Ο εγωιστής Άγριος

5vXPp

Αν αγωνιζόμαστε για την κομμουνιστική αναρχία, δεν είναι για να καταργήσουμε τον πλούτο, αλλά την φτώχεια”.

Έριχ Μύζαμ, Γερμανός αναρχικός

Στα παραδοσιοκρατικά συστήματα κοινωνικής οργάνωσης, οι θεσμισμένες ιεραρχίες υπάρχουν αφ’ εαυτών ή χρωστούν την ύπαρξη τους στη θέληση μιας υπερφυσικής δύναμης που βρίσκεται έξω και πέρα από αυτές. Η μακροβιότητα ενός θεσμού και η εμπέδωση της ύπαρξης του με την μορφή των παραδόσεων και της εθιμοτυπίας που εκπηγάζει απ’ αυτόν, αρκεί για να καθοσιώσει τις δομές ανισοκατανομής της δύναμης και να τις περιβάλλει με την αίγλη του “ιερού” και αδιαμφισβήτητου.i Με αυτόν τον τρόπο, η ετερόνομη κοινωνική ολότητα αποκτά ξεχωριστή υπόσταση, αυτονομείται από τα μέλη της και τα επικαθορίζει. Έτσι, στην μεσαιωνική ουτοπία του ποιητή Νοβάλις ο πρίγκηπας-ιππότης είναι εξορισμού πρότυπο θάρρους, εντιμότητας και αυταπάρνησης, ενώ στην αυστηρή ιεραρχία των καστών που επικρατεί στην Ινδία, οι απόβλητοι ντάλιτ είναι από τα πριν στιγματισμένοι και αντιμετωπίζονται σαν ανθρώπινα σκουπίδια από τα στρώματα που προσδιορίζονται ως “ανώτερα” με βάση τη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία.ii Μέχρι πρόσφατα, ακόμη και στις ΗΠΑ των θεσμοποιημένων φυλετικών διακρίσεων, η μαρτυρία ενός νέγρου στο δικαστήριο είχε μειωμένο ηθικό βάρος σε σύγκριση με αυτήν ενός λευκού και ανάμεσα στις δύο πάντοτε υπερίσχυε η μαρτυρία του τελευταίου.

Βλέπουμε λοιπόν πως το στοιχείο που ενυπάρχει από κοινού στα παραδοσιοκρατικά συστήματα είναι ότι κάποιες ιδιότητες και ποιοτικά γνωρίσματα του χαρακτήρα αποδίδονται εκ προοιμίου στο άτομο εξαιτίας της κοινωνικής καταγωγής του. Τουναντίον, στην μοντέρνα πολιτική θεωρία, οι ταξικές διακρίσεις ερμηνεύονται ως το φυσικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της διαφορετικότητας που παρατηρείται μεταξύ των επιμέρους ατόμων. Από αυτή την άποψη, οι ταξικές ιεραρχίες είναι μια ανάγλυφη αποτύπωση της διαφορετικότητας που συναντά κανείς στη φύση κι εκφράζουν ως επί το πλείστον την άνιση κατανομή σε “προτερήματα” κι “ελαττώματα”, τις έμφυτες διαφορές στο επίπεδο της ευφυϊας, την ικανότητα για λογική επεξεργασία και την εγγενή χαρακτηροδομή του κάθε υποκειμένου. Με άλλα λόγια, ισοδυναμούν με την αποκρυστάλλωση αυτού που ο Μ. Ρόθμπαρντ αποκαλούσε “δίκαιη ιεραρχία”, η οποία διασφαλίζει και αναπαράγει τη “φυσική” ηγεσία που αποτελείται από τους επιφανέστερους σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας.iii Στην πρώτη περίπτωση, αυτήν της παραδοσιοκρατικής, “οργανικής” κοινότητας, η ολότητα απορροφά εξολοκλήρου κι επικαθορίζει το άτομο. Όπως γράφει ο Α. Ντε Μπενουά, “με μια λέξη, κάθε τι που αποτελεί το ζωντανό περιβάλλον του [ατόμου], και περιστοιχίζει την ύπαρξη του, δεν επιβάλλεται σε αυτό απ’ έξω, αλλά αντίθετα, πρέπει να ειδωθεί σαν συστατικό στοιχείο του εαυτού του”.iv Τα υποτελή κοινωνικά στρώματα είναι νοητά μονάχα στο πλαίσιο των θεσμοποιημένων σχέσεων τους με τα υπόλοιπα μέρη της ετερόνομης ολότητας, σαν κομμάτι δηλαδή ενός ευρύτερου συνόλου. Δεν υπομένουν την καταπίεση σαν μια ολέθρια δύναμη που ασκείται από-τα-έξω και παραμορφώνει τον αγνό, ανθρώπινο τους πυρήνα. Είναι οι ίδιοι αυτή η καταπίεση, την ενσαρκώνουν στον τρόπο με τον οποίο κατανοούν τον εαυτό τους και αυτοπροσδιορίζονται. Ωστόσο, στη δεύτερη περίπτωση, η αστική πολιτική θεωρία εισήγαγε μια τραυματική ρήξη στο επίκεντρο αυτής της δυστοπικής αρμονίας, μεταθέτοντας το άτομο ως τέτοιο και τις ανάγκες του στην αφετηρία της αντίληψης που έχει για την κοινωνία. Αναγνώρισε έναν ξεχωριστό πυρήνα στην ατομικότητα, μια αυθύπαρκτη διάσταση που δεν ανάγει το άτομο στο άθροισμα των κοινωνικών σχέσεων που το συναποτελούν, αλλά του επιτρέπει να εξεγερθεί εναντίον τους και να τις αναμορφώσει σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες και ανάγκες.

Παρ’ όλα αυτά, η μπουρζουαζία θέλησε να απελευθερώσει το άτομο μόνο και μόνο και για να το αλυσοδέσει ξανά με τα δεσμά της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι οι άτυπες ιεραρχίες του συστήματος της οικονομίας της αγοράς συγκροτούνται εξαιτίας της δραστηριότητας μιας “φυσικής” ηγεσίας, στα χέρια της οποίας η ανθρωπότητα οφείλει να εναποθέσει πρόθυμα τις τύχες της, η θεσμοποίηση αυτής της ηγεσίας και η μετουσίωση της έμφυτης ανώτερότητας της σε θεσμοποιημένη σχέση άνισης κατανομής της δύναμης, έχει σαν αποτέλεσμα την “αντικειμενική”, συστημική αναπαραγωγή της υπεροχής της ηγετικής τάξης ανεξάρτητα από τα ατομικά χαρακτηριστικά του υποκειμένου. Όπως πολύ όμορφα το είχε θέσει ο Μπακούνιν, “’Οταν υπάρξει ισότητα από την αρχή, για όλους τους ανθρώπους της γης, τότε – διατηρώντας πάντοτε τα βασικά δικαιώματα της αλληλεξαρτήσεως, τα οποία είναι οι βασικοί συντελεστές των κοινωνικών εξελίξεων: ως λ.χ. της ανθρώπινης νοήσεως και των υλικών αγαθών – μόνον τότε θα δυνηθούμε να ειπούμε με μεγαλύτερη βασιμότητα από ότι άλλοτε, ότι το καθένα άτομο είναι παράγωγο των έργων του”.v

Εξάλλου, απογυμνώνοντας το άτομο από το περιεχόμενο των κοινωνικών σχέσεων του, η πολιτική θεωρία των μπουρζουάδων δεν δημιούργησε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θα συνέβαλλε στη χειραφέτηση του κοινωνικού υποκειμένου, αλλά περισσότερο πέτυχε να βυθίσει το νοητικό κατασκεύασμα της μέσα σ’ ένα οντολογικό κενό. Έτσι, το άτομο μετατρέπεται σε μια αφηρημένη οντότητα που ενυπάρχει μόνο μέσα στα μυαλά των πολιτικών φιλοσόφων και είναι προορισμένη να βρίσκεται πάντοτε σε διαρκή πόλεμο, όχι με μια ορισμένη μορφή οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά με την οργανωμένη κοινωνική συμβίωση ως τέτοια, την οποία εκλαμβάνει σαν καταστρατήγηση της προϋπάρχουσας ελευθερίας του. Η α-κοινωνικότητα του ατόμου όπως την εννοεί η μπουρζουάδικη πολιτική θεωρία, η ολοκληρωμένη ύπαρξη του δηλαδή ως εξατομικευμένη μονάδα απαλλαγμένη από κάθε κοινωνική εξάρτηση και δέσμευση, είναι μονάχα φαινομενική. Η “αυτάρκεια” που προσιδιάζει στο υποκείμενο στη φυσική κατάσταση του, μετουσιώνεται σε στάση καθαρά αντικοινωνική μόλις ο “εγωιστής άγριος” της μπουρζουαζίας αποφασίσει να εισέλθει εις κοινωνία με τους συνανθρώπους του. Με αυτο εννοούμε ότι ο εγωιστής άγριος δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να δει την κοινωνία σαν το πεδίο για την επιβολή και άσκηση της κυριαρχίας του. Σαν μια καταναγκαστική ένωση την οποία έχει κάθε λόγο να καθυποτάξει και να τη χρησιμοποιήσει για την εκπλήρωση των επιθυμιών του και την εξυπηρέτηση των ατομικών του συμφερόντων, μιας και αδυνατεί από τη φύση του να διευρύνει τον ορισμό του προσωπικού του συμφέροντος και να μην συγχέει τον εύλογο κανόνα “προσέχω τον εαυτό μου”, με την αλαζονική, ατομιστική παραφθορά, “προσέχω μόνο τον εαυτό μου”.

Αυτός άλλωστε είναι και ο μοναδικός λόγος που θα μπορούσε να εξηγήσει ικανοποιητικά το γεγονός ότι έξαφνα ο ατομιστής άγριος, ο οποίος ζούσε ευδαίμων, αυτάρκης και αυτόνομος στην υπέροχη απομόνωση του, αποφάσισε μάλλον ανεξήγητα, να εγκαταλείψει αυτή την ιδανική φυσική κατάσταση και να υποβάλλει τον εαυτό του στα δεινά που επιφυλάσσει η κοινωνική συναναστροφή με άλλα μέλη του ανθρώπινου γένους. Το “α-κοινωνικό” λοιπόν άτομο που έχει τον εαυτό του σαν μοναδικό σημείο αναφοράς μεταμορφώνεται αίφνης στο κυριαρχικό, εξουσιαστικό άτομο. Η ανύψωση της ατομικότητας σε υπέρτατη αξία είναι σε αυτό το πλαίσιο ψευδεπίγραφη, διότι δεν αφορά την ατομικότητα όλων, αλλά την ατομικότητα μιας ισχυρής μειοψηφίας, μιας συστημικής ελίτ που αυτοκαθορίζεται ετεροκαθορίζοντας όλους τους υπόλοιπους.

Ούτε υπάρχει κάποιος αντικειμενικός λόγος που θα πρέπει το άτομο να βρίσκεται μόνιμα σε μια κατάσταση εξέγερσης ενάντια στις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης του. Διαφορετικά, η εξέγερση του είναι μια άσκηση στην ματαιότητα, ένας πόλεμος που δεν μπορεί να κερδηθεί, μια συνθήκη που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την μετάβαση από τη σφαίρα της ονειροφαντασίας σε αυτή της κοινωνικής πραγματικότητας. Θα μπορούσαμε εδώ να δανειστούμε τα λόγια του ίδιου του φανατικού υπέρμαχου της ανισότητας Ρόθμπαρντ και να τα στρέψουμε εναντίον του λέγοντας ότι: “[…] εφόσον ένας ηθικός στόχος παραβιάζει τη φύση του ανθρώπου και/ή του σύμπαντος, και συνακόλουθα, δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη, τότε πρόκειται για ένα κακό ιδανικό και θα πρέπει να απορριφτεί σαν στόχος. Αν ο ίδιος ο στόχος είναι εκείνος που παραβιάζει τη φύση του ανθρώπου, τότε είναι κακή ιδέα να εργαστούμε προς την κατεύθυνση της πραγματοποίησης αυτού του στόχου”.vi Η διεκδίκηση της ελευθερίας του ατόμου είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τις τεμαχισμένες και καλά οριοθετημένες “ατομικές ελευθερίες” που μεταχειρίζεται σαν ευρέως διαδεδομένο σύνθημα η πολιτική ορολογία του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι πρόκειται για έννοιες αντιθετικές, εφόσον η αναγκαία συνθήκη για την ελευθερία του κοινωνικού ατόμου είναι η κατάργηση της συγκεντρωτικής εξουσίας, ενώ στον βαθμό που οι ατομικές ελευθερίες δεν αμφισβητούν την ύπαρξη της εξουσίας αυτής καθ’ εαυτής, μπορούν τελικά να πραγματωθούν στο κοινωνικό πεδίο μονάχα αν διεκδικήσουν και αποκτήσουν το μερίδιο από την εξουσία που τους αναλογεί. Όπως και να ‘χει, η ελευθερία του κοινωνικού ατόμου είναι νοητή μόνο όταν αποδίδει ένα θετικό περιεχόμενο στους κοινωνικούς όρους της ύπαρξης. Όταν εγείρει ξεκάθαρες αξιώσεις αναφορικά με το υλικο υπόβαθρο της συλλογικής συμβίωσης της κοινωνίας, αντί να διατυπώνει μονοσήμαντα αρνητικά αιτήματα για τον περιορισμό της εμβέλειας της διακυβέρνησης.

