Πόλεμος Συμμοριών

metsys

Αυτή την καλοσύνη θα κάνω για σενα.
Έλα μαζί μου σ’ έναν συμβολαιογράφο

Κι εκεί συνομολόγησε μου με σφραγίδα και με πνεύμα ανάλαφρο,
Αν δεν με ξεπληρώσεις μια ορισμένη μέρα,
Σε ένα ορισμένο μέρος, εκείνο το ποσό, ή τα ποσά όπως ορίζονται
στους όρους, ας είναι το τίμημα
μια ίση οκά από την όμορφη σου σάρκα
Να την αποκόψω και να την αφαιρέσω
Από όποιο μέρος του σώματος σου με ευχαριστεί”.

Γ. Σαίξπηρ, Ο Έμπορος της Βενετίας,σκηνή Ι, πράξη 3

Αυτό που είναι σημαντικό στην “υπόθεση Ριχαρδου”, είναι ότι το κράτος δεν διέλυσε την επικερδή μπίζνα με τα ενέχυρα που είχαν στήσει οι μαυραγορίτες επειδή χρησιμοποιούσαν μαύρο χρήμα για να εκμεταλλευτούν την ανάγκη του κοσμάκη και να αρπάξουν ότι πιο πολύτιμο έχει ο καθένας δίνοντας ψίχουλα ως αντάλλαγμα. Από την πρώτη μέρα της “κρίσης”, που η χώρα γέμισε με ενεχυροδανειστήρια, ήταν κοινό μυστικό ότι τα λεφτά που χρηματοδοτούν την “επιχείρηση” προέρχονται από κεφάλαια του οργανωμένου εγκλήματος. Παρόλα αυτά, οι άδειες λειτουργίας στα κατά τόπους παραρτήματα των μαφιόζων δόθηκαν κανονικά. Αυτό που ενόχλησε τελικά το κράτος ήταν το λαθρεμπόριο που ισοδυναμούσε με απώλεια φορολογικών εσόδων για τον κρατικό μηχανισμό. Η ελίτ δεν ενοχλήθηκε από την παράνομη και ανηθικη δραστηριότητα των μαυραγοριτών, αλλά απ’ το γεγονός ότι δεν μοιράστηκαν τα κέρδη τους με το κράτος. Σαν κάθε συμμορία που σέβεται τον εαυτό της, το κράτος είπε, “μπορείς να λειτουργείς στην περιοχή μου, αλλά θα μου πληρώνεις φόρο υποτέλειας”. Όταν οι μαφιόζοι δεν τήρησαν αυτή την υποχρέωση, η αμοιβαία συνεννόηση έλαβε τέλος.

Χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο “παράνομη”, γιατί σε μια οικονομία που ασφυκτιά και η ρευστότητα είναι είδος υπό εξαφάνιση λόγω μη-δανεισμού από τις προβληματικές τράπεζες, η προέλευση του κεφαλαίου που χρηματοδοτεί τέτοιες δραστηριότητες έγκειται πιθανότατα σε κυκλώματα που βρίσκονται εκτός νόμου και γι’ αυτό μπορεί να συσσωρεύεται έξω από τη δικαιοδοσία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Άλλωστε, η σκοτεινή αυτή “τέχνη” χάρη στην οποία κάποιος μπορεί να μετατρέψει την “κρίση” σε ευκαιρία είναι παλιότερη κι από το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Η δυστυχία του ενός πάντοτε υπήρξε ευκαιρία για τον άλλον μέσα στα ετερόνομα κοινωνικά συστήματα, τα οποία εμπεριείχαν σαν δομικό στοιχείο τους τη σύγκρουση μεταξύ των ταξικά διαβαθμισμένων, κοινωνικών υποκειμένων. Απλώς η αγορά ανέλαβε να κωδικοποιήσει μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της το αντισημιτικό στερεότυπο του Σάιλοκ και να αποκαταστήσει το κύρος του, όχι εξαλείφοντας το, αλλά καθιερώνοντας το ως κανονικότητα.i Μεταμορφώνοντας την περίπτωση της πιο ακραίας, περιθωριακής και μοχθηρής πλεονεξίας, αυτήν της τοκογλυφίας, σε κυρίαρχη λογική και κινητήρια δύναμη αναπαραγωγής του οικονομικού συστήματος.

Μήπως αυτό δεν έκαναν και οι επαγγελματίες πολιτικοί της αντιπροσωπευτικής μας “δημοκρατίας”, οι οποίοι, αργά αλλά σταθερά, οδήγησαν το ελλαδικό κράτος στην συγκεκαλυμμένη χρεοκοπία και τα λαϊκά στρώματα στη βίαιη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους; Την ίδια στιγμή βέβαια εκείνοι διατήρησαν στο ακέραιο την πολιτική δύναμη τους και τον πλούτο που μάζεψαν όλα αυτά τα χρόνια λεηλατώντας τα ταμεία του δημοσίου. Όταν ο Γιάννος Παπαντωνίου κραύγαζε μέσα από το θωρακισμένο φορτηγάκι που τον μετέφερε στις φυλακές Κορυδαλλού ότι η εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης είναι επικίνδυνο πράγμα για “τη δημοκρατία μας”, δεν έκανε τίποτε άλλο απ’ το να διατρανώνει την πεποίθηση της “παλαιάς φρουράς” της μεταπολίτευσης ότι η “δημοκρατία” είναι ένα πολίτευμα που τους ανήκει δικαιωματικά. Όταν κάθε έννοια της αξίας έχει καταρρακωθεί και τα πάντα είναι προς πώληση σε μια χώρα που βρίσκεται υπό άτυπο καθεστώς χρεοκοπίας, η ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών που συσσώρευσαν πλούτο και πρόλαβαν να τον αποθηκεύσουν σε τράπεζες του εξωτερικού προτού συμβεί το μεγάλο κραχ της ελληνικής οικονομίας, μπορούν τώρα σιγά, σιγά να επαναπατρίσουν τα κεφάλαια τους και να εξαγοράσουν τα πάντα έναντι ενός εξωφρενικά υποτιμημένου αντιτίμου. Από πολιτικοί διαχειριστές του κεφαλαίου και συλλογικοί καπιταλιστές μπορούν με αυτό τον τρόπο να γίνουν οι ίδιοι συνιδιοκτήτες του και να σχηματίσουν μια νεόκοπη τάξη δευτεροκλασάτων καπιταλιστών, η οποία βέβαια θα επιδίδεται σε παρασιτικές δραστηριότητες του κεφαλαίου (π.χ. τουρισμός πολυτελείας) που συνάδουν κι επικυρώνουν έμπρακτα την νέα, υποβαθμισμένη θέση που κατέχει η ελλαδική οικονομία στην διεθνοποιημένη καπιταλιστική ιεραρχία.

Ευκαιρίες” τέλος παρουσιάστηκαν και στη Ρωσία μετά την κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού. Εκεί μια χούφτα από σκιώδεις προσωπικότητες διέβλεψαν τις προοπτικές που ενυπήρχαν για θηριώδη προσωπικό πλουτισμό στην περαιτέρω φτωχοποίηση κι εξαθλίωση του ρωσικού λαού. Η μετάβαση από μια οικονομία που βρισκόταν υπό την κυριαρχία των γραφειοκρατών του κεντρικού σχεδιασμού, σε μια αυτορυθμιζόμενη οικονομία της αγοράς έπρεπε να γίνει άμεσα μέσω μιας καταιγιστικής διαδικασίας αγοραιοποίησης.ii Ωστόσο, το ΔΝΤ βρέθηκε αντιμέτωπο με το παράδοξο ότι έπρεπε να επιβάλλει τον καπιταλισμό σε μια χώρα όπου δεν υπήρχαν καπιταλιστές. Αυτούς ανέλαβε να τους δημιουργήσει ex nihilo η υπερεθνική ελίτ. Μικροαπατεώνες και σαλτιμπάγκοι που μέχρι εκείνη τη στιγμή κοιτούσαν πώς να συγκεντρώσουν ένα πενιχρό κεφάλαιο οργανώνοντας αξιοθρήνητες κομπίνες σε βάρος των συνανθρώπων τους, για να επωφεληθούν από την γενικευμένη διάλυση που είχε επιβάλει ο “μεταρρυθμιστής” υπουργός οικονομικών του Γέλτσιν Ανατόλι Τσουμπάις στην οικονομία, βρέθηκαν έξαφνα με ανοικτή γραμμή πίστωσης από τους τραπεζικούς κολοσσούς της υπερεθνικής ελίτ. Με αυτά τα κεφάλαια εξαγόρασαν αντί πινακίου φακής τεράστια κομμάτια του άλλοτε κραταιού βιομηχανικού συμπλέγματος της ΕΣΣΔ, αλλά και τους τίτλους ιδιοκτησίας στους νευραλγικούς τομείς της ενέργειας και της εξόρυξης μεταλλευμάτων. Η μικρή αυτή δράκα εγκληματιών απέκτησε έτσι πλούτο αμύθητο και η υπερεθνική ελίτ απέκτησε μ’ αυτόν τον τρόπο μια ρωσική καπιταλιστική τάξη άμεσα εξαρτημένη από αυτήν. Η επιβολή του θεσμικού πλαισίου του συστήματος της οικονομίας της αγοράς απλώς νομιμοποίησε αυτές τις πρακτικές και προσέδωσε θεσμικό κύρος στις απεχθείς αντικοινωνικές τους δραστηριότητες.

iΣάιλοκ ήταν το όνομα της θεατρικής φιγούρας του εβραίου τοκογλύφου που πρωταγωνιστεί στο έργο του Σαίξπηρ, Ο Έμπορος της Βενετίας. Σαν χαρακτήρας συμπυκνώνει όλες τις αποκρουστικές ιδιότητες του χαρακτήρα που απέδιδαν διαχρονικά στους εβραίους οι απανταχού ρατσιστές αντισημίτες.

iiT. Fotopoulos, The Catastrophe of Marketization, https://www.democracynature.org/vol5/fotopoulos_marketisation.htm.

Ενάντια στη (νεοφιλελεύθερη) φιλανθρωπία

Rubens Pieter Paul - Roman Charity

Η ελεημοσύνη είναι για τους φτωχούς κι όσους έχουν ανάγκη, για τους εργάτες που ασχολούνται με αυτό, για τους καινούριους πιστούς, για την απελευθέρωση των δούλων, για εκείνους που τους βάρυναν αναπάντεχα έξοδα προκειμένου να κάνουν το έργο του Θεού και για τους οδοιπόρους. Τέτοια είναι η εντολή του Θεού. Ο Θεός είναι Παντογνώστης, Πάνσοφος”.

Κοράνι, 9: 60

Πρόσφατα ξεκίνησε στα δημοτικά σχολεία της ελλαδικής επικράτειας ολοκληρωμένο πρόγραμμα σίτισης των μαθητών που χρηματοδοτείται εξολοκλήρου από την ΕΕ. Η επίσημη δικαιολογία για τη θέσπιση του προγράμματος είναι ότι τα παιδιά αυτής της ηλικίας δεν τρέφονται σωστά από το σπίτι τους, οπότε η ΕΕ ανέλαβε να μας διδάξει τι εστι σωστή διατροφή. Ωστόσο, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι το έλλειμμα αυτό διατροφικής μέριμνας φαίνεται ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΕ το εντόπισαν μόνο στα σχολεία των λεγόμενων «λαϊκών» περιοχών της Αθήνας, ή σε υπανάπτυκτες περιοχές της περιφέρειας, εφόσον κανένα από τα δημόσια σχολεία που βρίσκονται στις πιο εύπορες περιοχές δεν φαίνεται να έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα. Δηλαδή εκεί όπου οι οικογένειες έχουν δυνατότητα να διαθέσουν ένα σημαντικό μέρος του οικογενειακού εισοδήματος σε ντελίβερυ και σκουπιδοφαγία η ΕΕ δεν θεώρησε ότι υπάρχει λόγος να παρέμβει, ενώ αντίθετα διεβλεψε ότι υπάρχει πρόβλημα σε περιοχές όπου τα παιδιά δεν έχουν καλά, καλά ούτε για να καλύψουν βασικές ανάγκες. Τι άλλο είναι αυτό από έμμεση παραδοχή της ανθρωπιστικής καταστροφής που έχουν προκαλέσει στην ελλαδικη κοινωνία οι σκληροπυρηνικες νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις και η οικονομική επιτροπεία τοσων ετών, διαθλασμένη μέσα από το πρίσμα της βιοπολιτικής των τεχνοκρατών των Βρυξελλών; Η όπως, όπως αναπλήρωση των ελλείψεων σε βασικά αγαθά βαφτίζεται έτσι «μέριμνα για υγιεινή διατροφή». Αναφερόμαστε σε ανθρωπιστική καταστροφή και όχι σε «κρίση» γιατί ως κρίση ορίζουμε μια απόκλιση από το κανονικό και, συνακόλουθα, κάτι που είναι παροδικό και δεν πρόκειται να διαρκέσει. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια είναι νομίζω φανερό ότι αυτό που αποκαλούμε κατ’ ευφημισμό “κρίση”, δεν είναι κάποια διαδικασία μετάβασης, αλλά μια μόνιμη κατάσταση, είναι η ίδια το περιεχόμενο της συστημικής αναδιάρθρωσης.i

Μιλάμε για την ΕΕ γιατί το πρόγραμμα εκπονηθηκε και χρηματοδοτείται εξολοκλήρου από τις Βρυξέλλες. Κι ο λόγος είναι ότι τέτοιες πρωτοβουλίες θεσμοποιημένης ελεημοσύνης για τη στήριξη των κοινωνικά αδύναμων δεν ανήκουν πλέον στην αρμοδιότητα της όποιας “πολιτείας”, αλλά σε αυτούς που ορίζουν το (ασφυκτικό) πλαίσιο της δημοσιονομικης πολιτικής, αφού το καθεστώς επιτροπείας συνεχίζεται κανονικά, παρά την επίσημη κυβερνητική προπαγάνδα. Και προκειμένου να μην αναγνωρίσουν άμεσα τις καταστροφικές επιπτώσεις των πολιτικών αναδιάρθρωσης που εφαρμόστηκαν (κι εφαρμόζονται ακόμα) , οι θεσμισμένες εξουσίες κάνουν την τρίχα, τριχιά. Αντί να πουν ξεκάθαρα ότι το πρόγραμμα φτιάχτηκε επειδή κάποια παιδιά δεν έχουν καν φαγητό απ’το σπίτι για να φάνε στο σχολείο (πράγμα που θα σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε τη φτώχεια που υπάρχει ως πρόβλημα), λέμε ότι δήθεν τα παιδιά δεν τρώνε σωστά (οι γονείς δεν τρέφουν τα παιδιά τους με τρόπο που να ανταποκρίνεται σε προκαθορισμενα κριτήρια υγιεινής διατροφής). Παίρνουν έτσι ένα πράγμα, το πρόβλημα της φτώχειας, πρόβλημα κοινωνικο και οικονομικό, και το μετατρέπουν σε κάτι διαφορετικό, ένα πρόβλημα κουλτούρας και δημόσιας υγείας.

