Τυπολογία της κυριαρχίας

Romulus-oversees-the-abduction-of-the-Sabine-women

«Οι φτωχοί είναι οι μαύροι της Ευρώπης».

Gonzalez Prada

Είναι σαφές ότι η Κοινωνική Πάλη είναι δομικό στοιχείο των ετερόνομων κοινωνιών. Συνακόλουθα, τα πολιτικά συντάγματα που καθορίζουν το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας μιας εξουσιαστικής πολιτειακής συγκρότησης, δεν είναι παρά συνθήκες που επικυρώνουν την παύση των εχθροπραξιών, μέσα στις οποίες αποκρυσταλλώνεται και κωδικοποιείται με νομικούς όρους ο συσχετισμός δυνάμεων που επικρατεί ανάμεσα στις αντιμαχόμενες κοινωνικές ομάδες την δεδομένη ιστορική στιγμή και ανάλογα με την έκβαση της Κοινωνικής Πάλης. Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο είδος των κοινωνικών σχέσεων που καθιερώνονται μέσα σε ένα ταξικό μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας και στις σχέσεις εξάρτησης και υποταγής που απορρέουν από ένα καθεστώς άμεσης στρατιωτικής κατοχής μιας χώρας από μίαν άλλη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η πολιτική συγκρότηση των ετερόνομων κοινωνιών κωδικοποιεί σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες. Η στρατιωτική κατοχή απλώς αντιπροσωπεύει μια κοινωνική συνθήκη που χαρακτηρίζεται από την μέγιστη συγκέντρωση δύναμης στα χέρια της υπέρτατης αρχής, την ύψιστη μορφή ετερονομίας που μπορεί να υπάρξει, με την επιβολή ενός καθεστώτος συνολικού ετεροκαθορισμού του λαού που βρίσκεται υπό κατοχή, μέσω της κατάργησης του δικαιώματος του στην αυτοδιάθεση. Ωστόσο, στην πιο ακραία απολυταρχική εκδοχή της, η τυπολογία της κυριαρχίας σε μια ταξικά διαρθρωμένη κοινωνική ολότητα μπορεί να προσλάβει χαρακτηριστικά ομοειδή με αυτά της κοινωνίας που βρίσκεται υπό ξένη κατοχή.

Ο πολιτικός χαρακτήρας τον οποίο λαμβάνει αυτή η συγκρότηση (φιλελεύθερος, σοσιαλδημοκρατικός, αυταρχικός, δικτατορικός, κλπ.) αντιστοιχεί στο εύρος του κοινωνικού συνασπισμού που απαρτίζει το αστικό μπλοκ εξουσίας στον εκάστοτε ετερόνομο κοινωνικό σχηματισμό. Ιδωμένη με αυτόν τον τρόπο, η εξουσία των κατακτητών είναι, τουλάχιστον στις πρώτες φάσεις της επιβολής του καθεστώτος της κατοχής, πάντοτε δεσποτική, περισσότερο λόγω της ακραίας κοινωνικής απομόνωσης στην οποία αίφνης περιέρχονται οι δυνάμεις κατοχής, και λιγότερο εξαιτίας μιας ποιοτικής διαφοράς του συστήματος στρατοκρατικής διοίκησης της κοινωνίας, από εκείνο μιας αυταρχικής αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», ή μιας στρατιωτικής χούντας με εγχώρια προέλευση. Όσο πιο πολυσυλλεκτικό είναι το αστικό μπλοκ εξουσίας στο εσωτερικό του και στον βαθμό που ενσωματώνει ετερόκλητες ή ετερογενείς κοινωνικές ομάδες στον σκληρό πυρήνα του, η ετερόνομη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θεσμοποιεί την κυριαρχία του θα παίρνει μορφές που επικεντρώνονται στην εκχώρηση και την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων από το Κράτος, στην ενσωμάτωση θεσμικών μηχανισμών αναδιανομής του εισοδήματος, καθώς και στην καθιέρωση μιας πραγματικής δυνατότητας για κοινωνική κινητικότητα ανάμεσα στις βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας.

Όπως σωστά διαπιστώνει ο Τ. Φωτόπουλος, είναι αυτός ο «σημαντικός βαθμός κοινωνικής κινητικότητας που προσφέρει κίνητρο στις υποτελείς [κοινωνικές] μονάδες να ανέχονται ολόκληρο το σύστημα [κοινωνικής διαστρωμάτωσης]».i Εφόσον οι προϋποθέσεις για την διατήρηση της κοινωνικής κινητικότητας υπονομεύονται εξαιτίας της εγγενούς τάσης που υπάρχει στη λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς για ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση όλων των μορφών δύναμης σε όλο και λιγότερα χέρια, η πολιτική μορφή της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας ρέπει προς τον καταναγκασμό και τείνει να λάβει όλο και πιο αυταρχικά χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια, διαταράσσεται η ισορροπία ανάμεσα στο στοιχείο της ιδεολογικής νομιμοποίησης του κοινωνικού συστήματος, που πραγματοποιείται χάρη στην εσωτερίκευση του ηγεμονικού φαντασιακού των ελίτ από τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας και στο στοιχείο του εξαναγκασμού των εξαρτημένων μονάδων να εκπληρώνουν τους κοινωνικούς ρόλους που τους ανατίθενται από-τα-πάνω, διαμέσου της οργανωμένης φυσικής βίας του Κράτους. Στην πραγματικότητα, «Ο βαθμός κατά τον οποίο μια εξουσία μπορεί να είναι σταθερή, εξαρτάται πάντοτε από τον βαθμό που γίνεται αποδεκτή ως δικαιολογημένη από τις κοινωνικές μονάδες που υπάγονται σε αυτή. Μάλιστα, η πραγματική βάση οποιασδήποτε εξουσίας σε μια ιεραρχική ολότητα δεν είναι η ιεραρχική οργάνωση καθ’ εαυτή, αλλά οι συνήθειες, οι απόψεις, οι αξίες και γενικά οι φαντασιακές σημασίες που συνενώνουν τα μέλη μιας ολότητας σε μια από κοινού αποδοχή της ιεραρχικής δομής, καθώς και οι ψυχολογικές διαδικασίες που δημιουργούν το ψυχικό υπόβαθρο για την υποταγή στην εξουσία και στις αποφάσεις άλλων».ii

Από αυτή την άποψη, η στρατιωτική κατοχή συνιστά σύστημα ομοειδές προς κάθε ταξικό κοινωνικό σχηματισμό σε ότι αφορά τις βασικές παραμέτρους που συνθέτουν το υπόβαθρο του και απλά εμπεριέχει μια ακραία ποσοτική διαβάθμιση ανάμεσα στους παράγοντες που απαρτίζουν το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της ετερονομίας, υπέρ της παραμέτρου της φυσικής βίας. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι αποκλείεται ο στρατός κατοχής να εξεύρει συμμάχους και προγεφυρώματα μέσα στις τάξεις του κοινωνικού σχηματισμού στον οποίο έχει επιβάλλει την εξουσία του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί βάσιμα ότι η ένοπλη επιβολή, αδιάφορο αν αυτή έρχεται από-τα-“μέσα”, ή από-τα-“έξω”, ισοδυναμεί με την εκρηκτική στιγμή κατά την οποία συλλαμβάνεται η ετερόνομη κοινωνική ολότητα, ένα είδος πολιτικού «big bang» που συνοδεύει υποχρεωτικά τη δημιουργία των ιδιαίτερων οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που συντελούν στην πρωταρχική συσσώρευση. Δηλαδή στην διαμόρφωση των βασικών υλικών προϋποθέσεων που υποβαστάζουν την αναπαραγωγή της οικονομίας της αγοράς ως συστήματος οργάνωσης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Εξού και το γεγονός ότι η στρατιωτική κατάκτηση συνιστά την κατεξοχήν πολιτική μορφή που παραδοσιακά έλαβε ο ιμπεριαλισμός στην κλασική εκδοχή του και με την οποία εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να είναι συμβατός σαν πολιτική, οικονομική και κοινωνική δομή κυριαρχίας.

Ο Κ. Πολάνυϊ είχε δίκιο όταν ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν πολλά κοινά γνωρίσματα ανάμεσα στους τρόπους που οικοδομήθηκε η κυριαρχία των δυτικών ελίτ πάνω στους λαούς που τελούσαν υπό την κτηνώδη κατοχή της αποικιοκρατίας και σε εκείνες τις απάνθρωπες μεθόδους που διασφάλισαν την ταξική ηγεμονία των ίδιων ελίτ πάνω στις υποδεέστερες ομάδες των χωρών τους κατά την περίοδο της αρχικής διαμόρφωσης των βασικών κοινωνικών και οικονομικών παραμέτρων της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Δηλαδή, την περίοδο που αναπτύχθηκε το φαινόμενο που αποκαλούμε πρωταρχική συσσώρευση. Έγραφε ο Πολάνυϊ (2001: 162-163) σχετικά: «Ό,τι εφαρμόζει ο λευκός σε απόμακρες περιοχές σήμερα, δηλαδή την κατάλυση των κοινωνικών δομών με σκοπό τη βίαιη ιδιοποίηση της εργασίας των ιθαγενών, συνέβαινε τον 18ο αι. σε λευκούς πληθυσμούς από λευκούς ανθρώπους, για τους ίδιους ακριβώς λόγους. […] Ο παραλληλισμός είναι πολύ θεμιτός, αφού και ο πρώιμος εργάτης μισούσε το εργοστάσιο, όπου ένιωθε βασανισμένος και ταπεινωμένος, όπως ο ιθαγενής, που συχνά εξαναγκαζόταν να δουλεύει όπως εμείς με την απειλή σωματικής τιμωρίας, ακόμη και ακρωτηριασμού. Οι βιομήχανοι της Λυόν του 18ου αι. επιζητούσαν τους χαμηλούς μισθούς πρωταρχικά για κοινωνικούς λόγους. Μόνο ένας ταλαιπωρημένος και καταρρακωμένος εργάτης, ισχυρίζονταν, θα απέφευγε να συνασπισθεί με τους συντρόφους του και να ξέφυγε από τις συνθήκες προσωπικής δουλείας, υπο τις οποίες θα μπορούσε να εξαναγκασθεί να εκτελέσει τις οποιεσδήποτε εντολές του αφέντη του. Νομικός εξαναγκασμός και ενοριακή δουλεία στην Αγγλία, η βία της απολυταρχικής αστυνόμευσης της εργασίας στην Ευρώπη, η παροδική εργασία κατά την πρώιμη αποικιακή περίοδο της Αμερικής, αποτελούσαν τα προαπαιτούμενα του “ενθουσιώδους εργάτη”. Αλλά το τελικό στάδιο ήλθε με την εφαρμογή της “φυσικής τιμωρίας” της πείνας. Για να πραγματωθεί το στάδιο αυτό, χρειάστηκε να καταστραφεί η οργανική κοινωνία, που δεν ανεχόταν την λιμοκτονία του ατόμου».iii

Ζητούμενο του νέο-ιμπεριαλισμού, ή καλύτερα η ικανή συνθήκη για την επιβολή ενός καθεστώτος στυγνής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, είναι πάντοτε η κατάλυση των εξωθεσμικών δικτύων αλληλοβοήθειας, των συλλογικών δομών αλληλεγγύης και των κολεκτιβιστικών αξιακών συστημάτων που επικρατούν στις κοινωνίες των αυτοχθόνων, προκειμένου να υπερισχύσει στις τοπικές κοινωνικές ολότητες η πολιτισμική ηγεμονία του ετερόνομου καπιταλιστικού φαντασιακού. Σε αυτό το πλαίσιο, μοναδικός τύπος συναναστροφής και αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις κοινωνικές μονάδες που θα μπορούσε να γίνει ανεκτός και να ευδοκιμήσει στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς είναι η συμβατική σχέση, δηλαδή ένα είδος απρόσωπης σχέσης που υπόκειται σε τυπικούς νομικούς κανόνες και τελεί υπό την προστασία του Κράτους. Στο ίδιο πνεύμα, μοναδική οργανωτική αρχή της έλλογης κοινωνικής δραστηριότητας των ατομικών ή συλλογικών υποκειμένων μέσα σε μια πλήρως αγοραιοποιημένη κοινωνία, μπορεί να είναι η αρχή της κερδοφορίας η οποία εγγυάται: α) την βιωσιμότητα της δραστηριότητας, δηλαδή την αυτόνομη αναπαραγωγή της ύπαρξης της μέσω της εξεύρεσης ιδίων πόρων για την χρηματοδότηση της και, β) την κοινωνική χρησιμότητα της δραστηριότητας, που σύμφωνα με την νεοφιλελεύθερη ιδεολογική ορθοδοξία, συνίσταται αποκλειστικά στο ότι η εν λόγω δραστηριότητα δεν επιβαρύνει οικονομικά όσους βρίσκονται έξω από αυτήν και δεν ενεργεί ανταγωνιστικά προς μια αντίστοιχη δραστηριότητα ή υπηρεσία στην οποία αποκτά κανείς πρόσβαση με την μορφή του εμπορεύματος μέσω της αγοράς. Αυτό που ουσιαστικά συμβαίνει είναι η εξατομίκευση του προϋπάρχοντος κοινωνικού σώματος και η «ανασύνθεση του οικονομικού συστήματος στις συνιστώσες του, έτσι ώστε η κάθε μία να ενταχτεί σε όποιο κομμάτι του συστήματος ήταν χρησιμότερη».iv

Ο παραλληλισμός στον οποίο προβαίνει ο Πολάνυϊ ανάμεσα σε δύο ιστορικά διαχωρισμένες και φαινομενικά ετερογενείς φάσεις εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος (πρωταρχική συσσώρευση / αποικιοκρατία), είναι ακόμη πιο επίκαιρος στις μέρες μας, κυρίως αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο επεκτείνονται οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί του νεοϊμπεριαλισμού και ως προς τις αντικειμενικές λειτουργίες που εκπληρώνουν. Χρονολογικά και ιστορικά η αποικιοκρατία σίγουρα θα πρέπει να ταξινομηθεί σαν ένα στάδιο διαδοχής στην ιστορική εξέλιξη της οικονομίας της αγοράς το οποίο έπεται χρονικά της περιόδου της πρωταρχικής συσσώρευσης. Επιπλέον, τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά, οι διαδικασίες που μπήκαν σε κίνηση καθώς και οι αλλαγές που έφερε η κάθε φάση στο ιστορικό προσκήνιο, διέφεραν από την μία περίπτωση στην άλλη, στον βαθμό που ο κλασικός ιμπεριαλισμός μεταχειρίστηκε τις κοινωνίες της υπόδουλης περιφέρειας σαν έπαθλα προς λαφυραγώγηση και σαν πηγές για την εξεύρεση ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού. Για τις αποικιοκρατικές γραφειοκρατίες όλων των χωρών, ουδέποτε τέθηκε το ζήτημα της διαμόρφωσης ενός ξεχωριστού μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης για τις αποικίες, που θα μπορούσε σταδιακά να συντελέσει στην άνοδο ενός εθνικού κοινωνικού σχηματισμού, έστω και υποτελούς στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Εν πολλοίς βέβαια αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ένας τελειοποιημένος καταμερισμός εργασίας σε διεθνή κλίμακα δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί, μιας και στην εποχή της φιλελεύθερης νεωτερικότητας το έθνος-κράτος ήταν η βασική μονάδα ανάπτυξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.

