Πέρα από την Κρίση. Μετά την κατάρρευση της θεσμικής ελπίδας, τι;

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Futura ο συλλογικός τόμος «Πέρα από την Κρίση», στον οποίο είχα την χαρά και την τιμή να συνεισφέρω ένα κεφάλαιο. Πρόκειται για μια πολυσυλλεκτική προσπάθεια να αναλυθεί η «κρίση» με βάση μια ριζοσπαστική πολιτική οπτική, έπειτα από έξι χρόνια εμπειρίας από πρώτο χέρι των πολιτικών λιτότητας και βίαιης κοινωνικής προσαρμογής και με γνώμονα πάντοτε την δημιουργία των προϋποθέσεων για τη διεύρυνση της κοινωνικής αυτονομίας πέρα από τις συμπληγάδες του κρατισμού και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.

pera-apo-tin-krisiexof (1)

Καλοτάξιδο να είναι.

https://futurabooks.wordpress.com/2017/07/06/918/

Καλός μουσουλμάνος, νεκρός μουσουλμάνος

photo-25

Κάθε μια από τις υπαγωγές μου με δένει με πολλούς ανθρώπους. Εντούτοις, όσο πιο πολλές υπαγωγές μου συνυπολογίζω, τόσο η ταυτότητα μου αποδεικνύεται μοναδική”.

Αμίν Μααλούφ, “Φονικές Ταυτότητες”

Μετά και την νέα δολοφονική επίθεση στο Λονδίνο, είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με την ιδεολογικοποιημένη έννοια της “ριζοσπαστικοποίησης”, σαν την αποτελεσματικότερη εξήγηση που επιστρατεύουν κάθε φορά οι θεσμισμένες εξουσίες προκειμένου να ξεδιαλύνουν τα κίνητρα των επιτιθέμενων. Ωστόσο, ο όρος αυτός είναι περισσότερο χρήσιμος στις ελίτ που κοιτούν να ερμηνεύσουν τα κοινωνικά συμβάντα καταπώς τις συμφέρει. Λιγότερο βοηθάει εμάς, τους από κάτω, να κατανοήσουμε τους λόγους που ένα κομμάτι από τους καταπιεσμένους νιώθει την ανάγκη να πάρει τα όπλα και να χτυπήσει αδιακρίτως ακόμη και ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να έχουν κοινά συμφέροντα και ταξικές αναφορές, με μοναδικό κριτήριο της δράσης τους, την μεγιστοποίηση των θυμάτων. Για τους καλοπληρωμένους “εμπειρογνώμονες”, που έχουν μετατρέψει σε επικερδές επάγγελμα την “επιστημονική” μελέτη των μουσουλμάνων, με τον ίδιο τρόπο προφανώς που κάποιος μελετάει τα ινδικά χοιρίδια,τα πράγματα είναι λίγο, πολύ ξεκάθαρα. Οι επιτιθέμενοι θα ταξινομηθούν σε κουτάκια, θα τους αναγνωρίσουν πρώτα και κύρια με βασικό σημείο αναφοράς την θρησκεία τους. ‘Επειτα, θα εξειδικεύσουν περαιτέρω αυτόν τον ισχυρισμό, καταχωρώντας τους στην ειδική κατηγορία των “ριζοσπαστικοποιημένων ισλαμιστών τρμοκρατών”, που ενήργησαν σαν πράκτορες του Ισλαμικού Κράτους προκειμένου να μεταφέρουν τον πόλεμο στο έδαφος της Βρετανίας. Πόσοι αλήθεια οριενταλιστικοί μύθοι περιέχονται μέσα σε αυτόν τον επιστημικοφανή ορισμό;

Η “ριζοσπαστικοποίηση” δεν είναι παρά ένας όρος που κατασκεύασε η τεχνοκρατική διακυβέρνηση των σύγχρονων ολοκληρωτικών “δημοκρατιών” για να απονοηματοδοτήσει και να περιχαρακώσει ιδεολογικά την αυτονόητη επιλογή της (μεμονωμένης έστω) εξέγερσης ενάντια σε ένα εχθρικά διακείμενο κοινωνικό περιβάλλον. Αντί να την κατανοήσει σαν μια αναμενόμενη αντίδραση σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο όταν τα άτομα βρίσκονται απέναντι σε καταπιεστικές κοινωνικές συνθήκες, η έννοια της “ριζοσπαστικοποίησης” υποθέτει ότι η εξέγερση είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο, μια παρά φύση τερατογένεση που ανάγεται σε έναν συνδυασμό από ιδιαίτερες υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες. Τα παπαγαλάκια του συστήματος αποστρέφουν με φρίκη το βλέμμα τους μπροστά στις ωμότητες που διαπράττουν οι επιτιθέμενοι, αντί να αναρωτηθούν ποιος είναι ο λόγος που οι μουσουλμάνοι σαν κοινωνική υπό-ολότητα που ανήκει στα ετεροκαθοριζομενα στρώματα, δεν έχουν ακόμη κηρύξει στο σύνολο τους ανοικτό πόλεμο κόντρα στην κοινωνική ολότητα που τους καταπιέζει. Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε πως το οριενταλιστικό φαντασιακό δεν περιγράφει απλώς το υποκείμενο του, αλλά παράλληλα το κατασκευάζει, χαράσσοντας μεθοριακές γραμμές στο εσωτερικό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας και υποδαυλίζοντας με αυτόν τον τρόπο ταξικές συγκρούσεις.

Σύμφωνα με την λογική της ριζοσπαστικοποίησης, οι τρομοκράτες έχουν προηγούμενα υποβληθεί σε μια διαδικασία σκληροπυρηνικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, μια φονταμεταλιστική πλύση εγκεφάλου, που τους έμαθε να απεχθάνονται και να εχθρεύονται την “Δύση”, καθώς και τις “αξίες” και τον τρόπο ζωής στις κοινωνίες που τελούν έξω από την ισχύ του ισλαμικού νόμου. Συνήθως η επαφή αυτή με τις αντιλήψεις του ριζοσπαστικού Ισλάμ λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε κάποια από τις χώρες της υπόδουλης αραβικής περιφέρειας, όπου ο ανήσυχος (αλλά μέχρι εκείνη την ώρα αβλαβής) νεαρός μουσουλμάνος μετανάστης δεύτερης γενιάς, μεταμορφώνεται σε αιμοδιψές κτήνος που επιστρέφει αποφασισμένος να σκορπίσει τον τρόμο και τον θάνατο στην “πατρίδα” του. Η σιωπηρή παραδοχή πίσω από αυτή την βολική αφήγηση παραπέμπει στους ασύμβατους ανθρωπολογικούς τύπους και τα “οπισθοδρομικά” θεοκρατικά φαντασιακά των κοινωνιών της περιφέρειας, που σύμφωνα με τον Καστοριάδη, είναι από την φύση τους ριζικά ασύμβατα και ανταγωνιστικά προς το κυρίαρχο καπιταλιστικό και ορθολογιστικό φαντασιακό της Δύσης.i Με άλλα λόγια, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η βία δεν μπορεί παρά να είναι ένα εισαγόμενο προϊόν, άμεση απόρροια ξενόφερτων επιρροών και των πολιτισμικών δεσμών που (δυστυχώς) διατηρούν οι μετανάστες από την Μέση Ανατολή και το Μαγκρέμπ με τις χώρες καταγωγής τους.

Παρόλα αυτά, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί βάσιμα ότι ο θρησκευτικός φανατισμός δεν είναι η αιτία των πράξεων των μουσουλμάνων που ξεσηκώνονται. Είναι μάλλον το σύμπτωμα της πραγματικής αιτίας που τους κινητοποιεί ενάντια στο κατεστημένο, το οποίο επιχειρούν να πλήξουν με τις ειδεχθείς, αλλά όχι ακατανόητες, πράξεις τους. Ακόμα κι όταν το μυαλό μουδιάζει μπροστά στην βαναυσότητα κάποιων από τις επιθέσεις που αιματοκύλησαν τόσες πόλεις ανά την υφήλιο, δεν μπορούμε να μην προβούμε σε ορισμένες διαπιστώσεις αναφορικά με την υποβόσκουσα ταξική διάσταση των χτυπημάτων. Η μη-ταξική, έχει αναλυθεί επισταμένως από τους συστημικούς διαμορφωτές της κοινής γνώμης και είναι αυτό το κενό που επιχειρούμε εδώ να καλύψουμε. Ανάμεσα στους στόχους που επιχειρούν να πλήξουν οι τρομοκράτες είναι και οι φυσικοί εκπρόσωποι της συστημικής κυριαρχίας (π.χ. μπάτσοι, στρατιώτες, βουλευτές, κλπ.), αλλά και συμβολικές δομές της ηγεμονικής εμπορευματικής κουλτούρας, όπως συναυλιακοί χώροι (Μπατακλάν στο Παρίσι, Μάντσεστερ), ή το κλαμπ Ρέινα στην Ιστανμπούλ, όπου συνήθιζε να μαζεύεται σύσσωμη η ελίτ της τουρκικής κοινωνίας προκειμένου να κάνει επίδειξη πλούτου και να συγχρωτιστεί με τους ομοίους της.ii Ούτε βέβαια πρόκειται για “Τρομοκράτες”, με το νόημα που προσδίδει σε αυτόν τον χαρακτηρισμό ο κυρίαρχος εξουσιαστικός λόγος, μιας ξεχωριστής κατηγορίας άτακτων μαχητών, μιας πέμπτης φάλαγγας που διαθέτει ειδική στρατιωτική κατάρτιση κι έχει διδαχτεί τις τεχνικές του ανταρτοπολέμου. Το να μπεις σ’ ένα αυτοκίνητο, να το οδηγήσεις μέχρι την γέφυρα του Λονδίνου και να ποδοπατήσεις όποιον βρεις μπροστά σου, δεν απαιτεί κανέναν ιδιαίτερο βαθμό εξειδίκευσης, ούτε κάποια ειδική εκπαίδευση αναφορικά με τη χρήση των μεθόδων του αντάρτικου πόλης. Και φυσικά το ίδιο ισχύει και για την επίθεση με φορτηγό στην Γερμανία, κλπ.

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να κάνουμε σαφές ότι οι παραπάνω επισημάνσεις επουδενί δεν αποβλέπουν να προσφέρουν ιδεολογική νομιμοποίηση στις εκτεταμένες επιθέσεις εναντίον αμάχων, ή να τις δικαιώσουν σαν κομμάτι μιας κοινωνικής πάλης που έχει σαν στόχο την κοινωνική απελευθέρωση, δηλαδή την απελευθέρωση της κοινωνίας συνολικά. Αυτό όμως που σίγουρα επιθυμώ να καταδείξω είναι το κρυμμένο ταξικό υπόβαθρο αυτής της διάχυτης βίας και την αντιστροφή, ή μάλλον το αναποδογύρισμα, του υπόβαθρου αυτού απο τα κυρίαρχα οριενταλιστικά στερεότυπα, στα οποία προσφεύγει κατά κόρον ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της υπερεθνικής ελίτ και τα οποία βάζουν την ταξική κοινωνία να στέκεται στο κεφάλι της, αντί στα πόδια της. Συνακόλουθα, από τη σκοπιά της αυτονομίας, η βία των φονταμεταλιστών επιτιθέμενων μπορεί να είναι ταξική, αλλά είναι μια βία που στοχεύει στην αναπαραγωγή και όχι στην κατάργηση των ταξικών διακρίσεων. Είναι δηλαδή μια βία που αποβλέπει να διατηρήσει τους θεσμούς ανισοκατανομής της πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής δύναμης ανάμεσα στα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες και να διατηρήσει επίσης τον διαχωρισμό ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους, εξουσιαστές κι εξουσιαζόμενους. Για πολλούς άλλωστε ισλαμιστές ριζοσπάστες, η διακηρυγμένη επιθυμία τους είναι η επιβολή του ισλαμικού νόμου ακόμη και στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες του παγκόσμιου Βορρά όπου διαμένουν. Ή διαφορετικά, η μετανάστευση τους στα “απελευθερωμένα”, “αυθεντικά ισλαμικά” εδάφη του Χαλιφάτου που ιδρύθηκε στη Συρία και το Ιράκ. Εκεί όπου μπορούν να ζήσουν σύμφωνα με τις επιταγές μιας φονταμεταλιστικής, κυριολεκτικής ερμηνείας του ισλαμικού δόγματος. Ο δεσμός που υπάρχει ανάμεσα σε αυτούς τους καμικάζι των γκέτο και το Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) δεν είναι σαν τον γραφειοκρατικό δεσμό που ενώνει τους στρατιώτες με τον στρατηγό μέσα στο θεσμικό πλαίσιο μιας επίσημης στρατιωτικής ιεραρχίας. Δεν δόθηκε κάποια εντολή στον βομβιστή του Μάντσεστερ, ή στους φονιάδες με τα μαχαίρια του Λονδίνου από κάποιον στρατηγικό ιθύνοντα νου του ΙΚ για να βάλουν σε εφαρμογή ένα σχέδιο μάχης που είχε καταστρώσει από πριν το επιτελείο του ΙΚ στην Μεσοποταμία. Δυστυχώς, το Χαλιφάτο είναι για μια μερίδα φτωχών και αλλοτριωμένων σουνιτών μουσουλμάνων της Δύσης πηγή έμπνευσης και φαντασιακής ταύτισης. Η διαταγή-κάλεσμα του Αλ-Μπαγκντάντι για συνεχείς επιθέσεις με στόχο να εκφοβίσουν τις χώρες των “σταυροφόρων” ουδέποτε αποσύρθηκε από την ηγεσία του ΙΚ. Βλέποντας τα εδάφη του ΙΚ να συρρικνώνονται και τους ισλαμιστές μαχητές να υποχωρούν σε όλα τα μέτωπα του Ιράκ και της Συρίας (τη στιγμή που γραφόταν αυτό το κείμενο οι πρώτες μονάδες της Κουρδικής πολιτοφυλακής είχαν εισέλθει στα περίχωρα της άτυπης πρωτεύουσας του ΙΚ, Ράκκα), οι νεαροί επίδοξοι “μάρτυρες” συνωστίζονται για να εκδικηθούν τους θανάτους των ομοϊδεατών τους και να τιμωρήσουν τη διεφθαρμένη “Δύση”.

Εκείνοι που θα αντιτείνουν ότι οι μουσουλμανικές μειονότητες δεν συνιστούν κομμάτι της υποτάξης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, καλά θα κάνουν να γνωρίζουν ότι από τα υποβαθμισμένα γκέτο των γαλλικών προαστίων απουσιάζει ακόμη και η στοιχειώδης συγκοινωνιακή υποδομή που να συνδέει αυτές τις μητροπολιτικές ζούγκλες με τα ανεπτυγμένα αστικά κέντρα και τις εύπορες συνοικίες των γαλλικών μεγαλουπόλεων.iii Το ίδιο ισχύει για τις αμιγώς μουσουλμανικές συνοικίες του Λονδίνου, το “Λονδονιστάν” όπως το αποκαλούν οι μουσουλμάνοι μετανάστες, όπου οι δείκτες της ανεργίας, της φτώχειας και της κοινωνικής εξαθλίωσης είναι τρεις φορές μεγαλύτεροι από αυτούς που υπάρχουν στις περιοχές των λευκών μπουρζουάδων. Για να μην αναφερθούμε στο αμφιλεγόμενο ζήτημα της απαγόρευσης της χιτζάμπ που επιβλήθηκε δήθεν στο όνομα της προάσπισης του κοσμικού χαρακτήρα των αντιπροσωπευτικων “δημοκρατιών”. Ωστόσο, κατά την άποψη μου,δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στην απαγόρευση της μαντίλας και στην επιβολή του εξαναγκασμού να την φορούν οι γυναίκες υποχρεωτικά. Και οι δύο πρακτικές παραβιάζουν εξίσου ένα ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της προσωπικής απόφασης και της ατομικής επιλογής. Καμία εξουσία, είτε αυτή είναι φονταμεταλιστική-ισλαμική, είτε καπιταλιστική-τεχνοκρατική, είτε “σοσιαλιστική”, δεν έχει δικαίωμα να υποδεικνύει ενδυματολογικές επιλογές στους υπηκόους της.

