Η Μοναδική και η αλαζονεία της

afisa_san-ki-emas

Η φρόνησι μήπως μοιάζει με τον κόρακα, που τον ενθουσιάζει στη γη η οσμή του πτώματος;”

Φρειδερίκος Νίτσε, Το Λυκόφως των Ειδώλων

Οι κυρίαρχες τάξεις χρησιμοποιούν την καθιερωμένη γλώσσα της ηθικής σαν όπλο απέναντι στα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα. Η εξουσιαστική πολιτισμική δομή που πήρε την μορφή του Οριενταλισμού και εν πολλοίς διαμόρφωσε το ηγεμονικό κοινωνικό παράδειγμα μέσα από το οποίο οι αποικιοκρατικές ελίτ κατοχύρωναν την υποτιθέμενη “ανωτερότητα” τους απέναντι στους “υπανάπτυκτους” λαούς της καπιταλιστικής περιφέρειας,i έστρεψε την παραμορφωτική επίδραση της και στον ιστορικό πυρήνα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και διαπότισε το φαντασιακό που αναπαράγει τις καταπιεστικές σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις της μητροπολιτικής Ευρώπης. Οι φτωχοί και οι καταπιεσμένοι της μητρόπολης μεταμορφώθηκαν αίφνης σε υπανθρώπους. Σε οντολογικά κατώτερες υπάρξεις που αδυνατούσαν να προσαρμοστούν στον τρόπο ζωής και τους ηθικούς κανόνες της “πολιτισμένης” κοινωνίας που είχε δημιουργήσει η μπουρζουαζια για λογαριασμό της. Έτσι, στους φτωχούς μαύρους της Αμερικής προσάπτουν μια έμφυτη, κληρονομική ανικανότητα να ανταποκριθούν με επιμέλεια στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η απόκτηση παιδιών. Οι νεαροί νέγροι/ες προλετάριοι/ες κάνουν παιδιά πολύ νωρίς και χωρίς να το προσχεδιάζουν, δεν τα φροντίζουν όπως “θα έπρεπε”, δείχνουν απρόθυμοι να αναλάβουν το οικονομικό κόστος της συντήρησης και της ανατροφής τους. Με λίγα λόγια, δυσκολεύονται να συμπεριφερθούν σαν “κανονικοί γονείς”, όπως κάνουν οι εύποροι λευκοί νεομπουρζουάδες “οικογενει-άρχες” (αρχηγοί της οικογενείας).

Κι αυτή η ηθική απαξίωση της προλεταριακής νεολαίας των υποβαθμισμένων γκέτο των πόλεων, δεν είναι τίποτα μπροστά στην κτηνωδία που καταλογίζει ο κυρίαρχος ιδεολογικός λόγος του συστήματος στους μουσουλμάνους προλετάριους οι οποίοι, είτε σαν οικονομικοί μετανάστες στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας, ή σαν πληθυσμοί που βρίσκονται υπό μια διαδικασία κατάκτησης και στρατιωτικής κατοχής στο εξωτερικό, ενσαρκώνουν το αρχέτυπο της ιδεολογικής ετερότητας του συστήματος.ii Αυτοί οι ανατολίτες παρείσακτοι βαθιά μέσα τους παραμένουν αμετανόητοι νομάδες, οπαδοί μιας πρωτόγονης κουλτούρας, ανέγγιχτοι από τις ηθικές επιταγές του σύγχρονου πολιτισμού. Δεν διστάζουν να δολοφονήσουν τις γυναίκες τους στο όνομα μιας αμφιλεγόμενης οικογενειακής “τιμής” που έχει τις ρίζες της στις πιο τυραννικές παραδόσεις της πατριαρχίας και μετατρέπουν τα ίδια τα παιδιά τους σε σκόνη για τα κανόνια των ισραηλινών και αμερικανών κατακτητών προκειμένου να εκμεταλλευτούν τις μαζικές δολοφονίες τους για να πετύχουν μια νίκη στον πόλεμο προπαγάνδας εναντίον της κατοχής. Έτσι, στο οριενταλιστικό σύμπαν δεν φταίνε οι πάνοπλοι ισραηλινοί ή αμερικάνοι στρατιώτες που σκοτώνουν αδιακρίτως γυναικόπαιδα. Φταίνε οι μουσουλμάνοι που εκθέτουν τους αδύναμους της κοινότητας τους σε κίνδυνο. Ακόμη και τα άγρια θηρία νιώθουν την ανάγκη να προστατέψουν τα μικρά τους. Ωστόσο, αν πιστέψουμε τις αφηγήσεις του τμήματος προπαγάνδας του “πιο ηθικού στρατού στον κόσμο”, με τις οποίες το επίσημο ισραηλινό κράτος επιχειρεί να ξεπλύνει και να εξωραϊσει τις εκατόμβες των νεκρών παιδιών στην Παλαιστίνη, οι αυτόχθονες Άραβες υστερούν ακόμα και σ’ αυτό το στοιχειώδες φυσικό ένστικτο που εγγυάται τη συνέχεια του ανθρώπινου γένους. Με αυτόν τον τρόπο βέβαια θέτουν εαυτούς εκτός της οικουμενικής ανθρώπινης οικογένειας.