Εξάλλου, ήταν ο Μπακούνιν αυτός που κάποτε σχολίασε ειρωνικά ότι όλοι οι μπουρζουάδες ήταν κατά βάθος “αναρχικοί”. Επιθυμούσαν διακαώς να περιοριστεί το κράτος αυστηρά στα καθήκοντα που έχουν να κάνουν με την αστυνόμευση και την καταστολή και να αφεθούν κατόπιν ανενόχλητοι για να εκμεταλλευτούν τους συνανθρώπους τους όπως εκείνοι νομίζουν καλύτερο. Έγραφε επί λέξη ο Μπακούνιν ότι η μπουρζουαζία, η “τόσο πολυάριθμη και αξιοσέβαστη αυτή τάξη δεν θα επιθυμούσε τίποτα περισσότερο από το να δώσει στον εαυτό της το δικαίωμα, η μάλλον το προνόμιο, της πιο πλήρους αναρχίας. Ολόκληρη η κοινωνική της οικονομία, η πραγματική βάση της πολιτικής της ύπαρξης, δεν έχει όπως ξέρουμε νόμο άλλον από την αναρχία, που διατυπώνεται με τα παρακάτω λόγια που έχουν γίνει περίφημα: ‘Laissez faire et laissez passer”. Αγαπά, όμως, την αναρχία αυτήν μόνο για τον εαυτό της και υπό τον όρο ότι οι μάζες, ‘που παραείναι αμαθείς για να την χαρούν δίχως να της κάνουν κατάχρηση’, θα μένουν υποταγμένες στην πιο στυγνή πειθαρχία του κράτους”.vii Πράγματι, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς παρέχει το ιδανικό πεδίο δράσης για τη διαμόρφωση και αναπαραγωγή των άτυπων ιεραρχιών που ο Τζέφερσον ονόμαζε “φυσική αριστοκρατία” και διαχωρίζουν την ανθρωπότητα σε έχοντες και μη-έχοντες, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους. Οι συνήγοροι της κυριαρχίας όπως ο Νίτσε, ο Γκ. Λε Μπον και ο Ορτέγκα-υ-Γκασσέτ, έχουν κατά καιρούς κατηγορήσει τους προλετάριους για έπαρση, φθόνο και ασέβεια προς τις ανώτερες τάξεις.viii Οι μάζες των καταπιεσμένων αδυνατούν να αποδεχτούν στωικά την κατωτερότητα τους. Φθονούν την ευημερία που βλέπουν ολόγυρα τους να τους περιστοιχίζει, χωρίς όμως ποτέ να τους περιλαμβάνει. Μην μπορώντας να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις για να αποκτήσουν μερίδιο από όλη αυτή την αφθονία, ή για να δημιουργήσουν καινούριο πλούτο με τα δικά τους μέσα και τις δικές τους προσπάθειες, οι υποτελείς στρέφονται προς εκείνες τις δηλητηριώδεις και λαϊκίστικες πολιτικές δοξασίες που τους χαϊδεύουν τα αυτιά και τους διαβεβαιώνουν – άκουσον, άκουσον! – πως έχουν κι αυτοί δικαίωμα να αποκτήσουν μερίδιο από τον πλούτο που δημιούργησαν άλλοι, οι “πρωτοπόροι”.

Μολαταύτα, τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει σε αυτούς τους θεωρητικούς του κανιβαλισμού ότι αν η πολύ δουλειά είναι ο βασικός λόγος που γίνεται κανείς πλούσιος, τότε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας που μοχθεί καθημερινά θα έπρεπε να ζει στην αφθονία. Στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς ο πλούτος και η ευημερία του ενός προϋποθέτει, και την ίδια στιγμή συνεπάγεται, τη φτώχεια και τον ετεροκαθορισμό του άλλου. Πρόκειται δηλαδή για μια ιεραρχική σχέση στην οποία εισέρχονται τα δύο μέρη, υποτίθεται με τη θέληση τους, και αναπαράγει διά της λειτουργίας της την άνιση κατανομή της οικονομικής δύναμης μεταξύ τους. Η συσσώρευση πλούτου και η συγκέντρωση δύναμης δεν μπορούν να είναι το αποτέλεσμα της προσωπικής εργασίας κάποιου. Μπορεί μονάχα να προέλθει σαν το συγκεντρωτικό αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης της εργασίας περισσότερων ανθρώπων από τον ίδιο τον καπιταλιστή. Για να το πούμε διαφορετικά, ο καπιταλιστής είναι εκείνος που ιδιοποιείται το προϊόν της συνολικής εργασίας που επιτελείται στο όνομα του και τον υπερβαίνει. Για να το πετύχει αυτό, εγείρει κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στα μέσα της παραγωγής που κι αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από το τελικό προϊόν της προηγούμενης συλλογικής δραστηριότητας της κοινότητας. Μέσω του νομικού και πολιτικού καθεστώτος που κατοχυρώνει την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, οι εργαζόμενοι αποκόπτονται και αλλοτριώνονται από το τελικό προϊόν της συλλογικής εργασίας που έχουν επιτελέσει και εξαναγκάζονται να εισέλθουν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον καπιταλιστή.ix Με αυτόν τον τρόπο, η ευημερία του καπιταλιστή συνεπάγεται την υποτέλεια και την εξάρτηση των προλετάριων. Από την εργασία του κάποιος θα μπορούσε να ζήσει ακόμη και με κάποια σχετική άνεση. Για να γίνει όμως πλούσιος, για να καταλάβει μια θέση στην οικονομική ελίτ του συστήματος, είναι εξορισμού υποχρεωμένος να υποδουλώσει τους συνανθρώπους του, να τους μετατρέψει σε άβουλα εξαρτήματα στη δική του μηχανή της παραγωγής. Ο αναρχικός ακαδημαϊκός Φ. Ντουπουί έχει περιγράψει αυτή την άνιση σχέση ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις ως εξής: “Η αστική τάξη απαρτίζεται από κλέφτες με κουστούμι και γραβάτα που ζουν μέσα σε μια χλιδή η οποία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο αν οι άλλοι δουλεύουν για να παράγουν πλεόνασμα. Αυτό είναι εκμετάλλευση: να ασκείς εξουσία στους άλλους για να τους κάνεις να δουλεύουν για λογαριασμό σου, να δουλεύουν περισσότερο απ’ όσο το χρειάζονται οι ίδιοι. Αυτό το πλεόνασμα εργασίας επιτρέπει την παραγωγή ενός πλούτου που δεν τον καρπώνονται όσοι και όσες τον παράγουν, αλλά οι μέτοχοι, τα αφεντικά – με μια λέξη, η οικονομική ελίτ”.x Και προκειμένου να αυξάνει το ποσοστό κερδοφορίας του, να γίνεται δηλαδή ακόμη πιο πλούσιος, ο καπιταλιστής είναι αναγκασμένος εξαιτίας της αέναης κίνησης των “αντικειμενικών” νόμων λειτουργίας του συστήματος, είτε να αποβάλλει ολοένα και μεγαλύτερη ποσότητα ζωντανής εργασίας από τη διαδικασία της παραγωγής, ή να επιδεινώνει διαρκώς τους όρους της μισθωτής σχέσης σε βάρος του εργαζόμενου.

Πρόθεση μας σίγουρα δεν είναι να επιχειρήσουμε μια ελευθεριακή ανασκευή της μαρξιστικής θεωρίας της αξίας, ούτε να επιδοθούμε σε ασκήσεις κακής μαρξιστικής μεταφυσικής. Εκείνο που προσπαθούμε να καταδείξουμε είναι ο συστημικός χαρακτήρας της ανισοκατανομής της δύναμης που αναπαράγεται από το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι ο καπιταλισμός παράγει πλούτο κι έχει οδηγήσει σε μια δυσθεώρητη μεγένθυση των παραγωγικών δυνάμεων, που από μόνη της είναι μια αντικειμενική εξέλιξη η οποία κυοφορεί σημαντικές χειραφετικές προοπτικές για την ανθρωπότητα συνολικά. Την ίδια άλλωστε αξιοσημείωτη ικανότητα στην μαζική παραγωγή κοινωνικού πλούτου επέδειξε και ο κρατικός σοσιαλισμός κατά τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης του, τη φάση της εκβιομηχάνισης και του οικονομικού εκσυγχρονισμού των κεντρικά σχεδιασμένων οικονομιών. Μολαταύτα, το πραγματικό ζήτημα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο διαμοιράζεται αυτός ο κοινωνικός πλούτος, αν τα ωφελήματα της οικονομικής μεγέθυνσης είναι διαθέσιμα για όλους κι αν όλοι έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν τις υλικές συνθήκες της κοινωνικής τους ύπαρξης σαν αποτέλεσμα της εξέλιξης και των καινοτομιών που λαμβάνουν χώρα στη σφαίρα της τεχνολογίας και των τεχνικών μέσων της παραγωγής. Διαφορετικά, θα είμασταν υποχρεωμένοι να συμφωνήσουμε με εκείνον τον οικονομολόγο του 18ου αιώνα που παραθέτει ο Πολάνυϊ και ο οποίος λίγο, πολύ δεν δίστασε να ισσχυριστεί ότι, “ο πλούτος ενός έθνους είναι ανάλογος με τον πληθυσμό του και τη φτώχεια του”.xi

Ήδη, σύμφωνα με τη συνταρακτική έκθεση που εξέδωσε η καθολική φιλανθρωπική οργάνωση Oxfam γύρω από το ζήτημα της παγκόσμιας ανισότητας, το πλουσιώτερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού καρπώθηκε το 82% του πλούτου που παράχθηκε από τη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς το 2017. Την ίδια στιγμή, ο πλούτος που βρίσκεται στην κατοχή του φτωχότερου μισού του πληθυσμού του πλανήτη, γύρω στα 3,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι, δεν σημείωσε την παραμικρή αύξηση. Επιπλέον, ο πλούτος των δισεκατομμυριούχων αυξάνεται με ρυθμούς 13% ανά μέσο όρο από το 2010 κι έπειτα, ενώ η αντίστοιχη αύξηση του εισοδήματος των εργαζόμενων στρωμάτων την ίδια περίοδο ανέρχεται μόλις και μετά βίας στο πενιχρό ετήσιο ποσοστό του 2%.xii Είναι τουλάχιστον παράλογο να ισχυρίζεται κανείς ότι ο συνολικός πλούτος που παράγεται σε επίπεδο παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, οφείλει περισσότερα σε μια χούφτα καπιταλιστές και διευθύνοντες συμβούλους των πολυεθνικών, απ’ ότι στα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που δραστηριοποιούνται ενεργά και παράγουν αυτόν τον πλούτο μέσα από τη συνδυασμένη και κοινωνικοποιημένη εργασία τους. Κι όταν, υπό την πίεση του ηγεμονικού ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος, οι προλετάριοι υιοθετούν αυτή την αντίληψη στο ταξικό φαντασιακό τους, τότε είναι απλώς αυτοκαταστροφικό.

iΟ συντηρητικός στοχαστής του 18ου αιώνα, Ιούστος Μόζερ, “λάτρευε τις φεουδαλικές διακρίσεις και κατήγγελλε τους ‘άμυαλους νεωτεριστές’. Αυτοί καταπατούσαν έθιμα, δικαιώματα και συνήθειες που ήταν, τόνιζε, το απαύγασμα μιας αρχαίας κι ενστικτώδους σοφίας του λαού (του γερμανικού Volk), προσαρμοσμένης στις τοπικές ανάγκες και στις κάθε λογής ιδιαίτερες συνθήκες”. Στο J. Weiss, Συντηρητισμός και Ριζοσπαστική Δεξιά (Εκδόσεις Θύραθεν), σελ. 14.

iiΓια παράδειγμα στο έργο του ποιητή, Χριστιανοσύνη ή Ευρώπη, http://germanhistorydocs.ghi-dc.org/pdf/eng/13_Class.Romanticism_Doc.3_English.pdf.

iiiΣτο M.N. Rothbard, Egalitarianism as a Revolt Against Nature and Other Essays (Ludwig Von Mises Institute), σελ. 1-21.

ivA. de Benoist, Beyond Human Rights (Arktos), σελ. 106.

vΜ. Μπακούνιν, Αντιεξουσιαστικός Σοσιαλισμός (Κατσάνος), σελ. 63.

viM.N. Rothbard, στο ίδιο, σελ. 5.

viiΜ. Μπακούνιν, Θεός και Κράτος (Κατσάνος), σελ. 76.

viiiΕίναι παροιμιώδης η περιφρόνηση που έτρεφε ο Νίτσε για τις “μνησίκακες” μάζες που μικροπρεπώς φθονούσαν τους υπερανθρώπους αφέντες τους, ενώ ο Ορτέγκα στην “Εξέγερση των Μαζών” ψέγει και νουθετεί τους προλετάριους για την έπαρση που τους διακατέχει και τους οδήγησε στα παράλογα αιτήματα της κοινωνικής ισότητας και της κοινωνικής απελευθέρωσης.

xF. Dupuis & Deri-T. Deri, Εξηγώντας την Αναρχία στον Μπαμπά μου (Στάσει Εκπίπτοντες), σελ. 203.

xiΚ. Πολάνυϊ, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (), σελ. 103.

Ελλάδα-ΕΕ, μια μικρή αλληγορική ιστορία

image

Αυτός ο όρος [Μετάβαση] έχει προσλάβει στη δημόσια πολιτική συζήτηση τη σχεδόν βιβλική διάσταση μιας εισδοχής στη ‘χώρα της αφθονίας’. Αλλά ακόμη και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, ακούμε ότι η Μετάβαση έχει μείνει ανολοκλήρωτη. Η περιπλάνηση στην έρημο δεν φαίνεται να έχει τέλος. Και παρά τη ρητορική της ημιτελούς ολοκλήρωσης, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η ελεύθερη αγορά βασιλεύει παντού κυρίαρχη […] Μολαταύτα, η έννοια της ανολοκλήρωτης μετάβασης ακόμα μονοπωλεί τα μίνιτα και τον ακαδημαϊκό λόγο και οι πολιτικές ελίτ την χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν ένα ακόμη κύμα ιδιωτικοποιήσεων σε βάρος του κρατικού ή του κοινωνικού πλούτου. Είναι σαν να μην τολμάει κανείς να πει ότι η Μετάβαση σήμαινε ακριβώς να περιέλθουν αυτά τα κράτη κάτω απ τον έλεγχο του καπιταλισμού. Από αυτή την άποψη, η Μετάβαση έχει προ πολλού τελειώσει. Δεν υπάρχει πια κάτι, ένας προορισμός στον οποίο μπορούμε να ‘μεταβούμε’”.

