Η υποχρέωση του να είναι κανείς “ελεύθερος”

narcissus-1599

Η καταναλωτική κοινωνία ακμάζει (ή έστω επιβιώνει) χάρη στο μαγικό κόλπο της μετατροπής της ευκαιρίας σε υποχρέωση ή, σύμφωνα με την ορολογία των οικονομολόγων, της προσφοράς σε ζήτηση”.

Z. Bauman, Γεννημένοι Ρευστοί

O Σλ. Ζίζεκ έγραψε σε ένα κείμενο του ότι το υπέρτατο ανθρώπινο δικαίωμα στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, το δικαίωμα από το οποίο έπονται όλα τα υπόλοιπα, είναι το δικαίωμα να “μας αφήσουν ήσυχους”.i Το δικαίωμα δηλαδή στην προστασία του προσωπικού μας χώρου, την ελευθερία από αυθαίρετες επιβολές τρίτων και από έμπρακτες εκδηλώσεις ανεπιθύμητης οικειότητας. Πώς φτάσαμε όμως να αποδίδουμε τέτοια αξία στη διατήρηση των αποστάσεων; Δεν ήταν η κατάργηση των τεχνητών αποστάσεων που αναπαρήγαγε η τυπολατρική ηθική και ο σχολαστικός κώδικας ευπρέπειας της ιστορικής αστικής τάξης, το ζητούμενο της επανάστασης της καθημερινής ζωής που έφεραν δυναμικά στο προσκήνιο τα υποκείμενα της εξέγερσης του 1968; Στο ευρύτερο επίπεδο του υποδείγματος οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας, οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν στην καταναγκαστική εξάλειψη των ορίων, σε μια τεχνητή, από-τα-πάνω κατάργηση τους, εκδηλώθηκαν με όλη την αδιαμφισβήτητη ένταση τους στον τρόπο με τον οποίο κατέρρευσε το κοινωνικό μοντέλο της πολυπολιτισμικότητας στις καπιταλιστικές μητροπόλεις του παγκόσμιου Βορρά. Όπως είχε σημειώσει κάποιος μελετητής, η υπόθεση πίσω από το κοινωνικό παράδειγμα της πολυπολιτισμικότητας ήταν ότι η κοντινότητα, η άμεση επαφή με τη ριζική ετερότητα ενός διαφορετικού πολιτισμικού συστήματος, ήταν η αναγκαία συνθήκη για να ξεπεραστεί ο συλλογικός φόβος μπροστά στο διαφορετικό. Ήταν άλλωστε ο Εντ. Σαϊντ ο οποίος είχε επισημάνει ότι η στερεοτυπική αντίληψη που μπορεί να έχουμε για τα πράγματα κατερρέει και εξαϋλώνεται ευθύς αμέσως μόλις έρθουμε σε επαφή με το υποκείμενο των προκαταλήψεων και των μισαλλόδοξων πεποιθήσεων μας. “Όταν ένας μορφωμένος Οριενταλιστής”, γράφει ο Σαϊντ, “ταξίδευε στη χώρα της ειδικότητας του, έφερνε πάντοτε μαζί του τα αδιαμφισβήτητα αφηρημένα αποφθέγματα που αφορούσαν τον ‘πολιτισμό’ που είχε μελετήσει. Σπάνια οι Οριενταλιστές ενδιαφέρονταν για οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ το να αποδείξουν την εγκυρότητα αυτών των βαρύγδουπων “αληθειών” εφαρμόζοντας τες, χωρίς μεγάλη επιτυχία, σε ανυποψίαστους, και γι’ αυτό τον λόγο εκφυλισμένους, ιθαγενείς”.ii Έφτανε να γνωρίσει κανείς από κοντά έναν μουσουλμάνο, έναν Αφροαμερικανό ή έναν Εβραίο για να συνειδητοποιήσει ότι όσα πίστευε για εκείνους, τα αναλλοίωτα και παντοτινά χαρακτηριστικά που τους απέδιδε συνολικά σύμφωνα με την φυλή ή το χρώμα του δέρματος τους πουθενά δεν εμφανίζονταν στο αυθεντικό και περίπλοκο υποκείμενο που αίφνης βρισκότανε μπροστά του/της.