Όπως έχει δείξει ο Τραβέρσο, είναι αδύνατο η συγκρουσιακή δυναμική που παράγεται από τους ανταγωνισμούς που επικρατούν ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες, οι οποίοι συνιστούν δομικό στοιχείο σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα, να μείνει ανεπηρέαστη από αυτή την ισοπεδωτική τάση φυσικοποίησης των ταξικών διαφορών και αποανθρωποποίησης του κοινωνικού αντιπάλου.iii Ιστορικά, ο ρατσισμός που είναι τόσο εμφανής όταν ο φαντασιακός λόγος των θεσμοποιημένων εξουσιών αναλαμβάνει να αναπαραστήσει τους προλετάριους που τυχαίνει να έχουν άλλο χρώμα ή να ανήκουν σε διαφορετική φυλή, εμπότισε σε τέτοιο βαθμό το πολιτισμικό υπόβαθρο του κοινωνικού παραδείγματος της ετερονομίας ώστε να περιλάβει σε ένα ιδιότυπο μείγμα ταξικού ρατσισμού όλα τα μέλη των κατώτερων τάξεων, ανεξαρτήτως αν μιλάμε για Γάλλους λούμπεν-προλετάριους, Ιταλούς αναρχικούς ή Αλγερινούς φελλάχους. Ο “επιφανέστερος” εκπρόσωπος αυτής της νοσηρής σχολής σκέψης υπήρξε αναμφίβολα ο εγκληματολόγος Λομπρόζο, ο οποίος γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα προπαγάνδιζε με μανία τη θεωρία του για τις φυλετικές και γενετικές προδιαθέσεις που απολήγουν στην παρεκκλίνουσα συμπεριφορά των κοινωνικών υποκειμένων και που άφηναν το αποτύπωμα τους ακόμη και στην μορφολογία της εξωτερικής εμφάνισης των ανθρώπων. Για εκείνον, η στράτευση στο αναρχικό κίνημα, η παραφορά και η αυταπάρνηση των αναρχικών, δεν ήταν παρά μια ένδειξη της ατομικής ψυχοπαθολογίας από την οποία υπέφεραν οι κοινωνικοί αγωνιστές, ένα σύμπτωμα ελλιπούς γενετικού προγραμματισμού, η κορύφωση μιας έμφυτης τάσης για παραφροσύνη. Οι αντιλήψεις αυτές έφτασαν στο απόγειο τους με την άνοδο του Τρίτου Ράιχ στην εξουσία κι έκτοτε ποτέ δεν μας εγκατέλειψαν.

Ένα από τα στοιχεία που ενέχονται εξορισμού στην προλεταριακή συνθήκη είναι η φτώχεια που επικαθορίζει την ταξική υπόσταση του κοινωνικού υποκειμένου και διαμορφώνει την ταξική εμπειρία του, πρωτίστως με όρους ανάγκης, αλλά και σε ένα δεύτερο επίπεδο, με όρους απόλυτης σιωπής, με όρους αδυναμίας εκφοράς πολιτικού λόγου κι αυτόνομης έκφρασης. Αντλώντας από την αμερικανική επαναστατική παράδοση, η Χ. Άρεντ σωστά είχε επισημάνει ότι η φτώχεια ήταν μια συμφορά όχι μόνο διότι καθήλωνε την επιθυμία και τη σκέψη του ανθρώπου στο επίπεδο της άμεσης βιολογικής αναγκαιότητας, αλλά κι επειδή καθιστούσε αόρατους τους ενσώματους φορείς της, εξαφανίζοντας τους ως κοινωνική ομάδα από τον δημόσιο βίο.iv Αποκλεισμένοι από όλες τις δομές αναπαραγωγής της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας και χωρίς να έχουν πρόσβαση στις θεσμοποιημένες πηγές πολιτικής και οικονομικής δύναμης, οι φτωχοί αδυνατούν να διαμορφώσουν το δικό τους εναλλακτικό φαντασιακό και να διεκδικήσουν την κοινωνική χειραφέτηση τους, ή έστω ένα μερίδιο από την υφιστάμενη εξουσία. Αντίθετα, μετατρέπονται σε παθητικούς δέκτες του συστήματος αξιών και ιδεών που εμπεριέχεται στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα. Με τον ίδιο τρόπο που το εξεγερμένο νεοελληνικό έθνος δημιουργήθηκε κυριολεκτικά απ’ το μηδέν, σύμφωνα με τα πολιτισμικά πρότυπα που είχαν επεξεργαστεί γι’ αυτό οι αλλοεθνείς φιλέλληνες διαφωτιστές της Δύσης, και τα οποία έσπευσαν να μεταφυτεύσουν στις εξεγερμένες ελλαδικές περιοχές οι διανοούμενοι που συμμετείχαν στο κίνημα του νεοελληνικού διαφωτισμού, έτσι και τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα εσωτερικεύουν την ιδεολογικοποιημένη εικόνα που δημιουργούν γι’ αυτά οι ελίτ. Αναπαράγουν στους κώδικες αξιών και στις κοινωνικές πρακτικές τους την ίδια την συμβολική αναπαράσταση τους από το κυρίαρχο κοινωνικό φαντασιακό. Υιοθετούν χωρίς δεύτερη σκέψη τα στερεότυπα ηθικής κατωτερότητας που τους καταλογίζουν οι ελίτ και πιθηκίζουν ρόλους και συμπεριφορές που άλλοι έχουν προδιαγράψει γι’ αυτούς / ες.

Μια τέτοια περίπτωση αλλοτρίωσης του ταξικού φαντασιακού θεωρούμε ότι είναι και η υπεράσπιση της βρεφοκτονίας ως χειρονομίας μεστής ταξικού νοήματος από την αυτόνομη συνέλευση των Μιγάδα. Η εσωτερίκευση της επικρατούσας κανιβαλικής αντίληψης για τις κοινωνικές ορίζουσες της ατομικής αυτονομίας, οδηγεί στην ιδεολογική τερατογένεση της δολοφονίας σαν ενδεδειγμένης πρακτικής για την επανάκτηση της αυτονομίας του κοινωνικού υποκειμένου, της προσπάθειας του να αποκαταστήσει έναν βαθμό ελέγχου πάνω στη ζωή του/ της. Τούτο μας φέρνει έντονα στο μυαλό την ειδωλολατρεία του χρήματος στις υποβαθμισμένες μητροπολιτικές κοινότητες των φτωχών και την, διαστρεβλωμένη έστω, αφομοίωση των κοινωνικών ρόλων και των πολιτισμικών προτύπων που εμπεριέχονται στο ηγεμονικό καπιταλιστικό φαντασιακό, από υποτελή κοινωνικά υποκείμενα που βρίσκονται έξω από τα κυκλώματα αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, τι άλλο είναι ο νεαρός γκάνγκστερ του γκέτο από μια λούμπεν εκδοχή της φιγούρας του νεαρού επιχειρηματία καπιταλιστή, που επιδεικνύει καινοτόμο και δυναμικό πνεύμα πέφτοντας με τα μούτρα στις περιθωριακές δραστηριότητες του έκνομου κεφαλαίου, στρεφόμενος ταυτόχρονα ενάντια στα θεμέλια της ίδιας της κοινότητας του; Έτσι, στις υποβαθμισμένες συνοικίες των μαύρων της Αμερικής οι Μαύροι Πάνθηρες, κοινωνικοί αγωνιστές με ταξική συνείδηση που σαν σκοπό τους είχαν την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των μαύρων προλετάριων αδελφών τους μέχρι του σημείου της καθολικής απελευθέρωσης τους, παραχώρησαν τη θέση τους στις συμμορίες των πρεζέμπορων που καταδυναστεύουν τις μητροπολιτικές κοινότητες από τις οποίες προέρχονται, αντί να τις προστατεύουν και να τις βοηθάνε. Αυτό, τηρουμένων των αναλογιών, θεωρούμε πως είναι το είδος της “αυτονομίας” που εκθειάζουν στην ανακοίνωση τους τα μέλη της Μιγάδα. Την αυτονομία που προάγει πρακτικές ατομικής λύτρωσης, σε βάρος της συλλογικής λύτρωσης του ταξικού συνόλου.

