Ο εγωιστής Άγριος

5vXPp

Αν αγωνιζόμαστε για την κομμουνιστική αναρχία, δεν είναι για να καταργήσουμε τον πλούτο, αλλά την φτώχεια”.

Έριχ Μύζαμ, Γερμανός αναρχικός

Στα παραδοσιοκρατικά συστήματα κοινωνικής οργάνωσης, οι θεσμισμένες ιεραρχίες υπάρχουν αφ’ εαυτών ή χρωστούν την ύπαρξη τους στη θέληση μιας υπερφυσικής δύναμης που βρίσκεται έξω και πέρα από αυτές. Η μακροβιότητα ενός θεσμού και η εμπέδωση της ύπαρξης του με την μορφή των παραδόσεων και της εθιμοτυπίας που εκπηγάζει απ’ αυτόν, αρκεί για να καθοσιώσει τις δομές ανισοκατανομής της δύναμης και να τις περιβάλλει με την αίγλη του “ιερού” και αδιαμφισβήτητου.i Με αυτόν τον τρόπο, η ετερόνομη κοινωνική ολότητα αποκτά ξεχωριστή υπόσταση, αυτονομείται από τα μέλη της και τα επικαθορίζει. Έτσι, στην μεσαιωνική ουτοπία του ποιητή Νοβάλις ο πρίγκηπας-ιππότης είναι εξορισμού πρότυπο θάρρους, εντιμότητας και αυταπάρνησης, ενώ στην αυστηρή ιεραρχία των καστών που επικρατεί στην Ινδία, οι απόβλητοι ντάλιτ είναι από τα πριν στιγματισμένοι και αντιμετωπίζονται σαν ανθρώπινα σκουπίδια από τα στρώματα που προσδιορίζονται ως “ανώτερα” με βάση τη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία.ii Μέχρι πρόσφατα, ακόμη και στις ΗΠΑ των θεσμοποιημένων φυλετικών διακρίσεων, η μαρτυρία ενός νέγρου στο δικαστήριο είχε μειωμένο ηθικό βάρος σε σύγκριση με αυτήν ενός λευκού και ανάμεσα στις δύο πάντοτε υπερίσχυε η μαρτυρία του τελευταίου.

