“Καράκας, που είσαι”;i

6fdc3b587e4fbb4d57d09fa84c744116_w800_h533

Σε ότι αφορά την υπόθεση της επανάστασης, οι λατινοαμερικάνοι είχαμε πάντα έναν ξεκάθαρο καταμερισμό εργασίας με τους Ευρωπαίους. Εμείς βάζαμε τους νεκρούς κι εκείνοι έβαζαν τα δάκρυα”.

Λόγια βολιβιανού μαρξιστή, πρώην αντάρτη

Στη Βενεζουέλα, οι άνεμοι της βίαιης αλλαγής καθεστώτος και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης έχουν αρχίσει ξανά να φυσούν δυνατά, ίσως δυνατότερα από κάθε άλλη φορά. Σαν αναρχικοί είμαστε υποχρεωμένοι να διαμορφώσουμε την πολιτική κρίση μας για το καθεστώς σύμφωνα με τις ηθικές αρχές και τις αξίες που διέπουν το πρόταγμα μας. Ωστόσο, θα ισοδυναμούσε με σφάλμα εκ μέρους μας να προβούμε σε μια καθολική απόρριψη του εγχειρήματος της μπολιβαριανής “επανάστασης”, στο όνομα μιας καθαρά ιδεολογικής κριτικής, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την ιστορική συγκυρία και τον γεωπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων μέσα στον οποίο αυτή εκδηλώθηκε. Όταν μια επανάσταση αποτυγχάνει να διανύσει ολόκληρο τον δρόμο προς την ριζική αναμόρφωση της κοινωνίας σύμφωνα με ένα νέο κοινωνικό παράδειγμα, όταν μένει ανολοκλήρωτη και ημιτελής, η ενδεδειγμένη στάση για εκείνους που επιθυμούν να γίνουν ριζοσπαστικές αλλαγές που θα ωφελήσουν τα λαϊκά στρώματα, δεν είναι να διακηρύξουν την ουδετερότητα τους ανάμεσα στην (μισοτελειωμένη) επανάσταση και την δεξιά αντιπολίτευση που βρίσκεται κάτω από τις διαταγές των ιμπεριαλιστών επικυρίαρχων και επιζητά την ολοκληρωτική παλινόρθωση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Αντίθετα, ίσως πιο λογικό θα ήταν να απαιτήσουν το βάθεμα της επανάστασης, την επέκταση της πέρα από τα κρατικής προέλευσης, κοινωνικά προγράμματα που σαν αντικείμενο τους έχουν τη βελτίωση των υλικών συνθηκών ζωής του προλεταριάτου, στη δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών και των συλλογικών πολιτικοοικονομικών δομών για τον αυτοκαθορισμό του σε όλα τα επίπεδα. Σίγουρα, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς η πιο οργανωμένη μερίδα των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων να έρθει σε ρήξη με την θεσμοποιημένη “επαναστατική” εξουσία, δηλαδή την κεντρική κυβέρνηση που υποτίθεται πως τα εκπροσωπεί, όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταξική αυτοδιάθεση των προλετάριων της Βενεζουέλας απέχει παρασάγγας από την αντιδραστική πολιτική στροφή που θέλει να επιβάλει στη χώρα ο Γουαϊδό και όσοι τον υποστηρίζουν.

Ας μην βιαστεί ο αναγνώστης να υποθέσει ότι η παραπάνω ανάλυση υιοθετεί μια συγκεκαλυμμένα εθνικιστική προσέγγιση ενταγμένη στο αφήγημα του κλασσικού αντιμπεριαλισμού. Τα πολύ χειροπιαστά αποτελέσματα του συστημικού ιμπεριαλισμού πάνω στις ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις που αναπαράγονται μέσα στον ετερόνομο κοινωνικό σχηματισμό της Βενεζουέλας, απορρέουν από το ίδιο το περιεχόμενο και την έμφυτη δυναμική του διεθνοποιημένου συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Ενός συστήματος που είναι την ίδια στιγμή ιεραρχικά διαρθρωμένο, μέσα από τον διεθνοποιημένο καταμερισμό της εργασίας που αναπαράγει την ανισοκατανομή της δύναμης ανάμεσα στις επιμέρους κοινωνικές ολότητες, και παγκοσμιοποιητικό, επεκτεινόμενο διαρκώς και καθιερώνοντας σχέσεις εξάρτησης ή αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις οικονομίες της αγοράς που ενσωματώνονται σε αυτό. Έτσι, ενώ η πολιτική ελίτ που ηγείται της μπολιβαριανής “επανάστασης” στη Βενεζουέλα είναι παντελώς ανήμπορη να επιφέρει οποιουδήποτε είδους αλλαγή στην πολιτική ή οικονομική κατάσταση οποιασδήποτε από τις ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες που ανήκουν στο κλειστό κλαμπ της υπερεθνικής ελίτ, οι ΗΠΑ και οι πλούσιες χώρες της ΕΕ είναι σε θέση να δρομολογήσουν μονομερώς, ή τουλάχιστον να επηρεάσουν ενεργά τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Βενεζουέλας, παρέχοντας πολιτική αναγνώριση σε μια παράλληλη κυβέρνηση και διακρατώντας παράνομα τα περιουσιακά στοιχεία που είχε αποθηκεύσει το μπολιβαριανό κράτος στις τράπεζες τους στο εξωτερικό.i Αυτό δεν συνιστά παραπλανητικό “εθνικιστικό αφήγημα”, αλλά τη σκληρή όψη της πραγματικότητας ενός ιμπεριαλισμού που εκπορεύεται από τον πλούσιο γείτονα του Βορρά και που οι λαοί της Λ. Αμερικής είναι αναγκασμένοι να βιώνουν στο πετσί τους εδώ και κάμποσες δεκαετίες.

