Αναρχισμός και Μεξικανική Επανάσταση

mural

«Δοξασμένη η στιγμή να αντικρίζει κάποιος έναν ολόκληρο λαό να ορθώνεται. Δεν είναι πια κοπάδι από πρόβατα καψαλισμένα από τον ήλιο, ούτε αξιοθρήνητο πλήθος καρτερικών σκλάβων. Είναι ορδή από εξεγερμένους που ρίχνεται να κατακτήσει τη γη. Και η γη ξαναβρίσκει την περηφάνεια της, γιατί τούτη τη φορά επιτέλους είναι άνθρωποι που την πατούν».

                                                                                                                                                         Ρικάρδο Φλόρες Μαγόν, «Το Δικαίωμα στην Εξέγερση»

 

Το Πορφυριάτο

Δεν είναι δύσκολο να κάνει κανείς μια περιγραφή του προεπαναστατικού Μεξικού. Από το 1876 μέχρι το 1911, η χώρα βρισκόταν κάτω από την απόλυτη εξουσία ενός και μόνο ανθρώπου, του δικτάτορα-στρατηγού Πορφύριο Ντιάζ, γι’ αυτό και η συγκεκριμένη περίοδος της μεξικανικής ιστορίας έμεινε γνωστή ως η μαύρη περίοδος του Πορφυριάτου. Ο «πορφυρισμός» ήταν μια βαθύτατα αντιδραστική ιδεολογία. Η ουσία της κοινωνικής εξουσίας του εκπορευόταν από το τρίπτυχο της βίαιης κρατικής επιβολής, του εγχώριου οικονομικού συγκεντρωτισμού και της εξάρτησης από το ξένο κεφάλαιο. Κάθε έννοια πολιτικής δικαιολόγησης του τυραννικού αυτού συστήματος είχε εκλείψει μαζί με την τροπολογία που ψηφίστηκε από το μεξικανικό κονγκρέσο το 1890, σύμφωνα με την οποία ακυρωνόταν η συνταγματική αρχή της μη-επανεκλογής του προέδρου την οποία ο ίδιος ο Ντίαζ είχε θεσπίσει, και δινόταν το δικαίωμα στον δικτάτορα να παραμείνει στην εξουσία ως ισόβιος πρόεδρος. Με αυτήν την απόφαση συντελέστηκε στην πράξη η υποταγή του συντάγματος στην προεδρική εξουσία. Από εκεί και πέρα, είχαν παραμερισθεί τα εμπόδια που συγκρατούσαν τον Ντίαζ από το να εγκαθιδρύσει την προσωπική δικτατορία του στη χώρα.

Με μεθοδικό τρόπο ο «δον Πορφύριο» επάνδρωσε όλες τις υψηλές θέσεις του κρατικού μηχανισμού με μιγάδες αξιωματούχους προσωπικά αφοσιωμένους σε αυτόν. Το δικαστικό σώμα μετατράπηκε σε πειθήνιο όργανο της πολιτικής εξουσίας, αφού στον πρόεδρο περιήλθε το δικαίωμα να διορίζει και να παύει δικαστές ανάλογα με τις επιθυμίες του. Ο μοναδικός κοινωνικός θεσμός τςη χώρας όπου το καθεστώς διέθετε πραγματική υποστήριξη, παρέμεινε το σώμα των ανώτερων αξιωματικών του ομοσπονδιακού στρατού, κι αυτό γιατί οι περισσότεροι στρατιωτικοί που είχαν προαχθεί στον βαθμό του στρατηγού ήταν παλαιοί συμπολεμιστές και σύντροφοι του Ντίαζ από την εποχή του Μπενίτο Χουαρέζ και των πολέμων της ανεξαρτησίας.

Σύντομα η χούντα είχε επιβάλει τον ασφυκτικό έλεγχο της σε όλους τους τομείς της κοινωνίας των πόλεων. Υπήρχε όμως και το ζήτημα της ανυπότακτης μεξικανικής υπαίθρου. Το κράτος του Μεξικού είχε ομοσπονδιακή δομή που παραχωρούσε περιορισμένα δικαιώματα αυτονομίας και αυτοδιοίκησης στις πολιτείες. Επιπλέον, η απομακρυσμένη ενδοχώρα της μεξικανικής περιφέρειας αποτελούσε terra incognita για την κεντρική κυβέρνηση. Αν εξαιρέσουμε τις επαρχιακές πρωτεύουσες, η ύπαιθρος ήταν κατακερματισμένη σε αναρίθμητα, μικρά ημιαυτόνομα χωριά (πουέμπλος), τα οποία λόγω της ανυπαρξίας οδικού δικτύου, της έλλειψης συγκοινωνιών και συστηματικών επαφών με τον γεωγραφικό τους περίγυρο, είχαν αναπτύξει έντονες τις αρετές της αυτάρκειας αλλά και της αυτοκυβέρνησης μέσω των τοπικών κοινοτικών συνελεύσεων. Με άλλα λόγια, η ύπαιθρος ήταν μια περιοχή όπου η κρατική εξουσία χρειαζόταν να ανορθωθεί.     

Το πρώτο μέτρο που πήρε ο Ντίαζ προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η κατάργηση των εκλογών για την ανάδειξη του κάθε πολιτειακού κυβερνήτη. Εφεξής οι κυβερνήτες διορίζονταν απευθείας από τον πρόεδρο, πράγμα που διασφάλιζε την υπαγωγή τους στον κυβερνητικό έλεγχο. Το δεύτερο όμως χτύπημα ήταν και το πιο θανάσιμο και απέβλεπε όχι σε μια απλή τροποποίηση του νομικού καθεστώτος που διήπε τις ελευθερίες των πολιτειών, αλλά στην εξολόθρευση των βαθύτερων κοινοτικών παραδόσεων στις οποίες όφειλαν οι χωρικοί την ελεύθερη ύπαρξη τους. Η δικτατορία εξαπέλυσε έναν ανελέητο νεοαποικιακό πόλεμο εναντίον των αγροτών και των ινδιάνικων φυλών που απάρτιζαν την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της υπάιθρου. Μέσα σε λίγα χρόνια, χιλιάδες εκτάρια καλλιεργίσιμης γης απαλλοτριώθηκαν δια της βίας από το κράτος, εκλάπησαν από τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, τα χωριά, και ενσωματώθηκαν σε τεράστιες ιδιωτικές μονάδες γεωργικής παραγωγής, τα λατιφούντια, που αποτελούσαν ιδιοκτησία ενός και μόνου γαιοκτήμονα. Δημιουργήθηκε έτσι ένα σύστημα φεουδαρχικού δεσποτισμού στην ύπαιθρο που αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό το παραδοσιακό σύστημα συλλογικής ιδιοκτησίας που οι ιθαγενείς εφάρμοζαν για αιώνες. Μάταια οι κοινότητες επιδείκνυαν τους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας της γης που φύλαγαν ως κόρη οφθαλμού από την εποχή της ισπανικής αντιβασιλείας. Τα αρμόδια πολιτειακά όργανα αρνούνταν να εξετάσουν τις υποθέσεις που έφερναν ενώπιον τους οι δημοτικές συνελεύσεις των χωριών. Πολλές φορές μάλιστα οι αρχές κατέσχεσαν τους τίτλους για να εξαφανίσουν προφανώς τα τεκμήρια της οργανωμένης κλοπής που είχαν διαπράξει σε βάρος των χωρικών.

Απογυμνωμένα από τη γη τους τελικά πολλά ελεύθερα χωριά υπέκυψαν και απορροφήθηκαν από τα λατιφούντια. Οι ελεύθεροι αγρότες μετατράπηκαν σε δουλοπάροικους-πέονες που βρίσκονταν κάτω από την απόλυτη εξουσία του άρχοντα-γαιοκτήμονα που τους επέτρεπε να εργάζονται στη γη του. Ο πέονας ως οικονομική αλλά και κοινωνική μονάδα ήταν ολοκληρωτικά εξαρτημένος από την μεγαλοψυχία του αφέντη του. Ήταν αναγκασμένος να παραχωρεί το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής του στον γαιοκτήμονα και να το ξαναγοράζει από αυτόν υπό την μορφή υπερτιμημένων επεξεργαζμένων προϊόντων από το παντοπωλείο της χασιέντας (φυτείας). Για να εξέλθει από τη φυτεία χρειαζόταν την ειδική άδεια του αφέντη, διαφορετικά διέτρεχε τον κίνδυνο να συλληφθεί. Η αλυσίδα της υποδούλωσης διαιωνιζόταν αφού τα δυσβάστακτα χρέη που βάραιναν τους γονείς μεταβιβάζονταν στους απογόνους τους μετά το θάνατο τους. Έτσι ένα παιδί πέονα χρωστούσε ήδη χίλια πέσος κατά μέσον όρο στον γαιοκτήμονα, πριν ακόμη αυτό γεννηθεί!

Εάν ο πέονας τολμούσε να διαμαρτυρηθεί ή να εξεγερθεί η Guardia Rurale, η τρομερή αγροφυλακή οπλισμένη μέχρι τα δόντια, ήταν εκεί για να τρομοκρατήσει, να δολοφονήσει και να φυλακίσει τον βασανισμένο πληθυσμό. Πράγματι η αγροφυλακή ήταν ένα όργανο της πιο καθαρής ταξικής τρομοκρατίας, ένα σώμα ενόπλων που λειτουργούσε περισσότερο με τη λογική των παραστρατιωτικών ταγμάτων θανάτου, παρά ως επίσημη αγροτική αστυνομία. Απαρτιζόταν από ποινικούς εγκληματίες που τους δινόταν η επιλογή να καταταγούν αντί να εκτίσουν την ποινή τους, ή από αγρότες πρόθυμους να προδώσουν τα αδέλφια τους για λίγα ψήγματα εξουσίας και μια άνετη ζωή μακριά από την εξοντωτική εργασία στους αγρούς. Μπορεί να πει κανείς ότι αν ο ομοσπονδιακός στρατός ήταν το κρατικό όργανο που διεκπεραίωσε την «αγροτική μεταρρύθμιση» του Ντίαζ, οι αιμοδιψείς ρουράλες (αγροφύλακες) ήταν αυτοί που περιφρουρούσαν την ύπαρξη της. Στα χρόνια πριν από την επανάσταση του 1911, όσα χωριά συνέχιζαν να αντιστέκονται βρίσκονταν σε μια διαρκή κατάσταση πολέμου με τις γειτονικές χασιέντες που μονίμως έψαχναν την κατάλληλη ευκαιρία να υφαρπάξουν τα εδάφη τους.

 Βιομηχανία, αναρχοσυνδικαλισμός και αναρχοκομουνισμός

 Η τεράστια συγκέντρωση καλλιεργήσιμης γης στα χέρια μιας ομάδας μεγαλογαιοκτημόνων συνοδεύτηκε από την εκχώρηση του ελέγχου πάνω σε στρατηγικούς τομείς της βιομηχανίας σε ξένα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, κυρίως εταιρείες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Γαλλία. Νευραλγικοί τομείς όπως η κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου που προοριζόταν να ενώσει τη χώρα, οι πετρελαιοπηγές καθώς και τα ορυχεία εξόρυξης μεταλλευμάτων πέρασαν στα χέρια του ξένου κεφαλαίου. Ο ιμπεριαλισμός στο Μεξικό πήρε την πιο άγρια μορφή του. Οι εταιρείες δεν διήυθυναν απλώς τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις που είχαν στην κατοχή τους, αλλά είχαν εγκαθιδρύσει ένα είδος βιομηχανικής εθνικής κυριαρχίας πάνω στις αυτοσχέδιες πόλεις-κράτη των εργατών που περικύκλωναν το ορυχείο ή την εργοστασιακή μονάδα, αναπτύσσοντας παράλληλους θεσμούς διακυβέρνησης που υποκαθιστούσαν αυτούς του κράτους. Η εταιρεία διέθετε ένοπλη ιδιωτική αστυνομία που υπαγόταν απευθείας στον αλλοδαπό γενικό διευθυντή. Επίσης λειτουργούσε δίκτυο εταιρικών καταστημάτων απ’όπου οι εργάτες, όπως συνέβαινε στα λατιφούντια, ήταν υποχρεωμένοι να προμηθεύονται τα είδη πρώτης ανάγκης σε τιμές εως και δέκα φορές ακριβότερες από το κανονικό. Ο γενικός διευθυντής της επιχείρισης είχε τις ίδιες αρμοδιότητες με έναν αποικιακό διοικητή. Περιλάμβαναν τα πάντα, από τον καθορισμό των συνθηκών στέγασης των εργατών στους εταιρικούς οικισμούς, μέχρι την απονομή δικαιοσύνης.

Το δικαίωμα στην απεργία δεν ήταν αναγνωρισμένο ενώ απαγορευόταν δια νόμου η σύσταση συνδικαλιστικών ενώσεων ή οποιαδήποτε οργανωμένη εκπροσώπηση του εργατικού δυναμικού. Έτσι οι εργάτες δεν είχαν καν τη δυνατότητα να συγκροτήσουν νόμιμες επιτροπές για να διαπραγματευτούν με την εργοδοσία πάνω στα θεμελιώδη ζητήματα των βιομηχανικών σχέσεων. Ούτε φυσικά μπορούσαν να θέσουν το κίνημα τους υπό την προστασία του επίσημου μεξικανικού κράτους, το οποίο συνιστούσε οργανικό στήριγμα του ιμπεριαλισμού, φτάνοντας στο σημείο να διαθέσει ως σκλάβους τους ιθαγενείς αιχμαλώτους που είχε συλλάβει κατά τη διάρκεια της εκστρατείας εναντίον των επαναστατημένων ινδιάνων Γιάκι, στις αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου.

Παραδόξως, η οπισθοδρομικότητα των μεξικανικών βιομηχανικών σχέσεων και το πρωτόγονο μοντέλο οικονομικής εκμετάλλευσης που είχε επιβληθεί από τη δικτατορία, οδήγησε το προλεταριακό κίνημα να ασπαστεί τις πιο προηγμένες μορφές αυτοοργάνωσης. Από τα σπάργανα του το εργατικό κίνημα στράφηκε προς τον επαναστατικό αναρχισμό που αποτελεί την πιο καθαρή ιδεολογική έκφραση της επιθυμίας των εργατών για κοινωνική απελευθέρωση και για την υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων τους. Σε μια κοινωνία όπου η κυβέρνηση αναλαμβάνει τον ρόλο του θεματοφύλακα της οικονομικής υποδούλωσης των μη-προνομιούχων τάξεων, είναι λογικό οι μη-προνομιούχες τάξεις να συμπεράνουν πως η κατάργηση της κυβέρνησης συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την προάσπιση των συμφερόντων τους. Έτσι στα 1871, ο «Μεγάλος Κύκλος των Μεξικανών Εργατών» που ελεγχόταν από τους αναρχικούς αριθμούσε περίπου 15.000 μέλη, ενώ το 1876 την οργάνωση αυτή διαδέχτηκε το «Γενικό Συμβούλιο των Μεξικανών Εργατών», ένα αναρχικό συνδικάτο με αριθμητική δύναμη άνω των 50.000 μελών.

Η ανοχή που επεδείκνυε το κράτος απέναντι στα πρώιμα αυτά συνδικαλιστικά φαινόμενα τερματίστηκε με την έλευση του Πορφυριάτου, αλλά παρά τα σκληρά κατασταλτικά μέτρα που έλαβε η δικτατορία για να επιτύχει τη διάλυση των οικονομικών οργανώσεων των εργατών, το πνεύμα του επαναστατικού αναρχισμού που παρακινούσε τους εργάτες να αντισταθούν δεν στάθηκε δυνατό να εξαλειφθεί. Διασώθηκε σε ένα δίκτυο παράνομων εργατικών συμβουλίων που συστάθηκε σε όλη την επικράτεια του Μεξικού, με κυριότερα τις «λέσχες αντίστασης στον καπιταλισμό» που δημιούργησαν οι βιομηχανικοί εργάτες του Ρίο Μπλάνκο και της Κανανέα στον βορρά. Η πολιτική της σαλαμοποίησης και της φυσικής εξόντωσης που ακολούθησε η κυβέρνηση απέναντι στο εργατικό κίνημα όχι μόνο δεν κατόρθωσε να συντρίψει τις επαναστατικές φιλοδοξίες των εργατών, αλλά ουσιαστικά τις τοποθέτησε στο σωστό πλαίσιο τους. Και αυτό γιατί, όπως γράφει ο αναρχικός συγγραφέας Ρούντολφ Ρόκερ, ο αναρχισμός δεν επιζητά τη συνεννόηση με τις αρχές και το φιλικό διακανονισμό των κοινωνικών αντιθέσεων, αλλά την ισχυροποίηση και αυτοτέλεια της εσωτερικής οργάνωσης του προλεταριάτου προκειμένου να καταστούν οι εργάτες μια συμπαγής κοινωνική δύναμη ικανή να επιβάλλει δια της βίας την επαναστατική λύση.

Αναμφίβολα, ο κυριότερος εκφραστής της επαναστατικής τάσης μέσα στο εργατικό κίνημα ήταν ο αναρχικός διανοητής Ρικάρδο Φλόρες Μαγόν. Παρά το γεγονός ότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εξόριστος ή φυλακισμένος στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Μαγόν μέσω της εφημερίδας Regeneracion (Αναγέννηση) που εξέδιδε, και μέσω του Μεξικανικού Φιλελεύθερου Κόμματος (PLM) στο οποίο εντάχθηκε το 1901, άσκησε αποφασιστική επιρροή στο εργατικό κίνημα του Μεξικού. Το PLM αρχικά αποτέλεσε έναν χαλαρό, μετριοπαθή συνασπισμό των αντιδικτατορικών δυνάμεων της μεξικανικής κοινωνίας. Περιλάμβανε στις τάξεις του καπιταλιστές αστούς, φιλελεύθερους αντικληρικούς, δημοκράτες, γιακωβίνους και ριζοσπάστες αναρχικούς. Με την προσχώρηση του Μαγόν όμως υιοθέτησε μια πολύ πιο σκληρή γραμμή και μετατράπηκε σε πυρήνα της αντιπολίτευσης ενάντια στη δικτατορία. Το 1901 το PLM εξέδωσε ένα πρότυπο πολιτικό πρόγραμμα – προοίμιο του φιλελεύθερου συντάγματος που σκόπευε να εισαγάγει στο Μεξικό το οποίο προέβλεπε τη σαφή απαγόρευση της επανεκλογής του προέδρου, την αντικατάσταση του ομοσπονδιακού στρατού από μια εθελοντική εθνοφρουρά, τον αναδασμό της γης στους ακτήμονες αγρότες, την εθνικοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, την καθιέρωση γενικής υποχρεωτικής παιδείας και τη θέσπιση οκτάωρης εργασίας και κατώτατου μισθού ενός πέσο για τους βιομηχανικούς εργάτες.

Ο Μαγόν είχε ενεργό συμμετοχή σε οτι αφορά τη σύνταξη αυτού του υποδειγματικού φιλελεύθερου κειμένου. Όμως οι ιδέες του για το μέλλον του Μεξικού έφταναν πολύ πιο πέρα από την εγκαθίδρυση μιας σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ήταν πεπεισμένος πως το γενεσιουργό αίτιο της πολιτικής τυραννίας βρισκόταν στην οικονομική ανισότητα που χαρακτήριζε την μεξικανική κοινωνία και γι’αυτό θεωρούσε απαραίτητη την από κοινού κατοχή των μέσων παραγωγής και τη δημιουργία μιας αναρχικής κομούνας στο Μεξικό. Είναι σαφές πως οι παραδόσεις κοινοκτημοσύνης των ινδιάνικων αγροτικών κοινοτήτων της χώρας, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τη ριζοσπαστική σκέψη του Μαγόν. Χαρακτηριστικά έγραψε στη Regeneracion: «Μεξικάνοι: θυμηθείτε πως έχουν ζήσει οι αγροτικοί πληθυσμοί του Μεξικού. Ο κομουνισμός έχει ήδη εφαρμοστεί στην πράξη στις καλύβες της υπαίθρου. Και από κανέναν δεν έλειψε η εξουσία […] Υπάρχει έλλειψη εξουσίας μόνο εκεί όπου υπάρχει κοινωνική ανισότητα».

Η έκδηλη ροπή του Μαγόν και των οπαδών του προς τον αναρχισμό δεν άργησε να επιφέρει τη ρήξη στο εσωτερικό του PLM, που διασπάστηκε ανάμεσα στα ριζοσπαστικά στοιχεία του και στους μετριοπαθείς που εκπροσωπούσε ο καπιταλιστής γαιοκτήμονας Φρανσίσκο Μαδέρο. Φαινομενικά η ρήξη επήλθε στο πεδίο της τακτικής που έπρεπε να ακολουθήσει η αντιπολίτευση για να προκαλέσει την ανατροπή του δικτάτορα. Ενώ ο Μαγόν υποστήριζε την άποψη πως οι επαναστάτες όφειλαν να πάρουν τα όπλα και επιθυμούσε να προετοιμάσει μια ένοπλη εξέγερση στο εσωτερικό της χώρας, ο Μαδέρο παρέμενε προσηλωμένος στις νόμιμες μορφές αγώνα με το επιχείρημα πως δεν ήθελε να είναι υπεύθυνος για την πρόκληση εμφυλίου πολέμου. Τα ιστορικά γεγονότα βεβαίως δικαίωσαν τον Μαγόν. Το 1911, ήταν ο Μαδέρο αυτός που τελικά υποχρεώθηκε να απευθύνει στον μεξικανικό λαό από το εξωτερικό έκκληση για ένοπλη εξέγερση ενάντια σε ένα καθεστώς που κατέπνιγε με πρωτοφανή βαρβαρότητα την παραμικρή απόπειρα για εισαγωγή δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων στη χώρα. Όμως κάτω από τη διαμάχη για την τακτική, υπέβοσκε η διάσταση απόψεων περί του τελικού στόχου. Ο Μαδέρο δεν επιθυμούσε να κατστρέψει την εξουσία, αλλά να την κατακτήσει για λογαριασμό του. Αντίθετα, ο Μαγόν ήθελε να καταργήσει ολοκληρωτικά τις κυβερνήσεις μέσω ενός επαναστατικού πολέμου και να εναποθέσει την εξουσία στα χέρια του λαού.

 Οι άγριες απεργίες σε Κανανέα, Ρίο Μπλάνκο

Το 1906-1907 ξέσπασαν μεγάλης έκτασης βιομηχανικές ταραχές στα ορυχεία Κανανέα της πολιτείας Σονόρα και στα εργοστάσια υφαντουργίας του Ρίο Μπλάνκο στο βόρειο τμήμα του Μεξικού. Οι απεργίες στο βιομηχανικό σύμπλεγμα του μεξικανικού βορρά υπήρξαν το επιστέγασμα της επαναστατικής πολιτικής των οπαδών του Φλόρες Μαγόν και αποτέλεσαν προπομπό του επερχόμενου γενικού ξεσηκωμού. Και οι δύο βιομηχανίες βρίσκονταν στην κατοχή αλλοδαπών οικονομικών συμφερόντων. Τα ορυχεία ανήκαν στην Αμερικανική εταιρεία εξόρυξης Κούπερ, ενώ τα υφαντουργεία βρίσκονταν στα χέρια του Γαλλικού ιμπεριαλισμού.

Το 1906, το CGOL, αναρχοσυνδικαλιστικό όργανο των μεταλλωρύχων της Κανανέα, κήρυξε απεργία εννέα ημερών διεκδικώντας την εφαρμογή του οκταώρου, την καθιέρωση κατώτατου μισθού, την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις βιομηχανικές παραγκουπόλεις καθώς και την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων σε βάρος του εγχώριου εργατικού δυναμικού. Η εργοδοσία αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματα και στην πόλη ξέσπασε ένοπλη εξέγερση. Οι εργάτες κατέλαβαν εξ εφόδου το εργοτάξειο και ανακοίνωσαν την επίταξη του στο όνομα των απεργών.

Ο κυβερνήτης της Σονόρα υποχρεώθηκε να ζητήσει βοήθεια από τον βορειοαμερικανό γείτονα για να αποκαταστήσει την τάξη. Ένα σύνταγμα συνοριοφυλάκων ρέιντζερ από την Αριζόνα διέσχισε τα σύνορα και κατευθύνθηκε προς την Οριζάμπα για να «προστατεύσει τις ζωές των αμερικανών πολιτών». Οι απεργοί τους υποδέχτηκαν με πυροβολισμούς και στις οδομαχίες που ακολούθησαν 17 εργάτες έχασαν τη ζωή τους, ενώ άλλοι 80 τραυματίστηκαν. Η εξέγερση της Κανανέα είχε λάβει τέλος.

Τη σκυτάλη πήραν οι εργάτες στο Ρίο Μπλάνκο το 1907. Ένα απόσπασμα από αναρχοσυνδικαλιστές επιτέθηκε στη φυλακή της πόλης και με την πολεμική κραυγή, «Θάνατος στον Ντίαζ!», την κατέλαβε και ελευθέρωσε τους κρατούμενους. Ένα άλλο οπλισμένο απόσπασμα κινήθηκε με φορτηγά προς το Νογκάλες και τη Σάντα Ρόζα. Εκεί ενώθηκε με τους απεργούς και έβαλε φωτιά στα τοπικά εταιρικά καταστήματα. Επιστρέφοντας από αυτή την επιδρομή οι εργάτες αναχαιτίστηκαν από κυβερνητικά στρατεύματα που ήδη είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή, έπεσαν σε ενέδρα και σφαγιάστηκαν. Όσοι επέζησαν κατόρθωσαν να επιστρέψουν στο Ρίο Μπλάνκο, όπου άλλη μια ένοπλη εξέγερση βρισκόταν σε εξέλιξη. Η εργατική πολιτοφυλακή είχε κυριεύσει το κέντρο της πόλης και προσπάθησε να την οχυρώσει για την επερχόμενη επίθεση των κυβερνητικών.

Την ίδια νύχτα τρία συντάγματα του ομοσπονδιακού στρατού κατέφθασαν στην πόλη και παρά την λυσσασμένη αντίσταση των πολιτοφυλάκων, εισέβαλλαν στην πόλη, γκρέμισαν τα οδοφράγματα και ανέκτησαν τον πλήρη έλεγχο. Στις ολονύχτιες μάχες κατά των ομοσπονδιακών 200 εργάτες απώλεσαν τη ζωή τους. Οι στρατιώτες είχαν 17 νεκρούς και 40 τραυματίες. Οι ηγέτες της εξέγερσης παραπέμφθηκαν σε στρατοδικείο κι εκτελέστηκαν με την κατηγορία της έσχατης προδοσίας.

Οι εργατικές εξεγέρσεις σε Κανανέα και Ρίο Μπλάνκο απέτυχαν να εκπληρώσουν τους οικονομικούς στόχους που είχαν θέσει. Πολιτικά όμως οι αναρχοσυνδικαλιστές βγήκαν κερδισμένοι. Δίνοντας μια άνιση μάχη κατά του διεθνούς ιμπεριαλισμού πέτυχαν να ενεργοποιήσουν τα αντιαποικιοκρατικά αντανακλαστικά της μεξικανικής κοινωνίας και αναζωπύρωσαν τον εθνικισμό ενάντια στα ξένα συμφέροντα. Ακόμη περισσότερο, στα μάτια της κοινής γνώμης η δικτατορία είχε ατιμασθεί, αφου είχε επιτρέψει την είσοδο των μισητών αμερικανικών στρατευμάτων στη χώρα για να συντρίψει τα νόμιμα αιτήματα των μεξικανών εργατών.

 Η Κομούνα της Μπάχα Καλιφόρνια

Στα 1908 το PLM ενορχήστρωσε από τις ΗΠΑ όπου βρισκόταν το εξόριστο αρχηγείο του, μια εκστρατεία ανταρτοπολέμου ενάντια σε μια σειρά από πόλεις του βόρειου Μεξικού. Μικρές ομάδες ένοπλων αναρχικών παρεισέφρυσαν στην μεξικανική επικράτεια από τις ΗΠΑ και διενήργησαν ταυτόχρονες επιθέσεις εναντίον της Βέρα Κρους, της Κουαχίλα, της… . όπως προέβλεπε το στρατηγικό πλάνο που είχε καταστρώσει το Πολεμικό Συμβούλιο (junta στα ισπανικά) του PLM. Εκτός από την Βέρα Κρους, όπου περίπου 1.000 μαχητές των Φιλελευθέρων έφτασαν μια ανάσα από το να κυριεύσουν το δημαρχιακό μέγαρο της πόλης, οι επιχειρήσεις των ανταρτών στο υπόλοιπο Μεξικό είτε αποκρούστηκαν με ευκολία από τον ομοσπανδιακό στρατό, ή επιβίωσαν ως τμήμα του γενικότερου ανταρτοπολέμου που διεξήγαγαν στον βορρά οι καλύτερα εξοπλισμένες ομάδες που πρόσκεινταν πολιτικά στον Μαδέρο. Ο λόγος για αυτήν την αποτυχία ήταν τα ελλειπή μέτρα που είχε λάβει η junta για να προετοιμάσει την εκστρατεία καθώς και η ρομαντική πίστη των μελών της σε μια αυθόρμητη εξέγερση των μαζών. Άλλωστε το 1906 το πολεμικό συμβούλιο συνέγραψε μια οδηγία προς τους επαναστατικούς πυρήνες του PLM σύμφωνα με την οποία η οργάνωση αναλάμβανε να εξοπλίσει τους εθελοντές με λαθραία όπλα από τις ΗΠΑ, πλην όμως ξεκαθάριζε πως τα εφόδια και τα απαραίτητα για τη συνέχιση του πολέμου όφειλαν οι μαχητές να τα προμηθευτούν από τις περιοχές που θα έθεταν υπό τον έλεγχο τους.

Παρ’ όλα αυτά, το 1911 μια νέα ευκαιρία παρουσιάστηκε στο PLM για να εξαπολύσει ένα δεύτερο κύμα εχθροπραξιών. Από τις ΗΠΑ, ο Φρανσίσκο Μαδέρο κάλεσε τους οπαδούς του να πάρουν τα όπλα. Πολλοί οπλαρχηγοί όπως ο Πάντσο Βίγια στον βορρά ανταποκρίθηκαν παρά την αρχική αποτυχία του σχεδίου εισβολής που είχε καταρτίσει το επιτελείο των μαδερικών. Ο Μαγόν και τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου του PLM κινητοποίηθηκαν άμεσα. Μετακόμισαν σύσσωμα στο Λος Άντζελες όπου εγκατέστησαν ένα κέντρο επιχειρήσεων για να οργανώσουν την μεγαλύτερη ως τότε στρατιωτική επιχείρηση του PLM, την κατάληψη της χερσονήσου της Μπάχα Καλιφόρνια στο βόρειο άκρο της μεξικανικής επικράτειας. Τα κριτήρια επιλογής της Μπάχα ως στρατηγικού στόχου ήταν για πρώτη φορά ορθολογικά. Λόγω γεωγραφικής θέσης, η χερσόνησησος ήταν αποκομμένη από την υπόλοιπη χώρα, ενώ οι αμυντικές οχυρώσεις του ομοσπονδιακού στρατού δεν ήταν ιδιαιτέρως ισχυρές. Επιπλέον, στην Καλιφόρνια δεν δρούσαν τα ανταγωνιστικά αντάρτικα αποσπάσματα των μαδερικών και η περιοχή βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το αρχηγείο του Λος Άντζελες. Συνολικά, η junta μπόρεσε να συγκεντρώσει 500 μαχητές από τους οποίους οι 100 ήταν αμερικανοί, μέλη της αναρχοσυνδικαλιστικής ένωσης «Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου» (IWW), που διατηρούσε στενούς ιδεολογικούς δεσμούς με το PLM.

Παρά τον φτωχό τους οπλισμό οι μαγονικοί αντάρτες μπόρεσαν να νικήσουν τα κυβερνητικά στρατεύματα υπό τον συνταγματάρχη Κέλσο Βέγκα και στις 29/11/1911 κατέλαβαν την πρωτεύουσα Μεξικάλι. Στις 08/02 ο διοικητής Πρισιάνο Σίλβα κυρίευσε την Γκουανταλούπε και στις 09/05, ο Ουαλός αναρχικός διοικητής Πράις μπήκε με το στράτευμα του στην Τιχουάνα. Οι αναρχικοί είχαν τώρα στη σφαίρα επιρροής τους μια λεπτή εδαφική ζώνη στα σύνορα με τις ΗΠΑ που περιλάμβανε την κοιλάδα της Μεξικάλι, την Τιχουάνα και πολλά γειτονικά πουέμπλος. Η προέλαση όμως σταμάτησε αναγκαστικά λόγω έλλειψης πολεμοφοδίων. Η στρατιωτική αδυναμία των κυβερνητικών οχυρώσεων της Καλιφόρνια ήταν ο πρωταρχικός λόγος που οδήγησε στην επιτυχία της εκστρατείας του PLM, αλλά και ο βασικός λόγος της τελικής αποτυχίας της. Οι αναρχοκομμουνιστές κυρίευσαν εύκολα πόλεις και χωριά, αλλά η κατάληψη τους δεν οδήγησε στον εμπλουτισμό του περιορισμένου οπλοστασίου των αναρχικών δυνάμεων αφού το πολεμικό υλικό που κατασχέθηκε από τους ομοσπονδιακούς ήταν πενιχρό. Επιπλέον, το πολεμικό συμβούλιο του PLM αδυνατούσε να παράσχει σταθερή επιμελητειακή υποστήριξη στους μαχητές της πρώτης γραμμής. Οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν με καχυποψία την προοπτική της δημιουργίας μιας αναρχικής κομούνας στην Μπάχα. Κατόπιν επίσημου αιτήματος της δικτατορίας, έκλεισαν τα σύνορα τους απαγορεύοντας τη διέλευση φορτίων με πολεμοφόδια για τους επαναστάτες και εξαπέλυσαν αστυνομικούς διωγμούς ενάντια στην εξόριστη ηγεσία του Λος Άντζελες. Έτσι η περικύκλωση των αναρχικών από βορρά και νότο υπήρξε ολοκληρωτική.

Οι αρχικές οδηγίες που είχαν λάβει οι δυνάμεις του PLM από τη junta προέτρεπαν τους αντάρτες να σεβαστούν την περιουσία των κατοίκων της Μπάχα, να εκδίδουν αποδείξεις στο όνομα του πολεμικού συμβουλίου για τυχόν απαλλοτριώσεις τις οποίες πραγματοποιούσαν και να ασχοληθούν ενεργά με τη δημιουργία των κοινωνικών προϋποθέσεων για την ίδρυση μιας αναρχικής κομούνας στην περιοχή. Όμως, η απουσία εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης, υποχρέωσε τους μαχητές να επιβάλλουν έκτακτες επαναστατικές εισφορές στα εμπορικά καταστήματα της Καλιφόρνιας. Επίσης η κακή διαχείριση των οικονομικών του αγώνα από τη χούντα και οι οργανωτικές αδυναμίες που επέδειξε, είχαν σαν αποτέλεσμα να πάψουν οι αναρχικοί να προσβλέπουν στο ανώτατο στρατιωτικό όργανο του PLM για καθοδήγηση. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε πως ο στρατηγός Πράις επισκέφθηκε επανειλημμένα τη junta για να της μεταφέρει την κατάσταση που επικρατούσε στην Μπάχα και να ζητήσει την αγορά ενός πυροβόλου όπλου που θα αναβάθμιζε ποιοτικά την μαχητική ικανότητα των ανταρτών απέναντι στα σύγχρονα τυφέκια Μάουζερ και τα πολυβόλα Κολτ του ομοσπονδιακού στρατού. Παρ’ όλο που τυπικά τα σχετικά κονδύλια εγκρίθηκαν από το συμβούλιο, το όπλο ποτέ δεν στάλθηκε από το αρχηγείο του Λος Άντζελες στις μαχόμενες μονάδες του PLM.

Στο μεταξύ, ο πόλεμος που είχε κηρύξει ο Μαδέρο ενάντια στο καθεστώς είχε πάρει την μορφή ενός διάχυτου αγροτικού ανταρτοπολέμου που είχε ήδη αποφέρει τις πρώτες καταλήψεις πόλεων και απειλούσε να σαρώσει τα πάντα στο πέρασμα του. Στον βορρά, η προέλαση του αγροτικού στρατού ενός πρώην ληστοσυμμορίτη, του χαρισματικού επαναστάτη στρατηγού Πάντσο Βίγια, κατάπινε την μία πόλη πίσω από την άλλη και στις λόγχες του κουβαλούσε τις αρχές της επανάστασης. Στον νότο, ενέδρευε μια ακόμη πιο θανάσιμη απειλή για την καθεστυκία τάξη, αφού εκεί δρούσε ο αγρότης-στρατηγός Ζαπάτα με την ορδή των 20.000 έφιππων πολεμιστών του. Αντίθετα από τον Βίγια, ο Ζαπάτα ουδέποτε δήλωσε υποταγή στον Μαδέρο και εφάρμοζε μια ριζοσπαστική αγροτική μεταρρύθμιση στα εδάφη που κατακτούσε. Περισσότερο από κάθε άλλο εμφύλιο πόλεμο στην ιστορία, η Μεξικανική Επανάσταση ενσάρκωνε τη συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Οι ταξικές σχέσεις και συμμαχίες διαπερνούσαν τα εμπόλεμα στρατόπεδα, υπερέβαιναν την επίσημη γραμμή πυρός και προκαλούσαν μετατοπίσεις και αλλαγές στις στρατιωτικές συμμαχίες των εμπόλεμων παρατάξεων. Έτσι εξηγείται το γεγονός πως τρομοκρατημένοι μπροστά στο φάσμα μιας επερχόμενης αγροτικής επανάστασης, ο γαιοκτήμονας Μαδέρο και ο γηραιός δικτάτορας Ντίαζ υπέγραψαν το Σύμφωνο της Θιουδάδ Χουαρές με το οποίο κήρυσσαν την παύση των εχθροπραξιών. Ο Ντίαζ δέχτηκε να παραιτηθεί και να παραδώσει τα ηνία της εξουσίας στον Μαδέρο. Οι αγροτικές πολιτοφυλακές όφειλαν να αφοπλιστούν άμεσα και να διαλυθούν στα εξ ων συνετέθησαν.

To PLM αρνήθηκε να επικυρώσει το προδοτικό σύμφωνο και διακήρυξε πως θα συνέχιζε την επανάσταση από τα εδάφη που κατείχε στην Μπάχα Καλιφόρνια. Ο εξαίρετος διοικητής Πράις αντικαταστάθηκε αφου κρίθηκε ακατάλληλος. Νέος γενικός αρχηγός των δυνάμεων του PLM εξελέγη ο αμερικανός Τζακ Μόσμπυ των I.W.W., που ήταν επίσης ο αρχηγός της «Δεύτερης Διεθνούς Ταξιαρχίας». Όμως, το στράτευμα υπέφερε από σοβαρές ελλείψεις σε πυρομαχικά και εξοπλισμό, ενώ η άκομψη αποπομπή του Πράις είχε αποξενώσει ένα σημαντικό τμήμα των ξένων εθελοντών που πολεμούσαν υπό τη σημαία του PLM. Όταν η νέα κυβέρνηση του Μαδέρο απέστειλε τον συνταγματάρχη Βέγκα για να ανακαταλάβει την Μπάχα με ένα ισχυρή δύναμη ομοσπονδιακών, οι αναρχικοί δεν είχαν ούτε τα υλικά μέσα αλλά ούτε το ηθικό για να αντισταθούν. Στις 17/06/1911 η μεξικανική «Πρώτη Ταξιαρχία» που επάνδρωνε τη φρουρά της Μεξικάλι, διαπραγματεύτηκε με μια επιτροπή ειρήνης τους όρους για την ειρηνική παράδοση της πρωτεύουσας στους μαδερικούς. Η Δεύτερη Ταξιαρχία απέρριψε τη συνθηκολόγηση κι έσπευσε να συναντήσει τα κυβερνητικά στρατεύματα. Στις 22 του ίδιου μήνα, ο Μόσμπυ οδήγησε 200 αναρχικούς μαχητές ενάντια σε μια υπέρτερη δύναμη 600 ομοσπονδιακών που στρατοπέδευαν στις παρυφές της Τιχουάνα. Οι αναρχικοί πολέμησαν γενναία όμως μετά από τρεις ώρες σκληρής μάχης, υπέκυψαν στην αριθμητική ανωτερότητα του εχθρού και διασκορπίστηκαν στους γύρω λόφους. Αυτό ήταν και το τελευταίο επεισόδιο στην ιστορία της αναρχικής κομούνας της Μπάχα Καλιφόρνια.

 Επιτροπή Αυτοάμυνας Ανενκουίλκο

 Το 1909 ο Εμιλιάνο Ζαπάτα εκλέχθηκε πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου και της επιτροπής άμυνας του χωριού Ανενκουίλκο στην πολιτεία Μορέλος του κεντρικού Μεξικού. Ο Ζαπάτα ήταν νεαρός, μόλις 30 ετών, αλλά απολάμβανε της εμπιστοσύνης των συγχωριανών του και είχε τη φήμη ενός ανθρώπου της δράσης, αρετή ανεκτίμητη σε μια εποχή που τα πουέμπλος της Μορέλος έδιναν καθημερινά μια απελπισμένη μάχη επιβίωσης ενάντια στα λατιφούντια. Ένα κύμα αγροτικών καταλήψεων σάρωνε τις χασιέντες της πολιτείας, καθώς οι ελεύθεροι χωρικοί αγωνίζονταν να ανακτήσουν τον έλεγχο των κοινοτικών γαιών που είχαν πάρει υπό την κατοχή τους οι γαιοκτήμονες. Μπροστά σε αυτή την εκρηκτική κατάσταση ο νεαρός δήμαρχος του Ανενκουίλκο δεν έμεινε άπραγος. Λίγες ημέρες μετά την εκλογή του, μετέβη στην πρωτεύουσα και αποπειράθηκε να συναντήσει προσωπικότητες της αντιπολίτευσης που θα αναλάμβαναν να βοηθήσουν τους αγρότες να διατηρήσουν την κυριότητα των εδαφών τους. Ιδιαιτέρως, επιδίωξε μια συνάντηση με τον Μαγόν χωρίς όμως να την κατορθώσει, αφού εκείνη την εποχή ο αναρχικός διανοούμενος ζούσε εξόριστος στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η κεντρική κυβέρνηση είχε μόλις ψηφίσει έναν νόμο που επέτρεπε στις κοινότητες να εγείρουν τις νόμιμες απαιτήσεις τους σχετικά με τις κατειλημμένες γαίες και να τις υποβάλλουν στην κρίση των πολιτειακών δικαστηρίων. Όμως στην πράξη τα αρμόδια όργανα είτε κωλυσιεργούσαν, είτε παρακώλυαν την εφαρμογή της διαδικασίας επικαλούμενα νομικά προσχήματα.

Λόγω της δραστηριότητας που είχε αναπτύξει στην πρωτεύουσα ο νεαρός δήμαρχος συνελήφθη και υποχρεώθηκε να καταταγεί στον στρατό, όπου διακρίθηκε ως ικανός ιππέας. Παρ’ όλα αυτά, η σιδηρά στρατιωτική πειθαρχία δεν μπόρεσε να κάμψει το αδάμαστο πνεύμα του Ζαπάτα. Έπειτα από τρεις μήνες παραμονής σε στρατόπεδο του Μέξικο Σίτυ, ο Εμιλιάνο δραπέτευσε κι επέστρεψε στο χωριό του για να οργανώσει την επιτροπή αυτοάμυνας η οποία δεχόταν έντονη πίεση από τη γειτονική χασιέντα Οσπιταλέτ. Ο Ζαπάτα συγκάλεσε το συμβούλιο του χωριού στο οποίο πάρθηκε απόφαση ότι οι χωρικοί θα έπρεπε να αναλάβουν δράση χωρίς άλλη χρονοτριβή. Την επόμενη νύκτα συγκεντρώθηκε μια ομάδα από 80 άνδρες, μερικοί από αυτούς οπλισμένοι, οι οποίοι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στη χασιέντα, έτρεψαν τους φρουρούς σε φυγή και κατέλαβαν τις διαφιλονικούμενες εκτάσεις για λογαριασμό της κοινότητας.

Με την μέθοδο της άμεσης δράσης, ο Ζαπάτα είχε επιλύσει ένα εδαφικό ζήτημα το οποίο παρέμενε άλυτο επί σειρά ετών. Γρήγορα η φήμη της επιτροπής αυτοάμυνας εξαπλώθηκε στις γύρω περιοχές. Όλο και περισσότερα χωριά προσέτρεχαν στην ομάδα του Εμιλιάνο, τους «ζαπατίστας», για να ζητήσουν τη συνδρομή της στις δικές τους διαμάχες με τις γειτονικές χασιέντες. Έτσι η ομάδα αυτοάμυνας επέκτεινε σταδιακά την δικαιοδοσία της στις γύρω περιοχές. Για να ανταπεξέλθει στις απιτήσεις του νέου ρόλου του, ο Ζαπάτα συγκρότησε μια «ομάδα ταχείας επέμβασης» από 100 περίπου έφιππους άνδρες που ήταν σε θέση να κινητοποιηθούν άμεσα για να υποστηρίξουν δυναμικά τις νόμιμες αξιώσεις των πεόνων απέναντι στους χασιεντάδος και τους ρουράλες. Αυτό το επίλεκτο σώμα αποτέλεσε το πρόπλασμα της θρυλικής «Λεγεώνας του Θανάτου», της ισχυρότερης και ικανότερης μονάδας του ζαπατικού στρατού.

Την ίδια στιγμή ένα ανοργάνωτο αλλά ενθουσιώδες αντάρτικο έκανε την εμφάνιση του στις βουνοκορφές της Μορέλος και ξεκίνησε να διενεργεί σποραδικές επιθέσεις κατά των κυβερνητικών δυνάμεων που στάθμευαν στην περιοχή. Οι ομάδες των ενόπλων δεν ήταν ενταγμένες σε μια εννιαία στρατιωτική δομή. Η κάθε ομάδα είχε τον εκλεγμένο διοικητή της και εκπροσωπούσε το χωριό από το οποίο προερχόταν. Όμως τούτη η αυτονομία δεν εμπόδιζε τους οπλαρχηγούς από το να συντονίζουν τη δράση τους ενάντια στον κοινό εχθρό. Από την άλλη, το κύρος του νεαρού διοικητή Ζαπάτα ανάμεσα στους αρχηγούς ήταν αναμφισβήτητο. Σύντομα, μπόρεσε να συνενώσει κάποιες από τις διάσπαρτες ομάδες σε μια ισχυρή αντάρτικη δύναμη που διέθετε 3.000 έφιππους πολεμιστές. Ο αγροτικός αυτός στρατός είχε ως άτυπο αρχηγό τον δημοκράτη Τόρρες Μπούργκος, όμως ουσιαστικά διοικείτο από τη γενική συνέλευση των αρχηγών, όπου οι αποφάσεις παίρνονταν με δημοκρατικό τρόπο και ακόμη και ο Τόρρες Μπούργκος είχε μια ψήφο σαν όλους τους άλλους.

Μερικοί συγγραφείς ισχυρίζονται πως ήδη από εκείνη την πρώιμη περίοδο ο Ζαπάτα είχε συλλάβει ένα σχέδιο κατάκτησης της Μορέλος την οποία μετά θα χρησιμοποιούσε ως βάση για να εξαπολύσει επίθεση ενάντια στην πόλη του Μεξικού. Είναι γεγονός πως μέσα στη συνέλευση των αρχηγών υπήρχε μια μερίδα από θερμοκέφαλους διοικητές, όπως ο φλογερός Γκαμπριέλ Τεπέπα, που ζητούσαν επίμονα την εμπλοκή των ζαπατικών σε ανοιχτό πόλεμο με τον ομοσπονδιακό στρατό, όμως ο Ζαπάτα δεν ήταν ανάμεσα τους. Η έμφυτη κλίση του προς τα στρατιωτικά ζητήματα του επέτρεπε να αντιληφθεί πως οι άπειροι και φτωχά οπλισμένοι στρατιώτες του δεν θα είχαν καμία τύχη σε μια κατά μέτωπο σύγκρουση με τους κυβερνητικούς. Επιπλέον, βρισκόταν σε εξέλιξη η διπλωματική αποστολή του Τόρρες Μπούργκος, ο οποίος είχε μεταβεί στο Σαν Αντόνιο για να συναντήσει τους αντιπροσώπους του Μαδέρο και να τους αποσπάσει υποσχέσεις για παροχή στρατιωτικής και οικονομικής ενίσχυσης.

Παρ’ όλα αυτά, οι εντολές για την έναρξη προετοιμασιών για μια μαζική εξέγερση είχαν ήδη τεθεί σε ισχύ. Απεσταλμένοι των ανταρτών διέτρεχαν απ’ άκρη σ’ άκρη την πολιτεία, ξεσηκώνοντας τους πέονες και συγκεντρώνοντας εθελοντές από τα πουέμπλος. Μια πλημμυρίδα από νεοσυλλέκτους κατέφθανε καθημερινά στο ορεινό αρχηγείο των ανταρτών και ζητούσε να ενωθεί με τους επαναστάτες. Με θαυμαστή σύνεση, ο Ζαπάτα επέμενε οι εθελοντές να διαθέτουν τουλάχιστον δικό τους άλογο και μια ματσέτα, το κοφτερό μαχαίρι που χρησιμοποιούν οι ινδιάνοι, για οπλισμό.

 Ο Αττίλας του Νότου

Ο Μπούργκος επέστρεψε από το Σαν Αντόνιο χωρίς να κομίζει την παραμικρή δέσμευση για βοήθεια από το στρατόπεδο των μαδερικών. Για τον Μαδέρο οι κρίσιμες μάχες του επαναστατικού πολέμου ήταν αυτές που έδιναν οι στρατηγοί του στο βορρά και δεν ήθελε να χαραμίσει χρήμα και πολεμικό υλικό για να ενισχύσει τους ρακένδυτους και αναξιόπιστους, ως προς τον βαθμό που μπορούσε να τους ελέγξει, επαναστάτες του νότου. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο κυβερνήτης Εσκανδόν της Μορέλος ανακοίνωσε την πρόθεση του να αναδιοργανώσει το σώμα των rurales, οι αρχηγοί των ζαπατικών αποφάσισαν πως είχε έλθει η ώρα για μια γενική επίθεση. Η θερμόαιμη μερίδα της συνέλευσης των οπλαρχηγών με επικεφαλής τον γηραιό κοινοτάρχη Τεπέπα, ήταν υπέρ της διενέργειας μετωπικών επιθέσεων ενάντια στις οχυρωμένες πόλεις της Μορέλος. Μάλιστα ο Τεπέπα δεν δίστασε να οδηγήσει τους άνδρες του σε μια παράτολμη όσο και απερίσκεπτη επίθεση εναντίον της πρωτεύουσας της πολιτείας Κουερναβάκα, όπου όμως απωθήθηκε εύκολα από ένα τμήμα του Ένατου Συντάγματος που φρουρούσε την πόλη έχοντας πρώτα υποστεί αξιοσημείωτες απώλειες.

Από την άλλη, το σχέδιο δράσης του Ζαπάτα προϋπέθετε την εδραίωση της κυριαρχίας των ανταρτών στην περιφέρεια και τα πουέμπλος, μέσω της οποίας θα μπορούσαν να ελέγχουν αποτελεσματικά τις σιδηροδρομικές γραμμές, προτού οι αντάρτες αποκτήσουν μια ισχυρή βάση επιχειρήσεων μέσω της κατάληψης μιας από τις δευτερεύουσες πόλεις της πολιτείας. Ο στρατός των ανταρτών μεγάλωνε καθημερινά αφου κάθε μέρα νέοι αρχηγοί προσχωρούσαν στις επαναστατικές δυνάμεις και κάθε αρχηγός συνεισέφερε από 50 εώς 200 άνδρες. Παράλληλα, τον Μάρτη του 1911 άρχισαν να καταφθάνουν στην Μορέλος και οι πρώτοι συμπαθούντες διανοούμενοι από τις πόλεις. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν οπαδοί του Μαγόν και μέλη του πανίσχυρου αναρχικού συνδικάτου «Οίκος του Παγκόσμιου Εργάτη» (C.O.M.) και πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στο αγροτικό κίνημα, βοηθώντας στον τομέα της στρατιωτικής συγκρότησης του αντάρτικου και παρέχοντας στους αγρότες το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα απο το οποίο μπόρεσαν να εκφράσουν τις επαναστατικές φιλοδοξίες τους.

Η πρώτη πόλη που κυρίευσαν η ζαπατικοί ήταν η ανοχύρωτη Χοχούτλα. Ο κυβερνήτης Εσκανδόν είχε ξεκινήσει από την Κουερναβάκα με ένα απόσπασμα του Ενάτου Συντάγματος και μερικούς rurales για να ενισχύσει την πόλη ενόψη της επίθεσης των ανταρτών. Δύο ημέρες αργότερα ο Τόρρες Μπούργκος πραγματοποίησε αντιπερισπασμό διεισδύοντας κάπου δέκα χιλιόμετρα μέσα στο Τλακιλτενάνγκο, απειλώντας την ίδια την Κουερναβάκα! Πανικόβλητος ο Εσκανδόν απέσυρε τα στρατεύματα του και γύρισε πίσω στην απροστάτευτη πρωτεύουσα. Την επόμενη ημέρα το ιππικό των επαναστατών περικύκλωσε την Χοχούτλα και την κατέλαβε πραγματοποιώντας μια ορμητική έφοδο. Όμως όταν οι αντάρτες εισήλθαν στην πόλη επιδόθηκαν σε εκτεταμένες λεηλασίες, γεγονός που συγκλόνισε τον Μπούργκος αφου το πλιάτσικο ήταν μια πρακτική αντίθετη προς τις επαναστατικές αρχές. Απογοητευμένος ο Μπούργκος παραιτήθηκε και αναχώρησε από την κατειλημμένη πόλη. Μια ημέρα αργότερα συνελήφθη σε ενέδρα από τους ομοσπονδιακούς και εκτελέστηκε.

Η συνέλευση των αρχηγών συνήλθε στην πόλη Πουέμπλα για να εκλέξει νέο ανώτατο ηγέτη. Η επιλογή ήταν προφανής. Ο Ζαπάτα αναγορεύθηκε στρατηγός από τους ομολόγους του και οι δυνάμεις των επαναστατών μετονομάστηκαν επίσημα σε «Απελευθερωτικό Στρατό του Νότου και του Κέντρου».

Ο νέος αρχηγός θέλησε να επωφεληθεί από την επιθετική ορμή του Απελευθερωτικού στρατού και κινήθηκε εναντίον της Γιαουτεπέκ και της Κουάουτλα. Την πολή υπεράσπιζε ο συνταγματάρχης Ρομίλο Γιάνες προσωπικός φίλος του προέδρου Ντίαζ, με ένα απόσπασμα 240 ομοσπονδιακών. Στον Γιάνες δόθηκε η ευκαιρία να παραδώσει ειρηνικά την πόλη, αλλά ο γηραιός συνταγματάρχης απάντησε απαξιωτικά στους αντάρτες. Όμως ο πληθυσμός της πόλης ήταν με το μέρος των ζαπατικών. Υποβοηθούμενοι από τους κατοίκους οι επαναστάτες ανατίναξαν ένα μέρος του στρατοπέδου με δυναμίτη και μέσα στη γενική σύγχυση που προκλήθηκε, εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική επίθεση. Η πόλη καταλήφθηκε, ο Γιάνες εκτελέστηκε, ενώ στους στρατιώτες δόθηκε η επιλογή να προσχωρήσουν στους επαναστάτες ή να επιστρέψουν στα σπίτια τους σώοι, αφού πρώτα έδιναν όρκο ότι δεν θα ξαναπολεμούσαν εναντίον της επανάστασης.

Αντίθετα με την αιφνιδιαστική κατάληψη της Γιαουτεπέκ, η επιχείρηση για την κατάληψη της Κουάουτλα υπήρξε αιματηρή και διήρκεσε έξι ολόκληρες ημέρες. Ο Ζαπάτα επιτέθηκε με 4.000 άνδρες όμως τα κύματα των επιθέσεων του ιππικού των Ζαπατίστας έσπαγαν το ένα μετά το άλλο πάνω στα οδοφράγματα που είχαν στήσει οι 400 υπερασπιστές του «Χρυσού Πέμπτου Συντάγματος». Δυστυχώς γι’ αυτούς, το σχέδιο άμυνας της πόλης βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις ενισχύσεις που θα έστελνε η κυβέρνηση από την Κουερναβάκα, ενισχύσεις που δεν ήλθαν ποτέ, αφού μεγάλο μέρος των ομοσπονδιακών δυνάμεων είχε μεταφερθεί στον βορρά για να πολεμήσει εναντίον του Μαδέρο. Έπειτα από έξι ημέρες σκληρών μαχών σώμα με σώμα η πόλη κυριεύθηκε και ο Ζαπάτα είχε επιτέλους υπό την κατοχή του το μεγάλο αστικό κέντρο που χρειαζόταν, για να εξασφαλίσει την πολιτική και διπλωματική αναγνώριση του κινήματος του από τους επαναστάτες του βορρά.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι μαδερικοί συνήθιζαν να προσποιούνται πως η αγροτική επανάσταση του νότου δεν υπήρχε, ενώ οι αστικές εφημερίδες της πρωτεύουσας είχαν εξαπολύσει μια ανελέητη εκστρατεία δυσφήμισης ενάντια στον Ζαπάτα και του Απελευθερωτικού Στρατού του Νότου. Παρομοίαζαν τους έφιππους αντάρτες με τις ορδές των έφιππων Ούννων πολεμιστών που αιματοκύλησαν την Ευρώπη και αποκαλούσαν τον Ζαπάτα «Αττίλα του Νότου», υπονοώντας πως μοναδική φιλοδοξία του ήταν το πλιάτσικο και η καταστροφή.

 Ζαπάτα Εναντίον Μαδέρο

Οι Ζαπατίστας δεν ήταν αναρχικοί με την ακαδημαϊκή έννοια του όρου. Πιθανότατα ο Ζαπάτα δεν είχε διαβάσει ποτέ του τα κείμενα του Προυντόν ή του Κροπότκιν, είχε όμως καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα με αυτά που ασπαζόταν ο Μαγόν ακολουθώντας μια διαφορετική όδο.  Η προσφυγή στα όπλα ήταν το έσαχτο μέσον που είχε απομείνει στους αγρότες της Μορέλος στην προσπάθεια τους να διασώσουν τον πυρήνα της ύπαρξης τους, δηλαδή την ελέυθερη πρόσβαση τους στη γη και τη διατήρηση του συστήματος συλλογικής ιδιοκτησίας των γαιών. Ακόμη και όταν στην ύστερη φάση του πολέμου, ο Απελευθερωτικός Στρατός δημιούργησε μια ομοσπονδία δημοτικών συνελεύσεων  και την όρισε υπέρτατη μορφή διακυβέρνησης της πολιτείας, αυτό συνέβη διότι η άμεση δημοκρατία ήταν το μοναδικό πολίτευμα που ήταν απολύτως συμβατό με το γεωργικό σύστημα της κοινοκτημοσύνης. Μόνο αργότερα, μετά τον ερχομό των ελευθεριακών διανοουμένων από την πρωτεύουσα, πραγματοποιήθηκε η διασύνδεση ανάμεσα στον έμφυτο κοινοτισμό των αγροτών και τα υψηλά φιλοσοφικά νοήματα της αναρχίας, παρόλο που αναμφίβολα ανάμεσα στις δύο φιλοσοφίες υπήρχε μια φυσική συγγένεια. Ο αναρχισμός λοιπόν του Ζαπάτα ήταν βιωματικός και απέρρεε από τον τρόπο ζωής των αγροτών στην Μορέλος. Ο επαναστατικός πόλεμος των ζαπατικών ήταν ένας πόλεμος πρώτα και κύρια για τη γη και έπειτα από κάθε νίκη, κάθε κατάκτηση πόλεως οι επαναστάτες ηγέτες του νότου εξέδιδαν εκ νέου οδηγίες στα πουέμπλος να κατασχέσουν τα εδάφη των γαιοκτημόνων και να πάρουν πίσω ότι τους ανήκε. Η απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση ήταν η μέθοδος που είχαν επιλέξει οι Ζαπατίστας για να φέρουν σε πέρας την κοινωνική επανάσταση στην ύπαιθρο.

Η κατάληψη της Κουάουτλα από τον Απελευθερωτικό Στρατό σύνέπεσε με την υπογραφή του Συμφώνου της Θιουδάδ Χουαρές ανάμεσα σε Ντίαζ και Μαδέρο. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης η «επανάσταση» είχε θριαμβεύεσει και ο Απελευθερωτικός Στρατός του Νότου όφειλε να αυτοδιαλυθεί και να αποστρατεύσει τα μέλη του. Όμως οι ζαπατικοί, όπως και οι οπαδοί του Μαγόν στην Μπάχα, ήταν καχύποπτοι. Την εποχή που ο Μαδέρο ήταν ακόμη στην αντιπολίτευση είχε συντάξει το Πρόγραμμα του Σαν Λουις Ποτοσί, ένα επαναστατικό μανιφέστο που μεταξύ άλλων φιλολαϊκών μέτρων προέβλεπε τον αναδασμό της γης στους αγρότες, χωρίς πάντως να υπόσχεται τη διατήρηση του συστήματος των κοινοτικών γαιών. Κάθε αναφορά στην αγροτική μεταρρύθμιση του Προγράμματος είχε απαλειφθεί από το κείμενο της Θιουδάδ Χουαρές, στοιχείο ενδεικτικό για τις ενδόμυχες προθέσεις του Μαδέρο αναφορικά με την πολιτική που σκόπευε να ακολουθήσει.

Πράγματι, έπειτα από την άνοδο του στην εξουσία ο Μαδέρο γρήγορα μετατράπηκε από φλογερός επαναστάτης σε υπερασπιστή του παλαιού καθεστώτος. Πρωταρχικό μέλημα του ήταν να καταπνίξει τις εργατικές και αγροτικές επαναστάσεις στις οποίες όφειλε την εξουσία του, αλλά που τώρα απειλούσαν να τον υπερφαλαγγίσουν. Για να το πετύχει αυτό, δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να προσεταιριστεί τα πιο συντηρητικά στοιχεία της μεξικανικής κοινωνίας, να διατηρήσει ανέπαφες τις δομές του πορφυρικού κράτους και να παραχωρήσει ελευθερία δράσης στον ομοσπονδιακό στρατό, που με το μανιφέστο του Σαν Λουίς είχε υποσχεθεί ότι θα καταργήσει. Η Μορέλος αποτελεί τυπικό παράδειγμα της πολιτικής του. Κυβερνήτης διορίστηκε ο ζάπλουτος τραπεζίτης Καρρεόν, ενώ ο Ζαπάτα διατάχτηκε να σταματήσει τις επιθέσεις στις χασιέντες και να συμβάλλει στην αποκατάσταση της «ηρεμίας» στην περιοχή. Θορυβημένος από αυτή την αλλαγή στάσης, ο Ζαπάτα ταξίδεψε στην πρωτεύουσα όπου συναντήθηκε με τον Μαδέρο και του εξέθεσε τα προβλήματα των αγροτών του νότου. Ο Μαδέρο υποσχέθηκε πως «θα εξετάσει το ζήτημα», όμως αντί για τη λήψη νομοθετικών πρωτοβουλιών ανακοίνωσε την αποστολή επιπλέον στρατευμάτων στην Μορέλος. Οι ζαπατικοί είχαν δει αρκετά.

