Το κόμμα που δεν ήθελε να γίνει κυβέρνηση

Theodoor_Rombouts_-_The_quack_tooth_puller

Υπάρχουν αυτοί που αμφισβητούν/ που διεκδικούν και αντιδρούν/ εγώ ξέρω να κάνω μόνο μια κίνηση: γυρίζω ανάποδα το σακάκι μου/ πάντα από τη σωστή μεριά”.

Jacques Lanzmann, Ο Καιροσκόποςi

Μια κριτική ανάλυση του θεσμού των εθνικών εκλογών από τη σκοπιά της αυτονομίας παρουσιάζει πάντοτε δύο ζητήματα. Με μια πρώτη ανάγνωση, οι εκλογές δεν είναι τίποτε άλλο από ένας μηχανισμός πολιτικής διαμεσολάβησης των ταξικών συμφερόντων. Ή καλύτερα ένας ετερόνομος θεσμός διαχείρισης των υποτελών ομάδων που βρίσκονται στα κατώτερα επίπεδα της κοινωνικής πυραμίδας. Αν κάποτε ο κοινοβουλευτισμός πρόσφερε μια θεσμικά κατοχυρωμένη σφαίρα όπου τα αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα έβρισκαν ένα νομικά αναγνωρισμένο μέσο έκφρασης και μπορούσαν να επιδίδονται σε έναν αδιάκοπο πόλεμο θέσεων διαμέσου των κομματικών σχηματισμών που αναλάμβαναν εργολαβικά να τους αντιπροσωπεύουν, στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας που διανύουμε έχει συντελεστεί μια ουσιαστική μεταλλαγή του δημόσιου χώρου σε προνομιακό πεδίο για την μονολιθική άσκηση της κυριαρχίας εκ μέρους των ελίτ και των προνομιούχων κοινωνικών ομάδων. Οι εποχές που υπήρχε ένα ισχυρό και οργανωμένο εργατικό κίνημα το οποίο είχε την ικανότητα να επηρεάζει τους συσχετισμούς δύναμης στην κορυφή έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Στις μέρες μας οι νεόπτωχοι προλετάριοι και τα ετερόκλητα εργαζόμενα στρώματα δεν διαθέτουν σταθερές συλλογικές δομές για την πολιτική συγκρότηση τους. Στον βαθμό που προτίθενται να ενεργήσουν σαν συλλογικό υποκείμενο αλληλεπιδρούν με το σύστημα μόνο από-τα-έξω, μόνο με όρους εξέγερσης κι έμπρακτης αμφισβήτησης ενάντια στους αντιπροσωπευτικά πολιτειακά όργανα που τους ετεροκαθορίζουν. Αλλά ακόμα κι όταν το εργατικό κίνημα βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος του και οι επαγγελματίες πολιτικοί ήταν υποχρεωμένοι να λαμβάνουν υπόψη τα οικονομικά συμφέροντα των εργατών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, η αντισυστημική αριστερά διέβλεπε σε αυτή την πρακτική μόνο την υπολογισμένη “εξημέρωση” της “αντικειμενικά επαναστατικής” εργατικής τάξης. Ενώ η άνοδος της σοσιαλδημοκρατίας δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα για τον αποπροσανατολισμό των μαζών από το συλλογικό καθήκον της ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης, η έλευση της δεξιάς στην εξουσία σηματοδοτούσε πάντοτε την κήρυξη πολέμου από την πλευρά του ταξικού εχθρού.

Κατά τον ίδιο τρόπο, παρόλο που η σύντομη παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στα υψηλά κλιμάκια της κυβερνητικής εξουσίας έσπειρε την απογοήτευση και είχε σαν μοναδικό ορατό αποτέλεσμα την άνευ όρων συνθηκολόγηση του κόσμου της εργασίας με την ζοφερή κοινωνική πραγματικότητα που προετοιμάζει γι’ αυτήν η καπιταλιστική αναδιάρθρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη, η προοπτική της διαφαινόμενης επικράτησης της ΝΔ στις εκλογές εκλαμβάνεται από τα κατώτερα στρώματα σαν προμήνυμα για την επιβολή της πιο ωμής ταξικής τρομοκρατίας. Μπορούμε έτσι να πούμε ότι οι αντικειμενικές υλικές συνθήκες για τη διεξαγωγή ενός εμφυλίου πολέμου χαμηλής έντασης έχουν ήδη διαμορφωθεί, χωρίς ωστόσο να έχει συντελεστεί ο αντίστοιχος μετασχηματισμός στη σφαίρα των φαντασιακών σημασιών που ορίζουν τις υποκειμενικές συνθήκες στη σφαίρα της κοινωνικής αναπαραγωγής. Με άλλα λόγια, ενώ η ΝΔ συμπεριφέρεται γενικά κι εκφέρει πολιτικό λόγο που αρμόζει σε έναν υπερήφανο τοποτηρητή του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη υποστεί μια πολιτική συντριβή η οποία του στερεί το δικαίωμα να διατείνεται ότι μιλάει στο όνομα των εργαζόμενων στρωμάτων που επλήγησαν ανεπανόρθωτα κι εξακολουθούν να πλήττονται άμεσα από τα κυβερνητικά μέτρα αναδιάρθρωσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς σε μια πιο συγκεντρωτική βάση. Όχι χωρίς λόγο, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υποχρεωμένος να δηλώνει αφηρημένα ότι είναι το “κόμμα των πολλών”, ένας ισχυρισμός που δεν διαφέρει και πολύ απ’ το να παραδέχεται ότι το ιδεολογικό του στίγμα εξαντλείται στο γεγονός ότι πολύ απλά δεν είναι η ΝΔ.

