Πολεμικός Εθνικισμός

bolsonaro-samurai-696x392

Αγάπα τη Βραζιλία ή Φύγε από τη χώρα”.i

Ένα από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας του εθνικισμού είναι ο ισχυρισμός ότι μιλάει εξ ονόματος μιας ενιαίας και αδιαίρετης φαντασιακής κοινότητας. Σύμφωνα με τους εθνικιστές, η “φυσική” ενότητα της κοινότητας αυτής υποσκάπτεται και κατακερματίζεται από τους εν πολλοίς τεχνητούς διαχωρισμούς που προκαλούν τα πολιτικά κόμματα, με τα λαϊκίστικα κι εγωιστικά τερτίπια τους, και τα λεγόμενα “εθνομηδενιστικά στοιχεία”, που αντιτίθενται στην ίδια την ύπαρξη του έθνους. Από αυτή την άποψη, η πολλαπλότητα πολιτικών αντιλήψεων εκλαμβάνεται από τους ακραίους εθνικιστές σαν παράγοντας υπονόμευσης της εθνικής “αρμονίας” και συνοχής. Δεν έχει σημασία αν η πολιτική αυτή πολυμορφία εκφράζεται επίσημα μέσα από την αντιπροσωπευτική “δημοκρατία” κι ένα θεσμοποιημένο πολυκομματικό σύστημα διακυβέρνησης, ή αν εκφέρεται από κοινωνικά κινήματα που σχηματίζουν μια αντιπολίτευση του δρόμου και αυτοπροσδιορίζονται με σαφήνεια σε αντίθεση με τους κυρίαρχους θεσμούς του συστήματος, όπως κάνει για παράδειγμα, το αναρχικό κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, η πολλαπλότητα επιφέρει την πολυδιάσπαση και γι’ αυτό αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητη από αυτούς που διατείνονται ότι πάνω απ’ όλα επιθυμούν ότι είναι καλύτερο για το έθνος.

Η αξίωση ωστόσο πως η εθνική κοινότητα προϋπάρχει κατά οποιονδήποτε τρόπο της οργανωμένης πολιτικής έκφρασης της, δηλαδή της ιδεολογίας του εθνικισμού, διαψεύδεται κατηγορηματικά από την ίδια την πρακτική του υπερεθνικιστικού προτάγματος. Στη Βραζιλία, οι οπαδοί του Μπολσονάρο έχουν υιοθετήσει για πολιτικό λάβαρο τους την εθνική σημαία της Βραζιλίας. Με αυτόν τον τρόπο δεν υπονοούν απλώς ότι βάζουν τον πατριωτισμό πάνω από τις μικροπολιτικές ραδιουργίες των κομμάτων, αλλά πολύ περισσότερο, ότι κατά κάποιον μαγικό τρόπο, αυτοί και μόνο αυτοί είναι σε θέση να γνωρίζουν τι είναι αυτό που συνιστά έναν καθολικό, “αγνό” κι “ανόθευτο” πατριωτισμό, απαλλαγμένο από τα συμφέροντα και τις εγωιστικές επιθυμίες της κάθε κοινωνικής τάξης. Παρ’ όλα αυτά, από τον “υγιή” κορμό του βραζιλιάνικου έθνους, τον οποίο διατείνονται ότι εκπροσωπούν, οι μπολσοναριστές είναι πρόθυμοι να εξοστρακίσουν τους μαύρους, τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους αυτόχθονες ινδιάνους του Αμαζονίου, τους φτωχούς, τους εξαθλιωμένους κατοίκους των παραγκουπόλεων. Το “ενωτικό” μήνυμα του Μπολσονάρο που υποτίθεται πως βάζει την ακεραιότητα του έθνους πάνω από τις διασπαστικές διακηρύξεις των “κομμουνιστών” και της “προδοτικής αριστεράς”, είναι στην πραγματικότητα μια απροκάλυπτη κήρυξη πολέμου των λευκών, εύπορων κοινωνικών στρωμάτων της Βραζιλίας ενάντια σε οποιονδήποτε δεν ανήκει στην τάξη τους.

Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω ότι η λεγόμενη “υπεράσπιση” του έθνους από τους εχθρούς του που έχουν αναλάβει αυτόκλητα οι μπολσοναριστές, είναι την ίδια στιγμή και μια διαδικασία συγκρότησης του έθνους σε συμφωνία με ένα προκαθορισμένο ταξικό πρότυπο. Όποιος δεν συμμορφώνεται, οποιοσδήποτε παρεκκλίνει από το πρότυπο αυτό, αυτομάτως κατατάσσεται στην ιδεολογική κατηγορία του “αντεθνικού στοιχείου” και γίνεται αντικείμενο καταστολής από τον οργανωμένο μηχανισμό φυσικής βίας που έχουν στη διάθεση τους οι συστημικές ελίτ. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και στα καθ’ ημάς με την Χρυσή Αυγή. Η πρακτική των συσσιτίων “μόνο για Έλληνες” που για ένα διάστημα προσπάθησαν να καθιερώσουν οι νεοναζιστές ήταν κατά βάση πολιτική, κι όχι απλά φιλανθρωπική όπως διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους οι χρυσαυγίτες. Κι αυτό διότι μέσω των συσσιτίων, η ΧΑ διεκδίκησε το μονοπωλιακό δικαίωμα της να ορίζει μονομερώς ποιος πληρεί τις προδιαγραφές για να συμπεριληφθεί στην ιδεολογική κατηγορία του “Έλληνα” και ποιος όχι. Θα ήταν πράγματι εξαιρετικά ενδιαφέρον να ρωτούσε κάποιος τους διοργανωτές των συσσιτίων αν κάποιος που είναι άθεος, ομοφυλόφιλος, αντιμιλιταριστής, αναρχοκομμουνιστής ή απλώς μετανάστης δεύτερης γενιάς, θα μπορούσε να προσέλθει ελεύθερα και να λάβει το μερίδιο του από αυτές τις “ελληνικές” συλλογικές κουζίνες, με μοναδική ίσως προϋπόθεση ότι μιλά την ελληνική.