Η αποικιοκρατία είχε πλήρη επίγνωση αυτής της βαθύτερης αλήθειας. Δια τούτο φρόντισε να δομήσει την κυριαρχία της πάνω σε ένα άκαμπτο σύστημα κοινωνικών ιεραρχιών που σαν αντικείμενο του είχε τη συνολική ρύθμιση των σχέσεων και την τυποποίηση των δοσοληψιών ανάμεσα στους λευκούς αφέντες και τους αποικισμένους πληθυσμούς. Απαραίτητος όρος για την αναπαραγωγή των εξουσιαστικών μηχανισμών της αποικιοκρατίας ήταν και ο αυστηρός χωροταξικός διαχωρισμός των πληθυσμών, η περιχαράκωση των κοινοτήτων των λευκών αποίκων και των γηγενών. Με αυτόν τον τρόπο γινόταν η διαχείριση της κοντινότητας με τους ιθαγενείς. Η αποφυγή του ενδεχόμενου η εγγύτητα αυτή να οδηγήσει σε μια ανεπιθύμητη προσέγγιση με την εμφάνιση αισθημάτων συμπάθειας ή αλληλεγγύης προς τους περιθωριοποιημένους και αποανθρωποποιημένους έγχρωμους προλετάριους. Έτσι, βλέπουμε ότι η ιστορική εμπειρία της επαφής από πρώτο χέρι όχι μόνο δεν λειτούργησε σαν εφαλτήριο για μια σε βάθος γνωριμία με τον πολιτισμό του άλλου, αλλά, αντίθετα, αποτέλεσε την πρώτη ύλη για το ρίζωμα ρατσιστικών δοξασιών περί ανωτερότητας της λευκής φυλής στον πυρήνα του ετερόνομου φαντασιακού των προνομιούχων τάξεων της Ευρώπης.

Ο κυριότερος λόγος που συνέβη κάτι τέτοιο ήταν διότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα στους πολιτισμούς, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι η κτηνώδης λεηλασία του πλούτου των λαών του κόσμου από τους Ευρωπαίους, έλαβε χώρα σε συνθήκες πελώριας ανισότητας. Ή μάλλον η ίδια η καθιέρωση αυτής της ανισότητας, μέσω του καπιταλιστικού επεκτατισμού και της οικονομικής υποδούλωσης κι εκμετάλλευσης των λαών της περιφέρειας, ήταν η κινητήρια δύναμη που ώθησε τους ευρωπαίους να σπάσουν την απομόνωση των “λαών χωρίς ιστορία” (σύμφωνα με τη διαβόητη ρήση του Ένγκελς) και να βαδίσουν σθεναρά προς την κατεύθυνση της καπιταλιστικής ενοποίησης του κόσμου.iii Παρομοίως, η αλληλεπίδραση των πολιτισμών στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες του Βορρά δεν είχε σαν έκβαση την αμοιβαία κατανόηση και τον αλληλοσεβασμό ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες, αλλά γρήγορα παρήγαγε έχθρες, καχυποψία και τελικά ανελέητο ανταγωνισμό, εφόσον τα νέα πολιτισμικά στοιχεία έπρεπε να ενταχθούν σε ένα ιεραρχικά διαρθρωμένο και ταξικά διαχωρισμένο πολιτισμικό πεδίο.

Από αυτή την άποψη, είναι εντελώς υποκριτικό ή, αν δεχτούμε την ύπαρξη μιας ειλικρινούς πρόθεσης, αθεράπευτα ρομαντικό, να περιμένει κανείς την ισότιμη αντιμετώπιση της κάθε υποδεέστερης υποκουλτούρας από τους κυρίαρχους θεσμούς του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, ακόμη κι όταν πολλές από τις κεντρικές φαντασιακές σημασίες ενός ελάσσονος ταξικού φαντασιακού βρίσκονται σε κατάφωρη αντίθεση με τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα του δεσπόζοντος καπιταλιστικού φαντασιακού της ετερόνομης κοινωνίας. Αυτό δεν υπονοεί κάποια έμφυτη κατωτερότητα του ελάσσονος φαντασιακού, αλλά μόνο την κοινωνική θέσμιση του μέσα από μια ιεραρχική κοινωνική σχέση, μια δομή ανισοκατανομής της δύναμης σε σχέση με το δεσπόζον κοινωνικό φαντασιακό των ελίτ. Άλλωστε, μόνο μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα που θεσμοποιεί τον ανταγωνισμό και τη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες μπορεί η διαφορετικότητα να προσλάβει συγκρουσιακές διαστάσεις και να αναχθεί σε “ανώτερη” ή “υποδεέστερη” κατάσταση, με κριτήριο την ικανότητα της να προσιδιάζει και να εκπληρώνει επιτυχώς έναν προκαθορισμένο σκοπό.