Βλέπουμε λοιπόν πως το στοιχείο που ενυπάρχει από κοινού στα παραδοσιοκρατικά συστήματα είναι ότι κάποιες ιδιότητες και ποιοτικά γνωρίσματα του χαρακτήρα αποδίδονται εκ προοιμίου στο άτομο εξαιτίας της κοινωνικής καταγωγής του. Τουναντίον, στην μοντέρνα πολιτική θεωρία, οι ταξικές διακρίσεις ερμηνεύονται ως το φυσικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της διαφορετικότητας που παρατηρείται μεταξύ των επιμέρους ατόμων. Από αυτή την άποψη, οι ταξικές ιεραρχίες είναι μια ανάγλυφη αποτύπωση της διαφορετικότητας που συναντά κανείς στη φύση κι εκφράζουν ως επί το πλείστον την άνιση κατανομή σε “προτερήματα” κι “ελαττώματα”, τις έμφυτες διαφορές στο επίπεδο της ευφυϊας, την ικανότητα για λογική επεξεργασία και την εγγενή χαρακτηροδομή του κάθε υποκειμένου. Με άλλα λόγια, ισοδυναμούν με την αποκρυστάλλωση αυτού που ο Μ. Ρόθμπαρντ αποκαλούσε “δίκαιη ιεραρχία”, η οποία διασφαλίζει και αναπαράγει τη “φυσική” ηγεσία που αποτελείται από τους επιφανέστερους σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας.iii Στην πρώτη περίπτωση, αυτήν της παραδοσιοκρατικής, “οργανικής” κοινότητας, η ολότητα απορροφά εξολοκλήρου κι επικαθορίζει το άτομο. Όπως γράφει ο Α. Ντε Μπενουά, “με μια λέξη, κάθε τι που αποτελεί το ζωντανό περιβάλλον του [ατόμου], και περιστοιχίζει την ύπαρξη του, δεν επιβάλλεται σε αυτό απ’ έξω, αλλά αντίθετα, πρέπει να ειδωθεί σαν συστατικό στοιχείο του εαυτού του”.iv Τα υποτελή κοινωνικά στρώματα είναι νοητά μονάχα στο πλαίσιο των θεσμοποιημένων σχέσεων τους με τα υπόλοιπα μέρη της ετερόνομης ολότητας, σαν κομμάτι δηλαδή ενός ευρύτερου συνόλου. Δεν υπομένουν την καταπίεση σαν μια ολέθρια δύναμη που ασκείται από-τα-έξω και παραμορφώνει τον αγνό, ανθρώπινο τους πυρήνα. Είναι οι ίδιοι αυτή η καταπίεση, την ενσαρκώνουν στον τρόπο με τον οποίο κατανοούν τον εαυτό τους και αυτοπροσδιορίζονται. Ωστόσο, στη δεύτερη περίπτωση, η αστική πολιτική θεωρία εισήγαγε μια τραυματική ρήξη στο επίκεντρο αυτής της δυστοπικής αρμονίας, μεταθέτοντας το άτομο ως τέτοιο και τις ανάγκες του στην αφετηρία της αντίληψης που έχει για την κοινωνία. Αναγνώρισε έναν ξεχωριστό πυρήνα στην ατομικότητα, μια αυθύπαρκτη διάσταση που δεν ανάγει το άτομο στο άθροισμα των κοινωνικών σχέσεων που το συναποτελούν, αλλά του επιτρέπει να εξεγερθεί εναντίον τους και να τις αναμορφώσει σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες και ανάγκες.

Παρ’ όλα αυτά, η μπουρζουαζία θέλησε να απελευθερώσει το άτομο μόνο και μόνο και για να το αλυσοδέσει ξανά με τα δεσμά της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι οι άτυπες ιεραρχίες του συστήματος της οικονομίας της αγοράς συγκροτούνται εξαιτίας της δραστηριότητας μιας “φυσικής” ηγεσίας, στα χέρια της οποίας η ανθρωπότητα οφείλει να εναποθέσει πρόθυμα τις τύχες της, η θεσμοποίηση αυτής της ηγεσίας και η μετουσίωση της έμφυτης ανώτερότητας της σε θεσμοποιημένη σχέση άνισης κατανομής της δύναμης, έχει σαν αποτέλεσμα την “αντικειμενική”, συστημική αναπαραγωγή της υπεροχής της ηγετικής τάξης ανεξάρτητα από τα ατομικά χαρακτηριστικά του υποκειμένου. Όπως πολύ όμορφα το είχε θέσει ο Μπακούνιν, “’Οταν υπάρξει ισότητα από την αρχή, για όλους τους ανθρώπους της γης, τότε – διατηρώντας πάντοτε τα βασικά δικαιώματα της αλληλεξαρτήσεως, τα οποία είναι οι βασικοί συντελεστές των κοινωνικών εξελίξεων: ως λ.χ. της ανθρώπινης νοήσεως και των υλικών αγαθών – μόνον τότε θα δυνηθούμε να ειπούμε με μεγαλύτερη βασιμότητα από ότι άλλοτε, ότι το καθένα άτομο είναι παράγωγο των έργων του”.v