Έτσι, για τον λόγο ότι το Κράτος παρέμενε στο επίκεντρο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών, ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας υπήρξε πολυεπίπεδος και κατακερματισμένος. Μολαταύτα, ακόμη και η Ινδία, που, κατά τα άλλα, οι Άγγλοι συνήθιζαν να επαίρονται ότι αποτελούσε το «πετράδι στο στέμμα του βρετανικού θρόνου», στους ευρύτερους αποικιοκρατικούς σχεδιασμούς της αυτοκρατορίας κατείχε τον υποβαθμισμένο ρόλο μιας απέραντης φυσικής αποθήκης βάμβακος και μπαχαρικών, καθώς επίσης και μιας κοιτίδας για την άντληση εκατομμυρίων ακατέργαστων και εξαθλιωμένων εργατών. Όπως αναφέρει ενδεικτικά ο Τσόμσκι, «Βρετανοί αξιωματούχοι, έμποροι κι επενδυτές “συσσώρευσαν τεράστιες περιουσίες” κερδίζοντας πλούτο “πέρα από τα όνειρα της φιλαργυρίας”. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αληθινό για την Βεγγάλη, η οποία, […] “αποσταθεροποιήθηκε κι εξαθλιώθηκε από ένα καταστροφικό πείραμα πατροναρισμένης διακυβέρνησης” – ένα από τα πολλά “πειράματα” στον Τρίτο Κόσμο που δεν οδήγησαν ακριβώς σε όφελος αυτών που υπέστησαν το πείραμα. Δύο Άγγλοι ιστορικοί της Ινδίας, ο T.H. Thompson και ο G.T. Garrett, χαρακτήρισαν την πρώιμη ιστορία της Βρετανικής Ινδίας ως “την παγκοσμίως ανώτατη στάθμη υδάτων της διαφθοράς: μια λαγνεία για το χρυσό, που δεν έχει ταίρι μετά από την υστερία που έπιασε τους Ισπανούς της εποχής του Κορτές και του Πιζάρο, γέμισε το μυαλό των Άγγλων. Ειδικώς η Βεγγάλη δεν επρόκειτο να γνωρίσει πάλι την ειρήνη μέχρις ότου αφαιμάχτηκε πλήρως”. Είναι σημαντικό, παρατηρούν, ότι μια από τις ινδουστανικές λέξεις η οποία έγινε μέρος της Αγγλικής γλώσσας είναι η λέξη “loot” (που σημαίνει πλιάτσικο). Η τύχη της Βεγγάλης φωτίζει ουσιαστικά στοιχεία των παγκόσμιων κατακτήσεων. Η Καλκούτα και το Μπαγκλαντές τώρα είναι ακριβώς τα σύμβολα της μιζέριας και της απελπισίας. Αντιθέτως, οι Ευρωπαίοι πολεμιστές-έμποροι έβλεπαν την Βεγγάλη ως ένα από τα πλουσιότερα έπαθλα του κόσμου».v

Οι όποιες ενδογενείς καπιταλιστικές αλλαγές συντελέστηκαν στις αποικίες ήταν μάλλον παρεπόμενα της μακροχρόνιας επικυριαρχίας των AKX, που προέκυψαν σαν δευτερεύουσες συνέπειες μιας καταστροφικής οικονομικής πολιτικής που σίγουρα δεν είχε τις ανάγκες των αποικιών στο επίκεντρο της κι αντανακλούσε μια ήδη παγιωμένη εξουσιαστική σχέση ανάμεσα στις αποικίες από την μία, και την ευρωπαϊκή δύναμη που τις κατείχε από την άλλη. Αντίθετα, στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, είναι η βίαιη προσαρμογή των τοπικών κοινωνιών στα νεοφιλελεύθερα πρότυπα που εκπορεύονται από τις εύπορες κοινωνίες του Βορρά, και συνακόλουθα η επιβολή του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος μέσω της υιοθέτησης ενός εξωστρεφούς μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης, μέσω της οποίας συντελείται η ενσωμάτωση τους στο σύστημα κυριαρχίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, φυσικά πάντοτε από υποδεέστερη, μειονεκτική θέση. Κάπως σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι στην πρώτη περίπτωση, η υπανάπτυξη είναι σύμπτωμα και επακόλουθο μιας παγιωμένης εξουσιαστικής συνθήκης. Από την άλλη, στην δεύτερη περίπτωση, η εξάρτηση και η φτωχοποίηση συνιστούν οι ίδιες τις προϋποθέσεις για την παγίωση μιας σχέσης κυριαρχίας, καθώς απορρέουν από μια δυναμική διαδικασία κατά την οποία δημιουργούνται οι υλικοί όροι για την αναπαραγωγή της οικονομικής κυριαρχίας των μητροπόλεων του Κέντρου, μέσα από την αντικειμενική επίδραση που ασκούν οι δυνάμεις της παγκοσμιοποιημένης αγοράς πάνω στην περιφερειακή οικονομία.

Σε συνέχεια των παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι μια από τις βασικές αντιθέσεις του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος που εγκαθιστά το διεθνοποιημένο σύστημα της οικονομίας της αγοράς είναι το γεγονός ότι, από την μία, αδυνατεί να συνδέσει πειστικά την καθολίκευση των βασικών θεσμών του με την εθνικιστική ιδεολογία στην κλασική μορφή της. Από την άλλη, το εθνικιστικό φαντασιακό εξακολουθεί να ενυπάρχει μέσα στον πυρήνα της φαντασιακής θέσμισης της κρατικιστικής μορφής οργάνωσης της κοινωνίας. Έτσι, η ενσωμάτωση από μειονεκτική θέση μιας κοινωνικής ολότητας στις οικονομικές ιεραρχίες που επιβάλλει ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός, τις περισσότερες φορές δεν είναι συμβατή με μια παραδοσιακή εθνικιστική αφήγηση, έναν επαρχιώτικο εθνικισμό παλαιάς κοπής, που θα συνενώσει τις διαφορετικές βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας σε μια ενιαία πολιτισμική ή φυλετική φαντασιακή κοινότητα. Κι αυτό διότι το εξωστρεφές μοντέλο «ανάπτυξης» που επιβάλει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, δεν δημιουργεί πρόσφορες κοινωνικές συνθήκες ώστε οι ελίτ της περιφέρειας να νομιμοποιήσουν ιδεολογικά την εξουσία τους μέσω της εξύμνησης ενός επίπλαστου «μεγαλείου του έθνους», στον βαθμό που η πολιτική τους μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης καταλήγει ακριβώς στα αντίθετα αποτελέσματα. Ούτε επιτρέπει την εφαρμογή ενός βαθμού κοινωνικής δικαιοσύνης στο εσωτερικό, που θα μπορούσε να προσδώσει μια υλική διάσταση στην φαντασιακή έννοια της συμβολικής εθνικής «κοινότητας». Αντίθετα, οι ελίτ και οι προνομιούχες ομάδες που αποτελούν τους ενσώματους φορείς της κυριαρχίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού στις κοινωνίες της περιφέρειας, διαδραματίζουν τον ρόλο ενός καταλύτη που εμβαθύνει τους υλικούς δεσμούς της εξάρτησης και της υποτέλειας των τοπικών κοινωνιών από τις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Λειτουργούν επίσης σαν μια ελίτ πολιτισμικά ετερογενής ως προς τις κατώτερες τάξεις, αφού η κοσμοθεωρία, οι συνήθειες, ο τρόπος ζωής, τα ενδιαφέροντα, οι ηθικές αρχές και φυσικά τα υλικά συμφέροντα που υπερασπίζονται, δεν συμβαδίζουν και είναι απολύτως διαχωρισμένα από τις αντίστοιχες συνήθειες, αξίες και αρχές των εξαρτημένων στρωμάτων της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.

Ο Γ. Λιερός έχει περιγράψει αυτή την προνομιούχο πολυεθνική μειοψηφία ως εξής: «Η συνοχή του όλου υπό την εξουσία του κεφαλαίου συντελείται μέσω μιας πυκνής κυκλοφορίας εικόνων, ψηφιοποιημένων πληροφοριών, κεφαλαίων, εμπορευμάτων αλλά και ανθρώπων: τα στελέχη κινούνται συνεχώς σε ένα κύκλωμα το οποίο έχει μια σχετική ομοιογένεια στους βασικούς του κόμβους. Πράγματι, τα αεροδρόμια, τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων, τα μέγαρα επιχειρήσεων, οι μεγάλοι οδικοί άξονες, τα ακριβά εμπορικά κέντρα ή τα ακριβά εστιατόρια είναι πάνω κάτω τα ίδια στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, τη Σαγκάη, το Σάο Πάολο, ακόμη και στο Λάγκος […] Η παγκόσμια ελίτ φαίνεται να έχει απεριόριστη δύναμη και μοιράζεται τις ίδιες αξίες, τον ίδιο τρόπο ζωής και τον ίδιο πολιτισμό. Χωρίς καμία – “κοσμική” ή μη – επιφοίτηση, αυτοί οι “νομάδες” μιλούν την ίδια γλώσσα: τα αγγλικά […]».vi Με άλλα λόγια, η ηγεμονική κουλτούρα, αλλά και οι συνθήκες ζωής της τάξης των νεομπουρζουάδων είναι κοσμοπολίτικες και, από αυτή την άποψη, είναι πολύ πιο πιθανό να στρέψουν το καλοπροαίρετο ενδιαφέρον τους προς τους άτυχους σεισμόπληκτους του μακρινού Νεπάλ, ή στα θύματα της επονείδιστης γενοκτονίας του Νταρφούρ, παρά να επιδείξουν κάποια στοιχειώδη ευαισθησία για τους φτωχούς και τους αναξιοπαθούντες που βρίσκονται μέσα στην ίδια χώρα με αυτούς. Όχι τυχαία βέβαια, αφού όπως έχει δείξει ο Ζ. Μπάουμαν, η επίδειξη ανθρωπιστικού πνεύματος με αποδέκτες τα λαϊκά στρώματα ενός «εθνικού» καπιταλιστικού σχηματισμού, εύκολα θα μπορούσε να επαναφέρει επιζήμιες για τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες έννοιες όπως «κοινωνική δικαιοσύνη», «αναδιανομή» και «κράτος πρόνοιας» που ο νεοφιλελευθερισμός πάσχισε πολύ προκειμένου να διαλύσει και να εξοβελίσει από τον δημόσιο διάλογο.vii

i Fotopoulos, Takis. 2000. “Class Divisions Today – The Inclusive Democracy Approach”. Democracy & Nature, Vol. 6, no.2. http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

iiο.π.

iiiPolanyi, Karl. 2001. Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός. Μετάφραση Κώστας Γαγανάκης. Αθήνα: Νησίδες, σελ.162-163.

ivο.π.σ. 176.

vΤσόμσκι, Νόαμ. 1994. Έτος 501: Η Κατάκτηση Συνεχίζεται. Μετάφραση Νίκος Ράπτης. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος. σελ. 18-19.

viΛιερός, Γιώργος. 2012. Σκέψεις για την άμεση δημοκρατία. Αθήνα: Εκδόσεις των Συναδέλφων, σελ. 46-51.

vii Μπάουμαν, Ζίγκμουντ. 2004. Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι. Μετάφραση Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας. Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 157-167.

Advertisements

Η ιστορία της ανθρωπότητας δεν λέει να ξεκινήσει

118570929

…αλλά εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια, μας αρέσει δεν μας αρέσει, το κράτος αποτελεί πραγματικότητα απαράκαμπτη, χωρίς ορατή, ούτε καν σε ένα μέλλον συλληπτό, ημερομηνία λήξεως, εκτός ίσως στο πλαίσιο μιας ‘ρεαλιστικής ουτοπίας’ όπου το κράτος προβλέπεται να καταργηθεί διά του κράτους με τα ήδη γνωστά τερατογόνα αποτελέσματα”.

Γιάννης Καλιόρης, Όλα ή Τίποτα

Πριν από λίγους μήνες, οι ρωσόφωνοι εξεγερμένοι στην Ανατολική Ουκρανία ανακοίνωσαν τη δημιουργία του δικού τους κράτους. Η ομοσπονδία της Μικρής Ρωσίας, που περικλείει στα όρια της τις “λαϊκές δημοκρατίες” του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ, έρχεται να προσθέσει έναν ακόμη γύρο στην ιστορική διαδικασία του κατακερματισμού και της πολυδιάσπασης της ανθρωπότητας σε αναρίθμητα κι εχθρικά μεταξύ τους κομμάτια, που ανταγωνίζονται ανοικτά για να αποκτήσουν πρόσβαση στις θεσμοποιημένες πηγές του πλούτου και τις δύναμης. Όταν κανείς ακούει τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Ζαχαρτσένκο να ισχυρίζεται ότι οι ρωσόφωνοι υποχρεώθηκαν να ενεργήσουν με αυτόν τον τρόπο και να κηρύξουν την ανεξαρτησία τους, επειδή η Ουκρανία δεν ήταν πια σε θέση να εγγυηθεί την “ασφάλεια” και την “ευημερία” των κατοίκων της περιοχής, καταλαβαίνει με θλίψη πως η ανθρωπότητα αργεί ακόμη να εξέλθει από την περίοδο της προϊστορίας της. Εκεί όπου, σύμφωνα με τον Ένγκελς, ανήκει το Κράτος, “πλάι με τον αργαλειό και το χάλκινο τσεκούρι”.i Τι είναι όμως εκείνο που έσπρωξε τους ρωσόφωνους προλετάριους του Ντονμπάς να επιζητήσουν ένα δικό τους ξεχωριστό Κράτος σαν την ενδεδειγμένη λύση στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν; Γιατί βλέπουν το Κράτος σαν ένα δημόσιο αγαθό που ανήκει σε όλους, αντί να το εκλαμβάνουν αρνητικά, σαν ένα εξουσιαστικό μόρφωμα που απειλεί να καταβροχθίσει την αυτονομία που απόκτησαν έπειτα από την παλλαϊκή εξέγερση και την κατάλυση της εξουσίας του Ουκρανικού κράτους στην περιοχή; Ή τέλος, γιατί δεν επιδίωξαν να κάνουν μια αντικρατική επανάσταση μέσα στην Ουκρανία και να συμπαρασύρουν σε αυτή και τα προλεταριακά στρώματα της δυτικής Ουκρανίας;

Χωρίς αμφιβολία, πρωταρχικό ρόλο στην σταδιακή ανάδειξη της ανεξαρτησίας ως αναγκαίας λύσης στο ουκρανικό ζήτημα, είχε η μορφή που πήρε το καθεστώς της αστικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής στον Ουκρανικό καπιταλιστικό σχηματισμό. Η απόσχιση απ’ το Ουκρανικό κράτος προέκυψε ως το απαραίτητο πολιτικό συμπλήρωμα της απαλλοτρίωσης της τοπικής βιομηχανικής υποδομής από τους ρωσόφωνους, που την διέσωσαν με αυτόν τον τρόπο από τις αρπακτικές διαθέσεις της υπερεθνικής ελίτ, η οποία καραδοκούσε ενόψει της πλήρους ενσωμάτωσης της Ουκρανίας στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ανακήρυξη της αυτοδιάθεσης τω ρωσόφωνων έγινε έπειτα από την επίσημη εξαγγελία της εθνικοποίησης της βαριάς βιομηχανίας της περιοχής, που ήταν από την αρχή η κινητήρια δύναμη πίσω από την εξέγερση και βρήκε έκφραση στα πάγια προγραμματικά αιτήματα του αντι-Μαϊντάν κινήματος. Είναι άλλωστε φανερό πως οι εθνικοποιήσεις των εργοστασίων δεν θα μπορούσαν ποτέ να έχουν επιβληθεί όσο η εξουσία της Ουκρανικής ελίτ στο Ντονμπάς παρέμενε ισχυρή και χωρίς αντίπαλο δέος. Δεν θα ήταν μάλιστα υπερβολή αν λέγαμε ότι το Μαϊντάν ήταν η διελκυστίνδα μέσα από την οποία έπρεπε να διέλθει η κοινωνική ολότητα στην Ουκρανία έτσι ώστε να μπετοναριστεί το νεοφιλελεύθερο μπλοκ εξουσίας, να εκδιωχθούν από τις τάξεις του οι συστημικές πολιτικές οργανώσεις των ρωσόφωνων και να προετοιμαστούν έτσι οι συνθήκες για την γενικευμένη επίθεση ενάντια στο Ντονμπάς, τόσο σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο.