Φυσικά, κάποιος μπορεί κάλλιστα να υποστηρίξει ότι οι φτωχοί πράγματι δεν ξέρουν να θρέψουν σωστά τα παιδιά τους και να προσκομίσει μια χιονοστιβάδα από ποσοτικά δεδομένα κι επίσημες στατιστικές μελέτες, εκπονημένες από δεξαμενες σκέψεις που λειτουργούν με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση του για την επιστημονική ορθότητα αλλά και την κοινωνική χρησιμότητα αυτών των προγραμμάτων. Ωστόσο, το ερώτημα που θα έπρεπε να εξετάζουμε δεν είναι αν οι μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες γνωρίζουν τις βασικές προδιαγραφές της υγιεινής διατροφής, αλλά αν διαθέτουν τα υλικά μέσα για να τις εφαρμόσουν. Αν δηλαδή, εξαιτίας της υποτελούς κοινωνικής θέσης τους, του τρόπου ζωής τους που διέπεται συνολικά από τη συνθήκη της ανάγκης και των υλικών συνθηκών που ετεροκαθορίζουν την κοινωνική υπόσταση τους, είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν στα υλικά πρότυπα της “καλής ζωής” (ατομική διατροφή, σωματική άσκηση, ξεκούραση, ψυχαγωγία) που θέτουν επιτακτικά οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της νέας μπουρζουαζίας. Και φυσικά, αν η σωστή διατροφή γίνεται αντικείμενο της μεθοδευμένης κρατικής παρέμβασης κι επιβολής, αν η προώθηση των “ορθών” διατροφικών συνηθειών εμπίπτει στην αρμοδιότητα των υπηρεσιών της βιοπολιτικής εξουσίας, τότε αντιλαμβάνεται κανείς πως οι ίδιοι οι φτωχοί, που αδυνατούν εξ ορισμού να συμμορφωθούν με τον κυρίαρχο διατροφικό κώδικα, περιέρχονται σταδιακά κάτω από τον έλεγχο του κράτους για να τους διαχειριστεί όπως εκείνο νομίζει καλύτερα.

Δεν μιλάμε εδώ για μια προνοιακή σχέση που αποβλέπει στη δημιουργία των δομικών προϋποθέσεων για την μεγιστοποίηση της αυτονομίας του υποκειμένου, ο/η οποίος/α κάνει χρήση των θεσμοποιημένων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας του κράτους πρόνοιας. Αντίθετα, αναφερόμαστε σε μια κατασταλτική κρατική ή υπερ-κρατική πολιτική, που δεν αναγνωρίζει τη φτώχεια γι’ αυτό που είναι, δηλαδή ως μείζον κοινωνικό ζήτημα και βασική αντίθεση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, αλλά την “ερμηνεύει” μονάχα μέσα από τις επιμέρους εκδηλώσεις της, μέσα από τα μεμονωμένα “συμπτώματα” της που κάνουν έντονη την εμφάνιση τους στις διαφορετικές σφαίρες της κοινωνικής συμβίωσης και ασκούν τη διαλυτική επιρροή τους σε αυτές. Από αυτή την άποψη, για τη σύγχρονη τεχνοκρατική διακυβέρνηση των πολιτικών και οικονομικών ελίτ της οικονομίας της αγοράς, η φτώχεια δεν είναι παρά μια κοινωνική δυσλειτουργία, κι ως τέτοια χρήζει τεχνοκρατικής ρύθμισης και διαχείρισης. Μπορεί να αντιμετωπιστεί με “δέσμες μέτρων”, με διαφημιστικές καμπάνιες και “ευφυείς” νομοθετικές πρωτοβουλίες. Η τεχνοκρατική λογική είναι ικανή να αναγνωρίσει το σύμπτωμα, αλλά όχι την αιτία.

Σε αυτό το σημείο βεβαίως μπορεί κάποιος να αντιτείνει την κλασική κριτική για το παραδοσιακό κράτος πρόνοιας ως ενός μηχανισμού που περιορίζει την αυτονομία του κοινωνικού υποκειμένου δημιουργώντας δεσμούς υλικής εξάρτησης ανάμεσα στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και το κράτος και βάζοντας σε κίνηση μια κεντρικά ελεγχόμενη διαδικασία γραφειοκρατικοποίησης των βασικών πτυχών της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Οι πιο θερμοκέφαλοι μάλιστα δεν διστάζουν να μιλήσουν για “εκπόρνευση των συνειδήσεων των μαζών”, οι οποίες απομακρύνονται από τη ριζοσπαστική πολιτική εξαιτίας της εξαγοράς και της “εξημέρωσης” τους από τις γενναιόδωρες παροχές του κράτους. Αναμφίβολα, μια από τις ευρύτερα γνωστές κριτικές αυτού του είδους έχει διατυπωθεί από τον Σ. Μπολόνια, στο σημαντικό έργο του “Ναζισμός κι Εργατική Τάξη”. Παρ’ όλα αυτά, ο κοινωνικός έλεγχος μέσω των προνοιακών μηχανισμών στην οποία κάνει αναφορά ο Μπολόνια, εν πολλοίς επιτεύχθηκε διαμέσου του αποκλεισμού κάποιων στρωμάτων από τους θεσμούς κοινωνικής αλληλεγγύης, ή έστω διά της επιλεκτικής απονομής των ωφελημάτων τους. Η μετατροπή μιας μεγάλης μερίδας από τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα της δημοκρατίας της Βαϊμάρης σε ανήμπορους φτωχούς (αντί για την έννοια του “διεκδικητικού ανέργου” που προτάσσει ο Μπολόνια), οι οποίοι είχαν υποβιβαστεί στο καθεστώς του παθητικού αποδέκτη μιας πενιχρής κρατικής επιχορήγησης, συντελέστηκε μέσω της δημιουργίας ενός δευτερεύοντως συστήματος δημοτικής πρόνοιας. Το σύστημα αυτό στην ουσία του δεν αποτέλεσε παρακλάδι του κράτους πρόνοιας, αλλά ταπεινό υποκατάστατο αντί της διαρκούς διεύρυνσης της εμβέλειας των υφιστάμενων μηχανισμών κοινωνικής αλληλεγγύης, οι οποίοι εν πολλοίς λειτουργούσαν με ταξικά κριτήρια. Δηλαδή αφορούσαν την κοινωνική αναδιανομή στη βάση της ταξικής διάρθρωσης της ετερόνομης κοινωνίας και, συνακόλουθα, απευθύνονταν σε ολόκληρες κοινωνικές τάξεις, κι όχι σε απομονωμένους φτωχοδιάβολους, ξεκομμένους από την κοινωνική τους καταγωγή και προέλευση. Με άλλα λόγια, ενώ το κράτος πρόνοιας λειτουργεί στη βάση της ταξικής ομαδοποίησης της κοινωνίας, έστω και σύμφωνα με μια σειρά από άκαμπτα και “πραγμοποιημένα” γραφειοκρατικά κριτήρια, ο εξατομικευμένος χαρακτήρας που έχουν τα “έκτακτα” κρατικά βοηθήματα και τα “δίκτυα” κοινωνικής φιλανθρωπίας που θεσπίζει το κυρίαρχο μοντέλο νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης οδηγεί στην πολυδιάσπαση και στον περαιτέρω κατακερματισμό της ταξικής συνείδησης των εργαζόμενων τάξεων. Όπως γράφει ο Μπολόνια αναφορικά με τις καταστροφικές συνέπειες της δημιουργίας του συστήματος δημοτικής “πρόνοιας”, “Η ένταξη των ανέργων σε ένα σύστημα δημοτικής Πρόνοιας δημιούργησε μια στρατιά ανθρώπων υποχρεωμένων να ζητιανεύουν ελεημοσύνη από κάποιον γραφειοκράτη, ο οποίος συχνά έκρινε τις ανάγκες τους στη βάση των υποκειμενικών του εντυπώσεων. Οι άνεργοι μπορούσαν να αποκτήσουν κοινωνική ασφάλιση μόνο εφόσον κατάφερναν να πείσουν τον αρμόδιο σε μια πρόσωπο-με-πρόσωπο συνέντευξη, με αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι να γίνουν πρόσφοροι σε κάθε είδους εκβιασμό”.ii

Τα παραπάνω σίγουρα δεν σημαίνουν ότι το κράτος πρόνοιας ήταν αποτελεσματικό εργαλείο για την προώθηση μιας ριζοσπαστικής, αντισυστημικής πολιτικής υπέρ του προλεταριάτου. Σίγουρα όμως σημαίνει ότι αποτελούσε μια πιο περιεκτική μορφή προστασίας των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων, παρόλο που ήταν συνυφασμένη με την καθολική επικράτηση της εργατικής ταυτότητας στην κουλτούρα και στον τρόπο με τον οποίο αυτοπροσδιορίζονταν τα προλεταριακά στρώματα. Απότοκα αυτής της κυριαρχίας του εργατίστικου στοιχείου στην προλεταριακή κουλτούρα ήταν, σε τελική ανάλυση, τόσο η αντίληψη της συμβιωτικής σχέσης με το κεφάλαιο που υπήρχε στη ρεφορμιστική, σοσιαλδημοκρατική εκδοχή του εργατικού κινήματος, η έννοια του παραγωγισμού στη ριζοσπαστική, σοβιετική εκδοχή, όσο και οι ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις που αποτέλεσαν το κοινωνικό μοντέλο του σοσιαλισμού σε αμφότερες τις ιστορικές ενσαρκώσεις του.

iS. Horvat, Welcome to the Desert of Transition!, https://monthlyreview.org/2012/03/01/welcome-to-the-desert-of-transition/.

iiS. Bologna, Ναζισμός και Εργατική Τάξη (Antifa Scripta), σελ. 82-83.

Ο διπλός θάνατος του Ζακ Κωστόπουλου

banner

Όμως απ’ την αρχή θα ξαναφέρω στο φως ετούτα εγώ.

Σωστά κι ο Φοίβος, σωστά κι εσύ γνοιαζόσαστε για κείνον.

Λοιπόν, ως είναι δίκιο, θα με δείτε και μένα σύμμαχο σας,

να βοηθάω τη χώρα αυτή και τον θεό.

Θα διώξω το μίασμα τούτο κι όχι για τη χάρη μακρινών φίλων,

μα για με τον ίδιο.

Γιατί όποιος κι αν είναι ο φονιάς του,

μπορεί κι εμέ να θέλει μ’ όμοιο τρόπο να βλάψει”.

Σόφοκλής, Οιδίπους Τύραννος

Ο Ζακ Κωστόπουλος πέθανε δύο φορές. Η πρώτη φορά ήταν την Παρασκευή το μεσημέρι, από τα σπασμένα γυαλιά που χώθηκαν μέσα στις αρτηρίες του, αλλά κι από τις ανελέητες κλωτσιές που δέχτηκε πεσμένος στο κεφάλι από τους παλικαράδες που τον περίμεναν έξω απ΄το κοσμηματοπωλείο. Η δεύτερη ήταν στα κανάλια της τηλεόρασης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όταν ένα πλήθος από φαινομενικά απολιτίκ γιουσουφάκια της μπουρζουαζίας, από φανατισμένους οπαδούς του καθεστώτος της “κανονικότητας” και της “νομιμότητας”, έσπευσαν να δικαιολογήσουν τον τραγικό θάνατο του ΖΚ επειδή τάχα ο μαγαζάτορας βρισκόταν σε “νόμιμη” άμυνα. Επειδή ο ΖΚ ήταν κλέφτης και “πρεζάκι” και είχε το θράσος να απλώσει το χέρι του πάνω στην περιουσία κάποιου άλλου. Ο πρώτος θάνατος ήταν βιολογικός. Η επέλευση του έγινε επειδή ο ΖΚ τη στιγμή εκείνη ενήργησε σαν “κλέφτης”. Ο όχλος που τον περικύκλωσε αυτό έβλεπε μπροστά του, έναν παραβάτη, κάποιον που προσπάθησε να πάρει κάτι που δεν ήταν “δικαιωματικά” δικό του. Μια επικίνδυνη φιγούρα του κοινωνικού περιθωρίου, βγαλμένη από τις πιο σκοτεινές γωνίες του ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού.

Τι κι αν η απόπειρα του επίδοξου ληστή μόνο γέλιο μπορούσε να προκαλέσει με την έκδηλη αδεξιότητα και τον ερασιτεχνισμό που τη διέκρινε. Πράγμα που έδειχνε ξεκάθαρα σε όσους μαζεύτηκαν έξω από το κοσμηματοπωλείο ότι μπροστά τους δεν είχαν έναν πωρωμένο επαγγελματία κακοποιό, αλλά έναν φτωχοδιάβολο που βρισκόταν καταφανώς έξω απ’ τα νερά του. Αν το φυσικό ένστικτο του ανθρώπου του λέει πως πρέπει να απομακρύνεται όταν διαισθάνεται τον κίνδυνο, το κοινωνικά επιβεβλημένο ένστικτο της εξουσιαστικής κοινωνίας επιτάσσει να φοβόμαστε τον Κλέφτη. Να φεύγουμε μακριά του, ή όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να του επιτεθούμε, να εξουδετερώσουμε αυτό που εκλαμβάνουμε σαν δυνητική απειλή για όλους τους κατέχοντες. Δεν είναι μόνο τα οπλισμένα όργανα του κατασταλτικού μηχανισμού τα οποία είναι πάντοτε έτοιμα ακόμη και να σκοτώσουν για να υπηρετήσουν την αρρωστημένη “ευταξία” του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, που αναπαράγει και θεσμοποιεί κοινωνικές σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι και οι ίδιοι οι άνθρωποι που κοινωνικοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος. Η διαστρεβλωμένη ταξική αλληλεγγύη των ιδιοκτητών, μικρών ή μεγάλων δεν έχει σημασία, που τους σπρώχνει να συνασπίζονται για να προστατευτούν από εκείνους που αρνούνται να πεθάνουν ήσυχα, που διεκδικούν το μερίδιο που τους αναλογεί από αυτό που δεν έχουν.

