Θεωρία και Πρακτική της Άμεσης Δράσης στον Κοινωνικό Αναρχισμό

solidarity

«Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία βασισμένη στην αυτοδιεύθυνση χωρίς αυτενέργεια. Πράγματι, η επανάσταση είναι η αυτενέργεια στην πιο ανεπτυγμένη μορφή της: είναι άμεση δράση τραβηγμένη μέχρι το σημείο εκείνο όπου οι δρόμοι, η γη και τα εργοστάσια φτάνουν να απαλλοτριωθούν από τον αυτόνομο λαό».

 Murray Bookchin, «Αυθορμητισμός και Οργάνωση»

 

Εισαγωγή

Θα ήταν λάθος αν συγχέαμε την άμεση δράση σαν μέθοδο χειραφέτησης του κοινωνικού αναρχισμού, με μια αντίληψη ενός ακατέργαστου και πολλές φορές επιπόλαιου ακτιβισμού, απλά δηλωτικού της παρουσίας του αναρχικού κινήματος. Πολλά χρόνια πριν, ο Ιταλός αναρχικός Λουίτζι Φάμπρι είχε επισημάνει την ανάπτυξη ενός μπουρζουάδικου ρεύματος μέσα στους κόλπους του αναρχικού κινήματος, το οποίο έδινε περισσότερη σημασία στην αισθητική αξία που περιβάλλει την εξέγερση ως μια ρομαντική χειρονομία ανυπακοής, παρά στην πραγματοποίηση μιας συγκεκριμένης δράσης ως εφαλτήριο και ως ορθολογικό βήμα ενταγμένο σε μια ευρύτερη στρατηγική κοινωνικής απελευθέρωσης.[i] Η ρομαντική διάσταση μάλιστα ενός εξεγερτικού εγχειρήματος γίνεται εντονότερη στον βαθμό που η εξέγερση συνιστά μια τολμηρή αλλά απελπισμένη πράξη εναντίωσης σε συντριπτικά υπέρτερες δυνάμεις. Παρομοίως, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η χειρονομία είναι ηρωική ακριβώς διότι είναι από τα πριν καταδικασμένη σε αποτυχία. Έτσι, ο εξεγερτικός οίστρος που υιοθετεί σαν δική του μια αντίληψη της «δράσης για την δράση», ουσιαστικά έχει ως προϋπόθεση για την ανάδειξη του «ηθικού της μεγαλείου» την αμφίβολη κοινωνική χρησιμότητα της όπως γράφει ο Φάμπρι, δηλαδή την τελική ήττα της στο κοινωνικό πεδίο.[ii] Η διαπίστωση αυτή είναι εξόχως σημαντική δεδομένου ότι στο σύγχρονο αναρχικό κίνημα ηγεμονεύει η πεποίθηση ότι η άμεση δράση αφορά κυρίως μαζικές πρακτικές δυναμικής αντιπαράθεσης στους δρόμους με τις δυνάμεις καταστολής, χωρίς ωστόσο η λαϊκή αντιβία να αποτελεί οργανικό μέρος κι επακόλουθο μιας συνολικότερης εξεγερτικής διαδικασίας. Με άλλα λόγια, η λαϊκή αντιβία με τον τρόπο που αυτή εκδηλώνεται δεν συνιστά τακτική στην υπηρεσία ενός απώτερου προγραμματικού στόχου, ή μιας σειράς από επαναστατικά, αντισυστημικά μέτρα που θα θεσμοποιήσουν την αυτοθέσμιση της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Αντίθετα, στόχος φαίνεται να είναι η ίδια η αντιβία ως τεκμήριο ταξικής συνειδητοποίησης μιας μερίδας διαδηλωτών και ως μέθοδος πρόσκαιρης εκτόνωσης του μίσους που είναι φυσικό να νιώθει το μεγαλύτερο μέρος της δοκιμαζόμενης κοινωνίας για τον αστυνομικό στρατό κατοχής της «δημοκρατίας».

            Η επιπόλαιη αυτή άποψη έχει αμφισβητηθεί αποτελεσματικά στο παρελθόν από έναν παραδοσιακό υπέρμαχο της άμεσης δράσης, τον Γάλλο αναρχικό συνδικαλιστή Εμίλ Πουζέ, ο οποίος γράφοντας στις αρχές του εικοστού αιώνα, παρατηρούσε: «Μερικοί άνθρωποι που έχουν μια πολλή επιφανειακή αντίληψη για τα πράγματα, εξαντλούν το περιεχόμενο της άμεσης δράσης σε ένα όργιο από σπασμένα παράθυρα. Αν αρκεστούμε σε έναν τέτοιον ορισμό – ο οποίος ευφραίνει τις καρδιές των τζαμάδων – θα σήμαινε ότι υιοθετούμε μια πολλή στενή ερμηνεία για τον τρόπο που πρέπει να ασκείται η δύναμη του προλεταριάτου».[iii] Βέβαια ούτε και η αναρχοσυνδικαλιστική ερμηνεία της άμεσης δράσης είναι ικανή να καλύψει τις ανάγκες των υποτελών κοινωνικών ομάδων στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης, όπως αυτές διαμορφώνονται στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας που διανύουμε. Η άμεση δράση, που ως θεωρητικό «δόγμα» περικλείει τόσο την έμφαση στην αυτοστοχαστική δράση του κοινωνικού υποκειμένου, όσο και στην αυτοτέλεια των μέσων που θα χρησιμοποιήσει για να φέρει σε πέρας την αντισυστημική αλλαγή, είναι η μέθοδος επαναστατικής δράσης που είναι κατεξοχήν συμβατή με τις αρχές και τους στόχους ενός ελευθεριακού πολιτικού κινήματος. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, ήταν ο προσδιορισμός της μορφής και του περιεχομένου της άμεσης δράσης να γίνει αντικείμενο φιλονικίας ανάμεσα στους αναρχοσυνδικαλιστές, οι οποίοι απέδιδαν στον όρο την έννοια της μεγάλης, προλεταριακής Γενικής Απεργίας που θα γονατίσει τον καπιταλισμό, και τους αναρχοκομμουνιστές, υπέρμαχους μιας γενικευμένης και βίαιης εξέγερσης των μαζών που θα σαρώσει τα πάντα στο πέρασμα της.[iv] Από την πλευρά μας, θα πρέπει πάση θυσία να υπερβούμε αυτόν τον ιδεολογικό διαχωρισμό. Η ιστορία έχει δείξει άλλωστε ότι η μεγαλύτερη ελευθεριακή επανάσταση της εποχής μας, η ισπανική επανάσταση του 1936, μπόρεσε πρόσκαιρα τουλάχιστον να επικρατήσει επειδή συνδύασε με αποτελεσματικό τρόπο στοιχεία και από τις δύο μεταβατικές στρατηγικές. Η κήρυξη γενικής απεργίας στους βιομηχανικούς τομείς που είχε υπο τον έλεγχο της ήταν η άμεση απάντηση της CNT στην προσπάθεια βίαιης ανάληψης της εξουσίας από τους φασίστες πραξικοπηματίες, ενώ το τελειωτικό χτύπημα στην αντιδραστική συνομωσία δόθηκε στα οδοφράγματα από το ένοπλο προλεταριάτο. Από την εμπειρία της, σε πρώτη φάση, νικηφόρας ελευθεριακής επανάστασης θα πρέπει να αντλήσουμε χρήσιμα διδάγματα και να τα ανακτήσουμε εφαρμόζοντας τα στην πράξη, ειδικά στις σημερινές αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε η εργατική αυτοδιαχείριση, ή η προσχεδιασμένη ένοπλη εξέγερση να επαρκούν από μόνες τους ως μεταβατικές στρατηγικές ενός καθολικού προτάγματος για την κοινωνική απελευθέρωση.

Για μια νέα θεωρία του αυθορμήτου

Ποιος όμως ήταν ο καθοριστικός παράγοντας χάρη στον οποίο η εργατική τάξη της Ισπανίας μπόρεσε να κινητοποιήσει τις δυνάμεις της άμεσα και μαζικά και να κάμψει την αντίσταση των καταπιεστών της; Κατά την άποψη μας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αναγκαία συνθήκη της κοινωνικής επανάστασης ήταν η ύπαρξη ενός μαζικού αναρχικού κινήματος με μακροχρόνια παρουσία σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής, με καλά οργανωμένες και ανθεκτικές ελευθεριακές δομές και με ξεκάθαρη και αποσαφηνισμένη αντίληψη σχετικά με τους θεσμούς με τους οποίους επιθυμούσε να αντικαταστήσει του ετερόνομους θεσμούς του καπιταλιστικού συστήματος. Πρέπει μάλιστα να σημειώσουμε ότι ενώ η αναρχοκομμουνιστική FAI συνιστούσε έναν δεύτερο, διακριτό εξεγερτικό πόλο μέσα στις γραμμές του οργανωμένου αναρχικού κινήματος, το γεγονός αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο στην συνύπαρξη των ρευμάτων του αναρχοκομμουνισμού και του αναρχοσυνδικαλισμού, ούτε αποτέλεσε τροχοπέδη για την καλλιέργεια του επιθυμητού βαθμού ενότητας και αγωνιστικής σύμπνοιας ανάμεσα στους αναρχικούς ακτιβιστές στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης.

Οι μεταμοντέρνοι οπαδοί της άμεσης δράσης ενδέχεται να εγείρουν ενστάσεις αναφορικά με το κατά πόσο η συγκρότηση ενός μαζικού προγραμματικού κινήματος με δική του κοσμοθεωρία και προδιαγεγραμμένη μεθοδολογία και στόχους, μπορεί να αποδειχτεί συμβατή με έναν αυθόρμητο ξεσηκωμό των μαζών που θα παράξει τις δικές του μορφές αυτοοργάνωσης και συλλογικής αυτοάμυνας. Πράγματι, αν ερμηνεύσουμε το «αυθόρμητο» ως συνώνυμο μιας έμφυτης συλλογικής παρόρμησης που υποβόσκει για χρόνια κι έπειτα εκδηλώνεται απροσδόκητα, αν αυθορμητισμός σημαίνει το μη-προμελετημένο κι εκείνο που είναι εντελώς αδύνατο να προσεγγίσουμε μέσω των διεργασιών της νόησης, τότε η πολιτική δραστηριότητα ενός κινήματος δεν έχει κάποιον ρόλο να επιτελέσει για να φέρει πιο κοντά τον ριζοσπαστικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Μάλιστα, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι ως φορέας μιας σειράς από προκαθορισμένες αντιλήψεις σχετικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο οργάνωσης της αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας, το ελευθεριακό κίνημα θα μπορούσε να επιδράσει ακόμη και αρνητικά και να καταπνίξει τον πλούτο των δομών αυτοοργάνωσης που θα αναδυθούν με «φυσικό» τρόπο από τα κάτω, μόλις το τεχνητό εμπόδιο της εξουσίας του Κράτους παραμεριστεί.[v] Σε τούτη την περίπτωση όμως, ο στόχος της κοινωνικής απελευθέρωσης τοποθετείται έξω από το πεδίο της συνειδητής συλλογικής δράσης των κοινωνικών υποκειμένων. Μπορεί φαινομενικά η δυνατότητα για ατομική και συλλογική απελευθέρωση να συναρτάται άμεσα με την δράση των εξεγερμένων μαζών, ωστόσο είναι φανερό ότι η ελπίδα αυτή απορρέει πρώτα και κύρια από μια μηχανιστική ερμηνεία της ανθρώπινης φύσης, η οποία ρέπει διαρκώς κι εξορισμού προς την κοινωνική αυτοδιεύθυνση και την αυτονομία. Η έμφαση δεν βρίσκεται στην αυτοστοχαστική δραστηριότητα του απελευθερωτικού υποκειμένου, αλλά στην πραγμάτωση λανθανουσών ιδιοτήτων που εμπεριέχονται σε «αντικειμενικές» τάσεις της κοινωνικής εξέλιξης ή της «πραγματικής» φύσης του ανθρώπου.

            Παρόλα αυτά, όπως έχει γράψει ο Μάρραιη Μπούκτσιν, το αυθόρμητο δεν πρέπει να ταυτίζεται με «την απουσία λογικά επεξεργασμένης συμπεριφοράς και συναισθημάτων. Ο αυθορμητισμός είναι η συμπεριφορά, το συναίσθημα και η σκέψη που είναι απαλλαγμένη από εξωτερικό καταναγκασμό, από επιβεβλημένους περιορισμούς. Είναι η αυτό-ελεγχόμενη, εσωτερικά καθοδηγούμενη συμπεριφορά, συναίσθημα και σκέψη, όχι μια ανεξέλεγκτη υπερχείλιση από πάθος και δράση. Από την σκοπιά του ελευθεριακού κομμουνισμού, ο αυθορμητισμός υπονοεί την ικανότητα του ατόμου να λειτουργεί με αυτοπειθαρχία και να διαμορφώνει ορθές κατευθύνσεις για την κοινωνική του δράση. Στον βαθμό που το άτομο εξαλείφει τα εμπόδια της κυριαρχίας που καταστέλλουν την αυτενέργεια του, μπορούμε να πούμε ότι αυτός/η δρα, αισθάνεται και σκέπτεται αυθόρμητα».[vi] Ο ορισμός αυτός του αυθόρμητου, με τον οποίο βρισκόμαστε σε πλήρη συμφωνία, έχει όμως και κάποια λογικά επακόλουθα. Η απουσία έξωθεν επιβεβλημένων ορίων στην δράση των κοινωνικών υποκειμένων συνεπάγεται ότι τα υποκείμενα αυτά είναι σε θέση να δημιουργήσουν από μόνα τους τις συνθήκες και να παράξουν τις κοινωνικές δομές μέσα στις οποίες η αυτοθέσμιση τους είναι δυνατή. Από αυτήν την διαλεκτική της απελευθέρωσης δεν μπορούμε να ξεφύγουμε, αφού η αναπαραγωγή της ετερόνομης κοινωνίας προϋποθέτει από την φύση της την ανισοκατανομή όλων των μορφών δύναμης μέσω των ιεραρχικών κοινωνικών δομών και την συνακόλουθη απώλεια της αυτονομίας των ομάδων που βρίσκονται στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας. Η πεμπτουσία της ταξικής καταπίεσης έγκειται ακριβώς στην θεσμοποιημένη ανισομέρεια δύναμης και βασίζεται τόσο στην άνιση πρόσβαση της κάθε κοινωνικής μονάδας στις συστημικές πηγές εξουσίας, όσο και στην ιεραρχική διάρθρωση της κάθε κοινωνικής μονάδας στο εσωτερικό της.[vii] Η υποτάξη του συστήματος καθώς και τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, δεν διαθέτουν κανένα μέσο για να επηρεάσουν την διαδικασία λήψης αποφάσεων, να διαμορφώσουν από κοινού τις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν το περιεχόμενο της κοινωνικής ολότητας, ή να επιδράσουν στην ανάπτυξη κι εξέλιξη συγκεκριμένων πεδίων της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης σύμφωνα με τα συμφέροντα, τις ιδέες και τις επιδιώξεις τους (πολιτική, οικονομία, κοινωνία, κουλτούρα, περιβάλλον, κλπ.).[viii] Αποτέλεσμα αυτής της εξουσιαστικής κοινωνικής συνθήκης είναι η δημιουργία μιας σχέσης καθολικού ετεροκαθορισμού ανάμεσα στις κυρίαρχες συστημικές ελίτ και τις μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, ως προς τις γενικές συνθήκες της ύπαρξης τους (π.χ. πολιτικό και οικονομικό σύστημα), τις αξίες και πεποιθήσεις που υποχρεώνονται να εσωτερικεύσουν, αλλά και ως προς τα όρια της δράσης την οποία μπορούν να αναλάβουν μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος.

            Η αναγκαία συνθήκη για να αμφισβητήσει μια κοινωνική μονάδα την υποτελή της θέση στον παγιωμένο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας είναι η αναβάθμιση της ταξικής οργάνωσης στο εσωτερικό της, είτε μέσω μιας αναπαραγωγής σε μικρότερη κλίμακα των ιεραρχικών δομών και σχέσεων που διέπουν την ετερόνομη κοινωνική ολότητα ως σύνολο, είτε μέσω της δημιουργίας αμεσοδημοκρατικών θεσμών που ισοκατανέμουν την δύναμη ανάμεσα στα μέλη της. Η πρώτη περίπτωση είναι αυτή των μονοθεματικών κινημάτων που έχουν σαν στόχο την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας και την ανέλιξη της ομάδας αυτής στην κοινωνική ιεραρχία, χωρίς ωστόσο να αμφισβητείται η ύπαρξη της κοινωνικής ιεραρχίας αυτής καθ’ εαυτής. Αντίθετα, η δεύτερη περίπτωση προϋποθέτει ένα συνολικό πρόταγμα κοινωνικής απελευθέρωσης που αμφισβητεί τους ίδιους του θεσμούς που καθιερώνουν τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, αφού οι αυτόνομοι, αυτοοργανωμένοι θεσμοί δεν είναι δυνατό να ευδοκιμήσουν και να επιβιώσουν για πολύ μέσα σε ένα ιεραρχικά διαρθρωμένο κοινωνικό σύστημα. Επιπλέον, τα εξωτερικά όρια της δράσης ενός παρόμοιου κινήματος, ο χαρακτήρας των σχέσεων που αναπτύσσει με άλλες κοινωνικές ομάδες και η παρέμβαση του σε διάφορα πεδία του οργανωμένου κοινωνικού βίου εξακολουθούν να καθορίζονται σε τελική ανάλυση από το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα.

            Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι η επαρκής συνθήκη για την κατάκτηση της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας είναι η ανάληψη συλλογικής δημιουργικής δράσης με στόχο την κατάλυση των συστημικών δομών που αναπαράγουν τους δεσμούς εξάρτησης των κατώτερων στρωμάτων από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ και την αντικατάσταση τους από θεσμούς που θα θεσμοθετήσουν σχέσεις ισοκατανομής της δύναμης, αλληλεγγύης και συλλογικής στήριξης στο πλαίσιο μιας αυτόνομα οργανωμένης κοινωνικής ολότητας. Με άλλα λόγια, η θεμελιώδης προϋπόθεση για την κατάκτηση της κοινωνικής αυτονομίας είναι η εμπλοκή των κοινωνικών υποκειμένων που συγκαταλέγονται ανάμεσα στα θύματα του διεθνοποιημένου καπιταλισμού σε μια Κοινωνική Πάλη με αντισυστημικό περιεχόμενο, που θα επιζητά την κατάργηση του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου και την ριζική αλλαγή της κοινωνίας σύμφωνα με τα ελευθεριακά πρότυπα. Από αυτή την άποψη, ο αυθορμητισμός ως ανεξάρτητη μορφή σκέψης και δράσης, όχι μόνο δεν είναι ασύμβατος, αλλά στην ουσία προϋποθέτει την ύπαρξη ενός απελευθερωτικού προτάγματος, γύρω από το οποίο θα οικοδομηθεί ένα μαζικό ελευθεριακό κίνημα με αντισυστημικούς στόχους και στρατηγική.

 Άμεση δράση και λαϊκή αντιβία

Ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει κατά την γνώμη μας να στρέφεται η άμεση δράση, προς την δημιουργία δηλαδή ενός κινήματος αρκετά ισχυρού ώστε να επιβάλλει με την δράση του στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης την εφαρμογή των αρχών του προτάγματος του κοινωνικού αναρχισμού σε όλο και περισσότερες σφαίρες της κοινωνίας, μέχρι τον τελικό στόχο της ανατροπής των βασικών θεσμών του συστήματος. Η διαπίστωση αυτή δεν σηματοδοτεί κατ’ ανάγκη την προσφυγή σε βίαιες μορφές δράσης. Το βίαιο δεν είναι πάντοτε κι επαναστατικό. Όπως γράφει ο Φωτόπουλος, η βία αναφέρεται στο μέσον που επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε και όχι τους στόχους που προσπαθούμε να υλοποιήσουμε.[ix] Από την άλλη, η πρώτες ιστορικά καταγεγραμμένες ενέργειες του σύγχρονου προλεταριάτου που μπορούν να ταξινομηθούν ως εκφάνσεις της λογικής που διέπει την άμεση δράση, ήταν ενέργειες που είχαν να κάνουν με την άμεση ικανοποίηση των υλικών αναγκών των φτωχότερων τάξεων, δηλαδή με την φυσική επιβίωση και την αναπαραγωγή τους μέσα στην υπάρχουσα κοινωνική συγκυρία. Για παράδειγμα, μπορούμε να αναφερθούμε στην λεγόμενη «Ανταρσία του Αλευριού» του 1837, κατά την διάρκεια της οποίας οι απόκληροι της πόλης της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ εξεγέρθηκαν ενάντια στις υπέρογκες αυξήσεις των τιμών που τους εμπόδιζαν να έχουν πρόσβαση σε διατροφικά είδη πρώτης ανάγκης (αλεύρι, σιτάρι, κλπ.) και απαλλοτρίωσαν με τη βία εκατοντάδες βαρέλια με αλεύρι και σιτάρι από τις αποθήκες του μεγαλέμπορου Ε. Χαρτ.[x]

            Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στον βαθμό που η ικανοποίηση των άμεσων προλεταριακών αναγκών γίνεται ολοένα και δυσχερέστερη μέσα σε ένα καπιταλιστικό θεσμικό πλαίσιο που μπορεί να αναπαραχθεί μόνο με την προϋπόθεση της περαιτέρω συγκέντρωσης της οικονομικής δύναμης και κατ’ επέκταση της περαιτέρω υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων, η διαρκής σύγκρουση με το υφιστάμενο καθεστώς νομιμότητας που προστατεύει και κωδικοποιεί τις σχέσεις εκμετάλλευσης και κυριαρχίας είναι μονόδρομος για ένα κίνημα που αποβλέπει στην λαϊκή χειραφέτηση. Η ίδια η ανάγκη της αυτοσυντήρησης των ομάδων που απαρτίζουν την υποτάξη του συστήματος ενδέχεται να επιβάλλει επιθετικές ενέργειες, όπως η βίαιη απαλλοτρίωση αγαθών από τα καπιταλιστικά κέντρα διανομής, που συνιστούν από μόνες τους εμπράγματη κριτική στο ιερό για τον καπιταλισμό δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, δεν βρισκόμαστε σήμερα στα 1837, την εποχή της ανταρσίας της Φιλαδέλφειας. Η λεηλασία ενός σούπερ-μάρκετ είναι μια επιβεβλημένη ενέργεια που συνάδει με τα τυπικά κριτήρια της άμεσης δράσης, όμως δεν παύει να συνιστά μια αμυντική ενέργεια, μια ενέργεια που αποσκοπεί στην απλή αναπαραγωγή της τάξης μέσα στο σύστημα. Αντίθετα, η επίλυση των προβλημάτων διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων σε μόνιμη βάση, μέσα από ένα πρόταγμα που ανατρέπει την οικονομία της αγοράς και βάζει στη θέση της μια οικονομία βασισμένη στον ελευθεριακό σοσιαλισμό χωρίς αγορά και χρήμα, είναι ο βασικός παράγοντας που θα επιτρέψει στις μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες να αποκτήσουν την αυτονομία τους στην σφαίρα της οικονομίας και ν’ αποτινάξουν τους δεσμούς εκμετάλλευσης κι εξάρτησης που αναπτύσσονται αυτόματα μέσα στις οικονομικές ιεραρχίες του συστήματος.

            Είναι πιθανό ότι πριν γίνει αυτό, πολλοί σύντροφοι κι ακτιβιστές θα καταλήξουν όμηροι στα χέρια της νεοφιλελεύθερης χούντας εξαιτίας της αναγκαιότητας που υπάρχει για την πραγματοποίηση αυτών των δυναμικών ενεργειών. Γι’ αυτό και πιστεύουμε ότι είναι ανάγκη το κίνημα να οργανώσει όσο γίνεται καλύτερα ανθεκτικές δομές αλληλεγγύης και συλλογικής στήριξης στους πολιτικούς κρατούμενους που φοβόμαστε ότι θα πολλαπλασιαστούν στη διάρκεια του αγώνα. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες αναφορικά με τις δυνατότητες που υπάρχουν να απελευθερώσουμε τους συντρόφους μας μέσα από μια καλά οργανωμένη νομική παρέμβαση. Το μόνο πράγμα που μπορεί να προστατεύσει τους αιχμάλωτους συντρόφους είναι η πολιτική ενδυνάμωση της τάξης μέσα από ένα ελευθεριακό αντισυστημικό κίνημα. Άποψη μας είναι ότι μόνο εφόσον έχουμε κατορθώσει να οικοδομήσουμε ένα συμπαγές κίνημα με υπολογίσιμη δύναμη στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης, θα μπορούμε να επιβάλλουμε όρους στο νεοφιλελεύθερο ολοκληρωτικό Κράτος και να πετύχουμε ίσως μια υπό όρους απελευθέρωση των αιχμαλώτων, στα πρότυπα της ανταλλαγής κρατουμένων στην οποία επιδίδονται αντιμαχόμενες παρατάξεις εν καιρώ πολέμου.

            Στην πολιτική μυθολογία του σύγχρονου εξεγερτικού αναρχισμού η στιγμή της εξέγερσης ερμηνεύεται ως η στιγμή σύλληψης κι εκρηκτικής εκκόλαψης της νέας κοινωνίας. Μιλάμε για μια χαοτική κατάσταση, όπου μέσα από την γενικευμένη κατάρρευση θα αναβρύσει βάσει μιας προϋπάρχουσας νομοτέλειας ένας νέος τύπος ισότιμων κοινωνικών σχέσεων και μια κοινωνία βασισμένη στην αλληλεγγύη και τον κομμουνισμό. Σύμφωνα με την πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή αυτού του διανοητικού ρεύματος, αυτή της κομμουνιστικοποίησης, τα μέτρα που θα υποχρεωθεί να πάρει το προλεταριάτο μέσα σε συνθήκες κρίσης του καπιταλισμού, θα είναι αυτά που θα δημιουργήσουν, σχεδόν ανεξάρτητα από την θέληση των δρώντων υποκειμένων, το υπόβαθρο για την μετάβαση στην απελευθερωτική κομμουνιστική συνθήκη.[xi] Από την πλευρά μας, θα θέλαμε να διαβεβαιώσουμε τον αναγνώστη ότι δεν είμαστε μπλανκιστές, θιασώτες της εκτέλεσης ενός συνωμοτικού εξεγερτικού πλάνου σε προκαθορισμένο τόπο και χρόνο. Οπωσδήποτε όμως, ακόμη και οι μπακουνικοί ζηλωτές της ισπανικής FAI που στα χρόνια ανάμεσα στο 1880 και στο 1935, συνωμότησαν αμέτρητες φορές για να οργανώσουν δεκάδες εξεγέρσεις στην ισπανική ύπαιθρο, ακόμη και αυτοί οι «άνθρωποι της δράσης» κατανοούσαν τον λαϊκό ξεσηκωμό ως εφαλτήριο μιας διαδικασίας που παράλληλα αποτελούσε και την αποκορύφωση της αθόρυβης κινηματικής δουλειάς που έκαναν επί χρόνια.[xii] Παρά τις συστηματικές συκοφαντίες των κρατιστών σοσιαλιστών, η αναρχική αντίληψη περί της εξεγερτικής διαδικασίας δεν είναι, ούτε ήταν ποτέ, προϊόν ενός ασυγκράτητου βολονταρισμού που δεν λαμβάνει υπόψη τους ταξικούς συσχετισμούς δύναμης και δεν λαμβάνει μέτρα για μια όσο το δυνατόν καλύτερη οργάνωση των ταξικών δυνάμεων της αυτονομίας, προτού παρακινήσει τις «μάζες» να ριχτούν σε μια μετωπική και πολλές φορές θανάσιμη σύγκρουση με τον ταξικό εχθρό τους. Υπό αυτή την έννοια, η εξέγερση ήταν πάντα το επιστέγασμα μιας μακράς απελευθερωτικής διαδικασίας και η κατάσταση μέσα στην οποία το αναρχικό κίνημα διακήρυσσε την αυτονομία του, εκδήλωνε την πρόθεση του να αναμετρηθεί με τις αρχές και συσσώρευε εμπειρίες για τις επαναστατικές μάχες που θα έρχονταν στο μέλλον.[xiii]

            Επανερχόμενοι στο σήμερα και στο ενδεχόμενο της έκρηξης μιας παλλαϊκής εξέγερσης ενάντια στην συστημική χούντα, ο χώρος θα μπορούσε ενδεχομένως να τυπώσει και να μοιράσει ένα εγχειρίδιο αντιμετώπισης καταστολής των διαδηλώσεων, προκειμένου να μεταδώσει στον ανυποψίαστο κόσμο την «τεχνογνωσία» για να προβάλλει αποτελεσματική αντίσταση στην καταστολή και να αναβαθμίσει έτσι το επίπεδο της σύγκρουσης στον δρόμο. Όμως, ποιο θα ήταν το νόημα του να τρέψουμε σε φυγή τους μπάτσους που φυλάνε το κοινοβούλιο, αν προηγούμενα δεν είχαμε αποφασίσει τι θα κάνουμε με το κοινοβούλιο όταν αυτό πέσει στα χέρια μας;[xiv] Επιπλέον, ποιος είναι αυτός που θα δώσει μάχη σώμα με σώμα με τους μπάτσους για να κερδίσει απλώς μια μάχη στην μακριά βεντέτα με τις δυνάμεις καταστολής, αλλά χωρίς να μπορεί να υπολογίζει στην ύπαρξη ενός συνολικού στρατηγικού σχεδίου για να επικρατήσει στον καθολικό κοινωνικό πόλεμο που έχουν εξαπολύσει εναντίον μας οι ελίτ; Ήδη έχει αρχίσει να εντυπώνεται στις συνειδήσεις των λιγότερο «μπαρουτοκαπνισμένων» κομματιών της δοκιμαζόμενης κοινωνίας ότι με διαδηλώσεις και πορείες διαμαρτυρίας, όσο μαχητικές κι αν είναι αυτές, ελάχιστα πράγματα φαίνεται να μπορούν να αλλάξουν ως προς τον καταποντισμό της κοινωνικής θέσης τους και την αποτροπή της χειροτέρευσης του βιοτικού τους επιπέδου.[xv]

Συνεπώς, πιστεύουμε ότι πρέπει να εργαστούμε προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός αυτόνομου λαϊκού κινήματος, που με την συγκρουσιακή δράση και την αντισυστημική πολιτική γραμμή του θα βοηθήσει στην οργάνωση της ταξικής αυτοάμυνας των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας και θα οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις σε σημείο εκρηκτικό, επιταχύνοντας με αυτόν τον τρόπο τις διεργασίες που μπορούν να οδηγήσουν σε καθολική ρήξη της κοινωνίας με τους θεσμούς και τις αξίες της ετερονομίας. Η ανάπτυξη προτάγματος θα δώσει σημείο αναφοράς στις εξεγερσιακές διαδικασίες κι ένα σχέδιο δράσης σε εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που συγκαταλέγονται ανάμεσα στα θύματα της παγκοσμιοποίησης κι έχουν κάθε συμφέρον να αποτινάξουν την επικυριαρχία που ασκούν οι ελίτ πάνω στις ζωές και στα όρια της ανάπτυξης τους ως κοινωνικές ομάδες αλλά και μεμονωμένα άτομα. Το ελευθεριακό πρόταγμα μπορεί να συγκεντρώσει γύρω του όλες τις δυνάμεις της λαϊκής χειραφέτησης και να προσδώσει βάθος σε μια εξέγερση, καθιστώντας την με αυτόν τον τρόπο πολύ πιο ανθεκτική απέναντι στην συστημική καταστολή κι εμβαθύνοντας το περιεχόμενο της δημιουργώντας παρακαταθήκες για το μέλλον, με την μορφή μόνιμων και βιώσιμων θεσμών αυτοκυβέρνησης του κινήματος. Όπως έγραψε ο Κροπότκιν σχετικά με την προλεταριακή εξέγερση που κατέληξε στην ανακήρυξη της Παρισινής Κομμούνας: «Αν το θέμα ήταν απλώς το πώς θα μπορούσαμε καλύτερα να αναπτύξουμε μια θεωρία, θα έπρεπε να πούμε ότι οι θεωρίες, ως τέτοιες, δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Αλλά όσο μια νέα ιδέα δεν βρίσκει μια ξεκάθαρη και λεπτομερή μορφή με την οποία να διατυπώνεται, μια μορφή που θα βγαίνει με φυσικό τρόπο μέσα από τα πράγματα όπως αυτά υπάρχουν στην πραγματικότητα, τότε δεν πρόκειται να αιχμαλωτίσει τα μυαλά των ανθρώπων , ούτε θα μπορέσει να τους εμπνεύσει ώστε να εισέλθουν σε έναν αποφασιστικό αγώνα. Οι άνθρωποι δεν ρίχνονται στο άγνωστο χωρίς μια θετική και καθαρά διαμορφωμένη ιδέα που θα τους χρησιμεύσει, ούτως ειπείν, σαν εφαλτήριο όταν αυτοί βρίσκονται ακόμη στο ξεκίνημα».[xvi]

Στρατιωτικοποίηση της εξέγερσης;

Το συμβάν της εξέγερσης ως αφετηρία και όχι ως κατάληξη του απελευθερωτικού κινήματος, έχει προσλάβει κάποια «τεχνικά» χαρακτηριστικά που αποβλέπουν τόσο στην υποδαύλιση της εξεγερσιακής κατάστασης όσο και στην διασπορά της στον χώρο και τον χρόνο. Παρομοίως, η μεταμοντέρνα εξεγερτική στρατηγική αναλώνεται σε μια συνεχή ενασχόληση με την σημειολογία των διαδηλώσεων. Το αν θα πορευτούμε «ειρηνικά» ή με στόχο την σύγκρουση, την διάταξη των πανό, την πρόθεση που επέδειξε η κάθε πολιτική δύναμη να παραμείνει στο Σύνταγμα και να κοιτάξει στα μάτια τον στρατό κατοχής, τον τρόπο με τον οποίο θα οργανωθούμε «στρατιωτικά» για να μπορέσουμε να αντισταθούμε στην καταστολή των μπάτσων, την συμμετοχή ή όχι μεγάλου τμήματος διαδηλωτών στις συγκρούσεις ή την ηθική νομιμοποίηση που παρέχουν σε αυτές με την στάση τους έναντι των μπάτσων, κλπ. Αφού μια επεισοδιακή πορεία θεωρείται από τους νέο-εξεγερσιακούς ως αυτοτελές εξεγερτικό συμβάν και αφού η ίδια η εξέγερση εκλαμβάνεται ως ικανή να παράξει τα δικά της υποκείμενα που μπορεί να μας οδηγήσουν στην κοινωνική χειραφέτηση, είναι λογικό όλο και περισσότερη έμφαση να δίδεται στην επεξεργασία μεθόδων και τεχνικών που θα εξυπηρετούν την όξυνση και γενίκευση της σύγκρουσης ως αυτοσκοπό.

Εδώ πλέον η εξέγερση δεν παράγεται από το υποκείμενο, αλλά το υποκείμενο παράγεται από την εξέγερση. Έτσι, η αντιβία των ριζοσπαστικών ρευμάτων αυτονομείται και αποκόπτεται ως έναν βαθμό από το κυρίως σώμα της διαδήλωσης. Οργανώνεται σε μικρές κι ευέλικτες ομάδες «κομάντο» που βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και μπορεί να αποκλίνουν σημαντικά από τα προδιαγεγραμμένα όρια της πορείας, μεταφέροντας την δράση τους σε σημεία όπου τα μέτρα ασφαλείας είναι λιγότερο ισχυρά για να επιτεθούν σε συμβολικούς αντικαπιταλιστικούς στόχους όπως γραφεία τραπεζών, καταστήματα πολυεθνικών εταιρειών, παραρτήματα μεγάλων εμπορικών αλυσίδων, κλπ. Το «hit & run» είναι μια τέτοια πρακτική που ρέπει προς μια πλήρη αυτονόμηση της μαζικής λαϊκής αντιβίας σε επίπεδο δράσης, στόχων και τακτικής από το κινηματικό της περιβάλλον, μια αντίληψη που ορισμένες φορές στηρίζει και ενισχύει την λαϊκή κινητοποίηση αναβαθμίζοντας τον χαρακτήρα της, ενώ άλλες φορές βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με τις διαθέσεις και τις επιδιώξεις του πλήθους.[xvii] Όχι τυχαία, στην Γένοβα το 2001 υπήρχαν τμήματα του μαύρου μπλοκ που πραγματοποίησαν επιθέσεις σε όλο το μήκος και το πλάτος της πόλης, χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να συγκεντρώσουν τα «πυρά» τους ενάντια στην καλά φρουρούμενη «κόκκινη ζώνη» στο κέντρο της πόλης. Χαρακτρηιστικό παράδειγμα, η επίθεση κατά των φρουρών στις φυλακές Marassi την δεύτερη μέρα των κινητοποιήσεων.[xviii]

Μια ακόμη πιο διαχωρισμένη αντίληψη της αντιβίας εκφράζεται από την «Ταξιαρχία Curious George» στην μπροσούρα της με τίτλο «Υπερασπίζοντας το χάος της άμεσης δράσης».[xix] Στο κείμενο αυτό, η εξεγερτική άμεση δράση ερμηνεύεται αποκλειστικά με όρους «στρατιωτικής» αποτελεσματικότητας, η οποία προσμετράται από την ικανότητα των φορέων της σύγκρουσης να διασπείρουν αποτελεσματικά το χάος στην μητρόπολη. Σίγουρα, δεν ανήκουμε σε αυτούς που απαξιώνουν την αναγκαιότητα για αποτελεσματικότητα της λαϊκής αντιβίας. Ούτε θεωρούμε ότι «λαός» είναι μόνο εκείνο το κομμάτι των διαδηλωτών που με την στάση του καθορίζει ή όχι την ηθική νομιμοποίηση της σύγκρουσης, γιατί κάτι τέτοιο συνεπάγεται εξορισμού την μη-συμμετοχή του κομματιού αυτού στις εξεγερτικές μορφές δράσης. Θα ήταν σαν να ισχυριζόμασταν ότι η ηθική νομιμοποίηση των ανατρεπτικών διαθέσεων ενός τμήματος του αγωνιζόμενου λαού, προέρχεται πάντα από εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που δεν συμμερίζεται έμπρακτα τις ίδιες επιθετικές διαθέσεις.

Ο Δεκέμβρης έδειξε τον τρόπο με τον οποίο η διάχυση της αντιβίας από ένα μειοψηφικό κοινωνικό υποκείμενο, μπορεί να οδηγήσει στην δημιουργία εξεγερσιακών συνθηκών. Η ύπαρξη της εξέγερσης δεν είναι νοητή χωρίς την προσωρινή αναστολή ή έστω παρακώλυση της λειτουργίας των καπιταλιστικών παραγωγικών δομών, των εμπορευματικών ροών του κεφαλαίου και των δικτύων διακίνησης αγαθών του συστήματος. Και στο αρχικό στάδιο μιας εξέγερσης, η παύση αυτή μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ως μια προσωρινή χαοτική κατάσταση, μια «αταξία» στην θέση της καλά οργανωμένης κανονικότητας, με την ανάθεση παγιωμένων ρόλων και καθηκόντων που συνεπάγεται αυτή η κανονικότητα για την καθημερινή δραστηριότητα του καθένα από εμάς ξεχωριστά.