Σρέτσκο Χόρβατ, Καλωσήρθατε στην Έρημο της Μετάβασης

Είσαι ένας μικρομεσαίος μεροκαματιάρης. Ούτε πλούσιος, ούτε φτωχός, με μισθό που τα φέρνεις βόλτα, τρόπος ζωής ήπιος και μετρημένος. Μια μέρα γνωρίζεις έναν τύπο. Ο μάγκας είναι large, έχει φράγκα και ζει μέσα στη χλιδή, ακολουθώντας ένα ξέφρενο λάιφ-στάιλ. Λαμπερά αυτοκίνητα, φιρμάτα ρούχα, γυναίκες, μπαράκια κάθε βράδυ, ακριβά εστιατόρια, εκδρομές και ταξίδια στο εξωτερικό. Τα ψιλοβρίσκετε και γίνεστε φίλοι. Εσύ γλυκαίνεσαι και παρ’ όλο που το εισόδημα σου δεν το επιτρέπει, κολλάς από κοντά στις βόλτες, τις κραιπάλες και τα χαϊλίκια. Πλάι στον κολλητό σου, μοιάζεις άλλος άνθρωπος. Αισθάνεσαι και συ σημαντικός, μάγκας και “επιτυχημένος”. Κάποια στιγμή όμως καταλαβαίνεις ότι δεν σε παίρνει. Τον πιάνεις και του λες ότι ως εδώ ήταν, δεν αντέχει άλλο η τσέπη σου την μεγάλη ζωή. Αυτός γυρνάει και σου λέει καθησυχαστικά: “Τι σε νοιάζει ρε μαλάκα; Εγώ είμαι εδώ. Θα βγαίνουμε και θα τα βάζω εγώ τα λεφτά. Εσύ θα μου δίνεις όσα μπορείς, όποτε μπορείς. Φιλαράκια είμαστε, δεν θα σε συντρέξω”; Εσύ το τρως το παραμύθι και συνεχίζεις ξέγνοιαστος στους ίδιους ρυθμούς. Περνά ο καιρός και συ ίδια δουλειά, ίδιο εισόδημα. Τα έξοδα όμως τρέχουν και χάρη στις πλάτες που σου κάνει ο “φίλος”-χορηγός πολλαπλασιάζονται. Μέχρι που συνειδητοποιείς ότι η αλόγιστη σπατάλη και ο πολυτελής τρόπος ζωής σε κάνανε φτωχότερο και σ’ έχουν φέρει στα όρια της χρεοκοπίας. Πιάνεις τον “κολλητό” και του εξηγείς την κατάσταση. Του λες ότι δεν έχεις μία, ότι παρά τα χρήματα που του έδωσες κατά καιρούς, το χρέος προς αυτόν έχει πενταπλασιαστεί και δεν θα μπορέσεις να του επιστρέψεις τα λεφτά που τόσα χρόνια ξόδευες αφειδώς με τη δική του παρότρυνση και σύμφωνη γνώμη. Τότε αυτός που τόσα χρόνια παρίστανε τον “φίλο” σου αφήνει την μάσκα του να πέσει και μεταμορφώνεται σε άγριο θηρίο. Γυρνάει και σε βρίζει με τα χειρότερα λόγια. Σε λέει κλέφτη, ακαμάτη και τεμπέλαρο. Σου ζητάει να βάλει χέρι στον μισθό σου, στο σπίτι σου και στα οικογενειακά σου κειμήλια. Τέλος, σου λέει ότι εσύ και τα παιδιά σου θα τον υπηρετείτε σαν σκλάβοι για το υπόλοιπο της ζωής σας, μέχρι να ξεχρεώσετε ή, εναλλακτικά, να πεθάνετε. Και συ αντί να του ρίξεις τρεις σφαλιάρες και να τον στείλεις στον διάβολο, αντί να διακόψεις κάθε σχέση μαζί του και να κάνεις μια καινούρια αρχή, δέχεσαι αδιαμαρτύρητα τον καινούριο ρόλο σου και συνεχίζεις να αποκαλείς έναν τέτοιο άνθρωπο “φίλο” σου κι “εταίρο”.

“Καράκας, που είσαι”;i

6fdc3b587e4fbb4d57d09fa84c744116_w800_h533

Σε ότι αφορά την υπόθεση της επανάστασης, οι λατινοαμερικάνοι είχαμε πάντα έναν ξεκάθαρο καταμερισμό εργασίας με τους Ευρωπαίους. Εμείς βάζαμε τους νεκρούς κι εκείνοι έβαζαν τα δάκρυα”.

Λόγια βολιβιανού μαρξιστή, πρώην αντάρτη

Στη Βενεζουέλα, οι άνεμοι της βίαιης αλλαγής καθεστώτος και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης έχουν αρχίσει ξανά να φυσούν δυνατά, ίσως δυνατότερα από κάθε άλλη φορά. Σαν αναρχικοί είμαστε υποχρεωμένοι να διαμορφώσουμε την πολιτική κρίση μας για το καθεστώς σύμφωνα με τις ηθικές αρχές και τις αξίες που διέπουν το πρόταγμα μας. Ωστόσο, θα ισοδυναμούσε με σφάλμα εκ μέρους μας να προβούμε σε μια καθολική απόρριψη του εγχειρήματος της μπολιβαριανής “επανάστασης”, στο όνομα μιας καθαρά ιδεολογικής κριτικής, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την ιστορική συγκυρία και τον γεωπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων μέσα στον οποίο αυτή εκδηλώθηκε. Όταν μια επανάσταση αποτυγχάνει να διανύσει ολόκληρο τον δρόμο προς την ριζική αναμόρφωση της κοινωνίας σύμφωνα με ένα νέο κοινωνικό παράδειγμα, όταν μένει ανολοκλήρωτη και ημιτελής, η ενδεδειγμένη στάση για εκείνους που επιθυμούν να γίνουν ριζοσπαστικές αλλαγές που θα ωφελήσουν τα λαϊκά στρώματα, δεν είναι να διακηρύξουν την ουδετερότητα τους ανάμεσα στην (μισοτελειωμένη) επανάσταση και την δεξιά αντιπολίτευση που βρίσκεται κάτω από τις διαταγές των ιμπεριαλιστών επικυρίαρχων και επιζητά την ολοκληρωτική παλινόρθωση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Αντίθετα, ίσως πιο λογικό θα ήταν να απαιτήσουν το βάθεμα της επανάστασης, την επέκταση της πέρα από τα κρατικής προέλευσης, κοινωνικά προγράμματα που σαν αντικείμενο τους έχουν τη βελτίωση των υλικών συνθηκών ζωής του προλεταριάτου, στη δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών και των συλλογικών πολιτικοοικονομικών δομών για τον αυτοκαθορισμό του σε όλα τα επίπεδα. Σίγουρα, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς η πιο οργανωμένη μερίδα των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων να έρθει σε ρήξη με την θεσμοποιημένη “επαναστατική” εξουσία, δηλαδή την κεντρική κυβέρνηση που υποτίθεται πως τα εκπροσωπεί, όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταξική αυτοδιάθεση των προλετάριων της Βενεζουέλας απέχει παρασάγγας από την αντιδραστική πολιτική στροφή που θέλει να επιβάλει στη χώρα ο Γουαϊδό και όσοι τον υποστηρίζουν.

Ας μην βιαστεί ο αναγνώστης να υποθέσει ότι η παραπάνω ανάλυση υιοθετεί μια συγκεκαλυμμένα εθνικιστική προσέγγιση ενταγμένη στο αφήγημα του κλασσικού αντιμπεριαλισμού. Τα πολύ χειροπιαστά αποτελέσματα του συστημικού ιμπεριαλισμού πάνω στις ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις που αναπαράγονται μέσα στον ετερόνομο κοινωνικό σχηματισμό της Βενεζουέλας, απορρέουν από το ίδιο το περιεχόμενο και την έμφυτη δυναμική του διεθνοποιημένου συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Ενός συστήματος που είναι την ίδια στιγμή ιεραρχικά διαρθρωμένο, μέσα από τον διεθνοποιημένο καταμερισμό της εργασίας που αναπαράγει την ανισοκατανομή της δύναμης ανάμεσα στις επιμέρους κοινωνικές ολότητες, και παγκοσμιοποιητικό, επεκτεινόμενο διαρκώς και καθιερώνοντας σχέσεις εξάρτησης ή αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις οικονομίες της αγοράς που ενσωματώνονται σε αυτό. Έτσι, ενώ η πολιτική ελίτ που ηγείται της μπολιβαριανής “επανάστασης” στη Βενεζουέλα είναι παντελώς ανήμπορη να επιφέρει οποιουδήποτε είδους αλλαγή στην πολιτική ή οικονομική κατάσταση οποιασδήποτε από τις ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες που ανήκουν στο κλειστό κλαμπ της υπερεθνικής ελίτ, οι ΗΠΑ και οι πλούσιες χώρες της ΕΕ είναι σε θέση να δρομολογήσουν μονομερώς, ή τουλάχιστον να επηρεάσουν ενεργά τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Βενεζουέλας, παρέχοντας πολιτική αναγνώριση σε μια παράλληλη κυβέρνηση και διακρατώντας παράνομα τα περιουσιακά στοιχεία που είχε αποθηκεύσει το μπολιβαριανό κράτος στις τράπεζες τους στο εξωτερικό.i Αυτό δεν συνιστά παραπλανητικό “εθνικιστικό αφήγημα”, αλλά τη σκληρή όψη της πραγματικότητας ενός ιμπεριαλισμού που εκπορεύεται από τον πλούσιο γείτονα του Βορρά και που οι λαοί της Λ. Αμερικής είναι αναγκασμένοι να βιώνουν στο πετσί τους εδώ και κάμποσες δεκαετίες.

Από την άλλη, θα ήταν εξίσου πολιτικά αντιπαραγωγικό να αποκηρύξουμε τη Βενεζουέλα, επειδή το καθεστώς εκεί δεν συμμορφώνεται επαρκώς με τους έτοιμους θεωρητικούς ορισμούς περί σοσιαλισμού ή κομμουνισμού που τυχαίνει να έχουμε στο κεφάλι μας. Εξαρχής, το μπολιβαριανό κίνημα δεν υπήρξε ένα κίνημα αμιγώς και ρητά σοσιαλιστικό, αλλά μια αναγκαία αντίδραση από-τα-πάνω στην ακραία κοινωνική ανισότητα που επικρατεί διαχρονικά στη Βενεζουέλα. Μια οργανωμένη απόπειρα αντιστροφής της αργής κοινωνικής γενοκτονίας που συντελούνταν για τρεις συνεχόμενες δεκαετίες από τις νεοφιλελεύθερες καπιταλιστικές ελίτ σε βάρος των φτωχών και ων αδύναμων της κοινωνίας της Βενεζουέλας. Κι αυτό μέσα σε μια ιστορική συγκυρία όπου η Αρσιτερά, ως ζώσα δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού, ως δομή εξουσίας αλλά κι ως πρόταγμα, τελούσε παντού σε μια κατάσταση είτε εκτεταμένης αποσύνθεσης, ή καθολικής κατάρρευσης. Προτού ο Τσάβες αναλάβει την εξουσία, ένα ποσοστό μεγαλύτερο από το 40% του πληθυσμού της χώρας διαβιούσε κάτω από καθεστώς ακραίας στέρησης και φτώχειας, με φαινόμενα όπως η έλλειψη στέγης, ο υποσιτισμός και η παιδική θνησιμότητα να θερίζουν τα κατώτερα στρώματα της κοινωνικής ολότητας.ii Από αυτή την άποψη, το μπολιβαριανό καθεστώς δεν ήταν παρά η θεσμική έκφραση της ηττημένης λαϊκής εξέγερσης του 1989, μια μετριοπαθής πολιτική εκδοχή του λαϊκού ριζοσπαστισμού που εκδηλώθηκε με τη βίαιη κοινωνική εξέγερση του Καρακάσο.iii Η “επαναστατική” κυβέρνηση, στην κορυφή της οποίας βρέθηκε ο Τσάβες, ήταν απαραίτητη όχι σαν το ριζοσπαστικό όργανο που θα μεταμορφώσει τη Βενεζουέλα σε μια κοινωνία αυτόνομη και σοσιαλιστική, αλλά πρωτίστως σαν μια κοινωνικά ευαίσθητη ηγεσία, η οποία ανέλαβε να μετατρέψει τη Βενεζουέλα σε μια κοινωνία “κανονική”, μια κοινωνική ολότητα όπου τα 2/3 του πληθυσμού δεν θα κινδυνεύουν να χάσουν τη ζωή τους από την πείνα και τις αρρώστιες.

Παρόλα αυτά, σε μια κοινωνία όπου επί δεκαετίες κυριαρχούσαν ο φονταμενταλισμός της αγοράς και η δικτατορική εξουσία μιας διεφθαρμένης καπιταλιστικής ελίτ, οποιοδήποτε μαζικό κίνημα βάζει σαν σκοπό του την ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών ζωής των μη-προνομιούχων στην πραγματικότητα προϋποθέτει μια επαναστατική ρήξη με τις θεσμοποιημένες δομές εκμετάλλευσης και ανισοκατανομής της πολιτικής και οικονομικής δύναμης. Η Βενεζουέλα ουδέποτε πήρε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να απαλλοτριώσει το μεγάλο κεφάλαιο και να εξαλείψει τον ρόλο που διατηρούσε η τάξη των καπιταλιστών στην εγχώρια παραγωγική διαδικασία. Τα πειράματα για μια αυτοδιάθεση των κοινοτήτων μέσω μιας ελεγχόμενης αποκέντρωσης από-τα-πάνω συνυπήρχαν με την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής στους πιο προωθημένους τομείς του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, με το κράτος να παίζει έναν ρόλο καλοπροαίρετου επιδιαιτητή σε ένα μεικτό οικονομικό σύστημα, που μπορεί να μην ταίριαζε με το νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό μοντέλο, αλλά σίγουρα δεν ήταν ούτε σοσιαλιστικό, ούτε κομμουνιστικό.