Ο ΖΚ δεν ήταν ένας “ήρωας” της τάξης μας, το προλεταριάτο δεν θα έπρεπε να πιστεύει στους ήρωες. Η κλεψιά για προσωπικό όφελος δεν είναι επαναστατική πράξη. Είναι μια εγωιστική πράξη εφόσον προτάσσει έμπρακτα μια εναλλακτική μορφή ατομικής ιδιοκτησίας. Και είναι μάλλον λογικό να υποθέσουμε ότι αν η απόπειρα κλοπής είχε θετική έκβαση, αν ο δυστυχής Ζακ είχε κατορθώσει να διαφύγει με ένα, δύο πολύτιμα πετράδια στις τσέπες του, τα χρήματα που θα κέρδιζε δεν θα τα μοίραζε στους φτωχούς, ούτε θα τα έθετε στη διάθεση κάποιου επαναστατικού σκοπού. Παρόλα αυτά, η ηθική δεν είναι παρά μια αφηρημένη άσκηση επί χάρτου όταν δεν εφαρμόζεται στο πεδίο συγκεκριμένων υλικών συνθηκών και των κοινωνικών σχέσεων που παράγονται από αυτές. Το ζήτημα δεν είναι να ντύσουμε τον εκλιπόντα με το φωτοστέφανο ενός παρεξηγημένου ήρωα, αλλά να τον αντιμετωπίσουμε ακριβώς σαν το θύμα της κοινωνικής κατάστασης του. Σαν το υποκείμενο που υπέστη τον βίαιο ετεροκαθορισμό από τους υλικούς όρους της κοινωνικής του ύπαρξης, όπως τόσοι και τόσοι προλετάριοι πριν και μετά απ’ αυτόν. Ήταν, στις τελευταίες του στιγμές, ένας άνθρωπος που άγεται και φέρεται από τις περιστάσεις, σαν τον Οιδίποδα που νομίζει ότι ενεργεί με σκοπό τη λύτρωση, τη δική του και της πόλης του, ενώ με κάθε του ενέργεια στην πραγματικότητα βαδίζει ολοένα και περισσότερο προς την καταστροφή του.

Ο δεύτερος θάνατος του ΖΚ συνέβηκε αφού άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν ηθικός και έλαβε χώρα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα “παραβατικά” χαρακτηριστικά της κοινωνικής ταυτότητας του νεκρού στοιβάχτηκαν το ένα πάνω στ’ άλλο στα ρεπορτάζ των συστημικών ΜΜΕ, δίνοντας την εντύπωση ότι η καθώς πρέπει κοινωνία είχε μόλις απαλλαγεί από ένα αντικοινωνικό στοιχείο. Μια προβληματική προσωπικότητα που αδυνατούσε να προσαρμοστεί στις νόρμες και να ενταχτεί ομαλά στο κοινωνικό σύνολο. Όπως έγινε και με την απεργία πείνας του Ρωμανού, μια στρατιά από κάγκουρες του διαδικτύου κινητοποιήθηκε για να κατακλύσει το διαδίκτυο με το δηλητήριο του ταξικού ρατσισμού τους. Για μια ακόμη φορά, αποδείχτηκε περίτρανα ότι δεν υπάρχει πλέον ουδέτερο έδαφος, ένα πεδίο συνεννόησης ανάμεσα σε εμάς και σε αυτούς. Ανάμεσα στους οπαδούς του θεσμοποιημένου κοινωνικού κανιβαλισμού και σε αυτούς που αγωνίζονται για την κατάργηση του. Το ταξικό μένος που εκδηλώθηκε πρωτογενώς με την πράξη της δολοφονίας του ΖΚ, επικυρώθηκε δευτερογενώς από εκείνους που πανηγυρίζουν για τον θάνατο του φτωχοδιάβολου. Από την μεριά μας, μπορούμε ακόμη και να κατανοήσουμε, μέσω μιας ψυχρής, υπολογιστικής λογικής, την ενέργεια του μικρομαγαζάτορα, ο οποίος την ώρα που εκτυλίσσεται η κλοπή αισθάνεται πραγματικά ότι κάτι έχει να χάσει. Όμως, καταλαβαίνουμε ακόμη περισσότερο την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ένας τοξικοεξαρτημένος προλετάριος που έκανε ότι έκανε ακριβώς επειδή δεν είχε τίποτα να χάσει. Αυτές οι δύο αλληλοαποκλειόμενες οπτικές, οι ταξικές κοσμοθεωρίες που ακυρώνουν η μία την άλλη, είναι η ουσία του κοινωνικού πολέμου τον οποίο βιώνουμε. Είναι ο προάγγελος της γενικευμένης σύγκρουσης που πρόκειται να ακολουθήσει.

Η 18η Μπρυμαίρ του καπιταλισμού στη Ρωσία

12107102_10206258371172695_4363943157959817157_n

Δεν έχει όρια η ταπεινή ικανότητα του πολύπαθου ρωσικού λαού να υπομένει. Η κρατική εξουσία ήταν πάντοτε μια εξωτερική αρχή για τον αντικρατιστή λαό της Ρωσίας, όχι μια αρχή που εκπορεύεται εκ των έσω. Δεν τη δημιούργησε ο ίδιος, αλλά μάλλον ήλθε σε αυτόν απ’ έξω, όπως έρχεται ο γαμπρός στη νύφη που τον περιμένει. […] Τόσο οι Ρώσοι ριζοσπάστες, όσο και οι Ρώσοι συντηρητικοί σκέφτονταν πάντα ότι το κράτος είναι ‘αυτοί’, όχι ‘εμείς’”.

Νικολάι Μπερντυάεφ, Η Ψυχή της Ρωσίας

Η εξέγερση του 1993 και ο βομβαρδισμός του Ρωσικού Κοινοβουλίου από τον Πρόεδρο Γέλτσιν αποτέλεσαν ουσιαστικά τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του ολιγαρχικού καπιταλιστικού συστήματος στη Ρωσία. Μέσα από την εμπειρία της συμμετοχής στην αποτυχημένη απόπειρα ανατροπής της φιλοδυτικής κυβέρνησης του Γέλτσιν, οι Ρώσοι είχαν την ευκαιρεία να αντλήσουν πολύτιμα διδάγματα σχετικά με την ποιότητα της δημοκρατίας που οι μεταρρυθμιστές επιχειρούσαν να εισάγουν στην Ρωσία, την ετοιμότητα της νέας κυβερνητικής ελίτ να κινηθεί πέρα από τα όρια του νόμου για να επιβάλει δια της βίας την κυριαρχία της και το έλλειμμα νομιμότητας του νέου κοινοβουλευτικού καθεστώτος που εδραιώθηκε πάνω στα θύματα της εξέγερσης του 1993. Επιπλέον, οι ταραχές του ’93 επέφεραν την απομυθοποίηση των νεοσταλινικών κομμάτων και της ικανότητας τους να ηγηθούν μιας προσπάθειας εξάλειψης του καπιταλισμού και αποκατάστασης του παλαιού σοβιετικού κοινωνικού συστήματος.
Η συνταγματική κρίση του 1993 ήταν κομβικό σημείο στην εξέλιξη της μάχης που έδιναν οι μεταρρυθμιστές και οι σκληροπυρηνικοί της πρώην σοβιετικής νομενκλατούρας για την κατάκτηση της εξουσίας στην μετασοβιετική Ρωσία. Οι άναρχες οικονομικές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Γέλτσιν και η περίοδος της καπιταλιστικής ανομίας που ακολούθησε την άνοδο του στην εξουσία, είχε συντελέσει στην έξαρση της λαϊκής δυσαρέσκειας και στον σχηματισμό ενός αντιμεταρρυθμιστικού κινήματος μέσα στους κόλπους της Ρωσικής ελίτ που συγκέντρωνε στις τάξεις του αμετανόητους κομμουνιστές, πατριώτες – νοσταλγούς της ΕΣΣΔ αλλά και κάποιους συντηρητικούς εθνικιστές.
Παρ’όλα αυτά, τα γεγονότα του 1993 δεν μπορούν να ερμηνευθούν απλουστευτικά ως μια αποστειρωμένη διαμάχη μεταξύ ανταγωνιστικών τμημάτων της Ρωσικής
γραφειοκρατίας.i Ήδη από το 1992, η Ρωσία βρισκόταν σε κατάσταση αναβρασμού. Οι αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των εξαθλιωμένων μαζών και της αστυνομίας ήταν καθημερινό φαινόμενο στις μεγάλες πόλεις της χώρας και οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας ενάντια στην κυβερνητική οικονομική πολιτική λάμβαναν ολοένα και πιο ακραίες μορφές.ii Οι ιδιωτικοποιήσεις που είχε υπαγορεύσει το ΔΝΤ είχαν οδηγήσει στην κατάρρευση του άλλοτε κραταιού σοβιετικού βιομηχανικού συμπλέγματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς, η βιομηχανική παραγωγή έφτανε μόλις στο 50% συγκριτικά με την προ Γέλτσιν εποχή, και το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχειας ανερχόταν στο τριτοκοσμικό ποσοστό του 40%, από 2% που ήταν την σοβιετική περίοδο.iii Το ρούβλι υποτιμήθηκε με αποτέλεσμα εκατομμύρια Ρώσοι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι να απολέσουν μέσα σε μια νύχτα τις τραπεζικές τους καταθέσεις, ενώ οι τιμές βασικών διατροφικών προϊόντων όπως το ψωμί και οι πατάτες είχαν σημειώσει κερδοσκοπική άνοδο μέχρι 300%! Το φάσμα της πείνας ελλόχευε απειλητικά για ένα μεγάλο μέρος του Ρωσικού πληθυσμού και η δυσφορία ενάντια στην εγκληματική έλλειψη κρατικής μέριμνας για τους πληγέντες από τις μεταρρυθμίσεις μεγάλωνε μέρα με την μέρα.
Αντιμέτωπος με την απειλή μιας ολομέτωπης εξέγερσης, αλλά και με την ανυπακοή ενός απείθαρχου Κοινοβουλίου που τελούσε υπό τον έλεγχο της κομμουνιστικής αντιπολίτευσης και είχε ήδη καταθέσει πρόταση μομφής ενάντια στο πρόσωπο του με αφορμή τους χειρισμούς του στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, ο Πρόεδρος Γέλτσιν απέτυχε να αντιδράσει ψύχραιμα. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1993, εξέδωσε το Προεδρικό Διάταγμα 1400 με το οποίο ανακοίνωνε την διάλυση του Κοινοβουλίου και την συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του. Η αντιπολίτευση, υπό την καθοδήγηση του αντιπροέδρου Ρουτσκόι και του Προέδρου του Ανώτατου Σοβιέτ (Δούμα) Χαζμπουλάτοφ, αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Εμψυχωμένοι από την αντίδραση του πλήθους, αλλά και από την γνωμοδότηση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρωσίας που έκρινε την ενέργεια του Γέλτσιν παράνομη και καταχρηστική, οι βουλευτές αρνήθηκαν να αποχωρήσουν από το κτίριο της Δούμας.
iv Αποκήρυξαν τον Γέλτσιν ως σφετεριστή, εξήγγειλαν τον σχηματισμό χωριστής κυβέρνησης υπό τον Ρουτσκόι και προέτρεψαν τον κόσμο να αντισταθεί στο πραξικόπημα των μεταρρυθμιστών. Την επόμενη μέρα, οι πρώτες ομάδες εθελοντών κατέφθαναν έξω από τον «Λευκό Οίκο» και στρατοπέδευαν γύρω από το κτίριο για να υπερασπίσουν τους έγκλειστους βουλευτές.v Μερικοί έβλεπαν την επαναστατική κυβέρνηση ως μοναδική ελπίδα για την αναχαίτιση της λαίλαπας των καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων που είχαν γονατίσει την Ρωσική οικονομία και είχαν οδηγήσει τόσους Ρώσους στην εξαθλίωση. Άλλοι, διαπνέονταν από μια αυθεντική παρόρμηση να διασφαλίσουν την προστασία του Συντάγματος που τόσο πρόσφατα είχαν αποκτήσει, ενώ μερικοί απλώς μισούσαν τον Γέλτσιν. Ο κύριος όγκος των οργανωμένων κομμουνιστών οπαδών που αποτελούσαν την βασική δύναμη κρούσης της αντιπολίτευσης δεν είχε κινητοποιηθεί ακόμη. Παρ’όλα αυτά, το σκηνικό για την εμφύλια σύρραξη που θα ακολουθούσε είχε ήδη στηθεί.
Στις 23 του ίδιου μήνα ισχυρές δυνάμεις της αστυνομίας άρχισαν να συγκλίνουν προς το κτίριο του Κοινοβουλίου. Δόθηκε διαταγή να διακοπεί η παροχή νερού και ηλεκτρικού ρεύματος σε μια προσπάθεια να εξαναγκαστούν οι βουλευτές να εγκαταλείψουν τη Δούμα. Σε απάντηση, ο προσκείμενος στην αντιπολίτευση αρχηγός του κόμματος της «Εργατικής Ρωσίας» Βίκτορ Ανπίλοφ, απηύθυνε αγωνιώδη έκκληση στους εργάτες της Μοσχοβίτικης αυτοκινητοβιομηχανίας ZIL να σπεύσουν στη Δούμα και να συνδράμουν την επαναστατική κυβέρνηση δημιουργώντας προστατευτικό κλοιό ενάντια σε ενδεχόμενη έφοδο της αστυνομίας. Η αντίδραση των εργατών συγκλόνισε τους σταλινιστές και έμελλε να βάλει σε δοκιμασία τις πεποιθήσεις τους. «Γέλτσιν, Γκάινταρ, Ρουτσκόι, Χαζμπουλάτοφ; Ποια η διαφορά; Αυτοί παλεύουν για την εξουσία. Γιατί πρέπει να χύσουμε το αίμα μας γι’αυτούς;», έγραφε το δελτίο τύπου που εξέδωσε ως απάντηση το συνδικάτο των εργατών της ΖΙL.
Αντίθετα, αυτοί που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση ήταν οι οπαδοί της «Ρωσικής Εθνικής Ενότητας» του αμετανόητου ναζιστή Αλεξάντερ Μπαρκάσοφ. Η άφιξη όμως των ακροδεξιών εθελοντών προκάλεσε ένταση και προβληματισμό στο περιβάλλον των αριστερών υποστηρικτών του Ρουτσκόι. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναγράφονται στα απομνημονεύματα ενός νεαρού κομμουνιστή ακτιβιστή που πήρε μέρος στην μάχη του Κοινοβουλίου:

«Ας μιλήσουμε για τους ανθρώπους του Μπαρκάσοφ. Μια ματιά ρίχνουμε σ’αυτούς και μας κυριεύει η απελπισία. Είναι αλήθεια πως είναι οι πιο έμπειροι και καλύτερα εκπαιδευμένοι μαχητές που διαθέτουμε. Όμως είναι φασίστες. Ποιός από εμάς μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι μια μέρα θα πολεμούσαμε μαζί; Βρίσκονται όμως εδώ και επειδή βρίσκονται εδώ η κυβέρνηση θα μπορέσει να δυσφημίσει τον αγώνα μας και να ισχυριστεί ότι όλοι είμαστε φασίστες. Μήπως αυτός είναι τελικά ο λόγος για τον οποίο τους κάλεσαν;».[vi]

Ήταν επόμενο η βεβιασμένη αυτή συνύπαρξη κομμουνιστών και νεοναζί στους κόλπους του ίδιου κινήματος αμφισβήτησης να μην καρποφορήσει. Το μίσος που ένιωθαν από κοινού για τον αποστάτη Γέλτσιν δεν ήταν ικανό να τους ωθήσει ώστε να υπερκεράσουν τις ανυπέρβλητες ιδεολογικές διαφορές τους και το μίσος που έτρεφαν ο ένας για τον άλλον. Τις ημέρες που ακολούθησαν, η ένταση και η δυσπιστία που επικρατούσε μεταξύ των δύο συνιστωσών του κινήματος, εξελίχθηκε σε απροκάλυπτη ρήξη και τελικά σε ανοικτή, μετωπική σύγκρουση. Ηττημένοι οι ακροδεξιοί, απομακρύνθηκαν δια της βίας από τα πλήθη των κομμουνιστών και ακτιβιστών από τον αντι-εξουσιαστικό χώρο που κατέκλυσαν την πλατεία του Λευκού Οίκου τις ημέρες που ακολούθησαν.