Το πρόβλημα ωστόσο έγκειται αλλού. Η αντιβία είναι απαραίτητη ως μέθοδος εξωτερικής επιβολής του μπλοκαρίσματος της συστημικής μηχανής από το  ανταγωνιστικό κίνημα και μπορεί να οδηγήσει στην παραγωγή μιας εξεγερσιακής κατάστασης, αλλά από μόνη της δεν επαρκεί για να παρατείνει και να αναπαράξει τις εξεγερσιακές συνθήκες. Για να γίνει αυτό, χρειάζονται πολιτικές ενέργειες σε κεντρικό επίπεδο, όπως ήταν η κατάληψη της Νομικής, του κτηρίου της ΓΣΕΕ και της Λυρικής τον Δεκέμβρη, οι οποίες θα αποσπάσουν έστω προσωρινά κάποιες ζώνες κοινωνικής αναπαραγωγής από το σύστημα, με ρητό στόχο την αναδιοργάνωση τους σε ελευθεριακή βάση. Αυτή η ανάδειξη της αμεσοδημοκρατικής διάστασης της εξέγερσης είναι που μετατρέπει ένα μειοψηφικό εξεγερτικό εγχείρημα αντισυστημικής αλλαγής, σε δυνητικά πλειοψηφικό πολιτικό πρόταγμα που δεν ετεροκαθορίζει αυτούς που δεν συμμετέχουν από την πρώτη στιγμή.[xx] Η δημιουργία αυτών των απελευθερωμένων ζωνών, δεν έχουν καμία σχέση με μια διαδικασία διατύπωσης αιτημάτων προς τις ελίτ, αλλά αντίθετα μπορούν να αποτελέσουν συντονιστικά κέντρα αγώνα και αυτόνομα συλλογικά όργανα που συνομοσπονδιοποιούνται για να αποφασίσουν τα μέτρα που χρειάζονται προκειμένου να θεσμοθετηθούν οι νέες επαναστατικές δομές της γενικευμένης κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης.

Από την άλλη, ο κίνδυνος που ελλοχεύει στην συμπύκνωση της εξεγερτικής δραστηριότητας σε μια μονοδιάστατη προοπτική διάρρηξης της κανονικότητας διαμέσου των «ταραχών», είναι η προαναφερθείσα εμμονή με την σημειολογία μέσω της αναγόρευσης της σύγκρουσης σε ύψιστο κριτήριο ριζοσπαστικοποίησης των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων. Θεωρούμε νίκη για τα ριζοσπαστικά ρεύματα αν πετύχουμε με την στάση μας και το παράδειγμα μας να ακυρώσουμε στην πράξη την συναίνεση που υπάρχει ανάμεσα στις ελίτ και τους ρεφορμιστές για τον εγκλωβισμό της λαϊκής άμεσης δράσης στις προκάτ φόρμες της ειρηνικής διαμαρτυρίας. Όταν δε όλες οι προϋποθέσεις συγκλίνουν και αποκορυφώνονται σε ένα μεγάλο εξεγερσιακό γεγονός (Γένοβα 2001, απεργιακό διήμερο 28-29/06/2011, 12 Φλεβάρη 2012), τότε η ιδεολογική «πρωτοπορία» του χώρου βγαίνει και μιλάει με ικανοποίηση για την μεγάλη εξέγερση της μιας μέρας.[xxi] Αν όμως οι εξεγέρσεις δεν είναι παρά παροδικές εκρήξεις λαϊκής δυσαρέσκειας, που σε βάθος χρόνου αφήνουν ανέπαφη την λειτουργία του συστήματος, τότε η στρατηγική του εξεγερτικού αναρχισμού δεν συνιστά μέθοδο ανατροπής του συστήματος, αλλά στην καλύτερη περίπτωση μια συλλογική άσκηση των πιο ετοιμοπόλεμων κομματιών του χώρου στην αυτοϊκανοποίηση, μια διαδραστική εμπειρία όπου ο χώρος έχει την ευκαιρία να βιώσει για λίγο τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις του. 

 Οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν αποβλέπουν στο να τεκμηριώσουν την ανάγκη για μια απόρριψη της εξεγερτικής στρατηγικής, αλλά στην αναγκαιότητα μιας δραστικής αναθεώρησης της. Στο θεωρητικό οικοδόμημα του κλασικού αναρχοκομμουνισμού, η εξέγερση είναι η στιγμή της κορύφωσης της διαρκούς ταξικής πάλης. Ζητήματα όπως η εξεύρεση οπλισμού για τους εξεγερμένους, η οργάνωση της άμυνας των κατειλημμένων χώρων (εργοστάσια, δημόσιες υπηρεσίες, κλπ.) ήταν ζητήματα τακτικής φύσης των οποίων η όσο το δυνατό καλύτερη διευθέτηση ήταν απαραίτητη για να διασφαλιστεί η καθολική επικράτηση των καταπιεσμένων, δηλαδή η κατάλυση του Κράτους και η απαλλοτρίωση των παραγωγικών μέσων από τους εξεγερμένους. Με άλλα λόγια, ο αναρχικός κομμουνισμός ανέκαθεν ενστερνιζόταν τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της εξέγερσης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να οριστεί μονοσήμαντα ως «εξεγερσιακός» αναρχισμός. Η εξέγερση ήταν απλά ένα μέρος του ευρύτερου απελευθερωτικού προγράμματος του κοινωνικού αναρχισμού.  

Μεταρρύθμιση και Επανάσταση

Αναφέραμε πιο πάνω ότι δεν έχουμε το περιθώριο να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας για την αυτοάμυνα μας απέναντι στην κατασταλτική μανία ενός ημιφασιστικού αντιπροσωπευτικού καθεστώτος, μόνο σε ομάδες νομικής βοήθειας, όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις τους κι όσο άρτια οργανωμένες κι αν είναι αυτές. Η χρήση νομικών και συνταγματικών μέσων δεν πρόκειται να εξασφαλίσει ελευθερία κινήσεων για το κίνημα, αφού τα αστικά δικαιώματα που ενσωματώνονται στην ηγεμονική κρατική μορφή, δεν είναι δυνατό από την φύση τους να χρησιμοποιηθούν για να υπονομεύσουν την κυριαρχία του ίδιου του Κράτους.[xxii] Η εκάστοτε συνταγματική μορφή της Κρατικής εξουσίας δεν είναι παρά η καταστατική επικύρωση των βασικών θεσμών και δομών χάρη στις οποίες αναπαράγεται η συστημική κυριαρχία, σύμφωνα με την έκβαση της Κοινωνικής Πάλης και τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων που επικρατούσε την δεδομένη χρονική στιγμή κατάρτισης του συντάγματος. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι πρόκειται για μια συνθήκη ειρήνης / ανακωχής ανάμεσα σε εμπόλεμες κοινωνικές ομάδες, ένα νομικό έγγραφο που κωδικοποιεί την επικράτηση του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας απέναντι στον αντίπαλο κοινωνικό συνασπισμό.

Οι λεγόμενες «συνταγματικές ελευθερίες» δεν έχουν καμία απολύτως αξία αν δεν υποστηρίζονται από πραγματική δύναμη της τάξης στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Μόλις η ταξική ισχύς συρρικνωθεί ή εισέλθει σε μια φάση ύφεσης μέσω της υποχώρησης της ταξικής συνειδητοποίησης, τα «κατοχυρωμένα από τον νόμο» δικαιώματα, είτε καταπατώνται με βάρβαρο τρόπο, ή εξαλείφονται ολοσχερώς με «δημοκρατικά» μέσα, μέσω μιας αναθεώρησης του συντάγματος. Οι ταξικές αντιθέσεις είναι δομικό φαινόμενο σε μια ιεραρχική κοινωνία. Ως εκ τούτου, η χορήγηση ή κατάργηση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων υπαγορεύεται ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες του εγγενούς ανταγωνισμού ανάμεσα στις κοινωνικές μονάδες που κατέχουν κυρίαρχες ή υποτελείς θέσεις στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Όταν τα θεσμοποιημένα δικαιώματα γίνονται εμπόδιο στην εκδήλωση της απροκάλυπτης ταξικής υπεροχής που έχουν αποκτήσει οι ελίτ, τότε πολύ απλά είτε καταστρατηγούνται με κυνικό τρόπο, ή διαγράφονται από τον καταστατικό χάρτη της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας».

Υπάρχει μια αξιοσημείωτη σύγκλιση απόψεων πάνω στο ζήτημα της χιμαιρικής φύσης των τυπικών δικαιωμάτων της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας». Ο θεωρητικός της απολυταρχίας Καρλ Σμιττ δεν μασάει τα λόγια του γύρω από το θέμα όταν γράφει: «Δια του εμφυλίου πολέμου αποφασίζεται η περαιτέρω τύχη αυτής της [πολιτικής] ενότητας. Αυτό ισχύει για ένα συνταγματικό αστικό κράτος δικαίου, παρ’ όλες τις συνταγματικές δεσμεύσεις του κράτους, όχι λιγότερο, αλλά μάλλον ακόμη πιο αυτονόητα απ’ ότι για οποιοδήποτε άλλο κράτος. Διότι, όπως λέει ο Lorenz Von Stein, στο ‘συνταγματικό κράτος’ το σύνταγμα είναι ‘η έκφραση της κοινωνικής τάξης, η ύπαρξη της ίδιας της συγκροτημένης σε κράτος αστικής κοινωνίας. Όταν υποστεί επίθεση, τότε ο αγώνας πρέπει να αποφασιστεί εκτός του συντάγματος και του δικαίου, δηλαδή με τη βία των όπλων’».[xxiii] Τι άλλο μπορεί να σημαίνει αυτό το εδάφιο εκτός από μια ανοικτή παραδοχή ότι όλες οι μορφές ετερόνομης τάξης προέρχονται από και βασίζονται σε τελική ανάλυση για την υπεράσπιση τους στην οργανωμένη κρατική βία; Αλλά και ο Πέτρος Κροπότκιν αφού εκφράζεται με τον πιο απαξιωτικό τρόπο για την υποτιθέμενη «απαραβίαστη» ισχύ των αστικών συνταγμάτων[xxiv], μας υπενθυμίζει πολύ σωστά ότι, «Οι άγγλοι εργάτες κατάκτησαν το δικαίωμα να δημιουργούν ενώσεις και να κάνουν απεργίες, δημιουργώντας στην πράξη τα συνδικάτα τους και απεργώντας εναντίον των διαταγμάτων του Κοινοβουλίου και των απαγχονισμών του 1813, και καταλαμβάνοντας, πριν από πενήντα χρόνια τα εργοστάσια. Μόνο χτυπώντας με τα κάγκελα του Χάιντ Παρκ την αστυνομία που τον εμπόδιζε, επιβεβαίωσε τελείως πρόσφατα ο λαός του Λονδίνου, ενάντια σε μια συνταγματική κυβέρνηση, το δικαίωμα του να διαδηλώσει στους δρόμους και τα πάρκα της πρωτεύουσας».[xxv] Τέλος, ο Χάουαρντ Ζιν, ο οποίος συνέγραψε μια λεπτομερειακή ιστορία των λαϊκών κινημάτων στις ΗΠΑ από την εποχή του Κολόμβου μέχρι τις μέρες μας, εκφράζει την πεποίθηση ότι, «…οι εργάτες αποκόμισαν τα μεγαλύτερα οφέλη τους από τις αυθόρμητες εξεγέρσεις, πριν από την οργανωτική αναβάθμιση και την επίσημη αναγνώριση των εργατικών σωματείων: “Την περίοδο της Οικονομικής Ύφεσης – πριν από την ίδρυση των εργατικών σωματείων – η επιρροή των εργατών έφτασε στο ζενίθ και μπόρεσαν να αξιώσουν μεγαλύτερες παραχωρήσεις από την κυβέρνηση. Εκείνη την περίοδο η δύναμη τους δεν πήγαζε από το συνδικαλισμό, αλλά από την διακοπή της παραγωγικής διαδικασίας”».[xxvi]

Με βάση τα παραπάνω, γίνεται πρόδηλο ότι τα πάντα είναι συνάρτηση της δύναμης που είναι σε θέση να κινητοποιήσουν τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα, που με την σειρά της εξαρτάται από το επίπεδο της ταξικής τους οργάνωσης και το επίπεδο της αντισυστημικής συνειδητοποίησης τους. Είμαστε της άποψης, ότι η δύναμη που απορρέει από την ταξική συσπείρωση μπορεί να πάρει σάρκα και οστά και να εκδηλωθεί ως μοχλός υπεράσπισης των συμφερόντων των ασθενέστερων τάξεων, μόνο μέσα από την συγκρότηση της υποτάξης σε ένα μαζικό ελευθεριακό κίνημα με αντισυστημικό πρόγραμμα και στρατηγική μετάβασης στην ακρατική κοινωνία. Αν καταφέρουμε να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο συνειδητοποίησης, θα μπορέσουμε επίσης να διακρίνουμε ότι το δίλημμα ανάμεσα σε μια ρεφορμιστική γραμμή αντίστασης στην νεοφιλελεύθερη λαίλαπα και σε μια μαξιμαλιστική εμμονή στην προοπτική της κοινωνικής επανάστασης, στην πραγματικότητα στερείται νοήματος και δεν υφίσταται. Είναι μάταιο να διεξαγάγουμε αγώνα για να διατηρήσουμε τα «κεκτημένα» της σοσιαλδημοκρατικής περιόδου της νεωτερικότητας, αφού και μόνο η από τα πάνω προσπάθεια αναδιάρθρωσης του συστήματος γύρω από τον άξονα της οριστικής εξάλειψης αυτών των δικαιωμάτων, δείχνει ότι εξέλειπαν οι οργανωμένες ταξικές δυνάμεις της αυτονομίας που θα μπορούσαν να καταπολεμήσουν αυτή την εξέλιξη, ενθαρρύνοντας έτσι τις κυρίαρχες ελίτ να περάσουν στην αντεπίθεση.  

            Οι ελίτ δεν έχουν κανέναν λόγο να προβούν σε παραχωρήσεις, αν οι «από κάτω» δεν έχουν έρθει σε μερική έστω ρήξη με το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα, αν δεν έχουν το δικό τους εναλλακτικό φαντασιακό και δεν έχουν αναβαθμίσει το επίπεδο οργάνωσης της τάξης τους προκειμένου να επιβάλλουν «επαναστατικώ δικαίω» την συλλογική βούληση τους στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Η συσσωρευμένη ιστορική εμπειρία του εργατικού κινήματος παγκοσμίως δείχνει ότι οι φιλολαϊκή μεταρρύθμιση δεν μπορεί αφ’ εαυτής να αποτελέσει στρατηγικό στόχο για το ανταγωνιστικό κίνημα. Οι πολιτικές ελευθερίες και τα εργασιακά δικαιώματα, η δημόσια εκπαίδευση και η υγειονομική περίθαλψη, η κοινωνική ασφάλιση και το κράτος πρόνοιας, πέρα από μακροοικονομικές δομές που διασφάλιζαν την ανάπτυξη και την ομαλή λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς κατά την σοσιαλδημοκρατική περίοδο της νεωτερικότητας, ήταν και υποπροϊόντα της εξέλιξης της Κοινωνικής Πάλης σε τοπικό, εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο, η οποία διεξήχθη με τελικό διακύβευμα την κατάργηση της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και την μετάβαση σε μια εναλλακτική μορφή οργάνωσης της κοινωνίας.

            Δεν είναι μάλιστα καθόλου τυχαίο ότι πολλές από αυτές τις μεταρρυθμίσεις που συνέβαλλαν έτσι ώστε να καταστεί ηπιότερος ο αντίκτυπος των διαλυτικών, αντικοινωνικών τάσεων που είναι εγγενείς στον τρόπο λειτουργίας του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, οφείλουν την ύπαρξη τους στις πρωτοβουλίες που ανέλαβε να υλοποιήσει «από τα πάνω» το «προοδευτικό» κίνημα των κρατιστών σοσιαλιστών που κατείχε την εξουσία στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες του Βορρά από το 1945 μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1970. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι καμία αντίσταση στην συστημική αναδιάρθρωση δεν μπορεί να ευδοκιμήσει αν δεν υφίσταται αντισυστημικό κίνημα που να βοηθά τις «μάζες» να δουν πέρα από το καταθλιπτικό παρόν, ατενίζοντας ένα καλύτερο και ριζικά διαφορετικό μέλλον. Όπως γράφει ο Ζιν για την άνοδο του «προοδευτικού» θεσμικού κινήματος στις ΗΠΑ, «Ο πανικός [της εξέγερσης] του 1907 και η αυξανόμενη δύναμη των σοσιαλιστών, των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου και των εργατικών σωματείων επέσπευσαν την διαδικασία των μεταρρυθμίσεων […] Δινόταν πλέον έμφαση “στον δελεασμό και τις παραχωρήσεις”».[xxvii] Εντελώς επιγραμματικά θα λέγαμε ότι όποιος περιορίζεται να αγωνίζεται για την μεταρρύθμιση, πιθανότατα θα εισπράξει τελικώς την πιο αμείλικτη αντεπανάσταση.

 Ζητήματα οργάνωσης της τάξης

Ελπίζουμε από τα παραπάνω, να έχουμε τεκμηριώσει επαρκώς την επιτακτική ανάγκη για μια ποιοτική αναβάθμιση της πολιτικής παρέμβασης του αναρχικού χώρου, που συγκροτημένος σε ένα ομόσπονδο αλλά ενιαίο κίνημα, θα μπορέσει να λειτουργήσει ως καταλύτης και εμψυχωτής μιας ευρύτερης διαδικασίας κοινωνικής απελευθέρωσης και να συνευρεθεί δημιουργικά με εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας που λογίζονται από τις ελίτ ως πλεονάζων πληθυσμός και ήδη έχουν αναπτύξει μια πολύμορφη αντίσταση στον οδοστρωτήρα της αναδιάρθρωσης. Έτσι, θα πρέπει ξανά να καταπιαστούμε με το ζήτημα της συνεισφοράς των αναρχικών σε θέματα οργάνωσης της Κοινωνικής Πάλης των υποτελών κοινωνικών τάξεων (μορφή και περιεχόμενο, τακτική και στρατηγική). Δεν αρκεί να παροτρύνουμε την κοινωνία να «αυτοοργανώσει» τις αντιστάσεις της. Αυτό είναι κάτι που η συντριπτική πλειοψηφία της αγωνιζόμενης κοινωνίας το έχει ήδη κατανοήσει βιωματικά και που της έχει επιβληθεί από τις περιστάσεις. Κατά την άποψη μας, ο αναρχικός χώρος μπορεί να μετατραπεί σε υπολογίσιμη δύναμη αναμόρφωσης της κοινωνίας στον βαθμό που θα μπορέσει να επιδράσει στις δυσμενείς για τις δυνάμεις της αυτονομίας υπάρχουσες υποκειμενικές συνθήκες. Αν κατορθώσει να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για τα λαϊκά στρώματα, συντελώντας με τις παρεμβάσεις του στην αναβάθμιση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του αγώνα τους και στο πέρασμα τους από την αντίσταση, στην απελευθέρωση.   

            Από αυτή την άποψη, θα ήταν χρήσιμο να ανατρέξουμε στο κείμενο της κριτικής που άσκησε ο Λουίτζι Φάμπρι στους πλατφορμιστές αναρχικούς, διότι μέσα σε αυτό ο Φάμπρι πραγματεύεται ερωτήματα με τα οποία μας φέρνει ξανά αντιμέτωπους η ιστορική ταξική συγκυρία. Είναι γεγονός ότι ο Φάμπρι αντιτίθεται στις οργανωτικές διευθετήσεις της πλατφόρμας, διαβλέποντας τον κίνδυνο για την ανάδειξη μιας συγκεντρωτικής ηγεσίας στην αξίωση των πλατφορμιστών για μια ξεχωριστή αναρχική οργάνωση.[xxviii] Αν ήδη υπάρχει μια μαζική (εργατική) οργάνωση διαποτισμένη από τις αναρχικές ιδέες και αξίες, τότε ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης μιας ειδικής αναρχικής οργάνωσης, αναρωτιέται ο συγγραφέας. Συμφωνούμε με τον Φάμπρι, στον βαθμό που η αυτοδιάλυση και η σταδιακή απορρόφηση της από τα αμεσοδημοκρατικά όργανα της γενικευμένης αυτοδιεύθυνσης σε όλα τα επίπεδα, μπορεί να αποτελέσει τον μοναδικό στόχο που αρμόζει στις αρχές μιας ελευθεριακής πολιτικής οργάνωσης. Η αυτοδιάλυση αυτή δεν χρειάζεται να περιμένει την αντισυστημική αλλαγή για να συμβεί, αλλά μπορεί να επέλθει και μέσω της ένωσης των αναρχικών συλλογικοτήτων με κινηματικές δομές αυτοδιεύθυνσης μέσα στις οποίες η υποτάξη συσπειρώνεται και αναδεικνύεται σε πολιτική δύναμη, με αυξημένη κοινωνική απεύθυνση και διευρυμένη εμβέλεια στην διεξαγωγή της Κοινωνικής Πάλης ακόμη και στο πεδίο της κεντρικής πολιτικής σκηνής.

            Αναγκαία προϋπόθεση θα ήταν ωστόσο η διάδοση των ελευθεριακών αρχών και η προηγούμενη υιοθέτηση του ελευθεριακού προτάγματος από τα κοινωνικά υποκείμενα που συμμετέχουν στον αγώνα. Και δεν μιλάμε εδώ μόνο για την μορφή οργάνωσης, την διαδικασία λήψης αποφάσεων που επιλέγει ένα κίνημα. Το Σύνταγμα έδειξε τον τρόπο με τον οποίο μια ελευθεριακή μορφή οργάνωσης μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με την έλλειψη ταξικής συνειδητοποίησης και την απουσία ριζοσπαστικής κοινωνικής ανάλυσης από την μεριά των εμπλεκομένων. Ένα καλό παράδειγμα είναι αυτό του αναρχικού αγωνιστή Αμπέλ Παθ, ο οποίος μιλάει με θαυμασμό για τον τρόπο που ο ζωντανός ελευθεριακός κομμουνισμός είχε εξαπλωθεί αυθόρμητα σε όλες τις πτυχές του οργανωμένου βίου στο επαναστατημένο χωρίο Juneda της Καταλωνίας, σε σημείο μάλιστα που οι παλιές πολιτικές πεποιθήσεις είχαν παραμεριστεί προς όφελος της νεοπαγούς κοινωνικής αρμονίας. Γράφει, «Το εκπληκτικό είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις του χωριού, η και το , είχαν φτάσει σε τέτοιο επίπεδο συμφωνίας, ώστε είχαν περιορίσει τον πολιτικό τους χαρακτήρα προς όφελος της κοινής ζωής. Η διάλυση και διάχυση τους στην κολεκτίβα αποτελεί περίφημο επαναστατικό δίδαγμα».[xxix] Βέβαια, ο ίδιος ο συγγραφέας περιγράφει σε προηγούμενο σημείο του βιβλίου πώς οι έμπειροι και συνειδητοποιημένοι αγωνιστές της CNT και της FAI ήταν εκείνοι που όταν έφτασε η ώρα μπήκαν μπροστά και μέσω της ακούραστης εργασίας και του ανιδιοτελούς παραδείγματος τους, μετέδωσαν στους συγχωριανούς τους το πνεύμα και τις βασικές οργανωτικές αρχές του ελευθεριακού κομμουνισμού. Με άλλα λόγια, η αυθόρμητη, δηλαδή αυτόνομη, δράση των μαζών γονιμοποιήθηκε, εμψυχώθηκε και εμπλουτίστηκε από εκείνους τους ακτιβιστές που για χρόνια αγωνίζονταν για την διάδοση του ελευθεριακού σοσιαλισμού και την κατάλληλη στιγμή ανέλαβαν δράση για να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους να οργανώσουν την ζωή τους με έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο. Ας μην παραγνωρίζουμε λοιπόν το γεγονός ότι αν το αναρχικό προλεταριάτο είχε αποκτήσει συνείδηση της ικανότητας του να διευθύνει συλλογικά την παραγωγή, αυτό το όφειλε κατά ένα μεγάλο μέρος στην μακροχρόνια επιμορφωτική δράση των αναρχικών, στην εκστρατεία «ριζοσπαστικού διαφωτισμού» της CNT, της FAI και των διάσπαρτων ελευθεριακών ομάδων. [xxx] Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η CNT και το POUM «εξατμίστηκαν» μέσα σε μια πρωτόγνωρη κοινωνική συνθήκη που το ίδιο το οργανωμένο αναρχικό κίνημα είχε φροντίσει να υποθάλψει μέσω της συστηματικής δουλειάς και να καλλιεργήσει σταδιακά στην ισπανική ύπαιθρο, χωρίς να περιμένει μοιρολατρικά την δημιουργία παρόμοιων συνθηκών ex nihilo από τα τρίσβαθα της ψυχής του ισπανικού βιομηχανικού και αγροτικού προλεταριάτου.

 * Φυσικά, δεν ξεχάσαμε το κρίσιμο ζήτημα της εργατικής αυτοδιαχείρισης. Με αυτό θα καταπιαστούμε σε επόμενο μας κείμενο.       

[i] L. Fabri, Bourgeois Influences on Anarchism, http://www.anarkismo.net/article/14544.

[ii] L. Fabri, στο ίδιο, http://www.anarkismo.net/article/14544.

[iv] «Σε τέτοιες κρίσιμες καταστάσεις η γενική απεργία παίρνει τη θέση των οδοφραγμάτων των πολιτικών εξεγέρσεων του παρελθόντος. Για τους εργάτες, η γενική απεργία αποτελεί τη λογική συνέπεια του σύγχρονου βιομηχανικού συστήματος, του οποίου είναι σήμερα τα θύματα και συνάμα τους προσφέρει το ισχυρότερο όπλο, που διαθέτουν στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση, δεδομένου ότι αναγνωρίζουν τη δύναμη τους και μαθαίνουν πώς να χρησιμοποιούν κατάλληλα αυτό το όπλο». R. Rocker, Αναρχισμός και Αναρχοσυνδικαλισμός (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 49.

[v] Νομίζουμε ότι αυτή την μοιρολατρική αντίληψη έκφρασε και ο αναρχικός στοχαστής Γκούσταβ Λαντάουερ στον δυσμενή απολογισμό που έκανε για την δράση της CNT και τον ρόλο που αυτή έπαιξε στην αρνητική τροπή που πήρε η ελευθεριακή επανάσταση στην Ισπανία. Ο Λαντάουερ υποστήριξε ότι «…ως επανάσταση μπορούμε να θεωρήσουμε όλα όσα οι εργάτες, αναρχικοί ή όχι, έκαναν από ένστικτο τις πρώτες μέρες, τότε που ξεκίνησαν όλα. Στη συνέχεια, όταν προσπάθησαν να αποκρυσταλλώσουν οργανωτικά τις κατακτήσεις τους, η πολιτική και η εξουσία της διέφθειρε». A. Paz, Ταξίδι στο Παρελθόν (Κουρσάλ), σελ.90. Η θέση αυτή είναι πολύ κοντά σε μια αντεπαναστατική αποκήρυξη της ικανότητας του ανθρώπου να προβαίνει σε συνειδητή έλλογη δράση, αφού αν την αποδεχτούμε σαν γενικό κανόνα θα ήταν σαν να αποδεχόμασταν ότι κάθε προσπάθεια θεσμικής κατοχύρωσης της επανάστασης οδηγεί αναπόδραστα στην αντεπανάσταση. Και βέβαια αν η επανάσταση εξαρτάται αποκλειστικά από το «ένστικτο», τότε η ύπαρξη ενός συνειδητού αναρχικού κινήματος είναι πράγματι μια πολυτέλεια. Καλό βέβαια θα ήταν να θυμόμαστε ότι η εμπλοκή των αναρχικών οργανώσεων σε μια «πολιτική» συνδιαλλαγή με τους αστούς «δημοκράτες» επιβλήθηκε από την ανάγκη της επικράτησης στον πόλεμο εναντίον των φασιστών, πράγμα που οι αναρχικοί δεν μπορούσαν να καταφέρουν από μόνοι τους. Και καλό θα ήταν επίσης να έχουμε κατά νου ότι η χρονική στιγμή που ξέσπασε η επανάσταση δεν επιλέχθηκε από τους αναρχικούς, αλλά επιβλήθηκε σε αυτούς από τους φασίστες πραξικοπηματίες, εξού και τα προβλήματα που αντιμετώπισε το αναρχικό κίνημα σε επίπεδο τακτικής και στρατηγικής την επαύριον της αναρχικής επανάστασης.

[vii] T. Fotopoulos, Class Divisions Today, http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

[viii] Ας θυμηθούμε για παράδειγμα την ηρωική αντίσταση των κατοίκων της Κερατέας και της Χαλκιδικής στην καταστροφή του φυσικού τους περιβάλλοντος που προωθείται με εντολή των οικονομικών ελίτ και φυσικά την άνωθεν επιβεβλημένη σαλαμοποίηση ενός μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας μέσω της βίαιης συστημικής αναδιάρθρωσης που πραγματοποιείται με οδηγό τις ανάγκες κερδοφορίας του εγχώριου και διεθνοποιημένου κεφαλαίου μέσω των μνημονίων.

[ix] T. Fotopoulos, The End of Traditional Antisystemic Movements and the Need for a New Antisystemic Movement Todayhttp://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol7/takis_movements.htm.

[x] H. Zinn, Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών (Αιώρα), σελ. 250-2.

[xi] Για περισσότερα βλ. B. Astarian, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση (Πρακτορείο Rioters).

[xii] Χωρίς να παραγνωρίζουμε την σημασία που είχαν οι εγχώριες παραδόσεις της κοινοκτημοσύνης για το πρόσφορο έδαφος που βρήκε ο αναρχοκομμουνισμός στις κοινότητες της ισπανικής αγροτιάς.

[xiii] Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το αναρχικό κίνημα δεν κλήθηκε να πληρώσει βαρύ φόρο αίματος για τις εξεγερσιακές «ασκήσεις επί χάρτου» των ακτιβιστών της FAI. Από την άλλη, μπορούμε να πούμε ότι οι πνιγμένες στο αίμα αλλεπάλληλες εξεγέρσεις ήταν το αμόνι πάνω στο οποίο σφυρηλατήθηκε για χρόνια η επαναστατική θέληση του αγροτικού και βιομηχανικού αναρχικού προλεταριάτου της Ισπανίας.

[xiv] Εδώ φυσικά αναφερόμαστε όχι στο ίδιο το κοινοβούλιο (που ξέρουμε πολύ καλά τι πρέπει να το κάνουμε, εφόσον καταφέρουμε κάποτε να πλησιάσουμε αρκετά κοντά) αλλά στους συλλογικούς θεσμούς που θα αποτελέσουν την διάδοχη κατάσταση για την εγκαθίδρυση μιας αυτόνομης, αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας.

[xv] Αυτή η συνειδητοποίηση και ο φόβος της καταστολής είναι κατά την γνώμη μας οι δύο βασικοί παράγοντες που εξηγούν την μειωμένη προσέλευση στις τελευταίες απεργιακές συγκεντρώσεις.

[xvii] Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα που μας έρχεται κατά νου είναι φυσικά το περιστατικό με τους νεκρούς στο υποκατάστημα της Marfin, ένα χτύπημα που κατά γενική ομολογία επέφερε ένα μούδιασμα και μια προσωρινή αναστολή των κινητοποιήσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα, την στιγμή που η πολιτική ελίτ υλοποιούσε την μνημονιακή νομοθεσία με ιλιγγιώδη ταχύτητα.  

[xviii] Μπροσούρα, Genova Libera, Ο εξεγερτικός αγώνας ενάντια στην παγκόσμια κυριαρχία και τη ρεφορμιστική διεθνή (Άνεμος).

[xx] Από αυτή την άποψη, οι μεταμοντέρνοι εξεγερσιακοί κακώς επιχαίρουν για το γεγονός ότι μεγάλες εξεγέρσεις της υποτάξης, όπως ήταν αυτές του Λος Άντζελες το 1992, των Γαλλικών προαστίων το 2005 και της Αγγλίας το 2011 δεν βρήκαν πολιτική έκφραση όχι μέσα από την διατύπωση αιτημάτων και την συνδιαλλαγή με τις αρχές, αλλά μέσω της μετατροπής του υγιούς ταξικού μίσους που εκφράσανε, σε ζωογόνα και δημιουργική δύναμη για την θέσμιση της αυτόνομης, κομμουνιστικής κοινωνίας.

[xxi] Μια τέτοια περίπτωση είναι και το βιβλίο που εξέδωσε η Αναρχική Αρχειοθήκη το 2011 για τα γεγονότα του 1995 στο Πολυτεχνείο, με τίτλο «Η Εξέγερση: Πολυτεχνείο, 1995». Περισσότερα στο,  http://anarchypress.wordpress.com/2011/11/02/k%CF%85%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF-%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF-%CE%B7-%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B5/

[xxii] «Τι γίνονται, στην πράξη, το άσυλο της κατοικίας και το απαραβίαστο των επιστολών όταν η αστική τάξη αποφασίζει να παραιτηθεί απ’ αυτά για να δώσει στην κυβέρνηση την ευχέρεια να την προστατεύσει από τους επαναστάτες;». P. Kropotkin, Η αναρχική οργάνωση της κοινωνίας (Κατσάνος), σελ.16.

[xxiii] C. Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού (Εκδόσεις Κριτική), σελ.73.

[xxiv] «Τα συντάγματα που κατά περιόδους κουρελιάζονται, πετάνε σαν κίτρινα φύλλα που τα ρίχνει στο ποτάμι ο φθινοπωριάτικος άνεμος! Δεν πειράζει, πάντα ξαναγυρίζει κανείς στους πρώτους του έρωτες. Όταν κουρελιαστεί και το δέκατο έκτο σύνταγμα, θα κάνουμε ένα δέκατο έβδομο!». P. Kropotkin, στο ίδιο, σελ. 11.

[xxv] P. Kropotkin, στο ίδιο, σελ.15.

[xxvi] H. Zinn, στο ίδιο, σελ. 445.

[xxvii] H. Zinn, στο ίδιο, σελ.389.

[xxviii] L. Fabri, Για ένα σχέδιο αναρχικής οργάνωσης, http://anthostoukakou.blogspot.gr/2012/08/blog-post_1434.html.

[xxix] A. Paz, στο ίδιο, σελ.260.

[xxx] Ντολγκοφ

Η μιζέρια της προπαγάνδας, ή η προπαγάνδα της μιζέριας

1_Cairo_Testa_del_Battista

«Όλα τα όντα στενάζουν και τείνουν, με κόπο και οδύνη, προς μια διαφορετική τάξη πραγμάτων».

                                       Ζοζέφ Ντε Μεστρ, «Στοχασμοί πάνω στη Γαλλία»

 

 Να λοιπόν που η χούντα περνάει και πάλι στην επίθεση, με λόγια και με έργα. Την ίδια ώρα που η υπερεθνική ελίτ και η κυβέρνηση επεξεργάζονται νέα μείωση του κατώτατου μισθού και οι εγχώριες ελίτ στέλνουν τον αστυνομικό στρατό κατοχής να αιματοκυλήσει και να τρομοκρατήσει την τοπική κοινωνία της Χαλκιδικής που συνεχίζει να προβάλλει αντίσταση στην μετατροπή της περιοχής σε αποικία του μαφιόζου Μπόμπολα και των Καναδικών επιχειρηματικών συμφερόντων, ο δημόσιος λόγος των ιδεολογικών κομισσάριων της συστημικής χούντας σκληραίνει και προσλαμβάνει εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά.[i] Η συνεχιζόμενη κρίση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, είχε σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση των θεμελιωδών παραμέτρων στις οποίες στηριζόταν μέχρι πρότινος η ιδεολογική ηγεμονία του συστήματος. Η δομική αδυναμία επέκτασης μιας στοιχειώδους καταναλωτικής κοινωνίας σε κάποια τμήματα των κοινωνιών του καπιταλιστικού Νότου, λειτούργησε υπονομευτικά για την αναπαραγωγή της προγενέστερης μορφής κοινωνικής συναίνεσης που περιστρεφόταν γύρω απο την τεχνητή αποπολιτικοποίηση, την καταναλωτική αποχαύνωση και την γενικευμένη απάθεια. Ο (α)πολιτικός χώρος του Κέντρου εξανεμίστηκε και οι ελίτ υποχρεώθηκαν να αναζητήσουν νέες φαντασιακές σημασίες, νέες αντιλήψεις που θα χρησιμεύσουν ως πυρηνικές έννοιες για την οικοδόμηση ενός νέου ηγεμονικού καπιταλιστικού φαντασιακού ικανού να συνενώσει υπό το λάβαρο του ένα μέρος έστω της ελληνικής κοινωνίας που στενάζει κάτω απο την μπότα της ταξικής καταπίεσης.

Δεδομένης της επιβεβλημένης διάλυσης του – έτσι κι αλλιώς υποτυπώδους – κοινωνικού κράτους και της αθέτησης οποιασδήποτε δέσμευσης του νεοφιλελεύθερου Κράτους απέναντι στους υπηκόους του για παροχή προστασίας ή βοήθειας στις ευπαθείς ομάδες που εξορισμού γεννά το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, η θεσμισμένη εξουσία της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας είναι αναγκασμένη απο τις περιστάσεις να προσφύγει σε αυτοναναφορικά θεωρητικά σχήματα προκειμένου να δικαιολογήσει την ύπαρξη της. Επικαλείται τις αφηρημένες έννοιες της «ασφάλειας» και της «νομιμότητας», χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδώσει ένα θετικό περιεχόμενο σε αυτές τις αντιλήψεις. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται τόσο για συνεκτικές λογικές κατασκευές, παράγωγα της σκέψης και της νόησης, όσο για αρνητικά και συναισθηματικά φορτισμένα στερεότυπα, που εντάσσονται σε μια εν εξελίξει ιδεολογική πολεμική ανάμεσα στο Κράτος και την κοινωνία, συμπληρωματικής των κοινωνικών αντιθέσεων και των ταξικών συγκρούσεων που βρίσκονται σε όξυνση. Η βασική λειτουργία τους συνίσταται στον εκφοβισμό των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων μέσω της επίκλησης των τρομερών δεινών που θα επέφερε μια ενδεχόμενη κατάλυση των βασικών θεσμών του συστήματος, της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και της οικονομίας της αγοράς. Η «νομιμότητα» και η «ασφάλεια» που υπερασπίζεται η συστημική χούντα είναι έννοιες αντιθετικές προς την «ανομία», το απόλυτο «χάος» και την γενικευμένη κατάσταση διάλυσης που θα επακολουθήσουν μιας ενδεχόμενης «ακυβερνησίας».

