Ο παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος

banksy-the-tribute-new-world-order-serge-averbukh

Το παρόν είναι αναδημοσίευση της συνεισφοράς μου στο έκτο τεύχος της πολιτικής επιθεώρησης Κοινωνικός Αναρχισμός που κυκλοφόρησε στις 06/2019 με κεντρική θεωρητική θεματική τις σύγχρονες αναρχικές προσεγγίσεις στο ζήτημα του ιμππεριαλισμού. Για περισσότερες λεπτομέρειες εδώ:

https://koursal.wordpress.com/2019/06/04/%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%83-6-%ce%ba%cf%85%ce%ba%ce%bb%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%cf%80/ .

Με λίγα λόγια, η προϊούσα αναταραχή του καιρού μας είναι το αληθινό πρόσωπο της παγκόσμιας Νέας Τάξης Πραγμάτων”.

Σλ. Ζίζεκ, Η Νέα Πάλη των Τάξεων

Οι διεθνολόγοι συνηθίζουν να λένε ότι οι αντιπροσωπευτικές “δημοκρατίες” δεν κάνουν πόλεμο μεταξύ τους. Ως de facto οργανικοί διανοούμενοι του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς επικαλούνται μια ιδεολογικοποιημένη εκδοχή της ιστορικής εμπειρίας της καπιταλιστικής ενσωμάτωσης στον ευρωπαϊκό χώρο, προκειμένου να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της καθολίκευσης των βασικών θεσμών της ετερονομίας σε οικουμενική κλίμακα. Εκείνο που τους διαφεύγει πολύ βολικά είναι η ασυγκράτητη όρεξη που επιδεικνύουν ιστορικά οι “δημοκρατίες” για να διεξάγουν ακατάπαυστα πόλεμο ενάντια σε οποιονδήποτε δεν αναγνωρίζει και δεν υποκύπτει αδιαμαρτύρητα στην ανωτερότητα του δικού τους ηγεμονικού κοινωνικού παραδείγματος. Από μια άποψη, οι δύο διαδικασίες, η ειρήνη με τους “φίλους” και ο πόλεμος με τους “εχθρούς”, είναι οργανικά συνδεδεμένες η μία με την άλλη. Η ανάγκη για οικουμενική επέκταση των πολιτικών και οικονομικών θεσμών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς εκπορεύεται τρόπον τινά από τον υψηλό ηθικό χαρακτήρα του ανθρωπιστικού κώδικα αξιών που υποτίθεται ότι υπηρετούν. Εξού και οι επεμβάσεις που αναλαμβάνουν κάθε φορά να φέρουν σε πέρας οι επικυρίαρχοι της υπερεθνικής ελίτ, εμφανίζονται πάντοτε σαν “επιβεβλημένες”. Σαν να επιβάλλονται σε αυτούς πολλές φορές έξωθεν, ακόμα και ενάντια στη βούληση τους να ενεργήσουν σύμφωνα με τις αρχές μιας πραγματιστικής ρεαλπολιτίκ, από μια βαθύτερη και πιο επιτακτική ανάγκη να υπερασπιστούν τις βασικές αρχές του “ανθρωπιστικού” ατομισμού που διαποτίζει το κοινωνικό φαντασιακό του οποίου είναι φορείς και αναμεταδότες.

Από την άλλη, η ιδεολογική φαντασίωση της μηχανιστικής αναπαραγωγής του ταξικού μοντέλου των “ανεπτυγμένων” κοινωνιων του παγκόσμιου Βορρά στις ρημαγμένες κοινωνίες του παγκόσμιου Νότου σπάνια εκπληρώνει τους υποτιθέμενους πολιτικούς στόχους που είχαν τεθεί κατά το ξεκίνημα της πολεμικής εκστρατείας. Ο λαός που έχει την ατυχία να δεχτεί στο έδαφος του μια εισβολή από τα στρατεύματα της “ανθρωπιστικής” και “ειρηνόφιλης” υπερεθνικής ελίτ, υποχρεώνεται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποχαιρετήσει κάθε εγχώρια κοινωνική δομή που συντελεί στη συνοχή της κοινότητας και να ζήσει χωρίς να έχει πρόσβαση σε βασικά υλικά αγαθά και υπηρεσίες, όπως φαγητό, πόσιμο νερό, ηλεκτρισμός, στέγαση και ιατρική περίθαλψη. Στη Λιβύη, η δολοφονική νατοϊκή εκστρατεία για την ανατροπή του καθεστώτος, μετέτρεψε μια κοινωνία που είχε το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής σε ολόκληρη της αφρικανική ήπειρο, σε μια μετα-αποκαλυπτική ζούγκλα όπου βασιλεύει ο πόλεμος εναντίον όλων και η διάχυτη βία ενάντια στους αδύναμους.i Όταν, κατά τη διάρκεια μια διαδικτυακής ανταλλαγής, επισήμανα σε έναν αμερικανό σύντροφο ότι στην περίπτωση της Συρίας, η ανθρωπιστική άποψη φαίνεται πως επιτάσσει να μην παρατείνεται άσκοπα ο πόλεμος με ενέργειες μαζικής τρομοκρατίας ή σπασμωδικές έξωθεν παρεμβάσεις προκειμένου ο λαός της Συρίας να μπορέσει να επανέλθει σε κάποιου είδους “φυσιολογική” ζωή, εκείνος μου απάντησε κοφτά ότι ο μόνος ανθρωπιστικός στόχος που αξίζει το όνομα του είναι να εκδιωχθεί ο Άσαντ από την εξουσία. Καλό θα ήταν να έχει υπόψη ο αναγνώστης ότι η διαφωνία μας δεν ήταν γύρω από τη σκοπιμότητα της συνέχισης μιας ένοπλης σύρραξης για την κοινωνική επανάσταση, αλλά μιας διεθνοποιημένης σύγκρουσης που σαν μοναδικό της διακύβευμα έχει τη συνέχιση της ύπαρξης του μπααθικού κρατισμού, ή την αντικατάσταση του από ένα θεοκρατικό καθεστώς ευνοϊκά διακείμενο προς τη Δύση. Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα της εξολόθρευσης του εχθρού της υπερεθνικής ελίτ αναδεικνύεται από τον κυρίαρχο ιδεολογικό λόγο σαν ένα ζήτημα πρωτίστως “ηθικό”, μια κατηγορηματική ηθική προσταγή που, ως τέτοια, προηγείται και συνιστά προαπαιτούμενο για την πολιτική διευθέτηση της εκάστοτε σύγκρουσης.