Ή ας πάρουμε για παράδειγμα εκείνον τον οδηγό φορτηγού που παρέσυρε πρόσφατα τρία αυτοκίνητα στο αντίθετο ρεύμα της οδού Κηφίσιας, σκοτώνοντας ακαριαία τους δύο οδηγούς και τραυματίζοντας σοβαρά άλλη μια επιβαίνουσα. Ο ψευδεπίγραφος ηθικισμός της ετερόνομης κοινωνίας δεν άργησε να φανεί σε όλη την κατασταλτική – πειθαρχική διάσταση του, όταν σύσσωμοι οι γραβατωμένοι σχολιαστές των τηλεπαραθύρων καταφέρθηκαν με έκδηλη αγανάκτηση ενάντια στην εγκληματική ανευθυνότητα του επαγγελματία οδηγού. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να αναρωτηθεί αν το ωράριο του φορτηγατζή ήταν υπερφορτωμένο, αν είχε υποχρεωθεί να βρίσκεται αδιαλείπτως πίσω απ’ το τιμόνι για το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας, αν οι οδηγικές δεξιότητες του είχαν υποστεί φθορά εξαιτίας της συσσωρευμένης κόπωσης. Ιδού λοιπόν μια σειρά από πολύ πραγματικές, υλικές παραμέτρους που αφορούν τις ακραίες συνθήκες μέσα στις οποίες ο εργαζόμενος οδηγός εκδιπλώνει την δραστηριότητα του και από μόνες τους αρκούν για να προσδώσουν μια σειρά από ελαφρυντικά και να ανατρέψουν τις εύκολες, αμιγώς ηθικές καταδίκες, που εστιάζουν στην μειωμένη αίσθηση ατομικής ευθύνης του υποκειμένου. Παρ’ όλα αυτά, προς κατάπληξη όλων, αποδείχτηκε ότι ο έμπειρος οδηγός είχε τελικά καταναλώσει σημαντικές ποσότητες αλκοόλ προτού ξεκινήσει για το δρομολόγιο του το μοιραίο εκείνο βράδυ. Οι αντίξοες συνθήκες που απορρέουν από την ταξική υπόσταση του υποκειμένου σίγουρα πρέπει να ληφθούν υπόψη σε μια συνολική αξιολόγηση των πράξεων του οδηγού, αλλά δεν αρκούν για να απαλείψουν εντελώς το μερίδιο της ατομικής ευθύνης που του αναλογεί. Και σίγουρα δεν μπορεί μια απελευθερωτική ταξική ηθική να διεκδικήσει στα σοβαρά το δικαίωμα του φορτηγατζή να παίρνει παραμάζωμα τα υπόλοιπα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στον δρόμο, όποτε αισθάνεται την ανάγκη να εκδηλώσει την ατομική εξέγερση του κόντρα στους κοινωνικά επιβεβλημένους ρόλους με τους οποίους τον έχουν επιφορτίσει οι ελίτ της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.

Από την άλλη μεριά, σίγουρα δεν είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε τη διαπόμπευση των προλετάριων στο όνομα μιας ηθικιστικής τυπολατρίας που εκπορεύεται από τις ανώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας και δεν ανταποκρίνεται σε τίποτα στους υλικούς όρους της διαβίωσης των καταπιεσμένων. Σε αυτό το σημείο καλό θα ήταν να αναφέρουμε πως η δημόσια διαπόμπευση δεν είναι παρά το αναγκαίο συμπλήρωμα της κανονιστικής ηθικής. Μιας και η ηθική δεν είναι ταυτόσημη με τον Νόμο και δεν διαθέτει έναν υλικό μηχανισμό επιβολής στην υπηρεσία της, είναι υποχρεωμένη να προσφύγει στην δημόσια αποδοκιμασία μιας ενέργειας, ως μια απο-τα-πάνω οργανωμένη και συντεταγμένη κίνηση, προκειμένου να επικυρώσει την συλλογική ισχύ μιας ηθικής επιταγής. Να επικυρώσει δηλαδή την “αυθόρμητη”, εθελούσια αποδοχή που με την σειρά της ορίζει την “κανονικότητα” της ηθικής προσταγής, τη θεμελιακή συμβατότητα της με τις ενδόμυχες παρορμήσεις του ηθικού υποκειμένου. Μόνο έτσι μπορεί η ηθική να ισχυρίζεται ότι αποτελεί την πρωταρχική συλλογική έκφραση του Νόμου, ο οποίος έπειτα διατείνεται ότι κωδικοποιεί αυτό που ήδη υπάρχει, ότι “αντικειμενοποιεί” τις διάχυτες τάσεις και τα αξιακά συστήματα που προηγούνται της θεσμοποίησης του. Γιατί όμως θα πρέπει να περιμένουμε από έναν άστεγο ή έναν εξαθλιωμένο πρόσφυγα που κοιμάται κάτω από μια γέφυρα να επιδείξει τον ίδιο σεβασμό για τον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας που επιδεικνύει ο κεφαλαιοκράτης ή ο εύπορος νεομπουρζουάς, ο οποίος διαθέτει όλα τα μέσα προκειμένου να ζήσει μια άνετη ζωή και να αναπτύξει ολόπλευρα όλες τις πτυχές της προσωπικότητας του; Αυτοί που έχουν τα πάντα δεν μπορούν να κρίνουν όσους δεν έχουν τίποτα. Κι εφόσον οι κανόνες της ηθικής, καθώς επίσης και οι νόμοι της “πολιτισμένης” κοινωνίας γράφονται από τους κατέχοντες, έπεται από τα παραπάνω ότι οι μη-έχοντες δεν δεσμεύονται από τις κατηγορηματικές προσταγές που επινοήθηκαν χωρίς αυτούς για λογαριασμό τους. Όπως είχε γράψει παλαιότερα ο Βίλχελμ Ράιχ, σε αυτή την κοινωνία που ζούμε, όπου κυριαρχούν η δομική βία του συστήματος και οι ταξικές διακρίσεις, το ερώτημα που θα έπρεπε να θέτουν οι λεγόμενες κοινωνικές “επιστήμες” δεν είναι γιατί κάποιοι από τους καταπιεσμένους εξεγείρονται ή στρέφονται προς την παραβατικότητα και τις άλλες μορφές άτυπης κοινωνικής ανυπακοής, αλλά γιατί δεν πράττει το ίδιο το σύνολο των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας.v