Όπως έχει γράψει ο Α. Μπαντιού, η παραγωγή ταυτότητας είναι πάντοτε μια “πολιτική διαδικασία σε εξέλιξη”.ii Ομοίως, η παραγωγή μιας εθνικής ταυτότητας δεν αφορά τόσο την αποκάλυψη μιας προϋπάρχουσας “ουσίας” που διαπερνά απ’ άκρη σε άκρη το σύνολο των βαθμίδων της “εθνικής” κοινωνικής ολότητας, αλλά τη συγκρότηση της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας κάτω από την κυριαρχία των κοινωνικών ομάδων που συγκεντρώνουν στα χέρια τους το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής δύναμης. Ο πολεμικός κομμουνισμός ήταν ιστορικά ο μετασχηματισμός που υπέστη η οικονομία και κοινωνία του κρατικιστικού σοσιαλισμού της ΕΣΣΔ προκειμένου να μπορέσουν οι δυνάμεις της επανάστασης να επικρατήσουν στον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που είχαν εξαπολύσει εναντίον τους οι δυνάμεις της αντίδρασης. Αντίστοιχα, ο πολεμικός εθνικισμός είναι η μορφή που παίρνει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς στη νεοφιλελεύθερη περίοδο της ιστορικής εξέλιξης του προκειμένου να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του μέσα σε συνθήκες ακραίου κοινωνικού ανταγωνισμού που δημιουργούνται εξαιτίας της κοινωνικής γενοκτονίας που επιβάλλει ο επελαύνων νεοφιλελευθερισμός σε ένα ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων. Όπως έγραψε και ο Κρ. Ηλιόπουλος, ένα από τα χαρακτηριστικά που κάνουν τη Βραζιλία να διαφέρει από τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής δεν είναι μόνο η τερατώδης κλίμακα της ανισοκατανομής των εισοδημάτων και του πλούτου, αυτό υπήρχε ανέκαθεν εξίσου σε όλες τις κοινωνίες της Λ. Αμερικής, αλλά η μυθική υλική ευμάρεια που έχει παράξει η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς τα τελευταία χρόνια και που βρίσκεται στη διάθεση του πλουσιότερου 10-20% της χώρας.iii Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε οτι η βραζιλιάνικη οικονομία είναι πλήρως ενσωματωμένη στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και είναι η ένατη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο.iv Το μεγαλύτερο λοιπόν πρόβλημα που φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν οι πλούσιοι βραζιλιάνοι νεομπουρζουάδες είναι οι ενοχλητικές ορδές των φτωχοδιάβολων που μαγαρίζουν τα μεγαλοπρεπή αστικά τοπία της χώρας με τις βρωμερές παραγκουπόλεις τους. Οι στρατιές των ζητιάνων και των λούμπεν προλετάριων που δεν επιτρέπουν στους “δικαιωματικούς ιδιοκτήτες” της Βραζιλίας να απολαύσουν τις ανέσεις που παρέχει το οικονομικό θαύμα που οι ίδιοι δημιούργησαν, όπως έχουν τη δυνατότητα να κάνουν οι ταξικοί ομόλογοι τους στα αστικά κέντρα της Βόρειας Ευρώπης, ή των Ηνωμένων Πολιτειών. Λάδι στη φωτιά του ταξικού ρατσισμού των ελίτ ρίχνει και το γεγονός ότι οι φτωχοί που περικυκλώνουν τις πόλεις με τις φαβέλες τους είναι οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Οποιοσδήποτε έχει επισκεφτεί τη Βραζιλία είναι σε θέση να διαβεβαιώσει τον αναγνώστη ότι, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στο Λονδίνο, ή τη Νέα Υόρκη, η ξέγνοιαστη ντόλτσε βίτα των νεομπουρζουάδων σε ένα από τα μοδάτα καφέ του Ρίο διακόπτεται τακτικά από το απειλητικό κροτάλισμα των πολυβόλων και τις συχνές ανταλλαγές πυροβολισμών που αντηχούν από τους γύρω λόφους. Πουθενά αλλού στον κόσμο η απόλυτη ευδαιμονία δεν συνυπάρχει τόσο επιδεικτικά με την απόλυτη εξαθλίωση.

Έτσι, ο πολεμικός εθνικισμός του Μπολσονάρο έχει σαν βασική προτεραιότητα του την εκκαθάριση του τοπίου, τόσο από την άποψη της εξάλειψης της φυσικής παρουσίας των φτωχών και της απειλής που αυτοί ενσαρκώνουν για την καπιταλιστική ουτοπία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών ελέγχων που βάζουν εμπόδια στην πλήρη αγοραιοποίηση των φυσικών και ανθρώπινων πόρων της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Στην Λ. Αμερική το να είναι κανείς εθνικιστής κατ’ ανάγκη προϋποθέτει την αντίσταση στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της ηπείρου. Εφόσον κάποιος επιθυμούσε να διεκδικήσει πραγματικά το δικαίωμα των λατινοαμερικάνικων λαών στον αυτοκαθορισμό, θα έπρεπε αναμφίβολα να ξεκινήσει από την αναγκαία συνθήκη της αποτίναξης της επικυριαρχίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού και την καταστροφική επιρροή που ασκούν οι θεσμικοί φορείς του (πολυεθνικές, διεθνείς οργανισμοί, κλπ.) στα τοπικά οικοσυστήματα, στη διατροφική αλυσίδα και στους ίδιους τους φυσικούς όρους αναπαραγωγής των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων, με τις κρατικές πολιτικές κοινωνικού κανιβαλισμού που επιβάλλουν. Παρ’ όλα αυτά, η μοίρα των νεομπουρζουάδων στις οικονομίες της καπιταλιστικής περιφέρειας είναι ολοκληρωτικά συνδεδεμένη με το βάθεμα των δεσμών εξάρτησης από τις κυρίαρχες οικονομίες του παγκόσμιου Βορρά και, στην περίπτωση της Βραζιλίας, από αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Όχι τυχαία, η διακηρυγμένη πρόθεση του οικονομικού επιτελείου του νεοφασίστα προέδρου είναι η κατάργηση του νομοθετικού πλασίου που εμποδίζει την αποψίλωση της ζούγκλας του Αμαζονίου και την “αξιοποίηση” της για λόγους εμπορικής εκμετάλλευσης. Είναι ακόμα η σαρωτική ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων και δημόσιων υπηρεσιών, οι φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο, η νομιμοποίηση της εκτεταμένης χρήσης φυτοφαρμάκων από τους πολυεθνικούς κολοσσούς της αγροτοβιομηχανίας, χωρίς την λήψη της παραμικρής μέριμνας για την προστασία της δημόσιας υγείας.v

