Νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός

zeid

Η αλήθεια είναι ότι ο λεγόμενος Ευρωπαϊκός πολιτισμός – ο ‘Δυτικός’ πολιτισμός – όπως αυτός διαμορφώθηκε μέσα από δύο αιώνες κυριαρχίας των μπουρζουάδων, δεν είναι ικανός να επιλύσει τα δύο κύρια προβλήματα που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της ύπαρξης του. Το πρόβλημα του προλεταριάτου και το πρόβλημα της αποικιοκρατίας. Είναι αδύνατο για την Ευρώπη να προτείνει μια πειστική δικαιολόγηση για την ύπαρξη της, είτε χρησιμοποιώντας το μέτρο της ‘λογικής’, είτε αυτό της ‘συνείδησης’. Και τελικά, όλο και περισσότερο, βρίσκει καταφύγιο στην υποκρισία η οποία είναι ακόμη πιο ειδεχθής επειδή πλέον δεν καταφέρνει να εξαπατήσει κανέναν”.

Αιμ Σεζάρ, Συζήτηση για την Αποικιοκρατία

Οι ιδεολόγοι του συστήματος συνηθίζουν να υπερηφανεύονται για την “ανεκτικότητα” που δείχνουν οι αντιπροσωπευτικές “δημοκρατίες” απέναντι στους αντιπάλους τους. Παρ’ όλα αυτά, το ψήφισμα που επικυρώθηκε πρόσφατα από το ευρωκοινοβούλιο και το οποίο επιχειρεί να εξομοιώσει στην καταγεγραμμένη ιστορική μνήμη την εμπειρία του ναζισμού με αυτή του κομμουνισμού, φανερώνει ότι η ανεκτικότητα αυτή αφορά μόνο εκείνους που ερμηνεύουν συσταλτικά την έννοια της “δημοκρατίας”, με όρους της αντιπροσωπευτικής καπιταλιστικής ολιγαρχίας που έχει επικρατήσει σε οικουμενική κλίμακα. Έτσι όμως αυτο-ακυρώνεται το ίδιο το δημοκρατικό άλλοθι του φαντασιακού της αντιπροσώπευσης, εφόσον μια ανεκτικότητα που θέτει υπό την προστασία της μονάχα εκείνους που συμφωνούν μαζί μας, σίγουρα παύει να είναι άξια του ονόματος της. Και μια πολλαπλότητα ιδεών και αντιλήψεων που απαιτεί την καταστολή της αντίθετης άποψης με το πρόσχημα ότι αποτελεί απομεινάρι και φορέα των ιστορικών “εγκλημάτων” του “ολοκληρωτισμού”, είναι επόμενο ότι τελικά θα απολέσει το πλουραλιστικό περιεχόμενο της και θα καταλήξει να λειτουργεί σαν ιδεολογικό εργαλείο για την κατάργηση της κριτικής σκέψης από τον δημόσιο διάλογο.