Σε τούτο το σημείο αρχίζει να διαφαίνεται σταδιακά ότι η τεχνοκρατική διακυβέρνηση και ο ισλαμικός ριζοσπαστισμός στην πραγματικότητα συνιστούν τις δύο εναλλακτικές όψεις του ίδιου εξουσιαστικού νομίσματος. Η λεγόμενη παγκόσμια απειλή της (ισλαμικής) τρομοκρατίας αποτελεί έναν από τους πυλώνες της ιδεολογίας της υπερεθνικής διακυβέρνησης, μαζί με άλλα ζητήματα τα οποία το κράτος-έθνος από μόνο του αδυνατεί να αντιμετωπίσει (παγκόσμια κλιματική αλλαγή, επιδημίες που εξαπλώνονται πέρα από εθνικά σύνορα, διευρυμένες μεταναστευτικές ροές, κλπ). Πέραν τούτου, περιγράφει ένα συστημικό φαινόμενο που εξέθρεψαν οι ίδιες οι ελίτ προκειμένου να σπείρουν την διάλυση και την διχόνοια στις τάξεις του μητροπολιτικού προλεταριάτου των ΑΚΧ, μέρος του οποίου είναι και η φτωχή μουσουλμανική μειονότητα, και να δρομολογήσουν την ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων στην Μέση Ανατολή μέσω μιας πανστρατιάς των σουνιτών μουσουλμάνων, κόντρα στην σιιτική συμμαχία που σταδιακά ανέλαβε τον γεωπολιτικό έλεγχο της ευρύτερης περιοχής έπειτα από την αμερικάνικη εισβολή του 2003.iv Η πανστρατιά αυτή δεν μπορούσε παρά να λάβει διαστάσεις ιερού θρησκευτικού πολέμου ενάντια στους “αποστάτες” κι αιρετικούς σιίτες και ο σάπιος αντιδραστικός ουαχαμπισμός ήταν το αναγκαίο ιδεολογικό όχημα που θα μπορούσε να επιφέρει την συσπείρωση των σουνιτών πίσω από σεχταριστικές πεποιθήσεις και νοοτροπίες. Με τον ίδιο τρόπο που η υπερεθνική ελίτ υπέθαλψε, κάποιες φορες διακριτικά και κάποιες όχι, την άνοδο της θρησκόληπτου ριζοσπαστισμού για να υπονομεύσει τη δύναμη του σοσιαλιστικού παναραβισμού στις Αραβικές χώρες, έτσι και σήμερα, ακολουθεί την ίδια στρατηγική για να απομονώσει και να γκετοποιήσει σε ακόμη πιο ακραίο βαθμό τις μάζες των φτωχών μουσουλμάνων.v

Δεν είναι καθόλου τυχαίο οτι η Χρυσή Αυγή έχει αφομοιώσει αυτούσιο το ιδεολόγημα της “ισλαμική τρομοκρατίας” στον προγραμματικό λόγο της.vi Οι νεοναζί δεν έχουν πρόβλημα να καταπίνουν αμάσητη και να διαδίδουν αφιλτράριστη μέσα από τα δικά τους ηλεκτρονικά καιι έντυπα μέσα, την πολεμική προπαγάνδα του ΙΚ περί υποτιθέμενων πυρηνών “εν υπνώσει”, ομάδων από μαχητές που περιμένουν το σινιάλο της ηγεσίας για να χτυπήσουν και να σπείρουν τον όλεθρο, ενώ όλοι γνωρίζουμε πως οι περισσότερες επιθέσεις εκτελέστηκαν από “μοναχικούς λύκους” οι οποίοι ανέλαβαν δράση πρωτοβουλιακά. Το αφήγημα της πανταχού παρούσας Λερναίας Ύδρας της ισλαμικής τρομοκρατίας πουλάει και δημιουργεί το ιδεολογικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη του νέου συστημικού αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας. Στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, η παγκόσμια τρομοκρατική συνομωσία των μουσουλμάνων αντικαθιστά την παγκόσμια συνομωσία των εβραίων τραπεζιτών. Είναι το φαντασιακό υπόστρωμα πάνω στο οποίο ο σύγχρονος αντισημιτισμός θα στοιβάξει τις εκατόμβες των μελλοντικών θυμάτων του.

i Βλέπε την κριτική στον Καστοριάδη στο πολιτικό περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία, Τεύχος 17/Απρίλιος 2008, σελ. 15.

iiΑκόμη και αναφορικά με την σίγουρα καταδικαστέα επίθεση στο περιοδικό “Σαρλύ Εμπντό”, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι η σάτιρα μπορεί να είναι ένα πολύ ισχυρό όπλο στα χέρια των κινημάτων αμφισβήτησης όταν στρέφει τα βέλη της ενάντια στις θεσμισμένες εξουσίες, κι ένα πολύ ισχυρό όπλο στα χέρια των θεσμισμένων εξουσιών όταν βάζει στο στόχαστρο τα υποτελή κοινωνικά στρώματα.

iii Paul A. Silverstein & Chantal Tetreault, Postcolonial Urban Apartheid, http://riotsfrance.ssrc.org/Silverstein_Tetreault/.

ivΗ συμμαχία αυτή που αμφισβητεί τις καθιερωμένες γεωπολιτικές ιεραρχίες στην Μέση Ανατολη, προκάλεσε την λυσσασμένη αντίδραση των μοναρχιών του Κόλπου, του Ισραήλ και της Ιορδανίας που τροφοδότησαν την άνοδο του ΙΚ με χρήμα, ιδεολογία, μαχητές και οπλισμό. Η, προσωρινή τουλάχιστον, ισχυροποίηση των παραδοσιακά κατατρεγμένων σιιτών δεν έχει προηγούμενο στα χρονικά του Ισλάμ και μπορεί να υπολογίζει στην ενεργό υποστήριξη και της Ρωσίας.

vΓια μια αναδρομή στις ιστορικές διαδικασίες μέσα από τις οποίες ο ισλαμισμός έφτασε να υποσκελίσει τον αραβικό εθνικισμό σαν η κυρίαρχη πολιτική τάση στις χώρες του αραβικού κόσμου, βλ. Ζ. Κεπέλ, Τζιχάντ, ο Ιερός Πόλεμος (Εκδόσεις Καστανιώτη).

viΜια ματιά στις σχετικές αναρτήσεις στο σάιτ των ναζιστών, θα πείσει τον αναγνώστη για του λόγου το αληθές.

Όψεις του Φαντασιακού

14

Το τραυματικό συμβάν είναι πραγματικό ως συμβάν και φαντασιακό ως τραυματικό”.

Κορνήλιος Καστοριάδης, “Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας”

Αν υπάρχει μια μορφή τέχνης που να μοιάζει με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό στις σημερινές συνθήκες του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, αυτή είναι σιγουρα ο κινηματογράφος που έκανε ο Αντρέι Βάιντα στο τελευταίο στάδιο καλλιτεχνικής παραγωγής του. Ταινίες σαν το “Κατύν”, το “Βαλέσα” και το “Afterimage” σίγουρα δεν διέπονται από τον ίδιο αισθητικό κανόνα που ακολουθούσε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Εντούτοις, μοιάζουν με αυτόν, ως προς τον ευρύτερο ρόλο που επιτελούσε αναφορικά με την αναπαραγωγή του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος. Είναι στρατευμένη τέχνη προσαρμοσμένη στις ανάγκες της αγοράς. Διατίθεται με την μορφή του εμπορεύματος, πακεταρισμένου σε ιλουστρασιόν περιτύλιγμα. Φυσικά, η μη-πολιτική τέχνη δεν είναι παρά μια βολική φαντασίωση βγαλμένη μέσα από τα μυαλά των μπουρζουάδων ιδεολόγων. Ως προς αυτό το σημείο, θα περιοριστούμε να σχολιάσουμε οτι στον βαθμό που η σύγχυση δεν γίνεται σκόπιμα για να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες, οι ιδεολογικοί κομισάριοι του συστήματος τείνουν να μπερδεύουν και να χρησιμοποιούν εναλλάξ τους όρους “πολιτική” και “πολιτικοποιημένη”, για να περιγράψουν την σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής. Μια πρακτική που είναι πρόδηλα εσφαλμένη, εφόσον με τον όρο “πολιτική” εννοούμε την θέση της τέχνης μέσα στο γενικότερο σύστημα των θεσμισμένων ετερόνομων εξουσιών, ενώ ο όρος “πολιτικοποιημένη” υποδηλώνει μια συνειδητή δραστηριότητα, την προσχώρηση του καλλιτέχνη στο ένα ή το άλλο πολιτικό στρατόπεδο και την χρήση της τέχνης του σαν πολιτικό μέσο.

Ο παραπάνω ισχυρισμός δεν σημαίνει βέβαια πως ο κάθε καλλιτέχνης είναι υποχρεωμένος να καταπιάνεται μοναχά με ζητήματα που εμπίπτουν οντολογικά στη σφαίρα της πολιτικής ιδεολογίας και να εγκλωβίζουν τις δημιουργικές ορμές τους στις έτοιμες ιδεολογικές κατηγορίες των πολιτικών υποκειμένων που εμπλέκονται στην Κοινωνική Πάλη. Η άνευ όρων υποταγή στον αυστηρό φορμαλισμό της πολιτικής ιδεολογίας και η μηχανιστική επανάληψη των στερεοτύπων της είναι άλλωστε χαρακτηριστικό γνώρισμα της τετριμμένης δευτεροκλασάτης τέχνης. Ωστόσο, όταν η ουσία της κυρίαρχης ιδεολογίας βρίσκεται στην συστηματική άρνηση της ύπαρξης της ίδιας της Κοινωνικής Πάλης, καθώς και της συνακόλουθης σημασίας του ταξικού υπόβαθρου στη διαδικασία παραγωγής της κοινωνικής ταυτότητας του ατόμου, τότε μια τέχνη που σκιαγραφεί τα υποκείμενα της χωρίς να κάνει την παραμικρή αναφορά στον κοινωνικό περίγυρο μέσα στον οποίο αυτά αλληλεπιδρούν κι αναλαμβάνουν δράση, δεν είναι παρά ιδεολογικοποιημένη τέχνη. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για αυτόνομη καλλιτεχνική δημιουργία, αλλα για τον πολιτισμικό βραχίονα του ελάσσονος θεσμισμένου κοινωνικού φαντασιακού. Σε αυτη την περίπτωση, η εξάλειψη των πολιτικών αναφορών συνιστά από μόνη της την πρώτη γραμμή άμυνας της ετερόνομης ηγεμονικής κουλτούρας.

Το σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεν έχει ανάγκη από ένα Υπουργείο Προπαγάνδας, ή παρεμφερείς δομές απροκάλυπτου κρατικού ελέγχου, προκειμένου να διασφαλίσει την υπαγωγή της πολιτισμικής παραγωγής στην κρατική εξουσία. Αν ο υπαρκτός σοσιαλισμός ήταν υποχρεωμένος να καταφύγει στην απευθείας άσκηση πολιτικού ελέγχου πάνω στη σφαίρα της κυκλοφορίας των ιδεών και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο υπαρκτός καπιταλισμός μπορεί να επαφίεται στον μηχανισμό της ελεύθερης αγοράς, ο οποίος ευνοεί αντικειμενικά τη συγκέντρωση δύναμης που είναι απαραίτητη για την άνωθεν κατανομή των κοινωνικών ρόλων και την αναπαραγωγή του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος. Ενώ στον κρατικιστικό σοσιαλισμό η κεντροποίηση των βασικών κοινωνικών λειτουργιών γινόταν μέσα από κατασταλτικούς θεσμούς που υπάγονταν απευθείας στην αρμοδιότητα της κρατικής μηχανής, η οικονομία της αγοράς προϋποθέτει εξίσου την κατασταλτική δύναμη δομών που θεσμοποιούν τυπικές και άτυπες σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης, αλλά ανήκουν ως επί το πλείστον στην ιδιωτική σφαίρα κι ελέγχονται άμεσα από το κεφάλαιο. Ο Φουκώ έχει γράψει εκτενώς για τις υπόγειες συνάψεις που συνδέεουν οργανικά επιστήμες όπως η ιατρική, με την τυποποίηση της γνώσης σε πρακτικά δόγματα την οποία εμπεριέχει, με τα θεσμισμένα συστήματα της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.i

Πράγματι, ο στιγματισμός της διαφοροποίησης από τις νόρμες του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος ως συμπτωματικής μιας λανθάνουσας ψυχοπαθολογίας, δηλαδή σαν μια παρέκκλιση από τον κανόνα της ίδιας της λογικής συνεπαγωγής, συνιστά το πρώτο βήμα σε μια διαδικασία “ιατρικοποίησης” της πολιτικής διαφωνίας. Δηλαδή, της ριζικής απομάκρυνσης της από το πεδίο της κοινά αποδεκτής ανταλλαγής των ιδεών και του εξοβελισμού της σε ένα “πέραν του λόγου” πεδίο, όπου η ιατρική καλείται να περιχαρακώσει, να επιβλέψει, και στην ανάγκη, ακόμη και να καταστείλει την διαφορετική άποψη.ii Στην πρώην ΕΣΣΔ, οι ψυχιατρικές κλινικές αποτελούσαν τμήμα του μηχανισμού οργανωμένης καταστολής που είχε στη διάθεση της η σοβιετική εξουσία, όπως άλλωστε και οι φυλακές και τα γκουλάγκ της Σιβηρίας. Αποτέλεσαν δε το πιο αποτελεσματικο μέσο για την φίμωση κι εξουδετέρωση των πολιτικών αντιπάλων. Στις καπιταλιστικές μητροπόλεις του παγκόσμιου Βορρά, η ψυχιατρική εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σαν όπλο από την πολιτική εξουσία, με την διαφορά πως είναι οι ίδιες οι κοινωνικές σχέσεις στην ολότητα τους, που τούτη την φορά έχουν καταστεί το αντικείμενο της μελέτης και συνεχούς ρύθμισης από την ψυχιατρική και από το, φαινομενικά μετριοπαθές μικρό της αδελφάκι, την ψυχανάλυση. Κι ενώ στην ΕΣΣΔ τα ιδρύματα των φρενοβλαβών τελούσαν υπό την διοίκηση του Κράτους, στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες η ευρέως διαδεδομένη χρήση των κατασταλτικών μεθόδων και πρακτικών της ψυχιατρικής έχει εναποτεθεί στα χέρια ενός εκτεταμένου δικτύου από καλοπληρωμένους ιδιώτες “ειδικούς”, που αποστολή τους είναι να διασφαλίσουν ότι ο πληθυσμός θα εξακολουθεί να σκέφτεται, να ενεργεί και να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τα ανθρωπολογικά πρότυπα που επιβάλλει η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Και παρόλο που το δίκτυο αυτό είναι αποκεντρωμένο, παραμένει συσπειρωμένο γύρω από ένα κοινό επιστημονικό παράδειγμα. Είναι μια συμπαγής κοινωνική ομάδα που οφείλει την ύπαρξη της σ’ ένα σύστημα ιδεών και σε ένα σύστημα προνομίων, τα οποία υπερασπίζεται αντικειμενικά με τη δράση της μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Όπως πολύ εύστοχα είχε επισημάνει κάποτε ο ριζοσπάστης ψυχολόγος Βίλχελμ Ράιχ, η συντηρητική ορθοδοξία που εκφράζει το ψυχαναλυτικό κατεστημένο θα προσπαθούσε “’να εξηγήσει την κλοπή και την απεργία με βάση κάποια υποτιθέμενα άλογα κίνητρα, με αποτέλεσμα πάντα κάποιες αντιδραστικές εκλογικεύσεις’. Από την άλλη μεριά, η κοινωνική ψυχολογία δε θα το έβρισκε αναγκαίο να εξηγήσει γιατί κάποιοι κλέβουν όταν πεινάνε ή απεργούν όταν τους εκμεταλλεύονται αλλά θα προσπαθούσε να εξηγήσει, ‘γιατί η πλειονότητα των πεινασμένων δεν κλέβει και η πλειονότητα των εκμεταλλευόμενων δεν απεργεί’”.iii