Συνακόλουθα, γίνεται φανερό πως η δράση των οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών οργάνων που είναι επιφορτισμένα να επιβάλλουν την κοινωνική τάξη και το θεσμικό πλαίσιο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, παράγουν ακριβώς το αντίθετο στις κοινωνίες της καπιταλιστικής περιφέρειας. Δημιουργούν χάος και “αταξία”, που με τη σειρά τους εκλαμβάνονται σαν η υλική επικύρωση της φαντασιακής ανωτερότητας των “ανεπτυγμένων” μητροπολιτικών οικονομιών και της οικουμενικής “εκπολιτιστικής” αποστολής που αυτές οφείλουν να αναλάβουν για να δημιουργήσουν έναν κόσμο κατ’ εικόνα και ομοίωση τους. Η κοινωνική θέσμιση του ετερόνομου φαντασιακού στις ιεραρχικές ολότητες του Βορρά λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα και προς επίρρωση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες από τη φύση τους δημιουργούν φυγόκεντρες δυνάμεις που υπονομεύουν την ταξική συνοχή του συνόλου. Δηλαδή, είναι εξορισμού ασταθείς και συγκρουσιακές και πρέπει διαρκώς να ανανεώνονται. Ο Μπόνεφελντ σωστά αναφέρεται στην πρωταρχική συσσώρευση του καπιταλισμού, όχι σαν μια συντελεσμένη ιστορική περίοδο της ανάπτυξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, αλλά σαν μια δυναμική διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Μια κοινωνική σχέση που αφορά τον τυπικό διαχωρισμό των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων από τα υλικά μέσα που χρειάζονται για να αποκτήσουν την ταξική αυτοδιάθεση τους.ii

Η κινητήρια δύναμη πίσω από την αδυναμία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς να επιβάλλει σαν τετελεσμένη την ολοκληρωτική πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, έγκειται αναμφίβολα πρωτίστως στην έμφυτη δημιουργικότητα του ανθρώπινου υποκειμένου. Στην τάση του να εκφεύγει από τους τυποποιημένους ορισμούς και τα σταθερά ταυτοτικά όρια που αποδίδονται και περιχαρακώνουν κάθε φορά την ανθρώπινη συμπεριφορά.iii Ωστόσο, είναι και ο ίδιος ο καπιταλισμός που διαταράσσει τις θεσμοποιημένες κοινωνικές του σχέσεις, μέσω της συστημικής τάσης που τον διακρίνει προς μια αποδέσμευση του κεφαλαίου από την μισθωτή εργασία, προς μια υπέρβαση δηλαδή της μισθωτής συνθήκης στη διαδικασία της παραγωγής. Η “αντικειμενική” αυτή η τάση για τη σταδιακή εξάλειψη του ρόλου της ζωντανής εργασίας εκφράζεται είτε μέσα από την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και την αυτοματοποίηση ολοένα και μεγαλύτερων κομματιών της παραγωγικής διαδικασίας, ή μέσα από μια αδιάλειπτη προσπάθεια για την επιστροφή σε προκαπιταλιστικές μορφές ακραίας οικονομικής εκμετάλλευσης.iv Φυσικά, η τεχνολογική αναβάθμιση των μέσων παραγωγής και η μεγιστοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων που απορρέει από αυτή την εξέλιξη, είναι μια διαδικασία που δυνητικά εμπεριέχει και τεράστιες χειραφετικές προοπτικές για την ανθρωπότητα και συνθέτει το υλικό υπόβαθρο μιας χειροπιαστής κομμουνιστικής ουτοπίας.v Από την άλλη, η επανάκαμψη στην προκαπιταλιστική βαρβαρότητα συντελείται μέσα από τη συστηματική επιδείνωση της μισθωτής σχέσης σε βάρος πάντοτε των εργαζόμενων στρωμάτων, αλλά και μέσα από την ενσωμάτωση στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία νέων εξαθλιωμένων προλεταριακών πληθυσμών, διαμέσου ενός καταστροφικού επεκτατισμού του συστήματος που πραγματώνεται με πλάγιες οικονομικές ή ωμές μιλιταριστικές μεθόδους.