Από την άλλη, θα ήταν εξίσου πολιτικά αντιπαραγωγικό να αποκηρύξουμε τη Βενεζουέλα, επειδή το καθεστώς εκεί δεν συμμορφώνεται επαρκώς με τους έτοιμους θεωρητικούς ορισμούς περί σοσιαλισμού ή κομμουνισμού που τυχαίνει να έχουμε στο κεφάλι μας. Εξαρχής, το μπολιβαριανό κίνημα δεν υπήρξε ένα κίνημα αμιγώς και ρητά σοσιαλιστικό, αλλά μια αναγκαία αντίδραση από-τα-πάνω στην ακραία κοινωνική ανισότητα που επικρατεί διαχρονικά στη Βενεζουέλα. Μια οργανωμένη απόπειρα αντιστροφής της αργής κοινωνικής γενοκτονίας που συντελούνταν για τρεις συνεχόμενες δεκαετίες από τις νεοφιλελεύθερες καπιταλιστικές ελίτ σε βάρος των φτωχών και ων αδύναμων της κοινωνίας της Βενεζουέλας. Κι αυτό μέσα σε μια ιστορική συγκυρία όπου η Αρσιτερά, ως ζώσα δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού, ως δομή εξουσίας αλλά κι ως πρόταγμα, τελούσε παντού σε μια κατάσταση είτε εκτεταμένης αποσύνθεσης, ή καθολικής κατάρρευσης. Προτού ο Τσάβες αναλάβει την εξουσία, ένα ποσοστό μεγαλύτερο από το 40% του πληθυσμού της χώρας διαβιούσε κάτω από καθεστώς ακραίας στέρησης και φτώχειας, με φαινόμενα όπως η έλλειψη στέγης, ο υποσιτισμός και η παιδική θνησιμότητα να θερίζουν τα κατώτερα στρώματα της κοινωνικής ολότητας.ii Από αυτή την άποψη, το μπολιβαριανό καθεστώς δεν ήταν παρά η θεσμική έκφραση της ηττημένης λαϊκής εξέγερσης του 1989, μια μετριοπαθής πολιτική εκδοχή του λαϊκού ριζοσπαστισμού που εκδηλώθηκε με τη βίαιη κοινωνική εξέγερση του Καρακάσο.iii Η “επαναστατική” κυβέρνηση, στην κορυφή της οποίας βρέθηκε ο Τσάβες, ήταν απαραίτητη όχι σαν το ριζοσπαστικό όργανο που θα μεταμορφώσει τη Βενεζουέλα σε μια κοινωνία αυτόνομη και σοσιαλιστική, αλλά πρωτίστως σαν μια κοινωνικά ευαίσθητη ηγεσία, η οποία ανέλαβε να μετατρέψει τη Βενεζουέλα σε μια κοινωνία “κανονική”, μια κοινωνική ολότητα όπου τα 2/3 του πληθυσμού δεν θα κινδυνεύουν να χάσουν τη ζωή τους από την πείνα και τις αρρώστιες.

Παρόλα αυτά, σε μια κοινωνία όπου επί δεκαετίες κυριαρχούσαν ο φονταμενταλισμός της αγοράς και η δικτατορική εξουσία μιας διεφθαρμένης καπιταλιστικής ελίτ, οποιοδήποτε μαζικό κίνημα βάζει σαν σκοπό του την ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών ζωής των μη-προνομιούχων στην πραγματικότητα προϋποθέτει μια επαναστατική ρήξη με τις θεσμοποιημένες δομές εκμετάλλευσης και ανισοκατανομής της πολιτικής και οικονομικής δύναμης. Η Βενεζουέλα ουδέποτε πήρε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να απαλλοτριώσει το μεγάλο κεφάλαιο και να εξαλείψει τον ρόλο που διατηρούσε η τάξη των καπιταλιστών στην εγχώρια παραγωγική διαδικασία. Τα πειράματα για μια αυτοδιάθεση των κοινοτήτων μέσω μιας ελεγχόμενης αποκέντρωσης από-τα-πάνω συνυπήρχαν με την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής στους πιο προωθημένους τομείς του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, με το κράτος να παίζει έναν ρόλο καλοπροαίρετου επιδιαιτητή σε ένα μεικτό οικονομικό σύστημα, που μπορεί να μην ταίριαζε με το νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό μοντέλο, αλλά σίγουρα δεν ήταν ούτε σοσιαλιστικό, ούτε κομμουνιστικό.

