Η Λιβύη και η Συρία στο Έτος Μηδέν

Η ιδεολογική τρομοκρατία του συστήματος στα εναλλακτικά μέσα  

Το ζωώδες λιντσάρισμα ενός τραυματισμένου και ημιλιπόθυμου Καντάφι από έναν εξαγριωμένο όχλο αντικαθεστωτικών, αποτέλεσε έναν ταιριαστό επίλογο στον εγκληματικό εμφύλιο πόλεμο που υποκίνησε το ΝΑΤΟ στη Λιβύη για να πετύχει την βίαιη αλλαγή καθεστώτος στη χώρα. Το μακάβριο τελετουργικό εξόντωσης του άλλοτε κραταιού ηγέτη στα χέρια των ένοπλων διωκτών του υποτίθεται ότι σηματοδοτούσε, από την μία, την τυπική λήξη του εμφυλίου και την οριστική επικράτηση των «εξεγερμένων» επί των δυνάμεων της κανταφικής «τυραννίας». Από την άλλη, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Robert Fisk, το φρικτό τέλος του Καντάφι και η ανακύκλωση της σκηνής της άγριας δολοφονίας του από τα συστημικά ΜΜΕ αναμφίβολα προοριζόταν να αποτελέσει προειδοποίηση για την μοίρα που περιμένει έναν ακόμη Άραβα αρχηγό κράτους που αυτή τη στιγμή παλεύει για την πολιτική – αλλά και φυσική – επιβίωση του, τον Μπασάρ αλ-Άσαντ της Συρίας. [i] Είναι πραγματικά αξιοπερίεργο ότι η πλημμυρίδα από αναρτήσεις, σχόλια και κείμενα υπέρ της λιβυκής «εξέγερσης» που κατέκλυζαν τα εναλλακτικά μέσα (σε πλήρη συμμόρφωση με την κυρίαρχη γραμμή των συστημικών μίντια πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε) για όσο καιρό διαρκούσαν οι εχθροπραξίες, σχεδόν εξαφανίστηκε έπειτα από την επιτυχή έκβαση της νατοϊκής επιχείρησης και την είσοδο των thuwar[ii] από την Ζιντάν και την Μιζράτα στην πρωτεύουσα Τρίπολη και το Μπάνι Ουαλίντ. Όλες οι στρατιές των παθιασμένων «εξεγερσιακών» μπλόγκερ που για μήνες ζητούσαν την κεφαλή του τυράννου στο πιάτο και απαιτούσαν από τις ιστοσελίδες τους έναν άνευ όρων όρκο πίστης από κάθε αναρχικό και ελευθεριακό στην υπόθεση της «απελευθέρωσης» του λιβυκού «προλεταριάτου», υπό την απειλή του εξοβελισμού του εκάστοτε διαφωνούντα από την κοινότητα εικονικών «υπερ-αναρχικών» που έχουν δημιουργήσει στον κυβερνοχώρο, πολύ απλά απέσυραν το ενδιαφέρον τους από την πολύπαθη χώρα ακριβώς την ώρα που η «επανάσταση» την οποία τόσο υπερασπιζόντουσαν θριάμβευσε στο στρατιωτικό επίπεδο και η ριζοσπαστική αναδόμηση της λιβυκής κοινωνίας μπορούσε – θεωρητικά έστω – επιτέλους να ξεκινήσει!