Μολαταύτα, η κριτική μας στην ετερόνομη ηθική δεν μπορεί παρά να εκκινεί από το ζήτημα του ρόλου που αυτή αναλαμβάνει να επιτελέσει στη διαδικασία αναπαραγωγής των ιεραρχικών δομών της εξουσιαστικής κοινωνίας, που ουσιαστικά ακυρώνει στην πράξη την όποια αξίωση για οικουμενικότητα μπορεί αυτή να εμπεριέχει. Κι αυτό γιατί η οικουμενικότητα προϋποθέτει σε κάποιο στοιχειακό επίπεδο πρωταρχικής οντολογίας τη θεμελιώδη ισότητα ανάμεσα στις μονάδες που υπόκεινται εξίσου στην ισχύ της δεσμευτικής της προσταγής. Έτσι, ζητούμενο της κριτικής μας δεν μπορεί παρά να είναι μια εναλλακτική οικουμενικότητα, ή καλύτερα μια αυθεντική οικουμενικότητα που θα εκπορεύεται από τους υλικούς όρους διαβίωσης της κοινότητας. Απορρίπτουμε την ετερόνομη ηθική ως ξένη προς εμάς και ως ανακόλουθη προς τους ίδιους τους σκοπούς που δηλώνει ρητά οτι υπηρετεί, αλλά δεν απορρίπτουμε τον ηθικό σκοπό αυτό καθ’ εαυτό. Μια κριτική στις καθιερωμένες ηθικές έννοιες και αντιλήψεις μπορεί να πάρει την μορφή της κριτικής ανάλυσης των οικουμενικών ηθικών κατηγοριών και της εκ βάθρων αναμόρφωσης τους, ή της καθολικής κατάργησης τους προς όφελος μιας καθαρά ατομιστικής, ιεραρχικής ηθικής που θα διαρθρώνεται γύρω από τη σχέση αφέντη-σκλάβου. Πρόκεται για τη νιτσεϊκή προτροπή να χρησιμοποιήσουμε τους άλλους σαν μέσο για τους σκοπούς μας, ή να τους βγάλουμε από την μέση όταν η ύπαρξη τους συνιστά εμπόδιο στην πραγματοποίηση αυτού του “ανώτερου” σκοπού στην υπηρεσία του οποίου είμαστε ταγμένοι. Όπως έγραψε και ο ίδιος ο συνήγορος του “υπερανθρώπου”, “[…] η θέληση δεν είναι μόνο μια πολύπλοκη αίσθηση κι ένα περίπλοκο προϊόν του στοχασμού, αλλά είναι πάνω απ’ όλα ένα αίσθημα, και κατά βάση το αίσθημα της προσταγής. Αυτό που ονομάζουμε ‘ελευθερία της θέλησης’ είναι κατ’ ουσία το αίσθημα της υπεροχής απέναντι σε αυτόν που πρέπει να υπακούσει: ‘Είμαι ελεύθερος’, ‘αυτός πρέπει να υπακούσει’ – αυτή η συνείδηση είναι εμμενής σε κάθε θέληση”.vi

Ο βαθμός στον οποίο θα κατορθώσουμε να κάνουμε πράξη αυτό το ιδανικό της “δύναμης της θέλησης”, ή καλύτερα να λέγαμε, της “θέλησης για δύναμη”, συνιστά και το μοναδικό μέτρο που έχουμε στη διάθεση μας για την αξιολόγηση του ηθικού μεγαλείου του σκοπού που φιλοδοξούμε να φέρουμε σε πέρας. Μήπως λοιπόν δεν είμαστε δικαιολογημένοι όταν λέμε ότι η αφίσα των Μιγάδα εξορισμού εκφράζει μια παρόμοια ελιτίστικη αντίληψη για την ταξική ηθική; Αν η βρεφοκτονία δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μέσο για την ανάκτηση μιας εγωιστικής, εξατομικευμένης “ανεξαρτησίας”, τότε το βρέφος δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα εξάρτημα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ή να ξεφορτωθούμε, ανάλογα με αυτό που απαιτούν από εμάς οι περιστάσεις. Έτσι όμως η ρεαλιστική μας ουτοπία ποτέ δεν θα γίνει πραγματικότητα. Η ηθική στις ετερόνομες κοινωνίες δεν είναι παρά ο κυνικός απολογητής ενός Νόμου που αναπαράγει την ανισοκατανομή της δύναμης και αποκρυσταλλώνει τις κοινωνικές ιεραρχίες. Στην ακρατική κοινωνία όμως δεν θα έχει άλλη λετουργία απ’ το να συνιστά το τελευταίο καταφύγιο των αδυνάτων. Δεν μπορεί παρά να συμβολίζει εκείνη την ψυχική και διανοητική κατάσταση που ρυθμίζει τις σχέσεις των ανθρώπων κατά τέτοιον τρόπο ώστε να προετοιμάζει το έδαφος για την οριστική κατάλυση του Νόμου, με την ιουδαιοχριστιανική, μωσαϊκή έννοια, αυτή του εξωτερικού καταναγκασμού. Ήταν εκείνη η στιγμή στην ιστορία όπου ο άνθρωπος έπαψε να αναγνωρίζει τον εαυτό του στους άλλους, κατά την οποία εμφανίστηκε το κτήνος της εξουσίας. Το τέρας αυτό μπόρεσε να θεριέψει παίρνοντας την μορφή του αναγκαίου εξωτερικού εγγυητή στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ανέλαβε τον ρόλο μιας υπέρτατης αρχής που καταπατά την αυτονομία και την ελευθερία του κοινωνικού ανθρώπου, με τίμημα την προστασία του απ’ όλους τους άλλους.