Από αυτή την άποψη, υπάρχει κάποια δόση αλήθειας στην κατηγορία για “κυβερνητική ανικανότητα” που εκτοξεύουν ενάντια στον Μαδούρο οι πολιτικοί αντίπαλοι του, εφόσον την κοινωνική επανάσταση που ευαγγελιζόταν το μπολιβαριανό κίνημα την άφησε στην μέση. Σίγουρα, μεγάλο ρόλο για αυτή την απροθυμία των τσαβιστών να φτάσουν μέχρι το τέλος έπαιξε και ο φόβος μπροστά στην οργισμένη αντίδραση του ιμπεριαλιστικού παράγοντα που καραδοκεί, στην περίπτωση που η κεντρική κυβέρνηση τολμούσε να προχωρήσει στην μονομερή απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων της εγχώριας καπιταλιστικής τάξης και στη συνακόλουθη καθολική διάρρηξη των δεσμών εξάρτησης από το διεθνοποιημένο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Στην Λ. Αμερική, όπως άλλωστε και στις χώρες της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής περιφέρειας, αυτά τα δύο βήματα θα πρέπει να νοούνται σαν οι δύο αλληλένδετες όψεις μιας και ενιαίας διαδικασίας κοινωνικής αλλαγής. Μιλάμε εδώ για την απειλή της αμερικανικής επέμβασης διότι ο στρατός της Βενεζουέλας φαίνεται προς το παρόν ότι στηρίζει σύσσωμος την μπολιβαριανή κυβέρνηση. Μάλλον αυτό έχει να κάνει λιγότερο με την αφοσίωση που τρέφουν οι στρατηγοί για τα ιδανικά της “επανάστασης” και περισσότερο με τα οικονομικά συμφέροντα τους που απορρέουν από τις κερδοφόρες συναλλαγές με την πολεμική βιομηχανία της Ρωσίας σε ότι αφορά την προμήθεια οπλικών συστημάτων και πολεμικού υλικού.iv Ωστόσο, στο νότιο ημισφαίριο της αμερικανικής ηπείρου ο ιμπεριαλισμός είναι κάτι περισσότερο από ένα σημείο αναφοράς στις ιδεολογικές διαμάχες που ξεσπούν κάθε τόσο ανάμεσα στους αριστερούς και τους αναρχικούς της Δύσης. Η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύς του Λεβιάθαν που βρίσκεται στον Βορρά είναι παρούσα μέσα στη Βενεζουέλα και αποτελεί συνισταμένη για τη διαμόρφωση του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας. Είναι η επίγνωση αυτής της ισχύος που δίνει στον Γκουαϊδό την αυτοπεποίθηση να απευθύνει τελεσίγραφα στις ένοπλες δυνάμεις και να βάζει προθεσμίες στους στρατηγούς προκειμένου να αναγνωρίσουν την εξουσία του και να προσχωρήσουν στο δικό του στρατόπεδο.v

Το δίχως άλλο, οι αξιωματούχοι του μπολιβαριανού καθεστώτος είναι λαλίστατοι σε ότι έχει να κάνει με τον βρώμικο πόλεμο που έχουν εξαπολύσει οι ΗΠΑ ενάντια στη Βενεζουέλα, τις οικονομικές κυρώσεις που έχουν παραλύσει την οικονομία και τις απροκάλυπτες απόπειρες ανατροπής της κυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, είναι κάπως αδόκιμο για έναν αυτοαποκαλούμενο “επαναστάτη” να επιρρίπτει τις ευθύνες αποκλειστικά στον κακό ιμπεριαλιστή γείτονα και να τον χρησιμοποιεί σαν άλλοθι για όλες τις “ατέλειες” και τις αποτυχίες της διαδικασίας του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας που ο ίδιος έβαλε σε κίνηση. Είναι απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο ότι ένα μαζικό κίνημα που προσβλέπει να επιβάλει μια φιλολαϊκή πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση σε μια χώρα της Λ. Αμερικής, θα επισύρει την οργή και τις επιθετικές διαθέσεις όχι μόνο των ΗΠΑ, αλλά σύσσωμων των μηχανισμών που απαρτίζουν από κοινού το αποκεντρωμένο δίκτυο εξουσίας της υπερεθνικής ελίτ. Η κοινωνική απελευθερωτική θεωρία εμπεριέχει και μια γεωπολιτική διάσταση, πράγμα που οι ισπανοί αναρχικοί του μεσοπολέμου γνώριζαν και καταλάβαιναν πολύ καλά. Έτσι, στην μπροσούρα που είχε συγγράψει με θέμα τον αναρχικό κομμουνισμό στην Ιβηρική, ο αναρχικός γιατρός Ι. Πουέντε προχώρησε σε μια αναλυτική καταγραφή της πρωτογενούς και δυετερογενούς παραγωγής της τοπικής οικονομίας, έχοντας πλήρη συναίσθηση του γεγονότος ότι μια ενδεχόμενη επικράτηση των αναρχοκομμουνιστών σε Ισπανία και Πορτογαλία θα συνεπαγόταν σχεδόν αυτόματα την επιβολή οικονομικού και εμπορικού εμπάργκο, αν όχι την ένοπλη παρέμβαση των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων της εποχής.vi Το να ισχυρίζεται κάποιος ότι είναι διατεθειμένος να αγωνιστεί για την κοινωνική απελευθέρωση, χωρίς την ίδια στιγμή να περιμένει και να προετοιμάζεται για λυσσαλέα αντίδραση από εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις της θεσμισμένης ετερονομίας που ιστορικά υπήρξαν οι πιο ορκισμένοι κι αμείλικτοι εχθροί της, συνιστά πιο πολύ ιδεολογία, με την παραδοσιακή μαρξιστική έννοια της απόκρυψης ή διαστρέβλωσης της κοινωνικής πραγματικότητας, και λιγότερο “επαναστατική” θεωρία, με την έννοια ενός νοητικού εργαλείου που μας βοηθά να την κατανοήσουμε.