Κατά τη διάρκεια του εννιάμηνου πολέμου, όσες ομάδες, συλλογικότητες αλλά και μεμονωμένα άτομα αρνήθηκαν να προσφέρουν «γη και ύδωρ» στο νατοϊκό πεζικό τονίζοντας το γεγονός ότι καμία απελευθερωτική διεργασία δεν ήταν δυνατό να επικρατήσει στη Λιβύη εφόσον η «εξέγερση» έσπευσε να προσδέσει τις τύχες της στο άρμα της υπερεθνικής ελίτ μέσω της νατοϊκής επέμβασης, χρειάστηκε να υποστούμε το υβρεολόγιο και τις βιτριολικές επιθέσεις των ιντερνετικών υπέρμαχων του ξεσηκωμού που μας χαρακτήρισαν συλλήβδην ως «απολογητές της τυραννίας», ως «νοσταλγούς της χούντας», ως «καθεστωτικά φερέφωνα» και «προπαγανδιστές της σφαγής του άμαχου λιβυκού λαού». Όταν προειδοποιήσαμε επανειλημμένα για την αντιδραστική κοινωνική σύνθεση των δυνάμεων των εξεγερμένων[iii], για τα ρατσιστικά πογκρόμ που εξαπέλυσαν ενάντια στους αφρικανούς μετανάστες και τους μαύρους λίβυους, τις έντονες ουαχαμπίτικες θεολογικές επιρροές μέσα στις τάξεις των μαχητών και την πολιτική ηγεμονία της αστικοδημοκρατικής συμμορίας της Βεγγάζης πάνω στο κίνημα, οι ιντερνετικοί μαχητές της ελευθερίας μας αντέτειναν την ύπαρξη μιας μαζικής «προλεταριακής» συνιστώσας-φάντασμα που τάχα δεν συμφωνούσε ούτε με το ΝΑΤΟ, ούτε με τη σκιώδη κυβέρνηση του Αμπντελτζαλίλ και θα έκανε την «επανάσταση» στην Λιβύη. Έφτανε ο Καντάφι να κατακρημνιστεί από την εξουσία, ακόμη και αν η πτώση του ήταν η άμεση συνέπεια μιας νατοϊκής επιδρομής. Στην ψύχραιμη ανάλυση των ταξικών συσχετισμών που επικρατούσαν στην λιβυκή κοινωνία, την χαρτογράφηση των κοινωνικών στρωμάτων που απάρτιζαν τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα και τη χρόνια ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στο κανταφικό καθεστώς και τον βασικό θεσμό της ετερονομίας στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, οι υποστηρικτές της εξέγερσης απαντούσαν ότι μιλούν στο όνομα του Λαού που πήρε τα όπλα ενάντια στον Τύραννο. Στην πρεμούρα τους να στηρίξουν το νατοϊκό πραξικόπημα, οι «υπέρ-αναρχικοί» μας φαίνεται πως ξέχασαν ότι η αφηρημένη οντότητα του καθαγιασμένου «Λαού», έτσι γενικά και αόριστα χωρίς αναφορές στο ταξικό υπόβαθρο και την απελευθερωτική δυναμική μιας εξέγερσης, υπάρχει μόνο στον πολιτικό λόγο των απολιθωμένων σχηματισμών της σταλινογενούς Αριστεράς. Άλλωστε, τα όπλα ενάντια στο καθεστώς τα σήκωσε και ο Χίτλερ το 1923, οι φαλαγγίτες του Πρίμο ντε Ριβέρα το ‘36 στην Ισπανία και το 2008 οι πλούσιοι λευκοί της επαρχίας Σάντα Κρουζ της Βολιβίας αντιδρώντας στα μέτρα που εισήγαγε ο Μοράλες για αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου.[iv] Θα έπρεπε και τότε οι αναρχικοί και οι ελευθεριακοί αριστεροί να είχαν υποστηρίξει τους «εξεγερμένους»; Με αυτές τις πρακτικές ιδεολογικής τρομοκρατίας επιχειρήθηκε η απονομιμοποίηση του αντιμπεριαλιστικού λόγου μέσα στον ελευθεριακό / αναρχικό χώρο. Με τον λεκτικό τραμπουκισμό και την διαπόμπευση όσων τόλμησαν να διαφωνήσουν, επιχειρήθηκε η κατάπνιξη της άλλης άποψης.

Τότε ποιος είναι ο λόγος που οι ιντερνετικοί «μαχητές της ελευθέριας», εκείνοι που προπαγάνδιζαν τις πληβειακές καταβολές και την χειραφετική διάσταση της «ασυγκράτητης» λιβυκής εξέγερσης (που ήταν έτοιμη να εκπνεύσει πριν την επιδρομή της υπερεθνικής ελίτ και μόλις που κρατήθηκε στη ζωή με την τεχνητή υποστήριξη των βομβαρδισμών της νατοϊκής αεροπορίας), δεν μας βομβαρδίζουν πλέον με αναρτήσεις στα εναλλακτικά μίντια για το Έτος Μηδέν της Λιβυκής Επανάστασης; Αναρωτιέται κανείς γιατί δεν μας κρατούν ενήμερους και αλληλέγγυους αναφορικά με τα συνταρακτικά επιτεύγματα της επανάστασης στη χώρα από την ώρα που ο τύραννος εξολοθρεύτηκε. Γιατί δεν βάζουν όλους εμάς τους άπιστους Θωμάδες στη θέση μας παραθέτοντας τις προόδους της «επανάστασης μέσα στην επανάσταση», την άνοδο της αντιεξουσίας των λαϊκών επιτροπών, το αντιμπεριαλιστικά και φιλολαϊκά μέτρα που εφαρμόζουν κόντρα στις «εκσυγχρονιστικές» μεταρρυθμίσεις της ξενόδουλης ελίτ του Μεταβατικού Συμβουλίου. Τόσο γρήγορα έχασαν το ενδιαφέρον τους για την εξέγερση που αποτελούσε την μεγάλη ελπίδα της ανθρωπότητας (όπως το παρουσίαζαν); Γιατί τηρείται σιγή ασυρμάτου από την πλευρά των εξεγερσιακών μουτζαχεντίν σε όλα αυτά τα θέματα που αφορούν τα αποτελέσματα της εξέγερσης που με τόσο πάθος υπερασπίστηκαν; 

Η πολιτική τρομοκρατία και ο ρατσισμός στο γκουλάγκ της νέας Λιβυκής «δημοκρατίας» 