Για παράδειγμα, τέτοια είναι η περίπτωση της “ζακάτ”, της υποχρεωτικής φιλανθρωπίας την οποία, σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση, οφείλουν να τηρούν ευλαβικά οι εύποροι πολίτες μιας κοινότητας απέναντι στους λιγότερο τυχερούς από εκείνους.iv Ή για να αναφερθούμε και στην μικροκλίμακα των έμφυλων σχέσεων θα μπορούσε κανείς να πάρει σαν παράδειγμα την απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας (χιτζάμπ). Είναι πράγματι εκπληκτική η αδυναμία που έχουν επιδείξει οι ευρωπαϊκές ελίτ να αποδεχτούν τη χιτζάμπ ακόμη κι όταν η υιοθέτηση της αποτελεί αποδεδειγμένα εκούσια επιλογή από μέρους των μουσουλμάνων γυναικών που διαβιούν τις χώρες του παγκόσμιου Βορρά. Μια τέτοια επιλογή, αναθεματίζεται από τα επίσημα πολιτειακά όργανα ως καθαρή υπονόμευση του κοσμικού χαρακτήρα του Κράτους, την ίδια στιγμή που η δημόσια επίδειξη χριστιανικών θρησκευτικών συμβόλων, όπως οι διακοσμητικοί σταυροί, ουδόλως έχουν ενοχλήσει τις “ιακωβινικές” ελίτ του διεθνοποιημένου κεφαλαίου. Ή απλώς δεν κατορθώνει να εγγραφεί στην κατηγορία της “ελεύθερης επιλογής”, εφόσον το αποτέλεσμα μιας ελεύθερης ατομικής επιλογής μπορεί να περιλαμβάνει μονάχα τη διεύρυνση του πεδίου που υπόκειται στη δικαιοδοσία της. Δηλαδή την γεωμετρική επέκταση της σφαίρας όπου ο αυτοκαθορισμός μέσω της ατομικής επιλογής είναι δυνατός. Συνακόλουθα, η επιλογή υπέρ της ένδυσης με χιτζάμπ είναι απλώς ακατανόητη με όρους του καταναλωτικού αυτόνομου υποκειμένου, μιας κι ερμηνεύεται ως επιλογή υπέρ της περιστολής της αυτονομίας του/της. Οι οριενταλιστές “εμπειρογνώμονες” σπεύδουν να διευκρινίσουν ότι σίγουρα οι νεαρές μουσουλμάνες υφίστανται εκφοβισμό και τρομοκρατία από το στενό οικογενειακό τους περιβάλλον, ή ακόμη και την αφόρητη συλλογική πίεση της πρωτόγονης κοινότητας από την οποία προέρχονται και η οποία ποτέ δεν αφομοίωσε επαρκώς τον “δυτικό τρόπο ζωής”.