Το θεμελιώδες ερώτημα βέβαια που ανακύπτει από την σκοπιά της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας, είναι το εξής. Εφόσον ο Μπολσονάρο είναι ο εκφραστής τόσο μειοψηφικών ταξικών συμφερόντων, πώς κατόρθωσε να μετατρέψει τον νεοφασισμό του σε πλειοψηφικό ρεύμα; Στο κάτω, κάτω, ο Μπολσονάρο δεν έκανε κάποιο πράξικόπημα, αλλά κατέκτησε την εξουσία μέσω της συντριπτικής επικράτησης του στις εθνικές εκλογές. Μια αρχική απόπειρα απάντησης νομίζω ότι θα έπρεπε να εκκινήσει από την παραδοχή πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα μια γραμμική αντιστοιχία ανάμεσα στις πολιτικές πεποιθήσεις ενός κοινωνικού υποκειμένου και στην “αντικειμενική” θέση που αυτό καταλαμβάνει στην ταξική ιεραρχία. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν καθορίζεται μονάχα από την ψύχραιμη λογική επεξεργασία των τρόπων που θα μας επιτρέψουν να εξυπηρετήσουμε καλύτερα τα οικονομικά μας συμφέροντα. Εμπεριέχει και παρακινείται από λιμπιντικές επενδύσεις, συναισθήματα και επιθυμίες που ασκούν εξίσου καθοριστική επίδραση στα μοτίβα κοινωνικής συμπεριφοράς που υιοθετούμε. Από αυτή την άποψη, η ταξική θέση δεν είναι παρά ένα δεδομένο σημείο εκκίνησης της σκέψης. Μια υλική αφετηρία από την οποία ξεκινάει το υποκείμενο για να διαμορφώσει το πολιτικό φαντασιακό του. Συνακόλουθα, ένας ευκατάστατος νεο-αστός έχει περισσότερες πιθανότητες να αποδεχτεί άκριτα το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό παράδειγμα και να προσχωρήσει σε αυτό, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι μέσα από μια διαδικασία ρήξεων και τραυματικών κοινωνικών εμπειριών, δεν μπορεί να οδηγηθεί σταδιακά προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης περισσότερο ριζοσπαστικών αντιλήψεων που δεν παίρνουν σαν δεδομένο το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας μέσα στην οποία είχε την τύχη ή την ατυχία να γεννηθεί.

