενάντια σε κάποιον εξωτερικό εχθρό. Μήπως όμως οι αναρχικοί δεν περνάμε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μας διαφωνώντας έντονα μεταξύ μας κι εξαπολύοντας αναθέματα ο ένας ενάντια στον άλλον, μόνο και μόνο για να ενωθούμε σαν γροθιά όταν ένας από εμάς δέχεται επίθεση, όπως έγινε π.χ. παλιότερα με την περίπτωση της Βίλλας, ή τώρα με την Libertatia;

Έπεται από τα παραπάνω ότι το ταξικό συμφέρον, η συνείδηση της ταξικής διάρθρωσης της ετερόνομης κοινωνίας δεν είναι περισσότερο “πραγματική” από τη συνείδηση της ύπαρξης του έθνους, με την έννοια μιας βιωμενης ιστορικής πραγματικότητας. Είναι όμως πιο αληθής ως προς τα υποκείμενα που συνιστούν τους φορείς της, με την έννοια ότι κατακερματίζει το φαντασιακό εθνικιστικό βίωμα στις επιμέρους αντικειμενικές συνθήκες της κοινωνικής ύπαρξης και το επαναπροσδιορίζει σύμφωνα με το υλικό υπόβαθρο της υπόστασης της κάθε κοινωνικής μονάδας, που σε τελική ανάλυση, καθορίζει και το αυθεντικό περιεχόμενο και τα όρια της ταξικής εμπειρίας του να ανήκει κανείς σε μια εθνική κοινότητα. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ενώ το εθνικιστικό φαντασιακό μπορεί να ηγεμονεύσει μόνο διαμέσου της επιβολής του από μια άνωθεν θεσμισμένη εξουσία, δηλαδη απ’ τις ελίτ κι εκείνες τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες που ταυτίζονται υποκειμενικά και συναρτούν αντικειμενικά την ευημερία τους με την αναπαραγωγή των κυρίαρχων συστημικών θεσμών, η ανάδειξη της ταξικής συνείδησης προϋποθέτει μια διαδικασία αυτόνομης θέσμισης του συλλογικού υποκειμένου των καταπιεσμένων. Μια διαδικασία συλλογικού αυτοκαθορισμού έξω από τις καθιερωμένες φαντασιακές σημασίες του εθνικισμού και μιας αντίληψης των ιεραρχικών σχέσεων της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας σαν το θεσμικό πλαίσιο που εξαρτά οργανικά την ευημερία των από πάνω, με την θεσμοποιημένη άρνηση της ευημερίας των από κάτω. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ως αναρχικοί είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε για τη ριζοσπαστική διαφώτιση των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων και όχι να αντιμετωπίζουμε ελιτίστικα τους ανθρώπους που ανήκουν σ’ αυτά σαν να είναι αθεράπευτα ηλίθιοι, ή να καταφερόμαστε με μένος εναντίον τους, λες και τους έχουμε κατατάξει από τώρα οριστικά και αμετάκλητα στο στρατόπεδο των μελλοντικών κοινωνικών μας αντιπάλων.