Από αυτή την άποψη, υπάρχει κάποια δόση αλήθειας στην κατηγορία για “κυβερνητική ανικανότητα” που εκτοξεύουν ενάντια στον Μαδούρο οι πολιτικοί αντίπαλοι του, εφόσον την κοινωνική επανάσταση που ευαγγελιζόταν το μπολιβαριανό κίνημα την άφησε στην μέση. Σίγουρα, μεγάλο ρόλο για αυτή την απροθυμία των τσαβιστών να φτάσουν μέχρι το τέλος έπαιξε και ο φόβος μπροστά στην οργισμένη αντίδραση του ιμπεριαλιστικού παράγοντα που καραδοκεί, στην περίπτωση που η κεντρική κυβέρνηση τολμούσε να προχωρήσει στην μονομερή απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων της εγχώριας καπιταλιστικής τάξης και στη συνακόλουθη καθολική διάρρηξη των δεσμών εξάρτησης από το διεθνοποιημένο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Στην Λ. Αμερική, όπως άλλωστε και στις χώρες της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής περιφέρειας, αυτά τα δύο βήματα θα πρέπει να νοούνται σαν οι δύο αλληλένδετες όψεις μιας και ενιαίας διαδικασίας κοινωνικής αλλαγής. Μιλάμε εδώ για την απειλή της αμερικανικής επέμβασης διότι ο στρατός της Βενεζουέλας φαίνεται προς το παρόν ότι στηρίζει σύσσωμος την μπολιβαριανή κυβέρνηση. Μάλλον αυτό έχει να κάνει λιγότερο με την αφοσίωση που τρέφουν οι στρατηγοί για τα ιδανικά της “επανάστασης” και περισσότερο με τα οικονομικά συμφέροντα τους που απορρέουν από τις κερδοφόρες συναλλαγές με την πολεμική βιομηχανία της Ρωσίας σε ότι αφορά την προμήθεια οπλικών συστημάτων και πολεμικού υλικού.iv Ωστόσο, στο νότιο ημισφαίριο της αμερικανικής ηπείρου ο ιμπεριαλισμός είναι κάτι περισσότερο από ένα σημείο αναφοράς στις ιδεολογικές διαμάχες που ξεσπούν κάθε τόσο ανάμεσα στους αριστερούς και τους αναρχικούς της Δύσης. Η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύς του Λεβιάθαν που βρίσκεται στον Βορρά είναι παρούσα μέσα στη Βενεζουέλα και αποτελεί συνισταμένη για τη διαμόρφωση του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας. Είναι η επίγνωση αυτής της ισχύος που δίνει στον Γκουαϊδό την αυτοπεποίθηση να απευθύνει τελεσίγραφα στις ένοπλες δυνάμεις και να βάζει προθεσμίες στους στρατηγούς προκειμένου να αναγνωρίσουν την εξουσία του και να προσχωρήσουν στο δικό του στρατόπεδο.v

Το δίχως άλλο, οι αξιωματούχοι του μπολιβαριανού καθεστώτος είναι λαλίστατοι σε ότι έχει να κάνει με τον βρώμικο πόλεμο που έχουν εξαπολύσει οι ΗΠΑ ενάντια στη Βενεζουέλα, τις οικονομικές κυρώσεις που έχουν παραλύσει την οικονομία και τις απροκάλυπτες απόπειρες ανατροπής της κυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, είναι κάπως αδόκιμο για έναν αυτοαποκαλούμενο “επαναστάτη” να επιρρίπτει τις ευθύνες αποκλειστικά στον κακό ιμπεριαλιστή γείτονα και να τον χρησιμοποιεί σαν άλλοθι για όλες τις “ατέλειες” και τις αποτυχίες της διαδικασίας του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας που ο ίδιος έβαλε σε κίνηση. Είναι απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο ότι ένα μαζικό κίνημα που προσβλέπει να επιβάλει μια φιλολαϊκή πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση σε μια χώρα της Λ. Αμερικής, θα επισύρει την οργή και τις επιθετικές διαθέσεις όχι μόνο των ΗΠΑ, αλλά σύσσωμων των μηχανισμών που απαρτίζουν από κοινού το αποκεντρωμένο δίκτυο εξουσίας της υπερεθνικής ελίτ. Η κοινωνική απελευθερωτική θεωρία εμπεριέχει και μια γεωπολιτική διάσταση, πράγμα που οι ισπανοί αναρχικοί του μεσοπολέμου γνώριζαν και καταλάβαιναν πολύ καλά. Έτσι, στην μπροσούρα που είχε συγγράψει με θέμα τον αναρχικό κομμουνισμό στην Ιβηρική, ο αναρχικός γιατρός Ι. Πουέντε προχώρησε σε μια αναλυτική καταγραφή της πρωτογενούς και δυετερογενούς παραγωγής της τοπικής οικονομίας, έχοντας πλήρη συναίσθηση του γεγονότος ότι μια ενδεχόμενη επικράτηση των αναρχοκομμουνιστών σε Ισπανία και Πορτογαλία θα συνεπαγόταν σχεδόν αυτόματα την επιβολή οικονομικού και εμπορικού εμπάργκο, αν όχι την ένοπλη παρέμβαση των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων της εποχής.vi Το να ισχυρίζεται κάποιος ότι είναι διατεθειμένος να αγωνιστεί για την κοινωνική απελευθέρωση, χωρίς την ίδια στιγμή να περιμένει και να προετοιμάζεται για λυσσαλέα αντίδραση από εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις της θεσμισμένης ετερονομίας που ιστορικά υπήρξαν οι πιο ορκισμένοι κι αμείλικτοι εχθροί της, συνιστά πιο πολύ ιδεολογία, με την παραδοσιακή μαρξιστική έννοια της απόκρυψης ή διαστρέβλωσης της κοινωνικής πραγματικότητας, και λιγότερο “επαναστατική” θεωρία, με την έννοια ενός νοητικού εργαλείου που μας βοηθά να την κατανοήσουμε.

Η μονοσήμαντη ερμηνεία των γεγονότων από τη σκοπιά της επιρροής που ασκούν οι δομές του διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας στο “εσωτερικό” της Βενεζουέλας, στην πραγματικότητα αποκρύπτουν τις ευθύνες της ίδιας της μπολιβαριανής ηγεσίας για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Με το να είναι ανίκανοι, ή μάλλον απρόθυμοι, να υπερβούν τον ορίζοντα της ειρηνικής συνύπαρξης με τους καπιταλιστές μέσα στο θεσμικό πλαίσιο μιας μεικτής, σοσιαλδημοκρατικής οικονομίας, οι μπολιβαριανοί κρατιστές άφησαν το πολιτικό τους πείραμα για μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της βενεζουελάνικης κοινωνίας, εκτεθειμένο στο παρατεταμένο οικονομικό μποϋκοτάζ των καπιταλιστών στο εγχώριο αλλά και στο διεθνές επίπεδο. Οι καταστροφικές συνέπειες αυτής της συνύπαρξης είχαν σαν αποτέλεσμα την ολοένα και μεγαλύτερη αδυναμία της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει επαρκώς τα κοινωνικά προγράμματα ενδυνάμωσης και αναβάθμισης των υλικών συνθηκών διαβίωσης των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Μια συνθήκη που έχει οδηγήσει στην εξάπλωση της δυσαρέσκειας και της απογοήτευσης μέσα στις γραμμές του υποπρολεταριάτου (φτωχοί των πόλεων, αγρότες κι εργάτες γης στην ύπαιθρο, φυλές αυτοχθόνων), που συνιστά και το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνικής βάσης πάνω στην οποία στηρίχτηκε μέχρι σήμερα η “επαναστατική” διαδικασία στη Βενεζουέλα. Με άλλα λόγια, η βασική αδυναμία της “επανάστασης” στη Βενεζουέλα απορρέει από την κρατικιστική φύση της μπολιβαριανής “επαναστατικής” διαδικασίας, ότι πρόκειται για μια πολιτική, δηλαδή διευθυνόμενη από-τα-πάνω, και όχι για μια κοινωνική επανάσταση. Ο Μαδούρο γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν υπάρχει αστική εκλογική διαδικασία που θα αναδείξει νικητή το ενωμένο σοσιαλιστικό κόμμα της Βενεζουέλας και θα γίνει αποδεκτή από τους νεο-ιμπεριαλιστές επικυριάρχους της υπερεθνικής ελίτ. Εκείνο που θα διασφάλιζε τη συνέχιση της επανάστασης, ή μάλλον θα εγκαινίαζε ιστορικά την πρώτη, πραγματική της φάση, θα ήταν να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και να μεταφερθεί το σύνολο των οικονομικών πόρων κάτω απ’ τον άμεσο έλεγχο του συστήματος των κοινοτικών συνελεύσεων, το οποίο σήμερα φυτοζωεί. Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε από το μπολιβαριανό κράτος στην ουσία να αυτοκαταργηθεί στην πράξη. Πράγμα που σημαίνει ότι ο κρατικιστικός “σοσιαλισμός του 21ου αιώνα”, όπως αυτάρκεσκα αποκαλούν το κοινωνικό σύστημα της Βενεζουέλας ο Μαδούρο και οι παρατρεχάμενοι του, οδεύει προς τον αφανισμό του, όπως συνέβη και με τους κρατιστές προκατόχους του του προηγούμενου αιώνα.

i “Τόσο ψηλά είναι τα κτήρια,

Τίποτε δεν απομένει πια από την παιδική μου ηλικία,

Έχασα τον μικρό μου κηπάκο με τα τεμπέλικα σύννεφα του,

Εκεί που το φως άφηνε τα φτερά του να πέσουν,

Απαλές Αιγυπτιακές

Έχασα το όνομα μου και το όνειρο για ένα δικό μου σπίτι,

Αλύγιστοι σκελετοί κτισμάτων, ο ένας πύργος πάνω στον άλλο,

Τώρα κρύβουν το βουνό από τα μάτια μας.

Η φασαρία μεγαλώνει με τον θόρυβο από χίλια αυτοκίνητα να βουίζει στο κάθε αυτί,

Χιλιάδες ζευγάρια από τροχούς για το κάθε πόδι, όλα τους θανάσιμα.

Οι άνθρωποι τρέχουν να προλάβουν τη φωνή τους,

Αλλά οι φωνές τους έχουν φύγει,

Κυνηγώντας τα ταξί που τρέχουν μανιασμένα.

Πιο απόμακρο από την Θήβα, την Τροία, τη Νινευή,

Καράκας, που είσαι;

Έχασα την σκιά μου και την αίσθηση της πέτρας,

Τίποτα πια δεν απομένει απο την παιδική μου ηλικία.

Περιδιαβαίνω τώρα τους δρόμους της πόλης,

Σαν να ήμουν τυφλός, κάθε μέρα και πιο μόνος.

Η πόλη είναι πραγματική, ατρόμητη, φτιαγμένη από συμπαγές τσιμέντο.

Μονάχα η δική μου ιστορία είναι λάθος”.

Ε. Μοντέχο, Καράκας

ivVenezuela’s Caraczo: State Repression and Neoliberal Misrule, https://venezuelanalysis.com/analysis/11868.

vii I. Puente, Libertarian Communism, https://libcom.org/library/libertarian-communism.

Ο θρίαμβος της αποτυχίας

IMG_13612

Παρατήρησα κάτι σπάνιο σήμερα: Σέρβιραν μαρμελάδα με το τσάι και, παρεπιπτόντως, οι δεσμοφύλακες καρφώνουν τα μάτια τους στο φαγητό. Δείχνουν να το έχουν πιο πολύ ανάγκη απ’ ότι εγώ”.

Τετάρτη 4, ημερολόγιο απεργίας πείνας

Μπόμπυ Σαντς, Ημερολόγια της Φυλακής

Ένα από τα χαρακτηριστικά των πολιτικών ιδεολογιών είναι ότι βλέπουν τον κόσμο μέσα από την ύπαρξη αντίθετων πόλων και ότι εμπεριέχουν έναν φαντασιακό διαχωρισμό της κοινωνικής πραγματικότητας σε αντιμαχόμενες μερίδες οι οποίες, πολλές φορές, συνιστούν εκκοσμικευμένες εκδοχές των ιδεότυπων του “καλού” και του “κακού”. Αυτό συμβαίνει εξίσου στην περίπτωση τόσο των ετερόνομων, συστημικών ιδεολογιών, που αποδέχονται σαν δεδομένα το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και τις ιεραρχικές κοινωνικές δομές της θεσμισμένης ετερονομίας, όσο και ως προς τα αντισυστημικά προτάγματα που ανήκουν στην εναλλακτική ιστορική παράδοση της πολιτικής αυτονομίας και αμφισβητούν ρητά το κοινωνικό σύστημα και τις δομές που αναπαράγουν την άνιση κατανομή της δύναμης στο εσωτερικό του. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους δύο τρόπους σκέψης γύρω απ’ το κοινωνικό ζήτημα. Οι πολιτικές ιδεολογίες που αναπαράγουν την κοινωνική ετερονομία εκκινούν από μια προκαθορισμένη αντίληψη για την υπερκείμενη και αναλλοίωτη “φύση” του ανθρώπου και προχωρούν από εκεί για να διατυπώσουν τις βασικές ιδέες τους αναφορικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας. Φτιάχνουν έτσι ένα κοινωνικό σύστημα που οφείλει να είναι σταθερο και να αντέχει στον χρόνο, σε συμφωνία με τις σταθερές και απαράλλαχτες ιδιότητες της αφηρημένης φύσης του ανθρώπου, που δεν επηρεάζεται από τη διαβρωτική επίδραση του χρόνου ή από τις κοινωνικές μεταβολές που επιφέρει η ιστορική εξέλιξη. Στον πυρήνα του, στην κρυφή ουσία του που παραμένει αθέατη από τα γεγονότα που εκτυλίσσονται μπροστά μας, ο άνθρωπος παραμένει πάντοτε ο ίδιος.

Από την άλλη, οι αυτόνομες ιδεολογίες που θέτουν στο επίκεντρο της προβληματικής τους το ζήτημα της κοινωνικής αλλαγής, είναι υποχρεωμένες να αντικρούσουν τα ανθρωπολογικά συμπεράσματα της κυρίαρχης ιδεολογίας προκειμένου να διατυπώσουν ένα εναλλακτικό όραμα για τις αρχές πάνω στις οποίες θα πρέπει να βασίζεται η οργανωμένη κοινωνική συμβίωση. Αυτό συμβαίνει μέσω της υποβολής σε κριτική επεξεργασία των αναλυτικών κατηγοριών που δομούν την ετερόνομη κοινωνικοπολιτική θεωρία και της σταδιακής αποδόμησης τους, γι’ αυτό άλλωστε και η κοινωνική απελευθερωτική θεωρία πολλές φορές κατονομάζεται γενικά ως κριτική θεωρία. Με άλλα λόγια, οι ιδεότυποι του “καλού” και του “κακού” ενυπάρχουν εξίσου στον αυτόνομο τρόπο σκέψης, αλλά δεν αποτελούν σημείο εκκίνησης για την ιδεολογική ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Αντίθετα, στον βαθμό που μπορεί κανείς να μιλήσει για τέτοιους διαχωρισμούς στην αυτόνομη πολιτική θεωρία, αυτοί υπάρχουν μόνο σαν άτυπες, σχετικές κατηγορίες που συγκροτούνται δευτερογενώς έπειτα από την εξέταση των υλικών συνθηκών της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Συνιστούν μια “κωδική ονομασία”, ένα υλικό μέτρο για την αξιολόγηση των ταξικών δυνάμεων που εμπλέκονται στην κοινωνική πάλη, του ρόλου που μπορούν να επιτελέσουν στην εξέλιξη της και των κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται ανάμεσα τους. Δεν κρίνει αυτές τις σχέσεις σε σχέση μόνο με τον απώτερο σκοπό που επιζητά να φέρει σε πέρας, αλλά θέτει ως ζητούμενο τον ποιοτικό μετασχηματισμό τους στο σήμερα, την εδώ-και-τώρα αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων σαν το μέσο της ίδιας της κοινωνικής πάλης.