Η μονοσήμαντη ερμηνεία των γεγονότων από τη σκοπιά της επιρροής που ασκούν οι δομές του διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας στο “εσωτερικό” της Βενεζουέλας, στην πραγματικότητα αποκρύπτουν τις ευθύνες της ίδιας της μπολιβαριανής ηγεσίας για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Με το να είναι ανίκανοι, ή μάλλον απρόθυμοι, να υπερβούν τον ορίζοντα της ειρηνικής συνύπαρξης με τους καπιταλιστές μέσα στο θεσμικό πλαίσιο μιας μεικτής, σοσιαλδημοκρατικής οικονομίας, οι μπολιβαριανοί κρατιστές άφησαν το πολιτικό τους πείραμα για μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της βενεζουελάνικης κοινωνίας, εκτεθειμένο στο παρατεταμένο οικονομικό μποϋκοτάζ των καπιταλιστών στο εγχώριο αλλά και στο διεθνές επίπεδο. Οι καταστροφικές συνέπειες αυτής της συνύπαρξης είχαν σαν αποτέλεσμα την ολοένα και μεγαλύτερη αδυναμία της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει επαρκώς τα κοινωνικά προγράμματα ενδυνάμωσης και αναβάθμισης των υλικών συνθηκών διαβίωσης των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Μια συνθήκη που έχει οδηγήσει στην εξάπλωση της δυσαρέσκειας και της απογοήτευσης μέσα στις γραμμές του υποπρολεταριάτου (φτωχοί των πόλεων, αγρότες κι εργάτες γης στην ύπαιθρο, φυλές αυτοχθόνων), που συνιστά και το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνικής βάσης πάνω στην οποία στηρίχτηκε μέχρι σήμερα η “επαναστατική” διαδικασία στη Βενεζουέλα. Με άλλα λόγια, η βασική αδυναμία της “επανάστασης” στη Βενεζουέλα απορρέει από την κρατικιστική φύση της μπολιβαριανής “επαναστατικής” διαδικασίας, ότι πρόκειται για μια πολιτική, δηλαδή διευθυνόμενη από-τα-πάνω, και όχι για μια κοινωνική επανάσταση. Ο Μαδούρο γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν υπάρχει αστική εκλογική διαδικασία που θα αναδείξει νικητή το ενωμένο σοσιαλιστικό κόμμα της Βενεζουέλας και θα γίνει αποδεκτή από τους νεο-ιμπεριαλιστές επικυριάρχους της υπερεθνικής ελίτ. Εκείνο που θα διασφάλιζε τη συνέχιση της επανάστασης, ή μάλλον θα εγκαινίαζε ιστορικά την πρώτη, πραγματική της φάση, θα ήταν να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και να μεταφερθεί το σύνολο των οικονομικών πόρων κάτω απ’ τον άμεσο έλεγχο του συστήματος των κοινοτικών συνελεύσεων, το οποίο σήμερα φυτοζωεί. Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε από το μπολιβαριανό κράτος στην ουσία να αυτοκαταργηθεί στην πράξη. Πράγμα που σημαίνει ότι ο κρατικιστικός “σοσιαλισμός του 21ου αιώνα”, όπως αυτάρκεσκα αποκαλούν το κοινωνικό σύστημα της Βενεζουέλας ο Μαδούρο και οι παρατρεχάμενοι του, οδεύει προς τον αφανισμό του, όπως συνέβη και με τους κρατιστές προκατόχους του του προηγούμενου αιώνα.

i “Τόσο ψηλά είναι τα κτήρια,

Τίποτε δεν απομένει πια από την παιδική μου ηλικία,

Έχασα τον μικρό μου κηπάκο με τα τεμπέλικα σύννεφα του,

Εκεί που το φως άφηνε τα φτερά του να πέσουν,

Απαλές Αιγυπτιακές

Έχασα το όνομα μου και το όνειρο για ένα δικό μου σπίτι,

Αλύγιστοι σκελετοί κτισμάτων, ο ένας πύργος πάνω στον άλλο,

Τώρα κρύβουν το βουνό από τα μάτια μας.

Η φασαρία μεγαλώνει με τον θόρυβο από χίλια αυτοκίνητα να βουίζει στο κάθε αυτί,

Χιλιάδες ζευγάρια από τροχούς για το κάθε πόδι, όλα τους θανάσιμα.

Οι άνθρωποι τρέχουν να προλάβουν τη φωνή τους,

Αλλά οι φωνές τους έχουν φύγει,

Κυνηγώντας τα ταξί που τρέχουν μανιασμένα.

Πιο απόμακρο από την Θήβα, την Τροία, τη Νινευή,

Καράκας, που είσαι;

Έχασα την σκιά μου και την αίσθηση της πέτρας,

Τίποτα πια δεν απομένει απο την παιδική μου ηλικία.

Περιδιαβαίνω τώρα τους δρόμους της πόλης,

Σαν να ήμουν τυφλός, κάθε μέρα και πιο μόνος.

Η πόλη είναι πραγματική, ατρόμητη, φτιαγμένη από συμπαγές τσιμέντο.

Μονάχα η δική μου ιστορία είναι λάθος”.