Ίσως γιατί οι διεργασίες που συντελούνται στη Λιβύη της μετά-Καντάφι εποχής απέχουν πολύ κι έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με την εξιδανικευμένη αυτή αφήγηση της ανάδυσης μιας «δημοκρατικής» Λιβύης. Η μετεπαναστατική Λιβύη έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο κάτεργο όπου πάνω από 7.000 άνθρωποι κρατούνται υπό άθλιες συνθήκες από τους κουμπουροφόρους των πολιτοφυλακών που πολέμησαν για λογαριασμό του Μεταβατικού Συμβουλίου. Όπως γράφουν ακόμη και συστημικά δημοσιογραφικά έντυπα οι φυλακισμένοι υφίστανται συστηματικές κακοποιήσεις, ξυλοδαρμούς και βασανιστήρια. Στερούνται οποιασδήποτε επαφής και επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, δεν έχουν καμία πρόσβαση σε συνήγορο υπεράσπισης ή σε οποιαδήποτε οργανωμένη νομική διαδικασία μέσω της οποίας θα μπορούσαν να αντικρούσουν όποιες κατηγορίες τους βαρύνουν, ή να προσβάλλουν την απάνθρωπη μεταχείριση που υφίστανται από τους απαγωγείς τους.[v]

Φυσικά, η επαναστατική δικαιοσύνη δεν έχει την πολυτέλεια πάντα να ενσωματώνει στην δομή και την πρακτική της τις λεπτεπίλεπτες διευθετήσεις που περιλαμβάνει το αστικό δίκαιο σε συνθήκες κοινωνικής ομαλότητας. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι έτσι, αφού η λειτουργία της επαναστατικής δικαιοσύνης είναι αποφασιστικά διαφορετική από εκείνη της συμβατικής δικαιοσύνης. Ενώ η συμβατική δικαιοσύνη καταγίνεται με την προάσπιση και καταναγκαστική εφαρμογή των κανόνων ενός ετερόνομου κοινωνικού συστήματος που ήδη έχει επιβληθεί σε όλα τα επίπεδα, η επαναστατική δικαιοσύνη έχει τον χαρακτήρα ενός ταξικού όπλου σε συνθήκες κοινωνικού πολέμου, ενός πολιτικού εργαλείου μέσω του οποίου τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα που στηρίζουν την επανάσταση προσπαθούν να συγκροτήσουν και να επιβάλλουν τις βασικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές παραμέτρους μιας νέας μορφής οργάνωσης της κοινωνίας. Έτσι, ενώ το συμβατικό δίκαιο εξετάζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μεμονωμένα άτομα υποπίπτουν σε επιμέρους παραβάσεις δευτερευόντων πτυχών του συστήματος κανόνων που υπάρχει για να αναπαράγει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, η επαναστατική δικαιοσύνη παρεμβαίνει ενεργά στους ταξικούς συσχετισμούς δύναμης προκειμένου να εντοπίσει και να εξουδετερώσει πολιτικά τον «εσωτερικό εχθρό», δηλαδή εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που διάκεινται εχθρικά απέναντι στην επανάσταση, το πρόγραμμα και τους στόχους της. Η εγκληματική ευθύνη που στοιχειοθετείται δεν αφορά απαραίτητα τις ατομικές ενέργειες του καθενός με την έννοια μιας εξαίρεσης σε αυτό που ο ποινικός κώδικας ορίζει ως κοινώς αποδεκτή συμπεριφορά, αλλά το σύνολο της δράσης και των καταβολών του ως τμήμα της ευρύτερης κοινωνικής μονάδας στην οποία ανήκει το άτομο.[vi] Η μαζική σφαγή των αριστοκρατών κατά τη φάση της τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης δεν έγινε επειδή ο κάθε μεμονωμένος αριστοκράτης είχε διαπράξει ενέργειες που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως υπονομευτικές ή εχθρικές απέναντι στο νεοσύστατο καθεστώς της «δημοκρατίας», αλλά επειδή ήταν απαραίτητη η αποψίλωση των αριστοκρατών και η αποδυνάμωση τους ως κοινωνικής τάξης απόλυτα αντίθετης και ασύμβατης προς την επανάσταση.  

