Η φιλάνθρωπη ολιγαρχία

master and servant

Γράψε στην αρχή της πρώτης σελίδας:

εγώ δεν μισώ τους ανθρώπους

κανέναν δεν κλέβω

μα αν πεινάσω τρώω τη σάρκα του σφετεριστή μου.

Φυλάξου.

Από την πείνα μου φυλάξου

κι απ’ την οργή μου”.

Μ. Νταρουίς, Ταυτότητα

Μια ανεξήγητη μανία φαίνεται ότι έχει κυριεύσει τελευταία την οικονομική ολιγαρχία αυτού του τόπου. Μια μανία για μεγαλεπίβολες χειρονομίες αφιλοκερδούς προσφοράς προς το κοινωνικό σύνολο. Ο εφοπλιστής Π. Λασκαρίδης χάρισε πρόσφατα στο πολεμικό ναυτικό ένα πολυδύναμο σκάφος μήκους τριάντα μέτρων, ικανού να χρησιμοποιηθεί σε μια πολλαπλότητα ρόλων ως προς τη διεξαγωγή του πολέμου στη θάλασσα. Αυτή δεν είναι η μοναδική τέτοια δωρεά που έχει κάνει ο Λασκαρίδης, ο οποίος φαίνεται ότι κατατρύχεται από μια ιδιαίτερη ανησυχία σχετικά με τη διατήρηση του αξιόμαχου του πολεμικού ναυτικού της χώρας. Σε ένα άλλο πεδίο εθελοντικής προσφοράς, το ίδρυμα Στ. Νιάρχος προχώρησε σε μια σημαντική χορηγία προς το Αττικό νοσοκομείο, αναλαμβάνοντας να χρηματοδοτήσει τη δαπάνη για την αγορά και την εγκατάσταση δύο υπερσύγχρονων γραμμικών επιταχυντών που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του καρκίνου μέσω στοχευμένων ακτινοθεραπειών. Επιπλέον, το ίδρυμα που έστησε ο όμιλος εταιρειών του Νιάρχου αποτελεί τα τελευταία χρόνια σημείο αναφοράς για τη διοργάνωση μαζικών πολιτιστικών εκδηλώσεων ανοικτών για το ευρύ κοινό, ενώ η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών που ανήκει στο ίδρυμα Ωνάσση, έχει επιλέξει μια πιο ελιτίστικη προσέγγιση και ασχολείται κυρίως με την εργολαβική προώθηση αβάντ-γκαρντ καλλιτεχνικών δρώμενων που αφορούν λίγους κι ευκατάστατους μυημένους.

Τι κρύβεται λοιπόν πίσω από αυτές τις όψιμες χειρονομίες καλής θέλησης από τους βαρόνους του χρήματος προς τη χειμαζόμενη κοινωνία; Μήπως τελικά ισχύει το τετριμμένο κλισέ σύμφωνα με το οποίο φτάνει κάποτε η στιγμή όπου όταν κανείς συγκεντρώσει στη ζωή του δυσανάλογο πλούτο και δύναμη αισθάνεται την ανάγκη να δώσει κάτι πίσω στην κοινωνία που τον ανέδειξε; Θεωρώ εντελώς απίθανη μια παρόμοια εξήγηση μιας και άνθρωποι σαν τον Νιάρχο ή τον Λασκαρίδη, πανίσχυροι πλοιοκτήτες που ενσαρκώνουν την αρχετυπική φιγούρα του κυρίαρχου φαντασιακού περί “αυτοδημιούργητων επιχειρηματιών” που δούλεψαν σκληρά για να πετύχουν, είναι απολύτως φυσικό κι αναμενόμενο να μην αισθάνονται ότι χρωστούν το παραμικρό στα υποδεέστερα, ασήμαντα ανθρωπάκια τα οποία, χάρη στην ανώτερη ευφυΐα και ικανότητα τους έφτασαν να εκμεταλλεύονται στα καράβια και τις επιχειρήσεις τους. Ούτε νομίζω ότι είναι αρκετή η αναφορά στα φορολογικά οφέλη που μπορεί να αποκομίζει η οικονομική ελίτ από τη δημόσια ενασχόληση της με δραστηριότητες φιλανθρωπικού χαρακτήρα, παρά το γεγονός ότι αυτή είναι μια παράμετρος που δεν γίνεται να παραβλέψουμε.