Ούτε αποτελεί ένδειξη κοινωνικού συντηρητισμού να αποδεχτούμε το βάρος της ευθύνης που αναλογεί σε έναν γονέα αναφορικά με την ευζωία των παιδιών του. Μέχρι η κοινωνία να δημιουργήσει δομές συλλογικής ανατροφής των παιδιών, σαν αυτές που οραματίστηκε η Βέρα Σμίττ κατά την Ρωσική Επανάσταση,vii ο γονιός θα εξακολουθήσει να είναι ο πρωταρχικός υπεύθυνος για την τύχη του παιδιού του. Πρόκειται για έμπρακτη εκδήλωση της ηθικής της αλληλεγγύης, δηλαδή της υποχρέωσης που έχουμε να τασσόμαστε πάντοτε με το μέρος των αδύναμων και ανυπεράσπιστων, στην πιο αναγκαία της μορφή. Γιατί ποιος είναι περισσότερο ανυπεράσπιστος, περισσότερο αδύναμος να φροντίσει τον εαυτό του από ένα βρέφος που μόλις έχει έρθει στη ζωή; Θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε όψιμα εκείνον τον γονιό που υποχρεώθηκε ακόμη και να αφαιρέσει μια άλλη ζωή για να προστατέψει την ζωή του παιδιού του, αλλά ποτέ εκείνον τον γονιό που, όπως έκανε ο χιλιοτραγουδισμένος σταλινικός “επανάστατης” Νερούδα, αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη του στην μοναδική του κόρη επειδή εκείνη έπασχε από νοητική υστέρηση.viii Η επίγνωση της μητρότητας ή της πατρότητας έχει τη δύναμη να γίνει ο καταλύτης για να υποκύψει κανείς σε μια υπερσυντηρητική κοσμοθεωρία. Για να μικρύνει απότομα η αντίληψη που έχουμε για τα πράγματα και το εύρος των ενδιαφερόντων μας να φτάνει μόνο μέχρι την ευημερία του στενού κύκλου της οικογένειας “μας”, ακόμη και με τίμημα την μιζέρια και την εξαθλίωση ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ή αντίθετα, μπορεί να επιδράσει ως το πιο ευγενές κίνητρο για να αφοσιωθούμε σε μια προσπάθεια να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο. Να πολεμήσουμε ενάντια στην αδικία και την καταπίεση, έχοντας επίγνωση ότι μέσα από την ιδιότητα του γονιού, μετέχουμε σε μια καθολική εμπειρία η οποία είναι θεμελιωδώς οικουμενική για ολόκληρη την ανθρωπότητα που τη βιώνει με τον ίδιο τρόπο. Οι γονείς αγαπούν το ίδιο, πονάνε το ίδιο, χαίρονται το ίδιο και αγωνιούν το ίδιο. Ας γίνουμε κήρυκες αυτής της ιδέας που ριζώνει στα κοινά βιώματα της ανθρωπότητας και δημιουργεί τους κοινούς τόπους μιας μελλοντικής συλλογικής συνεύρεσης. Ας γίνουμε ξανά οι κήρυκες της ουτοπίας.

Πρωτοβουλία αναρχικών

iiP.A. Silverstein & Ch. Tetreault, Postcolonial Urban Apartheid, http://riotsfrance.ssrc.org/Silverstein_Tetreault/.

iiiΕ. Τραβερσό, Οι Ρίζες της Ναζιστικής Βίας (Εκδόσεις του 21ου).

ivH. Arendt, On Revolution (Penguin Books), σελ. 59-115.

vΤζ. Σπρινγκ, Το Αλφαβητάρι της Ελευθεριακής Εκπαίδευσης (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 78-107.

viFr. Nietzsche, Beyond Good and Evil (The Macmillan Company), σελ. 26.

viiΤζ. Σπρινγκ, στο ίδιο.

viii Λεπτομέρειες για τη σχέση ανάμεσα στον ποιητή και την κόρη του μπορεί κανείς να βρει στο εν μέρει βιογραφικό μυθιστόρημα Ο Ουρουγουανός Εραστής, του Σ. Ρονκαλιόλο (Καστανιώτη).

Ο Ρουβίκωνας και οι νέοι Οτεντότοι

12728940_755200641277519_1071169742368539221_n

Στις κοινωνίες των βαρβάρων, αν παρακολουθούσες την μαχη μεταξύ δύο ανθρώπων που προέκυψε από διαφωνία τους χωρίς να παρέμβεις για να τη σταματήσεις, αντιμετωπιζόσουν και συ ως δολοφόνος. Αλλά, σύμφωνα με τη θεωρία του κράτους ως προστάτη των πάντων, ο παρατηρητής δεν χρειάζεται να παρέμβει. Ο αστυφύλακας είναι ο αρμόδιος να παρεμβαίνει ή να μην παρεμβαίνει”.

Πέτρος Κροπότκιν, Αλληλοβοήθεια

Σύμφωνα με την μοντέρνα δικαιϊκή φιλοσοφία, το στοιχείο που κυριαρχεί στο εποικοδόμημα του σύγχρονου νομικού πολιτισμού και με βάση το οποίο μετριέται η “πρόοδος” του προς φαινομενικά “ανώτερες” μορφές του δικαίου, είναι η καθολική απομάκρυνση από την αρχή της αυτοδικίας. Η άμεση, προσωπική απονομή δικαιοσύνης δεν θεωρείται σαν τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από απονομή προσωπικής δικαιοσύνης. Ερμηνεύεται σαν μια υποχώρηση σε ένα προηγούμενο στάδιο εξέλιξης του πολιτισμού, ως μια ανεπίτρεπτη επανάκαμψη στη βαρβαρότητα. Αυτό συμβαίνει πρωτίστως διότι η αυτοδικία είναι ασύμβατη με το τεκμήριο της αθωότητας που αποτελεί το σήμα κατατεθέν, τη λυδία λίθο γύρω από την οποία έχει χτιστεί το κράτος δικαίου, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Υπό αυτή την έννοια, η αστική δικαιοσύνη αυτοαναγορεύεται σε “επιστήμη”. Διεκδικεί για λογαριασμό της έναν πυρήνα αλήθειας που ενυπάρχει “αντικειμενικά”. Αποκτά πρόσβαση σε αυτή την αλήθεια μέσω απρόσωπων θεσμικών μηχανισμών που αναλαμβάνουν να εκτελέσουν καθήκοντα ανιδιοτελούς τιμωρού, ή καλοπροαίρετου επιδιατητή που μεσοολαβεί στις κοινωνικές έριδες χωρίς να διατηρεί κανένα προσωπικό συμφέρον ως προς την επίλυση τους. Ως εκ τούτου, οι κρατικοί υπάλληλοι που έλαβαν το χρίσμα από τους νεομπουρζουάδες για να εξειδικεύονται στην καθημερινή απονομή της δικής τους δικαιοσύνης, θεωρούνται κατάλληλοι για να υπερβαίνουν τις ατέλειες της αυτοδικίας, εφόσον είναι απαλλαγμένοι από προσωπικές διαθέσεις και συμφέροντα, αμέτοχοι στο δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά τους.