Εδώ φτάνουμε στην έσχατη γραμμή άμυνας της συστημικής ιδεολογίας, στην πλήρη διαγραφή της κυκλικότητας των «επιχειρημάτων» της, αφού βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την αποθέωση της θεσμισμένης εξουσίας ως τέτοιας. Δηλαδή, χωρίς να μεσολαβεί η επίκληση σε κάποιο επιπρόσθετο πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό ή ακόμη κι αισθητικό κριτήριο που την νομιμοποιεί, αλλά μόνο για τον λόγο οτι είναι εξουσία. Όπως έγραφε ο Καρλ Σμιττ, «Ο λόγος είναι οτι και μόνη η ύπαρξη της εξουσιαστικής αρχής ενέχει μιαν απόφαση, και η απόφαση πάλι έχει καθ’ ευατήν αξία, εφ’ όσων ακριβώς στα σπουδαιότερα ζητήματα είναι σημαντικότερο το οτι λαμβάνεται απόφαση παρά το ποιά απόφαση λαμβάνεται».[ii] Η στιγμή της ακυβερνησίας επέχει στο ηγεμονικό φαντασιακό των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων μια θέση κοσμικής Δευτέρας Παρουσίας, ένος κατακλυσμικού κοινωνικού συμβάντος κατά την διάρκεια του οποίου το χάος θα επικρατήσει, όλα τα αντικοινωνικά ένστικτα θα αναδυθούν στην επιφάνεια (με πρώτο αυτό της έλλειψης σεβασμού απέναντι στην ατομική ιδιοκτησία), οι ζωώδεις τάσεις θα αποχαλινωθούν και κάθε ανοσιούργημα θα διαπραχθεί ανεμπόδιστα και θα παραμείνει ατιμώρητο. Αν η εξουσία είναι εξορισμού και αφ’ εαυτής «καλή» και «ενάρετη», τότε κάθε εξέγερση που στρέφεται ενάντια στην υπέρτατη αρχή δεν μπορεί παρά να κυοφορεί μέσα της και να παρακινείται απο το απόλυτο «κακό». Ο αντεπαναστάτης θεωρητικός Ζοζέφ Ντε Μεστρ εξέφρασε αυτή την πεποίθηση όταν περιέγραψε την Γαλλική Επανάσταση ως, «…ένα ανεξήγητο ντελίριο, μια τυφλή παραφορά, μια σκανδαλώδης περιφρόνηση όλων όσων είναι αξιοσέβαστα στους ανθρώπους, μια βαναυσότητα νέου τύπου που αστειευόταν με τα κακουργήματα της και κυρίως μια άφρονη εκπόρνευση επιχειρηματολογίας και όλων των λέξεων που φτιάχτηκαν για να εκφράσουν τις ιδέες της δικαιοσύνης και της αρετής».[iii]

Δεν υπάρχει αμφιβολία οτι όσο συνεχίζεται η επίθεση των ελίτ ενάντια στις μη-προνομιούχες κοινωνικές ομάδες και στον βαθμό που ολοένα και περισσότερο ακραίες μορφές οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής καταπίεσης θεσμοθετούνται ως αναγκαία προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του συστημικού θεσμικού πλαισίου στην βάση της συγκέντρωσης δύναμης, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες μια μελλοντική παλλαϊκή εξέγερση να προσλάβει όλο και αγριότερες μορφές, να υιοθετήσει ακραία μέτρα για να πετύχει την κοινωνική απελευθέρωση και να προβεί σε πράξεις αντεκδίκησης ενάντια στους καταπιεστές της. Είναι λοιπόν καθήκον κάθε αστικοδημοκρατικής πολιτικής διοίκησης να κάνει οτι περνά απο το χέρι της για να αποτρέψει την επέλευση αυτής της στιγμής της εκρηκτικής επίλυσης των κοινωνικών αντιθέσεων. Κάθε ωμότητα και κάθε κατασταλτική βαρβαρότητα της αστυνομίας είναι απο αυτή την άποψη δικαιολογημένη, ακόμη κι επιβεβλημένη ως πράξη αυτοάμυνας του πολιτεύματος και της μικρής εκείνης μερίδας της κοινωνικής ολότητας που παραμένει ακόμη ενταγμένη στις τάξεις των νομιμοφρόνων υπηκόοων της «δημοκρατίας». Η πολιτική ελίτ έχει χρέος να συντρίψει με σιδηρά πυγμή στην γέννηση της κάθε συλλογική αντίσταση «απο τα κάτω», κάθε εκδήλωση Κοινωνικής Πάλης που τείνει να δημιουργήσει συνθήκες διάρρηξης της ομαλότητας, μέσα στις οποίες έρχεται πιο κοντά το ενδεχόμενο της έκρηξης μιας γενικευμένης παλλαϊκής εξεγερσης.    

Σύμφωνα με τον Θ. Κουλουμπή, καμιά μορφή εξωθεσμικής αντίστασης δεν μπορεί να διεκδικήσει την ηθική θεμελίωση της όταν στρέφεται απέναντι σε μια «εδραιωμένη δημοκρατία», πόσο μάλλον μια απόπειρα βίαιης κατάλυσης του πολιτευμάτος.[iv] Τι είναι όμως η «δημοκρατία» σύμφωνα με την άποψη του αξιοσέβαστου κυρίου καθηγητή; Ξανασυναντάμε εδώ την ύστατη αυτοαναφορικότητα του δημόσιου λόγου της κυριαρχίας, απογυμνωμένου από ηθικές αιτιάσεις και λογικά επιχειρήματα. Έκπληκτοι μαθαίνουμε απο τον κύριο «ομότιμο καθηγητή» του Παντείου, οτι η «δημοκρατία» όπως την εννοεί, βρίσκει την πλήρη θεσμική έκφραση της στο σύγχρονο ημιφασιστικό ελληνικό προτεκτοράτο της ΕΕ και της υπερεθνικής ελίτ. Καμία κριτική αναλυτική διάθεση και κανένα κριτήριο αμφισβήτησης και αξιολόγησης δεν υπεισέρχεται στην «επιστημονική» σκέψη του κυρίου «ομότιμου». Μόνο μια τυφλή υποταγή και άκριτη αποδοχή των εννοιών και των μορφών της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Τι κι αν το «δημοκρατικό» Κράτος έχει παραχωρήσει ευγενικά στον εαυτό του το προνόμιο να διορίζει πενήντα βουλευτές σε μια εθνοσυνέλευση με τριακόσιους όλους κι όλους αντιπροσώπους, προκειμένου να διασφαλίσει την μακροβιότητα και την ίδια την επιβίωση του αντιπροσωπευτικού καθεστώτος;[v] Να θυμίσουμε σε αυτό το σημείο οτι η στρατιωτική χούντα της Αιγύπτου επιστράτευσε πανομοιότυπη συνταγματική ρύθμιση για να κατοχυρώσει τον θεσμικό έλεγχο της επί του Αιγυπτιακού κοινοβουλίου, πρακτική που διατηρήθηκε και επί των ημερών του εκλεγμένου ισλαμιστή προέδρου Μόρσι ο οποίος έχει το δικαίωμα να διορίζει 90 απο τα 270 μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου της Σούρα.[vi] Τι κι αν η φιλελεύθερη θεωρία του Κράτους εμπεριέχει ένα εγγενές σφάλμα που εντοπίζεται στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών και του υποτιθέμενου εξισορροπητικού ρόλου που παίζει η μία εξουσία έναντι της άλλης; Στην πραγματικότητα, μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί οτι αν η αρχή αυτή είχε την παραμικρή πρακτική αξία, οι αντιπροσωπευτικές «δημοκρατίες» θα θύμιζαν ακυβέρνητες πολιτείες σε διαρκή πολιτική παράλυση, με την μία εξουσία διαρκώς να εξουδετερώνει την άλλη και με την επιρροή της να λειτουργεί ως αντίβαρο προς τις υπόλοιπες. Αντίθετα, το σύνολο των θεσμών που αναπαράγουν την ανισοκατανομή της δύναμης στο πολιτικό και το οικονομικό επίπεδο, των ιεραρχικών θεσμών στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο, σε συνδυασμό με το σύστημα αξιών και πεποιθήσεων που είναι συμβατές με το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος, συνθέτουν απο κοινού μια ενιαία εξουσιαστική δομή διαποτισμένη απο ομοειδή ταξικά συμφέροντα και αντιλήψεις και μια κοινή λογική προσταγής και κυριαρχίας. Συνθέτουν με άλλα λόγια, αυτό που αποκαλούμε κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.[vii]

Οι πληρωμένοι κονδυλοφόροι του συστήματος έχουν επωμιστεί πρόθυμα την αποστολή να ξιφουλκούν αδιάκοπα και να συκοφαντούν κατάφωρα κάθε μορφή λαϊκής αντιβίας.[viii] Έχοντας πλήρη επίγνωση οτι η εξαθλίωση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας που συνεπάγεται η βίαιη αναδιάρθρωση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς είναι αναπόφευκτο να γεννήσει θύλακες αντίστασης και να οδηγήσει στην έξαρση μορφών αυθόρμητης λαϊκής αντιβίας, εφευρίσκουν «θεωρίες των άκρων», ποινικοποιούν κάθε διαφωνία και κάθε απόπειρα εμπράγματης κριτικής εξισώνοντας τες με την τρομοκρατία, και διατείνονται ότι όλες οι μορφές βίας είναι ξένες και δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές απο την εκλεπτυσμένη πολιτική κουλτούρα της «δημοκρατίας».[ix] Για αυτή την συμμορία των επαγγελματιών προπαγανδιστών της εξουσίας, τίποτα απ’ όσα πράττει η «δημοκρατία» δεν μπορεί να ταξινομηθεί ως βία, αφού το καθεστώς μπορεί να επαίρεται οτι διαθέτει την συγκατάθεση των πολιτών μέσω της πολιτικής νομιμοποίησης που υποτίθεται οτι παρέχουν οι εκλογές. Συνακόλουθα, κανένα ριζοσπαστικό κίνημα ρήξης και ανατροπής του πολιτεύματος δεν μπορεί να ισχυρίζεται οτι ενσαρκώνει την λαϊκή βούληση, αφού ο «λαός» σύμφωνα με το δόγμα της συστημικής προπαγάνδας εκπροσωπείται εξορισμού απο την «δημοκρατία», τα επίσημα θεσμικά όργανα της οποίας μιλούν εξ ονόματος του. Η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» έχει το δικαίωμα να νομοθετεί υπέρ της βίαιης υποτίμησης του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού, υπέρ της κινεζοποίησης των εργασιακών σχέσεων, υπέρ της νόμιμης κλοπής των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, υπέρ της εξάλειψης οποιασδήποτε κρατικής μέριμνας για τους φτωχούς, τους ανέργους, ή τους ΑΜΕΑ, υπέρ της φορολογικής αφαίμαξης των εργαζόμενων και της αποστέρησης των συνταξιούχων απο τα ισχνά μέσα διαβίωασης τους. Ωστόσο, όλα αυτά τα μέτρα κοινωνικού κανιβαλισμού δεν στοιχειοθετούν εκφάνσεις της δομικής βίας του συστήματος σύμφωνα με τους καλοπληρωμένους απολογητές της κυριαρχίας, διότι λαμβάνονται απο «εκλεγμένες δημοκρατικές κυβερνήσεις». Προφανώς, αν προεκτείνουμε αυτό το σκεπτικό στην λογική του κατάληξη, οι «αντιπρόσωποι του έθνους» θα μπορούσαν να νομοθετήσουν υπέρ της φυσικής εξόντωσης των υπηκόων της «δημοκρατίας» (πράγμα που κατά μια έννοια ήδη γίνεται συστηματικά), χωρίς να μπορούν τα υποτελή στρώματα της κοινωνίας να εγείρουν το ζήτημα της νόμιμης αυτοάμυνας τους απέναντι στις δολοφονικές διαθέσεις των ελίτ.

Έτσι, στο όνομα της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» διαπράττονται οι χειρότερες ωμότητες και δύναται να ασκηθεί η πιο απόλυτη κυβερνητική τυραννία. Είναι ενδιαφέρον να επικαλεστούμε σε αυτό το σημείο την αναπάντεχη σύμπτωση απόψεων που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετους πολιτικούς στοχαστές, γύρω απο το ζήτημα της ακραίας εξουσιαστικής φύσης των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Από την μία, ο αναρχικός Κροπότκιν, ένας απο τους κύριους εκφραστές του ελευθεριακού κομμουνισμού και βασικός εκπρόσωπος της εναλλακτικής πολιτικής παράδοσης της αυτονομίας, έγραφε για την έμφυτη τάση του «δημοκρατικού» Κράτους να συγκεντρώνει στα χέρια του ολοένα και μεγαλύτερες, διευρυμένες εξουσίες: «…πόσο θλιβερά μικρή εξουσία είχε ο Λουδοβικός ο 14ος που καυχιόταν οτι ήταν το κράτος σε σύγκριση με την εξουσία ενός συνταγματικού πρωθυποργού των ημερών μας!».[x] Στην αντίπερα όχθη, βρίσκουμε τον Γάλλο Ζοζέφ Ντε Μεστρ, αμετανόητο οπαδό της μοναρχίας και ασυμβίβαστο επικριτή της Γαλλικής Επανάστασης, ο οποίος γράφοντας τον 18ο αιώνα, σχολίασε ως εξής τον νέο, αντιπροσωπευτικό ολοκληρωτισμό που έβλεπε να ορθώνεται μπροστά στα μάτια του: «Το σίγουρο είναι οτι το αντιπροσωπευτικό σύστημα αποκλείει άμεσα την άσκηση της κυριαρχίας, ιδίως εντός του γαλλικού συστήματος, όπου τα δικαιώματα του λαού περιορίζονται στο να διορίζει εκείνους που διορίζουν και όπου όχι μόνο δεν μπορεί να δώσει ειδικές εντολές στους εκπροσώπους του, αλλά ο νόμος φροντίζει να διαρρηγνύει κάθε σχέση ανάμεσα σε αυτούς και τις αντίστοιχες επαρχίες τους, προειδοποιώντας τους οτι δεν είναι απεσταλμένοι εκείνων που τους απέστειλαν, αλλά απεσταλμένοι του Έθνους. Μεγαλοστομία απίστευτα βολική αφού μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπως θέλουμε. Εν ολίγοις, είναι αδύνατο να φανταστούμε νομοθεσία καλύτερα υπολογισμένη για να εκμηδενιστούν τα δικαιώματα του λαού».[xi]

Η τρικομματική χούντα κυβερνάει με μοναδικό πρόγραμμα την τάχιστη σαλαμοποίηση των μη-προνομιούχων κοινωνικών ομάδων και την δημιουργία οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών νεκροταφείου, που θα οδηγήσουν στην υποβάθμιση της θέσης που κατέχει η χώρα στον διεθνή καταμερισμό εργασίας που επιβάλλει το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και στην ένταξη της Ελλάδας με κάθε επισημότητα πλέον στην εξαθλιωμένη περιφέρεια του συστήματος. Η αμείλικτη φτωχοποίηση και η προλεταριοποίηση εν μία νυκτί μιας μεγάλης μερίδας της πρώην μεσοαστικής τάξης αλλά και των μικρομεσαίων στρωμάτων, είναι η αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της διαδικασίας καπιταλιστικής προσαρμογής. Απο αυτή την άποψη, η «δημοκρατία» δεν έχει τίποτα πια να πει στους λεγόμενους «νοικοκυραίους». Στα μάτια τους, η «δημοκρατία» τους έχει προδώσει ανεπανόρθωτα και με κάθε νέο ληστρικό μέτρο που θεσπίζει απεργάζεται τον περαιτέρω καταποντισμό τους στην κοινωνική ιεραρχία. Ο Φωτόπουλος γράφει σχετικά με την ιστορική καταγωγή αυτών των μικρομεσαίων στρωμάτων: «Την εικοσαετία 1961-81 ουσιαστικά συντελέστηκε η μετατροπή της χώρας από αγροτική σε οικονομία υπηρεσιών – βασικά παρασιτικών (που δεν αντιπροσώπευαν δηλαδή πραγματικές ανάγκες της παραγωγικής διαδικασίας), εφόσον η μετάβαση αυτή δεν έγινε, όπως στα καπιταλιστικά κέντρα, μετά από μια βιομηχανική επανάσταση. Η κοινωνική συνέπεια επομένως δεν ήταν η δημιουργία μιας πολυπληθούς μεσαίας τάξης, όπως στα κέντρα αυτά, αλλά μιας τάξης “μικρομεσαίων”, τόσο όσον αφορά την οικονομική επιφάνεια, αλλά το κυριότερο, όσον αφορά την νοοτροπία τους».[xii]

Δεδομένου λοιπόν οτι πρόκειται για κοινωνικά στρώματα που λόγω της ταξικής ιδιοσυστασίας τους ρέπουν προς συντηρητικές κοινωνικές συνήθειες και συμπεριφορές, η χούντα προσπαθεί να εκμαίευσει όχι τόσο την αφοσίωση, αλλά κυρίως την ανοχή τους, καλλιεργώντας την εντύπωση οτι η εξουσία της «δημοκρατίας» είναι το μόνο εμπόδιο που ορθώνεται ανάμεσα σε αυτούς και τις ορδές των λυσσασμένων που αδημονούν να τους κατασπαράξουν. Γι’ αυτό τον λόγο ταυτίζουν τις μαχητικές λαϊκές ενέργειες – ακόμη και των ίδιων των μικροαστών – με το «χάος» και τον αναρχισμό με την κακώς εννοούμενη αταξία, τον γενικευμένο πόλεμο όλων εναντίον όλων. Απο την μεριά τους, οι «νοικοκυραίοι» μισούν τους πολιτικούς και το μεγάλο κεφάλαιο, όμως εμάς δεν μας γνωρίζουν. Είναι λοιπόν επείγον να συγκροτήσουμε ένα μαζικό αντισυστημικό κίνημα για τον κοινωνικό αναρχισμό, με πρόγραμμα και στρατηγική για την μετάβαση στην απελευθερωμένη, αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία. Με ικανότητα για την ανάληψη ανατρεπτικής δράσης στην κεντρική πολιτική σκηνή που συνεπάγεται η καθολική αμφισβήτηση του ετερόνομου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης και τρόπους για την άμεση επίλυση των βασικών προβλημάτων διαβίωσης που αντιμετωπίζουν καθημερινά πλέον τα υποτελή στρώματα της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να δείξουμε οτι η Αναρχική κοινωνία δεν είναι συνώνυμη με το «χάος» ή την αταξία, αλλά με την τελειότερη μορφή τάξης που μπορεί να υπάρξει. Την τάξη που βασίζεται στην κοινωνική και ατομική αυτονομία, την αλληλεξάρτηση, την πραγματική αρμονία στμφερόντων και την θεσμισμένη ισότητα των μελών μιας ελεύθερης κοινότητας.


[i] Για ένα πλούσιο αρχείο με βίντεο απο την εγκληματική δράση των αστυνομικών δυνάμεων κατοχής κατα την πρόσφατη εισβολή τους στην Ιερισσό, βλέπε εδώ:   https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1461051.

[ii] C. Schmitt, Πολιτική Θεολογία (Λεβιάθαν), σελ. 92.

[iii] J. De Maistre, Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως (Εκδόσεις Καστανιώτη), σελ. 235.

[iv] Θ. Κουλουμπής, Επικίνδυνη διάβρωση των εννοιών, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_24/02/2013_512316.

[v] Αναφερόμαστε εδώ βεβαίως στο γνωστό «μπόνους» των πενήντα βουλευτών με το οποίο πριμοδοτείται το κόμμα που έρχεται πρώτο στις εθνικές εκλογές.

[vii] T. Fotopoulos, Values, the Dominant Social Paradigm and Neoliberal Globalisationhttp://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol4/vol4_no1_takis_values.htm.

[viii] Π. Μανδραβέλης, Η δικαιολόγηση της βίας, http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_09/03/2013_486577.

[ix] Για την ποινικοποίηση της διαφωνίας βλέπε την πρόσφατη σύλληψη τοπικου στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ Χαλκιδικής ως «ηθικού αυτουργού» για την εμπρηστική επίθεση ενάντια στις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό της εταιρείας εξόρυξης χρυσού,  http://www.zoomnews.gr/%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BF-54%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%86%CE%B8%CE%B7-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84/.

[x] P. Kropotkin, Η Αναρχική Οργάνωση της Κοινωνίας (Κατσάνος), σελ. 21.

[xi] J. De Maistre, Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως, σελ. 230-1.

[xii] Τ. Φωτόπουλος, Κουλτούρα, Ιστορία και Παγκοσμιοποίηση, Περιεκτική Δημοκρατία, Γενάρης-Μάρτης ’07, σελ.15.

Ποιος φοβάται την Λέλας Καραγιάννη;

Ας μην έχουμε αυταπάτες σύντροφοι. Η επίθεση στις καταλήψεις δεν έγινε επειδή η τρικομματική χούντα φοβάται τους αναρχικούς. Δεν μας χτυπούν επειδή είμαστε ισχυροί, επειδή κάνουμε την εξουσία να τρέμει μπροστά στην ασυγκράτητη άνοδο του ελευθεριακού προτάγματος, την διευρυμένη κοινωνική απήχηση του. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Μας χτυπούν ακριβώς επειδή είμαστε αρκετά ανίσχυροι ώστε να αντιδράσουμε, αρκετά απομονωμένοι ώστε να μπορούν να μας χτυπήσουν χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο για εκτεταμένα αντίποινα στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Ας μην παρασυρόμαστε από υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις της κατάστασης, που προσπαθούν να παρουσιάσουν σαν θρίαμβο την διαφαινόμενη καταστροφή, που εθελοτυφλούν μπροστά στον κίνδυνο που ελλοχεύει στην συστηματική καταστολή κι εξάλειψη των ανεξάρτητων αυτοδιαχειριζόμενων χώρων, επειδή δήθεν η καταστολή δείχνει τον πανικό από τον οποίο έχει καταληφθεί η εξουσία μπροστά στο «ρεύμα» που έχει η Αναρχία.[i] Αν είναι έτσι, θα πρέπει να μας εξηγήσουν οι σύντροφοι ποια ήταν εκείνη η κρίσιμη καμπή της ταξικής πάλης, η κλιμάκωση της κοινωνικής σύγκρουσης που έφερε τον χώρο σε ρόλο εμπροσθοφυλακής των μαχόμενων τμημάτων της κοινωνίας κι επέβαλλε στην πολιτική ελίτ να κινηθεί δυναμικά εναντίον του ως έσχατο μέσον αυτοπροστασίας του συστήματος. Ίσως θα μπορούσαμε να ανατρέξουμε στην μεγάλη εξεγερσιακή βραδιά της 12 Φλεβάρη. Ωστόσο, θα συνιστούσε μάλλον απόπειρα μιας ιδεολογικής ερμηνείας της πραγματικότητας εάν ισχυριζόμασταν ότι εκείνο το διάχυτο αντάρτικο της μίας βραδιάς έφερε το καθεστώς στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Θα λέγαμε μάλιστα ότι η 12η  Φλεβάρη έδειξε τα όρια της θεωρίας και της πρακτικής του εξεγερτικού αναρχισμού στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία και με την μορφή που αυτός έχει σήμερα, από την άποψη ότι η επιστροφή στην κανονικότητα της επόμενης ημέρας υπήρξε πραγματικά αδυσώπητη. Έτσι, δεν είναι λογικό να υποθέσουμε ότι πρόκειται για ετεροχρονισμένη αντίδραση των ελίτ σε γεγονότα που συνέβησαν σχεδόν έναν χρόνο πριν.

Αντίθετα, η γενικευμένη επίθεση στον αναρχικό χώρο έχει δευτερεύοντα ρόλο στις συνολικές στρατηγικές των κομματικών επιτελείων. Εντάσσεται στους μικροπολιτικούς σχεδιασμούς των υποτακτικών της τρόικας και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης σε έναν «πόλεμο θέσεων» με έπαθλο την κατάκτηση της ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας επί του συνόλου του σώματος των ψηφοφόρων.  Η έφοδος του Κράτους στους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους δεν είναι παρά μια υπολογισμένη κίνηση για τον διεμβολισμό των πωρωμένων ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής από την νεοφιλελεύθερη χούντα. Εγγράφεται στο πλαίσιο μιας γενικότερης στρατηγικής ανασυγκρότησης και συσπείρωσης των συντριμμιών του κεντροδεξιού χώρου γύρω από την «μαμά» παράταξη της Ν.Δ. , η οποία επιθυμεί να αυτοπαρουσιαστεί ως η εγγυήτρια δύναμη του συστήματος, το κατεξοχήν κόμμα του «νόμου και της τάξης». Στην ουσία η Ν.Δ. δεν κάνει τίποτα διαφορετικό στην δεξιά πτέρυγα του κοινοβουλευτικού φάσματος από αυτό που επιχειρεί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ από τα αριστερά, την συσπείρωση δηλαδή όσο το δυνατό περισσότερων δυνάμεων σε ένα ενιαίο κόμμα της «μεγάλης αυταρχικής Δεξιάς» απαλλαγμένης από μετεμφυλιακά σύνδρομα και υπερήφανης για την χουντική επταετία.

Εξού και οι διαλυτικές τάσεις που επικρατούν τις τελευταίες εβδομάδες στο δήθεν «αντιμνημονιακο» κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων με την ΝΔ να λειτουργεί ως πόλος έλξης για όποια στελέχη έχουν ήδη αποχωρήσει ή ετοιμάζονται να αποσκιρτήσουν.[ii]  Έτσι εξηγείται και η πρόσφατη ακροδεξιά στροφή του μυστικοσύμβουλου του Σαμαρά Φ. Κρανιδιώτη, ο οποίος σε σειρά χυδαίων άρθρων  που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Δημοκρατία», υιοθετεί καθ’ ολοκληρίαν χρυσαυγίτικες «θέσεις», απαλλάσσει τους νεοναζί από κάθε υποψία περί τέλεσης πράξεων βίας και πιστοποιεί την στροφή της συστημικής εξουσίας προς τον ολοκληρωτισμό, λίγο, πολύ χαρακτηρίζοντας ως φρενοβλαβείς όλους όσους αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, ενώ κατατάσσει τους αναρχικούς και τους μετανάστες στην κατηγορία ενός δημοσίου κινδύνου που πρέπει πάραυτα να εξοντωθεί.[iii] Η αποπολιτικοποίηση του ιδεολογικού αντιπάλου και η ποινικοποίηση με αυτόν τον τρόπο των απόψεων και της δράσης του είναι χαρακτηριστικά ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, τα οποία η τρικομματική χούντα μοιράζεται από κοινού με την συμμορία της Χ.Α. Από την άλλη, δεν είναι τυχαία η μουδιασμένη έως αμήχανη αντίδραση των νεοναζί στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες ωμής καταστολής του αναρχικού χώρου οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να τους ενθουσιάζουν. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στον ιστότοπο της Χ.Α. δεν βρίσκει κανείς ούτε μια αναφορά στις αστυνομικές επιχειρήσεις εκκένωσης των καταλήψεων. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα συνοθύλευμα από παρακρατικούς χαφιέδες, από σάπια λούμπεν στοιχεία και τραμπούκους που προέρχονται από τον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος, φαίνεται τουλάχιστον ότι διαθέτουν την στοιχειώδη πολιτική ευφυΐα για να καταλάβουν ότι η επίθεση που εξαπέλυσε η τρικομματική χούντα στον αναρχικό χώρο – σε συνδυασμό με τα νόμιμα πογκρόμ κατά των μεταναστών – σκάβουν τον λάκκο στην πολιτική απάτη της ακροδεξιάς που με τόσο κόπο είχαν προετοιμάσει ο Μιχαλολιάκος και η παρέα του. Βλέπουν ότι σταδιακά η εκλογική πελατεία τους θα τους εγκαταλείψει και θα συρθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Ν.Δ. αποδυναμωμένοι και αναγκασμένοι να ενδώσουν σε όρους που θα τους επιβληθούν άνωθεν, με αντάλλαγμα την πολυπόθητη εκλογική ή κυβερνητική συνεργασία. Φυσικά, δεν θεωρούμε ότι η Χ.Α. είχε ποτέ άλλες βλέψεις από το να κατακτήσει ένα μερίδιο από την πίτα της πολιτικής εξουσίας, όπως έκαναν τόσα και τόσα ακροδεξιά κόμματα ανά την Ευρώπη που εισήλθαν σε δεξιές κυβερνήσεις πριν από αυτήν.[iv] Άλλωστε, δεν διαθέτει ούτε την οργανωτική υποδομή, ούτε την μαζική υποστήριξη, ούτε την θεωρητική εκλέπτυνση για να χαράξει αυτοτελή πορεία. Ωστόσο, οι νεοναζί πίστεψαν ότι θα προσέρχονταν στην επερχόμενη διαπραγμάτευση με την Ν.Δ. (η οποία είναι πιο κοντά απ’ όσο φανταζόμαστε) από θέση ισχύος κι όχι ως φτωχοί συγγενείς που παρακαλούν την μαμά Ν.Δ. να τους δεχτεί στις τάξεις της. Η επίθεση στους αναρχικούς ήταν ο μοχλός για την ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στον χώρο της δεξιάς.

Ο επόμενος στόχος αυτής της στρατηγικής είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που ακολουθεί πολιτική διείσδυσης στον αντιεξουσιαστικό χώρο και τελευταία έχει αναπτύξει ορατούς δεσμούς με συγκεκριμένες οργανώσεις «ελευθεριακών», όπως αποδεικνύεται από την εκδήλωση που πραγματοποίησε από κοινού με την Α.Κ. στο Νοσότρος[v] Αφήνουμε κατά μέρος το τι υποδηλώνει αυτή η σύμπραξη για την υποτιθέμενη «άμεση δημοκρατία» που ισχυρίζεται ότι πρεσβεύει η Α.Κ. και τον ρόλο της ως ελευθεριακή συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ. Σε ότι αφορά τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, κανείς δεν θα πρέπει να εκπλήσσεται από την διαφαινόμενη συμμαχία με την Α.Κ., αφού είναι στην φύση ενός κόμματος να αναζητά παντού ψηφοφόρους. Από την άλλη, ένα μεγάλο μέρος του «χώρου» δεν αποκλείεται να βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ ως το «μικρότερο κακό», ως μια προσωρινή διέξοδο που αν καταλάβει την εξουσία, ενδεχομένως να οδηγήσει σε χαλάρωση της κατασταλτικής μέγγενης της τρικομματικής χούντας. Χτυπώντας λοιπόν τον α/α χώρο, η Ν.Δ. αποδυναμώνει έναν δυνητικό χώρο (προσωρινής έστω) εξάπλωσης του ΣΥΡΙΖΑ και παράλληλα, τον φέρνει πολιτικά σε θέση άμυνας απέναντι σε εκείνες τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες που ναι μεν αποτελούν μειοψηφία μέσα στο σύνολο της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, αλλά, με όρους εκλογικών μαθηματικών, δεν παύουν να αποτελούν μια οριακή εκλογική πλειοψηφία που μπορεί να δώσει την νίκη στις εκλογές. Αυτές είναι οι ομάδες που συνολικά συνθέτουν την «νέα αστική τάξη» και αποτελείται κυρίως από εργαζόμενους με μέσους ή ανώτερους μισθούς που δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα και κυρίως στον κλάδο των υπηρεσιών, έχουν διαποτιστεί από την νεοφιλελεύθερη κουλτούρα του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος και όχι μόνο δεν αντιτίθενται, αλλά υποστηρίζουν ολόψυχα την αναγκαιότητα των μέτρων της συστημικής αναδιάρθρωσης.[vi] Από αυτή την άποψη, και όσο κι αν ακούγεται σκληρό, ο ρόλος που επιφύλαξαν στον χώρο τα συστημικά αστικά κόμματα, δεν διαφέρει πολύ από αυτόν μιας χώρας του Τρίτου Κόσμου το έδαφος της οποίας γίνεται πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς ιμπεριαλισμού.

Και ο αναρχικός χώρος; Παρά τους εγγενείς περιορισμούς και τα φοβικά σύνδρομα που τον διακατέχουν, μέσα σε συνθήκες κρίσης του συστήματος τα περιθώρια παρέμβασης των αναρχικών αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Σε καιρούς διάλυσης των αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών που δεν επιτρέπει την ομαλή αναπαραγωγή του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος (π.χ. αδυναμία της αναπαραγωγής και στοιχειώδους επέκτασης της καταναλωτικής κοινωνίας) κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει προς τα πού θα στραφεί ο απογοητευμένος και απελπισμένος κόσμος. Σίγουρα, ο χώρος δεν έχει φροντίσει να θέσει σε κίνηση τις αναγκαίες διεργασίες που θα οδηγήσουν στην συγκρότηση ενός σύγχρονου ακρατικού προτάγματος που θα καταστήσει ξανά τον κοινωνικό αναρχισμό μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Ούτε έχει δημιουργήσει στο εσωτερικό του εκείνες τις οργανωτικές δομές που θα μπορούν να λειτουργήσουν ως σημείο συνάντησης ανάμεσα στα ετεροκαθοριζόμενα λαϊκά στρώματα που μάχονται για την επιβίωση τους και σε ένα συνειδητοποιημένο, συνεκτικό και μαζικό αναρχικό κίνημα που θα παλέψει για την ανατροπή των βασικών θεσμών του συστήματος – οικονομία της αγοράς, αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» – και την αντικατάσταση τους από αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς που θα καταστήσουν δυνατή την αυτοθέσμιση της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα.

Ωστόσο, όπως έδειξε και η μεγάλη πορεία της 12-01-13, η μαζικότητα δεν είναι αυτό που λείπει από τον χώρο. Αυτό που μας κρατάει πίσω είναι η πολυδιάσπαση και ο διασκορπισμός των δυνάμεων μας, την στιγμή που το σύστημα έχει συγκεντρώσει το σύνολο των μέσων επιβολής που έχει στη διάθεση του στον στόχο της εξόντωσης του αναρχικού χώρου. Οι ελίτ διαβλέπουν την πιθανότητα της ανάπτυξης σταθερών δεσμών ανάμεσα στους αναρχικούς και τις καταπιεζόμενες μάζες και παρακολουθούν προσεκτικά τον ιδεολογικό αναβρασμό που υπάρχει μέσα στο ελευθεριακό / αναρχικό «στρατόπεδο». Είναι αλήθεια ότι προς το παρόν, ο αναβρασμός αυτός περιστρέφεται μόνο γύρω από το ζήτημα της οργάνωσης, αλλά μελλοντικά ενδέχεται να συμπεριλάβει και ζητήματα ιδεολογικού χαρακτήρα, προγράμματος και πολιτικού περιεχομένου, όταν γίνει σταδιακά αντιληπτό από τους αγωνιστές ότι από μόνη της η οργάνωση δεν μπορεί να πάει το κίνημα πιο πέρα. Ο τύπος άλλωστε της οργάνωσης που θα επιλέξει κανείς βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το πολιτικό περιεχόμενο του προτάγματος του. Από αυτήν την άποψη, η εκκένωση των καταλήψεων ήταν ένα προληπτικό χτύπημα. Αυτό που εμείς πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι είτε θα ενωθούμε, είτε θα ηττηθούμε. Ή θα μεγαλώσουμε, ή θα χαθούμε. 


[i] Η Αναρχία έχει κοινωνικό ρεύμα και αυτό ενοχλεί, https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1449019.

[iii] Την κτηνώδικη «αρθρογραφία» του φασίστα Κρανιδιώτη μπορείτε να την βρείτε εδώ, http://www.dimokratianews.gr/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82?page=1.

[iv] P. Hainsworth, Η Ακροδεξία (Παπαζήση, 2004).

[v] ΣΥΡΙΖΑ/Αντιεξουσιαστική Κίνηση και τυπική συνεργασία για την συστημική διαχείριση της κρίσης, στο http://antiplirophorisi.wordpress.com/2012/12/11/%cf%83%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%b1%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b5%ce%be%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84/.

[vi] T. Fotopoulos, Class Divisions Today, http://www.democracynature.org/vol6/takis_class.htm.

Οι ταξικές αντιθέσεις στην νεοφιλελεύθερη νεωτερικότητα

slave _disappointment

Οι σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες συνιστούν ετερόνομες ιεραρχικές ολότητες, μέσα στη θεσμική διάρθρωση των οποίων αποκρυσταλλώνεται και παγιώνεται η ανισομερής κατανομή όλων των μορφών δύναμης ανάμεσα στα κοινωνικά υποσύνολα-ομάδες που απαρτίζουν την κοινωνική πυραμίδα. Αυτές με την σειρά τους, συγκροτούν καινούριες ετερόνομες υπο-ολότητες, διαρθρωμένες ιεραρχικά στο εσωτερικό τους. Η διάρθρωση αυτή επαναλαμβάνεται στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, όπου οι επιμέρους εθνικές ελίτ και οι καπιταλιστικές περιφερειακές συσσωματώσεις τους, συνάπτουν σχέσεις κι έρχονται σε διαρκή και συστηματική επαφή μεταξύ τους. Από τη στιγμή που οι σχέσεις αυτές δεν θεσμοθετούνται σε ένα πλαίσιο ισοτιμίας και ισοκατανομής της πολιτικής και οικονομικής δύναμης, η αλληλεπίδραση ανάμεσα τους οδηγεί αναπόφευκτα στην ανάδυση άτυπων ιεραρχιών και δομών ετεροκαθορισμού και κυριαρχίας. Έτσι, στο υπερεθνικό επίπεδο συγκροτούνται ιεραρχικές μορφές οργάνωσης που ασκούν αποφασιστική επιρροή στην διαμόρφωση του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες στο εσωτερικό μιας χώρας και επικαθορίζουν το μοντέλο της ταξικής διαστρωμάτωσης που αναδύεται ξεχωριστά σε κάθε κοινωνία. Για  παράδειγμα, η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η ενσωμάτωση των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, σηματοδότησε την μετάβαση από ένα ιεραρχικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης όπου η πολιτική και οικονομική δύναμη απέρρεε από την θέση που κατείχαν τα μέλη της κυρίαρχης ελίτ στην κομματική γραφειοκρατία, σε ένα εξίσου ιεραρχικό κοινωνικό σύστημα βασισμένο στις δομές ανισοκατανομής της οικονομικής δύναμης, στο οποίο οι ίδιες ελίτ διατήρησαν την προνομιακή θέση τους εξασφαλίζοντας την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.[i]

Οι καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες που έχουν συμφέρον να ανατρέψουν το status-quo είναι όλες εκείνες οι διαφορετικές κοινωνικές ομάδες που περιέρχονται σε θέση εξάρτησης και υποτέλειας εξαιτίας της ολοένα και αυξανόμενης διαδικασίας συγκέντρωσης δύναμης που λαμβάνει χώρα λόγω της εγγενούς δυναμικής του συστήματος. Η έννοια της κοινωνικής ομάδας παίζει κεντρικό ρόλο σε αυτήν τη διευρυμένη ταξική θεωρία και δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται με καθαρά οικονομικούς όρους. Μπορεί να περιλαμβάνει πολιτικές και κοινωνικές οντότητες που βρίσκονται στα (υπό εξαφάνιση) μεσαία στρώματα, στο κατώτερο μισό ή και στην βάση της κοινωνικής πυραμίδας κι ως εκ τούτου δεν έχουν την παραμικρή πρόσβαση στις πηγές των θεσμοποιημένων μορφών δύναμης της υφιστάμενης ιεραρχικής ολότητας. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, οι ταξικές δομές δεν πρέπει να ερμηνεύονται απλά ως υποπροϊόντα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής (όπως συμβαίνει στο μαρξισμό που περιορίζεται στην εξέταση των σχέσεων δύναμης που αναδύονται στη σφαίρα της οικονομίας), αλλά κι ως αποτέλεσμα της άνισης κατανομής δύναμης στον πολιτικό, τον πολιτιστικό και τον ευρύτερο κοινωνικό τομέα, στους οποίους οι ταξικές αντιθέσεις ανακύπτουν ως αποτέλεσμα της διαφορετικής δυνατότητας που έχει η κάθε κοινωνική ομάδα για να διαμορφώσει το γενικό πλαίσιο και την ανάπτυξη των αντίστοιχων πεδίων. Η κάθε κοινωνική ομάδα συνιστά μια υπό-ολότητα της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας του συστήματος και μέσα στους κόλπους της χαρακτηρίζεται από σύμπτωση των συμφερόντων, ιδεών, και φιλοδοξιών των ατόμων που την απαρτίζουν.