Ο Μπ. Ράσσελ είχε αναφερθεί κάποτε με σκωπτική διάθεση στην ακλόνητη πεποίθηση από την οποία εμφορούνταν οι επαναστάτες κάθε είδους, αναφορικά με την “ανώτερη αρετή” των καταπιεσμένων. Επανειλημμένα διαψεύστηκαν οι ευσεβεις πόθοι τους, όταν αποδείχτηκε ότι οι ρομαντικές αντιλήψεις που έκφραζαν για τις γυναίκες, τους φτωχούς, τα σκλαβωμένα έθνη, τους προλεταριους ουδέποτε μετουσιώθηκαν σε μια ευγενέστερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που δεν θα εμπεριείχε εξίσου τα στοιχεία της βίας, της ανισότητας και του καταναγκασμού. Ένα, ένα τα καταπιεσμένα υποκείμενα διακήρυξαν πως “η ανώτερη αρετή τους είναι ο λόγος που αυτά θα πρέπει να κατέχουν την εξουσία” και ανέλαβαν να δημιουργήσουν τα δικά τους εξουσιαστικά κρατικά μορφώματα, τα δικά τους συστήματα θεσμοποιημένης ανισοκατανομής της δύναμης.i Παραγνώριζαν έτσι, όπως άλλωστε έκανε και ο ίδιος ο Ράσσελ, ότι το πρόβλημα ήταν η ίδια η ύπαρξη της συγκεντρωτικής διακυβέρνησης και όχι το υποκείμενο που την ασκεί. Η κατεστημένη χριστιανική θρησκεία υπήρξε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, ο κυριότερος (και σαγηνευτικότερος) εκφραστής της ιδέας ότι η αρετή ήταν το αποκλειστικό προνόμιο των φτωχών και των καταπιεσμένων, ότι ανήκε δικαιωματικά σε αυτούς. Ο Ιησούς δεν ήταν αυτός που είπε ότι είναι “ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα που ανοίγει η βελόνα, παρά ο πλούσιος να μπει στη βασιλεία του θεού”; Αποδίδοντας ωστόσο στον Καίσαρα αυτά που του ανήκουν, κατέληξε σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα από αυτά που συνιστούν την πεμπτουσία των επαναστατικών προταγμάτων. Οι πάσης φύσεως αντιξοότητες αποτελούν την μήτρα της αρετής των φτωχών και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να ζητάμε να τις εξαλείψουμε. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να αναζητούν με μανία να υποβληθούν σε κάθε είδους κακουχία και μαρτύριο στο όνομα της πίστης τους, σαν μέσο για να διασώσουν την εκ προοιμίου “αμαρτωλή” ψυχή τους. Η θανατολαγνεία και μια μακάβρια, μισανθρωπική προσκόλληση στην εξαγνιστική επιρροή των πιο αποκρουστικών βασανιστηρίων της σάρκας, ήταν το αποτέλεσμα αυτής της διεστραμμένης λογικής της αυστηρά ατομικής “λύτρωσης”. Αλλά και η συλλογική λύτρωση που προκρίνουν οι μαρξιστές ιδεολόγοι δεν υπολείπεται σε παραλογισμό, εφόσον αναγνωρίζει στο προλεταριάτο μια έμφυτη, συλλογική αρετή που έχει την καταγωγή της στις αντίξοες κοινωνικές συνθήκες της θεσμοποιημένης υποτέλειας του. Υποπίπτουν έτσι σε μια αντίφαση, επιθμώντας διακαώς να καταργήσουν εκείνες τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που συντελούν στη διαμόρφωση της “ανώτερης ηθικής” των εκμεταλλευόμενων τάξεων.

Ίσως απ’ την άλλη, η αντίφαση να μην έγκειται στην επιθυμία για λύτρωση ως τέτοια, αλλά στον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητή αυτή η επιθυμία και στο πολιτικό περιεχόμενο που αποκτά μέσα στο πλαίσιο της επαναστατικής θεωρίας, και ειδικότερα της θεωρίας του μαρξισμού. Ο ριζοσπάστης θεολόγος Τζ. Κόουν είχε γράψει ότι από την ιστορική εμπειρία της ταξικής καταπίεσης και φυλετικού εξανδραποδισμού των μαύρων στις ΗΠΑ είχε προκύψει, με τρόπο που ήταν σχεδόν ανεξήγητος, κάτι το ανυπέρβλητα όμορφο κι ευγενές. Απ’ όλη αυτή τη διάχυτη ασχήμια, το απερίγραπτο μαρτύριο των σκλάβων, ξεπρόβαλε σε όλο της το μεγαλείο η μαύρη απελευθερωτική κουλτούρα, οι μουσικές μπλουζ και γκόσπελ, οι ριζοσπαστικές πολιτικές και ταξικές αναλύσεις του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, η μαύρη θεολογία της απελευθέρωσης.ii Η κουλτούρα αυτή τη απελευθέρωσης εμπεριείχε εντός της μια συμβολική αναπαράσταση της κοινωνικής πραγματικότητας, σύμφωνα με την οποία οι ρόλοι αντιστρέφονται και τα θύματα που γίνονται αποδέκτες της απάνθρωπης συστημικής βίας είναι οι πραγματικοί “νικητές”, εκείνοι που αποτελούν τους ενσώματους φορείς της χαμένης ηθικής συνείδησης της ετερόνομης κοινωνίας. Από αυτήν τη σκοπιά, η κτηνώδης βία του συστήματος της θεσμισμένης ετερονομίας απανθρωπίζει τους ίδιους τους εξουσιαστές και όχι αυτούς που βρίσκονται κάτω από την εξουσία τους.

Παρομοίως, όταν ο Μπόμπυ Σαντς περιγράφει στα “Ημερολόγια της Φυλακής” την απάνθρωπη μεταχείριση που υπέμεινε στα χέρια των δεσμοφυλάκων και των βασανιστών στα Μπλοκ-Η, έχει κανείς την αίσθηση ότι γίνεται μάρτυρας από δεύτερο χέρι ενός ταξιδιού προς την ατομική αυτοπραγμάτωση και όχι προς τη λύτωρση, διότι η λύτρωση που επιζητά ο Σαντς είναι συλλογική.iii Αφορά τον εξεγερμένο λαό του και όχι τον ίδιο. Αισθανόμαστε την ανάγκη να διαφυλάξουμε σαν κόρη οφθαλμού την ιδιόχειρη καταγραφή αυτού του μαρτυρίου, του ταξιδιού του Σαντς όλο και πιο βαθιά μέσα στους επτά κύκλους της κόλασης, διότι μέσα από την κάθοδο στη βαναυσότητα που τον περιβάλλει, ο Σαντς μας φανερώνει τα διδάγματα που θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη κάθε πολιτικό πρόταγμα που έχει σαν σημείο αναφοράς του τον ευγενή στόχο της καθολικής κοινωνικής απελευθέρωσης. Το δικό του μαρτύριο, τα βασανιστήρια που υπομένει με καρτερικότητα χωρίς να έχει την έλπιδα ότι οι Άγγλοι θα υποχωρήσουν, φωτίζει καθαρά το δικό μας μέλλον. Όπως το έθεσε κι ένας σύντροφος του, πρόκειται για τον θρίαμβο της αποτυχίας. Αυτός είναι και ό λόγος που όλοι μας θα θέλαμε να διαβάσουμε τα ημερολόγια φυλακής ενός ρεπουμπλικάνου ιρλανδού κρατούμενου, αλλά κανείς δεν θα ήθελε να χαραμίσει ούτε μισό λεπτό από τη ζωή του για να διαβάσει το ημερολόγιο που θα μπορούσαν να έχουν γράψει οι βασανιστές του. Εκείνοι είναι κομπάρσοι της ιστορίας, ελάσσονες προσωπικότητες που υπάρχουν μόνο χάρη στο ηθικό μεγαλείο του υποτιθέμενου “θύματος” τους. Εκείνος αγωνίζεται για κάτι που διάλεξε ο ίδιος, εκείνοι απλώς “κάνουν τη δουλειά που άλλοι τους είπανε να κάνουν”.

Το δίδαγμα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να είναι άλλο από την “επαναστατική αγάπη”, με τα λόγια της Χούρια Μπουτέλτζα. Γράφει η γαλλο-αλγερινή ακτιβίστρια: “Εσείς [οι λευκοί προλετάριοι] πάντοτε μας προσπερνάτε και τις πιο πολλές φορές δεν μας βλέπετε καν. Δεν πιστεύω πια ότι αυτή η σειρά των χαμένων ευκαιριών για μια συνάντηση ανάμεσα σε σας και τους μετανάστες οφείλεται σε σύμπτωση. Αρχίζω να καταλαβαίνω ότι μια πραγματική συνάντηση μπορεί μόνο να πραγματοποιηθεί εκεί όπου διασταυρώνονται τα κοινά και αμοιβαία συμφέροντα μας – εκεί που υπάρχει ο φόβος του εμφυλίου πολέμου και του χάους – το σημείο όπου οι φυλές μπορούν να αφανίσουν η μία την άλλη, αλλά που ακόμα είναι δυνατό να φανταστούμε την ίση αξιοπρέπεια μας.Επειδή έχω την τάση να ενδίδω στους συναισθηματισμούς, αναρωτιέμαι μήπως αυτό δεν είναι ένας χώρος όπου μπορεί να κάνει την εμφάνιση της η αγάπη. Η επαναστατική αγάπη. Οι ρομαντικές ψυχές θα πουν ότι η αγάπη είναι πάντοτε ανιδιοτελής. Ακριβώς. Πώς μπορούμε να οραματιστούμε αγάπη μεταξύ μας, αν τα προνόμια του ενός εξαρτώνται από την καταπίεση του άλλου”;iv Έτσι, η “αγάπη” δεν νοείται εδώ σαν παραχάραξη του καθεστωτικού χριστιανισμού που προτρέπει το θύμα να γυρίσει και το άλλο μάγουλο, αλλά με την έννοια της ταξικής αλληλεγγύης ανάμεσα στους καταπιεσμένους και της κοινωνικής πάλης για την κατάργηση των κοινωνικών ρόλων του αιχμάλωτου και του δεσμοφύλακα, του βασανιστή και του θύματος του. Της συγκρότησης ενός αντισυστημικού πολιτικού προτάγματος για τον καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας που θα βάλει τέλος στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αν υπάρχει ένας θησαυρός κρυμμένος μέσα στη φρικτή εμπειρία των ανθρώπων που υποφέρουν από τη φτώχεια και την καταπίεση, είναι ότι μόνο έτσι μπορούμε να μάθουμε για την ανθρώπινη ζωή σαν υπέρτατη αξία. Μόνο ερχόμενη αντιμέτωπη με εκείνους τους ανθρώπους που ταπεινώθηκαν και υποβιβάστηκαν στο επίπεδο του αντικειμένου της αντεστραμμένης ηδονής του σαδισμού, η ανθρωπινότητα μας εξέρχεται από την ύπνωση και εξεγείρεται. Οι ορδές των Μογγόλων βαρβάρων που προελαύνουν ασταμάτητες σφάζοντας και μακελεύοντας, κανέναν λόγο δεν είχαν ποτέ για να σταματήσουν και να αναρωτηθούν για την αξία της ζωής των ηττημένων. Οι ισραηλινοί που δεν είχαν χάσει ούτε έναν πόλεμο μέχρι το 2006, τι λόγο θα είχαν αλήθεια για να προβληματιστούν γύρω απ’ το αν οι Άραβες δεν υπάρχουν απλώς για να χρησιμεύουν σαν κρέας για τα κανόνια τους;

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι Παλαιστίνιοι είναι μια φυλή ανθρωπιστών αγγέλων. Όπως και με τους Ιρλανδούς του Μπόμπυ Σαντς, το ηθικό πλεονέκτημα τους προέρχεται από το γεγονός της υποδούλωσης τους, από τη σχέση απόλυτης αδυναμίας ως προς τους καταπιεστές τους. Πόσο αλήθεια μεγαλείο ψυχής και μια σχεδόν υπεράνθρωπη ικανότητα αποστασιοποίησης και αναστοχασμού πάνω σε ένα ολοκληρωτικά προσωπικό μαρτύριο θα χρειαζόταν προκειμένου να απαρνηθούν οι Ιρλανδοί και οι Παλαιστίνιοι την αρχέγονη παρόρμηση για εκδίκηση και να ρίξουν το βάρος της πολιτικής δραστηριότητας τους στη δημιουργία μιας κοινωνίας που θα επέτρεπε να ζήσουν δίπλα, δίπλα, ειρηνικά και σαν ίσοι με τους δυνάστες τους. Ίσως πάλι η επιθυμία για εκδίκηση να είναι μια δημιουργική επιθυμία. Ίσως είναι το πρώτο βήμα για την ανατροπή του ετερόνομου κοινωνικού συστήματος, αλλά σίγουρα δεν είναι το τελευταίο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάρουμε το μέρος του αδύναμου, να συνταχθούμε με εκείνον που υποφέρει, αν γνωρίζουμε από πριν ότι η ίδια αδικία πρόκειται να επαναληφθεί με αντεστραμμένους ρόλους μετά την απελευθέρωση του.