Με αυτόν τον τρόπο, και όχι αναπάντεχα, η μπουρζουάδικη δικαιοσύνη αναγορεύει την ετερόνομια, με όρους απόλυτου διαχωρισμού ανάμεσα στο υποκείμενο και τη δράση του, σε θεμελιακή προϋπόθεση για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο άμεσα θιγμένος δεν έχει δικαίωμα να ενεργήσει προκειμένου να επανορθώσει με τα δικά του μέσα την αδικία της οποίας έπεσε θύμα. Είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει το παράπονο του στην “αμερόληπτη” κρίση των αρμόδιων κρατικών οργάνων, τα οποία είναι τα μόνα που διαθέτουν την εξειδικευμένη γνώση και το επιθυμητό σημείο εκκίνησης, εκείνο μιας μεταφυσικής, διαταξικής “ουδετερότητας”, προκειμένου να αποφανθούν για το τι είναι “αληθές” και τι δεν είναι. Συνακόλουθα, το υποκείμενο του δικαίου μετατρέπεται σε αντικείμενο. Το άτομο αναγνωρίζεται σαν φορέας αναφαίρετων δικαιωμάτων, αλλά την ίδια στιγμή, αλλοτριώνεται με μια διττή έννοια. Κατά πρώτον, η ανάθεση στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς του κράτους εμφανίζεται σαν επιβεβλημένη, όχι μόνο γιατί το απρόσωπο κρατικό όργανο θεωρείται ότι δεν υπόκειται σε ψυχικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις, αλλά κυρίως επειδή το εξατομικευμένο υποκείμενο δεν μπορεί εξορισμού να “γνωρίζει”. Κι επειδή δεν “γνωρίζει” παρά μόνο “δοκεί” (φρονεί) , δεν του εκχωρείται και το δικαίωμα να ενεργήσει. Εν ολίγοις, βρισκόμαστε ξανά εδώ αντιμέτωποι με την καταστροφική θρησκευτική διδαχή, “ου γαρ οίδασι τι ποιούσι”, στην εκκοσμικευμένη εκδοχή της, πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν όλες οι μορφές θέσμισης της σύγχρονης κοινωνικής ετερονομίας. Η λογική της ανάθεσης υπάρχει βέβαια εξίσου και στους θεσμούς του φεουδαρχικού καθεστώτος, όπου ένα από τα καθήκοντα των αρχόντων ήταν η επίλυση των διαφορών που ανέκυπταν μεταξύ των χωρικών που βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία τους. Μολαταύτα, κάτω από το καθεστώς της φεουδαρχίας παραχωρείται στο υποκείμενο η υπό όρους δυνατότητα για προσωπική ικανοποίηση διαμέσου της προσφυγής στην τελετουργική πρακτική της μονομαχίας.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις που συντελούν στην επικύρωση του νομικού συστήματος της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας πρώτα και κύρια ως ενός μηχανισμού που παράγει “αλήθεια”, αίφνης παύουν να ισχύουν όταν στο επίκεντρο της συζήτησης τίθενται τα λεγόμενα “πολιτικά αδικήματα”. Ολόκληρο το πολιτισμικό κατασκεύασμα της ποινικής δικονομίας, καθώς και η ιατροδικαστική επιστήμη, που παρέχει στα μοντέρνα νομικά συστήματα το σύγχρονο τεχνολογικό υπόβαθρο τους, προσανατολίζουν το περιεχόμενο και την μεθοδολογία τους στην συστηματική αποκάλυψη και θετικιστική ταυτοποίηση του “ενόχου”. Παρ’ όλα αυτά, σημασία στην πολιτική δίκη δεν έχει τόσο η τέλεση της πράξης αλλά το νόημα της. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι κατηγορούμενοι για τη διάπραξη πολιτικών “εγκλημάτων” όχι μόνο δεν αρνούνται την ενοχή τους, αλλά αναλαμβάνουν με υπερηφάνεια την πολιτική ευθύνη για τις πράξεις τους. Επιπλέον, σε χτυπητή αντίθεση με τις πάγιες αρχές της νομικής επιστήμης ως προς τον καθορισμό του κινήτρου, που αποδίδουν κανονιστική ισχύ στις εγωιστικές συμπεριφορές και διαθέσεις του ατόμου, το πολιτικό έγκλημα σπάνια αφορά το συμφέρον του ίδιου του δρώντα, ειδωμένο από μια στενή, εγωιστική σκοπιά. Συνακόλουθα, ο νομικός πολιτισμός της ετερόνομης κοινωνίας διόλου δεν επαρκεί για να ερμηνεύσει και να αποκωδικοποιήσει τη δράση των κοινωνικών αγωνιστών με τρόπο που να ικανοποιεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Δηλαδή, να την ανασκευάσει ιδεολογικά έτσι ώστε να την νοηματοδοτεί σαν εξορισμού καταχρηστική, με την έννοια ότι δεν αφορά τα συμφέροντα του ίδιου του υποκειμένου, και “άδικη”, από την άποψη ότι δεν συνάδει με καμία προϋπάρχουσα αντίληψη περί του τι συνιστά κοινωνική δικαιοσύνη. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι προκειμένου να καθοριστεί το νόημα των πράξεων των κοινωνικών αγωνιστών, οι τεχνικές που βρίσκονται στη διάθεση του ποινικού συστήματος και του δίνουν το δικαίωμα να διαδηλώνει προς πάσα κατεύθυνση πως κατέχει την “αλήθεια”, δεν έχουν κάποιον ουσιαστικό ρόλο να επιτελέσουν. Εξού και η απροθυμία των αντιπροσωπευτικών “δημοκρατιών” να χαρακτηρίσουν επίσημα και ανοικτά τα δικαστικά πογκρόμ σε βάρος των κοινωνικών αγωνιστών ως πολιτικές διώξεις. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι αν προχωρήσουν σε αυτό το βήμα, αυτόματα εγκαταλείπουν το μονοπώλιο στην κατοχή της αλήθειας που μπορούν να ισχυρίζονται ότι τους ανήκει στη σφαίρα του κοινού ποινικού δικαίου. Όπως έγραψε κάποτε η Χάνα Άρεντ, η “αντικειμενική αλήθεια” είναι εκ φύσεως αντιπολιτική, αφού αποκλείει εξορισμού την άλλη άποψη και την ετεροκαθορίζει ως ψεύδος.i Είναι ο καλύτερος συνήγορος της εξουσίας επειδή απαιτεί συμμόρφωση και υποταγή άνευ όρων.