Σίγουρα, η μείωση του φορολογικού συντελεστή χάρη σε κάποια εκατομμυριάκια που εκπίπτουν από το συνολικό καπιταλιστικό εισόδημα επειδή διοχετεύονται επιδέξια σε δράσεις που αφορούν το κοινωνικό “σύνολο”, δεν αφήνει αδιάφορους τους μεγιστάνες και πιθανότατα βρίσκεται πίσω από τα κοινωφελή ιδρύματα με ονοματεπώνυμα πλούσιων οικογενειών που μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης ξεφυτρώνουν εδώ κι εκεί, όπως τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή. Παρ’ όλα αυτά, το επίσημο φορολογικό καθεστώς είναι ήδη εξαιρετικά ευνοϊκό για το μεγάλο κεφάλαιο. Γνώμη μου είναι ότι η παραπάνω εξήγηση ερμηνεύει λαθεμένα ως αιτία εκείνο που στην πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμα. Για να το πούμε διαφορετικά, αυτό που η οικονομική ελίτ αποκτά, ή “αγοράζει”, με τα εκατομμύρια που, με μια πρώτη ματιά, σπαταλάει σε εγχειρήματα που δεν είναι δυνατό να τις αποφέρουν κέρδη ή οικονομικό όφελος, είναι η ήπια ισχύς (soft power), η αποκατάσταση της θέσης του κεφαλαίου στο ιεραρχικό σύμπαν των φαντασιακών σημασιών που συνθέτουν το ηγεμονικό φαντασιακό της ετερόνομης κοινωνίας.i Μέσα σε μια συγκυρία κατά την οποία το Κράτος, σαν ο μοναδικός εντεταλμένος διαχειριστής των συλλογικών πόρων της κοινωνίας, δεν διαθέτει τα αναγκαία μέσα για να ανταποκριθεί ούτε στα πιο στοιχειώδη από τα κοινωνικά καθήκοντα του, εύκολα το πλήθος των προλετάριων που εξαρτώνται από τα κρατικά βοηθήματα για να επιβιώσουν θα μπορούσαν να στραφούν ενάντια στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που προστατεύουν το κεφάλαιο και την καπιταλιστική συσσώρευση. Ακόμα χειρότερα, θα μπορούσαν να απαιτήσουν την άγρια φορολόγηση του κεφαλαίου, ή ακόμα και την καθολική απαλλοτρίωση του. Είναι άλλωστε το λιγότερο παράλογη μια κατάσταση όπου το Κράτος, ως το όργανο που είναι κατεξοχήν επιφορτισμένο με την ομαλή λειτουργία των διαδικασιών της κοινωνικής αναπαραγωγής, να έχει αποσυρθεί εθελοντικά από τα πεδία της δημόσιας υγείας, της δημόσιας εκπαίδευσης, κλπ. λόγω χρόνιας οικονομικής δυσπραγίας κι έλλειψης πόρων, την ίδια στιγμή που υπάρχουν ιδιώτες οι οποίοι έχουν στην κατοχή τους ένα τόσο δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο από τον κοινωνικά παραγόμενο πλούτο, που έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν κάποιες απο αυτές τις βασικές κοινωνικές ανάγκες αποκλειστικά με τα δικά τους μέσα, τους δικούς τους ιδιωτικούς πόρους.ii

Κατά τη διάρκεια της τελετής παράδοσης του πολεμικού σκάφους ο Λασκαρίδης δήλωσε: “Όσο μπορούμε να βοηθάμε εκεί όπου η πατρίδα μας χρειάζεται. Όποιος δεν έχει τίποτα, δεν θα δίνει τίποτα, όποιος έχει λίγα θα δίνει λίγα και όποιος έχει πολλά, θα δίνει πολλά”.iii Να λοιπόν που μια αντίληψη για την κοινωνική δικαιοσύνη η οποία κάποτε είχε πάρει θεσμική υπόσταση κι εκφραζόταν μέσα από τη λογική και τις αρχές της κοινωνικής αναδιανομής του πλούτου μέσω της υποχρεωτικής φορολογίας, ο “μεγαλόψυχος” Λασκαρίδης την αναγάγει σε πεμπτουσία της ενάρετης, πλην προαιρετικής, στάσης ζωής της φωτισμένης καπιταλιστικής αριστοκρατίας. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει εδώ η προσεπίκληση της εθνικής ενότητας ως του αναγκαίου ιδεολογήματος που επισφραγίζει τη θεσμοποίηση της κοινωνικής αδικίας, διαμέσου μιας νοσηρής κατανομής του πλούτου όπου κάποιοι έχουν πολλά, άλλοι έχουν λίγα και άλλοι δεν έχουν απολύτως τίποτα, όμως όλοι αποδέχονται από κοινού στωικά την μοίρα τους και καλούνται να αγαπήσουν το ίδιο την κοινωνική και ταξική συνθήκη τους. Με αυτόν τον τρόπο η οικονομική ελίτ μετατρέπει μια δυνητικά υψηλού κινδύνου συγκυρία κοινωνικής πόλωσης και όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων, σε μια κατάσταση όπου το κεφάλαιο, αφού πρώτα έχει αρπάξει τα πάντα από τους προλετάριους, υιοθετεί ύστερα πρόθυμα το ρόλο του στοργικού ευεργέτη και του καλοπροαίρετου κηδεμόνα των κατώτερων τάξεων. Αντί για την οργή των πληβείων, οι βαρώνοι του χρήματος διεκδικούν το αφελές χειροκρότημα τους.