Η “μετα-δημοκρατική” αυτή ταυτότητα του κόμματος της αριστεράς δεν οφείλεται μονάχα σε μια στρατηγική επιλογή εγκατάλειψης των βασικών σημαινόμενων της προλεταριακής ιδεολογίας, ενδεικτικής του οπορτουνισμού που χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψης της πολιτικής ηγεσίας του κόμματος. Ανταποκρίνεται τρόπον τινά και στο υλικό υπόβαθρο του κοινωνικού ανταγωνισμού στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, όπου τα εργαζόμενα στρώματα δεν συγκροτούν ένα ενιαίο κοινωνικό υποκείμενο με μια διακριτή ταξική ταυτότητα, αλλά κατακερματίζονται από μια πολλαπλότητα ταυτοτήτων και μια ποικιλομορφία στον τρόπο με τον οποίο κατανοούν το ταξικό συμφέρον τους. Από αυτή την άποψη, σε ένα πολιτικό μόρφωμα που θέλει να λέει ότι τάσσεται με το μέρος της καταπιεσμένης κοινωνικής πλειοψηφίας δεν μένει άλλη επιλογή απ’ το να καταφεύγει σε μετα-δημοκρατικούς τρόπους πολιτικού αυτοπροσδιορισμού. Αυτό γίνεται ρίχνοντας το βάρος της κομματικής ταυτότητας περισσότερο στο εκλογικό επικοινωνιακό στοιχείο, που τείνει να αντιμετωπίζει τους ψηφοφόρους ως μεμονωμένες έωλες μονάδες που έχουν καταστεί ισότιμες διαμέσου της απόσπασης τους από το ιεραρχικό κοινωνικό περιβάλλον που τους καθηλώνει, υποβαθμίζοντας παράλληλα το αμιγώς πολιτικό στοιχείο που βρίσκεται σε άμεση σχέση με τα ταξικά συμφέροντα και τις υλικές ανάγκες της κοινωνικής βάσης του.

Από την άλλη, η ΝΔ στη συγκυρία που διανύουμε είναι πολύ περισσότερο ένα αμιγώς ταξικό κόμμα, με την έννοια ότι υπάρχει ένας πολύ μεγαλύτερος βαθμός συνοχής και σύγκλισης ανάμεσα στον εκλογικό/επικοινωνιακό και τον πολιτικό του λόγο. Έτσι, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσουν οι απροκάλυπτες αναφορές στην αναγκαιότητα θέσπισης της επταήμερης εργασίας, στην κατάργηση των κρατικών επιδομάτων κοινωνικής αλληλεγγύης, κλπ. Το εκλογικό ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται η ΝΔ είναι το ίδιο με εκείνο που συνθέτει την ταξική βάση του κόμματος και σίγουρα δεν νιώθει την ανάγκη να προσαρμόσει τον δημόσιο λόγο του προκειμένου να συμπεριλάβει σε αυτό τους μεροκαματιάρηδες και τους μη-προνομιούχους.ii Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι οι ομάδες των από κάτωαναδεικνύονται από τον ακροδεξιό πολιτικό λόγο της ΝΔ σε υπέρτατο εσωτερικό εχθρό. Μια ριζική κοινωνική ετερότητα που πρέπει να παταχθεί και να εξοβελιστεί μια και καλή από τα θεσμοποιημένα κέντρα εξουσίας της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Αυτόν τον ιδεολογικό ρόλο προορίζονται να επιτελέσουν οι συχνές άκομψες αναφορές των ακροδεξιών στελεχών στο πολιτικό (αλλά και προσωπικό) ήθος των αντιπάλων τους, στο μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων που σχετίζονται με την αριστερή διακυβέρνηση και στην υποτιθέμενη “πείνα” για δημόσιο χρήμα από την οποία διακατέχονται. Μια αναφορά που βρωμάει ταξικό ρατσισμό και χωρίς αμφιβολία παραπέμπει στην ταπεινή ταξική καταγωγή των συριζαίων.

