Κάποτε στην Ανατολία

2013-08-27-CharmeurdeSerpentMoroccanAbdelAzizHaounatiCourtesytheArtist

Ο σκοπός του πολέμου, το ‘τέλος’ του, με τη διπλή σημασία του όρου, είναι η νίκη ή η ειρήνη. Αλλά στην ερώτηση, και ποιος είναι ο σκοπός της ειρήνης; δεν υπάρχει απάντηση”.

Χάνα Άρεντ, Περί Βίας

Η Χάνα Άρεντ είχε γράψει κάποτε ότι η υποδούλωση των ανθρώπων στην τυραννική κυριαρχία των βιολογικών τους αναγκών είναι μια κατάσταση μέσα στην οποία η διαφορά της γνώμης τείνει να εξαφανιστεί και η πολλαπλότητα υποχωρεί για να δώσει τη θέση της σε μια γενικευμένη ομοιομορφία.i Δεν είναι όμως η φτώχεια η μοναδική συνθήκη που δημιουργεί τους όρους για την μαζικοποίηση των κοινωνικών υποκειμένων. Ο πόλεμος είναι εξίσου μια συγκυρία μέσα στην οποία η μοναδικότητα του ατόμου εξαφανίζεται και η ιδιαιτερότητα της υποκειμενικής αντίληψης υποβιβάζεται σε δευτερεύων, και σίγουρα ανεπιθύμητο, ατομικό χαρακτηριστικό. Κι αν το καθεστώς της ανάγκης με όρους έλλειψης είναι το υλικό υπόβαθρο που προκαλεί την αυθόρμητη σύγκλιση των υποκειμενικών απόψεων, μιας και η πληρότητα της ικανοποίησης της ανάγκης τίθεται σαν προϋπόθεση ώστε να ανθίσει έπειτα η πολυμορφία των αντιλήψεων που αντιστοιχεί στην εγγενή πολλαπλότητα του γένους των ανθρώπων, ο πόλεμος δεν είναι ένα μέσο υπέρβασης των όρων της μαζικοποίησης, αλλά η αναγκαία συνθήκη για την αναπαραγωγή τους. Είναι η κατάσταση εξαίρεσης μέσα από την οποία παγιώνεται και υπερισχύει η χειρότερη μορφή ετερονομίας. Για να το πούμε διαφορετικά, μια πολιτική που διαμορφώνεται με γνώμονα την καταπολέμηση της φτώχειας και την υπερκάλυψη των βασικών αναγκών δημιουργεί εξορισμού τις προϋποθέσεις για την υπέρβαση της διαμέσου της απαγκίστρωσης της κοινότητας από το υλικό υπόβαθρο της σπάνης που την κρατάει καθηλωμένη. Αντίθετα, μια πολιτική που αποβλέπει στην εδαφική επέκταση και στον πόλεμο συντελεί στην επικράτηση της εθνικιστικής υστερίας και του μιλιταρισμού που κρατούν την κοινότητα επί ποδός πολέμου, με ότι αυτό συνεπάγεται για την έκλειψη του δικαιώματος στην πολιτική διαφωνία. Έτσι, εκείνο που συνεπάγεται στην πράξη η κήρυξη πολέμου είναι η θεσμοποιημένη άρνηση στον καθένα από εμάς να έχουμε λόγο στη διαδικασία που καθορίζει ποιος είναι φίλος μας, ποιος είναι εχθρός και που μας υποχρεώνει να κάνουμε κάτι γι’ αυτό.