Ο Καστοριάδης σωστά είχε επιστρατεύσει ψυχαναλυτικές έννοιες προκειμένου να παρεισφρήσει στον εσώτερο πυρήνα του μειζονος κοινωνικού φαντασιακού. Η βασική λειτουργία που εκπληρώνει το κοινωνικό φαντασιακό είναι η παραπομπή της καταγωγής της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας σε κάποιου είδους “επέκεινα”, ένα υπερκείμενο πεδίο που βρίσκεται έξω και πέρα από την συνειδητή δραστηριότητα των κοινωνικών υποκειμένων. Αυτό είναι που ο Καστοριάδης ονομάζει “ξένωση”.iv Η ξένωση μπορεί να παίρνει την μορφή είτε μιας υπερβατικής, θεϊκής γενεαλογίας των ταξικών διακρίσεων που καθαγιάζονται μέσα από το σύστημα των καστών, είτε της ταύτισης της ιεραρχικής διαστρωμάτωσης με μια υποτιθέμενη “φυσική” τάξη πραγμάτων, ή ακόμη και τοποθετώντας απέναντι στον άνθρωπο την ίδια την “Ιστορία”, ανακαλύπτοντας απαράβατους αντικειμενικούς νόμους που την διέπουν, αντί να την θεωρήσουμε σαν το κατεξοχήν χθόνιο δημιούργημα του κοινωνικού ατόμου. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η κοινωνία τίθεται αντιμέτωπη με το είδωλο της και επιχειρεί να προσδώσει ένα βαθύτερο συμβολικό νόημα στα εφήμερα κατασκευάσματα που ανακύπτουν μέσα από την έκβαση της Κοινωνικής Πάλης σε κάθε ιστορική περιόδο. Στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, περισσότερο και από την πίστη των κλασσικών φιλελευθέρων στο ορθολογικό πεπρωμένο της “Ιστορίας”, επικρατούν οι επιμέρους φαντασιακές σημασίες που θέτουν σε κίνηση μια διαδικασία ιδεολογικής “βιολογικοποίησης” των κοινωνικών διαφορών. Ή καλύτερα, μια διαδικασία μέσα απο την οποία συντελείται η “φυσικοποίηση” του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού θεσμικού πλαισίου, το οποίο ορίζει τις αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες εκτυλίσσεται η οργανωμένη δραστηριότητα της ετερόνομης κοινωνίας. Μέσα από το ηγεμονικό κοινωνικό φαντασιακό των ελίτ, η θεσμική αναγνώριση που παρέχεται στην υπεροχή της μιας ή της άλλης κοινωνικής ομάδας μέσα από τις πάσης φύσεως ιεραρχίες που αναπαράγουν την άνιση κατανομή της δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές μονάδες, παίρνει την μορφή ενός φυσικού νόμου, μιας αντικειμενικής αναγκαιότητας που διέπει την αποτελεσματική και λειτουργική οργάνωση της ίδιας της κοινωνικής συμβίωσης. Για παράδειγμα, οι θεσμισμένες ιεραρχίες αποτελούν την “φυσική” συνέχεια, ή την προέκταση των διαφορών που υπάρχουν στα μεμονωμένα άτομα. Πρόκειται για μια στρεβλή αντίληψη της δικαιοσύνης, πλήρως διαχωρισμένης από οποιαδήποτε έννοια της ισότητας. Μια ασυμμετρία δύναμης που ωστόσο εξασφαλίζει την δικαιοσύνη εν είδει ιεραρχικά διαβαθμισμένης ανταμοιβής ή απολαβής που απονέμεται σε κάθε άτομο ξεχωριστά, σε ευθεία αντιστοιχία με την ατομική ικανότητα και την αρετή που επιδεικνύει ο καθένας, η οποία υποτίθεται πως μπορεί να μετρηθεί επαρκώς μέσα από την απρόσκοπτη δράση του ατόμου στο κοινωνικό πεδίο της επιλογής του. Η ανισομέρεια στις απολαβές υποτίθεται ότι εξισορροπείται ιδεατά από τις αυξημένες υποχρεώσεις και τις ευθύνες που βαραίνουν τους ώμους εκείνου που αναρριχάται σε θέση ευθύνης.v

Με αυτόν τον τρόπο, το κοινωνικό σύστημα φαίνεται σαν να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που απορρέουν από την βαθύτερη φύση του ανθρώπου. Οι κοινωνικές διεργασίες και οι εξουσιαστικές δομές που κατοχυρώνουν την ανισοκατανομή της ισχύος εξαφανίζονται από την κοινωνική ανάλυση και δίνουν τη θέση τους σε ατομοκεντρικές προσεγγίσεις που αποδίδουν την σκληρή πραγματικότητα της ταξικής διαστρωμάτωσης στα αθροιστικά αποτελέσματα των ιδιοτήτων, των ελαττωμάτων ή των προτερημάτων του κάθε ανθρώπου και των ατομικών επιλογών που αυτός / αυτή έκανε κατά τη διάρκεια της ζωής του. Στον βαθμό που το ετερόνομο φαντασιακό διεισδύει και εποικίζει την συνειδητότητα του κάθε υποκειμένου, ο κόσμος γύρω μας γίνεται απλός, προσιτός κι έυκολα εξηγήσιμος. Οι πλούσιοι περιβάλλονται με το κύρος της “επιτυχίας”, οι νεόπτωχοι φέρουν οι ίδιοι την ευθύνη για την κατάντια στην οποία έχουν περιέλθει, ο Τσίπρας είναι “λαϊκό παιδί”, έχει “τσαγανό” και θα κάνει “σκληρή διαπραγμάτευση”, ενώ ο Σόιμπλε είναι ένας “κομπλεξικός” που απεχθάνεται τους Έλληνες και για αυτό “Μας” καταδιώκει. Έτσι, η περίπλοκη σύνθεση του κοινωνικού οργανισμού και οι σχέσεις δύναμης που αναπαράγονται εξαιτίας των ετερόνομων θεσμών, μετατρέπονται σε ζητήματα ατομικού ψυχισμού, καλής ανατροφής και αγαθών προθέσεων. Το φαντασιακό συρρικνώνει τον κόσμο και τον φέρνει πιο κοντά στα μέτρα μας. Την ίδια στιγμή όμως, αφαιρεί οποιαδήποτε έννοια δυναμισμού από την κοινωνική υπόσταση μας. Μας μετατρέπει από δρώντα υποκείμενα που κατανοούν τον κόσμο γύρω τους και χρησιμοποιούν αυτή την γνώση για να τον αλλάξουν, σε παθητικούς δέκτες που έχουν απολέσει κάθε έλεγχο της κοινωνικής δραστηριότητας τους και είναι έτσι υποχρεωμένοι να υποταχτούν στον υλικό ορίζοντα της εποχής τους.

Η κατασταλτική διάσταση της ορθόδοξης ψυχαναλυτικής μεθόδου έγκειται στο γεγονός ότι λειτουργεί σαν θεραπαινίδα του κοινωνικού φαντασιακού, μεταθέτοντας στο άτομο την αποκλειστική ευθύνη για οποιοδήποτε σύμπτωμα κοινωνικής δυσλειτουργίας. Με αυτόν τον τρόπο, το ψυχαναλυτικό μοντέλο λειτουργεί σχεδόν πάντοτε σαν απολογητής του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος. Ερμηνεύοντας τις αντιδράσεις δυσφορίας, δυσκολίας προσαρμογής ή ακόμα και ανοικτής απόρριψης / ρήξης που μπορεί να προκαλέσει στο άτομο η έκθεση του στις συνεχείς πιέσεις της ανταγωνιστικής ετερόνομης κοινωνίας σαν ενδείξεις μιας ατομικής ψυχοπαθολογίας, η ψυχαναλυτική ορθοδοξία συγκαλύπτει τον κρίσιμο ρόλο που παίζουν οι κοινωνικοί παράγοντες στην εκδήλωση των επιμέρους ψυχοπαθολογικών φαινομένων. Θέτει σαν σκοπό της πάνω απ’ όλα την υλοποίηση ενός a priori κανόνα, την επίτευξη μιας συμπεριφορικής ομοιομορφίας και απονομιμοποιεί την προσήλωση στον στόχο μιας ευρύτερης κοινωνικής μεταρρύθμισης, εξατομικεύοντας την επιθυμία που έχει την δύναμη να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη πίσω από μια τέτοια διαδικασία κι εξορίζοντας την στα πεδία του ανορθολογικού και του υποσυνείδητου. Και μπορεί, όπως έλεγε ο Ε. Φρομ, η ψυχανάλυση να συνιστά μια δύναμη χειραφέτησης επειδή προσπαθεί να φέρει στο φως της λογικής όσα κατοικούν στην σκοτεινή και απροσπέλαστη σφαίρα του ασυνείδητου, ωστόσο η λογική, με την μορφή που παίρνει αυτή στο σύστημα της ορθόδοξης ψυχανάλυσης, ευθυγραμμίζεται από τα πριν με τις εργαλειακές μορφές του αντικειμενικού ορθολογισμού που αναπαράγουν τις εξουσιαστικές αντιλήψεις και δομές του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.vi

Σε αντιδιαστολή με την ψυχανάλυση, η έμφαση στο άτομο είναι κατα την άποψη μας αναγκαία για μια χειραφετική αντίληψη της τέχνης. Αυτό συμβαίνει γιατί αποστολή της τέχνης είναι να ρίχνει φως εκεί που η πολιτική είναι από την φύση της υποχρεωμένη να αδιαφορήσει. Αυτό που εννοούμε είναι ότι η πολιτική (ακόμη και μια ριζοσπαστική πολιτική της κοινωνικής απελευθέρωσης, σαν αυτή του αναρχισμού) αντιλαμβάνεται εκ των πραγμάτων την κοινωνία σε ένα δεδομένο επίπεδο αφαίρεσης. Ομαδοποιεί, ταξινομεί και διαχωρίζει με βάση εννοιολογικές κατηγορίες που εμπεριέχονται σε έτοιμα θεωρητικά σχήματα, χωρίς να αφήνει πολύ χώρο για το άτομο. Κι αυτό γιατί το άτομο μετατρέπεται σε ενεργό κοινωνικό υποκείμενο μόνο μέσα από μια διαδικασία συλλογικοποίησης των αντιστάσεων του κι ένταξης του στους κόλπους μιας ευρύτερης κοινωνικής ομάδας με ομοειδή χαρακτηριστικά, με την συνακόλουθη έκλειψη των ετερόκλητων ατομικών στοιχείων που μια τέτοια διαδικασία μοιραία επιφέρει. Έτσι, η τέχνη είναι εκείνη που είναι επιφορτισμένη με την ευθύνη να υπενθυμίζει διαρκώς στην πολιτική ότι το κοινωνικό άτομο είναι το κύτταρο της αυτόνομης κοινωνικής ολότητας. Ο τελικός προορισμός για μια πολιτική της κοινωνικής χειραφέτησης.

Επομένως, δεν νοείται η τέχνη να εξαφανίζει τις εσωτερικές αντιφάσεις, τις ψυχικές συγκρούσεις και τα ηθικά διλήμματα που βιώνει το άτομο όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με υπέρτερες δυνάμεις και με ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές διεργασίες που το ξεπερνούν. Οι χαρακτήρες του Βάιντα είναι προπαγανδιστικοί, όχι επειδή παρουσιάζονται σαν ενθουσιώδεις φορείς μιας συγκεκριμένης κοσμοθεωρίας, μιας σαφώς οριοθετημένης αντίληψης για τον κόσμο (π.χ. ο πωρωμένος σταλινικός γραφειοκράτης, ο αποφασισμένος αντισταλινικός συνδικαλιστής, κλπ.), αλλά επειδή πουθενά ο σκηνοθέτης δεν κάνει τον κόπο να μας εξηγήσει τους βαθύτερους λόγους εξαιτίας των οποίων ο σταλινικός κρατικός αξιωματούχος υιοθετεί με πάθος μια τόσο βάναυση και μονολιθική κοσμοθεωρία. Ο ρόλος του εξουσιαστή χαρτογιακά στις ταινίες του Βάιντα είναι μονοδιάστατος κι έχει το ίδιο ηθογραφικό βάθος που βρίσκει κανείς στις μυστηριώδεις και ακατανόητες (για τον θεατή) ορδές των σομαλών βαρβάρων που πετσοκόβουν τους αμερικανούς πεζοναύτες στην ταινία “Black Hawk Down” του Ρ. Σκοτ, χωρίς ποτέ να μας δίνεται η ευκαιρία να ακούσουμε τη δική τους εκδοχή της ιστορίας. Δηλαδή, χωρίς ποτέ να μπορούμε να βάλουμε τις πράξεις τους στο κοινωνικό, πολιτισμικό και ιστορικό τους πλαίσιο, προκειμένου να κατορθώσουμε να τις ερμηνεύσουμε και να τις κατανοήσουμε. Καθόλη τη διάρκεια της ταινίας παραμένουν ανώνυμες, βουβές και απειλητικές, όπως τις παρατηρούμε πάντοτε από απόσταση, πάντα μέσα από τα μάτια του πολιορκούμενου αμερικανού στρατιώτη. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τον γραφειοκράτη του υπαρκτού. Υπάρχει μόνο σαν νέμεση. Μια μοχθηρή οντότητα που βασανίζει σαδιστικά τους συνδικαλιστές, τους πολίτες, τους καλλιτέχνες, τους αντιφρονούντες, τους εργάτες, τον λαό. Είναι μονοδιάστατος κι ενσαρκώνει το απόλυτο κακό. Πράττει το κακό, επειδή αγαπάει το κακό, το υιοθετεί με ολόκληρη την ψυχή του. Το κακό στο μυαλό του, αλλά και το μυαλό του Βάιντα, δεν είναι μια διαστρεβλωμένη εκδοχή του καλού. Είναι ριζικά και υπαρξιακά αντίθετο προς το καλό.

Με τον ίδιο τρόπο όμως απεικόνιζε την κοινωνική πραγματικότητα και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Από την μια μεριά, η αγνή κι έντιμη εργατιά και η ηρωική κομματική πρωτοπορία της. Από την άλλη, οι αμείλικτοι σαδιστές καπιταλιστές και οι διεφθαρμένοι μπουρζουάδες. Οι “καθαρές” και μονοδιάστατες κοινωνικές μορφές, δίχως αντικρουόμενα κίνητρα, αλληλοαποκλειόμενες επιθυμίες και ψυχικές διακυμάνσεις, αποτελούν τις αρχετυπικές μορφές της πολιτικής προπαγάνδας. Ακόμη και ο Κίσινγκερ, ανασύροντας από την μνήμη του την εντυπωση που του είχαν κάνει οι βιετναμέζοι επαναστάτες όταν τους συνάντησε από κοντά για να διαπραγματευτεί την συνθήκη που θα έβαζε επίσημα τέλος στον πόλεμο του Βιετνάμ, παρατήρησε με οξυδέρκεια ότι η διπλωματική αντιπροσωπεία των Βιετκόνγκ ήταν τόσο βαθιά γαλουχημένη με τα μαρξιστικά δόγματα περί “ιστορικής αναγκαιότητας”, που υπέθεταν ότι κατανοούσαν τα κίνητρα που κρύβονταν πίσω από τις πράξεις των αμερικανών διπλωματών καλύτερα κι από τους ίδιους!vii

Ο Βάιντα λοιπόν εμφανίζεται πιο σκληροπυρηνικός κι από τον Κίσινγκερ στον αντικομμουνισμό του. Αποφεύγοντας να εξανθρωπίσει σε οποιοδήποτε επίπεδο τα υποκείμενα του και παρουσιάζοντας τα σαν μονολιθικές οντότητες, αρνείται να καταστήσει την κριτική του διαχρονική και σχετική με τα φλέγοντα ζητήματα της ιστορικής περιόδου που διανύουμε. Αντίθετα, την εγκλωβίζει στον χώρο και τον χρόνο με πρόδηλο απώτερο σκοπό να υποδηλώσει ότι όσα ολέθρια συνέβαιναν την περίοδο που μεσουρανούσε ο κρατικιστικός σοσιαλισμός στην Ανατολή, είναι σήμερα προβλήματα που έχουν επιλυθεί στον μέγιστο βαθμό. Με άλλα λόγια, το έργο του δεν συνιστά σχόλιο πάνω στο ζήτημα της σχέσης του καλλιτέχνη, και κατ’ επέκταση του ανθρώπου με την εξουσία, αλλά περιορίζεται να εξετάσει μόνο μια πλευρά του ζητήματος. Την σχέση του ανθρώπου με την εξουσία του υπαρκτου σοσιαλισμού, και μόνο αυτή. Η μόνη συνεπαγωγή όμως που δύναται να προκύψει από μια παρόμοια μονοδιάστατη προσέγγιση, είναι ότι η ελευθερία έχει αρνητικό πρόσημο και οτι απλώς κατακτήθηκε με την κατάργηση του εξουσιαστικού συστήματος του κρατικού σοσιαλισμού.