Με βάση την προσέγγιση που υιοθετεί ο νεοφιλελεύθερος ιστορικός αναθεωρητισμός στο ζήτημα της διάκρισης ανάμεσα στον ναζισμό και τον κομμουνισμό, ουδόλως θα έπρεπε να ενδιαφέρουν τον ιστορικό, ή ακόμα και τον μέσο άνθρωπο, οι επιθυμίες και οι προθέσεις που παρακινούν τα πεπραγμένα των υποκειμένων της ιστορίας. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, όλα και όλοι κρίνονται από την έκβαση των πράξεων τους, κρίνονται δηλαδή εκ του αποτελέσματος. Από αυτή την άποψη, ελάχιστη σημασία έχει αν ένα καθεστώς καταπιέζει και δολοφονεί στο όνομα της φυλετικής υπεροχής ή της κοινωνικής ισότητας. Αυτό που έχει σημασία είναι τα εγκλήματα που διέπραξαν κατά συρροή τα λεγόμενα “ολοκληρωτικά” καθεστώτα. Αν όμως είναι έτσι τα πράγματα, τότε ο καπιταλισμός θα έπρεπε προ πολλού να έχει τεθεί εκτός νόμου, εφόσον ολόκληρη η πορεία της ιστορικής εξέλιξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς είναι διάσπαρτη με τις σφαγές ολόκληρων λαών, την μαζική υποδούλωση τους, τη λεηλασία του πολιτισμού τους και την ανεπανόρθωτη καταστροφή του φυσικού τους περιβάλλοντος. Οι βρετανοί αποικιοκράτες ήταν εκείνοι που εφηύραν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του πολέμου που διεξήγαγαν ενάντια στους Ολλανδούς έποικους της Νοτίου Αφρικής, ενώ υπήρξαν και οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τους βομβαρδισμούς με δηλητηριώδη αέρια σαν όπλο εναντίον των αντιπάλων τους. Οι καπιταλιστές δουλέμποροι που εργάζονταν για λογαριασμό της αποικιοκρατίας ήταν υπεύθυνοι για την απαγωγή εκατομμυρίων γηγενών αφρικανών και τη βίαιη μεταφορά τους στην άλλη άκρη του κόσμου, προκειμένου να εκτελέσουν καταναγκαστική εργασία στις φυτείες και να συγκεντρώσουν με το αίμα τους τον πλούτο που επέτρεψε αργότερα στους λευκούς καπιταλιστές των ΗΠΑ να αναρριχηθούν στη θέση των κυρίαρχων της οικουμένης. Όπως έχει γράψει ο θεωρητικός της αντι-αποικιοκρατίας Αιμ Σεζάρ, ο Χίτλερ δεν ήταν κάποια σκοτεινή ιδιοφυΐα που ανακάλυψε από το μηδέν ριζικά νέους τρόπους για να σκοτώνει μαζικά και να συντρίβει αυτούς που είχε κάτω από την εξουσία του. Το περισσότερο που μπορεί κανείς να του αναγνωρίσει είναι ότι υπήρξε ένας πολύ καλός μαθητής ο οποίος επιστράτευσε ενάντια στους λευκούς αντιπάλους του τις αποκρουστικές μεθόδους επιβολής και κυριαρχίας τις οποίες εφάρμοζαν για αιώνες οι λευκοί απέναντι στους μη-λευκούς πληθυσμούς της υφηλίου.i

Έτσι, η διάκριση ανάμεσα στον ναζισμό από την μία, και τη “δημοκρατία” από την άλλη, αποκαλύπτεται ως ιδεολογική και κατασκευασμένη εφόσον και τα δύο συστήματα δεν είναι παρά στιγμές της ιστορικής διαδικασίας μέσω της οποίας αναπαράγεται η συσσώρευση κεφαλαίου και η ανισοκατανομή της δύναμης στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Αν από τη σκοπιά του φιλελεύθερου, ή νεοφιλελεύθερου, “δημοκράτη” ο κομμουνισμός και ο ναζισμός είναι μεγέθη ταυτόσημα επειδή και οι δύο αντιστρατεύονται την αντιπροσωπευτική “δημοκρατία”, από τη σκοπιά του κομμουνιστή, η “δημοκρατία” και ο ναζισμός πολύ μικρή διαφορά έχουν εφόσον και τα δύο συστήματα αυτοπροσδιορίζονται ως ορκισμένοι εχθροί του κομμουνισμού. Φυσικά, κανένας δεν ισχυρίζεται ότι ο βαθμός της θεσμοποιημένης βίας που ασκεί ένα καθεστώς για την αναπαραγωγή του δεν συνιστά ένα από τις βασικές παραμέτρους που το χαρακτηρίζουν. Η ανάδειξη άλλωστε αυτού του στοιχείου του καταναγκασμού αποτελεί τον πυρήνα της κριτικής που έχει διατυπώσει ιστορικά η εναλλακτική παράδοση της αυτονομίας κόντρα στα ετερόνομα κοινωνικά συστήματα. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει κανένα νόημα να λέμε ότι μπορούμε να εκφέρουμε αξιολογικές κρίσεις σχετικά με το “αποτέλεσμα” χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την αφετηρία από την οποία εκκινεί μια διαδικασία ριζικής αναμόρφωσης της κοινωνίας. Τούτο ισχύει εξίσου, είτε μιλάμε για τις υλικές, αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσεται ένα κίνημα, ή αν αναφερόμαστε στις υποκειμενικές συνθήκες που διαμορφώνουν το αξιακό σύστημα και την κοσμοθεωρία του.