Ε. Μοντέχο, Καράκας

ivVenezuela’s Caraczo: State Repression and Neoliberal Misrule, https://venezuelanalysis.com/analysis/11868.

vii I. Puente, Libertarian Communism, https://libcom.org/library/libertarian-communism.

Ο θρίαμβος της αποτυχίας

IMG_13612

Παρατήρησα κάτι σπάνιο σήμερα: Σέρβιραν μαρμελάδα με το τσάι και, παρεπιπτόντως, οι δεσμοφύλακες καρφώνουν τα μάτια τους στο φαγητό. Δείχνουν να το έχουν πιο πολύ ανάγκη απ’ ότι εγώ”.

Τετάρτη 4, ημερολόγιο απεργίας πείνας

Μπόμπυ Σαντς, Ημερολόγια της Φυλακής

Ένα από τα χαρακτηριστικά των πολιτικών ιδεολογιών είναι ότι βλέπουν τον κόσμο μέσα από την ύπαρξη αντίθετων πόλων και ότι εμπεριέχουν έναν φαντασιακό διαχωρισμό της κοινωνικής πραγματικότητας σε αντιμαχόμενες μερίδες οι οποίες, πολλές φορές, συνιστούν εκκοσμικευμένες εκδοχές των ιδεότυπων του “καλού” και του “κακού”. Αυτό συμβαίνει εξίσου στην περίπτωση τόσο των ετερόνομων, συστημικών ιδεολογιών, που αποδέχονται σαν δεδομένα το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και τις ιεραρχικές κοινωνικές δομές της θεσμισμένης ετερονομίας, όσο και ως προς τα αντισυστημικά προτάγματα που ανήκουν στην εναλλακτική ιστορική παράδοση της πολιτικής αυτονομίας και αμφισβητούν ρητά το κοινωνικό σύστημα και τις δομές που αναπαράγουν την άνιση κατανομή της δύναμης στο εσωτερικό του. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους δύο τρόπους σκέψης γύρω απ’ το κοινωνικό ζήτημα. Οι πολιτικές ιδεολογίες που αναπαράγουν την κοινωνική ετερονομία εκκινούν από μια προκαθορισμένη αντίληψη για την υπερκείμενη και αναλλοίωτη “φύση” του ανθρώπου και προχωρούν από εκεί για να διατυπώσουν τις βασικές ιδέες τους αναφορικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας. Φτιάχνουν έτσι ένα κοινωνικό σύστημα που οφείλει να είναι σταθερο και να αντέχει στον χρόνο, σε συμφωνία με τις σταθερές και απαράλλαχτες ιδιότητες της αφηρημένης φύσης του ανθρώπου, που δεν επηρεάζεται από τη διαβρωτική επίδραση του χρόνου ή από τις κοινωνικές μεταβολές που επιφέρει η ιστορική εξέλιξη. Στον πυρήνα του, στην κρυφή ουσία του που παραμένει αθέατη από τα γεγονότα που εκτυλίσσονται μπροστά μας, ο άνθρωπος παραμένει πάντοτε ο ίδιος.

Από την άλλη, οι αυτόνομες ιδεολογίες που θέτουν στο επίκεντρο της προβληματικής τους το ζήτημα της κοινωνικής αλλαγής, είναι υποχρεωμένες να αντικρούσουν τα ανθρωπολογικά συμπεράσματα της κυρίαρχης ιδεολογίας προκειμένου να διατυπώσουν ένα εναλλακτικό όραμα για τις αρχές πάνω στις οποίες θα πρέπει να βασίζεται η οργανωμένη κοινωνική συμβίωση. Αυτό συμβαίνει μέσω της υποβολής σε κριτική επεξεργασία των αναλυτικών κατηγοριών που δομούν την ετερόνομη κοινωνικοπολιτική θεωρία και της σταδιακής αποδόμησης τους, γι’ αυτό άλλωστε και η κοινωνική απελευθερωτική θεωρία πολλές φορές κατονομάζεται γενικά ως κριτική θεωρία. Με άλλα λόγια, οι ιδεότυποι του “καλού” και του “κακού” ενυπάρχουν εξίσου στον αυτόνομο τρόπο σκέψης, αλλά δεν αποτελούν σημείο εκκίνησης για την ιδεολογική ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Αντίθετα, στον βαθμό που μπορεί κανείς να μιλήσει για τέτοιους διαχωρισμούς στην αυτόνομη πολιτική θεωρία, αυτοί υπάρχουν μόνο σαν άτυπες, σχετικές κατηγορίες που συγκροτούνται δευτερογενώς έπειτα από την εξέταση των υλικών συνθηκών της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Συνιστούν μια “κωδική ονομασία”, ένα υλικό μέτρο για την αξιολόγηση των ταξικών δυνάμεων που εμπλέκονται στην κοινωνική πάλη, του ρόλου που μπορούν να επιτελέσουν στην εξέλιξη της και των κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται ανάμεσα τους. Δεν κρίνει αυτές τις σχέσεις σε σχέση μόνο με τον απώτερο σκοπό που επιζητά να φέρει σε πέρας, αλλά θέτει ως ζητούμενο τον ποιοτικό μετασχηματισμό τους στο σήμερα, την εδώ-και-τώρα αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων σαν το μέσο της ίδιας της κοινωνικής πάλης.