Θα πρέπει εδώ να γίνει κατανοητό ότι αυτή η συγκρουσιακή δυναμική των συσσωρευμένων κοινωνικών ανταγωνισμών που κλιμακώθηκε με την εξέγερση του Ντονμπάς, πολύ λίγο αφορά το υποτιθέμενο αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στον ρωσικο επεκτατισμό από την μία, και το σκληροπυρηνικό εθνικιστικό φαντασιακό που διαπότισε την Ουκρανική κοινωνία μετά το Μαϊντάν, από την άλλη. Η σύγκρουση στο Ντονμπάς δεν είναι το αποτέλεσμα της εθνικιστικής “αφύπνισης” που επικράτησε μετά το Μαϊντάν, αλλά μάλλον ή αιτία της και συνιστά τμήμα της Κοινωνικής Πάλης που έχουν εξαπολύσει από-τα-πάνω οι Ουκρανικές ελίτ ενάντια στα υποτελή κοινωνικά στρώματα συνολικά. Εκείνο το στοιχείο που διαφοροποιήσε την κοινωνική σύγκρουση στο Ντονμπάς από τις παραμέτρους με τις οποίες εκφράστηκε αυτή στην υπόλοιπη Ουκρανία είναι οι υποκειμενικές συνθήκες που υπάρχουν στην περιοχή και διαμόρφωσαν τον κοινωνικό ανταγωνισμό με όρους αντιτιθέμενων και αμοιβαία αποκλειόμενων εθνικισμών. Από αυτή την άποψη, μια πολιτική συμμαχία ανάμεσα στα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα που θα έβαζε σε δεύτερη μοίρα τη σημασία των εθνοτικών διαχωρισμών και θα αναδείκνυε την κοινωνική τάξη σε ηγεμονική φαντασιακή σημασία, ήταν αδύνατο να πάρει σάρκα και οστά στην ιστορική συγκυρία που διανύουμε. Κι αυτό παρά τα κοινά συμφέροντα με τους μη-προνομιούχους της Ουκρανίας, οι οποίοι τώρα έχουν απομείνει μόνοι τους για να αντιμετωπίσουν τη σκληρή επίθεση που ετοιμάζουν εναντίον τους οι ελίτ και οι προνομιούχες κοινωνικές ομάδες της χώρας, μετά την συμφωνία με το ΔΝΤ για επείγουσα οικονομική βοήθεια ύψους 17,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που συνοδεύεται βέβαια από ένα πρόγραμμα εκτεταμένης και βίαιης αγοραιοποίησης της ουκρανικής κοινωνίας.ii

Αλλά μια συνεννόηση ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες των καταπιεσμένων που απαρτίζουν από κοινού την προλεταριακή υποτάξη στην Ουκρανία γίνεται εξαιρετικά δυσχερής κι εξαιτίας των πολιτισμικών και εθνοτικών παραγόντων που ιστορικά συντέλεσαν στην πολυδιάσπαση του Ουκρανικού προλεταριάτου. Για τους ουκρανούς προλετάριους η σοσιαλιστική ιδεολογία και ο σοβιετικός ιμπεριαλισμός είναι ταυτόσημες και αδιαχώριστες έννοιες. Συνακόλουθα, τείνουν να προσχωρούν στις ρεβανσιστικές τάσεις της απροκάλυπτα φιλοναζιστικής ουκρανικής ακροδεξιάς, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσαν να ταυτιστούν φαντασιακά και να κάνουν δικό τους ένα αντιεθνικιστικό πρόταγμα με καταβολές από την εναλλακτική πολιτική παράδοση της αυτονομίας, το οποίο θα έριχνε το βάρος της δράσης τους στην σφυρηλάτηση της ενότητας των εργαζόμενων τάξεων. Και σαν μια αντανάκλαση αυτής της εκφυλισμένης ταξικής συνείδησης των Ουκρανών προλετάριων, οι ρωσόφωνοι προλετάριοι του Ντονμπάς ενδόμυχα αποδίδουν ταξικούς συμβολισμούς και κοινωνικά χειραφετικό περιεχόμενο σε μια ενδεχόμενη απκατάσταση της ρωσικής κυριαρχίας στην περιοχή.

Όπως και να έχει, όταν η ιστορική εμπειρία της κοινωνικής πάλης μετουσιώνεται σε φαντασιακές σημασίες που αναπαράγουν τους εθνοτικούς διαχωρισμούς μέσα στους κόλπους της προλεταριακής υποτάξης, η απόπειρα για πολιτική ενότητα έχει λίγες πιθανότητες να ευδοκιμήσει. Η προλεταριοποίηση των ρωσόφωνων αποτέλεσε την εμπράγματη διάσταση του ρατσισμού που κυριαρχούσε στο επίπεδο του ηγεμονικού κοινωνικού παραδείγματος ενάντια στο Ντονμπάς και τους πληθυσμούς του. Ήταν οι αντικειμενικές συνθήκες που, από την μία, μετάτρεψαν το κοινωνικό φαντασιακό περί της κατωτερότητας μιας μερίδας του πληθυσμού της Ουκρανίας (των ρωσόφωνων) σε χειροπιαστή κοινωνική πραγματικότητα, ενώ, από την άλλη, ανέθεταν έναν υποτελή ρόλο σε αυτή την φαντασιακά υποδέεστερη κοινωνική ομάδα, αυτόν που εκπληρώνουν τα εξαρτημένα προλεταριακά στρώματα στον ιεραρχικό καταμερισμό της εργασίας που επιβάλει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Έτσι, ήταν μάλλον φυσικό κι επόμενο η κοινωνική εξέγερση στην ανατολική Ουκρανία να προσλάβει αντί-Ουκρανικά χαρακτηριστικά, εφόσον το ιδεολόγημα της “εθνικής ενότητας” δεν εξυπηρετεί παρά την παγίωση μιας συγκεκριμένη ιεραρχικής διάταξης των κοινωνικών ομάδων και την αναπαραγωγή των σχέσεων άνισης κατανομής της δύναμης μεταξύ τους. Ο “εχθρός” που συνωμοτεί για να υποσκάψει την φυσική ενότητα και συνοχή του κράτους “μας” και απειλεί να στρέψει τον έναν “αδελφό” ενάντια στον άλλο, συνιστά πάντοτε ξένο σώμα. Ένα ύπουλο καρκίνωμα στην καρδιά του έθνους που, το δίχως άλλο, λειτουργεί σαν το υποχείριο “σκοτεινών” δυνάμεων.

Στον βαθμό που είναι διατεθειμένοι να εκδηλώσουν τη δυσαρέσκεια τους και να αντισταθούν ενάντια στα μέτρα του θεσμοποιημένου κοινωνικού κανιβαλισμού που πρόκειται να επιβάλλει το ΔΝΤ και η κοινοβουλευτική χούντα του Μαϊντάν στην Ουκρανία, οι ουκρανοί προλετάριοι σίγουρα διατρέχουν κι αυτοί τον κίνδυνο να χαρακτηριστούν ως ενεργούμενα ξένων δυνάμεων, ή ως ανατρεπτικά στοιχεία με αντεθνικό προσανατολισμό από τα πλέον επίσημα χείλη. Ήδη ο πρώην πρωθυπουργός Γιάτσενιουκ υπαινίχθηκε κάτι παρόμοιο όταν δήλωσε δημόσια ότι, “Οι Ρωσικές αρχές έχουν αλλάξει τα σχέδιά τους από πολιτική διάλυση της χώρας και την αυτονομιστική ιδεολογία, στην κοινωνική και οικονομική αποσταθεροποίηση. Αυτοί που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις και φώναζαν ‘Novorosia, για τη Ρωσία’ έχουν ήδη αρχίσει να μιλούν για τις συντάξεις, τους μισθούς και κοινωνικές παροχές. Είναι ίδια πρόσωπα της FSB , πράκτορες που στάλθηκαν εδώ πριν από δεκαετίες”.iii Φαίνεται πως ο Α. Μπαντιού είχε δίκιο όταν έγραφε ότι, “Η μεσαία τάξη είναι ο ‘λαός’ των καπιταλιστικών ολιγαρχιών”.iv Μόνο τους ικανοποιημένους, τους χορτασμένους και τους νομιμόφρονες αναγνωρίζουν οι ελίτ σαν τον “κυρίαρχο λαό”. Από αυτή την άποψη, όσοι από εμάς αυτοπροσδιοριζόμαστε πολιτικά ως ανήκοντες στην εναλλακτική πολιτική παράδοση της αυτονομίας, όσοι επιθυμούμε την εξάλειψη των ταξικών δικρίσεων και τους κράτους στο όνομα της ελευθερίας, της ισότητας και της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή να καταχωρηθούμε ως εθνοπροδότες από τους ιδεολογικούς κομισάριους του συστήματος, ή σαν προπαγανδιστές “εθνομηδενιστικών” πεποιθήσεων.

Γιατί όμως οι προλετάριοι του Ντονμπάς δεν έχασαν χρόνο να δεθούν με καινούρια κρατικά δεσμά, στη στιγμή ακριβώς που κατόρθωσαν να απελευθερωθούν από τις αλυσίδες με τις οποίες τους είχε περισφίξει του Ουκρανικό κράτος; Γιατί ακόμα οι απλοί άνθρωποι πιστεύουν στην μυθολογία του κρατισμού και δεν αντιλαμβάνονται το κράτος ως μια οντότητα εχθρική προς την κοινωνία και τα συμφέροντα της; Πολλοί θα υποδείκνυαν την διττή φύση του Κράτους, τόσο σαν μηχανισμό καταπίεσης και οργανωμένης βίας, όσο και σαν οργανισμό επιφορτισμένο με τη διεύθυνση και αξιοποίηση των συλλογικών δυνάμεων της κοινωνίας, προκειμένου να εξηγήσουν τον αντιφατικό φαντασιακό δεσμό που υπάρχει ανάμεσα στην ετερόνομη κοινωνική ολότητα, από την μία, και το Κράτος από την άλλη. Έτσι, αν και συνιστά μια υπερκείμενη δομή εξουσίας, το Κράτος είναι μια θλιβερή αναγκαιότητα. Εξασφαλίζει την προστασία από εξωτερικούς εχθρούς, την κυριότητα πάνω στους φυσικούς πόρους, καθώς και την παροχή ορισμένων υπηρεσιών κοινής ωφελείας στις κοινωνικές μονάδες που πληρούν τις νομικές προδιαγραφές για να αναγνωριστούν ως μέλη του. Με αυτόν τον τρόπο, το ετερόνομο φαντασιακό της κρατικιστικής ειδωλολατρίας είναι την ίδια στιγμή οικουμενικό, στον βαθμό που αποτελεί την ηγεμονική φαντασιακή σημασία ως προς τον τρόπο με τον οποίο ένας λαός οργανώνεται και συνέρχεται σε συντεταγμένη πολιτική κοινότητα, αλλά και ιστορικά και γεωγραφικά προσδιορισμένο, στον βαθμό που διαχωρίζει και διασπά τους λαούς σε διαφορετικές και ανταγωνιστικές μεταξύ τους κρατικές οντότητες. Είναι την ίδια στιγμή επεκτατικό από την φύση του, αλλά και εσωστρεφές, εφόσον απονέμει άνισα τα οφέλη στο εσωτερικό του και περιορίζει τις δικαιϊκές υποχρεώσεις του σε μια κλειστή και προνομιακή κατηγορία υποκειμένων που φέρουν την ιδιότητα του “πολίτη”.