Ωστόσο, θα πρέπει οπωσδήποτε να είμαστε σε θέση να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στην προλεταριακή δικαιοσύνη ενός επαναστατικού ξεσηκωμού που λειτουργεί μέσα σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου και αποβλέπει πρωτίστως στην προαγωγή των συμφερόντων της επανάστασης και στην κατάπνιξη των δυνητικών εστιών αντίστασης (πολιτικές και οικονομικές ελίτ, προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, κλπ.) στην νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης, και στην ωμή τρομοκρατία που ασκείται από μια μειοψηφία για να επιβάλλει την εξουσία της στο σύνολο της κοινωνίας χρησιμοποιώντας την έννοια της «επαναστατικής δικαιοσύνης» ως ιδεολογική επικάλυψη. Για παράδειγμα, αυτή ήταν η περίπτωση της «δικαιοσύνης» στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου μια μειοψηφία από γραφειοκράτες του κομμουνιστικού κόμματος και οι οπαδοί τους κατέλαβαν την εξουσία με τις πλάτες του Κόκκινου Στρατού κι επέβαλαν ένα καθεστώς στυγερής αστυνομοκρατίας μέσα στο οποίο βασίλευε η απόλυτη υποταγή στα συμφέροντα του Κράτους, βαφτίζοντας το τερατούργημα αυτό «προλεταριακή λαϊκή δικαιοσύνη». Αυτή είναι και η περίπτωση της Λιβύης, όπου η απονομή «δικαιοσύνης» στην μετά-Καντάφι εποχή έχει περιέλθει στην δικαιοδοσία των ένοπλων συμμοριών και των πολεμάρχων που δουλεύουν για λογαριασμό του Μεταβατικού Συμβουλίου και διοικούν τις σφαίρες επιρροής που η κάθε μία έχει χαράξει μέσω του εκφοβισμού και της ωμής τρομοκρατίας.     

Για του λόγου το αληθές, αρκεί να αναφέρουμε ότι πολλά μέλη της πράσινης αντίστασης εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες όταν έπεσαν στα χέρια των αντιπάλων τους, ενώ στις περιπτώσεις που οι μαχητές κατάφεραν να διαφύγουν, οι πολιτοφυλακές της «εξέγερσης» προσέφυγαν στην ναζιστική κατοχική μέθοδο της αρπαγής συγγενικών προσώπων των μαχητών και την χρησιμοποίηση τους ως ομήρων για να εξασφαλίσουν την νομιμοφροσύνη του πληθυσμού και την ειρήνευση των προπυργίων του καθεστώτος. Ειδικά σε μέρη όπως το Μπάνι Ουαλίντ, η Ζαουίγια, η Αζιζία,  η Σίρτη και μεγάλα τμήματα της Τρίπολης όπου το φιλο-καθεστωτικό στοιχείο ήταν κυρίαρχο, οι «εξεγερμένοι» έχουν εξαπολύσει ένα καθεστώς εκτεταμένης τρομοκρατίας ενάντια στον άμαχο πληθυσμό, ενώ υπάρχουν ολόκληρες πόλεις και χωριά που αφανίστηκαν από την μανία του πεζικού του ΝΑΤΟ επειδή οι κάτοικοι τους πολέμησαν με μανία ενάντια στην – κατά τα άλλα – «παλλαϊκή» εξέγερση.[vii]

Η Ταουέργκα, μια πόλη τριάντα χιλιάδων κατοίκων ο πληθυσμός της οποίας απαρτιζόταν αποκλειστικά από μαύρους λίβυους, ένιωσε από πρώτο χέρι το ρατσιστικό μένος των «μαχητών της ελευθερίας» όταν καταλήφθηκε από την ταξιαρχία της Μιζράτα. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι πολιτοφύλακες πέρασαν την πόλη και τον πληθυσμό της από φωτιά και τσεκούρι. Την κατέστρεψαν ολοσχερώς και όσοι μαύροι κάτοικοι δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν στο Μπάνι Ουαλίντ ή την Σίρτη έπεσαν θύματα της ρατσιστικής παράνοιας των διωκτών τους οι οποίοι οργάνωσαν τελετουργικά λιντσαρίσματα μαύρων «μισθοφόρων» στα κεντρικά σημεία της κατεχόμενης πόλης προς τέρψη της βαρβαρότητας των «εξεγερμένων» μαχητών.[viii] Οι διοικητές της ταξιαρχίας της Μιζράτα προσπάθησαν να αντικρούσουν τις κατηγορίες περί ρατσισμού και να δικαιολογήσουν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν στην Ταουέργκα, ισχυριζόμενοι ότι οι δολοφονίες αποτέλεσαν πράξεις αντεκδίκησης απέναντι σε έναν πληθυσμό μαύρων «μισθοφόρων» που είχε ταχθεί αναφανδόν στο πλευρό του τυράννου και στο παρελθόν είχε τρομοκρατήσει την πόλη τους συμμετέχοντας στις δυνάμεις κρούσης του καθεστώτος.