Στο βαθμό που αυτές οι ομάδες δεν έχουν πρόσβαση στις πραγματικές πηγές της θεσμοποιημένης εξουσίας, εξαναγκάζονται μέσω της φυσικής και δομικής οικονομικής βίας του συστήματος και του πολιτιστικού / ιδεολογικού καταναγκασμού που είναι ενσωματωμένος στη διαδικασία κοινωνικοποίησης, να εσωτερικεύσουν εκείνες τις αντιλήψεις, τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις που είναι συμβατές με την επικρατούσα ιεραρχική κοινωνική δομή. Με άλλα λόγια, υιοθετούν ως δικό τους,  ένα κοινωνικό φαντασιακό που τους κρατά σε θέση υποτέλειας απέναντι στις ελίτ του συστήματος και στην πραγματικότητα τους μεταδίδεται από τις ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται στην κορυφή της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Με αυτόν τον τρόπο, υποκύπτουν στις θεσμοθετημένες ιεραρχικές σχέσεις που είναι συστατικό στοιχείο όλων των ετερόνομων κοινωνιών και απεμπολούν το δικαίωμά τους να ελέγχουν τη ζωή τους, να διαμορφώνουν τις βασικές επιλογές που επηρεάζουν την κοινωνική και ατομική ύπαρξη τους, με λίγα λόγια, να καθορίσουν τα όρια της εξέλιξης τους ως διακριτές κι ανεξάρτητες κοινωνικές μονάδες. Επομένως, η πρωταρχική λειτουργία των ταξικών διακρίσεων στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, είναι η διαμόρφωση εκείνων των υποκειμενικών και αντικειμενικών συνθηκών που δεν επιτρέπουν στα άτομα και στις κοινωνικές ομάδες που συγκαταλέγονται ανάμεσα στα καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας, να επιλέξουν το δικό τους δρόμο προς την ατομική και συλλογική τους ανάπτυξη, να καθορίσουν τις δικές τους προτεραιότητές κι ενδιαφέροντα και να διαμορφώσουν τα δικά τους αξιακά συστήματα, σε συμφωνία με τις συλλογικές επιθυμίες και φιλοδοξίες τους. Αντ ‘αυτού, είναι αναγκασμένα να υποταχθούν στην βούληση των ελίτ και των προνομιούχων κοινωνικών ομάδων και να ενεργούν βάσει σκοπών που έχουν προαποφασιστεί γι’ αυτούς, μέσα σε όρια που έχουν ορίσει γι’ αυτούς οι ελίτ, τα οποία φυσικά δεν μπορεί ποτέ να υπερβούν ή να υπονομεύσουν τις θεμελιώδεις παραμέτρους της υφιστάμενης εξουσιαστικής δομής.

Η ερμηνεία του φαινομένου της ταξικής κυριαρχίας πρωτίστως ως μιας δομικής κατάστασης συνολικού ετεροκαθορισμού κάποιων κοινωνικών μονάδων από κάποιες άλλες, συνάδει εξολοκλήρου με τον ορισμό της «Καλής Κοινωνίας» όπως αυτός διατυπώθηκε κατά καιρούς σε κλασικά έργα της αναρχικής παράδοσης.  Για παράδειγμα, για τον Μπακούνιν η έλευση της αναρχικής κοινωνίας σήμαινε ότι θα δημιουργούνταν πλέον οι προϋποθέσεις για την «ολόπλευρη ανάπτυξη και [την] πιο ολοκληρωμένη απόλαυση όλων των ανθρώπινων ικανοτήτων και δυνάμεων για όλους, με την εκπαίδευση, την επιστημονική επιμόρφωση και την υλική ευμάρεια – πράγματα που μπορούν να δοθούν στον καθένα μόνο με την υλική και πνευματική, μυϊκή και νευρική, συλλογική δουλειά ολόκληρης της κοινωνίας».[ii] Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι η αναρχική, απελευθερωτική κοινωνία θα πραγματωνόταν μέσα από μια αυτόνομη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θα δημιουργούσε τις συνθήκες για την απρόσκοπτη και πολύπλευρη ανάπτυξη του κάθε ατόμου και του κάθε συλλογικού υποκειμένου σύμφωνα με τις επιθυμίες, τα ενδιαφέροντα και τις ικανότητες του, η εμπράγματη αντίθεση της αναρχικής κοινωνίας, δηλαδή η εξουσιαστική κοινωνία του υπαρκτού καπιταλισμού, δεν μπορεί παρά να είναι μια ετερόνομη μορφή κοινωνικής οργάνωσης στο πλαίσιο της οποίας η ανεμπόδιστη και αυτοτελής ατομική και συλλογική ανάπτυξη δεν είναι δυνατή και τα όρια της δραστηριότητας της κάθε κοινωνικής μονάδας, δηλαδή οι αντικειμενικές και οι υποκειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες λαμβάνει χώρα αυτή η δραστηριότητα, είναι εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένα από κάποιο κέντρο εξουσίας. Μια τέτοια ολιστική αντίληψη του φαινομένου της ταξικής καταπίεσης ίσως θα μπορούσε να αποτελέσει και το πρώτο βήμα για την ανάπτυξη μιας πραγματικά ελευθεριακής ταξικής θεωρίας, που θα είναι πλήρως απαλλαγμένη από τα μαρξιστικά βαρίδια του οικονομικού ντετερμινισμού που ο αναρχισμός είναι αναγκασμένος να κουβαλάει σχεδόν από την γέννηση του. Στο πλαίσιο μιας παρόμοιας θεωρίας, το πολιτικό, το οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτισμικό στοιχείο συνιστούν αυτόνομα, αλλά αλληλεξαρτώμενα μέρη μιας ενιαίας κοινωνικής πραγματικότητας. Την πρωτοκαθεδρία δεν την έχει εξ ορισμού το οικονομικό στοιχείο, όπως συμβαίνει με τον μαρξισμό που προσπαθεί να ερμηνεύσει τα πιο ετερόκλητα κοινωνικά φαινόμενα ως παράγωγα μιας ολοένα και πιο ξεχειλωμένης θεωρητικής έννοιας του «Κεφαλαίου», αλλά οποιοδήποτε από τα τρία πεδία μπορεί να έχει τον ηγεμονικό ρόλο, ανάλογα με την έκβαση της Κοινωνικής Πάλης σε ένα προηγούμενο στάδιο της ιστορικής εξέλιξης της κάθε κοινωνικής ολότητας.[iii]

Η απόκλιση ανάμεσα στους στόχους και τα συμφέροντα των ελίτ από την μία μεριά και των υποτελών κοινωνικών ομάδων από την άλλη, δημιουργείται ακριβώς λόγω των ταξικών διαιρέσεων που υπάρχουν εξ ορισμού σε κάθε ετερόνομη κοινωνία. Σε εποχές δομικής κρίσης του συστήματος, η έμφυτη αυτή απόκλιση μετατρέπεται σε ανοικτή σύγκρουση, η οποία ανάλογα με τους ταξικούς συσχετισμούς δύναμης και τον βαθμό ταξικής συνειδητοποίησης των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας, τείνει να λάβει τα χαρακτηριστικά της Κοινωνικής Πάλης με αντισυστημικό περιεχόμενο. Δηλαδή, ενός πολύπλευρου πολιτικοκοινωνικού αγώνα που σαν τελικό στόχο έχει την κατάργηση των βασικών ετερόνομων θεσμών της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, που μέσω της λειτουργίας τους αναπαράγουν την συγκέντρωση δύναμης και την δημιουργία ιεραρχικών σχέσεων ανάμεσα σε κοινωνικά άτομα και ομάδες σε όλα τα επίπεδα του οργανωμένου κοινωνικού βίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο εκδηλώνεται η ταξική καταπίεση στις ετερόνομες κοινωνικές ολότητες είναι ο πρόσφατος πόλεμος στο Ιράκ. Η εισβολή και στρατιωτική κατοχή του Ιράκ ήταν ένας στόχος που υιοθετήθηκε διακαώς από την πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ελίτ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών του παγκόσμιου Βορρά, αλλά με τον οποίο ήταν συντριπτικά αντίθετες τεράστιες κοινωνικές πλειοψηφίες, ιδιαίτερα στις ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, παρά το πελώριο αντιπολεμικό κίνημα που δημιουργήθηκε, η εισβολή δεν στάθηκε δυνατό να αποτραπεί και τελικά ήταν στρατιώτες που προέρχονταν από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα οι οποίοι στάλθηκαν στο Ιράκ για να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους και να φέρουν σε πέρας μια βρώμικη, κατακτητική εκστρατεία. Στον πόλεμο βέβαια δεν πήγαν τα ίδια τα μέλη της υπερεθνικής ελίτ, παρόλο που σε αυτά ανήκε η τελική απόφαση για την εξαπόλυση του εγκληματικού αυτού πολέμου.

Το ίδιο ισχύει και για τα οικονομικά μέτρα κοινωνικού κανιβαλισμού που εφαρμόζονται σήμερα κατά συρροή στις εξαρτημένες οικονομίες του Ευρωπαϊκού Νότου, τα οποία επιβαρύνουν μονομερώς τα φτωχά και ανυπεράσπιστα στρώματα, προς όφελος των ελίτ και των προνομιούχων κοινωνικών ομάδων του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, επειδή από αυτές τις κοινωνικές ομάδες εξαρτάται το σύστημα για την επαναφορά της οικονομικής «ανάπτυξης», η οποία είναι αναγκαία συνθήκη για την αναπαραγωγή του. Τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, κάποιος μπορεί να αναφερθεί στην ζοφερή πραγματικότητα της τεράστιας οικολογικής καταστροφής που συντελείται καθημερινά σε παγκόσμια κλίμακα. Η καταστροφή αυτή μπορεί να είναι «αόρατη» στα μάτια της υπερεθνικής ελίτ, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για τη ρύπανση του περιβάλλοντος αφού λαμβάνει όλες τις σημαντικές πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις στο πλαίσιο της λειτουργίας του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Τα μέλη που στελεχώνουν την υπερεθνική ελίτ διαθέτουν άλλωστε τα οικονομικά μέσα προκειμένου να προστατευθούν αποτελεσματικά από τις επιπτώσεις της διάλυσης του οικοσυστήματος, είτε μέσω της ενσωμάτωσης σχετικών προδιαγραφών στις πολυτελείς οικείες τους, ή μέσω της διαρκούς κινητικότητας τους από χώρα σε χώρα, κλπ. Παρ’ όλα αυτά, στις υποτελείς χώρες της περιφέρειας του διεθνούς συστήματος, έχει συντελεστεί ήδη μια ανεπανόρθωτη καταστροφή, με τον συνακόλουθο τραγικό αντίκτυπο σε ανθρώπινες απώλειες και την επιδείνωση των μαζικών μεταναστευτικών ροών από την περιφέρεια προς το κέντρο, ενώ υπαρκτός είναι και ο κίνδυνος που δημιουργείται για την κατάσταση της υγείας, ή ακόμη και την φυσική επιβίωση των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων στον «ανεπτυγμένο» Βορρά (κλιματική αλλαγή, επιδείνωση ακραίων καιρικών φαινομένων, παραποίηση της αγροτικής παραγωγής μέσω της χρήσης γενετικά μεταλλαγμένων ποικιλιών, κλπ.).

Με βάση τα παραπάνω, βλέπουμε ότι οι κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται στο κατώτερα επίπεδα της ετερόνομης ιεραρχικής ολότητας, έχουν αντικειμενικό συμφέρον να οργανωθούν προκειμένου να πετύχουν την ανατροπή του συστημικού κατεστημένου. Επειδή, ωστόσο η ταξική ταυτότητα του κάθε κοινωνικού ατόμου στις σύγχρονες κοινωνίες της αγοράς δεν είναι μονολιθική και κάθε κοινωνικό άτομο υπόκειται στην κυριαρχία και την καταπίεση των ιεραρχικών σχέσεων σε περισσότερα από ένα κοινωνικά πεδία, η δράση στο πλαίσιο μονοθεματικών εκστρατειών δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει στην ατομική και συλλογική χειραφέτηση. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: α) οι σχέσεις εξουσίας είναι διάχυτες και ενυπάρχουν σε κάθε τομέα της κοινωνίας όπου λειτουργεί ένα ιεραρχικό μοντέλο οργάνωσης της κοινωνικής ζωής. Για παράδειγμα, η κυριαρχία πραγματώνεται μέσα από την θέσμιση δομών ανισοκατανομής της δύναμης στην οικονομία, ωστόσο ιεραρχικές σχέσεις παράγονται εξίσου στο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πεδίο, από τα οποία ο μέσος άνθρωπος είναι παντελώς αποκλεισμένος και δεν είναι σε θέση να επηρεάσει κατά οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο τις θεσμικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων και, β) επειδή η βελτίωση της κοινωνικής κατάστασης μιας μεμονωμένης κοινωνικής μονάδας συντελείται εξ ορισμού σε βάρος των υπόλοιπων κοινωνικών ομάδων που βρίσκονται στα κατώτερα επίπεδα της κοινωνικής πυραμίδας, είτε γιατί μπορεί να σηματοδοτεί μια μερική μόνο βελτίωση σε έναν συγκεκριμένο τομέα της κοινωνικής ζωής (για παράδειγμα, η κατάργηση της σεξουαλικής καταπίεσης μιας μειονοτικής ομάδας, δεν συνεπάγεται την κατάργηση της ετερονομίας στο πολιτικό, οικονομικό και ευρύτερο κοινωνικό πεδίο), ή διότι επιτρέπει στην μέχρι τώρα μειονεκτούσα κοινωνική ομάδα να γίνει δεκτή στις τάξεις των κυρίαρχων κοινωνικών μονάδων, χωρίς ουσιαστικά να θίγεται η αναπαραγωγή της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης των υπόλοιπων υποτελών κοινωνικών ομάδων, στην οποία βασίζεται η ίδια η ισχύς του συστήματος. Ως εκ τούτου, πιστεύουμε ότι τα μονοθεματικά κινήματα ή τα κινήματα ταυτότητας δεν συνιστούν απελευθερωτικά προτάγματα, επειδή από την φύση τους, μπορούν να έχουν σαν μοναδικό τους στόχο την βελτίωση της κατάστασής μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας μέσω της απόκτησης «δικαιωμάτων» ενάντια στις θεσμισμένες εξουσίες, ή ακόμη και την προσχώρηση της στις τάξεις των κυρίαρχων ελίτ της ετερόνομης κοινωνίας. Η γνήσια χειραφέτηση προϋποθέτει την συνεύρεση όλων των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων σε ένα ενιαίο αντισυστημικό κίνημα, ενωμένο από μια κοινή ανάλυση της υπάρχουσας κατάστασης, μια κοινή κοσμοθεωρία και μια μαχητική πολιτική δέσμευση για την κατάργηση όλων των ιεραρχικών θεσμών και τη δημιουργία μιας αυτόνομης μορφής κοινωνικής οργάνωσης, στο πλαίσιο της οποίας όλες οι μορφές δύναμης θα κατανέμονται ισομερώς μεταξύ όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από το φύλο, την οικονομική τάξη, την φυλή, την εθνικότητα και ούτω καθεξής. Αλλά, αυτή είναι μια δημοκρατική επιλογή που οι καταπιεσμένοι αυτής της κοινωνίας θα πρέπει να κάνουν για τον εαυτό τους.


[i] T. Fotopoulos, The Catastrophe of Marketization, http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol5/fotopoulos_marketisation_PRINTABLE.htm.

[ii] Μ. Μπακούνιν, Θεός και Κράτος (Κατσάνος), σελ.94.

[iii] Για παράδειγμα στην θεοκρατική κοινωνία του Ιράν, το κυρίαρχο στοιχείο από το οποίο εκπορεύεται η ανισομέρεια της δύναμης είναι το πολιτισμικό στοιχείο, αφού η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της θρησκευτικής ελίτ. Στις κοινωνίες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, το πολιτικό ήταν εκείνο το στοιχείο που κατείχε ηγεμονική θέση στην σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα στα διαφορετικά κοινωνικά πεδία, αφού η δύναμη ανήκε στην πολιτική ελίτ, στα μέλη δηλαδή του γραφειοκρατικού κομματικού μηχανισμού και του κρατικού μηχανισμού που μονοπωλούνταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τέλος, στις καπιταλιστικές κοινωνίες το οικονομικό στοιχείο είναι το ηγεμονικό. Η κυριαρχία του έναντι των άλλων πεδίων εκδηλώνεται εν μέρει με την δύναμη που συγκεντρώνουν στα χέρια τους οι οικονομικές ελίτ κι εν μέρει μέσω της διαδικασίας αγοραιοποίησης κι εμπορευματικής διαμεσολάβησης κάθε πτυχής της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Για περισσότερα, T. Fotopoulos, Class Divisions Today, http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

Ο Οριενταλισμός ως σύγχρονος αναρχικός λόγος

odaliske

«…δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν τους εαυτούς τους, πρέπει να
εκπροσωπηθούν».

 Καρλ Μαρξ

 

Μια απάντηση στο κείμενο «Αραβικό Φθινόπωρο» που δημοσιεύτηκε εδώ: http://eagainst.com/articles/arabic-fall/.

Τι είναι Οριενταλισμός;

 Για να κατανοήσουμε τον Οριενταλισμό δεν θα πρέπει να τον ερμηνεύσουμε ως έναν ακόμη κλάδο ακαδημαϊκής έρευνας, μια σχολή σκέψης που καταγίνεται με ένα διακριτό αντικείμενο μελέτης. Η ίδια η ανάδειξη του Οριενταλισμού σε αναγνωρισμένο παρακλάδι των δυτικών κοινωνικών επιστημών, με δικά του πανεπιστημιακά τμήματα και εκπαιδευτικές υποδομές (π.χ. η σχολή S.O.A.S. στο Λονδίνο)[i] συνιστά ένδειξη της υπέρβασης που έχει πραγματοποιήσει το οργανωμένο οριενταλιστικό κίνημα από τα στενά όρια της πανεπιστημιούπολης και της τεράστιας ιδεολογικής ισχύος που έχουν συγκεντρώσει οι κοινωνικές ομάδες που συγκαταλέγονται ανάμεσα στους υποστηρικτές του. Η δύναμη αυτή που έχουν συσσωρεύσει, έχει επιτρέψει στις βασικές οριενταλιστικές ιδέες και αντιλήψεις να καταλάβουν μια θέση ανάμεσα σε εκείνες τις πεποιθήσεις που συνθέτουν τον πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος. Σε αυτή την διαδικασία κοινωνικής παραγωγής της «γνώσης», οι οριενταλιστικές ιδέες αφού πρώτα κάνουν τον κύκλο τους στις ανώτερες βαθμίδες της κοινωνικής πυραμίδας και υποβληθούν σε μια διαδικασία οργανικής όσμωσης με τα προνόμια και τα οργανωμένα ταξικά συμφέροντα των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, επιστρέφουν ύστερα «αναβαπτισμένες» στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Καταλαμβάνουν πανεπιστημιακές έδρες με άφθονη εταιρική χρηματοδότηση και διεκδικούν την αποτίμηση της «ερευνητικής» δραστηριότητας των «ειδημόνων» του κλάδου ως σημαντική και νευραλγική συνεισφορά στο συνολικό γνωστικό οικοδόμημα των δυτικών επιστημών.  

Ωστόσο, ενώ τα πεδία επιστημονικής έρευνας ταξινομούνται και οριοθετούνται σύμφωνα με οντολογικά, επιστημολογικά και μεθοδολογικά κριτήρια, το βασικό κριτήριο οριοθέτησης της οριενταλιστικής ψευδοεπιστήμης δεν είναι άλλο από την γεωγραφική γειτνίαση μιας αφηρημένης γεωπολιτικής οντότητας, της «Ανατολής», με τις καπιταλιστικές μητροπόλεις της Δύσης. Μέσα σε αυτή την αναλυτική κατηγορία της «Ανατολής» στοιβάζονται οι πιο ετερόκλητες και αντιφατικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ολότητες, στο όνομα ενός κατώτατου κοινού παρονομαστή, της ανταγωνιστικής γεωπολιτικής υπόστασης τους ως προς τις ελίτ των κεντρικών χωρών του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Όπως έχει γράψει και ο Έντουαρντ Σαϊντ, «Η Ανατολή είναι ακέραιο τμήμα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και κουλτούρας. Ο Οριενταλισμός εκφράζει κι εκπροσωπεί αυτό το τμήμα πολιτιστικά, κι ακόμη και ιδεολογικά, σαν μια κατηγορία ακαδημαϊκού λόγου με υποστηρικτικούς θεσμούς, λεξιλόγιο, ακαδημαϊκή παραγωγή, εικονογραφία, δόγματα ακόμη και δικές του αποικιακές γραφειοκρατίες και αποικιακά αισθητικά στιλ».[ii] Με άλλα λόγια, η ιδεολογική αναπαράσταση της Ανατολής όπως αυτή εκφράζεται από τον Οριενταλισμό, συνιστά μέρος της ολότητας του ηγεμονικού πολιτισμικού παραδείγματος στις ετερόνομες κοινωνίες του ανεπτυγμένου Βορρά. Μέσω της διάχυτης οριενταλιστικής προπαγάνδας και φιλολογίας, διαμορφώνεται ένα τεχνητό πολιτισμικό δίπολο που από την μία, παράγει ιδεολογικό λόγο εκ μέρους μιας «φωτισμένης», «δημοκρατικής» και «ορθολογικής» Δύσης και, από την άλλη, περιγράφει την «Ανατολή» ως μια παγιωμένη ιστορική πραγματικότητα, ομοιογενή ως προς την εκ διαμέτρου αντίθεση της προς τις «έμφυτες αρετές» του δυτικού πολιτισμού. Μια ακραία ετερόνομη ολότητα που βρίσκεται σε υπαρξιακή ένταση με την «πολιτισμένη» Δύση και την οποία οι ελίτ του προνομιούχου παγκόσμιου Βορρά καλούνται να «διαχειριστούν».

Έτσι, ο Οριενταλισμός επιτελεί έναν διπλό ρόλο σε σχέση με την αναπαραγωγή του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος. Στο διεθνές πεδίο, παρέχει το απαραίτητο θεωρητικό υπόβαθρο για την υλοποίηση μιας πολιτικής βίαιης καθολίκευσης των βασικών θεσμών της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας (αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και οικονομία της αγοράς) και την εξάπλωση τους στις κοινωνίες της περιφέρειας του διεθνούς συστήματος. Σε ότι αφορά την Κοινωνική Πάλη στο εσωτερικό των κοινωνιών του Βορρά, λειτουργεί ως όργανο διανοητικής καταστολής και ισοπέδωσης κάθε κριτικής σκέψης, υποδαυλίζοντας την αυταρέσκεια της δυτικής κουλτούρας. Επιβεβαιώνει πανηγυρικά την «ανωτερότητα» της, εξαλείφοντας την εγγενή αντίθεση που πάντα υπήρχε στην καρδιά της ιστορικής εξέλιξης του Ευρωπαϊκού πολιτισμού ανάμεσα στις εξουσιαστικές παραδόσεις της ετερονομίας, που ιστορικά κατέχουν τον ηγεμονικό ρόλο θεσμοποιώντας την υπεροχή τους μέσω της προσφυγής τους στην οργανωμένη κρατική βία, και την παράδοση της αυτονομίας που επανεμφανίζεται δυναμικά ανά τους αιώνες, επαναπροτείνοντας μέσα από περιοδικές λαϊκές επαναστάσεις κι εξεγέρσεις το διαχρονικό αίτημα για ατομικό και συλλογικό αυτοκαθορισμό. Με αυτόν τον τρόπο, ο Οριενταλισμός επιτελεί μια ενοποιητική λειτουργία για την ταξικά κατακερματισμένη δυτική κουλτούρα, επιστρατεύοντας ως κεντρικό σημείο αναφοράς ένα ριζικά διαφορετικό και απειλητικό «Άλλο».[iii]   

 

Ανατολικά του συστήματος

Στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, η ρατσιστική περιφρόνηση του σκληρού οριενταλιστικού πυρήνα της ηγεμονικής κουλτούρας φυλάσσεται αποκλειστικά για τις αντιστεκόμενες μουσουλμανικές μάζες της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Πράγματι, η Ιαπωνία έχει από καιρό υποκύψει στην αλλοτρίωση και την πολιτισμική ομοιομορφία που επιφέρει η μαζική εμπορευματική κουλτούρα του διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Η Κίνα βρίσκεται σε τροχιά πλήρους ενσωμάτωσης στις δομές του συστήματος, ενώ η Ινδία της μυστικιστικής αποβλάκωσης, των οδυνηρών ανισοτήτων και του μεσαιωνικού συστήματος κοινωνικών διακρίσεων, υμνείται για τις καπιταλιστικές της επιδόσεις και την πολυπληθή αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» της. Από την άλλη μεριά, το μεγάλο ιδεολογικό αφήγημα της «εξημέρωσης των ανυπότακτων μουσουλμάνων» είναι δομημένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε να περιέχει στοιχεία με τα οποία όλες οι τάξεις και κοινωνικές ομάδες του ανεπτυγμένου Βορρά μπορούν να ταυτιστούν. Ενώ οι ελίτ του συστήματος επεξεργάζονται με αμείλικτο κυνισμό σχέδια για την καθολίκευση της κυριαρχίας τους, οι αξιοσέβαστοι αστοί επιχαίρουν για την μεταλαμπάδευση των «φιλελεύθερων» αξιών στους «απολίτιστους» μουσουλμάνους. Οι Χριστιανοί αρπάζουν την ευκαιρία για μια καθυστερημένη ρεβάνς εναντίον των «απίστων» και οι φεμινίστριες πανηγυρίζουν για την «απελευθέρωση» των καταπιεσμένων γυναικών. Τέλος, οι μικροαστοί, αλλά δυστυχώς κι ένα τμήμα της εργατικής τάξης, εκδικούνται μέσω της ισλαμοφοβίας (που δεν είναι παρά η ιδεολογική προέκταση του Οριενταλισμού στο πεδίο της εγχώριας Κοινωνικής Πάλης) τους «ξυπόλητους» που ήρθαν μαζικά για να «καταπατήσουν» την προγονική γη και να δημιουργήσουν μια ανταγωνιστική προς αυτούς κοινωνική ομάδα, στον πάτο της ταξικής πυραμίδας μέσω της οποίας συγκροτείται σε σύνολο η ετερόνομη κοινωνική ολότητα.[iv]

Ακόμη και πολιτικοποιημένες συλλογικότητες της Αριστεράς ή του αναρχικού χώρου υιοθετούν έμμεσα το φαντασιακό των ελίτ, όταν πραγματεύονται ζητήματα που άπτονται των μουσουλμανικών κοινωνιών της Μέσης Ανατολής χωρίς να παίρνουν ως αφετηρία των αναλύσεων τους την διεξαγωγή της Κοινωνικής Πάλης στο διεθνές επίπεδο, καθώς και την ύπαρξη ιεραρχικών σχέσεων δύναμης ανάμεσα στην υπερεθνική (και τις επιμέρους εθνικές) ελίτ από την μία μεριά, και τα υποτελή κοινωνικά στρώματα από την άλλη, οι οποίες θεσμοποιούνται και αναπαράγονται μέσα από το διεθνοποιημένο σύστημα κυριαρχίας. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει δίχως άλλο και το κείμενο με τίτλο «Αραβικό Φθινόπωρο» που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο eagainst.com. Η επίδραση που ασκούν οι οριενταλιστικές ιδέες στον φαινομενικά χειραφετικό λόγο του κειμένου, είναι παραπάνω από εμφανείς στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας ερμηνεύει τους παράγοντες που συντελούν στην αναπαραγωγή μιας συγκρουσιακής δυναμικής ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες του ανεπτυγμένου Βορρά και τις μουσουλμανικές κοινωνίες του Νότου. Λίγο, πολύ, ο συγγραφέας, ο οποίος αυτό-συστήνεται ως υπέρμαχος της αυτονομίας, αποδίδει τις τεταμένες σχέσεις που επικρατούν ανάμεσα στους δύο διαφορετικούς κόσμους, σε μια μεγάλη πολιτισμική «παρεξήγηση». Σύμφωνα με την ανάλυση του κειμένου, για την υποδαύλιση μιας φιλοπόλεμης διάθεσης που χαρακτηρίζεται από αμοιβαία εχθρότητα και καχυποψία, δεν ευθύνονται οι συνεχείς πολεμικές επιχειρήσεις  της υπερεθνικής ελίτ ενάντια στις κοινότητες των μουσουλμάνων, οι μαζικές δολοφονίες και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Παλαιστίνη και Λιβύη, τα βασανιστήρια και οι ατελείωτες ταπεινώσεις, αλλά η δραστηριότητα εκατέρωθεν σκοτεινών και μισαλλόδοξων δυνάμεων που κινούνται στις παρυφές του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος και κηρύττουν το φυλετικό και θρησκευτικό μίσος. Έτσι, για τον συγγραφέα, έχουμε να κάνουμε με μια σύγκρουση των άκρων κι όχι με μία κυριαρχική πολιτισμική σχέση, μια δομή ανισοκατανομής δύναμης στο πολιτισμικό πεδίο που επέρχεται ως συμπλήρωμα της ταξικής ηγεμονίας της υπερεθνικής ελίτ στο επίπεδο της πολιτικής και της οικονομίας αντίστοιχα. Όσο για την ισλαμοφοβία, αυτή ερμηνεύεται ως το θλιβερό αλλά αποκλειστικό προνόμιο των ψηφοφόρων της «Χρυσής Αυγής, του BNP, του NPD, και άλλων νεοναζιστικών σχηματισμών»[v] , δηλαδή ως ένα φαινόμενο του πολιτικού περιθωρίου, και όχι ως εγγενές χαρακτηριστικό της επικρατούσας συστημικής ιδεολογίας.

Παρ’ όλα αυτά, για να κατανοήσουμε το φαινόμενο στις πραγματικές του διαστάσεις αρκεί να έχουμε κατά νου τα εξής. Στην Ελλάδα η χούντα ήδη προχωράει με σταθερούς ρυθμούς στην κατασκευή της αναγκαίας υποδομής για τον μαζικό εγκλεισμό των  – στην συντριπτική πλειοψηφία τους – μουσουλμάνων μεταναστών. Στις χώρες της βόρειας Ευρώπης όπως είναι η Ολλανδία, η Δανία, ή η Αυστρία τα πιο αντιδραστικά, αυταρχικά και ρατσιστικά πολιτικά μορφώματα βρίσκονται ήδη να κατέχουν μερίδιο από την κυβερνητική εξουσία χάρη στην ακραία μορφή αντί-μουσουλμανισμού που προπαγανδίζουν. Μάλιστα, δεν είναι περίεργο ότι ο γκουρού της Ολλανδικής ακροδεξιάς, Γκέερτ Βίλτερς αισθάνθηκε την ανάγκη να επισκεφτεί το παγκόσμιο κέντρο του σύγχρονου αντισημιτισμού, δηλαδή της ισλαμοφοβίας, Ισραήλ προκειμένου να καταθέσει τα διαπιστευτήρια του στην πανίσχυρη σιωνιστική ελίτ και να διακηρύξει ότι το Ισραήλ τόσα χρόνια «δίνει για μας την δική μας μάχη» κατά του κοινού μας εχθρού, του Ισλάμ.[vi] Ούτε βέβαια είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο ισραηλινός πρέσβης στα Ηνωμένα Έθνη ήταν από τους λίγους αξιωματούχους κρατών που επέλεξε να παραστεί στην δεξίωση που παρέθεσε η αρχηγός του ξενοφοβικού Γαλλικού Εθνικού Μετώπου Μαρίν Λεπέν, κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψης που πραγματοποίησε στις ΗΠΑ πριν τις πρόσφατες εθνικές εκλογές στην Γαλλία.[vii]

Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, οι οριενταλιστικές ιδέες έχουν ήδη διαποτίσει το ηγεμονικό φαντασιακό της πολιτικής ελίτ των ΗΠΑ και ο πόλεμος κατά του «ισλαμικού φασισμού» έχει αναγορευτεί σε επίσημη ιδεολογία πίσω από τις στρατιωτικές εισβολές που έχει εξαπολύσει το αμερικανικό τμήμα της υπερεθνικής ελίτ σε εδάφη που κατοικούνται από μουσουλμάνους υπό το πρόσχημα της καταπολέμησης της «τρομοκρατίας».[viii] Το 2010, ο Τόνυ Μπλαίρ πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας και νυν μυστικοσύμβουλος των ισχυρών ανδρών της υπερεθνικής πολιτικής ελίτ, δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι το ριζοσπαστικό Ισλάμ συνιστά την μεγαλύτερη απειλή για την «παγκόσμια ασφάλεια», ενώ στην ρεπουμπλικανική Γαλλία, ειδικά μετά την εξέγερση του 2005, η άγρια νεολαία των μητροπολιτικών προαστίων, που απαρτίζεται κυρίως από νεαρούς μετανάστες δεύτερης γενιάς με καταγωγή από το Αραβικό Μαγκρέμπ, θεωρείται ο Νο 1 εσωτερικός εχθρός για την Πέμπτη Δημοκρατία.[ix]

Σύμφωνα με τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι το να συζητά κανείς για την ισλαμοφοβία σαν να πρόκειται για μια ιδεολογική έκφανση του πολιτικού περιθωρίου, σημαίνει πως αρνείται ότι ο ρατσισμός είναι μια ήδη θεσμοποιημένη δομή εξουσίας και συνακόλουθα, ότι οι κεντρικές ιδέες και αντιλήψεις του εμπεριέχονται αυτούσιες στην κυρίαρχη ιδεολογία του συστήματος. Αυτός άλλωστε ήταν και ο πρωταρχικός ρόλος που εκπλήρωσε ιστορικά ο οριενταλισμός σαν ιδεολόγημα στην υπηρεσία της εξουσίας των Ευρωπαϊκών ελίτ, από την εποχή του Ρενάν και του Σιλβέστρ ντε Σασύ μέχρι σήμερα. Ειδικευόταν δηλαδή ο οριενταλισμός στην συγγραφή μιας α-ιστορικής και α-ταξικής ανάλυσης των κοινωνιών της Ανατολής, στο πλαίσιο της οποίας δεν υπήρχε κανένας χώρος για αναφορά στις αντικειμενικές συνθήκες στο διεθνές επίπεδο που είχαν σαν αποτέλεσμα τον συνολικό ετεροκαθορισμό των πληθυσμών του Νότου από τις ανεπτυγμένες κοινωνίες του Βορρά, μέσω της βίαιης ενσωμάτωσης τους στο διεθνές σύστημα κυριαρχίας. Έτσι, οι οριενταλιστές καθεστωτικοί διανοούμενοι περιορίζονταν σε μια δήθεν «αποστασιοποιημένη» εμπειρική διαπίστωση της πολιτισμικής «βαρβαρότητας» και της οικονομικής υπανάπτυξης των υπόδουλων λαών της περιφέρειας, συσκοτίζοντας πλήρως τον συστημικό παράγοντα και αναζητώντας την εξήγηση για την δυσχερή και υποτελή θέση στην οποία είχαν περιέλθει οι μη-Ευρωπαϊκοί λαοί έναντι της Ευρώπης, στην «φυσική», πολιτισμική και ηθική κατωτερότητα τους έναντι του «ανυπέρβλητου» πνεύματος του λευκού αστού Ευρωπαίου. Η στάση αυτή των οριενταλιστών διανοουμένων δεν πρέπει να μας εκπλήσσει καθότι οι περισσότεροι από αυτούς κατέφτασαν στην Ανατολή συνοδεύοντας τα ευρωπαϊκά στρατεύματα κατοχής, λειτουργώντας ως στρατευμένος ιδεολογικός βραχίονας του αποικιοκρατικού κατεστημένου. Ήταν φυσικό λοιπόν να αναλάβουν τον ρόλο των απολογητών της ευρωπαϊκής κυριαρχίας, και να συμπεράνουν ότι η κατάσταση έμφυτης πολιτισμικής υστέρησης των λαών του Νότου από την μία εξηγούσε αποτελεσματικά την υπανάπτυξη τους και από την άλλη καθιστούσε αναγκαία την στρατιωτική παρέμβαση και την απευθείας διακυβέρνηση τους από τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές μητροπόλεις. 