Είναι λοιπόν το δικαίωμα στην αυτενέργεια που επαναφέρει και διεκδικεί εκ νέου ο Ρουβίκωνας με τη θορυβώδη και αμετανόητη δραστηριότητα του. Στο ερώτημα που καμιά φορά τίθεται με φαινομενική απολιτίκ αφέλεια και διερωτάται φωναχτά, “ποιοι είναι αυτοί που ανέλαβαν να παίξουν τον ρόλο του αυτόκλητου υπερασπιστή των αδυνάτων”, εμείς απαντάμε πως το ίδιο ερώτημα που διατυπώνεται πάντοτε από τη σκοπιά της αστικής νομιμότητας προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μόνιμης διάζευξης ανάμεσα σε αυτόν που βλέπει τα συμφέροντα του να πλήττονται και σε εκείνον που αναλαμβάνει δράση για να προστατέψει αυτά τα συμφέροντα. Ο Ρουβίκωνας δεν είναι “Οι Καταπιεσμένοι”, αλλά σίγουρα είναι ένα κομμάτι απ’ αυτούς. Δεν είναι η πολιτική πρωτοπορία των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας, αλλά ένα ζωντανό και ταξικά συνειδητοποιημένο τμήμα τους που αντιστέκεται συλλογικά στην ταξική καταπίεση των ελίτ. Ως πολιτική συλλογικότητα που είναι, ο θεωρητικός αυτοπροσδιορισμός του Ρουβίκωνα εμπεριέχει έναν αναγκαίο βαθμό αφαίρεσης, εφόσον κάθε απόπειρα ταξικής συγκρότησης προτάγματος είναι ταυτόχρονα και μια διαδικασία πολιτικής αναπαράστασης που εκκινεί από το μικρό και το άμεσο, για να το συμπεριλάβει και να το εντάξει σε ευρύτερες θεωρητικές κατηγορίες κοινωνικής και ταξικής ανάλυσης. Παρ’ όλα αυτά, η ταξική εκμετάλλευση και κυριαρχία συντελείται μέσα από την παγίωση ιεραρχικών δομών ετεροκαθορισμού που εκφεύγουν και αναπαράγονται ανεξάρτητα από την ατομική δράση των κοινωνικών υποκειμένων. Συνακόλουθα, καμία θεωρητική σύλληψη και αναπαράσταση της αδικίας που αποκρυσταλλώνεται μέσα από τις ταξικές διακρίσεις της ετερόνομης κοινωνίας δεν είναι προσβάσιμη διαμέσου της οντολογικής τύφλωσης της αστικής νομικής επιστήμης, η οποία εξορισμού αναγνωρίζει μονάχα την ατομική ευθύνη ως την κατεξοχήν δύναμη που επενεργεί και παράγει αποτελέσματα στο σύμπαν των θεσμοποιημένων κοινωνικών σχέσεων. Η ταξική διάσταση είναι μια διάσταση της πράξης που σχεδόν εξανεμίζεται στο αστικό δίκαιο. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές καταβολές ενός ποινικού εγκληματία, οι συνθήκες μέσα στις οποίες διαβιεί και ο ρόλος που έπαιξε ο παράγοντας φτώχεια στην τέλεση του “εγκλήματος” του, εξορισμού βρίσκεται εκτός της κοσμοθεωρίας της αστικής δικαιοσύνης που αντιλαμβάνεται κι εξετάζει τον παραβάτη ως μεμονωμένο αυτεξούσιο άτομο που φέρει την πλήρη ευθύνη για τις ηθικές επιλογές του. Αντίθετα, η επαναστατική δικαιοσύνη βλέπει το άτομο περισσότερο ως μέρος της κοινωνικής τάξης από την οποία προέρχεται και λιγότερο σαν μια ανεξάρτητη, απομονωμένη μονάδα.

Οι μαρξιστές συνηθίζουν να κρατούν αποστάσεις από αμιγώς ηθικές έννοιες όπως αυτή της “αδικίας” και σίγουρα θα σπεύσουν να μας υπενθυμίσουν ότι η ουσία του ζητήματος δεν έγκειται στην καταπάτηση κάποιου αφηρημένου κανόνα δικαίου, αλλά στην σύγκρουση πολύ πραγματικών, υλικών συμφερόντων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Ωστόσο, καμία σύγκρουση συμφερόντων, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται στη συγκέντρωση δύναμης που αναπαράγει την ταξική διάρθρωση των ετερόνομων κοινωνιών, δεν έχει το παραμικρό νόημα, ή δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν καταλύτης για την εκδήλωση του κοινωνικού ανταγωνισμού, αν δεν βιώνεται σαν αδικία από τα υποκείμενα που υπόκεινται σε αυτήν.ii