Τον Νοέμβρη του 1911 ο ζαπατισμός διέκοψε και επίσημα τις σχέσεις του με το καθεστώς του Μαδέρο. Ο Ζαπάτα μαζί με τον πιστό σύντροφο του και πρώην δάσκαλο, Οτίλιο Μοντάνο, επεξεργάστηκαν το έγγραφο που αποτελεί την πολιτική διαθήκη του επαναστατικού ζαπατισμού και που έμεινε στην ιστορία ως το «Σχέδιο της Αγιάλα». Το Σχέδιο επικυρώθηκε με την ψήφο 35 οπλαρχηγών του Απελευθερωτικού Στρατού και κωδικοποίησε τις επιδιώξεις των επαναστατών αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης στην μεξικανική περιφέρεια. Το σημαντικότερο όμως σημείο του ήταν μια διακήρυξη αρχών, που αφού κατηγορούσε τον Μαδερο πως είχε προδώσει την επαναστασή κατέληγε: «Δεν είμαστε προσωπολάτρες, αγωνιζόμαστε για αρχές και όχι για ανθρώπους».

Παράλληλα, ενεργοποιήθηκε ξανά ο ζαπατικος στρατός που τυπικά είχε διαλυθεί, αλλά ουσιαστικά βρισκόταν στο απόγειο της δύναμης του. Ο αναρχικός συγγραφέας Νιούελ γράφει ότι στην καινούρια αυτή φάση, ο Απελευθερωτικός Στρατός αριθμούσε 12.000 άνδρες. Ήταν χωρισμένος σε μικρότερες αυτοσυντήρητες ομάδες που εφορμούσαν από τα χωριά για να διεξαγάγουν μεμονωμένες επιθέσεις ή να ενωθούν ταχύτατα σχηματίζοντας μεγαλύτερα σώματα στρατού. Όταν η επιχείρηση ολοκληρωνόταν, οι μαχητές εξανεμίζονταν ανάμεσα στον πληθυσμό, επέστρεφαν στις αγροτικές εργασίες τους, έχοντας όμως πάντα το όπλο παρά πόδα. Επιπλεόν, μια αξιοσημείωτη αλλαγή είχε επέλθει στο ζήτημα της τακτικής που ακολουθούσαν οι αντάρτες. Δεν στόχευαν πλέον στην κατάληψη και μακροχρόνια κατοχή πόλεων. Διεξήγαγαν έναν καθαρό και εξοντωτικό ανταρτοπόλεμο με τις δυνάμεις τους να βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση, να χτυπούν και να εξαφανίζονται, αποδεκατίζοντας τα κυβερνητικά στρατεύματα όποτε αυτά αποτολμούσαν μια έξοδο από τις καλά οχυρωμένες πόλεις. Ο θυελλώδης διοικητής Χενοβέδο δελα Ο ήλεγχε ολόκληρο το βόρειο τμήμα της πολιτείας, ανατινάζοντας τα οπλιταγωγά τραίνα που έστελνε η κεντρική κυβέρνηση και αποκόπτοντας τον ομοσπονδιακό στρατό από την κύρια γραμμή ανεφοδιασμού του. Ένας τεράστιος βοηθητικός στρατός από άμαχους αγρότες εργαζόταν ακατάπαυστα για να εφοδιάζει διαρκώς τους μαχητές της Μορέλος με τρόφιμα, άλογα και πυρομαχικά, να συλλέγει πληροφορίες για τις κινήσεις των ομοσπονδιακών στρατευμάτων και να προειδοποιεί για τυχόν ενέδρες. Όλες οι συνεισφορές ήταν εθελοντικές, με τον κάθε χωρικό να προσφέρει στο μέτρο των δυνατοτήτων του.

Το 1912 κατέφτασε στην Μορέλος ο στρατηγός Βικτοριάνο Χουέρτα με την εντολή να καταστρέψει τους στασιαστές. Στην μικρή περίοδο που ο Μαδέρο βρισκόταν στο ύπατο αξίωμα της χώρας, ο Χουέρτα είχε παίξει με μεγάλη επιτυχία το ρόλο του «μαντρόσκυλου» του καθεστώτος.  Είχε ήδη καταστείλει τις εξεγέρσεις δύο περιθωριακών νοσταλγών του προφυρισμού στον βορρά, παρόλο που και ο ίδιος δεν ήταν δίχως αισθήματα για το παλαιό καθεστώς. Όμως γρήγορα ο Χουέρτα συνειδητοποίησε πως η εκστρατεία στην Μορέλος δεν έμοιαζε σε τίποτα με εκείνες ενάντια στα υπολείμματα της δικτατορίας. Οι Ζαπατίστας ήταν ένας ένοπλος λαός και ολόκληρος ο πληθυσμός βρισκόταν σε πόλεμο με τις κυβερνητικές δυνάμεις. Ο Χουέρτα πραγματοποίησε κάποιες απελπισμένες εξορμήσεις καταδιώκοντας έναν στρατό-φάντασμα που όταν νόμιζε πως βρισκόταν μπροστά του, αυτός εμφανιζόταν πίσω του για να πλήξει τα νώτα του, ή να επιτεθεί σε μια απροστάτευτη πόλη. Παρά τον φαινομενικό έλεγχο που είχαν πάνω στις πόλεις, οι ομοσπονδιακοί ήταν στην ουσία παγιδευμένοι σε εχθρικό έδαφος με την συντριπτική πλειοψήφία του πληθυσμού να μάχεται υπέρ του ζαπατισμού.

Ο Χουέρτα ανακλήθηκε από την κυβέρνηση αφου αποδείχτηκε ότι δεν μπορούσε να φέρει σε πέρας την αποστολή που του είχε ανατεθεί. Λίγες ημέρες πριν από την ανάκληση του, οι ιππείς του Απελευθερωτικού Στρατού έκαναν την εμφάνιση τους στα περίχωρα της πόλης του Μεξικού και πραγματοποίησαν παράτολμη επιδρομή που είχε σαν αποτέλεσμα την πρόκληση κυβερνητικής κρίσης στο τρομαγμένο υπουργικό συμβούλιο του Μαδέρο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο «επαναστάτης» Μαδέρο εγκατέλειψε τα προσχήματα. Ο ζαπατισμός έπρεπε να εξαλειφθεί. Αν ολόκληρος ο λαός της Μορέλος είχε «μολυνθεί» από αυτή την επικίνδυνη ιδεολογία, τότε η κυβέρνηση δεν είχε άλλη επιλογή από το να εξοντώσει ολόκληρο τον πληθυσμό και να ερημώσει τη χώρα. Ο στρατηγός Χουβένσιο Ρόμπλες, ένας «ειδήμων» της γενοκτονίας που είχε λάβει μέρος στους πολέμους κατά των ινδιάνων του βορρά και είχε επιδείξει ξεχωριστή ικανότητα στο να σφάζει τους ιθαγενείς, επιλέχθηκε για να ηγηθεί της εκστρατείας.

Ο Ρόμπλες απελευθέρωσε πάνω στην Μορέλος ολοκληρή την καταστροφική δύναμη ενός στρατού κατοχής. Ο πληθυσμός μεταφέρθηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα χωριά των πεόνων πυρπολήθηκαν. Πολλοί χωρικοί δολοφονήθηκαν ενώ όσοι τύχαινε να έχουν κάποια συγγένεια με επιφανείς ζαπατικούς ηγέτες, απήχθησαν από τους κυβενρητικούς και κρατήθηκαν όμηροι. Μπροστά σε αυτή τη λαίλαπα οι ζαπατικοί ανέστειλαν προσωρινά τις επιχειρήσεις τους αφου ο πληθυσμός υπέφερε από τα συλλογικά αντίποινα που εφάρμοζε ο Ρόμπλες και ο κοινωνικός ιστός του ζαπατσιμού κινδύνευε να καταστραφεί εντελώς. Μια δραματική ανατροπή στα πολιτικά πράγματα της πρωτεύουσας ήταν αυτή που έβαλε προς στιγμήν φρένο στα δολοφονικά σχέδια της κυβέρνησης κι επέτρεψε στον Απελευθερωτικό Στρατό να αποσυρθεί στην πολιτεία Γκουερέρο προκειμένου να ανασυνταχθεί.

Στις 09/02/1913 δύο φάλαγγες του ομοσπονιδακού στρατού με 3.000 άνδρες, 6 κανόνια και 14 μυδραλιοβόλα, βάδισαν κατά του Εθνικού Μεγάρου στο Μέξικο Σίτυ. Είχε ερθεί η ώρα για να πληρώσει ο Μαδέρο το τίμημα για την ανίερη συμμαχία που είχε συνάψει με τις δυνάμεις της αντίδρασης. Έχοντας απωλέσει τη λαϊκή υποστήριξη, η προεδρική εξουσία ήταν αναγκασμένη να επαφίεται όλο και περισσότερο στην ωμή βία ως μέσον εφαρμογής της πολιτικής της. Όλο και περισσότερο, η πολιτική εξουσία υποχωρούσε και μεταβίβαζε αρμοδιότητες στον στρατό προκειμένου να επιβιώσει απέναντι στην κοινωνική κατακραυγή. Ο στρατός υπό τον αρχηγό του γενικού επιτελείου Χούερτα έτεινε να γίνει η πραγματική αρχή διακυβέρνησης της χώρας, ενώ ο Μαδέρο είχε μετατραπεί σε περιττό βάρος, μια συνταγματική περιπλοκή από την οποία ο Χουέρτα όφειλε να απαλλαγεί για να μπορεί να ασκήσει ελεύθερα την πραγματική εξουσία. Του λόγου το αληθές αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ενώ οι επιτελείς του είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως τον Μαδέρο για τα σκοτεινά σχέδια που εξύφαινε ο Χουέρτα σε βάρος του, αυτός αρνήθηκε να κάνει οτιδήποτε ελπίζοντας μέχρι τελευταία στιγμή ότι ο στρατηγός παρέμενε αφοσιωμένος σε αυτόν. Άλλωστε τί μπορούσε να κάνει; Ο Χουέρτα ήταν η τελευταία του ελπίδα.

Στις 18/02 ο Μαδέρο συνελήφθη και δολοφονήθηκε με δύο σφαίρες στο πίσω μέρος της κεφαλής. Ο Βικτοριάνο Χουέρτα αυτοανακηρύχθηκε δικτάτορας του Μεξικού.

Οι Αγρότες Κατακτούν το Μέξικο Σίτυ

Η παλιννόρθωση της δικτατορίας υπό τον Χουέρτα δεν διήρκεσε πολύ. Μπορεί ο Μαδέρο να είχε απογοητεύσει πολλούς οπαδούς του, όμως η δολοφονία του στα χέρια ενός στρατηγού του ομοσπονδιακού στρατού αποκατέστησε μετά θάνατον το δημοκρατικό κύρος του και τον μετέτρεψε σε μάρτυρα της επανάστασης. Εξαρχής ο κυβερνήτης της πολιτείας Σονόρα στο βόρειο Μεξικό Βενουστιάνο Καρράνσα, αρνήθηκε να αναγνωρίσει την εξουσία του σφετεριστή και σχημάτισε μια επαναστατική στρατιωτική  δύναμη, τον Συνταγματικό Στρατό τον οποίο χώρισε σε τρία εκστρατευτικά σώματα με προκαθορισμένους τομείς δράσης. Ο Αλβάρο Ομπρεγόν, ένας εύπορος αγρότης που οι συνθήκες μετέτρεψαν σε ικανότατο στρατηγό και ακόμη ευφυέστερο πολιτικό, ανέλαβε την αρχηγία της Βορειοδυτικής Στρατιάς με τομέα ευθύνης τις πολιτείες της δυτικής ακτής του Μεξικού. Ο ίδιος ο Καρράνσα έχρισε εαυτόν Ανώτατο Αρχηγό του Συνταγματικού Στρατού και ανέλαβε την Βορειοανατολική Στρατιά, ενώ το κέντρο ηταν ο τομέας ευθύνης του θρυλικού στρατηγού Πάντσο Βίγια και της τρομερής Μεραρχίας του Βορρά, που έμελλε να σηκώσει το κύριο βάρος των πολεμικών επιχειρήσεων ενάντια στον ομοσπονδιακό στρατό πετυχαίνοντας περίλαμπρες όσο και καθοριστικές νίκες.

Στην πτώση της δικτατορίας του Χουέρτα συνέβαλε επίσης καθοριστικά η εχθρική στάση που κράτησαν απέναντι στο καθεστώς του οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ΗΠΑ χρηματοδότησαν τη στάση του Καρράνσα στον βορρά και παραβίασαν κάθε έννοια ουδετερότητας χρησιμοποιώντας το ναυτικό τους για να αποκλείσουν το λιμάνι της Βερα Κρους απ’ όπου διακινείτο ο κύριος όγκος του πολεμικού υλικού που προοριζόταν για τις κυβερνητικές δυνάμεις. Πολλοί ιστορικοί έχουν ισχυριστεί πως η παρεμβατική αυτή πολιτική έχει τις ρίζες της στον δημοκρατικό ιδεαλισμό του προέδρου Γούντροου Ουίλσον που επιθυμούσε ένθερμα να δει στο γειτονικό Μεξικό μια «αδελφή δημοκρατία». Στην πραγματικότητα, ο Χουέρτα ήταν όργανο του Αγγλικού ιμπεριαλισμού με τον οποίο είχε συνάψει εμπορικές συμφωνίες. Υποστηρίζοντας τον Καρράνσα οι ΗΠΑ δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να επιλέξουν μια επιθετική πολιτική υπεράσπισης των συμφερόντων τους.

Παρ’ όλα αυτά, ο Συνταγματικός Στρατός ήταν ένα θνησιγενές κατασκεύασμα που μαστιζόταν από εσωτερικές αντιθέσεις. Ενώ ο Καρράνσα και ο Ομπρεγόν μάχονταν υπέρ της συνταγματικής νομιμότητας, ο Βίγια μαχόταν στο όνομα της επανάστασης, έστω και με τρόπο ετερόκλητο και συγκεχυμένο. Η Μεραρχία ήταν ένας «πληβειακός» στρατός, με την έννοια ότι η κοινωνική του σύνθεση διέφερε αισθητά πό αυτήν των δύο έτερων σωμάτων των συνταγματικών. Από αυτή την άποψη, είχε περισσότερα κοινά με τους μαχόμενους αγρότες του νότου, παρά με τους αστικούς στρατούς που εκστράτευαν παράλληλα με αυτήν σε ανατολή και δύση. Επιπλέον, στα τέλη Σεπτεμβρίου η Μεραρχία χτύπησε και απέσπασε την πόλη Τορρεόν από τους ομοσπονδιακούς. Σύμφωνα με τον Νιούελ, τα «αποθέματα όπλων και πυρομαχικών που πήρε από τον ομοσπονδιακό στρατό ήταν τεράστια. Περιελάμβαναν ακόμη και ένα ολόκληρο νοσοκομειακό τραίνο, μαζί με τους 60 ιατρούς του».

Η κατάκτηση της Τορρεόν κατέστησε την αγροτική στρατιά του Βίγια πανίσχυρη και έκανε επιτακτική την ανάγκη για την επιβολή κάποιου είδους πολιτικού ελέγχου εκ μέρους της αστικής ηγεσίας των συνταγματικών που θα μετρίαζε τα αποτελέσματα της ιλιγγιώδους καθόδου της Μεραρχίας προς το Νότο. Μόλις το καθεστώς του Χουέρτα έδειξε τα πρώτα σημάδια κατάρρευσης έπειτα από τις συντριπτικές νίκες του Βίγια σε Τορρεόν και Ζακατέκας, ξεκίνησε η πάλη εξουσίας στο εσωτερικό των συνταγματικών. Αυτή εκφράστηκε με μια σειρά κατασταλτικών διοικητικών μέτρων που πάρθηκαν εναντίον της Μεραρχίας από το ίδιο το στρατηγείο των συνταγματικών και κορυφώθηκε με τη διαταγή του Καρράνσα για εκτροπή της εκστρατείας του Βίγια μακριά από τον φυσικό της προορισμό, το Μεξικο Σίτυ, για να επιτεθεί στο ασήμαντο στρατηγικά Σαλτίγιο. Την ίδια στιγμή δόθηκε η εντολή στον Ομπρεγόν για ταχεία προέλαση προς την πρωτεύουσα.

Ο Βίγια δεν ήταν διατεθειμένος να δεχτεί αδιαμαρτύρητα αυτή την απροκάλυπτη απόπειρα υποβάθμισης του πολιτικού ρόλου του. Αποτρέποντας τη θριαμβευτική είσοδο του στην πόλη του Μεξικού, ο Βίγια σίγουρα αισθάνθηκε ότι του στερούσαν έναν θρίαβο που δικαιωματικά του ανήκε, αφού η Μεραρχία του Βορρά ήταν η δύναμη που σήκωσε το κύριο βάρος της αντιπαράθεσης με τους ομοσπονδιακούς. Επιπλέον, ο «βιγισμός» δεν διέθετε την ιδεολογική καθαρότητα του ζαπατικού κινήματος, ούτε είχε μπορέσει να αναπτύξει ένα αντίστοιχο επαναστατικό πολιτικό πρόγραμμα. Η Μεραρχία ήταν κατά βάση μία ένοπλη μάζα απόκληρων του βορρά. Αυτό που την κρατούσε ενωμένη ήταν μια αφηρημένη ελπίδα των εξεγερμένων για «καλύτερες μέρες» και η ακατάβλητη επιθυμία τους να «φτάσουν έως το Μέξικο Σίτυ». Ο Βίγια ήταν ικανότατος στρατηγός και γνώριζε τις καταστρεπτικές συνέπειες που θα είχε η ανατροπή αυτής της προσδοκίας για το ηθικό των ανδρών του.

Μετά την πτώση του Χουέρτα διοργανώθηκε στην πόλη Αγκουασκαλιέντες Συνέλευση όλων των αντιδικτατορικών δυνάμεων με πρωτοβουλία του Ομπρεγόν, προκειμένου να βρεθεί συμβιβαστική λύση στη διένεξη που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στον Καρράνσα και τον Βίγια, με τη συμμετοχή και ζαπατικών αντιπροσώπων.  Ο Βίγια αξιίωσε από το βήμα του Συνεδρίου την παραίτηση του Καρράνσα  ο οποίος απάντησε από το Μέξικο Σίτυ όπου βρισκόταν, πως θα αποχωρούσε εφόσον ο Βίγια παραιτείτο από την αρχηγία της Μεραρχίας του Βορρά και ο Ζαπάτα δεχόταν να εγκαταλείψει οικειοθελώς τη χώρα. Ο Βίγια εξουσιοδότησε τους αντιπροσώπους του στη Συνέλευση να αποδεχτούν τους όρους και παραιτήθηκε από το αξίωμα του στρατηγού. Όταν όμως ο Καρράνσα έμαθε για την παραίτηση αρνήθηκε κατηγορηματικά να εκπληρώσει τους όρους που ο ίδιος είχε θέσει και κατηγόρησε τον Βίγια για πολιτικό ελιγμό! Η ρήξη ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα ήταν πλέον ολοκληρωτική. Ταυτόχρονα τέθηκε σε κίνηση η διπλωματική προσέγγιση με το φυσικό σύμμαχο τους, τους Ζαπατίστας του νότου. Με τη στήριξη του βιγικού μπλοκ των αντιπροσώπων, η Συνέλευση υιοθέτησε με ψήφισμα τις θέσεις του Σχεδίου της Αγιάλα ως επίσημη πολιτική της ως προς το αγροτικό ζήτημα, ικανοποιώντας έτσι τον πάγιο όρο των ζαπατικών για τη σύναψη οποιασδήποτε πολιτικής συμμαχίας. Στρατιωτικά, ο Απελευθερωτικός Στρατός ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του νότιου τμήματος της χώρας. Διέθετε άφθονα πυρομαχικά (πάνω από 2.000.000 φυσίγγια), μυδραλιοβόλα, πυροβόλα μάουζερ και κάπου 30.000 ετοιμοπόλεμους μαχητές. Είχε εκδιώξει τον ομοσπονδιακό στρατό από τα εδάφη του  και ήλεγχε την πρωτεύουσα της Μορέλος, Κουερναβάκα. 

Η πολτική και στρατιωτική ένωση του με την μεραρχία του Βορρά σήμαινε πως για πρώτη φορά, οι αγρότες ήταν αρκετά ισχυροί ώστε να υπαγορεύσουν τις εξελίξεις σε εθνικό επίπεδο. Έχοντας επίγνωση της δυσμενούς θέσης στην οποία είχαν περιέλθει, οι Καρράνσα και Ομπρεγόν έσπευσαν να αναδιπλωθούν. Απέσυραν τις υποδεέστερες δυνάμεις τους από την πρωτεύουσα και οχυρώθηκαν σε Πουέμπλα και Βερα Κρους αντίστοιχα. Στις 06/12/1914 30.000 Ζαπατίστας, ζωσμένοι με φυσεκλίκια και κουβαλώντας ντουφέκια, και 40.000 άνδρες της Μεραρχίας του Βορρά, ντυμένοι με τις παλαιές, φθαρμένες στολές του ομοσπονδιακού στρατού, εισήλθαν θριαμβευτικά σε παράταξη στην πόλη του Μεξικού. Ήταν η πιο ήπια και λιγότερο αιματηρή κατοχή που εγκαθιδρύθηκε ποτέ στην πρωτεύουσα της χώρας.

Η Κομούνα της Μορέλος

Το σημαντικότερο επίτευγμα του επαναστατικού ζαπατισμού δεν ήταν οι στρατιωτικές νίκες επί των αντιπάλων του, αλλά η δημιουργία μιας αναρχικής κομούνας στα επαναστατημένα εδάφη της Μορέλος, μεταξύ 1915 και 1917.

Η κομούνα ήταν ένα καθεστώς που στηριζόταν στην άμεση δημοκρατία και τη συλλογική ιδιοκτησία της γης. Αποτέλεσε τη φυσική εξέλιξη του ένοπλου ζαπατισμού που από τα πρώτα βήματα του είχε ως ύψιστη προτεραιότητα τη διάλυση των λατιφούντιων και την επιστροφή των γαιών στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, τις κοινότητες. Το 1915, ο ζαπατικός Υπουργός Γεωργίας της Κυβέρνησης της Συνέλευσης Μανουέλ Παλαφόξ συνέταξε με τη βοήθεια των αναρχικών διανοουμένων που είχαν ενταχθεί στο κίνημα (Σότο υ Γκάμα, Μαγκάνια, Πέρες-Ταίυλορ και ο βετεράνος της κομούνας των Παρισίων του 1871 Οκτάβιο Γιάν), τον Αγροτικό Νόμο που έθεσε τις βάσεις για την αγροτική μεταρρύθμιση στην Μορέλος. Συστάθηκαν γεωργικές επιτροπές από εθελοντές αγρονόμους που ανέλαβαν το έργο της οροθέτησης των γεωγραφικών συνόρων των χωριών, της καταγραφής των γεωργικών εκτάσεων και του επιμερισμού της χρήσης των δασών και των υδάτινων πόρων ανάμεσα στις κοινότητες.

Ο ρόλος των επιτροπών ήταν κυρίως υποστηρικτικός και τον πραγματικό έλεγχο της διαδικασίας είχαν τα ίδια τα χωριά που γνωμοδότησαν επί της οροθέτησης των γαιών και συμφώνησαν μέσω διαβουλεύσεων για την κατανομή των διαφιλονικούμενων γαιών. Με εντολή του Ζαπάτα τα πορίσματα στα οποία κατέληγαν οι κοινότητες ήταν δεσμευτικά και καθόρισαν το τελικό περιεχόμενο της εργασίας των επιτροπών. Δικαίως καμία αποζημίωση δεν καταβλήθηκε στους γαιοκτήμονες, αφού ο αναδασμός αφορούσε εδάφη που εξαρχής είχαν προσαρτηθεί στα λατιφούντια διά της βίας.

Το 1916, ψηφίστηκε ο δεύτερος βασικός νόμος της κομούνας, ο Γενικός Νόμος περί των Δημοτικών Ελευθεριών, εμπνευστής του οποίου ήταν ο Αντόνιο Ντίαζ Σότο υ Γκάμα. Ο νόμος κατήργησε τη δικαιοδοσία της κεντρικής κυβέρνησης στην Μορέλος και παραχώρησε πλήρη ελευθερία στις δημοτικές συνελεύσεις να ρυθμίζουν τις υποθέσεις τους. Παράλληλα, δημιουργήθηκε μια ομοσπονδία συνελεύσεων (συνέλευση χωριού→συνέλευση κεφαλοχωρίου→περιφερειακή συνέλευση) που επιφορτίστηκε με ζητήματα διακυβέρνησης ολόκληρης της πολιτείας.

Ο νόμος δεν έμεινε νεκρό γράμμα. Στις συνελεύσεις ανατέθηκε η συλλογή των φόρων και η διάθεση τους ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού. Αυτό σήμαινε πως οι κοινότητες είχαν τα οικονομικά μέσα στη διάθεση τους με τα οποία μπορούσαν να κυβερνήσουν πραγματικά και να παράγουν έργο. Η εξουσία των συνελέυσεων ήταν απαραβίαστη και ο Ζαπάτα είχε δώσει το δικαίωμα στις πολιτοφυλακές των χωριών να συλλαμβάνουν ακόμη και μέλη του Απελευθερωτικού Στρατού, εάν αυτά ενεργούσαν καθ’ υπέρβαση των εντολών τους για να παρασιτίσουν σε βάρος των κοινοτήτων.

Τους πρώτους μήνες του 1916, ο πληθυσμός της Μορέλος ζούσε πραγματικά ελεύθερος για πρώτη φορά και ευημερούσε. Η ελευθερία του όμως καταπατήθηκε άγρια κάτω από τις μπότες του κυβερνητικού στρατού που εισέβαλλε στην πολιτεία την ίδια χρονιά. Ο στρατός του Καρράνσα κατέστρεψε τα πάντα και να σβήσει όλα τα ίχνη της κομούνας, εκτός από την ανάμνηση μιας πραγματικής ισότητας και ελευθερίας που κάποτε επικράτησε στην αγροτική αυτή πολιτεία του νότιου Μεξικού.

Η Αρχή του Τέλους

Η κατάληψη της πόλης του Μεξικού από τους αγροτικούς στρατούς αποτέλεσε το αποκορύφωμα αλλά και την αρχή του τέλους της αγροτικής επανάστασης. Αυτό οφειλόταν σε δύο παράγοντες: πρώτον, στα έμφυτα πολιτικά όρια της αγροτικής επανάστασης, και δεύτερον, στην αποστασία του προλεταριάτου των πόλεων που την πιο κρίσιμη ώρα συντάχτηκε με τις αστικές δυνάμεις της επανάστασης.

Πράγματι, παρόλο που ήταν οι απόλυτοι κύριοι της στρατιωτικής κατάστασης στο Μεξικό, οι αγρότες δεν δημιούργησαν καμία οργανωμένη μορφή πολιτικής εξουσίας που θα αναλάμβανε τη διακυβέρνηση της χώρας. Οι διαθέσεις των ζαπατικών απέναντι στην προοπτική άσκησης της εξουσίας φάνηκαν καθαρά από το γεγονός ότι τη στιγμή που ο Βίγια με τον Ομπρεγόν έδιναν αγώνα δρόμου για το ποιός θα φτάσει πρωτος στην πρωτεύουσα, οι Ζαπατίστας απείχαν μόλις μερικά χιλιόμετρα από το Μέξικο Σίτυ. Παρ’ όλα αυτά, δεν κατέλαβαν την πόλη. Οι περισσότεροι αποστρατεύτηκαν θεωρώντας πως μετά την απελεύθερωση της Μορέλος από τον Χουέρτα, ο στόχος τους είχε επιτευχθεί! Ο Ζαπατισμός ήταν ένα λαϊκό αμυντικό κίνημα και οι Ζαπατίστας ήταν πρώτα και κύρια ένας στρατός υπεράσπισης της Μορέλος δεμένος με τη γη του.

Αλλά και σε προσωπικό επίπεδο ο Ζαπάτα αισθανόταν μια απέχθεια για κάθε αξίωμα που μπορούσε να διαφθείερει την ανθρώπινη φύση. Το παρακάτω επεισόδιο είναι χαρακτηριστικό. Την ημέρα που οι αγρότες εισήλθαν στην πρωτεύουσα, ο Βίγια με τον Ζαπάτα επισκέφθηκαν το Εθνικό Μέγαρο. Όταν ο Βίγια προσκάλεσε τον Ζαπάτα να καθήσει στον προεδρικό θρόνο, ο Ζαπάτα αρνήθηκε ευγενικά και απάντησε: «Θα ήταν καλύτερα να τον καίγαμε, γιατί απ’ότι έχω δει όλοι όσοι έχουν καθήσει σε αυτή την καρέκλα έγιναν εχθροί του λαού».

Μοιραία λοιπόν ο σχηματισμός κυβέρνησης ανατέθηκε στους μικροαστούς οπαδούς του Βίγια, οι οποίοι ουδόλως συμμερίζονταν τον ριζοσπαστισμό των αγροτών. Οι ζαπατικοί ικανοποιήθηκαν με την ανάθεση του Υπουργείου Γεωργίας στον γραμματέα του Ζαπάτα, Μανουέλ Παλαφόξ ο οποίος αμέσως άρχισε να καταστρώνει σχέδια για την εφαρμογή μιας επαναστατικής αγροτικής μεταρρύθμισης στην Μορέλος και στη χώρα. Τα υπόλοιπα υπουργεία όμως δόθηκαν σε μετριοπαθείς βιγικούς, με πρόεδρο τον Εουλάλιο Γκουτιέρες. Οι ένοπλοι αγρότες ανέλαβαν να «επιτηρούν» το πολιτικό έργο της νεοσύστατης κυβέρνησης και να την επαναφέρουν στον «ορθό δρόμο» όποτε οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Η Κυβέρνηση της Συνέλευσης, όπως ονομάστηκε, ήταν ουσιαστικά μια διορισμένη κυβέρνηση αστών, όμηρος στα χέρια των αγροτών. Συνέπεια αυτού του ανορθόδοξου διακανονισμού ήταν ότι η κυβέρνηση του Γκουτιέρες απέφυγε να ψηφίσει έστω έναν επαναστατικό νόμο, ενώ εργάστηκε σιωπηρά για να διασπάσει το ενωμένο στρατιωτικό μέτωπο των αγροτών, μέχρι την οριστική της αυτομόληση στις γραμμές του εχθρού τρεις μήνες αργότερα.

Ο δεύτερος παράγων της αποτυχίας των αγροτών συνιστά και ένα από τα ποιό τραγικά επεισόδια της Μεξικανικής Επανάστασης. Μιλούμε για το σύμφωνο που υπογράφτηκε στις 17/02/1915 στην πόλη Βέρα Κρους, ανάμεσα στον στρατηγό Αλβάρο Ομπρεγόν και την ηγεσία του αναρχικού συνδικάτου «Οίκος του Παγκόσμιου Εργάτη». Με αυτό το σύμφωνο η κυβέρνηση του Καρράνσα υποσχόταν στον Οίκο πλήρη ελευθερία δράσης στα έδαφη που ήλεγχαν οι συνταγματικοί καθώς και την παραχώρηση χρημάτων, χώρων συγκέντρωσης και τυπογραφείων στους αναρχικούς με αντάλλαγμα την οργάνωση «Ερυθρών Ταγμάτων» για την κατάταξη των εργατών στον Συνταγματικό Στρατό. Το 1915 ο Οίκος ήταν η μεγαλύτερη εργατική οργάνωση της χώρας και αριθμούσε 200.000 από όλους τους επαγγελματικούς κλάδους της μεξικανικής οικονομίας. Η συμφωνία απέφερε στους συνταγματικούς τέσσερα τάγματα από βιομηχανικούς εργάτες, οικοδόμους, υφαντουργούς, κλπ. συνολικής δύναμης 9.000 ανδρών και η επίτευξη της οφείλεται σε μεγάλο μέρος στην πολιτική ευφυία του Αλβάρο Ομπρεγόν.

Ο πανέξυπνος στρατηγός έβλεπε τους εργάτες ως δεξαμενή στρατολόγησης πολεμιστών για τον Συνταγματικό Στρατό αλλά και ως πολύτιμο ιδεολογικό σύμμαχο για να εξουδετερωθεί η έλξη που ασκούσε στις μάζες η αγροτική επαναστατική ιδεολογία. Τα κίνητρα του ήταν ιδιοτελή, όπως φάνηκε και από την μετέπειτα στάση του, όταν συναίνεσε στη συντριβή της Γενικής Απεργίας που προκήρυξαν οι αναρχικοί το 1916. όμως, γιατί οι επαναστάτες ηγέτες του Οίκου υπέγραψαν συτό το σύμφωνο σωτηρίας της αστικής τάξης; Γιατί δεν συμπαρατάχθηκαν με το φυσικό ταξικό σύμμαχο τους, τους εξεγερμένους αγρότες και επέλεξαν να προσχωρήσουν στους συνταγματικούς; Ο βασικός λόγος είναι πως υπήρχε πλήρης απουσία πολιτικής επικοινωνίας ανάμεσα στους αγρότες και τους εργάτες. Όπως είδαμε η μερίδα των ηγετών του Οίκου που τασσόταν υπέρ της συνεργασίας με τους ζαπατικούς είχε ήδη αποχωρήσει σύσσωμη από την οργάνωση για να ενταχθεί επίσημα στον Απελευθερωτικό Στρατό. Όταν έγινε η γενική συνέλευση του Οίκου για να αποφασίσει αν θα επικυρώσει το Σύμφωνο, η «ζαπατική» παράταξη των συνδικαλιστών δεν εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία. Επιπλέον, ο Ομπρεγόν υποσχέθηκε χειροπιαστά ανταλλάγματα για την εργατική τάξη (αύξηση αποδοχών, μείωση ωραρίου, κλπ.), πράγμα που επικαλέστηκαν οι υπέρμαχοι του Συμφώνου. Μυστηριωδώς, η φιλεργατική προπαγάνδα του Ομπρεγόν έμεινε χωρίς απάντηση από του ζαπατικούς και την προδοτική κυβέρνηση της Συνέλευσης, που δεν πήρε ούτε ένα νομοθετικό μέτρο υπέρ των εργατών κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην εξουσία.

Διάσπαση, Υποχώρηση και Καταστροφή

Έπειτα από μερικές εβδομάδες παραμονής στο Μέξικο Σίτυ, οι αγροτικοί στρατοί ετοιμάστηκαν να εκκενώσουν την πρωτεύουσα για να συναντήσουν τις υποδεέστερες αλλά αναδιοργανωμένες δυνάμεις των συνταγματικών που είχαν καταφύγει την περιφέρεια. Στα απομνημονεύματα του ο καρρανσιστής στρατηγός Χουάν Μπαρραγάν παραδέχεται πως, «οι δυνάμεις των συνταγματικών βρίσκονταν στη χειρότερη δυνατή στρατιωτική κατάσταση». Διασκορπισμένοι και αντιμετωπίζοντας εξαιρετικές δυσχέρειες στον εφοδιασμό, οι συνταγματικοί κατείχαν μόνο το λιμάνι της Βέρα Κρους στα νοτιοανατολικά χάρη στο οποίο μπορούσαν ακόμη να παραλαμβάνουν προμήθειες για τα στρατεύματα τους. Από την άλλη, οι συνασπισμένες δυνάμεις των αγροτών ήταν πανίσχυρες. Διέθεταν άνδρες, άλογα, καθώς και βαρύ πυροβολικό, κανόνια και μυδραλιοβόλα. Επιπλέον, ο Βίγια είχε υπό τον έλεγχο του τις σιδηροδρομικές γραμμές που σήμαινε πως οι αγρότες είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν ταχύτατα τα στρατεύματα τους σε όποιο μέρος έπρεπε να επιτεθούν ή να υπερασπίσουν.

Ωστόσο, οι πολιτική διάλυση που επικρατούσε στο στρατόπεδο των αγροτών υπερίσχυσε των ευνοϊκών στρατιωτικών συσχετισμών και καταδίκασε την εκστρατεία τους σε αποτυχία. Η αδυναμία των αγροτών ηγετών να καταλάβουν την εξουσία είχε μετριάσει τον επαναστατικό ενθουσιασμό και την ορμή των στρατευμάτων τους. Για πρώτη φορά φώλιαζε στις καρδιές τους η αμφιβολία. Παράλληλα, ο Υπουργός Πολέμου Μάρτιν Λουίς Γκουσμάν έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να σαμποτάρει την εκστρατεία κατά του Καρράνσα. Ειδικά οι ζαπατικοί υπέφεραν από την άρνηση του να διαθέσει πολεμοφόδια και τραίνα για την ταχεία μεταφορά στρατευμάτων στο μέτωπο της Πουέμπλα. Την προδοσία του Γκουσμάν ενάντια στον Απελευθερωτικό Στρατό διευκόλυνε η εσφαλμένη στρατηγική που ακολούθησαν οι αγρότες διασπώντας τις δυνάμεις τους και κατανέμοντας τα στρατεύματα τους σε δύο ξεχωριστά θέατρα επιχειρήσεων, στα βόρεια και βορειοδυτικά υπό τον Βίγια, και στα νότια υπό τον Ζαπάτα. Δεν αναπτύχθηκε μια ενιαία στρατιωτική διοίκηση που θα κατέστρωνε ένα σχέδιο εκστρατείας με προοπτική την επικράτηση των αγροτών σε εθνική κλίμακα. Αντί να μετατραπούν σε έναν τακτικό εθνικό στρατό, οι αγρότες παρέμειναν προσκολλημένοι στις μορφές στρατιωτικής οργάνωσης που είχαν πριν την κατάληψη της πόλης του Μεξικού. Τη στιγμή που είχαν στην κατοχή τους την πρωτεύουσα, ο Βίγια και ο Ζαπάτα εξακολουθούσαν να σκέπτονται σαν ηγέτες ενός αντάρτικου της υπαίθρου. Ο Βίγια θεωρούσε πως η βάση επιχιρήσεων του βρισκόταν στην Τσιουάουα, πολιτεία του βόρειου Μεξικού όπου είχε γεννηθεί, διαθέτοντας ένα μεγάλο μέρος των δυνάμεων του για να περιφρουρήσει τις εκτεταμένες γραμμές ανεφοδιασμού του, ενώ ο Ζαπάτα συνέχιζε να θεωρεί πως ο Νότος ήταν η αποκλειστική περιοχή δικαιοδοσίας του.

Στο διάστημα μεταξύ 06/04/1915 και 11/07/1915 ο Βίγια γνώρισε τέσσερις βαρειές ήττες από τις πειθαρχημένες λεγεώνες του Ομπρεγόν στη Σελάγια και στο Αγκουασκαλιέντες. Οι μανιασμένες επιθέσεις του πεζικού και του ιππικού της Μεραρχίας έσπαγαν η μία μετά την άλλη πάνω στις αμυντικές γραμμές των Ερυθρών Ταγμάτων. Όταν η κούραση και οι απώλειες από τις πολύωρες επιθέσεις εξαντλούσαν τους άνδρες της Μεραρχίας, οι συνταγματικοί αντεπιτίθονταν με φρέσκειες εφεδρίες και πετσόκοβαν τους βιγικούς. Τέσσερις φορές επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό. Η τέταρτη ήττα στο Αγκουασκαλιέντες υπήρξε και η καθοριστικότερη. Μετά τις 11/07 η Μεραρχία ως οργανωμένη στρατιωτική δύναμη έπαψε να υπάρχει.

Στο μεταξύ, ο Ζαπάτα αηδιασμένος από την προδοσία του Γκουσμαν αλλα και από την ενέργεια του Βίγια να συλλάβει και να εκτελέσει στο Μέξικο Σίτυ το μέλος του επιτελείου του Μαρτίνες επειδή είχε προσβάλλει σε ένα άρθρο του την μνήμη του «μάρτυρα» Μαδέρο, απέσυρε τις δυνάμεις του από το μέτωπο της Πουέμπλα και αναδιπλώθηκε στην Μορέλος. Το αγροτικό μέτωπο είχε διαρραγεί και ο δρόμος για το Μέξικο Σίτυ ήταν πλέον ανοιχτός για τους συνταγματικούς. Υπακούοντας στο περιφερειακό κριτήριο του αντάρτη-στρατηγού, ο Ζαπάτα θεώρησε πως οι πολιτείες του Νότου μπορούσαν να του προσφέρουν ασφάλεια. Εκεί θα μπορούσε να αμυνθεί αποτελεσματικά και να προστατεύσει την αγροτική κομούνα που λειτουργούσε στην Μορέλος από το 1915, προσφεύγοντας για μια ακόμη φορά στην παρενόχληση και τον ανταρτοπόλεμο. Όμως, τούτη τη φορά οι υψηλές βουνοκορφές της Μορέλος δεν θα έσωζαν τον Εμιλιάνο και τους άνδρες του.

Ο Ομπρεγόν εγκαταστάθηκε στο Μέξικο Σίτυ και οργάνωσε τις δυνάμεις του υπό την μορφή τακτικού στρατού. Το 1916 μια πανίσχυρη φάλαγγα 40.000 κυβερνητικών στρατιωτών υπό την ηγεσία του αδίστακτου στρατηγού Πάμπλο Γκονζάλες, εισέβαλε στην Μορέλος και άρχισε να καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμα της, εξοντώνοντας συστηματικά τον άμαχο πληθυσμό και λεηλατώντας τα υπάρχοντα του. Παράλληλα, ο Καρράνασα εξέδωσε προεδρικό διάταγμα με το οποίο χορηγούσε αμνηστεία σε όσους οπλαρχηγούς συμφωνούσαν να καταθέσουν τα όπλα και να δηλώσουν υπακοή στην νέα κυβέρνηση. Δυστυχώς για τους αγρότες, πολλοί επαναστάτες διοικητές από τις γειτονικές πολιτείες του νότου (Γκουερέρο, Οαχάκα, Πουέμπλα) αποδέχτηκαν την αμνηστεία και αποστράτευσαν τους άνδρες τους. Έτσι το ζαπατικό αντάρτικο απογυμνώθηκε από τη στρατηγική περιφέρεια του και απομονώθηκε στην Μορέλος. Ο Ζαπάτα και οι παλαιότεροι στρατηγοί του όπως ο Χενοβέδο δελα Ο, συνέχισαν να μάχονται για την επιβίωση της κομούνας, απορρίπτοντας τις κυβερνητικές προσφορές για αμνηστεία και παραχώρηση τίτλων και γης. Εξέφραζαν έτσι ως γνήσιος λαϊκός στρατός τις διαθέσεις των αγροτών της Μορέλος που για πρώτη φορά είχαν αποκτήσει το δικαίωμα να διευθύνουν οι ίδιοι τις υποθέσεις τους μέσω των δημοτικών συνελεύσεων, να δουλεύουν από κοινού τα χωράφια και να κατανέμουν τους πόρους τους ανάλογα με τις δικές τους ανάγκες. Συνεπώς, δεν έδειχναν καμία διάθεση να παραδοθούν.

Παραταύτα, η εκστρατεία γενοκτονίας που διεξήγαγαν οι κυβερνητικές δυνάμεις άρχισε σταδιακά να οδηγεί σε ερήμωση της χώρας και στην καταστροφή της ίδιας της φυσικής ύπαρξης της κομούνας. Οι Ζαπατίστας ήταν τόσο απομονωμένοι και απελπισμένοι για συμμάχους που ο Ζαπάτα για πρώτη φορά αγνόησε την έμφυτη καχυποψία του και κατέβηκε από τα βουνά για να συναντήσει εναν σκιώδη συνταγματάρχη των κυβερνητικών δυνάμεων ονόματι Γκουαχάρδο που είχε ειδοποιήσει μυστικά πως ήθελε να αυτομολήσει με τους άνδρες στην πλευρά των ανταρτών. Ως τόπος συνάντησης είχε οριστεί η χασιέντα Τσιναμέκα. Στις 10 Απριλίου του 1919 ο Εμιλιάνο ξεκίνησε με 10 συνοδούς για τη συνάντηση . Μόλις ο Ζαπάτα και η συνοδεία του φάνηκαν στην είσοδο της χασιέντας ο Γκουαχάρδο ύψωσε το σπαθί του και ήχησε «τιμητικό σάλπισμα». Οι στρατιώτες έκαναν ότι παρουσίαζαν όπλα αλλά την επομενη στιγμή έστρεψαν τα ντουφέκια τους κατά της μικρής έφιππης ομάδας και πυροβόλησαν εξ επαφής. Ο θρυλικός Εμιλιάνο Ζαπάτα έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες. Όμως ο θρύλος του θα ζούσε για πάντα.       

 

 

        

 

 

 

Σκέψεις πάνω στην οικοδόμηση μιας στρατηγικής της Εξέγερσης

Athens protestor-420x0

Όλοι μιλούν για την εξέγερση. Από τα σημειώματα της σύνταξης στις εφημερίδες των κομμάτων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, μέχρι τις μπροσούρες που εκδίδουν οι αναρχικές συλλογικότητες. Από τις δηλώσεις των αρχηγών των  εφήμερων αντιμνημονιακών κομμάτων που ενόψει εκλογών ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, μέχρι τα συνθήματα στους τοίχους και τις συζητήσεις των θαμώνων στα καφέ των Εξαρχείων. Οι διαδηλωτές που ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τα ΜΑΤ στην πλατεία Συντάγματος στις 12-02-12 (όχι τίποτα μπαρουτοκαπνισμένοι «συγκρουσιακοί», αλλά άνεργοι, ημιαπασχολούμενοι, χαμηλόμισθοι και συνταξιούχοι που έχουν βρεθεί σε απόγνωση) προειδοποιούσαν τους πραιτοριανούς ότι δεν θα μπορέσουν να κρυφτούν πουθενά, «όταν ο λαός πάρει τα όπλα».[i] Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ακόμη και ο «ευυπόληπτος» πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, που τώρα διαλαλεί δεξιά και αριστερά ότι το κόμμα του ενσαρκώνει μια πρόταση εξουσίας για εναλλακτική, «Αριστερή» διακυβέρνηση, ζητούσε επιτακτικά από τον λαό να ξεσηκωθεί για να ανατρέψει την ΠΑΣΟΚική χούντα.[ii] Γίνεται αντιληπτό ότι όταν μια έννοια χρησιμοποιείται από τόσο διαφορετικά υποκείμενα κι εγγράφεται σε τόσο ετερογενή ιδεολογικά πλαίσια, χρειάζεται επί της ουσίας να επαναδιατυπωθεί για να ανακτήσει το ανατρεπτικό, χειραφετικά φορτισμένο περιεχόμενο της.

Αναμφισβήτητα, υπάρχει μια θετική και μια αρνητική διάσταση στην ανάδειξη της εξέγερσης ως ηγεμονικής αντιπολιτευτικής έννοιας στον δημόσιο πολιτικό λόγο της εποχής του Μνημονίου. Το θετικό στοιχείο έγκειται στο γεγονός ότι, έστω κι έμμεσα, αναγνωρίζεται στον λαό το δικαίωμα της συλλογικής αυτοάμυνας απέναντι σε μια πολιτική και οικονομική ελίτ που κυβερνά με μοναδικό πρόγραμμα διακυβέρνησης την τάχιστη σαλαμοποίηση όσων δεν ανήκουν στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα. Η νομιμότητα της μαζικής αποστασίας ενάντια σε μια τυραννική εξουσία εισέρχεται έτσι από την πίσω πόρτα στον επίσημο πολιτικό λόγο και η ανυπακοή στους θεσμούς αποκτά τον εύλογο χαρακτήρα μιας ορθολογικής επιλογής με γνώμονα το κοινό συμφέρον. Οι ιδεολόγοι του συστήματος είναι υποχρεωμένοι πλέον να δίνουν μια μάχη οπισθοφυλακής. Δεν είναι σε θέση να αρνηθούν ολοσχερώς την νομιμότητα της συλλογικής διεκδίκησης, αλλά επιχειρούν να διαμορφώσουν το ανώδυνο πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή θα πρέπει να εκδηλώνεται, το πλαίσιο της «ειρηνικής διαμαρτυρίας». Προσπαθούν να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση ότι υφίσταται ακόμη η δυνατότητα έγερσης αιτημάτων στο πλαίσιο μιας εγκάρδιας συνεννόησης με τις ελίτ του συστήματος, ακριβώς για να διασώσουν το ίδιο το σύστημα και να αποτρέψουν την δημιουργία ενός ισχυρού αμεσοδημοκρατικού κινήματος με αντισυστημικό πολιτικό υπόβαθρο που μπορεί να ριζώσει στο φαντασιακό των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας. Απαλλοτριώνουν την ορολογία της εξέγερσης από τον φυσικό πολιτικοκοινωνικό της χώρο, για να την επαναπροτείνουν στα τηλεοπτικά κανάλια ως πασιφιστική διαμαρτυρία των «αγανακτισμένων», ως ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών ή ως ψήφο υπέρ της εκφυλισμένης, φιλο-ΕΕ «Αριστεράς» του Κουβέλη και του ΣΥΡΙΖΑ.

Η αρνητική όψη του φαινομένου είναι ότι στις συνειδήσεις των καταπιεσμένων κοινωνικών τάξεων, η «Εξέγερση» όλο και περισσότερο γίνεται μέρος του λαϊκού φολκλόρ, ένα μυθολογικό κατασκεύασμα που λειτουργεί στο πιο αφηρημένο επίπεδο ως μηχανισμός ψυχολογικής απώθησης της αναγκαιότητας για μαζική συσπείρωση και κινητοποίηση, μέσω της καταπραϋντικής επιρροής που ασκεί στο συλλογικό ασυνείδητο η ελπίδα ότι μια μέρα θα επέλθει η κάθαρση και οι ένοχοι θα πληρώσουν όταν επιτέλους ξεσπάσει η «Οργή του Λαού». Η πίστη σε μια τέτοια δοξασία είναι κατά βάση ανορθολογική διότι ενέχει το στοιχείο του αναπόφευκτου, μιας κοινωνικής έκρηξης που θα συμβεί νομοτελειακά ως φυσική αντίδραση των μη-προνομιούχων στην βίαιη φτωχοποίηση και υποβάθμιση του βιοτικού τους επίπεδου από τις ελίτ που βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Όμως, αν η «Εξέγερση» πρόκειται ούτως ή άλλως να ξεσπάσει σε κάποια ακαθόριστη, μελλοντική στιγμή και να σαρώσει στο πέρασμα της το σάπιο σύστημα και μαζί και αυτούς που το διαφεντεύουν, τότε ποιος ο λόγος για να αναλάβει κάποιος από εμάς συνειδητή πολιτική δράση, να εμπλακεί σε συλλογικές κινηματικές διαδικασίες και να προετοιμάσει την έλευση ενός μαζικού κινήματος που θα ανατρέψει τις δομές κυριαρχίας του συστήματος; Από αυτή την άποψη, πιο φρόνιμο θα ήταν να περιμένουμε την στιγμή εκείνη της κοσμικής Αποκάλυψης, που ο λαός θα πάρει επιτέλους την εκδίκηση του. Δεν είναι τυχαίο ότι το μοτίβο της επικείμενης κοινωνικής έκρηξης επαναλαμβάνεται διαρκώς στα συμπεράσματα των μελετών που εκδίδουν οι συστημικές δεξαμενές σκέψεις και τα διεθνή ΜΜΕ (που συνιστούν τον προπαγανδιστικό βραχίονα της υπερεθνικής ελίτ) για την κοινωνική  και οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα.[iii] Ούτε είναι τυχαίο ότι τα ελληνικά καθεστωτικά μέσα αναπαράγουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα και με τρόπο σχεδόν τελετουργικό τις προειδοποιήσεις για το ενδεχόμενο πρόκλησης κοινωνικής αναταραχής, σαν ξόρκι που θα εξορίσει την πιθανότητα εκδήλωσης μιας πραγματικής λαϊκής εξέγερσης στην σφαίρα των συμβολικών αναπαραστάσεων. Με το να αναγνωρίζουν δημοσίως την καταστροφική δύναμη του πλήθους, επιχειρούν να κολακέψουν το θυμικό των μαζών, να τις καθησυχάσουν έμμεσα ότι ο δίκαιος θυμός τους εκφοβίζει τις κυρίαρχες ελίτ και περιλαμβάνεται στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στη λήψη των αποφάσεων που διαμορφώνουν την οικονομική πολιτική.     

 

«On sengage, et puit on voit»:[iv] Φετιχοποίηση της εξέγερσης

 Ωστόσο, η απογοητευτικότερη και πιο επιβλαβής για το απελευθερωτικό κίνημα πτυχή της παραπάνω εξέλιξης, έχει να κάνει με την μετατροπή του εξεγερσιακού φολκλόρ σε άτυπο πολιτικό πρόταγμα για τις περισσότερες αναρχικές ομάδες και συλλογικότητες. Η ριζοσπαστική κριτική της ετερόνομης, ιεραρχικά διαρθρωμένης κοινωνίας δεν συνδυάζεται στον πολιτικό λόγο του σύγχρονου αναρχικού χώρου με μια επεξεργασμένη πρόταση ή έστω μια γενική ιδέα για την μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θα μπορούσε να θεσμοθετήσει δομές και διαδικασίες αυτοθέσμισης της κοινωνίας σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, απουσιάζει από τον σύγχρονο αναρχικό πολιτικό λόγο το πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα που θα κληθεί να φέρει σε πέρας η κοινωνική επανάσταση. Ούτε υπάρχει ανάμεσα στις μεταμοντέρνες ομάδες των «αντιεξουσιαστών» στοιχειώδης συμφωνία αναφορικά με ζητήματα ζωτικής σημασίας για την πολιτική κουλτούρα και την ιδεολογική ταυτότητα κάθε συγκροτημένου πολιτικού κινήματος. Για παράδειγμα, μάταια θα αναζητήσει κανείς στη σύγχρονη αναρχική φιλολογία έναν κοινά αποδεκτό ορισμό του τι συνιστά μια αναρχική κομμούνα ή για το πώς θα μοιάζει και θα λειτουργεί η ελεύθερη κομμούνα ως βασική οργανωτική μονάδα της αναρχικής κοινωνίας του μέλλοντος. Στο βαθμό που οι σύγχρονοι αναρχικοί ασχολούνται καν με τέτοια ζητήματα, την ίδια έλλειψη συνάφειας μπορεί κανείς να παρατηρήσει στους κόλπους του αντιεξουσιαστικού χώρου σχετικά με τις τακτικές και την στρατηγική που θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε προκειμένου να πετύχουμε την συγκρότηση ενός ενιαίου – αλλά αποκεντρωμένου – ελευθεριακού κινήματος, με αυτόνομες τοπικές συνιστώσες, αλλά ικανό να δράσει συντονισμένα στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο για να ανατρέψει τον, αρνητικό για τις δυνάμεις της αυτονομίας, ταξικό συσχετισμό δυνάμεων. Μάλιστα, η έλλειψη προγραμματικής ενότητας και η πανσπερμία απόψεων και αντιλήψεων χωρίς εκατέρωθεν «λόγον διδόναι», εκλαμβάνεται από τους αναρχικούς ως ιδεατή οργανωτική και ιδεολογική συνθήκη η οποία αποτρέπει την ανάδυση ιεραρχιών και δομών συγκέντρωσης δύναμης μέσα τον αναρχικό χώρο. Μοιραία λοιπόν οι συλλογικότητες που κατατάσσονται στο μεταμοντέρνο αναρχικό κίνημα αυτοπεριορίζονται στη δημιουργία αποσπασματικών εγχειρημάτων βασισμένων στην αυτοδιαχείριση που προορίζονται να αποτελέσουν κέντρα πολύμορφης κοινωνικής αντίστασης στις συστημικές δομές κυριαρχίας, χωρίς όμως ποτέ να είναι σε θέση να τις αμφισβητήσουν στην ολότητα τους και να πετύχουν την καθολική κατάργηση τους. Σε αυτή την ευρέως διαδεδομένη πρακτική της δημιουργίας μεμονωμένων εστιών «αντίστασης», αντανακλάται ο εγγενής ρεφορμιστικός χαρακτήρας του σύγχρονου, λάιφ-στάιλ αναρχισμού.[v]  

            Σε αυτό το πλαίσιο, η μοναδική διασύνδεση που έχει απομείνει ανάμεσα στον μεταμοντέρνο αναρχισμό και το κλασικό, αντισυστημικό αναρχικό κίνημα του παρελθόντος είναι η ομολογία πίστεως σε μια εξέγερση των μαζών ως μια αποκαλυπτική στιγμή της Κοινωνικής Πάλης κατά την οποία το Νέο θα γκρεμίσει το Παλαιό, τα προβλήματα της μετάβασης στον κομμουνισμό θα επιλυθούν ως δια μαγείας διαμέσου της αυθόρμητης πρωτοβουλίας του πλήθους και οι υπολανθάνουσες τάσεις για γενικευμένη αυτοδιεύθυνση θα υπερνικήσουν τα τεχνητά εμπόδια που έχει ορθώσει μπροστά τους η ετερόνομη κοινωνία. Εκκινώντας από μια παρόμοια αφετηρία, ορισμένοι μεταμοντέρνοι προφήτες του εξεγερσιακού αναρχισμού επιχαίρουν για την ανάδυση του «μη-υποκειμένου» της προλεταριακής χειραφέτησης και προτάσσουν την ασυμμετρία των κοινωνικών σχέσεων και τον νομαδισμό ως το κατ’ εξοχήν περιεχόμενο της επανάστασης του 21ου αιώνα.[vi] Στο «Η Εξέγερση που Έρχεται», οι συντάκτες της Αόρατης Επιτροπής δεν έχουν τίποτα καλύτερο να συνεισφέρουν στον προβληματισμό γύρω από το οικονομικό υπόβαθρο στο οποίο θα στηριχτεί η  αυτεξούσια μελλοντική κοινωνία, από το να υποδείξουν την λεηλασία των καπιταλιστικών κέντρων διανομής ως πρωτόλεια μέθοδο αυτοσυντήρησης της αυτοοργανωμένης κοινωνίας. Έπειτα, περιορίζονται στο να παρατηρήσουν κοινότυπα ότι, «Η λεηλασία των καταστημάτων, όπως έγινε στην Αργεντινή, έχει τα όρια της, αφού, όσο τεράστιοι κι αν είναι οι ναοί της κατανάλωσης, δεν είναι ανεξάντλητες αποθήκες τροφίμων. Η απόκτηση της ικανότητας προσπορισμού των στοιχειωδών μέσων διαβίωσης σε διαρκή βάση, προϋποθέτει, συνεπώς, την οικειοποίηση των μέσων παραγωγής τους».[vii] Ουδεμία άποψη εκφέρουν αναφορικά με το πώς αυτό το κολοσσιαίο επαναστατικό έργο της απαλλοτρίωσης των παραγωγικών μέσων μπορεί να υλοποιηθεί με τρόπο που θα εξασφαλίζει την ισοκατανομή της οικονομικής δύναμης ανάμεσα στους πολίτες. Τέλος, μεταμοντέρνοι ατομικιστές όπως ο Φεράλ Φαούν, ταυτίζουν την εξέγερση με την έλευση μιας χαοτικής κατάστασης και την εκμηδένιση κάθε εξουσίας, μέσα από την κατάλυση της ίδιας της παγιωμένης κοινωνικής συνύπαρξης η οποία εκκολάπτει εξορισμού σχέσεις δύναμης και εξουσίας.[viii]

            Αναμφίβολα, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι οι παραπάνω θέσεις συνιστούν παραλλαγές του Σορελιανού μύθου, μόνο που στην περίπτωση μας η ανορθολογική πεποίθηση στις μαγικές ιδιότητες της Γενικής Απεργίας, αντικαθίστανται από την πίστη στις μαγικές ιδιότητες της Εξέγερσης.[ix] Πρόκειται επίσης για το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα πολιτικής θεολογίας, αφού το κοινό γνώρισμα όλων των παραπάνω ουτοπικών (με την κακή έννοια) προσεγγίσεων είναι ότι καμία από αυτές δεν χαρτογραφεί μια μέθοδο μέσω της οποίας μπορούμε να πλησιάσουμε τον τελικό μας στόχο, δεν αποπειράται να σκιαγραφήσει τις κοινωνικές ομάδες που δυνητικά μπορούν να απαρτίσουν το απελευθερωτικό υποκείμενο, δεν προτείνει ένα σχέδιο δράσης για την μετάβαση στην κομμουνιστική κοινωνία, ούτε εκφράζει μια καταληπτή άποψη για τα συλλογικά όργανα και τις δομές μιας κοινωνίας οργανωμένης σε ελευθεριακά πρότυπα. Φαίνεται οι υποστηρικτές τους ξεχνούν αυτό που ο Μαλατέστα είχε ήδη συνειδητοποιήσει σχεδόν έναν αιώνα πριν. Όπως έγραψε το 1930 στην αναρχική εφημερίδα «Vogliamo», «Πέρασαν εκείνες οι ημέρες που ο κόσμος πίστευε ότι μια εξέγερση θα ήταν αρκετή για όλα, ότι η νίκη επί του στρατού και της αστυνομίας και το γκρέμισμα των δυνάμεων του κατεστημένου θα ήταν αρκετά για να φέρουν σε πέρας όλα τα υπόλοιπα, δηλαδή το πιο ουσιαστικό μέρος [της επανάστασης]. Υπήρχε ο ισχυρισμός ότι αν αμέσως μετά τον ξεσηκωμό προμηθεύαμε τους πάντες με αρκετό φαγητό, επαρκή στέγαση και όμορφα ρούχα, αυτό θα έφτανε για να εδραιώσουμε την επανάσταση σε ακλόνητα θεμέλια και θα μπορούσαμε μετά να προχωρήσουμε στην πραγμάτωση ολοένα υψηλότερων ιδανικών. Κανείς δεν έκανε τον κόπο να ελέγξει αν τα αγαθά θα έφταναν για όλους και αν τα αγαθά που ήδη υπήρχαν, βρισκόντουσαν στα μέρη όπου ο κόσμος τα χρειαζόταν περισσότερο. Η εικόνα των καταστημάτων που ξεχείλιζαν με προϊόντα άσκησε απατηλή επιρροή πάνω στα πεινασμένα και ρακένδυτα πλήθη».[x]

            Η συνδυασμένη επίδραση όλων αυτών των ανορθολογικών ιδεολογικών ρευμάτων είχε σαν αποτέλεσμα την πλήρη αποδιοργάνωση του ελευθεριακού κινήματος και την υπονόμευση της πολιτικής συνειδητοποίησης του ως φορέα ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Έτσι, σε μια εποχή όπου οι κυρίαρχοι θεσμοί του συστήματος της ετερονομίας βρίσκονται σε βαθιά κρίση και τείνουν να απονομιμοποιηθούν σε μεγάλο βαθμό στις συνειδήσεις των φτωχότερων στρωμάτων, το πρόταγμα για την αυτόνομη οργάνωση της κοινωνίας χωρίς την ύπαρξη Κράτους, χρήματος και αγοράς δεν έχει κατορθώσει να διευρύνει την απήχηση του μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που συγκαταλέγονται ανάμεσα στα θύματα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Χωρίς συνεκτική θεωρία και κινηματικές δομές, χωρίς στρατηγική και – το κυριότερο – χωρίς μια υποτυπώδη αντίληψη αναφορικά με τις θεσμικές διευθετήσεις που θα καταστήσουν την κοινωνική αυτοδιεύθυνση σε μαζική κλίμακα μια βιώσιμη εναλλακτική λύση για τους καταπιεσμένους, το αναρχικό κίνημα έχει βρεθεί σε μια θέση όπου αναγκάζεται να υιοθετήσει προκαπιταλιστικές μορφές παρέμβασης και δράσης προκειμένου να κάνει την παρουσία του αισθητή ως υπαρκτή πολιτική δύναμη. Τα βραχύβια εξεγερσιακά ξεσπάσματα των τελευταίων τριών ετών στον ελληνικό χώρο μοιάζουν περισσότερο με τις χαοτικές και ανοργάνωτες αγροτικές εξεγέρσεις του Μεσαίωνα, οι οποίες κάποιες φορές μπορεί να επέβαλλαν βαρύ φόρο αίματος στις τάξεις των αριστοκρατών και των φεουδαρχών γαιοκτημόνων, ωστόσο κατέληγαν σχεδόν πάντα να διατυπώνουν ένα οπισθοδρομικό αίτημα για την ανακήρυξη ενός «Τσάρου των φτωχών», ενός δίκαιου, πατρικού ηγεμόνα που θα φρόντιζε για τις τύχες των υπηκόων του. Οι εξεγέρσεις αυτές, όπως ήταν η Γαλλική Jacquerie του 1358 ή η εξέγερση των Ρώσων αγροτών υπό τον Πούγκατσεφ το 1774, απελευθέρωσαν ασυγκράτητες καταστροφικές δυνάμεις κι έδωσαν δυναμική διέξοδο στο ταξικό μίσος που οι αγροτικοί πληθυσμοί είχαν συσσωρεύσει επί χρόνια ενάντια στους επικυριάρχους τους. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις τερματίστηκαν με τη στρατιωτική συντριβή των άτακτων αγροτικών στρατών, την γενικευμένη σφαγή των πληθυσμών της υπαίθρου και τελικά την παλινόρθωση της ισχύος της τάξης των φεουδαρχών αρχόντων.