Στο όνομα της κακομεταχείρισης που υφίστανται, οι Παλαιστίνιοι δεν μπορούν να κάνουν επίκληση στο ηθικό δικαίωμα τους να καταπιέσουν τους ισραηλινούς Εβραίους. Όπως και οι Εβραίοι του Ισραήλ δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα να διεξάγουν γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστίνιων εδώ και εκατό περίπου χρόνια, επειδή οι ναζιστές προσπάθησαν να εξοντώσουν τους Εβραίους στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η αρετή ανήκει στους καταπιεσμένους εφόσον εκείνοι δεν επιθυμήσουν ποτέ να πάρουν οι ίδιοι τη θέση του καταπιεστή. Το στοίχημα που βάζει από τη γένεση του κάθε επαναστατικό πρόταγμα είναι αν θα μπορέσει να υπερβεί τη διαλεκτική της βίας που συνεπάγεται η προσπάθεια για την ανατροπή του καθεστώτος και την αντισυστημική αλλαγή. Αν θα μπορέσει να ξεπεράσει τη λογική του εμφυλίου πολέμου που θα εξαπολύσουν εναντίον του οι συστημικές ελίτ. Πώς θα μπορούσε ο Μπ. Σαντς να τείνει χείρα φιλίας προς τα ανθρωπόμορφα κτήνη που κακοποίησαν τον ίδιο και τους συντρόφους του στη φυλακή; Παρ’ όλα αυτά, εκεί ακριβώς έγκειται και η χειραφετική διάσταση του προτάγματος της κοινωνικής απελευθέρωσης, στο ότι μας απαλλάσσει από την ανάγκη μιας εξατομικευμένης “σωτηρίας”, με την μορφή της μνησίκακης και εκδικητικής “δικαιοσύνης” του Ιησού του Ναυή, διαμέσου της συλλογικής λύτρωσης που έρχεται με την υπόσχεση της ταξικής απελευθέρωσης και την κατοχύρωση της αυτονομίας του κοινωνικού υποκειμένου. Με άλλα λόγια, μας δίνει στην πράξη μια ευκαιρία να φανούμε περισσότερο (ηθικά) μεγαλοπρεπείς απ’ όσο πραγματικά είμαστε.

iB. Russell, Unpopular Essays, (Routledge) σελ. 61.

iiCh. Hedges, The Heresy of White Christianity, https://www.truthdig.com/articles/the-heresy-of-white-christianity/.

iiiΜπ. Σαντς, Ημερολόγια της Φυλακής (Καινά Δαιμόνια).

ivH. Bouteldja, Whites, Jews, and Us (semiotexte) σελ. 49-50.

Πολεμικός Εθνικισμός

bolsonaro-samurai-696x392

Αγάπα τη Βραζιλία ή Φύγε από τη χώρα”.i

Ένα από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας του εθνικισμού είναι ο ισχυρισμός ότι μιλάει εξ ονόματος μιας ενιαίας και αδιαίρετης φαντασιακής κοινότητας. Σύμφωνα με τους εθνικιστές, η “φυσική” ενότητα της κοινότητας αυτής υποσκάπτεται και κατακερματίζεται από τους εν πολλοίς τεχνητούς διαχωρισμούς που προκαλούν τα πολιτικά κόμματα, με τα λαϊκίστικα κι εγωιστικά τερτίπια τους, και τα λεγόμενα “εθνομηδενιστικά στοιχεία”, που αντιτίθενται στην ίδια την ύπαρξη του έθνους. Από αυτή την άποψη, η πολλαπλότητα πολιτικών αντιλήψεων εκλαμβάνεται από τους ακραίους εθνικιστές σαν παράγοντας υπονόμευσης της εθνικής “αρμονίας” και συνοχής. Δεν έχει σημασία αν η πολιτική αυτή πολυμορφία εκφράζεται επίσημα μέσα από την αντιπροσωπευτική “δημοκρατία” κι ένα θεσμοποιημένο πολυκομματικό σύστημα διακυβέρνησης, ή αν εκφέρεται από κοινωνικά κινήματα που σχηματίζουν μια αντιπολίτευση του δρόμου και αυτοπροσδιορίζονται με σαφήνεια σε αντίθεση με τους κυρίαρχους θεσμούς του συστήματος, όπως κάνει για παράδειγμα, το αναρχικό κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, η πολλαπλότητα επιφέρει την πολυδιάσπαση και γι’ αυτό αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητη από αυτούς που διατείνονται ότι πάνω απ’ όλα επιθυμούν ότι είναι καλύτερο για το έθνος.

Η αξίωση ωστόσο πως η εθνική κοινότητα προϋπάρχει κατά οποιονδήποτε τρόπο της οργανωμένης πολιτικής έκφρασης της, δηλαδή της ιδεολογίας του εθνικισμού, διαψεύδεται κατηγορηματικά από την ίδια την πρακτική του υπερεθνικιστικού προτάγματος. Στη Βραζιλία, οι οπαδοί του Μπολσονάρο έχουν υιοθετήσει για πολιτικό λάβαρο τους την εθνική σημαία της Βραζιλίας. Με αυτόν τον τρόπο δεν υπονοούν απλώς ότι βάζουν τον πατριωτισμό πάνω από τις μικροπολιτικές ραδιουργίες των κομμάτων, αλλά πολύ περισσότερο, ότι κατά κάποιον μαγικό τρόπο, αυτοί και μόνο αυτοί είναι σε θέση να γνωρίζουν τι είναι αυτό που συνιστά έναν καθολικό, “αγνό” κι “ανόθευτο” πατριωτισμό, απαλλαγμένο από τα συμφέροντα και τις εγωιστικές επιθυμίες της κάθε κοινωνικής τάξης. Παρ’ όλα αυτά, από τον “υγιή” κορμό του βραζιλιάνικου έθνους, τον οποίο διατείνονται ότι εκπροσωπούν, οι μπολσοναριστές είναι πρόθυμοι να εξοστρακίσουν τους μαύρους, τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους αυτόχθονες ινδιάνους του Αμαζονίου, τους φτωχούς, τους εξαθλιωμένους κατοίκους των παραγκουπόλεων. Το “ενωτικό” μήνυμα του Μπολσονάρο που υποτίθεται πως βάζει την ακεραιότητα του έθνους πάνω από τις διασπαστικές διακηρύξεις των “κομμουνιστών” και της “προδοτικής αριστεράς”, είναι στην πραγματικότητα μια απροκάλυπτη κήρυξη πολέμου των λευκών, εύπορων κοινωνικών στρωμάτων της Βραζιλίας ενάντια σε οποιονδήποτε δεν ανήκει στην τάξη τους.

Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω ότι η λεγόμενη “υπεράσπιση” του έθνους από τους εχθρούς του που έχουν αναλάβει αυτόκλητα οι μπολσοναριστές, είναι την ίδια στιγμή και μια διαδικασία συγκρότησης του έθνους σε συμφωνία με ένα προκαθορισμένο ταξικό πρότυπο. Όποιος δεν συμμορφώνεται, οποιοσδήποτε παρεκκλίνει από το πρότυπο αυτό, αυτομάτως κατατάσσεται στην ιδεολογική κατηγορία του “αντεθνικού στοιχείου” και γίνεται αντικείμενο καταστολής από τον οργανωμένο μηχανισμό φυσικής βίας που έχουν στη διάθεση τους οι συστημικές ελίτ. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και στα καθ’ ημάς με την Χρυσή Αυγή. Η πρακτική των συσσιτίων “μόνο για Έλληνες” που για ένα διάστημα προσπάθησαν να καθιερώσουν οι νεοναζιστές ήταν κατά βάση πολιτική, κι όχι απλά φιλανθρωπική όπως διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους οι χρυσαυγίτες. Κι αυτό διότι μέσω των συσσιτίων, η ΧΑ διεκδίκησε το μονοπωλιακό δικαίωμα της να ορίζει μονομερώς ποιος πληρεί τις προδιαγραφές για να συμπεριληφθεί στην ιδεολογική κατηγορία του “Έλληνα” και ποιος όχι. Θα ήταν πράγματι εξαιρετικά ενδιαφέρον να ρωτούσε κάποιος τους διοργανωτές των συσσιτίων αν κάποιος που είναι άθεος, ομοφυλόφιλος, αντιμιλιταριστής, αναρχοκομμουνιστής ή απλώς μετανάστης δεύτερης γενιάς, θα μπορούσε να προσέλθει ελεύθερα και να λάβει το μερίδιο του από αυτές τις “ελληνικές” συλλογικές κουζίνες, με μοναδική ίσως προϋπόθεση ότι μιλά την ελληνική.

Όπως έχει γράψει ο Α. Μπαντιού, η παραγωγή ταυτότητας είναι πάντοτε μια “πολιτική διαδικασία σε εξέλιξη”.ii Ομοίως, η παραγωγή μιας εθνικής ταυτότητας δεν αφορά τόσο την αποκάλυψη μιας προϋπάρχουσας “ουσίας” που διαπερνά απ’ άκρη σε άκρη το σύνολο των βαθμίδων της “εθνικής” κοινωνικής ολότητας, αλλά τη συγκρότηση της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας κάτω από την κυριαρχία των κοινωνικών ομάδων που συγκεντρώνουν στα χέρια τους το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής δύναμης. Ο πολεμικός κομμουνισμός ήταν ιστορικά ο μετασχηματισμός που υπέστη η οικονομία και κοινωνία του κρατικιστικού σοσιαλισμού της ΕΣΣΔ προκειμένου να μπορέσουν οι δυνάμεις της επανάστασης να επικρατήσουν στον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που είχαν εξαπολύσει εναντίον τους οι δυνάμεις της αντίδρασης. Αντίστοιχα, ο πολεμικός εθνικισμός είναι η μορφή που παίρνει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς στη νεοφιλελεύθερη περίοδο της ιστορικής εξέλιξης του προκειμένου να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του μέσα σε συνθήκες ακραίου κοινωνικού ανταγωνισμού που δημιουργούνται εξαιτίας της κοινωνικής γενοκτονίας που επιβάλλει ο επελαύνων νεοφιλελευθερισμός σε ένα ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων. Όπως έγραψε και ο Κρ. Ηλιόπουλος, ένα από τα χαρακτηριστικά που κάνουν τη Βραζιλία να διαφέρει από τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής δεν είναι μόνο η τερατώδης κλίμακα της ανισοκατανομής των εισοδημάτων και του πλούτου, αυτό υπήρχε ανέκαθεν εξίσου σε όλες τις κοινωνίες της Λ. Αμερικής, αλλά η μυθική υλική ευμάρεια που έχει παράξει η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς τα τελευταία χρόνια και που βρίσκεται στη διάθεση του πλουσιότερου 10-20% της χώρας.iii Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε οτι η βραζιλιάνικη οικονομία είναι πλήρως ενσωματωμένη στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και είναι η ένατη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο.iv Το μεγαλύτερο λοιπόν πρόβλημα που φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν οι πλούσιοι βραζιλιάνοι νεομπουρζουάδες είναι οι ενοχλητικές ορδές των φτωχοδιάβολων που μαγαρίζουν τα μεγαλοπρεπή αστικά τοπία της χώρας με τις βρωμερές παραγκουπόλεις τους. Οι στρατιές των ζητιάνων και των λούμπεν προλετάριων που δεν επιτρέπουν στους “δικαιωματικούς ιδιοκτήτες” της Βραζιλίας να απολαύσουν τις ανέσεις που παρέχει το οικονομικό θαύμα που οι ίδιοι δημιούργησαν, όπως έχουν τη δυνατότητα να κάνουν οι ταξικοί ομόλογοι τους στα αστικά κέντρα της Βόρειας Ευρώπης, ή των Ηνωμένων Πολιτειών. Λάδι στη φωτιά του ταξικού ρατσισμού των ελίτ ρίχνει και το γεγονός ότι οι φτωχοί που περικυκλώνουν τις πόλεις με τις φαβέλες τους είναι οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Οποιοσδήποτε έχει επισκεφτεί τη Βραζιλία είναι σε θέση να διαβεβαιώσει τον αναγνώστη ότι, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στο Λονδίνο, ή τη Νέα Υόρκη, η ξέγνοιαστη ντόλτσε βίτα των νεομπουρζουάδων σε ένα από τα μοδάτα καφέ του Ρίο διακόπτεται τακτικά από το απειλητικό κροτάλισμα των πολυβόλων και τις συχνές ανταλλαγές πυροβολισμών που αντηχούν από τους γύρω λόφους. Πουθενά αλλού στον κόσμο η απόλυτη ευδαιμονία δεν συνυπάρχει τόσο επιδεικτικά με την απόλυτη εξαθλίωση.

Έτσι, ο πολεμικός εθνικισμός του Μπολσονάρο έχει σαν βασική προτεραιότητα του την εκκαθάριση του τοπίου, τόσο από την άποψη της εξάλειψης της φυσικής παρουσίας των φτωχών και της απειλής που αυτοί ενσαρκώνουν για την καπιταλιστική ουτοπία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών ελέγχων που βάζουν εμπόδια στην πλήρη αγοραιοποίηση των φυσικών και ανθρώπινων πόρων της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Στην Λ. Αμερική το να είναι κανείς εθνικιστής κατ’ ανάγκη προϋποθέτει την αντίσταση στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της ηπείρου. Εφόσον κάποιος επιθυμούσε να διεκδικήσει πραγματικά το δικαίωμα των λατινοαμερικάνικων λαών στον αυτοκαθορισμό, θα έπρεπε αναμφίβολα να ξεκινήσει από την αναγκαία συνθήκη της αποτίναξης της επικυριαρχίας του διεθνοποιημένου καπιταλισμού και την καταστροφική επιρροή που ασκούν οι θεσμικοί φορείς του (πολυεθνικές, διεθνείς οργανισμοί, κλπ.) στα τοπικά οικοσυστήματα, στη διατροφική αλυσίδα και στους ίδιους τους φυσικούς όρους αναπαραγωγής των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων, με τις κρατικές πολιτικές κοινωνικού κανιβαλισμού που επιβάλλουν. Παρ’ όλα αυτά, η μοίρα των νεομπουρζουάδων στις οικονομίες της καπιταλιστικής περιφέρειας είναι ολοκληρωτικά συνδεδεμένη με το βάθεμα των δεσμών εξάρτησης από τις κυρίαρχες οικονομίες του παγκόσμιου Βορρά και, στην περίπτωση της Βραζιλίας, από αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Όχι τυχαία, η διακηρυγμένη πρόθεση του οικονομικού επιτελείου του νεοφασίστα προέδρου είναι η κατάργηση του νομοθετικού πλασίου που εμποδίζει την αποψίλωση της ζούγκλας του Αμαζονίου και την “αξιοποίηση” της για λόγους εμπορικής εκμετάλλευσης. Είναι ακόμα η σαρωτική ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων και δημόσιων υπηρεσιών, οι φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο, η νομιμοποίηση της εκτεταμένης χρήσης φυτοφαρμάκων από τους πολυεθνικούς κολοσσούς της αγροτοβιομηχανίας, χωρίς την λήψη της παραμικρής μέριμνας για την προστασία της δημόσιας υγείας.v

Το θεμελιώδες ερώτημα βέβαια που ανακύπτει από την σκοπιά της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας, είναι το εξής. Εφόσον ο Μπολσονάρο είναι ο εκφραστής τόσο μειοψηφικών ταξικών συμφερόντων, πώς κατόρθωσε να μετατρέψει τον νεοφασισμό του σε πλειοψηφικό ρεύμα; Στο κάτω, κάτω, ο Μπολσονάρο δεν έκανε κάποιο πράξικόπημα, αλλά κατέκτησε την εξουσία μέσω της συντριπτικής επικράτησης του στις εθνικές εκλογές. Μια αρχική απόπειρα απάντησης νομίζω ότι θα έπρεπε να εκκινήσει από την παραδοχή πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα μια γραμμική αντιστοιχία ανάμεσα στις πολιτικές πεποιθήσεις ενός κοινωνικού υποκειμένου και στην “αντικειμενική” θέση που αυτό καταλαμβάνει στην ταξική ιεραρχία. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν καθορίζεται μονάχα από την ψύχραιμη λογική επεξεργασία των τρόπων που θα μας επιτρέψουν να εξυπηρετήσουμε καλύτερα τα οικονομικά μας συμφέροντα. Εμπεριέχει και παρακινείται από λιμπιντικές επενδύσεις, συναισθήματα και επιθυμίες που ασκούν εξίσου καθοριστική επίδραση στα μοτίβα κοινωνικής συμπεριφοράς που υιοθετούμε. Από αυτή την άποψη, η ταξική θέση δεν είναι παρά ένα δεδομένο σημείο εκκίνησης της σκέψης. Μια υλική αφετηρία από την οποία ξεκινάει το υποκείμενο για να διαμορφώσει το πολιτικό φαντασιακό του. Συνακόλουθα, ένας ευκατάστατος νεο-αστός έχει περισσότερες πιθανότητες να αποδεχτεί άκριτα το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό παράδειγμα και να προσχωρήσει σε αυτό, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι μέσα από μια διαδικασία ρήξεων και τραυματικών κοινωνικών εμπειριών, δεν μπορεί να οδηγηθεί σταδιακά προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης περισσότερο ριζοσπαστικών αντιλήψεων που δεν παίρνουν σαν δεδομένο το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας μέσα στην οποία είχε την τύχη ή την ατυχία να γεννηθεί.