Ωστόσο, η ίδια η ιδεολογικοποιημένη αφήγηση της πολιορκίας και της συνακόλουθης ισοπέδωσης της Ταουέργκα από τους αρχηγούς της Μιζράτα εμπεριέχει προφανείς ρατσιστικές συνδηλώσεις. Η εθνοφυλετική επιθετικότητα απέναντι σε αυτό που ταξινομείται ως αλλότριο και διαφορετικό αυτοπροσδιορίζεται πάντα ως πράξη συλλογικής αυτοάμυνας ενάντια σε μια επικείμενη απειλή. Όπως έχει δείξει σε ένα καλά τεκμηριωμένο άρθρο του ο Maximilian Forte, ο ρατσισμός των Λίβυων αραβικής καταγωγής ενάντια στην μαύρη μερίδα του πληθυσμού της χώρας (1,4 εκατ.) έχει ιστορία και βαθιές ρίζες που εκτείνονται από την περίοδο της μοναρχίας μέχρι εκείνο το κομμάτι της παλαιάς καθεστωτικής ελίτ που πρόσφερε ανοχή και στήριξε έμμεσα τις φυλετικές ταραχές και τις ρατσιστικές επιθέσεις του 2000 ενάντια στους μαύρους Λίβυους και τους μετανάστες (αφρικανοί εργάτες και φοιτητές σε λιβυκά παν/μια), για να αναλάβει έπειτα την ηγεσία των εξεγερμένων τμημάτων του πληθυσμού ενάντια στον Καντάφι τον Φεβρουάριο του 2011.[ix] Δεν επρόκειτο απλώς για μια επιδερμική ιδεολογική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του καθεστώτος ανάμεσα στην τάση των παναφρικανιστών και σε εκείνη των ακροδεξιών αράβων εθνικιστών, αλλά για μια βίαιη αντίδραση ενός μέρους των δυνάμεων που απάρτιζαν το κανταφικό μπλοκ εξουσίας στην διαφαινόμενη «αφρικανική στροφή» που πραγματοποίησε ο Καντάφι στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής.

Βασικό εργαλείο υλοποίησης αυτής της πολιτικής ήταν η διοχέτευση σημαντικών πόρων από τα κρατικά έσοδα (κυρίως πετρελαϊκά εισοδήματα) σε πρωτοβουλίες και προγράμματα περιφερειακής ενσωμάτωσης προκειμένου να λειτουργήσει η Λιβύη ως καταλύτης ενοποίησης της Αφρικής και ως κινητήρια δύναμη για την χειραφέτηση της μαύρης ηπείρου από την πολυεπίπεδη εξάρτηση και την υποτέλεια στα συμφέροντα της υπερεθνικής ελίτ. Αρκεί να αναφέρουμε ότι η Λιβύη ήταν με διαφορά ο μεγαλύτερος χρηματοδότης του διακρατικού προγράμματος για την εκτόξευση του πρώτου Αφρικανικού δορυφόρου, που θα απάλλασσε τα κράτη της Αφρικής από την καταβολή ετήσιων τελών χρήσης ύψους 500 εκατομμυρίων δολαρίων στις ευρωπαϊκές πολυεθνικές τηλεπικοινωνιών. Επιπλέον, το παλαιό καθεστώς είχε διαθέσει τριάντα δισεκατομμύρια δολάρια στην Επενδυτική Τράπεζα της Αφρικής, έναν πολυμερή οργανισμό που σαν αποστολή έχει την παροχή δανείων με μηδενικό τόκο για την υλοποίηση αναπτυξιακών έργων στην Αφρικανική ήπειρο – πρωτοβουλία που αποβλέπει στον τερματισμό της κυριαρχίας του ΔΝΤ πάνω στα κράτη της Αφρικής. Τέλος, όλοι γνωρίζουν ότι η Λιβύη ήταν ο αόρατος, παρασκηνιακός αντίπαλος που απέτρεψε τα σχέδια των ΗΠΑ για τη δημιουργία μιας μόνιμης στρατηγικής διοίκησης για την Αφρική, μέσω της προσφοράς γενναιόδωρων οικονομικών κινήτρων προς τις αφρικανικές χώρες που θα αντιστέκονταν στις αμερικανικές πιέσεις για εγκατάσταση μονίμων στρατιωτικών βάσεων.[x] Η απόπειρα σύσφιξης των σχέσεων ανάμεσα στην Λιβύη και τα κράτη της μαύρης Αφρικής με βάση ένα πρόγραμμα βαθμιαίας ενσωμάτωσης σε περιφερειακό επίπεδο και ανεξαρτησίας από την δυτική επικυριαρχία, είχε την αντίστοιχη της διάσταση στο εσωτερικό της λιβυκής κοινωνίας. Πρώτα με την απόδοση ίσων πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στους μαύρους λίβυους οι οποίοι υποβάλλονταν σε σοβαρές φυλετικές διακρίσεις κατά την περίοδο της μοναρχίας και τα τελευταία χρόνια με την αθρόα εισροή αφρικανών εργατών και την θεσμοθέτηση κρατικών προγραμμάτων για χορήγηση υποτροφιών στα λιβυκά ανώτατα μορφωτικά ιδρύματα σε μια πλειάδα φοιτητών από χώρες της υπο-Σαχάρειας Αφρικής.