Η όψιμη θέση που έκφρασε ο Καστοριάδης σύμφωνα με την οποία η αποτυχία της οικονομίας ανάπτυξης στις χώρες του Νότου και ως εκ τούτου η διεύρυνση της παγκόσμιας ανισότητας οφειλόταν στο γεγονός ότι «η καταπληκτική εξάπλωση της Δύσης συνάντησε μπροστά της κοινωνίες οι οποίες είχαν τελείως άλλου είδους φαντασιακές θεσμίσεις και είχαν δημιουργήσει, κατά συνέπεια, τελείως άλλου είδους ανθρωπολογικούς τύπους και καθόλου τον τύπο του Δυτικού πολίτη […] ή του βιομηχανικού εργάτη ή του βιομηχανικού επιχειρηματία»[x] δεν αποτελεί παρά μια αναδιατύπωση της κλασικής οριενταλιστικής άποψης ότι για τα δεινά που πλήττουν κατ’ εξακολούθηση τους λαούς της καπιταλιστικής περιφέρειας (πόλεμος, φτώχεια, υπανάπτυξη) ευθύνονται αποκλειστικά οι ίδιοι οι υποτελείς λαοί και όχι οι επικυρίαρχοι τους στον Βορρά. Με άλλα λόγια, η αναγωγή του προβλήματος της οικονομικής εξάρτησης και εξαθλίωσης των χωρών του Νότου στην σφαίρα μιας φαινομενικής ασυμβατότητας ανάμεσα στους «ανθρωπολογικούς τύπους» που παράγονται στις κοινωνίες αυτές και τις φαντασιακές θεσμίσεις που εκπορεύονται από τις κοινωνίες του Βορρά, έχει σαν αποτέλεσμα την υποβάθμιση της σημασίας που έχουν οι ιεραρχικές δομές του διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας στην διαδικασία κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής των φαντασιακών σημασιών της κάθε κοινωνικής ολότητας μέσω της αλληλεπίδρασης τους με τις υπάρχουσες υποκειμενικές συνθήκες. Το ανθρωπολογικό πρότυπο του «καπιταλιστή επιχειρηματία» δεν αναδύθηκε στις χώρες του Νότου όχι επειδή ερχόταν σε σύγκρουση με το ανυποχώρητο θεοκρατικό φαντασιακό των ισλαμικών κοινωνιών, αλλά επειδή οι όποιες καπιταλιστικές δομές αναπτύχθηκαν στις χώρες της περιφέρειας δεν είχαν ιστορικό-οργανικό χαρακτήρα, ούτε ήταν ίδιες με αυτές του καπιταλισμού του κέντρου (ήταν δομές υποτέλειας κι εξάρτησης και όχι κυριαρχίας), ούτε ο ιστορικός οικονομικός ρόλος των κεφαλαιοκρατών του Βορρά ήταν ο ίδιος για τις χώρες του Νότου σε σχέση με τον ρόλο που έπαιξαν στις καπιταλιστικές μητροπόλεις.[xi]

Για να το πούμε διαφορετικά, δεν προήλθε ο καπιταλισμός ως οικονομικό σύστημα με κάποιον μαγικό τρόπο μέσα από ένα έωλο καπιταλιστικό φαντασιακό. Αντίθετα, οικονομικό σύστημα και φαντασιακές σημασίες αναπτύχθηκαν ταυτόχρονα και μέσα από μια αμφίδρομη διαδικασία αλληλεπίδρασης στην οποία ούτε το υποκειμενικό, ούτε το αντικειμενικό στοιχείο είχαν πρωτεύοντα ρόλο. Έτσι, οι οικονομικές δυσλειτουργίες και παραμορφώσεις που επέφερε η εξάπλωση της καπιταλιστικής οικονομίας ανάπτυξης σε χώρες της περιφέρειας υπό συνθήκες εξάρτησης τους από τις ήδη πανίσχυρες καπιταλιστικές οικονομίες του Βορρά, επέφερε και την σχετική αλλοίωση στην ταξική φυσιογνωμία των κοινωνικών υποκειμένων και στην κατανομή των κοινωνικών ρόλων που γεννήθηκαν μέσα από αυτήν την διαδικασία στις κοινωνικές ολότητες του Νότου. Έτσι, ο καπιταλιστής επιχειρηματίας ή ο «τεχνοκράτης» πολιτικός των χωρών του Νότου, πέρα από τον ρόλο τους ως μέλη της εγχώριας πολιτικής και οικονομικής ελίτ, αντικειμενικά ανέλαβαν και τον ρόλο του διεκπεραιωτή των οικονομικών συμφερόντων των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, λειτουργώντας ως φορείς ετεροκαθορισμού των κοινωνιών στις οποίες ανήκαν, από τις κυρίαρχες μητροπόλεις του κέντρου. Ο συγγραφέας του «Αραβικού Φθινοπώρου» αναγνωρίζει την ύπαρξη αυτής της αλληλεπίδρασης μόνο αποσπασματικά, περιγράφοντας την ως μεμονωμένο γεγονός, στον βαθμό που οι ελίτ του κέντρου, «αποφασίζουν να δοκιμάσουν την παλιά συνταγή του επεκτατισμού, με σκοπό πάντα την ικανοποίηση των οικονομικών στόχων των ολιγαρχιών».[xii] Ωστόσο, η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια του συστήματος της οικονομίας της αγοράς δεν έχει τον χαρακτήρα μιας περιστασιακής «επιδρομής». Συνιστά συστημικό φαινόμενο με διαρκείς και καταστρεπτικές συνέπειες και αποτελέσματα, δημιουργώντας δεσμούς εξάρτησης και ετεροκαθορισμού σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό) ανάμεσα στις κυρίαρχες μητροπόλεις του κέντρου και τις υποτελείς κοινωνίες της περιφέρειας. 

 

Φωνές απ’ την Έρημο

 Πράγματι, αν μελετήσει κανείς τα έργα του ισλαμιστή ιδεολόγου και θεωρητικού της Ιρανικής Επανάστασης Αλί Σαριάτι, θα παρατηρήσει ότι αντικείμενο της θεωρητικής του εργασίας δεν είναι η προάσπιση μιας απαράλλακτης και αναχρονιστικής ισλαμικής παράδοσης κόντρα στην παραμορφωτική επιρροή των νεωτεριστικών αξιών και ιδεών. Γι’ αυτούς που παραμένουν παθητικά προσκολλημένοι στις παραδόσεις ο Σαριάτι γράφει πως «ότι είναι παλαιό, δεν είναι κι ευσεβές», ενώ με μπόλικη δόση σαρκασμού σχολιάζει ότι προσπαθούν «να διατηρήσουν άμαξες που τις τραβάνε άλογα δίπλα, δίπλα με τα ταξί».[xiii] Η επηρεασμένη από τον μαρξισμό σκέψη του εκδιπλώνεται κάτω από την βαριά σκιά της απειλής που ενσάρκωνε ο δυτικός ιμπεριαλισμός για την ανεξαρτησία και την επιβίωση του λαού του Ιράν. Επιζητά να ανανεώσει την ισλαμική κουλτούρα και να της εμφυσήσει έναν νέο δυναμισμό, ορίζοντας εκ νέου το σιιτικό ισλάμ ως ρεύμα πολιτικής και κοινωνικής αφύπνισης και ως κατ’ εξοχήν δόγμα των «mustazafin», δηλαδή της παγκόσμιας κοινότητας των καταπιεσμένων. Γράφει χαρακτηριστικά, «…αυτό είναι το τελευταίο επαναστατικό κύμα του Αλευιτικού Σιισμού, ο Κόκκινος Σιισμός, που επί 700 χρόνια συνέχισε να περιφρουρεί την φλόγα του επαναστατικού πνεύματος, της αναζήτησης για ελευθερία και δικαιοσύνη, πάντα παίρνοντας το μέρος του απλού λαού και αγωνιζόμενος ακατάπαυστα ενάντια στην καταπίεση, την άγνοια και την φτώχεια».[xiv] Όπως είναι πρόδηλο, ο Σαριάτι αντιλαμβάνεται το σιιτικό δόγμα της διαρκούς επανάστασης ενάντια στο σουνιτικό χαλιφάτο, ως μια δύναμη ανατροπής του εγχώριου και διεθνούς κατεστημένου, όπως αυτό εκφραζόταν από το δικτατορικό καθεστώς του Σάχη και τους δεσμούς υποταγής που αυτό είχε αναπτύξει με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, και ως όχημα ριζοσπαστικού μετασχηματισμού κι ανεξαρτητοποίησης της περσικής κοινωνίας. Το πνεύμα διεθνιστικής αλληλεγγύης που διαποτίζει την σκέψη του διασώζεται αυτούσιο στο άρθρο 154 του συντάγματος της ισλαμικής «δημοκρατίας» το οποίο αναφέρει:

 

«Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θεωρεί ότι ο στόχος της είναι η ευτυχία όλων των ανθρώπων, σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Αναγνωρίζει την ανεξαρτησία, την ελευθερία και την κυριαρχία των δικαιωμάτων και της δικαιοσύνης για όλους τους ανθρώπους του κόσμου. Ως εκ τούτου, ενώ τηρεί την απόλυτη αυτοσυγκράτηση αναφορικά με την ανάμειξη της στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων εθνών, θα προστατέψει τους αγώνες των αδύναμων ενάντια στους αλαζόνες, σε όποιο μέρος του κόσμου κι αν βρίσκονται».[xv] 

Έτσι, βλέπουμε ότι η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας για προβολή μιας όσο γίνεται πιο συγκροτημένης συλλογικής αυτοάμυνας στις αρπακτικές διαθέσεις των ιμπεριαλιστικών ελίτ των ανεπτυγμένων χωρών του Βορρά, ήταν εκείνη που σε μεγάλο βαθμό υπαγόρευσε το ιδεολογικό περιεχόμενο του μαχητικού, περσικού ισλαμισμού, ο οποίος από αυτή την άποψη έχει πολλά κοινά με το κίνημα της θεολογίας της απελευθέρωσης των λατινοαμερικάνων καθολικών.[xvi] Και μπορούμε να αντιληφθούμε ότι ο σιιτικός επαναστατικός λόγος δεν έχει τις ρίζες του στην υποτιθέμενη ανικανότητα των μουσουλμανικών κοινωνιών να αποδράσουν από τις «δαγκάνες ενός ανυποχώρητου θρησκευτικού φαντασιακού», όπως υποστηρίζει ο Καστοριάδης[xvii], αλλά στην ανάγκη επιστράτευσης του ριζοσπαστικού Ισλάμ ως ιδεολογικού εργαλείου για την κινητοποίηση ενός όσο το δυνατόν μεγαλύτερου φάσματος κοινωνικών δυνάμεων και την ένταξη τους στην υπηρεσία της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης από την επικυριαρχία των δυτικών ελίτ και από την εξουσία του πελατειακού καθεστώτος της μοναρχίας.

Από την άλλη, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες η μαζική πολιτική απήχηση του σκληροπυρηνικού Ισλάμ αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε τεχνηέντως σε αγαστή συνεργασία και με την ενεργό υποστήριξη των ελίτ του συστήματος. Για παράδειγμα, είναι ευρέως αποδεκτό ότι οι μουτζαχεντίν της ισλαμικής αντίστασης στο Αφγανιστάν δεν θα είχαν κατορθώσει να εκδιώξουν τους σοβιετικούς από τα κατεχόμενα, ούτε αργότερα θα είχαν καταφέρει να επιβάλλουν τον ισλαμικό νόμο στην επικράτεια, αν προηγούμενα δεν είχαν εξασφαλίσει τον εξοπλισμό, την χρηματοδότηση και την διπλωματική στήριξη του αγώνα τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρομοίως, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες επέδειξαν ανοχή απέναντι στο νεαρό κίνημα των Αδελφών Μουσουλμάνων που άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία μέσα στις πανεπιστημιακές σχολές και τις επαγγελματικές ενώσεις της Παλαιστίνης και απέφυγαν να ανακόψουν την άνοδο του, διαβλέποντας στην αυξανόμενη δύναμη του ριζοσπαστικού Ισλάμ μια ευκαιρία για να αποδυναμώσουν και να υποσκάψουν την ενότητα της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, επιτρέποντας την δημιουργία μιας ισχυρής ισλαμικής αντιπολίτευσης.[xviii] Την ίδια ανοχή άλλωστε επέδειξαν οι δυτικοί επικυρίαρχοι απέναντι στους Αδελφούς Μουσουλμάνους της Αιγύπτου, όταν έγινε σαφές ότι αυτοί ήταν σε θέση να αμφισβητήσουν το μονοπώλιο της δύναμης που κατείχαν οι κοσμικοί, παναραβιστές σοσιαλιστές του Νάσερ στο εσωτερικό της χώρας.

Για τις προνομιούχες ελίτ του Βορρά, η επικράτηση των «θεοσεβούμενων» σουνιτών ισλαμιστών, με τον σεβασμό που τρέφουν για τις «θεόπνευστες» κοινωνικές ιεραρχίες, τις συντηρητικές κοινωνικές αντιλήψεις και τον φλογερό αντικομμουνισμό τους, ήταν σίγουρα προτιμότερη από την συνέχιση της κυριαρχίας του κοσμικού και σοσιαλιστικού κινήματος του Αραβικού εθνικισμού που «απειλούσε» να εκσυγχρονίσει τις αραβικές οικονομίες, φλέρταρε με την ΕΣΣΔ και επιχειρούσε να δημιουργήσει τις συνθήκες για την οικονομική ανεξαρτησία και αυτοδυναμία των Αράβων. Έτσι, η γεωπολιτική εκστρατεία για την κατεδάφιση των πιο ριζοσπαστικών επιτευγμάτων του κινήματος του Αραβικού εθνικισμού προς όφελος των δυνάμεων της πιο μαύρης ισλαμιστικής αντίδρασης συνεχίζεται και επί των ημερών μας με ακόμη πιο επιθετικό τρόπο. Στην Λιβύη, η υπερεθνική ελίτ κινητοποίησε ολόκληρο τον φονικό στρατιωτικό μηχανισμό της προκειμένου να ανατρέψει ένα, αυταρχικό μεν, κοσμικό και σοσιαλιστικό δε, καθεστώς που για δεκαετίες βρέθηκε στην εμπροσθοφυλακή του κινήματος για ενότητα μεταξύ των Αράβων και να το αντικαταστήσει με μια σάπια πολιτική συμμαχία ανάμεσα σε ισλαμιστές σκοταδιστές φανατικούς από την μία και εξόριστους κοσμοπολίτες μεγαλοαστούς από την άλλη. Αλλά και στην Συρία, η διεθνής εκστρατεία για την οριστική συντριβή και του τελευταίου προπυργίου του Αραβικού εθνικισμού, του συριακού μπααθικού καθεστώτος, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν αποβλέπουν τόσο στο να τεκμηριώσουν την ύπαρξη δυο αντικρουόμενων τάσεων μέσα στους κόλπους του σκληροπυρηνικού πολιτικού Ισλάμ, μιας «μαύρης» σουνιτικής συνιστώσας και μιας «κόκκινης», ριζοσπαστικής, σιιτικής τάσης, όσο στο να καταδείξουν τον τρόπο με τον οποίο η διαρκής δομική αλληλεπίδραση με το αντίπαλο δέος του ανεπτυγμένου Βορρά, ενεπλάκη με τις υπάρχουσες υποκειμενικές συνθήκες προκειμένου να διαμορφώσει κάθε φορά τον ιδεολογικό προσανατολισμό του εκάστοτε ισλαμιστικού κινήματος. Αν διαβάσει κανείς τα έργα του Ινδού μουσουλμάνου φιλοσόφου και πνευματικού πατέρα του σύγχρονου Πακιστάν, Μουχάμαντ Ίκμπαλ, εύκολα θα καταλάβει ότι η ιστορική εμπειρία της αποικιοκρατίας συντέλεσε τα μέγιστα στην απέχθεια που διατύπωσαν με συστηματικό τρόπο στα έργα τους οι ριζοσπάστες μουσουλμάνοι διανοούμενοι για τις αξίες του φιλελευθερισμού και την δυτική εκδοχή της νεωτερικότητας γενικότερα.[xix] Οι έννοιες «ελευθερία», «ισότητα», «δημοκρατία» δεν ήταν για τους υπόδουλους Άραβες παρά όμορφες λέξεις με τις οποίες περιέβαλλαν οι δυνάστες τους την νοσηρή πραγματικότητα της απάνθρωπης σκληρότητας, εκμετάλλευσης και καταπίεσης του αποικιοκρατικού κατεστημένου. Στοχαστές όπως ο Ίκμπαλ και ο Αιγύπτιος Σαγέντ Κουτμπ, οι οποίοι εκφράζουν την αντιδραστική «ακροδεξιά» πτέρυγα του πολιτικού Ισλάμ, έμαθαν από πολύ νωρίς να μην εμπιστεύονται τις αυτάρεσκες φιλοσοφικές αναλύσεις των Ευρωπαίων ιδεολόγων κι ένιωσαν στο πετσί τους τις οδυνηρές συνέπειες του θηριώδους ετερόνομου συστήματος που εξέθρεψε στις αποικίες το ηγεμονικό φαντασιακό των «φωτισμένων» κι «ενάρετων» ελίτ των Ευρωπαϊκών κρατών. Ήταν η υπαγωγή των κοινωνιών τους στις εξουσιαστικές δομές της αποικιοκρατίας που ώθησε τους ισλαμιστές διανοουμένους να απομακρυνθούν από το «δυτικό φαντασιακό» ως μέσον διεκδίκησης της πολιτισμικής ανεξαρτησίας τους κι ως μέθοδο για να αντισταθούν στην πολιτική και οικονομική εκμηδένιση τους. Μπορεί κανείς να θυμηθεί το παράδειγμα των Αλγερινών μαχητών του F.L.N. οι οποίοι δήλωναν σοσιαλιστές, δίνοντας όμως παράλληλα έμφαση στις μουσουλμανικές καταβολές του κινήματος τους, επιχειρώντας έτσι να διαχωρίσουν την πολιτική ταυτότητα τους από την «εξευρωπαϊσμένη», μετριοπαθή Αριστερά που έκφραζε ο ιδρυτής του Αλγερινού κινήματος της ανεξαρτησίας, Μεσάλι Χατζ.[xx]

 Άλλωστε, θα ήταν άκρως απλουστευτικό να ισχυριστεί κάποιος ότι όλα τα είδη και τα ρεύματα της ισλαμιστικής ιδεολογίας, παρά τις έντονες διαφορές και αντιθέσεις που έχουν μεταξύ τους, κατά βάθος δεν εκφράζουν τίποτα άλλο από μια στείρα άρνηση και μια λογική πεισματικής αντίστασης σε κάθε μεταρρύθμιση και αλλαγή. Ο Κουτμπ στο έργο του «Ορόσημα» δεν αρνείται τον κρίσιμο ρόλο που παίζει η τεχνολογική πρόοδος στην προσπάθεια για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του ανθρώπινου γένους. Γράφει, «Είναι αναγκαίο για την ηγετική δύναμη (της ανθρωπότητας) να διατηρήσει και να εξελίξει τους υλικούς καρπούς της δημιουργικής διάνοιας της Ευρώπης […] Αυτή ήταν η εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας η διάνοια της Ευρώπης δημιούργησε τα υπέροχα επιτεύγματα της στις επιστήμες, την κουλτούρα, την νομική επιστήμη και την παραγωγή υλικών αγαθών, χάρη στα οποία η ανθρωπότητα ανήλθε σε σπουδαία ύψη δημιουργικότητας και υλικών ανέσεων».[xxi] Ωστόσο, έχει πλήρη συνείδηση ότι η ίδια αυτή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας χρησιμοποιήθηκαν από την Ευρώπη για να συγκροτήσουν την υλική υποδομή της υποδούλωσης ενός μεγάλου μέρους της ανθρωπότητας και πρόσφεραν τα μέσα για την βίαιη εξάπλωση της κυριαρχίας της σχεδόν σε οικουμενικό επίπεδο. Έτσι, η «οικουμενικότητα» των αξιών του δυτικού φαντασιακού ήταν για τον Κουτμπ άμεση απόρροια των οικουμενικών διαστάσεων της ευρωπαϊκής υπεροπλίας και στρατιωτικής υπεροχής. Συνακόλουθα, η αναβίωση μιας «αυθεντικά» ισλαμικής μορφής οργάνωσης της μουσουλμανικής κοινωνίας, δεν ήταν παρά το μέσον για την συλλογική επιβίωση των μουσουλμάνων και την τελική επικράτηση τους στον αγώνα που είναι υποχρεωμένοι να διεξάγουν ενάντια στην Δύση για την απόκτηση της παγκόσμιας ηγεμονίας.   

 

Η αυτονομία του Καστοριάδη, ή ο «αναρχισμός» της μπουρζουαζίας

Η παντελής έλλειψη συνειδητοποίησης αναφορικά με τον ρόλο που παίζουν οι υφιστάμενες αντικειμενικές συνθήκες, δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος, στην διαμόρφωση και αναπαραγωγή μιας συγκρουσιακής δυναμικής ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα των χωρών του Νότου και στις ελίτ του Βορρά, διαφαίνεται έντονα και στα αξιοθρήνητα συμπεράσματα που διατυπώνει ο συγγραφέας του «Αραβικού Φθινοπώρου» ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα προωθήσουμε την υπόθεση της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας στον ισλαμικό κόσμο. Καμία αναφορά δεν γίνεται στους όρους και τις παραμέτρους της Κοινωνικής Πάλης σε διεθνές επίπεδο. Αντίθετα, μαθαίνουμε ότι καθήκον κάθε επαναστάτη ελευθεριακού δεν είναι η έμπρακτη αλληλεγγύη στα ένοπλα κινήματα (Χαμάς, Χεζμπολάχ, PFLP, κλπ.) που διεξάγουν εθνικοαπελευθερωτικούς πολέμους ζωής και θανάτου και αντιμάχονται με αυτόν τον τρόπο την εδραίωση της κυριαρχίας της υπερεθνικής ελίτ στην περιφέρεια του συστήματος, αλλά η συμπαράταξη μας με μεταμοντέρνα κοινωνικά υποκείμενα, όπως είναι οι ομοφυλόφιλοι, σε μονοθεματικούς κοινωνικούς αγώνες που από την φύση τους, ως μοναδικό στόχο τους μπορούν να έχουν την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων της κάθε κοινωνικής ομάδας. «Αυτό, εν ολίγοις, που εμείς καλούμαστε να υπερασπιστούμε είναι οι φωνές εκείνες που δεν προάγουν την βία, αλλά τις διαπολιτισμικές σχέσεις και όχι την μισαλλοδοξία και τον οπισθοδρομισμό», καταλήγει ο συγγραφέας σε μια παράγραφο που παραπέμπει περισσότερο σε κείμενο συμπερασμάτων πανεπιστημιακού διαπολιτισμικού συνεδρίου, παρά σε μπροσούρα μαχητικής ελευθεριακής συλλογικότητας.[xxii]

Ωστόσο, θα είναι λίγο δύσκολο για τις φωνές της συμφιλίωσης να βρουν ευήκοα ώτα στις Αραβικές χώρες για όσο καιρό συνεχίζεται η εθνοκάθαρση των Παλαιστίνιων από την οπλισμένη μέχρι τα δόντια Σιωνιστική εμπροσθοφυλακή του συστημικού ιμπεριαλισμού, για όσο καιρό μουσουλμανικές χώρες ισοπεδώνονται και δεκάδες χιλιάδες άμαχοι δολοφονούνται από τα βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ, για όσο καιρό διαρκεί η περικύκλωση των μουσουλμανικών χωρών από ένα δίκτυο στρατιωτικών βάσεων της υπερδύναμης στην Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία. Με άλλα λόγια, ο ιμπεριαλισμός του συστήματος δεν είναι ένα νοητικό κατασκεύασμα, προϊόν του αναχρονιστικού θεοκρατικού φαντασιακού των λαών της Ανατολής. Είναι μια ολοκληρωμένη δομή ετεροκαθορισμού που θεσμοποιείται μέσα από τις ιεραρχικές διαβαθμίσεις και τον παγιωμένο καταμερισμό εργασίας που επιβάλλει η υπερεθνική ελίτ σε πλανητικό πλέον επίπεδο. Μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του διεθνούς συστήματος ο ετεροκαθορισμός των υποτελών λαών της περιφέρειας είναι καθολικός και η δημιουργία σχέσεων που βασίζονται στην ανισοκατανομή της δύναμης ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια εκτείνεται σε όλα τα πεδία (πολιτική, οικονομία, κουλτούρα, οικολογία).

Ανάλογα δε με την ιστορική έκβαση της Κοινωνικής Πάλης σε κάθε κοινωνία, την γεωπολιτική θέση, τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων και τις υφιστάμενες υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες, η συνθήκη της ετερονομίας προσλαμβάνει διαφορετικά χαρακτηριστικά και παράγει διαφορετικές επιμέρους μορφές κοινωνικής οργάνωσης σε κάθε κοινωνική ολότητα. Το καθεστώς της στρατιωτικής κατοχής, η απευθείας διακυβέρνηση με τα όπλα χωρίς πολιτικές ή ιδεολογικές διαμεσολαβήσεις, αποτελεί την αναγκαία υλική μορφή της πιο απόλυτης ταξικής κυριαρχίας και της πιο βάρβαρης καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Με άλλα λόγια, η κατοχή συνιστά την ύψιστη συνθήκη ετερονομίας, η οποία ενέχει ως αναγκαία προϋπόθεση για την αναπαραγωγή της, την συντριπτική ανισοκατανομή όλων των μορφών δύναμης ανάμεσα στον κατακτητή από την μία, και τον υπόδουλο λαό από την άλλη, και συνιστά μια συνολική άρνηση του συλλογικού δικαιώματος ενός ολόκληρου λαού στον αυτοκαθορισμό. Κάποιος μπορεί κάλλιστα να ανησυχεί για την έλλειψη σεβασμού που επιδεικνύουν οι ισλαμιστικές αντιστασιακές οργανώσεις του Αφγανιστάν, της Τσετσενίας, της Παλαιστίνης και του Λιβάνου απέναντι στα ατομικά δικαιώματα.  Παρ’ όλα αυτά, μέσα στο πλαίσιο της κατοχής δεν έχει νόημα να μιλά κανείς για την προστασία των δικαιωμάτων στο κοινωνικό πεδίο, αφού αυτό που καταλύεται πρωτίστως είναι το δικαίωμα του κατεχόμενου λαού στην ίδια την αυτοδιάθεση ακόμη και την φυσική επιβίωση του. Η εξασφάλιση του δικαιώματος στην ζωή αποτελεί προϋπόθεση για την διασφάλιση όλων των δευτερευόντων δικαιωμάτων που συνάγονται απ’ αυτό. Έτσι, είναι τουλάχιστον ανορθολογικό να κόπτεται κανείς για το δικαίωμα των Παλαιστινίων γυναικών π.χ. στην σεξουαλική απελευθέρωση, αλλά ταυτόχρονα να σφυρίζει αδιάφορα μπροστά στον βίαιο εξανδραποδισμό και τον συνολικό ετεροκαθορισμό τους από το βάρβαρο Σιωνιστικό απαρτχάιντ.

Η δήθεν «αναρχική» στάση των ίσων αποστάσεων ανάμεσα στον πανίσχυρο εξουσιαστικό μηχανισμό της υπερεθνικής ελίτ και στα τοπικά κινήματα που αντιστέκονται στην περιφέρεια – επειδή αυτά μπορεί να είναι φορείς κάποιου άλλου είδους ετερονομίας (εθνικισμός, θρησκευτικός φονταμενταλισμός, κλπ.) – καταλήγει να ευνοεί αντικειμενικά τον ισχυρότερο, δηλαδή την υπερεθνική ελίτ, στην εκστρατεία που διεξάγει για την καθολίκευση της κυριαρχίας της. Βρίσκεται επίσης επικίνδυνα κοντά σε μια αντίληψη ενός κατακτητή που βρίσκεται σε ανθρωπιστική, «εκπολιτιστική» αποστολή (π.χ. να «διαπαιδαγωγήσουμε» τους «απολίτιστους» Αφγανούς στον σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων), παρόμοια με αυτή των απολογητών της αποικιοκρατίας. Πράγματι, δεν είναι μεγάλη η απόσταση ανάμεσα στην αποκήρυξη των ισλαμικών κοινωνιών ως συλλήβδην σκοταδιστικών εξαιτίας του αυταρχικού θρησκευτικού φαντασιακού τους, και στην λογική εκείνων των εγχώριων οργανώσεων που μπορεί να μην καλούν ανοικτά σε μια στρατιωτική επέμβαση της Δύσης, αλλά στην ουσία αναλαμβάνουν τον ρόλο μιας ιδεολογικής πέμπτης φάλαγγας που με την στάση τους επιβεβαιώνουν την ανωτερότητα των αξιών που εκπορεύονται απευθείας από την δυτική ετερόνομη παράδοση (π.χ. ο λόγος περί δικαιωμάτων) και εμμένουν στην ανάγκη εφαρμογής τους στο πλαίσιο των κοινωνιών από τις οποίες προέρχονται. Αν η τυπική κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών προϋποθέτει την συγκρότηση ενός κοινωνικού συστήματος σε δυτικά πρότυπα και την συμμόρφωση της τοπικής εξουσίας με τις κανονιστικές νόρμες που διέπουν την σχέση κυβερνήτη – υπηκόου σε μια αντιπροσωπευτική «δημοκρατία», τότε δεν υφίσταται ευδιάκριτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτή την αποθέωση των φιλοσοφικών αξιώσεων περί «οικουμενικότητας» του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος και του δόγματος της «περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας» που βρίσκεται στο πυρήνα του θεωρητικού σχήματος που χρησιμοποιείται για να δικαιολογεί τις «ανθρωπιστικές» στρατιωτικές επεμβάσεις της υπερεθνικής ελίτ.[xxiii]

Άλλωστε, αυτόν τον ρόλο παίζουν πολύ καλά και οι (ανεξάρτητες ή μη) ΜΚΟ, οι οποίες από την φύση τους λειτουργούν ως εν δυνάμει φορείς της νεοταξικής ιδεολογίας του συστήματος. Δηλαδή, δεν υιοθετούν ένα απελευθερωτικό πρόταγμα που έρχεται σε καθολική ρήξη με κάθε μορφή θεσμοποιημένης ετερονομίας, αλλά διαχέουν έναν λόγο «ενδυνάμωσης» των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων, που σε τελική ανάλυση δεν σημαίνει τίποτε άλλο από την διεκδίκηση του δικαιώματος των αποκλεισμένων κοινωνικών υποκειμένων να αναρριχηθούν στις υπάρχουσες εξουσιαστικές δομές, χωρίς ωστόσο να αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη της θεσμοποιημένης σχέσης εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου. Στις περισσότερες δε περιπτώσεις, οι ΜΚΟ απαιτούν τον συνολικό μετασχηματισμό του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου και την αναμόρφωση του σύμφωνα με το κοινωνικό παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας ως αναγκαία συνθήκη για την προάσπιση των δικαιωμάτων των αποκλεισμένων κοινωνικών ομάδων.[xxiv] Έτσι, μπορεί κάποιος βάσιμα να ισχυριστεί ότι οι ΜΚΟ δεν υπερασπίζονται αρχές, αλλά ένα συγκεκριμένο μοντέλο ταξικής κοινωνικής οργάνωσης, έναν δεδομένο τύπο ετερόνομης κοινωνίας.   

 

Λόγος και δύναμη

Στις καπιταλιστικές κοινωνίες του ανεπτυγμένου Βορρά, ο λόγος είναι δύναμη. Με αυτό εννοούμε ότι στον βαθμό που είναι συμβατή με το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα, η παραγωγή ιδεολογίας μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την κινητοποίηση μιας τεράστιας πολιτικής, οικονομικής, διπλωματικής και στρατιωτικής ισχύος που διαθέτει τα υλικά μέσα για να δημιουργήσει έναν κόσμο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των συμβολικών της αναπαραστάσεων. Αυτή η οργανική διασύνδεση μεταξύ γνώσης και δύναμης πουθενά δεν καθίσταται πιο εμφανής απ’ ότι στον ρόλο που έπαιξε η συστηματική διάχυση αντι-μουσουλμανικής προπαγάνδας ως ιδεολογικό υπόβαθρο για την διεξαγωγή του πολέμου κατά της «τρομοκρατίας» από την υπερεθνική ελίτ. Ή στην εδραίωση του «επιστημονικού» κύρους και την ηγεμονική θέση που κατέκτησαν οι ισλαμοφοβικοί κύκλοι στον χώρο της αμερικανικής διανόησης, μετά την ανάληψη από τις ΗΠΑ επιθετικών πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον των μουσουλμάνων σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Σομαλία, Λιβύη, κλπ. Θα πρέπει εδώ να λάβουμε υπόψη ότι ακόμη και πρίν από την 11η Σεπτεμβρίου, οι απολογητές και υπέρμαχοι του Σιωνισμού συγκροτούσαν στις ΗΠΑ το κυρίαρχο ρεύμα ακαδημαϊκής ορθοδοξίας σε θέματα μεσανατολικής πολιτικής. Η ηγεμονική τους θέση ενισχύθηκε ιδιαίτερα έπειτα από τον Αραβο-ισραηλινό πόλεμο του 1967, όταν η συντριπτική επικράτηση του Ισραήλ κατέστησε εμφανή τα στρατηγικά οφέλη που θα μπορούσε να αποκομίσει η Ουάσινγκτον από την σύναψη συμμαχίας με αυτήν την ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη. Πράγμα που οδήγησε στην αναβάθμιση του ρόλου των αμερικανοεβραϊκών σιωνιστικών οργανώσεων που αναγορεύθηκαν σε φυσικοί συνομιλητές του νέου στρατηγικού κεφαλαίου των ΗΠΑ.[xxv]

Πόσο μάλλον μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, οπότε ακόμα και οι πλέον εξτρεμιστικές και διαστρεβλωτικές θεωρήσεις του Ισλάμ προερχόμενες από το περιβάλλον φανατικών ρατσιστών σαν τον ανεκδιήγητο Ντάνιελ Πάιπς, έπαψαν να ηχούν παράταιρες ή να αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό από μεγάλο μέρος του Αμερικανικού ακαδημαϊκού κατεστημένου. Η οργανωμένη αυτή συμμορία φιλοσιωνιστών μακαρθιστών, χρόνια τώρα προειδοποιούσε μέσα από τις σελίδες ψευδοεπιστημονικών εντύπων και φιλο-ισραηλινών πολιτικών επιθεωρήσεων τους Αμερικανούς για την ‘Πράσινη Απειλή’, την επερχόμενη ισλαμική λαίλαπα. Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου τους περιέβαλλαν με το κύρος της ορθής πρόγνωσης. Η τρομοκρατημένη αλλά και σαστισμένη Αμερική προσέτρεξε πρόθυμα σε αυτούς τους κήρυκες του μίσους και της μισαλλοδοξίας, για να ζητήσει συμβουλές και να φωτιστεί σχετικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης του νέου Εχθρού.

Έτσι, αν οι φιλοσιωνιστές σύμβουλοι του Πενταγώνου είχαν προειδοποιήσει τους αμερικανούς αξιωματούχους περί του κινδύνου που πηγάζει από το «τυφλό» και «άλογο» μίσος που τρέφουν οι Αραβικοί λαοί για την «Δύση», και για τις ΗΠΑ ειδικότερα ως το κατ’ εξοχήν πρότυπο της «ανωτερότητας» του δυτικού πολιτισμού, τότε η ένοπλη επίθεση ενάντια σε μια Αραβική χώρα δεν μπορεί παρά να έχει ως αποτέλεσμα την επιβεβαίωση ακόμη κι επιδείνωση των θρυλούμενων τάσεων αντιαμερικανισμού. Οι φιλοσιωνιστές μυστικοσύμβουλοι μετατρέπονται έτσι σε μετά χριστόν προφήτες, υποστηρίζοντας ότι διέγνωσαν σωστά την υπαρξιακή αντίθεση που χωρίζει Ανατολή και Δύση σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Μπορούν με αυτόν τον τρόπο να υπερασπιστούν την σκοπιμότητα και την σωφροσύνη της επιλογής για στρατιωτική επέμβαση, παρουσιάζοντας την ως υπόδειγμα για την ανάληψη μελλοντικών δράσεων στον ισλαμικό γεωπολιτικό χώρο.

Αναμφίβολα ο συγγραφέας του «Αραβικού φθινοπώρου» δείχνει να αντιλαμβάνεται ενδόμυχα τον κίνδυνο στον οποίο απολήγουν λογικά οι απόψεις που εκφράζει στο κείμενο. Γι’ αυτό σπεύδει εκ των προτέρων να δηλώσει ότι αυτά που γράφει δεν πρέπει κατά κανέναν τρόπο να εκληφθούν από τον αναγνώστη ως μια υπεράσπιση της ανωτερότητας του δυτικού φαντασιακού.[xxvi] Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση η συνειδητή πρόθεση έχει μικρή σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι αξιακές αυτές κρίσεις του συγγραφέα λαμβάνουν χώρα μέσα στο πλαίσιο μιας ετερόνομης κοινωνικής ολότητας η οποία ενυπάρχει σε μια κυριαρχική σχέση με τον Νότο, μια δομική σχέση βασισμένη στην άνιση κατανομή όλων των μορφών δύναμης, που αποτελεί σύμπτωμα αλλά ταυτόχρονα και αναγκαία προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του ιμπεριαλισμού του συστήματος. Αυτή η ασυμμετρία δυνάμεων είναι εγγενές χαρακτηριστικό του συστήματος και είναι τόση ώστε να επιτρέπει σε έναν μεσαίου βαθμού πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, να καθορίζει με τις πράξεις του εν υπηρεσία την μελλοντική πορεία και την ιστορική εξέλιξη ενός ολόκληρου λαού.[xxvii]

Με άλλα λόγια, ενώ οι ελίτ των καπιταλιστικών μητροπόλεων του Βορρά μπορούν ανά πάσα στιγμή να τροποποιήσουν κατά το δοκούν την λίστα με τα ανθρώπινα δικαιώματα που ταξινομούν ως «απαραβίαστα» (την στιγμή που οι ίδιες τα καταπατούν με χίλιους διαφορετικούς τρόπους), να προβαίνουν σε υποδείξεις και προσταγές προς τα καθεστώτα της περιφέρειας και ημι-περιφέρειας και, στην ανάγκη, να ανατρέψουν όποιο καθεστώς δεν τους είναι αρεστό, το αντίθετο δεν υφίσταται ως ενδεχόμενο. Έτσι, όταν ο Αχμαντινετζάντ διακήρυξε την αλληλεγγύη του Ιράν προς τους βρετανούς εξεγερμένους του 2011 και ισχυρίστηκε ότι η ανελέητη καταστολή που εξαπέλυσε το Αγγλικό καθεστώς παραβίαζε κατά συρροή τα ανθρώπινα δικαιώματα των Άγγλων πολιτών, κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία.[xxviii] Χώρες σαν το Ιράν δεν έχουν δικαίωμα να εκφέρουν άποψη. Δικαιούνται μόνο να γίνονται παθητικοί αποδέκτες κριτικής από αυτούς που έχουν την δύναμη να ορίσουν το περιεχόμενο της διεθνούς ηθικής. Στις ιεραρχικές σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του διεθνούς συστήματος, οι αξιολογικές κρίσεις που διατυπώνονται γύρω από ζητήματα «νομιμότητας» ή «ηθικής» της εξουσίας, αποκτούν υπόσταση μόνο στον βαθμό που υποστηρίζονται από ένα ικανοποιητικό επίπεδο άσκησης οργανωμένης υλικής βίας που είναι σε θέση να επιβάλλει την εφαρμογή τους.

Γι’ αυτό θα πρέπει να έχουμε πλήρη επίγνωση πως ότι κάνουμε εμείς στις μητροπόλεις του Βορρά στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης, θα έχει άμεσο αντίκτυπο στις υποτελείς κοινωνίες της περιφέρειας. Και ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η Αναρχία θα επικρατήσει κάποια στιγμή στην Δύση, μας είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστούμε ότι θα υπήρχε έστω κι ένας αναρχικός που θα επιδοκίμαζε την διάδοση του αυτόνομου κοινωνικού παραδείγματος στις κοινωνίες της περιφέρειας με την δύναμη των όπλων. Στο κάτω, κάτω η παραδοσιακή απόρριψη της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού από την Αριστερά, δεν στηριζόταν στον θαυμασμό των μορφών κοινωνικής οργάνωσης των αυτοχθόνων, αλλά στην ρητή αναγνώριση του δικαιώματος κάθε λαού στον αυτοκαθορισμό, στην παραδοχή της βαθύτατα εκμεταλλευτικής και αντιδημοκρατικής φύσης του καπιταλιστικού συστήματος (σε αντιδιαστολή με την συστημική  προπαγάνδα περί «εκπολιτισμού») και στην συνειδητοποίηση των καταστροφικών συνεπειών που είχε η αποικιοκρατία στο μέτωπο της Κοινωνικής Πάλης στο εσωτερικό των καπιταλιστικών μητροπόλεων. 

 

 


[i] S.O.A.S. = School of Oriental and African Studies.

[ii] E. Said, Orientalism (Penguin Books), σελ. 2.