Από την άλλη, είναι απολύτως πιθανό ότι ένας προλετάριος που ποτέ του δεν είχε τη δυνατότητα να βιώσει από πρώτο χέρι τις πρακτικές εφαρμογές της έννοιας της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ταξικής αλληλεγγύης, θα γίνει εύκολη λεία για τις μισανθρωπικές νεοφιλελεύθερες διακηρύξεις του ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού. Ειδικά στη Βραζιλία, όπου οι “φτωχοί χωρίς ρόλο” του Ζ. Μπάουμαν διαθέτουν ένα οπλοστάσιο εφάμιλλο με αυτό των δυνάμεων καταστολής και επιδίδονται σε όλα τα είδη παραβατικής συμπεριφοράς προκειμένου να επιβιώσουν, ο εργάτης που έχει μια δουλειά και δεν εξαναγκάστηκε από τις περιστάσεις να αναζητήσει καταφύγιο στη φαβέλα, μαζί με τους άλλους άνεργους και φτωχούς που ζουν στις παρυφές της οργανωμένης κοινωνίας, έχει κάθε λόγο να αποζητά προστασία από εκείνους που προμηθεύουν με ναρκωτικά τα παιδιά του, ή που μπορεί να εισβάλλουν ανά πάσα στιγμή στο σπίτι του για να του αφαιρέσουν ακόμα και τα λίγα που έχει.vi Εκεί όπου δεν επικρατούν κοινωνικές σχέσεις αμοιβαιότητας κι αλληλεξάρτησης, κυριαρχεί η σκληρή ταξική πραγματικότητα του κανιβαλισμού και του κοινωνικού ανταγωνισμού. Αυτή είναι η φύση της κοινωνικής πραγματικότητας, αμείλικτα και απαράμιλλα διαλεκτική.

iΠροπαγανδιστικό σύνθημα της βραζιλιάνικης χούντας, το οποίο αναβίωσε ο Μπολσονάρο, επιστρατεύοντας το ως ένα από τα κεντρικά συνθήματα της προεκλογικής εκστρατείας του.

iiΤι Είναι Λαός; (Εκδόσεις του 21ου), σελ. 13.

iiiΚρ. Ηλιόπουλος, Εκλογές στη Βραζιλία: Η βαρβαρότητα ως επιλογή, https://rproject.gr/article/ekloges-sti-vrazilia-h-varvarotita-os-epilogi.

viΓια την θεωρητική έννοια των “φτωχών χωρίς ρόλο”, Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι (Μεταίχμιο).

Πόλεμος Συμμοριών

metsys

Αυτή την καλοσύνη θα κάνω για σενα.
Έλα μαζί μου σ’ έναν συμβολαιογράφο

Κι εκεί συνομολόγησε μου με σφραγίδα και με πνεύμα ανάλαφρο,
Αν δεν με ξεπληρώσεις μια ορισμένη μέρα,
Σε ένα ορισμένο μέρος, εκείνο το ποσό, ή τα ποσά όπως ορίζονται
στους όρους, ας είναι το τίμημα
μια ίση οκά από την όμορφη σου σάρκα
Να την αποκόψω και να την αφαιρέσω
Από όποιο μέρος του σώματος σου με ευχαριστεί”.

Γ. Σαίξπηρ, Ο Έμπορος της Βενετίας,σκηνή Ι, πράξη 3

Αυτό που είναι σημαντικό στην “υπόθεση Ριχαρδου”, είναι ότι το κράτος δεν διέλυσε την επικερδή μπίζνα με τα ενέχυρα που είχαν στήσει οι μαυραγορίτες επειδή χρησιμοποιούσαν μαύρο χρήμα για να εκμεταλλευτούν την ανάγκη του κοσμάκη και να αρπάξουν ότι πιο πολύτιμο έχει ο καθένας δίνοντας ψίχουλα ως αντάλλαγμα. Από την πρώτη μέρα της “κρίσης”, που η χώρα γέμισε με ενεχυροδανειστήρια, ήταν κοινό μυστικό ότι τα λεφτά που χρηματοδοτούν την “επιχείρηση” προέρχονται από κεφάλαια του οργανωμένου εγκλήματος. Παρόλα αυτά, οι άδειες λειτουργίας στα κατά τόπους παραρτήματα των μαφιόζων δόθηκαν κανονικά. Αυτό που ενόχλησε τελικά το κράτος ήταν το λαθρεμπόριο που ισοδυναμούσε με απώλεια φορολογικών εσόδων για τον κρατικό μηχανισμό. Η ελίτ δεν ενοχλήθηκε από την παράνομη και ανηθικη δραστηριότητα των μαυραγοριτών, αλλά απ’ το γεγονός ότι δεν μοιράστηκαν τα κέρδη τους με το κράτος. Σαν κάθε συμμορία που σέβεται τον εαυτό της, το κράτος είπε, “μπορείς να λειτουργείς στην περιοχή μου, αλλά θα μου πληρώνεις φόρο υποτέλειας”. Όταν οι μαφιόζοι δεν τήρησαν αυτή την υποχρέωση, η αμοιβαία συνεννόηση έλαβε τέλος.

Χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο “παράνομη”, γιατί σε μια οικονομία που ασφυκτιά και η ρευστότητα είναι είδος υπό εξαφάνιση λόγω μη-δανεισμού από τις προβληματικές τράπεζες, η προέλευση του κεφαλαίου που χρηματοδοτεί τέτοιες δραστηριότητες έγκειται πιθανότατα σε κυκλώματα που βρίσκονται εκτός νόμου και γι’ αυτό μπορεί να συσσωρεύεται έξω από τη δικαιοδοσία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Άλλωστε, η σκοτεινή αυτή “τέχνη” χάρη στην οποία κάποιος μπορεί να μετατρέψει την “κρίση” σε ευκαιρία είναι παλιότερη κι από το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Η δυστυχία του ενός πάντοτε υπήρξε ευκαιρία για τον άλλον μέσα στα ετερόνομα κοινωνικά συστήματα, τα οποία εμπεριείχαν σαν δομικό στοιχείο τους τη σύγκρουση μεταξύ των ταξικά διαβαθμισμένων, κοινωνικών υποκειμένων. Απλώς η αγορά ανέλαβε να κωδικοποιήσει μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της το αντισημιτικό στερεότυπο του Σάιλοκ και να αποκαταστήσει το κύρος του, όχι εξαλείφοντας το, αλλά καθιερώνοντας το ως κανονικότητα.i Μεταμορφώνοντας την περίπτωση της πιο ακραίας, περιθωριακής και μοχθηρής πλεονεξίας, αυτήν της τοκογλυφίας, σε κυρίαρχη λογική και κινητήρια δύναμη αναπαραγωγής του οικονομικού συστήματος.

Μήπως αυτό δεν έκαναν και οι επαγγελματίες πολιτικοί της αντιπροσωπευτικής μας “δημοκρατίας”, οι οποίοι, αργά αλλά σταθερά, οδήγησαν το ελλαδικό κράτος στην συγκεκαλυμμένη χρεοκοπία και τα λαϊκά στρώματα στη βίαιη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους; Την ίδια στιγμή βέβαια εκείνοι διατήρησαν στο ακέραιο την πολιτική δύναμη τους και τον πλούτο που μάζεψαν όλα αυτά τα χρόνια λεηλατώντας τα ταμεία του δημοσίου. Όταν ο Γιάννος Παπαντωνίου κραύγαζε μέσα από το θωρακισμένο φορτηγάκι που τον μετέφερε στις φυλακές Κορυδαλλού ότι η εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης είναι επικίνδυνο πράγμα για “τη δημοκρατία μας”, δεν έκανε τίποτε άλλο απ’ το να διατρανώνει την πεποίθηση της “παλαιάς φρουράς” της μεταπολίτευσης ότι η “δημοκρατία” είναι ένα πολίτευμα που τους ανήκει δικαιωματικά. Όταν κάθε έννοια της αξίας έχει καταρρακωθεί και τα πάντα είναι προς πώληση σε μια χώρα που βρίσκεται υπό άτυπο καθεστώς χρεοκοπίας, η ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών που συσσώρευσαν πλούτο και πρόλαβαν να τον αποθηκεύσουν σε τράπεζες του εξωτερικού προτού συμβεί το μεγάλο κραχ της ελληνικής οικονομίας, μπορούν τώρα σιγά, σιγά να επαναπατρίσουν τα κεφάλαια τους και να εξαγοράσουν τα πάντα έναντι ενός εξωφρενικά υποτιμημένου αντιτίμου. Από πολιτικοί διαχειριστές του κεφαλαίου και συλλογικοί καπιταλιστές μπορούν με αυτό τον τρόπο να γίνουν οι ίδιοι συνιδιοκτήτες του και να σχηματίσουν μια νεόκοπη τάξη δευτεροκλασάτων καπιταλιστών, η οποία βέβαια θα επιδίδεται σε παρασιτικές δραστηριότητες του κεφαλαίου (π.χ. τουρισμός πολυτελείας) που συνάδουν κι επικυρώνουν έμπρακτα την νέα, υποβαθμισμένη θέση που κατέχει η ελλαδική οικονομία στην διεθνοποιημένη καπιταλιστική ιεραρχία.

Ευκαιρίες” τέλος παρουσιάστηκαν και στη Ρωσία μετά την κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού. Εκεί μια χούφτα από σκιώδεις προσωπικότητες διέβλεψαν τις προοπτικές που ενυπήρχαν για θηριώδη προσωπικό πλουτισμό στην περαιτέρω φτωχοποίηση κι εξαθλίωση του ρωσικού λαού. Η μετάβαση από μια οικονομία που βρισκόταν υπό την κυριαρχία των γραφειοκρατών του κεντρικού σχεδιασμού, σε μια αυτορυθμιζόμενη οικονομία της αγοράς έπρεπε να γίνει άμεσα μέσω μιας καταιγιστικής διαδικασίας αγοραιοποίησης.ii Ωστόσο, το ΔΝΤ βρέθηκε αντιμέτωπο με το παράδοξο ότι έπρεπε να επιβάλλει τον καπιταλισμό σε μια χώρα όπου δεν υπήρχαν καπιταλιστές. Αυτούς ανέλαβε να τους δημιουργήσει ex nihilo η υπερεθνική ελίτ. Μικροαπατεώνες και σαλτιμπάγκοι που μέχρι εκείνη τη στιγμή κοιτούσαν πώς να συγκεντρώσουν ένα πενιχρό κεφάλαιο οργανώνοντας αξιοθρήνητες κομπίνες σε βάρος των συνανθρώπων τους, για να επωφεληθούν από την γενικευμένη διάλυση που είχε επιβάλει ο “μεταρρυθμιστής” υπουργός οικονομικών του Γέλτσιν Ανατόλι Τσουμπάις στην οικονομία, βρέθηκαν έξαφνα με ανοικτή γραμμή πίστωσης από τους τραπεζικούς κολοσσούς της υπερεθνικής ελίτ. Με αυτά τα κεφάλαια εξαγόρασαν αντί πινακίου φακής τεράστια κομμάτια του άλλοτε κραταιού βιομηχανικού συμπλέγματος της ΕΣΣΔ, αλλά και τους τίτλους ιδιοκτησίας στους νευραλγικούς τομείς της ενέργειας και της εξόρυξης μεταλλευμάτων. Η μικρή αυτή δράκα εγκληματιών απέκτησε έτσι πλούτο αμύθητο και η υπερεθνική ελίτ απέκτησε μ’ αυτόν τον τρόπο μια ρωσική καπιταλιστική τάξη άμεσα εξαρτημένη από αυτήν. Η επιβολή του θεσμικού πλαισίου του συστήματος της οικονομίας της αγοράς απλώς νομιμοποίησε αυτές τις πρακτικές και προσέδωσε θεσμικό κύρος στις απεχθείς αντικοινωνικές τους δραστηριότητες.

iΣάιλοκ ήταν το όνομα της θεατρικής φιγούρας του εβραίου τοκογλύφου που πρωταγωνιστεί στο έργο του Σαίξπηρ, Ο Έμπορος της Βενετίας. Σαν χαρακτήρας συμπυκνώνει όλες τις αποκρουστικές ιδιότητες του χαρακτήρα που απέδιδαν διαχρονικά στους εβραίους οι απανταχού ρατσιστές αντισημίτες.

iiT. Fotopoulos, The Catastrophe of Marketization, https://www.democracynature.org/vol5/fotopoulos_marketisation.htm.

Ενάντια στη (νεοφιλελεύθερη) φιλανθρωπία

Rubens Pieter Paul - Roman Charity

Η ελεημοσύνη είναι για τους φτωχούς κι όσους έχουν ανάγκη, για τους εργάτες που ασχολούνται με αυτό, για τους καινούριους πιστούς, για την απελευθέρωση των δούλων, για εκείνους που τους βάρυναν αναπάντεχα έξοδα προκειμένου να κάνουν το έργο του Θεού και για τους οδοιπόρους. Τέτοια είναι η εντολή του Θεού. Ο Θεός είναι Παντογνώστης, Πάνσοφος”.