Ο επεκτατισμός αυτός δεν παίρνει την μορφή μιας ορθολογικής άσκησης κυριαρχίας, ούτε αναμορφώνει τις τοπικές κοινωνίες κατά τρόπο που, όπως πίστευε ο Μαρξ, θα συντελούσε στην κατάργηση των παραδοσιοκρατικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης και στην αντικατάσταση τους από τον αμφίσημο “εκσυγχρονισμό” που επιφέρει ο καπιταλισμός. Ο καπιταλισμός των μητροπόλεων του κέντρου, με τα ιδιαίτερα ιστορικά χαρακτηριστικά που αυτός φέρει, ουδέποτε μεταφυτεύτηκε στις κοινωνικές ολότητες της περιφέρειας. Αυτο βέβαια δεν οφείλεται στη θεμελιώδη ασυμβατότητα ανάμεσα στους “ανθρωπολογικούς τύπους” που ενδημούν στις ακραία ετερόνομες κοινωνίες της Ανατολής και στις φαντασιακές σημασίες του καπιταλισμού που εκκολάφτηκαν στην “αυτόνομη” Δύση, όπως φαίνεται να πιστεύει ο ύστερος Καστοριάδης, εκφράζοντας μια εναλλακτική εκδοχή μιας οριενταλιστικής ερμηνείας της ιστορικής εξέλιξης των κοινωνιών της καπιταλιστικής περιφέρειας. Ο ελέφαντας στο δωμάτιο που δείχνει να αγνοεί ο Καστοριάδης είναι η ύπαρξη ενός πλήρως ανεπτυγμένου κι εξαιρετικά αρπακτικού κι επιθετικού καπιταλιστικού συστήματος στις κοινωνίες του παγκόσμιου Βορρά, ο οποίος διαμέσου της αποικιοκρατικής θηριωδίας κάποια στιγμή έφτασε να έχει διαιρέσει το σύνολο της οικουμένης σε σφαίρες επιρροής των καπιταλιστικών δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές ετεροκαθόρισαν αποφασιστικά την ιστορική εξέλιξη των λαών της υποτελούς περιφέρειας.vi Η αλληλεπίδραση με τις ισχυρές οικονομίες της αγοράς είχε σαν αποτέλεσμα την εκτεταμένη αποσάρθρωση του κοινωνικού ιστού των κατακτημένων περιοχών, το βάθεμα των δεσμών εξάρτησης τους από υπερεθνικά κέντρα οικονομικής εξουσίας, την αλλοίωση της ταξικής φύσης των κοινωνικών υποκειμένων και του ρόλου που επιτελούν στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να παρατηρήσουμε ότι το να μιλάει κανείς για “ενσωμάτωση” των τοπικών οικονομιών στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, θα ήταν σαν να επιστρατεύουμε μια ορθολογική έννοια της κοινωνικής θεωρίας για να προσδώσουμε θετικό περιεχόμενο και μια καταληπτή τάξη πραγμάτων εκεί όπου το έργο του συστημικού ιμπεριαλισμού είναι πρωτίστως αρνητικό. Ένα έργο καταστροφής, ξεριζωμού και διασποράς της φτώχειας, της βαρβαρότητας και της δυστυχίας. Σε ολόκληρη την περιφέρεια του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς βρίσκουμε σε εκτεταμένη χρήση ως κυρίαρχες μορφές οικονομικής εκμετάλλευσης, κοινωνικές πρακτικές που μια “πραγμοποιημένη”, όπως θα έλεγε ο Τραβέρσο, χυδαία θετικιστική ανάγνωση της ιστορίας, τις τοποθετεί σε μια προηγούμενη και οριστικά παρελθούσα φάση της εξέλιξης του καπιταλισμού.vii Στην Κολομβία, οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες παραγωγής φρούτων χρησιμοποιούν τις εκτοπισμένες φυλές των αυτοχθόνων σαν σκλάβους στις φυτείες τους, με τη συνδρομή του κολομβιανού στρατού, ο οποίος παίζει τον ρόλο του έμμισθου μπράβου του υπερεθνικού κεφαλαίου.viii Στην “απελευθερωμένη” Λιβύη η επιχειρηματική δραστηριότητα που βρίσκεται σε άνθηση και αποφέρει αμύθητες πλούτο είναι το δουλεμπόριο των εξαθλιωμένων μαύρων αφρικανών, που κατά τρόπο σχεδόν ειρωνικό, συρρέουν οι ίδιοι στην παγίδα που έχουν στήσει γι’ αυτούς οι σωματέμποροι επιχειρώντας να εισέλθουν στην ΕΕ διασχίζοντας τα θαλάσσια σύνορα της. Την ίδια στιγμή στην υποσαχάρεια Αφρική, το “Κονγκό έχει πάψει να υφίσταται ως ενιαίο κράτος: Αποτελεί μια πολλαπλότητα εδαφικών επικρατειών που κυβερνώνται από τοπικούς πολέμαρχους, οι οποίοι ελέγχουν τις περιοχές τους με στρατούς που κατά κανόνα περιλαμβάνουν και παιδιά υπό την επήρεια ναρκωτικών. Καθένας από αυτούς τους πολέμαρχους συνδέεται επιχειρηματικά με κάποια ξένη εταιρεία που εκμεταλλεύεται τον, κυρίως μεταλλευτικό, πλούτο των εδαφών του. Η ειρωνεία είναι ότι πολλά από αυτά τα μεταλλεύματα χρησιμοποιούνται σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας όπως λάπτοπ και κινητά τηλέφωνα. Ξεχάστε, λοιπόν, τη βάρβαρη συμπεριφορά του ντόπιου πληθυσμού. Απλώς αφαιρέστε από την εξίσωση τις ξένες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, και το όλο οικοδόμημα του εθνοτικού πολέμου που τροφοδοτείται από πάθη καταρρέει”.ix