Εξάλλου, απογυμνώνοντας το άτομο από το περιεχόμενο των κοινωνικών σχέσεων του, η πολιτική θεωρία των μπουρζουάδων δεν δημιούργησε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θα συνέβαλλε στη χειραφέτηση του κοινωνικού υποκειμένου, αλλά περισσότερο πέτυχε να βυθίσει το νοητικό κατασκεύασμα της μέσα σ’ ένα οντολογικό κενό. Έτσι, το άτομο μετατρέπεται σε μια αφηρημένη οντότητα που ενυπάρχει μόνο μέσα στα μυαλά των πολιτικών φιλοσόφων και είναι προορισμένη να βρίσκεται πάντοτε σε διαρκή πόλεμο, όχι με μια ορισμένη μορφή οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά με την οργανωμένη κοινωνική συμβίωση ως τέτοια, την οποία εκλαμβάνει σαν καταστρατήγηση της προϋπάρχουσας ελευθερίας του. Η α-κοινωνικότητα του ατόμου όπως την εννοεί η μπουρζουάδικη πολιτική θεωρία, η ολοκληρωμένη ύπαρξη του δηλαδή ως εξατομικευμένη μονάδα απαλλαγμένη από κάθε κοινωνική εξάρτηση και δέσμευση, είναι μονάχα φαινομενική. Η “αυτάρκεια” που προσιδιάζει στο υποκείμενο στη φυσική κατάσταση του, μετουσιώνεται σε στάση καθαρά αντικοινωνική μόλις ο “εγωιστής άγριος” της μπουρζουαζίας αποφασίσει να εισέλθει εις κοινωνία με τους συνανθρώπους του. Με αυτο εννοούμε ότι ο εγωιστής άγριος δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να δει την κοινωνία σαν το πεδίο για την επιβολή και άσκηση της κυριαρχίας του. Σαν μια καταναγκαστική ένωση την οποία έχει κάθε λόγο να καθυποτάξει και να τη χρησιμοποιήσει για την εκπλήρωση των επιθυμιών του και την εξυπηρέτηση των ατομικών του συμφερόντων, μιας και αδυνατεί από τη φύση του να διευρύνει τον ορισμό του προσωπικού του συμφέροντος και να μην συγχέει τον εύλογο κανόνα “προσέχω τον εαυτό μου”, με την αλαζονική, ατομιστική παραφθορά, “προσέχω μόνο τον εαυτό μου”.

Αυτός άλλωστε είναι και ο μοναδικός λόγος που θα μπορούσε να εξηγήσει ικανοποιητικά το γεγονός ότι έξαφνα ο ατομιστής άγριος, ο οποίος ζούσε ευδαίμων, αυτάρκης και αυτόνομος στην υπέροχη απομόνωση του, αποφάσισε μάλλον ανεξήγητα, να εγκαταλείψει αυτή την ιδανική φυσική κατάσταση και να υποβάλλει τον εαυτό του στα δεινά που επιφυλάσσει η κοινωνική συναναστροφή με άλλα μέλη του ανθρώπινου γένους. Το “α-κοινωνικό” λοιπόν άτομο που έχει τον εαυτό του σαν μοναδικό σημείο αναφοράς μεταμορφώνεται αίφνης στο κυριαρχικό, εξουσιαστικό άτομο. Η ανύψωση της ατομικότητας σε υπέρτατη αξία είναι σε αυτό το πλαίσιο ψευδεπίγραφη, διότι δεν αφορά την ατομικότητα όλων, αλλά την ατομικότητα μιας ισχυρής μειοψηφίας, μιας συστημικής ελίτ που αυτοκαθορίζεται ετεροκαθορίζοντας όλους τους υπόλοιπους.