Εκείνο όμως που φοβούνται πραγματικά οι επικυρίαρχοι της αγοράς είναι η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος από την οποία φαίνεται να εμφορούνται οι νεαρές μουσουλμάνες αναφορικά με τις βασικές προδιαγραφές εμπορευματοποίησης και σεξουαλικής φετιχοποίησης του γυναικείου σώματος, σύμφωνα με τους κανόνες που έχει ορίσει για αυτόν τον σκοπό το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα ανήσυχων νεαρών υποκειμένων γένους θηλυκού, που αρνούνται να συμμορφωθούν με την ηγεμονική εικόνα της γυναίκας ως ερωτικού αντικείμενου προς κατανάλωση που προωθεί το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Δεν θέλουν να μετατρέψουν τους εαυτούς τους σε υπερήφανα ηδονικά σύμβολα της καταναλωτικής κοινωνίας, ούτε να συμπεριφερθούν και οι ίδιες σαν αχόρταγες καταναλώτριες της ίδιας της μονοδιάστατης συμβολικής εικόνας που επιφυλάσσουν για εκείνες οι εμπορευματικές ροές και τα κυκλώματα αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Σίγουρα δεν ισχυρίζομαι ότι το ιδανικό της αντίστασης στον καπιταλισμό είναι μια κοινωνία κουκουλωμένων και μαυροντυμένων γυναικών. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε τη διαστροφή των μηνυμάτων της σεξουαλικής επανάστασης από την εμπορευματική κουλτούρα, την απαλλοτρίωση της ιδεολογίας και των πρακτικών της από τη βιομηχανία της ηδονής. Τη χρήση δηλαδή του σεξ ως εργαλείου ελέγχου από την καταναλωτική κοινωνία, η οποία συνιστά την υπέρτατη ιστορική έκφραση της καπιταλιστικής κοινωνικής θέσμισης. Όπως πολύ καλά το έκφρασε πρόσφατα μια αναρχική συντρόφισσα, τίθεται το ζήτημα τι “χρειάζεται η ελευθερία να ικανοποιείς την επιθυμία σου, όταν δεν είναι σίγουρο ότι η επιθυμία είναι δικιά σου”; Και παρακάτω σημειώνει: “Η γενικευμένη τάση για αποκάλυψη του σώματος στην παραλία, δεν είναι δικιά τους επιθυμία [των γυναικών], είναι ένας καινούριος τρόπος υποταγής στην Πατριαρχία, που βρίσκει έναν καινούριο τρόπο να μεταλλαχθεί και να προβάλλει τις επιθυμίες της ως αντίσταση στην Πατριαρχία”.v

Αν ο απώτερος σκοπός της ιστορικής διαδικασίας ανατροπής του καταπιεστικού καθεστώτος που διήπε τις έμφυλες σχέσεις ήταν η σεξουαλική ελευθεριότητα, η απενοχοποίηση της ερωτικής συνεύρεσης και η απόσπαση της από την εποπτεία των θεσμών της κατεστημένης θρησκείας και του Κράτους, τότε η εμπορευματοποίηση και η φετιχοποίηση του σεξ σηματοδότησε την συντριπτική υπαναχώρηση αυτού του οράματος, με τη διαδικτυακή εκστρατεία metoo να συνιστά την πιο ηχηρή έκφραση της ανόδου ενός αντεστραμμένου πουριτανισμού και συνεπώς τη ριζική διάψευση των φαντασιώσεων σεξουαλικής απελευθέρωσης της εξεγερμένης γενιάς του ’68. Αντί για την αναθεώρηση των παραδοσιακών χαρακτηριστικών των έμφυλων ταυτοτήτων, τη ρευστότητα και την εναλλαγή των κοινωνικά κατασκευασμένων ρόλων, την αναγνώριση της οργιαστικής και ανέμελης φύσης του ερωτικού παιχνιδιού, το metoo ανακηρύσσει το Κράτος και την αγορά, με τις στρατιές τους από καλοπληρωμένους δικαστές, δικηγόρους “ειδικευμένους” σε υποθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης, συμπεριφορικούς επιστήμονες, μπάτσους και ψυχολόγους, σε υπέρτατους θεματοφύλακες για την προστασία κι “ενδυνάμωση” του γυναικείου φύλου. Περιχαρακώνει εκ νέου τα φύλα (και οτιδήποτε βρίσκεται ανάμεσα σε αυτά ή στις παρυφές τους) σε ευδιάκριτα κι εχθρικά στρατόπεδα, αλλά τούτη τη φορά το κάνει στο όνομα της ατομικής ελευθερίας και της ισότητας των φύλων. Δεν ισχυριζόμαστε βέβαια ότι γουρούνια σαν τον Weinstein θα πρέπει να απολαμβάνουν κάποιου είδους ασυλία και να μένουν ατιμώρητα για τις ειδεχθείς τους πράξεις (ας με συμπαθούν τα συμπαθή τετράποδα για τον χαρακτηρισμό). Ωστόσο, το ζήτημα δεν έγκειται τόσο στην παθολογικά σαδιστική και αθεράπευτα αρπακτική φύση του “άνδρα” ως υποκειμένου έτσι γενικά, αλλά, όπως και στην περίπτωση της πολυπολιτισμικότητας, στις θεσμοποιημένες σχέσεις εξάρτησης και στην ύπαρξη συστημικών δομών οι οποίες αναπαράγουν την συντριπτικά άνιση κατανομή της δύναμης ανάμεσα στα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες.