Ακόμη πιο δόκιμη από αυτή την άποψη θα ήταν η σύγκριση με τις παλλαϊκές εξεγέρσεις σε Αίγυπτο και Τυνησία, οι οποίες παρά την κινητοποίηση ενός μεγάλου μέρους των λαϊκών στρωμάτων και την δυναμική συμμετοχή τους στον αγώνα κατά της δικτατορικής εξουσίας, δεν κατάφεραν να παραγάγουν αυθόρμητα κάποιο αντισυστημικό πρόταγμα για την αναδιοργάνωση των κοινωνιών στις δύο αυτές χώρες σε ελευθεριακά πρότυπα. Το στοιχείο αυτοοργάνωσης και στις δύο εξεγέρσεις δεν επεκτάθηκε πέρα από την θέσμιση μορφών αλληλοβοήθειας και συλλογικής αλληλεγγύης, το αντικείμενο των οποίων ωστόσο ήταν η δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων για την συνέχιση και την επιβίωση της ίδιας της εξέγερσης κόντρα στην συστημική καταστολή. Για παράδειγμα, η συνεχιζόμενη κατάληψη της πλατείας Ταχρίρ στην Αίγυπτο βασίστηκε για την επιτυχή έκβαση της σε ένα ευρύ δίκτυο αυτοσχέδιων δομών αλληλοβοήθειας που αναπτύχθηκε στον χώρο της πλατείας αναλαμβάνοντας την τροφοδοσία με συλλογικά γεύματα καθώς και την παροχή καταλύματος, ιατρικής περίθαλψης για τους διαδηλωτές.[xi] Όμως, οι μορφές αυτές αυτοοργάνωσης αφορούσαν την ίδια τη συνέχιση του αγώνα και όχι το περιεχόμενο του, δηλαδή το πρόταγμα που θα αντικαθιστούσε την κατεστημένη εξουσία έπειτα από την ανατροπή του καθεστώτος. Αλλά και στην Τυνησία όπου ολόκληρες κωμοπόλεις στην ενδοχώρα της Τυνησιακής επικράτειας βρέθηκαν για μεγάλο διάστημα υπό τον έλεγχο των επαναστατικών λαϊκών συνελεύσεων κι επιτροπών όταν οι τοπικές αρχές τράπηκαν σε φυγή κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, υπήρχε η αίσθηση μέσα στους κόλπους των εξεγερμένων ότι η εξουσία των επιτροπών ήταν μια προσωρινή κατάσταση, με διάρκεια ζωής μέχρι την ανατροπή του τυράννου και την εκλογή μιας πραγματικά «δημοκρατικής» κεντρικής κυβέρνησης.[xii]

Ας μην παρερμηνεύσει ο αναγνώστης την θέση που εκφράζει αυτό το κείμενο. Δεν απορρίπτουμε τις απελευθερωτικές δυνατότητες των εξεγέρσεων, ούτε είμαστε αντίθετοι προς την αυθόρμητη δράση των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτό που θεωρούμε πως αποδεικνύει το παράδειγμα των Αραβικών εξεγέρσεων είναι ότι η αυτοοργάνωση μπορεί πολύ εύκολα να αποτελέσει ένα κινηματικό μέσο για την προώθηση μιας ρεφορμιστικής πολιτικής ατζέντας, παρεκτός αν το υποκείμενο που την πραγματοποιεί είναι μπολιασμένο με ένα πολιτικό πρόταγμα που αντιλαμβάνεται την άμεση δημοκρατία ως πολίτευμα με θεσμούς, δομές και διαδικασίες, ασύμβατο με την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Από αυτή την άποψη, οι ελλείψεις και τα ελαττώματα του σύγχρονου αναρχικού χώρου όπως τα περιγράψαμε νωρίτερα και η ακλόνητη πίστη στις μονομερείς δημιουργικές προοπτικές μιας εξεγερσιακής κατάστασης, καθιστούν την ίδια την προοπτική μιας γνήσιας λαϊκής εξέγερσης με ελευθεριακά χαρακτηριστικά εντελώς απόμακρη ακόμη και μέσα στις πιο ευνοϊκές αντικειμενικές συνθήκες οικονομικής κρίσης του συστήματος, μιας και δεν αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα για συστηματική πολιτική δουλειά (ριζοσπαστική «διαφώτιση» όπως γράφει ο Σαμ Ντόλγκοφ για τη δράση των αναρχικών της Ισπανίας πριν την επανάσταση του 1936)[xiii] με σκοπό την προπαρασκευή της. Το αναρχικό κίνημα δεν διαθέτει στις μέρες μας τρόπους δράσης μέσω των οποίων θα επισπεύσουν την εκδήλωση μιας εξέγερσης με αντισυστημικό περιεχόμενο. Ούτε έχουν αναπτύξει κινηματικές δομές και συλλογικά όργανα αυτοκυβέρνησης που θα λειτουργήσουν ως χώρος μαζικοποίησης του ακρατικού προτάγματος της αυτονομίας και ως σημείο συνάντησης με εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού που πλήττονται βάναυσα από την διαδικασία βίαιης αναδιάρθρωσης του συστημικού θεσμικού πλαισίου.

Με αυτούς του όρους, η διάχυτη απογοήτευση και οργή ενάντια στην ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση δύναμης στην οποία αναπόφευκτα οδηγεί η δυναμική του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, δεν πρόκειται να μετουσιωθεί στο επιτακτικό αίτημα για την κατάλυση του ίδιου του συστήματος όσο δεν διαφαίνεται ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο η δυνατότητα αναδιοργάνωσης της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας σε άλλη βάση. Ας μην ξεχνάμε ότι ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» στην ΕΣΣΔ μπορεί να κατέρρευσε επειδή υπέκυψε στις εσωτερικές αντιφάσεις του, αλλά μεγάλο ρόλο σε αυτή την διαδικασία σταδιακής αποσύνθεσης και ιδεολογικής απονομιμοποίησης του κομμουνιστικού συστήματος έπαιξε και η ύπαρξη του αντίπαλου δέους της καπιταλιστικής Δύσης, με το εναλλακτικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που αυτή ενσάρκωνε. Με την ίδια λογική, χρειαζόμαστε ένα εναλλακτικό φαντασιακό για να πετύχουμε την ανατροπή του υπαρκτού καπιταλισμού, ένα πρόταγμα που θα κινητοποιήσει τις «κριτική μάζα» των καταπιεσμένων γύρω από το ιδανικό της ακρατικής οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας. Όπως γράφει ο Φωτόπουλος, «Αλλά νομίζω ότι είναι εξ ίσου σημαντικό να προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τον τρόπο με τον οποίο μια εναλλακτική κοινωνία [……] θα μπορούσε να επιλύσει τα βασικά κοινωνικό-οικονομικά προβλήματα, που αντιμετωπίζει αναπόφευκτα κάθε κοινωνία, σήμερα, σε συνθήκες σπάνεως των παραγωγικών πόρων και όχι σε μια φανταστική κατάσταση μετα-σπάνεως. Μια τέτοια προσπάθεια θα μπορούσε να βοηθήσει τους υποστηρικτές του δημοκρατικού προτάγματος όχι μόνο να σχηματίσουν μια πιο συγκεκριμένη άποψη για την κοινωνία που οραματίζονται, αλλά και να αντιμετωπίσουν τις κατηγορίες περί «ουτοπισμού»που διατυπώνονται εναντίον τους».[xiv] Χωρίς τις παραπάνω προϋποθέσεις, το ελευθεριακό κίνημα δεν θα είναι ποτέ σε θέση να εκμεταλλευτεί την προσωρινή διαταραχή της ομαλότητας που επιφέρει μια εξέγερση, την αναστολή της λειτουργίας των θεσμισμένων εξουσιών για να μπορέσει να προωθήσει την υπόθεση μιας αναρχικής, αντικρατικής και αντισυστημικής επανάστασης. Δεν θα πρέπει να φετιχοποιούμε την εξέγερση. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η εξέγερση θα είναι αυτό που εμείς θα την κάνουμε. Η εδραίωση της στρατιωτικής χούντας στην Αίγυπτο και η εγκαθίδρυση στην Τυνησία μιας αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» με τη συνακόλουθη κατάληψη της εξουσίας από τους μετριοπαθείς ισλαμιστές, συνηγορούν υπέρ της παραπάνω υπόθεσης.  

 

Πράξεις αντεκδίκησης και λαϊκής δικαιοσύνης

Η φιλοσοφική ηγεμονία του μεταμοντερνισμού με την αντιαυταρχική κριτική του στις «Μεγάλες Αφηγήσεις» και στα κάθε είδους οικουμενικά απελευθερωτικά προτάγματα, έθεσε στο περιθώριο τα παραδοσιακά προτάγματα καθολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και κατ’ επέκταση τον ισχυρισμό ότι η δομή της ετερόνομης κοινωνίας μπορεί να αλλάξει χάρη στη συνειδητή δράση στρατευμένων πολιτικοκοινωνικών υποκειμένων. Έτσι, ο μεταμοντέρνος σκοταδισμός ολοκλήρωσε καθώς φαίνεται την αποστολή του και γύρισε το απελευθερωτικό κίνημα επτακόσια χρόνια πίσω στην εποχή της βαρβαρότητας, πριν ακόμη και από την εποχή του Διαφωτισμού όταν κι έλαβε χώρα μια συστηματική προσπάθεια η φτώχεια και η δυστυχία ορισμένων κοινωνικών ομάδων να εξηγηθούν ορθολογικά ως προϊόντα του κοινωνικού συστήματος μέσα στο οποίο ζούσαν και όχι ως σύμπτωμα της «φυσικής» κατάστασης των πραγμάτων ή της κοινωνικής ιεραρχίας ρόλων και λειτουργιών που είχε προκύψει με την ευλογία του «Θεού» και των επί της γης «αντιπροσώπων» του, της εκκλησίας.[xv] Η ορθολογική ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων, η κατανόηση της πραγματικότητας των ιεραρχικών δομών και των σχέσεων δύναμης που αναπτύσσονται ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, οι επιπτώσεις που αυτές οι αλληλεπιδράσεις έχουν στην κοινωνική υπόσταση και ανάπτυξη του καθενός από εμάς, συνιστούσε την σημαντικότερη διανοητική κατάκτηση της εποχής του Διαφωτισμού. Η επικράτηση του μεταμοντερνισμού και η ανάδειξη του σε κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, δεν έχει τίποτα άλλο να προσφέρει στους καταπιεσμένους από μια βαθιά απόγνωση και απελπισία αφού απορρίπτει την ίδια την δυνατότητα ανάπτυξης μιας γενικής θεωρίας της κοινωνικής απελευθέρωσης.

            Απελπισία που οδηγεί είτε στην τρέλα, ή σε στιγμιαίες εκτονώσεις καρναβαλικής βίας, κατά τη διάρκεια των οποίων τα μέλη των κυρίαρχων ελίτ και όσοι είχαν την τύχη να γεννηθούν πλούσιοι τιμωρούνται παραδειγματικά με ένα μαυρισμένο μάτι και οι ναοί της κατανάλωσης καταστρέφονται ολοσχερώς από αυτούς που δεν έχουν πρόσβαση στα αγαθά τους. Ύστερα, οι απόκληροι αποτραβιούνται στο περιθώριο κουρασμένοι με την ικανοποίηση που δίνει μια εφήμερη πράξη αντεκδίκησης, ενώ οι νεο-μπουρζουάδες ανασυντάσσονται έχοντας πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι από εδώ και μπρος θα είναι αναγκασμένοι να εξαγνίζουν την κυριαρχία τους μέσα από αυτές τις περιοδικές εξάρσεις λαϊκής αντιβίας. Μπορούν μάλιστα να επαίρονται ότι η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» χαρίζει στον λαό την ελευθερία να διαμαρτύρεται προτάσσοντας την ανάγκη της προστασίας των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», και συνεπώς της αποφυγή θανατηφόρας κατασταλτικής βίας από τις δυνάμεις ασφαλείας, ακόμη και μέσα σε συνθήκες ακραίας κοινωνικής αναταραχής. Ο Χομπσμπάουμ μας υπενθυμίζει ότι, «Η Αγγλία του 18ου αιώνα ήταν έθνος διαβόητο για τις ταραχές του, με ένα μηχανισμό για την τήρηση της δημόσιας τάξης εξίσου διαβόητο για την ατέλεια του. Όχι μόνο οι μικρότερες πόλεις, όπως το Λίβερπουλ και το Νιούκαστλ, αλλά και μεγάλα κομμάτια του ίδιου του Λονδίνου μπορεί να ήταν στα χέρια της εξεγερμένης φτωχολογιάς επί πολλές ημέρες συνεχώς. Αφού δεν διακυβευόταν τίποτα σε αυτές τις ταραχές., πέρα από κάποια περιουσιακά στοιχεία που μια πλούσια χώρα μπορούσε κάλλιστα να τα αντικαταστήσει, οι ανώτερες τάξεις έμεναν ατάραχες, ως και ικανοποιημένες. Οι ουίγοι ευγενείς υπερηφανεύονταν για αυτή την κατάσταση ελευθερίας που στερούσε από τους επίδοξους τυράννους τα στρατεύματα με τα οποία θα κατέστελλαν τους υπηκόους τους και την αστυνομία με την οποία θα τους καταδίωκαν. Μόνο μετά την Γαλλική Επανάσταση αναπτύχθηκε η όρεξη να πολλαπλασιάσουν τους στρατώνες μέσα στην πόλη, και μόνο μετά τους ριζοσπάστες και τους χαρτιστές του πρώτου μισού του 19ου αιώνα οι αρετές μιας αστυνομικής δύναμης βάρυναν περισσότερο από αυτές της Αγγλικής ελευθερίας».[xvi] Οι ελίτ γνώριζαν πολύ καλά, όπως γνωρίζουν και τώρα, ότι οι εξεγερμένοι δεν διέθεταν ένα πολιτικό σχέδιο δράσης, ένα πρόταγμα που να απειλεί τα δικά τους θεσμοποιημένα προνόμια και συμφέροντα.

            Οι επαγγελματίες δημαγωγοί των συστημικών ΜΜΕ σπεύδουν να καταλογίσουν ευθύνες για την βία σε οργανωμένες μειοψηφίες που δρουν στη βάση κάποιου σκοτεινού ανατρεπτικού σχεδίου. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Είναι η απουσία μιας χειροπιαστής επαναστατικής προοπτικής εκφρασμένης από ένα αντισυστημικό προγραμματικό κίνημα που ενθαρρύνει την διάχυση της βίας σε ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό, την διασπορά της λαϊκής οργής σε πολλές μικρές πράξεις αντεκδίκησης που εκδηλώνονται σε ανύποπτο χώρο και χρόνο ενάντια στα μέλη της τυραννικής πολιτικής ελίτ, ή σε ανθρώπους οι οποίοι ενσαρκώνουν την αρχετυπική μορφή του εκμεταλλευτή που ωφελείται από την απόπειρα συστημικής αναδιάρθρωσης που βρίσκεται σε εξέλιξη.[xvii] Πράγματι, ο Μαλατέστα αυτήν την αυταπόδεικτη αλήθεια είχε κατά νου όταν έγραφε ότι, «Διαμαρτυρήθηκα εντόνως ενάντια στην κατηγορία ότι υποδαυλίζω το μίσος. Εξήγησα ότι στην προπαγάνδα μου πάντα προσπάθησα να καταδείξω ότι τα κακώς κείμενα της κοινωνίας δεν εξαρτώνται από την κακία του ενός ή του άλλου αφεντικού, του ενός ή του άλλου κυβερνήτη, αλλά μάλλον από την ύπαρξη αφεντικών και κυβερνώντων ως θεσμών. Ως εκ τούτου, η συνταγή δεν βρίσκεται στην αλλαγή του κάθε κυβερνήτη ξεχωριστά, αλλά είναι ανάγκη να καταργήσουμε την ίδια την αρχή με βάση την οποία οι άνθρωποι κυριαρχούν πάνω σε άλλους ανθρώπους».[xviii]

            Όχι βέβαια ότι οι αυθόρμητες ενέργειες λαϊκής αποδοκιμασίας και αντεκδίκησης είναι με κάποιον τρόπο πολιτικά αντιπαραγωγικές ή ηθικά επιλήψιμες. Η λαϊκή αυτοδικία ενάντια στους εκπροσώπους των ελίτ, ενάντια στους μπάτσους και τα τοπικά παραρτήματα των κομματικών οργανώσεων του αστικού μπλοκ εξουσίας είναι πέρα ως πέρα δικαιολογημένη και φανερώνει υπόρρητα την αυξανόμενη συνειδητοποίηση που αποκτά ο μέσος προλετάριος αναφορικά με τις πηγές από τις οποίες εκπορεύονται τα τρομερά δεινά του. Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί με ποια λογική τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας, κρυμμένα πίσω από μάσκες φουλ-φέις και την υπηρεσιακή ανωνυμία τους, μπορούν να κακοποιούν αδιακρίτως διαδηλωτές-εργαζόμενους που δίκαια αντιδρούν στις συνθήκες κοινωνικού νεκροταφείου που ετοιμάζουν γι’ αυτούς οι ελίτ, κι έπειτα απαιτούν να γίνουν ξανά δεκτοί στον κοινωνικό οργανισμό ως μεμονωμένα άτομα, να τους επιτραπεί να ζουν ήσυχοι και ασφαλείς στον ιδιωτικό τους βίο, να μετέχουν στα ανεπίσημα δίκτυα, τις συλλογικές εκδηλώσεις και τις εθιμοτυπικές σχέσεις που, όπως έλεγε ο Προυντόν, απαρτίζουν το «κοινωνικό (σε αντίθεση με το πολιτικό) σύνταγμα» κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Σίγουρα η επίκληση της άνωθεν προσταγής δεν μπορεί να απαλλάξει τους πραιτοριανούς από το μερίδιο ατομικής ευθύνης που αναλογεί στον καθένα ξεχωριστά, ειδάλλως θα ήμασταν υποχρεωμένοι να διαγράψουμε τις ευθύνες του κάθε ναζιστή κρατικού αξιωματούχου, εκτός ίσως από του ιδίου του Αδόλφου Χίτλερ που ως γνωστόν βρισκόταν στην κορυφή της ναζιστικής ιεραρχίας. Ούτε ο βιοπορισμός προσφέρεται ως επαρκής εξήγηση για κάποιον που επιλέγει να κερδίσει το ψωμί του τραμπουκίζοντας τους συνανθρώπους του, λειτουργώντας σαν νόμιμος μπράβος του κεφαλαίου και σαν έσχατος εγγυητής της σταθερότητας του συστήματος. Τι διαφορά έχει σε αυτή την περίπτωση ο μπάτσος από τον μαφιόζο εγκληματία, τον έμπορο ναρκωτικών ή τον έμπορο λευκής σαρκός; Όλοι αυτοί το ψωμί τους προσπαθούν να βγάλουν, οι ενέργειες τους όμως στρέφονται ευθέως κατά του κοινωνικού συνόλου και ως εχθροί της κοινωνίας αντιμετωπίζονται.

            Με δεδομένα τα παραπάνω, μπορεί κανείς να πει ότι ο ξυλοδαρμός σε ανύποπτο χρόνο του ειδικού φρουρού μετά το περιστατικό της αυτοκτονίας του Δ. Χριστούλα, είναι πράγματι «μια καλή αρχή».[xix] Στο ίδιο πνεύμα μιλώντας, αναρωτιέται κανείς γιατί θα πρέπει να γίνονται ανεκτές από τους κοινωνικούς αγωνιστές οι δημόσιες συγκεντρώσεις κι εκδηλώσεις των κομμάτων της εξουσίας. Δεν μιλάμε εδώ για στοχοποίηση του μέσου εξαπατημένου ψηφοφόρου, αλλά για το τέλος της ανοχής απέναντι στα σκληροπυρηνικά στοιχεία των οργανωμένων κομματικών συμμοριών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Τα άτομα, τις οργανώσεις, τις κομματικές νεολαίες, τα φοιτητικά και συνδικαλιστικά στελέχη που αναλαμβάνουν πρόθυμα να εκτελέσουν το έργο της πολιτικής νομιμοποίησης και κοινωνικής στήριξης της Χούντας. Κι αυτό όχι γιατί παραμένουν δογματικά προσκολλημένοι σε μια παρωχημένη ιδεολογία που ενσαρκώνεται από το δίπολο του δικομματισμού, αλλά εξαιτίας ενός ακατάσχετου αριβισμού και μιας απόλυτα συνειδητής επιλογής ότι η πρόσδεση της προσωπικής τύχης τους στις πολιτικές τύχες του κόμματος εξουσίας, μπορεί να αποφέρει πολλαπλά ατομικά οικονομικά και κοινωνικά οφέλη και να οδηγήσει σε κοινωνική ανέλιξη με τις πλάτες του πανταχού παρόντος κομματικού μηχανισμού. Γιατί λοιπόν θα πρέπει η κοινωνία να επιδεικνύει καλοπροαίρετη ανοχή απέναντι σε αυτούς τους σφουγγοκωλάριους της εξουσίας; Δεν πρόκειται για μέλη εξαρτημένων ομάδων στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας, ή για αλλοτριωμένα υποκείμενα που η εσωτερίκευση των αξιών του κυρίαρχου ετερόνομου φαντασιακού μετέτρεψε σε άβουλα υποχείρια του συστήματος. Με αυτούς του ανθρώπους δεν μπορούμε να συζητήσουμε και δια της μεθόδου του δημοκρατικού ορθολογισμού να τους πείσουμε για το ορθό των θέσεων μας. Αντίθετα, πρόκειται για άτομα που εν πλήρει γνώσει τους έχουν ενστερνιστεί τον κοινωνικό κανιβαλισμό ως μοναδικό μέσον απόκτησης πλούτου, δύναμης και εξουσίας, αδιαφορώντας για την μοίρα που οι εξουσιαστικές συμμορίες τις οποίες υπηρετούν επιφυλάσσουν για τους συνανθρώπους τους. Μιλάμε επομένως για κοινωνικά παράσιτα, για μικρόβια που λυμαίνονται τον οργανισμό της κοινωνίας. Και όπως συμβαίνει στη σφαίρα της βιολογίας, τα μικρόβια τα αποβάλεις από τον οργανισμό σου ή τα καταστέλλεις με κάθε διαθέσιμο μέσο. Επουδενί δεν διαπραγματεύεσαι την ειρηνική συνύπαρξη μαζί τους.

            Η γλώσσα αυτή μπορεί σε κάποιους να ακούγεται σκληρή για ένα πρόταγμα που διατείνεται ότι διαπνέεται από τις δημοκρατικές αξίες της ελεύθερης συνδιαλλαγής και τις αρχές του Ορθού Λόγου. Ωστόσο, ιστορικά το πρόταγμα του ελευθεριακού σοσιαλισμού έχει να επιδείξει παρόμοιες αντιλήψεις και συμπεριφορές στο πλαίσιο της μακράς παράδοσης του αντιφασισμού. Οι δυναμικές μορφές δράσης του αντιφασισμού, οι αντιδιαδηλώσεις και το άγριο κυνηγητό των νεοναζί στους δρόμους, αναπτύχθηκαν στην βάση της πεποίθησης ότι η αντίθεση ανάμεσα στο πολιτικά προτάγματα και τα αξιακά σύστηματα του φασισμού και του ελευθεριακού κομμουνισμού είναι απόλυτη, υπαρξιακή. Η νίκη του ενός κινήματος, προϋποθέτει την ολοκληρωτική συντριβή του άλλου. Κατ’ επέκταση, καμία συνδιαλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει με τους οπαδούς του φασισμού και καμία ανοχή στον πολιτικό λόγο και τη φυσική παρουσία τους. Ωστόσο, στην εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον εκφασισμό του συστήματος εν γένει, την προς τα δεξιά καθολική μετατόπιση του κοινοβουλευτικού πολιτικού φάσματος. Ο φασισμός ως ιστορικό φαινόμενο υπήρξε η ενσάρκωση της άμυνας των κυρίαρχων εθνοκεντρικών ελίτ της εποχής απέναντι στην εντατικοποίηση της Κοινωνικής Πάλης «από τα κάτω» και την απειλή που αντιπροσώπευε για τα προνόμια τους ο επαναστατικός αναβρασμός από τον οποίο εμφορούνταν τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα της κοινωνίας. Τώρα που η ανάγκη για εκ νέου θωράκιση των ταξικών συμφερόντων των προνομιούχων στρωμάτων γίνεται ακόμη πιο επιτακτική εξαιτίας της αναδιάρθρωσης των δομών του ετερόνομου θεσμικού πλαισίου και της λαϊκής αντίστασης που αυτή επισύρει, ένα μεγάλο μέρος από τις κεντρικές αντιλήψεις, αξίες και πρακτικές του φασισμού επανέρχονται στο προσκήνιο, μολονότι παραλλαγμένες και καμουφλαρισμένες μέσα στο ιδεολογικό περίβλημα της «δημοκρατικής νομιμότητας». Φυσικά, όπως έχω υποστηρίξει και σε παλαιότερα κείμενα, υπάρχει μια σχέση αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους πάνω στις οποίες στηρίζεται η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και την σημερινή μετεξέλιξη της σε μια μορφή παγκόσμιου κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού, μιας παγκόσμιας κοινοβουλευτικής χούντας. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται απλώς για μια ποσοτική διαβάθμιση ανάμεσα σε δύο εξίσου ετερόνομα συστήματα πολιτικής οργάνωσης, τα οποία μέσω των θεσμικών ρυθμίσεων τους κωδικοποιούν κοινωνικές σχέσεις υποταγής που βασίζονται εξίσου στην ανισομέρεια όλων των μορφών δύναμης.

            Αυτό που έχει σημασία για την ανάλυση του παρόντος κειμένου είναι να γίνει κατανοητό από τον αναγνώστη ότι η ακροδεξιά στην εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης ξεκινά από τα κόμματα της υποτιθέμενης κεντροαριστεράς (π.χ. Νέοι Εργατικοί στην Μεγάλη Βρετανία, ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα, κλπ.) που έχουν πλέον μεταλλαχτεί σε φορείς μιας ακραιφνούς σοσιαλφασιστικής ιδεολογίας και κυβερνητικής πρακτικής.[xx] Σε αυτό το περιβάλλον, ο παραδοσιακός αντιφασιστικός αγώνας όπως διεξαγόταν μέχρι τώρα φαντάζει πράγματι ανεπαρκής και παρωχημένος (αλλά επουδενί «γραφικός» όπως έγραψε πρόσφατα στην αντί-εκλογική μπροσούρα της η συνέλευση αναρχικών για την  Κοινωνική Αυτοδιεύθυνση)[xxi] , όχι γιατί εξέλειπαν τα νεοναζιστικά καρκινώματα του πολιτικού περιθωρίου, αλλά γιατί οι εξουσιαστικές νοοτροπίες και αντιλήψεις που καλλιεργεί η φασιστική ιδεολογία έχουν μπολιάσει ολόκληρο το κοινοβουλευτικό φάσμα και ο φασισμός είναι ήδη καθεστώς υπο την μορφή του νεοφιλελεύθερου «δημοκρατικού» ολοκληρωτισμού.[xxii] Με άλλα λόγια, στις μέρες μας ο έμπρακτος αντιφασισμός είναι υπόθεση καθολικής ανατροπής του συστήματος και όχι υπόθεση μερικών «μυημένων» που θα κινητοποιηθούν για να αποκρούσουν τους ακροδεξιούς τραμπούκους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δυναμικές μορφές δράσης εναντίον των νεοναζί θα πρέπει να εγκαταλειφθούν. Αντίθετα, σημαίνει ότι θα πρέπει να εντατικοποιηθούν, να μαζικοποιηθούν και να διαχυθούν απέναντι σε όλες τις πολιτικές οντότητες που συνθέτουν το πλέγμα δυνάμεων και συμφερόντων που στηρίζουν τον νέο «δημοκρατικό» ολοκληρωτισμό του συστήματος.[xxiii]

            Σε αυτούς που επιμένουν να εγείρουν ζητήματα πολιτικής και ηθικής «νομιμοποίησης» της λαϊκής αντιβίας, αρκεί να παρατηρήσουμε ότι η βία δεν είναι ούτε φετίχ, ούτε αυτοσκοπός. Η επανάσταση θα είναι τόσο βίαιη, όσο χρειαστεί ούτως ώστε να συντρίψει την αντίσταση που θα προβάλλουν οι ελίτ και οι ανώτερες κοινωνικές ομάδες στην κατάργηση των θεσμοποιημένων προνομίων τους. Εξάλλου, σε μια ετερόνομη κοινωνική ολότητα, όπου η βία είναι δομικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων που εμπεριέχεται στην ταξική διαστρωμάτωση του συστήματος και ασκείται αποκλειστικά σε βάρος των υποτελών στρωμάτων της κοινωνίας, η λαϊκή αντιβία είναι εξορισμού δικαιολογημένη και συνιστά πάντα νόμιμη άμυνα στην θεσμοποιημένη βία του συστήματος. Αν διαπράξουν οι ελίτ ταξική αυτοκτονία, τότε η επανάσταση σίγουρα θα είναι ειρηνική.

 

Γενικές παρατηρήσεις για το Μέτωπο με τους κρατιστές

Η παρούσα υποενότητα προορίζεται να αποτελέσει μια κριτική επισκόπηση όσων προτάσεων υποστηρίζουν την συγκρότηση ενός πολιτικού μετώπου ανάμεσα στους ελευθεριακούς και τους οπαδούς του κρατικιστικού σοσιαλισμού – και ειδικότερα το ΚΚΕ – ως την ενδεδειγμένη στρατηγική που οφείλουν να ακολουθήσουν οι αντισυστημικές δυνάμεις προκειμένου να πετύχουν μια έξοδο από την κρίση με φιλολαϊκούς όρους και ταυτόχρονα να φέρουν πιο κοντά το όραμα μιας αντισυστημικής αλλαγής της κοινωνίας. Πιστεύουμε ότι η αντίληψη περί αναγκαιότητας συγκρότησης ενός μετώπου των αντισυστημικών δυνάμεων της Αριστεράς, έχει τις ρίζες της: α) σε μια καθαρά εργαλειακή κατανόηση της κρατικής εξουσίας, β) σε μια αίσθηση κινηματικής αδυναμίας ενόψει του κατεπείγοντος που απορρέει από το κρίσιμο σταυροδρόμι της Κοινωνικής Πάλης στο οποίο βρισκόμαστε και γ) σε μια επιδερμική ερμηνεία των ιστορικών παραγόντων που οδήγησαν σε αυταρχική εκτροπή πολλές από τις λαϊκές επαναστάσεις του παρελθόντος.

Σε ότι αφορά το πρώτο σημείο, η ενωτική προσέγγιση που προτάσσει την προγραμματική συνεργασία με τους κρατιστές και οραματίζεται μια διαδικασία ελεγχόμενης αποκέντρωσης της πολιτικής και οικονομικής δύναμης υπο την επίβλεψη ενός «φιλολαϊκού» κράτους που θα βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο της αντισυστημικής Αριστεράς, παραβλέπει ολοκληρωτικά δεκαετίες αναρχικής κινηματικής εμπειρίας αλλά και θεωρητικής κριτικής ενάντια στην φύση και την λειτουργία του θεσμού της κρατικής εξουσίας και στο πώς αυτή είναι εξορισμού ασύμβατη με οποιαδήποτε απόπειρα ανάπτυξης πραγματικά ελεύθερων, συλλογικών θεσμών αυτοθέσμισης της κοινωνίας από τα κάτω. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί το Κράτος να εκλαμβάνεται ως ένα ουδέτερο εργαλείο που αν καταληφθεί από «φίλιες δυνάμεις» θα μπορέσει να χρησιμεύσει ως μοχλός πίεσης για την λήψη μέτρων από τα πάνω που θα συμβάλλουν όχι μόνο στην υπόθεση της ανατροπής των κυρίαρχων θεσμών του συστήματος, αλλά και στον μετασχηματισμό της κοινωνίας προς μια ελευθεριακή κατεύθυνση. Ούτε μπορεί κανείς να πιστεύει σοβαρά ότι το Κράτος θα αποποιηθεί σταδιακά τις εξουσίες του προκειμένου να τις παραχωρήσει ευγενικά σε αυτόνομες από τα κάτω συνελεύσεις που θα αναλάβουν να διευθύνουν πλήρως την πολιτική και παραγωγική διαδικασία μιας αυτόνομης κοινωνικής ολότητας. Πράγματι, εδώ έχουμε την γνώμη ότι ο όρος «αντισυστημικός» περισσότερο συσκοτίζει τις πραγματικές έννοιες και ανασύρει από το χρονοντούλαπο της ιστορίας κομβικής σημασίας ζητήματα (περί αναγκαιότητας του Κράτους, κλπ.) που ωστόσο το ελευθεριακό / αναρχικό κίνημα τα έχει επιλύσει εδώ και καιρό. Δεν εννοούμε με αυτό ότι η δράση των κρατιστών σοσιαλιστών μέσα στο πλαίσιο της Κοινωνικής Πάλης – ακόμη και σταλινικών όπως είναι το ορθόδοξο ΚΚΕ, ή τα ΚΚΕμλ – μλ ΚΚΕ που υποστηρίζουν ένα είδος τριτοκοσμικού επαναστατικού σταλινισμού – δεν μπορούν να έχουν αντισυστημικά κίνητρα και περιεχόμενο. Αυτό που εννοούμε είναι ότι είναι διαφορετική η αντισυστημική θεώρηση και ο τελικός σκοπός στον οποίο αποβλέπουν οι αντισυστημικοί κρατιστές σοσιαλιστές και εντελώς διαφορετική η αντίληψη των ελευθεριακών αντισυστημικών δυνάμεων ως προς τις αλλαγές τις οποίες επιθυμούν να φέρουν στην κοινωνία. Μπορεί να υπάρχει ταύτιση ως προς τον στρατηγικό στόχο της κατάλυσης του συστήματος, αλλά από αυτό το σημείο κι έπειτα οι στόχοι όχι μόνο αποκλίνουν αλλά έρχονται σε ευθεία σύγκρουση. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να εξηγήσουμε και την παρατήρηση του αλαζόνα μαρξιστή ιστορικού Χομπσμπάουμ ο οποίος διατείνεται ότι είναι χρήσιμο να έχεις τους αναρχικούς μαζί σου την ημέρα της επανάστασης, αλλά την επόμενη μέρα είναι σίγουρο ότι θα δημιουργήσουν προβλήματα.[xxiv] Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ελευθεριακοί κοινωνικοί αγωνιστές δεν θα πρέπει να συνάπτουν τακτικές συμμαχίες και να δρουν από κοινού με τους κρατιστές σοσιαλιστές στο μέτωπο της οργάνωσης απεργιών ή των επιμέρους συνδικαλιστικών αγώνων μέσα στο πλαίσιο των υφιστάμενων θεσμών. Σημαίνει όμως ότι οι αναρχικοί / ελευθεριακοί θα πρέπει να καταβάλλουν προσπάθειες για να διατηρήσουν την διακριτή πολιτική ταυτότητα τους και τις βασικές αρχές του προτάγματος τους στο ακέραιο, χωρίς να εκτίθενται στον κίνδυνο να απορροφηθούν τρόπον τινά από τους κρατιστές, αποδεχόμενοι στο πλαίσιο του κοινού αγώνα την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας κάποιας έστω υβριδικής μορφής κρατικής εξουσίας που θα καταστήσει εφικτή δια των παρεμβάσεων της την μετάβαση σε μια ακρατική, ελευθεριακή κοινωνία.

Το δεύτερο σημείο είναι αλληλένδετο με το πρώτο και, όπως είπαμε, απορρέει από μια αίσθηση πολιτικής αδυναμίας του ελευθεριακού κινήματος μπροστά στην καταιγιστική επίθεση των ελίτ. Το «Δίκτυο για την Περιεκτική Δημοκρατία» που έχει διατυπώσει την πιο εμπεριστατωμένη πρόταση μέσα από τον ελευθεριακό χώρο για την ανάγκη της δημιουργίας ενός μετωπικού πολιτικού σχήματος που θα περιλαμβάνει και τους κρατιστές, επικαλείται την κρισιμότητα των περιστάσεων και την καταστροφή που απειλεί το λαϊκό κίνημα αν αυτό δεν κατορθώσει να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του προκειμένου να αποκρούσει την εκστρατεία κοινωνικού πολέμου που έχουν εξαπολύσει εναντίον του οι ελίτ της αγοράς.[xxv] Ο κίνδυνος είναι σίγουρα υπαρκτός, ωστόσο θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η ίδια η ριζοσπαστική θεωρητική ανάλυση της ΠΔ βασίζεται στην έννοια της πολυδιάστατης κρίσης του συστήματος η οποία εξαιτίας της δυναμικής που ευνοεί την συνεχή συγκέντρωση δύναμης σε όλα τα επίπεδα βαίνει διαρκώς επιδεινούμενη. Πράγμα που σημαίνει ότι από την σκοπιά της ΠΔ η σημερινή συστημική κρίση δεν αποτελεί «εξαιρετική περίσταση», αλλά φυσικό και αναμενόμενο επακόλουθο της ίδιας της τάσης που χαρακτηρίζει την λειτουργία του συστήματος της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και της οικονομίας της αγοράς για περισσότερη συσσώρευση δύναμης στα ανώτερα επίπεδα της κοινωνικής πυραμίδας. Κάτι που σημαίνει ότι η τάση αυτή προϋπήρχε της κρίσης και θα συνεχίσει να υπάρχει και στο μέλλον, πιθανότατα παίρνοντας ακόμη χειρότερες μορφές.

Σε αυτή την περίπτωση, οι βασικές αντικρατικές, αντισυστημικές αρχές του προτάγματος της ΠΔ οφείλουν να παραμείνουν αναλλοίωτες και δεν υπόκεινται στην ανάγκη αναθεώρησης τους με γνώμονα μια κατάσταση ταξικής «έκτακτης ανάγκης». Για παράδειγμα, ο Φωτόπουλος είχε ήδη διαγνώσει εδώ και χρόνια την εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τα υπερεθνικά οικονομικά κέντρα και την πλήρη κονιορτοποίηση της παραγωγικής δομής της χώρας, χωρίς ωστόσο να μιλήσει ποτέ για την αναγκαιότητα αποκατάστασης μιας κρατικής μηχανής που θα συνεργάζεται με τις δημοτικές συνελεύσεις πολιτών σε μια προσπάθεια ανασυγκρότησης και ριζικού μετασχηματισμού των δομών της ελληνικής οικονομίας, όπως προτείνει στην κατά τα άλλα ιδιαιτέρως σημαντική μελέτη που εξέδωσε για την κρίση.[xxvi] Εξάλλου, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ίδια η έννοια του «κατεπείγοντος» κρύβει παγίδες και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για μια διαδικασία ιδεολογικής έκπτωσης από τις αρχές ενός καθαρά ελευθεριακού προτάγματος. Το παράδειγμα του οικοφασισμού που επικαλείται τον κίνδυνο μιας οριστικής και αμετάκλητης καταστροφής του περιβάλλοντος για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της ανόδου ενός «πράσινου Χίτλερ» στην εξουσία, είναι ενδεικτικό και άκρως διδακτικό.[xxvii] Με μια παρόμοια λογική, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι δεν γίνεται να περιμένουμε την δευτέρα παρουσία όταν θα καταφέρουμε να φτιάξουμε το ακηδεμόνευτο κίνημα «από τα κάτω». Πρέπει να αποκλίνουμε, έστω προσωρινά, από τις θεμελιακές αρχές της αναρχικής κοσμοθεωρίας και στρατηγικής και να αποδεχτούμε την κυριαρχία ενός φιλολαϊκού κράτους ως το «μικρότερο κακό», που στις υφιστάμενες συνθήκες συνιστά την μοναδική λύση ενάντια στην επίθεση των ελίτ και την μόνη «ρεαλιστική» πιθανότητα αποτροπής μιας ιστορικής καταστροφής για τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα.

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι o στόχος του ελευθεριακού αντισυστημικού κινήματος δεν μπορεί να είναι να αυτοδιαχειριζόμαστε την φτώχεια μας. Με άλλα λόγια, η οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας και η αποτίναξη των δεσμών εξάρτησης από την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς είναι αναγκαία συνθήκη για την κοινωνική απελευθέρωση. Δεν υπάρχει τίποτα το εθνικιστικό σε αυτή την άποψη, αφού η επανάσταση δεν θα γίνει ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη του κόσμου. Η ρήξη με τους κυρίαρχους θεσμούς της ετερονομίας και η εγκαθίδρυση μιας αποκεντρωμένης, αυτόνομης και αυτοδύναμης μορφής κοινωνικής οργάνωσης μπορεί να γίνει μόνο μέσω της δράσης σε τοπικό επίπεδο και θα προέλθει από την συνομοσπονδιοποίηση των απελευθερωμένων δήμων σε ελεύθερες, τοπικές, περιφερειακές, εθνικές και, τελικά, αυτόνομες διεθνικές ενώσεις. Ακόμη και οι Ισπανοί αναρχικοί οργανώθηκαν με βάση μια χωροταξική και γεωγραφική έννοια του «έθνους» ως ενός ενιαίου κοινωνικού και οικονομικού χώρου, μέχρις ότου η δημιουργία μιας πανευρωπαϊκής συνομοσπονδίας των παραγωγών να γινόταν εφικτή. Ωστόσο, η αποκατάσταση του κρατικού παράγοντα και η ανάμιξη του στην ανασυγκρότηση της παραγωγής είναι πλήρως ασύμβατη με αυτή την απελευθερωτική διαδικασία. Ο Φωτόπουλος γράφει ότι την έρευνα για την κατάρτιση ενός προγράμματος κατανομής επενδύσεων για την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης σε εθνικό επίπεδο, θα πρέπει να αναλάβουν κρατικά ερευνητικά κέντρα που είναι σε θέση να διαμορφώσουν μια σφαιρική άποψη για τις αναπτυξιακές (όχι με την τεχνοκρατική έννοια) δυνατότητες της κάθε τοπικής, δημοτικής οικονομίας. Γράφει επίσης ότι η εθνικοποίηση των τραπεζών μπορεί να λειτουργήσει ως πρόπλασμα για την ανάπτυξη σε δεύτερο χρόνο ενός δικτύου δημοτικών τραπεζών ελεγχόμενου απευθείας από τις δημοτικές συνελεύσεις.[xxviii]  Αν η αυτή η ημι-κρατικιστική στροφή οφείλεται στην άποψη ότι το Κράτος χρειάζεται για να «επιβλέψει» αποτελεσματικά και σφαιρικά τη διαδικασία της οικονομικής ανασυγκρότησης μιας χώρας της ημιπεριφέρειας, προκειμένου να επιτευχθεί μια ποιοτική οικονομική ανάπτυξη με έμφαση στην τοπική αυτοδυναμία των δήμων αλλά και στην απασχόληση, στην οικολογική ισορροπία και στην μέγιστη κάλυψη των τοπικών αναγκών, θα μπορούσαμε να αντιτείνουμε ότι υπάρχουν οργανωτικά σχήματα με βάση την εργατική αυτοδιεύθυνση που είναι σε θέση να αποδώσουν πολύ καλύτερα αποτελέσματα σε ότι αφορά την ανάπτυξη και την κάλυψη των αναγκών με ταυτόχρονη όμως διατήρηση της αυτονομίας των πολιτών ως παραγωγών και ως καταναλωτών. Όπως αναφέρεται στην ανθολογία του Ντόλγκοφ με θέμα την κολλεκτιβοποίηση στην Ισπανία, σε μια σπάνια ομολογία της αποτυχίας του μοντέλου του υπαρκτού σοσιαλισμού ένας σοσιαλιστής αξιωματούχος της κυβέρνησης της Αλγερίας παρατήρησε ότι, «Βάση της συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης (των καθυστερημένων χωρών) πρέπει να είναι κατά την γνώμη μου η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα. Οι χώρες αυτές θα πρέπει να θεωρηθούν σαν ένα σύνολο κοινοτήτων όπου κάθε κοινότητα θα είναι όχι μόνο μια διοικητική αλλά και οικονομική μονάδα, η οποία θα πραγματοποιεί το δικό της πρόγραμμα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης».[xxix] Με άλλα λόγια, είναι μύθος ότι η κρατική διαχείριση της αναπτυξιακής διαδικασίας αποτελεί την «ρεαλιστική» επιλογή σε συνθήκες οικονομικής υπανάπτυξης και κρίσης. Κάτι που πιστοποιείται και από τις θεαματικές βελτιώσεις και τις εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις που πραγματοποίησαν οι αυτοδιαχειριζόμενες ισπανικές κολλεκτίβες σε όλους τους κλάδους της παραγωγής που είχαν υπό τον έλεγχο τους (μεταφορές, βιομηχανία, κλπ.).

Επιπλέον, τον ρόλο της συγκέντρωσης όλων των δεδομένων και της συλλογής των πληροφοριών με βάση τις οποίες θα καταρτιστεί το πλάνο της κατά τόπους οικονομικής ανασυγκρότησης σε ελευθεριακά πρότυπα, μπορούν να επιτελέσουν όργανα λαϊκής αυτοδιεύθυνσης και εργατικής αυτοδιαχείρισης που υπάρχουν αυτούσια τόσο στο πρόταγμα της ίδιας της ΠΔ, όσο και σε μορφές εργατικής αυτοδιαχείρισης που εφαρμόστηκαν κατά το παρελθόν (π.χ. κατά την Ισπανική Επανάσταση). Από την άλλη, αν το Κράτος στο πλαίσιο της πρότασης της ΠΔ, δεν προορίζεται να επιτελέσει κάποιον κεντρικό ρόλο στην διαδικασία ανασύστασης της παραγωγικής δομής, αν δηλαδή δεν κατέχει κάποιο μονοπώλιο γνώσεων γύρω από τις ανάγκες των λαϊκών στρωμάτων και τις προϋποθέσεις για την ικανοποίηση τους, κι αν δεν διαθέτει τα απαιτούμενα μέσα για την μονομερή επιβολή της θέλησης του, τότε είναι ηλίου φαεινότερο ότι ουσιαστικά έχει πάψει να υφίσταται ο λόγος ύπαρξης του, έχει πάψει ουσιαστικά να υφίσταται ως πολιτική δομή και δεν απομένει τίποτε άλλο από την τυπική κατάργηση του από το αμεσοδημοκρατικό αντισυστημικό κίνημα.  

Τέλος, σε ότι αφορά το τρίτο σημείο, η άτακτη οπισθοχώρηση προς έναν συγκεκαλυμμένο κρατισμό ως μοναδική ρεαλιστική προοπτική για την λαϊκή αυτοάμυνα ενάντια στην επίθεση των ελίτ, προδίδει μια έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις δημιουργικές δυνατότητες και την ικανότητα των καταπιεσμένων ομάδων της κοινωνίας να αυτοοργανωθούν στο πλαίσιο αυτόνομων συλλογικοτήτων και να αναλάβουν δράση ως στρατευμένα πολιτικά υποκείμενα με στόχο την ανατροπή του συστήματος. Η αντίληψη αυτή, θυμίζει λίγο την συγκατάβαση με την οποία οι εξουσιαστές σοσιαλιστές (από τον Πλεχάνοφ, μέχρι τον δήθεν «φιλο-αναρχικό» Χομπσμπάουμ) αντιμετώπιζαν ανέκαθεν κάθε αναρχική απόπειρα για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας «από τα κάτω» ως ουτοπική και ατελέσφορη, γιατί παρέβλεπε την αναγκαιότητα της «πολιτικής» οργάνωσης της εργατικής τάξης μέσα από ένα πολιτικό κόμμα – πρωτοπορία που θα προσπαθούσε να καταλάβει την κρατική εξουσία «για λογαριασμό» του προλεταριάτου. Με άλλα λόγια, οι ηρωικές προσπάθειες των αναρχικών  / ελευθεριακών ήσαν αξιέπαινες, αλλά καταδικασμένες σε αποτυχία. Για τους κρατιστές, ο επαναστατικός ρεαλισμός επιτάσσει την επεξεργασία ενός σχεδίου διαχείρισης της κρατικής εξουσίας ως εργαλείου επαναστατικής ανατροπής του συστήματος. Επειδή οι αναρχικοί δεν διαθέτουν παρόμοιο σχέδιο, αλλά αντίθετα επιμένουν να αρνούνται την νομιμότητα κάθε συγκεντρωτικής εξουσίας και να ζητούν επιτακτικά την διάλυση της κεντρικής κυβέρνησης και την «από τα κάτω» οργάνωση του μαζικού κινήματος, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ερωτοτροπούν επιπόλαια με την επαναστατική ιδέα και γι’ αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν πραγματικοί αντισυστημικοί αγωνιστές. Είναι το προλεταριακό Κράτος που θα αποτελέσει την πραγματική επαναστατική δύναμη και όχι οι πάσης φύσεως πολιτικοί σχηματισμοί της βάσης.

Αν και ριζοσπάστης ελευθεριακός, ο Φωτόπουλος πλησιάζει επικίνδυνα κοντά σε αυτή την αντίληψη όταν γράφει ότι ο λόγος που οι περισσότερες από τις επαναστάσεις του παρελθόντος κατέληξαν στην παλινόρθωση ιεραρχικών κι ετερόνομων μορφών κοινωνικής οργάνωσης ήταν ότι κατά κανόνα στην επαναστατική διαδικασία μόνο μια μικρή μειοψηφία αναπτύσσει αντισυστημική πολιτική συνείδηση, σε αντίθεση με την μεγάλη μάζα του πληθυσμού που παραμένει προσκολλημένη σε ετερόνομες αντιλήψεις και συμπεριφορές.[xxx] Ωστόσο, μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων μας αναγκάζει να δεχτούμε την άποψη ότι η εκάστοτε εξουσιαστική επαναστατική ελίτ είναι ο κατεξοχήν ιστορικός φορέας της αντισυστημικής συνείδησης, ότι η άποψη της κομματικής πρωτοπορίας είναι εξορισμού ορθή από την σκοπιά της αυτονομίας, σε αντιδιαστολή με τον εγγενή ρεφορμισμό, την αναποφασιστικότητα και τον έμφυτο συντηρητισμό του πλήθους. Πράγμα που σε τελική ανάλυση δικαιώνει την ανάγκη για την επιβολή μιας επαναστατικής κυβέρνησης των «φωτισμένων» επί της αδαούς, ετερόνομης μάζας.

Μια προσεκτικότερη ματιά στην ιστορία των επαναστάσεων θα μας πείσει ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Αν πάρουμε ως παράδειγμα την Γαλλική Επανάσταση, μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι η πιο συνειδητοποιημένη μερίδα του επαναστατικού κινήματος δεν αποτελούταν από την πολιτική παράταξη των αστών Ιακωβίνων οι οποίοι στάθηκαν οι αρχιτέκτονες και διαχειριστές του επαναστατικού δικτατορικού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, αλλά από τους «αβράκωτους» και τους «λυσσασμένους» του Παρισινού όχλου που εκφράζονταν δημόσια στις λαϊκές συνελεύσεις των διαμερισμάτων της πόλης και για μεγάλο χρονικό διάστημα κράτησαν την Εθνοσυνέλευση σε καθεστώς παρατεταμένης ομηρίας, με σκοπό να αποσπάσουν εκβιαστικά εγγυήσεις για την λήψη φιλολαϊκών αποφάσεων από τους «αντιπροσώπους του έθνους».[xxxi] Παρομοίως, θα συνιστούσε κατάφωρη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων να ισχυριστεί κάποιος ότι οι μόνο οι μπολσεβίκοι ενσάρκωναν την επαναστατική πολιτική εμπροσθοφυλακή της Ρωσικής Επανάστασης, ενώ τα εκατομμύρια των εξεγερμένων Ρώσων εργατών, αγροτών και στρατιωτών δεν ήταν παρά η πρώτη ύλη, μια κρίσιμη μάζα στα επιδέξια χέρια των κρατιστών τακτικιστών της επανάστασης. Ως προς αυτό το ζήτημα, ούτε μέσα στις τάξεις της κομματικής πρωτοπορίας υπήρχε κάποιος βαθμός ομοφωνίας, όπως φανερώνει η άνοδος του – ως έναν βαθμό – αντικρατικού κινήματος της εργατικής αντιπολίτευσης υπό την άτυπη καθοδήγηση των Σλιάπνικοφ και Κολλοντάι, το οποίο το Εθνικό Συνέδριο των Μπολσεβίκων του 1921 καταδίκασε σαν φραξιονιστικό. Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορούν και οι μαζικές απεργίες που οργάνωσαν οι βιομηχανικοί εργάτες της Αγίας Πετρούπολης ενάντια στα κυβερνητικά μέτρα εγκαθίδρυσης της κομματικής δικτατορίας των μπολσεβίκων στα εργοστασιακά συμβούλια, η ένδοξη εξέγερση της Κρονστάνδης και η επική αντίσταση των αυτόνομων Ουκρανών αγροτών που επί τρία χρόνια αντιστάθηκαν στην επέλαση της εξουσίας του μπολσεβίκικου Κράτους στα εδάφη τους.[xxxii] Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, δεν είχαμε απαραιτήτως μια σύγκρουση ανάμεσα σε ένα ομοιογενές και συνειδητοποιημένο αναρχικό κίνημα από την μία, και σε οπαδούς της κρατικής εξουσίας από την άλλη (όπως π.χ. στην επαναστατική Ισπανία του 1936), αλλά μια εκρηκτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε εκείνες τις συλλογικές δυνάμεις που εξέφραζαν την ιστορική παράδοση της αυτονομίας υπερασπιζόμενες την επαναστατική εξουσία των αμεσοδημοκρατικών λαϊκών οργάνων ενάντια στην εξελισσόμενη απόπειρα διάβρωσης της δύναμης τους από το Κράτος, και τις δυνάμεις των σκληροπυρηνικών κρατιστών οι οποίοι εκλάμβαναν την επανάσταση ως κρατικό μονοπώλιο που διεκδικούσε για λογαριασμό του την πιο απόλυτη και δικτατορική εξουσία. Με άλλα λόγια, δεν έχει σημασία που οι εξεγερμένοι δεν αυτοπροσδιορίζονταν ρητά ως αναρχικοί. Η άμεση δημοκρατία μπορεί να μην είναι πάντοτε αναρχική, αλλά ο αναρχισμός είναι και θα είναι εξορισμού αμεσοδημοκρατικός.

Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι το βασικό πρόβλημα που οδήγησε στην αυταρχική εκτροπή δεν ήταν η υστέρηση των μαζών σε θέματα συνειδητοποίησης, αλλά η ύπαρξη και η δράση μέσα στις τάξεις των επαναστατών, πολιτικών υποκειμένων που επηρεασμένα από κατάλοιπα της ετερόνομης κουλτούρας, προέτασσαν την ενδυνάμωση του Κράτους ως μοναδική βιώσιμη στρατηγική που μπορούσε να οδηγήσει σε μια τελική νίκη της επανάστασης.[xxxiii] Όπως το 1917, έτσι και σήμερα το αναρχικό κοινωνικό παράδειγμα ή το κοινωνικό παράδειγμα της περιεκτικής δημοκρατίας δεν έχουν κατακτήσει ηγεμονική θέση στην κοινωνία. Ωστόσο, το επαναστατικό πρόγραμμα της περιεκτικής δημοκρατίας διαθέτει τα θεσμικά εχέγγυα που θα κατοχυρώσουν το διάχυτο συλλογικό αίτημα που εκφράζει εξορισμού κάθε εξεγερσιακός αναβρασμός, αυτό της εξεύρεσης των μέσων και των θεσμών διαμέσου των οποίων θα επιτευχθεί η κατάργηση των ιεραρχικών δομών και θα γίνει πραγματικότητα ο αυτοκαθορισμός της κοινωνίας. Οι ιεραρχικά δομημένες οργανώσεις των κρατιστών σοσιαλιστών είναι αποτελεσματικές στο να διεξάγουν πολιτικές εκστρατείες και να διαδίδουν την δική τους εκδοχή για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Το μεγάλο στοίχημα για τις ελευθεριακές συλλογικότητες που βασίζονται αποκλειστικά στην εθελοντική συμμετοχή και προσφορά εργασίας από τα μέλη τους, είναι αν στο μέσο της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης που συνταράσσει το σύστημα, θα μπορέσουν να αναβαθμίσουν τον βαθμό στράτευσης τους και την αφοσίωση τους στην ελευθεριακή υπόθεση, προκειμένου να ξεπεράσουν στην αποτελεσματική διάχυση των ιδεών τους, τους εξουσιαστές σοσιαλιστές της Αριστερού κατεστημένου. 

 

Γιατί το ΚΚΕ δεν είναι σύμμαχος μας

Κατά την άποψη μας, ο εναγκαλισμός με τους κρατιστές δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε μια καταστροφική εγκατάλειψη της προοπτικής για τη δημιουργία ενός αντισυστημικού πολιτικού κινήματος «από τα κάτω», που θα αγωνιστεί για την αποκέντρωση και την ισοκατανομή όλων των μορφών δύναμης μέσα από την συγκρότηση της Συνομοσπονδίας των ελεύθερα συνασπισμένων δήμων. Ισοδυναμεί με έμμεση ομολογία αποτυχίας κάθε ελευθεριακής μεθόδου Κοινωνικής Πάλης, η οποία μπροστά στην κρισιμότητα των περιστάσεων, πρέπει να εγκαταλειφθεί άμεσα και να θυσιαστεί για χάρη μιας «επαναστατικής ρεαλπολιτίκ» ενδυνάμωσης του Κράτους. Ούτε μπορεί κανείς συνεπής ελευθεριακός να εναποθέσει τις ελπίδες του για την προώθηση της υπόθεσης της ελευθεριακής επανάστασης στην μελλοντική έκβαση της Κοινωνικής Πάλης και στους συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα στους σταλινικούς και τους οπαδούς μιας ακρατικής συνομοσπονδίας, την στιγμή που το ίδιο το σχέδιο δράσης μέσω του Μετώπου, όπως αυτό που διατυπώνεται στην πρόταση του Δικτύου ΠΔ, δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ότι οι κρατιστές δεν θα έχουν πρόσβαση σε όλα εκείνα τα μέσα που χρειάζονται – με πρώτο απ’ όλα τον έλεγχο του κατασταλτικού μηχανισμού του Κράτους – για να επιβάλλουν δια της βίας τη θέληση τους σε όσους διαφωνούν. Από αυτή την άποψη, μικρή σημασία έχει αν η πρόταση για την συγκρότηση μετώπου αναφέρει ρητά ότι στο μέλλον ο λαός θα αποφασίσει μέσα από «πραγματικά δημοκρατικές διαδικασίες» γύρω από το ποια μορφή κοινωνικής οργάνωσης τον εκφράζει καλύτερα.[xxxiv] Κι αυτό γιατί ενώ η περιεκτική δημοκρατία ή ο αναρχοσυνδικαλισμός προϋποθέτουν την ελεύθερη αποδοχή τους από τους πολίτες και την ενεργό συμμετοχή τους στις διαδικασίες της αυτοκυβέρνησης προκειμένου να καταστούν λειτουργικές ως μορφές οργάνωσης της κοινωνίας και να αναπαραχθούν, ο κρατικιστικός σοσιαλισμός με τις συγκεντρωτικές ιεραρχικές δομές του και τις διευρυμένες εξουσίες που εκχωρεί στην κομματική ελίτ, μικρή ανάγκη έχει να αποζητήσει την ενεργό στήριξη των «μαζών», ή να αναρωτηθεί αν πράγματι την έχει για να προχωρήσει στο έργο του. Πόσο μάλλον όταν η εσωκομματική πολιτική κουλτούρα του «επαναστατικού κόμματος νέου τύπου» δεν επιδέχεται την έκφραση διαφωνιών ή επιφυλάξεων περί της κομματικής γραμμής και εκλαμβάνει παρόμοια περιστατικά ως δυνάμει διαλυτικά φαινόμενα, που αντιμετωπίζονται πάντοτε με συνοπτικές διαγραφές μελών, με τον εξοβελισμό του αντιφρονούντα από τον «υγιή» κορμό του κόμματος και με πρακτικές δημόσιας ιδεολογικής διαπόμπευσης του.[xxxv] Ας φανταστεί ο αναγνώστης την μεταχείριση που επιφυλάσσει το ιερατείο της επανάστασης σε όσους αγωνιστές – ή  ακόμη και στον απλό λαό – βρίσκονται εκτός των γραμμών του ΚΚ και αντιτίθενται παντοιοτρόπως στις αντιλήψεις της σταλινικής ορθοδοξίας.