Τουτέστιν, για τις ιμπεριαλιστικές αυτοκρατορίες του παρελθόντος, όπως η Ρωμαϊκή, η Αγγλική και η Γαλλική, ή για σύγχρονα επεκτατικά κράτη, όπως το Ισραήλ, η προσάρτηση εδαφών ήταν πάντοτε ένα ζητούμενο, αλλά ταυτόχρονα κι ένα πρόβλημα, με την έννοια του μοντέλου διαχείρισης και απορρόφησης των κατακτημένων πληθυσμών. Ο τρόπος τον οποίο επέλεξαν ιστορικά τα εξουσιαστικά μορφώματα προκειμένου να επιλύσουν την εγγενή αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στην έμφυτη ροπή τους για εδαφική εξάπλωση, από την μία, και για διατήρηση του εθνοκεντρικού χαρακτήρα τους, από την άλλη, ήταν η καθιέρωση ιεραρχικών και αμοιβαία ανταγωνιστικών κατηγοριών δικαίου στο εσωτερικό τους, στις οποίες συμπεριέλαβαν τους υπόδουλους πληθυσμούς. Θα μπορούσαμε εδώ να αναφέρουμε σαν παράδειγμα την αποικιοκρατική Γαλλία, στην οποία μέχρι και το τέλος της αυτοκρατορίας μια ψήφος για τις εθνικές εκλογές που ριχνόταν σε διοικητικό διαμέρισμα της ηπειρωτικής Γαλλίας μέτραγε στην επίσημη καταμέτρηση όσο τρεις ψήφοι που είχαν κατατεθεί στην γαλλική αποικία της Αλγερίας.v Ένα πιο σύγχρονο παράδειγμα είναι το Ισραήλ, το κράτος του οποίου έχει θεσπίσει ένα ολόκληρο σύστημα από αλληλοσυμπληρούμενους νόμους και κανόνες που συνολικά συνθέτουν το θεσμικό πλαίσιο που κατοχυρώνει τις φυλετικές διακρίσεις και το απροκάλυπτο απαρτχάιντ κατά των Παλαιστίνιων που ζουν τόσο εντός των επίσημων συνόρων του Ισραήλ, όσο και στα κατεχόμενα.vi

Γίνεται αντιληπτό λοιπόν πως το λεγόμενο “κράτος δικαίου” δεν κωδικοποιεί δικαιώματα που απορρέουν από το “συναπτόμενο προς την ανθρώπινη κατάσταση […] φυσικό δίκαιο”, αλλά αντίθετα, προτάσσει τα πολιτικά δικαιώματα μιας κοινωνικά κατασκευασμένης μειοψηφίας απέναντι στα φυσικά δικαιώματα όλων των υπολοίπων και βασίζει την λειτουργία του στην επίσημη δέσμευση που αναλαμβάνει διά της καταστατικής του σύστασης, να αντιμετωπίζει τα δικαιώματα αυτά ως υπέρτερα σε κάθε περίπτωση.vii Επιπλέον, η τυπική συγκρότηση της πολιτικής κοινότητας σε Κράτος είναι όρος sine qua non για να αναγνωριστεί το δικαίωμα ύπαρξης της κοινότητας, και συνακόλουθα να κατοχυρωθούν οι υλικοί όροι της κοινωνικής συμβίωσης που διαμορφώνονται στο εσωτερικό της, από τους φορείς που κατέχουν την θεσμική εξουσία στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Τον τίτλο του “μαχητή της ελευθερίας” μπορεί να τον διεκδικήσει μονάχα εκείνος που παλεύει για την ίδρυση ενός καινούριου έθνους-κράτους. Αυτός που αγωνίζεται για την κατάλυση του, δεν είναι παρά ένας θερμοκέφαλος εκτός ελέγχου, ένα εγκληματικό στοιχείο που πρέπει να παταχθεί προτού καταφέρει να δυναμιτίσει τα θεμέλια στα οποία βασίζει την ύπαρξη της η “πολιτισμένη” ανθρωπότητα.

Παρόλα αυτά, αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι το Κράτος συμπεριφέρεται ακριβώς όπως και οι εγκληματικές μαφίες και μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργεί και αναπαράγει ιεραρχικές δομές εξάρτησης κι ετεροκαθορισμού στο εσωτερικό της κοινωνικής ολότητας. Οι νέες εθνικές ελίτ απαιτούν από τις προλεταριακές μαζές να συμμετέχουν με ενθουσιασμό στην πάλη για τη δημιουργία του καινούριου κράτους. Σε αντάλλαγμα, τους υπόσχονται μια κατοχυρωμένη θέση στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας που επιβάλει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Τους πουλούν προστασία από τον εξωτερικό εχθρό που τους καταπιέζει και την προοπτική σύστασης μιας ξεχωριστής πολιτειακής δομής, μέσα στην οποία θα μπορούν τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα να μεταμορφωθούν τα ίδια σε φορείς δικαιωμάτων, έστω και περιορισμένων στο περιεχόμενο και την εμβέλεια τους. Έστω κι αν τα δικαιώματα αυτά κωδικοποιούν μια σχέση υποταγής και ανισοκατανομής της δύναμης, μιας και προϋποθέτουν την ίδια την ύπαρξη της εξουσίας που λειτουργεί σαν ο έσχατος θεματοφύλακας κι “εγγυητής” τους.

Για να το πούμε διαφορετικά: Προκειμένου να αναγνωριστεί η ανθρώπινη υπόσταση τους, έστω και με την ακρωτηριασμένη νομική μορφή της ιδιότητας ενός πολίτη που είναι φορέας νομικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος, οι μάζες των καταπιεσμένων εξαναγκάζονται από την ίδια τη φύση του διεθνούς συστήματος να υποταχθούν πρόθυμα στα νέα αφεντικά τους και να προσχωρήσουν στην φαντασιακή ενότητα του καινούριου έθνους που βρίσκεται υπό κατασκευή. Κατά την άποψη μου, δεν υπάρχει κανένας διττός χαρακτήρας του Κράτους που να εκδηλώνεται σε αυτή την διαδικασία. Υπάρχει μόνο ένας ωμός εκβιασμός σε βάρος των πιο αδύναμων και των καταπιεσμένων.

iV.I. Lenin, State and Revolution (Martin Lawrence, Ltd), σελ. 14.

iiiΟι μούλοι του Ντονέτσκ, https://pontosandaristera.wordpress.com/2014/07/22/borodva1/.

ivΤι Ειναι Λαός; (Εκδόσεις 21ου), σελ. 19.

vHistory of Algerian Independence, https://www.marxists.org/history/algeria/index.htm.

viiΓ. Καλιόρης, Όλα ή Τίποτα (Αρμός), σελ. 45.

Πέρα από την Κρίση. Μετά την κατάρρευση της θεσμικής ελπίδας, τι;

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Futura ο συλλογικός τόμος «Πέρα από την Κρίση», στον οποίο είχα την χαρά και την τιμή να συνεισφέρω ένα κεφάλαιο. Πρόκειται για μια πολυσυλλεκτική προσπάθεια να αναλυθεί η «κρίση» με βάση μια ριζοσπαστική πολιτική οπτική, έπειτα από έξι χρόνια εμπειρίας από πρώτο χέρι των πολιτικών λιτότητας και βίαιης κοινωνικής προσαρμογής και με γνώμονα πάντοτε την δημιουργία των προϋποθέσεων για τη διεύρυνση της κοινωνικής αυτονομίας πέρα από τις συμπληγάδες του κρατισμού και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.

pera-apo-tin-krisiexof (1)

Καλοτάξιδο να είναι.

https://futurabooks.wordpress.com/2017/07/06/918/

Καλός μουσουλμάνος, νεκρός μουσουλμάνος

photo-25

Κάθε μια από τις υπαγωγές μου με δένει με πολλούς ανθρώπους. Εντούτοις, όσο πιο πολλές υπαγωγές μου συνυπολογίζω, τόσο η ταυτότητα μου αποδεικνύεται μοναδική”.

Αμίν Μααλούφ, “Φονικές Ταυτότητες”

Μετά και την νέα δολοφονική επίθεση στο Λονδίνο, είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με την ιδεολογικοποιημένη έννοια της “ριζοσπαστικοποίησης”, σαν την αποτελεσματικότερη εξήγηση που επιστρατεύουν κάθε φορά οι θεσμισμένες εξουσίες προκειμένου να ξεδιαλύνουν τα κίνητρα των επιτιθέμενων. Ωστόσο, ο όρος αυτός είναι περισσότερο χρήσιμος στις ελίτ που κοιτούν να ερμηνεύσουν τα κοινωνικά συμβάντα καταπώς τις συμφέρει. Λιγότερο βοηθάει εμάς, τους από κάτω, να κατανοήσουμε τους λόγους που ένα κομμάτι από τους καταπιεσμένους νιώθει την ανάγκη να πάρει τα όπλα και να χτυπήσει αδιακρίτως ακόμη και ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να έχουν κοινά συμφέροντα και ταξικές αναφορές, με μοναδικό κριτήριο της δράσης τους, την μεγιστοποίηση των θυμάτων. Για τους καλοπληρωμένους “εμπειρογνώμονες”, που έχουν μετατρέψει σε επικερδές επάγγελμα την “επιστημονική” μελέτη των μουσουλμάνων, με τον ίδιο τρόπο προφανώς που κάποιος μελετάει τα ινδικά χοιρίδια,τα πράγματα είναι λίγο, πολύ ξεκάθαρα. Οι επιτιθέμενοι θα ταξινομηθούν σε κουτάκια, θα τους αναγνωρίσουν πρώτα και κύρια με βασικό σημείο αναφοράς την θρησκεία τους. ‘Επειτα, θα εξειδικεύσουν περαιτέρω αυτόν τον ισχυρισμό, καταχωρώντας τους στην ειδική κατηγορία των “ριζοσπαστικοποιημένων ισλαμιστών τρμοκρατών”, που ενήργησαν σαν πράκτορες του Ισλαμικού Κράτους προκειμένου να μεταφέρουν τον πόλεμο στο έδαφος της Βρετανίας. Πόσοι αλήθεια οριενταλιστικοί μύθοι περιέχονται μέσα σε αυτόν τον επιστημικοφανή ορισμό;

Η “ριζοσπαστικοποίηση” δεν είναι παρά ένας όρος που κατασκεύασε η τεχνοκρατική διακυβέρνηση των σύγχρονων ολοκληρωτικών “δημοκρατιών” για να απονοηματοδοτήσει και να περιχαρακώσει ιδεολογικά την αυτονόητη επιλογή της (μεμονωμένης έστω) εξέγερσης ενάντια σε ένα εχθρικά διακείμενο κοινωνικό περιβάλλον. Αντί να την κατανοήσει σαν μια αναμενόμενη αντίδραση σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο όταν τα άτομα βρίσκονται απέναντι σε καταπιεστικές κοινωνικές συνθήκες, η έννοια της “ριζοσπαστικοποίησης” υποθέτει ότι η εξέγερση είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο, μια παρά φύση τερατογένεση που ανάγεται σε έναν συνδυασμό από ιδιαίτερες υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες. Τα παπαγαλάκια του συστήματος αποστρέφουν με φρίκη το βλέμμα τους μπροστά στις ωμότητες που διαπράττουν οι επιτιθέμενοι, αντί να αναρωτηθούν ποιος είναι ο λόγος που οι μουσουλμάνοι σαν κοινωνική υπό-ολότητα που ανήκει στα ετεροκαθοριζομενα στρώματα, δεν έχουν ακόμη κηρύξει στο σύνολο τους ανοικτό πόλεμο κόντρα στην κοινωνική ολότητα που τους καταπιέζει. Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε πως το οριενταλιστικό φαντασιακό δεν περιγράφει απλώς το υποκείμενο του, αλλά παράλληλα το κατασκευάζει, χαράσσοντας μεθοριακές γραμμές στο εσωτερικό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας και υποδαυλίζοντας με αυτόν τον τρόπο ταξικές συγκρούσεις.

Σύμφωνα με την λογική της ριζοσπαστικοποίησης, οι τρομοκράτες έχουν προηγούμενα υποβληθεί σε μια διαδικασία σκληροπυρηνικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, μια φονταμεταλιστική πλύση εγκεφάλου, που τους έμαθε να απεχθάνονται και να εχθρεύονται την “Δύση”, καθώς και τις “αξίες” και τον τρόπο ζωής στις κοινωνίες που τελούν έξω από την ισχύ του ισλαμικού νόμου. Συνήθως η επαφή αυτή με τις αντιλήψεις του ριζοσπαστικού Ισλάμ λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε κάποια από τις χώρες της υπόδουλης αραβικής περιφέρειας, όπου ο ανήσυχος (αλλά μέχρι εκείνη την ώρα αβλαβής) νεαρός μουσουλμάνος μετανάστης δεύτερης γενιάς, μεταμορφώνεται σε αιμοδιψές κτήνος που επιστρέφει αποφασισμένος να σκορπίσει τον τρόμο και τον θάνατο στην “πατρίδα” του. Η σιωπηρή παραδοχή πίσω από αυτή την βολική αφήγηση παραπέμπει στους ασύμβατους ανθρωπολογικούς τύπους και τα “οπισθοδρομικά” θεοκρατικά φαντασιακά των κοινωνιών της περιφέρειας, που σύμφωνα με τον Καστοριάδη, είναι από την φύση τους ριζικά ασύμβατα και ανταγωνιστικά προς το κυρίαρχο καπιταλιστικό και ορθολογιστικό φαντασιακό της Δύσης.i Με άλλα λόγια, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η βία δεν μπορεί παρά να είναι ένα εισαγόμενο προϊόν, άμεση απόρροια ξενόφερτων επιρροών και των πολιτισμικών δεσμών που (δυστυχώς) διατηρούν οι μετανάστες από την Μέση Ανατολή και το Μαγκρέμπ με τις χώρες καταγωγής τους.

Παρόλα αυτά, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί βάσιμα ότι ο θρησκευτικός φανατισμός δεν είναι η αιτία των πράξεων των μουσουλμάνων που ξεσηκώνονται. Είναι μάλλον το σύμπτωμα της πραγματικής αιτίας που τους κινητοποιεί ενάντια στο κατεστημένο, το οποίο επιχειρούν να πλήξουν με τις ειδεχθείς, αλλά όχι ακατανόητες, πράξεις τους. Ακόμα κι όταν το μυαλό μουδιάζει μπροστά στην βαναυσότητα κάποιων από τις επιθέσεις που αιματοκύλησαν τόσες πόλεις ανά την υφήλιο, δεν μπορούμε να μην προβούμε σε ορισμένες διαπιστώσεις αναφορικά με την υποβόσκουσα ταξική διάσταση των χτυπημάτων. Η μη-ταξική, έχει αναλυθεί επισταμένως από τους συστημικούς διαμορφωτές της κοινής γνώμης και είναι αυτό το κενό που επιχειρούμε εδώ να καλύψουμε. Ανάμεσα στους στόχους που επιχειρούν να πλήξουν οι τρομοκράτες είναι και οι φυσικοί εκπρόσωποι της συστημικής κυριαρχίας (π.χ. μπάτσοι, στρατιώτες, βουλευτές, κλπ.), αλλά και συμβολικές δομές της ηγεμονικής εμπορευματικής κουλτούρας, όπως συναυλιακοί χώροι (Μπατακλάν στο Παρίσι, Μάντσεστερ), ή το κλαμπ Ρέινα στην Ιστανμπούλ, όπου συνήθιζε να μαζεύεται σύσσωμη η ελίτ της τουρκικής κοινωνίας προκειμένου να κάνει επίδειξη πλούτου και να συγχρωτιστεί με τους ομοίους της.ii Ούτε βέβαια πρόκειται για “Τρομοκράτες”, με το νόημα που προσδίδει σε αυτόν τον χαρακτηρισμό ο κυρίαρχος εξουσιαστικός λόγος, μιας ξεχωριστής κατηγορίας άτακτων μαχητών, μιας πέμπτης φάλαγγας που διαθέτει ειδική στρατιωτική κατάρτιση κι έχει διδαχτεί τις τεχνικές του ανταρτοπολέμου. Το να μπεις σ’ ένα αυτοκίνητο, να το οδηγήσεις μέχρι την γέφυρα του Λονδίνου και να ποδοπατήσεις όποιον βρεις μπροστά σου, δεν απαιτεί κανέναν ιδιαίτερο βαθμό εξειδίκευσης, ούτε κάποια ειδική εκπαίδευση αναφορικά με τη χρήση των μεθόδων του αντάρτικου πόλης. Και φυσικά το ίδιο ισχύει και για την επίθεση με φορτηγό στην Γερμανία, κλπ.