Κοινή συνισταμένη του πρωτόγονου αυτού καθεστώτος εκμετάλλευσης είναι η πελώρια ανισοκατανομή της δύναμης ανάμεσα στον εκμεταλλευτή και το θύμα του, καθώς και η ολοκληρωτική απουσία ιδεολογικής θεμελίωσης της υπεροχής του ισχυρότερου σε κάτι άλλο εκτός από την ίδια την ανωτερότητα της ισχύος και των υλικών μέσων που έχει στη διάθεση του για να την ασκήσει. Αναφερόμενος στον ρόλο της βίας στην καπιταλιστική οικονομική διαδικασία, ο Μαρξ είχε γράψει ότι “Η ανακάλυψη των ορυχείων χρυσού και αργύρου της Αμερικής, η εξόντωση των ιθαγενών πληθυσμών, η υπαγωγή τους στη δουλεία ή το θάψιμο τους στα ορυχεία, η κατάκτηση και η αρχή της ληστείας των ανατολικών Ινδιών, η μετατροπή της Αφρικής σε ένα τεράστιο κλουβί, όπου οι δουλέμποροι κυνηγούσαν τους μαύρους, όλα αυτά χαρακτηρίζουν την αυγή της περιόδου της καπιταλιστικής παραγωγής. Οι ειδυλλιακές αυτές μέθοδοι είναι σπουδαίοι παράγοντες της πρωταρχικής συσσώρευσης […] Αυτές οι μέθοδοι βασίζονται κατά μέρος στην απλή φυσική δύναμη-βία, όπως το αποικιακό σύστημα. Όλες στηρίζονται στη δύναμη-βία, στη συγκεντρωμένη οργανωμένη δύναμη-βία της κοινωνίας για να επιτείνουν στο ανώτατο όριο την μετατροπή του φεουδαρχικού συστήματος παραγωγής σε καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής και για να συντομεύσουν τις μεταβατικές φάσεις. Η βία είναι η μάνα κάθε παλιάς κοινωνίας, που υπάρχει. Αυτή η ίδια είναι μια οικονομική δύναμη”.x Εκείνο που ο Μαρξ δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε είναι ότι δεν περιέγραφε στο δοκίμιο ένα συντελεσμένο ιστορικό γεγονός, την “αυγή της περιόδου της καπιταλιστικής παραγωγής”, αλλά τις υλικές προϋποθέσεις για την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων του καπιταλισμού ως οικονομικού συστήματος που ενσωματώνει δυνητικά ολόκληρη την ανθρωπότητα, ταξινομώντας τη σε ιεραρχικά διαβαθμισμένα αλληλεξαρτώμενα μέρη.

Επιπλέον, άλλη μια πρόγνωση που έκανε ο Μαρξ και τελικά αποδείχτηκε πως ήταν εσφαλμένη αφορούσε την πεποίθηση του ότι ο καπιταλισμός συνιστούσε δύναμη “εκσυγχρονισμού” για τους “λαούς χωρίς ιστορία”, κατά τον Ένγκελς, οι οποίοι περιέρχονταν κάτω από τη δικαιοδοσία της παγκόσμιας αγοράς. Στην πραγματικότητα μάλλον το αντίθετο συνέβη. Αντί οι “προηγμένες” χώρες του καπιταλιστικού κέντρου να αναμορφώσουν τις κοινωνικές ολότητες της περιφέρειας στα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά πρότυπα του δυτικού πολιτισμού, ήταν τελικά οι “οπισθοδρομικοί” λαοί στις παρυφές του συστήματος της οικονομίας της αγοράς που κατόρθωσαν να παραμορφώσουν και να “αγριοποιήσουν” τις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Έχοντας για αρκετές δεκαετίες αποτελέσει το κατεξοχήν όργανο για τον οικονομικό εξανδραποδισμό των χωρών του Τρίτου Κόσμου, το ΔΝΤ αρχικά διέσχισε τον ευρωπαϊκό Ρουβίκωνα όταν κλήθηκε να υπηρετήσει τις ανάγκες του διεθνοποιημένου κεφαλαίου πρώτα στα κράτη του πρώην ανατολικού μπλοκ, τα οποία υποχρεώθηκαν να πραγματοποιήσουν ένα άλμα θανάτου. Μια άτακτη και οδυνηρή μετάβαση από τη σχεδιασμένη οικονομία του σοσιαλιστικού κρατισμού, σε μια πλήρως απορρυθμισμένη οικονομία της αγοράς.xi Ύστερα, σειρά πήραν οι υπερχρεωμένες χώρες του νότου της ημιπεριφέρειας της ΕΕ, οι οποίες βρίσκονται πλέον κάτω από τον δεσποτικό έλεγχο των τεχνοκρατικών ελίτ που κυβερνούν στις Βρυξέλλες και στο ΔΝΤ.xii Η ενιαία ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε για να επιλύσει τα δομικά ζητήματα που δημιούργησε η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, προς όφελος πάντα των συμφερόντων των οικονομικών ελίτ, δεν είναι παρά μια μεταφορά σε ευρωπαϊκό έδαφος της εξουσιαστικής τεχνογνωσίας και των μεθόδων οικονομικής τρομοκρατίας που για χρόνια εφάρμοζε το ΔΝΤ στις χώρες της περιφέρειας.