Όπως άλλωστε έχει δείξει ο Τ. Φώστερ στην πρωτοποριακή εργασία του με θέμα τις σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα στους μαύρους άρρενες σκλάβους και τους πλούσιους ιδιοκτήτες σκλάβων του αμερικάνικου Νότου, θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης έπεφταν εξίσου οι άνδρες σκλάβοι τόσο από τους λευκούς άνδρες-αφέντες, όσο και από τις συζύγους τους.vi Αυτή η διαπίστωση βέβαια δεν μειώνει σε τίποτα την καταστροφική επίδραση που είχε η πατριαρχία σαν πρωτογενής δομή εξουσίας η οποία αναπαρήγαγε ιστορικά τον ετεροκαθορισμό των γυναικών και την πολύπλευρη εκμετάλλευση τους από τους άνδρες επικυρίαρχους. Παρ’ όλα αυτά, μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι η άσκηση της πατριαρχίας στη σύγχρονη μορφή της, είναι σύμφυτη με τη συγκρότηση θεσμών που καθιέρωσαν την ιεραρχική διάρθρωση της κοινωνικής ολότητας και μόνο μέσα από τη λειτουργία αυτών των θεσμών είναι δυνατή η απρόσκοπτη αναπαραγωγή της. Από αυτή την άποψη, το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη δύο βιολογικά καθορισμένων οντοτήτων που βρίσκονται εγκλωβισμένες σε έναν αιώνιο πόλεμο μεταξύ τους, αλλά η θεσμοποίηση της ύπαρξης πλούσιων και φτωχών, ισχυρών και αδύναμων. Μια δομική ανισότητα που καθιστά δυνατή την εκμετάλλευση και την κυριαρχία ενός ανθρώπου πάνω σε έναν άλλο άνθρωπο, της μίας πολιτισμικής ομάδας πάνω στην άλλη, της μιας κοινωνικής τάξης πάνω σε μιαν άλλη. Αν δεν αμφισβητήσουμε ευθέως τους βασικούς θεσμούς του ετερόνομου συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας, θα ξεπέσουμε μέχρι του σημείου να εννοούμε την γυναικεία “απελευθέρωση” με όρους ανέλιξης των γυναικών στις διευθυντικές θέσεις των πιο αντικοινωνικών πολιτικών και οικονομικών οργάνων της καπιταλιστικής υπερεθνικής κυριαρχίας, όπως έγινε με τον διορισμό της Γκεοργκίεβα στο ΔΝΤ, της Φον Ντερ Λάιντεν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και της Λαγκάρντ στην ΕΚΤ. Έτσι όμως δεν κατορθώνουμε να εξαλείψουμε τα δεινά της κυριαρχίας. Στον βαθμό που αυτή είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό, απλώς διευρύνουμε την κοινωνική βάση από την οποία οι κυρίαρχες πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές ελίτ του συστήματος μπορούν να στρατολογούν τα μέλη τους.

iSl. Zizek, Against human rights, https://libcom.org/library/against-human-rights-zizek.

iiEd. Said, Orientalism (Penguin Books), σελ. 52.

iiiK. B. Anderson, Marx At the Margins (The University of Chicago Press), σελ. 74.

iv“Για αυτό το λόγο χρειάζεται ένας ακόμη μηχανισμός ανακατανομής του πλούτου: το ζακάτ (υποχρεωτική ελεημοσύνη). Το ζακάτ είναι ένας από τους πέντε στύλους του Ισλάμ, ο εξαγνισμός των επίγειων αγαθών. Πρέπει να δοθεί μια φορά τον χρόνο και είναι ένα ποσοστό από το περίσσευμα των αγαθών”. Στο Αμπ. Πράδο, Ισλάμ και Αναρχισμός (Ισνάφι), σελ. 96.

vΜαγιό και Φεμινισμός, https://athens.indymedia.org/post/1598694/.

viTh. A. Foster, The sexual abuse of black men under american slavery, Journal of the History of Sexuality

Vol. 20, No. 3 (Σεπτέμβρης 2011).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s