Ας μιλήσουμε καλύτερα με μια μεταφορά. Αν κανείς βρεθεί μπροστά σε μια απόπειρα δολοφονίας και προσπαθήσει να παρέμβει ασκώντας με τη σειρά του αποτρεπτική βία στον επίδοξο δολοφόνο, τούτο δεν σημαίνει ότι οι δύο μορφές βίας, του φονιά κι εκείνου που προσπαθεί να τον σταματήσει θα πρέπει να κριθούν ως απαράλλακτες και ουσιωδώς ταυτόσημες σύμφωνα με το αξιακό σύστημα ενός ανθρώπου που αποστρέφεται τη βία και σέβεται την ανθρώπινη ζωή. Αν κανείς επικεντρώσει την προσοχή του στα εξωτερικά χαρακτηριστικά μιας ενέργειας (άσκηση βίας από τον θύτη, άσκηση βίας εκ μέρους του θύματος), δηλαδή στην μέθοδο, χωρίς να εξετάζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή εκδηλώνεται και τις αξίες τις οποίες αποβλέπει να υπηρετήσει, δεν είναι απλώς λάθος, αλλά κατά βάθος είναι εντελώς παράλογο. Αντιβαίνει ολόκληρη την επιστημολογική μέθοδο μέσω της οποίας ο άνθρωπος μπορεί να αξιολογεί και να αποτιμά τη δράση του και να την προσαρμόζει κάθε φορά στα δεδομένα που επικρατούν στο κοινωνικό περιβάλλον προσπαθώντας να επιδράσει πάνω σε αυτά, να επιφέρει αλλαγές και να τα διαμορφώσει. Μια τέτοια αντίληψη υπονομεύει δηλαδή ολόκληρο το γνωσιολογικό υπόβαθρο της έλλογης αυτοστοχαστικής δράσης του ανθρώπου. Αλλά αν κανείς αμφισβητήσει τη δυνατότητα των κοινωνικών υποκειμένων να σκέφτονται για τον εαυτό τους, αυτό θα σήμαινε ότι τους αφαιρεί τα μέσα που χρειάζονται προκειμένου να ενεργούν αυτόνομα και να αναλαμβάνουν δράση για λογαριασμό τους και, συνακόλουθα, ότι τους αφήνει έρμαια στα κηρύγματα της εκάστοτε ετερόνομης εξουσίας.

Οι νεοφιλελεύθεροι ιδεολόγοι υιοθετούν πρόθυμα αυτή τη δουλική στάση απέναντι στο διεθνοποιημένο σύστημα κυριαρχίας επειδή δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσουν την επιτακτική ανάγκη για μια ριζοσπαστική αντισυστημική κοινωνική αλλαγή, πεποίθηση που αποτελεί το σημείο εκκίνησης για τα αντιπολιτευόμενα πολιτικά ρεύματα, τα οποία οι συστημικοί διανοούμενοι κατηγορούν για “ολοκληρωτισμό”. Αναγορεύουν τους πολιτικούς θεσμούς της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” σε αμερόληπτο επιδιαιτητή των συγκρούσεων που απορρέουν από την ανισοκατανομή της δύναμης σε μια ετερόνομη κοινωνία, ενώ στην ουσία οι ίδιες οι επίσημες δομές της αντιπροσώπευσης συνιστούν την αποκρυστάλλωση αυτής της ασυμμετρίας της ταξικής ισχύος, το ταξικό όργανο που θεσμοποιεί και αναπαράγει τις σχέσεις εξουσίας στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πεδίο. Κάνουν επίκληση στην ειρηνική επίλυση των διαφορών που είναι δυνατή εφόσον απέναντι στον νόμο “όλοι είμαστε ίσοι”. Ωστόσο, η ίση αντιμετώπιση από τον νόμο έχει κάποιο νόημα μόνο στην περίπτωση που τα μέρη τα οποία προσφεύγουν σε αυτόν είναι ισοδύναμα. Στην αντίθετη περίπτωση, η ίση αντιμετώπιση κοινωνικών μονάδων, οι οποίες από κάθε άλλη άποψη συμμετέχουν σε σχέσεις υλικής εξάρτησης κι ετεροκαθορισμού που καθιερώνουν και αναπαράγουν τις άτυπες και τυπικές κοινωνικές ιεραρχίες, δεν κάνει τίποτε άλλο απ’ το να θεσμοποιεί αυτή την ενδημική υποτέλεια και να της παρέχει την προστασία του νόμου.