Από τις 28 έως τις 30 Σεπτεμβρίου αιματηρές μάχες μεταξύ των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας (ΟΜΟΝ) και των διαδηλωτών συνέχισαν να διεξάγονται στους δρόμους γύρω από τη Δούμα. Η κυβέρνηση του Γέλτσιν πεπεισμένη ότι η αριθμητική δύναμη της αστυνομίας της Μόσχας δεν επαρκούσε για την καταστολή της εξέγερσης και ενδόμυχα φοβούμενη μια αυθόρμητη προσχώρηση πολλών Μοσχοβιτών αστυνομικών στις τάξεις των επαναστατών, προέβη σε μια κίνηση που συντέλεσε στην κλιμάκωση της βίας και του μίσους μεταξύ των δυνάμεων καταστολής και των εθελοντών που υπεράσπιζαν το Κοινοβούλιο. Διέταξε την μεταφορά μονάδων της αστυνομίας από την επαρχία στην Μόσχα για να ενισχύσουν τις προσπάθειες για την αποκατάσταση της τάξης στην πρωτεύουσα. Η δολοφονικά απλή λογική της οδηγίας που δόθηκε στους επαρχιώτες αστυνομικούς ήταν να «δώσουν ένα καλό μάθημα σε αυτούς τους ξιπασμένους πρωτευουσιάνους». Την επομένη, τα πωρωμένα μέλη των αποσπασμένων μονάδων της ΟΜΟΝ ξεχύθηκαν στους δρόμους της Μόσχας με σαφή πρόθεση να δημιουργήσουν ένα καθεστώς τρόμου σε όλη την επικράτεια της πρωτεύουσας. Οι επιθέσεις της ΟΜΟΝ σημαδεύτηκαν από απίστευτη βαρβαρότητα και δεν περιορίστηκαν μόνο στους αντιφρονούντες ή σε αυτούς που συμμετείχαν σε αντικυβερνητικά συλλαλητήρια και εκδηλώσεις, αλλά στράφηκαν ενάντια στον ευρύτερο πληθυσμό. Οι φανατισμένοι αστυνομικοί επιδόθηκαν σε ένα όργιο ξυλοδαρμών κατά αθώων, με μοναδική επιδίωξη την ανάκτηση του ελέγχου στους δρόμους της πόλης. Όπως αναφέρει ο Κράμερ, υπήρξαν περιπτώσεις όπου ανυποψίαστοι περαστικοί ή συνταξιούχοι που είχαν την ατυχία να διασταυρωθούν με περιπλανώμενες ομάδες της ΟΜΟΝ ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου από τις αποχαλινωμένες δυνάμεις της “τάξης”.[vii]
Η τακτική αυτή της αστυνομίας όμως έφερε τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Αντί να τρομοκρατηθούν και να υποχωρήσουν, οι πολίτες εξαγριώθηκαν από την πρωτοφανή ωμότητα των αστυνομικών επιχειρήσεων. Στις 30 Σεπτεμβρίου στους δρόμους της Μόσχας υψώθηκαν τα πρώτα οδοφράγματα. Στις 2 Οκτωβρίου, κι ενώ οι πολιορκημένοι ηγέτες της αντιπολίτευσης είχαν ζητήσει την μεσολάβηση του Πατριάρχη Ρωσίας σε μια προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης, οι εξεγερμένοι πραγματοποίησαν ογκώδη συγκέντρωση στην Πλατεία Σμολένσκ. Η αστυνομία, εφαρμόζοντας με τυφλή υπακοή το δόγμα της μηδενικής ανοχής του Προέδρου Γέλτσιν, άνοιξε πυρ κατά των άοπλων διαδηλωτών δολοφονώντας ογδόντα άτομα. Μια ημέρα μετά, ένα πλήθος από 50.000 εξεγερμένους συνέρρευσε στο Πάρκο Γκόρκι βράζοντας από θυμό και ζητώντας εκδίκηση. Μεταξύ αυτών ήταν αντιεξουσιαστές νεολαίοι, μέλη φιλοσοβιετικών πατριωτικών οργανώσεων, κομμουνιστές αλλά και απλοί συμπαθούντες που είχαν θορυβηθεί από την ακραία συμπεριφορά της αστυνομίας. Στα απομνημονεύματα του ο Ανπίλοφ επισημαίνει ότι οι διαδηλωτές κράδαιναν σοσιαλιστικά εμβλήματα και ανέμιζαν τις κόκκινες σημαίες της πρώην ΕΣΣΔ. Τα συνθήματα τους ήταν:

«Ζήτω το Σύνταγμα! Ο Γέλτσιν στη φυλακή! Ζήτω η ΕΣΣΔ! Λένιν! Σοσιαλισμός!».[viii]

Σε μια σύντομη σύσκεψη μεταξύ των αρχηγών των διαδηλωτών αποφασίστηκε ομόφωνα η μετακίνηση του συγκεντρωμένου πλήθους προς την περιοχή του Κοινοβουλίου, όπου οι διαδηλωτές θα επιχειρούσαν να διασπάσουν τον αστυνομικό κλοιό και να ενωθούν με τους αποκλεισμένους εθελοντές που είχαν καταλύσει γύρω από αυτό. Σαν παρακινούμενες από μια ενιαία συλλογική διάνοια, οι μάζες είχαν αποφασίσει να αναλάβουν δράση και να γίνουν αυτές ο παράγοντας που θα καθορίσει τις εξελίξεις. Παρά το γεγονός ότι αρχικά η πορεία της διαδήλωσης δεν παρεμποδίστηκε, όταν οι εξεγερμένοι κατέφθασαν μπροστά στη στρατηγικής σημασίας γέφυρα Κρίμσκι, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις αλλά και μονάδες του στρατού που είχαν παραταχθεί για να ανακόψουν την προέλαση των διαδηλωτών απαγορεύοντας τη διέλευση τους από τη γέφυρα.[ix]
Η μαζικότητα όμως της λαϊκής φάλαγγας αιφνιδίασε τα όργανα της τάξης. Υποκινούμενοι από την ανάμνηση των δολοφονιών της προηγούμενης μέρας, οι διαδηλωτές έπεσαν πάνω στις γραμμές της αστυνομίας με θάρρος και αποφασιστικότητα. Έπειτα από σύντομη μάχη, ο κλοιός έσπασε. Πανικόβλητοι οι αστυνομικοί τράπηκαν σε φυγή εγκαταλείποντας κράνη, ασπίδες και σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και αυτά τα θωρακισμένα τους οχήματα. Πολλοί ζήτησαν έλεος από τους διαδηλωτές, ενώ άλλοι ενώθηκαν μαζί τους.
[x] Περνώντας μπροστά από το Δημαρχιακό Μέγαρο της Μόσχας η διαδήλωση δέχτηκε πυρά από οπαδούς του Γέλτσιν που είχαν οχυρωθεί μέσα στο Δημαρχείο. Οι μάζες πραγματοποίησαν έφοδο, συνέλαβαν στο όνομα της επαναστατικής κυβέρνησης τους αστυνομικούς και τους ελεύθερους σκοπευτές που ήταν ακροβολισμένοι εκεί και κατάσχεσαν τον οπλισμό τους. Η τρίχρωμη σημαία της αυτοκρατορικής Ρωσίας υπεστάλη και στην θέση της στον ιστό του Δημαρχείου, αναρτήθηκε η κόκκινη σημαία της ΕΣΣΔ. Λίγα λεπτά αργότερα η πολυπληθής φάλαγγα κατέφθανε στο Κοινοβούλιο όπου χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό, επιφωνήματα χαράς και σηκωμένες γροθιές από τους υπερασπιστές που βρίσκονταν ήδη εκεί.
Η χρονική συγκυρία ήταν πλέον κρίσιμη. Με την παράτολμη ενέργεια τους οι μάζες είχαν αντιστρέψει την ακολουθία των γεγονότων και είχαν αναβαθμίσει τον ποιοτικό χαρακτήρα του «ασυμφιλίωτου» αγώνα που είχαν κηρύξει στις 21 Σεπτεμβρίου τα μέλη του Ανώτατου Σοβιέτ.
[xi] Είχαν φέρει την Ρωσία στα πρόθυρα της επανάστασης αφού η εμπιστοσύνη των κατασταλτικών οργάνων στην βιωσιμότητα της κυβέρνησης των μεταρρυθμιστών κλονίστηκε. Για πρώτη φορά, μικρές μονάδες του στρατού που στρατοπέδευαν στην Μόσχα προσήλθαν εθελοντικά στον Λευκό Οίκο για να συνδράμουν τους διαδηλωτές. Οι τοπικές αρχές της περιφέρειας της Μόσχας εκδήλωσαν ανοιχτά την υποστήριξη τους προς την εξέγερση, ενώ ο στρατός αμφιταλαντευόταν μη μπορώντας πλέον να αποκλείσει το ενδεχόμενο κατάρρευσης της χούντας του Γέλτσιν και κατάληψης της εξουσίας από τους επαναστάτες.[xii]
Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας οι επικεφαλείς της «Μεγάλης Πορείας» της προηγούμενης μέρας συγκρότησαν επιτροπή και ζήτησαν να συναντηθούν με τους έγκλειστους ηγέτες της αντιπολίτευσης. Σε αυτήν την συνάντηση, οι εκπρόσωποι των εθελοντών ως γνήσιοι εντολοδόχοι της λαϊκής θέλησης που σφυρηλατήθηκαν από τις περιστάσεις, αφουγκράσθηκαν τον παλμό στους δρόμους και διαισθάνθηκαν ότι η ώρα της τελικής νίκης πλησίαζε. Πρότειναν μια επιθετική στρατηγική σχεδιασμένη για να καταφέρει στο καθεστώς το τελειωτικό χτύπημα. Στα υπόγεια του Λευκού Οίκου βρίσκονταν αποθηκευμένα τα 5000 Καλάσνικοφ της Φρουράς του Κοινοβουλίου. Οι Ρουτσκόι-Χαζμπουλάτοφ δεν είχαν παρά να αδειάσουν τις αποθήκες, να οπλίσουν τους εξεγερμένους και να βαδίσουν κατά του Κρεμλίνου. Η αστυνομία ακόμη προσπαθούσε να συνέλθει από το ψυχολογικό σοκ της ήττας που υπέστη στην γέφυρα Κρίμσκι ενώ μεταξύ των αρχηγών των ενόπλων δυνάμεων δεν υπήρχε ομοφωνία σχετικά με το ζήτημα της στάσης που έπρεπε να κρατήσει ο Ρωσικός στρατός απέναντι στον καταιγισμό των γεγονότων.
Παρ’όλα αυτά, στις θυελλώδεις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν ανάμεσα στους αρχηγούς των διαδηλωτών και τους Ρουτσκόι-Χαζμπουλάτοφ αποκαλύφθηκε σε όλη την τραγική του διάσταση, το χάσμα απόψεων και αντιλήψεων που χώριζε την ηγεσία από την βάση του κινήματος. Οι εθελοντές απαίτησαν όπλα για να κινηθούν εναντίον του Κρεμλίνου. Ο Ρουτσκόι αρνήθηκε κατηγορηματικά να ικανοποιήσει το αίτημα των αγωνιστών και κατηγόρησε τους αρχηγούς των διαδηλωτών ότι με την ανεύθυνη στάση τους απειλούσαν να παρασύρουν τη Ρωσία σε εμφύλιο πόλεμο. Στη συνέχεια η επιτροπή πρόβαλε το επιχείρημα ότι δίχως όπλα, οι υπερασπιστές της Δούμας δεν θα μπορούσαν να αντιτάξουν καμία αποτελεσματική άμυνα στην περίπτωση που ο στρατός αποφάσιζε να επέμβει δυναμικά στο πλευρό του Γέλτσιν. Και πάλι ο Ρουτσκόι διαφώνησε, λέγοντας ότι ως πρώην στρατηγός του σοβιετικού στρατού, δεν θα επέτρεπε να ριχθεί ούτε μια τουφεκιά κατά Ρώσων στρατιωτών. Ήταν πλέον φανερό πως αυτό που επιθυμούσε η αντιπολίτευση δεν ήταν ούτε η ολοκληρωτική συντριβή του Κράτους, ούτε η παλινόρθωση του σοσιαλισμού, αλλά μια πιο συμφέρουσα κατανομή της εξουσίας στο πλαίσιο του μετασοβιετικού συστήματος διακυβέρνησης. Οι επαγγελματίες πολιτικοί της Δούμας είχαν αναγάγει την μετριοπάθεια σε στάση ζωής και δεν είχαν κοινά σημεία σε επίπεδο ιδεολογίας ή πολιτικής πρακτικής με τους φλογερούς επαναστάτες που έκφραζαν τις διαθέσεις του αυθορμητου λαϊκού κινήματος. Η σταλινική πολιτική παιδεία που είχαν λάβει ως πρώην μέλη της κρατικοδίαιτης Σοβιετικής ελίτ δεν τους είχε προετοιμάσει για να ηγηθούν μιας επανάστασης. Είχαν επιδιώξει να χρησιμοποιήσουν τις μάζες σαν μοχλό πίεσης στις διαπραγματεύσεις τους με την κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα φοβόντουσαν την ισοπεδωτική δυναμική ενός ριζοσπαστικού και μη-κατευθυνόμενου λαϊκού κινήματος που ήταν ικανή να ξεφύγει από τον έλεγχο τους και να παρασύρει και τους ίδιους. Η προδοτική τους στάση αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας από το γεγονός ότι ενώ το αίμα εκατοντάδων οπαδών της αντιπολίτευσης πότιζε τους δρόμους των πόλεων της Ρωσίας στις άνισες μάχες που έδιναν με τις δυνάμεις της ΟΜΟΝ και του στρατού, οι Ρουτσκόι-Χαζμπουλάτοφ βρίσκονταν σε συνεχή επαφή με την κυβέρνηση και διεξήγαγαν μυστικές διαπραγματεύσεις με εκπροσώπους της μέχρι την ύστατη ώρα, όταν τα τανκς έκαναν την εμφάνιση τους στο προαύλιο του Λευκού Οίκου.
Μάταια περίμεναν οι εξεγερμένοι την μεταστροφή των βουλευτών. Οι εκατό χιλιάδες εθελοντές που είχαν σπεύσει να προστατεύσουν την επαναστατική κυβέρνηση παρέμειναν άοπλοι και ανυπεράσπιστοι εάν ο στρατός αποφάσιζε να επιτεθεί. Η αντιπολίτευση είχε χάσει μια ιστορική ευκαιρία και ο Γέλτσιν ετοιμάστηκε να αντεπιτεθεί. Συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη στο Υπουργείο Εσωτερικών και αποκάλυψε στους στρατηγούς την ύπαρξη μυστικών συνομιλιών με τον Ρουτσκόι που αφού τον αναγνώριζε ως συνομιλητή, αναγνώριζε έμμεσα και την νομιμότητα της κυβέρνησης του. Η αντιπολίτευση δεν σκόπευε να κάνει επανάσταση και να ανατρέψει το πολίτευμα, υποστήριξε ο Γέλτσιν. Η αποσταθεροποίηση και το χάος δεν μπορούσαν να συνεχιστούν. Ο στρατός όφειλε να πατάξει την εξέγερση και να αποκαταστήσει την ομαλότητα. Βλέποντας την αναποφασιστικότητα της αντιπολίτευσης οι συμπαθούντες στρατηγοί σιώπησαν.
Το πρωί της 4ης Οκτωβρίου οι πρώτες μηχανοκίνητες μονάδες του στρατού κατέφθασαν στο θέατρο των συγκρούσεων και κατέλυσαν απέναντι από το Κοινοβούλιο. Το συγκεντρωμένο πλήθος αρχικά έσπευσε να τις υποδεχτεί νομίζοντας πως επρόκειτο για δυνάμεις προσκείμενες στην αντιπολίτευση. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα συνειδητοποίησαν το λάθος που είχαν κάνει. Χωρίς να απευθύνουν καμία προειδοποίηση, τα τεθωρακισμένα άρχισαν να βάλουν αδιακρίτως κατά του πλήθους. Όσοι γλίτωσαν από την πρώτη αυτή σφαγή κατέφυγαν μέσα στο κτίριο του Κοινοβουλίου όπου όμως οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν στήσει γι’αυτούς μια παγίδα θανάτου. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά τα τανκς προωθήθηκαν στο προαύλιο του κτιρίου και άρχισαν να βομβαρδίζουν μαζικά την πρόσοψη του εσωτερικού όπου βρισκόταν συγκεντρωμένη η πλειοψηφία των πολιορκημένων.
Στις 15:13 οι υπερασπιστές του το Κοινοβουλίου παραδόθηκαν. Οι θηριωδίες που εκτυλίχθηκαν στον περιβάλλοντα χώρο του κτιρίου ήταν τρομακτικές. Στρατός και αστυνομία καταδίωξαν χωρίς έλεος τους κομμουνιστές και όπου τους έπιαναν τους εκτελούσαν επί τόπου. Το 1995 μια διερευνητική επιτροπή της Δούμας απεφάνθη ότι στα υπόγεια του Κοινοβουλίου έλαβαν χώρα μαζικές εκτελέσεις και δολοφονίες με θύματα γυναίκες, παιδιά και τραυματίες.
[xiii] Έγιναν χιλιάδες συλλήψεις και προσαγωγές. Το σύνολο των βουλευτών της αντιπολίτευσης συνελήφθη και ρίχτηκε στα κάτεργα. Κατά την έξοδο του από το Κοινοβούλιο, ο ανεκδιήγητος Ρουτσκόι επεδείκνυε στους αστυνομικούς που τον συνόδευαν το λάδι με το οποίο ήταν ακόμη καλυμμένο το όπλο του, ως απόδειξη ότι δεν το είχε χρησιμοποιήσει. Στην Μόσχα κηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος και επιβλήθηκε απαγόρευση της κυκλοφορίας. Μόνο μια μικρή μερίδα διαδηλωτών και καθοδηγητών διέφυγε της σύλληψης χρησιμοποιώντας τα υπόγεια περάσματα που βρίσκονται κάτω από τον Λευκό Οίκο και ενώνουν το Κοινοβούλιο με τις γύρω πλατείες.