Οι γραφειοκράτες δεν διστάζουν να εκτοξεύουν ενάντια στους αναρχικούς την κατηγορία του «προβοκάτορα», ακόμη και στις σημερινές δυσμενείς για το αντισυστημικό κίνημα συνθήκες, που φαινομενικά θα ευνοούσαν μια τάση για την μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση και ενότητα ανάμεσα στις δυνάμεις της αντισυστημικής Αριστεράς. Εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί ποια θα ήταν η κατάληξη των ελευθεριακών και των αναρχικών που θα αντιστρατεύονταν έμπρακτα την πολιτική μιας κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου, μέσα σε συνθήκες όπου η εξουσία ουσιαστικά θα βρισκόταν στα χέρια του ΚΚΕ. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι ο χαρακτηρισμός του «προβοκάτορα» είναι σκόπιμα σχεδιασμένος ώστε να απονοηματοδοτεί πολιτικά τη δράση των αντιτιθέμενων πολιτικών δυνάμεων, να ακυρώνει τα πολιτικά κίνητρα τους και την υπόσταση τους ως ριζοσπαστικών κοινωνικών υποκειμένων. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια καθολική άρνηση αναγνώρισης της ύπαρξης εναλλακτικών αντισυστημικών δυνάμεων έξω από το θεσμικό πλαίσιο του ΚΚ και μιας γραμμής ιδεολογικού επαναπροσδιορισμού τους ως δυνάμεων εχθρικά διακείμενων στην υπόθεση της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης.  Με αυτόν τον τρόπο, το ΚΚΕ όχι μόνο απαλλάσσεται από την υποχρέωση να προβληματιστεί γύρω από την πιθανότητα ύπαρξης ενός εναλλακτικού δρόμου προς την κοινωνική επανάσταση και να έλθει σε συνδιαλλαγή με στόχο την εξεύρεση κάποιου είδους modus vivendi με τις ελευθεριακές οργανώσεις και συλλογικότητες, αλλά στρέφεται ευθέως εναντίον τους μετατρέποντας το πολιτικό πρόβλημα της συνύπαρξης μαζί τους σε έναν κοινό αντισυστημικό χώρο, σε ζήτημα αστυνομικής καταστολής των «παρακρατικών» και των ανεξέλεγκτων «λούμπεν» στοιχείων.

Η στάση αυτή της κομματικής ελίτ του ΚΚ ούτε τυχαία είναι, ούτε οφείλεται σε κάποια μυστική πολιτική συμφωνία που αυτή έχει συνάψει με τους ηγέτες της άρχουσας τάξης. Αν οι κκ. Παπαρήγα, Μπογιόπουλος, Μαϊλης, κλπ. επιθυμούσαν την οριστική αποσύνθεση του σοσιαλιστικού κινήματος, δεν θα είχαν παρά να εκτρέψουν το ΚΚΕ προς αβλαβείς ευρωκομμουνιστικές και καθαρά ρεφορμιστικές κατευθύνσεις. Αν πάλι επιθυμούσαν μερίδιο από τα κέρδη της εξουσίας, δεν είχαν παρά να καταθέσουν πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης στον καπιταλισμό και να προσχωρήσουν με κάθε επισημότητα στην σοσιαλφασιστική πτέρυγα της πολιτικής ελίτ, ή σε κάποιο από τα κόμματα-δορυφόρους της (π.χ. ΔΗΜΑΡ). Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις, η κατάπτυστη στάση του ΠΑΜΕ στις 20 Οκτώβρη 2011 δεν μπορεί επαρκώς να εξηγηθεί από τον ευρύτατα διαδεδομένο στον χώρο μύθο ότι το ΚΚΕ «υπερασπίστηκε την Βουλή». Αν παραδεχτούμε τούτον τον ισχυρισμό θα πρέπει επίσης να δεχτούμε ότι αν δεν ήταν οι ερυθροφρουροί του ΠΑΜΕ, το οργισμένο πλήθος θα είχε με πάσα βεβαιότητα κατορθώσει να εισβάλλει στο κοινοβούλιο. Με άλλα λόγια, θα ήταν σαν να υποστηρίζαμε ότι αντιμέτωπο με μια πραγματική απειλή επαναστατικής κατάλυσης του πολιτεύματος, το σύστημα επιστράτευσε την έσχατη εφεδρεία του, τον οργανωμένο κομματικό στρατό των σταλινικών. Υπάρχει όμως κανείς που να πιστεύει ακράδαντα ότι εκείνη η Γενική Απεργία επιφύλασσε για τους εξεγερμένους κάτι διαφορετικό από τις προηγούμενες; Υπάρχει κάποιος λόγος να θεωρούμε ότι αν απουσίαζε το ΠΑΜΕ, οι διαδηλωτές θα είχαν υπερκεράσει την αντίσταση του αστυνομικού στρατού κατοχής και θα είχαν ισοπεδώσει το κοινοβούλιο; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με τρόπο κατηγορηματικό σε αυτή την υποθετική ερώτηση. Ωστόσο, ο μόνος παράγοντας που θα ήταν δυνατό να αλλάξει τους συσχετισμούς δύναμης υπέρ των διαδηλωτών, ήταν μια ενδεχόμενη αυθόρμητη σύμπλευση τμημάτων της βάσης του ΠΑΜΕ με τους υπόλοιπους διαδηλωτές, ακόμη και με εκείνο το δυναμικό κομμάτι των εξεγερμένων που εμπλεκόταν σε σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής. Μάλιστα, είναι νομίζω βάσιμο να υποθέσει κανείς ότι η ίδια η παρουσία του ΚΚΕ στο Σύνταγμα την δεύτερη ημέρα της απεργίας και η συμβολική περικύκλωση της Βουλής επιβλήθηκε στην καθοδήγηση παρά τη θέληση της, από τις αυξανόμενες πιέσεις και την αναταραχή που επικρατούσε στο επίπεδο της βάσης του κόμματος, η οποία είδε επανειλημμένα από μακριά πλήθη διαδηλωτών της εργατικής τάξης να έρχονται σε μάχη σώμα με σώμα με τους δολοφόνους του κράτους, τη στιγμή που το ΚΚ αποσυρόταν ήσυχα, ήσυχα πότε στην Πειραιώς και πότε στη Συγγρού κάθε φορά που οι ταξικές αντιθέσεις απέπνεαν μυρωδιά από μπαρούτι. Εύλογα μπορεί κάποιοι κομμουνιστές ακτιβιστές να αναρωτήθηκαν τι δουλειά έχει «η πρωτοπορία της εργατικής τάξης» να περιφέρεται στην Λεωφόρο Συγγρού, την ώρα που η ίδια η εργατική τάξη μάτωνε μπροστά από τα σκαλοπάτια του κοινοβουλίου.

Έτσι, η καθοδήγηση αποφάσισε την περικύκλωση της Βουλής για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, για να δώσει την εντύπωση ότι το ΚΚ παραμένει στην εμπροσθοφυλακή του λαϊκού κινήματος, ότι αναλαμβάνει εκ νέου την ηγεσία των αγώνων «από τα κάτω» κι έτσι να εξουδετερώσει και να απονευρώσει τις διαλυτικές επιρροές που υπονόμευαν την συνοχή στην βάση του. Δεύτερον, να αναλάβει τον έλεγχο και την αστυνόμευση των γεγονότων, διασφαλίζοντας δια της μαζικής παρουσίας σύσσωμου του κομματικού στρατού του ότι δεν θα συντελεστούν εξεγερσιακά γεγονότα που θα ενέτειναν τις φυγόκεντρες δυνάμεις εντός του κομματικού μηχανισμού, βάζοντας πολλά μέλη του ΚΚΕ στον πειρασμό να μετέχουν αυτόνομα στις κινητοποιήσεις, ανεξαρτήτως οδηγιών «από τα πάνω» και κόντρα στην επίσημη κομματική γραμμή. Ο καθένας δε καταλαβαίνει ότι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να αποκατασταθεί η εσωκομματική πειθαρχία στον μέγιστο βαθμό, ήταν να υιοθετηθεί μια επιθετική στάση αστυνόμευσης και να συρθούν οι διαδηλωτές του ΠΑΜΕ σε μια κατά μέτωπο σύγκρουση με τους υπόλοιπους διαδηλωτές, γεγονός που θα έβαζε σε κίνηση τα φοβικά, αντί-κομμουνιστικά σύνδρομα που εδώ και χρόνια καλλιεργεί στα μέλη του ο μηχανισμός πολιτικής προπαγάνδας του κόμματος.                     

 

Η εξέγερση θα είναι αυτό που εμείς θα την κάνουμε

Η Ισπανική επανάσταση αναμφίβολα είχε τις ελλείψεις, τις απογοητεύσεις και τα λάθη της. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι στην επαναστατημένη Ισπανία του ’36 καταγράφτηκαν τα πιο σημαντικά επιτεύγματα στην ιστορία του κινήματος του ελευθεριακού σοσιαλισμού και για πρώτη φορά εφαρμόστηκαν σε μαζική κοινωνική κλίμακα μορφές αυτοδιεύθυνσης στην πολιτική, την οικονομία, το ευρύτερο κοινωνικό πεδίο, κλπ. Επιπλέον, οι κατακτήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, σε μια κατάσταση όπου το αναρχικό κίνημα ήταν αναγκασμένο να αναβάλει επ’ αόριστον την εμβάθυνση της κοινωνικής επανάστασης που είχε ξεκινήσει στις 19 Ιανουαρίου του ’36, προκειμένου να διαφυλαχτεί η ενότητα του αντιφασιστικού μετώπου και να αποκρουστούν οι φασιστικές ορδές του Φράνκο που απειλούσαν να ισοπεδώσουν κάθε ψήγμα αυτονομίας των λαϊκών στρωμάτων.[xxxvi] Παρά το γεγονός λοιπόν ότι η αναρχική επανάσταση στην Ισπανία παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ημιτελής, τα κατορθώματα των Ισπανών εργατών μέσα στις αντίξοες συνθήκες ενός διμέτωπου πολέμου που ήταν υποχρεωμένοι να διεξάγουν, τόσο εναντίον των φασιστών, όσο και ενάντια στις δυνάμεις «του νόμου και της τάξης» μέσα στο δημοκρατικό στρατόπεδο, είναι γι’ αυτό τον λόγο ακόμη πιο θαυμαστά και αποδεικνύουν την τρομερή ανθεκτικότητα και τις γερές βάσεις που είχε το αναρχικό κίνημα στην Ισπανία. Γι’ αυτόν τον λόγο, θεωρούμε ότι σαν πρότυπο μας θα πρέπει να έχουμε την πολύμορφη δράση του Ισπανικού αναρχικού κινήματος την περίοδο του μεσοπολέμου.

            Ο Ντόλγκοφ αναφέρει ότι οι Ισπανοί αναρχοκομμουνιστές είχαν εξαπολύσει πλειάδα από αποτυχημένες απόπειρες για μια γενικευμένη εξέγερση της εργατικής τάξης μέσα σε διάστημα 25 ετών, από το 1911 μέχρι το 1936, όταν και ξέσπασε ο τυφώνας της ελευθεριακής επανάστασης, με τελευταίες τις εξεγέρσεις στα μεταλλεία του Άνω Λιομπρεγκάτ, της Κορντόνα και στα χωριά της Λεβάντε το 1932, και την αιματοβαμμένη εξέγερση στις Αστούριες το 1934. Αυτή η ακατάπαυστη εξεγερσιακή δραστηριότητα, δεν εμπόδισε τους αναρχικούς από το να διοργανώνουν παράνομα συνέδρια σε εθνικό επίπεδο για να επεξεργαστούν με οργανωμένο και συστηματικό τρόπο το θεσμικό περίγραμμα της απελευθερωτικής κοινωνίας σε ότι αφορούσε την παραγωγή, την διανομή και την κατανάλωση, αλλά και όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής σε μια αναρχική κοινωνία.[xxxvii]  Δεν τους εμπόδισε από το να εισχωρήσουν στους τόπους δουλειάς και να ιδρύσουν μαζικά ταξικά συνδικάτα με αναρχικό προσανατολισμό. Δεν τους απέτρεψε απ’ το να εξορμήσουν στην ύπαιθρο και να θέσουν τις βάσεις για αναρχικές αγροτικές κομμούνες στηριγμένες στους παραγωγικούς συνεταιρισμούς. Δημιούργησαν πολιτιστικά κέντρα, χώρους μέσω των οποίων οι εργάτες απέκτησαν πρόσβαση στις αναρχικές ιδέες και μπόρεσαν να διαπαιδαγωγηθούν σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αξίες του αναρχισμού. Η άμεση δράση είχε το νόημα μιας διευρυμένης συλλογικής άσκησης για την δοκιμή των μεθόδων και των πρακτικών της αυτοκυβέρνησης των εργατών και ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας της απέρρεε από τις παραμέτρους του αναρχικού προτάγματος τις οποίες έβαζε σε προσωρινή εφαρμογή. Όταν τα χωριά της Ισπανικής υπαίθρου ξεσηκώνονταν και η μαύρη σημαία υψωνόταν στο δημαρχείο, οι κοινωνικοί αγωνιστές είχαν πλήρη επίγνωση των μέτρων που έπρεπε να υλοποιήσουν και τα οποία προσδιόριζαν το πρόγραμμα της αναρχικής κοινωνικής επανάστασης. Ξεκινούσαν με την πυρπόληση των δημοτικών αρχείων και των τίτλων ιδιοκτησίας της γης και από εκεί όλα μπορούσαν να πάρουν τον δρόμο τους. Οι εξεγέρσεις των αναρχικών στην Ισπανία δεν προηγήθηκαν της ύπαρξης ενός μαζικού ελευθεριακού κινήματος, αλλά αποτελούσαν έμπρακτη εκδήλωση στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης ενός ισχυρού αντισυστημικού, αναρχικού κινήματος που αναζητούσε τον ζωτικό χώρο για να αναπνεύσει και να αναπτυχθεί ελεύθερα κόντρα στις εκμεταλλευτικές δομές του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.

            Φυσικά, επουδενί δεν προτείνουμε την μηχανιστική μεταφύτευση του κινηματικού μοντέλου του Ισπανικού αναρχισμού του ’36, στην Ελλάδα του 2012. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι οι βασικές αρχές πάνω στις οποίες θα πρέπει να στηριχτεί η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε ένα μαζικό ελευθεριακό κίνημα και στα αγωνιζόμενα τμήματα της κοινωνίας παραμένουν αναλλοίωτες. Από αυτή την άποψη, η εκδήλωση που διοργανώθηκε στις 2 και 3/03 με θέμα συζήτησης το πώς μπορεί καλύτερα να οργανωθεί το αναρχικό κίνημα ήταν σίγουρα ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, η οργάνωση για την οργάνωση δεν αποτελεί αυτοσκοπό και από μόνη της δεν έχει κάποια εγγενή χειραφετική αξία, ούτε μπορεί να μας πάει ένα βήμα παραπέρα από το σημείο που βρίσκεται ο «χώρος» σήμερα. Εξάλλου, η ίδια η μορφή οργάνωσης που θα υιοθετήσει το κίνημα εξαρτάται άμεσα από την μορφή και το περιεχόμενο του πολιτικού προτάγματος το οποίο θα ρυθμίζει τις βασικές πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και οικολογικές προϋποθέσεις μιας αναρχικής κοινωνίας χωρίς Κράτος, χρήμα και αγορά. Έτσι, πιο σκόπιμη θα ήταν κατά τη δική μας άποψη η σύγκλιση ενός πανελλαδικού αναρχικού συνεδρίου, διακηρυγμένος σκοπός του οποίου θα ήταν η διερεύνηση μιας πιθανής συμφωνίας ανάμεσα στις υπάρχουσες ελευθεριακές οργανώσεις, ομάδες και συλλογικότητες αναφορικά με το πρόγραμμα και τους θεσμούς που από κοινού θα συνθέσουν την οργανωτική δομή της αυτεξούσιας κοινωνίας. Ως βάση της συζήτησης θα μπορούσαν να παρθούν τα ελευθεριακά προτάγματα που υπάρχουν ήδη καθώς και οι εμπειρίες που έχει αποκομίσει η κάθε οργάνωση και συλλογικότητα ξεχωριστά από τα διάφορα πειράματα εναλλακτικής οικονομίας που βρίσκονται σε εξέλιξη αυτή την στιγμή στον ελληνικό χώρο. Επιπλέον, ένα ικανό χρονικό διάστημα θα έπρεπε να οριστεί πριν από τη διεξαγωγή του συνεδρίου, ώστε η κάθε ομάδα που θα δηλώσει συμμετοχή να έχει το περιθώριο να επεξεργαστεί εσωτερικά τα θέματα μέσα από συλλογικές διαδικασίες, να διεξαγάγει εκτενείς συζητήσεις και να διαμορφώσει διυποκειμενική άποψη γύρω από αυτά τα ζητήματα κομβικής σημασίας.

Σίγουρα, δεν έχουμε την αυταπάτη ότι το πρόβλημα της επεξεργασίας και διαμόρφωσης ενός σύγχρονου ελευθεριακού προτάγματος θα επιλυθεί οριστικά και αμετάκλητα μέσα από ένα συνέδριο, ωστόσο ο αναρχικός χώρος οφείλει να αποσαφηνίσει σε κάποιο βαθμό αυτά τα ζητήματα στο εσωτερικό του προτού μπορέσει να οργανώσει την εξόρμηση του στην κοινωνία που αυτή τη στιγμή στενάζει και δοκιμάζεται κάτω από την μπότα της αδίστακτης κοινοβουλευτικής χούντας που μας κυβερνά. Πρώτα εμείς οι ίδιοι που λέμε ότι πιστεύουμε στην κοινωνική αυτοδιεύθυνση, θα πρέπει να αρχίσουμε να την αντιμετωπίζουμε ως ρεαλιστική και άμεση προοπτική που παρέχει την μοναδική διέξοδο από το κολαστήριο του υπαρκτού καπιταλισμού κι έτσι να αναζητήσουμε τις φόρμες, τις δομές και τα θεσμικά όργανα μέσα από τα οποία αυτή μπορεί να γίνει πράξη σε μαζική κλίμακα. Δεν υπάρχει τίποτα το ελιτίστικο σε αυτήν την πρόταση, αρκεί το οργανωτικό προσχέδιο που θα προκύψει από τις εργασίες του συνεδρίου να μην περιέχει διευθετήσεις που δημιουργούν τυπικές ή άτυπες δομές συγκέντρωσης δύναμης στο εσωτερικό του κινήματος εκχωρώντας θεσμική εξουσία σε οργανωμένες μειοψηφίες και να κατοχυρώνεται με τρόπο καταστατικό το δικαίωμα ελεύθερης προσχώρησης ή αποχώρησης οποιουδήποτε συλλογικού σώματος, φορέα, οργάνωσης ή σωματείου επιλέξει να συμμαχήσει με την αναρχική συνομοσπονδία των απελευθερωμένων δήμων.

            Σχετικά με την πολιτική γενική απεργία διαρκείας (που αποτελεί την μόνιμη επωδό στις περισσότερες απεργιακές και μη, αναρχικές μπροσούρες), θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες και με δεδομένη την ανυπαρξία μιας συγκροτημένης αναρχικής πτέρυγας μέσα στο ευρύτερο συνδικαλιστικό κίνημα και της απουσίας αναρχικών αγωνιστών από τους χώρους εργασίας με την μορφή μιας οργανωμένης δύναμης, το επαναστατικό όνειρο της «τελευταίας μεγάλης απεργίας» που θα γονατίσει το σύστημα και θα επιφέρει την συντέλεια του καπιταλισμού είναι εξαιρετικά δύσκολο να πραγματοποιηθεί. Από την άλλη, η διατύπωση ενός προτάγματος κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης σε μαζική κοινωνική κλίμακα συνιστά την αναγκαία συνθήκη για να συντελεστεί η αναγκαία αλλαγή στις υποκειμενικές συνθήκες που θα καταστήσει δυνατή την σταδιακή διείσδυση των κοινωνικών αγωνιστών στα ρεφορμιστικά συνδικάτα, θα τους επιτρέψει να υπονομεύσουν την συναίνεση στο εσωτερικό τους, ακόμη και να αποσπάσουν κάποια μέλη από τον ζουρλομανδύα του ρεφορμισμού.

Φυσικά ο γραφειοκρατικός συνδικαλισμός διαθέτει πλειάδα από μηχανισμούς για την αποτελεσματική αστυνόμευση των ιδεών που διακινούνται μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα και τη λήψη κατασταλτικών μέτρων σε βάρος των πιο μαχητικών ταξικών στοιχείων, πάντοτε σε αγαστή συνεργασία και με τη συνδρομή της εκάστοτε εργοδοσίας. Πράγμα που σημαίνει ότι η επαρκής συνθήκη ενός μαζικού κινήματος αυτοοργάνωσης που θα παραμερίσει τους κομματικούς εγκάθετους της χούντας στις ηγεσίες των επίσημων συνδικάτων είναι εξίσου δύσκολο να συμβεί. Αντ’ αυτού, πιστεύουμε ότι οι αναρχικοί / ελευθεριακοί θα πρέπει να προσανατολίσουν τη δράση τους προς τον στόχο της ταξικής οργάνωσης και κινητοποίησης του ενός εκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων ανέργων[xxxviii] και ημιαπασχολούμενων, μέσω της σύστασης ενός δικτύου μαζικών συνδικάτων ανέργων με πολιτικό υπόβαθρο και χαρακτήρα. Η δεδομένη αδυναμία του συστήματος, υπο το βάρος της συστημικής αναδιάρθρωσης που βρίσκεται σε εξέλιξη, να απορροφήσει και να προσφέρει σταθερές και ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης σε ένα τεράστιο τμήμα του εργατικού δυναμικού, καθιστά την τεράστια μάζα των ανέργων μια εν δυνάμει αντισυστημική δύναμη που δεν δύναται να εξαγοραστεί ή να αφομοιωθεί από το σύστημα.[xxxix] Με αυτόν τον τρόπο, η αδυναμία παρέμβασης του αναρχικού κινήματος στο εσωτερικό του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, δηλαδή η αδυναμία παρεμβολής στη σχέση που ορίζει σε κάθε στάδιο εξέλιξης του συστήματος την ίδια τη σύνθεση του κεφαλαίου, αντισταθμίζεται από την ικανότητα του να παρέμβει εξωτερικά στην λειτουργία του συστήματος μέσω της άμεσης δράσης. Το μπλοκάρισμα των δικτύων μεταφοράς εργατικής δύναμης (συγκοινωνίες, αυτοκινητόδρομοι), το συστηματικό σαμποτάζ και οι απαλλοτριώσεις στα κέντρα διανομής των καπιταλιστικών αγαθών και η παρακώλυση της ομαλής εμπορικής δραστηριότητας που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του συστήματος είναι μέθοδοι άμεσης δράσης που μπορούν να επενεργήσουν άμεσα και αρνητικά στις οικονομικές αποδόσεις του συστήματος. Επιπλέον, τα συνδικάτα των ανέργων θα μπορούσαν να οργανωθούν κατά ειδικότητα και με βάση το αντικείμενο της εργασίας των μελών τους, ώστε με αυτόν τον τρόπο να αποτελέσουν την δεξαμενή άντλησης εργατικού δυναμικού για την στελέχωση των αυτοδιαχειριζόμενων δημοτικών επιχειρήσεων, των μελλοντικών δημοτικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας, κλπ. Τέλος, μια συνομοσπονδία αναρχικών συνδικάτων ανέργων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ισχυρός μοχλός πίεσης που θα επιδρά «απ’ έξω» πάνω στον απαξιωμένο επίσημο συνδικαλισμό της υποταγής και της αστυνόμευσης του εργατικού κινήματος, προκαλώντας ρήγματα στο εσωτερικό τους και οξύνοντας την αντίθεση μεταξύ συνδικαλιστικής βάσης και ηγεσίας. Ο υδροκεφαλισμός του ελληνικού κράτους συνιστά πλεονέκτημα για μια στρατηγική της εξέγερσης. Θα αρκούσε η επικέντρωση των δυνάμεων μας και της δράσης μας στο λεκανοπέδιο της Αττικής, όπου είναι συγκεντρωμένος ο μεγάλος όγκος της εμπορικής δραστηριότητας καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής, προκειμένου να προκαλέσουμε μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση στη λειτουργία ολόκληρου του οικονομικού συστήματος.

Σε ότι αφορά την έξοδο της χώρας από τον βασικό θεσμό της ετερονομίας που διασφαλίζει την κυριαρχία της υπερεθνικής ελίτ στον ευρωπαϊκό χώρο, την ΕΕ, αυτή θα πρέπει να είναι άμεση και μονομερής, ωστόσο θα πρέπει συντελεστεί με όρους μαζικού κινήματος, όχι με την έννοια της εκλογής μιας κυβέρνησης που θα αναλάβει να φέρει σε πέρας αυτή την αποστολή κι ύστερα να διαχειριστεί τις δυσμενείς συνέπειες της εξόδου, λαμβάνοντας μέτρα προστασίας της οικονομίας και των λαϊκών στρωμάτων. Είναι ενδεικτικό του βαθμού στον οποίο οι εγχώριες ελίτ και οι προνομιούχες κοινωνικές ομάδες έχουν συνδέσει την αναπαραγωγή της ταξικής υπεροχής τους στο εσωτερικό με την υπαγωγή της ελληνικής κοινωνίας στις δομές της ευρωπαϊκής ενοποίησης, το γεγονός ότι κανένα από τα αστικά κόμματα, ούτε καν οι ναζί της Χρυσής Αυγής που υποτίθεται ότι δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους αναφορικά με ζητήματα «εθνικής ανεξαρτησίας», δεν αποτολμά να αμφισβητήσει την ΕΕ και να απαιτήσει την απεξάρτηση της χώρας από αυτό το καπιταλιστικό υπερεθνικό μπλοκ. Μολαταύτα, η έξοδος από την ΕΕ δεν μπορεί παρά να επέλθει ως άμεση συνέπεια της ευρύτερης αντισυστημικής και αντικρατικής Κοινωνικής Πάλης του ανταγωνιστικού κινήματος, που μέσα στην καθολικότητα της περιλαμβάνει και το επιτακτικό αίτημα για ρήξη με τους υπερεθνικούς δεσμούς που εκτρέφουν την υποτέλεια στο πολιτικό επίπεδο, και την εξάρτηση στο οικονομικό. Ας μην ξεχνάμε ότι η ΕΕ δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τα Κράτη που την απαρτίζουν, αλλά ένα Κράτος μπορεί κάλλιστα να διατηρήσει αλώβητη την εξουσία του ακόμη κι αν πάψει να ανήκει στην ΕΕ.

Το σύνθημα λέει ότι «ο Δεκέμβρης δεν ήταν απάντηση, ήταν ερώτηση». Εμείς λέμε ότι η επόμενη εξέγερση θα πρέπει να αποτελεί μια ξεκάθαρη απάντηση, μια κατάφαση με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο της αναγκαιότητας για ανατροπή των βασικών θεσμών της ετερονομίας και για μια μορφή οργάνωσης της κοινωνίας σε ελευθεριακά πρότυπα. Δεν ισχυριζόμαστε ότι οι αναρχικοί μπορούν ή θα έπρεπε να προκαλέσουν την εξέγερση με προκαθορισμένο ραντεβού σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Σίγουρα όμως πιστεύουμε ότι πρέπει να εργαστούμε προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός αυτόνομου λαϊκού κινήματος, που με την συγκρουσιακή δράση και την αντισυστημική πολιτική γραμμή του θα βοηθήσει στην οργάνωση της ταξικής αυτοάμυνας των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας και θα οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις σε σημείο εκρηκτικό, επιταχύνοντας με αυτόν τον τρόπο τις διεργασίες που μπορούν να οδηγήσουν σε καθολική ρήξη της κοινωνίας με τους θεσμούς και τις αξίες της ετερονομίας.

Η ανάπτυξη προτάγματος θα δώσει σημείο αναφοράς στις εξεγερσιακές διαδικασίες κι ένα σχέδιο δράσης σε εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που συγκαταλέγονται ανάμεσα στα θύματα της παγκοσμιοποίησης κι έχουν κάθε συμφέρον να αποτινάξουν την επικυριαρχία που ασκούν οι ελίτ πάνω στις ζωές και στα όρια της ανάπτυξης τους ως κοινωνικές ομάδες αλλά και μεμονωμένα άτομα. Το ελευθεριακό πρόταγμα μπορεί να συγκεντρώσει γύρω του όλες τις δυνάμεις της λαϊκής χειραφέτησης και να προσδώσει βάθος σε μια εξέγερση, καθιστώντας την με αυτόν τον τρόπο πολύ πιο ανθεκτική απέναντι στην συστημική καταστολή κι εμβαθύνοντας το περιεχόμενο της δημιουργώντας παρακαταθήκες για το μέλλον, με την μορφή μόνιμων και βιώσιμων θεσμών αυτοκυβέρνησης του κινήματος. Όπως έγραψε ο Κροπότκιν σχετικά με την προλεταριακή εξέγερση που κατέληξε στην ανακήρυξη της Παρισινής Κομμούνας:

«Αν το θέμα ήταν απλώς το πώς θα μπορούσαμε καλύτερα να αναπτύξουμε μια θεωρία, θα έπρεπε να πούμε ότι οι θεωρίες, ως τέτοιες, δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Αλλά όσο μια νέα ιδέα δεν βρίσκει μια ξεκάθαρη και λεπτομερή μορφή με την οποία να διατυπώνεται, μια μορφή που θα βγαίνει με φυσικό τρόπο μέσα από τα πράγματα όπως αυτά υπάρχουν στην πραγματικότητα, τότε δεν πρόκειται να αιχμαλωτίσει τα μυαλά των ανθρώπων , ούτε θα μπορέσει να τους εμπνεύσει ώστε να εισέλθουν σε έναν αποφασιστικό αγώνα. Οι άνθρωποι δεν ρίχνονται στο άγνωστο χωρίς μια θετική και καθαρά διαμορφωμένη ιδέα που θα τους χρησιμεύσει, ούτως ειπείν, σαν εφαλτήριο όταν αυτοί βρίσκονται ακόμη στο ξεκίνημα».[xl]


[i] Η φράση ακούγεται σε ένα από τα βίντεο με τις συγκρούσεις της 12-02-12, τα οποία αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα,  http://sxoliastesxwrissynora.wordpress.com/2012/03/14/%ce%b5%ce%be%ce%b5%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b712-%cf%86%ce%bb%ce%b5%ce%b2%ce%ac%cf%81%ce%b7-2012%ce%bf-%ce%b4%ce%b5%ce%ba%ce%ad%ce%bc%ce%b2%cf%81%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b1%ce%bd%cf%84/

[ii] «Γενικευμένη, ειρηνική εξέγερση» θέλει ο Τσίπρας, http://www.diogenis-press.gr/2011/05/%C2%ABgenikevmeni-iriniki-exegersi%C2%BB-theli-o-tsipras/.

[iii] Για παράδειγμα, το παρακάτω άρθρο που δημοσιεύτηκε από την Deutsche Welle σχετικά με τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα με τίτλο, Experts fear spread of social unrest as financial crisis continues, http://www.dw.de/dw/article/23/0,,5547861,00.html.

[iv] «Ορμάμε κι ύστερα βλέπουμε». Σύνθημα που φώναζαν οι μάζες κατά την Γαλλική Επανάσταση του 1789.

[v] Είναι ευρέως γνωστό ότι η ένταξη των ηγεμονικών ρευμάτων του μεταμοντέρνου αναρχισμού στην κατηγορία της «λάιφ-στάιλ» δραστηριότητας έγινε από τον αναρχικό πολιτικό φιλόσοφο Μάραιη Μπούκτσιν στην σημαντική μελέτη του με τίτλο “Social Anarchism or Lifestyle Anarchism: An Unbridgeable Chasm”, (http://dwardmac.pitzer.edu/anarchist_archives/bookchin/soclife.html). Η ασυμβατότητα αυτή που είχε διαγνώσει ο Μπούκτσιν ανάμεσα στο κλασικό αναρχικό πρόταγμα με το μεστό, αντισυστημικό περιεχόμενο και στις ανώδυνες, επιδερμικές προσεγγίσεις των μεταμοντέρνων αναρχικών «γκουρού» τον οδήγησε τελικά να αποκοπεί πλήρως από τον σύγχρονο αναρχικό χώρο και να ορίσει το δικό του πολιτικό πρόταγμα με όρους κοινωνικής οικολογίας. Από την πλευρά μας, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ήταν λάθος του Μπούκτσιν να αφήσει αυτούς τους λάιφ-στάιλ τσαρλατάνους να μονοπωλούν το καλό όνομα του αναρχισμού και να μιλούν αποκλειστικά ως σύγχρονοι εκπρόσωποι αυτής της υπερήφανης επαναστατικής παράδοσης. Πράγματι, η αποκατάσταση της προταγματικής διάστασης του αναρχισμού και η συγκρότηση ενός ισχυρού, αντισυστημικού ελευθεριακού κινήματος αποτελεί κατά την άποψη μας, ύψιστο καθήκον για κάθε ελευθεριακό αγωνιστή της εποχής μας. 

[vi] Blaumachen, Η ανάδυση του (μη-) υποκειμένου,  http://rioter.info/2012/02/19/%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B7-%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%B2laumachen-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%86%CE%AF/. Για τον νομαδισμό ως περιεχόμενο της προλεταριακής επανάστασης του μέλλοντος δες την μπροσούρα B. Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση (Blaumachen & Rioters, 2011).

[vii] Αόρατη Επιτροπή, Η Εξέγερση που Έρχεται (Ελεύθερος Τύπος, 2010), σελ.103.

[ix] «Τα επαναστατικά συνδικάτα συζητούν για την Σοσιαλιστική δράση με τον ίδιο τρόπο που οι στρατιωτικοί συγγραφείς συζητούν για τον πόλεμο. Περιορίζουν το σύνολο του Σοσιαλισμού στην γενική απεργία. Ερμηνεύουν όλους τους πιθανούς συνδυασμούς δράσεων με γνώμονα την κλιμάκωση τους σε αυτήν την καταστροφική στιγμή. Βλέπουν κάθε απεργία σαν μια προκαταρκτική άσκηση, μια προεργασία, μια προετοιμασία για την μεγάλη τελική αναταραχή [….] Αυτά τα αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν να έχουν παραχθεί με κάποιο βέβαιο τρόπο χρησιμοποιώντας απλή γλώσσα. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένα σώμα από εικόνες, οι οποίες μέσω της διαίσθησης και μόνο, και προτού προβούμε σε εμπεριστατωμένες αναλύσεις, θα είναι ικανές να εγείρουν ως ένα αδιαίρετο σύνολο την μεγάλη μάζα των συναισθημάτων που αντιστοιχούν στις διαφορετικές εκφάνσεις του πολέμου που έχει εξαπολύσει ο Σοσιαλισμός ενάντια στην μοντέρνα κοινωνία. Οι Συνδικαλιστές επιλύουν στην εντέλεια αυτό το πρόβλημα, επικεντρώνοντας το συνολικό περιεχόμενο του Σοσιαλισμού στο δράμα της γενικής απεργίας». Στο G. Sorel, Reflections on Violence (Peter Smith, 1941), σελ.127, 131. Φυσικά, η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στην Σορελιανή έννοια της Γενικής Απεργίας του τότε και την ανορθολογική έννοια της Εξέγερσης του σήμερα, είναι ότι ο Σορέλ πρότεινε την ανάδειξη της μυθικής διάστασης της Γενικής Απεργίας σαν όχημα διατήρησης της αντισυστημικής μαχητικότητας ενός ανταγωνιστικού κινήματος της εργατικής τάξης που προϋπήρχε και κινδύνευε να περιέλθει στον έλεγχο του κοινοβουλευτικού σοσιαλιστικού ρεφορμισμού. Αντίθετα, στις μέρες μας η αφηρημένη έννοια της Εξέγερσης χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της ανάγκης για τη δημιουργία μαζικού ανταγωνιστικού κινήματος και γι’ αυτό αποτελεί εμπόδιο στον σχηματισμό «από τα κάτω» ενός αντισυστημικού πόλου που θα λειτουργήσει ως πολιτικό αντίβαρο στην παντοκρατορία του συστήματος.

[x] E. Malatesta, The Anarchists in the Present Time, http://dwardmac.pitzer.edu/Anarchist_Archives/malatesta/pres.html.

[xi] Fire in Cairo: an Egyptian anarchist talks about the January 25th revolt, http://libcom.org/library/fighting-dictators-old-new-egyptian-anarchist-talks-about-january-25th-revolt.

[xii] The Committees to Safeguard the Revolution-the example of Bizerte, http://www.anarkismo.net/article/19358.

[xiii] «Εβδομηνταπέντε χρόνια αγώνων και εντατικής αναρχικής διαφωτιστικής δουλειάς προετοίμασαν τους ισπανούς βιομηχανικούς και αγροτικούς εργάτες για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της κοινωνικής επανάστασης». S. Dolgoff, Αναρχικές Κολλεκτίβες (Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1982), σελ. 64.

[xiv] Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: 10 Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος, 2008), σελ. 370.

[xv] Το 1753 δημοσιεύτηκε στην Γαλλία μια εχθρική βιβλιοκριτική ενάντια σε ανθρωπολογική μελέτη που δημοσίευσε ο ουτοπικός σοσιαλιστής Μορέλυ στην οποία ισχυριζόταν ότι οι κομμουνιστικές τάσεις είναι έμφυτες στην ανθρώπινη φύση. Έγραφε ο σκοταδιστής αρθρογράφος της αντιδραστικής «La Bibliotheque Impartiale»: «Γνωρίζουμε αρκετά καλά ότι υπάρχει μια απόσταση που χωρίζει τις πιο ευγενείς εικασίες αυτού του τύπου [περί κομμουνισμού στην ανθρώπινη φύση] και της πιθανότητες πραγματοποίησης τους. Γιατί στην θεωρία κάποιος μπορεί να κατασκευάζει φανταστικούς ανθρώπους που προσχωρούν υπάκουα σε κάθε κοινωνική ρύθμιση και με τον ίδιο ζήλο υποστηρίζουν τις απόψεις του νομοθέτη. Αλλά μόλις κάποιος αποπειραθεί να εφαρμόσει αυτά τα πράγματα στην πράξη, τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσει τους ανθρώπους όπως αυτοί είναι πραγματικά, δηλαδή υποτακτικοί, τεμπέληδες, ή αλλιώς κυριευμένοι από κάποιο βίαιο πάθος». Στο G. Plechanoff, Anarchism and Socialism (C. H. Kerr & Company, 1925), σελ.22. 

[xvi] E. Hobsbawm, Επαναστάτες (Θεμέλιο, 2008), σελ.248-9.

[xvii] Σε αυτό το πνεύμα θα πρέπει να ερμηνεύσουμε το αυθόρμητο πετροβόλημα από τους διαδηλωτές κάθε λογής γραβατωμένου, «επίσημου» προσκεκλημένου που προσπαθούσε να εισέλθει στην φετινή διεθνή έκθεση Θες/νικης, ενώ λίγα τετράγωνα πιο πέρα μαίνονταν οι μάχες ανάμεσα στους μπάτσους και τους εξαγριωμένους διαδηλωτές.

[xviii] E. Malatesta, About my Trial: Class Struggle or Class Hatred?, http://dwardmac.pitzer.edu/Anarchist_Archives/malatesta/trial.html.

[xix] Παραφράζουμε εδώ το γνωστό ανέκδοτο που αναφέρεται στο Η Εξέγερση που Έρχεται: «Τι είναι 100 οικονομολόγοι του ΔΝΤ στον πάτο της θάλασσας; Μια καλή αρχή».

[xx] Τ. Φωτόπουλος, Από τον σοσιαλφιλελευθερισμό στον σοσιαλφασισμό, http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2009/12_19.html.

[xxii] Κι ας σπάνε το κεφάλι τους οι «αξιοσέβαστοι» πολιτικοί αναλυτές των συστημικών εφημερίδων και τηλεοπτικών καναλιών για να ανακαλύψουν τους λόγους που θα εξηγήσουν την δήθεν «αιφνιδιαστική» εκλογική άνοδο των κομμάτων της ρατσιστικής ακροδεξιάς σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. 

[xxiii] Ήδη ένα πρώτο ενδεικτικό κρούσμα της μετατροπής φιλοχουντικών κοινωνικών δυνάμεων σε παραστρατιωτικά σώματα επιφορτισμένα από τον κομματικό μηχανισμό με την δια τη βίας υλοποίηση των μέτρων της συστημικής αναδιάρθρωσης σε όλους τους τομείς, είχαμε στο ΤΕΙ Θες/νικης, όπου μια οπλισμένη συμμορία από ΔΑΠίτες κατέλαβε το ΤΕΙ και «περιφρούρησε» την εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη του νεοπαγούς Συμβουλίου Διοίκησης του ιδρύματος (http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1396720). Η επιθετική αυτή στάση των μηχανισμών της συστημικής χούντας, δείχνει τον λόγο για τον οποίο οι μορφές δράσης που προσιδιάζουν στον αντιφασιστικό ακτιβισμό πρόκειται να ηγεμονεύσουν στο μέλλον ως κυρίαρχη μορφή ταξικής άμυνας του προλεταριάτου και διεξαγωγής της κοινωνικής πάλης.

[xxiv] «Είναι αλήθεια ότι οι αναρχικοί είναι τόσο απίθανο να κάνουν πετυχημένες επαναστάσεις στο μέλλον όσο ήταν και στο παρελθόν. Για να χρησιμοποιήσω μια φράση που είπε ο Μπακούνιν για την αγροτιά: μπορεί να είναι ανεκτίμητοι την πρώτη μέρα μιας επανάσταστης, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο πως τη δεύτερη μέρα θα είναι εμπόδιο». E. Hobsbawm, Επαναστάτες, σελ. 103.

[xxv] Ελληνικό Δίκτυο για την Περιεκτική Δημοκρατία,‘Εκκληση για Ένα Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης, http://www.periektikidimokratia.org/anakoinoseis/2012-02-19/metopo-koinonikis-ethnikis-apeleftherosis#_1.

[xxvi] Για την πορεία της ελληνικής οικονομίας προς την εντεινόμενη εξάρτηση και τελικά προς την χρεοκοπία βλέπε τα έργα, Εξαρτημένη Ανάπτυξη: Η Ελληνική Περίπτωση (http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grbooksexartimeni/grbooksexartimeni.htm) και το άρθρο, Economic Restructuring and the Debt Problem: the Greek Case (http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/english/brvarious/restruct_irae_92.htm). Για την τρέχουσα κρίση βλέπε το έργο, Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ (Γόρδιος, 2010).

[xxvii] J. Biehl, “Ecology” and the Modernization of Fascism in the German Ultra-Right, http://www.spunk.org/texts/places/germany/sp001630/janet.html.

[xxviii] «Την έρευνα, επομένως, για τις συγκεκριμένες μονάδες, στις οποίες θα έπρεπε να στραφούν οι τοπικές επενδύσεις, καθώς και για τη γεωγραφική κατανομή τους (δηλ. τις δυνατότητες κάθε τοπικής οικονομίας να αναλάβει την υλοποίηση τους) θα μπορούσαν να αναλάβουν τα σήμερα φυτοζωούντα ερευνητικά κέντρα (ΚΕΠΕ, ΕΚΚΕ, κλπ.) σε συνεργασία με τα προτεινόμενα τοπικά ερευνητικά κέντρα του δικτύου των τοπικών τραπεζών». Και πιο κάτω, «Με αυτή την έννοια οι τοπικές τράπεζες, οι οποίες σε αυτό το στάδιο θα ήταν παραρτήματα των εθνικοποιημένων τραπεζών, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για τις μελλοντικές Δημοτικές Τράπεζες που θα ελέγχουν οι τοπικές συνελεύσεις». Στο Τ. Φωτόπουλος, Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ (Γόρδιος, 2010), σελ. 391-2.

[xxix] Στο S. Dolgoff, σελ.75.

[xxx] «[Η μεταβατική στρατηγική της ΠΔ] έρχεται σε αντίθεση με τη στρατηγική του κρατικιστικού σοσιαλισμού η οποία καταλήγει στη δημιουργία μιας ξεκάθαρα αντισυστημικής συνειδητοποίησης μόνο στην πρωτοπορία…». Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: 10 Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος, 2008), σελ. 482.

[xxxi] W. Doyle, The Oxford History of the French Revolution (Oxford University Press, 1990).

[xxxii] Δεν θα συζητηθούν εδώ τα γεγονότα της Ισπανίας τα οποία είναι ευρέως γνωστά και αποτυπώνουν ανάγλυφα την θεμελιώδη ασυμβατότητα και το ιστορικό μοτίβο σύγκρουσης ανάμεσα στις ταξικές δυνάμεις της αυτονομίας που στην δεδομένη ιστορική συγκυρία εξέφρασαν οι αναρχικοί, με τις δυνάμεις της ετερόνομης αντίδρασης που περισσότερο από κάθε άλλη φορά και με τρόπο αδιάντροπο, ενσάρκωσαν οι κομμουνιστές. Έξω από το αναλυτικό πλαίσιο του κειμένου έχουμε αφήσει σκόπιμα άλλη μια μεγάλη ελευθεριακή επανάσταση, αυτή του Ουγγρικού λαού ενάντια στον σοβιετικό ιμπεριαλισμό το 1956. Η τεράστια σημασία και τα τρομακτικά κατορθώματα των δύο αυτών επαναστάσεων χρήζουν ξεχωριστής και μακροσκελούς ανάλυσης.

[xxxiii] Βλέπε για παράδειγμα ιστορικές αναλύσεις που ερμηνεύουν την «επαναστατική» τυραννία των μπολσεβίκων ως οργανική προέκταση μιας μακράς παράδοσης κυβερνητικού δεσποτισμού που κάνει την δυναμική επανεμφάνιση του σε κάθε επεισόδιο της Ρωσικής ιστορίας, από τον «Μεγάλο» Πέτρο, μέχρι τον «πατερούλη» Στάλιν.

[xxxiv] «Γι’ αυτό και στο στάδιο αυτό του εθνικο-κοινωνικού απελευθερωτικού αγώνα δεν θέτουμε θέμα της μελλοντικής μορφής που θα πάρει η απελευθερωμένη ελληνική κοινωνία, την οποία θα πρέπει να επιλέξει ο ίδιος ο Ελληνικός λαός, μέσα από απόλυτα δημοκρατικές διαδικασίες, αφού προηγουμένως έχει επιτύχει την εθνικο-κοινωνική απελευθέρωση του, μέσα από την κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας». Τ. Φωτόπουλος, Η οικονομική καταστροφή που επιβάλλουν οι ξένες και ντόπιες ελίτ, η πολυδιάστατη κρίση και η Άμεση Δημοκρατία, Τεύχος 23 Χειμώνας – Άνοιξη 2012, σελ.100.

[xxxv] Πιο πρόσφατο παράδειγμα η δημόσια αποκήρυξη του πρώην στελέχους της ΚΝΕ Αλέκου Χαλβατζή.

[xxxvi] S. Dolgoff, σελ. 114-129.

[xxxvii] «Λίγα λόγια για την εντατική ενασχόληση των Ισπανών αναρχικών με την αντιεξουσιαστική ανοικοδόμηση της κοινωνίας. Είχε ονομασθεί ‘έμμονη ιδέα’ και μάλιστα όχι αδικαιολόγητα. Για παράδειγμα, το Συνέδριο της Σαραγόσας το Μάη του 1936, καθόρισε με κάθε λεπτομέρεια την οργάνωση και τη δομή του αντιεξουσιαστικού κομμουνισμού και τα αναγκαία πρώτα βήματα προς την πλήρη πραγματοποίηση της νέας κοινωνίας. […] Με δύο λόγια, συζητήθηκαν όλα τα προβλήματα, περιλαμβανομένων και των σχέσεων με μη αντιεξουσιαστικά άτομα και ομάδες, του εγκλήματος, του παραπτώματος, της ισότητας των δύο φίλων, τα δικαιώματα του ατόμου, κλπ.». S. Dolgoff, σελ. 85.

[xxxviii] Σύμφωνα πάντα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που δίνει η ΕΛΣΤΑΤ που ως γνωστό είναι πολύ μικρότερα από τα πραγματικά νούμερα της αδήλωτης ανεργίας.

[xxxix] Τ. Φωτόπουλος, Αντι-συστημική εξέγερση στην Ελλάδα, http://www.inclusivedemocracy.org/pd/is18-19/issue_18-19_takis_eksegersi_stin_ellada.htm.

Η Λιβύη και η Συρία στο Έτος Μηδέν

Η ιδεολογική τρομοκρατία του συστήματος στα εναλλακτικά μέσα  

Το ζωώδες λιντσάρισμα ενός τραυματισμένου και ημιλιπόθυμου Καντάφι από έναν εξαγριωμένο όχλο αντικαθεστωτικών, αποτέλεσε έναν ταιριαστό επίλογο στον εγκληματικό εμφύλιο πόλεμο που υποκίνησε το ΝΑΤΟ στη Λιβύη για να πετύχει την βίαιη αλλαγή καθεστώτος στη χώρα. Το μακάβριο τελετουργικό εξόντωσης του άλλοτε κραταιού ηγέτη στα χέρια των ένοπλων διωκτών του υποτίθεται ότι σηματοδοτούσε, από την μία, την τυπική λήξη του εμφυλίου και την οριστική επικράτηση των «εξεγερμένων» επί των δυνάμεων της κανταφικής «τυραννίας». Από την άλλη, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Robert Fisk, το φρικτό τέλος του Καντάφι και η ανακύκλωση της σκηνής της άγριας δολοφονίας του από τα συστημικά ΜΜΕ αναμφίβολα προοριζόταν να αποτελέσει προειδοποίηση για την μοίρα που περιμένει έναν ακόμη Άραβα αρχηγό κράτους που αυτή τη στιγμή παλεύει για την πολιτική – αλλά και φυσική – επιβίωση του, τον Μπασάρ αλ-Άσαντ της Συρίας. [i] Είναι πραγματικά αξιοπερίεργο ότι η πλημμυρίδα από αναρτήσεις, σχόλια και κείμενα υπέρ της λιβυκής «εξέγερσης» που κατέκλυζαν τα εναλλακτικά μέσα (σε πλήρη συμμόρφωση με την κυρίαρχη γραμμή των συστημικών μίντια πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε) για όσο καιρό διαρκούσαν οι εχθροπραξίες, σχεδόν εξαφανίστηκε έπειτα από την επιτυχή έκβαση της νατοϊκής επιχείρησης και την είσοδο των thuwar[ii] από την Ζιντάν και την Μιζράτα στην πρωτεύουσα Τρίπολη και το Μπάνι Ουαλίντ. Όλες οι στρατιές των παθιασμένων «εξεγερσιακών» μπλόγκερ που για μήνες ζητούσαν την κεφαλή του τυράννου στο πιάτο και απαιτούσαν από τις ιστοσελίδες τους έναν άνευ όρων όρκο πίστης από κάθε αναρχικό και ελευθεριακό στην υπόθεση της «απελευθέρωσης» του λιβυκού «προλεταριάτου», υπό την απειλή του εξοβελισμού του εκάστοτε διαφωνούντα από την κοινότητα εικονικών «υπερ-αναρχικών» που έχουν δημιουργήσει στον κυβερνοχώρο, πολύ απλά απέσυραν το ενδιαφέρον τους από την πολύπαθη χώρα ακριβώς την ώρα που η «επανάσταση» την οποία τόσο υπερασπιζόντουσαν θριάμβευσε στο στρατιωτικό επίπεδο και η ριζοσπαστική αναδόμηση της λιβυκής κοινωνίας μπορούσε – θεωρητικά έστω – επιτέλους να ξεκινήσει!

Κατά τη διάρκεια του εννιάμηνου πολέμου, όσες ομάδες, συλλογικότητες αλλά και μεμονωμένα άτομα αρνήθηκαν να προσφέρουν «γη και ύδωρ» στο νατοϊκό πεζικό τονίζοντας το γεγονός ότι καμία απελευθερωτική διεργασία δεν ήταν δυνατό να επικρατήσει στη Λιβύη εφόσον η «εξέγερση» έσπευσε να προσδέσει τις τύχες της στο άρμα της υπερεθνικής ελίτ μέσω της νατοϊκής επέμβασης, χρειάστηκε να υποστούμε το υβρεολόγιο και τις βιτριολικές επιθέσεις των ιντερνετικών υπέρμαχων του ξεσηκωμού που μας χαρακτήρισαν συλλήβδην ως «απολογητές της τυραννίας», ως «νοσταλγούς της χούντας», ως «καθεστωτικά φερέφωνα» και «προπαγανδιστές της σφαγής του άμαχου λιβυκού λαού». Όταν προειδοποιήσαμε επανειλημμένα για την αντιδραστική κοινωνική σύνθεση των δυνάμεων των εξεγερμένων[iii], για τα ρατσιστικά πογκρόμ που εξαπέλυσαν ενάντια στους αφρικανούς μετανάστες και τους μαύρους λίβυους, τις έντονες ουαχαμπίτικες θεολογικές επιρροές μέσα στις τάξεις των μαχητών και την πολιτική ηγεμονία της αστικοδημοκρατικής συμμορίας της Βεγγάζης πάνω στο κίνημα, οι ιντερνετικοί μαχητές της ελευθερίας μας αντέτειναν την ύπαρξη μιας μαζικής «προλεταριακής» συνιστώσας-φάντασμα που τάχα δεν συμφωνούσε ούτε με το ΝΑΤΟ, ούτε με τη σκιώδη κυβέρνηση του Αμπντελτζαλίλ και θα έκανε την «επανάσταση» στην Λιβύη. Έφτανε ο Καντάφι να κατακρημνιστεί από την εξουσία, ακόμη και αν η πτώση του ήταν η άμεση συνέπεια μιας νατοϊκής επιδρομής. Στην ψύχραιμη ανάλυση των ταξικών συσχετισμών που επικρατούσαν στην λιβυκή κοινωνία, την χαρτογράφηση των κοινωνικών στρωμάτων που απάρτιζαν τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα και τη χρόνια ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στο κανταφικό καθεστώς και τον βασικό θεσμό της ετερονομίας στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, οι υποστηρικτές της εξέγερσης απαντούσαν ότι μιλούν στο όνομα του Λαού που πήρε τα όπλα ενάντια στον Τύραννο. Στην πρεμούρα τους να στηρίξουν το νατοϊκό πραξικόπημα, οι «υπέρ-αναρχικοί» μας φαίνεται πως ξέχασαν ότι η αφηρημένη οντότητα του καθαγιασμένου «Λαού», έτσι γενικά και αόριστα χωρίς αναφορές στο ταξικό υπόβαθρο και την απελευθερωτική δυναμική μιας εξέγερσης, υπάρχει μόνο στον πολιτικό λόγο των απολιθωμένων σχηματισμών της σταλινογενούς Αριστεράς. Άλλωστε, τα όπλα ενάντια στο καθεστώς τα σήκωσε και ο Χίτλερ το 1923, οι φαλαγγίτες του Πρίμο ντε Ριβέρα το ‘36 στην Ισπανία και το 2008 οι πλούσιοι λευκοί της επαρχίας Σάντα Κρουζ της Βολιβίας αντιδρώντας στα μέτρα που εισήγαγε ο Μοράλες για αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου.[iv] Θα έπρεπε και τότε οι αναρχικοί και οι ελευθεριακοί αριστεροί να είχαν υποστηρίξει τους «εξεγερμένους»; Με αυτές τις πρακτικές ιδεολογικής τρομοκρατίας επιχειρήθηκε η απονομιμοποίηση του αντιμπεριαλιστικού λόγου μέσα στον ελευθεριακό / αναρχικό χώρο. Με τον λεκτικό τραμπουκισμό και την διαπόμπευση όσων τόλμησαν να διαφωνήσουν, επιχειρήθηκε η κατάπνιξη της άλλης άποψης.

Τότε ποιος είναι ο λόγος που οι ιντερνετικοί «μαχητές της ελευθέριας», εκείνοι που προπαγάνδιζαν τις πληβειακές καταβολές και την χειραφετική διάσταση της «ασυγκράτητης» λιβυκής εξέγερσης (που ήταν έτοιμη να εκπνεύσει πριν την επιδρομή της υπερεθνικής ελίτ και μόλις που κρατήθηκε στη ζωή με την τεχνητή υποστήριξη των βομβαρδισμών της νατοϊκής αεροπορίας), δεν μας βομβαρδίζουν πλέον με αναρτήσεις στα εναλλακτικά μίντια για το Έτος Μηδέν της Λιβυκής Επανάστασης; Αναρωτιέται κανείς γιατί δεν μας κρατούν ενήμερους και αλληλέγγυους αναφορικά με τα συνταρακτικά επιτεύγματα της επανάστασης στη χώρα από την ώρα που ο τύραννος εξολοθρεύτηκε. Γιατί δεν βάζουν όλους εμάς τους άπιστους Θωμάδες στη θέση μας παραθέτοντας τις προόδους της «επανάστασης μέσα στην επανάσταση», την άνοδο της αντιεξουσίας των λαϊκών επιτροπών, το αντιμπεριαλιστικά και φιλολαϊκά μέτρα που εφαρμόζουν κόντρα στις «εκσυγχρονιστικές» μεταρρυθμίσεις της ξενόδουλης ελίτ του Μεταβατικού Συμβουλίου. Τόσο γρήγορα έχασαν το ενδιαφέρον τους για την εξέγερση που αποτελούσε την μεγάλη ελπίδα της ανθρωπότητας (όπως το παρουσίαζαν); Γιατί τηρείται σιγή ασυρμάτου από την πλευρά των εξεγερσιακών μουτζαχεντίν σε όλα αυτά τα θέματα που αφορούν τα αποτελέσματα της εξέγερσης που με τόσο πάθος υπερασπίστηκαν; 

Η πολιτική τρομοκρατία και ο ρατσισμός στο γκουλάγκ της νέας Λιβυκής «δημοκρατίας» 

Ίσως γιατί οι διεργασίες που συντελούνται στη Λιβύη της μετά-Καντάφι εποχής απέχουν πολύ κι έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με την εξιδανικευμένη αυτή αφήγηση της ανάδυσης μιας «δημοκρατικής» Λιβύης. Η μετεπαναστατική Λιβύη έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο κάτεργο όπου πάνω από 7.000 άνθρωποι κρατούνται υπό άθλιες συνθήκες από τους κουμπουροφόρους των πολιτοφυλακών που πολέμησαν για λογαριασμό του Μεταβατικού Συμβουλίου. Όπως γράφουν ακόμη και συστημικά δημοσιογραφικά έντυπα οι φυλακισμένοι υφίστανται συστηματικές κακοποιήσεις, ξυλοδαρμούς και βασανιστήρια. Στερούνται οποιασδήποτε επαφής και επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, δεν έχουν καμία πρόσβαση σε συνήγορο υπεράσπισης ή σε οποιαδήποτε οργανωμένη νομική διαδικασία μέσω της οποίας θα μπορούσαν να αντικρούσουν όποιες κατηγορίες τους βαρύνουν, ή να προσβάλλουν την απάνθρωπη μεταχείριση που υφίστανται από τους απαγωγείς τους.[v]

Φυσικά, η επαναστατική δικαιοσύνη δεν έχει την πολυτέλεια πάντα να ενσωματώνει στην δομή και την πρακτική της τις λεπτεπίλεπτες διευθετήσεις που περιλαμβάνει το αστικό δίκαιο σε συνθήκες κοινωνικής ομαλότητας. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι έτσι, αφού η λειτουργία της επαναστατικής δικαιοσύνης είναι αποφασιστικά διαφορετική από εκείνη της συμβατικής δικαιοσύνης. Ενώ η συμβατική δικαιοσύνη καταγίνεται με την προάσπιση και καταναγκαστική εφαρμογή των κανόνων ενός ετερόνομου κοινωνικού συστήματος που ήδη έχει επιβληθεί σε όλα τα επίπεδα, η επαναστατική δικαιοσύνη έχει τον χαρακτήρα ενός ταξικού όπλου σε συνθήκες κοινωνικού πολέμου, ενός πολιτικού εργαλείου μέσω του οποίου τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα που στηρίζουν την επανάσταση προσπαθούν να συγκροτήσουν και να επιβάλλουν τις βασικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές παραμέτρους μιας νέας μορφής οργάνωσης της κοινωνίας. Έτσι, ενώ το συμβατικό δίκαιο εξετάζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μεμονωμένα άτομα υποπίπτουν σε επιμέρους παραβάσεις δευτερευόντων πτυχών του συστήματος κανόνων που υπάρχει για να αναπαράγει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, η επαναστατική δικαιοσύνη παρεμβαίνει ενεργά στους ταξικούς συσχετισμούς δύναμης προκειμένου να εντοπίσει και να εξουδετερώσει πολιτικά τον «εσωτερικό εχθρό», δηλαδή εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που διάκεινται εχθρικά απέναντι στην επανάσταση, το πρόγραμμα και τους στόχους της. Η εγκληματική ευθύνη που στοιχειοθετείται δεν αφορά απαραίτητα τις ατομικές ενέργειες του καθενός με την έννοια μιας εξαίρεσης σε αυτό που ο ποινικός κώδικας ορίζει ως κοινώς αποδεκτή συμπεριφορά, αλλά το σύνολο της δράσης και των καταβολών του ως τμήμα της ευρύτερης κοινωνικής μονάδας στην οποία ανήκει το άτομο.[vi] Η μαζική σφαγή των αριστοκρατών κατά τη φάση της τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης δεν έγινε επειδή ο κάθε μεμονωμένος αριστοκράτης είχε διαπράξει ενέργειες που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως υπονομευτικές ή εχθρικές απέναντι στο νεοσύστατο καθεστώς της «δημοκρατίας», αλλά επειδή ήταν απαραίτητη η αποψίλωση των αριστοκρατών και η αποδυνάμωση τους ως κοινωνικής τάξης απόλυτα αντίθετης και ασύμβατης προς την επανάσταση.  

Ωστόσο, θα πρέπει οπωσδήποτε να είμαστε σε θέση να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στην προλεταριακή δικαιοσύνη ενός επαναστατικού ξεσηκωμού που λειτουργεί μέσα σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου και αποβλέπει πρωτίστως στην προαγωγή των συμφερόντων της επανάστασης και στην κατάπνιξη των δυνητικών εστιών αντίστασης (πολιτικές και οικονομικές ελίτ, προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, κλπ.) στην νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης, και στην ωμή τρομοκρατία που ασκείται από μια μειοψηφία για να επιβάλλει την εξουσία της στο σύνολο της κοινωνίας χρησιμοποιώντας την έννοια της «επαναστατικής δικαιοσύνης» ως ιδεολογική επικάλυψη. Για παράδειγμα, αυτή ήταν η περίπτωση της «δικαιοσύνης» στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου μια μειοψηφία από γραφειοκράτες του κομμουνιστικού κόμματος και οι οπαδοί τους κατέλαβαν την εξουσία με τις πλάτες του Κόκκινου Στρατού κι επέβαλαν ένα καθεστώς στυγερής αστυνομοκρατίας μέσα στο οποίο βασίλευε η απόλυτη υποταγή στα συμφέροντα του Κράτους, βαφτίζοντας το τερατούργημα αυτό «προλεταριακή λαϊκή δικαιοσύνη». Αυτή είναι και η περίπτωση της Λιβύης, όπου η απονομή «δικαιοσύνης» στην μετά-Καντάφι εποχή έχει περιέλθει στην δικαιοδοσία των ένοπλων συμμοριών και των πολεμάρχων που δουλεύουν για λογαριασμό του Μεταβατικού Συμβουλίου και διοικούν τις σφαίρες επιρροής που η κάθε μία έχει χαράξει μέσω του εκφοβισμού και της ωμής τρομοκρατίας.     