Και ο ΣΥΡΙΖΑ; Έχοντας διδαχτεί με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι αδυνατούν να εφαρμόσουν κυβερνητικά μέτρα για μια πραγματική φιλολαϊκή μεταρρύθμιση του πολιτικού και οικονομικού συστήματος, οι αριστεροί μαθητευόμενοι μάγοι προτάσσουν τη λαφυραγώγηση του κράτους σαν την κορωνίδα μιας μετα-δημοκρατικής ταξικής πολιτικής. Κάτι που βεβαίως από μόνο του δεν είναι επιλήψιμο, εφόσον η αντίληψη του “καθαρού” Κράτους με τις μηδενικές κοινωνικές και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς είναι μια νεοφιλελεύθερη τεχνοκρατική φαντασίωση που εκλαμβάνει τους ρόλους και τις κοινωνικές λειτουργίες του κρατικού οργανισμού με τον ίδιο τρόπο που αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τις κερδοφόρες και οικονομικά “αποτελεσματικές” λειτουργίες μιας επιχείρησης. Επιπλέον, δεν υπάρχει κανένας λόγος οι προλετάριοι να μην προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν συστηματικά τις δομές του κράτους, ένος οργάνου που πρωτίστως φτιάχτηκε για να τους καταπιέζει, προκειμένου να αποκομίσουν το μέγιστο δυνατό όφελος και να εξασφαλίσουν έναν βαθμό προστασίας για τους υλικούς όρους της ζωής τους που δεν μπορεί να τους προσφέρει ο θεσμοποιημένος κοινωνικός κανιβαλισμός του ευρέως απορρυθμισμένου συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Αυτό ωστόσο φαίνεται να εξηγεί και την αποστροφή που επιδεικνύει φανερά το μεγαλύτερο μέρος του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας για την αριστερά, παρά τη σωσίβια λέμβο που πρόσφερε ο ΣΥΡΙΖΑ στις διαδικασίες κοινωνικής αναπαραγωγής τους συστήματος από το 2012 κι εντεύθεν. Αυτή η επανεφεύρεση εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ των παλαιοκομματικών μεθόδων διακυβέρνησης με τις οποίες οι νεομπουρζουάδες νόμιζαν ότι είχαν ξεμπερδέψει οριστικά.

Κάποιος μπορεί να αντιτείνει σε όσα είπαμε πιο πάνω, ότι το ερμηνευτικό μοντέλο που σκιαγραφήσαμε δίνει υπερβολική βαρύτητα στο υποκείμενο ως ορθολογική μονάδα που κατανοεί το συμφέρον του αποκλειστικά με οικονομικούς όρους και είναι σε θέση να πάρει επεξεργασμένες αποφάσεις για την προστασία του. Στο κάτω, κάτω, μια τέτοια υπόθεση έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με την υποτιθέμενη τάση μετακίνησης των προλεταριακών ψήφων από τον ΣΥΡΙΖΑ προς την ΝΔ, η οποία προτάσσεται ως η κυριότερη εξήγηση για τον καταποντισμό των ποσοστών της αριστεράς στις δημοτικές εκλογές και στις ευρωεκλογές που έγιναν προ μηνός. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τις στατιστικές έρευνες, η ΝΔ αναδείχτηκε δημοφιλέστερο κόμμα στις περισσότερες περιφέρειες και δημοτικά διαμερίσματα, ακόμα και στις γειτονιές όπου κυριαρχεί το λαϊκό, προλεταριακό στοιχείο. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη δεν έχει να κάνει τόσο με μια μαζική μεταστροφή των προλετάριων υπέρ της ΝΔ, όσο με την μαζική αποστοίχιση τους από τις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ, είτε προς πρωτοεμφανιζόμενα εναλλακτικά κόμματα της αριστεράς, π.χ. Βαρουφάκης, ή προς μια καλώς εννοούμενη και συνειδητοποιημένη αποχή, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της οποίας κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μελετήσει. Αν υπάρχουν εργαζόμενοι που ψήφισαν την ΝΔ, αυτό δεν έγινε επειδή οι αποφάσεις τους ανάγονται σε έναν “παρανοϊκό πυρήνα” που τους σπρώχνει να αποφασίζουν κόντρα στο “αντικειμενικό” συμφέρον τους, αλλά επειδή το συμφέρον αυτό δεν προάγεται πια αποτελεσματικά από καμία ταξική στρατηγική συλλογικής λύτρωσης. Μοιραία λοιπόν την πρωτοκαθεδρία αποκτούν οι τακτικές ατομικής λύτρωσης, με τις πελατειακές σχέσεις σαν το καλύτερο μέσο για την εξαγορά της υποστήριξης του κάθε μεμονωμένου ψηφοφόρου.