Είναι πράγματι πολύ λεπτή η διαχωριστική γραμμή που μας βοηθάει να διακρίνουμε τον πολιτικοποιημένο καλλιτέχνη, τον συνειδητοποιημένο αντιφρονούντα που ασκεί αδυσώπητη κριτική στην ετερονομία σε όλες τις ιστορικές της εκφάνεις, από τον στρατευμένο δημιουργό, τον καλλιτέχνη που δεν διαφοροποιείται σε τίποτα από το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα κι έτσι συμβάλλει κι αυτός στην ομαλή αναπαραγωγή του διαμέσου της επιβολής ενός ομοιόμορφου κανόνα στην καλλιτεχνική έκφραση. Έχουμε στο μυαλό εκείνον τον ρώσο ποιητή, ο οποίος εξορίστηκε από την ΕΣΣΔ επειδή κρίθηκε ένοχος για πολιτικά αδικήματα και υποχρεώθηκε να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Μερικά χρόνια αργότερα ωστόσο, απελάθηκε και από τις ΗΠΑ εξαιτίας της εξίσου εχθρικής στάσης που κρατούσε απέναντι και στην αμερικανική κυβέρνηση. Αφού ο Βάιντα έφτιαξε το καλλιτεχνικό όνομα του γυρίζοντας ταινίες στα κρατικά κινηματογραφικά στούντιο που έθεσε στη διάθεση του το ΚΚ Πολωνίας, έπειτα από την πτώση του τείχους δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα να περιγράψει με τα πιο μελανά χρώματα το σύστημα που του παρείχε αφειδώς αναγνώριση και τα μέσα για την καλλιτεχνική του δημιουργία και να αναθεματίσει τα παλιά του αφεντικά, σε μια προφανή προσπάθεια να ικανοποιήσει τα καινούρια. Αυτός είναι κατα την άποψη μας και ο λόγος που εκείνη η γενιά των αντιφρονούντων η οποία αποτέλεσε την ανεπίσημη αντιπολίτευση στα δικτατορικά καθεστώτα του “υπαρκτού”, δεν άφησε πίσω της το παραμικρό ίχνος από εκείνο το ευρύ ρεύμα αμφισβήτησης που, αργά αλλά σταθερά, υπέσκαψε τα θεμέλια της ιδεολογικής νομιμότητας του σοσιαλιστικού μπλοκ. Οι μπαρουτοκαπνισμένοι διαφωνούντες του χτες, όπως ο Χάβελ ή ο Βαλέσα, μεταμορφώθηκαν σε ονειροπόλους έφηβους, ερωτοχτυπημένους με τον καπιταλισμό, ή διαφορετικά, σε έμμισθους απολογητές της καπιταλιστικής θηριωδίας.viii Ωστόσο, αυτό είναι και το κριτήριο αποφασιστικής σημασίας σύμφωνα με το οποίο προσμετράται ο θεωρητικός πλούτος και η ιδεολογική συνέπεια που διακρίνει κάθε ρεύμα κοινωνικοπολιτικής αμφισβήτησης. Αν δηλαδή αφήνει πίσω του αντιεξουσιαστικές παρακαταθήκες, ή αν μεταμορφώνεται κι αυτό με την σειρά του σε έναν καινούριο λόγο εξουσίας. Σε μια νέα μορφή πολιτικής, πολιτισμικής και κοινωνικής ετερονομίας.

iΜ. Φουκώ, Ιστορία της Σεξουαλικότητας, τόμος Α (Εκδόσεις Ράππα).

iiΑπό αυτή την άποψη, μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι το κατεξοχήν νεοφιλελεύθερο παπαγαλάκι του συστήματος, ο Π. Μανδραβέλης, χρησιμοποιεί έναν όρο βγαλμένο από την ψυχιατρική όταν αναφέρεται στα πολιτικά κόμματα της εγχώριας Αριστεράς. Πιο συγκεκριμένα ο «διακεκριμένος» αναλυτής αποκαλεί σύσσωμα τα κομμουνιστογενή κόμματα, με τον διόλου κολακευτικό χαρακτηρισμό “παλαβή Αριστερά”.

iiiΤζ. Σπρινγκ, Το Αλφαβητάρι της Ελευθεριακής Εκπαίδευσης (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 83.

ivΚ. Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας (Κέδρος), σελ 150-169.

vM. Rothbard, Egalitarianism as a Revolt Against Nature (Ludwig Von Mises Institute).

viΕ. Φρομ, Η Κρίση της Ψυχανάλυσης (Μπουκουμάνη).

viiΧ. Κίσσινγκερ, Διπλωματία (Λιβάνης), σελ. 752-782.

viiiΑς θυμηθούμε για παράδειγμα την κατάπτυστη στάση που κρατησαν οι χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ στο ζήτημα της αμερικάνικης εισβολής στο Ιράκ, το 2002. Τα πρώην σοσιαλιστικά καθεστώτα, τάχθηκαν αναφανδόν με το μέρος των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα τον διχασμό της Ευρώπης και την αλήστου μνήμης δήλωση του εγκληματία πολέμου Ράμσφελντ περί μιας νέας πολιτικής γεωγραφίας που ανέτειλε στην ευρωπαϊκή ήπειρο και τον ιδεολογικοποιημένο διαχωρισμό σε “παλαιά” και “νέα” Ευρώπη.

Σιωναζισμός

5f28c913093ba22d55068368324342f2

Αναδημοσιεύω εδώ σε μετάφραση απ’ τα αγγλικά, αυτό το άρθρο από την αμερικανο-εβραϊκή, αριστερή εφημερίδα “Εμπρός” (Forward). Η Forward δεν είναι κανένα ιδιαίτερα ριζοσπαστικό έντυπο. Πρόσκειται στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού κόμματος και ανήκει μάλλον στον χώρο της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας παλαιάς κοπής. Το εν λόγω ωστόσο άρθρο είναι σημαντικό επειδή αναφέρεται σε κάτι που ο παγκόσμιος σιωνισμός εδώ και χρόνια, αρνείται πεισματικά να παραδεχτεί, και μάλιστα πασχίζει απελπισμένα να κρύψει. Την ιδεολογική συγγένεια που έχει ο Σιωνισμός ως πολιτικό κίνημα με την αντισημιτική, εθνοφυλετική ακροδεξιά του 19ου αιώνα, από τους κόλπους της οποίας προέρχεται ιδεολογικά, καθώς και τις προσπάθειες που κατέβαλαν ιστορικοί ηγέτες του σιωνισμού, όπως οι Γιαμποτίνσκι και Στερν, να συνάψουν κάποιου είδους συμμαχία με τους χιτλερικούς για να προωθήσουν την υπόθεση της μαζικής μετανάστευσης των Εβραίων της Ευρώπης στην Πλαιστίνη.

Μάλιστα, στα χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η σιωνιστική προπαγάνδα έχει επανειλημμένα προσπαθήσει να ταυτίσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Παλαιστίνιων με τον ναζισμό και να τον εντάξει στο εξουσιαστικό, οριενταλιστικό ιδεολόγημα του “ισλαμοφασισμού”, ενάντια στον οποίο διατείνεται πως δίνει μάχη το “πολιτισμένο” και “δημοκρατικό” Ισραήλ. Προς τούτο δεν σταματούν να επιδεικνύουν την φωτογραφία από την συνάντηση του Παλαιστίνιου ηγέτη του μεσοπολέμου Χατζ Αμίν με τον Χίτλερ. Ωστόσο, αντίθετα με τους οργανικούς πολιτικούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα σε σιωνισμό και εθνικοσοσιαλισμό, η συμμαχία που επιδίωξε ο Χατζ Αμίν είχε καθαρά τακτικό χαρακτήρα. Η ναζιστική Γερμανία ήταν εχθρός της αυτοκρατορικής Αγγλίας που καταδυνάστευε την Παλαιστίνη και, συνακόλουθα, δυνητικός σύμμαχός του αναδυόμενου αραβικού εθνικιστικού κινήματος. Οι Πλαιστίνιοι ήταν υποχρεωμένοι να δράσουν σύμφωνα με την αρχή “ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου”, μιας και οι Σιωνιστές είχαν ήδη πλευρίσει τις αγγλικές ελίτ για να εξασφαλίσουν την εύνοια τους αναφορικά με τα κατακτητικά σχέδια τους για μαζικό εποικισμό της αραβικής Παλαιστίνης. Το παρακάτω άρθρο ρίχνει φως στους δεσμούς που ενώνουν τους σιωνιστές με τους απανταχού αντισημίτες και τις πολιτικές συνέπειες αυτών των δεσμών που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Και, το κυριότερο, προέρχεται από μια εβραϊκή πηγή, την οποία κανείς δεν μπορεί να συκοφαντήσει για δήθεν “αντισημιτισμό”, όπως κάνουν κατά συρροή οι σιωνιστές προκειμένου να φιμώσουν τους πολιτικούς αντιπάλους τους.

 

Η ανησυχητική συμμαχία ανάμεσα σε Σιωνιστές και Αντισημίτες

Μεταξύ της ακρόασης του David Friedman στο Κογκρέσο, της επίσκεψης του Netanyahu στις ΗΠΑ και της άρνησης του Προέδρου Τραμπ να αναλάβει δράση ενάντια στο αυξανόμενο κύμα του αντισημιτισμού στην Αμερική, η περίοδος που μας πέρασε ήταν γεμάτη ένταση για την Αμερικανό-εβραϊκή κοινότητα.

Για όσους ανήκουν στην Δεξιά, η απόρριψη από τον Τραμπ της λύσης των δύο κρατών, όπως και ο διορισμός του Φρίντμαν, παρέχει εγγυήσεις ότι η καινούρια κυβέρνηση προτίθεται να υποστηρίξει σθεναρά μια επεκτατική μορφή Σιωνισμού. Κι αν συνυπολογίσει κανείς και την συμπερίληψη του Τζάρεντ Κούσνερ στον στενό κύκλο του Προέδρου, η παρουσία των Φρίντμαν και Νετανιάχου στα μετόπισθεν δείχνει για πολλούς ότι ο Τραμπ στην πραγματικότητα δεν είναι αντισημίτης, παρόλο που κατά καιρούς έχει περιβάλλει τον εαυτό του με φυσιογνωμίες που έχουν το λιγότερο αμφιλεγόμενες απόψεις. Σύμφωνα με αυτή την λογική, η ισχυρή υποστήριξη του Τραμπ αλλά και του (επιτελάρχη του) Στιβ Μπάνον για το Ισραήλ, είναι ικανή να αντικρούσει τον οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι αμφότεροι τρέφουν αντιπάθεια προς τους Εβραίους.

Ωστόσο, για πολλούς φιλελεύθερους και κεντρώους, η ιδέα πως ο Κούσνερ και ο Μπάννον θα μπορέσουν να συνεργαστούν, συνιστά την αιτία μιας ατελείωτης σύγχυσης: Πώς θα μπορούσε ένας απόγονος επιζησάντων του Ολοκαυτώματος να μοιράζεται ένα κοινό όραμα με τον ιδεολογικό ηγέτη της «εναλλακτικής δεξιάς»;

Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στην ιστορία του Σιωνιστικού κινήματος, μια ιστορία που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία εγγενής αντίθεση ανάμεσα στον Σιωνισμό και τον αντί-Σημιτισμό. Για την ακρίβεια, οι δύο ιδεολογίες έχουν συνεργαστεί στο παρελθόν προκειμένου να πετύχουν τον στόχο που μοιράζονται από κοινού: την συγκέντρωση των Εβραίων σε ένα μέρος (έτσι ώστε να εξαλειφθεί η παρουσία τους από τα υπόλοιπα).

Ακόμα και πριν από την άνοδο του μοντέρνου Σιωνιστικού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα, Χριστιανοί φιλόσοφοι και κρατικοί αξιωματούχοι συζητούσαν μεταξύ τους για το τι θα έπρεπε να κάνουν με την «ανατολίτικη» μάζα του Εβαραϊσμού που ζούσε ανάμεσα τους. Όπως σημειώνει ο ακαδημαϊκός Jonathan Hess του παν/μιου της Βόρειας Καρολίνας, ένα είδος «λύσης» που είχε ιδιαίτερη απήχηση σε εξέχουσες φυσιογνωμίες του Διαφωτισμού που διακατέχονταν από αντί-Σημιτικά αισθήματα ήταν να απελάσουν τους Εβραίους σε μια αποικιακή εγκατάσταση όπου θα μπορούσαν να αναμορφωθούν. Ο Γίοχαν Γκότλιμπ Φίχτε, που ήταν ανάμεσα στους ιδρυτές του Γερμανικού Ιδεαλισμού, σημείωσε το 1793 ότι η πιο αποτελεσματική προστασία που μπορούσαν να έχουν οι Ευρωπαίοι απέναντι στην Εβραϊκή απειλή, ήταν να «κατακτήσουν για λογαριασμό των Εβραίων, τους Αγίους Τόπους και να τους ξαποστείλουν όλους εκεί».

Πράγματι, ο Σιωνισμός αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό ένα πολιτικό κίνημα που σαν ρητό στόχο είχε να δώσει μια απάντηση στο πρόβλημα του πολιτικού Αντισημιτισμού. Για τους πρωτοπόρους του Σιωνισμού, όπως ο Leo Pinsker και ο Theodor Herzl, η εμφάνιση του Αντισημιτισμού ήταν ένα αναπόφευκτο φαινόμενο σε οποιοδήποτε μέρος οι Εβραίοι συνιστούσαν μια ευμεγέθη μειοψηφία. Κανονικές σχέσεις με τα άλλα έθνη θα μπορούσαν να υπάρξουν μόνο εφόσον οι Εβραίοι μεταφέρονταν σε ένα μέρος όπου θα ήταν η πλειοψηφία. Έτσι, αντί να πιέσουν τα σύγχρονα κράτη και τις κοινωνίες προκειμένου να εφεύρουν νέους τρόπους ώστε να ενθαρρύνουν την διαφορετικότητα, οι Σιωνιστές διανοητές της γενιάς του Χερτσλ υιοθετούσαν την λογική ότι το Εβραϊκό «πρόβλημα» θα μπορούσε να τακτοποιηθεί μόνο μέσω της μαζικής εκδίωξης των Εβραίων από τα Ευρωπαϊκά κράτη.

Η ιδέα ότι οι Εβραίοι ανήκουν όχι στο μέρος όπου κατοικούν ή απ’ όπου κατάγονται, αλλά στους Αγίους Τόπους ήταν φυσικά μια θέση με την οποία δεν συμφωνούσαν όλοι οι Σιωνιστές, ούτε τότε, ούτε τώρα. Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να δει κανείς την πολύ προβληματική λογική που μπορεί να συνδέει παρόμοιους ισχυρισμούς με το είδος του εθνικισμού «της γης και του αίματος», ο οποίος οδήγησε στη καταστροφή της ζωής του Εβραϊσμού της Ευρώπης. Ο Ναζισμός φυσικά ξεπήδησε μέσα από αυτό το πλαίσιο και επέμενε ότι οι Εβραίοι δεν μπορούσαν ποτέ να γίνουν πραγματικοί Γερμανοί. Παρ’ όλα αυτά, οι Ναζιστές προέκτειναν αυτή την λογική μέχρι ένα ριζικά νέο άκρο: πίσω από την ναζιστική ιδέα, υπήρχε το κίνητρο όχι του μαζικού εκτοπισμού, αλλά της μαζικής εξόντωσης.

Παρόλο που η έκταση της καταστροφής δεν είχε γίνει ακόμα γνωστή στις δεκαετίες του 1930 και του 1940, πολλοί μένουν άναυδοι από το γεγονός ότι υπήρξαν απόπειρες από την μεριά της δεξιάς πτέρυγας των Σιωνιστών να αναπτύξουν σχέσεις με την Ναζιστική Γερμανία. Αναρίθμητοι ακαδημαϊκοί έχουν καταγράψει την συμπάθεια για τον φασισμό που έτρεφαν κάποια μέλη του Αναθεωρητικού Σιωνισμού, οι οποίοι βρισκόντουσαν σε μόνιμη διαμάχη με τους συμβατικούς Σιωνιστές τους οποίους αποκήρυξαν σαν Μπολσεβίκους. Είναι προφανές ότι η αντιπάθεια ήταν αμοιβαία, δεδομένου ότι ο David Ben-Gurion έκδωσε το 1933 μια μελέτη στην οποία περιέγραφε τον Zeev Jabotinsky, ιδρυτή του Αναθεωρητικού Σιωνιστικού κινήματος, σαν ομοϊδεάτη του Χίτλερ που ακολουθούσε στα βήματα του. Το φλερτ της Σιωνιστικής δεξιάς με τον φασισμό έφτασε στην τραγική κορύφωση του το 1941, όταν η οργάνωση Lehi, η παραστρατιωτική ομάδα που είχε δημιουργήσει ο Avraham Stern, πλησίασε τον Otto Von Hentig, έναν Γερμανό διπλωμάτη, για να προτείνει συνεργασία ανάμεσα στο εθνικά προσδιορισμένο εβραϊκό κίνημα της Παλαιστίνης και το Γερμανικό κράτος. Η Ναζιστική Γερμανία αρνήθηκε την γενναιόδωρη προσφορά του, έχοντας κατά νου μια αρκετά διαφορετική «λύση» στο ζήτημα της ύπαρξης των Εβραίων.