Για του λόγου το αληθές, αρκεί να αναφέρουμε ότι πολλά μέλη της πράσινης αντίστασης εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες όταν έπεσαν στα χέρια των αντιπάλων τους, ενώ στις περιπτώσεις που οι μαχητές κατάφεραν να διαφύγουν, οι πολιτοφυλακές της «εξέγερσης» προσέφυγαν στην ναζιστική κατοχική μέθοδο της αρπαγής συγγενικών προσώπων των μαχητών και την χρησιμοποίηση τους ως ομήρων για να εξασφαλίσουν την νομιμοφροσύνη του πληθυσμού και την ειρήνευση των προπυργίων του καθεστώτος. Ειδικά σε μέρη όπως το Μπάνι Ουαλίντ, η Ζαουίγια, η Αζιζία,  η Σίρτη και μεγάλα τμήματα της Τρίπολης όπου το φιλο-καθεστωτικό στοιχείο ήταν κυρίαρχο, οι «εξεγερμένοι» έχουν εξαπολύσει ένα καθεστώς εκτεταμένης τρομοκρατίας ενάντια στον άμαχο πληθυσμό, ενώ υπάρχουν ολόκληρες πόλεις και χωριά που αφανίστηκαν από την μανία του πεζικού του ΝΑΤΟ επειδή οι κάτοικοι τους πολέμησαν με μανία ενάντια στην – κατά τα άλλα – «παλλαϊκή» εξέγερση.[vii]

Η Ταουέργκα, μια πόλη τριάντα χιλιάδων κατοίκων ο πληθυσμός της οποίας απαρτιζόταν αποκλειστικά από μαύρους λίβυους, ένιωσε από πρώτο χέρι το ρατσιστικό μένος των «μαχητών της ελευθερίας» όταν καταλήφθηκε από την ταξιαρχία της Μιζράτα. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι πολιτοφύλακες πέρασαν την πόλη και τον πληθυσμό της από φωτιά και τσεκούρι. Την κατέστρεψαν ολοσχερώς και όσοι μαύροι κάτοικοι δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν στο Μπάνι Ουαλίντ ή την Σίρτη έπεσαν θύματα της ρατσιστικής παράνοιας των διωκτών τους οι οποίοι οργάνωσαν τελετουργικά λιντσαρίσματα μαύρων «μισθοφόρων» στα κεντρικά σημεία της κατεχόμενης πόλης προς τέρψη της βαρβαρότητας των «εξεγερμένων» μαχητών.[viii] Οι διοικητές της ταξιαρχίας της Μιζράτα προσπάθησαν να αντικρούσουν τις κατηγορίες περί ρατσισμού και να δικαιολογήσουν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν στην Ταουέργκα, ισχυριζόμενοι ότι οι δολοφονίες αποτέλεσαν πράξεις αντεκδίκησης απέναντι σε έναν πληθυσμό μαύρων «μισθοφόρων» που είχε ταχθεί αναφανδόν στο πλευρό του τυράννου και στο παρελθόν είχε τρομοκρατήσει την πόλη τους συμμετέχοντας στις δυνάμεις κρούσης του καθεστώτος.

Ωστόσο, η ίδια η ιδεολογικοποιημένη αφήγηση της πολιορκίας και της συνακόλουθης ισοπέδωσης της Ταουέργκα από τους αρχηγούς της Μιζράτα εμπεριέχει προφανείς ρατσιστικές συνδηλώσεις. Η εθνοφυλετική επιθετικότητα απέναντι σε αυτό που ταξινομείται ως αλλότριο και διαφορετικό αυτοπροσδιορίζεται πάντα ως πράξη συλλογικής αυτοάμυνας ενάντια σε μια επικείμενη απειλή. Όπως έχει δείξει σε ένα καλά τεκμηριωμένο άρθρο του ο Maximilian Forte, ο ρατσισμός των Λίβυων αραβικής καταγωγής ενάντια στην μαύρη μερίδα του πληθυσμού της χώρας (1,4 εκατ.) έχει ιστορία και βαθιές ρίζες που εκτείνονται από την περίοδο της μοναρχίας μέχρι εκείνο το κομμάτι της παλαιάς καθεστωτικής ελίτ που πρόσφερε ανοχή και στήριξε έμμεσα τις φυλετικές ταραχές και τις ρατσιστικές επιθέσεις του 2000 ενάντια στους μαύρους Λίβυους και τους μετανάστες (αφρικανοί εργάτες και φοιτητές σε λιβυκά παν/μια), για να αναλάβει έπειτα την ηγεσία των εξεγερμένων τμημάτων του πληθυσμού ενάντια στον Καντάφι τον Φεβρουάριο του 2011.[ix] Δεν επρόκειτο απλώς για μια επιδερμική ιδεολογική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του καθεστώτος ανάμεσα στην τάση των παναφρικανιστών και σε εκείνη των ακροδεξιών αράβων εθνικιστών, αλλά για μια βίαιη αντίδραση ενός μέρους των δυνάμεων που απάρτιζαν το κανταφικό μπλοκ εξουσίας στην διαφαινόμενη «αφρικανική στροφή» που πραγματοποίησε ο Καντάφι στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής.

Βασικό εργαλείο υλοποίησης αυτής της πολιτικής ήταν η διοχέτευση σημαντικών πόρων από τα κρατικά έσοδα (κυρίως πετρελαϊκά εισοδήματα) σε πρωτοβουλίες και προγράμματα περιφερειακής ενσωμάτωσης προκειμένου να λειτουργήσει η Λιβύη ως καταλύτης ενοποίησης της Αφρικής και ως κινητήρια δύναμη για την χειραφέτηση της μαύρης ηπείρου από την πολυεπίπεδη εξάρτηση και την υποτέλεια στα συμφέροντα της υπερεθνικής ελίτ. Αρκεί να αναφέρουμε ότι η Λιβύη ήταν με διαφορά ο μεγαλύτερος χρηματοδότης του διακρατικού προγράμματος για την εκτόξευση του πρώτου Αφρικανικού δορυφόρου, που θα απάλλασσε τα κράτη της Αφρικής από την καταβολή ετήσιων τελών χρήσης ύψους 500 εκατομμυρίων δολαρίων στις ευρωπαϊκές πολυεθνικές τηλεπικοινωνιών. Επιπλέον, το παλαιό καθεστώς είχε διαθέσει τριάντα δισεκατομμύρια δολάρια στην Επενδυτική Τράπεζα της Αφρικής, έναν πολυμερή οργανισμό που σαν αποστολή έχει την παροχή δανείων με μηδενικό τόκο για την υλοποίηση αναπτυξιακών έργων στην Αφρικανική ήπειρο – πρωτοβουλία που αποβλέπει στον τερματισμό της κυριαρχίας του ΔΝΤ πάνω στα κράτη της Αφρικής. Τέλος, όλοι γνωρίζουν ότι η Λιβύη ήταν ο αόρατος, παρασκηνιακός αντίπαλος που απέτρεψε τα σχέδια των ΗΠΑ για τη δημιουργία μιας μόνιμης στρατηγικής διοίκησης για την Αφρική, μέσω της προσφοράς γενναιόδωρων οικονομικών κινήτρων προς τις αφρικανικές χώρες που θα αντιστέκονταν στις αμερικανικές πιέσεις για εγκατάσταση μονίμων στρατιωτικών βάσεων.[x] Η απόπειρα σύσφιξης των σχέσεων ανάμεσα στην Λιβύη και τα κράτη της μαύρης Αφρικής με βάση ένα πρόγραμμα βαθμιαίας ενσωμάτωσης σε περιφερειακό επίπεδο και ανεξαρτησίας από την δυτική επικυριαρχία, είχε την αντίστοιχη της διάσταση στο εσωτερικό της λιβυκής κοινωνίας. Πρώτα με την απόδοση ίσων πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στους μαύρους λίβυους οι οποίοι υποβάλλονταν σε σοβαρές φυλετικές διακρίσεις κατά την περίοδο της μοναρχίας και τα τελευταία χρόνια με την αθρόα εισροή αφρικανών εργατών και την θεσμοθέτηση κρατικών προγραμμάτων για χορήγηση υποτροφιών στα λιβυκά ανώτατα μορφωτικά ιδρύματα σε μια πλειάδα φοιτητών από χώρες της υπο-Σαχάρειας Αφρικής.

Ήταν φυσικό η δεξιά πτέρυγα του σκληροπυρηνικού παναραβικού κατεστημένου να εκλάβει αυτή την μεταστροφή της πολιτικής του καθεστώτος ως μια εγκατάλειψη των ιδανικών της παναραβικής ιδεολογίας και ως δυνητικά υπονομευτική για την πολιτισμική κυριαρχία του Αραβικού στοιχείου, ενώ η οικονομική βοήθεια προς τις αφρικανικές χώρες θεωρήθηκε ως άσκοπη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Η μυθολογία περί αφρικανών «μισθοφόρων» που διέπρατταν ωμότητες σε βάρος των «γνήσιων» Λίβυων[xi] είχε από την αρχή το νόημα της δημιουργίας ενός ιδεολογικού πλαισίου μέσα στο οποίο η παρουσία των μαύρων αφρικανών στους κόλπους του λιβυκού έθνους της μετά-Καντάφι εποχής θα ήταν πλήρως απονομιμοποιημένη. Εξάλλου, αν επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε την λέξη «μισθοφόρος» με αναφορές στο πλαίσιο της εθνοφυλετικής κοσμοθεωρίας των «εξεγερμένων», θα διαπιστώσουμε ότι δεν έχει απαραιτήτως την έννοια του αλλοδαπού στρατιώτη που στρατολογήθηκε από το καθεστώς για να πολεμήσει στη Λιβύη αντί χρηματικής αμοιβής. Η παρανόηση αυτή κόστισε στους ακτιβιστές του Human Rights Watch εκατοντάδες ώρες μάταιων ερευνών σε ολόκληρη την Λιβύη, προκειμένου να κατορθώσουν να εντοπίσουν τα ίχνη του μισθοφορικού στρατού-φάντασμα για τα εγκλήματα και την βαρβαρότητα του οποίου υπερθεμάτιζαν διαρκώς τα ΜΜΕ της υπερεθνικής ελίτ σε συνεργασία με τις συνεχείς αλλά αστήρικτες καταγγελίες των ηγετών των «εξεγερμένων».

Αντίθετα, αν υποκαταστήσουμε την τεχνική ερμηνεία του όρου «μισθοφορος», με την πολιτική-ρατσιστική ερμηνεία (που χρησιμοποιήθηκε ως κατηγορία ενάντια στους μαύρους και στις φυλετικές ταραχές του 2000), μπορούμε να κατανοήσουμε ότι με τη λέξη αυτή ο επίσημος πολιτικός λόγος των εξεγερμένων υποδήλωνε τους μαύρους λίβυους πολίτες και τους μαύρους μετανάστες, οι οποίοι στην ουσία δεν ανήκαν στο «πραγματικό» λιβυκό έθνος και πολεμούσαν υπέρ του «δικτάτορα» επειδή το καθεστώς τους είχε εξαγοράσει με κοινωνικές παροχές, επιδοτήσεις και δικαιώματα. Με βάση την παραπάνω ρατσιστική θεώρηση των πραγμάτων, η μαύρη κοινότητα της Λιβύης δεν είναι παρά ένα συνοθύλευμα παρείσακτων «εισβολέων», θεμελιακά ξένων προς τον εθνοτικό και πολιτισμικό πυρήνα του «πραγματικού» λιβυκού έθνους  – δηλαδή, του Αραβικού – που πούλησαν την ψυχή τους στον διάβολο για να συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση στα οικονομικά οφέλη που απλόχερα τους πρόσφερε το παλαιό καθεστώς. Έτσι, αν ο μαύρος πληθυσμός της χώρας πολέμησε στο πλευρό του Καντάφι και αντιτάχθηκε με λύσσα στην νατοϊκή επίθεση, τότε οι αρχές της νέας «επαναστατικής» Λιβύης έχουν κάθε λόγο να αντιμετωπίσουν την μαύρη κοινότητα σαν επικίνδυνη αποσταθεροποιητική δύναμη που πρέπει να συντριφτεί. Τα ρατσιστικά πογκρόμ, οι μαζικές απελάσεις, οι φυλακίσεις και οι δολοφονίες μεταναστών και μαύρων λίβυων δεν είναι παρά αναγκαία μέτρα αυτοπροστασίας που το νεαρό «επαναστατικό» καθεστώς οφείλει να πάρει ενάντια στους αφρικανούς νοσταλγούς της κανταφικής χούντας.[xii]     

Ας διακινδυνεύσουμε μια πρόβλεψη. Η νέα Λιβύη δεν πρόκειται ποτέ να φανεί αντάξια των «επαναστατικών» φαντασιώσεων από τις οποίες πάσχουν οι ιντερνετικοί υποστηρικτές της «εξέγερσης». Δεν πρόκειται καν να αναπτύξει τους βασικούς θεσμούς μιας τυπικής αντιπροσωπευτικής ολιγαρχίας σε εθνικό επίπεδο. Το καινούριο φιλοδυτικό καθεστώς θα πρέπει να προσφύγει σε ένα αστυνομοκρατικό μοντέλο διακυβέρνησης προκειμένου να ελέγξει την κρίσιμη μάζα της συντριπτικής «πράσινης» κοινωνικής πλειοψηφίας, που κατά την άποψη μας έχει κατασταλεί μόνο προσωρινά και αναδιοργανώνεται. Όπως το έθεσε ένας μαχητής της πράσινης αντίστασης, «Δεν έχει σημασία πόσος χρόνος θα χρειαστεί, είναι σίγουρο ότι θα ξεσηκωθούμε και πάλι, όσο σίγουρη είναι και η ανατολή του ηλίου. Είναι μόνο θέμα χρόνου. Μπορεί να μην είναι σήμερα – είμαστε ένας υπομονετικός λαός. Αυτή τη στιγμή, πολλοί από εμάς πρέπει να παραμένουμε αφανείς, ενώ οι ηγέτες ανασυντάσσονται και βάζουν ορισμένα πράγματα στη θέση τους έτσι ώστε να μπορούμε να περάσουμε την αντίστασή μας στο επόμενο επίπεδο, αλλά γνωρίζουμε ότι θα έρθει η ώρα μας κι απλώς περιμένουμε το σύνθημα για να πάρουμε τα όπλα. Θα πρέπει να οργανωθούμε κι αυτό παίρνει χρόνο, ειδικά υπό τις παρούσες συνθήκες της κατοχής. Οι άνθρωποί μας βασανίζονται και βιάζονται και δολοφονούνται επειδή υποστήριξαν τον ηγέτη και υπερασπίστηκαν την επανάσταση τους. Αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε τα σπίτια μας και να παρακολουθούμε αυτά τα σκυλιά να τα καταστρέφουν και να κλέβουν τα πάντα από εμάς. Αλλά η ημέρα μας θα έρθει – δεν μπορούμε ποτέ να ξεχάσουμε τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον μας από το ΝΑΤΟ και αυτούς τους κλέφτες δολοφόνους που αποκαλούν τους εαυτούς τους επαναστάτες και μουσουλμάνους. Αυτό που έχω δει με τα δύο μάτια μου είναι απίστευτο – άνθρωποι που διαπράττουν τις πιο σκληρές πράξεις – εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ενώ φωνάζουν Allahu Akhbar. Είναι σαν τους ανθρώπους υπό την επήρεια ναρκωτικών. Έχουμε αποκαλύψει μαζικούς τάφους υποστηρικτών του Καντάφι – με τα χέρια τους δεμένα πίσω από την πλάτη τους – όλοι εκτελεσμένοι. Θέλω να τους πω ότι θα παρουμε εκδίκηση για κάθε άτομο που βασανίστηκε, για κάθε άτομο που δολοφονήθηκε, για κάθε γυναίκα που βιάστηκε, για κάθε σπίτι που καταστράφηκε και λεηλατήθηκε και για όλα όσα έκαναν στον αγαπητό ηγέτη μας και την οικογένειά του. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό σε μας τους Λίβυους – αυτό είναι ακριβώς που μας συνέβη όταν οι Ιταλοί κατέλαβαν τη γη μας – ξέρουμε την ιστορία μας και τους ήρωές μας. Το NTC έχει ήδη αφαιρέσει την εικόνα του Omar Al Mukhtar από το Λιβυκό δηνάριο, αλλά δεν πειράζει – μπορούν να καταστρέψουν κάθε εικόνα του Omar Al Mukhtar και του ηγέτη, επειδή η ιστορία της ανδρείας του και η γενναιότητα του γιου του Μουαμάρ Καντάφι είναι στις καρδιές μας – αυτούς τους άνδρες δεν μπορείς ποτέ να τους σκοτώσεις – και αυτό μας δίνει την πεποίθηση και τη βεβαιότητα ότι θα υπερισχύσουμε αυτών των κλεφτών και πάλι – πιστέψτε με, είναι απλώς θέμα χρόνου ».[xiii]

   Επιπλέον, η διάλυση του εκτεταμένου κράτους πρόνοιας της Τζαμαχιρία, το ξεπούλημα του λιβυκού πετρελαίου στις πολυεθνικές με όρους σίγουρα ευνοϊκότερους από το 30% των κερδών που τους επιτρεπόταν να αποκομίζουν από τις συμφωνίες που είχαν συνάψει με το παλαιό καθεστώς[xiv], η ανάγκη «απελευθέρωσης» της αγοράς εργασίας και διαπαιδαγώγησης του «παραχαϊδεμένου» λίβυου εργάτη στη νέα σκληρή πραγματικότητα των εργασιακών σχέσεων μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς[xv], υποσκάπτουν τα οικονομικά μέσα που έχει στη διάθεση του το Μεταβατικό Συμβούλιο για να αντλήσει κοινωνική νομιμοποίηση για την εξουσία του.[xvi] Αν στα παραπάνω προσθέσουμε και την άνοδο του «ισλαμικού εμιράτου» της Τρίπολης, όπου φανατικοί ουαχαμπίτες μουσουλμάνοι αισθάνονται αρκετά δυνατοί ώστε να βεβηλώνουν τους τάφους «αιρετικών» σουφιστών θεολόγων και να επιβάλλουν τη διακοπή επιδείξεων μόδας για να εξαγνίσουν την «χαμένη τιμή» της πρωτεύουσας στα μάτια του θεού[xvii], τότε καταλαβαίνει κανείς ότι στο μέλλον που περιμένει τα μη-προνομιούχα κοινωνικά στρώματα της χώρας, μάλλον δεν περιλαμβάνεται η αναδιοργάνωση της λιβυκής κοινωνίας σε ελευθεριακά πρότυπα. 

Εξαγωγή της «επανάστασης» στη Συρία 

Δεν είναι τυχαίο ότι ο εμίρης (στρατιωτικός διοικητής) της Τρίπολης Αμπντελχακίμ Μπελ-Χατζ έχει ήδη αναπτύξει σημαντικές επαφές με τη σκιώδη οργάνωση που αποτελεί τον ένοπλο βραχίονα της Συριακής εξέγερσης, τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (ΕΣΣ). Αντικείμενο των διαπραγματεύσεων που έγιναν ανάμεσα στα δύο μέρη ήταν η αποστολή εθελοντών μαχητών από τη Λιβύη στη Συρία προκειμένου να πυκνώσουν τις τάξεις του ΕΣΣ και να εξισορροπήσουν με αυτόν τον τρόπο την έλλειψη σοβαρών αποσκιρτήσεων Σύριων στρατιωτών από τις ένοπλες δυνάμεις του καθεστώτος.[xviii] Δεν πρόκειται να ισχυριστούμε ότι οι αρκετές χιλιάδες οπαδών της αντιπολίτευσης που διαδηλώνουν στην Χάμα και την Χομς είναι όλοι μέλη μιας κεντρικά διευθυνόμενης συνομωσίας με στόχο την αποσταθεροποίηση του μπααθικού καθεστώτος. Αναμφίβολα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη πολλαπλών εστιών αντίστασης στο εσωτερικό της Συρίας απέναντι στη διακυβέρνηση του Άσαντ, με καθοριστικό στοιχείο τον παράγοντα του θρησκευτικού σεχταρισμού. Άλλωστε, ως γενική παρατήρηση μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει καθεστώς που να είναι αρεστό στο 100% του πληθυσμού που έχει υπό την εξουσία του.

Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί το αυξημένο βάρος που έχει ο ξένος παράγοντας στην κινητοποίηση ενάντια στον Άσαντ. Για παράδειγμα, δεν γίνεται να μην παρατηρήσει κάποιος ότι η έδρα του «Παρατηρητήριου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στη Συρία» (επικοινωνιακός βραχίονας της εξέγερσης) βρίσκεται στο αντιμπεριαλιστική μητρόπολη του… Λονδίνου, ενώ το αρχηγείο του ΕΣΣ έχει στηθεί στο έδαφος της Τουρκίας, από το οποίο εφορμούν οι ένοπλοι μαχητές του για να διεξάγουν πολεμικές επιχειρήσεις μέσα στη Συριακή επικράτεια, επιστρέφοντας ύστερα στην ασφάλεια που τους προσφέρουν τα Τουρκικά τανκς.[xix] Εξού και το γεγονός ότι η εξέγερση εμφανίζεται ισχυρότερη στις μεθοριακές περιοχές της Συρίας, π.χ. στην Ντεράα που βρίσκεται κοντά στα σύνορα με Ιορδανία και Ισραήλ στο νότιο τμήμα της χώρας (με την εξαίρεση της Χομς που αποτελεί παραδοσιακό προπύργιο αντί-μπααθικών δυνάμεων, κυρίως των ισλαμιστών). Ακόμη, είναι πολύ δύσκολο να παραβλέψει κανείς τις ξενόδουλες θέσεις του εξόριστου Συριακού Εθνικού Συμβουλίου (ΣΕΣ) που ήδη έσπευσε να καταθέσει διαπιστευτήρια νομιμοφροσύνης απέναντι στην υπερεθνική ελίτ, διαβεβαιώνοντας ότι μόλις καταλάβει την εξουσία θα αποσύρει την χώρα από τη στρατηγική συμμαχία με το Ιράν και θα διακόψει την επιμελητειακή υποστήριξη και την τροφοδοσία της λιβανέζικης Χεζμπολάχ και των ένοπλων Παλαιστινιακών οργανώσεων με όπλα και πυρομαχικά.[xx]   

Αλλά πάνω απ’ όλα δεν μπορεί κάποιος να αγνοήσει τις ανακολουθίες και τους εμφανείς παραλογισμούς που εμπεριέχονται στην επίσημη εκδοχή των συστημικών μίντια για την κρίση στη Συρία. Για παράδειγμα, το καθεστώς του Άσαντ εμφανίζεται ως αδιάλλακτο απέναντι στην αντιπολίτευση και ως αποφασισμένο να συντρίψει το κίνημα διαμαρτυρίας με τη χρήση αλόγιστης και διάχυτης βίας. Η διατύπωση αυτή προσπερνάει με αδιαφορία τις συνεχείς εκκλήσεις που έχει απευθύνει το μπααθικό κατεστημένο στους εξεγερμένους για διαπραγματεύσεις με σκοπό την ικανοποίηση των αιτημάτων τους μέσω της μεταρρύθμισης του καθεστώτος. Δεν θα ήταν μάλιστα υπερβολή να πούμε ότι κάθε διπλωματικό άνοιγμα με στόχο την ειρηνική επίλυση της κρίσης και την αποφυγή περαιτέρω εκατέρωθεν αιματοχυσίας υπονομεύτηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες υπαγόρευσαν, μέσω της υπουργού εξωτερικών Κλίντον, στις οργανώσεις της αντιπολίτευσης να απορρίψουν ασυζητητί τις ειρηνευτικές προτάσεις του καθεστώτος, κάτι που οι τελευταίες έπραξαν παρά το γεγονός ότι υποτίθεται πως πληρώνουν καθημερινά την εμμονή τους αυτή με τον βαρύ φόρο αίματος των υποστηρικτών τους.[xxi] Μάλιστα, είναι αξιοσημείωτη η διάσταση απόψεων που υπάρχει μέσα στο στρατόπεδο των αντικαθεστωτικών γύρω από το ζήτημα των διαπραγματεύσεων με το καθεστώς ανάμεσα στο εξόριστο ΣΕΣ που βρίσκεται υπό την αδιαμφισβήτητη κηδεμονία της υπερεθνικής ελίτ κι εκφράζει τα συμφέροντα της, και την Εθνική Επιτροπή Συντονισμού (ΕΕΣ) που δρα εντός της Συρίας και αποτελεί το βασικό συντονιστικό όργανο δεκατριών αριστερών οργανώσεων, καθώς και των επιτροπών βάσης που δραστηριοποιούνται στον αντικαθεστωτικό αγώνα. Αναγνωρίζοντας τη στρατιωτική ισχύ αλλά και την ευρεία πολιτική απήχηση που έχει ακόμη το καθεστώς – κάτι που φαίνεται και από τις μαζικές φιλομπααθικές διαδηλώσεις που κατά κανόνα αποκρύπτονται από τα συστημικά μίντια – το ΕΕΣ αποδέχεται τον διάλογο με την κυβέρνηση του Άσαντ με μοναδική προϋπόθεση την απόσυρση του στρατού από τους δρόμους των εξεγερμένων πόλεων.[xxii] Έτσι, είναι λάθος να ισχυρίζεται κανείς ότι ο Άσαντ ποτέ δεν θέλησε να διαπραγματευτεί με τους πολιτικούς αντιπάλους του. Όλες οι προτάσεις από την μεριά του καθεστώτος για μια πολιτική διευθέτηση της κρίσης προσέκρουσαν στην αδιαλλαξία και την αρνητικότητα της τάχα φιλειρηνικής αντιπολίτευσης με την ενεργή ενθάρρυνση και υποστήριξη της υπερεθνικής ελίτ. Η ευθύνη για το αδιέξοδο δεν πρέπει λοιπόν να επιμεριστεί αποκλειστικά στο καθεστώς, αλλά και στους ξένους προστάτες του ΣΕΣ που σε κάθε ευκαιρία διακηρύσσουν ότι δεν μπορούν να εμπιστευτούν και να συνομιλήσουν με το καθεστώς. Ωστόσο, αν κανείς αποκλείσει τις διαπραγματεύσεις, τότε απομένει μόνο ο εμφύλιος πόλεμος και η διεξαγωγή μιας ένοπλης εκστρατείας για την βίαιη ανατροπή του Άσαντ στην οποία είναι πολύ λογικό το καθεστώς να απαντήσει με όποια μέσα έχει στη διάθεση του.  

Επιπλέον, σε ένα τεκμηριωμένο άρθρο που δημοσιεύτηκε στην βρετανική εφημερίδα Independent, ο R. Fisk αναφέρει ότι από τις πρώτες εβδομάδες που ξέσπασε η εξέγερση εκδηλώθηκαν ένοπλες επιθέσεις ενάντια στα μέλη των Συριακών δυνάμεων ασφαλείας και ότι η καταμέτρηση των νεκρών ανάμεσα στους στρατιώτες και τους υποστηρικτές του καθεστώτος είχε ανέλθει στα τέλη Οκτωβρίου στα 1.150 θύματα.[xxiii] Το γεγονός μιας ένοπλης εξέγερσης στη Συριακή επικράτεια έχει πλέον επιβεβαιωθεί από πληθώρα ανεξάρτητων πηγών παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλει ο διεθνής μηχανισμός προπαγάνδας της υπερεθνικής ελίτ για να παρουσιάσει τα γεγονότα στη Συρία ως μια άνιση σύγκρουση ανάμεσα σε ειρηνικούς διαδηλωτές από την μία, κι έναν παράφρονα, εξουσιομανή δικτάτορα από την άλλη.[xxiv] Η τελευταία μάλιστα βομβιστική επίθεση ενάντια σε κυβερνητικά κτήρια που έλαβε χώρα στη Δαμασκό στις 23-12, στοίχισε τη ζωή σε σαράντα στρατιώτες και πολίτες και τραυμάτισε άλλους εκατό, πιστοποιώντας πέρα από κάθε αμφιβολία ότι μια χαμηλής έντασης στρατιωτική σύγκρουση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη μέσα στην Συρία και διαψεύδοντας οριστικά την «ειδυλλιακή» νεοταξική αφήγηση των συστημικών ΜΜΕ περί φιλήσυχων διαδηλωτών που υπομένουν ανυπεράσπιστοι την βάναυση μπααθική καταστολή.[xxv]

Μάλιστα, αδυνατεί κανείς να καταλάβει με ποιόν τρόπο οι «άοπλοι» και «πασιφιστές» διαδηλωτές της Συριακής αντιπολίτευσης άντεξαν επί οκτώ συναπτούς μήνες στο δολοφονικό σφυροκόπημα ενός «μισότρελου» δικτάτορα, ο οποίος υποτίθεται ότι ουδεμία αναστολή έχει να εξαπολύσει ενάντια στο κίνημα διαμαρτυρίας την πλήρη δύναμη πυρός του κατασταλτικού μηχανισμού του Κράτους! Ο πατέρας και προκάτοχος του σημερινού προέδρου Χαφέζ αλ-Άσαντ αιματοκύλησε το 1982 την Χάμα και κατέπνιξε την τοπική ένοπλη εξέγερση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα.[xxvi] Πώς είναι λοιπόν δυνατό ο τωρινός πρόεδρος να έχει κινητοποιήσει ολόκληρο το στράτευμα της χώρας, αλλά να μην μπορεί να συντρίψει εκείνους που διαμαρτύρονται με μόνα όπλα την ειρηνική κοινωνική ανυπακοή, τις φωνές και τις γροθιές τους; Μιλώντας για καταστολή, καλό θα ήταν να ενθυμούμαστε ότι η ΠΑΣΟΚική χούντα πέτυχε να διαλύσει ολόκληρο το κίνημα του Συντάγματος ρίχνοντας «μόλις» τρεις χιλιάδες δακρυγόνα σε μια μέρα. Από την άλλη, ο Άσαντ έχοντας κατεβάσει στους δρόμους τα τανκς και πυροβολώντας στο ψαχνό δεν μπορεί να καταπνίξει ένα κίνημα ειρηνικής διαμαρτυρίας; Σίγουρα, αυτή η περιγραφή της αναταραχής στην Συρία (που είναι και η επικρατούσα στα συστημικά ΜΜΕ) αψηφά κάθε λογική. Και φυσικά οι περιγραφές των παρατηρητών του Αραβικού Συνδέσμου κουβαλούν ελάχιστη αξιοπιστία, αφού δεν πρόκειται για ανεξάρτητους και ουδέτερους παρατηρητές, αλλά για μεροληπτικά όργανα ενός οργανισμού που διάκειται εχθρικά προς το ίδιο το μπααθικό καθεστώς. Για του λόγου το αληθές, αρκεί να αναφέρουμε ότι το ψήφισμα για την αποβολή της Συρίας από τον Σύνδεσμο ως μέσον επιβολής της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Σύριων πολιτών, πέρασε με τις ψήφους «δημοκρατικών» κρατών όπως η Αιγυπτιακή στρατιωτική χούντα που τον τελευταίο μήνα έχει επιδοθεί σε μια ανελέητη καταστολή ενάντια στο δεύτερο κύμα της Αιγυπτιακής επανάστασης, η Σαουδική Αραβία που τις μέρες τις ψηφοφορίας δολοφονούσε σιίτες διαδηλωτές στην πόλη Κατίφ[xxvii], το Κατάρ και το Μπαχρέιν (που κατέπνιξε με τον πιο βάρβαρο τρόπο τη δικιά του εξέγερση της σιιτικής πλειοψηφίας) που εκφράζουν κατεξοχήν τις δυνάμεις της πιο μαύρης αντίδρασης μέσα στον Αραβικό κόσμο, κλπ.[xxviii] Γίνεται αντιληπτό ότι καμία σχέση δεν έχει η παρουσία των «παρατηρητών» του Αραβικού Συνδέσμου στην Συρία με την υπεράσπιση των ελευθεριών των Σύριων πολιτών. Πρόκειται για ενέργεια που στόχο έχει να προετοιμάσει το έδαφος για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης ενάντια στο Συριακό καθεστώς, αν η εξέγερση αποτύχει τελικά να επιφέρει την κατάρρευση του.   

Έτσι, μένουμε με δύο εναλλακτικές εκδοχές: είτε, η «άοπλη» αντιπολίτευση είναι ένας μύθος που καλλιεργείται επιμελώς από τον προπαγανδιστικό μηχανισμό της υπερεθνικής ελίτ και στην πραγματικότητα ο Συριακός στρατός έχει εμπλακεί σε έναν πόλεμο φθοράς ενάντια σε πυρήνες λιποτακτών, ξένων μαχητών κι ένοπλων εξεγερμένων, είτε ο Άσαντ ποτέ δεν επιστράτευσε την εγκληματική βία που του καταλογίζουν ενάντια σε ανυπεράσπιστους, ειρηνικούς διαδηλωτές. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, τότε οι ειρηνικές κινητοποιήσεις μάλλον θα είχαν καταπνιγεί εύκολα από τις πρώτες κιόλας ημέρες και πάντως δεν θα είχαν διαρκέσει κόντρα σε κάθε λογική οκτώ ολόκληρους μήνες, αντιμετωπίζοντας όλο αυτό το διάστημα την πιο ανελέητη καταστολή. Από την άλλη, αν το καθεστώς βρίσκεται αντιμέτωπο με μια ένοπλη εξέγερση στο έδαφος του, τότε η απαίτηση της υπερεθνικής ελίτ για απόσυρση του στρατού από τους δρόμους των εξεγερμένων πόλεων, ισοδυναμεί με απαίτηση να αποποιηθεί το καθεστώς και τα πλατιά κοινωνικά στρώματα που το στηρίζουν το δικαίωμα που έχουν στην αυτοάμυνα, την ίδια στιγμή που η υπερεθνική ελίτ σε άμεση συνεργασία με την Τουρκία και την Ιορδανία διαρκώς υπονομεύουν κάθε ειρηνευτική πρωτοβουλία, υποδαυλίζουν και υποθάλπουν πολιτικά την εξέγερση και τροφοδοτούν την εκστρατεία ανταρτοπολέμου με όπλα, ακόμη και μαχητές από το εξωτερικό.

Πολλοί θα σπεύσουν ξανά να μας κατηγορήσουν ότι υπερασπιζόμαστε ένα τυραννικό καθεστώς, μια ετερόνομη κρατικιστική δομή με αυταρχικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, ως μάχιμοι ελευθεριακοί δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η εξελισσόμενη αντιπαράθεση στη Συρία δεν είναι ανάμεσα σε κρατιστές και τους οπαδούς μιας ακρατικής κοινωνίας, αλλά ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενα ετερόνομα στρατόπεδα. Από την μια πλευρά βρίσκεται το εξεγερσιακό κίνημα που ελέγχεται από το ΣΕΣ και είναι απολύτως εξαρτημένο από τον κορυφαίο εξουσιαστικό μηχανισμό της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, την υπερεθνική ελίτ, της οποίας την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση έχει απόλυτη ανάγκη προκειμένου να αποκτήσει υπόσταση ως υπολογίσιμη πολιτική δύναμη, ικανή να ανατρέψει το υπάρχον καθεστώς και να καταλάβει την εξουσία στην Συρία. Πράγματι, όπως και στην περίπτωση της Λιβύης, μπορεί κανείς να ισχυριστεί βάσιμα ότι χωρίς την στρατιωτική προστασία της Τουρκικής κυβέρνησης και χωρίς την ενεργό ανάμειξη της Τουρκικής και Αμερικανικής διπλωματίας στα πολιτικά πράγματα της Συριακής αντιπολίτευσης, η εξέγερση στη Συρία θα είχε ήδη εκπνεύσει και δεν θα είχε καταφέρει να κλονίσει την κυριαρχία της Συριακής ελίτ. Η εξάρτηση αυτή έχει ήδη ασκήσει την αποφασιστική της επίδραση – όπως γράψαμε πιο πάνω – στο πολιτικό πρόγραμμα αλλά και τον διεθνή προσανατολισμό της αντιπολίτευσης που έχει ήδη υιοθετήσει την φιλοδυτική, φιλοκαπιταλιστική γραμμή σε όλα τα κρατικά ζητήματα που θα κληθεί να διαχειριστεί αν τελικά η εξέγερση επικρατήσει. Από την άλλη πλευρά έχουμε το μπααθικό καθεστώς, που εξακολουθεί να διαθέτει πλατιά λαϊκή υποστήριξη στο εσωτερικό, ενώ στο εξωτερικό εδώ και χρόνια διαδραματίζει ρόλο στρατηγικού αντίβαρου και εμποδίου στην εξάπλωση της σιωνιστικής – και άρα συστημικής – ηγεμονίας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και αντιστρατεύεται έτσι τις δομές συγκέντρωσης δύναμης στο υπερεθνικό επίπεδο.

Ο ρόλος αυτός του Συριακού καθεστώτος δεν προκύπτει από κάποια έμφυτη «επαναστατικότητα» ή «αντικαπιταλιστική συνειδητοποίηση» της μπααθικής ελίτ, αλλά από στρατηγικές επιλογές που είναι αναγκαίες για την επιβίωση του ίδιου του Συριακού καθεστώτος. Και μπορεί η γεωπολιτική να καταγίνεται με τον ανταγωνισμό ετερόνομων κρατικών δομών στον διεθνή στίβο και την ιεραρχική διαστρωμάτωση τους στο διεθνές επίπεδο, ωστόσο η πάλη της Συριακής άρχουσας τάξης ενάντια στην υπερεθνική ελίτ έχει εξορισμού αντισυστημικά χαρακτηριστικά, διότι μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας οι εθνικές μονάδες που κατέχουν κυρίαρχη θέση είναι συγκεκριμένες. Για παράδειγμα, το σύστημα βασίζει την επικράτηση του στην (ζωτικής σημασίας) περιφέρεια της Μέσης Ανατολής στην αναπαραγωγή της γεωπολιτικής κυριαρχίας του Ισραήλ στην περιοχή, στην διαιώνιση της εξουσίας των διεφθαρμένων μοναρχιών του Κόλπου, στην χρησιμοποίηση της ιδεολογικής έλξης που ασκεί η Τουρκική κυβέρνηση στους νεαρούς Άραβες για την αποτελεσματική ποδηγέτηση της παλλαϊκής εξέγερσης στην (μεγαλύτερη Αραβική χώρα) Αίγυπτο προς έναν αβλαβή, «μεταρρυθμιστικό» προσανατολισμό[xxix] και φυσικά την διάλυση της στρατηγικής συμμαχίας ανάμεσα στη Συρία, το Ιράν και τις ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις σε Λίβανο και Παλαιστίνη. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις μία άνοδος της Συριακής ισχύος σε βάρος των άλλων περιφερειακών δυνάμεων (Ισραήλ, Τουρκία) είναι αδύνατη μέσα στις ιεραρχικές σχέσεις και τον παγιωμένο καταμερισμό εργασίας που θεσμοποιεί το διεθνές σύστημα στην περιοχή και που θέλει το σύνολο των Αραβικών χωρών – για να μην μιλήσουμε για το Ιράν και τον μαρτυρικό Παλαιστινιακό λαό – σε υποτελή θέση έναντι του Ισραήλ. Οπότε, εκ των πραγμάτων η Συρία είναι αναγκασμένη να αμφισβητήσει τις παραμέτρους της συστημικής κυριαρχίας αν επιθυμεί να «αναβαθμίσει» την θέση της μέσα στο διεθνοποιημένο σύστημα κυριαρχίας, μιας και η πολύπλευρη και αμέριστη στήριξη προς το επεκτατικό ισραηλινό απαρτχάιντ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της στρατηγικής της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή. Και μπορεί ο τελικός στόχος μια τέτοιας στρατηγικής να είναι η ισχυροποίηση του Συριακού κράτους και η αύξηση της περιφερειακής επιρροής της Συριακής ελίτ, στόχος που επουδενί δεν είναι συμβατός με το όραμα μιας ακρατικής κοινωνίας, ή μιας παγκόσμιας αμεσοδημοκρατικής συνομοσπονδίας των λαών, ωστόσο ο στρατηγικός ανταγωνισμός μεταξύ των ελίτ ενδέχεται να δημιουργήσει ρήγματα στις δομές ανισοκατανομής δύναμης που το σύστημα κυριαρχίας έχει θεσμοποιήσει σε περιφερειακό επίπεδο, δημιουργώντας έτσι ευκαιρίες για δυνητικά αντισυστημικά κινήματα να αποσπάσουν περιοχές της περιφέρειας από τον έλεγχο του συστήματος, υπονομεύοντας έτσι την δύναμη του συστήματος τόσο στην «εξωτερική» του περιφέρεια, όσο και στο εσωτερικό των καπιταλιστικών μητροπολιτικών χωρών. 

 


[ii] Η λέξη θουβάρ (thouwar), πληθυντικός του θαϊρ (thair), σημαίνει επαναστάτης και χρησιμοποιείται για να υποδηλώνει τα μέλη των ταγμάτων (κατίμπα) που πολέμησαν ενάντια στο καθεστώς του Καντάφι. Στο P. Haimzadeh, Ποιος κέρδισε τον πόλεμο στη Λιβύη;, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=332668.

[iii] Στην πολύ καλά τεκμηριωμένη εργασία του για τον πόλεμο στην Λιβύη ο Φωτόπουλος αναλύει την κοινωνική βάση της εξέγερσης ως εξής: «Αυτή η κοινωνική βάση αποτελείται από τις κύριες φυλές της περιοχής [γύρω από την Βεγγάζη], οι οποίες ήταν παραδοσιακά εναντίον του Καντάφι, την «νεολαία του διαδικτύου» (οι οποίοι έχουν παίξει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο σε όλες τις αραβικές εξεγέρσεις, αφού ‘οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται το ιντερνέτ και τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης ως σημαντικά εργαλεία για τη διάδοση της δημοκρατίας ’) και, κυρίως, οι ισλαμιστές, που ξεκινούν κάθε διαδήλωση και μάχη με το » επαναστατικό » σύνθημα,» ο Θεός είναι μεγάλος «». Στο T. Fotopoulos, The pseudo-revolution in Libya and the degenerate “Left”, http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol7/vol7_no1_takis_Libya_part1_pseudo_revolution.html.

[iv] R. Carroll & A. Schipani, Bolivia split in two as the wealthy aim to defy the Morales revolution, στο http://www.guardian.co.uk/world/2008/aug/24/bolivia.   

[v] K. Sengupta & S. Hughes, Leaked UN report reveals torture, lynchings and abuse in post-Gaddafi Libya, http://www.independent.co.uk/news/world/africa/leaked-un-report-reveals-torture-lynchings-and-abuse-in-postgaddafi-libya-6266636.html.

[vi] Αυτή είναι μια διάσταση της εγκληματικής πράξης που αντίστοιχα εξανεμίζεται στο αστικό δίκαιο. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές καταβολές ενός ποινικού εγκληματία, οι συνθήκες μέσα στις οποίες διαβιεί και ο ρόλος που έπαιξε ο παράγοντας φτώχεια στην τέλεση του εγκλήματος του, εξορισμού βρίσκεται εκτός της κοσμοθεωρίας της αστικής δικαιοσύνης που αντιλαμβάνεται κι εξετάζει τον παραβάτη ως μεμονωμένο αυτεξούσιο άτομο που φέρει την πλήρη ευθύνη για τις ηθικές επιλογές του. Αντίθετα, η επαναστατική δικαιοσύνη βλέπει το άτομο περισσότερο ως μέρος της κοινωνικής τάξης από την οποία προέρχεται και λιγότερο σαν μια ανεξάρτητη, απομονωμένη μονάδα.

[vii] P. Cockburn, This was always a civil war, and the victors are not merciful, http://globalciviliansforpeace.com/2011/11/26/this-was-always-a-civil-war-and-the-victors-are-not-merciful/.

[viii] G. Ford, Black Libyans make their stand in Sirte and Bani Walid, http://www.blackagendareport.com/content/black-libyans-make-their-stand-sirte-and-bani-walid, και στο Tawergha no longer exists, only Misrata, http://humanrightsinvestigations.org/2011/08/13/tawergha-no-longer-exists-only-misrata/.

[ix] Για πληροφορίες αναφορικά με τις φυλετικές ταραχές του 2000 υπάρχει η λεπτομερής αναφορά του ΟΗΕ για τα γεγονότα. Το πλήρε κείμενο εδώ: Libya Must End Racism Against Black African Migrants and Others, http://www.unwatch.org/site/apps/nlnet/content2.aspx?c=bdKKISNqEmG&b=1313923&ct=8411733&printmode=1. Για την ιστορική συνέχεια και τις διασυνδέσεις ανάμεσα στις φυλετικές ταραχές του 2000 και την εξέγερση του 2011, M. Forte, The War in Libya: Race, “Humanism” and the Media, http://mrzine.monthlyreview.org/2011/forte200411.html.

[xi] Η εξωφρενική και γελοία αυτή είδηση ανακυκλώθηκε ευρέως πρώτα σε αμφίβολης αξιοπιστίας δακρύβρεχτες εκκλήσεις και καταγγελίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (facebook, twitter, myspace, κλπ.) για να πάρουν ύστερα τη σκυτάλη όλα τα συστημικά ΜΜΕ μιλώντας για «αιμοδιψείς αφρικανούς» που προσέλαβε το καθεστώς για να «πνίξουν στο αίμα» την λαϊκή εξέγερση. Φυσικά αυτός ο μύθος διαψεύστηκε επίσημα έπειτα από λίγο καιρό από το Human Rights Watch που δεν βρήκε πουθενά στην δυτική Λιβύη τα ίχνη του μισθοφορικού στρατού-φάντασμα. Κι όμως, σε αυτές τις αβάσιμες κατηγορίες στηρίχτηκε η συστημική προπαγάνδα για να νομιμοποιήσει την νατοϊκή επέμβαση ενάντια στον «παρανοϊκό» Καντάφι (http://redantliberationarmy.wordpress.com/2011/03/07/human-rights-watch-no-mercenaries-in-libya ).   

[xiii] Gerald A. Perreira, Demons Unleashed in Libya, http://www.informationclearinghouse.info/article29864.htm.

[xiv] Όπως γράφει ο Τάκης Φωτόπουλος, «το καθεστώς όχι μόνο αρνήθηκε να πουλήσει τον πλούτο του έθνους στις πολυεθνικές, αλλά τον τελευταίο καιρό σκεφτόταν την εκ νέου πλήρη εθνικοποίηση του πετρελαίου της χώρας! Έτσι, το Forbes – η «Αρχική Σελίδα για τους Επιχειρηματικούς Ηγέτες του Κόσμου» – αποκάλυψε το 2009, ότι ο Καντάφι δήλωσε, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης με τους φοιτητές του Πανεπιστημίου Georgetown μέσω δορυφόρου τον Ιανουάριο του 2009, ότι οι τιμές του πετρελαίου ($ 43/barrel εκείνη την εποχή) ήταν “αφόρητες” και ότι το πετρέλαιο της Λιβύης “ίσως θα πρέπει να ανήκει σε εθνικές εταιρίες ή στον δημόσιο τομέα σε αυτό το σημείο, με σκοπό τον έλεγχο των τιμών του πετρελαίου, της παραγωγής του πετρελαίου ή ίσως και την διακοπή αυτής”, ενώ το Νοέμβριο του 2008 “έκανε την πρώτη επίσκεψή του στην Μόσχα στην μετά-σοβιετική εποχή. Οι συζητήσεις με τον Πούτιν και τον Πρόεδρο Ντιμίτρι Μεντβέντεφ φέρεται να περιστράφηκαν γύρω από οράματα για τη δημιουργία ενός καρτέλ φυσικού αερίου που θα περιλαμβάνει τη Ρωσία, τη Λιβύη, το Ιράν, την Αλγερία και ορισμένες χώρες της Κεντρικής Ασίας”. Το ίδιο ρεπορτάζ καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι οι “Αμερικάνικες πετρελαϊκές εταιρείες θα πρέπει να ετοιμαστούν να φύγουν από τη Λιβύη για άλλη μια φορά”. Ακριβώς δύο χρόνια μετά, ξεκίνησε η “ανθρωπιστική” επίθεση του ΝΑΤΟ ενάντια στη Λιβύη!». Στο T. Fotopoulos, The Pseudo-revolution in Libya and the Degenerate “Left”,

http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol7/vol7_no1_takis_Libya_part1_pseudo_revolution.html.

[xv] Ο χαρακτηρισμός των λίβυων εργατών υπό τον Καντάφι ως «παραχαϊδεμένων» και «υπερβολικά προστατευμένων» υπάρχει σε μια αμερικανική μελέτη για τη λιβυκή οικονομία από νεοφιλελεύθερη σκοπιά, γραμμένη το 2007 από τους Otman & Karlberg με τίτλο “The Libyan Economy”. Αναφέρεται στο D. Kovalik, Nato’s Great Victory Destroying Libya’s Welfare State,  http://globalciviliansforpeace.com/2011/11/23/natos-great-victory-destroying-libyas-welfare-state/.

[xvi] Ήδη έχουν ξεκινήσει οι πρώτες διαδηλώσεις ενάντια στο Μεταβατικό Συμβούλιο από δυσαρεστημένα μέλη των πολιτοφυλακών που πολέμησαν με το μέρος των εξεγερμένων και τώρα διεκδικούν μισθούς εννέα μηνών και μια μόνιμη θέση στις δυνάμεις ασφαλείας του καθεστώτος. Στο  http://www.dnaindia.com/world/report_libyan-fighters-protest-demanding-salary-from-ntc_1608231.  

[xxiv] Για του λόγου το αληθές: Assad Defiant as Syrian Party HQ hit by RPGs, http://rt.com/news/assad-violence-arab-league-777/, Syrian Bloodshed and the West’s Abdication of Journalistic Responsibility, http://chinamatters.blogspot.com/2011/10/syrian-bloodshed-and-wests-abdication.html, R. Baroud, Turkey and the Syrian “Abyss”, http://www.counterpunch.org/2011/11/25/turkey-and-the-syrian-%E2%80%98abyss%E2%80%99/, Syria Deserters Kill at Least 27 Troops: Activists, http://www.google.com/hostednews/afp/article/ALeqM5jz9nf4csWCMagnRS_yLAP624oEmg?docId=CNG.42d583e694cffdb6a1c0086c90997fa9.5b1, P. J. Watson, Western-Backed Terrorists Kill 30 in Syria Attacks, http://www.infowars.com/western-backed-terrorists-kill-30-in-syria-attacks/, Activists: Syrian Defectors Kill 27 Soldiers, http://www.usatoday.com/news/world/story/2011-12-15/Syria-defectors-violence/51944772/1. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δώσουμε στην αιματηρή ενέδρα που έλαβε χώρα στις 10-04-2011 κοντά στην πόλη Μπάνυας κατά την οποία 9 Σύριοι στρατιώτες έχασαν την ζωή τους και 25 τραυματίστηκαν σοβαρά από επιθέσεις ανταρτών. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε την ημερομηνία του συμβάντος αυτού, αφού αποδεικνύει ότι οι δολοφονικές επιθέσεις κατά των δυνάμεων ασφαλείας ήταν από την αρχή μέρος της υποτιθέμενης «ειρηνικής» εξέγερσης της αντιπολίτευσης, πράγμα που εξηγεί και τον βαθμό καταστολής που χρησιμοποιήθηκε από το καθεστώς. Έχει ενδιαφέρον επίσης να εξεταστεί ο κατάπτυστος τρόπος με τον οποίο η «έγκυρη» βρετανική εφημερίδα Guardian επιχείρησε να διαστρεβλώσει τα γεγονότα προκειμένου να συντηρήσει την μυθολογία περί ειρηνικών διαδηλωτών, αναφέροντας στο ρεπορτάζ της ότι οι εννέα στρατιώτες εκτελέστηκαν από τους ανωτέρους τους επειδή τάχα αρνήθηκαν να ανοίξουν πυρ εναντίον αμάχων στην πόλη της Μπάνυας, χωρίς βέβαια να μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει την ύπαρξη 25 φαντάρων σοβαρά τραυματισμένων, τα αναποδογυρισμένα φορτηγά του στρατιωτικού κομβόι που επλήγει από την επίθεση, κλπ. Για μια λεπτομερή ανάλυση του θέματος και του καθαρά προπαγανδιστικού ρόλου των δήθεν «ελεύθερων» συστημικών ΜΜΕ βλέπε το αποκαλυπτικό άρθρο «Syria and the Delusions of the Western Press» του Peter Lee στο http://www.counterpunch.org/2011/04/15/syria-and-the-delusions-of-the-western-press/.

[xxv] Suicide Bombing Changes the Nature of the Syrian Revolution, http://www.joshualandis.com/blog/?p=13029.

[xxvi] Οι ισλαμιστές εξεγερμένοι επιτέθηκαν σε κυβερνητικά κτήρια, σχολεία και παν / μια. Δολοφόνησαν κυβερνητικούς υπαλλήλους και τις οικογένειες τους με τον προσφιλή στους φανατικούς ισλαμιστές τρόπο (κόβοντας τους τον λαιμό), ενώ αποκεφάλισαν δασκάλους και καθηγητές που επέμεναν να παρέχουν στα παιδιά κοσμική εκπαίδευση (όπως συνέβη και στην Αλγερία και το Αφγανιστάν). Η αντίδραση του καθεστώτος με την κινητοποίηση του πυροβολικού και των ειδικών δυνάμεων ήταν αποφασιστική αλλά εξαιρετικά βίαιη. Σχεδόν 10.000 νεκροί ήταν ο απολογισμός της καταστολής. Στο R. Fisk, The Great War for Civilization (Harper Perennial, 2006), σελ. 105-6.

[xxvii] Qatif police attack Saudis, kill several, http://www.presstv.ir/detail/211374.html

[xxviii] Για να μην αναφερθούμε στην ανεκδιήγητη Τουρκία που από την μία προσφέρει ένα φιλόξενο καταφύγιο στις οργανώσεις της Συριακής αντιπολίτευσης στο όνομα υποτίθεται του «σεβασμού της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αλλά από την άλλη δεν δίστασε πρόσφατα να βομβαρδίσει με μαχητικά αεροσκάφη τον άμαχο πληθυσμό στις Κουρδικές περιοχές προκαλώντας εκατόμβες θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού! Ας μην ξεχνάμε ότι για το ίδιο αποτρόπαιο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας κατηγορήθηκε – άδικα – και ο Καντάφι, μια κατηγορία που αποτέλεσε τελικά το ιδεολογικό προκάλυμμα που νομιμοποίησε την νατοϊκή επέμβαση δήθεν για να περιοριστεί η βάρβαρη καταστολή του λιβυκού καθεστώτος.

[xxix] Η έλξη αυτή πιστοποιήθηκε κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Ερντογάν στην Αίγυπτο, κατά την οποία του επιφυλάχθηκε υποδοχή ήρωα από χιλιάδες λαού (D. Ezzat, The Erdogan Effect, http://weekly.ahram.org.eg/2011/1064/fr2.htm). Η ιδεολογική γοητεία που ασκεί η ισλαμιστική Τουρκική κυβέρνηση στον «αραβικό δρόμο» δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Στο επίκεντρο της βρίσκεται η εικόνα που καλλιεργεί η Τουρκική κυβέρνηση για τον εαυτό της ως μιας μετριοπαθούς μεταρρυθμιστικής δύναμης που συνδυάζει με επιτυχία την προσήλωση στις θεμελιώδεις αρχές του Ισλάμ, αποδεχόμενη ταυτόχρονα τις βασικές νόρμες λειτουργίας του φιλελεύθερου «δημοκρατικού» πολιτεύματος. Παράλληλα, η σκληροπυρηνική αντί-ισραηλινή ρητορεία του Τούρκου πρωθυπουργού είναι το μέσον που χρησιμοποιεί για να κερδίσει τις καρδιές των αραβικών μαζών, αφού είναι η πρώτη φορά που ο μέσος Άραβας δεν είναι υποχρεωμένος να ταυτίσει ένα μεταρρυθμιστικό, φιλελεύθερο πολιτικό προφίλ, με μια στάση εθελοδουλίας έναντι της Δύσης στο Παλαιστινιακό ζήτημα και την αποδοχή της υποτέλειας του μουσουλμανικού κόσμου σε ότι αφορά τις σχέσεις του με το Σιωνιστικό μόρφωμα. Για να μην αναφερθούμε τέλος στο γεγονός ότι ένα ισχυρό στρατιωτικά κράτος, όπως είναι η Τουρκία, μετά από δεκαετίες ταπεινώσεων των Αράβων στα πεδία των μαχών, εμφανίζεται πρόθυμο να πάρει υπο την προστασία του τους ανυπεράσπιστους Παλαιστίνιους και να παρεμβάλει την στρατιωτική δύναμη του ανάμεσα στον δυνάστη, το Ισραήλ, και τα θύματα του, τους Παλαιστίνιους. Φυσικά, όλα αυτά σε προφορικό επίπεδο αφού στην πράξη οι ενέργειες της Τουρκικής ελίτ σε σχέση με την Λιβύη και την Συρία διέψευσαν οριστικά τον μύθο μιας ανεξάρτητης τουρκικής εξωτερικής πολιτικής που βρίσκεται δυνητικά σε σύγκρουση με τις βασικές παραμέτρους της συστημικής και σιωνιστικής περιφερειακής ηγεμονίας. Η διάλυση της ιρανο-συριακής στρατηγικής συμμαχίας και η αποκοπή της Χεζμπολάχ και της Παλαιστινιακής αντίστασης από ένα σημαντικό στήριγμα στο πρόσωπο του μπααθικού καθεστώτος της Συρίας, έχουν σαν αποτέλεσμα την μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων στην περιοχή υπέρ του Ισραήλ και βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με τον συστημικό στρατηγικό στόχο της σταθεροποίησης της γεωπολιτικής κυριαρχίας της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.    

Κατά της Ομοφωνίας: Η ανάγκη για μια ανασύνθεση του ελευθεριακού προτάγματος

Η κρίση του συστήματος και η ανάγκη για ανασύνθεση του ελευθεριακού κινήματος

 Οι πλατιές εργαζόμενες μάζες της κοινωνίας βρίσκονται σήμερα παγιδευμένες ανάμεσα στην υπερεθνική Σκύλλα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και στην εθνικιστική Χάρυβδη του Κρατισμού. Η εντατικοποίηση της οικονομικής εκμετάλλευσης, η υπαγωγή όλο και περισσότερων τομέων του οργανωμένου κοινωνικού βίου στη δικαιοδοσία των σιδερένιων νόμων της αγοράς και η ολομέτωπη επίθεση των ελίτ ενάντια σε παγιωμένα εργασιακά δικαιώματα και ελευθερίες, συντελείται στις μέρες μας μέσα από τη συμμετοχή της Ελλάδας στους ετερόνομους υπερεθνικούς θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξαιτίας της ανάγκης για την εξυπηρέτηση του πελώριου δημόσιου χρέους, για την δημιουργία του οποίου ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η ίδια η συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ και η έκθεση της αδύναμης ελληνικής οικονομίας στις ανελέητες ανταγωνιστικές πιέσεις της ενοποιημένης ευρωπαϊκής αγοράς, εξαπολύονται άγριες φορολογικές επιδρομές που επιβαρύνουν συντριπτικά τις φτωχότερες κοινωνικές ομάδες. Καταλύεται κάθε έννοια μονιμότητας κι εργασιακής ασφάλειας και προωθείται η απορύθμιση στις εργασιακές σχέσεις, που επί της ουσίας θεσμοποιεί την αδιαφιλονίκητη κυριαρχία των πολυεθνικών κολοσσών πάνω στο σύνολο της κοινωνίας. 

Στον αντίποδα, αναπτύσσεται ένα κίνημα ακραιφνών Κρατιστών (ΚΚΕ, φράξια Λαφαζάνη στον ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ-μλ) που αποδέχονται την αναγκαιότητα απεξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τον διεθνή καταμερισμό εργασίας που επιβάλλει η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς μέσω της εξόδου της χώρας από την ΕΕ. Όμως, στη θέση των υπερεθνικών αφεντικών, οι πολιτικοί αυτοί της εξουσιαστικής ρεφορμιστικής Αριστεράς ονειρεύονται είτε την αναστήλωση της σοσιαλδημοκρατικής μικτής οικονομίας (που επιτρέπει στο Κράτος να διαχειρίζεται από κοινού με το ντόπιο καπιταλιστικό κεφάλαιο το επίπεδο και το περιεχόμενο της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας), είτε την εγκαθίδρυση ενός μοντέλου κρατικιστικού σοσιαλισμού με την δημιουργία μονοπωλίων ελεγχόμενων από το Κράτος στους περισσότερους τομείς της παραγωγικής διαδικασίας.     

Έτσι, υπόσχονται ότι θα απελευθερώσουν τις μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες από την υποταγή στα υπερεθνικά κέντρα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, μόνο και μόνο για να τους ξαναφορέσουν τα δεσμά της κρατικής γραφειοκρατίας και των εξουσιαστικών μηχανισμών του Κράτους. Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω ότι η ανάγκη δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερη για τη δημιουργία ενός ενωμένου και ισχυρού ελευθεριακού κινήματος που θα λειτουργήσει ως τρίτος πόλος ανάμεσα στα τσιράκια του υπερεθνικού κεφαλαίου (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ) και στους απολογητές της παλινόρθωσης της κρατικής ισχύος (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, οπαδοί του κρατικιστικού σοσιαλισμού) και θα δώσει τη δυνατότητα στην μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών να αναπτύξουν τους δικούς τους αυτόνομους, αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς προκειμένου να ξαναπάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Σε συμφωνία με τα παραπάνω, δεν έχουμε παρά να παραθέσουμε τα λόγια του Κροπότκιν, ο οποίος αντιμέτωπος με την περιθωριοποίηση του διεθνούς αναρχικού κινήματος της εποχής του, την σεχταριστική πολυδιάσπαση του και την ευκολία με την οποία οι αναρχικοί υπέκυπταν στη γοητεία της ατομικής βίας, έγραψε  το 1890: «πρέπει να είμαστε κοντά στον λαό, ο οποίος δεν θέλει πια να βλέπει απομονωμένες πράξεις, αλλά επιθυμεί να δει ανθρώπους της δράσης να πυκνώνουν τις γραμμές του»[i].