[i] Κράμερ, The Role of the Masses During the 1993 Moscow Rebellion, στο www.marxist.com/Russia/october93_events.html.
[ii] Με αποκορύφωμα τους εορτασμούς στην Μόσχα της Εργατικής Πρωτομαγιάς του 1992 όπου 100.000 διαδηλωτές συγκρούσθηκαν με δυνάμεις της αστυνομίας. Στα επεισόδια που ακολούθησαν τρεις διαδηλωτές και ένας αστυνομικός έχασαν την ζωή τους.
[iii] Stiglitz, The Ruin Of Russia, The Guardian, 09 / 04 / 2003.
[iv] Με βάση την Ρωσική νομοθεσία, ο Γέλτσιν ήταν υποχρεωμένος να παραιτηθεί από το αξίωμα του και να προκηρύξει εθνικές εκλογές για την ανάδειξη νέας Βουλής εντός του διαστήματος τριών μηνών από την διάλυση της προηγούμενης.
[v] «Λευκός Οίκος» είναι ένα ακόμη όνομα που χρησιμοποιούν οι Ρώσοι όταν αναφέρονται στο Κοινοβούλιο τους.
[vi] Κράμερ, Αυτόθι, σελ. 3.
[vii] Κράμερ, Αυτόθι.
[viii] Κράμερ, Αυτόθι, σελ. 4.
[ix] Η γέφυρα Κρίμσκι ήταν στρατηγικής σημασίας αφού αποτελούσε το μοναδικό σημείο πρόσβασης που διέσχιζε τον ποταμό Μόσχα και ένωνε την περιοχή της Δούμας με την κυρίως πόλη της Μόσχας.
[x] Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι διαδηλωτές δεν προχώρησαν σε αντίποινα και αντιμετώπισαν τους αιχμάλωτους αστυνομικούς με ανθρωπιά και πνεύμα συμφιλίωσης.
[xi] Τους μήνες που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος του Γέλτσιν, τα Ρωσικά ΜΜΕ συνήθιζαν να αναφέρονται στον πατριωτικό-κομμουνιστικό συνασπισμό με τον όρο «ασυμφιλίωτη αντιπολίτευση», λόγω της αντίθεσης της τόσο στην κυβερνητική οικονομική πολιτική, όσο και στη θεωρούμενη δουλική προσέγγιση στη Δύση γενικότερα, και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο Hainsworth, Η Ακροδεξιά: Ιδεολογία, Πολιτική, Κόμματα (Εκδόσεις Παπαζήση, 2004), σελ. 424.
[xii] Η επαναστατικός αναβρασμός δεν περιορίστηκε στα στενά όρια της Μόσχας, αλλά εξαπλώθηκε και στις πόλεις και τα χωριά της Ρωσικής επαρχίας. Στις μικρότερες πόλεις της Ρωσίας ακτιβιστές του παράνομου Κ.Κ. πήραν τα όπλα και κατέλαβαν κρατικά κτίρια και αστυνομικά τμήματα, ενώ στην Αγία Πετρούπολη εκατοντάδες φοιτητές επιχείρησαν να αποκτήσουν τον έλεγχο του τηλεοπτικού σταθμού της πόλης για να διακηρύξουν την αλληλεγγύη τους προς το Ανώτατο Σοβιέτ. Η προσπάθεια τους απετράπη από τους αστυνομικούς και τους στρατιώτες του Υπουργείου Εσωτερικών που έστειλε εναντίον τους ο φιλοκυβερνητικός δήμαρχος της πόλης Ανατόλι Σόμπτσακ. Η εξέγερση στα χωριά άντεξε για μερικές ημέρες, ακόμη και μετά την άλωση του Κοινοβουλίου από τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις.
[xiii] Σε ότι αφορά τον συνολικό αριθμό των θυμάτων οι γνώμες διίστανται. Η επίσημη κυβερνητική εκδοχή μιλά για 149 νεκρούς συνολικά. Η εκτίμηση όμως του φίλο-Αμερικανικού «Ράδιο Ελευθερία» ανεβάζει τον αριθμό όσων πέθαναν κατά την διάρκεια των επεισοδίων σε 1012 νεκρούς, χωρίς να υπολογίζονται οι τραυματίες που αργότερα εξέπνευσαν σε νοσοκομεία και κλινικές της πόλης. Τέλος η «Φωνή της Αμερικής» έκανε λόγο για πτώματα αγωνιστών που αποτεφρώθηκαν κατά την διάρκεια της νύχτας της 4ης Οκτωβρίου, χωρίς καμία επίσημη καταγραφή του θανάτου τους από τις κρατικές αρχές. Για μια ουσιαστική τεκμηρίωση των θηριωδιών και των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις οποίες υπέπεσαν οι Δυνάμεις ασφαλείας έπειτα από την άλωση του Κοινοβουλίου αλλά και κατά την περίοδο ισχύος του στρατιωτικού νόμου, δείτε την έκθεση του αμερόληπτου Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Μόσχας, δημοσιευμένη ηλεκτρονικά στο www.memo.ru/hr/hotpoints/moscow93/oct.93e.htm.

Η Μοναδική και η αλαζονεία της

afisa_san-ki-emas

Η φρόνησι μήπως μοιάζει με τον κόρακα, που τον ενθουσιάζει στη γη η οσμή του πτώματος;”

Φρειδερίκος Νίτσε, Το Λυκόφως των Ειδώλων

Οι κυρίαρχες τάξεις χρησιμοποιούν την καθιερωμένη γλώσσα της ηθικής σαν όπλο απέναντι στα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα. Η εξουσιαστική πολιτισμική δομή που πήρε την μορφή του Οριενταλισμού και εν πολλοίς διαμόρφωσε το ηγεμονικό κοινωνικό παράδειγμα μέσα από το οποίο οι αποικιοκρατικές ελίτ κατοχύρωναν την υποτιθέμενη “ανωτερότητα” τους απέναντι στους “υπανάπτυκτους” λαούς της καπιταλιστικής περιφέρειας,i έστρεψε την παραμορφωτική επίδραση της και στον ιστορικό πυρήνα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και διαπότισε το φαντασιακό που αναπαράγει τις καταπιεστικές σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις της μητροπολιτικής Ευρώπης. Οι φτωχοί και οι καταπιεσμένοι της μητρόπολης μεταμορφώθηκαν αίφνης σε υπανθρώπους. Σε οντολογικά κατώτερες υπάρξεις που αδυνατούσαν να προσαρμοστούν στον τρόπο ζωής και τους ηθικούς κανόνες της “πολιτισμένης” κοινωνίας που είχε δημιουργήσει η μπουρζουαζια για λογαριασμό της. Έτσι, στους φτωχούς μαύρους της Αμερικής προσάπτουν μια έμφυτη, κληρονομική ανικανότητα να ανταποκριθούν με επιμέλεια στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η απόκτηση παιδιών. Οι νεαροί νέγροι/ες προλετάριοι/ες κάνουν παιδιά πολύ νωρίς και χωρίς να το προσχεδιάζουν, δεν τα φροντίζουν όπως “θα έπρεπε”, δείχνουν απρόθυμοι να αναλάβουν το οικονομικό κόστος της συντήρησης και της ανατροφής τους. Με λίγα λόγια, δυσκολεύονται να συμπεριφερθούν σαν “κανονικοί γονείς”, όπως κάνουν οι εύποροι λευκοί νεομπουρζουάδες “οικογενει-άρχες” (αρχηγοί της οικογενείας).

Κι αυτή η ηθική απαξίωση της προλεταριακής νεολαίας των υποβαθμισμένων γκέτο των πόλεων, δεν είναι τίποτα μπροστά στην κτηνωδία που καταλογίζει ο κυρίαρχος ιδεολογικός λόγος του συστήματος στους μουσουλμάνους προλετάριους οι οποίοι, είτε σαν οικονομικοί μετανάστες στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας, ή σαν πληθυσμοί που βρίσκονται υπό μια διαδικασία κατάκτησης και στρατιωτικής κατοχής στο εξωτερικό, ενσαρκώνουν το αρχέτυπο της ιδεολογικής ετερότητας του συστήματος.ii Αυτοί οι ανατολίτες παρείσακτοι βαθιά μέσα τους παραμένουν αμετανόητοι νομάδες, οπαδοί μιας πρωτόγονης κουλτούρας, ανέγγιχτοι από τις ηθικές επιταγές του σύγχρονου πολιτισμού. Δεν διστάζουν να δολοφονήσουν τις γυναίκες τους στο όνομα μιας αμφιλεγόμενης οικογενειακής “τιμής” που έχει τις ρίζες της στις πιο τυραννικές παραδόσεις της πατριαρχίας και μετατρέπουν τα ίδια τα παιδιά τους σε σκόνη για τα κανόνια των ισραηλινών και αμερικανών κατακτητών προκειμένου να εκμεταλλευτούν τις μαζικές δολοφονίες τους για να πετύχουν μια νίκη στον πόλεμο προπαγάνδας εναντίον της κατοχής. Έτσι, στο οριενταλιστικό σύμπαν δεν φταίνε οι πάνοπλοι ισραηλινοί ή αμερικάνοι στρατιώτες που σκοτώνουν αδιακρίτως γυναικόπαιδα. Φταίνε οι μουσουλμάνοι που εκθέτουν τους αδύναμους της κοινότητας τους σε κίνδυνο. Ακόμη και τα άγρια θηρία νιώθουν την ανάγκη να προστατέψουν τα μικρά τους. Ωστόσο, αν πιστέψουμε τις αφηγήσεις του τμήματος προπαγάνδας του “πιο ηθικού στρατού στον κόσμο”, με τις οποίες το επίσημο ισραηλινό κράτος επιχειρεί να ξεπλύνει και να εξωραϊσει τις εκατόμβες των νεκρών παιδιών στην Παλαιστίνη, οι αυτόχθονες Άραβες υστερούν ακόμα και σ’ αυτό το στοιχειώδες φυσικό ένστικτο που εγγυάται τη συνέχεια του ανθρώπινου γένους. Με αυτόν τον τρόπο βέβαια θέτουν εαυτούς εκτός της οικουμενικής ανθρώπινης οικογένειας.