Ο Μπ. Ράσσελ είχε αναφερθεί κάποτε με σκωπτική διάθεση στην ακλόνητη πεποίθηση από την οποία εμφορούνταν οι επαναστάτες κάθε είδους, αναφορικά με την “ανώτερη αρετή” των καταπιεσμένων. Επανειλημμένα διαψεύστηκαν οι ευσεβεις πόθοι τους, όταν αποδείχτηκε ότι οι ρομαντικές αντιλήψεις που έκφραζαν για τις γυναίκες, τους φτωχούς, τα σκλαβωμένα έθνη, τους προλεταριους ουδέποτε μετουσιώθηκαν σε μια ευγενέστερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που δεν θα εμπεριείχε εξίσου τα στοιχεία της βίας, της ανισότητας και του καταναγκασμού. Ένα, ένα τα καταπιεσμένα υποκείμενα διακήρυξαν πως “η ανώτερη αρετή τους είναι ο λόγος που αυτά θα πρέπει να κατέχουν την εξουσία” και ανέλαβαν να δημιουργήσουν τα δικά τους εξουσιαστικά κρατικά μορφώματα, τα δικά τους συστήματα θεσμοποιημένης ανισοκατανομής της δύναμης.i Παραγνώριζαν έτσι, όπως άλλωστε έκανε και ο ίδιος ο Ράσσελ, ότι το πρόβλημα ήταν η ίδια η ύπαρξη της συγκεντρωτικής διακυβέρνησης και όχι το υποκείμενο που την ασκεί. Η κατεστημένη χριστιανική θρησκεία υπήρξε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, ο κυριότερος (και σαγηνευτικότερος) εκφραστής της ιδέας ότι η αρετή ήταν το αποκλειστικό προνόμιο των φτωχών και των καταπιεσμένων, ότι ανήκε δικαιωματικά σε αυτούς. Ο Ιησούς δεν ήταν αυτός που είπε ότι είναι “ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα που ανοίγει η βελόνα, παρά ο πλούσιος να μπει στη βασιλεία του θεού”; Αποδίδοντας ωστόσο στον Καίσαρα αυτά που του ανήκουν, κατέληξε σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα από αυτά που συνιστούν την πεμπτουσία των επαναστατικών προταγμάτων. Οι πάσης φύσεως αντιξοότητες αποτελούν την μήτρα της αρετής των φτωχών και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να ζητάμε να τις εξαλείψουμε. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να αναζητούν με μανία να υποβληθούν σε κάθε είδους κακουχία και μαρτύριο στο όνομα της πίστης τους, σαν μέσο για να διασώσουν την εκ προοιμίου “αμαρτωλή” ψυχή τους. Η θανατολαγνεία και μια μακάβρια, μισανθρωπική προσκόλληση στην εξαγνιστική επιρροή των πιο αποκρουστικών βασανιστηρίων της σάρκας, ήταν το αποτέλεσμα αυτής της διεστραμμένης λογικής της αυστηρά ατομικής “λύτρωσης”. Αλλά και η συλλογική λύτρωση που προκρίνουν οι μαρξιστές ιδεολόγοι δεν υπολείπεται σε παραλογισμό, εφόσον αναγνωρίζει στο προλεταριάτο μια έμφυτη, συλλογική αρετή που έχει την καταγωγή της στις αντίξοες κοινωνικές συνθήκες της θεσμοποιημένης υποτέλειας του. Υποπίπτουν έτσι σε μια αντίφαση, επιθμώντας διακαώς να καταργήσουν εκείνες τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που συντελούν στη διαμόρφωση της “ανώτερης ηθικής” των εκμεταλλευόμενων τάξεων.

Ίσως απ’ την άλλη, η αντίφαση να μην έγκειται στην επιθυμία για λύτρωση ως τέτοια, αλλά στον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητή αυτή η επιθυμία και στο πολιτικό περιεχόμενο που αποκτά μέσα στο πλαίσιο της επαναστατικής θεωρίας, και ειδικότερα της θεωρίας του μαρξισμού. Ο ριζοσπάστης θεολόγος Τζ. Κόουν είχε γράψει ότι από την ιστορική εμπειρία της ταξικής καταπίεσης και φυλετικού εξανδραποδισμού των μαύρων στις ΗΠΑ είχε προκύψει, με τρόπο που ήταν σχεδόν ανεξήγητος, κάτι το ανυπέρβλητα όμορφο κι ευγενές. Απ’ όλη αυτή τη διάχυτη ασχήμια, το απερίγραπτο μαρτύριο των σκλάβων, ξεπρόβαλε σε όλο της το μεγαλείο η μαύρη απελευθερωτική κουλτούρα, οι μουσικές μπλουζ και γκόσπελ, οι ριζοσπαστικές πολιτικές και ταξικές αναλύσεις του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, η μαύρη θεολογία της απελευθέρωσης.ii Η κουλτούρα αυτή τη απελευθέρωσης εμπεριείχε εντός της μια συμβολική αναπαράσταση της κοινωνικής πραγματικότητας, σύμφωνα με την οποία οι ρόλοι αντιστρέφονται και τα θύματα που γίνονται αποδέκτες της απάνθρωπης συστημικής βίας είναι οι πραγματικοί “νικητές”, εκείνοι που αποτελούν τους ενσώματους φορείς της χαμένης ηθικής συνείδησης της ετερόνομης κοινωνίας. Από αυτήν τη σκοπιά, η κτηνώδης βία του συστήματος της θεσμισμένης ετερονομίας απανθρωπίζει τους ίδιους τους εξουσιαστές και όχι αυτούς που βρίσκονται κάτω από την εξουσία τους.