Ούτε υπάρχει κάποιος αντικειμενικός λόγος που θα πρέπει το άτομο να βρίσκεται μόνιμα σε μια κατάσταση εξέγερσης ενάντια στις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης του. Διαφορετικά, η εξέγερση του είναι μια άσκηση στην ματαιότητα, ένας πόλεμος που δεν μπορεί να κερδηθεί, μια συνθήκη που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την μετάβαση από τη σφαίρα της ονειροφαντασίας σε αυτή της κοινωνικής πραγματικότητας. Θα μπορούσαμε εδώ να δανειστούμε τα λόγια του ίδιου του φανατικού υπέρμαχου της ανισότητας Ρόθμπαρντ και να τα στρέψουμε εναντίον του λέγοντας ότι: “[…] εφόσον ένας ηθικός στόχος παραβιάζει τη φύση του ανθρώπου και/ή του σύμπαντος, και συνακόλουθα, δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη, τότε πρόκειται για ένα κακό ιδανικό και θα πρέπει να απορριφτεί σαν στόχος. Αν ο ίδιος ο στόχος είναι εκείνος που παραβιάζει τη φύση του ανθρώπου, τότε είναι κακή ιδέα να εργαστούμε προς την κατεύθυνση της πραγματοποίησης αυτού του στόχου”.vi Η διεκδίκηση της ελευθερίας του ατόμου είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τις τεμαχισμένες και καλά οριοθετημένες “ατομικές ελευθερίες” που μεταχειρίζεται σαν ευρέως διαδεδομένο σύνθημα η πολιτική ορολογία του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι πρόκειται για έννοιες αντιθετικές, εφόσον η αναγκαία συνθήκη για την ελευθερία του κοινωνικού ατόμου είναι η κατάργηση της συγκεντρωτικής εξουσίας, ενώ στον βαθμό που οι ατομικές ελευθερίες δεν αμφισβητούν την ύπαρξη της εξουσίας αυτής καθ’ εαυτής, μπορούν τελικά να πραγματωθούν στο κοινωνικό πεδίο μονάχα αν διεκδικήσουν και αποκτήσουν το μερίδιο από την εξουσία που τους αναλογεί. Όπως και να ‘χει, η ελευθερία του κοινωνικού ατόμου είναι νοητή μόνο όταν αποδίδει ένα θετικό περιεχόμενο στους κοινωνικούς όρους της ύπαρξης. Όταν εγείρει ξεκάθαρες αξιώσεις αναφορικά με το υλικο υπόβαθρο της συλλογικής συμβίωσης της κοινωνίας, αντί να διατυπώνει μονοσήμαντα αρνητικά αιτήματα για τον περιορισμό της εμβέλειας της διακυβέρνησης.

Εξάλλου, ήταν ο Μπακούνιν αυτός που κάποτε σχολίασε ειρωνικά ότι όλοι οι μπουρζουάδες ήταν κατά βάθος “αναρχικοί”. Επιθυμούσαν διακαώς να περιοριστεί το κράτος αυστηρά στα καθήκοντα που έχουν να κάνουν με την αστυνόμευση και την καταστολή και να αφεθούν κατόπιν ανενόχλητοι για να εκμεταλλευτούν τους συνανθρώπους τους όπως εκείνοι νομίζουν καλύτερο. Έγραφε επί λέξη ο Μπακούνιν ότι η μπουρζουαζία, η “τόσο πολυάριθμη και αξιοσέβαστη αυτή τάξη δεν θα επιθυμούσε τίποτα περισσότερο από το να δώσει στον εαυτό της το δικαίωμα, η μάλλον το προνόμιο, της πιο πλήρους αναρχίας. Ολόκληρη η κοινωνική της οικονομία, η πραγματική βάση της πολιτικής της ύπαρξης, δεν έχει όπως ξέρουμε νόμο άλλον από την αναρχία, που διατυπώνεται με τα παρακάτω λόγια που έχουν γίνει περίφημα: ‘Laissez faire et laissez passer”. Αγαπά, όμως, την αναρχία αυτήν μόνο για τον εαυτό της και υπό τον όρο ότι οι μάζες, ‘που παραείναι αμαθείς για να την χαρούν δίχως να της κάνουν κατάχρηση’, θα μένουν υποταγμένες στην πιο στυγνή πειθαρχία του κράτους”.vii Πράγματι, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς παρέχει το ιδανικό πεδίο δράσης για τη διαμόρφωση και αναπαραγωγή των άτυπων ιεραρχιών που ο Τζέφερσον ονόμαζε “φυσική αριστοκρατία” και διαχωρίζουν την ανθρωπότητα σε έχοντες και μη-έχοντες, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους. Οι συνήγοροι της κυριαρχίας όπως ο Νίτσε, ο Γκ. Λε Μπον και ο Ορτέγκα-υ-Γκασσέτ, έχουν κατά καιρούς κατηγορήσει τους προλετάριους για έπαρση, φθόνο και ασέβεια προς τις ανώτερες τάξεις.viii Οι μάζες των καταπιεσμένων αδυνατούν να αποδεχτούν στωικά την κατωτερότητα τους. Φθονούν την ευημερία που βλέπουν ολόγυρα τους να τους περιστοιχίζει, χωρίς όμως ποτέ να τους περιλαμβάνει. Μην μπορώντας να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις για να αποκτήσουν μερίδιο από όλη αυτή την αφθονία, ή για να δημιουργήσουν καινούριο πλούτο με τα δικά τους μέσα και τις δικές τους προσπάθειες, οι υποτελείς στρέφονται προς εκείνες τις δηλητηριώδεις και λαϊκίστικες πολιτικές δοξασίες που τους χαϊδεύουν τα αυτιά και τους διαβεβαιώνουν – άκουσον, άκουσον! – πως έχουν κι αυτοί δικαίωμα να αποκτήσουν μερίδιο από τον πλούτο που δημιούργησαν άλλοι, οι “πρωτοπόροι”.