Όπως έχει δείξει ο Τραβέρσο, είναι αδύνατο η συγκρουσιακή δυναμική που παράγεται από τους ανταγωνισμούς που επικρατούν ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες, οι οποίοι συνιστούν δομικό στοιχείο σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα, να μείνει ανεπηρέαστη από αυτή την ισοπεδωτική τάση φυσικοποίησης των ταξικών διαφορών και αποανθρωποποίησης του κοινωνικού αντιπάλου.iii Ιστορικά, ο ρατσισμός που είναι τόσο εμφανής όταν ο φαντασιακός λόγος των θεσμοποιημένων εξουσιών αναλαμβάνει να αναπαραστήσει τους προλετάριους που τυχαίνει να έχουν άλλο χρώμα ή να ανήκουν σε διαφορετική φυλή, εμπότισε σε τέτοιο βαθμό το πολιτισμικό υπόβαθρο του κοινωνικού παραδείγματος της ετερονομίας ώστε να περιλάβει σε ένα ιδιότυπο μείγμα ταξικού ρατσισμού όλα τα μέλη των κατώτερων τάξεων, ανεξαρτήτως αν μιλάμε για Γάλλους λούμπεν-προλετάριους, Ιταλούς αναρχικούς ή Αλγερινούς φελλάχους. Ο “επιφανέστερος” εκπρόσωπος αυτής της νοσηρής σχολής σκέψης υπήρξε αναμφίβολα ο εγκληματολόγος Λομπρόζο, ο οποίος γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα προπαγάνδιζε με μανία τη θεωρία του για τις φυλετικές και γενετικές προδιαθέσεις που απολήγουν στην παρεκκλίνουσα συμπεριφορά των κοινωνικών υποκειμένων και που άφηναν το αποτύπωμα τους ακόμη και στην μορφολογία της εξωτερικής εμφάνισης των ανθρώπων. Για εκείνον, η στράτευση στο αναρχικό κίνημα, η παραφορά και η αυταπάρνηση των αναρχικών, δεν ήταν παρά μια ένδειξη της ατομικής ψυχοπαθολογίας από την οποία υπέφεραν οι κοινωνικοί αγωνιστές, ένα σύμπτωμα ελλιπούς γενετικού προγραμματισμού, η κορύφωση μιας έμφυτης τάσης για παραφροσύνη. Οι αντιλήψεις αυτές έφτασαν στο απόγειο τους με την άνοδο του Τρίτου Ράιχ στην εξουσία κι έκτοτε ποτέ δεν μας εγκατέλειψαν.

Ένα από τα στοιχεία που ενέχονται εξορισμού στην προλεταριακή συνθήκη είναι η φτώχεια που επικαθορίζει την ταξική υπόσταση του κοινωνικού υποκειμένου και διαμορφώνει την ταξική εμπειρία του, πρωτίστως με όρους ανάγκης, αλλά και σε ένα δεύτερο επίπεδο, με όρους απόλυτης σιωπής, με όρους αδυναμίας εκφοράς πολιτικού λόγου κι αυτόνομης έκφρασης. Αντλώντας από την αμερικανική επαναστατική παράδοση, η Χ. Άρεντ σωστά είχε επισημάνει ότι η φτώχεια ήταν μια συμφορά όχι μόνο διότι καθήλωνε την επιθυμία και τη σκέψη του ανθρώπου στο επίπεδο της άμεσης βιολογικής αναγκαιότητας, αλλά κι επειδή καθιστούσε αόρατους τους ενσώματους φορείς της, εξαφανίζοντας τους ως κοινωνική ομάδα από τον δημόσιο βίο.iv Αποκλεισμένοι από όλες τις δομές αναπαραγωγής της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας και χωρίς να έχουν πρόσβαση στις θεσμοποιημένες πηγές πολιτικής και οικονομικής δύναμης, οι φτωχοί αδυνατούν να διαμορφώσουν το δικό τους εναλλακτικό φαντασιακό και να διεκδικήσουν την κοινωνική χειραφέτηση τους, ή έστω ένα μερίδιο από την υφιστάμενη εξουσία. Αντίθετα, μετατρέπονται σε παθητικούς δέκτες του συστήματος αξιών και ιδεών που εμπεριέχεται στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα. Με τον ίδιο τρόπο που το εξεγερμένο νεοελληνικό έθνος δημιουργήθηκε κυριολεκτικά απ’ το μηδέν, σύμφωνα με τα πολιτισμικά πρότυπα που είχαν επεξεργαστεί γι’ αυτό οι αλλοεθνείς φιλέλληνες διαφωτιστές της Δύσης, και τα οποία έσπευσαν να μεταφυτεύσουν στις εξεγερμένες ελλαδικές περιοχές οι διανοούμενοι που συμμετείχαν στο κίνημα του νεοελληνικού διαφωτισμού, έτσι και τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα εσωτερικεύουν την ιδεολογικοποιημένη εικόνα που δημιουργούν γι’ αυτά οι ελίτ. Αναπαράγουν στους κώδικες αξιών και στις κοινωνικές πρακτικές τους την ίδια την συμβολική αναπαράσταση τους από το κυρίαρχο κοινωνικό φαντασιακό. Υιοθετούν χωρίς δεύτερη σκέψη τα στερεότυπα ηθικής κατωτερότητας που τους καταλογίζουν οι ελίτ και πιθηκίζουν ρόλους και συμπεριφορές που άλλοι έχουν προδιαγράψει γι’ αυτούς / ες.

Μια τέτοια περίπτωση αλλοτρίωσης του ταξικού φαντασιακού θεωρούμε ότι είναι και η υπεράσπιση της βρεφοκτονίας ως χειρονομίας μεστής ταξικού νοήματος από την αυτόνομη συνέλευση των Μιγάδα. Η εσωτερίκευση της επικρατούσας κανιβαλικής αντίληψης για τις κοινωνικές ορίζουσες της ατομικής αυτονομίας, οδηγεί στην ιδεολογική τερατογένεση της δολοφονίας σαν ενδεδειγμένης πρακτικής για την επανάκτηση της αυτονομίας του κοινωνικού υποκειμένου, της προσπάθειας του να αποκαταστήσει έναν βαθμό ελέγχου πάνω στη ζωή του/ της. Τούτο μας φέρνει έντονα στο μυαλό την ειδωλολατρεία του χρήματος στις υποβαθμισμένες μητροπολιτικές κοινότητες των φτωχών και την, διαστρεβλωμένη έστω, αφομοίωση των κοινωνικών ρόλων και των πολιτισμικών προτύπων που εμπεριέχονται στο ηγεμονικό καπιταλιστικό φαντασιακό, από υποτελή κοινωνικά υποκείμενα που βρίσκονται έξω από τα κυκλώματα αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, τι άλλο είναι ο νεαρός γκάνγκστερ του γκέτο από μια λούμπεν εκδοχή της φιγούρας του νεαρού επιχειρηματία καπιταλιστή, που επιδεικνύει καινοτόμο και δυναμικό πνεύμα πέφτοντας με τα μούτρα στις περιθωριακές δραστηριότητες του έκνομου κεφαλαίου, στρεφόμενος ταυτόχρονα ενάντια στα θεμέλια της ίδιας της κοινότητας του; Έτσι, στις υποβαθμισμένες συνοικίες των μαύρων της Αμερικής οι Μαύροι Πάνθηρες, κοινωνικοί αγωνιστές με ταξική συνείδηση που σαν σκοπό τους είχαν την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των μαύρων προλετάριων αδελφών τους μέχρι του σημείου της καθολικής απελευθέρωσης τους, παραχώρησαν τη θέση τους στις συμμορίες των πρεζέμπορων που καταδυναστεύουν τις μητροπολιτικές κοινότητες από τις οποίες προέρχονται, αντί να τις προστατεύουν και να τις βοηθάνε. Αυτό, τηρουμένων των αναλογιών, θεωρούμε πως είναι το είδος της “αυτονομίας” που εκθειάζουν στην ανακοίνωση τους τα μέλη της Μιγάδα. Την αυτονομία που προάγει πρακτικές ατομικής λύτρωσης, σε βάρος της συλλογικής λύτρωσης του ταξικού συνόλου.

Ή ας πάρουμε για παράδειγμα εκείνον τον οδηγό φορτηγού που παρέσυρε πρόσφατα τρία αυτοκίνητα στο αντίθετο ρεύμα της οδού Κηφίσιας, σκοτώνοντας ακαριαία τους δύο οδηγούς και τραυματίζοντας σοβαρά άλλη μια επιβαίνουσα. Ο ψευδεπίγραφος ηθικισμός της ετερόνομης κοινωνίας δεν άργησε να φανεί σε όλη την κατασταλτική – πειθαρχική διάσταση του, όταν σύσσωμοι οι γραβατωμένοι σχολιαστές των τηλεπαραθύρων καταφέρθηκαν με έκδηλη αγανάκτηση ενάντια στην εγκληματική ανευθυνότητα του επαγγελματία οδηγού. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να αναρωτηθεί αν το ωράριο του φορτηγατζή ήταν υπερφορτωμένο, αν είχε υποχρεωθεί να βρίσκεται αδιαλείπτως πίσω απ’ το τιμόνι για το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας, αν οι οδηγικές δεξιότητες του είχαν υποστεί φθορά εξαιτίας της συσσωρευμένης κόπωσης. Ιδού λοιπόν μια σειρά από πολύ πραγματικές, υλικές παραμέτρους που αφορούν τις ακραίες συνθήκες μέσα στις οποίες ο εργαζόμενος οδηγός εκδιπλώνει την δραστηριότητα του και από μόνες τους αρκούν για να προσδώσουν μια σειρά από ελαφρυντικά και να ανατρέψουν τις εύκολες, αμιγώς ηθικές καταδίκες, που εστιάζουν στην μειωμένη αίσθηση ατομικής ευθύνης του υποκειμένου. Παρ’ όλα αυτά, προς κατάπληξη όλων, αποδείχτηκε ότι ο έμπειρος οδηγός είχε τελικά καταναλώσει σημαντικές ποσότητες αλκοόλ προτού ξεκινήσει για το δρομολόγιο του το μοιραίο εκείνο βράδυ. Οι αντίξοες συνθήκες που απορρέουν από την ταξική υπόσταση του υποκειμένου σίγουρα πρέπει να ληφθούν υπόψη σε μια συνολική αξιολόγηση των πράξεων του οδηγού, αλλά δεν αρκούν για να απαλείψουν εντελώς το μερίδιο της ατομικής ευθύνης που του αναλογεί. Και σίγουρα δεν μπορεί μια απελευθερωτική ταξική ηθική να διεκδικήσει στα σοβαρά το δικαίωμα του φορτηγατζή να παίρνει παραμάζωμα τα υπόλοιπα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στον δρόμο, όποτε αισθάνεται την ανάγκη να εκδηλώσει την ατομική εξέγερση του κόντρα στους κοινωνικά επιβεβλημένους ρόλους με τους οποίους τον έχουν επιφορτίσει οι ελίτ της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.

Από την άλλη μεριά, σίγουρα δεν είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε τη διαπόμπευση των προλετάριων στο όνομα μιας ηθικιστικής τυπολατρίας που εκπορεύεται από τις ανώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας και δεν ανταποκρίνεται σε τίποτα στους υλικούς όρους της διαβίωσης των καταπιεσμένων. Σε αυτό το σημείο καλό θα ήταν να αναφέρουμε πως η δημόσια διαπόμπευση δεν είναι παρά το αναγκαίο συμπλήρωμα της κανονιστικής ηθικής. Μιας και η ηθική δεν είναι ταυτόσημη με τον Νόμο και δεν διαθέτει έναν υλικό μηχανισμό επιβολής στην υπηρεσία της, είναι υποχρεωμένη να προσφύγει στην δημόσια αποδοκιμασία μιας ενέργειας, ως μια απο-τα-πάνω οργανωμένη και συντεταγμένη κίνηση, προκειμένου να επικυρώσει την συλλογική ισχύ μιας ηθικής επιταγής. Να επικυρώσει δηλαδή την “αυθόρμητη”, εθελούσια αποδοχή που με την σειρά της ορίζει την “κανονικότητα” της ηθικής προσταγής, τη θεμελιακή συμβατότητα της με τις ενδόμυχες παρορμήσεις του ηθικού υποκειμένου. Μόνο έτσι μπορεί η ηθική να ισχυρίζεται ότι αποτελεί την πρωταρχική συλλογική έκφραση του Νόμου, ο οποίος έπειτα διατείνεται ότι κωδικοποιεί αυτό που ήδη υπάρχει, ότι “αντικειμενοποιεί” τις διάχυτες τάσεις και τα αξιακά συστήματα που προηγούνται της θεσμοποίησης του. Γιατί όμως θα πρέπει να περιμένουμε από έναν άστεγο ή έναν εξαθλιωμένο πρόσφυγα που κοιμάται κάτω από μια γέφυρα να επιδείξει τον ίδιο σεβασμό για τον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας που επιδεικνύει ο κεφαλαιοκράτης ή ο εύπορος νεομπουρζουάς, ο οποίος διαθέτει όλα τα μέσα προκειμένου να ζήσει μια άνετη ζωή και να αναπτύξει ολόπλευρα όλες τις πτυχές της προσωπικότητας του; Αυτοί που έχουν τα πάντα δεν μπορούν να κρίνουν όσους δεν έχουν τίποτα. Κι εφόσον οι κανόνες της ηθικής, καθώς επίσης και οι νόμοι της “πολιτισμένης” κοινωνίας γράφονται από τους κατέχοντες, έπεται από τα παραπάνω ότι οι μη-έχοντες δεν δεσμεύονται από τις κατηγορηματικές προσταγές που επινοήθηκαν χωρίς αυτούς για λογαριασμό τους. Όπως είχε γράψει παλαιότερα ο Βίλχελμ Ράιχ, σε αυτή την κοινωνία που ζούμε, όπου κυριαρχούν η δομική βία του συστήματος και οι ταξικές διακρίσεις, το ερώτημα που θα έπρεπε να θέτουν οι λεγόμενες κοινωνικές “επιστήμες” δεν είναι γιατί κάποιοι από τους καταπιεσμένους εξεγείρονται ή στρέφονται προς την παραβατικότητα και τις άλλες μορφές άτυπης κοινωνικής ανυπακοής, αλλά γιατί δεν πράττει το ίδιο το σύνολο των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας.v