Από αυτή την άποψη, τα στοιχεία της βίας και του εξαναγκασμού εμπεριέχονται αυτούσια στις σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης που κατοχυρώνει το θεσμικό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”. Έτσι, το μοναδικό ηθικό και πολιτικό κριτήριο που μπορούμε να επικαλεστούμε για να υποβάλλουμε σε κριτική μια πολιτική δράση που μεταχειρίζεται εξωθεσμικά, ή ακόμα και βίαια, μέσα για να πετύχει τον σκοπό της είναι αν αυτή αποβλέπει στο να διαιωνίσει τις υπάρχουσες καταπιεστικές ιεραρχίες, ή να αντισταθεί στην κυριαρχία τους. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι είναι εντελώς λάθος να συγχέουμε τις όποιες εξωτερικές ομοιότητες μπορεί να είχαν ο “υπαρκτός σοσιαλισμός” με τον ναζισμό ως καθεστώτα, με μια ενδεχόμενη ταύτιση τους στο επίπεδο της κοσμοθεωρίας και της συμπυκνωμένης φιλοσοφίας τους, δηλαδή της ιδεολογίας τους. Γιατί αν σαν καθεστώτα είχαν κάποια συγκρίσιμα χαρακτηριστικά και δομικά γνωρίσματα, εκείνο που τα χαρακτηρίζει ως κινήματα και ως ιστορικά μεγέθη είναι ο βαθμός απόκλισης ή σύγκλισης τους με την ιδεολογία από την οποία προέρχονται. Η θηριωδία του ναζισμού εκπλήρωσε στο έπακρο τις εξαγγελίες μιας ειδεχθούς αντιδραστικής ιδεολογίας που εξυμνούσε τη βία, τη θεσμοποιημένη ανισότητα και τον πόλεμο ανάμεσα στους ανθρώπους. Από την άλλη πλευρά, η σκληρότητα του σταλινικού καθεστώτος μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ως μια τερατώδης διαστρέβλωση των ουμανιστικών ιδανικών της παγκόσμιας ισότητας, της ελευθερίας και της ειρήνης που βρίσκονται στον πυρήνα των σημασιών του πολιτικού φαντασιακού του κομμουνισμού. Για τον κομμουνισμό, η ταξική δικτατορία με την κτηνώδικη πολιτική μορφή που πήρε στην ΕΣΣΔ δεν είναι παρά μια παταγώδης ιστορική αποτυχία, μια εξωφρενική παρέκκλιση από το αρχικό ιδανικό. Για τον ναζισμό, η κτηνωδία του ναζιστικού καθεστώτος είναι το ίδιο το ιδανικό που πρεσβεύει ο εθνικοσοσιαλισμός στην τελειότερη και πληρέστερη μορφή του. Διά τούτο η απόλυτη ταύτιση κι εξίσωση των δύο είναι ένα τεράστιο πολιτικό, θεωρητικό και ηθικό ατόπημα. Διότι ενώ σίγουρα έχουμε ιστορικό καθήκον να απαλλαγούμε από τον ναζισμό, που το μόνο που κάνει είναι να κηρύττει το μίσος, τον πόλεμο και την απάνθρωπη βία, τον κομμουνισμό χρειάζεται να τον διαφυλάξουμε σαν κόρη οφθαλμού και να δούμε τι πήγε λάθος την πρώτη φορά. Γιατί παραμένει το μοναδικό κριτικό σημείο αναφοράς απέναντι στις ασχήμιες και τη θεσμοποιημένη αδικία πάνω στην οποία βασίζεται το υπάρχον.