Η αγγλική εκδοχή του άρθρου υπάρχει εδώ: http://forward.com/opinion/363545/the-disturbing-alliance-between-zionists-and-anti-semites/.

Η τελευταία ανθρωποθυσία

abraham-isaac2-1

Viva la Muerte!” (Ζήτω ο Θάνατος!)

Σύνθημα των Φασιστών στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο

Πολλοί από τους ειδωλολατρικούς βαρβαρικούς λαούς της αρχαιότητας επιδίδονταν σε τελετουργικές ανθρωποθυσίες για να εξευμενίσουν τους – για κάποιον λόγο που ακόμα παραμένει αδιευκρίνιστος – πάντοτε τσατισμένους, πικρόχολους κι εκδικητικούς θεούς τους. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το να είναι κανείς ανάμεσα στα υποψήφια θύματα αποτελούσε ύψιστη τιμή, μιας και μ’ αυτόν τον τρόπο το θύμα έβρισκε ηρωικό θάνατο κι ανακηρυσσόταν ανάμεσα στους παντοτινούς ευεργέτες της κοινότητας του. Έδινε την ζωή του για το καλό του συνόλου και βοηθούσε τον λαό του να εξιλεωθεί στα μάτια του ενός, ή του άλλου μικρόψυχου θεού. Έτσι, οι θεοί θα πρόσφεραν πάλι απλόχερα την εύνοια τους στην αναβαπτισμένη, μέσα από το αίμα αθώων ψυχών, κοινότητα και θα την έπαιρναν πάλι κάτω από την προστασία τους. Σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε ξανά την τελευταία ανθρωποθυσία, αυτήν που υποτίθεται πως έβαλε τέλος σε όλες τις ανθρωποθυσίες. Αυτό βέβαια δεν την κάνει λιγότερο βάρβαρη. Ούτε λιγότερο μάταιη. Και το γεγονός παραμένει ότι, στις αρχές του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα εξακολουθεί να συνωστίζεται σε εκκλησίες και ναούς για να λατρέψει και να τιμήσει κάποιον που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν πρόθυμος να πεθάνει για λογαριασμό της. Που με το αίμα και τον μαρτυρικό θάνατο του επιθυμούσε να εξαγοράσει την “άφεση αμαρτιών” και την αιώνια ευδαιμονία στην μετά θάνατο ζωή. Στις αρχές του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα εξακολουθεί να τιμά και να γιορτάζει μια ανθρωποθυσία που τελέστηκε στο όνομα της πριν από περίπου δύο χιλιετηρίδες.

In extremis

marina abramovic

Αυτό που ονομάζουμε χρυσή τομή συνίσταται στην πραγματικότητα στη μη ικανοποίηση ούτε της μίας ούτε της άλλης από τις αντίθετες ανάγκες. Είναι μια καρικατούρα της πραγματικής ισορροπίας μέσω της οποίας οι αντίθετες ανάγκες ικανοποιούνται και η μία και η άλλη στην ολότητα τους”.

Σιμόν Βέιλ, Ανάγκη για Ρίζες

Ιστορικά, έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε τις ιδέες που εγγράφονται στο φιλοσοφικό ρεύμα του ουμανισμού με την έννοια της αφύπνισης και της ριζοσπαστικής “διαφώτισης” του ανθρώπινου γένους, στοιχεία αμφότερα που ανήκουν αυτούσια στην ευρύτερη εναλλακτική παράδοση της αυτονομίας. Ο φιλοσοφικός ανθρωπισμός, το δόγμα δηλαδή του ουμανισμού, οδήγησε την ανθρωπότητα σε σημαντικές κατακτήσεις της νόησης, με κυριότερο απότοκο τους την ανάπτυξη του επιστημονικού τρόπου σκέψης, ενώ πολιτικά, κατέληξαν στην θέσπιση της ήπιας καταπίεσης της φιλελεύθερης ολιγαρχίας. Η δε μετεξέλιξη τους, παρήγαγε ιστορικά το ριζοσπαστικό σοσιαλιστικό κίνημα, με το ιδεώδες της παγκόσμιας αδελφότητας που διατείνεται ότι ενσαρκώνει στην πράξη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο φιλοσοφικός ανθρωπισμός, αλλά και το οργανωμένο πολιτικό πρόταγμα που έλκει από εκεί την καταγωγή του κι ανέλαβε να μετουσιώσει τις βασικές αρχές του ανθρωπισμού σε πολιτικό πρόγραμμα για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας, δηλαδή το πρόταγμα της πάλαι ποτέ Αριστεράς, μπορούν να ισχυρίζονται ότι αποτελούν έναν φάρο που έχει φωτίσει αποφασιστικά την πορεία που χαράσσει ο άνθρωπος μέσα στην ιστορία. Μια διανοητική τάση η οποία μέσα από την συνδυασμένη επίδραση της σε όλους τους τομείς της οργανωμένης δραστηριότητας του ανθρώπου, έχει επιφέρει χειροπιαστές βελτιώσεις στις συνθήκες ζωής του ανθρώπινου γένους, τόσο από την άποψη της εξύψωσης του βιοτικού επιπέδου μιας εύπορης μειοψηφίας, όσο και από την άποψη της προαγωγής της πνευματικής αυτονομίας μέσα από την καταπολέμηση των πάσης φύσεως δεισιδαιμονιών.

Από αυτή την άποψη, τα φιλοσοφικά ρεύματα, αλλά και το ίδιο το πρόταγμα της πολιτικής Δεξιάς, γίνεται συνώνυμο με το σκότος, την αμάθεια και την μισαλλοδοξία. Η ηθική “τελείωση” της ανθρωπότητας, της οποίας κύριος φορέας είναι η εναλλακτική παράδοση του ουμανισμού, αλλά και η γνωσιακή αρτιότητα της μεθοδολογίας και της επιστημολογίας του, αντιπαραβάλλεται ριζικά με την αντίληψη του συντηρητισμού σαν μισανθρωπικού και μνησίκακου. Δηλαδή, σαν μιας παράδοσης που απευθύνεται στα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπου και στον πυρήνα του δεν έχει παρά το μίσος και τον κοινωνικό ρεβανσισμό των προνομιούχων, οι οποίοι γκρεμίστηκαν βιαίως από τις υψηλές τους θέσεις κι έκτοτε ψαχουν τρόπους έτσι ώστε να επανέλθουν στα πρότερα αξιώματα τους. Έτσι, η φιλοσοφική δεξιά δεν έχει η ίδια λόγο ύπαρξης. Δεν έχει κάποια αυτοφυή ιστορική αποστολή για να φέρει σε πέρας. Υπάρχει μονάχα για να εναντιώνεται στους υπέρμαχους της ισότητας και της “λογικής” και τρέφεται από την απέχθεια που αισθάνεται για τους ηρωικούς απελευθερωτές της ανθρωπότητας. Από αυτή την άποψη, θα έλεγε κανείς ότι η κατάσταση της ετερόνομης παράδοσης είναι μια κατάσταση πνευματικής πενίας. Έτσι, όταν ακούμε για δεξιούς φιλοσόφους που διαθέτουν πνευματικό βάθος και κάποια εμβέλεια σκέψης, αυτομάτως απορούμε, εφόσον είναι δύσκολο για το εύρος της σκέψης να εκφραστεί κάνοντας χρήση διανοητικών εργαλείων που εξορισμού την περιορίζουν. Μολαταύτα, κόντρα στην ναρκισσιστική αντίληψη των υπέρμαχων της αυτονομίας ότι η ιστορική δεξιά προσέλκυε πάντοτε στις τάξεις της τους ανόητους, τους απαίδευτους και τους ψυχικά διαταραγμένους, ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι τόσο απόλυτος και συμμετρικός όσο θα θέλαμε κατά βάθος να πιστεύουμε.i

Υπόγειες διαδρομές

Ας πάρουμε για παράδειγμα την Σιμόν Βέιλ. Στοχαστές όπως η Βέιλ δεν υπηρετούν απλώς το σύστημα αναπαράγοντας άκριτα στοιχεία από το ελάσσον κοινωνικό φαντασιακό των ελίτ, εν είδει μιας τετριμμένης ιδεολογικής κατήχησης. Αντίθετα, η σκέψη της ανήκει σε εκείνη την κατηγορία παραγωγής ιδεών που διαμορφώνουν το δεσπόζον ή αλλιώς μείζον, κοινωνικό φαντασιακό. Με άλλα λόγια, είναι το είδος της σκέψης που πραγματεύεται κι επανακαθορίζει τα όρια της πνευματικής παράδοσης στην οποία ανήκει, εξαιτίας του αντισυμβατικού κι εγγενώς συγκρουσιακού χαρακτήρα των ιδεών της. Συνακόλουθα, διανοητές όπως η Βέιλ δεν μπορούν απλώς να ταξινομηθούν σαν “δεξιοί”, ή εύκολα να αποκηρυχτούν επειδή προσχώρησαν στην πλευρά της αντίδρασης, εφόσον και μόνο η συγκρουσιακή διάσταση που ελλοχεύει στο θεωρητικό έργο της, αμφισβητεί ορισμένες θεμελιώδεις παραδοχές της ετερόνομης φιλοσοφικής σκέψης. Για παράδειγμα, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τον θαρραλέο τρόπο με τον οποίο η Βέιλ προχώρησε σε μια συνολική αποκήρυξη της αποικιοκρατίας, γκρεμίζοντας τον μύθο περί της οικουμενικής εκπολιτιστικής αποστολής των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων. Ή την κριτική που άσκησε στην έννοια του πατριωτισμού μέσα από το φιλοσοφικό της έργο.ii Η κριτική αυτή ανοίγει νέα κανάλια διείσδυσης στο πεδίο του κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού, και τα θέτει στη διάθεση και της εναλλακτικής παράδοσης της αυτονομίας.

Από αυτή την άποψη, δεν έχει και μεγάλη σημασία αν η Βέιλ, βολονταριστικά σκεπτόμενη, τοποθετούσε τον εαυτό της στην πολιτική δεξιά, ή αν έτρεφε μια συμπάθεια προς του γκωλικούς και τους αυτοαποκαλούμενους “Ελεύθερους Γάλλους”. Οι ιδέες της δεν υπάγονται υποχρεωτικά και ολοκληρωτικά σε αυτούς τους a priori παγιωμένους πολιτικούς διαχωρισμούς. Aπό την άλλη μεριά, δεν ήταν δυνατό η σκέψη της να υπερβεί την υποκειμενικότητα της δεδομένης ταξικής της θέσης, μιμούμενη τις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν στην κατεχόμενη Γαλλία, από την εξορία όπου βρισκόταν. Χαρακτηριστικά, ο T.S. Eliot αναφέρει πως για όσο καιρό παρέμενε στο Κεντ της Μ. Βρετανίας, η Βέιλ αρνούνταν να δεχτεί μεγαλύτερες μερίδες φαγητού από αυτές που αναλογούσαν σε κάθε Γάλλο που τρεφόταν από τα συσσίτια στην υπό γερμανική κατοχή Γαλλία, ενώ παλαιότερα είχε δουλέψει σαν μισθωτή εργάτρια στα εργοστάσια, αλλά και σαν αγρότισσα στα χωράφια, προκειμένου να κατανοήσει όσο καλύτερα μπορούσε τον τρόπο ζωής και την κοινωνική κατάσταση των δύο αυτών κοινωνικών ομάδων. Όσο κι αν είναι αξιέπαινη η προσπάθεια αυτή από μέρους της, το γεγονός είναι ότι η Βέιλ κατήλθε στην κατάσταση του μη-προνομιούχου εργάτη ή του αγρότη από επιλογή, σαν εξωτερικός παρατηρητής κι έχοντας επίγνωση ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να αφήσει πίσω της το προελταριάτο και να επιστρέψει στην πρότερη της κοινωνική υπόσταση του μπουρζουά. Ωστόσο, η αγωνία του προλετάριου είναι πρωτίστως μια αγωνία υπαρξιακή που απορρέει από την υλική αβεβαιότητα της κοινωνικής του ύπαρξης και τον ετεροκαθορισμό των ορίων της δραστηριότητας του και μόνο ό ίδιος μπορεί να την βιώσει σαν τέτοια.

Όπως και να έχει, είναι αυτή η αναντιστοιχία ανάμεσα στις ιδέες και τον δημόσιο βίο, η εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη, που κατατάσσει ντε φάκτο την Βέιλ ανάμεσα στους στοχαστές του δεσπόζοντος κοινωνικού φαντασιακού της ετερονομίας. Εξάλλου, το ίδιο ίσως θα μπορούσε να πει κανείς και για τον Μπακούνιν. Γιατί, τι άλλο ήταν ο αναρχισμός, αν όχι μια εξέγερση στο εσωτερικό του εξουσιαστικού ετερόνομου εργατισμού, τον οποίο εκπροσωπούσε η κρατικιστική Αριστερά, και που απέβλεπε στην αναβίωση της χαμένης κληρονομιάς του εργατικού κινήματος, προτού ακόμα αυτή γίνει οργανωμένο πολιτικό κίνημα; Ο Αντρέ Νατάφ έχει παρατηρήσει άλλωστε ότι το εργατικό κίνημα στις απαρχές του ήταν εκ φύσεως αναρχικό, με την έννοια τόσο ότι δεν υπάκουε σε κανενός είδους διαμεσολαβήσεις, αφού δεν διέθετε ακόμη οργανωμένους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, όσο και ως προς τις τελικές χειραφετικές στοχεύσεις που ήθελε να φέρει σε πέρας, την κατάργηση δηλαδή των τάξεων και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.iii Υπό αυτή την έννοια, η αναρχία ουδέποτε ανήκε στο περιθώριο της κοινωνικής πρακτικής. Οδηγήθηκε δια της βίας στις παρυφές της κοινωνίας από τους κρατιστές, ενώ ιστορικά αποτέλεσε την κυρίαρχη τάση τόσο εντός του εργατικού κινήματος (Ελβετία και Γαλλία μέχρι το 1914, Ισπανία, Ιταλία, Λατινική Αμερική), όσο και μέσα στους ευρύτερους αγώνες των ανταγωνιστικών κοινωνικών υποκειμένων. Καταλαβαίνουμε από τα παραπάνω ότι η διάκριση ανάμεσα σε ετερονομία και αυτονομία δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με τον ιδεολογικό διαχωρισμό ανάμεσα στην Δεξιά και την Αριστερά. Γιατί ενώ η πολιτική Δεξιά είναι σάρκα εκ της σαρκός της κυρίαρχης ετερόνομης παράδοσης κι ανήκει σε αυτήν με την ψυχή και το σώμα, η Αριστερά, ως ο κατεξοχήν πολιτικός φορέας μιας κοινωνικής εξέγερσης που παρέμεινε ατελής και στο τέλος ενσωματώθηκε και ηττήθηκε κατά κράτος, είναι ποικιλοτρόπως επηρρεασμένη από τις ετερόνομες αντιλήψεις και πρακτικές. Μόνο ένα μειοψηφικό ρεύμα στο απώτερο άκρο του ιδεολογικού φάσματος αριστεράς-δεξιάς τείνει να έρθει σε ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα, να απελευθερωθεί από την ειδωλολατρία της εξουσίας και να κάνει το αποφασιστικό βήμα προς την καλώς εννοούμενη ουτοπία της αυτονομίας.