Το μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον που παράγεται μέσα από τη διαδικασία της συστημικής αναδιάρθρωσης σε παγκόσμια κλίμακα, οδηγεί σε μια σύγκλιση της εμπειρίας της ταξικής καταπίεσης σε αμφότερες την μητρόπολη και την περιφέρεια. Στοιχεία από τα μοντέλα καπιταλιστικής εκμετάλλευσης των καταπιεσμένων του Τρίτου Κόσμου μεταφυτεύονται στις πρωτεύουσες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και μετατρέπονται σε κομμάτι του ταξικού μοντέλου οργάνωσης της κοινωνικής συμβίωσης στις μητροπόλεις. Από την άλλη, γκετοποιημένες κοινότητες πλουσίων και μια πολιορκημένη τάξη νεομπουρζουάδων, κάνουν την εμφάνιση τους στις διαλυμένες κοινωνικές ολότητες του Νότου, αποτελώντας τα ταξικά υποκείμενα μιας παρωδίας καταναλωτικής κοινωνίας μέσα σε μια θάλασσα γενικευμένης κοινωνικής αποσύνθεσης.

Οι πολιτικές ταυτότητας δεν είναι τίποτα άλλο από μια προσαρμογή του ρατσιστικού κοινωνικού φαντασιακού του οριενταλισμού στις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στις χώρες του καπιταλιστικού κέντρου. Δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να διασπούν την ταξική ενότητα των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων, με το να υπερτονίζουν τη σημασία των πολιτισμικών χαρακτηριστικών που διαχωρίζουν κάποιες κοινωνικές ομάδες από τους ταξικούς αδελφούς τους.xiii Κανονικοποιούν και “φυσικοποιούν” τις ταξικές διακρίσεις, λίγο, πολύ ερμηνεύοντας τις θεσμοποιημένες κοινωνικές ιεραρχίες ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της “φυσικής” κατωτερότητας ορισμένων κοινωνικών ομάδων που παίρνει σάρκα και οστά μέσα από το “προβληματικό” πολιτισμικό φαντασιακό τους. Και, αντιστρόφως, συμπεραίνουν ότι κάποιοι από τους συνανθρώπους τους υπολείπονται σε στοιχειώδη πολιτισμικά χαρίσματα, ακριβώς επειδή βρίσκονται στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας. Πρόκεται για μια επαίσχυντη απολογητική της κυριαρχίας, έναν ταξικό ρατσισμό που έλκει την καταγωγή του και τα ιδεολογικά σημεία αναφοράς του από την ιστορική εμπειρία της επικυριαρχίας, επίσημης ή ανεπίσημης, του πλούσιου Βορρά πάνω στις ρημαγμένες κοινωνίες του Νότου.

Ο πιο επικίνδυνος όμως ρατσισμός είναι εκείνος που κρύβεται πίσω από υποτιθέμενες απελευθερωτικές προθέσεις και διακηρύξεις. Η Χ. Μπουτελτζά, μετανάστρια δεύτερης γενιάς απ’ το Μαγκρέμπ που συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ιδρυτές του μεταποικιακού πολιτικού κινήματος των “Ιθαγενών της Δημοκρατίας” στην Γαλλία, δικαίως εξεγείρεται ενάντια στους “ανθρωπιστές” κήρυκες του ατομισμού της αγοράς, που ενθαρρύνουν τις μουσουλμάνες προλετάριες να κατακτήσουν μια αμφιλεγόμενη “ανεξαρτησία”, πληρώνοντας σαν τίμημα τον πολιτισμικό ακρωτηριασμό τους και τον βαθύ υπαρξιακό αυτοτραυματισμό τους μέσω της αποκήρυξης και δημόσιας διαπόμπευσης των αγαπημένων τους προσώπων. Γράφει η Μπουτελτζά, “Όχι, το σώμα μου δεν ανήκει σε μενα. Η μητέρα μου εξακολουθεί να ασκεί την κυριαρχία επάνω του. Αλλά, είμαι κι εγώ συνειδητά συνένοχος σε αυτή την κυριαρχία. Μοιράζομαι τα χαλινάρια του ελέγχου της ζωής μου με αυτήν, με ολόκληρη τη φυλή μου. Όπως και να ‘χει, ακόμη κι αν τα αφαιρούσα, το μόνο που θα κατάφερνα θα ήταν να τα παραδώσω στους λευκούς. Θα προτιμούσα να πεθάνω”.xiv Η απελευθέρωση που αναζητάει η Μπουλτετζά δεν είναι η αλα-καρτ “απελευθέρωση” των δικαιωμάτων του λευκού, αστικού μονοθεματικού φεμινισμού, αλλά η πολύ πιο ριζοσπαστική, καθολική απελευθέρωση από το καθεστώς της νεοαποικιοκρατίας στο εσωτερικό του συστήματος της Πέμπτης Δημοκρατίας. Αυτή την απελευθέρωση σίγουρα δεν μπορεί να την πετύχει μόνο του το έκνομο πολυεθνικό προλεταριάτο, όπως δεν υπάρχει κοινωνική απελευθέρωση για το σύνολο της τάξης των προλετάριων αν δεν περιλαμβάνει την υποτάξη των αποκλεισμένων μεταναστευτικών πληθυσμών που συγκεντρώνονται στα γκέτο των μητροπόλεων του Βορρά. Στο μέτρο που αναγνωρίζουμε την αναγκαιότητα για μια τέτοια ταξική συμμαχία ανάμεσα στα υποτελή κοινωνικά στρώματα, είμαστε επίσης υποχρεωμένοι παραδεχτούμε ότι η επιθυμητή σύμπραξη δεν θα πρέπει να πάρει την μορφή μιας στείρας και μονομερούς επαναστατικής κατήχησης από ένα “φωτισμένο” τμήμα του προλεταριάτου προς ένα άλλο, αλλά θα πρέπει να γίνει σε ισότιμη βάση, ανάμεσα σε δύο αυτόνομα μέρη που θα συνδιαλέγονται ανοιχτά και με κατανόηση αναμεταξύ τους, στη βάση της αλληλεξάρτησης των αρχών, των επιθυμιών και των ταξικών συμφερόντων τους.