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να κάνουμε σαφές ότι οι παραπάνω επισημάνσεις επουδενί δεν αποβλέπουν να προσφέρουν ιδεολογική νομιμοποίηση στις εκτεταμένες επιθέσεις εναντίον αμάχων, ή να τις δικαιώσουν σαν κομμάτι μιας κοινωνικής πάλης που έχει σαν στόχο την κοινωνική απελευθέρωση, δηλαδή την απελευθέρωση της κοινωνίας συνολικά. Αυτό όμως που σίγουρα επιθυμώ να καταδείξω είναι το κρυμμένο ταξικό υπόβαθρο αυτής της διάχυτης βίας και την αντιστροφή, ή μάλλον το αναποδογύρισμα, του υπόβαθρου αυτού απο τα κυρίαρχα οριενταλιστικά στερεότυπα, στα οποία προσφεύγει κατά κόρον ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της υπερεθνικής ελίτ και τα οποία βάζουν την ταξική κοινωνία να στέκεται στο κεφάλι της, αντί στα πόδια της. Συνακόλουθα, από τη σκοπιά της αυτονομίας, η βία των φονταμεταλιστών επιτιθέμενων μπορεί να είναι ταξική, αλλά είναι μια βία που στοχεύει στην αναπαραγωγή και όχι στην κατάργηση των ταξικών διακρίσεων. Είναι δηλαδή μια βία που αποβλέπει να διατηρήσει τους θεσμούς ανισοκατανομής της πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής δύναμης ανάμεσα στα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες και να διατηρήσει επίσης τον διαχωρισμό ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους, εξουσιαστές κι εξουσιαζόμενους. Για πολλούς άλλωστε ισλαμιστές ριζοσπάστες, η διακηρυγμένη επιθυμία τους είναι η επιβολή του ισλαμικού νόμου ακόμη και στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες του παγκόσμιου Βορρά όπου διαμένουν. Ή διαφορετικά, η μετανάστευση τους στα “απελευθερωμένα”, “αυθεντικά ισλαμικά” εδάφη του Χαλιφάτου που ιδρύθηκε στη Συρία και το Ιράκ. Εκεί όπου μπορούν να ζήσουν σύμφωνα με τις επιταγές μιας φονταμεταλιστικής, κυριολεκτικής ερμηνείας του ισλαμικού δόγματος. Ο δεσμός που υπάρχει ανάμεσα σε αυτούς τους καμικάζι των γκέτο και το Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) δεν είναι σαν τον γραφειοκρατικό δεσμό που ενώνει τους στρατιώτες με τον στρατηγό μέσα στο θεσμικό πλαίσιο μιας επίσημης στρατιωτικής ιεραρχίας. Δεν δόθηκε κάποια εντολή στον βομβιστή του Μάντσεστερ, ή στους φονιάδες με τα μαχαίρια του Λονδίνου από κάποιον στρατηγικό ιθύνοντα νου του ΙΚ για να βάλουν σε εφαρμογή ένα σχέδιο μάχης που είχε καταστρώσει από πριν το επιτελείο του ΙΚ στην Μεσοποταμία. Δυστυχώς, το Χαλιφάτο είναι για μια μερίδα φτωχών και αλλοτριωμένων σουνιτών μουσουλμάνων της Δύσης πηγή έμπνευσης και φαντασιακής ταύτισης. Η διαταγή-κάλεσμα του Αλ-Μπαγκντάντι για συνεχείς επιθέσεις με στόχο να εκφοβίσουν τις χώρες των “σταυροφόρων” ουδέποτε αποσύρθηκε από την ηγεσία του ΙΚ. Βλέποντας τα εδάφη του ΙΚ να συρρικνώνονται και τους ισλαμιστές μαχητές να υποχωρούν σε όλα τα μέτωπα του Ιράκ και της Συρίας (τη στιγμή που γραφόταν αυτό το κείμενο οι πρώτες μονάδες της Κουρδικής πολιτοφυλακής είχαν εισέλθει στα περίχωρα της άτυπης πρωτεύουσας του ΙΚ, Ράκκα), οι νεαροί επίδοξοι “μάρτυρες” συνωστίζονται για να εκδικηθούν τους θανάτους των ομοϊδεατών τους και να τιμωρήσουν τη διεφθαρμένη “Δύση”.

Εκείνοι που θα αντιτείνουν ότι οι μουσουλμανικές μειονότητες δεν συνιστούν κομμάτι της υποτάξης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, καλά θα κάνουν να γνωρίζουν ότι από τα υποβαθμισμένα γκέτο των γαλλικών προαστίων απουσιάζει ακόμη και η στοιχειώδης συγκοινωνιακή υποδομή που να συνδέει αυτές τις μητροπολιτικές ζούγκλες με τα ανεπτυγμένα αστικά κέντρα και τις εύπορες συνοικίες των γαλλικών μεγαλουπόλεων.iii Το ίδιο ισχύει για τις αμιγώς μουσουλμανικές συνοικίες του Λονδίνου, το “Λονδονιστάν” όπως το αποκαλούν οι μουσουλμάνοι μετανάστες, όπου οι δείκτες της ανεργίας, της φτώχειας και της κοινωνικής εξαθλίωσης είναι τρεις φορές μεγαλύτεροι από αυτούς που υπάρχουν στις περιοχές των λευκών μπουρζουάδων. Για να μην αναφερθούμε στο αμφιλεγόμενο ζήτημα της απαγόρευσης της χιτζάμπ που επιβλήθηκε δήθεν στο όνομα της προάσπισης του κοσμικού χαρακτήρα των αντιπροσωπευτικων “δημοκρατιών”. Ωστόσο, κατά την άποψη μου,δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στην απαγόρευση της μαντίλας και στην επιβολή του εξαναγκασμού να την φορούν οι γυναίκες υποχρεωτικά. Και οι δύο πρακτικές παραβιάζουν εξίσου ένα ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της προσωπικής απόφασης και της ατομικής επιλογής. Καμία εξουσία, είτε αυτή είναι φονταμεταλιστική-ισλαμική, είτε καπιταλιστική-τεχνοκρατική, είτε “σοσιαλιστική”, δεν έχει δικαίωμα να υποδεικνύει ενδυματολογικές επιλογές στους υπηκόους της.

Σε τούτο το σημείο αρχίζει να διαφαίνεται σταδιακά ότι η τεχνοκρατική διακυβέρνηση και ο ισλαμικός ριζοσπαστισμός στην πραγματικότητα συνιστούν τις δύο εναλλακτικές όψεις του ίδιου εξουσιαστικού νομίσματος. Η λεγόμενη παγκόσμια απειλή της (ισλαμικής) τρομοκρατίας αποτελεί έναν από τους πυλώνες της ιδεολογίας της υπερεθνικής διακυβέρνησης, μαζί με άλλα ζητήματα τα οποία το κράτος-έθνος από μόνο του αδυνατεί να αντιμετωπίσει (παγκόσμια κλιματική αλλαγή, επιδημίες που εξαπλώνονται πέρα από εθνικά σύνορα, διευρυμένες μεταναστευτικές ροές, κλπ). Πέραν τούτου, περιγράφει ένα συστημικό φαινόμενο που εξέθρεψαν οι ίδιες οι ελίτ προκειμένου να σπείρουν την διάλυση και την διχόνοια στις τάξεις του μητροπολιτικού προλεταριάτου των ΑΚΧ, μέρος του οποίου είναι και η φτωχή μουσουλμανική μειονότητα, και να δρομολογήσουν την ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων στην Μέση Ανατολή μέσω μιας πανστρατιάς των σουνιτών μουσουλμάνων, κόντρα στην σιιτική συμμαχία που σταδιακά ανέλαβε τον γεωπολιτικό έλεγχο της ευρύτερης περιοχής έπειτα από την αμερικάνικη εισβολή του 2003.iv Η πανστρατιά αυτή δεν μπορούσε παρά να λάβει διαστάσεις ιερού θρησκευτικού πολέμου ενάντια στους “αποστάτες” κι αιρετικούς σιίτες και ο σάπιος αντιδραστικός ουαχαμπισμός ήταν το αναγκαίο ιδεολογικό όχημα που θα μπορούσε να επιφέρει την συσπείρωση των σουνιτών πίσω από σεχταριστικές πεποιθήσεις και νοοτροπίες. Με τον ίδιο τρόπο που η υπερεθνική ελίτ υπέθαλψε, κάποιες φορες διακριτικά και κάποιες όχι, την άνοδο της θρησκόληπτου ριζοσπαστισμού για να υπονομεύσει τη δύναμη του σοσιαλιστικού παναραβισμού στις Αραβικές χώρες, έτσι και σήμερα, ακολουθεί την ίδια στρατηγική για να απομονώσει και να γκετοποιήσει σε ακόμη πιο ακραίο βαθμό τις μάζες των φτωχών μουσουλμάνων.v

Δεν είναι καθόλου τυχαίο οτι η Χρυσή Αυγή έχει αφομοιώσει αυτούσιο το ιδεολόγημα της “ισλαμική τρομοκρατίας” στον προγραμματικό λόγο της.vi Οι νεοναζί δεν έχουν πρόβλημα να καταπίνουν αμάσητη και να διαδίδουν αφιλτράριστη μέσα από τα δικά τους ηλεκτρονικά καιι έντυπα μέσα, την πολεμική προπαγάνδα του ΙΚ περί υποτιθέμενων πυρηνών “εν υπνώσει”, ομάδων από μαχητές που περιμένουν το σινιάλο της ηγεσίας για να χτυπήσουν και να σπείρουν τον όλεθρο, ενώ όλοι γνωρίζουμε πως οι περισσότερες επιθέσεις εκτελέστηκαν από “μοναχικούς λύκους” οι οποίοι ανέλαβαν δράση πρωτοβουλιακά. Το αφήγημα της πανταχού παρούσας Λερναίας Ύδρας της ισλαμικής τρομοκρατίας πουλάει και δημιουργεί το ιδεολογικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη του νέου συστημικού αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας. Στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, η παγκόσμια τρομοκρατική συνομωσία των μουσουλμάνων αντικαθιστά την παγκόσμια συνομωσία των εβραίων τραπεζιτών. Είναι το φαντασιακό υπόστρωμα πάνω στο οποίο ο σύγχρονος αντισημιτισμός θα στοιβάξει τις εκατόμβες των μελλοντικών θυμάτων του.

i Βλέπε την κριτική στον Καστοριάδη στο πολιτικό περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία, Τεύχος 17/Απρίλιος 2008, σελ. 15.

iiΑκόμη και αναφορικά με την σίγουρα καταδικαστέα επίθεση στο περιοδικό “Σαρλύ Εμπντό”, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι η σάτιρα μπορεί να είναι ένα πολύ ισχυρό όπλο στα χέρια των κινημάτων αμφισβήτησης όταν στρέφει τα βέλη της ενάντια στις θεσμισμένες εξουσίες, κι ένα πολύ ισχυρό όπλο στα χέρια των θεσμισμένων εξουσιών όταν βάζει στο στόχαστρο τα υποτελή κοινωνικά στρώματα.

iii Paul A. Silverstein & Chantal Tetreault, Postcolonial Urban Apartheid, http://riotsfrance.ssrc.org/Silverstein_Tetreault/.

ivΗ συμμαχία αυτή που αμφισβητεί τις καθιερωμένες γεωπολιτικές ιεραρχίες στην Μέση Ανατολη, προκάλεσε την λυσσασμένη αντίδραση των μοναρχιών του Κόλπου, του Ισραήλ και της Ιορδανίας που τροφοδότησαν την άνοδο του ΙΚ με χρήμα, ιδεολογία, μαχητές και οπλισμό. Η, προσωρινή τουλάχιστον, ισχυροποίηση των παραδοσιακά κατατρεγμένων σιιτών δεν έχει προηγούμενο στα χρονικά του Ισλάμ και μπορεί να υπολογίζει στην ενεργό υποστήριξη και της Ρωσίας.

vΓια μια αναδρομή στις ιστορικές διαδικασίες μέσα από τις οποίες ο ισλαμισμός έφτασε να υποσκελίσει τον αραβικό εθνικισμό σαν η κυρίαρχη πολιτική τάση στις χώρες του αραβικού κόσμου, βλ. Ζ. Κεπέλ, Τζιχάντ, ο Ιερός Πόλεμος (Εκδόσεις Καστανιώτη).

viΜια ματιά στις σχετικές αναρτήσεις στο σάιτ των ναζιστών, θα πείσει τον αναγνώστη για του λόγου το αληθές.

Όψεις του Φαντασιακού

14

Το τραυματικό συμβάν είναι πραγματικό ως συμβάν και φαντασιακό ως τραυματικό”.

Κορνήλιος Καστοριάδης, “Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας”

Αν υπάρχει μια μορφή τέχνης που να μοιάζει με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό στις σημερινές συνθήκες του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, αυτή είναι σιγουρα ο κινηματογράφος που έκανε ο Αντρέι Βάιντα στο τελευταίο στάδιο καλλιτεχνικής παραγωγής του. Ταινίες σαν το “Κατύν”, το “Βαλέσα” και το “Afterimage” σίγουρα δεν διέπονται από τον ίδιο αισθητικό κανόνα που ακολουθούσε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Εντούτοις, μοιάζουν με αυτόν, ως προς τον ευρύτερο ρόλο που επιτελούσε αναφορικά με την αναπαραγωγή του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος. Είναι στρατευμένη τέχνη προσαρμοσμένη στις ανάγκες της αγοράς. Διατίθεται με την μορφή του εμπορεύματος, πακεταρισμένου σε ιλουστρασιόν περιτύλιγμα. Φυσικά, η μη-πολιτική τέχνη δεν είναι παρά μια βολική φαντασίωση βγαλμένη μέσα από τα μυαλά των μπουρζουάδων ιδεολόγων. Ως προς αυτό το σημείο, θα περιοριστούμε να σχολιάσουμε οτι στον βαθμό που η σύγχυση δεν γίνεται σκόπιμα για να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες, οι ιδεολογικοί κομισάριοι του συστήματος τείνουν να μπερδεύουν και να χρησιμοποιούν εναλλάξ τους όρους “πολιτική” και “πολιτικοποιημένη”, για να περιγράψουν την σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής. Μια πρακτική που είναι πρόδηλα εσφαλμένη, εφόσον με τον όρο “πολιτική” εννοούμε την θέση της τέχνης μέσα στο γενικότερο σύστημα των θεσμισμένων ετερόνομων εξουσιών, ενώ ο όρος “πολιτικοποιημένη” υποδηλώνει μια συνειδητή δραστηριότητα, την προσχώρηση του καλλιτέχνη στο ένα ή το άλλο πολιτικό στρατόπεδο και την χρήση της τέχνης του σαν πολιτικό μέσο.