Από την άλλη, είναι απολύτως πιθανό ότι ένας προλετάριος που ποτέ του δεν είχε τη δυνατότητα να βιώσει από πρώτο χέρι τις πρακτικές εφαρμογές της έννοιας της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ταξικής αλληλεγγύης, θα γίνει εύκολη λεία για τις μισανθρωπικές νεοφιλελεύθερες διακηρύξεις του ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού. Ειδικά στη Βραζιλία, όπου οι “φτωχοί χωρίς ρόλο” του Ζ. Μπάουμαν διαθέτουν ένα οπλοστάσιο εφάμιλλο με αυτό των δυνάμεων καταστολής και επιδίδονται σε όλα τα είδη παραβατικής συμπεριφοράς προκειμένου να επιβιώσουν, ο εργάτης που έχει μια δουλειά και δεν εξαναγκάστηκε από τις περιστάσεις να αναζητήσει καταφύγιο στη φαβέλα, μαζί με τους άλλους άνεργους και φτωχούς που ζουν στις παρυφές της οργανωμένης κοινωνίας, έχει κάθε λόγο να αποζητά προστασία από εκείνους που προμηθεύουν με ναρκωτικά τα παιδιά του, ή που μπορεί να εισβάλλουν ανά πάσα στιγμή στο σπίτι του για να του αφαιρέσουν ακόμα και τα λίγα που έχει.vi Εκεί όπου δεν επικρατούν κοινωνικές σχέσεις αμοιβαιότητας κι αλληλεξάρτησης, κυριαρχεί η σκληρή ταξική πραγματικότητα του κανιβαλισμού και του κοινωνικού ανταγωνισμού. Αυτή είναι η φύση της κοινωνικής πραγματικότητας, αμείλικτα και απαράμιλλα διαλεκτική.

iΠροπαγανδιστικό σύνθημα της βραζιλιάνικης χούντας, το οποίο αναβίωσε ο Μπολσονάρο, επιστρατεύοντας το ως ένα από τα κεντρικά συνθήματα της προεκλογικής εκστρατείας του.

iiΤι Είναι Λαός; (Εκδόσεις του 21ου), σελ. 13.

iiiΚρ. Ηλιόπουλος, Εκλογές στη Βραζιλία: Η βαρβαρότητα ως επιλογή, https://rproject.gr/article/ekloges-sti-vrazilia-h-varvarotita-os-epilogi.

viΓια την θεωρητική έννοια των “φτωχών χωρίς ρόλο”, Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι (Μεταίχμιο).

Πόλεμος Συμμοριών

metsys

Αυτή την καλοσύνη θα κάνω για σενα.
Έλα μαζί μου σ’ έναν συμβολαιογράφο

Κι εκεί συνομολόγησε μου με σφραγίδα και με πνεύμα ανάλαφρο,
Αν δεν με ξεπληρώσεις μια ορισμένη μέρα,
Σε ένα ορισμένο μέρος, εκείνο το ποσό, ή τα ποσά όπως ορίζονται
στους όρους, ας είναι το τίμημα
μια ίση οκά από την όμορφη σου σάρκα
Να την αποκόψω και να την αφαιρέσω
Από όποιο μέρος του σώματος σου με ευχαριστεί”.

Γ. Σαίξπηρ, Ο Έμπορος της Βενετίας,σκηνή Ι, πράξη 3

Αυτό που είναι σημαντικό στην “υπόθεση Ριχαρδου”, είναι ότι το κράτος δεν διέλυσε την επικερδή μπίζνα με τα ενέχυρα που είχαν στήσει οι μαυραγορίτες επειδή χρησιμοποιούσαν μαύρο χρήμα για να εκμεταλλευτούν την ανάγκη του κοσμάκη και να αρπάξουν ότι πιο πολύτιμο έχει ο καθένας δίνοντας ψίχουλα ως αντάλλαγμα. Από την πρώτη μέρα της “κρίσης”, που η χώρα γέμισε με ενεχυροδανειστήρια, ήταν κοινό μυστικό ότι τα λεφτά που χρηματοδοτούν την “επιχείρηση” προέρχονται από κεφάλαια του οργανωμένου εγκλήματος. Παρόλα αυτά, οι άδειες λειτουργίας στα κατά τόπους παραρτήματα των μαφιόζων δόθηκαν κανονικά. Αυτό που ενόχλησε τελικά το κράτος ήταν το λαθρεμπόριο που ισοδυναμούσε με απώλεια φορολογικών εσόδων για τον κρατικό μηχανισμό. Η ελίτ δεν ενοχλήθηκε από την παράνομη και ανηθικη δραστηριότητα των μαυραγοριτών, αλλά απ’ το γεγονός ότι δεν μοιράστηκαν τα κέρδη τους με το κράτος. Σαν κάθε συμμορία που σέβεται τον εαυτό της, το κράτος είπε, “μπορείς να λειτουργείς στην περιοχή μου, αλλά θα μου πληρώνεις φόρο υποτέλειας”. Όταν οι μαφιόζοι δεν τήρησαν αυτή την υποχρέωση, η αμοιβαία συνεννόηση έλαβε τέλος.

Χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο “παράνομη”, γιατί σε μια οικονομία που ασφυκτιά και η ρευστότητα είναι είδος υπό εξαφάνιση λόγω μη-δανεισμού από τις προβληματικές τράπεζες, η προέλευση του κεφαλαίου που χρηματοδοτεί τέτοιες δραστηριότητες έγκειται πιθανότατα σε κυκλώματα που βρίσκονται εκτός νόμου και γι’ αυτό μπορεί να συσσωρεύεται έξω από τη δικαιοδοσία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Άλλωστε, η σκοτεινή αυτή “τέχνη” χάρη στην οποία κάποιος μπορεί να μετατρέψει την “κρίση” σε ευκαιρία είναι παλιότερη κι από το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Η δυστυχία του ενός πάντοτε υπήρξε ευκαιρία για τον άλλον μέσα στα ετερόνομα κοινωνικά συστήματα, τα οποία εμπεριείχαν σαν δομικό στοιχείο τους τη σύγκρουση μεταξύ των ταξικά διαβαθμισμένων, κοινωνικών υποκειμένων. Απλώς η αγορά ανέλαβε να κωδικοποιήσει μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της το αντισημιτικό στερεότυπο του Σάιλοκ και να αποκαταστήσει το κύρος του, όχι εξαλείφοντας το, αλλά καθιερώνοντας το ως κανονικότητα.i Μεταμορφώνοντας την περίπτωση της πιο ακραίας, περιθωριακής και μοχθηρής πλεονεξίας, αυτήν της τοκογλυφίας, σε κυρίαρχη λογική και κινητήρια δύναμη αναπαραγωγής του οικονομικού συστήματος.

Μήπως αυτό δεν έκαναν και οι επαγγελματίες πολιτικοί της αντιπροσωπευτικής μας “δημοκρατίας”, οι οποίοι, αργά αλλά σταθερά, οδήγησαν το ελλαδικό κράτος στην συγκεκαλυμμένη χρεοκοπία και τα λαϊκά στρώματα στη βίαιη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους; Την ίδια στιγμή βέβαια εκείνοι διατήρησαν στο ακέραιο την πολιτική δύναμη τους και τον πλούτο που μάζεψαν όλα αυτά τα χρόνια λεηλατώντας τα ταμεία του δημοσίου. Όταν ο Γιάννος Παπαντωνίου κραύγαζε μέσα από το θωρακισμένο φορτηγάκι που τον μετέφερε στις φυλακές Κορυδαλλού ότι η εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης είναι επικίνδυνο πράγμα για “τη δημοκρατία μας”, δεν έκανε τίποτε άλλο απ’ το να διατρανώνει την πεποίθηση της “παλαιάς φρουράς” της μεταπολίτευσης ότι η “δημοκρατία” είναι ένα πολίτευμα που τους ανήκει δικαιωματικά. Όταν κάθε έννοια της αξίας έχει καταρρακωθεί και τα πάντα είναι προς πώληση σε μια χώρα που βρίσκεται υπό άτυπο καθεστώς χρεοκοπίας, η ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών που συσσώρευσαν πλούτο και πρόλαβαν να τον αποθηκεύσουν σε τράπεζες του εξωτερικού προτού συμβεί το μεγάλο κραχ της ελληνικής οικονομίας, μπορούν τώρα σιγά, σιγά να επαναπατρίσουν τα κεφάλαια τους και να εξαγοράσουν τα πάντα έναντι ενός εξωφρενικά υποτιμημένου αντιτίμου. Από πολιτικοί διαχειριστές του κεφαλαίου και συλλογικοί καπιταλιστές μπορούν με αυτό τον τρόπο να γίνουν οι ίδιοι συνιδιοκτήτες του και να σχηματίσουν μια νεόκοπη τάξη δευτεροκλασάτων καπιταλιστών, η οποία βέβαια θα επιδίδεται σε παρασιτικές δραστηριότητες του κεφαλαίου (π.χ. τουρισμός πολυτελείας) που συνάδουν κι επικυρώνουν έμπρακτα την νέα, υποβαθμισμένη θέση που κατέχει η ελλαδική οικονομία στην διεθνοποιημένη καπιταλιστική ιεραρχία.