Είναι βέβαια γεγονός ότι ο πόλεμος έχει τη δική του δυναμική. Εφόσον η σύγκρουση ξεσπάσει κανένας από την απέναντι πλευρά δεν θα σε ρωτήσει για τα πολιτικά φρονήματα σου, ούτε θα αναρωτηθεί αν ήσουν διεθνιστής εκ πεποιθήσεως προτού οι ελίτ σε ντύσουν στο χακί και σε ξαποστείλουν στο μέτωπο με το όπλο στο χέρι. Εξού και θεωρώ ότι είναι εξόχως σημαντικό το απανταχού οργανωμένο ελευθεριακό κίνημα να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια με όσες δυνάμεις διαθέτει προκειμένου τα πράγματα να μην φτάνουν ποτέ μεχρι το σήμειο της γενικευμένης στρατιωτικής σύγκρουσης. Δεν μιλάμε εδώ για τη λογική του ντεφετισμού που σε έναν βαθμό προϋποθέτει την πολεμική σύρραξη την οποία υποτίθεται ότι αντιστρατεύεται. Ούτε για τις ανυπόστατες φαντασιώσεις της “πατριωτικής” Αριστεράς περί ενός “παλλαϊκού πολέμου” ενάντια στις επελαύνουσες ορδές της “φασιστικής” Τουρκίας. Η εμμονή αυτή της Αριστεράς δεν είναι τόσο προϊόν της ιδεολογικής ηγεμονίας που ασκεί επάνω της το εθνικιστικό φαντασιακό, αλλά αποτέλεσμα της ιδεολογικής συνέχειας που διακατέχει την κρατικιστική ετερονομία σε όλες τις εκφάνσεις της. Κοντολογίς, αντισυστημικά ή μη, τα κόμματα και οι οργανώσεις της Αριστεράς έχουν ως πολιτικό ορίζοντα τους να διαδεχτούν κάποτε στην εξουσία την μπουρζουαζία και τις ελίτ του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Δεν επιθυμούν να καταστρέψουν το Κράτος τους. Θέλουν να το κληρονομήσουν, μαζί με το άψυχο κι έμψυχο δυναμικό που αυτό περικλείει μέσα στα επίσημα αναγνωρισμένα σύνορα του, και μέσα εκεί να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιο τους για την κατασκευή της επαναστατικής τους ουτοπίας.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι κατηγορίες που εξαπολύει η Αριστερά ενάντια στον “εκφασισμό” της Τουρκίας είναι κενές από περιεχόμενο, ή οτι αποτελούν μια ιδεολογική αναπαράσταση της κοινωνικής πραγματικότητας που επικρατεί στο γειτονικό κράτος; Δεν θα αναπτύξουμε εδώ το ζήτημα αν το τουρκικό κράτος ανταποκρίνεται στα τυπικά κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μπορούμε να ορίσουμε ένα κράτος σαν “φασιστικό”. Εκείνο που ενδιαφέρει στην περίπτωση μας είναι ο βαθμός στον οποίο το ισλαμικό καθεστώς του AKP έχει κατορθώσει να επεκτείνει την πολιτική ηγεμονία του στο εσωτερικό του τουρκικού καπιταλιστικού σχηματισμού, αλλάζοντας σταδιακά το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα σε βάρος των αντιπάλων του, καθώς επίσης και το κατά πόσο ο στρατηγικός προσανατολισμός της ισλαμιστικής Τουρκίας εμπεριέχει το στοιχείο του επεκτατισμού ή όχι. Στο πρώτο ερώτημα μπορούμε να αποκριθούμε με σιγουριά ότι οι κυριότερες εκδηλώσεις της Κοινωνικής Πάλης που έθεσαν υπό αμφισβήτηση την επέλαση των ισλαμιστών του Ερντογάν στην εξουσία ήταν η λαϊκή εξέγερση του 2013 και, όταν αυτή ηττήθηκε, η απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος απο το δίκτυο ταμπλίγ του Φετουλάχ Γκιουλέν, το 2015.ii Εφόσον το καθεστώς άντεξε και στις δύο αυτές απόπειρες ανατροπής του, πλέον πέρασε στην αντεπίθεση κι εργάζεται μεθοδικά έχοντας εξαπολύσει εκτεταμένες αστυνομικές διώξεις εναντίον των αντιπάλων του για να εξασφαλίσει τον ολοκληρωτικό έλεγχο του AKP στον στρατό, στο δικαστικό σώμα, στα συστημικά ΜΜΕ, αλλά και στο σύνολο του κρατικού μηχανισμού.

Ωστόσο, θα πρέπει εδώ να διευκρινίσουμε ότι ενώ το AKP έχει επιδοθεί σε μια οργανωμένη εκστρατεία εξισλαμισμού των βασικών θεσμών της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας στην Τουρκία, άλλο τόσο έχει απορροφήσει στο φαντασιακό του έννοιες και σημασίες που εκπορεύονται απευθείας από την κεμαλική παράδοση και εγγυώνται ότι θα υπάρξει συνέχεια ανάμεσα στη διαχείριση της κρατικής εξουσίας από τους ισλαμιστές και στον τρόπο που διαχειρίστηκαν την εξουσία οι “κοσμικοί” προκάτοχοι τους. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους Κούρδους. Πολλοί Κούρδοι διέβλεψαν στην άνοδο του AKP μια ιστορική ευκαιρία προκειμένου να αναγνωριστεί επιτέλους η ύπαρξη τους ως διακριτή εθνοτική ομάδα μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της τουρκικής κοινωνικής ολότητας. Ο επαναπροσδιορισμός της τουρκικής εθνικής ταυτότητας γύρω από την κοινη μουσουλμανική θρησκεία, φάνηκε ότι δημιουργεί τις υποκειμενικές συνθήκες για μια πολιτική διευθέτηση του κουρδικού προβλήματος, με συνέπεια την αύξηση της απήχησης του AKP στις περιοχές των Κούρδων σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις από το 2002 και μέχρι την εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο της Συρίας. Όπως όμως είδαμε τελικά, όχι μόνο δεν συντελέστηκε κάποια τέτοια μεταστροφή της κρατικής πολιτικής ως προς την επίσημη μεταχείριση που επιφυλάσσει προς τους καταπιεσμένους κουρδικούς πληθυσμούς, αλλά οι ισλαμιστές κατέληξαν να εξαπολύσουν μια δολοφονική εκστρατεία ευρείας κλίμακας ενάντια στο σύνολο του τουρκικού Κουρδιστάν προκειμένου να συντρίψουν το PKK και να αποτρέψουν κάθε απόπειρα διασύνδεσης των αστικών κέντρων της νοτιανατολικής Τουρκίας με τα εξεγερμένα καντόνια του Αφρίν και της Ροζάβα.

Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ενεργώντας κατ’ αυτό τον τρόπο, η κυβέρνηση του AKP έπραξε το αυτονόητο. Διαφύλαξε απλώς την εδαφική ακεραιότητα του κράτους της Τουρκίας που κινδυνεύει από τις αποσχιστικές τάσεις τις οποίες προωθεί το PKK και τα παρακλάδια του. Καμία ρήξη δεν διαφαίνεται εδώ με την κεμαλική παράδοση. Μόνο η εύλογη ιδεολογική συνέχεια ανάμεσα στους κρατιστές. Παρ’ όλα αυτά, το σύγχρονο τουρκικό κράτος θεμελιώθηκε στο δόγμα της μη-διεξαγωγής επεκτατικών πολέμων και της εδαφικής συρρίκνωσης της πολυεθνικής Οθωμανικής αυτοκρατορίας στα “φυσικά” σύνορα μέσα στα οποία υποτίθεται ότι διαβιούσε το “αυθεντικό” τουρκικό έθνος. Κατά τη σχετική δήλωση του Κεμάλ: “[…] η κυβέρνηση οφείλει να εμμένει σε μια πάγια πολιτική, βασισμένη στα γεγονότα και να έχει έναν και μόνο προσανατολισμό: τη διασφάλιση της ζωής και της ανξαρτησίας του έθνους εντός των φυσικών του συνόρων. Την πολιτική μας δεν πρέπει να επηρεάζουν ούτε το συναίσθημα ούτε οι αυταπάτες. Μακριά από εμάς τα όνειρα και οι σκιές. Μας κόστισαν ακριβά στο παρελθόν”.iii Η νεωτερική εθνικιστική αντίληψη, φορέας της οποίας ήταν το κίνημα των νεότουρκων, απαιτούσε τη δημιουργία μιας εθνολογικά συμπαγούς περιοχής την οποία η νέα τουρκική κυβέρνηση θα μπορούσε να υπερασπιστεί με τα στρατιωτικά μέσα που είχε τότε στη διάθεση της.

Η εισβολή του Ερντογάν στο Αφρίν δείχνει μια σημαντική παρέκκλιση από αυτό το δόγμα, πράγμα που μας φέρνει στο δεύτερο ερώτημα που θέσαμε πιο πάνω. Η τουρκική κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει με κάθε επισημότητα ότι η νέα επαρχία θα ενταχτεί διοικητικά στην περιφέρεια της Αντάκυα, ενώ συνεδρίασε πρόσφατα σε τουρκικό έδαφος νέος κουρδικός φιλοκυβερνητικός πολιτικός φορέας, ένα πολιτικό σχήμα κουίσλινγκ που προορίζεται από το καθεστώς να διοικήσει την περιοχή για λογαριασμό των ισλαμιστών.iv Παράλληλα, οι κουρδικές πολιτοφυλακές προειδοποιούν ότι ήδη από τις πρώτες μέρες της κατάληψης του Αφρίν, τέθηκε σε εφαρμογή οργανωμένη εκστρατεία εθνοκάθαρσης κι εκτουρκισμού της περιοχής από τις κατοχικές δυνάμεις.v Όλα τα παραπάνω είναι ενδείξεις πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια de facto εδαφική προσάρτηση του Αφρίν και συνακόλουθα, στην επέκταση των συνόρων της Τουρκίας προς τα ανατολικά, πράγμα που επί της ουσίας συνεπάγεται την δραστική αναθεώρηση στην πράξη του κεμαλικού δόγματος περί εθνικής κυριαρχίας. Κι αν η ισλαμιστική ελίτ “υποχρεώθηκε” τρόπον τινά να επέμβει στρατιωτικά έτσι ώστε να μην επιτρέψει τη δημιουργία ενός κουρδικού κρατίδιου στα σύνορα με τη Συρία, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι το ίδιο το AKP που έθεσε τις βάσεις για μια δυνητική ανεξαρτησία των Κούρδων της Συρίας, υπονομεύοντας με κάθε τρόπο την εξουσία των μπααθιστών του Άσαντ και υποδαυλίζοντας τη σαλαφιστική εξέγερση των σουνιτών που έφερε τόσο τη Συρία, όσο και το Ιράκ στα πρόθυρα της διάλυσης. Άλλωστε, η Τουρκία ήταν η χώρα που πλήρωνε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων του Χαλιφάτου, αγοράζοντας στην μαύρη αγορά το πετρέλαιο που αντλούσε το ΙΚ από τις πετρελαιοπηγές που είχε κάτω απο τον έλεγχο του για να το μεταπωλήσει ύστερα μεταμφιεσμένο στις διεθνείς αγορές. Και ήταν πάλι η Τουρκία η οποία άνοιξε διάπλατα τα σύνορα της για να περάσουν απο αυτά οι λεγεώνες των τζιχαντιστών που ταξίδευαν προς τη Συρία, ή για να προσφέρουν ασφαλές καταφύγιο στις δυνάμεις των αντικαθεστωτικών ανταρτών έπειτα από τις επιδρομές που διενεργούσαν ενάντια στον τακτικό στρατό της Συρίας.vi Με άλλα λόγια, η πολιτική της ισλαμιστικής ελίτ ως προς την στρατηγική περιοχή της Μέσης Ανατολής δεν ήταν μια παθητική πολιτική αναμονής κι αντίδρασης, αλλά μια ενεργητική πολιτική πρωτογενούς ανάληψης δράσης με στόχο τη διαμόρφωση εκείνων των υποκειμενικών κι αντικειμενικών συνθηκών που υπηρετούν καλύτερα το στρατηγικό όραμα της τουρκικής ελίτ αναφορικά με τον συσχετισμό δυνάμεων στην ευρυτερη περιοχή και τον ρόλο που επιθυμούν να έχει η Τουρκία σε αυτή.

Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, υπάρχουν πολιτικές ομάδες που ερμηνεύουν την εκστρατεία της Τουρκίας ενάντια στους ελευθεριακούς Κούρδους και την τακτική συμμαχία που έχει συνάψει με τη Ρωσία και το Ιράν, ως στρατηγική αναβάθμιση που μπορεί να λειτουργήσει σαν αντίβαρο στον συστημικό ιμπεριαλισμό της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή.vii Η εντύπωση αυτή ενός “αντισυστημικού” Ερντογάν που τολμάει να αντιπαρατεθεί ανοικτά με τις μεγάλες δυνάμεις (ΗΠΑ, Ισραήλ) επιτείνεται από το γεγονός ότι την ίδια περίοδο κατά την οποία το τουρκικό κράτος φαίνεται να έρχεται σε οριστική ρήξη με τους πρώην συμμάχους του και να προσχωρεί στον λεγόμενο “άξονα της αντίστασης”,viii η Ελλάδα και οι Κούρδοι βυθίζονται όλο και περισσότερο στον βούρκο των ιμπεριαλιστικών σχέσεων εξάρτησης, λειτουργώντας σε μεγάλο βαθμό σαν άβουλα υποχείρια (Ελλάδα) ή ντε φάκτο συμμαχοί (Κουρδιστάν) της υπερεθνικής ελίτ στην γεωστρατηγική περιοχή της Μέσης Ανατολής. Κι αν στην περίπτωση των Κούρδων της Συρίας υπάρχουν ελαφρυντικά, μιας και το πρόταγμα τους είναι αντικρατικό στον πυρήνα του και το πολιτειακό μόρφωμα που θα προέλθει από την επαναστατική διαδικασία δεν έχει πάρει ακόμη την τελική του μορφή, η περίπτωση της Ελλάδας σαν προτεκτοράτου της υπερεθνικής ελίτ και υπηρέτη του σιωνιστικού Ισραήλ και των φιλοπόλεμων διαθέσεων που τρέφει έναντι των Αράβων δύσκολα επιδέχεται αμφισβήτηση. Είναι τέτοια η έκταση και το βάθος της μονοδιάστατης στρατηγικής στροφής την οποία έχει πραγματοποιήσει η υποτελής ελλαδική πολιτική και οικονομική ελίτ υπέρ του Ισραήλ, από την περίοδο του πρώτου μνημονίου και μετά, που ο Παλαιστίνιος ιστορικός κι ακτιβιστής Ράμζυ Μπαρούντ την χαρακτήρισε ειρωνικά “μια εξωτερική πολιτική προς πώληση”.ix