Ο παραπάνω ισχυρισμός δεν σημαίνει βέβαια πως ο κάθε καλλιτέχνης είναι υποχρεωμένος να καταπιάνεται μοναχά με ζητήματα που εμπίπτουν οντολογικά στη σφαίρα της πολιτικής ιδεολογίας και να εγκλωβίζουν τις δημιουργικές ορμές τους στις έτοιμες ιδεολογικές κατηγορίες των πολιτικών υποκειμένων που εμπλέκονται στην Κοινωνική Πάλη. Η άνευ όρων υποταγή στον αυστηρό φορμαλισμό της πολιτικής ιδεολογίας και η μηχανιστική επανάληψη των στερεοτύπων της είναι άλλωστε χαρακτηριστικό γνώρισμα της τετριμμένης δευτεροκλασάτης τέχνης. Ωστόσο, όταν η ουσία της κυρίαρχης ιδεολογίας βρίσκεται στην συστηματική άρνηση της ύπαρξης της ίδιας της Κοινωνικής Πάλης, καθώς και της συνακόλουθης σημασίας του ταξικού υπόβαθρου στη διαδικασία παραγωγής της κοινωνικής ταυτότητας του ατόμου, τότε μια τέχνη που σκιαγραφεί τα υποκείμενα της χωρίς να κάνει την παραμικρή αναφορά στον κοινωνικό περίγυρο μέσα στον οποίο αυτά αλληλεπιδρούν κι αναλαμβάνουν δράση, δεν είναι παρά ιδεολογικοποιημένη τέχνη. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για αυτόνομη καλλιτεχνική δημιουργία, αλλα για τον πολιτισμικό βραχίονα του ελάσσονος θεσμισμένου κοινωνικού φαντασιακού. Σε αυτη την περίπτωση, η εξάλειψη των πολιτικών αναφορών συνιστά από μόνη της την πρώτη γραμμή άμυνας της ετερόνομης ηγεμονικής κουλτούρας.

Το σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεν έχει ανάγκη από ένα Υπουργείο Προπαγάνδας, ή παρεμφερείς δομές απροκάλυπτου κρατικού ελέγχου, προκειμένου να διασφαλίσει την υπαγωγή της πολιτισμικής παραγωγής στην κρατική εξουσία. Αν ο υπαρκτός σοσιαλισμός ήταν υποχρεωμένος να καταφύγει στην απευθείας άσκηση πολιτικού ελέγχου πάνω στη σφαίρα της κυκλοφορίας των ιδεών και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο υπαρκτός καπιταλισμός μπορεί να επαφίεται στον μηχανισμό της ελεύθερης αγοράς, ο οποίος ευνοεί αντικειμενικά τη συγκέντρωση δύναμης που είναι απαραίτητη για την άνωθεν κατανομή των κοινωνικών ρόλων και την αναπαραγωγή του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος. Ενώ στον κρατικιστικό σοσιαλισμό η κεντροποίηση των βασικών κοινωνικών λειτουργιών γινόταν μέσα από κατασταλτικούς θεσμούς που υπάγονταν απευθείας στην αρμοδιότητα της κρατικής μηχανής, η οικονομία της αγοράς προϋποθέτει εξίσου την κατασταλτική δύναμη δομών που θεσμοποιούν τυπικές και άτυπες σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης, αλλά ανήκουν ως επί το πλείστον στην ιδιωτική σφαίρα κι ελέγχονται άμεσα από το κεφάλαιο. Ο Φουκώ έχει γράψει εκτενώς για τις υπόγειες συνάψεις που συνδέεουν οργανικά επιστήμες όπως η ιατρική, με την τυποποίηση της γνώσης σε πρακτικά δόγματα την οποία εμπεριέχει, με τα θεσμισμένα συστήματα της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.i

Πράγματι, ο στιγματισμός της διαφοροποίησης από τις νόρμες του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος ως συμπτωματικής μιας λανθάνουσας ψυχοπαθολογίας, δηλαδή σαν μια παρέκκλιση από τον κανόνα της ίδιας της λογικής συνεπαγωγής, συνιστά το πρώτο βήμα σε μια διαδικασία “ιατρικοποίησης” της πολιτικής διαφωνίας. Δηλαδή, της ριζικής απομάκρυνσης της από το πεδίο της κοινά αποδεκτής ανταλλαγής των ιδεών και του εξοβελισμού της σε ένα “πέραν του λόγου” πεδίο, όπου η ιατρική καλείται να περιχαρακώσει, να επιβλέψει, και στην ανάγκη, ακόμη και να καταστείλει την διαφορετική άποψη.ii Στην πρώην ΕΣΣΔ, οι ψυχιατρικές κλινικές αποτελούσαν τμήμα του μηχανισμού οργανωμένης καταστολής που είχε στη διάθεση της η σοβιετική εξουσία, όπως άλλωστε και οι φυλακές και τα γκουλάγκ της Σιβηρίας. Αποτέλεσαν δε το πιο αποτελεσματικο μέσο για την φίμωση κι εξουδετέρωση των πολιτικών αντιπάλων. Στις καπιταλιστικές μητροπόλεις του παγκόσμιου Βορρά, η ψυχιατρική εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σαν όπλο από την πολιτική εξουσία, με την διαφορά πως είναι οι ίδιες οι κοινωνικές σχέσεις στην ολότητα τους, που τούτη την φορά έχουν καταστεί το αντικείμενο της μελέτης και συνεχούς ρύθμισης από την ψυχιατρική και από το, φαινομενικά μετριοπαθές μικρό της αδελφάκι, την ψυχανάλυση. Κι ενώ στην ΕΣΣΔ τα ιδρύματα των φρενοβλαβών τελούσαν υπό την διοίκηση του Κράτους, στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες η ευρέως διαδεδομένη χρήση των κατασταλτικών μεθόδων και πρακτικών της ψυχιατρικής έχει εναποτεθεί στα χέρια ενός εκτεταμένου δικτύου από καλοπληρωμένους ιδιώτες “ειδικούς”, που αποστολή τους είναι να διασφαλίσουν ότι ο πληθυσμός θα εξακολουθεί να σκέφτεται, να ενεργεί και να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τα ανθρωπολογικά πρότυπα που επιβάλλει η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Και παρόλο που το δίκτυο αυτό είναι αποκεντρωμένο, παραμένει συσπειρωμένο γύρω από ένα κοινό επιστημονικό παράδειγμα. Είναι μια συμπαγής κοινωνική ομάδα που οφείλει την ύπαρξη της σ’ ένα σύστημα ιδεών και σε ένα σύστημα προνομίων, τα οποία υπερασπίζεται αντικειμενικά με τη δράση της μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Όπως πολύ εύστοχα είχε επισημάνει κάποτε ο ριζοσπάστης ψυχολόγος Βίλχελμ Ράιχ, η συντηρητική ορθοδοξία που εκφράζει το ψυχαναλυτικό κατεστημένο θα προσπαθούσε “’να εξηγήσει την κλοπή και την απεργία με βάση κάποια υποτιθέμενα άλογα κίνητρα, με αποτέλεσμα πάντα κάποιες αντιδραστικές εκλογικεύσεις’. Από την άλλη μεριά, η κοινωνική ψυχολογία δε θα το έβρισκε αναγκαίο να εξηγήσει γιατί κάποιοι κλέβουν όταν πεινάνε ή απεργούν όταν τους εκμεταλλεύονται αλλά θα προσπαθούσε να εξηγήσει, ‘γιατί η πλειονότητα των πεινασμένων δεν κλέβει και η πλειονότητα των εκμεταλλευόμενων δεν απεργεί’”.iii

Ο Καστοριάδης σωστά είχε επιστρατεύσει ψυχαναλυτικές έννοιες προκειμένου να παρεισφρήσει στον εσώτερο πυρήνα του μειζονος κοινωνικού φαντασιακού. Η βασική λειτουργία που εκπληρώνει το κοινωνικό φαντασιακό είναι η παραπομπή της καταγωγής της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας σε κάποιου είδους “επέκεινα”, ένα υπερκείμενο πεδίο που βρίσκεται έξω και πέρα από την συνειδητή δραστηριότητα των κοινωνικών υποκειμένων. Αυτό είναι που ο Καστοριάδης ονομάζει “ξένωση”.iv Η ξένωση μπορεί να παίρνει την μορφή είτε μιας υπερβατικής, θεϊκής γενεαλογίας των ταξικών διακρίσεων που καθαγιάζονται μέσα από το σύστημα των καστών, είτε της ταύτισης της ιεραρχικής διαστρωμάτωσης με μια υποτιθέμενη “φυσική” τάξη πραγμάτων, ή ακόμη και τοποθετώντας απέναντι στον άνθρωπο την ίδια την “Ιστορία”, ανακαλύπτοντας απαράβατους αντικειμενικούς νόμους που την διέπουν, αντί να την θεωρήσουμε σαν το κατεξοχήν χθόνιο δημιούργημα του κοινωνικού ατόμου. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η κοινωνία τίθεται αντιμέτωπη με το είδωλο της και επιχειρεί να προσδώσει ένα βαθύτερο συμβολικό νόημα στα εφήμερα κατασκευάσματα που ανακύπτουν μέσα από την έκβαση της Κοινωνικής Πάλης σε κάθε ιστορική περιόδο. Στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, περισσότερο και από την πίστη των κλασσικών φιλελευθέρων στο ορθολογικό πεπρωμένο της “Ιστορίας”, επικρατούν οι επιμέρους φαντασιακές σημασίες που θέτουν σε κίνηση μια διαδικασία ιδεολογικής “βιολογικοποίησης” των κοινωνικών διαφορών. Ή καλύτερα, μια διαδικασία μέσα απο την οποία συντελείται η “φυσικοποίηση” του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού θεσμικού πλαισίου, το οποίο ορίζει τις αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες εκτυλίσσεται η οργανωμένη δραστηριότητα της ετερόνομης κοινωνίας. Μέσα από το ηγεμονικό κοινωνικό φαντασιακό των ελίτ, η θεσμική αναγνώριση που παρέχεται στην υπεροχή της μιας ή της άλλης κοινωνικής ομάδας μέσα από τις πάσης φύσεως ιεραρχίες που αναπαράγουν την άνιση κατανομή της δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές μονάδες, παίρνει την μορφή ενός φυσικού νόμου, μιας αντικειμενικής αναγκαιότητας που διέπει την αποτελεσματική και λειτουργική οργάνωση της ίδιας της κοινωνικής συμβίωσης. Για παράδειγμα, οι θεσμισμένες ιεραρχίες αποτελούν την “φυσική” συνέχεια, ή την προέκταση των διαφορών που υπάρχουν στα μεμονωμένα άτομα. Πρόκειται για μια στρεβλή αντίληψη της δικαιοσύνης, πλήρως διαχωρισμένης από οποιαδήποτε έννοια της ισότητας. Μια ασυμμετρία δύναμης που ωστόσο εξασφαλίζει την δικαιοσύνη εν είδει ιεραρχικά διαβαθμισμένης ανταμοιβής ή απολαβής που απονέμεται σε κάθε άτομο ξεχωριστά, σε ευθεία αντιστοιχία με την ατομική ικανότητα και την αρετή που επιδεικνύει ο καθένας, η οποία υποτίθεται πως μπορεί να μετρηθεί επαρκώς μέσα από την απρόσκοπτη δράση του ατόμου στο κοινωνικό πεδίο της επιλογής του. Η ανισομέρεια στις απολαβές υποτίθεται ότι εξισορροπείται ιδεατά από τις αυξημένες υποχρεώσεις και τις ευθύνες που βαραίνουν τους ώμους εκείνου που αναρριχάται σε θέση ευθύνης.v

Με αυτόν τον τρόπο, το κοινωνικό σύστημα φαίνεται σαν να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που απορρέουν από την βαθύτερη φύση του ανθρώπου. Οι κοινωνικές διεργασίες και οι εξουσιαστικές δομές που κατοχυρώνουν την ανισοκατανομή της ισχύος εξαφανίζονται από την κοινωνική ανάλυση και δίνουν τη θέση τους σε ατομοκεντρικές προσεγγίσεις που αποδίδουν την σκληρή πραγματικότητα της ταξικής διαστρωμάτωσης στα αθροιστικά αποτελέσματα των ιδιοτήτων, των ελαττωμάτων ή των προτερημάτων του κάθε ανθρώπου και των ατομικών επιλογών που αυτός / αυτή έκανε κατά τη διάρκεια της ζωής του. Στον βαθμό που το ετερόνομο φαντασιακό διεισδύει και εποικίζει την συνειδητότητα του κάθε υποκειμένου, ο κόσμος γύρω μας γίνεται απλός, προσιτός κι έυκολα εξηγήσιμος. Οι πλούσιοι περιβάλλονται με το κύρος της “επιτυχίας”, οι νεόπτωχοι φέρουν οι ίδιοι την ευθύνη για την κατάντια στην οποία έχουν περιέλθει, ο Τσίπρας είναι “λαϊκό παιδί”, έχει “τσαγανό” και θα κάνει “σκληρή διαπραγμάτευση”, ενώ ο Σόιμπλε είναι ένας “κομπλεξικός” που απεχθάνεται τους Έλληνες και για αυτό “Μας” καταδιώκει. Έτσι, η περίπλοκη σύνθεση του κοινωνικού οργανισμού και οι σχέσεις δύναμης που αναπαράγονται εξαιτίας των ετερόνομων θεσμών, μετατρέπονται σε ζητήματα ατομικού ψυχισμού, καλής ανατροφής και αγαθών προθέσεων. Το φαντασιακό συρρικνώνει τον κόσμο και τον φέρνει πιο κοντά στα μέτρα μας. Την ίδια στιγμή όμως, αφαιρεί οποιαδήποτε έννοια δυναμισμού από την κοινωνική υπόσταση μας. Μας μετατρέπει από δρώντα υποκείμενα που κατανοούν τον κόσμο γύρω τους και χρησιμοποιούν αυτή την γνώση για να τον αλλάξουν, σε παθητικούς δέκτες που έχουν απολέσει κάθε έλεγχο της κοινωνικής δραστηριότητας τους και είναι έτσι υποχρεωμένοι να υποταχτούν στον υλικό ορίζοντα της εποχής τους.