iΓια το προσδόκιμο ζωής επί εποχής Τζαμαχιρίγια βλέπε τους σχετικούς πίνακες της Παγκόσμιας Τράπεζας, https://data.worldbank.org/country/libya . Για την κατάσταση που επικρατεί στις μέρες μας στη βορειοαφρικανική χώρα, B. Norton, Media Erase NATO Role in Bringing Slave Markets to Libya, https://fair.org/home/media-nato-regime-change-war-libya-slave-markets/ .

iiW. Bonefeld, The Permanence of Primitive Accumulation, https://libcom.org/files/PrimAccum.pdf .

ivΡαγδαία η αύξηση χρήσης ρομπότ στην αμερικανική βιομηχανία, http://www.kathimerini.gr/1012521/article/oikonomia/die8nhs-oikonomia/ragdaia-h-ay3hsh-xrhshs-rompot-sthn-amerikanikh-viomhxania .

viiΓια τη θεωρητική έννοια της “πραγμοποίησης” της ιστοριογραφικής μεθόδου, Ε. Τραβέρσο, Αριστερή Μελαγχολία (Εκδόσεις του 21ου).

viiiD.B. Lauterwasser, The Red on Yellow – Chiquita’ s Banana Colonialism in Latin America, https://medium.com/@FeunFooPermaKra/the-red-on-yellow-chiquitas-banana-colonialism-in-latin-america-1ca178af7616 .

ixΣ. Ζίζεκ, Η Νέα Πάλη των Τάξεων (Εκδόσεις Πατάκη), σελ. 78.

xΚ. Μαρξ, Η Γένεση του Κεφαλαίου (Εκδόσεις Κορόντζη), σελ. 85-6.

xiT. Fotopoulos, The Catastrophe of Marketization, https://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol5/fotopoulos_marketisation.htm .

xiiJ.Bond, A Greek tragedy: how the EU is destroying a country, https://www.spectator.co.uk/2018/10/a-greek-tragedy-how-the-eu-is-destroying-a-country/ .

xiii“Η ταυτότητα μου είναι ότι με κάνει να μην είμαι ταυτόσημος με κανέναν άλλο”. Α. Μααλούφ, Οι φονικές ταυτότητες (Ωκεανίδα), σελ. 18.

xivH. Bouteldja, Whites, Jews and Us (Semiotexte), σελ. 75.

Βιβιλιοκριτική: “Ριφιφί στο Μουσείο”, του Γ. Μπόγρη

ΡΙΦΙΦΙ-ΣΤΟ-ΜΟΥΣΕΙΟ.-Το-χρονικό-μιας-διάρρηξης-top

Δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας, ούτε σκοπεύω να γίνω. Ωστόσο, πήρα την απόφαση να δημοσιεύσω αυτή τη βιβλιοκριτική εξαιτίας της προσωπικής φιλίας που με συνδέει με τον συγγραφέα και σε προηγούμενη συνεννόηση μαζί του. Κανείς δεν θα πρέπει να εκλάβει την δημοσίευση αυτή ως απόπειρα διαφήμισης ενός πολιτισμικού προϊόντος. Πιο πολύ συνιστά την έμπρακτη αναγνώριση μιας αξιόλογης συγγραφικής προσπάθειας από έναν φίλο προς έναν άλλο.