Άλλωστε, δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος για να μην προβούν οι καπιταλιστές σε τέτοιες συμβολικές ενέργειες καλής θέλησης, τη στιγμή που έχουν πια απαλλαχτεί από τη δυσβάστακτη ευθύνη της συντήρησης ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για τα λαϊκά στρώματα την οποία είχαν υποχρεωθεί να αναλάβουν κατά τη σοσιαλδημοκρατική περίοδο της νεωτερικότητας. Τι είναι η αγορά δύο καινούριων ιατρικών μηχανημάτων, ενός σκάφους για το πολεμικό ναυτικό, ή ακόμα και καινούριων αλεξίσφαιρων γιλέκων για το σώμα των πραιτωριανών που προστατεύει τις ιδιωτικές περιουσίες τους; Όλα αυτά δεν είναι παρά ένα ελάχιστο τίμημα, μια αμελητέα συνεισφορά που καλείται να καταβάλλει η οικονομική ελίτ προκειμένου να διασφαλιστούν τα απείρως μεγαλύτερα και σημαντικότερα ταξικά προνόμια που απέκτησε εσχάτως, μέσα από τη διαδικασία της αναδιάρθρωσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς σε παγκόσμια κλίμακα προς όφελος του κεφαλαίου. Έτσι, οι ενέργειες αυτές δεν είναι τόσο κινήσεις αγάπης ή κατανόησης προς τα δοκιμαζόμενα λαϊκά στρώματα, όσο είναι κινήσεις έμπρακτης στήριξης προς την ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών που φροντίζει για την αναπαραγωγή της δομικής υποτέλειας των προλετάριων.

iΣύμφωνα με τον θεωρητικό των διεθνών σχέσεων Joseph Nye η έννοια της “ήπιας ισχύος” αφορούσε τα μέσα πέρα από τη στρατιωτική ισχύ που διαθέτουν τα κράτη προκειμένου να υποχρεώνουν τους άλλους να πράττουν κατά τρόπο που δεν θα έπρατταν διαφορετικά. Ενώ η συμβατική ισχύς αναφερόταν στις στρατιωτικές δυνατότητες και τη δύναμη εκφοβισμού των κρατών, η ήπια ισχύς αφορά πολιτισμικούς, ιδεολογικούς και διπλωματικούς θεσμούς ικανούς να επιβάλλουν τη θέληση του κυρίαρχου είτε διά της πειθούς, ή μέσω μιας πρακτικής έμμεσου εξαναγκασμού. Για περισσότερα, E.X. Li, The Rise and Fall of Soft Power, https://foreignpolicy.com/2018/08/20/the-rise-and-fall-of-soft-power/.

ii“Το σύγχρονο κράτος, έχοντας αναιρέσει την προηγούμενη προγραμματική του δέσμευση να πατάξει την υπαρξιακή αβεβαιότητα κι ανασφάλεια που παράγεται από την αγορά και έχοντας αντιθέτως διακηρύξει πως η βαθμιαία αναίρεση των υπολειπόμενων περιορισμών που είχαν επιβληθεί στις προσανατολισμένες προς το κέρδος δραστηριότητες ήταν το κύριο έργο οποιασδήποτε πολιτικής εξουσίας που ενδιαφερόταν για την ευημερία των υπηκόων της, πρέπει να αναζητήσει άλλες, μη οικονομικές, εκδοχές τρωότητας κι αβεβαιότητας πάνω στις οποίες θα σητρίξει τη νομιμότητα του. Αυτή η εναλλακτική λύση φαίνεται να έχει πρόσφατα εντοπιστεί […] στο θέμα της προσωπικής ασφάλειας: τρέχοντες ή προοιωνιζόμενοι, φανεροί ή κρυφοί, πραγματικοί ή υποτιθέμενοι φόβοι για απειλές ενάντια στην ανθρώπινη ζωή, τις περιουσίες και τις κατοικίες – είτε προκύπτουν από πανδημίες και ανθυγιεινές δίαιτες, ειτε από την υιοθέτηση κάποιων τρόπων ζωής, είτε από εγκληματικές δραστηριότητες ή αντικοινωνική συμπεριφορά των ‘υπό-τάξεων’ είτε, όπως πρόσφατα, από την παγκόσμια τρομοκρατία”. Στο Z. Bauman, Παράπλευρες Απώλειες (Εκδόσεις του 21ου), σελ. 88-9.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s