Η κατασταλτική διάσταση της ορθόδοξης ψυχαναλυτικής μεθόδου έγκειται στο γεγονός ότι λειτουργεί σαν θεραπαινίδα του κοινωνικού φαντασιακού, μεταθέτοντας στο άτομο την αποκλειστική ευθύνη για οποιοδήποτε σύμπτωμα κοινωνικής δυσλειτουργίας. Με αυτόν τον τρόπο, το ψυχαναλυτικό μοντέλο λειτουργεί σχεδόν πάντοτε σαν απολογητής του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος. Ερμηνεύοντας τις αντιδράσεις δυσφορίας, δυσκολίας προσαρμογής ή ακόμα και ανοικτής απόρριψης / ρήξης που μπορεί να προκαλέσει στο άτομο η έκθεση του στις συνεχείς πιέσεις της ανταγωνιστικής ετερόνομης κοινωνίας σαν ενδείξεις μιας ατομικής ψυχοπαθολογίας, η ψυχαναλυτική ορθοδοξία συγκαλύπτει τον κρίσιμο ρόλο που παίζουν οι κοινωνικοί παράγοντες στην εκδήλωση των επιμέρους ψυχοπαθολογικών φαινομένων. Θέτει σαν σκοπό της πάνω απ’ όλα την υλοποίηση ενός a priori κανόνα, την επίτευξη μιας συμπεριφορικής ομοιομορφίας και απονομιμοποιεί την προσήλωση στον στόχο μιας ευρύτερης κοινωνικής μεταρρύθμισης, εξατομικεύοντας την επιθυμία που έχει την δύναμη να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη πίσω από μια τέτοια διαδικασία κι εξορίζοντας την στα πεδία του ανορθολογικού και του υποσυνείδητου. Και μπορεί, όπως έλεγε ο Ε. Φρομ, η ψυχανάλυση να συνιστά μια δύναμη χειραφέτησης επειδή προσπαθεί να φέρει στο φως της λογικής όσα κατοικούν στην σκοτεινή και απροσπέλαστη σφαίρα του ασυνείδητου, ωστόσο η λογική, με την μορφή που παίρνει αυτή στο σύστημα της ορθόδοξης ψυχανάλυσης, ευθυγραμμίζεται από τα πριν με τις εργαλειακές μορφές του αντικειμενικού ορθολογισμού που αναπαράγουν τις εξουσιαστικές αντιλήψεις και δομές του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.vi

Σε αντιδιαστολή με την ψυχανάλυση, η έμφαση στο άτομο είναι κατα την άποψη μας αναγκαία για μια χειραφετική αντίληψη της τέχνης. Αυτό συμβαίνει γιατί αποστολή της τέχνης είναι να ρίχνει φως εκεί που η πολιτική είναι από την φύση της υποχρεωμένη να αδιαφορήσει. Αυτό που εννοούμε είναι ότι η πολιτική (ακόμη και μια ριζοσπαστική πολιτική της κοινωνικής απελευθέρωσης, σαν αυτή του αναρχισμού) αντιλαμβάνεται εκ των πραγμάτων την κοινωνία σε ένα δεδομένο επίπεδο αφαίρεσης. Ομαδοποιεί, ταξινομεί και διαχωρίζει με βάση εννοιολογικές κατηγορίες που εμπεριέχονται σε έτοιμα θεωρητικά σχήματα, χωρίς να αφήνει πολύ χώρο για το άτομο. Κι αυτό γιατί το άτομο μετατρέπεται σε ενεργό κοινωνικό υποκείμενο μόνο μέσα από μια διαδικασία συλλογικοποίησης των αντιστάσεων του κι ένταξης του στους κόλπους μιας ευρύτερης κοινωνικής ομάδας με ομοειδή χαρακτηριστικά, με την συνακόλουθη έκλειψη των ετερόκλητων ατομικών στοιχείων που μια τέτοια διαδικασία μοιραία επιφέρει. Έτσι, η τέχνη είναι εκείνη που είναι επιφορτισμένη με την ευθύνη να υπενθυμίζει διαρκώς στην πολιτική ότι το κοινωνικό άτομο είναι το κύτταρο της αυτόνομης κοινωνικής ολότητας. Ο τελικός προορισμός για μια πολιτική της κοινωνικής χειραφέτησης.

Επομένως, δεν νοείται η τέχνη να εξαφανίζει τις εσωτερικές αντιφάσεις, τις ψυχικές συγκρούσεις και τα ηθικά διλήμματα που βιώνει το άτομο όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με υπέρτερες δυνάμεις και με ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές διεργασίες που το ξεπερνούν. Οι χαρακτήρες του Βάιντα είναι προπαγανδιστικοί, όχι επειδή παρουσιάζονται σαν ενθουσιώδεις φορείς μιας συγκεκριμένης κοσμοθεωρίας, μιας σαφώς οριοθετημένης αντίληψης για τον κόσμο (π.χ. ο πωρωμένος σταλινικός γραφειοκράτης, ο αποφασισμένος αντισταλινικός συνδικαλιστής, κλπ.), αλλά επειδή πουθενά ο σκηνοθέτης δεν κάνει τον κόπο να μας εξηγήσει τους βαθύτερους λόγους εξαιτίας των οποίων ο σταλινικός κρατικός αξιωματούχος υιοθετεί με πάθος μια τόσο βάναυση και μονολιθική κοσμοθεωρία. Ο ρόλος του εξουσιαστή χαρτογιακά στις ταινίες του Βάιντα είναι μονοδιάστατος κι έχει το ίδιο ηθογραφικό βάθος που βρίσκει κανείς στις μυστηριώδεις και ακατανόητες (για τον θεατή) ορδές των σομαλών βαρβάρων που πετσοκόβουν τους αμερικανούς πεζοναύτες στην ταινία “Black Hawk Down” του Ρ. Σκοτ, χωρίς ποτέ να μας δίνεται η ευκαιρία να ακούσουμε τη δική τους εκδοχή της ιστορίας. Δηλαδή, χωρίς ποτέ να μπορούμε να βάλουμε τις πράξεις τους στο κοινωνικό, πολιτισμικό και ιστορικό τους πλαίσιο, προκειμένου να κατορθώσουμε να τις ερμηνεύσουμε και να τις κατανοήσουμε. Καθόλη τη διάρκεια της ταινίας παραμένουν ανώνυμες, βουβές και απειλητικές, όπως τις παρατηρούμε πάντοτε από απόσταση, πάντα μέσα από τα μάτια του πολιορκούμενου αμερικανού στρατιώτη. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τον γραφειοκράτη του υπαρκτού. Υπάρχει μόνο σαν νέμεση. Μια μοχθηρή οντότητα που βασανίζει σαδιστικά τους συνδικαλιστές, τους πολίτες, τους καλλιτέχνες, τους αντιφρονούντες, τους εργάτες, τον λαό. Είναι μονοδιάστατος κι ενσαρκώνει το απόλυτο κακό. Πράττει το κακό, επειδή αγαπάει το κακό, το υιοθετεί με ολόκληρη την ψυχή του. Το κακό στο μυαλό του, αλλά και το μυαλό του Βάιντα, δεν είναι μια διαστρεβλωμένη εκδοχή του καλού. Είναι ριζικά και υπαρξιακά αντίθετο προς το καλό.

Με τον ίδιο τρόπο όμως απεικόνιζε την κοινωνική πραγματικότητα και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Από την μια μεριά, η αγνή κι έντιμη εργατιά και η ηρωική κομματική πρωτοπορία της. Από την άλλη, οι αμείλικτοι σαδιστές καπιταλιστές και οι διεφθαρμένοι μπουρζουάδες. Οι “καθαρές” και μονοδιάστατες κοινωνικές μορφές, δίχως αντικρουόμενα κίνητρα, αλληλοαποκλειόμενες επιθυμίες και ψυχικές διακυμάνσεις, αποτελούν τις αρχετυπικές μορφές της πολιτικής προπαγάνδας. Ακόμη και ο Κίσινγκερ, ανασύροντας από την μνήμη του την εντυπωση που του είχαν κάνει οι βιετναμέζοι επαναστάτες όταν τους συνάντησε από κοντά για να διαπραγματευτεί την συνθήκη που θα έβαζε επίσημα τέλος στον πόλεμο του Βιετνάμ, παρατήρησε με οξυδέρκεια ότι η διπλωματική αντιπροσωπεία των Βιετκόνγκ ήταν τόσο βαθιά γαλουχημένη με τα μαρξιστικά δόγματα περί “ιστορικής αναγκαιότητας”, που υπέθεταν ότι κατανοούσαν τα κίνητρα που κρύβονταν πίσω από τις πράξεις των αμερικανών διπλωματών καλύτερα κι από τους ίδιους!vii

Ο Βάιντα λοιπόν εμφανίζεται πιο σκληροπυρηνικός κι από τον Κίσινγκερ στον αντικομμουνισμό του. Αποφεύγοντας να εξανθρωπίσει σε οποιοδήποτε επίπεδο τα υποκείμενα του και παρουσιάζοντας τα σαν μονολιθικές οντότητες, αρνείται να καταστήσει την κριτική του διαχρονική και σχετική με τα φλέγοντα ζητήματα της ιστορικής περιόδου που διανύουμε. Αντίθετα, την εγκλωβίζει στον χώρο και τον χρόνο με πρόδηλο απώτερο σκοπό να υποδηλώσει ότι όσα ολέθρια συνέβαιναν την περίοδο που μεσουρανούσε ο κρατικιστικός σοσιαλισμός στην Ανατολή, είναι σήμερα προβλήματα που έχουν επιλυθεί στον μέγιστο βαθμό. Με άλλα λόγια, το έργο του δεν συνιστά σχόλιο πάνω στο ζήτημα της σχέσης του καλλιτέχνη, και κατ’ επέκταση του ανθρώπου με την εξουσία, αλλά περιορίζεται να εξετάσει μόνο μια πλευρά του ζητήματος. Την σχέση του ανθρώπου με την εξουσία του υπαρκτου σοσιαλισμού, και μόνο αυτή. Η μόνη συνεπαγωγή όμως που δύναται να προκύψει από μια παρόμοια μονοδιάστατη προσέγγιση, είναι ότι η ελευθερία έχει αρνητικό πρόσημο και οτι απλώς κατακτήθηκε με την κατάργηση του εξουσιαστικού συστήματος του κρατικού σοσιαλισμού.

Είναι πράγματι πολύ λεπτή η διαχωριστική γραμμή που μας βοηθάει να διακρίνουμε τον πολιτικοποιημένο καλλιτέχνη, τον συνειδητοποιημένο αντιφρονούντα που ασκεί αδυσώπητη κριτική στην ετερονομία σε όλες τις ιστορικές της εκφάνεις, από τον στρατευμένο δημιουργό, τον καλλιτέχνη που δεν διαφοροποιείται σε τίποτα από το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα κι έτσι συμβάλλει κι αυτός στην ομαλή αναπαραγωγή του διαμέσου της επιβολής ενός ομοιόμορφου κανόνα στην καλλιτεχνική έκφραση. Έχουμε στο μυαλό εκείνον τον ρώσο ποιητή, ο οποίος εξορίστηκε από την ΕΣΣΔ επειδή κρίθηκε ένοχος για πολιτικά αδικήματα και υποχρεώθηκε να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Μερικά χρόνια αργότερα ωστόσο, απελάθηκε και από τις ΗΠΑ εξαιτίας της εξίσου εχθρικής στάσης που κρατούσε απέναντι και στην αμερικανική κυβέρνηση. Αφού ο Βάιντα έφτιαξε το καλλιτεχνικό όνομα του γυρίζοντας ταινίες στα κρατικά κινηματογραφικά στούντιο που έθεσε στη διάθεση του το ΚΚ Πολωνίας, έπειτα από την πτώση του τείχους δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα να περιγράψει με τα πιο μελανά χρώματα το σύστημα που του παρείχε αφειδώς αναγνώριση και τα μέσα για την καλλιτεχνική του δημιουργία και να αναθεματίσει τα παλιά του αφεντικά, σε μια προφανή προσπάθεια να ικανοποιήσει τα καινούρια. Αυτός είναι κατα την άποψη μας και ο λόγος που εκείνη η γενιά των αντιφρονούντων η οποία αποτέλεσε την ανεπίσημη αντιπολίτευση στα δικτατορικά καθεστώτα του “υπαρκτού”, δεν άφησε πίσω της το παραμικρό ίχνος από εκείνο το ευρύ ρεύμα αμφισβήτησης που, αργά αλλά σταθερά, υπέσκαψε τα θεμέλια της ιδεολογικής νομιμότητας του σοσιαλιστικού μπλοκ. Οι μπαρουτοκαπνισμένοι διαφωνούντες του χτες, όπως ο Χάβελ ή ο Βαλέσα, μεταμορφώθηκαν σε ονειροπόλους έφηβους, ερωτοχτυπημένους με τον καπιταλισμό, ή διαφορετικά, σε έμμισθους απολογητές της καπιταλιστικής θηριωδίας.viii Ωστόσο, αυτό είναι και το κριτήριο αποφασιστικής σημασίας σύμφωνα με το οποίο προσμετράται ο θεωρητικός πλούτος και η ιδεολογική συνέπεια που διακρίνει κάθε ρεύμα κοινωνικοπολιτικής αμφισβήτησης. Αν δηλαδή αφήνει πίσω του αντιεξουσιαστικές παρακαταθήκες, ή αν μεταμορφώνεται κι αυτό με την σειρά του σε έναν καινούριο λόγο εξουσίας. Σε μια νέα μορφή πολιτικής, πολιτισμικής και κοινωνικής ετερονομίας.

iΜ. Φουκώ, Ιστορία της Σεξουαλικότητας, τόμος Α (Εκδόσεις Ράππα).

iiΑπό αυτή την άποψη, μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι το κατεξοχήν νεοφιλελεύθερο παπαγαλάκι του συστήματος, ο Π. Μανδραβέλης, χρησιμοποιεί έναν όρο βγαλμένο από την ψυχιατρική όταν αναφέρεται στα πολιτικά κόμματα της εγχώριας Αριστεράς. Πιο συγκεκριμένα ο «διακεκριμένος» αναλυτής αποκαλεί σύσσωμα τα κομμουνιστογενή κόμματα, με τον διόλου κολακευτικό χαρακτηρισμό “παλαβή Αριστερά”.

iiiΤζ. Σπρινγκ, Το Αλφαβητάρι της Ελευθεριακής Εκπαίδευσης (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 83.

ivΚ. Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας (Κέδρος), σελ 150-169.

vM. Rothbard, Egalitarianism as a Revolt Against Nature (Ludwig Von Mises Institute).

viΕ. Φρομ, Η Κρίση της Ψυχανάλυσης (Μπουκουμάνη).

viiΧ. Κίσσινγκερ, Διπλωματία (Λιβάνης), σελ. 752-782.

viiiΑς θυμηθούμε για παράδειγμα την κατάπτυστη στάση που κρατησαν οι χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ στο ζήτημα της αμερικάνικης εισβολής στο Ιράκ, το 2002. Τα πρώην σοσιαλιστικά καθεστώτα, τάχθηκαν αναφανδόν με το μέρος των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα τον διχασμό της Ευρώπης και την αλήστου μνήμης δήλωση του εγκληματία πολέμου Ράμσφελντ περί μιας νέας πολιτικής γεωγραφίας που ανέτειλε στην ευρωπαϊκή ήπειρο και τον ιδεολογικοποιημένο διαχωρισμό σε “παλαιά” και “νέα” Ευρώπη.