Από αυτή την άποψη, ο Ρουβίκωνας, με την άμεση δράση του, ανοίγει την κερκόπορτα για την επιστροφή των βαρβάρων. Επαναφέρει το αίσθημα της συλλογικής ευθύνης που διαπότιζε την κοινωνική ύπαρξη των Οτεντότων της Αφρικής, στη γη των οποίων θεωρούνταν σκάνδαλο “να φας προτού φωνάξεις τρεις φορές για να διαπιστώσεις αν υπάρχει κάποιος που θέλει να μοιραστεί το γεύμα σου”.iii Κι αυτό γιατί οι φαντασιακές σημασίες της ταξικής αλληλεγγύης και της προλεταριακής ενότητας δεν μπορούν να ριζώσουν μακριά από μορφές συλλογικής δράσης που θα τους προσδώσουν την υλική τους διάσταση. Παραβλέποντας προς στιγμή τον ανοικτό και αμεσοδημοκρατικό χαρακτήρα της οργάνωσης, το να ισχυρίζεται κανείς πως οι αγωνιστές του Ρουβίκωνα ετεροκαθορίζουν τους υπόλοιπους προλετάριους με την μονομερή δραστηριότητα τους, είναι το ίδιο με το να πούμε ότι ανάμεσα σε δύο προλετάριους που λιμοκτονούν, εκείνος που προσπαθεί να ενεργήσει για να αλλάξει την κατάσταση του και να βγάλει αμφότερους από τη δυσχερή θέση, “ετεροκαθορίζει” τον άλλον προλετάριο που το μόνο που θέλει είναι να πεθάνει ήσυχα και να πάρει και τους δύο στον λαιμό του. Όπως δείχνει και η πρόσφατη κυνική θεσμοποίηση της 12ωρης εργάσιμης ημέρας στην Αυστρία από τους εκλεγμένους “αντιπροσώπους του λαού”, μέσα σ’ ένα σύστημα κοινωνικής οργάνωσης που είναι φτιαγμένο για να υπηρετεί την αδικία και να διαιωνίζει την εξουσία των ισχυρών, οι καταπιεσμένοι μόνο αυτόκλητους υπερασπιστές μπορούν να έχουν.iv Παραφράζοντας τον αναρχικό θεωρητικό Εμίλ Πουζέ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απόρριψη της ψήφου υπέρ ενός πολιτικού “αντιπροσώπου” που ποτέ δεν κρατάει τον λόγο του και η αντικατάσταση της από την μέθοδο της άμεσης δράσης με ταξικό περιεχόμενο, είναι επί της αρχής το ίδιο πράγμα με την εγκατάλειψη της προσευχής σ’ έναν θεό που βρίσκεται εκεί ψηλά αλλά ποτέ δεν ακούει, και της αντικατάστασης της από την υλική μέθοδο και την πρακτική της αυτενέργειας.v Γιατί η απελευθέρωση των προλετάριων μόνο μέσα από τις δικές τους συλλογικές προσπάθειες μπορεί να προέλθει.

iiΓ. Σωτηρόπουλος, Διψώντας για Δικαιοσύνη (Futura).

iiiΠ. Κροπότκιν, Αλληλοβοήθεια (Εκδόσεις Καστανιώτη), σελ. 195.

ivΑυστρία: Ψηφίστηκε το 12ωρο στη Βουλη – Πανηγυρίζουν οι βιομήχανοι, http://www.imerodromos.gr/aystria-psifistike-to-12oro-sti-voyli-panigyrizoyn-oi-viomichanoi/.

Ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα

22516960019

Το 1946 ο Βίκτωρ Κραβτσένκο, υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος του σοβιετικού καθεστώτος, λιποτάκτησε από την ΕΣΣΔ. Πέρασε στην Δύση κι έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Διάλεξα την Ελευθερία», όπου περιέγραφε με μελανά χρώματα την καθημερινή ζωή ενός γραφειοκράτη στην ΕΣΣΔ, τις καταπιεστικές κοινωνικές σχέσεις και την καταθλιπτική ανελευθερία που επικρατούσαν στην σοβιετική κοινωνία. Οι δυτικοί τον χρησιμοποίησαν σαν δώρο θεού στην προπαγάνδα τους κατά του ανατολικού μπλοκ. Αυτό το υψηλόβαθμο στέλεχος του σοβιετικού μηχανισμού ήταν λίρα εκατό για τους ορκισμένους εχθρούς του καθεστώτος του υπαρκτού. Το βιβλίο του έγινε μπεστ-σέλερ κι επανεκδόθηκε 4 ή 5 φορές, ο Κραβτσένκο συρόταν απο (ραδιοφωνική) εκπομπή σε εκπομπή και είχε γίνει σχεδόν διάσημος. Όμως, ο Κραβτσένκο, δεν ήταν ένας οπορτουνιστής που κοιτούσε να εκμεταλλευτεί την πολιτική του κατάσταση σαν αντιφρονούντα για να εξασφαλίσει χρήμα και δόξα. Ήταν ένας πραγματικός ιδεολόγος σοσιαλιστής, που είχε λιποτακτήσει για λόγους αρχής. Πίστευε βαθιά στα ιδανικά της δικαιοσύνης, της αυτονομίας και της παγκόσμιας αδελφοσύνης των λαών. Όταν είδε πως είχε μετατραπεί σε εργαλείο προπαγάνδας που χρησιμοποιούσαν τα δυτικά καθεστώτα στον πόλεμο που είχαν εξαπολύσει ενάντια στο σοσιαλιστικό μπλοκ, όταν είδε με τα μάτια του την θηριωδία της δυτικής αποικιοκρατίας και συνειδητοποίησε ότι η ελευθερία και η δημοκρατία που αναζητούσε έλειπαν εξίσου και από τις κοινωνίες του υπαρκτού καπιταλισμού, ο Κραβτσένκο έγραψε ένα δεύτερο βιβλίο, γεμάτο αυτή τη φορά με κριτικές παρατηρήσεις για τις δυτικές κοινωνίες. Το βιβλίο είχε τίτλο «Διάλεξα την Δικαιοσύνη» και δεν έκανε παραπάνω από μία έκδοση. Οι δυτικοι προστάτες του τον εγκατέλειψαν μέσα σε μια νύχτα, οι προσκλήσεις για τις εκπομπές σταμάτησαν να έρχονται και το όνομα του γρήγορα ξεχάστηκε από τις εφημερίδες και από την κοινή γνώμη. Ο Κραβτσένκο πέθανε κάπου στην Αμερική. Κάποιοι είπαν ότι αυτοκτόνησε, άλλοι ότι δολοφονήθηκε από τις μυστικές υπηρεσίες της μιας ή της άλλης υπερδύναμης. Δεν ήταν ούτε πλούσιος, ούτε φτωχός. Πέθανε άσημος, αλλά με ακέραια την εντιμότητα και την αξιοπρέπεια του, σύμβολο του ηθικού υποκειμένου που δεν εξαγοράζεται, δεν εξημερώνεται και δεν υποτάσσεται σε καμιά πολιτική δύναμη και καμία εξουσία.