Αφήνουμε εδώ κατά μέρος τις καθαρά ιστορικές αναφορές του ντροπιαστικού ψηφίσματος, αφού αυτές εξυπηρετούν μονάχα τους αναθεωρητικούς ιστορικούς σκοπούς της νεοφιλελεύθερης προπαγάνδας της υπερεθνικής ελίτ και δεν μπορούμε να τις πάρουμε στα σοβαρά. Αρκεί εδώ να αναφερθεί κανείς στη ανεκδιήγητη διατύπωση με την οποία οι επιφανείς αντιπρόσωποι του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου αποφαίνονται ότι η ΕΣΣΔ βαρύνεται με την ευθύνη για το ξέσπασμα του Β Παγκοσμίου Πολέμου επειδή τάχα ήθελε “να κατακτήσει τον κόσμο”.ii Ο κόσμος βέβαια δεν περίμενε τους σοβιετικούς. Την εποχή του πολέμου, οι καπιταλιστικές δυνάμεις του συμμαχικού στρατοπέδου μεταξύ τους είχαν στην κατοχή τους αχανείς αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες που αν αθροίσουμε τα εδάφη τους θα έχουμε μια μάζα με πάνω από το 50% της εδαφικής και θαλάσσιας επιφάνειας που καλύπτει συνολικά τον πλανήτη. Αυτό ωστόσο είναι το χαρακτηριστικό μιας άρχουσας τάξης που βρίσκεται σε παρακμή. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός που καλλιεργείται από τους πολιτισμικούς μηχανισμούς της υπερεθνικής ελίτ φανερώνει την αδυναμία των κύκλων που κατέχουν την πολιτική και οικονομική εξουσία να κάνουν την πιο στοιχειώδη αυτοκριτική. Δείχνει την ανάγκη που αισθάνονται να προσαρμόσουν τις παραδοχές της επίσημης ιστοριογραφίας στις πολιτικές ανάγκες της καπιταλιστικής διακυβέρνησης του σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό, δεν αφαιρούν μονάχα την πολιτική νομιμότητα από τα αντιπολιτευόμενα ριζοσπαστικά κινήματα εξομοιώνοντας τα συλλήβδην με τον ναζισμό. Κυρίως αρνούνται την νομιμότητα της ίδιας της πολιτικής ως διαδικασίας, καταργώντας τους ιστορικούς πόλους του ιδεολογικού φάσματος, που δίνουν περιεχόμενο στην έννοια του δημοκρατικού πλουραλισμού, υπέρ μιας δήθεν απο-ιδεολογικοποιημένης και αποστειρωμένης τεχνοκρατικής διαχείρισης του υπάρχοντος. Στο νεοφιλελεύθερο πολυεθνικό υπερκράτος δεν υπάρχει χώρος για πολιτική διαφωνία. Από αυτή την άποψη, η τεχνοκρατική μεταδημοκρατία είναι η ίδια μονολιθική. Είναι η ίδια το υπόστρωμα της ανάδυσης και εδραίωσης του νέου ολοκληρωτισμού.

iA. Cesaire, Discourse on Colonialism, http://abahlali.org/files/_Discourse_on_Colonialism.pdf.

iiΠαράγραφος ΙΓ.2 του ψηφίσματος. http://www.europarl.europa.eu/doceo/document/TA-9-2019-0021_EL.html.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s