Παρομοίως, όταν ο Μπόμπυ Σαντς περιγράφει στα “Ημερολόγια της Φυλακής” την απάνθρωπη μεταχείριση που υπέμεινε στα χέρια των δεσμοφυλάκων και των βασανιστών στα Μπλοκ-Η, έχει κανείς την αίσθηση ότι γίνεται μάρτυρας από δεύτερο χέρι ενός ταξιδιού προς την ατομική αυτοπραγμάτωση και όχι προς τη λύτωρση, διότι η λύτρωση που επιζητά ο Σαντς είναι συλλογική.iii Αφορά τον εξεγερμένο λαό του και όχι τον ίδιο. Αισθανόμαστε την ανάγκη να διαφυλάξουμε σαν κόρη οφθαλμού την ιδιόχειρη καταγραφή αυτού του μαρτυρίου, του ταξιδιού του Σαντς όλο και πιο βαθιά μέσα στους επτά κύκλους της κόλασης, διότι μέσα από την κάθοδο στη βαναυσότητα που τον περιβάλλει, ο Σαντς μας φανερώνει τα διδάγματα που θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη κάθε πολιτικό πρόταγμα που έχει σαν σημείο αναφοράς του τον ευγενή στόχο της καθολικής κοινωνικής απελευθέρωσης. Το δικό του μαρτύριο, τα βασανιστήρια που υπομένει με καρτερικότητα χωρίς να έχει την έλπιδα ότι οι Άγγλοι θα υποχωρήσουν, φωτίζει καθαρά το δικό μας μέλλον. Όπως το έθεσε κι ένας σύντροφος του, πρόκειται για τον θρίαμβο της αποτυχίας. Αυτός είναι και ό λόγος που όλοι μας θα θέλαμε να διαβάσουμε τα ημερολόγια φυλακής ενός ρεπουμπλικάνου ιρλανδού κρατούμενου, αλλά κανείς δεν θα ήθελε να χαραμίσει ούτε μισό λεπτό από τη ζωή του για να διαβάσει το ημερολόγιο που θα μπορούσαν να έχουν γράψει οι βασανιστές του. Εκείνοι είναι κομπάρσοι της ιστορίας, ελάσσονες προσωπικότητες που υπάρχουν μόνο χάρη στο ηθικό μεγαλείο του υποτιθέμενου “θύματος” τους. Εκείνος αγωνίζεται για κάτι που διάλεξε ο ίδιος, εκείνοι απλώς “κάνουν τη δουλειά που άλλοι τους είπανε να κάνουν”.

Το δίδαγμα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να είναι άλλο από την “επαναστατική αγάπη”, με τα λόγια της Χούρια Μπουτέλτζα. Γράφει η γαλλο-αλγερινή ακτιβίστρια: “Εσείς [οι λευκοί προλετάριοι] πάντοτε μας προσπερνάτε και τις πιο πολλές φορές δεν μας βλέπετε καν. Δεν πιστεύω πια ότι αυτή η σειρά των χαμένων ευκαιριών για μια συνάντηση ανάμεσα σε σας και τους μετανάστες οφείλεται σε σύμπτωση. Αρχίζω να καταλαβαίνω ότι μια πραγματική συνάντηση μπορεί μόνο να πραγματοποιηθεί εκεί όπου διασταυρώνονται τα κοινά και αμοιβαία συμφέροντα μας – εκεί που υπάρχει ο φόβος του εμφυλίου πολέμου και του χάους – το σημείο όπου οι φυλές μπορούν να αφανίσουν η μία την άλλη, αλλά που ακόμα είναι δυνατό να φανταστούμε την ίση αξιοπρέπεια μας.Επειδή έχω την τάση να ενδίδω στους συναισθηματισμούς, αναρωτιέμαι μήπως αυτό δεν είναι ένας χώρος όπου μπορεί να κάνει την εμφάνιση της η αγάπη. Η επαναστατική αγάπη. Οι ρομαντικές ψυχές θα πουν ότι η αγάπη είναι πάντοτε ανιδιοτελής. Ακριβώς. Πώς μπορούμε να οραματιστούμε αγάπη μεταξύ μας, αν τα προνόμια του ενός εξαρτώνται από την καταπίεση του άλλου”;iv Έτσι, η “αγάπη” δεν νοείται εδώ σαν παραχάραξη του καθεστωτικού χριστιανισμού που προτρέπει το θύμα να γυρίσει και το άλλο μάγουλο, αλλά με την έννοια της ταξικής αλληλεγγύης ανάμεσα στους καταπιεσμένους και της κοινωνικής πάλης για την κατάργηση των κοινωνικών ρόλων του αιχμάλωτου και του δεσμοφύλακα, του βασανιστή και του θύματος του. Της συγκρότησης ενός αντισυστημικού πολιτικού προτάγματος για τον καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας που θα βάλει τέλος στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αν υπάρχει ένας θησαυρός κρυμμένος μέσα στη φρικτή εμπειρία των ανθρώπων που υποφέρουν από τη φτώχεια και την καταπίεση, είναι ότι μόνο έτσι μπορούμε να μάθουμε για την ανθρώπινη ζωή σαν υπέρτατη αξία. Μόνο ερχόμενη αντιμέτωπη με εκείνους τους ανθρώπους που ταπεινώθηκαν και υποβιβάστηκαν στο επίπεδο του αντικειμένου της αντεστραμμένης ηδονής του σαδισμού, η ανθρωπινότητα μας εξέρχεται από την ύπνωση και εξεγείρεται. Οι ορδές των Μογγόλων βαρβάρων που προελαύνουν ασταμάτητες σφάζοντας και μακελεύοντας, κανέναν λόγο δεν είχαν ποτέ για να σταματήσουν και να αναρωτηθούν για την αξία της ζωής των ηττημένων. Οι ισραηλινοί που δεν είχαν χάσει ούτε έναν πόλεμο μέχρι το 2006, τι λόγο θα είχαν αλήθεια για να προβληματιστούν γύρω απ’ το αν οι Άραβες δεν υπάρχουν απλώς για να χρησιμεύουν σαν κρέας για τα κανόνια τους;