Ήταν φυσικό η δεξιά πτέρυγα του σκληροπυρηνικού παναραβικού κατεστημένου να εκλάβει αυτή την μεταστροφή της πολιτικής του καθεστώτος ως μια εγκατάλειψη των ιδανικών της παναραβικής ιδεολογίας και ως δυνητικά υπονομευτική για την πολιτισμική κυριαρχία του Αραβικού στοιχείου, ενώ η οικονομική βοήθεια προς τις αφρικανικές χώρες θεωρήθηκε ως άσκοπη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Η μυθολογία περί αφρικανών «μισθοφόρων» που διέπρατταν ωμότητες σε βάρος των «γνήσιων» Λίβυων[xi] είχε από την αρχή το νόημα της δημιουργίας ενός ιδεολογικού πλαισίου μέσα στο οποίο η παρουσία των μαύρων αφρικανών στους κόλπους του λιβυκού έθνους της μετά-Καντάφι εποχής θα ήταν πλήρως απονομιμοποιημένη. Εξάλλου, αν επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε την λέξη «μισθοφόρος» με αναφορές στο πλαίσιο της εθνοφυλετικής κοσμοθεωρίας των «εξεγερμένων», θα διαπιστώσουμε ότι δεν έχει απαραιτήτως την έννοια του αλλοδαπού στρατιώτη που στρατολογήθηκε από το καθεστώς για να πολεμήσει στη Λιβύη αντί χρηματικής αμοιβής. Η παρανόηση αυτή κόστισε στους ακτιβιστές του Human Rights Watch εκατοντάδες ώρες μάταιων ερευνών σε ολόκληρη την Λιβύη, προκειμένου να κατορθώσουν να εντοπίσουν τα ίχνη του μισθοφορικού στρατού-φάντασμα για τα εγκλήματα και την βαρβαρότητα του οποίου υπερθεμάτιζαν διαρκώς τα ΜΜΕ της υπερεθνικής ελίτ σε συνεργασία με τις συνεχείς αλλά αστήρικτες καταγγελίες των ηγετών των «εξεγερμένων».

Αντίθετα, αν υποκαταστήσουμε την τεχνική ερμηνεία του όρου «μισθοφορος», με την πολιτική-ρατσιστική ερμηνεία (που χρησιμοποιήθηκε ως κατηγορία ενάντια στους μαύρους και στις φυλετικές ταραχές του 2000), μπορούμε να κατανοήσουμε ότι με τη λέξη αυτή ο επίσημος πολιτικός λόγος των εξεγερμένων υποδήλωνε τους μαύρους λίβυους πολίτες και τους μαύρους μετανάστες, οι οποίοι στην ουσία δεν ανήκαν στο «πραγματικό» λιβυκό έθνος και πολεμούσαν υπέρ του «δικτάτορα» επειδή το καθεστώς τους είχε εξαγοράσει με κοινωνικές παροχές, επιδοτήσεις και δικαιώματα. Με βάση την παραπάνω ρατσιστική θεώρηση των πραγμάτων, η μαύρη κοινότητα της Λιβύης δεν είναι παρά ένα συνοθύλευμα παρείσακτων «εισβολέων», θεμελιακά ξένων προς τον εθνοτικό και πολιτισμικό πυρήνα του «πραγματικού» λιβυκού έθνους  – δηλαδή, του Αραβικού – που πούλησαν την ψυχή τους στον διάβολο για να συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση στα οικονομικά οφέλη που απλόχερα τους πρόσφερε το παλαιό καθεστώς. Έτσι, αν ο μαύρος πληθυσμός της χώρας πολέμησε στο πλευρό του Καντάφι και αντιτάχθηκε με λύσσα στην νατοϊκή επίθεση, τότε οι αρχές της νέας «επαναστατικής» Λιβύης έχουν κάθε λόγο να αντιμετωπίσουν την μαύρη κοινότητα σαν επικίνδυνη αποσταθεροποιητική δύναμη που πρέπει να συντριφτεί. Τα ρατσιστικά πογκρόμ, οι μαζικές απελάσεις, οι φυλακίσεις και οι δολοφονίες μεταναστών και μαύρων λίβυων δεν είναι παρά αναγκαία μέτρα αυτοπροστασίας που το νεαρό «επαναστατικό» καθεστώς οφείλει να πάρει ενάντια στους αφρικανούς νοσταλγούς της κανταφικής χούντας.[xii]     