Η απαραίτητη διαδικασία ανασύνθεσης του ελευθεριακού προτάγματος δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας για διεύρυνση της κοινωνικής απήχησης της αναρχικής ιδέας και για ευρύτερη κοινωνικοποίηση των προγραμματικών στόχων και των συλλογικών θεσμών κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης μέσω της εφαρμογής τους σε μαζική κοινωνική κλίμακα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί χωρίς την ανάπτυξη ενός μαζικού ελευθεριακού κινήματος με στοιχειώδη συνοχή σε επίπεδο θεωρίας και πολιτικής πρακτικής που θα δημιουργήσει το πρόπλασμα πολιτικών και οικονομικών θεσμών ικανών να ενσωματώσουν ένα ολοένα και πιο διευρυμένο κομμάτι της κοινωνίας στην καθημερινή άσκηση της αυτοδιεύθυνσης τους και θα τους βοηθήσει να κάνουν πράξη το ιδανικό της αυτοκυβέρνησης. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι χωρίς την αναθεώρηση της αντίληψης που θέλει την αναρχική συνέλευση να αποτελεί απλώς ένα όργανο κατάστρωσης και οργάνωσης τακτικών δράσεων, χωρίς την εγκατάλειψη της αρχής της ομοφωνίας και χωρίς την ανάπτυξη ενός στρατηγικού οράματος για το ποιος είναι ο μακροπρόθεσμος πολιτικός στόχος (δηλαδή ποια μορφή κοινωνικής οργάνωσης είναι συμβατή με το αναρχικό ιδανικό και το αναρχικό σύστημα αξιών), ο δρόμος προς την Αναρχία θα παραμείνει σκοτεινός και δύσβατος.

Η Αναρχία ως πρόταγμα και η ασυμβατότητα της με την ομοφωνία

Η προσπάθεια αυτή προϋποθέτει την επιστροφή στις πολιτικές παραδόσεις του κλασικού κοινωνικού αναρχισμού. Αναρχοκομμουνιστές διανοητές όπως ο Κροπότκιν, ο Φλόρες Μαγόν και ο Νέστωρ Μάχνο ήταν ταυτόχρονα ακατάβλητοι πολιτικοί ακτιβιστές. Αντιλαμβάνονταν της αναρχία σαν απελευθερωτικό πρόταγμα και δεν δίσταζαν να εμπλακούν σε δημόσιες συζητήσεις με θέμα την μορφή που θα έπαιρνε η μελλοντική αναρχική κοινωνία την οποία πάλευαν να εγκαθιδρύσουν μέσα από την καθημερινή πολιτική πρακτική τους. Επιδίδονταν ανενδοίαστα σε αυτές τις δραστηριότητες χωρίς να ανησυχούν αν οι ενέργειες τους μπορούσαν να παρερμηνευθούν από κάποιους και να εκληφθούν ως ενέργειες που αρμόζουν περισσότερο σε μια πολιτική «πρωτοπορία». Είχαν συναίσθηση του γεγονότος ότι η εξουσιαστική διάσταση μιας πρωτοπορίας έγκειται όχι στην επεξεργασία αυτή καθ’ εαυτή μιας τεκμηριωμένης, ελευθεριακής πολιτικής πρότασης-άποψης, άλλα στο αν η πρόταση αυτή δημιουργεί δομές ανισοκατανομής δύναμης και κατοχυρώνει κατά οποιονδήποτε τρόπο την θεσμική υπεροχή μιας ελίτ πάνω στο σύνολο του κινήματος και της κοινωνίας. Αντίθετα, η αναγωγή των σύγχρονων αναρχικών, αμεσοδημοκρατικών συνελεύσεων σε μονοδιάστατα όργανα συναπόφασης κι εκτέλεσης συλλογικών δράσεων και η συνακόλουθη εμμονή στην ομοφωνία σαν τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο λήψης αποφάσεων, αποτελούν κατά την άποψη μας ανυπέρβλητα εμπόδια προκειμένου να αποκατασταθεί η Αναρχία στον παραδοσιακό της ρόλο ως καθολικού επαναστατικού προτάγματος. Η παραπάνω αντίληψη αποκλείει την πιθανότητα οι κατά τόπους αναρχικές συνελεύσεις να συνομοσπονδιοποιηθούν και να λειτουργήσουν ως θεσμοί που θα προεικονίζουν τους αυτόνομους θεσμούς της μελλοντικής κοινωνίας για αυτοοργάνωση σε μαζική κλίμακα.

Η ισότιμη χρήση των πόρων της συνέλευσης από την εκάστοτε μειοψηφία (κάτι που αποτελεί απαραβίαστη αρχή για πολλές από τις υπάρχουσες αμεσοδημοκρατικές δομές)[ii] μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση που οι αποφάσεις της συνέλευσης αφορούν την διοργάνωση μεμονωμένων δράσεων, τη συγγραφή και το μοίρασμα κειμένων, κλπ. Όμως, πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτή η αρχή αν η συνέλευση εγκατέλειπε την ακτιβιστική αυτή αντίληψη της «δράσης για τη δράση» και καταγινόταν με ζητήματα που άπτονται της οργάνωσης μιας τοπικής οικονομίας και της κατανομής σπάνιων πλουτοπαραγωγικών πόρων; Με ποιο τρόπο θα εφαρμοζόταν η ομοφωνία, αν το αντικείμενο της συζήτησης ήταν η κατάρτιση ενός εκπαιδευτικού προγράμματος, σε συνεργασία με τις συνελεύσεις μαθητών-καθηγητών στα δημοτικά, ελευθεριακά μορφωτικά ιδρύματα; Πώς θα λειτουργούσε στην πράξη η αρχή της προστασίας των μειοψηφιών (με τον τρόπο που αυτή ερμηνεύεται από πολλούς μεταμοντέρνους «αναρχικούς»), όταν η δημοτική συνέλευση – ως το κεντρικό όργανο συλλογικής αυτοδιεύθυνσης σε έναν απελευθερωμένο δήμο – θα συνερχόταν για να αποφασίσει αν θα προβάλλει αντίσταση ενάντια σε μια πιθανή εισβολή της ευρωχωροφυλακής ή του Αμερικανικού Έκτου Στόλου, που θα αποβίβαζε στρατεύματα για να τιμωρήσει την αθέτηση αποπληρωμής του εθνικού χρέους και να καταπνίξει την αναρχική συνομοσπονδία των αυτόνομων Δήμων εν τη γενέσει της; Θα ανεχόταν η συνέλευση τη συμφιλιωτική γραμμή μιας μειοψηφίας, έναντι της ανάγκης για αξιοποίηση όλων των πόρων της συνέλευσης προκειμένου να αντιτάξει την πιο αποτελεσματική αυτοάμυνα απέναντι στις επελαύνουσες αντεπαναστατικές ορδές; Ξέρουμε πώς τέτοια ζητήματα μοιάζουν με σενάρια επιστημονικής φαντασίας, όμως τα αναφέρουμε ενδεικτικά για να δείξουμε τον χαρακτήρα των αποφάσεων που καλείται να πάρει μια συνέλευση που συνιστά ενεργό όργανο συλλογικής αυτοκυβέρνησης, σε αντιδιαστολή με μια συνέλευση που περιορίζεται στον σχεδιασμό και τη διεκπεραίωση δράσεων αντιπληροφόρησης.                     

Ωστόσο, οι λόγοι για τους οποίους απορρίπτουμε την ομοφωνία δεν είναι μόνο λόγοι τακτικής και πολιτικής σκοπιμότητας. Αντίθετα, πιστεύουμε ακράδαντα ότι η δημοκρατία και όχι η ομοφωνία συνιστά τον καλύτερο τρόπο προστασίας των δικαιωμάτων της μειοψηφίας. Θεωρούμε ότι η ατομική και συλλογική αυτονομία δεν είναι ανταγωνιστικά μεγέθη αλλά αλληλοσυμπληρούμενα. Χωρίς το ένα, το άλλο δεν μπορεί να υπάρξει. Υπό αυτήν την έννοια, ούτε η ατομική, ούτε η συλλογική αυτονομία κατοχυρώνεται από τις διαδικαστικές εκφάνσεις της άμεσης δημοκρατίας (πλειοψηφία / ομοφωνία), αλλά απαιτούν την ανάπτυξη ενός πλέγματος θεσμισμένων αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών και οικονομικών-κοινωνικών δομών ισοκατανομής όλων των μορφών δύναμης (άμεση κατοχή κι έλεγχος των μέσων παραγωγής από την δημοτική συνέλευση, αυτοδιεύθυνση στους χώρους εργασίας, στα πανεπιστήμια, κλπ.) που θα μπορούσε να ονομαστεί πολίτευμα, καθώς και μιας αυτόνομης, ελευθεριακής κουλτούρας που επιτρέπει στους πολίτες να εισέρχονται στη συνέλευση και να συμμετέχουν στα συλλογικά όργανα λήψης αποφάσεων με πραγματικά ισότιμους όρους. Η αναγκαιότητα αυτών των ρυθμίσεων έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ίση δυνατότητα συμμετοχής όλων των πολιτών στις πολιτικές διαδικασίες του αυτοδιαχειριζόμενου δήμου, διασφαλίζει την ισηγορία με την έννοια ότι κανείς πολίτης δεν διαθέτει δομικά μέσα πίεσης (θεσμοποιημένη πολιτική ή οικονομική δύναμη) τα οποία μπορεί να ασκήσει για να χειραγωγήσει ή ακόμη και να ακυρώσει τη βούληση της συνέλευσης κι εξασφαλίζει τον διαρκή και συνεχή έλεγχο του σώματος των πολιτών πάνω στο αποτέλεσμα των αποφάσεων τους. Με αυτόν τον τρόπο εξαλείφεται ο διαχωρισμός που επικρατεί στη σύγχρονη εξουσιαστική κοινωνία ανάμεσα στο άτομο και το κοινωνικό σύνολο και η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων παύει να είναι απλώς ζήτημα διαδικασίας (ομοφωνία) και μετατρέπεται σε ζήτημα εναρμόνισης και ενίσχυσης της ατομικής αυτονομίας μέσα από θεσμισμένες κοινωνικές δομές συλλογικής αυτονομίας και αντίστροφα.

Γνώμη μου είναι ότι η αντίληψη της ομοφωνίας παραβλέπει τις δομικές προϋποθέσεις της αυτονομίας και γι’ αυτό καταφεύγει στον ιδιότυπο αυτόν ατομικισμό ως μέσον προστασίας των μειοψηφιών και των ατομικών ελευθεριών. Πράγματι, εξ’ όσων γνωρίζουμε καμιά από τις αναρχικές συλλογικότητες που υιοθετούν τον ομοφωνικό τρόπο λήψης αποφάσεων στις συνελεύσεις τους δεν δρουν στη βάση ενός συνολικού πολιτικού προτάγματος για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και ούτε καν παραδέχονται την ανάγκη για την ύπαρξη ή την επεξεργασία ενός τέτοιου προτάγματος. Ελλείψει λοιπόν ενός καθολικού προτάγματος για την διαμόρφωση των κοινωνικών όρων της ελευθερίας και της συλλογικής αυτονομίας, διολισθαίνουν σε μια ατομιστική ερμηνεία της ατομικής ελευθερίας κατάλληλη μόνο για μια εσωστρεφή, περιχαρακωμένη συνέλευση που λειτουργεί μόνο ως διαδικασία, μέσα σε ένα εχθρικό θεσμικό κοινωνικό πλαίσιο (οικονομία της αγοράς, αντιπροσωπευτική «δημοκρατία») και όχι ως καταλύτης για έναν γενικότερο μετασχηματισμό της κοινωνίας στη βάση ενός αντισυστημικού προγράμματος ριζοσπαστικής αποκέντρωσης της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής δύναμης με επίκεντρο τις δημοτικές, πρόσωπο-με-πρόσωπο συνελεύσεις.

Τα παράγωγα της εσωστρέφειας των μονοθεματικών αναρχικών συνελεύσεων αναπαράγονται κατά την γνώμη μας και στο ιδεολογικό επίπεδο, στον βαθμό που οι αποφάσεις της συνέλευσης δεν λαμβάνονται με βάση μια διαδικασία διαβούλευσης, επαλήθευσης και αξιολόγησης της κάθε άποψης που έχει τα θεμέλια της στον δημοκρατικό ορθολογισμό (τη διατύπωση λογικά συνεκτικών προτάσεων που να είναι συμβατές με τα δεδομένα των αισθήσεων και που έχουν ως στόχο τη δημοκρατία ως διαδικασία και δομή κοινωνικής οργάνωσης), αλλά επαφίεται στην οικειοποίηση της ετερότητας του κάθε συντρόφου προκειμένου να φτάσει στη λήψη μιας συλλογικής απόφασης. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σημασία της αλληλοκατανόησης και της οικειοποίησης της ετερότητας ως εργαλείου για την ανάπτυξη μιας αίσθησης συντροφικότητας μέσα στη συνέλευση, θεωρούμε πως στον βαθμό που μια τέτοια αντίληψη οδηγεί αναπόφευκτα στην ανάγκη για ομοφωνία, δεν ενθαρρύνει την συνδιαμόρφωση και δεν δημιουργεί μια ευρύτερη απελευθερωτική ηθική, η οποία συμβαδίζει με την υιοθέτηση του δημοκρατικού ορθολογισμού. Αντίθετα, ενθαρρύνει την ατομιστική οχύρωση των συμμετεχόντων πίσω από την δική τους άποψη και καλλιεργεί εγωιστικές συμπεριφορές και μια τάση για αυθαίρετη προσβολή των αποφάσεων της συνέλευσης από μεμονωμένα μέλη στη βάση μη-συμφωνημένων κριτηρίων, παραδοχών και ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας.

Κι εξηγούμαστε: Αν οι τοποθετήσεις αξιολογούνται και κρίνονται σύμφωνα με τις πρότερες ατομικές εμπειρίες και τα προσωπικά βιώματα του καθενός (όπως αναγράφεται ρητά στο καταστατικό σας) και δεν αξιολογούνται στην βάση μιας από κοινού συμφωνημένης μεθόδου και διαδικασίας που περιλαμβάνει ρητά διατυπωμένα κριτήρια τα οποία όλοι οι συμμετέχοντες υιοθετούν ως αναγκαία για την διαμόρφωση της δικής τους συλλογικής «αλήθειας» και προκειμένου να μην ετερονομούνται κάποια μέλη της συνέλευσης από κάποια άλλα, τότε οδηγούμαστε σχεδόν αναπόφευκτα σε έναν «γενικευμένο σχετικισμό». Έτσι, αν όλες οι βιωματικές εμπειρίες είναι εξορισμού αποδεκτές χωρίς να εξετάζεται η συμβατότητα τους με τα κριτήρια π.χ. του ορθού λόγου και των δεδομένων των αισθήσεων, τότε όλες οι εμπειρίες, ανορθολογικές ή μη, είναι εξορισμού αποδεκτές (ως και οι εμπειρίες π.χ. ενός φανατικού Χριστιανού, ενός μαρξιστή που πιστεύει στην νομοτέλεια της Ιστορίας, κλπ.) αφού αυτό που τίθεται σε συλλογική διαβούλευση και δοκιμασία δεν είναι η συμβατότητα ενός επιχειρήματος με τον Ορθό Λόγο, αλλά το κατά πόσο μια άποψη απορρέει από ένα προσωπικό – βιωματικό υπόβαθρο.

Ωστόσο, η συμβατότητα της κάθε άποψης με τα ορθολογικά κριτήρια είναι απαραίτητο συστατικό της πνευματικής ελευθερίας της συνέλευσης, αφού κάθε ανορθολογική δοξασία και κλειστό θεωρητικό δόγμα περιέχει έναν φιλοσοφικό πυρήνα που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης και ελεύθερης διαβούλευσης από τα μέλη μιας δημοκρατικής συνέλευσης. Έτσι η συνέλευση δεν είναι ελεύθερη να δημιουργήσει την δική της, ανοικτή αλήθεια, αλλά αναγκάζεται να υποκύψει σε ετερόνομες απόψεις και αντιλήψεις μόνο και μόνο επειδή έχουν «βιωματικό» χαρακτήρα. Έτσι ακυρώνεται στην πράξη η ισοκατανομή της πολιτικής δύναμης, αφού η αποδοχή ανορθολογικών απόψεων και δοξασιών που προκύπτει αναπόφευκτα από την έλλειψη μιας από κοινού δημοκρατικής ορθολογικής διαδικασίας αξιολόγησης των απόψεων που τίθενται υπό διαβούλευση, ουσιαστικά εμπεριέχει την άρνηση του δικαιώματος του κάθε μέλους της συνέλευσης να μετέχει ενεργά και να διαβουλεύεται γύρω από την διαμόρφωση της κοινής συλλογικής αλήθειας, του κοινού της δηλαδή «παραδείγματος».

Επιπλέον, χωρίς την θέσμιση μιας από κοινού διαδικασίας συνδιαλλαγής και λογοδοσίας μεταξύ των μελών (δύο διαστάσεις που είναι αλληλένδετες), δεν μπορεί να αποτραπεί η κατάχρηση του δικαιώματος για προσβολή των αποφάσεων της συνέλευσης και επαναφορά τους για συζήτηση, αφού η διαφωνία δεν χρειάζεται να θεμελιωθεί και να τεκμηριωθεί σε κάποια βάση που είναι αμοιβαία αποδεκτή από όλα τα μέλη της συνέλευσης, αλλά στις προσωπικές επιθυμίες και τις εγωιστικές παρορμήσεις του κάθε μέλους μεμονωμένα. Όμως, γιατί πρέπει να γίνει σεβαστή μια θέση της μειοψηφίας όταν μοναδικό κριτήριο συναπόφασης και συνδιαμόρφωσης της κοινής αλήθειας είναι η συμβατότητα μιας άποψης με την κοινά συμφωνημένη μέθοδο του δημοκρατικού ορθολογισμού, βάσει του οποίου μοναδικό κριτήριο του βαθμού ορθότητας μιας άποψης είναι ο βαθμός διυποκειμενικότητας της, δηλαδή ο βαθμός εθελούσιας αποδοχής της μετά λόγου γνώσης, από μια πλειοψηφία ελεύθερα σκεπτόμενων ατόμων που πείστηκαν από αυτή; Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, για την ορθότητα της αλήθειας μιας συνέλευσης δεν υπάρχει άλλο κριτήριο από την αποδοχή της οποίας τυγχάνει από τα ελεύθερα σκεπτόμενα μέλη της. Συνεπώς, η άρνηση που δεν συνοδεύεται από ορθολογική τεκμηρίωση με οδηγό το ρητό στόχο της συνέλευσης ως δομής και διαδικασίας κοινωνικής αυτοθέσμισης είναι εγωιστική και στείρα, αφού καταπατά τη συμφωνία που έχει γίνει εξαρχής για την διαδικασία και τις θεμελιακές προϋποθέσεις της από κοινού λήψης αποφάσεων που κατοχυρώνει την υπόσταση της συνέλευσης ως πολιτικού σώματος. Μόνο σε αυτή τη βάση έχει νόημα το δικαίωμα προσβολής των αποφάσεων της συνέλευσης από τα μέλη της και δεν κινδυνεύει να εκφυλιστεί από θεσμός ρητής αυτοθέσμισης της κοινωνίας, σε όργανο παρακώλυσης και υπονόμευσης της αυτοκυβέρνησης των πολιτών.

Έτσι, η υιοθέτηση της αρχής της ομοφωνίας καθηλώνει τη συνέλευση στην αέναη αναζήτηση ενός  – δήθεν πλουραλιστικού – κατώτατου κοινού παρονομαστή (καθιστώντας αδύνατη τη λήψη σημαντικών αποφάσεων) και αναγάγει τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις που λαμβάνουν χώρα εκτός της συνέλευσης σε αναπόσπαστο τμήμα της πολιτικής διαδικασίας, αφού δίχως αυτή την ανεπίσημη «προεργασία» ο βαθμός συναντίληψης που απαιτεί η ομοφωνική απόφαση είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μεγαλύτερος αναρχικός διανοητής της εποχής μας Μάραιη Μπούκτσιν αποκάλεσε την ομοφωνία, «ατομιστική αλτερνατίβα στην δημοκρατία».[iii] Άλλωστε, ο Μπούκτσιν είχε πλήρη επίγνωση ότι η συνομοσπονδιοποίηση των αμεσοδημοκρατικών συνελεύσεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί όσο οι συνελεύσεις αυτές επιμένουν να υιοθετούν τον ομοφωνικό τρόπο λήψης αποφάσεων. Εκτός αν δεχτούμε ότι η μελλοντική απελευθερωτική κοινωνία, αυτοοργανωμένη σε μαζική κλίμακα και σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, οικολογικό) θα απαρτίζεται από χιλιάδες ή εκατομμύρια ρομπότ που θα ομονοούν στα πάντα, εκμηδενίζοντας στην πραγματικότητα τα ατομικά χαρακτηριστικά και τις διαφορές στην προσωπικότητα τους.

 Αναρχισμός, πρωτογονισμός και δημοκρατία

 Ας μην λησμονούμε ότι η δημοκρατία δεν είναι ξένη προς το αναρχικό κίνημα. Όταν θέλησαν να υπερβούν τα στενά όρια των ομάδων συνάφειας που είχε οργανώσει η FAI, οι Ισπανοί αναρχικοί υιοθέτησαν την δημοκρατία και τον συνομοσπονδισμό ως την πλέον ενδεδειγμένη οργανωτική μορφή της αναρχικής κοινωνίας του μέλλοντος, στο σημαντικότερο πείραμα εφαρμογής των αρχών του κοινωνικού αναρχισμού σε σημαντική κοινωνική κλίμακα.[iv] Το ψήφισμα του 1936 που εξέδωσε η CNT στο συνέδριο της Σαραγόσα και είχε σκοπό να καθορίσει το θεσμικό πλαίσιο του ελευθεριακού κομουνισμού, βασιζόταν ρητά σε αμεσοδημοκρατικές αρχές. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι:  «

Ομοίωςτο θεμέλιο της (αναρχοκομμουνστικής) διοίκησης αυτής θα είναι η Κομμούνα», που είναι «αυτόνομη» και «συγκροτεί ομοσπονδίες σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο.» Η Κομμούνα «θα αναλάβει να τηρήσει τους γενικούς κανόνες που έχουν συμφωνηθεί κατά πλειοψηφία μετά από ελεύθερη συζήτηση.» Τόνιζε επίσης την ελεύθερη φύση της κοινωνίας στην οποία αποσκοπούσε η CNT: «Οι κάτοικοι μιας Κομμούνας θα συζητούν αναμεταξύ τους τα εσωτερικά τους προβλήματα… Οι ομοσπονδίες θα απασχολούνται με σημαντικά προβλήματα που επηρεάζουν μια χώρα ή επαρχία και όλες οι Κομμούνες πρέπει να εκπροσωπούνται στις συγκεντρώσεις και συνελεύσεις τους, επιτρέποντας έτσι στους εντολοδόχους τους να μεταφέρουν την δημοκρατική άποψη των αντίστοιχων κοινοτήτων τους… κάθε κοινότητα που εμπλέκεται θα έχει το δικαίωμα να πει τη γνώμη της… για τα θέματα περιφερειακού χαρακτήρα, είναι καθήκον της περιφερειακής ομοσπονδίας να υλοποιήσει τις συμφωνίες… Έτσι, το σημείο εκκίνησης είναι το άτομο, που ανέρχεται στην κοινότητα, έπειτα στην ομοσπονδία και τελικά φτάνει μέχρι την συνομοσπονδία. » (αναφέρεται από Jose Peirats, η CNT στην Ισπανική Επανάσταση, vol. 1, σελ. 106-7)». Κατά τον ίδιο τρόπο οργανώθηκαν και οι συνομοσπονδιοποιημένες αγροτικές κομούνες των Ζαπατικών χωρικών την περίοδο της Μεξικανικής Επανάστασης.[v]

Η επικρατούσα αντίληψη της «δράσης για τη δράση» δεν μπορεί να μας οδηγήσει στην Αναρχία. Αντίθετα, ο αναρχικός χώρος θα παραμείνει περιθωριοποιημένος και θα περιμένει την επόμενη θηριωδία του συστήματος για να ξεχυθεί στους δρόμους, δηλώνοντας την ύπαρξη του μέσω (μαχητικών είναι η αλήθεια) διαδηλώσεων και συγκρούσεων με τους μπάτσους, για να αποτραβηχτεί έπειτα ξανά στον μικρόκοσμο που έχει βολικά πλάσει γι’ αυτόν το πολιτικό σύστημα, μόλις η οργή καταλαγιάσει και σβήσουν οι φωτιές της εξέγερσης. Ωστόσο, το ζήτημα για εμάς δεν είναι μόνο να αντιδρούμε δυναμικά στα εγκλήματα των ελίτ αφού αυτά έχουν γίνει, αλλά να αναλάβουμε προληπτική δράση για να σιγουρέψουμε ότι τα εγκλήματα αυτά δεν θα επαναληφθούν και κυρίως βέβαια στην οικονομική σφαίρα, όπου η έμμεση αλλά και άμεση οικονομική βία δημιουργεί εκατοντάδες εκατομμύρια θύματα, για τα οποία ο αναρχικός χώρος είναι σα να μην υπάρχει. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να αναλάβουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων σε αυτόν τον αγώνα ενάντια στο σύστημα, όχι απλώς να περιμένουμε παθητικά την ευκαιρία που θα μας δοθεί για να αντιδράσουμε. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο εφόσον στηριζόμαστε σε μια ολοκληρωμένη ανάλυση της σημερινής κατάστασης του συστήματος και έχουμε μια ξεκάθαρη μεταβατική στρατηγική για την ανατροπή των ετερόνομων θεσμών και την εγκαθίδρυση μιας αυτόνομης δημοκρατικής κοινωνίας η οποία θα εξαλείψει μια για πάντα από το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πεδίο την ανισοκατανομή της δύναμης και τις σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο.

Εντούτοις, εδώ θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει πως στον βαθμό που οι συνομοσπονδιακές δομές αυτοκυβέρνησης είναι ασύμβατες και συγκρούονται στην πράξη με την εφαρμογή της αρχής της ομοφωνίας, δεν είναι η αρχή της ομοφωνίας που πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά η συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης η οποία παύει να είναι επιθυμητή. Το ζητούμενο σε αυτή την περίπτωση θα ήταν η περαιτέρω συρρίκνωση του μεγέθους της βασικής διοικητικής μονάδας της μελλοντικής ελεύθερης κοινωνίας στο επίπεδο όπου ο συλλογικός αυτοκαθορισμός μέσω της ομοφωνίας μπορεί να αποτελέσει μια ρεαλιστική προοπτική. Για παράδειγμα, δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι η συμβίωση σε ανεξάρτητες ομάδες των επτά, ή των πέντε ατόμων, δεν αποκλείει την καθιέρωση της ομοφωνίας ως βασικής μεθόδου για τη λήψη αποφάσεων. Όμως, μια τέτοια ρύθμιση είναι εξορισμού αντίθετη προς το σύστημα της οριζόντιας συνομοσπονδιακής δικτύωσης, που εξασφαλίζει την αρμονία, τη συνεργασία και την επικουρικότητα στις σχέσεις ανάμεσα στις κατά τόπους αυτόνομες πολιτικές ομάδες / κοινότητες. Ως τέτοια, μας οδηγεί αναπόφευκτα στην πολυδιάσπαση και στον απόλυτο κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος. Η πολυδιάσπαση της κοινωνίας χωρίς την ύπαρξη θεσμικών μηχανισμών που θα ανασυστήνουν τη συνοχή της σε μια νέα βάση και θα μεριμνούν για την επαρκή κάλυψη των βασικών υλικών και πνευματικών αναγκών του πληθυσμού, σηματοδοτεί την άνευ όρων επιστροφή σε πρώιμα ιστορικά στάδια της κοινωνικής εξέλιξης, όπου οι άνθρωποι επιλέγουν να συμβιώνουν σε ομάδες των δέκα για τον φόβο της συγκεντρωτικής διακυβέρνησης.

Από αυτή την άποψη, δεν είναι τυχαίο ότι οι υπέρμαχοι της ομοφωνίας βρίσκουν την ιστορική ενσάρκωση του ιδανικού τους στις πρωτόγονες μικροκοινωνίες της προϊστορικής περιόδου, ή στις φυλετικές κοινωνίες των ιθαγενών ινδιάνων της Βορείου Αμερικής.[vi] Σύμφωνα με το σκεπτικό των πρωτογονιστών, βασικότερος θεωρητικός εκφραστής των οποίων μπορεί να θεωρηθεί ο Τζωρτζ Ζέρζαν, οι προϊστορικές κοινωνίες συνιστούσαν πραγματικές κοινωνίες της «αφθονίας», αφού οι ανάγκες που καλούνταν να ικανοποιήσουν ήταν λιγότερες σε αριθμό, στοιχειώδεις ως προς την πολυπλοκότητα τους και μπορούσαν να καλυφθούν με απλό τρόπο.[vii] Ήταν εξισωτικές και συνεργατικές ως προς το ήθος τους και τις αρχές της κοινωνικής τους οργάνωσης, ενώ απέδιδαν την πρέπουσα σημασία στην διατήρηση μιας ισορροπίας ανάμεσα στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων με σκοπό την αυτοσυντήρηση και στη βιωσιμότητα του οικοσυστήματος του οποίου αποτελούσαν μέρος. Δεν υπήρχε οργανωμένη παραγωγική δραστηριότητα από την άποψη της αγροτικής καλλιέργειας ή κάποιας υποτυπώδους έστω βιομηχανικής οργάνωσης (π.χ. κατασκευή εργαλείων). Πέρα από τον χρόνο που ο μυθικός «ευτυχισμένος άγριος» ήταν υποχρεωμένος να αφιερώνει στην συλλογή τροφής, το υπόλοιπο της καθημερινότητας του το ξόδευε σε χαρωπά παιχνίδια και χορούς που ενίσχυαν τους κοινωνικούς δεσμούς, σε σαμανιστικές πρακτικές που τον οδηγούσαν στην έκσταση και στην «αυτογνωσία», σε ανεμπόδιστες και αμετροεπείς σεξουαλικές απολαύσεις.

Ο Murray Bookchin έχει ασκήσει συντριπτική κριτική σε αυτές τις ανιστόρητες φαντασιοπληξίες στο σημαντικό δοκίμιο του με τίτλο «Κοινωνικός ή Life Style Αναρχισμός».[viii] Εμείς απλώς θα συνοψίσουμε τα κυριότερα σημεία στα οποία μια κριτική αποτίμηση του πρωτογονισμού οφείλει, κατά την άποψη μας, να επικεντρώνεται. Καταρχήν, πολλά από τα συμπεράσματα των απολογητών της επιστροφής στην βαρβαρότητα δεν υποστηρίζονται από τα δεδομένα που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα στο επιστημονικό πεδίο της παλαιοανθρωπολογίας. Ο επίγειος παράδεισος τον οποίο επαγγέλλονται οι οπαδοί του πρωτογονισμού πιθανότατα ποτέ δεν υπήρξε και σε κάθε περίπτωση δεν είχε τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά που του αποδίδουν οι όψιμοι εχθροί του πολιτισμού. Στην ειδυλλιακή περιγραφή του τρόπου ζωής σε μια πρωτόγονη κοινωνία, ο Ζέρζαν πολύ βολικά παραβλέπει να αναφέρει ότι οι κοινωνίες αυτές συχνά βρίσκονταν αντιμέτωπες με το φάσμα της πείνας και του υποσιτισμού, τον αποδεκατισμό τους από τις αρρώστιες και τις επώδυνες συνέπειες καταστροφικών φυσικών φαινομένων. Ο τρόπος ικανοποίησης των αναγκών του «ευγενούς αγρίου» όχι μόνο δεν ήταν απλός ή ξεκούραστος, αλλά τις περισσότερες φορές συνεπαγόταν την έκθεση του σε θανάσιμες απειλές, στους κινδύνους του κυνηγιού και μιας μάχης ζωής ή θανάτου με τα θηρία. Μάλιστα, για τον Ζέρζαν δεν φαίνεται να χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς το γεγονός ότι το ανθρώπινο είδος, σε εκείνο το στάδιο της ανθρωπολογικής εξέλιξης που συνδέεται με την «κοινωνία της αφθονίας» των πρωτογονιστών, μάλλον κατείχε τόσο χαμηλή θέση στην τροφική αλυσίδα, ώστε οι ατελείωτες ώρες αναψυχής και ανέμελων παιγνίων μεταξύ των μελών της φυλής ενδέχεται κάποτε, κάποτε να διακόπτονταν από τον τρόμο και τις πανικόβλητες αντιδράσεις που θα προκαλούσε το κοντινό απειλητικό γρύλισμα ενός πεινασμένου σαρκοβόρου θηλαστικού που είχε βγει προς αναζήτηση της τροφής του.

Όταν τελικά αποφασίζει να παραθέσει κάποια από τα σημαντικά αυτά επιστημονικά δεδομένα, ο γκουρού του πρωτογονισμού καταφεύγει σε μια ανεκδιήγητη σοφιστεία για να περισώσει την αξιοπιστία του φιλοσοφικού του οράματος. Κόντρα σε όλα τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, αλλά – θα προσθέταμε – ενάντια και σε κάθε λογική, μας πληροφορεί ότι η πείνα ήταν μια συνειδητή επιλογή του προϊστορικού ανθρώπου, ένας υποτιθέμενος τρόπος για να εξοικονομήσει επιπλέον χρόνο από το κυνήγι, τον οποίον θα μπορούσε να διαθέσει στο παιγνίδι ή σε άλλες συλλογικές δραστηριότητες αναψυχής. Περιττεύει να τονίσουμε τον παραλογισμό μιας τέτοιας θέσης, ειδικότερα όταν μιλάμε για τις τροφοσυλλεκτικές ανθρώπινες κοινότητες  της προϊστορικής περιόδου, των οποίων η βασική κοινωνική λειτουργία ήταν η αναζήτηση τροφής και των οποίων η βιολογική εξέλιξη, όπως αυτή αποτυπώνεται πάνω στο μη-ανεπτυγμένο μέγεθος του εγκεφάλου του προϊστορικού ανθρώπου, είναι αμφίβολο αν τους καθιστούσε ικανούς για παρόμοιους ευγενείς συνειρμούς που θα μπορούσαν να εκτοπίσουν την εξυπηρέτηση των ζωτικών αναγκών από την πρωταρχική θέση που κατείχε στο σύστημα αξιών της κοινότητας.

Δεύτερον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι στις κοινωνίες της άγνοιας – ας μας επιτραπεί να τις ονομάσουμε έτσι – επικρατούσε κατά αποκλειστικότητα ένα διαφορετικό, συνεργατικό κοινωνικό ήθος διαπνεόμενο από μια φυσική ισότητα που οδηγούσε στην αντί-ιεραρχία. Οι συγκεντρώσεις δύναμης και οι ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις φαίνεται πως αποτέλεσαν συστατικά στοιχεία των πρώιμων μορφών κοινωνικής οργάνωσης, είτε μιλάμε για το μονοπώλιο της δύναμης του κυρίαρχου αρσενικού στις φυλετικές-οικογενειακές κοινωνικές ομαδοποιήσεις της παλαιολιθικής περιόδου, ή για το μονοπώλιο της γνώσης που κατείχαν οι σαμάνοι των πρωτόγονων θρησκευτικών λατρειών το οποίο εκμεταλλεύονταν προκειμένου να αποκτήσουν δύναμη, προνόμια και μια εξέχουσα θέση στην κοινότητα. Επιπλέον, η συμβιωτική σχέση προς το περιβάλλον είναι άλλη μια ρομαντική εικασία που ο Ζέρζαν παρουσιάζει ως επιστημονικό δεδομένο. Για παράδειγμα, ο νομαδικός τρόπος ζωής των ινδιάνικων φυλών υπαγορευόταν ακριβώς από το γεγονός της εξάντλησης των άμεσα προσβάσιμων φυσικών πόρων και την ανάγκη της φυλής για μετανάστευση σε μέρος όπου ο κύκλος της εκμετάλλευσης των μέσων που η φύση παρείχε για αυτοσυντήρηση μπορούσε να ξεκινήσει από την αρχή. Ο Μπούκτσιν περιγράφει πώς, παρά την παραφιλολογία για την υποτιθέμενη «αγάπη προς την φύση» που έτρεφαν οι πρωτόγονοι, «οι Πυγμαίοι του δάσους Ituri βασάνιζαν τα παγιδευμένα θηράματα αρκετά σαδιστικά».[ix] Μιλάει επίσης για την βαρβαρότητα που επέδειξαν κάθε λογής πρωτόγονες φυλετικές κοινότητες απέναντι στο περιβάλλον και τα πλάσματα που ζούνε μέσα σε αυτό, όταν η επίδειξη παρόμοιας σκληρότητας και η έλλειψη ευαισθησίας για τη διατήρηση των οικολογικών ισορροπιών ήταν δυνατό να συνοδεύεται από την πρόσκτηση σημαντικών πλεονεκτημάτων ως προς τον καθημερινό αγώνα της φυλής για επιβίωση. Σαν παράδειγμα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την αλλοίωση μεγάλων εκτάσεων «του περιβάλλοντος τους από τους ιθαγενείς Αμερικανούς μέσω της χρήσης της φωτιάς προκειμένου να καθαρίσουν τη γη για την κηπουρική τους και για καλύτερη ορατότητα στο κυνήγι», ή τους μαζικούς σκοτωμούς και τα ινδιάνικα αυτοσχέδια σφαγεία για βίσονες που φαίνεται πως υπήρξαν στην περιοχή προτού ακόμη οι ευρωπαίοι πατήσουν το πόδι τους στην Αμερικανική ήπειρο και «διαφθείρουν» με τις υλιστικές τους αξίες, τους ιθαγενείς.[x]   

Τέλος, ακόμη κι αν δεχόμασταν ότι η πρωτόγονη κοινότητα αποτελούσε την ενσάρκωση με φυσικό τρόπο του αναρχικού ιδανικού, σίγουρα δεν συνέβαινε το ίδιο με τις υπόλοιπες κοινότητες ή φυλετικές ομάδες που αντιμετωπίζονταν ως εξωτερικοί εχθροί και ως θανάσιμοι ανταγωνιστές για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων στον καθημερινό αγώνα για επιβίωση. Η αρχαιολογική έρευνα, είτε αναφερόμαστε στην παλαιοανθρωπολογία ή σε νεότερες περιόδους της ανθρώπινης προϊστορίας-ιστορίας, βρίθει από πολεμοχαρή επεισόδια φυλετικής βαρβαρότητας, από δολοφονικές θηριωδίες τις οποίες διέπραξε ο προϊστορικός άνθρωπος σε βάρος των συνανθρώπων του. Το συνεργατικό, εξισωτικό ήθος της κοινότητας φαίνεται πως δεν επεκτεινόταν σε εκείνους που παραβίαζαν τον ζωτικό χώρο της φυλής και απειλούσαν να υφαρπάξουν τα μέσα για την αυτοσυντήρηση της. Είναι σε αυτό το σημείο, που αναδεικνύεται καθαρά ως αναγκαία προϋπόθεση της κοινωνικής και ατομικής απελευθέρωσης η υιοθέτηση ενός απελευθερωτικού προτάγματος που θα περιλαμβάνει ένα οικονομικό μοντέλο ισομερούς κατανομής των παραγόμενων κοινωνικών αγαθών βασισμένο στην αρχή της συνομοσπονδιοποίησης και θα καθιερώνει σχέσεις αλληλεξάρτησης και αμοιβαίας στήριξης ανάμεσα στις αυτόνομες κοινότητες της μελλοντικής, απελευθερωτικής μορφής οργάνωσης της κοινωνίας.

Το ζητούμενο για κάθε ελευθεριακό κατά την γνώμη μας οφείλει να είναι η κατάκτηση μιας ποιοτικής ελευθερίας και αυτονομίας η οποία δεν θα αναιρεί τα οφέλη από την αμοιβαία συνύπαρξη μέσα στην κοινωνία και όχι η διάλυση της κοινωνίας στο όνομα της κατοχύρωσης μιας ψευδεπίγραφης προσωπικής ανεξαρτησίας. Αν είναι αυτό το είδος της ελευθερίας που επιθυμούμε, τότε δεν έχουμε παρά να κηρύξουμε τη διάλυση όλων των κοινωνιών και να προκρίνουμε την άτακτη φυγή σε απομονωμένους «παραδείσους» προκειμένου να απαλλαγεί ο άνθρωπος απ’ όλους τους νόμους και τους «τεχνητούς» κανόνες που εξουσιάζουν τη συμπεριφορά του. Η ελευθερία που μας προτείνει ο Ζέρζαν και οι συνοδοιπόροι του υμνητές της επιστροφής στην βαρβαρότητα, προσιδιάζει την «τετράποδη ζωικότητα», όπως αναφέρει με παραστατικό πράγματι τρόπο ο Μπούκτσιν.[xi] Αλλά, όπως έγραψε και ο Τζ. Σ. Μιλλ, «είναι καλύτερο να είσαι ένα δυσαρεστημένο ανθρώπινο ον, παρά ένα ικανοποιημένο γουρούνι. Καλύτερα να είσαι ένας δυσαρεστημένος Σωκράτης, παρά ένας ευχαριστημένος ηλίθιος».[xii]

Γι’ αυτό, το ιδανικό μας δεν μπορεί να είναι ο, κατά Ζέρζαν, «ευγενής άγριος» που ναι μεν ήταν «ανεξάρτητος», ήταν όμως αναγκασμένος να επιδίδεται σε έναν σκληρό καθημερινό αγώνα για επιβίωση ενάντια στη Φύση και τους γύρω του. Η μαζική και ικανοποιητική στέγαση, η διατήρηση του επιπέδου της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης και η περαιτέρω εξέλιξη της, η πρόσβαση σε επαρκή σίτιση και υδροδότηση, προϋποθέτουν ένα μίνιμουμ παραγωγικής δραστηριότητας για την επαρκή κάλυψη βασικών αναγκών και ένα ορθολογικό σύστημα κατανομής του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου. Οι μεταμοντέρνοι αναρχικοί μας εμφανίζονται φαινομενικά πρόθυμοι να θυσιάσουν στο βωμό της διαστρεβλωμένης «ανεξαρτησίας» του «ευγενούς αγρίου», την ελευθερία από την πείνα, την προστασία απέναντι στις αρρώστιες και τις κακουχίες του περιβάλλοντος, την χειραφέτηση από την σκλαβιά της φτώχειας και τις στερήσεις παραβλέποντας το γεγονός πως η κοινωνική χειραφέτηση προϋποθέτει ακριβώς την πρόσβαση σε βασικά υλικά αγαθά και ότι τόσο η ατομική, όσο και η συλλογική αυτονομία, με την έννοια του αυτοκαθορισμού και της συστηματικής ενασχόλησης με τα κοινά δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν σε συνθήκες πλήρους ανέχειας, οικονομικής ανασφάλειας, ή ενός καθημερινού αγώνα για την κάλυψη των βασικών ανθρώπινων αναγκών. Με άλλα λόγια, αν προηγουμένως δεν έχουν εξασφαλιστεί οι συνθήκες για την ισοκατανομή της οικονομικής δύναμης ανάμεσα σε όλους τους πολίτες. Όπως γράφει ο Τάκης Φωτόπουλος: 

«οι ανθρώπινες αξίες καθορίζονται κοινωνικά και οι κοινωνικοί κανόνες και ρυθμίσεις που τις υποστηρίζουν δεν αποτελούν ένα περιορισμό κάποιας προϋπάρχουσας ελευθερίας, αλλά τμήμα των συνθηκών για μια ικανοποιητική ζωή».[xiii]

Τυποποίηση των διαδικασιών

 Οι λαλίστατοι επικριτές της αυτονομίας επιτίθενται στην αμεσοδημοκρατική πρακτική στο όνομα ενός θολού και άμορφου ιδανικού. Στην «Συνεισφορά σε μια Κριτική της Πολιτικής Αυτονομίας», ο Ζιλ Ντωβέ εξάρει τις αρετές της αυθόρμητης συναναστροφής σε άτυπες, μη-θεσμικές ομάδες και απορρίπτει την πρωτοκαθεδρία της συνέλευσης ως του βασικού συλλογικού οργάνου λήψης αποφάσεων. Συγκεκριμένα γράφει, 

«Το 1968 στη Γαλλία, οι εργάτες στο εργοστάσιο της Πεζώ στο Σοσώ (ήταν τότε μια περιοχή που είχε μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις εξειδικευμένων εργατών σε ολόκληρη τη χώρα) κατέβηκαν σε απεργία με κατάληψη του εργοστασίου στις 20 Μαΐου. Όταν στις 10 Ιουνίου η μεγάλη πλειοψηφία των εργατών ψήφισε επιστροφή στη δουλειά, μια μειοψηφία επανακατέλαβε τα κτίρια, μέχρι τη βίαιη απομάκρυνση της από την αστυνομία το ξημέρωμα της 11ης. Εκείνο το ξημέρωμα, πολλοί μη-απεργοί εργάτες της πρωινής βάρδιας κατέφθαναν με τα λεωφορεία στο εργοστάσιο: αντί να πιάσουν δουλειά όπως είχαν ψηφίσει, ενώθηκαν αμέσως με τους πρώην καταληψίες, και για όλη την ημέρα συγκρούονταν με τους μπάτσους. […] Η έκρηξη της 11ης Ιουνίου δεν είχε έρθει από το πουθενά: προετοιμάστηκε από ανεπίσημες συζητήσεις, οι οποίες είχαν βάλει τις βάσεις (καλύτερα από τις δημοκρατικές διαδικασίες) για ένα φαινομενικά αυθόρμητο ξέσπασμα. Η ‘απρόσωπη αντίσταση’ δεν είναι μόνο συζήτηση στην καντίνα ή γύρω από την μηχανή του καφέ: λειτουργεί ως βάση για την ανοιχτή σύγκρουση».[xiv]

 Όμως, οι πολιτικές συζητήσεις σε αυθόρμητα σχηματισμένα πηγαδάκια στην Αθηναϊκή αγορά πριν την έναρξη της συνέλευσης της Εκκλησίας του Δήμου αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της πολιτικής διαδικασίας στην Αθηναϊκή πόλη και ήταν ζωτικό κομμάτι της δημοκρατικής διαπαιδαγώγησης του Αθηναίου πολίτη. Ουσιαστικά, οι συζητήσεις αυτές συνιστούσαν το προπαρασκευαστικό στάδιο προτού παραπεμφθεί ένα ζήτημα στο επίσημο όργανο της Εκκλησίας του Δήμου για μελέτη και διαβούλευση από το σώμα των πολιτών. Αυτό που ο Ντωβέ δείχνει να μην αντιλαμβάνεται και που η εφαρμογή της αρχής της ομοφωνίας έχει αποδείξει στην πράξη, είναι πως η συνέλευση εξυπηρετεί ακριβώς τον σκοπό της δημιουργίας μιας τεχνητής δημόσιας σφαίρας όπου τα άτομα μπορούν να διαβουλεύονται ισότιμα, όχι πια ως απλά φυσικά άτομα, αλλά κάνοντας χρήση της θεσμικής ιδιότητας του πολίτη. Καμία τέτοια διευθέτηση ισοκατανομής της δύναμης δεν είναι εφικτή έξω από αυτή τη σφαίρα. Είναι γεγονός γενικά αποδεκτό πως σε συνελεύσεις που λειτουργούν συναινετικά οι συμμετέχοντες πολλές φορές υποκύπτουν σε προσωπικές πιέσεις που τους ασκούνται έξω από τον χώρο της συνέλευσης, προκειμένου να επικυρώσουν μια επίπλαστη ομοφωνία εντός αναφορικά με μια απόφαση που στην πραγματικότητα είναι ήδη ειλημμένη! Μάλιστα, αυτό το είδος «εξωθεσμικής διαβούλευσης» δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά είναι απολύτως αναγκαίο για ένα «πολίτευμα» που λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της ομοφωνίας, αν η συνέλευση θέλει να διατηρήσει την ικανότητα της να λαμβάνει αποφάσεις και να μην καταστεί παντελώς δυσλειτουργική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται στη σφαίρα του ιδιωτικού (στα πηγαδάκια, στην παρέα, στην ομάδα συνάφειας) και δεν επιδέχονται της θέσμισης εξισωτικών ρυθμίσεων που εξαλείφουν τις διαφορές όλων των τύπων ισχύος που προκύπτουν στην ιδιωτική σφαίρα ανάμεσα στα άτομα. Έτσι αφήνεται ελεύθερο το πεδίο δράσης για την ανάπτυξη νέων άτυπων ιεραρχιών και ανεπίσημων εξουσιαστικών δομών, οι οποίες ουσιαστικά προκαθορίζουν τις αποφάσεις που κανονικά οφείλουν να λαμβάνονται και να συνδιαμορφώνονται μέσα στη συνέλευση. Δεν είναι τυχαίο πως συναινετικές συνελεύσεις υπήρχαν και στην στρατοκρατική αρχαία Σπάρτη. Αυτές όμως βρίσκονταν πάντα υπό την άτυπη κηδεμονία ενός «φυσικού» αρχηγού. Έτσι βλέπουμε πώς μέσα από τις συνελεύσεις που λειτουργούν συναινετικά είναι δυνατό να εκκολαφθούν νέες εξουσιαστικές τάσεις. Όπως γράφει ο Φόρεστ για την αμεσοδημοκρατική Εκκλησία του Δήμου, 

«…οι αποφάσεις πλέον λαμβάνονταν με τέτοιο τρόπο που εστίαζαν την προσοχή κάθε μέλους της εκκλησίας του δήμου στην προσωπική του ευθύνη. Αυτό γινόταν με την καταμέτρηση χειρών. Είναι πολύ ευκολότερο να χάνεται κανείς στην ψήφο ‘δια βοής’ μέσα σε μια ομαδική κραυγή ενός ‘ναι’ ή ενός ‘όχι’. Κάτι τέτοιο ικανοποιούσε τους Σπαρτιάτες περισσότερο από το να υψώνει το χέρι ή να ρίχνει ψήφο».[xv]

 Η τυποποίηση ως έναν βαθμό των πολιτικών διαδικασιών σε έναν αυτόνομο δήμο, με την μορφή της συγκρότησης αντισυστημικών πολιτικών θεσμών και την κατοχύρωση της ιδιότητας του πολίτη, είναι απαραίτητη για τους ίδιους λόγους. Μέσω του συστηματικού χαρακτήρα των διαδικασιών διασφαλίζεται η τακτική συμμετοχή των πολιτών στα κοινά και η άσκηση της κυριαρχίας (με την έννοια της λήψης των βασικών αποφάσεων) από τους ίδιους τους πολίτες. Οι αυτόνομοι και αυτοτελείς θεσμοί όχι μόνο δεν συνιστούν μια νέα μορφή εξουσίας, αλλά, αντίθετα, αποτελούν θεσμική δικλείδα ασφαλείας ενάντια στο ενδεχόμενο εμφάνισης ετερόνομων μορφών κυριαρχίας των οποίων η δύναμη δεν θα εκπορεύεται από τους συλλογικούς θεσμούς αυτοδιεύθυνσης, αλλά θα έχει αναπτυχθεί παραπλεύρως και έξω από τη δημόσια σφαίρα όπου λαμβάνονται όλες οι σημαντικές αποφάσεις για την κοινότητα, εξαιτίας της βαθμιαίας απόσυρσης των μελών ενός δήμου από τα κοινά και της υποτροπής τους σε συνήθειες και πρακτικές ιδιώτευσης.

Τέλος, σε όσους οπαδούς της ομοφωνίας εμμένουν να επικαλούνται τις αρνητικές πτυχές της ιστορικής εμπειρίας της κλασικής Αθήνας σε μια προσπάθεια να αναγορεύσουν την Αθηναϊκή δημοκρατία σε ένα εγγενώς εξουσιαστικό μόρφωμα, οφείλουμε να απαντήσουμε ότι σκοπός των σύγχρονων ελευθεριακών προταγμάτων που στοχεύουν στην ανασύσταση της πολιτικής με την κλασική έννοια, δεν είναι η αρχαιολατρία και η τυφλή αναπαραγωγή του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος της αρχαίας Αθήνας, αλλά η δημιουργική ανασύνθεση της κλασικής δημοκρατίας. Κανείς δεν αρνείται ότι μέρος των κονδυλίων που χρειάστηκαν για την χρηματοδότηση των κορυφαίων πολιτιστικών επιτευγμάτων και αρχιτεκτονικών μνημείων της κλασικής περιόδου της Αθηναϊκής πόλεως, προήλθαν από τις αναγκαστικές εισφορές που απέσπασε από τους «εταίρους» της που μετείχαν στη Συμμαχία της Δήλου. Επίσης, η Αθηναϊκή δημοκρατία είχε μερικό χαρακτήρα και είχε εγκαθιδρύσει ιεραρχικές, καταπιεστικές σχέσεις στο εσωτερικό της, με κοινωνικές ομάδες όπως οι δούλοι και οι γυναίκες. Εδώ όμως μιλάμε για ένα ανοικτό σύστημα διευρυμένης δημοκρατίας με καθολική επέκταση της ιδιότητας του πολίτη σε όλα τα μέλη της κοινωνίας, το οποίο βασίζεται μόνο στην αρχική αντίληψη της κλασικής δημοκρατίας και συμπληρώνεται από αντισυστημικούς θεσμούς οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής δημοκρατίας. Ένα υπόβαθρο το οποίο διασφαλίζει ότι θα εξαλειφθούν οι κοινωνικοί και οικονομικοί ανταγωνισμοί που ιστορικά τροφοδότησαν τις εξουσιαστικές τάσεις που επέδειξε η κλασική Αθηναϊκή δημοκρατία.

Είναι λοιπόν κατά την γνώμη μας επιτακτικό καθήκον η συσπείρωση όλων των ελευθεριακών δυνάμεων στον δύσκολο και άνισο αγώνα για την ανατροπή του παρόντος ετερόνομου συστήματος και την αντικατάσταση του από μια συνομοσπονδία αυτόνομων δήμων, ελεύθερα συνασπισμένων σε μια ένωση που θα θεμελιώνεται σε μια σχέση ισότητας, αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού που θα βασίζεται στον ελευθεριακό δημοκρατικό ορθολογισμό. Όποιος πράγματι πιστεύει στη δημιουργική ζύμωση και στον εμπλουτισμό της θεωρίας από την πράξη, θα συμφωνήσει μαζί μας ότι, όπως έχουν δείξει τριάντα χρόνια αναρχικής ή «αναρχικής» δράσης από την εποχή της μεταπολίτευσης μέχρι σήμερα κανένα αυθόρμητο απελευθερωτικό πρόταγμα δεν πρόκειται να προκύψει ως δια μαγείας μέσα από αποσπασματικές δράσεις αντίστασης που διενεργούν εδώ κι εκεί οι διάσπαρτες αναρχικές συλλογικότητες. Το σύστημα που πολεμάμε, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» εκπροσωπεί ένα απόλυτα καθολικό πρόταγμα και μόνο με ένα καθολικό πρόταγμα που έχει το δικό του παράδειγμα για την οργάνωση της κοινωνίας σε όλο της το εύρος, μπορεί να κάνει δυνατή την ανατροπή του. Η αυθαίρετη διαφωνία και η απολιτική πολυδιάσπαση χωρίς «λόγον διδόναι» (δηλαδή η διάσπαση που δεν δικαιολογείται ορθολογικά)  δεν είναι ο «πλούτος» του αναρχικού χώρου, αλλά η μάστιγα του, που βολεύει αφάνταστα τους ταξικούς εχθρούς μας. Αυτοί συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους ότι πρέπει να μας εξαφανίσουν από προσώπου γης, ενώ βρίσκονται σε αγαστή σύμπνοια αναφορικά με το θεσμικό πλαίσιο που, μέσω της αναπαραγωγής του, θα τους βοηθήσει να πετύχουν τον σκοπό τους: την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και το σύστημα της οικονομίας της αγοράς.

 


[i] D. Guerin, Anarchism: From Theory to Practice, http://libcom.org/library/anarchism-daniel-guerin-4.

[ii] Στο όνομα της «προστασίας των μειοψηφιών», η αρχή αυτή κατοχυρωνόταν για παράδειγμα στο καταστατικό της ανενεργής πλέον Συνέλευσης Αναρχικών για ένα Ενιαίο Πολυμορφικό Κίνημα.

[iii] M. Bookchin, Κομουναλισμός: Η δημοκρατική διάσταση του αναρχισμού, Δημοκρατία και Φύση, τεύχος 1 (1996).

[iv] Does revolutionary Spain show that libertarian socialism can work in practice?, http://www.anarchism.ws/faq/secI8.html#seci82.

[v] P. Newel, Ο Ζαπάτα, ο Μαγόν και η Μεξικανική Επανάσταση (Ελεύθερος Τύπος).

[vi] Ένα τυπικό παράδειγμα είναι το κείμενο του Δ. Κωνσταντίνου, Χωρίς Πίστη, Χωρίς Νόμο, Χωρίς Βασιλιά, Ζ-Βαβυλωνία, Τεύχος 52, Φεβρ. 09.

[vii] Ο Ζέρζαν εκθέτει τις περισσότερες από τις (τουλάχιστον) αμφιλεγόμενες ιδέες του περί «ευγενούς αγρίου» στο J. Zerzan, Future Primitive and Other Essays (Autonomedia, 1994).  

[viii] M. Bookchin, Κοινωνικός ή Life Style Αναρχισμός (Εκδόσεις Ισνάφι, 2005).

[ix] M. Bookchin, Κοινωνικός ή Life Style Αναρχισμός, σελ.62.

[x] M. Bookchin, Κοινωνικός ή Life Style Αναρχισμός, σελ.62-3.

[xi] Μ. Bookchin, Κοινωνικός ή Life Style Αναρχισμός, σελ.57.

[xiii] Στο Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: Δέκα Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος, 2008), σελ. 308.

[xiv]  Στο G. Dauve & K. Nesic, A Contribution to the Critique of Political Autonomy, http://troploin0.free.fr/ii/index.php/textes/16-a-contribution-to-the-critique-of-political-autonomy?start=23.

[xv] Στο W.G. Forrest, Η Γένεση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας (Εκδόσεις Παπαδήμα, 1994), σελ. 228,

Μια Κριτική της Κομμουνιστικοποίησης

fists in the air

«Έτσι, μια ριζοσπαστική εξέγερση εναντίον της κοινωνίας θα ήταν το ίδιο αδύνατη όσο μια εξέγερση εναντίον της Φύσης, η ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η σπουδαία απόδειξη / εκδήλωση της δημιουργίας πάνω στη Γη. Και ένα άτομο το οποίο θα ήθελε να εξεγερθεί ενάντια στην κοινωνία… θα τοποθετούσε τον εαυτό του πέρα από το αποδεκτό της αληθινής ύπαρξης».

Μιχαήλ Μπακούνιν

 

Το 1886, ο μαρξιστής φιλόσοφος Πωλ Λαφάργκ εξέδωσε μέσα από την φυλακή το έργο του με τίτλο «Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά». Χρησιμοποιώντας σκληρή γλώσσα, ο ριζοσπάστης αυτός στοχαστής προσπάθησε να επιφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στην κυριαρχία που ασκούσε η ιδεολογία της εργασίας πάνω στην πολιτική σκέψη του Γαλλικού προλεταριάτου και να αποσυνδέσει με αυτόν τον τρόπο τους αγώνες της εργατικής τάξης της Γαλλίας από τα στενά όρια της διεκδίκησης ενός κατοχυρωμένου ρόλου για τους εργάτες στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία με την μορφή της προάσπισης του συλλογικού δικαιώματος στην εργασία. Εύστοχα επισήμανε ο Λαφάργκ ότι μέσα σε ένα πλαίσιο αλματώδους εξέλιξης της επιστήμης και γεωμετρικής προόδου στον τομέα του εκσυγχρονισμού της τεχνολογικής υποδομής της μεγάλης Γαλλικής βιομηχανίας, η πάλη για διάσωση των θέσεων εργασίας που χάνονταν εξαιτίας της τάσης για μηχανοποίηση της παραγωγής, ισοδυναμούσε με αγώνα οπισθοφυλακής για το οργανωμένο προλεταριάτο, το οποίο, με μία δόση μαζοχισμού είναι η αλήθεια, επέμενε να διεκδικεί μερίδιο στην αναπαραγωγή των οικονομικών συνθηκών της ίδιας της κοινωνικής υποταγής του.[i] Αντίθετα, ο Λαφάργκ διατράνωσε την πίστη του ότι το κέντρο βάρους της Κοινωνικής Πάλης που διεξήγαγε η εργατική τάξη όφειλε να μετατοπιστεί από την οικονομία, στο πεδίο της πολιτικής. Για εκείνον, η αύξηση της παραγωγής μέσω της εξέλιξης της τεχνολογίας επιλύει το ζήτημα της σπάνης των αγαθών κι εγείρει ερωτήματα που άπτονται της άνισης κατανομής του κοινωνικού πλούτου, ο οποίος αν διανεμηθεί σωστά αρκεί για να θρέψει το σύνολο της κοινωνίας και για να ζήσουν όλοι πλουσιοπάροχα. Η κατάργηση όμως της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και η ισομερής κατανομή του παραγόμενου πλούτου, προϋποθέτουν την εκ βάθρων αναδόμηση του κοινωνικού συστήματος. Συνεπάγονται την κατάλυση του μονοπωλίου της οργανωμένης ισχύος που κατέχει η άρχουσα τάξη και γι’ αυτό είναι ζητήματα βαθύτατα πολιτικά.  

Ωστόσο, ακόμη και ο «εκκεντρικός» Λαφάργκ, ο άνθρωπος που επέκρινε την πάσης φύσεως υποχρεωτική εργασία ως πηγή δεινών για το άτομο κι εξήρε ως φυσικό προορισμό του ανθρώπου την αδιάκοπη και χωρίς τεχνητούς περιορισμούς πρόσβαση στις ηδονιστικές απολαύσεις, μπορεί να έφτασε μέχρι την – εύλογη – διατύπωση μιας επιτακτικής απαίτησης για δραστική μείωση του ωραρίου της εργασίας στις τρεις ώρες ημερησίως, [ii] αλλά δεν αποτόλμησε να θέσει την ολοκληρωτική άρνηση της εργασίας, αλλά και κάθε είδους συστηματικής παραγωγικής δραστηριότητας, ως υπέρτατο σκοπό και προμετωπίδα του προλεταριακού απελευθερωτικού κινήματος, όπως κάνει ο Μπρούνο Ασταριάν στην μπροσούρα του «Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση». Μάλιστα, αυτό το στρεβλό όραμα μιας αφηρημένης μελλοντικής κοινωνικής συνθήκης, κατά την οποία η εγωιστική προσωπική επιθυμία που εξυπηρετεί ατομικές ανάγκες και μόνο, ως δια μαγείας μετατρέπεται σε καταλύτη κοινωνικής συνοχής και αρμονικής συνύπαρξης των ατόμων και όπου τα αγαθά παράγονται χωρίς την παραμικρή ανάγκη για αυτοοργάνωση των κοινωνικών ατόμων σε μια κοινή συλλογική προσπάθεια, προβάλλεται από τον συγγραφέα ως το υψηλότερο σημείο της σύγχρονης ουτοπικής σκέψης, ένας στόχος επαναστατικός, αλλά συνάμα χειροπιαστός που οφείλουν να υιοθετήσουν οι απανταχού προλετάριοι προκειμένου να πετύχουν την «επαναστατική έξοδο» από την κρίση της καπιταλιστικής κοινωνίας.[iii] Μάλιστα, ο Ασταριάν εγγράφει την ιδανική του «πολιτεία», εκείνη της νομαδικότητας της ύπαρξης και της εξάλειψης της αναγκαιότητας για ένα σύστημα παραγωγής υλικών αγαθών, σε υποτιθέμενες υπαρκτές τάσεις μέσα στην ετερόνομη κοινωνία. Για να αποδείξει τον ισχυρισμό του καταφεύγει στην μηχανιστική αναπαραγωγή μοτίβων που κάνουν την δυναμική εμφάνιση τους μέσα στην εξεγερσιακή δραστηριότητα των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων που απαρτίζουν την υποτάξη μέσα στην ιεραρχική ταξική διαστρωμάτωση της καπιταλιστικής κοινωνίας, προβάλλοντας αυτά τα μοτίβα ως πρότυπα μορφών αλληλεπίδρασης και σύναψης κοινωνικών σχέσεων στην μελλοντική κομμουνιστική συνθήκη.  