Μολαταύτα, τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει σε αυτούς τους θεωρητικούς του κανιβαλισμού ότι αν η πολύ δουλειά είναι ο βασικός λόγος που γίνεται κανείς πλούσιος, τότε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας που μοχθεί καθημερινά θα έπρεπε να ζει στην αφθονία. Στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς ο πλούτος και η ευημερία του ενός προϋποθέτει, και την ίδια στιγμή συνεπάγεται, τη φτώχεια και τον ετεροκαθορισμό του άλλου. Πρόκειται δηλαδή για μια ιεραρχική σχέση στην οποία εισέρχονται τα δύο μέρη, υποτίθεται με τη θέληση τους, και αναπαράγει διά της λειτουργίας της την άνιση κατανομή της οικονομικής δύναμης μεταξύ τους. Η συσσώρευση πλούτου και η συγκέντρωση δύναμης δεν μπορούν να είναι το αποτέλεσμα της προσωπικής εργασίας κάποιου. Μπορεί μονάχα να προέλθει σαν το συγκεντρωτικό αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης της εργασίας περισσότερων ανθρώπων από τον ίδιο τον καπιταλιστή. Για να το πούμε διαφορετικά, ο καπιταλιστής είναι εκείνος που ιδιοποιείται το προϊόν της συνολικής εργασίας που επιτελείται στο όνομα του και τον υπερβαίνει. Για να το πετύχει αυτό, εγείρει κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στα μέσα της παραγωγής που κι αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από το τελικό προϊόν της προηγούμενης συλλογικής δραστηριότητας της κοινότητας. Μέσω του νομικού και πολιτικού καθεστώτος που κατοχυρώνει την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, οι εργαζόμενοι αποκόπτονται και αλλοτριώνονται από το τελικό προϊόν της συλλογικής εργασίας που έχουν επιτελέσει και εξαναγκάζονται να εισέλθουν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον καπιταλιστή.ix Με αυτόν τον τρόπο, η ευημερία του καπιταλιστή συνεπάγεται την υποτέλεια και την εξάρτηση των προλετάριων. Από την εργασία του κάποιος θα μπορούσε να ζήσει ακόμη και με κάποια σχετική άνεση. Για να γίνει όμως πλούσιος, για να καταλάβει μια θέση στην οικονομική ελίτ του συστήματος, είναι εξορισμού υποχρεωμένος να υποδουλώσει τους συνανθρώπους του, να τους μετατρέψει σε άβουλα εξαρτήματα στη δική του μηχανή της παραγωγής. Ο αναρχικός ακαδημαϊκός Φ. Ντουπουί έχει περιγράψει αυτή την άνιση σχέση ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις ως εξής: “Η αστική τάξη απαρτίζεται από κλέφτες με κουστούμι και γραβάτα που ζουν μέσα σε μια χλιδή η οποία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο αν οι άλλοι δουλεύουν για να παράγουν πλεόνασμα. Αυτό είναι εκμετάλλευση: να ασκείς εξουσία στους άλλους για να τους κάνεις να δουλεύουν για λογαριασμό σου, να δουλεύουν περισσότερο απ’ όσο το χρειάζονται οι ίδιοι. Αυτό το πλεόνασμα εργασίας επιτρέπει την παραγωγή ενός πλούτου που δεν τον καρπώνονται όσοι και όσες τον παράγουν, αλλά οι μέτοχοι, τα αφεντικά – με μια λέξη, η οικονομική ελίτ”.x Και προκειμένου να αυξάνει το ποσοστό κερδοφορίας του, να γίνεται δηλαδή ακόμη πιο πλούσιος, ο καπιταλιστής είναι αναγκασμένος εξαιτίας της αέναης κίνησης των “αντικειμενικών” νόμων λειτουργίας του συστήματος, είτε να αποβάλλει ολοένα και μεγαλύτερη ποσότητα ζωντανής εργασίας από τη διαδικασία της παραγωγής, ή να επιδεινώνει διαρκώς τους όρους της μισθωτής σχέσης σε βάρος του εργαζόμενου.