Ας διακινδυνεύσουμε μια πρόβλεψη. Η νέα Λιβύη δεν πρόκειται ποτέ να φανεί αντάξια των «επαναστατικών» φαντασιώσεων από τις οποίες πάσχουν οι ιντερνετικοί υποστηρικτές της «εξέγερσης». Δεν πρόκειται καν να αναπτύξει τους βασικούς θεσμούς μιας τυπικής αντιπροσωπευτικής ολιγαρχίας σε εθνικό επίπεδο. Το καινούριο φιλοδυτικό καθεστώς θα πρέπει να προσφύγει σε ένα αστυνομοκρατικό μοντέλο διακυβέρνησης προκειμένου να ελέγξει την κρίσιμη μάζα της συντριπτικής «πράσινης» κοινωνικής πλειοψηφίας, που κατά την άποψη μας έχει κατασταλεί μόνο προσωρινά και αναδιοργανώνεται. Όπως το έθεσε ένας μαχητής της πράσινης αντίστασης, «Δεν έχει σημασία πόσος χρόνος θα χρειαστεί, είναι σίγουρο ότι θα ξεσηκωθούμε και πάλι, όσο σίγουρη είναι και η ανατολή του ηλίου. Είναι μόνο θέμα χρόνου. Μπορεί να μην είναι σήμερα – είμαστε ένας υπομονετικός λαός. Αυτή τη στιγμή, πολλοί από εμάς πρέπει να παραμένουμε αφανείς, ενώ οι ηγέτες ανασυντάσσονται και βάζουν ορισμένα πράγματα στη θέση τους έτσι ώστε να μπορούμε να περάσουμε την αντίστασή μας στο επόμενο επίπεδο, αλλά γνωρίζουμε ότι θα έρθει η ώρα μας κι απλώς περιμένουμε το σύνθημα για να πάρουμε τα όπλα. Θα πρέπει να οργανωθούμε κι αυτό παίρνει χρόνο, ειδικά υπό τις παρούσες συνθήκες της κατοχής. Οι άνθρωποί μας βασανίζονται και βιάζονται και δολοφονούνται επειδή υποστήριξαν τον ηγέτη και υπερασπίστηκαν την επανάσταση τους. Αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε τα σπίτια μας και να παρακολουθούμε αυτά τα σκυλιά να τα καταστρέφουν και να κλέβουν τα πάντα από εμάς. Αλλά η ημέρα μας θα έρθει – δεν μπορούμε ποτέ να ξεχάσουμε τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον μας από το ΝΑΤΟ και αυτούς τους κλέφτες δολοφόνους που αποκαλούν τους εαυτούς τους επαναστάτες και μουσουλμάνους. Αυτό που έχω δει με τα δύο μάτια μου είναι απίστευτο – άνθρωποι που διαπράττουν τις πιο σκληρές πράξεις – εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ενώ φωνάζουν Allahu Akhbar. Είναι σαν τους ανθρώπους υπό την επήρεια ναρκωτικών. Έχουμε αποκαλύψει μαζικούς τάφους υποστηρικτών του Καντάφι – με τα χέρια τους δεμένα πίσω από την πλάτη τους – όλοι εκτελεσμένοι. Θέλω να τους πω ότι θα παρουμε εκδίκηση για κάθε άτομο που βασανίστηκε, για κάθε άτομο που δολοφονήθηκε, για κάθε γυναίκα που βιάστηκε, για κάθε σπίτι που καταστράφηκε και λεηλατήθηκε και για όλα όσα έκαναν στον αγαπητό ηγέτη μας και την οικογένειά του. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό σε μας τους Λίβυους – αυτό είναι ακριβώς που μας συνέβη όταν οι Ιταλοί κατέλαβαν τη γη μας – ξέρουμε την ιστορία μας και τους ήρωές μας. Το NTC έχει ήδη αφαιρέσει την εικόνα του Omar Al Mukhtar από το Λιβυκό δηνάριο, αλλά δεν πειράζει – μπορούν να καταστρέψουν κάθε εικόνα του Omar Al Mukhtar και του ηγέτη, επειδή η ιστορία της ανδρείας του και η γενναιότητα του γιου του Μουαμάρ Καντάφι είναι στις καρδιές μας – αυτούς τους άνδρες δεν μπορείς ποτέ να τους σκοτώσεις – και αυτό μας δίνει την πεποίθηση και τη βεβαιότητα ότι θα υπερισχύσουμε αυτών των κλεφτών και πάλι – πιστέψτε με, είναι απλώς θέμα χρόνου ».[xiii]

   Επιπλέον, η διάλυση του εκτεταμένου κράτους πρόνοιας της Τζαμαχιρία, το ξεπούλημα του λιβυκού πετρελαίου στις πολυεθνικές με όρους σίγουρα ευνοϊκότερους από το 30% των κερδών που τους επιτρεπόταν να αποκομίζουν από τις συμφωνίες που είχαν συνάψει με το παλαιό καθεστώς[xiv], η ανάγκη «απελευθέρωσης» της αγοράς εργασίας και διαπαιδαγώγησης του «παραχαϊδεμένου» λίβυου εργάτη στη νέα σκληρή πραγματικότητα των εργασιακών σχέσεων μέσα στο σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς[xv], υποσκάπτουν τα οικονομικά μέσα που έχει στη διάθεση του το Μεταβατικό Συμβούλιο για να αντλήσει κοινωνική νομιμοποίηση για την εξουσία του.[xvi] Αν στα παραπάνω προσθέσουμε και την άνοδο του «ισλαμικού εμιράτου» της Τρίπολης, όπου φανατικοί ουαχαμπίτες μουσουλμάνοι αισθάνονται αρκετά δυνατοί ώστε να βεβηλώνουν τους τάφους «αιρετικών» σουφιστών θεολόγων και να επιβάλλουν τη διακοπή επιδείξεων μόδας για να εξαγνίσουν την «χαμένη τιμή» της πρωτεύουσας στα μάτια του θεού[xvii], τότε καταλαβαίνει κανείς ότι στο μέλλον που περιμένει τα μη-προνομιούχα κοινωνικά στρώματα της χώρας, μάλλον δεν περιλαμβάνεται η αναδιοργάνωση της λιβυκής κοινωνίας σε ελευθεριακά πρότυπα. 