Το “Ριφιφί στο Μουσείο” ήταν ένα από τα φετινά “βιβλία των διακοπών” μου και δεν σίγουρα μετάνιωσα που το είχα μαζί μου στην βαλίτσα μου. Στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία αν θέλει κάποιος να έχει σίγουρη εμπορική επιτυχία αρκεί να γράψει μια ρομαντική αναπόληση για τη ζωή των διωγμένων ελλήνων στις “χαμένες πατρίδες” της Μικράς Ασίας. Ή, εναλλακτικά, ένα δακρύβρεχτο χρονικό για τις θηριωδίες που υπέστησαν οι Εβραίοι της Θεσ/νικης κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν ο συγγραφέας είναι δεξιός, θα προσπαθήσει να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας της Θεσ/νικης στάθηκε στο πλευρό της εβραϊκής κοινότητας και αντιστάθηκε, έστω υπογείως, στις δολοφονικές μεθοδεύσεις του ναζιστή κατακτητή, δίνοντας έτσι άφεση αμαρτιών στο πατριωτικό συλλογικό ασυνείδητο. Αντίθετα, αν είναι αριστερός, θα επιμείνει στη συνενοχή των ηγετικών τάξεων της ελληνικής κοινωνίας στο έγκλημα και θα διατυμπανίζει την ιστορική συνέχεια που υπάρχει ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα.

Ευτυχώς το “Ριφιφί” δεν ακολουθεί τέτοιες έτοιμες πολιτισμικές συνταγές ούτε ως προς τη φόρμα, ούτε ως προς το περιεχόμενο. Αναφορικά με το δεύτερο, ο συγγραφέας κάνει μια ασυνήθιστη επιλογή σχετικά με τον τόπο όπου εκτυλίσσεται η ιστορία του, εκείνη της ελληνικής ηπειρωτικής υπαίθρου (η ιστορία διαδραματίζεται στη Θήβα). Μια επιλογή που είναι σημαντική διότι μέχρι σήμερα η ηπειρωτική επαρχία είναι αρκούντως παραμελημένη από τη σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία, μια απαξίωση που αντιστοιχεί σίγουρα στην οικονομική, πολιτική, πολιτισμική και διοικητική απομόνωση και υποβάθμιση της από το νεολληνικό κράτος. Ακολουθώντας τον κανόνα του φιλοσόφου και κριτικού τέχνης Ιππόλυτου Ταιν, ότι το έργο τέχνης αναδεικνύεται καλύτερα όταν παίρνει για έμπνευση του τον υλικό κόσμο γύρω του, ο συγγραφέας αποφασίζει να τοποθετήσει την ιστορία του στη γενέτειρα πόλη του της Θήβας. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι απλώς μια γραφική περιήγηση στους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης, στο δάσος και τα φυσικά τοπία που την περιτριγυρίζουν, αλλά και μια εισαγωγή στους ανθρωπολογικούς τύπους που ενδημούν στην τοπική κοινωνία και μέσα από αυτήν, μια γνωριμία με όλες τις μικρές επαρχιακές πόλεις της σύγχρονης χρεοκοπημένης Ελλάδας. Ο βιωματικός χαρακτήρας της μυθιστορίας εξασφαλίζει τον ρεαλισμό και την αυθεντικότητα των αναπαραστάσεων της διήγησης.

Από την άλλη, έχοντας σπουδάσει κι εργαστεί “εκτός των τειχών”, ο συγγραφέας μπόρεσε να αποκτήσει τις εμπειρίες, την ευρύτητα αντίληψης και τη συναισθηματική απόσταση που είναι απαραίτητη έτσι ώστε να προσεγγίσει την τοπική κοινωνία, τον επαρχιωτισμό και τις νοοτροπίες της με διεισδυτική ματιά και κριτική διάθεση. Αποθέωση της ρεαλιστικής αντίληψης στην οποία μένει πιστό το βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος, είναι κατά τη γνώμη μου η εμφάνιση του παρακείμενου τσιγγάνικου καταυλισμού, του οποίου οι σχέσεις με την τοπική κοινωνία είναι μάλλον συγκρουσιακές και τεταμένες. Ο καταυλισμός δεν εμφανίζεται στο βιβλίο ως ένα μέρος όπου κατοικούν πλάσματα εξωτικά, εκ φύσεως προορισμένα να πράττουν το “καλό” ή το “κακό”, αλλά ως το απόλυτο υλικό όριο της ιστορίας. Το σημείο όπου ακόμα και η αστυνομική καταδίωξη που εκτυλίσσεται σε κάποιο σημείο του βιβλίου παύει αναγκαστικά και οι πρωταγωνιστές της είναι υποχρεωμένοι να αλλάξουν ρώτα, προτού εισέλθουν σε έναν κόσμο ο οποίος σίγουρα μήτε ανήκει, μήτε έχει κοινά σημεία με τον δικό τους.