Πρόθεση μας σίγουρα δεν είναι να επιχειρήσουμε μια ελευθεριακή ανασκευή της μαρξιστικής θεωρίας της αξίας, ούτε να επιδοθούμε σε ασκήσεις κακής μαρξιστικής μεταφυσικής. Εκείνο που προσπαθούμε να καταδείξουμε είναι ο συστημικός χαρακτήρας της ανισοκατανομής της δύναμης που αναπαράγεται από το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι ο καπιταλισμός παράγει πλούτο κι έχει οδηγήσει σε μια δυσθεώρητη μεγένθυση των παραγωγικών δυνάμεων, που από μόνη της είναι μια αντικειμενική εξέλιξη η οποία κυοφορεί σημαντικές χειραφετικές προοπτικές για την ανθρωπότητα συνολικά. Την ίδια άλλωστε αξιοσημείωτη ικανότητα στην μαζική παραγωγή κοινωνικού πλούτου επέδειξε και ο κρατικός σοσιαλισμός κατά τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης του, τη φάση της εκβιομηχάνισης και του οικονομικού εκσυγχρονισμού των κεντρικά σχεδιασμένων οικονομιών. Μολαταύτα, το πραγματικό ζήτημα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο διαμοιράζεται αυτός ο κοινωνικός πλούτος, αν τα ωφελήματα της οικονομικής μεγέθυνσης είναι διαθέσιμα για όλους κι αν όλοι έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν τις υλικές συνθήκες της κοινωνικής τους ύπαρξης σαν αποτέλεσμα της εξέλιξης και των καινοτομιών που λαμβάνουν χώρα στη σφαίρα της τεχνολογίας και των τεχνικών μέσων της παραγωγής. Διαφορετικά, θα είμασταν υποχρεωμένοι να συμφωνήσουμε με εκείνον τον οικονομολόγο του 18ου αιώνα που παραθέτει ο Πολάνυϊ και ο οποίος λίγο, πολύ δεν δίστασε να ισσχυριστεί ότι, “ο πλούτος ενός έθνους είναι ανάλογος με τον πληθυσμό του και τη φτώχεια του”.xi