Ευκαιρίες” τέλος παρουσιάστηκαν και στη Ρωσία μετά την κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού. Εκεί μια χούφτα από σκιώδεις προσωπικότητες διέβλεψαν τις προοπτικές που ενυπήρχαν για θηριώδη προσωπικό πλουτισμό στην περαιτέρω φτωχοποίηση κι εξαθλίωση του ρωσικού λαού. Η μετάβαση από μια οικονομία που βρισκόταν υπό την κυριαρχία των γραφειοκρατών του κεντρικού σχεδιασμού, σε μια αυτορυθμιζόμενη οικονομία της αγοράς έπρεπε να γίνει άμεσα μέσω μιας καταιγιστικής διαδικασίας αγοραιοποίησης.ii Ωστόσο, το ΔΝΤ βρέθηκε αντιμέτωπο με το παράδοξο ότι έπρεπε να επιβάλλει τον καπιταλισμό σε μια χώρα όπου δεν υπήρχαν καπιταλιστές. Αυτούς ανέλαβε να τους δημιουργήσει ex nihilo η υπερεθνική ελίτ. Μικροαπατεώνες και σαλτιμπάγκοι που μέχρι εκείνη τη στιγμή κοιτούσαν πώς να συγκεντρώσουν ένα πενιχρό κεφάλαιο οργανώνοντας αξιοθρήνητες κομπίνες σε βάρος των συνανθρώπων τους, για να επωφεληθούν από την γενικευμένη διάλυση που είχε επιβάλει ο “μεταρρυθμιστής” υπουργός οικονομικών του Γέλτσιν Ανατόλι Τσουμπάις στην οικονομία, βρέθηκαν έξαφνα με ανοικτή γραμμή πίστωσης από τους τραπεζικούς κολοσσούς της υπερεθνικής ελίτ. Με αυτά τα κεφάλαια εξαγόρασαν αντί πινακίου φακής τεράστια κομμάτια του άλλοτε κραταιού βιομηχανικού συμπλέγματος της ΕΣΣΔ, αλλά και τους τίτλους ιδιοκτησίας στους νευραλγικούς τομείς της ενέργειας και της εξόρυξης μεταλλευμάτων. Η μικρή αυτή δράκα εγκληματιών απέκτησε έτσι πλούτο αμύθητο και η υπερεθνική ελίτ απέκτησε μ’ αυτόν τον τρόπο μια ρωσική καπιταλιστική τάξη άμεσα εξαρτημένη από αυτήν. Η επιβολή του θεσμικού πλαισίου του συστήματος της οικονομίας της αγοράς απλώς νομιμοποίησε αυτές τις πρακτικές και προσέδωσε θεσμικό κύρος στις απεχθείς αντικοινωνικές τους δραστηριότητες.

iΣάιλοκ ήταν το όνομα της θεατρικής φιγούρας του εβραίου τοκογλύφου που πρωταγωνιστεί στο έργο του Σαίξπηρ, Ο Έμπορος της Βενετίας. Σαν χαρακτήρας συμπυκνώνει όλες τις αποκρουστικές ιδιότητες του χαρακτήρα που απέδιδαν διαχρονικά στους εβραίους οι απανταχού ρατσιστές αντισημίτες.

iiT. Fotopoulos, The Catastrophe of Marketization, https://www.democracynature.org/vol5/fotopoulos_marketisation.htm.