Παρά ταύτα, ο διάλογος ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες παραδόσεις καταλαγιάζει ή εντείνεται ανάλογα με την κρισιμότητα ή την όξυνση της Κοινωνικής Πάλης, αλλά ποτέ δεν σταματάει ολοσχερώς. Η αυτονομία μπορεί να εκδηλώνεται σαν μια στιγμή ρήξης στην Ιστορία, σαν ένας παράγοντας πνευματικής και υλικής εξέγερσης κόντρα στα θεσμισμένα ετερόνομα σύστηματα ανισομερούς κατανομής της γνώσης και των κοινωνικών προνομίων. Όμως, η εξέγερση αυτή δεν μπορεί παρά να συνιστά το προϊόν μιας δομικής αντίφασης που ενυπάρχει στο εσωτερικό της θεσμισμένης ετερονομίας, των θεσμοποιημένων δηλαδή δομών ανισοκατανομής της δύναμης σε όλα τα επίπεδα. Διαφορετικά, θα μιλούσαμε για παρθενογένεση, ή για την ως δια μαγείας εκκόλαψη της ελευθερίας μέσα από την πιο τελειοποιημένη κατάσταση απόλυτης κοινωνικής και πολιτικής δουλείας. Ή μάλλον, θα μιλούσαμε για την εμφάνιση της ιδέας της αυτονομίας σε κάποια υπεριστορική ή μυθολογική σφαίρα που βρίσκεται έξω από το χαοτικό κι αιματοβαμμένο υλικό πεδίο της ιστορικής εξέλιξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Είναι επειδή το συλλογικό αίτημα για αυτονομία είναι γειωμένο στους δομικούς ανταγωνισμούς που διαπερνούν απ’ άκρη σε άκρη την ετερόνομη κοινωνική ολότητα κι επειδή ριζώνει στις αρνήσεις και στην ανυπακοή από την οποία εμφορούνται οι μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, που είναι σε θέση ενίοτε να αμφισβητήσει τα εξουσιαστικά συστήματα οργάνωσης της κοινωνίας.

Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι ο Λένιν διέσχισε την μισή Ευρώπη μέσα σε ένα σφραγισμένο τραίνο που είχαν θέσει στη διάθεση του οι μυστικές υπηρεσίες του Κάιζερ, για να μπορέσει έπειτα να φτάσει στην εξεγερμένη Ρωσία και να εξαπολύσει την εργατική επανάσταση πάνω στον εμβρόντητο κόσμο των μπουρζουάδων. Αλλά και πολλοί από τους Γάλλους Εγκυκλοπαιδιστές από καιρού σε καιρό βρέθηκαν κάτω από την προστασία του ενός βασιλιά της Ευρώπης, ή του άλλου. Ο Ζ. Σορέλ περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα τις δοσοληψίες που είχε ο Βολταίρος με τον Φρειδερίκο της Πρωσίας, ή τις εκ περιτροπής συναναστροφές του με την Αικατερίνη της Ρωσίας και τις αμοιβαίες υπηρεσίες που φαίνεται ότι παρείχαν ο ένας στον άλλον.iv Για τον Σορέλ, ο Βολταίρος ήταν ανέντιμος και είχε ξεπουληθεί στους ηγεμόνες. Όμως, χάρη στην ίδια αυτή προστασία των ηγεμόνων, κάποιες ιδέες επιβίωσαν και διαδόθηκαν, μέχρι που τέλικά οδήγησαν την μοναρχία στον γκρεμό, μετά την επανάσταση του 1789. Τα παραπάνω δεν μειώνουν σε τίποτα το διαφωτιστικό και χειραφετικό περιεχόμενο του θεωρητικού έργου των Εγκυκλοπαιδιστών. Ούτε βέβαια συνεπάγονται ότι ο Λένιν ήταν “μυστικός πράκτορας” σε εντεταλμένη υπηρεσία από τον Γερμανό Αυτοκράτορα. Σημαίνει μόνο ότι η αυτονομία βρίσκει ζωτικό χώρο και αναπτύσσεται μέσα από τις ρωγμές που δημιουργεί ο κοινωνικός ανταγωνισμός ανάμεσα στις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, αλλά και μέσα σε αυτές. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι ρωγμές, τότε η υποδούλωση των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων θα έπαιρνε χαρακτήρα οριστικό και αμετάκλητο. Θα ισοδυναμούσε με συντελεσμένο γεγονός, μια ολοκληρωμένη κατηγορία στατικής, ταυτοτικής σκέψης, όπως θα έλεγε κι ο Χόλλογουαιη, που όμως θα απέκλειε από το ιστορικό γίγνεσθαι οποιαδήποτε έννοια εξέγερσης, ιστορικής κίνησης και δυναμισμού της υφιστάμενης κοινωνικής συνθήκης.v

Σε περιόδους κρίσης, κατά τις οποίες το ετερόνομο σύστημα κυριαρχίας αδυνατεί να αναπαραχθεί ικανοποιητικά, εκδηλώνονται φυγόκεντρες τάσεις και ροπές διάλυσης του ετερόνομου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, που αντιστοιχούν σε μια διαδικασία σταδιακής αυτονόμησης του φαντασιακού των υποτελών ομάδων από τις θεσμισμένες κοινωνικές ιεραρχίες. Στον βαθμό που επιθυμούν να αποκτήσουν υλική διάσταση και να γίνουν πράξη στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο , αυτές οι τάσεις δεν μπορούν να παρά να αντλήσουν έμπνευση από τα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα του παρελθόντος και να κάνουν επίκληση επανεφεύροντας δημιουργικά κάποιες από τις πυρηνικές φαντασιακές σημασίες της εναλλακτικής παράδοσης της αυτονομίας. Εφόσον αυτό δεν γίνει εφικτό, η εξέγερση σύντομα θα χάσει την ορμητικότητα της και θα ενσωματωθεί εκ νέου στους κυρίαρχους θεσμούς της ετερονομίας, περιοριζόμενη να επαναλαμβάνει αμήχανα φιλοσοφικές φόρμουλες μιας παρωχημένης επαναστατικής θεωρίας που ουδεμία σχέση έχει με την κοινωνική πραγματικότητα. Ή αλλιώς, θα μετατραπεί σε κρέας για τα κανόνια της ριζοσπαστικής Δεξιάς, των εξτρεμιστικών ρευμάτων της ετερονομίας που δεν αποσκοπούν στην διάλυση των ιεραρχιών, αλλά, αντίθετα, στην ενδυνάμωση και τον πολλαπλασιασμό τους. Μάλιστα, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ένα βασικό χαρακτηριστικό που έχουν τα ακροδεξιά κινήματα, όπως για παράδειγμα ο εθνικοσοσιαλισμός, είναι η ουσιαστική κατάλυση της ταξικής αλληλεγγύης που ενώνει τις κυριάρχες ελίτ του συστήματος με τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες. Πράγματι, αν κανείς διαβάσει τα κείμενα ενός από τους βασικούς ιδεολόγους του ναζιστικού κινήματος, του Α. Ρόζενμπεργκ, αμέσως θα παρατηρήσει την αναδιάταξη της ταξικής διαστρωμάτωσης που επιφέρει εξορισμού η επιβολή της εθνοφυλετικής ιεραρχίας στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς.vi Κι αυτό γιατί σύμφωνα με τις αρχές της ναζιστικής κοσμοθεωρίας, η ζωή ακόμα και του τελευταίου Γερμανού αγρότη αξίζει πολύ περισσότερο από αυτή ενός Εβραίου, Σλάβου ή ακόμη και Γάλλου μπουρζουά ή βαρόνου του χρήματος. Ίσως και να είναι αυτός ο λόγος που ενώ φαίνεται ότι τα νεοφασιστικά κινήματα προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στην υπερεθνική ελίτ, παίζοντας τον ρόλο της χρήσιμης πολιτικής εφεδρίας για την διατήρηση της ενότητας του συστήματος της οικονομίας της αγοράς σε καιρούς κρίσης, παράλληλα αντιμετωπίζονται με καχυποψία κι εχθρική διάθεση από την ίδια ελίτ και τον διεθνή μηχανισμό προπαγάνδας της.

Destruam et aedificabo;

Τι γίνεται όμως με την αριστερή πτέρυγα του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος;vii Θα θέλαμε πολύ επιγραμματικά να αναφέρουμε δύο στοχαστές που αφμότεροι κινούνται πάνω στα όρια του δεσπόζοντος ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού. Ο πρώτος αναμφίβολα είναι ο Μ. Φουκώ. Με το φιλοσοφικό και ανθρωπολογικό έργο του, ο Φουκώ κατεδάφισε τις μεταφυσικές κατηγορίες της μαρξιστικής επαναστατικής θεωρίας, μόλυνε με το μικρόβιο της αμφιβολίας έννοιες που μέχρι τότε παρέμεναν στο απυρόβλητο από την ριζοσπαστική κοινωνική ανάλυση κι επέκτεινε την ανατομία της κυριαρχίας σε πεδία που φαινομενικά διατηρούσαν μια εξωτερική, έμμεση σχέση με την εξουσία. Μολαταύτα, δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με μια άλλη εκδοχή της φόρμουλας που πρώτος ο Προυντόν εισήγαγε στην αναρχική θεωρία, λέγοντας ότι καθήκον του κοινωνικού αγωνιστή είναι να “δημιουργήσει καταστρέφοντας” (destruam et aedificabo).viii Αντίθετα, ο Φουκώ επέτρεψε στην καταστροφική μανία του να παρασύρει τα πάντα. Στράφηκε με τόλμη ενάντια στο μονοπώλιο που κατείχε ο ορθόδοξος μαρξισμός πάνω στους λόγους και την πολιτική θεωρία της χειραφέτησης, χωρίς ωστόσο να προσπαθήσει μια ανασύνθεση του απελευθερωτικού προτάγματος σε νέες βάσεις. Στην θέση του “αντικειμενισμού” απ’ τον οποίο εμφορείται η θεωρία του διαλεκτικού υλισμού, έβαλε όπως, όπως έναν άκρατο υποκειμενισμό, δομώντας τον κόσμο και τις σχέσεις εξουσίας από λόγους και κείμενα και τη θέση που κατέχει ο καθένας από εμάς σε σχέση με αυτά. Στην προσπάθεια του να καταπολεμήσει την ρομαντική αντίληψη για το “άγιο δισκοπότηρο” του επαναστάτη, που δεν είναι άλλο από το “αγνό” απελευθερωτικό υποκείμενο, ο Φουκώ δεν πολιτικοποίησε την επιστήμη, την ιατρική, την εκπαίδευση και τα κοινωνικά ήθη, αλλά μάλλον αποπολιτικοποίησε την εξουσία, κόβοντας της το κεφάλι, και την μετέτρεψε έτσι σε μια αόρατη δύναμη, άοσμη, άχρωμη και πανταχού παρούσα, ενάντια στην οποία είναι μάταιο να παλεύουμε. Καταργώντας κάθε εξωτερικότητα, κάθε μη-τόπο της εξουσίας, ο Φουκώ στέρησε ευατόν από το ίδιο εκείνο σημείο από το οποίο θα μπορούσε να ξεκινήσει προκειμένου να διατυπώσει την αντιεξουσιαστική κριτική του. Διότι αν όλα είναι εξουσία, τότε τίποτα δεν είναι εξουσία. Έτσι, καταλήγει να ενεργεί θεωρητικά σαν απολογητής της εξουσίας. Η προτροπή του να οργανώσουμε τις πολλαπλές μικρές αντιστάσεις μας στα κομβικά σημεία όπου διαπλέκονται τα δίκτυα των θεσμισμένων εξουσιών, αφού πρώτα έκανε ότι μπορούσε για να μας πείσει πως αυτά τα δίκτυα είναι πανίσχυρα, ελαστικά κι εντελώς αδύνατο να ανατραπούν, θυμίζει εκείνον τον υπουργό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος καλούσε τον κόσμο της εργασίας να διαμαρτυρηθεί ενάντια στο σχέδιο νόμου που ο ίδιος είχε καταρτίσει για την μεταρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.

Ο τρόπος που ο καθένας αντιλαμβάνεται και ορίζει τον μετα-μοντερνισμό, εξαρτάται, όπως σωστά γράφει η H. Pluckrose, από το αν υιοθετούμε μια θετική ή μια αρνητική αντίληψη για την νεωτερικότητα. Αν δηλαδή εξετάζουμε την νεωτερικότητα από την άποψη της αλλαγής παραδείγματος που επέβαλε στην τέχνη, την φιλοσοφία και την επιστήμη, ή αν δίνουμε έμφαση στην “αρνητική”, κριτική πλευρά του προτάγματος της νεωτερικότητας και στις θεσμοποιημένες δομές συγκέντρωσης δύναμης και γνώσης (φεουδαρχία, κληρικαλισμός, μοναρχία, μεταφυσική) που ανέτρεψε μέσα από την επίδραση της.ix Αναμφίβολα, ο Φουκώ, ο Λυοτάρ, ή ο Ντερριντά έβλεπαν τους εαυτούς τους σαν συνεχιστές του κριτικού πνεύματος που ενσάρκωνε ο Διαφωτισμός και του αντιπολιτευτικού ρόλου του ενάντια στο κατεστημένο. Μόνο που αυτή την φορά, κατεστημένο είχε γίνει ο ίδιος ο Διαφωτισμός. Υπό αυτή την έννοια, οι μετα-μοντέρνοι συγκροτούσαν μια υπεραριστερή πολιτισμική τάση, μια αποδομιστική κριτική της κριτικής, που διατεινόταν πως έριχνε φως στις κρυμμένες διασυνδέσεις που λειτουργούσαν υπογείως ανάμεσα στην εξουσία, από την μία, και σε φαινομενικά μη-πολιτικές, μη-εξουσιαστικές σφαίρες της κοινωνίας, από την άλλη. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Κενάν Μαλίκ, ο αποδομισμός, ως κυρίαρχη τάση ανάμεσα σε “κομμάτια της ακαδημαϊκής κοινότητας και της αριστεράς έχει τις τελευταίες δεκαετίες συμβάλλει στην δημιουργία μιας κουλτούρας όπου ο σχετικισμός αναφορικά με απόψεις για γεγονότα, αλλά και την ίδια την γνώση, δεν προκαλεί κανέναν ιδιαίτερο προβληματισμό, κι έτσι προλειαίνει το έδαφος για την αντιδραστική δεξιά, όχι απλώς για να επαναφέρει, αλλά και να επεκτείνει την επιρροή των αντιδραστικών ιδεών”.x Με αυτόν τον τρόπο, ο αριστερισμός της σκέψης προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στον πολιτικό και κοινωνικό συντηρητισμό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Φουκώ ήταν ένας από τους λίγους δυτικούς στοχαστές που μαγεύτηκαν από την πνευματική διάσταση και τον αντιπολιτικό χαρακτήρα της θεοκρατικής επανάστασης στο Ιράν, την οποία υποστήριξε άνευ όρων, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια της.xi

Υπάρχει όμως και η ιδιαίτερη περίπτωση του Μ. Μπούμπερ. Αφοσιωμένος μαρξιστής, αλλά και ένθερμος θιασώτης της πνευματικότητας που εμπεριέχεται στην ιουδαϊκή θρησκευτική παράδοση, οπαδός του συγκεντρωτισμού, αλλά συνάμα και της αποκέντρωσης της πολιτικής δύναμης που συνεπάγεται μια λαϊκή επανάσταση άξια του ονόματος της, ο Μπούμπερ συγκαταλέγεται ανάμεσα στους διανοητές που είχαν μεν συναίσθηση της διάκρισης που οφείλουμε να κάνουμε ανάμεσα στις ετερόνομες και τις αυτόνομες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας, αρνούμενος ταυτόχρονα την αποφασιστική σημασία αυτής της διάκρισης. Για εκείνον, εξουσία και αντιεξουσία δεν είναι δύο υπαρξιακά αντίθετοι πόλοι, αλλά αλληλοσυμπληρούμενα μεγέθη. Δύο ιστορικοί μηχανισμοί που συνεπικουρούν ο ένας τον άλλον, ανάλογα με τις περιστάσεις της εποχής και τις εκάστοτε απαιτήσεις της επαναστατικής διαδικασίας. Όπως γράφει σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, “Στην πραγματικότητα, όλοι οι σώφρονες αντιεξουσιαστές σοσιαλιστές ζητούσαν μόνο ν’ αρχίσει η επανάσταση θεραπεύοντας την υπερτροφία της εξουσίας, τον πολλαπλασιασμό της, και κατόπιν να εστιάσει την προσοχή της στον περιορισμό της στις διαστάσεις που θ’ ανταποκρίνονται στις δεδομένες περιστάσεις της χρονικής στιγμής”.xii Και αλλού, “…συνεπώς […] η συγκεντρωτική αντιπροσώπευση φτάνει μόνο μέχρι εκεί που σαφώς απαιτεί η καινούρια τάξη πραγμάτων. Το μοιραίο ζήτημα δεν παίρνει την μορφή ενός θεμελιώδους διλήμματος: είναι μόνο ζήτημα της σωστής οριοθετικής γραμμής που πρέπει ολοένα να ξαναχαράσσεται – του χιλιαπλού συστήματος οριοθέτησης ανάμεσα στισ διάφορες σφαίρες που πρέπει αναγκαστικά να συγκεντροποιηθούν, και στις σφαίρες που μπορούν να λειτουργούν ελεύθερα. Ανάμεσα στον βαθμό διακυβέρνησης και στον βαθμό αυτονομίας. Ανάμεσα στον νόμο της κοινότητας και τις αξιώσεις της κοινότητας”.xiii