Ήδη, σύμφωνα με τη συνταρακτική έκθεση που εξέδωσε η καθολική φιλανθρωπική οργάνωση Oxfam γύρω από το ζήτημα της παγκόσμιας ανισότητας, το πλουσιώτερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού καρπώθηκε το 82% του πλούτου που παράχθηκε από τη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς το 2017. Την ίδια στιγμή, ο πλούτος που βρίσκεται στην κατοχή του φτωχότερου μισού του πληθυσμού του πλανήτη, γύρω στα 3,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι, δεν σημείωσε την παραμικρή αύξηση. Επιπλέον, ο πλούτος των δισεκατομμυριούχων αυξάνεται με ρυθμούς 13% ανά μέσο όρο από το 2010 κι έπειτα, ενώ η αντίστοιχη αύξηση του εισοδήματος των εργαζόμενων στρωμάτων την ίδια περίοδο ανέρχεται μόλις και μετά βίας στο πενιχρό ετήσιο ποσοστό του 2%.xii Είναι τουλάχιστον παράλογο να ισχυρίζεται κανείς ότι ο συνολικός πλούτος που παράγεται σε επίπεδο παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, οφείλει περισσότερα σε μια χούφτα καπιταλιστές και διευθύνοντες συμβούλους των πολυεθνικών, απ’ ότι στα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που δραστηριοποιούνται ενεργά και παράγουν αυτόν τον πλούτο μέσα από τη συνδυασμένη και κοινωνικοποιημένη εργασία τους. Κι όταν, υπό την πίεση του ηγεμονικού ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος, οι προλετάριοι υιοθετούν αυτή την αντίληψη στο ταξικό φαντασιακό τους, τότε είναι απλώς αυτοκαταστροφικό.

iΟ συντηρητικός στοχαστής του 18ου αιώνα, Ιούστος Μόζερ, “λάτρευε τις φεουδαλικές διακρίσεις και κατήγγελλε τους ‘άμυαλους νεωτεριστές’. Αυτοί καταπατούσαν έθιμα, δικαιώματα και συνήθειες που ήταν, τόνιζε, το απαύγασμα μιας αρχαίας κι ενστικτώδους σοφίας του λαού (του γερμανικού Volk), προσαρμοσμένης στις τοπικές ανάγκες και στις κάθε λογής ιδιαίτερες συνθήκες”. Στο J. Weiss, Συντηρητισμός και Ριζοσπαστική Δεξιά (Εκδόσεις Θύραθεν), σελ. 14.

iiΓια παράδειγμα στο έργο του ποιητή, Χριστιανοσύνη ή Ευρώπη, http://germanhistorydocs.ghi-dc.org/pdf/eng/13_Class.Romanticism_Doc.3_English.pdf.

iiiΣτο M.N. Rothbard, Egalitarianism as a Revolt Against Nature and Other Essays (Ludwig Von Mises Institute), σελ. 1-21.

ivA. de Benoist, Beyond Human Rights (Arktos), σελ. 106.

vΜ. Μπακούνιν, Αντιεξουσιαστικός Σοσιαλισμός (Κατσάνος), σελ. 63.

viM.N. Rothbard, στο ίδιο, σελ. 5.

viiΜ. Μπακούνιν, Θεός και Κράτος (Κατσάνος), σελ. 76.

viiiΕίναι παροιμιώδης η περιφρόνηση που έτρεφε ο Νίτσε για τις “μνησίκακες” μάζες που μικροπρεπώς φθονούσαν τους υπερανθρώπους αφέντες τους, ενώ ο Ορτέγκα στην “Εξέγερση των Μαζών” ψέγει και νουθετεί τους προλετάριους για την έπαρση που τους διακατέχει και τους οδήγησε στα παράλογα αιτήματα της κοινωνικής ισότητας και της κοινωνικής απελευθέρωσης.

xF. Dupuis & Deri-T. Deri, Εξηγώντας την Αναρχία στον Μπαμπά μου (Στάσει Εκπίπτοντες), σελ. 203.

xiΚ. Πολάνυϊ, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (), σελ. 103.