Βιβιλιοκριτική: “Ριφιφί στο Μουσείο”, του Γ. Μπόγρη

ΡΙΦΙΦΙ-ΣΤΟ-ΜΟΥΣΕΙΟ.-Το-χρονικό-μιας-διάρρηξης-top

Δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας, ούτε σκοπεύω να γίνω. Ωστόσο, πήρα την απόφαση να δημοσιεύσω αυτή τη βιβλιοκριτική εξαιτίας της προσωπικής φιλίας που με συνδέει με τον συγγραφέα και σε προηγούμενη συνεννόηση μαζί του. Κανείς δεν θα πρέπει να εκλάβει την δημοσίευση αυτή ως απόπειρα διαφήμισης ενός πολιτισμικού προϊόντος. Πιο πολύ συνιστά την έμπρακτη αναγνώριση μιας αξιόλογης συγγραφικής προσπάθειας από έναν φίλο προς έναν άλλο.

Το “Ριφιφί στο Μουσείο” ήταν ένα από τα φετινά “βιβλία των διακοπών” μου και δεν σίγουρα μετάνιωσα που το είχα μαζί μου στην βαλίτσα μου. Στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία αν θέλει κάποιος να έχει σίγουρη εμπορική επιτυχία αρκεί να γράψει μια ρομαντική αναπόληση για τη ζωή των διωγμένων ελλήνων στις “χαμένες πατρίδες” της Μικράς Ασίας. Ή, εναλλακτικά, ένα δακρύβρεχτο χρονικό για τις θηριωδίες που υπέστησαν οι Εβραίοι της Θεσ/νικης κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν ο συγγραφέας είναι δεξιός, θα προσπαθήσει να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας της Θεσ/νικης στάθηκε στο πλευρό της εβραϊκής κοινότητας και αντιστάθηκε, έστω υπογείως, στις δολοφονικές μεθοδεύσεις του ναζιστή κατακτητή, δίνοντας έτσι άφεση αμαρτιών στο πατριωτικό συλλογικό ασυνείδητο. Αντίθετα, αν είναι αριστερός, θα επιμείνει στη συνενοχή των ηγετικών τάξεων της ελληνικής κοινωνίας στο έγκλημα και θα διατυμπανίζει την ιστορική συνέχεια που υπάρχει ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα.

Ευτυχώς το “Ριφιφί” δεν ακολουθεί τέτοιες έτοιμες πολιτισμικές συνταγές ούτε ως προς τη φόρμα, ούτε ως προς το περιεχόμενο. Αναφορικά με το δεύτερο, ο συγγραφέας κάνει μια ασυνήθιστη επιλογή σχετικά με τον τόπο όπου εκτυλίσσεται η ιστορία του, εκείνη της ελληνικής ηπειρωτικής υπαίθρου (η ιστορία διαδραματίζεται στη Θήβα). Μια επιλογή που είναι σημαντική διότι μέχρι σήμερα η ηπειρωτική επαρχία είναι αρκούντως παραμελημένη από τη σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία, μια απαξίωση που αντιστοιχεί σίγουρα στην οικονομική, πολιτική, πολιτισμική και διοικητική απομόνωση και υποβάθμιση της από το νεολληνικό κράτος. Ακολουθώντας τον κανόνα του φιλοσόφου και κριτικού τέχνης Ιππόλυτου Ταιν, ότι το έργο τέχνης αναδεικνύεται καλύτερα όταν παίρνει για έμπνευση του τον υλικό κόσμο γύρω του, ο συγγραφέας αποφασίζει να τοποθετήσει την ιστορία του στη γενέτειρα πόλη του της Θήβας. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι απλώς μια γραφική περιήγηση στους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης, στο δάσος και τα φυσικά τοπία που την περιτριγυρίζουν, αλλά και μια εισαγωγή στους ανθρωπολογικούς τύπους που ενδημούν στην τοπική κοινωνία και μέσα από αυτήν, μια γνωριμία με όλες τις μικρές επαρχιακές πόλεις της σύγχρονης χρεοκοπημένης Ελλάδας. Ο βιωματικός χαρακτήρας της μυθιστορίας εξασφαλίζει τον ρεαλισμό και την αυθεντικότητα των αναπαραστάσεων της διήγησης.