Σιωναζισμός

5f28c913093ba22d55068368324342f2

Αναδημοσιεύω εδώ σε μετάφραση απ’ τα αγγλικά, αυτό το άρθρο από την αμερικανο-εβραϊκή, αριστερή εφημερίδα “Εμπρός” (Forward). Η Forward δεν είναι κανένα ιδιαίτερα ριζοσπαστικό έντυπο. Πρόσκειται στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού κόμματος και ανήκει μάλλον στον χώρο της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας παλαιάς κοπής. Το εν λόγω ωστόσο άρθρο είναι σημαντικό επειδή αναφέρεται σε κάτι που ο παγκόσμιος σιωνισμός εδώ και χρόνια, αρνείται πεισματικά να παραδεχτεί, και μάλιστα πασχίζει απελπισμένα να κρύψει. Την ιδεολογική συγγένεια που έχει ο Σιωνισμός ως πολιτικό κίνημα με την αντισημιτική, εθνοφυλετική ακροδεξιά του 19ου αιώνα, από τους κόλπους της οποίας προέρχεται ιδεολογικά, καθώς και τις προσπάθειες που κατέβαλαν ιστορικοί ηγέτες του σιωνισμού, όπως οι Γιαμποτίνσκι και Στερν, να συνάψουν κάποιου είδους συμμαχία με τους χιτλερικούς για να προωθήσουν την υπόθεση της μαζικής μετανάστευσης των Εβραίων της Ευρώπης στην Πλαιστίνη.

Μάλιστα, στα χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η σιωνιστική προπαγάνδα έχει επανειλημμένα προσπαθήσει να ταυτίσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Παλαιστίνιων με τον ναζισμό και να τον εντάξει στο εξουσιαστικό, οριενταλιστικό ιδεολόγημα του “ισλαμοφασισμού”, ενάντια στον οποίο διατείνεται πως δίνει μάχη το “πολιτισμένο” και “δημοκρατικό” Ισραήλ. Προς τούτο δεν σταματούν να επιδεικνύουν την φωτογραφία από την συνάντηση του Παλαιστίνιου ηγέτη του μεσοπολέμου Χατζ Αμίν με τον Χίτλερ. Ωστόσο, αντίθετα με τους οργανικούς πολιτικούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα σε σιωνισμό και εθνικοσοσιαλισμό, η συμμαχία που επιδίωξε ο Χατζ Αμίν είχε καθαρά τακτικό χαρακτήρα. Η ναζιστική Γερμανία ήταν εχθρός της αυτοκρατορικής Αγγλίας που καταδυνάστευε την Παλαιστίνη και, συνακόλουθα, δυνητικός σύμμαχός του αναδυόμενου αραβικού εθνικιστικού κινήματος. Οι Πλαιστίνιοι ήταν υποχρεωμένοι να δράσουν σύμφωνα με την αρχή “ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου”, μιας και οι Σιωνιστές είχαν ήδη πλευρίσει τις αγγλικές ελίτ για να εξασφαλίσουν την εύνοια τους αναφορικά με τα κατακτητικά σχέδια τους για μαζικό εποικισμό της αραβικής Παλαιστίνης. Το παρακάτω άρθρο ρίχνει φως στους δεσμούς που ενώνουν τους σιωνιστές με τους απανταχού αντισημίτες και τις πολιτικές συνέπειες αυτών των δεσμών που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Και, το κυριότερο, προέρχεται από μια εβραϊκή πηγή, την οποία κανείς δεν μπορεί να συκοφαντήσει για δήθεν “αντισημιτισμό”, όπως κάνουν κατά συρροή οι σιωνιστές προκειμένου να φιμώσουν τους πολιτικούς αντιπάλους τους.

 

Η ανησυχητική συμμαχία ανάμεσα σε Σιωνιστές και Αντισημίτες

Μεταξύ της ακρόασης του David Friedman στο Κογκρέσο, της επίσκεψης του Netanyahu στις ΗΠΑ και της άρνησης του Προέδρου Τραμπ να αναλάβει δράση ενάντια στο αυξανόμενο κύμα του αντισημιτισμού στην Αμερική, η περίοδος που μας πέρασε ήταν γεμάτη ένταση για την Αμερικανό-εβραϊκή κοινότητα.

Για όσους ανήκουν στην Δεξιά, η απόρριψη από τον Τραμπ της λύσης των δύο κρατών, όπως και ο διορισμός του Φρίντμαν, παρέχει εγγυήσεις ότι η καινούρια κυβέρνηση προτίθεται να υποστηρίξει σθεναρά μια επεκτατική μορφή Σιωνισμού. Κι αν συνυπολογίσει κανείς και την συμπερίληψη του Τζάρεντ Κούσνερ στον στενό κύκλο του Προέδρου, η παρουσία των Φρίντμαν και Νετανιάχου στα μετόπισθεν δείχνει για πολλούς ότι ο Τραμπ στην πραγματικότητα δεν είναι αντισημίτης, παρόλο που κατά καιρούς έχει περιβάλλει τον εαυτό του με φυσιογνωμίες που έχουν το λιγότερο αμφιλεγόμενες απόψεις. Σύμφωνα με αυτή την λογική, η ισχυρή υποστήριξη του Τραμπ αλλά και του (επιτελάρχη του) Στιβ Μπάνον για το Ισραήλ, είναι ικανή να αντικρούσει τον οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι αμφότεροι τρέφουν αντιπάθεια προς τους Εβραίους.

Ωστόσο, για πολλούς φιλελεύθερους και κεντρώους, η ιδέα πως ο Κούσνερ και ο Μπάννον θα μπορέσουν να συνεργαστούν, συνιστά την αιτία μιας ατελείωτης σύγχυσης: Πώς θα μπορούσε ένας απόγονος επιζησάντων του Ολοκαυτώματος να μοιράζεται ένα κοινό όραμα με τον ιδεολογικό ηγέτη της «εναλλακτικής δεξιάς»;

Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στην ιστορία του Σιωνιστικού κινήματος, μια ιστορία που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία εγγενής αντίθεση ανάμεσα στον Σιωνισμό και τον αντί-Σημιτισμό. Για την ακρίβεια, οι δύο ιδεολογίες έχουν συνεργαστεί στο παρελθόν προκειμένου να πετύχουν τον στόχο που μοιράζονται από κοινού: την συγκέντρωση των Εβραίων σε ένα μέρος (έτσι ώστε να εξαλειφθεί η παρουσία τους από τα υπόλοιπα).

Ακόμα και πριν από την άνοδο του μοντέρνου Σιωνιστικού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα, Χριστιανοί φιλόσοφοι και κρατικοί αξιωματούχοι συζητούσαν μεταξύ τους για το τι θα έπρεπε να κάνουν με την «ανατολίτικη» μάζα του Εβαραϊσμού που ζούσε ανάμεσα τους. Όπως σημειώνει ο ακαδημαϊκός Jonathan Hess του παν/μιου της Βόρειας Καρολίνας, ένα είδος «λύσης» που είχε ιδιαίτερη απήχηση σε εξέχουσες φυσιογνωμίες του Διαφωτισμού που διακατέχονταν από αντί-Σημιτικά αισθήματα ήταν να απελάσουν τους Εβραίους σε μια αποικιακή εγκατάσταση όπου θα μπορούσαν να αναμορφωθούν. Ο Γίοχαν Γκότλιμπ Φίχτε, που ήταν ανάμεσα στους ιδρυτές του Γερμανικού Ιδεαλισμού, σημείωσε το 1793 ότι η πιο αποτελεσματική προστασία που μπορούσαν να έχουν οι Ευρωπαίοι απέναντι στην Εβραϊκή απειλή, ήταν να «κατακτήσουν για λογαριασμό των Εβραίων, τους Αγίους Τόπους και να τους ξαποστείλουν όλους εκεί».

Πράγματι, ο Σιωνισμός αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό ένα πολιτικό κίνημα που σαν ρητό στόχο είχε να δώσει μια απάντηση στο πρόβλημα του πολιτικού Αντισημιτισμού. Για τους πρωτοπόρους του Σιωνισμού, όπως ο Leo Pinsker και ο Theodor Herzl, η εμφάνιση του Αντισημιτισμού ήταν ένα αναπόφευκτο φαινόμενο σε οποιοδήποτε μέρος οι Εβραίοι συνιστούσαν μια ευμεγέθη μειοψηφία. Κανονικές σχέσεις με τα άλλα έθνη θα μπορούσαν να υπάρξουν μόνο εφόσον οι Εβραίοι μεταφέρονταν σε ένα μέρος όπου θα ήταν η πλειοψηφία. Έτσι, αντί να πιέσουν τα σύγχρονα κράτη και τις κοινωνίες προκειμένου να εφεύρουν νέους τρόπους ώστε να ενθαρρύνουν την διαφορετικότητα, οι Σιωνιστές διανοητές της γενιάς του Χερτσλ υιοθετούσαν την λογική ότι το Εβραϊκό «πρόβλημα» θα μπορούσε να τακτοποιηθεί μόνο μέσω της μαζικής εκδίωξης των Εβραίων από τα Ευρωπαϊκά κράτη.

Η ιδέα ότι οι Εβραίοι ανήκουν όχι στο μέρος όπου κατοικούν ή απ’ όπου κατάγονται, αλλά στους Αγίους Τόπους ήταν φυσικά μια θέση με την οποία δεν συμφωνούσαν όλοι οι Σιωνιστές, ούτε τότε, ούτε τώρα. Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να δει κανείς την πολύ προβληματική λογική που μπορεί να συνδέει παρόμοιους ισχυρισμούς με το είδος του εθνικισμού «της γης και του αίματος», ο οποίος οδήγησε στη καταστροφή της ζωής του Εβραϊσμού της Ευρώπης. Ο Ναζισμός φυσικά ξεπήδησε μέσα από αυτό το πλαίσιο και επέμενε ότι οι Εβραίοι δεν μπορούσαν ποτέ να γίνουν πραγματικοί Γερμανοί. Παρ’ όλα αυτά, οι Ναζιστές προέκτειναν αυτή την λογική μέχρι ένα ριζικά νέο άκρο: πίσω από την ναζιστική ιδέα, υπήρχε το κίνητρο όχι του μαζικού εκτοπισμού, αλλά της μαζικής εξόντωσης.

Παρόλο που η έκταση της καταστροφής δεν είχε γίνει ακόμα γνωστή στις δεκαετίες του 1930 και του 1940, πολλοί μένουν άναυδοι από το γεγονός ότι υπήρξαν απόπειρες από την μεριά της δεξιάς πτέρυγας των Σιωνιστών να αναπτύξουν σχέσεις με την Ναζιστική Γερμανία. Αναρίθμητοι ακαδημαϊκοί έχουν καταγράψει την συμπάθεια για τον φασισμό που έτρεφαν κάποια μέλη του Αναθεωρητικού Σιωνισμού, οι οποίοι βρισκόντουσαν σε μόνιμη διαμάχη με τους συμβατικούς Σιωνιστές τους οποίους αποκήρυξαν σαν Μπολσεβίκους. Είναι προφανές ότι η αντιπάθεια ήταν αμοιβαία, δεδομένου ότι ο David Ben-Gurion έκδωσε το 1933 μια μελέτη στην οποία περιέγραφε τον Zeev Jabotinsky, ιδρυτή του Αναθεωρητικού Σιωνιστικού κινήματος, σαν ομοϊδεάτη του Χίτλερ που ακολουθούσε στα βήματα του. Το φλερτ της Σιωνιστικής δεξιάς με τον φασισμό έφτασε στην τραγική κορύφωση του το 1941, όταν η οργάνωση Lehi, η παραστρατιωτική ομάδα που είχε δημιουργήσει ο Avraham Stern, πλησίασε τον Otto Von Hentig, έναν Γερμανό διπλωμάτη, για να προτείνει συνεργασία ανάμεσα στο εθνικά προσδιορισμένο εβραϊκό κίνημα της Παλαιστίνης και το Γερμανικό κράτος. Η Ναζιστική Γερμανία αρνήθηκε την γενναιόδωρη προσφορά του, έχοντας κατά νου μια αρκετά διαφορετική «λύση» στο ζήτημα της ύπαρξης των Εβραίων.

Η αγγλική εκδοχή του άρθρου υπάρχει εδώ: http://forward.com/opinion/363545/the-disturbing-alliance-between-zionists-and-anti-semites/.

Η τελευταία ανθρωποθυσία

abraham-isaac2-1

Viva la Muerte!” (Ζήτω ο Θάνατος!)

Σύνθημα των Φασιστών στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο

Πολλοί από τους ειδωλολατρικούς βαρβαρικούς λαούς της αρχαιότητας επιδίδονταν σε τελετουργικές ανθρωποθυσίες για να εξευμενίσουν τους – για κάποιον λόγο που ακόμα παραμένει αδιευκρίνιστος – πάντοτε τσατισμένους, πικρόχολους κι εκδικητικούς θεούς τους. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το να είναι κανείς ανάμεσα στα υποψήφια θύματα αποτελούσε ύψιστη τιμή, μιας και μ’ αυτόν τον τρόπο το θύμα έβρισκε ηρωικό θάνατο κι ανακηρυσσόταν ανάμεσα στους παντοτινούς ευεργέτες της κοινότητας του. Έδινε την ζωή του για το καλό του συνόλου και βοηθούσε τον λαό του να εξιλεωθεί στα μάτια του ενός, ή του άλλου μικρόψυχου θεού. Έτσι, οι θεοί θα πρόσφεραν πάλι απλόχερα την εύνοια τους στην αναβαπτισμένη, μέσα από το αίμα αθώων ψυχών, κοινότητα και θα την έπαιρναν πάλι κάτω από την προστασία τους. Σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε ξανά την τελευταία ανθρωποθυσία, αυτήν που υποτίθεται πως έβαλε τέλος σε όλες τις ανθρωποθυσίες. Αυτό βέβαια δεν την κάνει λιγότερο βάρβαρη. Ούτε λιγότερο μάταιη. Και το γεγονός παραμένει ότι, στις αρχές του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα εξακολουθεί να συνωστίζεται σε εκκλησίες και ναούς για να λατρέψει και να τιμήσει κάποιον που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν πρόθυμος να πεθάνει για λογαριασμό της. Που με το αίμα και τον μαρτυρικό θάνατο του επιθυμούσε να εξαγοράσει την “άφεση αμαρτιών” και την αιώνια ευδαιμονία στην μετά θάνατο ζωή. Στις αρχές του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα εξακολουθεί να τιμά και να γιορτάζει μια ανθρωποθυσία που τελέστηκε στο όνομα της πριν από περίπου δύο χιλιετηρίδες.