Οι υπαρκτές κοινωνικές τάσεις που τάχα συνηγορούν υπέρ της αναγκαιότητας για την καθολική κατάργηση της εργασίας σε μια μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία, αποκρυσταλλώνονται για τον συγγραφέα μέσα από τις διεργασίες που συντελούνται στο πεδίο της οικονομίας. Πιστός στο πνεύμα ενός χονδροειδούς οικονομικού ντετερμινισμού, ο Ασταριάν μας παραπέμπει στην κεντρικότητα που έχει αποκτήσει η πληροφορία στις ανεπτυγμένες οικονομίες του Βορρά, στην σταδιακή ψηφιοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά και την ευρέως διαδεδομένη πρακτική της καταστροφής των εργοστασίων υφαντουργίας από τους εξεγερμένους Μπαγκλαντεσιανούς εργάτες το 2010, για να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό ότι οι αλλαγές στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής επαναφέρουν στο προσκήνιο τις ιδέες της «αντιεργασίας» και τη συνακόλουθη απόρριψη της εργατικής αυτοδιαχείρισης ως αναπόσπαστου τμήματος του κοινωνικού απελευθερωτικού προτάγματος. Σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, η κατάληψη των μέσων παραγωγής από τους προλετάριους δεν μπορεί, αλλά και δεν πρέπει, να αποτελέσει έναν από τους βασικούς στόχους της χειραφετικής δραστηριότητας της εργατικής τάξης, αφού η αναδιοργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας έστω και επί τη βάσει της εργατικής αυτοδιεύθυνσης αναπόφευκτα θα έχει ως κατάληξη την παλινόρθωση της αλλοτριωμένης εργασίας για όσους συμμετέχουν στην παραγωγή και τον εγκλωβισμό των προλετάριων σε μια μορφή καταναγκαστικής παραγωγικής δραστηριότητας που θα διαφέρει ελάχιστα από τον εξουσιαστικό θεσμό της μισθωτής εργασίας που βρίσκεται στο επίκεντρο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Σαν παράδειγμα για τις ολέθριες συνέπειες και την ιστορική αποτυχία του κινήματος για την αυτοδιαχείριση στην παραγωγή, ο Ασταριάν αναφέρει την εμπειρία της μαζικής κατάληψης των εργοστασίων από τους αναρχικούς εργάτες κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης του 1936, όταν η επιβολή ενός συστήματος συνδικαλιστικής αυτοδιαχείρισης πάνω στις βασικές βιομηχανίες της δημοκρατικής Ισπανίας δεν κατόρθωσε κατά τον συγγραφέα να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην καθημερινή ζωή, αλλά και στο περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της παραγωγικής δραστηριότητας των Ισπανών βιομηχανικών εργατών. Μάλιστα, φτάνει σε σημείο να υποστηρίξει την άποψη ότι, «η επιστροφή στην παραγωγή όπως προέκυψε είναι ενδεικτική της σταθεροποίησης και του ξεκινήματος της αντεπαναστατικής αντιστροφής μέσα απ’ την αυτοδιαχείριση».[iv]

Αλλά πέρα από τις αλλοτριωτικές σχέσεις που υποτίθεται ότι καλλιεργούνται μέσα στα πλαίσια της εργατικής αυτοδιαχείρισης, ο Ασταριάν διακηρύσσει ότι ο ίδιος ο στόχος της επανοικειοποίησης των μέσων παραγωγής από τους παραγωγούς, δεν αποτελεί παρά μια καλά διατηρημένη χίμαιρα για το απελευθερωτικό κίνημα, στο βαθμό που «…το μεγαλύτερο μέρος των τεχνικών-υλικών συνθηκών της δραστηριότητας τους είναι ενσωματωμένο στις μηχανές, στους υπολογιστές, τα εργαλεία και τα μέσα της εργασίας τους».[v] Έτσι, σαν γνήσιος συνεχιστής της ριζοσπαστικής Γαλλικής διανόησης της δεκαετίας του ‘70, ο Ασταριάν εξεγείρεται ενάντια στην ίδια την επανάσταση και επιχειρεί να χαρτογραφήσει νέους δρόμους για την επαναστατική προοπτική, ανατρέποντας θεμελιώδεις αντιλήψεις που ενυπάρχουν στον πυρήνα της ταξικής απελευθερωτικής θεωρίας. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ως κύρια αποστολή της Γαλλικής «ριζοσπαστικής» σχολής αναδείχτηκε από τον Μάη του 1968 κι έπειτα, όχι τόσο η κριτική επισκόπηση των εξουσιαστικών δομών του συστήματος, αλλά αντίθετα, η συστηματική εκστρατεία κατεδάφισης των αναλυτικών κατηγοριών της ίδιας της κριτικής θεωρίας και η χειραφέτηση των εκάστοτε κοινωνικών υποκειμένων από την «τυραννία» του ίδιου του απελευθερωτικού προτάγματος. Δεδομένου ότι ένα τέτοιο εγχείρημα στρέφεται πρωτίστως και από τη φύση του ενάντια στο ίδιο το αντισυστημικό περιεχόμενο της Κοινωνικής Πάλης, μιας και ένα από τα πρώτα πράγματα που η Γαλλική σχολή έθεσε υπο αμφισβήτηση ήταν η ίδια η δυνατότητα του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας ως αποτέλεσμα της συνειδητής συλλογικής δράσης ενός κοινωνικού υποκειμένου, οι κεντρικές ιδέες του αποδομισμού δεν μπορούν παρά να αντλούν τα κριτήρια νομιμοποίησης και επαλήθευσης τους από τη σφαίρα των ιδεών, χωρίς να είναι αναγκαία η εφαρμογή τους σε συγκρουσιακές κοινωνικές διεργασίες προκειμένου να εξακριβωθεί η ορθότητα τους ως διανοητικά εργαλεία προώθησης της κοινωνικής απελευθέρωσης. Η επεξεργασία και ο εμπλουτισμός της απελευθερωτικής θεωρίας μετατρέπεται με αυτόν τον τρόπο σε μια δραστηριότητα με αυτοαναφορικά χαρακτηριστικά, μια διανοητική άσκηση σε ένα περίκλειστο ακαδημαϊκό σύμπαν, χωρίς σημεία αναφοράς μέσα στο απελευθερωτικό κίνημα και χωρίς τη δυνατότητα για στοιχειώδη αλληλεπίδραση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη.

Με αυτόν τον τρόπο, οι ριζοσπάστες διανοούμενοι μετατρέπονται σε όψιμους χειροκροτητές της αυθόρμητης πρωτοβουλίας των μαζών. Ανήμποροι να παρέμβουν στα τεκταινόμενα της Κοινωνικής Πάλης, περιορίζονται να παρακολουθούν από μακριά τις περιοδικές εκρήξεις της κοινωνικής δυσαρέσκειας, να λειτουργούν ως αυτόκλητοι ηθικοί υπερασπιστές τους στα μάτια της κοινής γνώμης και να θεωρητικοποιούν τις συνέπειες και τις παρενέργειες τους. Αρκεί εδώ να αναφερθούμε στην πληθώρα από μελέτες, άρθρα και αναλύσεις που δημοσιεύτηκαν με αφορμή την εμφάνιση του κινήματος των «Αγανακτισμένων» σε Ισπανία και Ελλάδα. Οι μελέτες αυτές ως επί το πλείστον έσπευσαν να ερμηνεύσουν και να «εξηγήσουν» το κίνημα, αναγγέλλοντας με περίσσιο στόμφο την έλευση ενός νέου τύπου κοινωνικής αυτοθέσμισης και ενός νέου είδους πολιτικού υποκειμένου ικανού να αμφισβητήσει τους υφιστάμενους συσχετισμούς δύναμης υπέρ των ελίτ και των προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων.[vi] Είναι πράγματι ειρωνικό ότι πριν καλά, καλά στεγνώσει το μελάνι πάνω στις πολυπληθείς αισιόδοξες πραγματείες των «αριστερών» διανοουμένων, το κίνημα έχει σχεδόν διαλυθεί και το πολιτικό υποκείμενο της νέας εποχής σχεδόν εξαφανίστηκε από τις πλατείες.[vii]  

Παρόλο που ο Ασταριάν σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στο ίδιο ιδεολογικό ρεύμα με τους ως επί το πλείστον ρεφορμιστές υμνητές του κινήματος των «Αγανακτισμένων», μπορεί κανείς βάσιμα να υποστηρίξει πως η άποψη που εκφράζουν οι υπέρμαχοι της κομμουνιστικοποίησης, σύμφωνα με την οποία τα απελπισμένα εξεγερσιακά ξεσπάσματα των πληβείων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης αρκούν για να παράγουν στην πράξη τις βασικές κατευθύνσεις της νέας, επαναστατικής κομμουνιστικής θεωρίας, συνιστά το απόγειο της τάσης για ολοκληρωτική αποσύνδεση της ριζοσπαστικής κοινωνικής διανόησης από τους χώρους και τα υποκείμενα της Κοινωνικής Πάλης. Μια έμμεση παραδοχή ήττας που διατείνεται ότι ο πρωταρχικός ρόλος της απελευθερωτικής ταξικής θεωρίας είναι η από απόσταση παρατήρηση των μαζικών κοινωνικών αγώνων και η μη-παρέμβαση με σκοπό την «γονιμοποίηση» τους από την σκοπιά της κοινωνικής αυτονομίας και απελευθέρωσης. Με αυτόν τον τρόπο, η μεγάλη αδυναμία της σύγχρονης Αριστεράς μετατρέπεται σε αρετή.    

 

Η «αντιεργασία» και η εξέγερση του ‘69            

Η άνοδος της «αντιεργασίας» είναι μια διαδικασία που, σύμφωνα με τον Ασταριάν, από την μία εκπορεύεται από τις αλλαγές που έχουν προκύψει στις αντικειμενικές συνθήκες όπως αυτές διαμορφώνονται μέσα στο πεδίο της παραγωγής και από την άλλη, αντανακλά τις σημαντικές αλλαγές και μετατοπίσεις που έχουν συντελεστεί στην ταξική διάρθρωση της μεταβιομηχανικής καπιταλιστικής κοινωνίας, με τη συνακόλουθη διάλυση των παραδοσιακών ταξικών προσδιορισμών που αυτές συνεπάγονται. Η αντίληψη αυτή συμβαδίζει με την, συντηρητική στην ουσία της, θέση ότι η διαρκής μεγιστοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων όχι μόνο συγκροτεί τις αναγκαίες υλικές προϋποθέσεις για την μετάβαση στον κομμουνισμό, αλλά τελικά επικαθορίζει και τον τύπο των κοινωνικών σχέσεων, με την έννοια της μορφής οργάνωσης, αλλά και του αξιακού συστήματος που πρόκειται να αναπτυχθούν στην μελλοντική απελευθερωτική κοινωνία. Ο ίδιος ο Ασταριάν δεν κατορθώνει να υπερβεί τα όρια μιας άκαμπτης αντικειμενιστικής προσέγγισης σε ότι αφορά τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει την πορεία της κοινωνικής εξέλιξης γράφοντας χαρακτηριστικά: «Ας πούμε πρώτα ότι η τρέχουσα περίοδος προσφέρει καλύτερες συνθήκες για το ξεπέρασμα του κεφαλαίου από ποτέ άλλοτε».[viii]

Μολαταύτα, η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην ωρίμανση του κοινωνικού αιτήματος για κατάργηση της εργασίας και στο σύγχρονο μοντέλο καπιταλιστικής αναπαραγωγής καταρρέει μόλις εξετάσουμε λίγο πιο διεξοδικά την ιστορική και πολιτική γενεαλογία της έννοιας της «αντιεργασίας». Μπορεί κανείς να υποστηρίξει βάσιμα ότι η απαρχή της ιδεολογίας της αντιεργασίας βρίσκεται στους μαζικούς εργατικούς αγώνες του Ιταλικού «Θερμού Φθινοπώρου» του 1969, στις άγριες απεργίες, τις καταλήψεις των εργοστασίων, τις δολιοφθορές και τις βίαιες συγκρούσεις του βιομηχανικού προλεταριάτου του Ιταλικού Βορρά με την εργοδοσία και τα σώματα καταστολής. Η βιομηχανική εξέγερση του ’69 διεύρυνε την μεθοδολογία της εργατικής τάξης ως προς τις δράσεις και τις τακτικές που επιστράτευε για να διακηρύξει έμπρακτα την αυξανόμενη αυτονομία που αποκτούσε στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης, τόσο απέναντι στους εκμεταλλευτικούς θεσμούς του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, όσο και ενάντια στα κόμματα και τις συνδικαλιστικές ενώσεις που πρόσκεινταν στην καθεστωτική Αριστερά και κατείχαν το αποκλειστικό προνόμιο της «εκπροσώπησης» των εργατών στα θεσμικά κέντρα αποφάσεων. Ωστόσο, ο Ασταριάν κάνει λάθος όταν προσδίδει στην οργανωμένη και συστηματική εκστρατεία δολιοφθοράς του μηχανικού εξοπλισμού των εργοστασίων του Τορίνο και της Γένοβας, τη σημασία μιας συμβολικής πράξης που ενδόμυχα απέβλεπε στην υπονόμευση των ιδεολογικών όρων που συγκροτούσαν την παραδοσιακή ταξική ταυτότητα των βιομηχανικών εργατών (ως «πραγματικών» δικαιούχων και μελλοντικών διαχειριστών των εργοστασίων), αλλά και στην καθολική άρνηση από μέρους τους της εργασίας αυτής καθ’ εαυτής. Ένας Ιταλός εργάτης από το εργοστάσιο Μιραφιόρι της Φίατ στο Τορίνο το είπε καλύτερα από εμάς όταν έγραψε: «Ναι από το 1974 ως το 1975 υπήρξα εκλεγμένος αντιπρόσωπος του σωματείου και έκανα ότι μπορούσα. Και μπορεί να μην είμαι κανένας μεγάλος ρήτορας, αλλά ποτέ μου δεν το βούλωσα μπροστά στους επιστάτες, ειδικά όταν το θέμα ήταν οι μέθοδοι της εργασίας. Προσέχεις τι σου λέω, έτσι; Οι μέθοδοι της εργασίας, όχι η εργασία η ίδια. Δεν αρνούμαι τη εργασία. Εργάτης γεννήθηκα και πρέπει να δουλεύω, αλλά σκλάβος δεν είμαι».[ix]

Αντίθετα, ένα από τα ζητούμενα που αποτέλεσε και το κεντρικό μοτίβο της εξέγερσης του «Θερμού Φθινοπώρου» ήταν η αναδυόμενη κοινωνική ηγεμονία του Ιταλικού βιομηχανικού προλεταριάτου, η ικανότητα του να αμφισβητήσει τον μεταπολεμικό ταξικό συσχετισμό δυνάμεων που το κρατούσε σε θέση πλήρους υποτέλειας και η ανεύρεση των οργανωτικών μορφών που θα έκφραζαν και θα υλοποιούσαν την ηγεμονία αυτή στο επίπεδο της πολιτικής συγκρότησης της κοινωνίας. Φυσικά, μια τέτοια διαδικασία συνεπαγόταν τη ρήξη με τα καθιερωμένα σχήματα πολιτικής εκπροσώπησης των εργατών και ειδικότερα το ΚΚΙ και τον επίσημο συνδικαλιστικό βραχίονα του, την εργατική ομοσπονδία της CGIL. Μάλιστα, δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι το ΚΚΙ και οι κομματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις αντέδρασαν με λύσσα στις μεγαλειώδεις εργατικές κινητοποιήσεις του ’69, προσπάθησαν με κάθε τρόπο να αποτρέψουν την κλιμάκωση των άγριων απεργιών και να απονομιμοποιήσουν τη δράση των εργοστασιακών επιτροπών βάσης που συντόνιζαν το απεργιακό κίνημα χωρίς να διαθέτουν «επίσημη» συνδικαλιστική εξουσιοδότηση.[x]

Από αυτή την άποψη, το περιεχόμενο του αγώνα που εξαπέλυσε η Ιταλική εργατική τάξη ήταν διπλό. Πρωτίστως, απέβλεπε στην συσπείρωση των δυνάμεων του προλεταριάτου ως κοινωνικής τάξης με στόχο την αποδιάρθρωση των βασικών παραμέτρων του απολυταρχικού συστήματος καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που είχε επιβληθεί σε βάρος των εργατών στο πλαίσιο του μεταπολεμικού συμβιβασμού ανάμεσα στο ΚΚΙ και το αστικό μπλοκ εξουσίας που εκπροσωπούσε η Χριστιανοδημοκρατία και είχε συντελέσει τα μέγιστα στο Ιταλικό αναπτυξιακό «θαύμα». Φυσικό επακόλουθο αυτού του κινήματος προλεταριακής χειραφέτησης, ήταν η αύξηση της ταξικής συνειδητοποίησης των εργατών, η αναβίωση του επαναστατικού μαρξισμού μέσα στους κόλπους του εργατικού κινήματος και η συνακόλουθη άνθηση ιδεολογικών ρευμάτων που επανατοποθετούσαν την εργατική τάξη στο επίκεντρο της Κοινωνικής Πάλης ως κατεξοχήν απελευθερωτικό υποκείμενο που είχε τη δύναμη να ηγηθεί μιας κοινωνικής επανάστασης που θα κατέλυε με τη βία τους ετερόνομους θεσμούς του συστήματος. Έτσι, το ‘69 χαρακτηρίστηκε από την επανεφεύρεση της κεντρικότητας, τον εμπλουτισμό και την ενίσχυση των αντιλήψεων του εργατισμού και όχι από την αποδυνάμωση των ταξικών ταυτοτήτων, όπως υπονοεί ο Ασταριάν.  

Σε δεύτερη φάση, το αυτόνομο εργατικό κίνημα αναγκάστηκε να διεξάγει μια δεύτερη, παράλληλη σύγκρουση στο εσωτερικό του, σε θεωρητικό και σε πρακτικό επίπεδο, κόντρα στις επικρατούσες «σοσιαλιστικές» αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες η εργατική τάξη συνιστούσε ιδιοκτησία του ΚΚΙ, του PSI (Σοσιαλιστικό Κόμμα) και των κομματικά εξαρτημένων συνδικάτων. Οι παραδοσιακές αυτές αντιλήψεις είχαν δομήσει την ταξική ταυτότητα του βιομηχανικού προλεταριάτου γύρω από την «οργανική» σχέση του με την πολιτική πρωτοπορία του ΚΚΙ και την απόλυτη συμμόρφωση με την γραμμή της οργανωμένης συνδικαλιστικής ηγεσίας, που αποτελούσε τη συμπυκνωμένη «συνείδηση και την πείρα» της εργατικής τάξης.[xi]  Η μάχη αυτή για την ψυχή της εργατικής τάξης εκδηλώθηκε μέσα στα εργοστάσια όπου τα συνδικάτα είχαν οικοδομήσει ισχυρούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς ελέγχου, μέσω των οποίων ασκούσαν πολιτική και πολιτιστική επιρροή στο οργανωμένο εργατικό κίνημα. Μοιραία λοιπόν ο αγώνας για την αυτονόμηση του προλεταριάτου από τις κομματικές και συνδικαλιστικές ιεραρχίες, πήρε την μορφή μιας μετωπικής σύγκρουσης με τις κατεστημένες σοσιαλιστικές ιδέες και πρακτικές που για χρόνια συντελούσαν στον ετεροκαθορισμό της εργατικής τάξης, μέσω της αρχετυπικής εικόνας του «υπάκουου και πειθαρχημένου κομμουνιστή εργάτη» και της υπαγωγής του στον έλεγχο των οργανώσεων της καθεστωτικής Αριστεράς. Μέσα από αυτόν τον επαναστατικό αναβρασμό στον χώρο της Ιταλικής Αριστεράς ανάβρυσαν πολιτικές ομάδες που συνάρμοζαν στο ιδεολογικό πλαίσιο τους μια επιστροφή στις «θεμελιώδεις» αρχές ενός «σκληροπυρηνικού», επαναστατικού μαρξισμού-λενινισμού, με τις πιο προωθημένες και αντισυμβατικές μορφές βιομηχανικής πάλης, όπως ήταν η άγρια απεργία, οι δολιοφθορές και το σαμποτάζ στα μηχανήματα, κι αργότερα η οργανωμένη άσκηση προλεταριακής αντιβίας ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο και τους εκπροσώπους της εργοστασιακής ιεραρχίας.[xii] Οι πρώτες εκφάνσεις λοιπόν της «αντιεργασίας» ήταν συνυφασμένες με την επάνοδο της εργατικής τάξης ως επαναστατικού υποκειμένου και την εκ νέου επιβεβαίωση της κεντρικότητας της τάξης στον τρόπο με τον οποίο το ιταλικό βιομηχανικό προλεταριάτο αντιλαμβανόταν τον εαυτό του και όχι με την αποσύνθεση των ταξικών, κοινωνικών προσδιορισμών όπως φαίνεται να υποθέτει ο Ασταριάν. 

 

Μετεξέλιξη της «αντιεργασίας»

 Μόνο μεταγενέστερα η ομάδα διανοουμένων που αποτέλεσε τον ιδεολογική κινητήρια δύναμη πίσω από το κίνημα της Αυτονομίας της δεκαετίας του ’70 (Νέγκρι, Πιπέρνο, Μπίφο, κλπ.), συμπύκνωσε και συστηματοποίησε τις προαναφερόμενες πρακτικές αντίστασης της Ιταλικής εργατικής τάξης και τις ενέταξε στο θεωρητικό δόγμα της «αντιεργασίας». Ωστόσο, όταν διατυπώθηκαν οι βασικές θεωρητικές θέσεις του κινήματος της Αυτονομίας, οι κοινωνικές συνθήκες ήδη είχαν αλλάξει δραματικά σε ότι αφορούσε την αναπαραγωγή του συστήματος στην Ιταλία και τον αντικειμενικό ρόλο που επιτελούσε η τάξη των βιομηχανικών εργατών σε αυτή τη διαδικασία. Είχαμε ήδη εισέλθει στην περίοδο της μεγάλης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που δρομολογήθηκε με την μαζική εισαγωγή νέων τεχνολογικών μέσων στην παραγωγική διαδικασία. Μια εξέλιξη που είχε σαν αποτέλεσμα την αυτοματοποίηση της παραγωγής στις μεγάλες Ιταλικές βιομηχανίες. Ο Νέγκρι είχε γράψει τότε ότι το κεφάλαιο είχε εξαπολύσει την ίδια την ατμομηχανή ενάντια στους εργάτες, σε μια απόπειρα εξοβελισμού του απείθαρχου βιομηχανικού προλεταριάτου από την ίδια την διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης.[xiii] Ακόμη όμως και κάτω από αυτές τις συνθήκες ανελέητου κοινωνικού πολέμου, είχε γίνει κατανοητό από τους θεωρητικούς της Αυτονομίας ότι το φαινόμενο της «αντιεργασίας» ως σύνολο μεθόδων και πρακτικών που εκφράζονταν στο πεδίο της βιομηχανικής πάλης, δεν συνιστούσε παρά την τελευταία γραμμή άμυνας της οργανωμένης εργατικής τάξης απέναντι στην αυξανόμενη μηχανοποίηση της εργοστασιακής δραστηριότητας που ελαχιστοποιούσε την σημασία της ζωντανής εργασίας στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, υποσκάπτοντας με αυτόν τον τρόπο τα θεμέλια της πολιτικής και οικονομικής ισχύος των εργατών ως κοινωνικής τάξης. Έτσι, όταν οι εργάτες οργάνωναν επιθέσεις και δολιοφθορές ενάντια στον μηχανικό εξοπλισμό των εργοστασίων δεν το έκαναν επειδή υποσυνείδητα απέρριπταν την οικειοποίηση των μέσων παραγωγής ως θεμιτό στόχο της κομμουνιστικής επανάστασης – όπως υπαινίσσεται ο Ασταριάν – αλλά ως τμήμα της συλλογικής δράσης τους στο πλαίσιο της Κοινωνικής Πάλης που αποδείκνυε την ικανότητα αλλά και τη βούληση τους να πλήξουν τις βασικές τεχνολογικές υποδομές που διασφάλιζαν την υπεροχή του παγίου κεφαλαίου έναντι του ανθρώπινου παράγοντα στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία. Γι’ αυτό και ο Νέγκρι περιγράφει την «αντιεργασία» κατά βάση ως μια μέθοδο αποδιάρθρωσης των δομών της συστημικής κυριαρχίας και βίαιης διακοπής της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Γράφει χαρακτηριστικά, «Όσο περισσότερο όμως η άρνηση της εργασίας κοινωνικοποιείται και ριζοσπαστικοποιείται, στον ίδιο τον ρυθμό της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, τόσο περισσότερο η ‘παραγωγική δράση’ της εμβαθύνει τις πλευρές της αποδιάρθρωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: η μείωση του ποσοστού κέρδους, η κρίση του νόμου της αξίας και η ανασυγκρότηση πάνω στην αδιαφορία της προσταγής, είναι άμεσα αποτελέσματα, αν και ασυνεχή και μη ομόλογα, της άρνησης της εργασίας».[xiv]

Αλλά ακόμη και μέσα σ’ εκείνο το εργαστήρι κοινωνικής επανάστασης που ήταν η Ιταλία της δεκαετίας του ’70,  η αντιεργασία δεν αναδείχτηκε ποτέ σε πεμπτουσία του απελευθερωτικού προτάγματος. Στο «Κυριαρχία και Σαμποτάζ» ο Νέγκρι υποστηρίζει χωρίς περιστροφές ότι η «αντιεργασία» δεν είναι παρά η πρωταρχική μέθοδος ταξικής πάλης, μέσα από την οποία υλοποιείται βαθμιαία και σε συνεχή ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα η διαδικασία «προλεταριακής αυτοαξιοποίησης» και δεν θα πρέπει να συγχέεται με το τελικό περιεχόμενο των σχέσεων και των οργανωτικών δομών που θα επικρατήσουν σε μια απελευθερωτική κομμουνιστική κοινωνία.[xv] Βεβαίως, υπάρχει στα γραπτά του Νέγκρι η πεποίθηση που απορρέει από την μαρξιστική, μηχανιστική διαλεκτική αντίληψη της κοινωνικής πραγματικότητας την οποία υιοθετεί, ότι οι ζώνες παραγωγής και κοινωνικής αναπαραγωγής που αποσπώνται από την κυριαρχία του κεφαλαίου, τείνουν αυτόματα να καταλαμβάνονται από τις δημιουργικές δυνάμεις του προλεταριάτου και να αναδιαρθρώνονται σύμφωνα με τις διαδικασίες της αυτόνομης προλεταριακής αναπαραγωγής.[xvi] Φτάνει μάλιστα στο σημείο να κατακεραυνώνει όσους εξακολουθούσαν να τονίζουν την αναγκαιότητα επεξεργασίας ενός ελάχιστου προγράμματος μετάβασης στον κομμουνισμό, γράφοντας χαρακτηριστικά, «Όχι, δεν θέλω ένα πρόγραμμα. Ένα καλό ‘μενού’ μέσα στο οποίο η ευκολία των συνταγών κάνει την μαγείρισσα να κυβερνά. Το ‘μενού’ είναι πάντα ένα ‘μενού’ και μέχρις αποδείξεως του εναντίου αυτοί που τρώνε καλύτερα είναι τα αφεντικά».[xvii] Ωστόσο, όπως παραδέχεται ο Bifo σε μια μεταγενέστερη αποτίμηση του κινήματος της Αυτονομίας, ήταν ακριβώς η αδυναμία που επέδειξε το κίνημα να διακρίνει ανάμεσα στα διαφορετικά αλλά αλληλοεξαρτώμενα επίπεδα συγκέντρωσης δύναμης (πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό), ο ολοκληρωτικός παραγκωνισμός του πολιτικού στοιχείου του ταξικού αγώνα προς χάριν των εκφάνσεων του στο κοινωνικό πεδίο (απεργίες, καταλήψεις, πορείες, κλπ.)[xviii] και η συνακόλουθη άρνηση των διανοουμένων να καταπιαστούν με ένα σχέδιο δράσης, μια μεταβατική στρατηγική η οποία θα συνδύαζε την ανατροπή των οικονομικών δομών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς με μια διαδικασία κατάλυσης των θεσμών της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», που οδήγησε τελικά στην παρακμή του κινήματος, την απομαζικοποίηση ενός σημαντικού κομματιού του χώρου της Αυτονομίας και την απέλπιδα προσφυγή μιας σημαντικής μερίδας του κινήματος στις παράνομες ομάδες και τον ένοπλο αγώνα.[xix]

Προτάσσοντας λοιπόν την κατάργηση κάθε οργανωμένης παραγωγικής διαδικασίας σαν το καθοριστικό γνώρισμα του σύγχρονου επαναστατικού προτάγματος, οι υπέρμαχοι της κομμουνιστικοποίησης παρερμηνεύουν τόσο το περιεχόμενο που προσέδωσε στην άρνηση της εργασίας το κίνημα της Αυτονομίας του 1977, όσο και την αξία της έννοιας της «αντιεργασίας» ως υπέρτατης καθοδηγητικής αρχής μιας μορφής Κοινωνικής Πάλης που θα μας οδηγήσει στην ανάπτυξη της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Οι Ιταλοί Αυτόνομοι (αν εξαιρέσουμε ίσως τον Πιπέρνο) ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι το ζητούμενο γι’ αυτούς ήταν η καθολική εξάλειψη της παραγωγικής οργάνωσης της κοινωνίας και της από κοινού προσπάθειας για την αυτόνομη ικανοποίηση των υλικών και πνευματικών αναγκών των μη-προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων. Ο Bifo είναι ξεκάθαρος ως προς αυτό το σημείο όταν αναφέρει ότι, «Αυτό που ζητάμε είναι να επιστρατεύσουμε, με ολοκληρωμένο και συνεκτικό τρόπο, τις υπάρχουσες δυνάμεις με σκοπό την κοινωνικοποιημένη ευφυΐα, τη γενική διάνοια. Θέλουμε να πετύχουμε τη γενική μείωση του εργάσιμου χρόνου και θέλουμε να μετασχηματίσουμε την οργάνωση της εργασίας με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει δυνατή η αυτόνομη συγκρότηση τομέων πάνω σε μια πειραματική οργάνωση της παραγωγής.».[xx]   

 

 

Άρνηση της εργασίας ή της παγκοσμιοποίησης;

 

Το αντικειμενικό υπόβαθρο της ανάλυσης του Ασταριάν τείνει δε τελείως να εξανεμιστεί όταν αυτός επιχειρεί να μεταφυτεύσει την Ιταλική εμπειρία της Κοινωνικής Πάλης των τελών της δεκαετίας του ’70 από την οποία προέκυψαν οι βασικές έννοιες του δόγματος της άρνησης της εργασίας, στις πρωτόγονες συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης των εργοστασίων υφαντουργίας του σημερινού Μπαγκλαντές, προκειμένου να ερμηνεύσει τις εκφάνσεις της εκεί Κοινωνικής Πάλης, όπως έγινε με τις διάχυτες εργατικές ταραχές του 2010. Η ανακολουθία αυτή στη σκέψη του Ασταριάν δεν εντοπίζεται τόσο στο γεγονός ότι περιγράφει μια συνειδητή επιλογή από την πλευρά των εργατών του Μπαγκλαντές που αντικατοπτρίζει την ανταγωνιστική σχέση τους ως προς την εργοδοσία στον τομέα της υφαντουργίας, η οποία με τη σειρά της επικαθορίζεται από την γενικευμένη ασυμμετρία δύναμης ανάμεσα στο πολυεθνικό κεφάλαιο και την εργασία που έχει θεσμοθετηθεί άτυπα ως κανόνας μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Περισσότερο ελλοχεύει στο γεγονός ότι ερμηνεύει την υπόρρητη ροπή των Μπαγκλαντεσιανών εργατών προς την «αντιεργασία» ως μια κοινωνική διεργασία που παράγεται μηχανιστικά από την καθοριστική επίδραση που ασκούν αντικειμενικοί παράγοντες στη σφαίρα της οικονομίας, μια διαδικασία που κινείται μέσα σε όρια αυστηρώς προδιαγεγραμμένα από την παρούσα φάση εξέλιξης του καπιταλισμού και το ισχύον μοντέλο της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Φαίνεται ότι για τον Ασταριάν, οι κατηγορίες που ίσχυαν και είχαν κάποια χρησιμότητα από άποψη ταξικής ανάλυσης για την κατάσταση των εργατών στην Ιταλία του 1970, μπορεί εξίσου να έχουν κάποια ισχύ για τους εργάτες του Μπαγκλαντές το 2010.

Είναι βέβαια λογικό να υποθέσει κανείς ότι οι εργάτες / εργάτριες του Μπαγκλαντές δεν πυρπόλησαν τα εργοστάσια στα οποία δουλεύουν εξαιτίας μιας ενδόμυχης παρόρμησης για καθολική απόρριψη της εργασίας που τους επιβάλλεται χωρίς και οι ίδιοι να το γνωρίζουν από τις υπολανθάνουσες αλλά παντοδύναμες οικονομικές δυνάμεις, αλλά επειδή αρνήθηκαν συνειδητά να συνεχίσουν να δουλεύουν σε μια βιομηχανία-κάτεργο, κάτω από τραγικές συνθήκες εργασίας (η εργάσιμη ημέρα στην κλωστοϋφαντουργία φτάνει τις 12-14 ώρες) και με ισχνές απολαβές που τους ρίχνουν στην εξαθλίωση. Άλλωστε, παρά τον δυναμικό και χαοτικό χαρακτήρα της, η κινητοποίηση των εργατών είχε διακηρυγμένο ορίζοντα την εκπλήρωση μιας σειράς από διεκδικητικά, ρεφορμιστικά αιτήματα που τέθηκαν από τα συνδικάτα, με κυριότερο αυτό της αύξησης του κατώτατου μισθού από τα 1.662 τάκα (που είναι το εθνικό νόμισμα της χώρας) στα 5.000.[xxi] Με αυτό δεν θέλουμε να ισχυριστούμε ότι κάποιας μορφής εργατική διεκδίκηση είναι ακόμη δυνατή μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και γι’ αυτό η άποψη του Ασταριάν περί ολοκληρωτικής αντίφασης που «παράγει» τις υλικές προϋποθέσεις για την κοινωνική επανάσταση είναι εσφαλμένη. Σίγουρα όμως θέλουμε να τονίσουμε ότι το περιεχόμενο της επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής δεν παράγεται με ντετερμινιστικό τρόπο από τα όρια που θέτει εκ των προτέρων το σύστημα, ούτε οι εργάτες συνιστούν άβουλα υποχείρια των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων του διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Έτσι, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με το περισπούδαστο συμπέρασμα του συγγραφέα ότι η κατάληψη των μέσων παραγωγής (π.χ. των εργοστασίων κλωστοϋφαντουργίας) έχει τεθεί εκτός της επαναστατικής προοπτικής των εργατών του Μπαγκλαντές, εξαιτίας του επιπέδου εξέλιξης στο οποίο έχει φτάσει το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Μόνο αν λάβουμε υπόψη ότι η βιομηχανία υφασμάτων συνιστά τον βασικό εξαγωγικό τομέα της εθνικής οικονομίας του Μπαγκλαντές και γι’ αυτό αποτελεί την ατμομηχανή της ενσωμάτωσης της χώρας στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς διαμέσου ενός εξωστρεφούς μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης[xxii], μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι η κατάληψη των εργοστασίων υφαντουργίας από τους εργάτες / εργάτριες δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρώτο βήμα για την αντισυστημική κοινωνική αλλαγή, θέτοντας τις βάσεις για την απεξάρτηση του Μπαγκλαντές από την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και την δραστική αναδιάρθρωση του τοπικού παραγωγικού προτύπου προς όφελος της ικανοποίησης των δημοκρατικά εκφρασμένων αναγκών του πληθυσμού της χώρας. Η γιγάντωση της βιομηχανίας των υφασμάτων έγινε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς [xxiii]και η ανάδειξη της σε εξαγωγική ναυαρχίδα της Μπαγκλαντεσιανής οικονομίας πιστοποιεί την υποτελή θέση που καταλαμβάνει το Μπαγκλαντές στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Ως οργανικά συνδεδεμένος με την λειτουργία του διεθνούς οικονομικού συστήματος, ο κλάδος της υφαντουργίας δεν μπορεί λοιπόν να αξιοποιηθεί από τους εξεγερμένους εργάτες για την ανάπτυξη μιας αυτοδύναμης παραγωγικής και καταναλωτικής δομής. Από αυτή την άποψη, η κατάληψη των εργοστασίων πράγματι δεν θα είχε τίποτα να προσφέρει στην υπόθεση της δημιουργίας μιας αυτόνομης κοινωνίας στο Μπαγκλαντές, τίποτα να συνεισφέρει από την άποψη της υλικοτεχνικής υποδομής για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι το κάψιμο των εργοστασίων από τους εξεγερμένους εργάτες αντανακλά την υπόρρητη συνειδητοποίηση των εργαζόμενων «μαζών» ότι ο βιομηχανικός αυτός κλάδος συνιστά ξένο σώμα, ένα εργαλείο υποδούλωσης και αμείλικτης εκμετάλλευσης του τοπικού εργατικού δυναμικού προς όφελος υπερεθνικών κέντρων οικονομικής εξουσίας που πολλή μικρή σχέση έχει με τις τοπικές ανάγκες και την επίτευξη ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ειδωθούν και οι μαζικές επιθέσεις ενάντια στα εργοστάσια, εκτός αν θεωρούμε ότι τα ίδια προωθημένα κοινωνικά αιτήματα για καθολική κατάργηση της εργασίας μπορούν να «παραχθούν» αντικειμενικά μέσα από τόσο διαφορετικές συνθήκες καπιταλιστικής εκμετάλλευσης όπως αυτές που ίσχυαν στην Ιταλία τη δεκαετία του ’70 και στο Μπαγκλαντές του 2011, το οποίο δεν συνιστά παρά έναν υποβαθμισμένο κρίκο στην παγκόσμια αλυσίδα παραγωγής. 

 

Το πείραμα της Ισπανίας 

Σε ότι αφορά τον αφορισμό του Ασταριάν ότι η εργατική αυτοδιαχείριση στην παραγωγή στην πραγματικότητα έχει πάψει προ πολλού να είναι δυνατή κι έχει περάσει στη σφαίρα της κακώς εννοούμενης ουτοπίας από «την εποχή των ειδικευμένων τεχνητών και των μαστόρων», μπορεί κανείς να απαντήσει ότι η άποψη αυτή έχει ήδη διαψευστεί στην πράξη από την ίδια την Ιστορία, με την αυτοδιεύθυνση σε μαζική κοινωνική κλίμακα των εργοστασίων και των κοινωνικών υπηρεσιών που εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια της Ισπανικής επανάστασης του 1936. Ο συγγραφέας δεν έχει πρόβλημα ν’ απορρίψει ολόκληρη την χειραφετική εμπειρία της Ισπανικής εργατικής εξέγερσης μέσα σε μια μόλις παράγραφο, διατεινόμενος ότι η αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας υπο τον έλεγχο της εργατικής τάξης και η επιστροφή των προλετάριων στα εργοστάσια αποτέλεσε το πρώτο βήμα της «αντεπανάστασης» μέσα από την εκ νέου σταθεροποίηση του κοινωνικού συστήματος.[xxiv] Ο βασικός λόγος που κατονομάζεται από τον Ασταριάν για να εξηγήσει την «αντεπαναστατική τροπή» που πήρε η εργατική εξέγερση στην Ισπανία, ήταν η επιτακτικότητα της εξυπηρέτησης των πολεμικών αναγκών του μετώπου ενάντια στα εθνικιστικά στρατεύματα που προέλαυναν απειλητικά από την Δύση. Με άλλα λόγια, η πίεση της ένοπλης σύρραξης με τους φασίστες και η ανάγκη συνεχούς τροφοδοσίας του στρατιωτικού μετώπου με στρατεύματα και πολεμοφόδια δημιούργησε ένα είδος «πολεμικού» αναρχοκομμουνισμού που εξαρχής διαστρέβλωσε το περιεχόμενο της εξέγερσης απομακρύνοντας την από την «κατ’ εξοχήν καταστροφική κατάσταση» που συνιστά για τους οπαδούς της κομμουνιστικοποίησης μια επανάσταση.[xxv]

Ωστόσο, η αναδιοργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών και η αναδιάρθρωση του συστήματος ιατρικής περίθαλψης από τους ίδιους τους εργαζόμενους στα εδάφη της «Δημοκρατίας», σίγουρα δεν σχετίζεται άμεσα με τη διεξαγωγή του πολέμου ενάντια στον Φράνκο και τις φασιστικές ορδές του. Όπως γράφει η Χόγκαν, οι περισσότερες από τις κλινικές και τα νοσοκομεία στις περιοχές των «δημοκρατικών» έπαψαν την λειτουργία τους αμέσως μετά την εκδήλωση και την αρχική αποτυχία του κληρικοφασιστικού πραξικοπήματος. Η πλειοψηφία αυτών των ιδρυμάτων βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο της Καθολικής εκκλησίας και επανδρώνονταν από καλόγριες και κληρικούς, οι οποίοι έσπευσαν να εγκαταλείψουν μαζικά τα «δημοκρατικά» εδάφη. Η άμεση επαναλειτουργία των νοσοκομείων και των κλινικών, η ορθολογική ανακατανομή του ιατρικού προσωπικού με γνώμονα την καλύτερη κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού (αντί της συγκέντρωσης στις συνοικίες των πλουσίων) και η ίδρυση καινούριων μονάδων υγείας σε υποβαθμισμένες περιοχές της εργατικής τάξης που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν διέθεταν καμία πρόσβαση σε ιατρικές υπηρεσίες, συνιστούσε ζήτημα προάσπισης της δημόσιας υγείας, μια άμεση και ζωτική ανάγκη της πολιτισμένης κοινωνίας στην οποία οι εργαζόμενοι ανταπεξήλθαν με θαυμαστή αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα μέσω της αυτοδιαχείρισης στον τομέα της υγείας. Κατά τον ίδιο τρόπο, η επίσπευση της επισκευής των σιδηροδρόμων μπορεί να υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ταχείας μεταφοράς των πολιτοφυλακών στο μέτωπο, ωστόσο δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο και για την τιτάνια προσπάθεια αναδιοργάνωσης των συγκοινωνιών της πόλης της Βαρκελώνης. Εάν οι υπέρμαχοι της κομμουνιστικοποίησης φτάνουν στο σημείο να θεωρήσουν ότι οι σύγχρονες συγκοινωνίες δεν είναι παρά δίαυλοι μεταφοράς εργατικής δύναμης και εμπορευμάτων τις οποίες το προλεταριάτο οφείλει να καταστρέψει και να διαλύσει εντελώς, τότε καταλαβαίνει κανείς ότι στο ζοφερό μέλλον που μας επιφυλάσσουν δεν υπάρχει χώρος για το ιδανικό μιας οικουμενικής συνομοσπονδίας ελεύθερων λαών με ένα δίκτυο ελεύθερων παγκόσμιων, οικολογικών συγκοινωνιών που θα αποτελούν το νευρικό σύστημα που θα διασύνδεει τα μέρη ενός τέτοιου διεθνιστικού πολιτικοοικονομικού οργανισμού. Υπάρχει χώρος μόνο για επαρχιωτισμό, απομόνωση και φόβο. Ας μας επιτραπεί να δηλώσουμε ότι ο προλεταριακός διεθνισμός σε αυτή την περίπτωση, πάει περίπατο.       

Επιπλέον, ο συγγραφέας δείχνει να ξεχνά ότι οι μαζικές αναρχικές οργανώσεις που πρωτοστάτησαν στην επαναστατική απόπειρα ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος στην Ισπανία είχαν σαν πρόταγμα ακριβώς την ελεύθερη συνομοσπονδία των παραγωγικών ενώσεων, την εργατική αυτοδιαχείριση και την δημιουργία δομών βιομηχανικής δημοκρατίας στη σφαίρα της παραγωγής. Χωρίς την ύπαρξη του αντισυστημικού αυτού προτάγματος, πιθανότατα η ίδια η Ισπανική επανάσταση δεν θα ήταν εφικτή, ούτε θα είχε κατορθώσει ποτέ να ανατρέψει έστω προσωρινά την κυριαρχία του καπιταλιστικού συστήματος. Είναι σαφές από τις ιστορικές πηγές που διαθέτουμε πάνω στο θέμα, ότι χωρίς την ετοιμότητα που επέδειξαν τα μέλη των μαχητικών αναρχοσυνδικαλιστικών οργανώσεων να ενεργήσουν με δική τους πρωτοβουλία απαλλοτριώνοντας για λογαριασμό των εξεγερμένων τους χώρους δουλειάς τους και δίχως την πρακτική εξοικείωση που ένιωθαν οι αναρχικοί εργάτες με την λειτουργία των διάφορων μοντέλων εργατικής αυτοδιεύθυνσης – αποτέλεσμα της μεθόδου της άμεσης δράσης που χρησιμοποιούσαν τα αναρχικά συνδικάτα και της μακροχρόνιας πολιτικής δουλειάς που είχε γίνει από τα μέλη τους με σκοπό να διαδώσουν και να εμφυσήσουν στο προλεταριάτο της Ισπανίας τις βασικές αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές μιας αναρχοκομμουνιστικής βιομηχανικής δημοκρατίας – η επανάσταση της εργατικής τάξης ουδέποτε θα είχε λάβει χώρα και η αφ’ υψηλού κριτική του Ασταριάν περί «αντεπαναστατικής στροφής» δεν θα είχε ούτε αντικείμενο, ούτε λόγο ύπαρξης.[xxvi] Με άλλα λόγια, η ύπαρξη αναρχικού αντισυστημικού προτάγματος ήταν εκείνη που συνέβαλε τα μέγιστα στην συσπείρωση των Ισπανών εργατών σε ένα συγκροτημένο και ισχυρό επαναστατικό πολιτικοκοινωνικό υποκείμενο, ικανό να αμφισβητήσει και να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.  

Εξάλλου, ο Ασταριάν δεν φαίνεται να αναγνωρίζει κανένα ελαφρυντικό στους Ισπανούς αναρχικούς για τις «αποτυχίες» τους και σπεύδει να απορρίψει σύσσωμη την ελευθεριακή κληρονομιά της Ισπανικής επανάστασης, παρά το γεγονός ότι, αν εξαιρέσουμε κάποια απομακρυσμένα χωριά της υπαίθρου στα εδάφη υπό τον έλεγχο των «δημοκρατικών», ο αναρχοκομμουνισμός ουδέποτε εφαρμόστηκε στην Ισπανία στην ολοκληρωμένη μορφή του, πράγμα που όχι μόνο δεν αρνήθηκαν οι Ισπανοί αναρχικοί, αλλά το προέταξαν και ως την βασική αιτία για την τελική συντριβή του ελευθεριακού κινήματος από την κρατική εξουσία. Το παρόν κείμενο δεν είναι το κατάλληλο μέρος για να προχωρήσουμε σε μια διεξοδική επισκόπηση της Ισπανικής επανάστασης και του βαθμού στον οποίο μπόρεσε να δημιουργήσει ή όχι τις πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας στη βάση του προτάγματος του ελευθεριακού σοσιαλισμού. Αρκεί σε αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι ακόμη και η συστημική ιστοριογραφία αναγνωρίζει ότι οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της «δημοκρατικής» Ισπανίας μπόρεσαν να κρατήσουν υπό τον έλεγχο τους σημαντικούς τομείς της εθνικής οικονομίας της χώρας, όπως ήταν το πιστωτικό σύστημα ή τα εμπορικά δίκτυα διανομής, με συνέπεια να μην ολοκληρωθεί ποτέ η πλήρης κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και να περιοριστεί το αναρχοσυνδικαλιστικό εγχείρημα στα όρια μιας κολεκτιβοποίησης της βιομηχανίας μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Παράλληλα, η διάσωση των κρατικιστικών πολιτικών θεσμών της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» στην αρχική φάση της επανάστασης, έδωσε στις ελίτ τη δυνατότητα να αντεπιτεθούν, να υπονομεύσουν με διάφορους τρόπους την λειτουργία όσων επιχειρήσεων είχαν ήδη κολεκτιβοποιηθεί και εν τέλει να γονατίσουν το κίνημα της εργατικής αυτοδιαχείρισης πρώτα με το Διάταγμα για την Κολεκτιβοποίηση του 1936 και ύστερα, όταν αισθάνθηκαν αρκετά ισχυρές, με την δύναμη των όπλων. 

 

Η τεχνολογία ως τυραννία 

  Άποψη του Ασταριάν και των υπολοίπων υπέρμαχων της κομμουνιστικοποίησης είναι ότι πέρα από δυνητικά εξουσιαστική, η αυτοδιαχείριση της παραγωγής είναι πλέον ένα παρωχημένο επαναστατικό ιδανικό, ένα απομεινάρι του συλλογικού φαντασιακού της εργατικής τάξης που ανήκει σε μια προηγούμενη φάση των κύκλων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η ενσωμάτωση των ηλεκτρονικών δικτύων στην παραγωγή και η ψηφιοποίηση πτυχών της παραγωγικής διαδικασίας μεταμορφώνουν το περιεχόμενο της εργασίας και καθιστούν ξεπερασμένα τα μοντέλα εργατικής αυτοδιαχείρισης. Ακόμη κι αν καταργούσαμε την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, στη θέση των καπιταλιστών θα είχαμε ως νέα οικονομική ελίτ μια κάστα ειδικευμένων εργατών που κατέχουν το μονοπώλιο της γνώσης αναφορικά με τον χειρισμό και την λειτουργία των σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων που καθορίζουν το είδος και το αντικείμενο της παραγωγικής δραστηριότητας σε αυτό το στάδιο της ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού.

Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτα το νομοτελειακό στην διαμόρφωση του τεχνολογικού υπόβαθρου της παραγωγής, όπως αυτή οργανώνεται στο θεσμικό πλαίσιο της τωρινής φάσης στην οποία βρίσκεται το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Για όλους τους νέο-μαρξιστές που εκλαμβάνουν το κεφάλαιο ως την κινητήρια δύναμη που συγκεντρώνει όλες τις κοινωνικές δυνάμεις και τις επιστρατεύει στην υπηρεσία της μεγιστοποίησης της ανάπτυξης και στον βαθμό που η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας στην περίοδο της νεωτερικότητας λογίζεται από αυτούς ως ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι το πρόταγμα της οικονομικής δημοκρατίας δεν σκοπεύει να απαρνηθεί την αλματώδη τεχνολογική εξέλιξη των δύο τελευταίων αιώνων, απαιτώντας την «επιστροφή» σε έναν παρελθόντα παράδεισο από αρμονικές βουκολικές κοινότητες. Η αντίληψη που θέλει τις επικρατούσες τεχνολογικές δομές και σχέσεις να συνθέτουν μαζί με τις παραγωγικές σχέσεις τις υλικές συνθήκες της κοινωνικής ύπαρξης που καθορίζουν μονομερώς το είδος και το περιεχόμενο των κοινωνικών σχέσεων, είναι παντελώς ξένη προς την προβληματική της αυτονομίας, η οποία ερμηνεύει τα διαφορετικά πεδία αναπαραγωγής του συστήματος (πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό) υπο το πρίσμα της αυτονομίας του καθενός ξεχωριστά αλλά και της αλληλεξάρτησης τους μέσα σε μια ενιαία συστημική ολότητα. Αυτό βέβαια ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στο εκάστοτε ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα κάποιο από αυτά τα στοιχεία καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση, ανάλογα με την ιστορική του εξέλιξη και την έκβαση της Κοινωνικής Πάλης σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους.

Αυτή η διαπίστωση είναι πολλή σημαντική, διότι συνεπάγεται δύο πράγματα: α) ότι οι κοινωνικές σχέσεις όπως έχουν διαμορφωθεί στο παρόν στάδιο της ιστορικής εξέλιξης του συστήματος δεν αποτελούν το αναγκαστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τείνει να κινηθεί και να αναπτυχθεί ο τύπος και το περιεχόμενο των κοινωνικών σχέσεων που θα ανθίσουν σε μια μελλοντική αυτόνομη μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Με βάση τα παραπάνω, η σημερινή φάση καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης δεν αποτελεί κανενός είδους εξωτερικό, «ταξικό» όριο που η υποτάξη του συστήματος και οι μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες καλούνται να υπερβούν μέσα από τον αγώνα τους για κοινωνική απελευθέρωση, β) ότι οι κοινωνικές σχέσεις μπορούν να επιδράσουν εξίσου δραστικά στο πεδίο της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας, επηρεάζοντας τις μορφές και τις καινοτομίες που αναδύονται μέσα από αυτό. Με αυτή την έννοια, η σύγχρονη συστημική τεχνολογία δεν είναι ανάγκη να αποτελέσει ένα ανυπέρβλητο όριο, τον αντικειμενικό παράγοντα που θα καθορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι «καταδικασμένη» να διεξαχθεί η Κοινωνική Πάλη για μια αυτόνομη κοινωνία.  

Η τεχνολογία δεν είναι ένα ουδέτερο εργαλείο που διέπεται από δικούς του κανόνες και αναπτύσσεται ανεξάρτητα από το κοινωνικό παράδειγμα μέσα στο οποίο υπάρχει. Ο Τάκης Φωτόπουλος έχει καταδείξει πολύ πειστικά ότι το είδος των τεχνολογικών καινοτομιών, το περιεχόμενο τους καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τίθενται στην υπηρεσία του οικονομικού συστήματος, είναι άμεσα συνυφασμένα με τους γενικότερους στόχους του κυρίαρχου παραγωγικού προτύπου κι ενσωματώνουν στη λειτουργία τους το σύστημα αξιών που κατέχει ηγεμονική θέση στη δεδομένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης μέσα στην οποία λαμβάνει χώρα η τεχνολογική εξέλιξη.[xxvii] Μπορεί το πεδίο της επιστημονικής έρευνας να διέπεται από εγγενή ορθολογικά κριτήρια ως προς τη διατύπωση, δοκιμή και επαλήθευση των συμπερασμάτων που δομούν την επιστημονική γνώση, αλλά η ίδια η κατεύθυνση προς την οποία στρέφεται η επιστημονική έρευνα, ο βαθμός στον οποίο κρίνεται ωφέλιμη για το κοινωνικό σύνολο και οι τεχνικές και οργανωτικές εφαρμογές της σε διάφορες πτυχές του οργανωμένου κοινωνικού βίου (καθώς και στην παραγωγή) καθορίζονται σε τελική ανάλυση από τις αντιλήψεις, τις αξίες και τους θεσμικούς μηχανισμούς που καθιστούν την επιστημονική κοινότητα υποτελή στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Έτσι, παρά τις ορθολογικές αντιλήψεις που ενυπάρχουν στον διανοητικό πυρήνα της επιστημονικής μεθόδου και συνιστούν την αυτόνομη διάσταση της επιστημονικής σκέψης, η πρακτική εφαρμογή των προϊόντων της επιστημονικής έρευνας μέσα σε ένα ετερόνομο θεσμικό πλαίσιο καταλήγει να αναπαράγει τις ετερόνομες αξίες και τις ιεραρχικές οργανωτικές δομές της κοινωνίας, ενδυναμώνοντας έτσι τις σχέσεις εξάρτησης και κυριαρχίας μέσα σε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θεσμοποιεί την ανισοκατανομή δύναμης ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.  Για παράδειγμα, όπως έχει δείξει ο Φωτόπουλος, ο λεπτομερής καταμερισμός εργασίας και ο κατακερματισμός της παραγωγικής διαδικασίας στη βάση ολοένα και πιο εξειδικευμένων λειτουργιών, απορρέει μεν από την ανάγκη για αύξηση της παραγωγικότητας και της οικονομικής αποτελεσματικότητας που επέβαλλε η δυναμική της οικονομίας ανάπτυξης, εντούτοις «δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας απόπειρας για μια τεχνολογικά βελτιωμένη οργάνωση της παραγωγής, αλλά μάλλον, όπως έχουν δείξει αρκετές μελέτες, μιας συστηματικής προσπάθειας να εισαχθεί μια οργάνωση που θα διασφάλιζε έναν ζωτικό ρόλο στην παραγωγική διαδικασία γι’ αυτούς που ήλεγχαν τα μέσα παραγωγής. Δεν είναι λοιπόν εκπληκτικό ότι η διαδικασία της εντεινόμενης εξειδίκευσης συνεχίζεται στον σημερινό μετα-βιομηχανικό καταμερισμό εργασίας, παρόλο που αυτός χαρακτηρίζεται από μικρότερες παραγωγικές μονάδες».[xxviii]            

Έτσι, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι αυτό που αδυνατεί να κατανοήσει ο Ασταριάν, είναι ότι από μόνη της η τεχνική εξειδίκευση στην παραγωγή δεν οδηγεί απαραίτητα στη θεσμοποίηση των κοινωνικών ιεραρχιών και στην ανισοκατανομή της δύναμης. Ο τεχνικός καταμερισμός εργασίας, δηλαδή η διαίρεση των τεχνικών λειτουργιών με σκοπό την από κοινού εκτέλεση μιας συλλογικής παραγωγικής δραστηριότητας είναι νοητή μέσα σε οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Αντίθετα, το ζήτημα των σχέσεων κυριαρχίας και εξάρτησης ανακύπτει από την παγιοποίηση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και τη συγκέντρωση πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προνομίων που απορρέουν από την μονιμοποίηση και την ιεραρχική κατανομή διαφορετικών κοινωνικών λειτουργιών.[xxix] Εξάλλου, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Φωτόπουλος, «υπάρχουν μερικά σαφή όρια στο κατά πόσο είναι δυνατό και επιθυμητό να μειωθεί ο βαθμός εξειδίκευσης ώστε να μη διακινδυνεύσουμε την επανεμφάνιση προβλημάτων που έχουν λυθεί προ πολλού (ιατρικά προβλήματα, αποχετευτικά προβλήματα κ.λπ.)».[xxx] Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι αυτό που είναι παρωχημένο δεν είναι το μοντέλο της αμεσοδημοκρατικής αυτοθέσμισης της κοινωνίας στην παραγωγή, αλλά η χονδροειδής υλιστική αντίληψη του συγγραφέα, η οποία, παρ’ όλες τις εκλεπτυσμένες θεωρητικές διατυπώσεις που χρησιμοποιεί, σε τελική ανάλυση ερμηνεύει τις κοινωνικές σχέσεις και τα συλλογικά υποκείμενα που σφυρηλατούνται μέσα σε αυτές, ως ετεροκαθοριζόμενα με μηχανιστικό τρόπο από το οικονομικό στοιχείο, ως υπαγόμενα στην σκληρή, αντικειμενική πραγματικότητα των παραγωγικών σχέσεων που οριοθετούν το πλαίσιο και τις μελλοντικές προοπτικές της πάλης για κοινωνική απελευθέρωση.

Γι’ αυτό, ο Ασταριάν εκλαμβάνει ως δεδομένο υλικό ορίζοντα του απελευθερωτικού προτάγματος το παραγωγικό πρότυπο που έχει επιβληθεί υπο το κράτος του μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, χωρίς να θέτει ζήτημα ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, χωρίς να εξετάζει την πιθανότητα ανάπτυξης μιας εκδημοκρατισμένης τεχνολογίας που θα είναι συμβατή με την αυτόνομη κουλτούρα και τους θεσμούς μιας απελευθερωτικής, αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας και τέλος το ζήτημα του καθολικού μετασχηματισμού των προτύπων παραγωγής και κατανάλωσης ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την κοινωνική χειραφέτηση. Μάλιστα, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι με το να υιοθετεί την άποψη ότι η τεχνολογία συνιστά ουδέτερο πεδίο που εξελίσσεται αυτόνομα και σύμφωνα με τους δικούς του εσωτερικούς κανόνες, υποπίπτει στο ίδιο σφάλμα με αυτό που διέπραξαν οι αναρχικοί της Ισπανίας το ’36, όταν νόμισαν ότι μπορούσαν να συνενώσουν τα απελευθερωτικά στοιχεία που εμπεριέχονται στο μοντέλο της εργατικής αυτοδιεύθυνσης με τους, καπιταλιστικής εμπνεύσεως, ορισμούς της οικονομικής ανάπτυξης και της μεγιστοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων μέσω της βελτίωσης της παραγωγικότητας και της αποτελεσματικότητας. Αν υπάρχει ένας λόγος που η εργασία του εργάτη στο αυτοδιαχειριζόμενο εργοστάσιο παρουσίαζε ομοιότητες με την εργασία που εκτελούσε ο προλετάριος στο εργοστάσιο υπο τον έλεγχο των καπιταλιστών, αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί στην αναλλοίωτη αλλοτριωτική φύση της ίδιας της εργασίας, αλλά στην υιοθέτηση της αναπτυξιακής ιδεολογίας από τους αναρχικούς εργάτες που τους έκανε να επαφίονται στην αύξηση της παραγωγικότητας και αποτελεσματικότητας μέσω του εξορθολογισμού των πόρων, προκειμένου να προσεγγίσουν τον στόχο της κοινωνικής απελευθέρωσης μέσω της απελευθέρωσης καινούριων παραγωγικών δυνάμεων που παρέμεναν εγκλωβισμένες και ανενεργές από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Έτσι ο φορντισμός και τα τεχνικά γνωρίσματα οργάνωσης της παραγωγής που ίσχυαν στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς, υιοθετήθηκαν από τους αναρχικούς ως ουδέτερα εργαλεία για την διεκπεραίωση της παραγωγικής διαδικασίας μέσα στο εργοστάσιο, ως μεθοδολογικά εργαλεία για να αυξηθεί η παραγωγικότητα και η αποτελεσματικότητα. 