[iii] Ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο εκδηλώνεται υπόρρητα η διάχυτη οριενταλιστική νοοτροπία ακόμη και σε εκδηλώσεις που σχετίζονται με την «προοδευτική» πτέρυγα του πολιτικού φάσματος, είναι οι μαζικές διαδηλώσεις κατά της λιτότητας που έγιναν στο Λονδίνο το 2011 και στο Τελ Αβίβ το 2012. Παρά το γεγονός ότι οι συγκεντρωμένοι σε αυτές τις εκδηλώσεις μαζικής διαμαρτυρίας διεκδικούσαν την ικανοποίηση αιτημάτων για κοινωνική δικαιοσύνη, αλληλεγγύη και ισότητα που συνήθως ταυτίζουμε με την αυτόνομη παράδοση του δυτικού πολιτισμού, από την ατζέντα της διαμαρτυρίας τους απουσίαζαν εντελώς ζητήματα όπως η εναντίωση στον πόλεμο κατά της Λιβύης που εκείνη την εποχή βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, ή η διαμαρτυρία εναντίον της συνέχισης της στρατιωτικής κατοχής της Παλαιστίνης από τον ισραηλινό στρατό. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει μια σιωπηρή συναίνεση των «προοδευτικών» τμημάτων της δυτικής κοινωνίας στις αναληφθείσες πολεμικές εκστρατείες. Υποδηλώνει ακόμη μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι λαοί της Ανατολής δεν διαθέτουν εκείνες τις αναγκαίες βιολογικές, πνευματικές ή ηθικές αρετές που μπορούν να τους καταστήσουν υποκείμενα της δυτικής φιλοσοφίας του δικαίου.

[iv] Λες και οι μετανάστες δεν είναι τα εκατομμύρια θύματα των επεκτατικών πολέμων που εξαπολύει κατά συρροή η υπερεθνική ελίτ ενάντια στους λαούς της περιφέρειας, ή της οικονομικής εξάπλωσης των πολυεθνικών που με την αδηφάγα δράση τους καταστρέφουν ανεπανόρθωτα τα θεμέλια της οικονομικής αυτοδυναμίας των κοινοτήτων ανά τον κόσμο. Λες και δεν είναι οι μετανάστες, με άλλα λόγια, οι ηττημένοι προλετάριοι της Κοινωνικής Πάλης στο διεθνές επίπεδο.

[v] Αραβικό Φθινόπωρο, http://eagainst.com/articles/arabic-fall/.

[vi] E. Beck, Geert Wilders: Israel Fighting our War, http://www.ynetnews.com/articles/0,7340,L-3991733,00.html.

[viii] R. Giuliani, Toward a Realistic Peace, http://www.foreignaffairs.com/articles/62824/rudolph-w-giuliani/toward-a-realistic-peace. Για μια αναλυτική περιγραφή του συμπαγούς και καλά οργανωμένου δικτύου χρηματοδοτών, δεξαμενών σκέψης, ΜΜΕ και οργανώσεων βάσης που έχουν αναλάβει εργολαβικά την συστηματική προώθηση του νέου αντισημιτισμού στις ΗΠΑ συνιστούμε την σχετική μελέτη που δημοσίευσε το Center for American Progress, με τίτλο «The Roots of the Islamophobia Network in America»,  http://www.americanprogress.org/issues/religion/report/2011/08/26/10165/fear-inc/.

[ix] Α. Πανταζόπουλος, Η Γαλλία φλέγεται; (Πόλις).

[x] Κ. Καστοριάδης, Ο Θρυμματισμένος Κόσμος (Ύψιλον), σελ. 91.

[xi] Τηρουμένων των αναλογιών, αυτοί οι παράγοντες της μεταφύτευσης απ’ έξω και της μη-οργανικής ανάπτυξης των βασικών θεσμών του συστήματος (αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και οικονομία της αγοράς), όπως και το γεγονός ότι κατά την περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας επιβλήθηκε μέσω του θεσμικού πλαισίου της ΕΕ, το εξωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στις ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές και άρα στον ανταγωνισμό ανάμεσα σε μη-ισοδύναμες οικονομίες, μπορούν κατά την άποψη μας να εξηγήσουν επαρκώς τους κυριότερους λόγους της χρεοκοπίας των αντιπροσωπευτικών πολιτικών θεσμών και της καπιταλιστικής οικονομίας ανάπτυξης και στην Ελλάδα. 

[xii] Αραβικό Φθινόπωρο, http://eagainst.com/articles/arabic-fall/.

[xiii] A. Shariati, Fatima is Fatima, http://www.al-islam.org/fatimaisfatima/,

[xv] F. Halliday, Revolution and World Politics (Macmillan Press), σελ. 126.

[xvi] Το γεγονός αυτό βεβαίως δεν αναιρεί τον ετερόνομο χαρακτήρα και των δύο ιδεολογιών και την θεμελιώδη ασυμβατότητα τους με μια αυτόνομη, αμεσοδημοκρατική κοινωνία. Για περισσότερα Τ. Φωτόπουλος, Θρησκεία, Αυτονομία, Δημοκρατία (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 81-171.

[xvii] Περιεκτική Δημοκρατία, Τεύχος 17/Απρίλιος 2008, σελ. 15.

[xviii] Ζ. Κεπέλ, Τζιχάντ, ο ιερός πόλεμος (Εκδόσεις Καστανιώτη), σελ. 245-257.

[xxi] S. Qutb, Milestones (Maktabah) σελ.23,25.

[xxii] «Για το λόγο αυτό νιώθουμε την υποχρέωση να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στο κίνημα των Ιρανών άθεων/αγνωστικιστών το οποίο αντιστέκεται στην παράνοια του θεοκρατικού ολοκληρωτισμού. Παράλληλα, οφείλουμε να υπερασπιστούμε τους Σύριους αναρχικούς οι οποίοι διώκονται τόσο από την χούντα του Ασάντ, όσο και από τους τζιχαντιστές αντάρτες, και ν’ αποδώσουμε τον αρμόζοντα σεβασμό στους ομοφυλόφιλους μουσουλμάνους που δειλά δειλά έχουν αρχίσει να οργανώνονται σε αρκετές χώρες και αρνούνται, ταυτόχρονα, να συμπράξουν στην ομοφοβία ή στα αισχρά εγκλήματα τιμής που διαπράττουν οι διάφοροι φονταμενταλιστές, εναντίον μελών της ίδιας εθνικής ομάδας που «παραστρατούν». Αυτό, εν ολίγοις, που εμείς καλούμαστε να υπερασπιστούμε είναι οι φωνές εκείνες που δεν προάγουν την βία, αλλά τις διαπολιτισμικές σχέσεις και όχι την μισαλλοδοξία και τον οπισθοδρομισμό». Αραβικό Φθινόπωρο, http://eagainst.com/articles/arabic-fall/

[xxiii] T. Fotopoulos, The global war of the transnational elite, http://www.democracynature.org/vol8/takis_globalwar.htm.

[xxiv] Το πόσο εκτός τόπου και χρόνου είναι πολλές φορές αυτός ο λόγος περί ατομικών δικαιωμάτων όταν προορίζεται για τις κοινωνίες της Ανατολής, φαίνεται από την απάντηση που έδωσε η Μαροκινή ισλαμο-φεμινίστρια Νάντια Γιασσίν, όταν ρωτήθηκε για την «προοδευτική» νομοθεσία που εισήγαγε το 2007 ο βασιλιάς του Μαρόκου, η οποία κατοχυρώνει το δικαίωμα των Μαροκινών γυναικών στο διαζύγιο:  «Φυσικά και είναι σωστό οι γυναίκες να έχουν περισσότερες ελευθερίες. Όμως, τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Πώς μπορεί να κάνει μια γυναίκα χρήση του δικαιώματος της για διαζύγιο, αν για παράδειγμα μετά το διαζύγιο της δεν έχει δουλειά και καταλήξει στον δρόμο; Σε αγροτικές περιοχές τώρα γίνονται πολύ περισσότεροι παράνομοι γάμοι. Εκεί, οι γυναίκες έχουν μία επιλογή: Ή θα γίνουν πόρνες, ή παντρεύονται ή μεταναστεύουν στις μεγάλες πόλεις. Ο βασιλιάς πέρασε έναν νόμο για τις γυναίκες που μορφώνονται και πηγαίνουν γυμνάσιο, αλλά όχι για τον μέσο άνθρωπο της υπαίθρου». Στο Our Religion is Friendly to Women, http://www.spiegel.de/international/world/interview-with-moroccan-islamist-nadia-yassine-our-religion-is-friendly-to-women-a-492040.html.

[xxv] Ο Εβραίος αντι-σιωνιστής Φίνκελστάιν γράφει: «Η στρατιωτική ισχύς του [Ισραήλ] θα μπορούσε ακόμη να διευκολύνει την είσοδο στα άδυτα της αμερικανικής εξουσίας. Προηγουμένως, οι εβραϊκές ελίτ μπορούσαν να προσφέρουν μόνο την λίστα κάποιων Εβραίων ανατρεπτικών. Τώρα μπορούσαν να εμφανιστούν ως οι φυσικοί συνομιλητές του νέου στρατηγικού κεφαλαίου των ΗΠΑ. Από κομπάρσοι μπορούσαν να μετατραπούν σε πρωταγωνιστές του ψυχροπολεμικού δράματος», και αλλού συμπληρώνει, «Το γεγονός αυτό πριμοδοτούσε μα ανάλογη δύναμη και τις αμερικανοεβραϊκές ελίτ». Στο Ν. Finkelstein, Η Βιομηχανία του Ολοκαυτώματος (Εκδόσεις 21ου), σ.51, 67.

[xxvi] «Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει ν’ αγνοήσουμε μερικές σημαντικές παραμέτρους: Όλη η παραπάνω κριτική στον Ισλαμικό φονταμενταλισμό δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως μια προσπάθεια χλευασμού του θρησκευτικού μένους των ανθρώπων αυτών. Παρομοίως, η οποιαδήποτε χρήση της με σκοπό ν’ αναδειχθεί ο Δυτικός πολιτισμός ως ανώτερος, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από άστοχη έως και παραπλανητική». Αραβικό Φθινόπωρο, http://eagainst.com/articles/arabic-fall/.

[xxvii] Αναφερόμαστε εδώ στον ειδικό πράκτορα Μόντυ Γούντχαουζ των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, του οποίου η ομάδα έδρασε παρασκηνιακά για να προετοιμάσει την ανατροπή του εκλεγμένου προέδρου του Ιράν Μοσαντέχ το 1953 και την άνοδο του Σάχη στην εξουσία. Στο R. Fisk, The Great War for Civilization (Harper Perennial), σελ.112-170.

[xxviii] S. K. Dehghan, UK Riots: Iran calls on UN to intervene over “violent suppression”,  http://www.guardian.co.uk/uk/2011/aug/10/uk-riots-iran-un-mahmoud-ahmadinejad.

Ο Ακήρυχτος Πόλεμος των Τουπαμάρος

mln
 

                              “Poner el de arriba abajo y del abajo arriba”.

                                                  Αbraham Guillen

                  «Να γίνουν οι πρώτοι τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι».

                                               Αμπραχάμ Γκιγιέν

 

«Ελβετία» της Νοτίου Αμερικής

 Μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εξήντα η Ουρουγουάη είχε τη φήμη του κατ’ εξοχήν ευνομούμενου κράτους της Νοτίου Αμερικής. Οι κυβερνήσεις εναλλάσσονταν στην εξουσία χωρίς αιματοχυσία και σύμφωνα με τα συνταγματικά πρότυπα της ομαλής διαδοχής. Το βιοτικό επίπεδο του μέσου Ουρουγουανού πολίτη ήταν το υψηλότερο στη Λατινική Αμερική και τα εργασιακά του δικαιώματα προστατεύονταν από προοδευτικούς νόμους και διατάξεις. Από την εποχή της προεδρίας του Χοσέ Μπατλ Ορντόνιεζ (1903-1915), στην Ουρουγουάη είχε θεσμοθετηθεί το οκτάωρο, ο εγγυημένος κατώτατος μισθός, το επίδομα ανεργίας και οι άδειες μετ’ αποδοχών. Επιπλέον, ο Ορντόνιεζ συμπεριέλαβε στο μεταρρυθμιστικό του έργο και την αναμόρφωση των κοινωνικών ηθών. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, εισήγαγε νομοθεσία που νομιμοποιούσε το διαζύγιο, περιόριζε την επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας στην κοινωνική ζωή της χώρας και κατοχύρωνε την ανεξαρτησία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων έναντι του Κράτους. Για πενήντα χρόνια, η Ουρουγουάη πορεύτηκε σύμφωνα με τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης μεταρρύθμισης του Ορντόνιεζ και κατάφερε να εξελιχθεί σε ένα πρότυπο έθνος αστών. Πλούσιο, φιλήσυχο και ασφαλές.

Όμως κάτω από αυτή την επίφαση ευημερίας και ομαλότητας ελλόχευε το σαθρό οικονομικό υπόβαθρο του Ουρουγουανικού κράτους. Οι αποικιοκράτες ιδρυτές της χώρας δεν προέβλεψαν να εφοδιάσουν το μικρό αυτό κράτος με πλουτοπαραγωγικές πηγές. Η παντελής έλλειψη φυσικών πόρων είχε σαν αποτέλεσμα την υπερβολική εξάρτηση της εθνικής οικονομίας από τις εξαγωγές κτηνοτροφικών προϊόντων και ειδικότερα μαλλιού και βοδινού κρέατος. Οι γενναιόδωρες κοινωνικές παροχές χρηματοδοτούνταν από τα έσοδα του εξαγωγικού εμπορίου κρέατος και η ικανότητα της εκάστοτε κυβέρνησης να ανταπεξέλθει στις στοιχειώδεις οικονομικές υποχρεώσεις της έφθινε ή ενισχυόταν σε συνάρτηση με τις διακυμάνσεις των τιμών των κτηνοτροφικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, η δημιουργία μιας πολυπληθούς μεσαίας τάξης που, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κράτη της Λατινικής Αμερικής, αποτελούσε την μεγαλύτερη κοινωνική ομάδα στην Ουρουγουάη, είχε επιτευχθεί με τεχνητά μέσα και δεν ήταν προϊόν μιας ουσιαστικής άμβλυνσης των ανισοτήτων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Η μεσαία τάξη στην Ουρουγουάη όφειλε την ύπαρξη της σε έναν τεράστιο κρατικό μηχανισμό που λειτουργούσε ως ο αποκλειστικός εργοδότης για το μεγαλύτερο κομμάτι του εργατικού δυναμικού της χώρας. Με άλλα λόγια, η εγχώρια αστική τάξη δεν είχε την οικονομική αυτοτέλεια που απορρέει από την ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά βασιζόταν στις κρατικές εισφορές για να μπορέσει να διατηρήσει τις πολυτέλειες που περιλαμβάνει ο αστικός τρόπος ζωής.

Είναι προφανές ότι ο ανορθολογικός τρόπος οργάνωσης της οικονομικής ζωής δεν ήταν δυνατό να διατηρηθεί για πολύ, αφού η παραμικρή κρίση στα δημοσιονομικά του Κράτους μπορούσε αυτόματα να πυροδοτήσει μια κοινωνική κρίση τεραστίων διαστάσεων. Όταν οι διεθνείς τιμές του μαλλιού και του κρέατος κατέρρευσαν έπειτα από τον πόλεμο της Κορέας, η εξαρτημένη οικονομία της Ουρουγουάης βρέθηκε σε ελεύθερη πτώση. Το Κράτος αντιμετώπισε οξύ οικονομικό πρόβλημα. Αδυνατούσε να πληρώσει επιδόματα και συντάξεις ενώ η καταβολή των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων καθυστερούσε για μήνες. Η κυβέρνηση κατέφυγε στην μέθοδο του εξωτερικού δανεισμού ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις άμεσες ανάγκες της. Από το 1960 έως το 1965 το εξωτερικό χρέος της χώρας διπλασιάστηκε και το εθνικό της νόμισμα υποτιμήθηκε επτά φορές. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επέβαλε το άνοιγμα της Ουρουγουανικής οικονομίας στην διείσδυση του Αμερικανικού κεφαλαίου και την εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας για την μείωση του δημοσίου ελλείμματος. Οι άλλοτε πειθήνιοι και εφησυχασμένοι Ουρουγουανοί θορυβήθηκαν και αποφάσισαν να αντισταθούν. Έβλεπαν τις συνθήκες διαβίωσης τους να χειροτερεύουν καθημερινά, τις κοινωνικές παροχές τους να μειώνονται και το Κράτος να προδίδει τις σοσιαλδημοκρατικές αρχές της «ειρηνικής επανάστασης» του Ορντόνιεζ, προσφεύγοντας ολοένα και συχνότερα στη συστηματική χρήση βίας κατά των εργαζομένων. Μέσα σε αυτό το κλίμα του επερχόμενου ταξικού πολέμου, έκαναν την εμφάνιση τους οι αντάρτες πόλεων ΜLN-Τουπαμάρος.

«Για τη Γη και με τον Σεντίκ»

 Η επαναστατική οργάνωση των Τουπαμάρος ήταν δημιούργημα του ριζοσπάστη βουλευτή του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ουρουγουάης Ραούλ Σεντίκ και του εξόριστου Ισπανού αναρχικού Αμπραχάμ Γκιγιέν. Στα 1960, ο Σεντίκ αποφάσισε να απαρνηθεί τον τίτλο του κοινοβουλευτικού αντιπροσώπου και αναχώρησε για τις υποβαθμισμένες, αγροτικές περιοχές της Αρτίγκα στο απομακρυσμένο Βόρειο τμήμα της χώρας, όπου θα προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα επαναστατικό κίνημα μεταξύ των ακτημόνων αγροτών και των φτωχών μικροκαλλιεργητών ζάχαρης, κατά τα πρότυπα της Κουβανικής επανάστασης. Υπό την καθοδήγηση του έμπειρου σοσιαλιστή πολιτικού, οι αγρότες της Αρτίγκα ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αντισταθούν στη χρόνια υπανάπτυξη του Βορρά και να διεκδικήσουν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Ο Σεντίκ, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Ροντρίγκεζ Μπελέτι ίδρυσαν για πρώτη φορά ένα μαχητικό συνδικαλιστικό όργανο που συσπείρωνε στις τάξεις του τους μικροκαλλιεργητές ζάχαρης, την «Ένωση Εργατών Ζάχαρης της Αρτίγκα» (UTAA). Απαίτησαν την κρατική απαλλοτρίωση των ακαλλιέργητων εκτάσεων, την αναδιανομή τους στους ακτήμονες αγρότες και την αποστολή στην περιοχή κυβερνητικού επιθεωρητή που θα επέβλεπε την εφαρμογή του οκτάωρου και την καθιέρωση κατώτατου μισθού για τους εργάτες γης που δούλευαν στα αγροκτήματα των αστών μεγαλοτσιφλικάδων.

Αρχικά τα αιτήματα της UTAA έτυχαν ευνοϊκής αντιμετώπισης από τον Υπουργό Εσωτερικών Στοράσε Αρόζα. Η κρατικοποίηση όμως των γαιών έθιγε άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα της πανίσχυρης τάξης των μεγαλογαιοκτημόνων, ενώ ζημίωνε και τις Αμερικανικές εταιρείες ζάχαρης που είχαν περιουσιακά στοιχεία στη χώρα, όπως η CAINSA. Η κυβέρνηση βρέθηκε αμέσως υπό αφόρητη πίεση να αποσύρει τη στήριξη που παρείχε στο σχέδιο αγροτικής μεταρρύθμισης του Σεντίκ και η UTAA δεν έλαβε τίποτα άλλο από υποσχέσεις. Ως απάντηση και για να σπάσουν τη γεωγραφική και ιδεολογική απομόνωσή τους οι ηγέτες της UTAA οργάνωσαν την «Πορεία προς το Μοντεβίδεο» ή «Πορεία των Μαλλιαρών». Οι αγρότες διένυσαν με τα πόδια μια απόσταση 250 χιλιομέτρων από την επαρχία Αρτίγκας μέχρι το Μοντεβίδεο περνώντας μέσα από τις πόλεις και τα χωριά της Ουρουγουανής υπαίθρου. Σε κάθε πόλη που σταματούσαν διοργάνωναν μαζικές εκδηλώσεις και σεμινάρια πληροφόρησης για τον τοπικό πληθυσμό προσπαθώντας να προσεταιριστούν την κοινή γνώμη και να δημιουργήσουν έναν συνασπισμό κοινωνικών δυνάμεων γύρω από τα αιτήματα τους. Τέλος, την 1η Μάη του 1962, η φάλαγγα των αγροτών εισήλθε στα περίχωρα του Μοντεβίδεο ψέλνοντας ρυθμικά το αγωνιστικό σλόγκαν της UTAA, «Για τη Γη και με τον Σεντίκ». Εκεί ενώθηκαν με ριζοσπάστες φοιτητές και προχώρησαν στη συμβολική κατάληψη των γραφείων της CAINSA στην πρωτεύουσα. Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το Προεδρικό Μέγαρο το οποίο προστατευόταν από το σώμα της έφιππης αστυνομίας των Μητροπολιτικών Φρουρών. Όταν οι διαδηλωτές θέλησαν να επιδώσουν ψήφισμα διαμαρτυρίας στα χέρια του ίδιου του Προέδρου Αρέκο, η αστυνομία τους παρεμπόδισε με συνέπεια να ξεσπάσουν συγκρούσεις. Αγρότες και φοιτητές προσπάθησαν να αμυνθούν με πέτρες, ξύλα και βόμβες μολότοφ αλλά μπροστά στην ορμή των έφιππων δεν είχαν τύχη. Μέσα σε λίγη ώρα το πλήθος είχε διασκορπιστεί και η διαδήλωση είχε κατασταλεί βιαίως. Αντί του διαλόγου και της ειρηνικής διαπραγμάτευσης με την UTAA η κυβέρνηση είχε επιλέξει τη βίαιη διάλυση του αγροτικού κινήματος. Μια ημέρα μετά τα έκτροπα, η Εκτελεστική Επιτροπή της UTAA εξέδωσε μια οργισμένη ανακοίνωση: «Απορρίπτουμε τον διάλογο με αυτούς που μας κυβερνούν…Η ολιγαρχία είναι έτοιμη να υπερασπιστεί τα προνομία της με αίμα και φωτιά…Θα ήταν αυτοκτονία εάν συνεχίζαμε να εμπιστευόμαστε την άρχουσα τάξη. Δεν ελπίζουμε πια ότι μπορούμε να πετύχουμε οτιδήποτε μέσα από τον διάλογο και τον συμβιβασμό. Πρέπει να πολεμήσουμε!». Το κείμενο τελείωνε με την επανάληψη της πολεμικής κραυγής των εξεγερμένων αγροτών: «Για τη Γη και με τον Σεντίκ!».

Η ζούγκλα του άστεως 

Το μοντέλο του ανταρτοπολέμου βασίζεται στη θεωρία της «επαναστατικής εστίας» που πρώτος διατύπωσε ο Τσε Γκεβάρα. Σύμφωνα με τον Τσε, η επανάσταση μπορεί να πραγματοποιηθεί από μια ομάδα αποφασισμένων μαχητών με στρατιωτική κατάρτιση και ισχυρά πολιτικά κίνητρα που διεξάγει παρατεταμένο ανταρτοπόλεμο κατά των κυβερνητικών δυνάμεων. Εάν η ομάδα καταφέρει να επιβιώσει για ικανό χρονικό διάστημα και να προκαλέσει φθορά στα στρατεύματα της κυβέρνησης θα αποδείξει στον πληθυσμό ότι η ένοπλη αντίσταση κατά του καθεστώτος είναι εφικτή. Ο λαός θα προσχωρήσει στις γραμμές τους και θα αποτελέσει τον κορμό του μελλοντικού λαϊκού απελευθερωτικού στρατού που θα καταλάβει την εξουσία.

Τα τακτικά μειονεκτήματα του αντάρτικου στρατού όπως ο μικρός αριθμός μαχητών ή ο ελλιπής οπλισμός τους, μπορούν να αντισταθμιστούν από τη συνετή επιλογή του πεδίου των εχθροπραξιών. Ο Τσε πίστευε πως η ύπαιθρος ή η λατινοαμερικανική ζούγκλα ήταν το καταλληλότερο περιβάλλον για τη διεξαγωγή ανταρτοπολέμου, αφού εξασφάλιζε στους επαναστάτες φυσική κάλυψη, ευχέρεια στις μετακινήσεις, και το σημαντικότερο, την υποστήριξη του τοπικού αγροτικού πληθυσμού ο οποίος λόγω της φτώχειας και των καθημερινών του στερήσεων ήταν ευνοϊκά προδιατεθειμένος απέναντι σε κάθε προσπάθεια για επαναστατική αλλαγή. Ο αντάρτης όφειλε πάντα να διατηρεί την πρωτοβουλία στο πεδίο των μαχών, επιλέγοντας εκείνος την τοποθεσία και τη χρονική συγκυρία της αντιπαράθεσης του με τον αντίπαλο. Έτσι μπορούσε να πολεμά πάντα κάτω από ευνοϊκές συνθήκες και να καταγάγει μικρές αλλά συνεχόμενες νίκες έναντι του υπέρτερου εχθρού. Παράλληλα, χρησιμοποιώντας τα όπλα που κατέσχεσε από τις νικημένες δυνάμεις του εχθρού όφειλε να εξοπλίζει συνεχώς νεοσύλλεκτους εθελοντές μέχρι να δημιουργήσει ισχυρό στρατό που θα μπορούσε να αναμετρηθεί κατά μέτωπο με το τακτικό στράτευμα. 

Ο Τσε πίστευε τόσο πολύ στη θεωρία του που ήταν πρόθυμος να πεθάνει γι’ αυτήν. Το 1967 μετέβη στη Βολιβία επικεφαλής μιας ομάδας βετεράνων πολεμιστών για να εγκαταστήσει μια επαναστατική βάση στην καρδιά της Βολιβιανής ζούγκλας. Η απόπειρα όμως απέτυχε οικτρά. Ο Τσε αιχμαλωτίστηκε και δολοφονήθηκε από τον Βολιβιανό στρατό, ενώ η αντάρτικη ομάδα του εξολοθρεύτηκε. Ο θάνατος του προκάλεσε μεγάλο συναισθηματικό αντίκτυπο στους οπαδούς του και οδήγησε στην ανάδειξη μιας νέας γενιάς θεωρητικών όπως ο Γάλλος Ρεζίς Ντεμπραί  ή ο Ισπανός Αμπραχάμ Γκιγιέν που ισχυρίζονταν πως τα διδάγματα της Κουβανικής επανάστασης δεν είχαν οικουμενική αξία και ότι εφεξής οι ένοπλες επαναστατικές οργανώσεις όφειλαν να μεταφέρουν τη δράση τους στις χαοτικές μητροπόλεις της Λατινικής Αμερικής, την «ζούγκλα από τσιμέντο», όπως συνήθιζε να τις αποκαλεί ο Γκιγιέν.

Ο Τσε πίστευε πως οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην πόλη ήταν δευτερευούσης σημασίας και στη συνολική στρατηγική του αντάρτικου είχαν ρόλο επικουρικό, όπως το να απασχολούν μονάδες του στρατού αποσπώντας τις από το κυρίως μέτωπο του πολέμου που ήταν η ύπαιθρος. Αντίθετα, Ντεμπραί και Γκιγιέν ήταν πεπεισμένοι πως η μεγαλούπολη συνιστούσε το ιδανικό περιβάλλον για την εξαπόλυση ανταρτοπολέμου. Οι πυκνοκατοικημένες φτωχογειτονιές του Ρίο ή του Μοντεβίδεο πρόσφεραν στον αντάρτη πόλεων μια πληθώρα στρατηγικών στόχων αλλά και ένα ασφαλές περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούσε να κινηθεί και να λειτουργήσει. Επιπλέον, του εξασφάλιζαν την ιδεολογική όσο και φυσική εγγύτητα με εκείνη την κοινωνική τάξη που κατέχει τα πιο ανεπτυγμένα επαναστατικά ένστικτα, το προλεταριάτο των πόλεων. Τέλος, από τις πόλεις οι μαχητές μπορούσαν να παρακολουθούν την πολιτική διαδικασία και να παρεμβαίνουν ενεργά στους αγώνες της εργατικής τάξης αντί να αποξενώνονται μαχόμενοι σε κάποια μοναχική βουνοκορφή μακριά από τον πολιτισμό.

Όπως στον ανταρτοπόλεμο της υπαίθρου, τελικός στόχος του αντάρτικου πόλης είναι η ανατροπή του καθεστώτος. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε να συμβεί μέσα από τη δημιουργία ενός τακτικού λαϊκού στρατού που θα εφορμούσε από την ύπαιθρο για να περικυκλώσει τις πόλεις. Η θεωρία του αντάρτικου πόλης προβλέπει ότι το τελικό χτύπημα στο καθεστώς θα δοθεί μέσα στις μητροπόλεις και θα είναι συνδυασμός δύο παραγόντων: α) μιας συντονισμένης λαϊκής εξέγερσης και, β) μιας αστραπιαίας επίθεσης των ανταρτών στα νευραλγικά σημεία της Κρατικής εξουσίας. Το αντάρτικο πόλεων είναι λοιπόν μια αιρετική θεωρία από την πλευρά της στρατιωτικής τακτικής, αφού πουθενά δεν προτάσσει τον σχηματισμό συμβατικού στρατού ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση της εξουσίας. Άντ’ αυτού ισχυρίζεται πως αυτό είναι δυνατό να γίνει μέσα από τη δράση μιας σφριγηλής πολιτικοστρατιωτικής οργάνωσης που την ύστατη ώρα θα λειτουργήσει ως η δύναμη κρούσης των επαναστατημένων μαζών στην επίθεση εναντίον του Κράτους.

Σεντίκ και Γκιγιέν

Έπειτα από την αποτυχία της «Πορείας προς το Μοντεβίδεο» οι ηγέτες της UTAA αναθεώρησαν τις απόψεις τους σχετικά με το πώς θα μπορούσε να επιλυθεί το αγροτικό ζήτημα στην Ουρουγουάη. Σύμφωνα με τη νέα αντίληψη το αγροτικό πρόβλημα δεν ήταν δυνατό να διευθετηθεί χωρίς την ολοκληρωτική ανατροπή του καθεστώτος, την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος και την αντικατάσταση του από μια οικονομία με σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά. Για αυτό το σκοπό, σε μυστική συνεδρίαση που έλαβε χώρα γύρω στο 1963 η ολομέλεια της UTAA αποφάσισε την ίδρυση της μυστικής επαναστατικής οργάνωσης «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (MLN)-Τουπαμάρος» και την έναρξη προετοιμασιών για την διεξαγωγή ανταρτοπολέμου στις αγροτικές περιοχές της Αρτίγκας και του Παϊσάντου. Ο Σεντίκ ήταν θαυμαστής του Γκεβάρα και οραματιζόταν την επανάληψη του Κουβανικού μοντέλου της επανάστασης στην Ουρουγουάη.

Το εγχείρημα όμως αμέσως προσέκρουσε σε πρακτικές δυσκολίες. Ο ανταρτοπόλεμος της υπαίθρου είναι μια μορφή πολέμου που χρειάζεται την ύπαρξη συγκεκριμένων γεωγραφικών συνθηκών για να τελεσφορήσει. Η μορφολογία της υπαίθρου στη Βόρεια Ουρουγουάη δεν περιλάμβανε ζούγκλες, δασώδεις εκτάσεις ή απομονωμένα ορεινά ορμητήρια απ’ όπου ένας αντάρτικος στρατός θα μπορούσε να πραγματοποιεί επιθέσεις και να οπισθοχωρεί με σχετική ασφάλεια. Το έδαφος στις περιοχές αυτές είναι επίπεδο και με αραιή βλάστηση. Επίσης, είναι εξαιρετικά αραιοκατοικημένο, γεγονός που δυσχέραινε τις προσπάθειες ανεφοδιασμού των ανταρτών από τον τοπικό πληθυσμό.

Ο άνθρωπος που διέγνωσε πρώτος τις δυσκολίες μιας υπαίθριας εκστρατείας  ήταν ο Αμπραχάμ Γκιγιέν. Ο Γκιγιέν ήταν Ισπανός πολιτικός πρόσφυγας και βετεράνος του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου στον οποίο είχε πολεμήσει με το μέρος των αναρχικών. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Νότιο Αμερική είχε σχετιστεί με διάφορα ένοπλα επαναστατικά κινήματα σε Αργεντινή, Βραζιλία και Περού στα οποία μετείχε είτε ως ενεργός μαχητής, είτε ως στρατηγικός ιθύνων νους. Ήταν σφοδρός πολέμιος της Γκεβαρικής θεωρίας της «επαναστατικής εστίας», την οποία θεωρούσε δυνητικά αυταρχική, ελιτιστική και ουσιαστικά ανεφάρμοστη αφού πρέσβευε την μηχανιστική επανάληψη ενός πανομοιότυπου μοντέλου επαναστατικής δράσης σε χώρες με εμφανώς διαφορετικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Ο Γκιγιέν επίσης απέρριπτε τη θέση του Τσε περί πρωτοκαθεδρίας της υπαίθρου στον επαναστατικό αγώνα. Επεξεργάστηκε μια εναλλακτική θεωρία του ανταρτοπολέμου στην οποία υποστήριζε ότι σε έναν καθαρά αστικοποιημένο πολιτισμό όπως είναι ο καπιταλιστικός, οι σημαντικές πολιτικές μάχες δεν μπορούσαν να δίνονται μακριά από τα αστικά κέντρα. Η διαφωνία του όμως δεν περιοριζόταν μόνο σε θέματα τακτικής, αλλά επεκτεινόταν και σε ζητήματα ιδεολογίας και πολιτικής ουσίας. Αντίθετα με τους λενινιστές οπαδούς του κρατικού σοσιαλισμού, ο αναρχικός διανοούμενος πρότεινε ένα μοντέλο σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης πιο κοντά στα αναρχικά πρότυπα των ελεύθερων επαγγελματικών ενώσεων.

Οι ιδέες του Γκιγιέν άσκησαν μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση της στρατηγικής των Τουπαμάρος κατά το αρχικό στάδιο της εκστρατείας τους. Ο Ισπανός κατείχε το πόστο του συμβούλου στρατηγικού σχεδιασμού της οργάνωσης και είχε ενεργή συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων που επηρέασαν αποφασιστικά το στρατιωτικό σκέλος της εξέγερσης. Οι πολιτικές απόψεις του όμως για έναν ελευθεριακό σοσιαλισμό βασισμένο στην άμεση δημοκρατία δεν βρήκαν απήχηση στα ανώτατα όργανα της ιεραρχίας των Τουπαμάρος που σε μεγάλο βαθμό απαρτίζονταν από σκληροπυρηνικούς μαρξιστές-λενινιστές τύπου Σεντίκ. Η εισήγηση του Γκιγιέν για τη συγκρότηση ενός παλλαϊκού μετώπου καταπιεσμένων ενάντια στους καταπιεστές δεν εισακούστηκε από την ηγεσία της οργάνωσης που παρέμεινε προσκολλημένη στην ιδέα της επαναστατικής πρωτοπορίας. Ο Σεντίκ και οι υπόλοιποι Γκεβαριστές επιδίωκαν να συνενώσουν τις δυνάμεις της Αριστεράς μέσω του ένοπλου αγώνα, αλλά ταυτόχρονα επέμεναν ότι οι αντάρτες όφειλαν να έχουν ηγεμονικό ρόλο στον μελλοντικό επαναστατικό συνασπισμό. Η εμμονή αυτή στην υπεροχή των όπλων έμελλε να κοστίσει πολιτικά στους Τουπαμάρος και υπονόμευσε μακροπρόθεσμα την προσπάθεια τους να τεθούν επικεφαλής ενός ευρέος φάσματος κοινωνικών δυνάμεων ικανού να ανατρέψει το καθεστώς στην Ουρουγουάη και να κάνει την επανάσταση.

Οργάνωση και Υποδομές             

Το οργανωτικό μοντέλο των Τουπαμάρος συνδύαζε ένα κάθετο ιεραρχικό σύστημα που χρησίμευε ως διοικητικός μηχανισμός για τα ανώτερα κλιμάκια της οργάνωσης, με μια οριζόντια αποκεντρωμένη δομή που συνιστούσε το οργανωτικό πλαίσιο των επιχειρησιακών πυρήνων των μαχητών. Η ιεραρχική δομή εξυπηρετούσε στη διαμόρφωση της γενικής πολιτικής γραμμής του κινήματος και επέτρεπε στην Εκτελεστική Επιτροπή του MLN να συντονίζει τις επιθέσεις των αυτοδύναμων «Ομάδων Πυρός» και να ασκεί πολιτικό έλεγχο επί των στρατιωτικών ενεργειών τους. Αντίθετα, οι επιχειρησιακοί πυρήνες ήταν ενταγμένοι σε ένα οριζόντιο οργανωτικό δίκτυο και χωρίζονταν σε «Ομάδες» (4-5 μαχητές), «Λόχους» (40-5 μαχητές) και «Φάλαγγες» (100-120 μαχητές), με τη μεγαλύτερη αντάρτικη δύναμη στρατηγικά τοποθετημένη στο Μοντεβίδεο. Τα επιχειρησιακά δίκτυα του MLN ήταν σχεδιασμένα σύμφωνα με την αρχή της «στεγανοποίησης» που υπαγόρευε πως καμία ομάδα μαχητών δεν έπρεπε να κατέχει γνώσεις και πληροφορίες σχετικά με άλλες μάχιμες μονάδες της οργάνωσης, ακόμη και αν οι δυο ομάδες ανήκαν στην ίδια Φάλαγγα. Η κάθε ομάδα όφειλε να διαθέτει αυτοτελή μηχανισμό διοικητικής μέριμνας, αλλά και ανεξάρτητα δίκτυα στρατολόγησης, πληροφοριών και συμπαθούντων. Όπως έγραφε ένα έντυπο που κυκλοφόρησαν οι Τουπαμάρος το 1971, η στεγανοποίηση ήταν «για τον αντάρτη πόλεων ότι είναι μια μυστική βάση μέσα στη ζούγκλα για τον αγωνιστή της υπαίθρου». Το σκεπτικό πίσω από αυτή την μορφή οργάνωσης ήταν ότι εάν το Κράτος κατάφερνε να εξαρθρώσει έναν ή δύο πυρήνες ανταρτών, οι υπόλοιποι πυρήνες θα έμεναν ανέπαφοι, χωρίς η ικανότητα τους να δρουν και να αναπαράγονται μονομερώς να θίγεται σημαντικά.

Εκτός από το στρατιωτικό σκέλος, το MLN ανέπτυξε και νόμιμη πολιτική δραστηριότητα με σκοπό να δημιουργήσει ένα μαζικό κίνημα λαϊκής υποστήριξης γύρω από την ένοπλη πάλη. Η UTAA και τα συνδικάτα των μικροκαλλιεργητών και των εργατών γης του Βορρά ήταν οι κυριότερες μαζικές οργανώσεις που συντάχθηκαν με τους αντάρτες και επιχείρησαν να μεταφέρουν τις θέσεις και τις απόψεις τους στο εργατικό κίνημα. Οι «Επιτροπές Υποστήριξης Τουπαμάρος» (CAT) ήταν ένας ξεχωριστός πολιτικός θεσμός που εγκαινιάσθηκε από το MLN για την προπαγάνδιση των θέσεων των ανταρτών στο εργοστάσιο, στο παν/μιο, στο σχολείο και αλλού. Οι οργανώσεις αυτές με τον μαζικό προσανατολισμό επιτέλεσαν με επιτυχία το έργο της πολιτικής ενίσχυσης των Τουπαμάρος και της διάχυσης των επαναστατικών αντιλήψεων τους στο κοινωνικό σώμα. Το 1970, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι το 20 με 25% του πληθυσμού της Ουρουγουάης ήταν συμπαθούντες. Η πεποίθηση όμως των ανταρτών ότι η ένοπλη δράση είναι η ανώτερη μορφή ταξικής πάλης, στέρησε από τις μαζικές οργανώσεις τον πολιτικό τους χαρακτήρα και τις υποβάθμισε σε απλά εργαλεία στρατολόγησης εθελοντών για των ένοπλο αγώνα

Τέλος, ειδική μνεία πρέπει να γίνει στις εκπληκτικές υλικές υποδομές που είχαν κατασκευάσει οι Τουπαμάρος κάτω από την πόλη του Μοντεβίδεο. Οι αντάρτες είχαν κατασκευάσει ένα ολόκληρο δίκτυο από υπόγειες σήραγγες και τούνελ που τους επέτρεπε να κινούνται με άνεση και χωρίς τον φόβο του εντοπισμού τους από τις αρχές σε όλη την επικράτεια της πρωτεύουσας. Μέσα σε αυτήν την υπόγεια πολιτεία υπήρχαν αυτοσχέδια νοσοκομεία, κοιτώνες όπου οι μαχητές μπορούσαν να ξεκουράζονται, τυπογραφεία για την παραγωγή προπαγανδιστικού υλικού ακόμη και κρατητήρια τα οποία η οργάνωση αποκαλούσε «Φυλακή του Λαού». Δεν ήταν λίγες οι σήραγγες που κατέληγαν μέσα στην πτέρυγα κάποιας φυλακής ή στα μετόπισθεν κάποιου φυλακίου του στρατού ή της αστυνομίας. Αξιοποιώντας το δαιδαλώδες αυτό σύστημα περασμάτων οι Τουπαμάρος ήταν σε θέση να χτυπούν αστραπιαία και να εξαφανίζονται.