Κοράνι, 9: 60

Πρόσφατα ξεκίνησε στα δημοτικά σχολεία της ελλαδικής επικράτειας ολοκληρωμένο πρόγραμμα σίτισης των μαθητών που χρηματοδοτείται εξολοκλήρου από την ΕΕ. Η επίσημη δικαιολογία για τη θέσπιση του προγράμματος είναι ότι τα παιδιά αυτής της ηλικίας δεν τρέφονται σωστά από το σπίτι τους, οπότε η ΕΕ ανέλαβε να μας διδάξει τι εστι σωστή διατροφή. Ωστόσο, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι το έλλειμμα αυτό διατροφικής μέριμνας φαίνεται ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΕ το εντόπισαν μόνο στα σχολεία των λεγόμενων «λαϊκών» περιοχών της Αθήνας, ή σε υπανάπτυκτες περιοχές της περιφέρειας, εφόσον κανένα από τα δημόσια σχολεία που βρίσκονται στις πιο εύπορες περιοχές δεν φαίνεται να έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα. Δηλαδή εκεί όπου οι οικογένειες έχουν δυνατότητα να διαθέσουν ένα σημαντικό μέρος του οικογενειακού εισοδήματος σε ντελίβερυ και σκουπιδοφαγία η ΕΕ δεν θεώρησε ότι υπάρχει λόγος να παρέμβει, ενώ αντίθετα διεβλεψε ότι υπάρχει πρόβλημα σε περιοχές όπου τα παιδιά δεν έχουν καλά, καλά ούτε για να καλύψουν βασικές ανάγκες. Τι άλλο είναι αυτό από έμμεση παραδοχή της ανθρωπιστικής καταστροφής που έχουν προκαλέσει στην ελλαδικη κοινωνία οι σκληροπυρηνικες νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις και η οικονομική επιτροπεία τοσων ετών, διαθλασμένη μέσα από το πρίσμα της βιοπολιτικής των τεχνοκρατών των Βρυξελλών; Η όπως, όπως αναπλήρωση των ελλείψεων σε βασικά αγαθά βαφτίζεται έτσι «μέριμνα για υγιεινή διατροφή». Αναφερόμαστε σε ανθρωπιστική καταστροφή και όχι σε «κρίση» γιατί ως κρίση ορίζουμε μια απόκλιση από το κανονικό και, συνακόλουθα, κάτι που είναι παροδικό και δεν πρόκειται να διαρκέσει. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια είναι νομίζω φανερό ότι αυτό που αποκαλούμε κατ’ ευφημισμό “κρίση”, δεν είναι κάποια διαδικασία μετάβασης, αλλά μια μόνιμη κατάσταση, είναι η ίδια το περιεχόμενο της συστημικής αναδιάρθρωσης.i

Μιλάμε για την ΕΕ γιατί το πρόγραμμα εκπονηθηκε και χρηματοδοτείται εξολοκλήρου από τις Βρυξέλλες. Κι ο λόγος είναι ότι τέτοιες πρωτοβουλίες θεσμοποιημένης ελεημοσύνης για τη στήριξη των κοινωνικά αδύναμων δεν ανήκουν πλέον στην αρμοδιότητα της όποιας “πολιτείας”, αλλά σε αυτούς που ορίζουν το (ασφυκτικό) πλαίσιο της δημοσιονομικης πολιτικής, αφού το καθεστώς επιτροπείας συνεχίζεται κανονικά, παρά την επίσημη κυβερνητική προπαγάνδα. Και προκειμένου να μην αναγνωρίσουν άμεσα τις καταστροφικές επιπτώσεις των πολιτικών αναδιάρθρωσης που εφαρμόστηκαν (κι εφαρμόζονται ακόμα) , οι θεσμισμένες εξουσίες κάνουν την τρίχα, τριχιά. Αντί να πουν ξεκάθαρα ότι το πρόγραμμα φτιάχτηκε επειδή κάποια παιδιά δεν έχουν καν φαγητό απ’το σπίτι για να φάνε στο σχολείο (πράγμα που θα σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε τη φτώχεια που υπάρχει ως πρόβλημα), λέμε ότι δήθεν τα παιδιά δεν τρώνε σωστά (οι γονείς δεν τρέφουν τα παιδιά τους με τρόπο που να ανταποκρίνεται σε προκαθορισμενα κριτήρια υγιεινής διατροφής). Παίρνουν έτσι ένα πράγμα, το πρόβλημα της φτώχειας, πρόβλημα κοινωνικο και οικονομικό, και το μετατρέπουν σε κάτι διαφορετικό, ένα πρόβλημα κουλτούρας και δημόσιας υγείας.

Φυσικά, κάποιος μπορεί κάλλιστα να υποστηρίξει ότι οι φτωχοί πράγματι δεν ξέρουν να θρέψουν σωστά τα παιδιά τους και να προσκομίσει μια χιονοστιβάδα από ποσοτικά δεδομένα κι επίσημες στατιστικές μελέτες, εκπονημένες από δεξαμενες σκέψεις που λειτουργούν με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση του για την επιστημονική ορθότητα αλλά και την κοινωνική χρησιμότητα αυτών των προγραμμάτων. Ωστόσο, το ερώτημα που θα έπρεπε να εξετάζουμε δεν είναι αν οι μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες γνωρίζουν τις βασικές προδιαγραφές της υγιεινής διατροφής, αλλά αν διαθέτουν τα υλικά μέσα για να τις εφαρμόσουν. Αν δηλαδή, εξαιτίας της υποτελούς κοινωνικής θέσης τους, του τρόπου ζωής τους που διέπεται συνολικά από τη συνθήκη της ανάγκης και των υλικών συνθηκών που ετεροκαθορίζουν την κοινωνική υπόσταση τους, είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν στα υλικά πρότυπα της “καλής ζωής” (ατομική διατροφή, σωματική άσκηση, ξεκούραση, ψυχαγωγία) που θέτουν επιτακτικά οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της νέας μπουρζουαζίας. Και φυσικά, αν η σωστή διατροφή γίνεται αντικείμενο της μεθοδευμένης κρατικής παρέμβασης κι επιβολής, αν η προώθηση των “ορθών” διατροφικών συνηθειών εμπίπτει στην αρμοδιότητα των υπηρεσιών της βιοπολιτικής εξουσίας, τότε αντιλαμβάνεται κανείς πως οι ίδιοι οι φτωχοί, που αδυνατούν εξ ορισμού να συμμορφωθούν με τον κυρίαρχο διατροφικό κώδικα, περιέρχονται σταδιακά κάτω από τον έλεγχο του κράτους για να τους διαχειριστεί όπως εκείνο νομίζει καλύτερα.

Δεν μιλάμε εδώ για μια προνοιακή σχέση που αποβλέπει στη δημιουργία των δομικών προϋποθέσεων για την μεγιστοποίηση της αυτονομίας του υποκειμένου, ο/η οποίος/α κάνει χρήση των θεσμοποιημένων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας του κράτους πρόνοιας. Αντίθετα, αναφερόμαστε σε μια κατασταλτική κρατική ή υπερ-κρατική πολιτική, που δεν αναγνωρίζει τη φτώχεια γι’ αυτό που είναι, δηλαδή ως μείζον κοινωνικό ζήτημα και βασική αντίθεση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, αλλά την “ερμηνεύει” μονάχα μέσα από τις επιμέρους εκδηλώσεις της, μέσα από τα μεμονωμένα “συμπτώματα” της που κάνουν έντονη την εμφάνιση τους στις διαφορετικές σφαίρες της κοινωνικής συμβίωσης και ασκούν τη διαλυτική επιρροή τους σε αυτές. Από αυτή την άποψη, για τη σύγχρονη τεχνοκρατική διακυβέρνηση των πολιτικών και οικονομικών ελίτ της οικονομίας της αγοράς, η φτώχεια δεν είναι παρά μια κοινωνική δυσλειτουργία, κι ως τέτοια χρήζει τεχνοκρατικής ρύθμισης και διαχείρισης. Μπορεί να αντιμετωπιστεί με “δέσμες μέτρων”, με διαφημιστικές καμπάνιες και “ευφυείς” νομοθετικές πρωτοβουλίες. Η τεχνοκρατική λογική είναι ικανή να αναγνωρίσει το σύμπτωμα, αλλά όχι την αιτία.

Σε αυτό το σημείο βεβαίως μπορεί κάποιος να αντιτείνει την κλασική κριτική για το παραδοσιακό κράτος πρόνοιας ως ενός μηχανισμού που περιορίζει την αυτονομία του κοινωνικού υποκειμένου δημιουργώντας δεσμούς υλικής εξάρτησης ανάμεσα στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και το κράτος και βάζοντας σε κίνηση μια κεντρικά ελεγχόμενη διαδικασία γραφειοκρατικοποίησης των βασικών πτυχών της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Οι πιο θερμοκέφαλοι μάλιστα δεν διστάζουν να μιλήσουν για “εκπόρνευση των συνειδήσεων των μαζών”, οι οποίες απομακρύνονται από τη ριζοσπαστική πολιτική εξαιτίας της εξαγοράς και της “εξημέρωσης” τους από τις γενναιόδωρες παροχές του κράτους. Αναμφίβολα, μια από τις ευρύτερα γνωστές κριτικές αυτού του είδους έχει διατυπωθεί από τον Σ. Μπολόνια, στο σημαντικό έργο του “Ναζισμός κι Εργατική Τάξη”. Παρ’ όλα αυτά, ο κοινωνικός έλεγχος μέσω των προνοιακών μηχανισμών στην οποία κάνει αναφορά ο Μπολόνια, εν πολλοίς επιτεύχθηκε διαμέσου του αποκλεισμού κάποιων στρωμάτων από τους θεσμούς κοινωνικής αλληλεγγύης, ή έστω διά της επιλεκτικής απονομής των ωφελημάτων τους. Η μετατροπή μιας μεγάλης μερίδας από τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα της δημοκρατίας της Βαϊμάρης σε ανήμπορους φτωχούς (αντί για την έννοια του “διεκδικητικού ανέργου” που προτάσσει ο Μπολόνια), οι οποίοι είχαν υποβιβαστεί στο καθεστώς του παθητικού αποδέκτη μιας πενιχρής κρατικής επιχορήγησης, συντελέστηκε μέσω της δημιουργίας ενός δευτερεύοντως συστήματος δημοτικής πρόνοιας. Το σύστημα αυτό στην ουσία του δεν αποτέλεσε παρακλάδι του κράτους πρόνοιας, αλλά ταπεινό υποκατάστατο αντί της διαρκούς διεύρυνσης της εμβέλειας των υφιστάμενων μηχανισμών κοινωνικής αλληλεγγύης, οι οποίοι εν πολλοίς λειτουργούσαν με ταξικά κριτήρια. Δηλαδή αφορούσαν την κοινωνική αναδιανομή στη βάση της ταξικής διάρθρωσης της ετερόνομης κοινωνίας και, συνακόλουθα, απευθύνονταν σε ολόκληρες κοινωνικές τάξεις, κι όχι σε απομονωμένους φτωχοδιάβολους, ξεκομμένους από την κοινωνική τους καταγωγή και προέλευση. Με άλλα λόγια, ενώ το κράτος πρόνοιας λειτουργεί στη βάση της ταξικής ομαδοποίησης της κοινωνίας, έστω και σύμφωνα με μια σειρά από άκαμπτα και “πραγμοποιημένα” γραφειοκρατικά κριτήρια, ο εξατομικευμένος χαρακτήρας που έχουν τα “έκτακτα” κρατικά βοηθήματα και τα “δίκτυα” κοινωνικής φιλανθρωπίας που θεσπίζει το κυρίαρχο μοντέλο νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης οδηγεί στην πολυδιάσπαση και στον περαιτέρω κατακερματισμό της ταξικής συνείδησης των εργαζόμενων τάξεων. Όπως γράφει ο Μπολόνια αναφορικά με τις καταστροφικές συνέπειες της δημιουργίας του συστήματος δημοτικής “πρόνοιας”, “Η ένταξη των ανέργων σε ένα σύστημα δημοτικής Πρόνοιας δημιούργησε μια στρατιά ανθρώπων υποχρεωμένων να ζητιανεύουν ελεημοσύνη από κάποιον γραφειοκράτη, ο οποίος συχνά έκρινε τις ανάγκες τους στη βάση των υποκειμενικών του εντυπώσεων. Οι άνεργοι μπορούσαν να αποκτήσουν κοινωνική ασφάλιση μόνο εφόσον κατάφερναν να πείσουν τον αρμόδιο σε μια πρόσωπο-με-πρόσωπο συνέντευξη, με αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι να γίνουν πρόσφοροι σε κάθε είδους εκβιασμό”.ii

Τα παραπάνω σίγουρα δεν σημαίνουν ότι το κράτος πρόνοιας ήταν αποτελεσματικό εργαλείο για την προώθηση μιας ριζοσπαστικής, αντισυστημικής πολιτικής υπέρ του προλεταριάτου. Σίγουρα όμως σημαίνει ότι αποτελούσε μια πιο περιεκτική μορφή προστασίας των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων, παρόλο που ήταν συνυφασμένη με την καθολική επικράτηση της εργατικής ταυτότητας στην κουλτούρα και στον τρόπο με τον οποίο αυτοπροσδιορίζονταν τα προλεταριακά στρώματα. Απότοκα αυτής της κυριαρχίας του εργατίστικου στοιχείου στην προλεταριακή κουλτούρα ήταν, σε τελική ανάλυση, τόσο η αντίληψη της συμβιωτικής σχέσης με το κεφάλαιο που υπήρχε στη ρεφορμιστική, σοσιαλδημοκρατική εκδοχή του εργατικού κινήματος, η έννοια του παραγωγισμού στη ριζοσπαστική, σοβιετική εκδοχή, όσο και οι ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις που αποτέλεσαν το κοινωνικό μοντέλο του σοσιαλισμού σε αμφότερες τις ιστορικές ενσαρκώσεις του.

iS. Horvat, Welcome to the Desert of Transition!, https://monthlyreview.org/2012/03/01/welcome-to-the-desert-of-transition/.

iiS. Bologna, Ναζισμός και Εργατική Τάξη (Antifa Scripta), σελ. 82-83.