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω, θα μπορούσε κάποιος πράγματι να αναρωτηθεί αν ο Ερντογάν είναι τελικά ο λαοφιλής ηγέτης που χωρίς να δελιάσει, τόλμησε να συγκρουστεί με την υπερεθνική ελίτ για να καταλύσει τις δομές κυριαρχίας της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς στη συγκεκριμένη περιοχή του πλανήτη. Μια πιο προσεκτική ματιά όμως θα μας κάνει γρήγορα να αναθεωρήσουμε. Όταν μιλάμε για καθεστώτα που είναι “αντικειμενικά” ασύμβατα προς το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, εννοούμε ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η ολοκληρωτική ενσωμάτωση τους στο σύστημα δημιουργεί αναταράξεις κι έρχεται σε σύγκρουση με την αναπαραγωγή του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος της ετερονομίας στο εσωτερικό τους. Αν στην οικονομική πολιτική κρατών όπως η Ρωσία και το Ιράν ενυπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν σε μια δυναμική που έρχεται σε αντίφαση με την τάση προς αγοραιοποίηση του συνόλου των κοινωνικών λειτουργιών, η οποία είναι εγγενής στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς,x αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα επειδή στο κοινωνικό φαντασιακό της ρωσικής ή της ιρανικής ελίτ επιβιώνουν υπολείμματα αξιών και αντιλήψεων του προκαπιταλιστικού παρελθόντος. Οφείλεται πρωτίστως στο γεγονός ότι το διεθνοποιημένο κεφάλαιο αρνείται να επιτρέψει στις ρώσικες ή ιρανικές καπιταλιστικές δυνάμεις να αξιοποιήσουν το δυναμικό τους στο έπακρο μέσω της πλήρους ένταξης τους στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της αξιοποίησης των “συγκριτικών πλεονεκτημάτων” τους. Όπως έχουμε γράψει κι αλλού, εκτός από οικονομικό σύστημα για την κατανομή σπάνιων πόρων, που έχει δικούς του “νόμους κίνησης” και αναπτύσσει μια εγγενή δυναμική, ο καπιταλισμός είναι και μια κοινωνική σχέση. Μια δομή ανισοκατανομής της δύναμης που θεσμοποιεί και αναπαράγει προνόμια και ταξικές διακρίσεις. Ο ίδιος ο Μαρξ στην κλασσική μελέτη που συνέγραψε για την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης αναγνώρισε ότι η ιδρυτική πράξη που δημιούργησε τις αντικειμενικές συνθήκες για την εδραίωση του καπιταλιστικού συστήματος ήταν μια χειρονομία ωμής επιβολής από μέρους των προκαπιταλιστικών ελίτ. Εν ολίγοις, αυτό σημαίνει πως η καπιταλιστική τάξη δεν ανυψώθηκε στην εξουσία εξαιτίας της βαθμιαίας εξέλιξης των προϋπάρχοντων οικονομικών θεσμών μέσα στην ιστορία, αλλά μεταχειρίστηκε γι’ αυτό πολιτικά μέσα, την κρατική βία και τον εξαναγκασμό. Χρησιμοποιώντας άμεση φυσική βία δημιούργησε από το μηδέν τις προϋποθέσεις για την συγκέντρωση κεφαλαίου, ξεριζώνοντας πληθυσμούς, αλλάζοντας τη διάρθρωση των θεσμισμένων κοινωνικών ιεραρχιών, καθώς και το περιεχόμενο των επιβεβλημένων κοινωνικών ρόλων.xi

Δεν έχει περάσει καιρός από τότε που το βρετανικό κοινοβούλιο ανέστειλε στην πράξη τους τυπικούς κανόνες της ελεύθερης αγοράς και απαγόρευσε με νόμο την εξαγορά βρετανικής εταιρείας απο την ρωσική Gazprom. Η ενέργεια αυτή είχε σαν στόχο να παρεμποδίσει την νόμιμη επέκταση του ρωσικού κολοσσού στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, στο πλαίσιο μιας πολυμερούς πολιτικής ανάσχεσης και περιορισμού της ρωσικής πολιτικής και οικονομικής ισχύος από τις χώρες του G7.xii Εξάλλου, τόσο η ρωσική οικονομία, όσο και η οικονομία του Ιράν βρίσκονται σε κατάσταση πολιορκίας κι έχουν υποστεί διαδοχικούς γύρους κυρώσεων που εμοδίζουν την πρόσβαση τους στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, υπηρεσιών κι εμπορευμάτων. Από την άλλη μεριά, η τουρκική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτατα με ρυθμούς μεγαλύτερους από αυτούς της Κίνας και της Ινδίας και καμιά κύρωση δεν έχει επιβληθεί στον Ερντογάν για τις μονομερείς επιθετικές ενέργειες του.xiii Δεν υπάρχει κανένας λανθάνων αντικαπιταλισμός πίσω από την τουρκική εξωτερική πολιτική. Μόνο η ορμητική δύναμη μιας ραγδαία αναπτυσσόμενης καπιταλιστικής οικονομίας που διατηρεί ακέραιους τους δεσμούς της με το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.