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι Παλαιστίνιοι είναι μια φυλή ανθρωπιστών αγγέλων. Όπως και με τους Ιρλανδούς του Μπόμπυ Σαντς, το ηθικό πλεονέκτημα τους προέρχεται από το γεγονός της υποδούλωσης τους, από τη σχέση απόλυτης αδυναμίας ως προς τους καταπιεστές τους. Πόσο αλήθεια μεγαλείο ψυχής και μια σχεδόν υπεράνθρωπη ικανότητα αποστασιοποίησης και αναστοχασμού πάνω σε ένα ολοκληρωτικά προσωπικό μαρτύριο θα χρειαζόταν προκειμένου να απαρνηθούν οι Ιρλανδοί και οι Παλαιστίνιοι την αρχέγονη παρόρμηση για εκδίκηση και να ρίξουν το βάρος της πολιτικής δραστηριότητας τους στη δημιουργία μιας κοινωνίας που θα επέτρεπε να ζήσουν δίπλα, δίπλα, ειρηνικά και σαν ίσοι με τους δυνάστες τους. Ίσως πάλι η επιθυμία για εκδίκηση να είναι μια δημιουργική επιθυμία. Ίσως είναι το πρώτο βήμα για την ανατροπή του ετερόνομου κοινωνικού συστήματος, αλλά σίγουρα δεν είναι το τελευταίο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάρουμε το μέρος του αδύναμου, να συνταχθούμε με εκείνον που υποφέρει, αν γνωρίζουμε από πριν ότι η ίδια αδικία πρόκειται να επαναληφθεί με αντεστραμμένους ρόλους μετά την απελευθέρωση του.

Στο όνομα της κακομεταχείρισης που υφίστανται, οι Παλαιστίνιοι δεν μπορούν να κάνουν επίκληση στο ηθικό δικαίωμα τους να καταπιέσουν τους ισραηλινούς Εβραίους. Όπως και οι Εβραίοι του Ισραήλ δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα να διεξάγουν γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστίνιων εδώ και εκατό περίπου χρόνια, επειδή οι ναζιστές προσπάθησαν να εξοντώσουν τους Εβραίους στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η αρετή ανήκει στους καταπιεσμένους εφόσον εκείνοι δεν επιθυμήσουν ποτέ να πάρουν οι ίδιοι τη θέση του καταπιεστή. Το στοίχημα που βάζει από τη γένεση του κάθε επαναστατικό πρόταγμα είναι αν θα μπορέσει να υπερβεί τη διαλεκτική της βίας που συνεπάγεται η προσπάθεια για την ανατροπή του καθεστώτος και την αντισυστημική αλλαγή. Αν θα μπορέσει να ξεπεράσει τη λογική του εμφυλίου πολέμου που θα εξαπολύσουν εναντίον του οι συστημικές ελίτ. Πώς θα μπορούσε ο Μπ. Σαντς να τείνει χείρα φιλίας προς τα ανθρωπόμορφα κτήνη που κακοποίησαν τον ίδιο και τους συντρόφους του στη φυλακή; Παρ’ όλα αυτά, εκεί ακριβώς έγκειται και η χειραφετική διάσταση του προτάγματος της κοινωνικής απελευθέρωσης, στο ότι μας απαλλάσσει από την ανάγκη μιας εξατομικευμένης “σωτηρίας”, με την μορφή της μνησίκακης και εκδικητικής “δικαιοσύνης” του Ιησού του Ναυή, διαμέσου της συλλογικής λύτρωσης που έρχεται με την υπόσχεση της ταξικής απελευθέρωσης και την κατοχύρωση της αυτονομίας του κοινωνικού υποκειμένου. Με άλλα λόγια, μας δίνει στην πράξη μια ευκαιρία να φανούμε περισσότερο (ηθικά) μεγαλοπρεπείς απ’ όσο πραγματικά είμαστε.

iB. Russell, Unpopular Essays, (Routledge) σελ. 61.

iiCh. Hedges, The Heresy of White Christianity, https://www.truthdig.com/articles/the-heresy-of-white-christianity/.

iiiΜπ. Σαντς, Ημερολόγια της Φυλακής (Καινά Δαιμόνια).

ivH. Bouteldja, Whites, Jews, and Us (semiotexte) σελ. 49-50.