Από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν διαδοχικά ο ξιπασμένος έφορος αρχαιοτήτων, η φιλόδοξη υπάλληλος-βοηθός του, οι φιλότιμοι χειρώνακτες εργαζόμενοι στο εργοτάξιο, ο περιθωριοποιημένος λούμπεν προλετάριος, ο νεαρός εργαζόμενος φτωχός, ο άνεργος χωρίς ρόλο και χωρίς μέλλον, ο αηδιαστικός κομματάρχης, ο ξιπασμένος προύχοντας, η άκακη μαυροφορεμένη γιαγιά των παιδικών μας χρόνων. Όλα αυτά τα πρόσωπα συνιστούν μια πιστή αντιγραφή της κοινωνικής γεωγραφίας της μικρής πόλης. Η συγγραφή, όπως και η γλυπτική και η ζωγραφική, είναι κατ’ εξοχήν μιμητικές τέχνες. Ωστόσο, αν μόνο η πιστή μίμηση της πραγματικότητας ήταν το ζητούμενο της συγγραφής, τότε ένα δημοσιογραφικό χρονικό της καθημερινότητας μιας επαρχιακής πόλης θα αποτελούσε από μόνο του το πληρέστερο και αρτιότερο έργο τέχνης. Εκείνο που ζητάμε από την τέχνη είναι όχι μόνο την καταγραφή των διαφορετικών μερών που απαρτίζουν το σύνολο, στην προκειμένη περίπτωση τα διαφορετικά πρόσωπα που απαρτίζουν από κοινού την τοπική κοινωνία, αλλά και την αναπαράσταση των σχέσεων και των εξαρτήσεων που υπάρχουν μεταξύ τους, προκειμένου να κατανοήσουμε την εδραιωμένη ιεραρχία τους, να δούμε ποιες σχέσεις είναι κοινωνικά σημαντικές και πρωτεύουσες και ποιες έπονται και είναι δευτερεύουσες. Από αυτή την άποψη, οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε όλους αυτούς, η διαπλοκή ανάμεσα στα συμφέροντα και τις επιθυμίες τους θα μας εκπλήξουν και θα μας κρατήσουν το ενδιαφέρον αμείωτο μέχρι την τελευταία σελίδα.

Αν υπάρχει κάτι που ενώνει όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο έργο είναι η επιθυμία τους να φύγουν από τη Θήβα, η αντίληψη που έχουν για τον τόπο όχι σαν προορισμό, αλλά σαν σημείο εκκίνησης, φυγής (ακόμα κι ο ένας εκ των πρωταγωνιστών που επιστρέφει, γυρίζει επειδή υποχρεώθηκε από την έλλειψη χρημάτων). Αυτό δεν οφείλεται βέβαια σε κάποιο σύμπλεγμα κατωτερότητας του συγγραφέα, αλλά στην οδυνηρή διαπίστωση ότι η παραμελημένη επαρχία είναι ένας τόπος που εξαιτίας της γεωγραφικής κατανομής των ιεραρχικών κοινωνικών λειτουργιών του αστικού κράτους είναι πάντοτε καταδικασμένη να επιτελεί έναν υποδεέστερο ρόλο σε σύγκριση με την μητρόπολη, το αδιαφιλονίκητο αστικό κέντρο. Τις περισσότερες φορές οι κάτοικοι αυτών των περιοχών, που ζουν και ονειρεύονται σαν όλους τους άλλους, υποχρεώνονται να γίνουν εσωτερικοί μετανάστες, πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους τη χώρα και να εγκαταλείψουν τις ιδιαίτερες πατρίδες τους κυνηγώντας την επαγγελματική “επιτυχία” και την κοινωνική “καταξίωση” στις πόλεις. Ή να σκαρφιστούν ένα “μεγάλο κόλπο”, μια μαγική συνταγή που θα αλλάξει την κοινωνική κατάσταση τους και θα τους βγάλει από τη δύσκολη θέση, όπως γίνεται στο “Ριφιφί”.

Ίσως ένα ψήγμα κριτικής θα μπορούσε να διατυπωθεί εν σχέση με την πλήρη απουσία ενός απελευθερωτικού κοινωνικού σχεδίου από τις σελίδες του βιβλίου. Θα μπορούσε κανείς σε αυτό το σημείο να αναρωτηθεί, μα γιατί να χρειάζεται πάντοτε η ύπαρξη ενός σχεδίου απελευθέρωσης; Η απάντηση σε αυτό είναι ότι η κοινωνία μας είναι ταξική και ότι εκείνο που είναι προς το συμφέρον των κυρίαρχων, δεν είναι αναγκαστικά προς το συμφέρον των υποτελών, μια αλήθεια που ανέδειξε με τον πιο οδυνηρό τρόπο στην πράξη η πρόσφατη καπιταλιστική κρίση. Κάτι που φαίνεται άλλωστε και από τα βασικά υπαρξιακά αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες στην ιστορία του “Ριφιφί”. Η απάντηση σε αυτά τα αδιέξοδα, η επίλυση του κοινωνικού ζητήματος ούτως ειπείν, μπορεί να έγκειται είτε σε μια ταξική στρατηγική συλλογικής λύτρωσης, μιας ή και περισσότερων αδύναμων κοινωνικών ομάδων, ή εκεί που μια τέτοια στρατηγική απουσιάζει, σε μια τακτική ατομιστική, αποσπασματική και μεμονωμένη. Στο “Ριφιφί” μόνο η δεύτερη περίπτωση εμφανίζεται. Αλλά, από την άλλη, δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση από ένα βιωματικό διήγημα να εκθέσει πράγματα τα οποία ποτέ του δεν έχει δει. Το περισσότερο που μπορεί να κάνει είναι να περιγράψει τις συνθήκες και τα γεγονότα που καθιστούν και την πρώτη λύση εξίσου αναγκαία. Ίσως μάλιστα και περισσότερο από τις στρατηγικές ατομικής λύτρωσης που βασιλεύουν επί του παροντος στην ιεραρχική μας κοινωνία και που στρέφουν τον έναν άνθρωπο ενάντια στον άλλον, σε έναν θεσμοποιημένο, γενικευμένο πόλεμο όλων εναντίον όλων.