Μολαταύτα, η κριτική μας στην ετερόνομη ηθική δεν μπορεί παρά να εκκινεί από το ζήτημα του ρόλου που αυτή αναλαμβάνει να επιτελέσει στη διαδικασία αναπαραγωγής των ιεραρχικών δομών της εξουσιαστικής κοινωνίας, που ουσιαστικά ακυρώνει στην πράξη την όποια αξίωση για οικουμενικότητα μπορεί αυτή να εμπεριέχει. Κι αυτό γιατί η οικουμενικότητα προϋποθέτει σε κάποιο στοιχειακό επίπεδο πρωταρχικής οντολογίας τη θεμελιώδη ισότητα ανάμεσα στις μονάδες που υπόκεινται εξίσου στην ισχύ της δεσμευτικής της προσταγής. Έτσι, ζητούμενο της κριτικής μας δεν μπορεί παρά να είναι μια εναλλακτική οικουμενικότητα, ή καλύτερα μια αυθεντική οικουμενικότητα που θα εκπορεύεται από τους υλικούς όρους διαβίωσης της κοινότητας. Απορρίπτουμε την ετερόνομη ηθική ως ξένη προς εμάς και ως ανακόλουθη προς τους ίδιους τους σκοπούς που δηλώνει ρητά οτι υπηρετεί, αλλά δεν απορρίπτουμε τον ηθικό σκοπό αυτό καθ’ εαυτό. Μια κριτική στις καθιερωμένες ηθικές έννοιες και αντιλήψεις μπορεί να πάρει την μορφή της κριτικής ανάλυσης των οικουμενικών ηθικών κατηγοριών και της εκ βάθρων αναμόρφωσης τους, ή της καθολικής κατάργησης τους προς όφελος μιας καθαρά ατομιστικής, ιεραρχικής ηθικής που θα διαρθρώνεται γύρω από τη σχέση αφέντη-σκλάβου. Πρόκεται για τη νιτσεϊκή προτροπή να χρησιμοποιήσουμε τους άλλους σαν μέσο για τους σκοπούς μας, ή να τους βγάλουμε από την μέση όταν η ύπαρξη τους συνιστά εμπόδιο στην πραγματοποίηση αυτού του “ανώτερου” σκοπού στην υπηρεσία του οποίου είμαστε ταγμένοι. Όπως έγραψε και ο ίδιος ο συνήγορος του “υπερανθρώπου”, “[…] η θέληση δεν είναι μόνο μια πολύπλοκη αίσθηση κι ένα περίπλοκο προϊόν του στοχασμού, αλλά είναι πάνω απ’ όλα ένα αίσθημα, και κατά βάση το αίσθημα της προσταγής. Αυτό που ονομάζουμε ‘ελευθερία της θέλησης’ είναι κατ’ ουσία το αίσθημα της υπεροχής απέναντι σε αυτόν που πρέπει να υπακούσει: ‘Είμαι ελεύθερος’, ‘αυτός πρέπει να υπακούσει’ – αυτή η συνείδηση είναι εμμενής σε κάθε θέληση”.vi

Ο βαθμός στον οποίο θα κατορθώσουμε να κάνουμε πράξη αυτό το ιδανικό της “δύναμης της θέλησης”, ή καλύτερα να λέγαμε, της “θέλησης για δύναμη”, συνιστά και το μοναδικό μέτρο που έχουμε στη διάθεση μας για την αξιολόγηση του ηθικού μεγαλείου του σκοπού που φιλοδοξούμε να φέρουμε σε πέρας. Μήπως λοιπόν δεν είμαστε δικαιολογημένοι όταν λέμε ότι η αφίσα των Μιγάδα εξορισμού εκφράζει μια παρόμοια ελιτίστικη αντίληψη για την ταξική ηθική; Αν η βρεφοκτονία δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μέσο για την ανάκτηση μιας εγωιστικής, εξατομικευμένης “ανεξαρτησίας”, τότε το βρέφος δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα εξάρτημα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ή να ξεφορτωθούμε, ανάλογα με αυτό που απαιτούν από εμάς οι περιστάσεις. Έτσι όμως η ρεαλιστική μας ουτοπία ποτέ δεν θα γίνει πραγματικότητα. Η ηθική στις ετερόνομες κοινωνίες δεν είναι παρά ο κυνικός απολογητής ενός Νόμου που αναπαράγει την ανισοκατανομή της δύναμης και αποκρυσταλλώνει τις κοινωνικές ιεραρχίες. Στην ακρατική κοινωνία όμως δεν θα έχει άλλη λετουργία απ’ το να συνιστά το τελευταίο καταφύγιο των αδυνάτων. Δεν μπορεί παρά να συμβολίζει εκείνη την ψυχική και διανοητική κατάσταση που ρυθμίζει τις σχέσεις των ανθρώπων κατά τέτοιον τρόπο ώστε να προετοιμάζει το έδαφος για την οριστική κατάλυση του Νόμου, με την ιουδαιοχριστιανική, μωσαϊκή έννοια, αυτή του εξωτερικού καταναγκασμού. Ήταν εκείνη η στιγμή στην ιστορία όπου ο άνθρωπος έπαψε να αναγνωρίζει τον εαυτό του στους άλλους, κατά την οποία εμφανίστηκε το κτήνος της εξουσίας. Το τέρας αυτό μπόρεσε να θεριέψει παίρνοντας την μορφή του αναγκαίου εξωτερικού εγγυητή στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ανέλαβε τον ρόλο μιας υπέρτατης αρχής που καταπατά την αυτονομία και την ελευθερία του κοινωνικού ανθρώπου, με τίμημα την προστασία του απ’ όλους τους άλλους.

Ούτε αποτελεί ένδειξη κοινωνικού συντηρητισμού να αποδεχτούμε το βάρος της ευθύνης που αναλογεί σε έναν γονέα αναφορικά με την ευζωία των παιδιών του. Μέχρι η κοινωνία να δημιουργήσει δομές συλλογικής ανατροφής των παιδιών, σαν αυτές που οραματίστηκε η Βέρα Σμίττ κατά την Ρωσική Επανάσταση,vii ο γονιός θα εξακολουθήσει να είναι ο πρωταρχικός υπεύθυνος για την τύχη του παιδιού του. Πρόκειται για έμπρακτη εκδήλωση της ηθικής της αλληλεγγύης, δηλαδή της υποχρέωσης που έχουμε να τασσόμαστε πάντοτε με το μέρος των αδύναμων και ανυπεράσπιστων, στην πιο αναγκαία της μορφή. Γιατί ποιος είναι περισσότερο ανυπεράσπιστος, περισσότερο αδύναμος να φροντίσει τον εαυτό του από ένα βρέφος που μόλις έχει έρθει στη ζωή; Θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε όψιμα εκείνον τον γονιό που υποχρεώθηκε ακόμη και να αφαιρέσει μια άλλη ζωή για να προστατέψει την ζωή του παιδιού του, αλλά ποτέ εκείνον τον γονιό που, όπως έκανε ο χιλιοτραγουδισμένος σταλινικός “επανάστατης” Νερούδα, αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη του στην μοναδική του κόρη επειδή εκείνη έπασχε από νοητική υστέρηση.viii Η επίγνωση της μητρότητας ή της πατρότητας έχει τη δύναμη να γίνει ο καταλύτης για να υποκύψει κανείς σε μια υπερσυντηρητική κοσμοθεωρία. Για να μικρύνει απότομα η αντίληψη που έχουμε για τα πράγματα και το εύρος των ενδιαφερόντων μας να φτάνει μόνο μέχρι την ευημερία του στενού κύκλου της οικογένειας “μας”, ακόμη και με τίμημα την μιζέρια και την εξαθλίωση ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ή αντίθετα, μπορεί να επιδράσει ως το πιο ευγενές κίνητρο για να αφοσιωθούμε σε μια προσπάθεια να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο. Να πολεμήσουμε ενάντια στην αδικία και την καταπίεση, έχοντας επίγνωση ότι μέσα από την ιδιότητα του γονιού, μετέχουμε σε μια καθολική εμπειρία η οποία είναι θεμελιωδώς οικουμενική για ολόκληρη την ανθρωπότητα που τη βιώνει με τον ίδιο τρόπο. Οι γονείς αγαπούν το ίδιο, πονάνε το ίδιο, χαίρονται το ίδιο και αγωνιούν το ίδιο. Ας γίνουμε κήρυκες αυτής της ιδέας που ριζώνει στα κοινά βιώματα της ανθρωπότητας και δημιουργεί τους κοινούς τόπους μιας μελλοντικής συλλογικής συνεύρεσης. Ας γίνουμε ξανά οι κήρυκες της ουτοπίας.

Πρωτοβουλία αναρχικών

iiP.A. Silverstein & Ch. Tetreault, Postcolonial Urban Apartheid, http://riotsfrance.ssrc.org/Silverstein_Tetreault/.

iiiΕ. Τραβερσό, Οι Ρίζες της Ναζιστικής Βίας (Εκδόσεις του 21ου).

ivH. Arendt, On Revolution (Penguin Books), σελ. 59-115.

vΤζ. Σπρινγκ, Το Αλφαβητάρι της Ελευθεριακής Εκπαίδευσης (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 78-107.

viFr. Nietzsche, Beyond Good and Evil (The Macmillan Company), σελ. 26.

viiΤζ. Σπρινγκ, στο ίδιο.

viii Λεπτομέρειες για τη σχέση ανάμεσα στον ποιητή και την κόρη του μπορεί κανείς να βρει στο εν μέρει βιογραφικό μυθιστόρημα Ο Ουρουγουανός Εραστής, του Σ. Ρονκαλιόλο (Καστανιώτη).

Ο Ρουβίκωνας και οι νέοι Οτεντότοι

12728940_755200641277519_1071169742368539221_n

Στις κοινωνίες των βαρβάρων, αν παρακολουθούσες την μαχη μεταξύ δύο ανθρώπων που προέκυψε από διαφωνία τους χωρίς να παρέμβεις για να τη σταματήσεις, αντιμετωπιζόσουν και συ ως δολοφόνος. Αλλά, σύμφωνα με τη θεωρία του κράτους ως προστάτη των πάντων, ο παρατηρητής δεν χρειάζεται να παρέμβει. Ο αστυφύλακας είναι ο αρμόδιος να παρεμβαίνει ή να μην παρεμβαίνει”.

Πέτρος Κροπότκιν, Αλληλοβοήθεια

Σύμφωνα με την μοντέρνα δικαιϊκή φιλοσοφία, το στοιχείο που κυριαρχεί στο εποικοδόμημα του σύγχρονου νομικού πολιτισμού και με βάση το οποίο μετριέται η “πρόοδος” του προς φαινομενικά “ανώτερες” μορφές του δικαίου, είναι η καθολική απομάκρυνση από την αρχή της αυτοδικίας. Η άμεση, προσωπική απονομή δικαιοσύνης δεν θεωρείται σαν τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από απονομή προσωπικής δικαιοσύνης. Ερμηνεύεται σαν μια υποχώρηση σε ένα προηγούμενο στάδιο εξέλιξης του πολιτισμού, ως μια ανεπίτρεπτη επανάκαμψη στη βαρβαρότητα. Αυτό συμβαίνει πρωτίστως διότι η αυτοδικία είναι ασύμβατη με το τεκμήριο της αθωότητας που αποτελεί το σήμα κατατεθέν, τη λυδία λίθο γύρω από την οποία έχει χτιστεί το κράτος δικαίου, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Υπό αυτή την έννοια, η αστική δικαιοσύνη αυτοαναγορεύεται σε “επιστήμη”. Διεκδικεί για λογαριασμό της έναν πυρήνα αλήθειας που ενυπάρχει “αντικειμενικά”. Αποκτά πρόσβαση σε αυτή την αλήθεια μέσω απρόσωπων θεσμικών μηχανισμών που αναλαμβάνουν να εκτελέσουν καθήκοντα ανιδιοτελούς τιμωρού, ή καλοπροαίρετου επιδιατητή που μεσοολαβεί στις κοινωνικές έριδες χωρίς να διατηρεί κανένα προσωπικό συμφέρον ως προς την επίλυση τους. Ως εκ τούτου, οι κρατικοί υπάλληλοι που έλαβαν το χρίσμα από τους νεομπουρζουάδες για να εξειδικεύονται στην καθημερινή απονομή της δικής τους δικαιοσύνης, θεωρούνται κατάλληλοι για να υπερβαίνουν τις ατέλειες της αυτοδικίας, εφόσον είναι απαλλαγμένοι από προσωπικές διαθέσεις και συμφέροντα, αμέτοχοι στο δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά τους.