Παρόλα αυτά, η αντιαυταρχική προσέγγιση του Μπούμπερ μάλλον εγείρει περισσότερα ζητήματα απ’ όσα επιλύει. Όπως είχαμε γράψει και παλιότερα, η προσπάθεια για τον “εκδημοκρατισμό” της εξουσίας και την ανεύρεση της “τέλειας μορφής διακυβέρνησης”, στην οποία η πολιτική φιλοσοφία μάταια επιδίδεται εδώ κι αιώνες, ουσιαστικά ισοδυναμεί με ένα ανέφικτο εγχείρημα, μια απόπειρα να τετραγωνίσει κανείς τον κύκλο. Δεν γίνεται, από την μία, να αναγνωρίζει κανείς την αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας συγκεντρωτικής πολιτικής αρχής, που θα προΐσταται της κοινωνικής ολότητας και σε αυτήν θα ανήκει το μονοπώλιο του “νόμιμου” εξαναγκασμού, και, από την άλλη, να προσπαθεί να επιβάλλει περιορισμούς στην ελευθερία κινήσεων που θα διαθέτει αυτή η ανώτατη αρχή. Η κυβέρνηση, είτε ξέρει καλύτερα και κυβερνά, ή δεν ξέρει καλύτερα και χάνει αυτοδικαίως το δικαίωμα της να φέρει τον τίτλο και να ενεργεί σαν κυβέρνηση. Από την διατήρηση αυτού του δυϊσμού της κυριαρχίας απορρέουν όλα τα προβλήματα που η πολιτική θεωρία προσπαθεί εδώ κι αιώνες να επιλύσει. Ας πάρουμε για παράδειγμα το ελευθεριακό κοινωνικό πείραμα που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια στις περιοχές όπου κατοικούν οι Κούρδοι της Συρίας. Είναι πια κοινώς αποδεκτό ότι η ατμομηχανή πίσω από την ελευθεριακή κοινωνική επανάσταση που ξέσπασε στην Ροζάβα, είναι τα κλιμάκια του PKK που κατέφτασαν στις απελευθερωμένες περιοχές αμέσως μετά την αποχώρηση των κυβερνητικών δυνάμεων του Μπααθ. Οι ομάδες αυτές των μπαρουτοκαπνισμένων ανταρτών και των έμπειρων πολιτικών στελεχών του PKK σχημάτισαν σε γενικές γραμμές την σκιώδη κυβέρνηση που συντονίζει ακόμη και σήμερα την επαναστατική διαδικασία και μεριμνά για την συγκρότηση και την ενδυνάμωση των συλλογικών οργάνων της λαϊκής αυτοδιεύθυνσης. Παράλληλα, αγωνίζεται σκληρά για την επιμόρφωση του πληθυσμού και για να μεταλαμπαδεύσει μια δημοκρατική κουλτούρα αυτενέργειας κι αυτόνομης σκέψης σε έναν λαό που, μέχρι την κατάρρευση του μπααθικού καθεστώτος, είχε γαλουχηθεί με τις ετερόνομες κι εξουσιαστικές αξίες της πατριαρχικής κουλτούρας που κυριαρχεί στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Εκ πρώτης όψεως, όλα τα παραπάνω φαίνεται πως συνηγορούν υπέρ της άποψης που διατυπώνει ο Μπούμπερ, ότι το ζήτημα της διαφοράς ανάμεσα στην ελευθερία και τον καταναγκασμό, στην αυτονομία και την διακυβέρνηση είναι απλώς ποσοστικό. Για να το πούμε διαφορετικά, είναι ζήτημα χάραξης της σωστής οριοθετικής γραμμής μεταξύ του βαθμού συγκέντρωσης εξουσίας που χρειαζόμαστε στις ανάωτερα κλιμάκια της ιεραρχίας και της εξουσίας που μπορούμε να αποκεντρώσουμε στις συλλογικά όργανα αυτοδιοίκησης των επιμέρους κοινοτήτων. Με μια προσεκτκότερη ματιά όμως, θα δούμε ότι το εν λόγω θεωρητικό μοντέλο του Μπούμπερ, υπονοεί εξορισμού την σχέση διαρκούς θεσμοποιμένης υποτέλειας των αυτόνομων κοινοτικών θεσμών, έναντι της κεντρικής κυβέρνησης. Κι αυτό γιατί η πραγματική δοκιμασία ξεκινά όταν οι συλλογικοί θεσμοί για την κοινωνική αυτοδιεύθυνση θα έχουν απορροφήσει όλο και περισσότερους τομείς στην αρμοδιότητα τους και δεν θα έχουν πια ανάγκη, ούτε θα επιθυμούν να υπάγονται στην “φωτισμένη” έστω κηδεμονία της οποιαδήποτε άνωθεν κυβέρνησης. Μόνο με αυτόν τον τρόπο άλλωστε, την πλήρη απεξάρτηση τους από την κεντρική εξουσία, μπορούν να είναι πραγματικά ανεξάρτητοι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί, μέσα στους οποίους θα διαμορφώνεται, θα εκφράζεται και θα υλοποιείται η συλλογική θέληση της αυτόνομης κοινωνικής ολότητας, χωρίς έξωθεν παραμορφωτικές επιδράσεις. Το να ισχυριζόμαστε ότι αυτό θα γίνει όταν τα όργανα της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης “ωριμάσουν”, είναι σαν να εκχωρούμε το πολιτικό κριτήριο αυτής της “ενηλικίωσης” σε έναν πολιτικό φορέα διαφορετικό και κατ’ ανάγκη ξεχωριστό από τις συνελεύσεις, και, συνακόλουθα, είναι σαν να αναθέτουμε στην κυβέρνηση την πρωτοκαθεδρία απέναντι στις δομές αυτοθέσμισης της κοινωνίας. Έτσι, όμως δεν έχουμε ελεγχόμενη αποκέντρωση της πολιτικής δύναμης, αλλά μια ακόμη μορφή ετερονομίας, μια μορφή θεσμοποιημένης ανισοκατανομής της δύναμης. Είναι οι μελλοντικές διαφωνίες που μπορεί τυχόν να ανακύψουν ανάμεσα στις συνελεύσεις των αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων από την μία, και την κυβέρνηση, από την άλλη, που θα κρίνουν το περιεχόμενο του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού και το βάθος της δημοκρατικής επανάστασης στα αυτόνομα καντόνια της Ροζάβα. Κι αν η διαφωνία αυτή δεν πάρει ποτέ τον χαρακτήρα ενός πραγματικού υλικού επίδικου, τότε αυτό θα συνεπάγεται πιθανότατα ότι η ετερονομία θα έχει κερδίσει μία ακόμη μάχη στην ιστορική της διαπάλη με την αυτονομία, στο πλευρό της οποίας συντάσσεται κάθε καταπιεσμένος.

iΕίναι αυτός ο άκρατος ναρκισσισμός που απορρέει από την υποτιθέμενη “ιστορική αποστολή” του εκπολιτισμού της ανθρωπότητας που έχει αναλάβει να φέρει σε πέρας η Αριστερά, που επιτρέπει στην σημερινή κυβέρνηση των τσαρλατάνων του ΣΥΡΙΖΑ να προσποιούνται πως έχουν το ακαταλόγιστο αναφορικά με τα κυβερνητικά πεπραγμένα τους, επειδή τάχα αυτοί είναι “αριστεροί” και δεν μπορούν παρά να έχουν κατά νου αυτό που είναι καλύτερο για το σύνολο της κοινωνίας. Σύμφωνα με αυτή την λογική, τα κυβερνητικά μέτρα είναι δίκαια επειδή αυτός που τα εφαρμόζει είναι “αριστερός”, αντί κάποιος να αυτοαποκαλείται “αριστερός” επειδή εφαρμόζει δίκαια κυβερνητικά μέτρα. Είναι περιττό νομίζω να παρατηρήσουμε ότι κάτω από αυτό το προκάλυμμα της a priori ηθικής ακεραιότητας της “αριστερής” κυβέρνησης, θα μπορούσε να επιβληθεί η πιο απόλυτη και τυραννική κρατική εξουσία.

iiΗ Βέιλ έφτασε στο σημείο να γράψει ότι, “Οι χριστιανοί σήμερα ενοχλούνται να αναγνωρίσουν ότι, αν δώσουμε στη λέξη πατρίδα το ισχυρότερο δυνατό νόημα, ένα πλήρες νόημα, τότε ένας χριστιανός έχει μία μόνο πατρίδα, η οποία βρίσκεται εκτός αυτού του κόσμου. Διότι έχει μόνο έναν πατέρα που δεν κατοικεί σε αυτό τον κόσμο”. Στο S. Weil, Ανάγκη για Ρίζες (Κέδρος) σελ. 138.

iiiA. Nataf, Η Καθημερινή Ζωή των Αναρχικών στην Γαλλία (Δημ. Ν. Παπαδήμας) σελ. 13-115.

ivΖ. Σορέλ, Οι Ψευδαισθήσεις της Προόδου (Γνώση) σελ. 110-112.

viiΟ χαρακητισμός της πολιτικής των ταυτοτήτων σαν την “αριστερή πτέρυγα του νεοφιλελευθερισμού” ανήκει στον πολιτικό επιστήμονα και κοινωνικό ακτιβιστή, Adolph Reed. Στο Adolph Reed: Identity Politics is Neoliberalism, http://bennorton.com/adolph-reed-identity-politics-is-neoliberalism/.

xiM. Foucault, What are the Iranians dreaming about?, http://www.press.uchicago.edu/Misc/Chicago/007863.html.

xiiΜ. Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία (Νησίδες) σελ. 110

xiiiΣτο ίδιο, σελ. 161.

Ταξικό μίσος αντί για ταξική πάλη

Sandomierz_katedra_-_mord_rytualny-e1459854411957

Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα, […] οι διανοούμενοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τίποτα από αυτές τις τόσο αφηρημένες λέξεις. Δεν επισήμαναν την αντίφαση στο νόημα τους, ούτε την σχέση που έχουν αναμεταξύ τους. Δεν είδαν ότι στην φύση δεν υπάρχει ούτε ισότητα, ούτε μπορεί να υπάρξει ελευθερία. Ότι η ίδια η Φύση εγκατέστησε την ανισότητα ανάμεσα στα μυαλά, στους χαρακτήρες, στις ικανότητες, με τον ίδιο απαράγραπτο τρόπο που όρισε την υποταγή στους νόμους της”.

Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών

Η ακροδεξιά ταϊζει τους οπαδούς της ταξικό μίσος, αντί για ταξική πάλη. Στρέφει το ένα κομμάτι των εργαζόμενων τάξεων ενάντια στο άλλο, ενώ παράλληλα επιλέγει την εκάστοτε μερίδα του κεφαλαίου που θα υποστηρίξει, θυσιάζοντας πρόθυμα ένα κομμάτι από τις ελίτ, προκειμένου να μπορέσει να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες κοινωνικές δυνάμεις και να ενδυναμώσει τις θεσμοποιημένες κοινωνικές ιεραρχίες. Εξού και ο νεοφασισμός εμφανίζεται την ίδια στιγμή σαν ο έσχατος εγγυητής της συνοχής του ετερόνομου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, αλλά ταυτόχρονα, συνιστά και μια απειλή, που πρέπει να χτυπηθεί και να καταστεί ελέγξιμη από τις συστημικές ελίτ. Στη σφαίρα της κοινωνικής ανάλυσης, τα πολιτικά ρεύματα της ακραίας ετερονομίας αποκρύβουν την ύπαρξη των δομικών κοινωνικών ανταγωνισμών που διατρέχουν απ’ άκρη σ’ άκρη κάθε ετερόνομη ολότητα όπου κυριαρχεί η άνιση κατανομή της δύναμης, υπερτονίζοντας τον ρόλο που παίζει η ατομική πρωτοβουλία στην αναπαραγωγή του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος. Για την ύπαρξη της φτώχειας, την επιδείνωση της ανισότητας και για την πελώρια ασυμμετρία της δύναμης που συντελεί στον απόλυτο ετεροκαθορισμό των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων, φταίνε οι ραδιουργίες κάποιων μεμονωμένων ατόμων, που δεν μεταχειρίζονται την πολιτική και οικονομική δύναμη που συγκεντρώνουν στα χέρια τους για το “καλό” του κοινωνικού συνόλου, αλλά για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους, ανομολόγητους εγωιστικούς, κι ενίοτε μοχθηρούς σκοπούς. Κι επειδή ο αόρατος δεσμός που ενώνει τα μέλη μιας εθνικής κοινότητας είναι δεσμός “φυσικός” και υπεριστορικός, δηλαδή, ένας δεσμός που δεν υπάγεται στην διαβρωτική επίδραση των κοινωνικών συνθηκών και συνακόλουθα δεν καθορίζεται από την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά αντίθετα, υπερβαίνει την κοινωνική πραγματικότητα και την επικαθορίζει, εκείνοι που ενεργούν κόντρα στην “φυσική” ενότητα του έθνους δεν μπορεί να είναι πραγματικοί Έλληνες, Γάλλοι, Αιγύπτιοι, Αμερικανοί και πάει λέγοντας. Είναι δηλαδή εξορισμού άτομα που βρίσκονται εκτός της θαλπωρής της εθνικής οικογένειας. Ή, διαφορετικά, πρόκειται αναμφίβολα για άτομα που βρίσκονται σε διατεταγμένη αποστολή, εκπορευόμενη από τα σκοτεινά κέντρα εξουσίας που αναδύθηκαν εσχάτως στο υπερεθνικό επίπεδο κι έχουν βάλει στο μάτι το μεγαλείο, ή ακόμα κι αυτή την επιβίωση, του έθνους.

Η παγκόσμια εβραϊκή συνομωσία είναι μια αρχετυπική εκδοχή αυτής της συνομωσιολογικής ερμηνείας της κοινωνικής πραγματικότητας. Ας μην παρεξηγήσει ο αναγνώστης το νόημα της παραπάνω διαπίστωσης. Η διεθνής σιωνιστική ελίτ αποτελεί ήδη ένα από τα πιο βασικά και επιθετικά τμήματα του αποκεντρωμένου δικτύου εξουσίας που ονομάζουμε υπερεθνική ελίτ και που διαφεντεύει τις τύχες του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.i Ο διεθνής Σιωνισμός διαθέτει ισχυρές παγκόσμιες οργανώσεις (Παγκοσμια Σιωνιστική Οργάνωση, Εβραϊκό Ταμείο, Παγκόσμιο Εβραϊκό Κογκρέσο) που διατυμπανίζουν ανοικτά τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν, δηλαδή την συγκέντρωση των πόρων της εβραϊκής διασποράς για την πολιτικοστρατιωτική κατάκτηση και τον διαρκή εποικισμό της Παλαιστίνης. Επίσης, το οργανωμένο σιωνιστικό κίνημα ανά την υφήλιο, έχει κατορθώσει να συσσωρεύσει τεράστια πολιτική δύναμη σε χώρες-κλειδιά που ορίζουν τις τύχες του διεθνούς συστήματος. Η επιρροή των περίφημων AIPAC και ADL αποτελεί φόβητρο για τους βουλευτές και τους Γερουσιαστές του Κογκρέσου στις ΗΠΑ.ii Από την άλλη, στην Βρετανία η εκδήλωση απροκάλυπτων φιλο-Παλαιστινιακών αισθημάτων εκ μέρους του νέου αρχηγού του κόμματος των Εργατικών, επέσυρε αμέσως την μήνη σύσσωμων των μεγάλων συστημικών ΜΜΕ, αλλά και της πολιτικής ελίτ της χώρας, οι οποίοι ξεκίνησαν μια συντονισμένη εκστρατεία διασυρμού όχι μόνο κατά του Κόρμπιν, αλλά ενάντια και στα νέα στελέχη του κομματικού μηχανισμού των Εργατικών, κατηγορώντας τους συλλήβδην για “αντισημητισμό”.iii Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ έχει αναδειχτεί σε παγκόσμιο κέντρο της αντεπανάστασης, εξάγοντας τεχνογνωσία σχετικά με μεθόδους καταστολής των εξεγέρσεων και μαζικής καθυπόταξης πληθυσμών σε όλες τις κατοχικές δυνάμεις ανά την υφήλιο (Ινδία στο Κασμίρ, Ρωσία στην Τσετσενία, ΗΠΑ στο Ιράκ), ενώ παράλληλα είναι από τους κορυφαίους βιομηχανικούς κατασκευαστές στον κόσμο στον τομέα της παραγωγής οπλισμού και των στρατιωτικών μέσων αιχμής που είναι αναγκαία για να φέρουν σε πέρας την μαζική καταστολή.iv Δεν είναι τυχαίο ότι το Ισραήλ αναδείχτηκε σε βασικό προμηθευτή της κυβέρνησης του ελλαδικού προτεκτοράτου σε συστήματα αστυνομικής παρακολούθησης, αύρες καταστολής διαδηλώσεων, δακρυγόνα κι άλλον αντιεξεγερσιακό βαρύ οπλισμό, από το 2010 κι έπειτα, όταν η Κοινωνική Πάλη στον ελλαδικό χώρο οξύνθηκε κατακόρυφα κι έλαβε συγκρουσιακά εξεγερσιακά χαρακτηριστικά.

Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, ότι η σιωνιστική ελίτ απέκτησε την πολιτική, οικονομική και κοινωνική δύναμη της, μέσα από μια συστηματική, αλλά σταδιακή, διαδικασία οργανικής διαπλοκής των προνομίων και των συμφερόντων της με αυτά του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, κατά τον ίδιο τρόπο που οι μεγάλοι γαιοκτήμονες του φεουδαρχικού συστήματος της μεσαιωνικής Ευρώπης, επσιτράτευσαν τον πλούτο που είχαν συσσωρεύσει έτσι ώστε να μεταμορφωθούν σε ιδιοκτήτες πάγιου κεφαλαίου που ήταν σε θέση να ασκήσουν σημαντική επιρροή στο νέο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής.v Το δίχως άλλο, αυτό σημαίνει πως οι Σιωνιστές δεν έχουν καμία ανάγκη να συνέλθουν μυστικά κάτω από το φως του φεγγαριού σε κάποιο παλιό νεκροταφείο, έτσι ώστε να καταστρώσουν τα νοσηρά σχέδια τους για τον αφανισμό της ανθρωπότητας, όπως πολύ ποιητικά αναγράφουν τα “Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών”.vi Στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας που διανύουμε, ο αφανισμός της ανθρωπότητας είναι μια δουλειά που το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς έχει αναλάβει εργολαβικά να φέρει σε πέρας. Αν από κάποια καθαρή ιδιοτροπία της τύχης, είχαμε ποτέ την ευκαιρεία να απαλλαγούμε από σύσσωμη την σιωνιστική ελίτ και τους παρατρεχάμενους της, αυτό δεν θα μας απελευθέρωνε από τον ζυγό του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού κάτω από τον οποίο στενάζουμε και στον οποίο οι Σιωνιστές οφείλουν την ταξική υπεροχή τους. Κάποιος άλλος θα έσπευδε να πάρει αμέσως τη θέση τους στις ανώτερες βαθμίδες της θεσμοποιημένης κοινωνικής ιεραρχίας, συνεχίζοντας την δεσποτική εξουσία τους κάτω από άλλο όνομα, όπως ακριβώς οι απανταχού φτωχοί μουσουλμάνοι υποκατέστησαν τους Εβραίους σαν τα κατακάθια της ανθρωπότητας στο ντε φάκτο αντισημητικό φαντασιακό των εύπορων κοινωνικών στρωμάτων του καπιταλιστικού Κέντρου.

Την ίδια μέθοδο εκφυλισμού της ταξικής συνείδησης των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων χρησιμοποιούν οι νεοφασίστες όταν αναλύουν τις σχέσεις άνισης κατανομής της οικονομικής δύναμης ανάμεσα στην ελίτ και τις εξαρτημένες κοινωνικές ομάδες, τις οποίες θεσμοποιεί και αναπαράγει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, με όρους ατομικών χαρακτηριστικών του κάθε μεμονωμένου καπιταλιστή. Έτσι, το ζήτημα της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων τάξεων από τους μεγιστάνες του χρήματος, ντόπιους και αλλοδαπούς, μετατρέπεται σε μια ηθική καταδίκη της “απληστίας” των καπιταλιστών, χωρίς να θίγονται ούτε στο ελάχιστο οι εξουσιαστικές δομικές παράμετροι του οικονομικού συστήματος, όπως είναι η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η κατανομή των διαθέσιμων πόρων μέσω της αγοράς, η αγοραιοποίηση όλων των πτυχών της κοινωνικής ζωής με την επιβολή ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων σε όλες τις δραστηριότητες, η υποτέλεια των προλετάριων που είναι υποχρεωμένοι να πουλήσουν την εργασία τους προκειμένου να επιβιώσουν. Ωστόσο, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς περιλαμβάνει ένα σύνολο από τυπικούς κανόνες των οποίων ο λόγος ύπαρξης είναι ακριβώς να θέτουν “αντικειμενικά” όρια και, με αυτόν τον τρόπο, να προδιαγράφουν κατά το δυνατό το περιεχόμενο και την έκταση της δραστηριότητας των νομικά αναγνωρισμένων υποκειμένων που ενεργούν εντός του θεσμικού πλαισίου που έχει καθιερώσει. Υπό αυτή την έννοια, και ο ίδιος ο καπιταλιστής είναι δέσμιος της δυναμικής του συστήματος, μιας κι ένα σύστημα είναι συνεκτικό και πετυχαίνει να λογίζεται ως τέτοιο, στον βαθμό που μπορεί να προκαθορίζει αποτελεσματικά τη δράση των φορέων που ενεργούν μέσα σε αυτό και συνακόλουθα να παράγει προβλέψιμα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Εκτός αυτού, δεν θα ήταν παράλογο αν η διαδικασία κοινωνικοποίησης στο νεοφιλελεύθερο κοινωνικό παράδειγμα διέπλαθε ανθρώπους με ιδιαίτερη κλίση προς μια υπολογιστική νοοτροπία, με έφεση στην επιδίωξη του κέρδους και την λογική της αξιολόγησης καταστάσεων μέσω μιας προσεκτικής ανάλυσης κόστους-όφελους. Αυτά εξάλλου είναι τα βασικά ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά του homo economicus, του ανθρώπου της νεοφιλελεύθερης εποχής. Ο καπιταλιστής δεν μπορεί παρά να είναι αρχετυπικό δείγμα αυτού του νέου ανθρωπολογικού τύπου του νεομπουρζουά. Το να αναθεματίζουμε την πλουτοκρατία για την αδηφαγία που επιδεικνύει, είναι σαν να αναθεματίζουμε τα ψάρια επειδή τους αρέσει το νερό.

Οι ναζιστές ισχυρίζονται ότι μιλούν εξ ονόματος μιας οντότητας που υψώνεται πάνω από τους ταξικούς διαχωρισμούς της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Ο Όττο Στράσσερ αναθεμάτιζε εξίσου τόσο την Δεξιά όσο και την Αριστερά για την διαβρωτική επίδραση που ασκούσαν επάνω στο “υγιές” σώμα του Γερμανικού έθνους. Όπως γράφει ο Γκότφριντ, “Παρά τις σοσιαλιστικές θέσεις του, [ο Στράσσερ] ουδέποτε αποδέχτηκε την Μαρξιστική έννοια της πάλης των τάξεων. Δεν υπήρχε κανένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην μπουρζουαζία και το προλεταριάτο. Διότι και οι δύο, ανήκαν, κατά την άποψη του, στην ίδια πολιτιστική και πνευματική οντότητα, το Γερμανικό έθνος”.vii Σύμφωνα με τους ναζί, ο εθνικοσοσιαλισμός υπερέβαινε αυτούς τους τεχνητούς διαχωρισμούς οι οποίοι δεν έκφραζαν πραγματικούς κοινωνικούς ανταγωνισμούς. Η ναζιστική “επανάσταση” είχε καταφτάσει για να διασώσει την ενότητα του έθνους, προτού αυτό καταστραφεί από τις έριδες και τις ραδιουργίες των επαγγελματιών πολιτικών, όπως άλλωστε συνέβηκε το 1918.

Επομένως, εφόσον η ενότητα μέσω της συνεργασίας ανάμεσα στις τάξεις είναι η φυσική κατάσταση της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας του έθνους, συνεπάγεται από αυτό ότι ο εθνικοσοσιαλισμός σαν ο κατεξοχήν ιδεολογικός φορέας τούτης της ενότητας, συνιστούσε το φυσικό πολιτικό ιδίωμα που υπηρετούσε τις ανάγκες του γερμανικού έθνους. Όταν η Χρυσή Αυγή οργάνωσε φιλανθρωπικά συσσίτια “μόνο για Έλληνες”, αποπειράθηκε ουσιαστικά να κάνει πράξη έναν αφηρημένο φαντασιακό δεσμό, δημιουργώντας γι’ αυτό μια πρόσκαιρη υλική βάση. Παρόλα αυτά, η πρακτική των συσσιτίων είναι κατά βάση πολιτική κι όχι απλά φιλανθρωπική, όπως διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους οι χρυσαυγίτες, επειδή μέσω αυτής, η Χρυσή Αυγή διεκδίκησε το αποκλειστικό δικαίωμα της να ορίζει μονομερώς ποιος πληρεί τις προδιαγραφές για να συμπεριληφθεί στην ιδεολογική κατηγορία του “’Ελληνα” και ποιος όχι. Θα ήταν πράγματι εξαιρετικά ενδιαφέρον να ρωτούσε κάποιος τους διοργανωτές των συσσιτίων, αν κάποιος που είναι άθεος, αντιμιλιταριστής, αντιεξουσιαστής και αναρχοκομμουνιστής, θα μπορούσε να προσέλθει ελεύθερα και να σερβιριστεί στις εν λόγω “συλλογικές κουζίνες”, με μονάδικη ίσως προϋπόθεση ότι μιλά την ελληνική. Όμως τότε, γιατί να μην έχει το ίδιο δικαίωμα κι ένας Νιγηριανός μετανάστης που τυχαίνει να κατέχει το ελληνικό ιδίωμα; Όπως γράφει ο Α. Μπαντιού, η παραγωγή ταυτότητας είναι πάντοτε μια “πολιτική διαδικασία σε εξέλιξη”.viii Ομοίως, η παραγωγή της εθνικής ταυτότητας είναι μια δυναμική διαδικασία που προϋποθέτει την εκδήλωση κάθε είδους κοινωνικής σύγκρουσης στο εσωτερικό της.

Στο στάδιο της παγίωσης της, συνεπάγεται μια εξουσιαστική χειρονομία ωμής επιβολής, όπου η μία κοινωνική ομάδα, η ελίτ, αποκρυσταλλώνει και θεσμοποιεί την υπεροχή της έναντι των υπόλοιπων ομάδων κι αναλαμβάνει να διαμορφώσει τις υλικές και πολιτισμικές παραμέτρους, δηλαδή τις “αντικειμενικές” και υποκειμενικές συνθήκες, γύρω από τις οποίες δομείται και αποκτά χειροπιαστή υλική υπόσταση η φαντασιακή, εθνική “κοινότητα”. Ακόμη και οι μεγαλοσχήμονες Γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές, οι οποίοι διατείνονταν ότι κατείχαν το μονοπώλιο της εκπροσώπησης του αδιαίρετου γερμανικού έθνους και μιλούσαν εξονόματος ολόκληρου του “ράιχ”, προωθούσαν μέσα από την προπαγανδιστική φιλολογία τους την κοινωνική μορφή του ενάρετου Γερμανού αγρότη, μόνιμα εγκατεστημένου στην ειδυλλιακή ύπαιθρο και δεμένου για την επιβίωση του με την γη, σαν τον κατεξοχήν εκπρόσωπο των έμφυτων προτερημάτων της γερμανικής φυλής. Έτσι, η διαδικασία παραγωγής ταυτότητας παράγει έναν διττό αποκλεισμό. Σε πρώτη φάση, καταστέλλονται οι φαντασιακές σημασίες, οι επιθυμίες και τα ταξικά συμφέροντα των υποτελών κοινωνικών μονάδων, οι οποίες ωστόσο, συμπεριλαμβάνονται στις τυπικές νομικές κατηγορίες που κωδικοποιούν τις σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της ετερόνομης ολότητας. Στη συνέχεια, ο αποκλεισμός αυτός, που εν πολλοίς αφορά την απουσία πρόσβασης στις θεσμοποιημένες πηγές εξουσίας, επεκτείνεται στα εκτός δικαίου υποκείμενα, τους εξαθλιωμένους πληθυσμούς προσφύγων και μεταναστών, που δεν αναγνωρίζονται καν σαν υποτελείς ομάδες που προορίζονται να εκπληρώσουν τυποποιημένες υποχρεώσεις κι άνωθεν δοσμένους κοινωνικούς ρόλους προς χάριν της συνολικής αναπαραγωγής του συστήματος και των κυρίαρχων ελίτ που το εξουσιάζουν. Ο διαχωρισμός αυτός λειτουργεί σαν διαρκής υπενθύμιση του πρωταρχικού διαχωρισμού ανάμεσα στους “μέσα” και τους “έξω” που επήλθε αυτοδικαίως μέσα από την ίδρυση ενός έθνους-κράτους με συγκεκριμένα ταυτοτικά κριτήρια και συντελεί στην ενδυνάμωση της φαντασιακής ενότητας της ετερόνομης ολότητας, κινητοποιώντας ακόμη και τα κατώτερα στρώματα ενάντια στους “εισβολείς”.

Μόνο τυχαίο δεν είναι άλλωστε το γεγονός ότι η κυβέρνηση του ελλαδικού προτεκτοράτου επέλεξε να εξαπολύσει τον κατασταλτικό μηχανισμό της για να επιτεθεί στις αυτοοργανωμένες δομές φιλοξενίας μεταναστών που διάφορες ελευθεριακές ομάδες επιχείρησαν να δημιουργήσουν στα κατά τόπους αυτόνομα στέκια και καταλήψεις. Η ύπαρξη κι επιτυχής λειτουργία αυτών των ελευθεριακών δομών υποδοχής καθιερώνει ένα διαφορετικό τρόπο συνύπαρξης ανάμεσα στους διαφορετικούς πληθυσμούς των προλετάριων, το οποίο δυνητικά αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα κι αποδυναμώνει το μοντέλο απομόνωσης, καταστολής και υγειονομικής διαχείρισης, μέσω του οποίου η υπερεθνική ελίτ αντιμετωπίζει στην πράξη το ζήτημα των μεταναστευτικών ροών. Ο μαζικός εγκλεισμός των μεταναστών σε στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν ανταποκρίνεται απλώς στην ανάγκη για τον χωροταξικό διαχωρισμό των μεταναστών από τα υπόλοιπα κομμάτια του εγχώριου πληθυσμού, λόγω μιας φαινομενικής αδυναμίας ομαλής “απορρόφησης” τους, αλλά ουσιαστικά συντελεί στην αδυναμία απορρόφησης τους λόγω της πλήρους απομόνωσης που τους επιβάλλεται από τα συγγενή προλεταριακά στρώματα του “εσωτερικού”. Σε αυτόν τον φαύλο κύκλο παρεμβαίνουν οι αναρχικές συλλογικότητες με την πολιτική δράση τους και αυτός είναι και ο λόγος που καταδιώκονται.

iΓια μια θεωρητική τεκμηρίωση της έννοιας της υπερεθνικής ελίτ, βλέπε Τ. Φωτόπουλος, Η Παγκόσμια Κρίση, η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα (Κουκκίδα) σελ. 88-97.

iiΓ. Καραμπελιάς, Εβραίοι Εναντίον του Σιωνισμού (Εναλλακτικές Εκδόσεις).

iiiJeremy Corbyn is turning a ‘blind eye’ to anti-Semitism in his party, Theresa May warns, The Telegraph, http://www.telegraph.co.uk/news/2016/12/12/jeremy-corbyn-turning-blind-eye-anti-semitism-party-theresa/.

iv Καθημερινή, 11/09/04.

vJ. Holloway, Change the World Without Taking Power, σελ. 251-267, https://libcom.org/files/John%20Holloway-%20Change%20the%20world%20without%20taking%20power.pdf.

viN. Cohn, Warrant for Genocide (Eyre & Spottiswoode).

viiP. Gottfried, Otto Strasser and National Socialism, https://isistatic.org/journal-archive/ma/13_02/gottfried.pdf.

viiiΤι Είναι Λαός; (Εκδόσεις 21ου), σελ. 13.