Από την άλλη, έχοντας σπουδάσει κι εργαστεί “εκτός των τειχών”, ο συγγραφέας μπόρεσε να αποκτήσει τις εμπειρίες, την ευρύτητα αντίληψης και τη συναισθηματική απόσταση που είναι απαραίτητη έτσι ώστε να προσεγγίσει την τοπική κοινωνία, τον επαρχιωτισμό και τις νοοτροπίες της με διεισδυτική ματιά και κριτική διάθεση. Αποθέωση της ρεαλιστικής αντίληψης στην οποία μένει πιστό το βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος, είναι κατά τη γνώμη μου η εμφάνιση του παρακείμενου τσιγγάνικου καταυλισμού, του οποίου οι σχέσεις με την τοπική κοινωνία είναι μάλλον συγκρουσιακές και τεταμένες. Ο καταυλισμός δεν εμφανίζεται στο βιβλίο ως ένα μέρος όπου κατοικούν πλάσματα εξωτικά, εκ φύσεως προορισμένα να πράττουν το “καλό” ή το “κακό”, αλλά ως το απόλυτο υλικό όριο της ιστορίας. Το σημείο όπου ακόμα και η αστυνομική καταδίωξη που εκτυλίσσεται σε κάποιο σημείο του βιβλίου παύει αναγκαστικά και οι πρωταγωνιστές της είναι υποχρεωμένοι να αλλάξουν ρώτα, προτού εισέλθουν σε έναν κόσμο ο οποίος σίγουρα μήτε ανήκει, μήτε έχει κοινά σημεία με τον δικό τους.

Από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν διαδοχικά ο ξιπασμένος έφορος αρχαιοτήτων, η φιλόδοξη υπάλληλος-βοηθός του, οι φιλότιμοι χειρώνακτες εργαζόμενοι στο εργοτάξιο, ο περιθωριοποιημένος λούμπεν προλετάριος, ο νεαρός εργαζόμενος φτωχός, ο άνεργος χωρίς ρόλο και χωρίς μέλλον, ο αηδιαστικός κομματάρχης, ο ξιπασμένος προύχοντας, η άκακη μαυροφορεμένη γιαγιά των παιδικών μας χρόνων. Όλα αυτά τα πρόσωπα συνιστούν μια πιστή αντιγραφή της κοινωνικής γεωγραφίας της μικρής πόλης. Η συγγραφή, όπως και η γλυπτική και η ζωγραφική, είναι κατ’ εξοχήν μιμητικές τέχνες. Ωστόσο, αν μόνο η πιστή μίμηση της πραγματικότητας ήταν το ζητούμενο της συγγραφής, τότε ένα δημοσιογραφικό χρονικό της καθημερινότητας μιας επαρχιακής πόλης θα αποτελούσε από μόνο του το πληρέστερο και αρτιότερο έργο τέχνης. Εκείνο που ζητάμε από την τέχνη είναι όχι μόνο την καταγραφή των διαφορετικών μερών που απαρτίζουν το σύνολο, στην προκειμένη περίπτωση τα διαφορετικά πρόσωπα που απαρτίζουν από κοινού την τοπική κοινωνία, αλλά και την αναπαράσταση των σχέσεων και των εξαρτήσεων που υπάρχουν μεταξύ τους, προκειμένου να κατανοήσουμε την εδραιωμένη ιεραρχία τους, να δούμε ποιες σχέσεις είναι κοινωνικά σημαντικές και πρωτεύουσες και ποιες έπονται και είναι δευτερεύουσες. Από αυτή την άποψη, οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε όλους αυτούς, η διαπλοκή ανάμεσα στα συμφέροντα και τις επιθυμίες τους θα μας εκπλήξουν και θα μας κρατήσουν το ενδιαφέρον αμείωτο μέχρι την τελευταία σελίδα.