Τα Χρόνια της Αθωότητας

Οι Τουπαμάρος αφιέρωσαν πολύ χρόνο στην προετοιμασία της εκστρατείας τους και από το 1962 έως το 1968 ασχολήθηκαν κυρίως με προπαρασκευαστικές επιχειρήσεις που είχαν να κάνουν με την εξεύρεση πηγών χρηματοδότησης για τον ένοπλο αγώνα καθώς και με την ενίσχυση της οργάνωσης σε πολεμικό υλικό. Ήταν μια περίοδος που η οργάνωση χρησιμοποιούσε την ελάχιστη δυνατή βία και κατά κανόνα απέφευγε τις ένοπλες αψιμαχίες με τους άντρες των σωμάτων ασφαλείας. Τον Ιούλιο του 1963 μια ομάδα κομάντος του MLN καθοδηγούμενη από τον ίδιο τον Ραούλ Σεντίκ, πραγματοποίησε επιδρομή στην Ελβετική Σκοπευτική Λέσχη του Μοντεβίδεο. Αυτή ήταν η πρώτη στρατιωτική επιχείρηση των ανταρτών και ήταν απολύτως επιτυχής, αφού κατέληξε στην αφαίρεση από τις αποθήκες της Λέσχης 150 τυφεκίων, 18 πιστολιών και μεγάλης ποσότητας πυρομαχικών. Η επιδρομή στη Λέσχη αποτέλεσε το πρότυπο με βάση το οποίο σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν μελλοντικές επιθέσεις του MLN σε καταστήματα πώλησης όπλων και αποθήκες της αστυνομίας και του στρατού όπου φυλάσσονταν όπλα και πυρομαχικά.

Για να χρηματοδοτήσουν την εκστρατεία τους οι αντάρτες χρησιμοποίησαν την μέθοδο των προλεταριακών απαλλοτριώσεων, μέσω της βίαιης απόσπασης μεγάλων χρηματικών ποσών από τράπεζες, από επιχειρήσεις Αμερικανικών συμφερόντων, ακόμη και από εύπορους ιδιώτες. Το βασικό ζητούμενο των επιθέσεων εναντία σε καθαρά οικονομικούς στόχους ήταν σίγουρα η οικονομική ενίσχυση της οργάνωσης και η συγκέντρωση κονδυλίων για τον αγώνα. Παρ’ όλα αυτά η διαδικασία επιλογής δυνητικών στόχων εμπεριείχε ενίοτε και το στοιχείο του πολιτικού παραδειγματισμού. Για παράδειγμα, το 1969 οι αντάρτες επιτέθηκαν και λήστεψαν το Καζίνο της Punta del Este, απ’ όπου αφαίρεσαν το μυθικό για την εποχή ποσό των $250.000. Με καθαρά στρατιωτικά κριτήρια, το Καζίνο δεν ήταν εύκολος στόχος. Επιλέχτηκε όμως πρώτον, για να καταδείξει ότι τα πιο προηγμένα μέτρα ασφαλείας δεν ήταν ικανά να σταματήσουν τους μαχητές της οργάνωσης και δεύτερον, διότι αποτελούσε σύμβολο της άρχουσας τάξης της Ουρουγουάης, αφού εξέχοντα μέλη της πολιτικής και οικονομικής ελίτ της χώρας συνωστίζονταν καθημερινά στις πολυτελείς αίθουσες για να διασκεδάσουν, να σπαταλήσουν τεράστια ποσά και να συναναστραφούν τους όμοιους τους.

Η πρώιμη αυτή περίοδος της δράσης των Τουπαμάρος μπορεί να χαρακτηριστεί και ως η «εποχή της αθωότητας» του κινήματος. Οι επιθέσεις τους υποκινούνταν από μια αντίληψη όμοια με αυτή της Άμεσης Δράσης και αποσκοπούσαν στη σφυρηλάτηση οργανικών δεσμών με τα κομμάτια εκείνα του πληθυσμού που φιλοδοξούσαν να εκπροσωπήσουν πολιτικά. Μια τέτοια ενέργεια ήταν η επίθεση που πραγματοποίησε μια ομάδα κομάντος του MLN εναντίον ενός φορτηγού με τρόφιμα την παραμονή των Χριστουγέννων του 1963. Οι κομάντος έκλεψαν το φορτηγό, το οδήγησαν στις φτωχογειτονιές του Απαρίτσιο Σαράβια στα περίχωρα του Μοντεβίδεο και μοίρασαν τα τρόφιμα στους φτωχούς κατοίκους της παραγκούπολης. Ακόμη, εικάζεται πως ένα μεγάλο μέρος της λείας που απέσπασε το MLN από ληστείες και επιδρομές διοχετεύτηκε στα γκέτο για να βοηθήσει στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις παραγκουπόλεις. Η απευθείας στήριξη που παρείχε το MLN στους κατοίκους των παραγκουπόλεων είχε σαν αποτέλεσμα να εξασφαλίσουν οι αντάρτες την εύνοια των τοπικών κοινοτήτων και μετέτρεψε τις φτωχογειτονιές σε «εχθρικό έδαφος» για τις δυνάμεις ασφαλείας.

Επίθεση στο Κράτος

Το 1969, έχοντας ολοκληρώσει τις προετοιμασίες τους , οι Τουπαμάρος εγκαινίασαν μια νέα φάση της εκστρατείας τους βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιό τους για βίαιη ανατροπή του Κράτους. Η στρατηγική τους περιλάμβανε τρεις βασικές παραμέτρους :

1) Τη συνένωση των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς σε ένα ενιαίο λαϊκό επαναστατικό μέτωπο υπό την ηγεσία του MLN. Οι Τουπαμάρος ήταν πεπεισμένοι πως μέσα σε όλα τα κόμματα της Αριστεράς – Κομμουνιστές, Σοσιαλιστές, Μαοϊστές, Αναρχικοί – υπήρχαν αυθεντικά επαναστατικά στοιχεία που ευρισκόμενοι  μπροστά σε μία κατάσταση αυξανόμενης πόλωσης κι εχθρότητας μεταξύ του προλεταριάτου από τη μία και των δυνάμεων της αντίδρασης από την άλλη, θα εγκατέλειπαν τις μικροαστικές κοινοβουλευτικές τους συνήθειες και θα ρίχνονταν ολόψυχα στον πόλεμο για την ολοκληρωτική ήττα του ταξικού εχθρού. Από την άλλη, όσα κόμματα της Αριστεράς αρνούνταν να συμμετάσχουν στον επαναστατικό αγώνα ήταν καταδικασμένα να «ατιμαστούν» στα μάτια του προλεταριάτου και να σβήσουν μπροστά στο φάσμα της επερχόμενης εμφυλιοπολεμικής σύγκρουσης. Πράγματι, την εντύπωση ότι η Αριστερά βρισκόταν υπό συνολικό πολιτικό διωγμό ενίσχυσε η συντηρητική κυβέρνηση του Προέδρου Πατσέκο Αρέκο με τις σπασμωδικές αντιδράσεις της απέναντι στην απειλή της αυξανόμενης δημοτικότητας των ανταρτών. Ο Αρέκο ανέλαβε την εξουσία το 1967. Ένα μήνα μετά την εκλογική νίκη του, το Κογκρέσο της Ουρουγουάης κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και εισήγαγε μία σειρά από δικτατορικούς νόμους που περιόριζαν τις πολιτικές ελευθερίες και καταργούσαν τα μισά κόμματα του Κοινοβουλίου που ανήκαν στον πολιτικό χώρο της άκρας Αριστεράς (με εξαίρεση το Κ.Κ.). Η συμμετοχή σε σοσιαλιστικές, μαοϊκές ή αναρχικές ομάδες αναγορεύτηκε σε ποινικό αδίκημα και οι εφημερίδες των κομμάτων της αντιπολίτευσης έκλεισαν η μια μετά την άλλη. Πολλά μέλη αριστερών οργανώσεων που είχαν τεθεί στο στόχαστρο του κυνηγιού μαγισσών της κυβέρνησης, εξαναγκάστηκαν από τις περιστάσεις να σκεφτούν σοβαρά το ενδεχόμενο της βίαιης επανάστασης και της συνεργασίας ενάντια στον κοινό εχθρό.

2) Την αποδιοργάνωση του κατασταλτικού μηχανισμού του Κράτους και την αλλαγή στη στρατιωτική ισορροπία δυνάμεων. Για να πετύχουν την ανατροπή του αρνητικού για αυτούς συσχετισμού δυνάμεων, οι αντάρτες εξαπέλυσαν μία άνευ προηγουμένου τρομοκρατική εκστρατεία εναντίον των αντρών της αστυνομίας , του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών. Οι Τουπαμάρος διέθεταν ένα πρότυπο μηχανισμό συλλογής πληροφοριών αποτελούμενο από πράκτορες του MLN που είχαν διεισδύσει σε όλες τις βαθμίδες των σωμάτων ασφαλείας και τους εφοδίαζαν με πληροφορίες για τις κινήσεις των δυνάμεων της αστυνομίας, για τα μόνιμα σημεία αστυνομικού ελέγχου, ακόμη και για την πραγματική ταυτότητα των πρακτόρων της μυστικής υπηρεσίας. Οι  αντάρτες  χρησιμοποίησαν τις πληροφορίες για να στήνουν θανατηφόρες ενέδρες σε ανυποψίαστες αστυνομικές περιπόλους αλλά και για να δολοφονούν επιλεκτικά στελέχη των δυνάμεων καταστολής, ακόμη και σε ώρες που ήταν εκτός υπηρεσίας. Χαρακτηριστικά, το 1969 δολοφόνησαν το μυστικό πράκτορα της αστυνομίας Καρλος Ζαμπράνο, την ώρα που καθόταν αμέριμνος σε ένα λεωφορείο, ενώ τον Απρίλιο του 1970 εκτέλεσαν τον Χέκτορ Τσαρκέρο, έναν επιθεωρητή της αστυνομίας που είχε κατηγορηθεί για τον βασανισμό πολιτικών κρατουμένων. Παράλληλα με την τρομοκρατία οι Τουπαμάρος χρησιμοποίησαν και τη μέθοδο του ψυχολογικού πολέμου αφού, όπως έλεγε ο Γκιγιέν, η νίκη δε θα προερχόταν από τη φυσική εξόντωση του εχθρού αλλά από «την πολιτική και στρατιωτική αποθάρρυνση και παράδοσή του». Εξέδωσαν επανειλημμένα προκηρύξεις με τις οποίες καλούσαν τους αστυνομικούς να παραιτηθούν, εάν ήθελαν να αποφύγουν τις συνέπειες της αντιπαράθεσης με το MLN. Ο συνδυασμός σωματικής και ψυχολογικής βίας που ασκούσαν οι Τουπαμάρος φαίνεται πως απέφερε καρπούς. Το 1970  οι αστυνομικοί κατέβηκαν σε απεργία με αίτημα την αύξηση του μισθού τους και το δικαίωμα να δουλεύουν με πολιτικά για να μη δίνουν «εύκολο στόχο» στους αντάρτες. Η κυβέρνηση χρειάστηκε να συλλάβει 66 από αυτούς με την κατηγορία της άρνησης εκτέλεσης διαταγών για να τους αναγκάσει να επιστρέψουν στα καθήκοντα τους.

3) Τη δημιουργία μιας εναλλακτικής πολιτικής εξουσίας και την εγκατάσταση μιας «παράλληλης αντιεξουσίας» στο Μοντεβίδεο. Η επίθεση των ανταρτών στην κρατική εξουσία ήταν πολυδιάστατη. Περιλάμβανε πολιτικές απαγωγές, θεαματικές στρατιωτικές ενέργειες και την συστηματική απονομή της «επαναστατικής δικαιοσύνης». Οι Τουπαμάρος χρησιμοποίησαν τη μέθοδο των πολιτικών απαγωγών για να οξύνουν τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης και να προκαλέσουν ρήγματα στις σχέσεις του Κράτους με την κοινωνία. Το 1968 απήγαγαν τον διευθυντή της τηλεφωνικής εταιρείας (UTE) της Ουρουγουάης και προσωπικού φίλου του Προέδρου Αρέκο, Ουλίσες Παρέιρα Ρεβερμπέλ. Η κυβέρνηση διέθεσε τη μισή αστυνομική δύναμη του Μοντεβίδεο στην επιχείρηση εντοπισμού του ομήρου, αλλά οι έρευνες απέβησαν άκαρπες. Αδυνατώντας να ανακαλύψουν κάποιο ίχνος του, οι αρχές αποφάσισαν να άρουν το ακαδημαϊκό άσυλο και να επιτρέψουν τη διεξαγωγή ερευνών από την αστυνομία μέσα στο πανεπιστήμιο που ήταν γνωστό πως αποτελούσε ιδεολογικό και πολιτικό προπύργιο των ανταρτών. Η εισβολή των  αστυνομικών προκάλεσε τη βίαιη αντίδραση των φοιτητών που προσπάθησαν να τους απωθήσουν. Στα επεισόδια που σημειώθηκαν ένας κομμουνιστής φοιτητής με το όνομα Λίμπερ Άρτσε έπεσε νεκρός από τα πυρά της αστυνομίας. Οι Τουπαμάρος ανέδειξαν τον νεαρό Άρτσε σε «μάρτυρα» του αγώνα για την ελευθερία κι έδωσαν το όνομά του σε μία επίλεκτη ομάδα κομάντος του MLN, το «Κομάντο Λίμπερ Άρτσε» του Μοντεβίδεο. Ο Ρεβερμπέλ αφέθηκε ελεύθερος 5 ημέρες μετά την αιχμαλωσία του, βρώμικος, αξύριστος και ταπεινωμένος. Οι αντάρτες του χάρισαν τη ζωή αφού ο πολιτικός στόχος της απαγωγής του είχε εκπληρωθεί.

Πέρα από τις απαγωγές, οι Τουπαμάρος επιδόθηκαν και σε επιχειρήσεις πολιτικής προπαγάνδας που στόχο είχαν να αποδείξουν τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος και να σπάσουν τον αποκλεισμό που είχε επιβληθεί εναντίον τους στα ΜΜΕ , με πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Η επιδρομή του «Κομάντο Λίμπερ Άρτσε» στην τράπεζα Financiera το 1969, ήταν μια τέτοια επιχείρηση, αφού εκτός από τα κλοπιμαία, οι αντάρτες άρπαξαν και μία σειρά από μυστικά λογιστικά βιβλία που αποδείκνυαν την ύπαρξη ενός καρτέλ παράνομης διακίνησης χρήματος στο οποίο συμμετείχαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι και τραπεζίτες που χρησιμοποιούσαν την τράπεζα για να ξεπλένουν τα χρήματα που είχαν καταχραστεί από τα ταμεία του Δημοσίου. Η δημοσιοποίηση των στοιχείων από το MLN προκάλεσε σάλο στην κοινή γνώμη και είχε σαν αποτέλεσμα την παραίτηση του Υπουργού Γεωργίας, Κάρλος Φρικ Ντέιβις.

Τέλος, μέσω της απονομής «επαναστατικής δικαιοσύνης» οι Τουπαμάρος θέλησαν να τρομοκρατήσουν την κυβέρνηση και να καταδείξουν την πολιτική ισχύ που διέθεταν. Αγαπημένος στόχος των ανταρτών ήταν οι πολιτικοί που ανήκαν στον στενό κύκλο του Προέδρου Αρέκο. Ήθελαν έτσι να δείξουν ότι η κυβέρνηση ήταν ανήμπορη να προστατέψει τα πιο υψηλόβαθμα στελέχη της και να παραλύσουν την κυβερνητική εξουσία στο υψηλότερο επίπεδο, προκαλώντας έτσι τη γενικότερη παράλυση του κρατικού μηχανισμού. Με άλλα λόγια, η στρατηγική τους ήταν να χτυπήσουν το κεφάλι, για να παραλύσουν το σώμα. Ακολουθώντας αυτή την τακτική οι Τουπαμάρος απήγαγαν για δεύτερη φορά τον Παρέιρα Ρεβερμπέλ το 1971και τον καταδίκασαν σε ισόβια κάθειρξη στις «Φυλακές του Λαού». Είναι προφανές ότι η ανακοίνωση της πρόθεσης του MLN να κρατήσει επ’ αόριστον τον Ρεβερμπέλ αιχμάλωτο στις υπόγειες φυλακές του, παρέπεμπε τόσο στον μόνιμο χαρακτήρα της κομμουνιστικής εξέγερσης, όσο και στην τελική της επικράτηση έναντι του αστικού Κράτους. Χαρακτηριστικό της ηττοπάθειας που είχε καταλάβει την κυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα ήταν η αντικατάσταση με προεδρικό διορισμό του Ρεβερμπέλ από τον Χουάν Φαμπίνι στη θέση του διευθυντή της UTE. Η κίνηση αυτή ισοδυναμούσε με έμμεση παραδοχή ότι η απελευθέρωση του Ρεβερμπέλ εξαρτιόταν αποκλειστικά από τους αντάρτες και όχι από τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας.

Προδοσία

Η ιστορία έχει δείξει πως το κυριότερο όπλο της εκάστοτε εξουσίας ενάντια στους επαναστάτες είναι ο δωσίλογος. Η περίπτωση των Τουπαμάρος δεν αποτελεί εξαίρεση. Έπειτα από μια σύντομη αναστολή των εχθροπραξιών κατά τη διάρκεια των εκλογών του 1971 όταν το MLN υποστήριξε την αριστερή συμμαχία «Frente Amplio», ο πόλεμος ξανάρχισε με μεγαλύτερη αγριότητα. Το Κράτος, με τη συνδρομή της CIA και των μυστικών υπηρεσιών της Βραζιλίας, οργάνωσε και εξόπλισε επίλεκτες αντιτρομοκρατικές μονάδες και χρησιμοποίησε εκτενώς τα βασανιστήρια και τις δωροδοκίες (απονομή χάριτος)  για να αποσπάσει πολύτιμες πληροφορίες από συλληφθέντες μαχητές του MLN. Η προδοσία του Έκτορ Αμόδιο Πέρεζ ήταν η σημαντικότερη επιτυχία της νέας αντιτρομοκρατικής τακτικής της κυβέρνησης.

Ο Πέρεζ ήταν στρατιωτικός διοικητής της Φάλαγγας 15 του Μοντεβίδεο και επιχειρησιακός σύνδεσμος των «Ομάδων Πυρός» της Φάλαγγας του με τις υπόλοιπες Φάλαγγες της οργάνωσης που δρούσαν στην πρωτεύουσα. Τον Μάρτιο του 1972 στο εθνικό συνέδριο του MLN καθαιρέθηκε από την ηγεσία της μονάδας του αφού κρίθηκε ανεπαρκής. Λίγες ημέρες μετά, ο δυσαρεστημένος Πέρεζ αυτομόλησε στις αρχές και αφού εξασφάλισε Προεδρική ‘άφεση αμαρτιών’ αποκάλυψε στην αστυνομία την τοποθεσία τριάντα βάσεων της οργάνωσης, μίας «Φυλακής του Λαού», ενός νοσοκομείου, αρκετών τυπογραφείων και αποθηκών με πυρομαχικά. Στη συνέχεια φυγαδεύτηκε από την Ουρουγουάη και εικάζεται ότι μπήκε στη δούλεψη των μυστικών υπηρεσιών της χώρας.

Ένας άλλος ανανήψας ονόματι Μάριο Πίριζ, ξεκίνησε μια καινούρια ζωή αφού πρώτα πρόδωσε τα ονόματα 100 συντρόφων του στην αστυνομία. Το πλήγμα για την οργάνωση ήταν βαρύ. Η στεγανοποίηση εξασφάλιζε έναν βαθμό μυστικότητας για τους μαχητές του MLN, αλλά η ύπαρξη εσωτερικής ιεραρχίας που ήταν απαραίτητη για τον κεντρικό συντονισμό του ανταρτοπολέμου σήμαινε πως υπήρχαν υψηλόβαθμα στελέχη που εάν έπεφταν στα χέρια των αρχών και πείθονταν να συνεργαστούν μπορούσαν να καταστρέψουν την οργάνωση. Οι Τουπαμάρος δεν μπόρεσαν ποτέ να αναπληρώσουν τις απώλειες που υπέστησαν εξαιτίας των προδοτών Πέρεζ και Πίριζ (100 θάνατοι και 600-700 συλλήψεις μαχητών μέσα σε τρεις μήνες). Μέχρι το 1972 είχαν αποδυναμωθεί στρατιωτικά και ο πόλεμος είχε λήξει.      

 

               

 

 

 

 

 

 

Από την εξέγερση, στην επανάσταση

«Για να μπορέσουμε να καταργήσουμε την αστυνομία και όλους τους επιβλαβείς κοινωνικούς θεσμούς θα πρέπει να ξέρουμε τι θα βάλουμε στη θέση τους, όχι σε ένα περισσότερο ή λιγότερο μακρινό μέλλον αλλά άμεσα, την ίδια μέρα που θα ξεκινήσουμε την κατεδάφιση τους. Κάποιος μπορεί να καταστρέψει αποτελεσματικά και μόνιμα μόνο αυτό το οποίο αντικαθίσταται από κάτι άλλο. Και το να αναβάλλουμε για την επόμενη μέρα την επίλυση προβλημάτων που ανακύπτουν ως απολύτως αναγκαία, θα ήταν το ίδιο με το να δώσουμε χρόνο στους θεσμούς που σκοπεύουμε να καταργήσουμε ώστε να συνέλθουν από το σοκ και να ανορθώσουν την εξουσία τους, ίσως με άλλα ονόματα, αλλά σίγουρα με την ίδια δομή».

                                                                                        Ε. Μαλατέστα, «Η Αναρχική Επανάσταση»

 

Αποτίμηση της κρίσης από αντισυστημική σκοπιά

 Η ολομέτωπη επίθεση της υπερεθνικής ελίτ ενάντια στα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα της κοινωνίας που βρίσκεται σε εξέλιξη, έχει σαν απώτερο στόχο την κατοχύρωση των θεσμικών προϋποθέσεων που θα επιταχύνουν τη διαδικασία αγοραιοποίησης της ελληνικής κοινωνίας και την πλήρη μετάβαση της χώρας στο κοινωνικό παράδειγμα που συνεπάγεται η νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας. Η πελώρια διόγκωση του δημόσιου χρέους του ελληνικού κράτους δεν οφείλεται απλώς στην εγκληματική κακοδιαχείριση των οικονομικών πόρων του δημοσίου από την διεφθαρμένη πολιτική ελίτ, ούτε στην κατασπατάληση των κοινοτικών επιδοτήσεων, ή την υπέρμετρη επέκταση του κρατικού διοικητικού μηχανισμού. Σύμφωνα με την ανάλυση μας, η συσσώρευση ενός τεράστιου δημοσίου χρέους αποτελεί την αναπόφευκτη εξέλιξη του οικονομικού μοντέλου εξαρτημένης ανάπτυξης που υιοθετήθηκε από διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, έπειτα από την είσοδο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1980.[i] 

Η προσχώρηση της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές οικονομικές δομές είχε σαν αποτέλεσμα την έναρξη της διαδικασίας ενσωμάτωσης της χώρας στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, η οποία επέφερε την έκθεση της αδύναμης ελληνικής οικονομίας στις ανελέητες ανταγωνιστικές πιέσεις που επικρατούν μέσα σε ένα διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Μέσα στο θεσμικό πλαίσιο των απορυθμισμένων και οργανικά συνδεδεμένων αγορών, η ανάδυση του μοντέλου εξαρτημένης ανάπτυξης επέρχεται με φυσικό τρόπο όταν δύο οικονομίες που χαρακτηρίζονται από εντελώς άνισα επίπεδα τεχνολογικής ανάπτυξης, δομικής συνοχής και παραγωγικότητας έρχονται σε επαφή και αλληλεπιδρούν στο πλαίσιο του αμοιβαίου ανταγωνισμού.[ii]  Σε αυτή την περίπτωση, η δημιουργία σχέσεων οικονομικής κυριαρχίας που εκφράζονται μέσα από δεσμούς υποτέλειας και ετεροκαθορισμού ανάμεσα στην ισχυρή οικονομία του κέντρου και την εξαρτημένη οικονομία της περιφέρειας, εναπόκειται στη δυναμική του συστήματος που, μέσω της αρχής του ανταγωνισμού, θεσμοποιεί και αναπαράγει τις σχέσεις οικονομικής δύναμης ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδια την αναπαραγωγή του.

Μοιραία, η σταδιακή ενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στο ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα επέφερε την πλήρη αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής της χώρας, τη διάλυση των, έτσι κι αλλιώς ισχνών, τοπικών βιομηχανικών υποδομών και την ανεπανόρθωτη καταστροφή του πρωτογενούς γεωργικού τομέα. Μοναδικό αντίβαρο σε αυτή την διαδικασία οικονομικής αποσάθρωσης, υπήρξαν οι μεταβιβάσεις υπό την μορφή κοινοτικών επιδοτήσεων που δεν χρησίμευσαν ως μοχλός για την ενίσχυση του παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής οικονομίας, αλλά για την τεχνητή στήριξη των εισοδημάτων εκείνων των κοινωνικών στρωμάτων που υπέφεραν περισσότερο ως συνέπεια της άρσης των προστατευτικών ελέγχων και της σταδιακής απελευθέρωσης της ελληνικής αγοράς (π.χ. αγρότες). Το μέγεθος της οικονομικής καταστροφής εκφράστηκε από τη συνεχή διόγκωση του ελλείμματος και τη διαχρονική επιβάρυνση του ελληνικού εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου πληρωμών. Η εισαγωγή του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος και η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη έδωσε παράταση ζωής σε αυτό το αυτοκαταστροφικό αναπτυξιακό μοντέλο, ανανεώνοντας τη δυνατότητα του ελληνικού κράτους να χρηματοδοτεί το χρόνιο διαρθρωτικό έλλειμμα του συνάπτοντας συμφωνίες για φτηνό δανεισμό από τις διεθνείς αγορές.

Ωστόσο, η διεθνής οικονομική κρίση κατέστησε επιτακτική προτεραιότητα την τήρηση των κριτηρίων δημοσιονομικής πειθαρχίας που περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας και έφερε στο φως με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τα σαθρά θεμέλια στα οποία στηρίχτηκε μέχρι σήμερα το μοντέλο εξαρτημένης ανάπτυξης στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον Ευρωπαϊκό οικονομικό Νότο. Εξάλλου, η θέσπιση από το διευθυντήριο των Βρυξελλών πειθαρχικών κυρώσεων ενάντια σε εκείνες τις χώρες που υποπίπτουν σε παραβιάσεις των δημοσιονομικών κανόνων που κωδικοποιούνται από τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας, σηματοδοτεί την απαρχή μιας περιόδου διαρκούς και παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης και υπανάπτυξης για τις χώρες του Νότου, αφού ουσιαστικά απαγορεύει στις αδύναμες οικονομικά χώρες της ευρωζώνης τη λήψη δημοσιονομικών μέτρων για την τόνωση της αναπτυξιακής δραστηριότητας στο εσωτερικό των ήδη σοβαρά πληγέντων οικονομιών τους. Η εξέλιξη αυτή πιστοποιεί την ουσιαστική χρεοκοπία του ευρωπαϊκού μοντέλου εξωστρεφούς οικονομικής ανάπτυξης που βασίζεται στις ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίου και εργασίας, στο βαθμό που αυτό δεν είναι σε θέση πλέον να εγγυηθεί ούτε στο ελάχιστο την έστω ανισομερή εξάπλωση των «ευεργετημάτων» της παγκοσμιοποίησης στις κοινωνίες της περιφέρειας του διεθνοποιημένου καπιταλιστικού συστήματος, με την έννοια της δημιουργίας μιας στοιχειώδους καταναλωτικής κοινωνίας σε κάποια τμήματα των πληθυσμών του ευρωπαϊκού Νότου.

Φυσικά, η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται ότι το σύστημα αναμένεται από μέρα σε μέρα να καταρρεύσει υπό το βάρος των έμφυτων αντιφάσεων του, που υποσκάπτουν τα θεμέλια της ίδιας του της ύπαρξης στις χώρες που απαρτίζουν τον ευρωπαϊκό οικονομικό Νότο. Η ιστορική εξέλιξη δεν συνιστά μια αδιάσπαστη ακολουθία γεγονότων που οφείλεται στην αλληλεπίδραση προβλέψιμων «αντικειμενικών», οικονομικών παραγόντων, όπως εξακολουθούν να πιστεύουν πολλά παλαιομαρξιστικά απολιθώματα στον ευρύτερο χώρο της ελληνικής Αριστεράς. Κατά την άποψη μας, η έννοια της συστημικής κρίσης δεν εμπεριέχει τίποτα το αναγκαίο και δεν παράγει προκαθορισμένα αποτελέσματα από την άποψη της συμπεριφοράς των ταξικών και κοινωνικών υποκειμένων. Όπως έγραψε ο Καστοριάδης, «…κι αυτή ακόμη η βασική αντίφαση, σαν τέτοια από μόνη της δεν οδηγεί πιο πέρα. Θα μπορούσε να μείνει, να διαιωνίζεται, να σαπίζει επ’ άπειρον. Παίρνει το χαρακτήρα κρίσης στο μέτρο που υπάρχει αντιμαχία, η πάλη, ο αγώνας των εργαζομένων ενάντια στην καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής. Δεν θα υπήρχε κρίση αν, π.χ. οι εργαζόμενοι μέσα στο εργοστάσιο είχαν τη στάση, ας πούμε, των στρατιωτών του Ναπολέοντα στο Αούστερλιτς, αν εγκολπωνόντουσαν τους σκοπούς της διεύθυνσης κι ήταν έτοιμοι και να σκοτωθούν γι’ αυτούς. Η κρίση πηγάζει απ’ την αντιμαχία, είναι αυτή η αντιμαχία».[iii]

Σημαίνει ωστόσο ότι μέσα στο ετερόνομο θεσμικό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, η περαιτέρω αύξηση της ανισοκατανομής οικονομικής δύναμης και η υπερσυγκέντρωση πολιτικής και κοινωνικής δύναμης στα χέρια των αντίστοιχων ελίτ είναι αδύνατο να αποτραπεί. Η κάθετη πτώση του βιοτικού επιπέδου των λαών του ευρωπαϊκού Νότου, η σύνθλιψη των εισοδημάτων της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζόμενων, η συντριβή των εργασιακών δικαιωμάτων και η εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης στον χώρο εργασίας, η διάλυση του κράτους-πρόνοιας και η εξαπόλυση φορολογικών επιδρομών που πλήττουν μονομερώς τα φτωχότερα στρώματα, αποτελούν πράγματι μονόδρομο για τις εξαρτημένες οικονομίες του Νότου αν αυτές θέλουν, όχι να αναπτυχθούν, αλλά απλώς να επιβιώσουν μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.

 Ζητήματα μεταβατικής στρατηγικής

Η αντεπανάσταση των ελίτ της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς που βρίσκεται σε εξέλιξη, δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο μέσα από μια γενικευμένη λαϊκή εξέγερση. Η εξεγερσιακή αυτή διαδικασία είναι διττή στον τρόπο που εκδιπλώνεται. Από την μία, η βίαιη ρήξη και ανατροπή των κυρίαρχων θεσμών είναι αναγκαία προϋπόθεση για την κατάλυση ενός ετερόνομου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης που προσλαμβάνει ολοένα και πιο αυταρχικά χαρακτηριστικά και την εγκαθίδρυση των βασικών πολιτικών και οικονομικών δομών μιας αυτόνομης κοινωνίας. Από την άλλη, η διατύπωση ενός μίνιμουμ προγράμματος της κοινωνικής επανάστασης που θα περιλαμβάνει τα βασικά πολιτικά όργανα και τις οικονομικές δομές της αυτεξούσιας κοινωνίας, αλλά και η επεξεργασία ενός κινηματικού σχεδίου δράσης για την μετάβαση σε ένα οικονομικό σύστημα που θα βασίζεται στις αρχές του ελευθεριακού σοσιαλισμού, είναι αναγκαία συνθήκη προκειμένου να επισπευσθούν οι διεργασίες που μπορούν να συντελέσουν στην έλευση της εξέγερσης.

Ωστόσο, η εξέγερση με όποια μορφή κι αν εκδηλωθεί, δεν μπορεί να έχει ως προμετωπίδα την έγερση ενός αιτήματος για διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα την απόσυρση των επονείδιστων μέτρων, ούτε την εκ νέου προσφυγή στις κάλπες με στόχο την εκλογή μιας φιλολαϊκής κυβέρνησης που θα αποσύρει την χώρα από την ΕΕ και θα αναλάβει να διαχειριστεί τις δυσάρεστες συνέπειες που θα έχει η μονομερής αποχώρηση και η έξοδος από το ευρώ στα εισοδήματα και το βιοτικό επίπεδο των μη-προνομιούχων. Το βασικότερο συστατικό στοιχείο μιας ελευθεριακής στρατηγικής εξόδου από την κρίση είναι κατά τη γνώμη μας η αυτοτέλεια μέσων και σκοπών του ελευθεριακού αντισυστημικού κινήματος. Η αρχή της αυτοτέλειας των μέσων υπονοεί ότι το ελευθεριακό κίνημα θα πρέπει να καταστρώσει μια στρατηγική που θα του επιτρέψει να στηριχτεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις προκειμένου να πετύχει την μετάβαση στην κοινωνική συνθήκη της αυτονομίας και του ελευθεριακού σοσιαλισμού. Με άλλα λόγια, η κοινωνική απελευθέρωση πρέπει να είναι έργο του ίδιου του μαζικού κινήματος, δηλαδή των συνελεύσεων των πολιτών στο πολιτικό επίπεδο, της αυτοδιαχείρισης της παραγωγής στο πεδίο της οικονομίας και των λαϊκών συνελεύσεων όπου αλλού είναι δυνατή η συλλογική λήψη αποφάσεων με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες.

Από την άλλη, η αυτοτέλεια των σκοπών αναφέρεται στο γεγονός ότι δεν μπορούν να υπάρξουν ενδιάμεσα βήματα μέσω των οποίων θα προσεγγίσουμε σταδιακά τον απώτερο στρατηγικό μας στόχο, την εγκαθίδρυση του ελευθεριακού σοσιαλισμού. Ο επαναστατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας σε ελευθεριακά πρότυπα, θα πρέπει να ξεκινήσει εδώ και τώρα μέσω της οικοδόμησης πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών θεσμών αυτοδιεύθυνσης των πολιτών σε μαζική κοινωνική κλίμακα. Δεν χωρούν στην ελευθεριακή στρατηγική κομματικές συμμαχίες, κρατικές διαμεσολαβήσεις και «εγκάρδιες συνεννοήσεις» με την εξουσία. Η εξέγερση από τα κάτω είναι μέσα στην κρίσιμη ιστορική συγκυρία που διανύουμε, η μόνη μέθοδος κοινωνικής αλλαγής που είναι συμβατή με ένα ελευθεριακό πρόταγμα κοινωνικής απελευθέρωσης. Έτσι, είναι απαραίτητο να διαμορφωθούν εκείνες οι κινηματικές μορφές οργάνωσης που από την μία θα είναι ικανές να προετοιμάσουν και να υποδαυλίσουν την εκδήλωση της εξέγερσης αναλαμβάνοντας δράση την κρίσιμη στιγμή και από την άλλη, θα είναι σε θέση να βάλουν άμεσα σε κίνηση μια διαδικασία συγκρότησης των κεντρικών συλλογικών θεσμών της αυτεξούσιας κοινωνίας. Σε αυτό τον προβληματισμό αποσκοπούμε να συμβάλλουμε προτείνοντας ένα – θεωρούμε – ρεαλιστικό σχέδιο ταξικής οργάνωσης των δυνάμεων της αυτονομίας την εποχή της κρίσης. Ένα σχέδιο που επιχειρεί να συσπειρώσει αυτές τις δυνάμεις σε ένα ενιαίο προγραμματικό κίνημα με στόχο την ανατροπή του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος και την δημιουργία μιας κοινωνίας χωρίς Κράτος, χρήμα και αγορά.  