 

Επίμετρο 

Οι οπαδοί της κομμουνιστικοποίησης επιμένουν πολύ στον ισχυρισμό ότι η τύχη του απελευθερωτικού κινήματος και η ικανότητα του να μας οδηγήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας θα κριθεί τελικά από την μάχη που διεξάγεται στο εσωτερικό των κινημάτων, απέναντι σε πρακτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις που επανεισάγουν από την πίσω πόρτα τις εξουσιαστικές δομές – π.χ. με την μορφή μιας ταξικής οικονομικής οργάνωσης – μέσα στους κόλπους ενός κοινωνικού κινήματος που υποτίθεται ότι τις αντιστρατεύεται. Περί αυτού οι Blaumachen είναι εντελώς ξεκάθαροι όταν γράφουν ότι, «Η ανάλυση της κρίσης και του κύκλου συσσώρευσης δεν αποτελεί μια απλή προσπάθεια περιγραφής ή κατανόησης του καπιταλισμού και της τρέχουσας συγκυρίας. Πρόκειται για το πιο κομβικό σημείο της θεωρητικής θέσης κάθε τάσης του κινήματος. Με την ανάλυση αυτή παίρνουμε θέση στην εσωτερική σύγκρουση που διεξάγεται μέσα στο προλεταριακό κίνημα. Παίρνουμε θέση σχετικά με αυτό που θεωρούμε πως είναι το πιο σημαντικό ζήτημα: πώς η κρίση της σχέσης κεφάλαιο θέτει σε αμφισβήτηση το ρόλο του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Από την απάντηση που δίνει κάθε τάση σε αυτό το ερώτημα προκύπτει το τι εννοείται ως περιεχόμενο της επανάστασης, σήμερα».[xxxi]

Συμφωνούμε με τη θέση αυτή, στον βαθμό που η πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση εξαρτάται από το κατά πόσο οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις εκείνες που διάκεινται εχθρικά ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης που πηγάζει από το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο (αναρχικές συλλογικότητες, ελευθεριακές πολιτικές ομάδες, οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς με αντικρατικιστικά χαρακτηριστικά, λαϊκές συνελεύσεις, μαχητικά σωματεία βάσης, κλπ.), αποκτήσουν αυξημένη ταξική συνειδητοποίηση και ομονοήσουν στην καθολική εναντίωση τους ενάντια στο σύστημα ως ετερόνομης ιεραρχικής ολότητας. Η συνειδητοποίηση αυτή δεν μπορεί να μείνει σε αφηρημένο, θεωρητικό επίπεδο, αλλά θα πρέπει να μετουσιωθεί σε μια προγραμματική συμφωνία αρχών που θα επιτρέψει στους ετερογενείς, δυνητικούς φορείς της πληβειακής εξέγερσης να συγκροτήσουν ένα ενιαίο ανατρεπτικό κίνημα με δική του ανάλυση της πραγματικότητας, κοινή ερμηνεία ως προς τους όρους που διαιωνίζουν την υποτέλεια των μη-προνομιούχων κοινωνικών ομάδων, ενιαία αντίληψη αναφορικά με τις οργανωτικές μορφές του κινήματος αλλά και το περίγραμμα των θεσμών της νέας απελευθερωτικής κοινωνίας την οποία το αντισυστημικό κίνημα μάχεται να εγκαθιδρύσει και μια κοινά συμφωνημένη στρατηγική μετάβασης προς την κοινωνία αυτή. Με άλλα λόγια, αυτό που χρειάζεται για να μπορέσουν να πετύχουν οι ετεροκαθοριζόμενες μάζες την επαναστατική έξοδο από την κρίση, είναι η συνένωση του πολυδιασπασμένου λαϊκού κινήματος γύρω από ένα σύγχρονο ελευθεριακό πρόταγμα που θα του επιτρέψει να επανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων απέναντι στις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ελίτ που διαφεντεύουν το σύστημα και θα του δώσει τη δυνατότητα να περάσει από μια αμυντική πολιτική αντίστασης ενάντια στην αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, σε μια επιθετική γραμμή ανοικτής αμφισβήτησης της κυριαρχίας της. Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης αποτελεί κατάφωρη άρνηση ακριβώς των παραπάνω αναγκαίων προϋποθέσεων για την αναβίωση του λαϊκού κινήματος με την απόλυτη έλλειψη προγράμματος και στρατηγικής που την χαρακτηρίζει, την συγκεχυμένη και άμορφη σύλληψη μιας μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας που θα βασίζεται στην «χαριστικότητα» και την ικανοποίηση αποκλειστικά και μόνο ατομικών επιθυμιών, την καθολική κατάργηση των ανταλλαγών και κάθε είδους παραγωγικής δραστηριότητας που θα συνεπάγεται την διαρκή δέσμευση του ατόμου σε έναν κοινό συλλογικό σκοπό και την συνακόλουθη υποχρέωση για παροχή έστω ενός μίνιμουμ προσωπικής εργασίας. Η επίκληση ενός μελλοντικού επίγειου παραδείσου από τους οπαδούς της κομμουνιστικοποίησης όχι μόνο δεν προάγει την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης αλλά ξαναγυρνά το ελευθεριακό κίνημα στην παιδική του ηλικία, μετατρέποντας το από εφικτή εναλλακτική λύση για την οποία αξίζει να παλέψει κανείς, σε ακαθόριστη προσδοκία ενός αθεράπευτα ρομαντικού νου. Στον βαθμό που η μετάλλαξη αυτή τείνει (ακούσια) να συναντά σε κάποια σημεία της το περιεχόμενο των πιο αντιδραστικών κριτικών που εκτοξεύονται ενάντια στο ελευθεριακό πρόταγμα και πάντα επικεντρώνονται στο  ουτοπικό (με την αρνητική έννοια) στοιχείο του, δηλαδή στην υποτιθέμενη αδυναμία της κοινωνίας να επιβιώσει χωρίς την ύπαρξη του Κράτους και στην αδυναμία των σύγχρονων ελευθεριακών να διαμορφώσουν ένα περίγραμμα διευθέτησης των κοινωνικών σχέσεων στη βάση της ελευθερίας, της αλληλεξάρτησης και της αλληλοβοήθειας, η δική μας κριτική στην κομμουνιστικοποίηση παίρνει την χροιά πολεμικής που αποσκοπεί να δείξει τις καταστροφικές συνέπειες που θα είχε μια ενδεχόμενη επικράτηση αυτών των αντιλήψεων μέσα στους κόλπους του απελευθερωτικού κινήματος.

Οι οπαδοί της κομμουνιστικοποίησης ισχυρίζονται ότι αν η πάλη των τάξεων πρόκειται να οδηγήσει στην κοινωνική απελευθέρωση, τότε η καταστροφή του προλεταριάτου ως τάξης, η υπέρβαση του ταξικού ανήκειν που σε αυτή την φάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης επιβάλλεται ως εξωτερικός καταναγκασμός, οφείλει να είναι ο απώτερος στόχος της «δραστηριότητας κρίσης» του ίδιου του προλεταριάτου. Επειδή η καπιταλιστική αναπαραγωγή πλέον λαμβάνει χώρα στο επίπεδο της αμοιβαίας αναπαραγωγής των τάξεων, η μεθοδολογία που πρέπει να υιοθετήσει το προλεταριάτο προκειμένου να απελευθερωθεί δεν είναι άλλη από την καταστροφή του ίδιου του εαυτού του, δηλαδή η εγκατάλειψη και η υπέρβαση όλων εκείνων των προγραμματικών στοχεύσεων, των οργανωτικών δομών και των ιδεολογικών αναφορών που οι υπέρμαχοι της κομμουνιστικοποίησης απορρίπτουν συλλήβδην ως απηρχαιωμένες, εντάσσοντας τις στην κατηγορία του αβλαβούς «εναλλακτισμού», του «ριζοσπαστικού δημοκρατισμού», κλπ. Ωστόσο, η έννοια της «καταστροφής της τάξης» δεν έχει απαραίτητα το περιεχόμενο το οποίο της προσδίδουν οι θεωρητικοί της κομμουνιστικοποίησης, ούτε ισοδυναμεί με την απεμπόληση του στόχου της οικειοποίησης των μέσων παραγωγής από τους ίδιους τους παραγωγούς. Το προλεταριάτο ως τάξη ορίζεται από την σχέση υπαγωγής του στο κεφάλαιο και τη θέση που κατέχει αναφορικά με την πρόσβαση του στα μέσα παραγωγής, μέσα στο πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Συνεπώς, το προλεταριάτο με τα ταξικά χαρακτηριστικά που έχει τώρα ως κοινωνική μονάδα μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει μόνο μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας που επιβάλλει ο καπιταλισμός. Η αμφισβήτηση από το προλεταριάτο των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών παραμέτρων που αναπαράγουν την καπιταλιστική κυριαρχία και η προσπάθεια του για ταξική χειραφέτηση μέσω ενός ελευθεριακού αντισυστημικού προτάγματος, σηματοδοτεί την καταστροφή του ίδιου του προλεταριάτου ως υποτελούς τάξης μέσα στα όρια του καπιταλιστικού συστήματος και την μετατροπή του σε συλλογικό υποκείμενο του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Επιπλέον, οι απολογητές της νέας κομμουνιστικής θεωρίας διαπράττουν το ίδιο σφάλμα όταν ερμηνεύουν την ουσιαστική απονομιμοποίηση της μισθολογικής διεκδίκησης που έχει επέλθει μέσα στο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον ως αρχή του τέλους για τα προτάγματα που εμπνέονται από την παράδοση του «ριζοσπαστικού δημοκρατισμού». Κι αυτό διότι η απαίτηση για καλύτερο μισθό ποτέ δεν αποτέλεσε αναπόσπαστο τμήμα του αντισυστημικού απελευθερωτικού προτάγματος. Ακόμη κι όταν οι αναρχικές εργατικές ενώσεις στην Ισπανία, την Ιταλία και αλλού οργάνωναν μαχητικές απεργίες απαιτώντας αυξήσεις στους μισθούς, βελτίωση των συνθηκών εργασίας, κλπ., αυτές είχαν τον χαρακτήρα συμπληρωματικών ή προπαρασκευαστικών δράσεων που είχαν σκοπό να προετοιμάσουν το μαζικό κίνημα για την στιγμή της τελικής αναμέτρησης με το σύστημα, την στιγμή της αποκαθήλωσης των καπιταλιστών και της επικράτησης της προλεταριακής αντιεξουσίας. Αν η παρούσα συστημική συγκυρία καθιστά ανέφικτη την εκπλήρωση των μισθολογικών αιτημάτων, αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη της παρακμής του απελευθερωτικού δημοκρατικού προτάγματος, αλλά αντίθετα σηματοδοτεί την μη-αναστρέψιμη χρεοκοπία του ρεφορμισμού που συνδεόταν με το μοντέλο ενσωμάτωσης των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων μέσω της θεσμοποιημένης συνδιαχείρισης. Και στις δύο περιπτώσεις, ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι η αντικειμενική θέση του προλεταριάτου μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, αλλά ο συγκερασμός του μαζικού κινήματος «από τα κάτω» με ένα ελευθεριακό απελευθερωτικό πρόταγμα που τοποθετείται ευθέως απέναντι στο σύστημα και αμφισβητεί καθολικά την κυριαρχία του ως ετερόνομης ιεραρχικής ολότητας αντιπροτείνοντας μια διαφορετική, ακρατική μορφή κοινωνικής οργάνωσης.   

 Σε ότι αφορά την απόρριψη της οργανωμένης παραγωγής και ενός οικονομικού μοντέλου βασισμένου στην ανταλλαγή από τον Ασταριάν και τους συνοδοιπόρους του, μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να επιλυθεί το ζήτημα της κατάλυσης των ιεραρχικές κοινωνικών δομών και σχέσεων. Ο πρώτος είναι η ορθολογική, αμεσοδημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα που θα κατανέμει ισομερώς όλες τις μορφές δύναμης ανάμεσα στους πολίτες και θα δημιουργεί οριζόντιες σχέσεις αλληλεξάρτησης και συλλογικής στήριξης ανάμεσα στους πολίτες της μελλοντικής κοινωνίας. Ο δεύτερος τρόπος είναι να εξαλείψουμε την ίδια την κοινωνία, να καταργήσουμε τις οργανωμένες κοινωνικές σχέσεις γενικώς, να απονομιμοποιήσουμε την έννοια της κοινότητας, την έννοια της αλληλεγγύης και της αμοιβαίας στήριξης ανάμεσα στους ανθρώπους. Αν δεν υπάρχει κοινωνία, δεν υφίσταται ζήτημα ορθολογικής οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων. Ο Ασταριάν επιλέγει τον δεύτερο τρόπο καταλύοντας κάθε μόνιμο δεσμό αλληλεξάρτησης, επιχειρηματολογώντας υπέρ μιας μη-κοινωνίας χαλαρά συνδεδεμένων μεταξύ τους ατόμων που το καθένα απ’ αυτά θα υπακούει μόνο στα ατομικά εγωιστικά ένστικτα του. Όπως γράφει στην «Δραστηριότητα Κρίσης», «…στον κομμουνισμό, τίποτε δεν θα παράγεται εάν τα άτομα που συμμετέχουν σ’ αυτή τη δραστηριότητα δε βρίσκουν σ’ αυτό την ικανοποίηση της προσωπικής τους ευχαρίστησης».[xxxii]

Σίγουρα, οι δημοκρατικά εκφρασμένες, συλλογικές και ατομικές ανάγκες που θα κληθεί να ικανοποιήσει το οικονομικό μοντέλο μιας μελλοντικής αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας, θα είναι εντελώς διαφορετικές από τις σημερινές. Ωστόσο, υπάρχουν ανάγκες, ακόμη και ατομικές, που δεν μπορούν να εκπληρωθούν παρά μόνο μέσα από συλλογική προσπάθεια. Η συμφιλίωση του ατομικού με το συλλογικό συμφέρον γίνεται δυνατή μόνο μέσα από την εγκαθίδρυση αυτοδύναμων και αυτοδιευθυνόμενων συνομοσπονδιακών θεσμών στη σφαίρα της οικονομίας, που θα εξασφαλίζουν την ισοκατανομή της οικονομικής δύναμης, δηλαδή την οικονομική δημοκρατία, και θα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια αξιοποίηση των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής στην υπηρεσία της αυτόνομης κοινωνίας που αμφίδρομα αλληλεπιδρά με τα άτομα που την απαρτίζουν στην επίτευξη της ατομικής αυτονομίας τους, η οποία ωστόσο δεν νοείται ξεχωριστά από την αυτονομία της συλλογικότητας στην οποία ανήκουν. Δηλαδή, έχουμε εδώ να κάνουμε με τον καθορισμό του τρόπου μέσα από τον οποίο οι συστρατευόμενοι κοινωνικοί πόροι θα βοηθήσουν το άτομο να επιτύχει σκοπούς που συνδέονται τόσο με την ατομική του όσο και με την συλλογική ελευθερία και αυτονομία, που σε αυτή την περίπτωση παίρνουν την μορφή μιας επέκτασης και εμβάθυνσης της ατομικής αυτονομίας. Το «ευγενές» χάος που συνθέτει την μετεπαναστατική κοινωνία της κομμουνιστικοποίησης, η ρευστότητα και η ασυνέχεια, η έλλειψη μόνιμων συλλογικών θεσμών και η απουσία δέσμευσης σε οτιδήποτε κοινό πέρα από την κατευθυντήρια αρχή της «προσωπικής ευχαρίστησης» (όπως διαφαίνεται από το παράδειγμα με το σπίτι που παραθέτει ο Ασταριάν στο κείμενο του)[xxxiii], δεν είναι παρά μια επίθεση ενάντια στην ίδια την έννοια της κοινωνίας. Εξάλλου, το κύριο πρόβλημα στο οποίο καλείται να πάρει θέση κάθε ελευθεριακός / αναρχικός στοχαστής δεν είναι η ανεύρεση τρόπων για την κατάλυση κάθε μόνιμου κοινωνικού δεσμού, αλλά η οργάνωση της κοινωνίας κατά τέτοιον τρόπο ώστε η εξάλειψη των εξουσιαστικών δομών και σχέσεων να συμβαδίζει με τη διατήρηση των διανοητικών και υλικών ωφελημάτων, εν ολίγοις των θετικών πλευρών της πολιτισμικής εξέλιξης της ανθρωπότητας.

Απορρίπτοντας συνολικά κάθε έννοια ανταλλαγής και παραγωγής, η κομμουνιστικοποίηση στερεί την αυτόνομη, ακρατική κοινωνία τόσο από τα αναγκαία μέσα αυτοσυντήρησης που θα την καταστήσουν βιώσιμη, με την μορφή μόνιμων οικονομικών θεσμών που θα λειτουργούν στη βάση της ισοκατανομής της οικονομικής δύναμης, της αμοιβαίας στήριξης και της αλληλεξάρτησης, αλλά και από τα μέσα επίλυσης των βιοποριστικών προβλημάτων εκείνων των κοινωνικών στρωμάτων που ενδεχομένως θα είχαν κάθε συμφέρον να ταχθούν στο πλευρό ενός αντισυστημικού κινήματος που θα παλεύει για την μετάβαση σε μια κοινωνία χωρίς ιεραρχίες και θεσμισμένες συγκεντρώσεις δύναμης.                                        


[i] Έγραφε ο Λαφάργκ: «Αντί να επωφεληθούν απ’ αυτές τις στιγμές της κρίσης και να επιτύχουν γενική διανομή των προϊόντων μέσα σε μια παγκόσμια γιορτή, οι εργάτες πεθαίνοντας απ’ την πείνα, πάνε να χτυπήσουν με τα κεφάλια τους την πόρτα της φάμπρικας. Με πρόσωπα πελιδνά, σώματα σκελετωμένα και αξιοθρήνητες παρακλήσεις, πολιορκούν τους εργοστασιάρχες: ‘Καλέ μας κύριε Σαγκό, γλυκύτατε κύριε Σνάιντερ, δώστε μας δουλειά. Δεν μας βασανίζει η πείνα, αλλά το πάθος μας για τη δουλειά!’». Στο Paul Lafargue, Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά (Εκδόσεις «Το Ποντίκι», 1998) σελ. 32-33.

[ii] «Αυτές οι ατομικές και κοινωνικές αθλιότητες, όσο μεγάλες και αναρίθμητες κι αν είναι, όσο ατέρμονες κι αν φαίνονται, θα χαθούν σαν τσακάλια και ύαινες όταν εμφανίζεται το λιοντάρι, όταν θα πει το προλεταριάτο: ‘Το θέλω!’ Αλλά, για να αποχτήσει το προλεταριάτο συνείδηση της δύναμης του, πρέπει να τσαλαπατήσει τις προκαταλήψεις της χριστιανικής, οικονομίστικης φιλελεύθερης ηθικής. Πρέπει να επιστρέψει στα φυσικά του ένστικτα, να προκηρύξει τα δικαιώματα στην τεμπελιά, χίλιες φορές ευγενέστερα και ιερότερα από τα φθισικά Δικαιώματα του Ανθρώπου, μαγειρεμένα από δικηγόρους- μεταφυσικούς της αστικής επανάστασης. Να συγκατατεθεί σε μιαν εργασία που να μην υπερβαίνει τις τρεις ώρες ημερησίως, και να τεμπελιάζει και να ευωχείται όλη την υπόλοιπη μέρα και νύχτα».  Στο ίδιο, σελ. 35.

[iii] «Η τρέχουσα κρίση θέτει το ζήτημα του ποια θα μπορούσε να είναι μια επαναστατική διέξοδος από την κρίση. Η κρίση, είναι γενικά το αμόνι στο οποίο σφυρηλατείται η κομμουνιστική θεωρία, η οποία έχει την ιδιαιτερότητα να μην είναι ούτε πολιτική ούτε οικονομική επιστήμη, ούτε φιλοσοφία, αλλά μια κατηγορία από μόνη της». Στο Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση (Blaumachen & Rioters, 2011) σελ. 2.

[iv] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ. 8.

[v] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ.4.

[vi] Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις για τον εκφυλισμένο χαρακτήρα της σύγχρονης αριστερής διανόησης, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι σε επιστολή συμπαράστασης που απέστειλε ο διάσημος μετα-μαρξιστής φιλόσοφος Σλαβόι Ζίζεκ προς τους «εξεγερμένους» της πλατείας Συντάγματος, λίγο πολύ δήλωσε άγνοια ως προς τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να βοηθήσει και να φανεί χρήσιμος στο κίνημα, περιορίζοντας την «επαναστατική» συνεισφορά του στη ευχή που εξέφρασε στο τέλος να μπορέσει το κίνημα «…να βγάλει κάποια άκρη!». Το πλήρες κείμενο στο,  http://leftg700.blogspot.com/2011/06/blog-post.html.

[vii] Ένα χαρακτηριστικό δείγμα των «αισιόδοξων πραγματειών» είναι τα κείμενα, Κώστας Δουζίνας, ‘Το Πλήθος στην Πλατεία και στο Κέντρο το Πολιτικών Εξελίξεων’ (The Multitude in the Square and at the Centre of Political Developments)’, http://enthemata.wordpress.com/2011/06/05/douzinas-2/ και Nikos Sotirakopoulos, ‘The rise of the Greek Multitude (and why we need to move a step beyond)’, Journal of Critical Globalization Studies, http://www.criticalglobalisation.com/blogs/nikoss_rise_of_greek_multitude.html.

[viii] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ. 9.

[ix] Giampaolo Pansa, Στη Μαύρη Λίστα της Φίατ, στο Autonomia (Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα, 2010) σελ. 42-3.

[x] Γράφει ο Bifo σχετικά: «Αυτές οι [μαχητικές προλεταριακές] ομάδες έδρασαν στα εργοστάσια, στα σχολεία και σε τοπικό επίπεδο (προωθώντας πολιτικές απεργίες, καταλήψεις σχολείων, φοιτητικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις και καταλήψεις άδειων σπιτιών από άστεγους προλετάριους, κυρίως στη Ρώμη και το Μιλάνο). Κρατούσαν μια στάση αντιπαράθεσης απέναντι στο ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο έπειτα από δεκαετίες σταλινικής αφοσίωσης προσλάμβανε τα χαρακτηριστικά ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που καταδίκαζε τις πιο ριζοσπαστικές διαδηλώσεις εργατών και φοιτητών στο όνομα της ενότητας με τους μεσοαστούς και στο όνομα μιας πολιτικής της νομιμότητας και του σεβασμού απέναντι στις θεμελιώδεις αρχές της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Αυτή η αντιπαράθεση είχε ήδη εκδηλωθεί το 1968, όταν το ΚΚΙ δέχτηκε κριτική και παραγκωνίστηκε από το φοιτητικό κίνημα. Και ξανά το 1969, όταν οι δυναμικοί αγώνες μέσα στα εργοστάσια συνάντησαν τις αντιστάσεις του ΚΚΙ». Bifo, Ανατομία της Αυτονομίας, στο Autonomia, σελ. 168-9.

[xi] «Σε τούτο τον σκληρό δρόμο, κατάχτησε [η CGT] τη συνείδηση και την πείρα. Έμαθε να χτίζει τις ανεξάρτητες οργανώσεις της και συγκρότησε – γενιά με γενιά – τα δικά της στελέχη, χωρίς τα οποία καμιά τάξη στην ιστορία δεν μπόρεσε να παλαίψει με επιτυχία. […] Ο μηχανισμός της CGT είναι τα συνδικάτα σας και τα συνδικαλιστικά τμήματα, οι εκπρόσωποι του προσωπικού ή των εργοστασιακών επιτροπών, οι τοπικές και περιφερειακές σας ενώσεις, οι βιομηχανικές σας ομοσπονδίες και η συνομοσπονδία σας. Τα συμβούλια και τα γραφεία που εκλέγονται δημοκρατικά σύμφωνα με τα καταστατικά, για να τα καθοδηγούν. Οι δεκάδες και δεκάδες χιλιάδες αφοσιωμένοι και έμπειροι αγωνιστές με υπευθυνότητες σε όλα τα επίπεδα, χάρη στους οποίους η CGT υπάρχει και μπορεί να εκπληρώνει το ρόλο της». Με αυτά τα αυτάρεσκα λόγια περιέγραψε ο γενικός γραμματέας της κομμουνιστικής εργατικής ομοσπονδίας C.G.T. τη σχέση του επίσημου συνδικαλισμού με τις μάζες των Γάλλων εργατών. Στο Henri Krasucki, Τα Συνδικάτα και η Πάλη των Τάξεων (Εκδόσεις Μνήμη, 1981) σελ. 64.

[xii] Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες αναμφίβολα ήταν μια τέτοια ομάδα που συνδύαζε την απαρέγκλιτη πίστη στην αναγκαιότητα μιας επαναστατικής εργατικής εμπροσθοφυλακής (βασική έννοια της λενινιστικής ορθοδοξίας) με τις πιο προωθημένες μορφές πάλης ενάντια στο κεφάλαιο. Ειδικά στα πρώιμα στάδια της δράσης τους, προτού κάνουν το άλμα στον ανταρτοπόλεμο, οι Ταξιαρχίες διεξήγαγαν μια εκστρατεία οργανωμένης προλεταριακής αντιβίας εστιασμένη ενάντια στους φυσικούς εκπροσώπους της κυριαρχίας του κεφαλαίου (εργοδότες, επιστάτες, κλπ.).

[xiii] «Παλιοί καλοί καιροί, καλοί καιροί όταν ο Λένιν μπορούσε να συλλαμβάνει μαζί ‘Σοβιέτ και ατμομηχανή’, ‘Σοβιέτ και εξηλεκτρισμό’. Όχι, συνάφεια και συμβιβασμός δεν υπάρχουν πια. Το κεφάλαιο έχει εξαπολύσει καταπάνω μας την ίδια την ατμομηχανή». Toni Negri, Κυριαρχία και Σαμποτάζ (Κομμούνα, 1986) σελ. 77.

[xiv] Toni Negri, Κυριαρχία και Σαμποτάζ, σελ. 85.

[xv] «Ο στόχος, ο σκοπός της διαδικασίας αυτοαξιοποίησης είναι η συνολική απελευθέρωση της ζωντανής εργασίας στην παραγωγή και στην αναπαραγωγή, είναι η ολοκληρωτική χρήση του πλούτου υπέρ της συλλογικής ελευθερίας. Είναι δηλαδή κάτι περισσότερο από την άρνηση της εργασίας που οπωσδήποτε καλύπτει ένα βασικό μέρος της μετάβασης, χαρακτηρίζει τη διαλεκτική της, καθορίζει τη νομοθεσία της. Η άρνηση της εργασίας λοιπόν είναι μια ακόμη στιγμή της διαδικασίας αυτοαξιοποίησης στην καταστρεπτική σχέση της με τον νόμο της αξίας, είναι η κρίση του, η υποχρέωση της παραγωγικής εργασίας για όλη την κοινωνία. Ότι στην κοινωνία που βασίζεται στην αυτοαξιοποίηση όλοι θα πρέπει να δουλεύουν, στη φάση της μετάβασης, είναι ένας νόμος που σχετίζεται με την άρνηση της εργασίας ακριβώς όπως συσχετίζεται με τον προγραμματισμό της ελάττωσης του ωραρίου εργασίας, της αναγκαστικής εργασίας στην αναπαραγωγή και στη μεταποίηση. Η αναγνώριση αυτού του νόμου της άρνησης της εργασίας σημαίνει ότι κατανοήθηκε σαν περιεχόμενο της διαδικασίας μετάβασης κι όχι σαν τελικός σκοπός της διαδικασίας αυτοαξιοποίησης, σημαίνει ότι δεν φενακίζεται, αλλά καθορίζεται μέσα στην πάλη των τάξεων στην ειδική εποικοδομητική λειτουργία του». Toni Negri, Κυριαρχία και Σαμποτάζ, σελ. 85-6.

[xvi] «Κάθε φορά που σπάω τα φράγματα της καπιταλιστικής αξιοποίησης, ιδιοποιούμαι έναν άλλο χώρο της εργατικής αξιοποίησης. Για το προλεταριάτο δεν υπάρχει κενό. Κάθε χώρος που εγκαταλείπει ο αντίπαλος καταλαμβάνεται, γεμίζεται, ιδιοποιείται, καλύπτεται από μια επεκτατική δύναμη που δεν έχει όρια. Η σχέση με το κεφάλαιο δεν έχει δεσμούς αντιστοιχίας: το νικά για να το αντικαταστήσει». Toni Negri, Κυριαρχία και Σαμποτάζ, σελ. 71.

[xvii] Toni Negri, Κυριαρχία και Σαμποτάζ, σελ. 71.

[xviii] Όπως θα δήλωνε αργότερα ο Νέγκρι στους ανακριτές του, σε μια προσπάθεια να σκιαγραφήσει τις βασικές παραμέτρους της στρατηγικής του κινήματος της Αυτονομίας, «…το θεμελιώδες ζήτημα είναι αυτό της αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος μέσω της αποδιάρθρωσης του κοινωνικού συστήματος εκμετάλλευσης. Μιλάω για μια επαναστατική διαδικασία που την εννοώ ως μια υλική διαδικασία που τσακίζει την κυριαρχία της καπιταλιστικής μηχανής και ταυτόχρονα λειτουργεί υπέρ των βασικών αναγκών του προλεταριάτου (αυτό-αξιοποίηση)». Στο Η Ανάκριση του Νέγκρι, Autonomia (Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα, 2010) σελ. 223-4.

[xix] Το κομβικό σημείο που καθόρισε αρνητικά τις προοπτικές για την περαιτέρω εξέλιξη του κινήματος της Αυτονομίας ήταν το Συνέδριο που οργάνωσε το κίνημα της Μπολόνια στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1977. Ο Bifo αναφέρει σχετικά στο εξαιρετικό κείμενο του: «Στο Συνέδριο μπορούσαν να συγκεντρωθούν όλες οι συνιστώσες του Κινήματος στην Ιταλία, παρέα με όλους τους Ευρωπαίους θεωρητικούς ή τις πολιτικές ομάδες που εστίαζαν το ενδιαφέρον τους στην επανάσταση στην Ιταλία, θεωρώντας την προπομπό μελλοντικών εξελίξεων. Το Συνέδριο του Σεπτεμβρίου ήταν η μεγάλη ευκαιρία του Κινήματος  – που ωστόσο χάθηκε – να ξεπεράσει τις αμιγώς αρνητικές και καταστροφικές του τάσεις και να συγκροτήσει ένα πρόγραμμα για την αυτόνομη οργάνωση μιας πραγματικής κοινωνίας ενάντια στο Κράτος, μια αυτόνομη οργάνωση όλων των κοινωνικών, διανοητικών και παραγωγικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να κάνουν εφικτή τη σταδιακή απελευθέρωση από τη μισθωτή εργασία. Δυστυχώς, το Συνέδριο μετατράπηκε σε συγκέντρωση ενάντια στην καταστολή, και αυτό υποβίβασε κατά πολύ τη θεωρητική σημασία και τις δυνατότητες εκείνης της περιόδου. Μολαταύτα, 70.000 άνθρωποι ήταν παρόντες στο Συνέδριο και ολόκληρο το ιταλικό προλεταριάτο (όπως και πάμπολλοι διανοούμενοι από όλη την Ευρώπη) είχαν την προσοχή τους στραμμένη εκεί. Όμως η συγκέντρωση κατέληξε χωρίς κανένα πρόγραμμα, χωρίς καμία προοπτική για το μέλλον, χωρίς κανένα βήμα μπροστά για το Κίνημα. Αντ’ αυτού, περιορίστηκε σε ομιλίες και συζητήσεις για την καταστολή και τον καθορισμό, με αρνητικούς όρους των αντιδράσεων. Έτσι, μια μεγάλη σε διάρκεια κρίση άρχισε για το Κίνημα, μια κρίση που έφερε τη διάλυση, την αποδιοργάνωση και πάνω απ’ όλα την απουσία προοπτικών». Στο Bifo, σελ. 182. Θα έλεγε κανείς ότι οι Ιταλοί αγωνιστές πλήρωσαν το τίμημα για την εμπιστοσύνη που έδειξαν στους θεωρητικούς της αποσύνθεσης του επαναστατικού προτάγματος. Άλλωστε, ήταν η μαζική κάθοδος των Γάλλων μεταμοντέρνων διανοουμένων στο Συνέδριο του ‘77, που σφράγισε τις τύχες του κινήματος της Αυτονομίας. 

[xx] Bifo, Ανατομία της Αυτονομίας, στο Autonomia, σελ. 179.

[xxii] Είναι φανερό ότι οι κεφαλαιούχοι της βιομηχανίας υφασμάτων αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους ως αυτόν μιας ασυγκράτητης επιχειρηματικής πρωτοπορίας. Στην επίσημη ιστοσελίδα της Ένωσης Κατασκευαστών και Εξαγωγέων Υφασμάτων του Μπαγκλαντές διαβάζουμε ότι: «Στον τομέα της εκβιομηχάνισης η βιομηχανία υφασμάτων είναι ένα πολλά υποσχόμενο βήμα. Έχει δώσει ευκαιρία για εργασία σε εκατομμύρια ανέργους, ειδικά στις αναρίθμητες αμόρφωτες γυναίκες της χώρας. Έχει να επιδείξει μια σημαντική συνεισφορά στο εισόδημα του Μπαγκλαντές από τον τομέα των εξαγωγών». Στο, http://www.bgmea.com.bd/home/pages/AboutGarmentsIndustry.

[xxiii] Τα κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια του Μπαγκλαντές κατασκευάζουν σε εξευτελιστικές τιμές είδη ένδυσης για λογαριασμό μεγάλων πολυεθνικών αλυσίδων όπως είναι η Tesco, H & M, GAP, Walmart, Zara, κλπ. Στο,  http://partisan-news.blogspot.com/2010/06/riots-in-bangladesh.html.

[xxiv] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ. 8.

[xxv] Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει την επανάσταση ένας ακόμη θεωρητικός της κομμουνιστικοποίησης, ο Ρολάν Σιμόν. Πιο συγκεκριμένα γράφει στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Blaumachen: «…η αγοραπωλησία της εργασιακής δύναμης έστω και με ‘ανορθόδοξες’ μορφές, η ανταλλαγή, κάποιες μορφές στοιχειώδους κοινωνικής πρόνοιας οργανωμένης από κράτη, ή άλλες θεσμικές ανασυνθέσεις – βρίσκονται πάντα εκεί μέσα στην κατ’ εξοχήν καταστροφική κατάσταση (καταστροφική με την έννοια ότι τίποτα δεν ριζώνει για να συγκροτήσει σύστημα) την οποία αποτελεί η επανάσταση». Στο Roland Simon, Η Τωρινή Στιγμή, Blaumachen, Καλοκαίρι 2011, σελ. 188.

[xxvi] Πράγματι, όταν ξέσπασε η επανάσταση η αναρχοσυνδικαλιστική C.N.T. ήδη αριθμούσε 1,5 εκατομμύριο μέλη στο δυναμικό της. Υπήρχαν δύο καθημερινές αναρχικές εφημερίδες σε Βαρκελώνη και Μαδρίτη με κυκλοφορία από 30 έως 50.000 φύλλα, ενώ οι αναρχικές πολιτικές επιθεωρήσεις και τα περιοδικά έφταναν σε πωλήσεις τα 70.000 κομμάτια. Το ζήτημα της μορφής και του περιεχομένου της Κοινωνικής Επανάστασης βρισκόταν μονίμως στην ημερήσια διάταξη των γενικών συνελεύσεων των εργατικών σωματείων, στην θεματολογία των εφημερίδων και των αναρχικών περιοδικών. Η αντισυστημική συνείδηση και η αυτοτέλεια της εργατικής τάξης είχαν καλλιεργηθεί μέσα από δεκαετίες σκληρής Κοινωνικής Πάλης και την επανειλημμένη χρήση της τακτικής της άμεσης δράσης, μέσα από την οποία οι εργάτες συσσώρευσαν πολύτιμη εμπειρία αναφορικά με το πώς θα μπορούσαν οι ίδιοι να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους. Στο Deirdre Hogan, Industrial Collectivization during the Spanish Revolution, http://libcom.org/library/industrial-collectivisation-spanish-revolution-hogan. Ο αναρχικός ακτιβιστής και μέλος της C.N.T. Γκαστόν Λεβάλ, υπερθεματίζει αναφορικά με τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε για την εγκαθίδρυση θεσμών επαναστατικού εργατικού ελέγχου πάνω σε πολλούς τομείς της βιομηχανίας, η εξοικείωση των αναρχικών εργατών με την ιδέα της επανάστασης και η επίγνωση που είχαν του πώς να φέρουν σε πέρας την κολεκτιβοποίηση της βιομηχανίας, ως αναγκαίας συνθήκης για την εισαγωγή του ελευθεριακού σοσιαλισμού. Γράφοντας για την κατάληψη και την αναδιοργάνωση των σιδηροδρόμων από τους εξεγερμένους εργάτες παρατηρεί: «Όλα αυτά επιτεύχθηκαν αποκλειστικά χάρη στην πρωτοβουλία του Συνδικάτου και των στρατευμένων μελών της C.N.T. Αυτοί της [σοσιαλιστικής] U.G.T., στην οποία κυριαρχούσε το διοικητικό προσωπικό, είχαν παραμείνει παθητικοί. Συνηθισμένοι να περιμένουν για διαταγές από τα πάνω, περίμεναν. Όταν είδαν ότι ούτε διαταγές, ούτε κόντρα διαταγές ερχόντουσαν, και οι σύντροφοι μας συνέχισαν να προχωρούν μπροστά, απλώς ακολούθησαν την ισχυρή παλλίροια που παρέσυρε μαζί της τους περισσότερους από αυτούς». Στο Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution (Free Press, 1975) σελ. 254. 

[xxvii] Τάκης Φωτόπουλος, Για Μια Δημοκρατική Αντίληψη της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grdn/dhmokratikh_episthmhs_texnologias_teyxos_3.htm.

[xxviii] T. Fotopoulos, Class Divisions Today, http://www.democracynature.org/vol6/takis_class.htm.

[xxix] T. Fotopoulos, Class Divisions Today, http://www.democracynature.org/vol6/takis_class.htm

[xxx] Τάκης Φωτόπουλος, Για Μια Δημοκρατική Αντίληψη της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grdn/dhmokratikh_episthmhs_texnologias_teyxos_3.htm.

[xxxi] Στο Woland, Η παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου: η αντίφαση που ορίζει λογικά και ιστορικά το κεφάλαιο, Blaumachen, σελ. 48.

[xxxii] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ. 29.

[xxxiii] Bruno Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, σελ. 24.

Αγορά, Κράτος και Κοινωνία στην Διεθνοποιημένη Οικονομία της Αγοράς

Σε αυτό το κείμενο γίνεται μια προσπάθεια να αναλυθούν οι όροι της υποδούλωσης της κοινωνίας στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και ο σύγχρονος ρόλος του Κράτους ως εκτελεστικού οργάνου του πολυεθνικού κεφαλαίου. Στην εικονική πραγματικότητα στην οποία ζούμε, η οικονομία δεν αποτελεί μέσο κάλυψης των αναγκών της κοινωνίας, αλλά ολόκληρη η κοινωνία ζει, οργανώνεται και κινείται προκειμένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες της οικονομίας Ανάπτυξης.

 

 Η Ικανοποίηση των Αναγκών στη Διεθνοποιημένη Οικονομία της Αγοράς

 Σε μια καπιταλιστική οικονομία ανάπτυξης ο πρωταρχικός στόχος της θεμελιώδους οικονομικής μονάδας του συστήματος, δηλαδή της ιδιωτικής εμπορικής επιχείρησης, δεν είναι η επαρκής ικανοποίηση των κοινωνικών και ατομικών-καταναλωτικών αναγκών, όπως διατείνονται οι υπερασπιστές του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, αλλά η οικονομική αποτελεσματικότητα της επιχείρησης που διασφαλίζει την βιωσιμότητα της σε συνθήκες ανελέητου εμπορικού ανταγωνισμού. Η επιβίωση μιας ιδιωτικής επιχείρησης προϋποθέτει την μεγιστοποίηση του ποσοστού κέρδους και προκειμένου να συμβεί αυτό, πολύ φυσιολογικά δεν λαμβάνεται υπόψη το ρεαλιστικό κριτήριο της κάλυψης των μετρήσιμων αναγκών μιας σαφώς οριοθετημένης, και γι’ αυτό πραγματικής, κοινότητας πολιτών, αλλά το αφηρημένο κριτήριο της διαρκούς αύξησης της κατανάλωσης από ομάδες στόχευσης (target groups) που αποτυπώνονται μόνο μέσα από στατιστικούς δείκτες. 

Η βαθιά συστημική κρίση που διανύουμε και τα οικονομικά μέτρα που υιοθετούνται από τις πολιτικές ελίτ για την αντιμετώπιση της, έχει καταστήσει σαφές πως στο πλαίσιο του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς οι όροι της σχέσης μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή ουσιαστικά αντιστρέφονται και γίνονται ακόμη πιο ετερόνομοι. Αντί ο παραγωγός να παράγει με βάση τις δημοκρατικά εκφρασμένες ανάγκες των πολιτών, κάτι που συνιστά τον πρωταρχικό λόγο ύπαρξης της σφαίρας της οργανωμένης οικονομικής δραστηριότητας, οι πολίτες καλούνται τώρα να καταναλώσουν για να στηρίξουν τις (κατά κύριο λόγο) πολυεθνικές εταιρικές «ατμομηχανές» της οικονομικής ανάπτυξης που καταρρέουν. Αντί λοιπόν οι εταιρείες να υπηρετούν τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, το κοινωνικό σύνολο εξαναγκάζεται σε μια σχέση υποτέλειας απέναντι στις ιδιωτικές εταιρείες που ελέγχουν το σύνολο των μέσων παραγωγής και διανομής. 

Αλήθεια, ποιος μπορεί να ξεχάσει την υστερία των ελληνικών καθεστωτικών ΜΜΕ τις ημέρες του Δεκέμβρη του ‘08, όταν προέτρεπαν με αγωνία τον κόσμο να εκδράμει στην αγορά και να καταναλώσει για να προσφέρει «στήριξη» στις επιχειρήσεις, καθιστώντας έτσι προφανές ότι η μαζική κατανάλωση δεν συνιστά ελεύθερη ή δημοκρατικά ειλημμένη επιλογή, αλλά ετερόνομη καταναγκαστική πρακτική ενός ανορθολογικού συστήματος συγκέντρωσης οικονομικής δύναμης που επιβάλλεται δια της πολλαπλής βίας (οικονομικής, ιδεολογικής, ψυχολογικής) στους υπηκόους του. Βλέπουμε επίσης, πώς η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς αποτελεί υποπροϊόν και δευτερεύουσα συνέπεια μιας γενικότερης τεχνοοικονομικής διαδικασίας που ανήκει στην «εξειδικευμένη» σφαίρα της οικονομικής επιστήμης και ονομάζεται Ανάπτυξη.

Η εκπλήρωση συγκεκριμένων αναπτυξιακών στόχων αποτελεί το αντικείμενο της οργανωμένης οικονομικής δραστηριότητας στο πλαίσιο της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, όχι ο ακριβής καθορισμός, η μέτρηση και η ικανοποίηση των βασικών αναγκών της κοινωνίας. Βέβαια, υποτίθεται πως ο μηχανισμός των τιμών παίζει τον ρόλο ενός αγωγού μεταβίβασης πληροφοριών από τους καταναλωτές στους κατόχους των μέσων παραγωγής και διανομής, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο αποκτούν συνείδηση των προτιμήσεων του καταναλωτή και προσαρμόζουν την παραγωγή τους ανάλογα με τις τάσεις που επικρατούν στην αγορά. Όμως, παρά το γεγονός πως οι πολυεθνικές εταιρείες εγκαθιδρύουν τοπικά παραρτήματα που ερευνούν και αξιολογούν χωριστά την κάθε εθνική αγορά στην οποία αναπτύσσουν τις δραστηριότητες τους, το συνολικό πλαίσιο λειτουργίας τους παραμένει η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, η οποία δεν ταυτίζεται με μια ζώσα κοινότητα ή έναν αυτόνομο δήμο ριζωμένο σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο με συγκεκριμένες και μετρήσιμες υλικές ανάγκες. Αντίθετα, αποτελεί μια ανοικτή υπερεθνική οικονομική σφαίρα, όπου οι επιμέρους τοπικοί και εθνικοί οικονομικοί χώροι ενσωματώνονται και συσχετίζονται μεταξύ τους μόνο ως μεταβλητές μέσα σε ένα γενικότερο επιχειρηματικό σχέδιο, μια οικονομική συνάρτηση που αποβλέπει στον κατά το δυνατόν εντοπισμό και καλύτερη εκμετάλλευση νέων εμπορικών ευκαιριών, στην ορθολογική κατανομή των επενδύσεων ανά την υφήλιο και τελικά στην μεγιστοποίηση του εταιρικού κέρδους. 

Έτσι μπορεί κάποιος βάσιμα να υποστηρίξει πως ο θεμελιώδης στόχος της πολυεθνικής επιχείρησης δεν είναι εξωστρεφής και κοινωνικά προσανατολισμένος, με το να αποβλέπει στην ικανοποίηση των προτιμήσεων του καταναλωτή. Η εμπορική επιχείρηση είναι κατά βάση ένας εγωιστικός και εσωστρεφής οργανισμός, δηλαδή στοχεύει πρωτίστως στην επιβίωση, μεγέθυνση και επέκταση της εμπορικής κυριαρχίας της, μέσα από την εκπλήρωση αυτοαναφορικών τεχνοοικονομικών κριτηρίων όπως η κερδοφορία, τα μερίσματα μετόχων, η αύξηση του μεριδίου αγοράς, κλπ. Στο πλαίσιο λοιπόν του οικονομικού συστήματος της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, η επιχείρηση λειτουργεί και δραστηριοποιείται σε ένα παράλληλο οικονομικό σύμπαν που διέπεται από δικούς του εσωτερικούς νόμους και κανόνες λειτουργίας και πολύ λίγο συνδέεται με το πεδίο της πραγματικής κοινωνικής ζωής, στο οποίο αναδύονται, μορφοποιούνται και εκδηλώνονται οι πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες. 

Σε ότι αφορά τον μηχανισμό των τιμών, παρ’ όλο που κατά μια έννοια λειτουργεί ως εργαλείο ροής πληροφοριών από τον καταναλωτή στον παραγωγό, ταυτόχρονα επιδρά και ο ίδιος στη διαθεσιμότητα ενός προϊόντος μέσω της αύξησης της τιμής. Το αποτέλεσμα είναι ότι καταγράφοντας αύξηση της ζήτησης, στην πραγματικότητα περιορίζει την ικανοποίηση της καταγεγραμμένης ανάγκης στη βάση κριτηρίων οικονομικής δύναμης, δηλαδή στα οικονομικά ισχυρά στρώματα της κοινωνίας. Έτσι, ενώ στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς έχουμε ίσως μια αντικειμενική καταγραφή των προτιμήσεων του καταναλωτή μέσω των τιμολογιακών διακυμάνσεων, δεν έχουμε όμως ικανοποιητική και δίκαιη κατανομή των αγαθών, αφού μόνο οι εύπορες τάξεις μπορούν να καταναλώνουν και να ικανοποιούν τις ανάγκες τους για αγαθά που παρουσιάζουν αυξημένη ζήτηση. Έτσι, φτάνουμε σε ένα ανορθολογικό σύστημα παραγωγής και κατανομής των αγαθών, στο πλαίσιο του οποίου όσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη της κοινωνίας για ένα συγκεκριμένο προϊόν, τόσο πιο περιορισμένα τα μέσα που έχει στη διάθεση της για να την ικανοποιήσει!

 

 Το Κράτος στην Διεθνοποιημένη Οικονομία της Αγοράς

 Πώς όμως διαμορφώνεται ο ρόλος του Κράτους στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας; Με βάση τα παραπάνω και με δεδομένο τον διαχωρισμό της οικονομίας από την κοινωνία και την υπαγωγή της τελευταίας στην σφαίρα της οικονομίας, που συντελείται μέσα από την εντατικοποίηση της ιστορικής διαδικασίας αγοραιοποίησης που τέθηκε σε κίνηση πριν από 200 περίπου χρόνια, είναι φανερό πως, ως κοινωνικός θεσμός, το Κράτος υποκύπτει στην πρωτοκαθεδρία του οικονομικού στοιχείου από το οποίο ετεροκαθορίζεται, χωρίς όμως να εξαφανίζεται σταδιακά όπως διατείνονται οι νεοφιλελεύθεροι. Σύμφωνα με τον Τ. Φωτόπουλο, το Κράτος διατηρεί τη σημασία του αφού έχει κρίσιμες λειτουργίες να επιτελέσει ως προς την διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του θεσμικού πλαισίου της ελεύθερης αγοράς. Γράφει ο Φωτόπουλος: 

«[Το εθνικό κράτος] μάλιστα σήμερα παίζει κρίσιμο ρόλο, όχι μόνο στην δημιουργία των συνθηκών οικονομικής σταθερότητας που απαιτεί η απρόσκοπτη λειτουργία των αγορών, αλλά και στην επιβολή του «νόμου και της τάξης» που απειλούνται από τις αναπόφευκτες συγκρούσεις με τα λαϊκά στρώματα, τα οποία υφίστανται κυρίως τις συνέπειες της συγκέντρωσης οικονομικής και πολιτικής εξουσίας».[i] 

Σε ότι αφορά τη διεθνή σφαίρα, το έθνος-κράτος επίσης παραμένει σημαντικό. Με τον ίδιο τρόπο που το Κράτος χρησιμοποιείται στο «εσωτερικό» για να «αντικειμενοποιήσει», δηλαδή να επιβάλλει, τις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς ως κυρίαρχες / ηγεμονικές και να εντατικοποιήσει τη διαδικασία αγοραιοποίησης, έτσι και στο «εξωτερικό» η πολιτική ισχύς του Κράτους πολλές φορές αξιοποιείται από τις οικονομικές ελίτ ως «συγκριτικό πλεονέκτημα» στον στίβο του υπερεθνικού εμπορικού ανταγωνισμού. Για να το πούμε διαφορετικά, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις των προηγμένων οικονομιών του Βορρά έχουν την δύναμη να επιστρατεύουν και να κινητοποιούν την γεωπολιτική ισχύ της εθνικής βάσης τους, προκειμένου να ενισχύσουν το συγκριτικό πλεονέκτημα τους και να επιβιώσουν σε ένα διεθνές περιβάλλον λυσσαλέου ανταγωνισμού.  

Αυτό φαίνεται από τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις που εκδηλώνονται κατά καιρούς στο εσωτερικό της υπερεθνικής πολιτικής ελίτ με αφορμή οικονομικά ζητήματα. Για παράδειγμα, πρόσφατα ο Πρόεδρος της Γαλλίας Σαρκοζύ άσκησε πολιτικές πιέσεις στην Ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να την εξαναγκάσει να προμηθευτεί εξοπλισμό από την γαλλική πολεμική βιομηχανία, αντί για την αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων γερμανικής προέλευσης. Παράλληλα, πριν ακόμη εκδηλωθεί η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία αναγκαστικά οδήγησε σε έναν μεγαλύτερο βαθμό ανάμειξης του κράτους στον τομέα της οικονομίας (με αποκλειστικό στόχο τη διάσωση με χρήματα των φορολογούμενων πολλών ιδιωτικών επιχειρηματικών κολοσσών από την χρεοκοπία), μια σειρά από δυναμικές κρατικές παρεμβάσεις διενεργήθηκαν από τις πολιτικές ελίτ των ισχυρών οικονομιών της ευρωζώνης σχεδιασμένες για να αποτρέψουν την εξαγορά και κατάληψη στρατηγικών τομέων των οικονομιών τους από ξένα επιχειρηματικά συμφέροντα. 

Ο Φωτόπουλος παραδέχεται ότι, «όσο ισχυρότερη είναι η ελίτ μιας χώρας στην παγκόσμια ιεραρχία τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα της να ‘προστατεύει’ τα μέλη της που βρίσκονται περιστασιακά σε μειονεκτική θέση στον διεθνή ανταγωνισμό, όπως άλλωστε πάντα συνέβαινε».[ii] Στη συνέχεια όμως διατυπώνει τον ισχυρισμό πως η τάση αυτή στρέφεται αποκλειστικά ενάντια στην εμπορική διείσδυση Κινεζικών και Ρωσικών εταιρειών που επιχειρούν να αντισταθμίσουν την εξάρτηση τους από την υπερεθνική ελίτ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών μέσω της εξαγοράς δυτικών εταιριών. Παρ’ όλο που πράγματι αποτελεί πάγια τακτική της υπερεθνικής ελίτ να υψώνει πολιτικά εμπόδια στην επέκταση της οικονομικής ισχύος των ανερχόμενων εμπορικών εταιρειών του παγκόσμιου οικονομικού «Νότου», οφείλουμε εδώ να διευκρινίσουμε πως η παρατήρηση μας δεν αφορά τον «νέο προστατευτισμό» όπως ερμηνεύεται από τον Φωτόπουλο, αφού οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην οικονομία με την έννοια του λεγόμενου «οικονομικού πατριωτισμού» δεν στρέφονται αποκλειστικά εναντίον των Κινεζικών ή Ρωσικών εταιρειών. Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφερθούμε στην περίπτωση της γαλλικής εταιρείας ενέργειας και υδάτων Suez, η οποία με πρωτοβουλία της γαλλικής κυβέρνησης συγχωνεύτηκε με την κρατική Gaz de France προκειμένου να προστατευτεί από ενδεχόμενη επιθετική εξαγορά της από την ιταλικών συμφερόντων Enel.[iii] 

Τέτοιες ενέργειες είναι φαινομενικά ασύμβατες με τον ισχυρισμό ότι οι πολυεθνικές, όχι τα κράτη, συνιστούν την βασική οικονομική μονάδα στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Σίγουρα είναι σημαντική η λεπτή εννοιολογική διάκριση που εισάγει ο Φωτόπουλος ανάμεσα στην υπερεθνική επιχείρηση, ως ακρατικό σώμα που λειτουργεί σε έναν χώρο χωρίς σύνορα, και την πολυεθνική επιχείρηση, που εν πολλοίς αντανακλά την διάκριση ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και την διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς.[iv] Όμως και οι δύο θέσεις εκκινούν από την αφετηρία μιας δομικής αλλαγής στην διάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία σύμφωνα με την ανάλυση της ΠΔ, συνεπάγεται πως η υπερεθνική ελίτ αντλεί την δύναμη της από την αναπαραγωγή και ενίσχυση του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και άρα, ταυτίζεται ολοένα και λιγότερο με έναν «εθνικό» οικονομικό χώρο. 

Κατά τη γνώμη μου, η ασυμβατότητα είναι απλώς φαινομενική και οφείλεται στο γεγονός πως στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας οι επιχειρήσεις δεν αποτελούν οργανικό τμήμα και προέκταση μιας εθνικής καπιταλιστικής οικονομίας με επίκεντρο το έθνος-κράτος, αλλά αντίθετα τα Κράτη ενεργούν στο πολιτικό επίπεδο ως εντολοδόχοι του πολυεθνικού κεφαλαίου, επιστρατεύοντας την διπλωματική και γεωπολιτική ισχύ τους ως μέτρο επικουρικό προς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των αντίστοιχων εθνικών τμημάτων της υπερεθνικής οικονομικής ελίτ. Με άλλα λόγια, η μεταπολεμική λειτουργική σχέση που ίσχυε ανάμεσα στο Κράτος και το Κεφάλαιο συνεχίζει να υπάρχει, αλλά με αντεστραμμένους όρους. Η διεθνοποίηση της οικονομίας τροποποίησε δραματικά τους κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης και δημιούργησε μια αποφασιστική ασυμμετρία δύναμης υπέρ του οικονομικού στοιχείου. Στο εσωτερικό, αυτή η εξέλιξη επέφερε την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων στην αγορά, την εντατικοποίηση της διαδικασίας αγοραιοποίησης και την κατάρρευση του κράτους πρόνοιας. Στο εξωτερικό, η αυτονομία του έθνους-κράτους περιορίστηκε και η «εθνική» εξωτερική πολιτική υποβαθμίστηκε και μετατράπηκε σε υποβοηθητικό μηχανισμό με πρωταρχικό στόχο την αναπαραγωγή και εξάπλωση των διεθνοποιημένων δομών της οικονομίας της αγοράς μέσω των κύριων υπερεθνικών θεσμών (π.χ. ΝΑΤΟ), και με δευτερεύοντα στόχο την υποστήριξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας των επιμέρους τοπικών ελίτ. 

Γι’ αυτό και η Αμερικανική κυβέρνηση δεν διστάζει να λαμβάνει πολιτικά μέτρα υπεράσπισης του αμερικανικού πολυεθνικού κεφαλαίου, όταν όμως καλεί τις αμερικανικές επιχειρήσεις να συνταχθούν πίσω από μια κυβερνητική γραμμή παγώματος επενδύσεων και οικονομικών αντιποίνων ενάντια σε κράτη που αντιστέκονται στην πολιτική ηγεμονία της Νέας Τάξης, σε πολλές περιπτώσεις οι πολυεθνικές εταιρείες δυσανασχετούν ή αρνούνται να συμμορφωθούν. Πράγματι, η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από στοχαστές εχθρικούς προς το πρόταγμα της αυτονομίας όπως ο αντιδραστικός Samuel Huntington, ο οποίος εκφράζει την απογοήτευση του και προειδοποιεί για την έλλειψη «πατριωτισμού» και την απουσία εθνικού φρονήματος που επιδεικνύουν ολοένα και περισσότερο τα κοσμοπολίτικα επιτελεία των Αμερικανικών πολυεθνικών εταιρειών, πράγμα που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την ενσωμάτωση της Αμερικανικής οικονομικής ισχύος σε μια «εθνική» στρατηγική για την πάταξη φαινομένων ανυπακοής από κράτη-παρίες. Γράφει ο Huntington:

 «Την δεακετία του 90, εταιρείες όπως η Ford, Aetna, Motorola, Price Costco και KimberlyClark  απέρριψαν με έμφαση την πρόταση του Ραλφ Νέιντερ που τις κάλεσε να δείξουν τον πατριωτισμό τους, ορίζοντας με σαφήνεια τον εαυτό τους ως πολυεθνικές. Οι εταιρείες που έχουν τη βάση τους στην Αμερική αλλά δραστηριοποιούνται ανά την υφήλιο, στρατολογούν το εργατικό δυναμικό τους και τα στελέχη τους, ακόμη και τα κορυφαία, χωρίς να υπολογίζουν την εθνικότητα τους. Η CIA, όπως είπε ένας από τους αξιωματούχους της το 1999, δεν μπορεί πλέον να υπολογίζει στη συνεργασία των αμερικανικών εταιρειών, γιατί οι εταιρείες βλέπουν τον εαυτό τους ως πολυεθνικές και μπορεί να θεωρούν πως η παροχή βοήθειας στην κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν προάγει τα συμφέροντα τους».[v] 

Με άλλα λόγια, η πολιτική εξουσία δεν είναι σε θέση πλέον να εκμαιεύσει την συμμόρφωση και να υπαγορεύσει πολιτικές στην οικονομική εξουσία στο όνομα μιας πολιτικής που προωθεί ένα ανύπαρκτο ουσιαστικά «εθνικό» συμφέρον[vi]. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα και τη διάρρηξη του δομικού δεσμού ανάμεσα στο Κράτος και την οικονομική ελίτ. Απλώς υπογραμμίζει την ετεροβαρή σχέση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στα δύο είδη εξουσιών στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας. Ήταν οι ξιφολόγχες του πανίσχυρου στρατού των ΗΠΑ που επιστρατεύτηκαν για να διανοίξουν ένα νέο πεδίο επενδυτικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας για τις Αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες, μέσω της εισβολής στο Ιράκ και της οικειοποίησης των ιρακινών πετρελαϊκών αποθεμάτων. Παρομοίως, η Γαλλική κυβέρνηση εμφανίστηκε λαλίστατη και άκρως διεκδικητική στα ανακτοβούλια των Ηνωμένων Εθνών, στην προσπάθεια της να προασπίσει τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των ιρακινών κοιτασμάτων πετρελαίου από Γαλλικές πολυεθνικές που είχαν συνάψει σχετικές συμβάσεις με το μπααθικό καθεστώς. Είναι άλλωστε η κρατική εξουσία που παρέχει τα θεσμικά εχέγγυα και την εγγύηση του κρατικού μονοπωλίου της βίας, μέσω των οποίων συντελείται η αποκρυστάλλωση των υποκειμενικών τάσεων που γεννιούνται και αναδύονται στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης και η μετατροπή τους σε αντικειμενικές τάσεις με θεσμική ισχύ, που ενέχουν το στοιχείο του εξαναγκασμού, στα πλαίσια της ετερόνομης νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας. 

Το 1953, ο επικεφαλής της General Motors είχε δηλώσει ευθαρσώς, «ότι είναι καλό για την General Motors, είναι καλό για την Αμερική»[vii]. Συμπερασματικά, θα μπορούσε να πει κανείς πως στις μέρες μας η ρήση αυτή περιγράφει ανάγλυφα την σχέση ανάμεσα στην οικονομική και την πολιτική εξουσία και έχει αποκτήσει καθολική οικουμενική ισχύ.


[i] Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: Δέκα Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 185-6.

[ii] Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: Δέκα Χρόνια Μετά , σελ. 186.

[iii] Tim Franks, Patriotism and protectionism in the EU,

http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/4837150.stm

[iv] T. Φωτόπουλος,  Περιεκτική Δημοκρατία: Δέκα Χρόνια Μετά , σελ.96.

[v] S. Huntington, Dead Souls: The Denationalization of the American Elite, http://www.freerepublic.com/focus/news/1111567/posts

[vi] Κάτι που ισχύει και στην περίπτωση των ελληνικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται και ελέγχουν μεγάλο μέρος της οικονομίας των Σκοπίων, οι οποίες όμως δεν δέχονται να χρησιμοποιηθούν ως μοχλός πίεσης προς την ΠΓΔΜ, προκειμένου να εξαναγκαστεί να συμμορφωθεί με τις ελληνικές διπλωματικές διεκδικήσεις.

[vii] S. Huntington, Dead Souls: The Denationalization of the American Elite, http://www.freerepublic.com/focus/news/1111567/posts

Δύο λόγια για το ιστολόγιο

Το θεωρητικό πλαίσιο και οι αναλυτικές κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας (ΠΔ) συνιστούν για τον συγγραφέα πηγή έμπνευσης κι ένα ριζοσπαστικό θεωρητικό εργαλείο για την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων από την σκοπιά της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας. Χάρη στο θεωρητικό έργο που συντελέστηκε απο τον Τάκη Φωτόπουλο κατα την ελευθεριακή περίοδο του προτάγματος της ΠΔ, γύρω από το ζήτημα της δημιουργίας θεσμών πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δημοκρατίας για μια μελλοντική αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία χωρίς κράτος, χρήμα και αγορά, η ΠΔ αποτελεί επίσης το δυνητικό σημείο εκκίνησης για μια διαδικασία ανανέωσης της παράδοσης του ελευθεριακού σοσιαλισμού, που θα οδηγήσει στην πολιτική ανασύνθεση του ελευθεριακού / αναρχικού χώρου και την θεσμική-οργανωτική ανασυγκρότηση του, έτσι ώστε να μπορέσει να αμφισβητήσει και πάλι την κυριαρχία των βασικών ετερόνομων θεσμών του συστήματος, της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Θα οδηγήσει δηλαδή στην ανασύσταση του αντισυστημικού πολιτικού προτάγματος του Κοινωνικού Αναρχισμού για έναν ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε ελευθεριακά πρότυπα.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στις σελίδες του ιστολογίου είναι καθαρά προσωπικές και δεν εκφράζουν καμία οργάνωση ή συλλογικότητα.