Με αυτόν τον τρόπο, και όχι αναπάντεχα, η μπουρζουάδικη δικαιοσύνη αναγορεύει την ετερόνομια, με όρους απόλυτου διαχωρισμού ανάμεσα στο υποκείμενο και τη δράση του, σε θεμελιακή προϋπόθεση για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο άμεσα θιγμένος δεν έχει δικαίωμα να ενεργήσει προκειμένου να επανορθώσει με τα δικά του μέσα την αδικία της οποίας έπεσε θύμα. Είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει το παράπονο του στην “αμερόληπτη” κρίση των αρμόδιων κρατικών οργάνων, τα οποία είναι τα μόνα που διαθέτουν την εξειδικευμένη γνώση και το επιθυμητό σημείο εκκίνησης, εκείνο μιας μεταφυσικής, διαταξικής “ουδετερότητας”, προκειμένου να αποφανθούν για το τι είναι “αληθές” και τι δεν είναι. Συνακόλουθα, το υποκείμενο του δικαίου μετατρέπεται σε αντικείμενο. Το άτομο αναγνωρίζεται σαν φορέας αναφαίρετων δικαιωμάτων, αλλά την ίδια στιγμή, αλλοτριώνεται με μια διττή έννοια. Κατά πρώτον, η ανάθεση στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς του κράτους εμφανίζεται σαν επιβεβλημένη, όχι μόνο γιατί το απρόσωπο κρατικό όργανο θεωρείται ότι δεν υπόκειται σε ψυχικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις, αλλά κυρίως επειδή το εξατομικευμένο υποκείμενο δεν μπορεί εξορισμού να “γνωρίζει”. Κι επειδή δεν “γνωρίζει” παρά μόνο “δοκεί” (φρονεί) , δεν του εκχωρείται και το δικαίωμα να ενεργήσει. Εν ολίγοις, βρισκόμαστε ξανά εδώ αντιμέτωποι με την καταστροφική θρησκευτική διδαχή, “ου γαρ οίδασι τι ποιούσι”, στην εκκοσμικευμένη εκδοχή της, πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν όλες οι μορφές θέσμισης της σύγχρονης κοινωνικής ετερονομίας. Η λογική της ανάθεσης υπάρχει βέβαια εξίσου και στους θεσμούς του φεουδαρχικού καθεστώτος, όπου ένα από τα καθήκοντα των αρχόντων ήταν η επίλυση των διαφορών που ανέκυπταν μεταξύ των χωρικών που βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία τους. Μολαταύτα, κάτω από το καθεστώς της φεουδαρχίας παραχωρείται στο υποκείμενο η υπό όρους δυνατότητα για προσωπική ικανοποίηση διαμέσου της προσφυγής στην τελετουργική πρακτική της μονομαχίας.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις που συντελούν στην επικύρωση του νομικού συστήματος της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας πρώτα και κύρια ως ενός μηχανισμού που παράγει “αλήθεια”, αίφνης παύουν να ισχύουν όταν στο επίκεντρο της συζήτησης τίθενται τα λεγόμενα “πολιτικά αδικήματα”. Ολόκληρο το πολιτισμικό κατασκεύασμα της ποινικής δικονομίας, καθώς και η ιατροδικαστική επιστήμη, που παρέχει στα μοντέρνα νομικά συστήματα το σύγχρονο τεχνολογικό υπόβαθρο τους, προσανατολίζουν το περιεχόμενο και την μεθοδολογία τους στην συστηματική αποκάλυψη και θετικιστική ταυτοποίηση του “ενόχου”. Παρ’ όλα αυτά, σημασία στην πολιτική δίκη δεν έχει τόσο η τέλεση της πράξης αλλά το νόημα της. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι κατηγορούμενοι για τη διάπραξη πολιτικών “εγκλημάτων” όχι μόνο δεν αρνούνται την ενοχή τους, αλλά αναλαμβάνουν με υπερηφάνεια την πολιτική ευθύνη για τις πράξεις τους. Επιπλέον, σε χτυπητή αντίθεση με τις πάγιες αρχές της νομικής επιστήμης ως προς τον καθορισμό του κινήτρου, που αποδίδουν κανονιστική ισχύ στις εγωιστικές συμπεριφορές και διαθέσεις του ατόμου, το πολιτικό έγκλημα σπάνια αφορά το συμφέρον του ίδιου του δρώντα, ειδωμένο από μια στενή, εγωιστική σκοπιά. Συνακόλουθα, ο νομικός πολιτισμός της ετερόνομης κοινωνίας διόλου δεν επαρκεί για να ερμηνεύσει και να αποκωδικοποιήσει τη δράση των κοινωνικών αγωνιστών με τρόπο που να ικανοποιεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Δηλαδή, να την ανασκευάσει ιδεολογικά έτσι ώστε να την νοηματοδοτεί σαν εξορισμού καταχρηστική, με την έννοια ότι δεν αφορά τα συμφέροντα του ίδιου του υποκειμένου, και “άδικη”, από την άποψη ότι δεν συνάδει με καμία προϋπάρχουσα αντίληψη περί του τι συνιστά κοινωνική δικαιοσύνη. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι προκειμένου να καθοριστεί το νόημα των πράξεων των κοινωνικών αγωνιστών, οι τεχνικές που βρίσκονται στη διάθεση του ποινικού συστήματος και του δίνουν το δικαίωμα να διαδηλώνει προς πάσα κατεύθυνση πως κατέχει την “αλήθεια”, δεν έχουν κάποιον ουσιαστικό ρόλο να επιτελέσουν. Εξού και η απροθυμία των αντιπροσωπευτικών “δημοκρατιών” να χαρακτηρίσουν επίσημα και ανοικτά τα δικαστικά πογκρόμ σε βάρος των κοινωνικών αγωνιστών ως πολιτικές διώξεις. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι αν προχωρήσουν σε αυτό το βήμα, αυτόματα εγκαταλείπουν το μονοπώλιο στην κατοχή της αλήθειας που μπορούν να ισχυρίζονται ότι τους ανήκει στη σφαίρα του κοινού ποινικού δικαίου. Όπως έγραψε κάποτε η Χάνα Άρεντ, η “αντικειμενική αλήθεια” είναι εκ φύσεως αντιπολιτική, αφού αποκλείει εξορισμού την άλλη άποψη και την ετεροκαθορίζει ως ψεύδος.i Είναι ο καλύτερος συνήγορος της εξουσίας επειδή απαιτεί συμμόρφωση και υποταγή άνευ όρων.

Είναι λοιπόν το δικαίωμα στην αυτενέργεια που επαναφέρει και διεκδικεί εκ νέου ο Ρουβίκωνας με τη θορυβώδη και αμετανόητη δραστηριότητα του. Στο ερώτημα που καμιά φορά τίθεται με φαινομενική απολιτίκ αφέλεια και διερωτάται φωναχτά, “ποιοι είναι αυτοί που ανέλαβαν να παίξουν τον ρόλο του αυτόκλητου υπερασπιστή των αδυνάτων”, εμείς απαντάμε πως το ίδιο ερώτημα που διατυπώνεται πάντοτε από τη σκοπιά της αστικής νομιμότητας προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μόνιμης διάζευξης ανάμεσα σε αυτόν που βλέπει τα συμφέροντα του να πλήττονται και σε εκείνον που αναλαμβάνει δράση για να προστατέψει αυτά τα συμφέροντα. Ο Ρουβίκωνας δεν είναι “Οι Καταπιεσμένοι”, αλλά σίγουρα είναι ένα κομμάτι απ’ αυτούς. Δεν είναι η πολιτική πρωτοπορία των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας, αλλά ένα ζωντανό και ταξικά συνειδητοποιημένο τμήμα τους που αντιστέκεται συλλογικά στην ταξική καταπίεση των ελίτ. Ως πολιτική συλλογικότητα που είναι, ο θεωρητικός αυτοπροσδιορισμός του Ρουβίκωνα εμπεριέχει έναν αναγκαίο βαθμό αφαίρεσης, εφόσον κάθε απόπειρα ταξικής συγκρότησης προτάγματος είναι ταυτόχρονα και μια διαδικασία πολιτικής αναπαράστασης που εκκινεί από το μικρό και το άμεσο, για να το συμπεριλάβει και να το εντάξει σε ευρύτερες θεωρητικές κατηγορίες κοινωνικής και ταξικής ανάλυσης. Παρ’ όλα αυτά, η ταξική εκμετάλλευση και κυριαρχία συντελείται μέσα από την παγίωση ιεραρχικών δομών ετεροκαθορισμού που εκφεύγουν και αναπαράγονται ανεξάρτητα από την ατομική δράση των κοινωνικών υποκειμένων. Συνακόλουθα, καμία θεωρητική σύλληψη και αναπαράσταση της αδικίας που αποκρυσταλλώνεται μέσα από τις ταξικές διακρίσεις της ετερόνομης κοινωνίας δεν είναι προσβάσιμη διαμέσου της οντολογικής τύφλωσης της αστικής νομικής επιστήμης, η οποία εξορισμού αναγνωρίζει μονάχα την ατομική ευθύνη ως την κατεξοχήν δύναμη που επενεργεί και παράγει αποτελέσματα στο σύμπαν των θεσμοποιημένων κοινωνικών σχέσεων. Η ταξική διάσταση είναι μια διάσταση της πράξης που σχεδόν εξανεμίζεται στο αστικό δίκαιο. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές καταβολές ενός ποινικού εγκληματία, οι συνθήκες μέσα στις οποίες διαβιεί και ο ρόλος που έπαιξε ο παράγοντας φτώχεια στην τέλεση του “εγκλήματος” του, εξορισμού βρίσκεται εκτός της κοσμοθεωρίας της αστικής δικαιοσύνης που αντιλαμβάνεται κι εξετάζει τον παραβάτη ως μεμονωμένο αυτεξούσιο άτομο που φέρει την πλήρη ευθύνη για τις ηθικές επιλογές του. Αντίθετα, η επαναστατική δικαιοσύνη βλέπει το άτομο περισσότερο ως μέρος της κοινωνικής τάξης από την οποία προέρχεται και λιγότερο σαν μια ανεξάρτητη, απομονωμένη μονάδα.

Οι μαρξιστές συνηθίζουν να κρατούν αποστάσεις από αμιγώς ηθικές έννοιες όπως αυτή της “αδικίας” και σίγουρα θα σπεύσουν να μας υπενθυμίσουν ότι η ουσία του ζητήματος δεν έγκειται στην καταπάτηση κάποιου αφηρημένου κανόνα δικαίου, αλλά στην σύγκρουση πολύ πραγματικών, υλικών συμφερόντων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Ωστόσο, καμία σύγκρουση συμφερόντων, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται στη συγκέντρωση δύναμης που αναπαράγει την ταξική διάρθρωση των ετερόνομων κοινωνιών, δεν έχει το παραμικρό νόημα, ή δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν καταλύτης για την εκδήλωση του κοινωνικού ανταγωνισμού, αν δεν βιώνεται σαν αδικία από τα υποκείμενα που υπόκεινται σε αυτήν.ii

Από αυτή την άποψη, ο Ρουβίκωνας, με την άμεση δράση του, ανοίγει την κερκόπορτα για την επιστροφή των βαρβάρων. Επαναφέρει το αίσθημα της συλλογικής ευθύνης που διαπότιζε την κοινωνική ύπαρξη των Οτεντότων της Αφρικής, στη γη των οποίων θεωρούνταν σκάνδαλο “να φας προτού φωνάξεις τρεις φορές για να διαπιστώσεις αν υπάρχει κάποιος που θέλει να μοιραστεί το γεύμα σου”.iii Κι αυτό γιατί οι φαντασιακές σημασίες της ταξικής αλληλεγγύης και της προλεταριακής ενότητας δεν μπορούν να ριζώσουν μακριά από μορφές συλλογικής δράσης που θα τους προσδώσουν την υλική τους διάσταση. Παραβλέποντας προς στιγμή τον ανοικτό και αμεσοδημοκρατικό χαρακτήρα της οργάνωσης, το να ισχυρίζεται κανείς πως οι αγωνιστές του Ρουβίκωνα ετεροκαθορίζουν τους υπόλοιπους προλετάριους με την μονομερή δραστηριότητα τους, είναι το ίδιο με το να πούμε ότι ανάμεσα σε δύο προλετάριους που λιμοκτονούν, εκείνος που προσπαθεί να ενεργήσει για να αλλάξει την κατάσταση του και να βγάλει αμφότερους από τη δυσχερή θέση, “ετεροκαθορίζει” τον άλλον προλετάριο που το μόνο που θέλει είναι να πεθάνει ήσυχα και να πάρει και τους δύο στον λαιμό του. Όπως δείχνει και η πρόσφατη κυνική θεσμοποίηση της 12ωρης εργάσιμης ημέρας στην Αυστρία από τους εκλεγμένους “αντιπροσώπους του λαού”, μέσα σ’ ένα σύστημα κοινωνικής οργάνωσης που είναι φτιαγμένο για να υπηρετεί την αδικία και να διαιωνίζει την εξουσία των ισχυρών, οι καταπιεσμένοι μόνο αυτόκλητους υπερασπιστές μπορούν να έχουν.iv Παραφράζοντας τον αναρχικό θεωρητικό Εμίλ Πουζέ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απόρριψη της ψήφου υπέρ ενός πολιτικού “αντιπροσώπου” που ποτέ δεν κρατάει τον λόγο του και η αντικατάσταση της από την μέθοδο της άμεσης δράσης με ταξικό περιεχόμενο, είναι επί της αρχής το ίδιο πράγμα με την εγκατάλειψη της προσευχής σ’ έναν θεό που βρίσκεται εκεί ψηλά αλλά ποτέ δεν ακούει, και της αντικατάστασης της από την υλική μέθοδο και την πρακτική της αυτενέργειας.v Γιατί η απελευθέρωση των προλετάριων μόνο μέσα από τις δικές τους συλλογικές προσπάθειες μπορεί να προέλθει.

iiΓ. Σωτηρόπουλος, Διψώντας για Δικαιοσύνη (Futura).

iiiΠ. Κροπότκιν, Αλληλοβοήθεια (Εκδόσεις Καστανιώτη), σελ. 195.

ivΑυστρία: Ψηφίστηκε το 12ωρο στη Βουλη – Πανηγυρίζουν οι βιομήχανοι, http://www.imerodromos.gr/aystria-psifistike-to-12oro-sti-voyli-panigyrizoyn-oi-viomichanoi/.

Ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα

22516960019

Το 1946 ο Βίκτωρ Κραβτσένκο, υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος του σοβιετικού καθεστώτος, λιποτάκτησε από την ΕΣΣΔ. Πέρασε στην Δύση κι έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Διάλεξα την Ελευθερία», όπου περιέγραφε με μελανά χρώματα την καθημερινή ζωή ενός γραφειοκράτη στην ΕΣΣΔ, τις καταπιεστικές κοινωνικές σχέσεις και την καταθλιπτική ανελευθερία που επικρατούσαν στην σοβιετική κοινωνία. Οι δυτικοί τον χρησιμοποίησαν σαν δώρο θεού στην προπαγάνδα τους κατά του ανατολικού μπλοκ. Αυτό το υψηλόβαθμο στέλεχος του σοβιετικού μηχανισμού ήταν λίρα εκατό για τους ορκισμένους εχθρούς του καθεστώτος του υπαρκτού. Το βιβλίο του έγινε μπεστ-σέλερ κι επανεκδόθηκε 4 ή 5 φορές, ο Κραβτσένκο συρόταν απο (ραδιοφωνική) εκπομπή σε εκπομπή και είχε γίνει σχεδόν διάσημος. Όμως, ο Κραβτσένκο, δεν ήταν ένας οπορτουνιστής που κοιτούσε να εκμεταλλευτεί την πολιτική του κατάσταση σαν αντιφρονούντα για να εξασφαλίσει χρήμα και δόξα. Ήταν ένας πραγματικός ιδεολόγος σοσιαλιστής, που είχε λιποτακτήσει για λόγους αρχής. Πίστευε βαθιά στα ιδανικά της δικαιοσύνης, της αυτονομίας και της παγκόσμιας αδελφοσύνης των λαών. Όταν είδε πως είχε μετατραπεί σε εργαλείο προπαγάνδας που χρησιμοποιούσαν τα δυτικά καθεστώτα στον πόλεμο που είχαν εξαπολύσει ενάντια στο σοσιαλιστικό μπλοκ, όταν είδε με τα μάτια του την θηριωδία της δυτικής αποικιοκρατίας και συνειδητοποίησε ότι η ελευθερία και η δημοκρατία που αναζητούσε έλειπαν εξίσου και από τις κοινωνίες του υπαρκτού καπιταλισμού, ο Κραβτσένκο έγραψε ένα δεύτερο βιβλίο, γεμάτο αυτή τη φορά με κριτικές παρατηρήσεις για τις δυτικές κοινωνίες. Το βιβλίο είχε τίτλο «Διάλεξα την Δικαιοσύνη» και δεν έκανε παραπάνω από μία έκδοση. Οι δυτικοι προστάτες του τον εγκατέλειψαν μέσα σε μια νύχτα, οι προσκλήσεις για τις εκπομπές σταμάτησαν να έρχονται και το όνομα του γρήγορα ξεχάστηκε από τις εφημερίδες και από την κοινή γνώμη. Ο Κραβτσένκο πέθανε κάπου στην Αμερική. Κάποιοι είπαν ότι αυτοκτόνησε, άλλοι ότι δολοφονήθηκε από τις μυστικές υπηρεσίες της μιας ή της άλλης υπερδύναμης. Δεν ήταν ούτε πλούσιος, ούτε φτωχός. Πέθανε άσημος, αλλά με ακέραια την εντιμότητα και την αξιοπρέπεια του, σύμβολο του ηθικού υποκειμένου που δεν εξαγοράζεται, δεν εξημερώνεται και δεν υποτάσσεται σε καμιά πολιτική δύναμη και καμία εξουσία.