Είπαμε προηγουμένως ότι η καταστροφή της παραγωγικής δομής μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ θέτει επιτακτικά στο επαναστατικό κίνημα το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Πράγμα που σημαίνει ότι το πρόταγμα της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης στις συνθήκες του ελληνικού οικονομικού χώρου, δεν έχει μόνο να αντιμετωπίσει το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα επιτύχει τον εκδημοκρατισμό της οικονομίας και θα θέσει γενικά την παραγωγή, αλλά και τις μεμονωμένες παραγωγικές μονάδες, κάτω από τον έλεγχο των συνελεύσεων των πολιτών και των εργαζομένων αντίστοιχα. Έχει να επιλύσει και το πρόβλημα της ανάπτυξης καινούριων οικονομικών δομών στους τομείς όπου το μεταπολεμικό μοντέλο ανάπτυξης αποδείχτηκε αναποτελεσματικό (π.χ. μεταποίηση), προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την κάλυψη του μεγαλύτερου δυνατού μέρους των βασικών αναγκών του πληθυσμού από ενδογενείς πόρους κι εργατικό δυναμικό, εκπληρώνοντας έτσι τον στόχο της απεξάρτησης από τα υπερεθνικά κέντρα οικονομικής εξουσίας και της ανοικοδόμησης της οικονομίας στην βάση της αρχής της αυτοδυναμίας.[iv] Φυσικά, η αναγκαιότητα αυτή δεν έχει καμία σχέση με την ανάπτυξη μιας ισχυρής «εθνικής» οικονομίας που θα καθορίζεται από τεχνοοικονομικά κριτήρια και θα λειτουργεί μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Αντίθετα, η οικονομική ανασυγκρότηση έχει την έννοια του προσπορισμού σε διαρκή βάση των μέσων διαβίωσης της αυτόνομης κοινωνίας και προϋποθέτει μια συνομοσπονδιακή οικονομία νέου τύπου που θα βασίζεται στην αποκέντρωση της παραγωγής και την ισοκατανομή της οικονομικής δύναμης, με ταυτόχρονη συλλογική ιδιοκτησία κι έλεγχο των παραγωγικών μέσων.[v]

Υπάρχουν δυνάμεις στον χώρο της κρατικιστικής ή ελευθεριακής αριστεράς, που ορθώς υποστηρίζουν ότι η αποχώρηση από την ΕΕ και την ευρωζώνη είναι αναγκαία συνθήκη για την κοινωνική απελευθέρωση. Ωστόσο, επισείουν ταυτόχρονα την καταστροφική προοπτική της καταβαράθρωσης των λαϊκών εισοδημάτων και της ισοπέδωσης του βιοτικού τους επιπέδου που θα επέφερε μια τέτοια εξέλιξη και κατά συνέπεια συνοδεύουν την αποχώρηση από την ΕΕ με μια δέσμη κυβερνητικών μέτρων που θα απέβλεπαν να προστατέψουν τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες από τις δυσμενείς συνέπειες της εξόδου (π.χ. εκτίναξη πληθωρισμού, απομείωση αξίας καταθέσεων, επιδότηση για εισαγόμενα προϊόντα πρώτης ανάγκης, κλπ.). Ακόμη κι ένας συνεπής ελευθεριακός ριζοσπάστης όπως ο Φωτόπουλος υιοθετεί αυτή την άποψη τονίζοντας την ανάγκη για λήψη φιλολαϊκών μέτρων από μια κυβέρνηση λαϊκής ενότητας που θα δρομολογήσει την έξοδο της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύμφωνο και από την ίδια την ΕΕ.[vi] Μάλιστα, ο Φωτόπουλος φαίνεται να θεωρεί ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την μετάβαση σε μια αποκεντρωμένη κοινωνία χωρίς Κράτος και αγορά είναι η προηγούμενη ανασύσταση του παραγωγικού ιστού της χώρας μέσω της υλοποίησης ενός επενδυτικού προγράμματος σε εθνικό επίπεδο (που θα χρηματοδοτήσει νέες παραγωγικές μονάδες υπό τον έλεγχο των δημοτικών συνελεύσεων) από ένα, φιλικό προς τις δυνάμεις της αυτονομίας, Κράτος και μέσω της χρήσης της φορολογίας με ρητό στόχο την αναδιάρθρωση της ενδογενούς ζήτησης και κατανάλωσης για την τόνωση της εγχώριας αγοράς. Έτσι, η συνύπαρξη με το Κράτος εισέρχεται από την πίσω πόρτα στην στρατηγική και την πολιτική πρακτική ενός αμιγώς ελευθεριακού προτάγματος όπως είναι αυτό της Περιεκτικής Δημοκρατίας.

Αυτό συμβαίνει κατά την άποψη μας διότι το αίτημα για αποχώρηση από την ΕΕ τίθεται ως προαπαιτούμενο για την επιτυχή έκβαση της Κοινωνικής Πάλης που θα διεξαγάγει ένα ελευθεριακό αντισυστημικό κίνημα προκειμένου να ανατρέψει τους  θεσμούς που αναπαράγουν την συστημική κυριαρχία, αντί να ερμηνεύεται ως επακόλουθο της συνολικής στρατηγικής του ελευθεριακού κινήματος για τον καθολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε ελευθεριακά πρότυπα. Για παράδειγμα, η λήψη μέτρων προστασίας της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών εισοδημάτων, ή η στοχευμένη χρήση της φορολογίας προκειμένου να δρομολογηθεί η αλλαγή στη διάρθρωση της εγχώριας παραγωγής και κατανάλωσης, είναι αναγκαία μέτρα μόνο σε μια κοινωνία όπου η αγορά δεν έχει πάψει να υφίσταται ως ο βασικός οικονομικός μηχανισμός κατανομής των πόρων. Εννοούμε δηλαδή ότι τα μέτρα αυτού του τύπου είναι σχεδιασμένα για να επενεργήσουν έμμεσα στη ζήτηση και την προσφορά όπως αυτές εκδηλώνονται μέσα στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς και στην ουσία προϋποθέτουν τόσο την ύπαρξη κεντρικής κυβέρνησης που θα συγκεντρώσει τις απαραίτητες φορολογικές αρμοδιότητες, όσο και την ύπαρξη της ίδιου του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Αντίθετα, όταν ο μηχανισμός κατανομής των πόρων δεν είναι πλέον η αγορά, αλλά ένα σύστημα δημοκρατικού σχεδιασμού της παραγωγής και της κατανάλωσης, βασισμένο στην απαλλοτρίωση και κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, τότε η φορολογία ως μέσον ανακατανομής της οικονομικής δύναμης από τα πάνω είναι πλέον περιττή και το ίδιο περιττή είναι και η ύπαρξη μιας κυβέρνησης που θα τη συντονίζει. Εξάλλου, σε μια κοινωνία όπου μεγάλο τμήμα της οικονομίας έχει ήδη κοινωνικοποιηθεί κι ελέγχεται άμεσα από τον εξεγερμένο λαό, μειώνεται δραματικά ο αντίκτυπος των όποιων αντίμετρων μπορούν να πάρουν οι εξουσιαστικές ελίτ της ΕΕ μέσω των διεθνών αγορών που έχουν υπο τον έλεγχο τους.   

Προσχέδιο για την μετάβαση στον ελευθεριακό σοσιαλισμό

Βεβαίως τα παραπάνω προϋποθέτουν ότι το ελευθεριακό κίνημα θα είναι σε θέση να προωθήσει άμεσα τα μέτρα υλοποίησης της κοινωνικής επανάστασης τόσο στη σφαίρα της πολιτικής όσο και στο πεδίο της οικονομίας και θα διαθέτει την μεταβατική στρατηγική που θα καταστήσει την μετάβαση στον ελευθεριακό σοσιαλισμό μια ρεαλιστική κι εφικτή προοπτική. Πώς όμως θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο; Αν δεχτούμε ότι στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο ο απώτερος στόχος του ελευθεριακού κινήματος είναι η εγκαθίδρυση μιας ελεύθερης συνομοσπονδίας δημοτικών συνελεύσεων στα πρότυπα μιας Περιεκτικής Δημοκρατίας, τότε απομένει να απαριθμήσουμε εκείνα τα συλλογικά κινηματικά όργανα που μπορούν να σηκώσουν το βάρος της οικονομικής ανασυγκρότησης της χώρας, αναδιοργανώνοντας παράλληλα τις βασικές δομές της  οικονομίας στην βάση της αρχής της ισοκατανομής της οικονομικής δύναμης και της ομοιόμορφης ικανοποίησης των βασικών αναγκών όλων των πολιτών.

Έχουμε ήδη γράψει ότι ενώ οι περισσότεροι αντισυστημικοί συγγραφείς και ακτιβιστές καταγίνονται με την αυτοοργάνωση των εργαζομένων και την ανεύρεση τρόπων μέσα από τους οποίους η ελευθεριακή Αριστερά θα μπορέσει να διεισδύσει στο οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα, κατά την γνώμη μας οι αναρχικοί θα έπρεπε να ρίξουν το βάρος τους στην ταξική οργάνωση και κινητοποίηση του ενός εκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων ανέργων[vii], μέσω της σύστασης ενός δικτύου μαζικών συνδικάτων ανέργων με αναρχικό πολιτικό υπόβαθρο και χαρακτήρα. Η δεδομένη αδυναμία του συστήματος, υπο το βάρος της συστημικής αναδιάρθρωσης που βρίσκεται σε εξέλιξη, να απορροφήσει και να προσφέρει  σταθερές και ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης σε ένα τεράστιο τμήμα του εργατικού δυναμικού, καθιστά την τεράστια μάζα των ανέργων μια εν δυνάμει τρομακτική αντισυστημική δύναμη που δύσκολα δύναται να εξαγοραστεί ή να αφομοιωθεί από το σύστημα.[viii] Με αυτόν τον τρόπο, η αδυναμία παρέμβασης του αναρχικού κινήματος στο εσωτερικό του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, δηλαδή η αδυναμία παρεμβολής στη σχέση που ορίζει σε κάθε στάδιο εξέλιξης του συστήματος την ίδια τη σύνθεση του κεφαλαίου, αντισταθμίζεται από την ικανότητα του να παρέμβει εξωτερικά στην λειτουργία του συστήματος μέσω της άμεσης δράσης. Όπως γράφει ο J. Petras για την εμπειρία της Αργεντινής, «Βέβαια η ροή των εμπορευμάτων και του κεφαλαίου απαιτούν την ελεύθερη διάβαση των δρόμων για να προσεγγίσουν την αγορά τους. Εδώ λοιπόν οι “περιθωριακές ομάδες” γίνονται στρατηγικοί πρωταγωνιστές των οποίων οι άμεσες ενέργειες εμποδίζουν τα κυκλώματα της ελίτ και διαταράσσουν τη διαδικασία συσσώρευσης. Οι αποκλεισμοί οδικών δικτύων από τους άνεργους είναι  λειτουργικό ισοδύναμο των βιομηχανικών εργατών που σταματούν τις μηχανές και τη γραμμή παραγωγής: η μία μπλοκάρει το κέρδος, η άλλη  τη δημιουργία της αξίας. Η μαζική οργάνωση έξω από το εργοστασιακό σύστημα αποδεικνύει τη βιωσιμότητα της εν λόγω στρατηγικής, όταν λαμβάνει χώρα εκτός των δομών των εκλογικών κομμάτων και των γραφειοκρατικών  συνδικάτων».[ix]

Επιπλέον, τα συνδικάτα των ανέργων θα μπορούσαν να οργανωθούν κατά ειδικότητα και με βάση το αντικείμενο εξειδίκευσης των μελών τους, ώστε με αυτόν τον τρόπο να αποτελέσουν την δεξαμενή άντλησης εργατικού δυναμικού για την στελέχωση των αυτοδιαχειριζόμενων δημοτικών επιχειρήσεων, των μελλοντικών δημοτικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας, κλπ. Τέλος, μια συνομοσπονδία αναρχικών συνδικάτων ανέργων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ισχυρός μοχλός πίεσης που θα επιδρά «απ’ έξω» πάνω στον απαξιωμένο επίσημο συνδικαλισμό της υποταγής και της αστυνόμευσης του εργατικού κινήματος, προκαλώντας ρήγματα στο εσωτερικό τους και οξύνοντας την αντίθεση μεταξύ συνδικαλιστικής βάσης και ηγεσίας. Ο υδροκεφαλισμός του ελληνικού κράτους αναμφίβολα συνιστά πλεονέκτημα για μια στρατηγική της εξέγερσης που περιλαμβάνει μαζικές και δυναμικές μορφές άμεσης δράσης ενάντια στην ομαλή λειτουργία και αναπαραγωγή της οικονομίας. Θα αρκούσε η επικέντρωση των δυνάμεων μας και της δράσης μας στο λεκανοπέδιο της Αττικής, όπου είναι συγκεντρωμένος ο μεγάλος όγκος της εμπορικής δραστηριότητας καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής, προκειμένου να προκαλέσουμε μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση στη λειτουργία ολόκληρου του οικονομικού συστήματος.

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να ξεκαθαρίσουμε ότι τα αναρχικά συνδικάτα ανέργων δεν θα είναι μια φωτοτυπία του κινήματος των άνεργων piqueteros (MTD) που έκανε την εμφάνιση του στην Αργεντινή την περίοδο 1996-2002. Δυστυχώς, παρά τις ριζοσπαστικές μορφές αυτοοργάνωσης και την αξιοσημείωτη επιτυχία στην σφυρηλάτηση νέων αγωνιστικών σχέσεων ανάμεσα στους αποκλεισμένους από την παραγωγή εργάτες, το πολιτικό πρόγραμμα των piqueteros ουδέποτε υπερέβη τα ρεφορμιστικά όρια ενός κινήματος διαμαρτυρίας, εκφράζοντας αιτήματα για θέσπιση από τις αρχές τοπικών προγραμμάτων για δημιουργία επιδοτούμενων θέσεων απασχόλησης, για εθνικοποιήσεις τραπεζών, για χρηματοδότηση αναπτυξιακών προγραμμάτων ανά κοινότητα, κλπ.[x] Είναι αλήθεια ότι πολλές από αυτές τις πρωτοβουλίες υπαγορεύτηκαν από μια πραγματιστική αντίληψη ικανοποίησης μέσω της άμεσης δράσης των πιεστικών προλεταριακών «αναγκών της στιγμής». Ωστόσο, είναι αυτήν την αναγωγή της άμεσης υλικής ανάγκης σε απώτατο πολιτικό όριο του κινήματος, που οφείλει να αποφύγει το αναρχικό κίνημα των ανέργων για να μην εκφυλιστεί σε κοινωνικό κίνημα «διατύπωσης αιτημάτων» προς τις ελίτ. Με άλλα λόγια, η ισομερής ικανοποίηση των βασικών αναγκών των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων σε μόνιμη και διαρκή βάση μπορεί να γίνει δυνατή μόνο έξω και σε κατάσταση σύγκρουσης με τους θεσμούς του συστήματος. Γι’ αυτό τον λόγο, η πολιτική πρακτική του κινήματος θα πρέπει να καθοδηγείται τόσο από την αρχή της δημιουργίας μετωπικών σχημάτων για την άμεση εκπλήρωση των λαϊκών αναγκών, όσο και από την αρχή του ασυμβίβαστου αυτών των σχημάτων (θεσμών) με το θεσμικό πλαίσιο που εγγυάται την αναπαραγωγή της συστημικής κυριαρχίας.

Επιπλέον, τα πιο μαχητικά κομμάτια του MTD στηρίχτηκαν στις τοπικές οργανώσεις βάσης για να αναπτύξουν οργανικούς δεσμούς και συμμαχίες με κοινότητες που είχαν χτυπηθεί βαριά από την ανεργία. Οι κοινότητες αυτές ύστερα κινητοποιούνταν για να υποστηρίξουν και να συνδράμουν τα παρακείμενα τους μπλόκα στις εθνικές οδούς. Παρόλο που η αρχή της οργάνωσης από κάτω προς τα πάνω είναι απαραβίαστη για κάθε ελευθεριακό πολιτικό εγχείρημα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι απουσίαζε από το κίνημα των piqueteros η ολιστική οικονομική οπτική που ενυπάρχει στην αντίληψη της συγκρότησης βιομηχανικών συνδικάτων ανέργων, που προϋποθέτει και την λειτουργική διαφοροποίηση του συνδικαλιστικού μοντέλου αυτοοργάνωσης των αποκλεισμένων εργατών από αυτό του MTD. Αυτό που εννοούμε είναι ότι τα συνδικάτα των ανέργων δεν θα πρέπει απλώς να συγκροτηθούν με βάση την τοπικότητα της κάθε οργάνωσης και την περαιτέρω συνομοσπονδιοποίηση των αυτόνομων τοπικών ομάδων σε ευρύτερα σύνολα (αυτό είναι δεδομένο), αλλά θα πρέπει η οργάνωση τους να ενσωματώνει και να αντικατοπτρίζει και το κριτήριο της εξειδίκευσης σύμφωνα με το αντικείμενο της εργασίας των άνεργων ακτιβιστών, σε αναρχοσυνδικαλιστικά πρότυπα. Κατά την γνώμη μας, αυτό θα μπορούσε να γίνει με δύο τρόπους. Σε τοπικό επίπεδο μπορούν να δημιουργηθούν συνδικάτα ανά συναφείς επαγγελματικές ειδικότητες που αντιστοιχούν σε κάθε βιομηχανικό κλάδο (π.χ. κουλτούρα, υπηρεσίες, υγεία, καθαριότητα, έρευνα κλπ.) ή, όπου αυτό δεν είναι δυνατό, απευθείας μετωπικές γενικές συνελεύσεις – συνδικαλιστικές οργανώσεις ακτιβιστών πόλης, στις οποίες θα μετέχουν όλοι οι άνεργοι, ανεξαρτήτως επαγγέλματος ή ειδικότητας. Οι οργανώσεις αυτές θα είναι πλήρως αυτόνομες και θα μπορούσαν είτε να δρουν σε συνεννόηση με την ελεύθερη δημοτική συνέλευση της περιοχής τους, ή κάποια στιγμή να συγχωνευτούν με αυτήν  δημιουργώντας έτσι ένα ενιαίο στρατευμένο συλλογικό υποκείμενο ανά αυτόνομο δήμο. Ωστόσο, η φεντεραλιστική συνδικαλιστική δομή σε επίπεδο πόλης ή περιφέρειας θα πρέπει να έχει ξεχωριστή και ανεξάρτητη υπόσταση από τις δομές της συνομοσπονδιακής πολιτικής δημοκρατίας[xi] και θα πρέπει να περιλαμβάνει θεσμικές διευθετήσεις όπου οι ακτιβιστές θα έχουν τη δυνατότητα να οργανώνονται και να διαβουλεύονται ανά ειδικότητα και κλάδο παραγωγής. Με αυτόν τον τρόπο, οι συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες διατηρούν την κινηματική τους διάσταση ως συντονιστικά σώματα των τοπικών συνδικάτων ανέργων, αλλά προσλαμβάνουν και μια επιπρόσθετη ιδιότητα ως αμεσοδημοκρατικά όργανα εκπόνησης οικονομικών σχεδίων και ως θεσμική υποδομή για μια στρατηγική μετάβασης σε μια εναλλακτική μορφή οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας.

Με τα παραπάνω δεν επιθυμούμε να προεξοφλήσουμε την μελλοντική μορφή του απελευθερωτικού συλλογικού υποκειμένου και να προδιαγράψουμε την μεθοδολογία που θα υιοθετήσει στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Απλώς προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε τους τρόπους χάρη στους οποίους η οργάνωση ενός παρόμοιου κινήματος θα ήταν εφικτή. Ένα μαζικό κίνημα άμεσης δράσης, οργανωμένο σε μια συνομοσπονδία των δημοτικών συνελεύσεων και των συνδικάτων ανέργων, θα μπορούσε να αναπτύξει δυναμικές μορφές συλλογικής δράσης και παρέμβασης μεταξύ των οποίων: η παρακώλυση των δικτύων κυκλοφορίας εμπορευμάτων και μεταφοράς της εργατικής δύναμης (μπλοκάρισμα συγκοινωνιών, εθνικών οδών), ο αποκλεισμός των σταθμών διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών από το εσωτερικό και το εξωτερικό (τρένα, αεροδρόμια, λιμάνια), η οργάνωση δυναμικών κινητοποιήσεων στους δρόμους με συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, η οργάνωση ενός απεργιακού κινήματος των ανέργων με εισβολή και κατάληψη των χώρων παραγωγής από ομάδες ανέργων κι «έξωθεν» μπλοκάρισμα της παραγωγικής διαδικασίας, η απαλλοτρίωση των δομών της τοπικής αυτοδιοίκησης (δημαρχεία, δημοτικές υπηρεσίες, κλπ.) και η μετατροπή τους σε κέντρα εξεγερσιακής δραστηριότητας απ’ όπου οι τοπικές δημοτικές συνελεύσεις θ’ ασκούν έμπρακτα την πολιτική και οικονομική αυτοδιάθεση τους. Πέρα από τα παραπάνω, ολόκληρη η γκάμα των μορφών συλλογικής αντίστασης που έχουν αναπτυχθεί αυθόρμητα την τελευταία τριετία (πρωτοβουλίες επανασύνδεσης ρεύματος στα φτωχά νοικοκυριά, συνιστώσες του κινήματος «δεν πληρώνω», επιτροπές κοινωνικής ανυπακοής κόντρα στο χαράτσι, τοπικά δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης, κλπ.) θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στο κοινό αντισυστημικό πρόγραμμα και να αποτελέσουν επιμέρους ριζοσπαστικές εκφάνσεις του ανταγωνιστικού κινήματος .

Τελικός στόχος της ανατρεπτικής μας δραστηριότητας θα ήταν η γενίκευση των συνθηκών διάλυσης και αποδιοργάνωσης των κατεστημένων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών εξουσιών που θα κλιμακωθεί σε γενικευμένη λαϊκή εξέγερση με στόχο την ανατροπή των βασικών ετερόνομων θεσμών της συστημικής χούντας, δηλαδή της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Παράλληλα, θα μπορούσε να συγκληθεί μια ιδιότυπη «συντακτική συνέλευση» που θα απαρτίζεται από ανακλητούς εντολοδόχους των συνιστωσών του κινήματος και θα είναι επιφορτισμένη με την επικύρωση της ελεύθερης συνομοσπονδίας των δήμων ως νέας «πολιτειακής» μορφής, καθώς και με τον από κοινού καθορισμό των γεωγραφικών ορίων των νέων δήμων σύμφωνα με τις εξουσιοδοτήσεις που θα λάβουν οι εντολοδόχοι των συνελεύσεων που θα συμμετάσχουν σε αυτή. Ταυτόχρονα η «συντακτική» θα μπορεί να λάβει αποφάσεις που θα υποδεικνύουν τα κεντρικά οικονομικά όργανα στα οποία θα ανατεθεί να φέρουν σε πέρας την ανασυγκρότηση της παραγωγής με βάση την αρχή της αποκέντρωσης, της αλληλεξάρτησης και της συλλογικής στήριξης.

Αυτά τα όργανα μπορούν να έχουν συγκροτηθεί μέσα από την συνομοσπονδιοποίηση των συνδικάτων ανέργων ακόμη και πριν από τη σύγκλιση μιας συντακτικής συνέλευσης. Για παράδειγμα, τα συνδικάτα των ανέργων μπορούν με την πάροδο του χρόνου κι όσο αναπτύσσεται το κίνημα, να συστήσουν τοπικές και εθνικές ομοσπονδίες ανά πρωτογενή, δευτερογενή ή τριτογενή οικονομικό τομέα και ανά βιομηχανικό κλάδο και σε συνεργασία με το κίνημα των δημοτικών συνελεύσεων να επεξεργαστούν σχέδια ίδρυσης νέων δημοτικοποιημένων μονάδων παραγωγής υπό εργατικό έλεγχο. Έτσι, από την μία η Συνομοσπονδία των δημοτικών συνελεύσεων θα δημιουργούσε την υποδομή και τους θεσμούς για την αποτελεσματική αποκέντρωση της δύναμης στο πεδίο της πολιτικής και στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο. Από την άλλη, η συνομοσπονδία των συνδικάτων ανέργων θα παρείχε τις αναγκαίες εφεδρείες σε προσωπικό και τεχνογνωσία οι οποίες θα μπορούσαν να προετοιμάσουν και να συγκεκριμενοποιήσουν τις οικονομικές δομές και τους θεσμούς του αυτοδιαχειριζόμενου οικονομικού τομέα.

Τις ανάγκες ενός δημοκρατικού σχεδιασμού σε εθνική κλίμακα θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν αυτόνομα όργανα εργατών-ανέργων, παρμένα μέσα από την εμπειρία του αναρχοσυνδικαλιστικού σοσιαλισμού, όπως εφαρμόστηκε αυτός κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης του ’36. Ένα από αυτά θα μπορούσε να είναι μια Εθνική Οικονομική Ομοσπονδία κατά τα πρότυπα των οικονομικών συμβουλίων που περιγράφει ο αναρχικός οικονομολόγος Ντιέγκο Άμπαντ ντε Σαντιγιάν.[xii] Η Ομοσπονδία θα λογοδοτεί στη Συνομοσπονδιακή Συνέλευση των ανακλητών εντολοδόχων των δήμων. Αυτή είναι μια σημαντική λεπτομέρεια, αφού η υπαγωγή της Οικονομικής Ομοσπονδίας στον έλεγχο της συνομοσπονδιακής συνέλευσης είναι αναγκαία προκειμένου να αποφευχθεί η μερικότητα των συμφερόντων που εκφράζουν θεσμοί αυτοδιεύθυνσης που αναδύονται αποκλειστικά στο πεδίο της παραγωγής και της οικονομίας. Μόνο οι δημοτικές συνελεύσεις και οι συνομοσπονδιακές διακλαδώσεις τους μπορούν να διαμορφώσουν και να δώσουν θεσμική υπόσταση στο κοινό συμφέρον όλων των ανθρώπων που μετέχουν σε αυτές πρωτίστως ως πολίτες της συνομοσπονδίας.

Η Οικονομική Ομοσπονδία θα  περιλαμβάνει και η ίδια ανακλητούς εντολοδόχους από το σύνολο των συνομοσπονδιών των συνδικάτων ανέργων ανά βιομηχανικό κλάδο. Σε αυτή θα συμμετέχουν επίσης εργάτες-άνεργοι από όλα τα δημοτικοποιημένα κέντρα παραγωγής και υπηρεσιών που έχουν τεθεί σε λειτουργία: έρευνα, συντονισμός, μεταφορές, ανταλλαγή, υγεία, κουλτούρα, εκπαίδευση, αγροτικές καλλιέργειες, επικοινωνίες, κλπ. Με αυτόν τον τρόπο, η Ομοσπονδία θα διαθέτει ανά πάσα στιγμή μια ολοκληρωμένη εικόνα για τα οικονομικά δεδομένα του κινήματος, για τις παραγωγικές ανάγκες του σκιώδους συνομοσπονδιακού οικονομικού μοντέλου και τις διαθεσιμότητες εργατικού δυναμικού ανά κλάδο. Έτσι, θα μπορέσει να αναλάβει ρόλο συμβουλευτικό και συντονιστικό για την αποτελεσματική εκτέλεση των οικονομικών προγραμμάτων που θα αποφασίζονται στο τοπικό επίπεδο και θα συντονίζονται από την Συνομοσπονδιακή Συνέλευση των απελευθερωμένων δήμων. Ένα παρόμοιο οργανωτικό δίκτυο μπορεί να αναπαραχθεί απευθείας στο τοπικό επίπεδο και να ρυθμίζει τις προσπάθειες των τοπικών δημοτικών συνελεύσεων για τη δημιουργία ενός δημοτικοποιημένου οικονομικού τομέα. Όπου δεν έχουν ιδρυθεί τοπικές διακλαδώσεις των αυτόνομων συνδικάτων ανέργων, οι τοπικές συνελεύσεις θα έχουν πάντα την επιλογή να απευθύνονται άμεσα και χωρίς διαμεσολάβηση για κάθε είδους βοήθεια στα περιφερειακά και «εθνικά» συνδικάτα της αναρχικής ομοσπονδίας.

Σε ότι αφορά τη χρηματοδότηση, αυτή θα προέλθει από την ίδρυση μιας «Τράπεζας Εργασίας», που φυσικά ουδεμία σχέση έχει με τις καπιταλιστικές τράπεζες. Θα βρίσκεται και αυτή υπό τον άμεσο έλεγχο της  Συνομοσπονδιακής Συνέλευσης και θα αποτελεί συλλογικό φορέα διαχείρισης και αξιοποίησης του διαθέσιμου κοινωνικού κεφαλαίου.[xiii] Εκεί μπορεί να συγκεντρωθεί το σύνολο των διαθέσιμων κεφαλαίων των κοινωνικοποιημένων εθνικών βιομηχανιών και κολεκτιβοποιημένων επιχειρήσεων, καθώς και το σύνολο των εσόδων που προκύπτουν από τις συναλλαγές των κοινωνικοποιημένων παραγωγικών μονάδων με παράγοντες του εξωτερικού οικονομικού περιβάλλοντος. Επίσης, η Τράπεζα μπορεί να αναλάβει και τη διαχείριση του κεφαλαίου «πρωταρχικής συσσώρευσης»[xiv] που θα εξοικονομηθεί: α) από την παύση πληρωμών του κρατικού χρέους, β) από την απαλλοτρίωση των κρατικών αποθεμάτων χρυσού[xv], γ) από την δήμευση στο όνομα της συνομοσπονδίας των περιουσιών των μελών της οικονομικής ελίτ και των προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων, δ) από την απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση των τραπεζικών κεφαλαιακών αποθεμάτων και ε) από την δραστική περικοπή των δαπανών για οπλικά συστήματα και τον τερματισμό της χρηματοδότησης για τα έξοδα συντήρησης του στρατού που θα αντικατασταθεί από λαϊκές πολιτοφυλακές, υπόλογες στις κατά τόπους δημοτικές συνελεύσεις[xvi].

Φυσικά, στα προβλεπόμενα διαθέσιμα κεφάλαια θα πρέπει να συμπεριληφθεί και κάποιο είδος ενίσχυσης και υποστήριξης σε νόμισμα, εφόδια, πρώτες ύλες, αγαθά και μηχανικό εξοπλισμό που είναι πιθανό να αποσταλούν στην συνομοσπονδία από το διεθνές ταξικό κίνημα αλληλεγγύης των εργαζομένων όλου του κόσμου προς την ελληνική κοινωνική επανάσταση. Η διπλωματική δραστηριότητα των εξεγερμένων στο εξωτερικό θα πρέπει κατά την γνώμη μας να δώσει ιδιαίτερη έμφαση κυρίως σε αυτή την πτυχή των διεθνών σχέσεων. Θα πρέπει να επιδιώξει την καλλιέργεια άμεσων επαφών με τις οργανώσεις βάσης και την εγκαθίδρυση άτυπων διεθνών δικτύων ανταλλαγής και αμοιβαίας συλλογικής στήριξης με συλλογικούς φορείς, οργανώσεις, παραγωγικούς συνεταιρισμούς, συνδικάτα και κινήματα του παγκόσμιου προλεταριάτου, έξω και πέρα από τις καθιερωμένες επαφές με κρατικούς αξιωματούχους και εκπροσώπους της υπερεθνικής ελίτ μέσα στα προκαθορισμένα πλαίσια της διπλωματίας. Τα κονδύλια που θα συγκεντρωθούν θα αναδιανεμηθούν υπο την μορφή πιστώσεων σε είδος προς τις νεότευκτες δημοτικές επιχειρήσεις. Η Τράπεζα μπορεί επίσης να αναλάβει τη διαμεσολάβηση με καπιταλιστές (ή μη) προμηθευτές του εξωτερικού για την εισαγωγή πρώτων υλών και άλλων προϊόντων αναγκαίων για την ανοικοδόμηση της οικονομίας, ελαχιστοποιώντας παράλληλα την χρήση του χρήματος ως μέσον ανταλλαγής στο εσωτερικό της χώρας. Οι θεσμοί αυτοί θα ήταν προσωρινοί και θα λειτουργούσαν ως εργαλεία οικονομικής ανασυγκρότησης μέχρις ότου θα ήταν δυνατή η μετάβαση και η πλήρης εφαρμογή του μοντέλου συνομοσπονδιακής παραγωγής και κατανομής αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ των ελεύθερα συνασπισμένων δήμων.

Το παραπάνω προσχέδιο δανείζεται αρκετά στοιχεία τόσο από το ελευθεριακό μοντέλο αχρήματης οικονομίας που έχει προτείνει η Περιεκτική Δημοκρατία, όσο και από την επαναστατική εμπειρία των Ισπανών αναρχικών η οποία είναι εξόχως εποικοδομητική. Όχι μόνο επειδή δείχνει πώς μπορεί να εφαρμοστεί η κοινωνική αυτοδιεύθυνση και η αυτοδιεύθυνση των εργαζομένων σε ένα μοντέρνο οικονομικό σύστημα, αλλά και γιατί οι αναρχικοί αγωνιστές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα ίδια προβλήματα που αντιμετωπίζουμε εμείς σήμερα, προβλήματα ανοικοδόμησης της οικονομίας μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Ωστόσο, το σύστημα της εργατικής αυτοδιαχείρισης επέδειξε αξιοσημείωτο δυναμισμό και ανθεκτικότητα στις αντιξοότητες και το σκόπιμο σαμποτάζ που δέχτηκε από τις ελίτ. Απέδειξε την ικανότητα του για εκσυγχρονισμό των οικονομικών τομέων που είχε υπό τον έλεγχο του, για βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών, για ορθολογική αναδιοργάνωση τομέων με στόχο την ικανοποίηση των αναγκών όλων των πολιτών, καθώς και για ανάπτυξη καινούριων παραγωγικών κλάδων όποτε το απαίτησαν οι περιστάσεις.[xvii] Για όλους τους παραπάνω λόγους τα διδάγματα που οι σύγχρονοι κοινωνικοί αγωνιστές μπορούν να αντλήσουν από την Ισπανική εμπειρία είναι πραγματικά ανεκτίμητα.

 

 


 

[i] Βλέπε για παράδειγμα το Ο Ψευτο-μονόδρομος και η Αριστερά (Ελευθεροτυπία, 22-05-10), αλλά και όλη τη σχετική αρθρογραφία του Τάκη Φωτόπουλου στην εφημερίδα που αναδημοσιεύεται ηλεκτρονικά εδώ: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/.

[ii] Όπως γράφει ο Φωτόπουλος, «Αλλά από τη στιγμή που καταστρέφεται η οικονομική αυτοδυναμία, είτε βίαια (αποικιοκρατία), είτε μέσω της αγοράς, και, ως αποτέλεσμα, δύο μέρη με άνιση οικονομική δύναμη (ως προς την παραγωγικότητα, την τεχνολογία και το ύψος του εισοδήματος) έλθουν σε άμεση οικονομική επαφή, τότε η αυτόματη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς εξασφαλίζει την αναπαραγωγή και την επέκταση της ανισότητας μεταξύ των δύο μερών και επομένως θέτει όρια στην παραπέρα ανάπτυξη με βάση το μέγεθος της μειονότητας που κυρίως επωφελείται από αυτού του είδους της ανάπτυξη». Στο Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία – Δέκα Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 237-8.

[iii] Κ. Καστοριάδης, Το Επαναστατικό Πρόβλημα Σήμερα (Ύψιλον), σελ.76.

[iv] Ως οικονομική αυτοδυναμία δεν νοείται η εθνικιστική απομόνωση ή η αυτάρκεια, αλλά η «στήριξη πρωταρχικά στους δικούς μας πόρους, ανθρώπινους και φυσικούς και η ικανότητα αυτόνομου καθορισμού των στόχων και λήψης των αποφάσεων». Η υπονόμευση και καταστροφή της οικονομικής αυτοδυναμίας της κάθε κοινωνίας, δηλαδή των υλικών μέσων που διαθέτει η κάθε κοινωνία για να επιβιώσει, είναι δομικό φαινόμενο που συμβαδίζει με την διαπλοκή και την ενσωμάτωση των τοπικών οικονομιών μέσα στις δομές του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Ανάμεσα σε συγκρίσιμες οικονομίες η διαπλοκή αυτή δημιουργεί δεσμούς αλληλεξάρτησης. Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπου έρχονται σε επαφή δύο οικονομίες με ανισομερή επίπεδα ανάπτυξης, η διαπλοκή στο πλαίσιο της λειτουργίας της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς τείνει να δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης, δομικού ετεροκαθορισμού και υποτέλειας. Στο Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, σελ. 397.

[v] Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, σελ. 391-441.

[vi] Τ. Φωτόπουλος, Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ (Γόρδιος, 2010), σελ. 373-395.

[vii] Σύμφωνα πάντα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που δίνει η ΕΛΣΤΑΤ που ως γνωστό είναι πολύ μικρότερα από τα πραγματικά νούμερα της αδήλωτης ανεργίας.

[viii] Τ. Φωτόπουλος, Αντι-συστημική εξέγερση στην Ελλάδα, http://www.inclusivedemocracy.org/pd/is18-19/issue_18-19_takis_eksegersi_stin_ellada.htm και Τα εκατομμύρια «απασχολήσιμοι» πληρώνουν την κρίση, http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2009/02_14.html .

[ix] J. Petras, Το Κίνημα των Ανέργων στην Αργεντινή, https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1363999.

[x] J. Petras, στο ίδιο & Picket andPotBangerTogetherClassrecompositioninArgentina?, http://libcom.org/library/argentina-aufheben-11.  

[xi] Τι Είναι η Συνομοσπονδιακή Πολιτική Δημοκρατία;, http://www.inclusivedemocracy.org/pd/is1/issue_1_id_1.htm.

[xii] S. Dolgoff, Αναρχικές Κολλεκτίβες (Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1982), σελ. 135-6.

[xiii] «Οι απομονωμένες επιχειρήσεις ήταν οικονομικοί νάνοι. Όλα όμως τα κολλεκτιβοποιημένα εργοστάσια και οι εγκαταστάσεις, συνεργαζόμενες και συνεισφέροντας σε κοινό ταμείο ήταν γίγαντες. Τα κεφάλαια όλων των κολλεκτιβοποιημένων εγκαταστάσεων, των κοινωνικοποιημένων εργοστασίων και των ενώσεων βρισκόταν στην “Κεντρική Τράπεζα Εργασίας” της Βαρκελώνης και στα τμήματα της σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η τράπεζα διοχέτευε κεφάλαια από τις πιο αποδοτικές κολλεκτίβες στις λιγότερο αποδοτικές, υπο μορφή πιστώσεων. Οι συναλλαγές με μετρητά μειώθηκαν στο ελάχιστο. Η τράπεζα ισοσκέλιζε τους λογαριασμούς ανάμεσα στις κολλεκτίβες και κανόνιζε τις πιστώσεις, όχι με μετρητά, αλλά με ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών». Στο Dolgoff, σελ. 138-9.

[xiv] Η αναγκαιότητα αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι (τουλάχιστον αρχικά) θα υπάρχει ένα ελευθεριακό σοσιαλιστικό οικονομικό μοντέλο που θα λειτουργεί πολιορκούμενο από τις δομές και τις εξουσιαστικές ελίτ της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Όπως γράφτηκε και στο σχέδιο απόφασης του ιδρυτικού συνεδρίου της «Ομοσπονδίας των Αγροτικών Κολλεκτίβων της Αραγώνας» που έγινε το 1937 στην Σαραγόσα: «Οι κολλεκτίβες ή τα διαμερίσματα θα συγκεντρώσουν κεφάλαια (επίσημο εθνικό νόμισμα) ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες τους, για την ίδρυση ταμείου της Περιοχής, με σκοπό την προμήθεια από τις κολλεκτίβες ή τα διαμερίσματα προϊόντων από Εξωτερικές πηγές…». Στο Dolgoff, σελ. 203.

[xv] Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος έχει στην κατοχή της 111,7 τόνους χρυσού και βρίσκεται στην τριακοστή θέση της παγκόσμιας κατάταξης αποθεμάτων. Στο https://www.gold.org/government_affairs/gold_reserves/.

[xvi] Ο κρατικός προϋπολογισμός για «αμυντικές δαπάνες» το 2011 ανερχόταν σε 5 δις 855 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που υπερβαίνει το 2,3 % του ΑΕΠ. Στο http://milexdata.sipri.org/result.php4.

[xvii] Για παράδειγμα, υποδειγματική ήταν η αναδιοργάνωση σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα των υπηρεσιών ιατρικής περίθαλψης στην περιοχή της Βαρκελώνης από τους ίδιους τους εργαζόμενους και η ίδρυση νοσοκομείων και υγειονομικών σταθμών ακόμη και στις φτωχές εργατικές περιοχές της πόλης, τη στιγμή που στην προεπαναστατική Ισπανία η συντριπτική πλειοψηφία των κλινικών ήταν συγκεντρωμένη αποκλειστικά στις περιοχές όπου κατοικούσαν τα εύπορα ανώτερα και μεσαία κοινωνικά στρώματα. Στο Deirdre Hogan, Industrial Collectivization during the Spanish Revolution, http://libcom.org/library/industrial-collectivisation-spanish-revolution-hogan.