Αν υπάρχει κάτι που ενώνει όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο έργο είναι η επιθυμία τους να φύγουν από τη Θήβα, η αντίληψη που έχουν για τον τόπο όχι σαν προορισμό, αλλά σαν σημείο εκκίνησης, φυγής (ακόμα κι ο ένας εκ των πρωταγωνιστών που επιστρέφει, γυρίζει επειδή υποχρεώθηκε από την έλλειψη χρημάτων). Αυτό δεν οφείλεται βέβαια σε κάποιο σύμπλεγμα κατωτερότητας του συγγραφέα, αλλά στην οδυνηρή διαπίστωση ότι η παραμελημένη επαρχία είναι ένας τόπος που εξαιτίας της γεωγραφικής κατανομής των ιεραρχικών κοινωνικών λειτουργιών του αστικού κράτους είναι πάντοτε καταδικασμένη να επιτελεί έναν υποδεέστερο ρόλο σε σύγκριση με την μητρόπολη, το αδιαφιλονίκητο αστικό κέντρο. Τις περισσότερες φορές οι κάτοικοι αυτών των περιοχών, που ζουν και ονειρεύονται σαν όλους τους άλλους, υποχρεώνονται να γίνουν εσωτερικοί μετανάστες, πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους τη χώρα και να εγκαταλείψουν τις ιδιαίτερες πατρίδες τους κυνηγώντας την επαγγελματική “επιτυχία” και την κοινωνική “καταξίωση” στις πόλεις. Ή να σκαρφιστούν ένα “μεγάλο κόλπο”, μια μαγική συνταγή που θα αλλάξει την κοινωνική κατάσταση τους και θα τους βγάλει από τη δύσκολη θέση, όπως γίνεται στο “Ριφιφί”.

Ίσως ένα ψήγμα κριτικής θα μπορούσε να διατυπωθεί εν σχέση με την πλήρη απουσία ενός απελευθερωτικού κοινωνικού σχεδίου από τις σελίδες του βιβλίου. Θα μπορούσε κανείς σε αυτό το σημείο να αναρωτηθεί, μα γιατί να χρειάζεται πάντοτε η ύπαρξη ενός σχεδίου απελευθέρωσης; Η απάντηση σε αυτό είναι ότι η κοινωνία μας είναι ταξική και ότι εκείνο που είναι προς το συμφέρον των κυρίαρχων, δεν είναι αναγκαστικά προς το συμφέρον των υποτελών, μια αλήθεια που ανέδειξε με τον πιο οδυνηρό τρόπο στην πράξη η πρόσφατη καπιταλιστική κρίση. Κάτι που φαίνεται άλλωστε και από τα βασικά υπαρξιακά αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες στην ιστορία του “Ριφιφί”. Η απάντηση σε αυτά τα αδιέξοδα, η επίλυση του κοινωνικού ζητήματος ούτως ειπείν, μπορεί να έγκειται είτε σε μια ταξική στρατηγική συλλογικής λύτρωσης, μιας ή και περισσότερων αδύναμων κοινωνικών ομάδων, ή εκεί που μια τέτοια στρατηγική απουσιάζει, σε μια τακτική ατομιστική, αποσπασματική και μεμονωμένη. Στο “Ριφιφί” μόνο η δεύτερη περίπτωση εμφανίζεται. Αλλά, από την άλλη, δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση από ένα βιωματικό διήγημα να εκθέσει πράγματα τα οποία ποτέ του δεν έχει δει. Το περισσότερο που μπορεί να κάνει είναι να περιγράψει τις συνθήκες και τα γεγονότα που καθιστούν και την πρώτη λύση εξίσου αναγκαία. Ίσως μάλιστα και περισσότερο από τις στρατηγικές ατομικής λύτρωσης που βασιλεύουν επί του παροντος στην ιεραρχική μας κοινωνία και που στρέφουν τον έναν άνθρωπο ενάντια στον άλλον, σε έναν θεσμοποιημένο, γενικευμένο πόλεμο όλων εναντίον όλων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s