Από αυτή την άποψη, η αποχή συνιστά έκφραση μιας de facto αντισυστημικής προδιάθεσης του κοινωνικού σώματος, εφόσον η άρνηση της συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία έχει ήδη διέλθει μέσα από την ιστορική εμπειρία της οριακής ταύτισης με τις ψηφοθηρικές δυνάμεις της συστημικής αριστεράς. Μια εμπειρία που αποδείχτηκε οδυνηρή για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη πλην της ίδιας της αριστεράς, η οποία φέρει τεράστια ευθύνη για τούτη την κατάληξη. Η κατάσταση αποσύνθεσης στην οποία βρίσκεται η εργατική τάξη ως υποκείμενο σίγουρα δεν απαλλάσει τον ΣΥΡΙΖΑ από το καθήκον που είχε επωμιστεί εκούσια να δημιουργήσει το θεσμικό πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι μαζικοί προλεταριακοί αγώνες της πενταετίας 2008-2012, οι οποίοι, παρά την ήττα τους, υπήρξαν ιδιαιτέρως μαχητικοί, θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν και να παράξουν μια νέα προλεταριακή ταυτότητα, σε ευθεία αντιπαράθεση με την ηγεμονική μορφή του κοσμοπολίτη νεομπουρζουά που αναδύθηκε μέσα από την αναδιάρθρωση. Οι πολιτικές διαμεσολαβήσεις που συγκροτούνται μέσα στα πεδία του κοινωνικού ανταγωνισμού ανάγονται και αντανακλούν τις αντιμαχόμενες κοινωνικές δυνάμεις, αλλά όχι με τρόπο που είναι μονομερής και μονοσήμαντος. Αντίθετα, πρόκειται για μια αμφίδρομη διαδικασία κατά την οποία οι ταξικά αφυπνισμένες μερίδες των αντίπαλων κοινωνικών ομάδων επενεργούν με τη συλλογική και οργανωμένη δραστηριότητα τους στην ένταση, την ευρύτητα και την κατεύθυνση προς την οποία προσανατολίζεται ο κοινωνικός ανταγωνισμός. Ειδωμένο από αυτή την μεριά, αυτό που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2015 κι έπειτα δεν ήταν τίποτε λιγότερο από καθαρή λιποταξία. Ανέλαβε τη διακυβέρνηση σαν ένα κόμμα που έβλεπε την εξουσία σαν μέσο για έναν σκοπό και γρήγορα διέψευσε κατηγορηματικά τις όποιες προσδοκίες είχαν από αυτόν τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα, μεταλλασσόμενος εν μία νυκτί, και χωρίς ιδιαίτερες αναταράξεις, σε ένα κόμμα που έβλεπε την εξουσία σαν αυτοσκοπό. Στη διαδικασία αυτής της μεταμόρφωσης του συμπαρέσυρε και την όποια ζωτικότητα είχαν εμφυσήσει στους προλετάριους οι μαζικοί εργατικοί αγώνες της αντιμνημονιακής περιόδου. Είναι όμως στο χέρι της κοινωνίας και των αντισυστημικών δυνάμεων που αντιτίθενται με τον λόγο και το έργο τους στη θεσμική πολιτική να την ξαναβρούν και να την μεταφράσουν σε στρατηγική ανατροπής αυτού του συστήματος που τους καταπιέζει και τους εκμεταλλεύεται.

iΓαλλικό τραγούδι που κυκλοφόρησε τους τελευταίους μήνες του 1968.

iiΕκτός αν υποθέσει κανείς ότι ο κακομαθημένος γόνος της εγχώριας κομματικής αριστοκρατίας που ηγείται της ΝΔ ξαφνικά έχασε το ενδιαφέρον του για να γίνει κυβέρνηση. Πράγμα απίθανο μιας και από τότε που ήρθε σε αυτόν τον κόσμο, όλοι του έλεγαν ότι είναι προορισμένος να γίνει πρωθυπουργός και να κυβερνήσει αυτή τη χώρα.