Πόλεμος Συμμοριών

metsys

Αυτή την καλοσύνη θα κάνω για σενα.
Έλα μαζί μου σ’ έναν συμβολαιογράφο

Κι εκεί συνομολόγησε μου με σφραγίδα και με πνεύμα ανάλαφρο,
Αν δεν με ξεπληρώσεις μια ορισμένη μέρα,
Σε ένα ορισμένο μέρος, εκείνο το ποσό, ή τα ποσά όπως ορίζονται
στους όρους, ας είναι το τίμημα
μια ίση οκά από την όμορφη σου σάρκα
Να την αποκόψω και να την αφαιρέσω
Από όποιο μέρος του σώματος σου με ευχαριστεί”.

Γ. Σαίξπηρ, Ο Έμπορος της Βενετίας,σκηνή Ι, πράξη 3

Αυτό που είναι σημαντικό στην “υπόθεση Ριχαρδου”, είναι ότι το κράτος δεν διέλυσε την επικερδή μπίζνα με τα ενέχυρα που είχαν στήσει οι μαυραγορίτες επειδή χρησιμοποιούσαν μαύρο χρήμα για να εκμεταλλευτούν την ανάγκη του κοσμάκη και να αρπάξουν ότι πιο πολύτιμο έχει ο καθένας δίνοντας ψίχουλα ως αντάλλαγμα. Από την πρώτη μέρα της “κρίσης”, που η χώρα γέμισε με ενεχυροδανειστήρια, ήταν κοινό μυστικό ότι τα λεφτά που χρηματοδοτούν την “επιχείρηση” προέρχονται από κεφάλαια του οργανωμένου εγκλήματος. Παρόλα αυτά, οι άδειες λειτουργίας στα κατά τόπους παραρτήματα των μαφιόζων δόθηκαν κανονικά. Αυτό που ενόχλησε τελικά το κράτος ήταν το λαθρεμπόριο που ισοδυναμούσε με απώλεια φορολογικών εσόδων για τον κρατικό μηχανισμό. Η ελίτ δεν ενοχλήθηκε από την παράνομη και ανηθικη δραστηριότητα των μαυραγοριτών, αλλά απ’ το γεγονός ότι δεν μοιράστηκαν τα κέρδη τους με το κράτος. Σαν κάθε συμμορία που σέβεται τον εαυτό της, το κράτος είπε, “μπορείς να λειτουργείς στην περιοχή μου, αλλά θα μου πληρώνεις φόρο υποτέλειας”. Όταν οι μαφιόζοι δεν τήρησαν αυτή την υποχρέωση, η αμοιβαία συνεννόηση έλαβε τέλος.

Χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο “παράνομη”, γιατί σε μια οικονομία που ασφυκτιά και η ρευστότητα είναι είδος υπό εξαφάνιση λόγω μη-δανεισμού από τις προβληματικές τράπεζες, η προέλευση του κεφαλαίου που χρηματοδοτεί τέτοιες δραστηριότητες έγκειται πιθανότατα σε κυκλώματα που βρίσκονται εκτός νόμου και γι’ αυτό μπορεί να συσσωρεύεται έξω από τη δικαιοδοσία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Άλλωστε, η σκοτεινή αυτή “τέχνη” χάρη στην οποία κάποιος μπορεί να μετατρέψει την “κρίση” σε ευκαιρία είναι παλιότερη κι από το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Η δυστυχία του ενός πάντοτε υπήρξε ευκαιρία για τον άλλον μέσα στα ετερόνομα κοινωνικά συστήματα, τα οποία εμπεριείχαν σαν δομικό στοιχείο τους τη σύγκρουση μεταξύ των ταξικά διαβαθμισμένων, κοινωνικών υποκειμένων. Απλώς η αγορά ανέλαβε να κωδικοποιήσει μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της το αντισημιτικό στερεότυπο του Σάιλοκ και να αποκαταστήσει το κύρος του, όχι εξαλείφοντας το, αλλά καθιερώνοντας το ως κανονικότητα.i Μεταμορφώνοντας την περίπτωση της πιο ακραίας, περιθωριακής και μοχθηρής πλεονεξίας, αυτήν της τοκογλυφίας, σε κυρίαρχη λογική και κινητήρια δύναμη αναπαραγωγής του οικονομικού συστήματος.