Φυσικα, παραμένει το γεγονός της άβολης συνύπαρξης ανάμεσα στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και στο επαναστατικό πρόταγμα του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού, το οποίο έχει εγκαινιάσει μια διαδικασία ριζοσπαστικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων στα αυτόνομα κουρδικά καντόνια. Ωστόσο, ο επαναστατικός μεταχηματισμός της κοινωνίας στην Ροζάβα είναι μια δυναμική διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη και ως τέτοια, εμπεριέχει μέσα της αντιφάσεις που καθιστούν την “τελική” έκβαση της μη-προκαθορισμένη, όπως συμβαίνει βέβαια με κάθε εγχείρημα που έχει σαν κατάληξη, αλλά και σαν αφετηρία του, τους ανθρώπους.xiv Η εξάρτηση των κουρδικών πολιτοφυλακών από τους αμερικανούς είναι μια τέτοια αντίφαση που μένει να επιλυθεί στην πράξη. Όπως και να’ χει, όσο ανάγκη έχουν οι Κούρδοι τα όπλα και την υποστήριξη της υπερεθνικής ελίτ, άλλο τόσο ανάγκη έχει η υπερεθνική ελίτ τη στρατιωτική συνδρομή των ένοπλων κουρδικών σχηματισμών. Η δική μας άποψη είναι πως ίσως η στιγμή της ελευθερίας στη Συρία εμφανίστηκε με μεγαλύτερες αξιώσεις στην ιστορική διαδικασία και παρήλθε όταν το ΙΚ ήταν ακόμα σε ανοδική πορεία και η συμμαχία των YPG με τις ΗΠΑ δεν ήταν ένα συντελεσμένο γεγονός. Κι αυτό γιατί αν οι YPG είχαν σπρωχτεί από τις περιστάσεις να συνάψουν τακτική συμμαχία με τη Ρωσία, πράγμα διόλου απίθανο εφόσον ο συνομοσπονδιακός χαρακτήρας του κουρδικού προτάγματος δεν είναι εξορισμού ασύμβατος με τη συνέχιση της ύπαρξης του κράτους της Συρίας, τότε ίσως ένας πραγματικά υπολογίσιμος αντιμπεριαλιστικός πόλος θα μπορούσε να έχει διαμορφωθεί. Και το λέμε αυτό εφόσον θα ήταν από τις σπάνιες εκείνες φορές στην ιστορία όπου η βούληση για εκ βάθρων αλλαγή, εκφρασμένη με την μορφή του αμεσοδημοκρατικού επαναστατικού συστήματος των Κούρδων, θα υποστηριζόταν επιτέλους από τα αναγκαία υλικά μέσα. Την στρατιωτική και διπλωματική ισχύ της Ρωσίας.xv Για να το πούμε διαφορετικά, θα υπήρχε μια σύγκλιση ανάμεσα σε αυτούς που είναι αντίθετοι προς το σύστημα για λόγους αρχής αλλά δεν διαθέτουν επαρκή μέσα για να κάνουν πράξη το ιδανικό τους, και σε εκείνους που, χωρίς να προσχωρούν απαραίτητα στο φαντασιακό της αυτονομίας, εξωθούνται από το ίδιο το σύστημα να υιοθετήσουν μια ανταγωνιστική προς αυτό στάση και διαθέτουν τα μέσα να επιφέρουν πλήγματα στις διεθνοποιημένες δομές ανισοκατανομής της δύναμης. Ίσως πάλι η αυταρχική Ρωσία να είχε απορρίψει εξαρχής μια τέτοια συμμαχία, αν και ο ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ αφήνει πολύ χώρο για πολιτικούς ελιγμούς και διαπραγματεύσεις τον οποίο οι YPG θα μπορούσαν να είχαν εκμεταλλευτεί. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου οι δυνάμεις που τάσσονται με το μέρος του καθεστώτος δεν αντάλλαξαν ούτε έναν πυροβολισμό και ουδέποτε ήρθαν σε μετωπική αντιπαράθεση με τους Κούρδους.

Όπως και να ‘χει, δεν θα είχε και πολύ νόημα να ερμηνεύσουμε τις σχέσεις ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα στο πλαίσιο μιας αυτοτροφοδοτούμενης διμερούς αντιπαλότητας με αυτοτελείς αιτίες και αποτελέσματα. Η δυναμική της σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο χώρες επικαθορίζεται πρώτα και κύρια από την ταξική θέση τους στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και όχι απλώς από το “γεωστρατηγικό δυναμικό” τους, όπως για παράδειγμα διατείνεται ο Π. Κονδύλης.xvi Ακόμη και αυτός ο συσχετισμός της δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες στο εσωτερικό της κοινωνικής ολότητας εξαρτάται αποφασιστικά από τον βαθμό ενσωμάτωσης της κάθε χώρας στη διεθνοποιημένη οικονομία, αλλά ταυτόχρονα, επηρεάζει και αυτός με τη σειρά του την μορφή και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της δομικής διασύνδεσης με το σύστημα. Αν η Ελλάδα επιθυμεί να εκμεταλλευτεί τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων που ενδέχεται να υπάρχουν στον βυθό του Αιγαίου πελάγους, δεν είναι σε θέση να το πράξει χωρίς τη βοήθεια και την προστασία των ισχυρών αυτού του κόσμου. Έπεται από τα παραπάνω, ότι είναι υποχρεωμένη να προσφέρει τις “υπηρεσίες” της στον συστημικό ιμπεριαλισμό και να αναλάβει πρόθυμα τον ρόλο του κολαούζου των σιωνιστών, προσπαθώντας έτσι να συνδέσει οργανικά τα συμφέροντα της ελληνική ελίτ με αυτά του Ισραήλ.

Από την μεριά μας, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα λόγια του αναρχικού στοχαστή Ρ. Ρόκερ ο οποίος είχε γράψει πως αν επιθυμούμε να βάλουμε τα θεμέλια μιας πραγματικά διεθνικστικής τάξης πραγμάτων στις διεθνείς υποθέσεις, θα πρέπει να ξεκινήσουμε με το να βάλουμε όλες τις πηγές φυσικού και ορυκτού πλούτου κάτω απο καθεστώς συλλογικής ιδιοκτησίας κι ελέγχου, το οποίο θα εξασφάλιζε ίση κι ελεύθερη πρόσβαση σε όλους τους ενδιαφερόμενους ανάλογα με τις ανάγκες τους.xvii Στην περίπτωση της Ελλάδας, ακόμη πιο διεθνιστική θέση από τη δεδομένη αντίθεση μας στον μιλιταρισμό και την αύξηση της έντασης ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία θα ήταν κατά τη γνώμη μου η εναντίωση στην έναρξη διερευνητικών γεωτρήσεων για την εξεύρεση και χαρτογράφηση τωνκοιτασμάτων φυσικού αερίου από αμφότερες τις δύο χώρες. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο θα μπορούσε κάποιος να αφαιρέσει τις αιτίες της διαφαινόμενης σύρραξης προτού ακόμα αυτή εκδηλωθεί, αλλά θα προστατευόταν και το φυσικό περιβάλλον σε αυτό το κομμάτι της Μεσογείου, το οποίο οι καπιταλιστές της Ελλάδας και της Τουρκίας φαίνεται ότι δεν το βλέπουν παρά σαν ένα θαλάσσιο οικόπεδο που προσφέρεται για λαφυραγώγηση και υψηλή κερδοφορία.

iH. Arendt, On Revolution (Penguin Books), σελ. 94.

iiΠολλοί είναι εκείνοι που έσπευσαν να αποδώσουν κυνικά την ρήξη ανάμεσα στον Γκιουλέν και τον παλαιό μαθητή και προστατευόμενο του, Ερντογάν, στην εισαγγελική έρευνα για διαφθορά που κινήθηκε εναντίον του Γκιουλέν και την απειλή φυλάκισης του για οικονομικά εγκλήματα. Παρ’ όλα αυτά, η αντιπαλότητα τους έχει και θρησκευτικές ρίζες και αφορά την ορθή ερμηνεία σε σχέση με το πώς μπορεί να οριστεί ο αυθεντικά ισλαμικός τρόπος ζωής στη σύγχρονη κοινωνία. Η σχολή “ταμπλίγ” την οποία εκπροσωπεί το κίνημα του Γκιουλέν, είναι ένας κλάδος της ισλαμικής θεολογίας που ισχυρίζεται ότι οι πραγματικά ευσεβείς μουσουλμάνοι οφείλουν να μείνουν μακριά από την πολιτική και να καλλιεργήσουν την ηγεμονία του ισλάμ στο επίπεδο του κυρίαρχου φαντασιακού και του αξιακού συστήματος της κοινωνικής ολότητας. Προτάσσουν την εκπαίδευση και τα δίκτυα αλληλοβοήθειας που θα βοηθήσουν τους ισλαμιστές να επεκτείνουν την επιρροή τους στις διάφορες κοινωνικές ομάδες και να εξισλαμίσουν την κοινωνία μέσω της βάσης και περιφορονούν την ενασχόληση με ζητήματα πολιτικής κατανομής της εξουσίας. Για περισσότερα, Ζ. Κεπέλ, Τζιχάντ (Εκδόσεις Καστανιώτη), σελ. 76-77.

iiiH. Poulton, Ημίψηλο, Γκρίζος Λύκος και Ημισέληνος (Οδυσσέας), σελ. 125.