Μήπως αυτό δεν έκαναν και οι επαγγελματίες πολιτικοί της αντιπροσωπευτικής μας “δημοκρατίας”, οι οποίοι, αργά αλλά σταθερά, οδήγησαν το ελλαδικό κράτος στην συγκεκαλυμμένη χρεοκοπία και τα λαϊκά στρώματα στη βίαιη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους; Την ίδια στιγμή βέβαια εκείνοι διατήρησαν στο ακέραιο την πολιτική δύναμη τους και τον πλούτο που μάζεψαν όλα αυτά τα χρόνια λεηλατώντας τα ταμεία του δημοσίου. Όταν ο Γιάννος Παπαντωνίου κραύγαζε μέσα από το θωρακισμένο φορτηγάκι που τον μετέφερε στις φυλακές Κορυδαλλού ότι η εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης είναι επικίνδυνο πράγμα για “τη δημοκρατία μας”, δεν έκανε τίποτε άλλο απ’ το να διατρανώνει την πεποίθηση της “παλαιάς φρουράς” της μεταπολίτευσης ότι η “δημοκρατία” είναι ένα πολίτευμα που τους ανήκει δικαιωματικά. Όταν κάθε έννοια της αξίας έχει καταρρακωθεί και τα πάντα είναι προς πώληση σε μια χώρα που βρίσκεται υπό άτυπο καθεστώς χρεοκοπίας, η ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών που συσσώρευσαν πλούτο και πρόλαβαν να τον αποθηκεύσουν σε τράπεζες του εξωτερικού προτού συμβεί το μεγάλο κραχ της ελληνικής οικονομίας, μπορούν τώρα σιγά, σιγά να επαναπατρίσουν τα κεφάλαια τους και να εξαγοράσουν τα πάντα έναντι ενός εξωφρενικά υποτιμημένου αντιτίμου. Από πολιτικοί διαχειριστές του κεφαλαίου και συλλογικοί καπιταλιστές μπορούν με αυτό τον τρόπο να γίνουν οι ίδιοι συνιδιοκτήτες του και να σχηματίσουν μια νεόκοπη τάξη δευτεροκλασάτων καπιταλιστών, η οποία βέβαια θα επιδίδεται σε παρασιτικές δραστηριότητες του κεφαλαίου (π.χ. τουρισμός πολυτελείας) που συνάδουν κι επικυρώνουν έμπρακτα την νέα, υποβαθμισμένη θέση που κατέχει η ελλαδική οικονομία στην διεθνοποιημένη καπιταλιστική ιεραρχία.

Ευκαιρίες” τέλος παρουσιάστηκαν και στη Ρωσία μετά την κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού. Εκεί μια χούφτα από σκιώδεις προσωπικότητες διέβλεψαν τις προοπτικές που ενυπήρχαν για θηριώδη προσωπικό πλουτισμό στην περαιτέρω φτωχοποίηση κι εξαθλίωση του ρωσικού λαού. Η μετάβαση από μια οικονομία που βρισκόταν υπό την κυριαρχία των γραφειοκρατών του κεντρικού σχεδιασμού, σε μια αυτορυθμιζόμενη οικονομία της αγοράς έπρεπε να γίνει άμεσα μέσω μιας καταιγιστικής διαδικασίας αγοραιοποίησης.ii Ωστόσο, το ΔΝΤ βρέθηκε αντιμέτωπο με το παράδοξο ότι έπρεπε να επιβάλλει τον καπιταλισμό σε μια χώρα όπου δεν υπήρχαν καπιταλιστές. Αυτούς ανέλαβε να τους δημιουργήσει ex nihilo η υπερεθνική ελίτ. Μικροαπατεώνες και σαλτιμπάγκοι που μέχρι εκείνη τη στιγμή κοιτούσαν πώς να συγκεντρώσουν ένα πενιχρό κεφάλαιο οργανώνοντας αξιοθρήνητες κομπίνες σε βάρος των συνανθρώπων τους, για να επωφεληθούν από την γενικευμένη διάλυση που είχε επιβάλει ο “μεταρρυθμιστής” υπουργός οικονομικών του Γέλτσιν Ανατόλι Τσουμπάις στην οικονομία, βρέθηκαν έξαφνα με ανοικτή γραμμή πίστωσης από τους τραπεζικούς κολοσσούς της υπερεθνικής ελίτ. Με αυτά τα κεφάλαια εξαγόρασαν αντί πινακίου φακής τεράστια κομμάτια του άλλοτε κραταιού βιομηχανικού συμπλέγματος της ΕΣΣΔ, αλλά και τους τίτλους ιδιοκτησίας στους νευραλγικούς τομείς της ενέργειας και της εξόρυξης μεταλλευμάτων. Η μικρή αυτή δράκα εγκληματιών απέκτησε έτσι πλούτο αμύθητο και η υπερεθνική ελίτ απέκτησε μ’ αυτόν τον τρόπο μια ρωσική καπιταλιστική τάξη άμεσα εξαρτημένη από αυτήν. Η επιβολή του θεσμικού πλαισίου του συστήματος της οικονομίας της αγοράς απλώς νομιμοποίησε αυτές τις πρακτικές και προσέδωσε θεσμικό κύρος στις απεχθείς αντικοινωνικές τους δραστηριότητες.

iΣάιλοκ ήταν το όνομα της θεατρικής φιγούρας του εβραίου τοκογλύφου που πρωταγωνιστεί στο έργο του Σαίξπηρ, Ο Έμπορος της Βενετίας. Σαν χαρακτήρας συμπυκνώνει όλες τις αποκρουστικές ιδιότητες του χαρακτήρα που απέδιδαν διαχρονικά στους εβραίους οι απανταχού ρατσιστές αντισημίτες.

iiT. Fotopoulos, The Catastrophe of Marketization, https://www.democracynature.org/vol5/fotopoulos_marketisation.htm.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s