viiΑυτή για παράδειγμα φαίνεται πως είναι η εκτίμηση που κάνει το Δίκυτο για την Περιεκτική Δημοκρατία αναφορικά με την Τουρκία, τα κίνητρα πίσω από τις πολιτικές που εφαρμόζουν οι ισλαμιστές και τις σχέσεις με το αποκεντρωμένο δίκτυο διεθνοποιημένης εξουσίας που αποκαλούμε συνοπτικά, υπερεθνική ελίτ. Στο, http://www.antipagkosmiopoihsh.gr/2016/07/18/anakinosi-mekeaapo-tin-antepanastasi-sto-brexit-sto-praxikopima-stin-tourkia-stochos-i-metatropi-tis-choras-se-protektarato-san-to-elliniko/.

xΤ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 49-58.

xi“Οι διάφοροι παράγοντες της πρωταρχικής συσσώρευσης κατανέμονται πιο πολύ ή πιο λίγο, κατά τη χρονολογική σειρά, στην Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Γαλλία και την Αγγλία, όπου τους συνενώνουν προς το τέλος του 17ου αιώνα, σ’ ένα μεθοδικό σύστημα, που περιλαμβάνει την αποικιοποίηση, το καθεστώς του δημόσιου χρέους, τη νεότερη οργάνωση των κρατικών οικονομικών και τον προστατευτισμό. Αυτές οι μέθοδοι βασίζονται κατά μέρος στην απλή φυσική δύναμη-βία, στη συγκεντρωμένη οργανωμένη δύναμη-βία της κοινωνίας για να επιτείνουν στο ανώτατο όριο τη μετατροπή του φεουδαρχικού συστήματος παραγωγής σε καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής και για να συντομεύσουν τις μεταβατικές φάσεις. Η βία, είναι η μάνα κάθε παλιάς κοινωνίας, που υπάρχει. Αυτή η ίδια είναι μια οικονομική δύναμη”. Κ. Μαρξ, Η Γένεση του Κεφαλαίου (Εκδόσεις Κορόντζη), σελ. 86.

xiv“Η πράξη είναι απροσδόκητη στο μέτρο που έρχεται να διακόψει πάντοτε τη μονότονη ροή των συμβάντων και να αρχίσει μια νέα ιστορία. Αν οι ανθρωποι δεν έπρατταν, το μέλλον δεν θα ήταν παρά το προβλέψιμο αποτέλεσμα αυτόματων διαδικασιών”. Χ. Άρεντ, Περί Βίας (Αλεξάνδρεια), σελ. 33.

xvΣίγουρα οι σκέψεις αυτές αντιβαίνουν στην αξιωματική πεποίθηση των αναρχικών οτι η μόνη πραγματική μορφή διεθνισμού είναι μια διεθνής συμμαχία των αδύναμων και των κατατρεγμένων. Παρόλα αυτά, καμία εξέγερση δεν λαμβάνει χώρα στο κενό. Οι εξεγέρσεις διαρρηγνύουν τις υφιστάμενες δομές ανισοκατανομής της δύναμης, αλλά η εμβέλεια τους είναι πάντοτε τοπική με συνέπεια το ευρύτερο πλέγμα ιεραρχικών σχέσεων και δομών που περιλαμβάνεται στο διεθνοποιημένο σύστημα κυριαρχίας να παραμένει εν πολλοίς ανέπαφο. Κι αν μια εξέγερση δεν μπορεί να εξεύρει συμμάχους, αν δεν μπορεί να υπολογίζει, αν όχι σε υλική στήριξη, τουλάχιστον σε μια στάση ευμενούς ουδετερότητας από μια μερίδα των θεσμισμένων εξουσιών που ανταγωνίζονται η μία την άλλη, γρήγορα αυτή η εξέγερση θα βρεθεί να πολεμάει ενάντια σε όλο τον κόσμο και είναι πολύ πιθανό ότι θα αφανιστεί από προσώπου γης. Το που μπορούν να αναζητηθούν τακτικές συμμαχίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την θέση που κατέχει η ετερόνομη κοινωνική ολότητα στον ιεραρχικό καταμερισμό της εργασίας που καθιερώνει σε οικουμενική κλίμακα το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Έτσι, είναι λογικό ότι οι εξεγερμένοι Κούρδοι βρήκαν έναν φυσικό συμμαχό στο πρόσωπο των ΗΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορία μακροχρόνιας αντιπαλότητας που χαρακτήριζε παραδοσιακά το περιεχόμενο των σχέσεων ανάμεσα στις Ηνωμενες Πολιτείες και τα φιλοσοβιετικά μπααθικά καθεστώτα των αραβικών χωρών. Όπως και να’ χει, τα παραπάνω ζητήματα τίθενται εδώ περισσότερο με όρους πολιτικού προβληματισμού, παρά με όρους μιας πλήρως επεξεργασμένης θεωρητικής θέσης.

xviΠ. Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου (Θεμέλιο), σελ. 381-411.

xviiM. Schmidt & L. Van derWalt, Black Flame (AK Press), σελ. 310.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s