Εξαγωγή της «επανάστασης» στη Συρία 

Δεν είναι τυχαίο ότι ο εμίρης (στρατιωτικός διοικητής) της Τρίπολης Αμπντελχακίμ Μπελ-Χατζ έχει ήδη αναπτύξει σημαντικές επαφές με τη σκιώδη οργάνωση που αποτελεί τον ένοπλο βραχίονα της Συριακής εξέγερσης, τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (ΕΣΣ). Αντικείμενο των διαπραγματεύσεων που έγιναν ανάμεσα στα δύο μέρη ήταν η αποστολή εθελοντών μαχητών από τη Λιβύη στη Συρία προκειμένου να πυκνώσουν τις τάξεις του ΕΣΣ και να εξισορροπήσουν με αυτόν τον τρόπο την έλλειψη σοβαρών αποσκιρτήσεων Σύριων στρατιωτών από τις ένοπλες δυνάμεις του καθεστώτος.[xviii] Δεν πρόκειται να ισχυριστούμε ότι οι αρκετές χιλιάδες οπαδών της αντιπολίτευσης που διαδηλώνουν στην Χάμα και την Χομς είναι όλοι μέλη μιας κεντρικά διευθυνόμενης συνομωσίας με στόχο την αποσταθεροποίηση του μπααθικού καθεστώτος. Αναμφίβολα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη πολλαπλών εστιών αντίστασης στο εσωτερικό της Συρίας απέναντι στη διακυβέρνηση του Άσαντ, με καθοριστικό στοιχείο τον παράγοντα του θρησκευτικού σεχταρισμού. Άλλωστε, ως γενική παρατήρηση μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει καθεστώς που να είναι αρεστό στο 100% του πληθυσμού που έχει υπό την εξουσία του.

Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί το αυξημένο βάρος που έχει ο ξένος παράγοντας στην κινητοποίηση ενάντια στον Άσαντ. Για παράδειγμα, δεν γίνεται να μην παρατηρήσει κάποιος ότι η έδρα του «Παρατηρητήριου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στη Συρία» (επικοινωνιακός βραχίονας της εξέγερσης) βρίσκεται στο αντιμπεριαλιστική μητρόπολη του… Λονδίνου, ενώ το αρχηγείο του ΕΣΣ έχει στηθεί στο έδαφος της Τουρκίας, από το οποίο εφορμούν οι ένοπλοι μαχητές του για να διεξάγουν πολεμικές επιχειρήσεις μέσα στη Συριακή επικράτεια, επιστρέφοντας ύστερα στην ασφάλεια που τους προσφέρουν τα Τουρκικά τανκς.[xix] Εξού και το γεγονός ότι η εξέγερση εμφανίζεται ισχυρότερη στις μεθοριακές περιοχές της Συρίας, π.χ. στην Ντεράα που βρίσκεται κοντά στα σύνορα με Ιορδανία και Ισραήλ στο νότιο τμήμα της χώρας (με την εξαίρεση της Χομς που αποτελεί παραδοσιακό προπύργιο αντί-μπααθικών δυνάμεων, κυρίως των ισλαμιστών). Ακόμη, είναι πολύ δύσκολο να παραβλέψει κανείς τις ξενόδουλες θέσεις του εξόριστου Συριακού Εθνικού Συμβουλίου (ΣΕΣ) που ήδη έσπευσε να καταθέσει διαπιστευτήρια νομιμοφροσύνης απέναντι στην υπερεθνική ελίτ, διαβεβαιώνοντας ότι μόλις καταλάβει την εξουσία θα αποσύρει την χώρα από τη στρατηγική συμμαχία με το Ιράν και θα διακόψει την επιμελητειακή υποστήριξη και την τροφοδοσία της λιβανέζικης Χεζμπολάχ και των ένοπλων Παλαιστινιακών οργανώσεων με όπλα και πυρομαχικά.[xx]   

Αλλά πάνω απ’ όλα δεν μπορεί κάποιος να αγνοήσει τις ανακολουθίες και τους εμφανείς παραλογισμούς που εμπεριέχονται στην επίσημη εκδοχή των συστημικών μίντια για την κρίση στη Συρία. Για παράδειγμα, το καθεστώς του Άσαντ εμφανίζεται ως αδιάλλακτο απέναντι στην αντιπολίτευση και ως αποφασισμένο να συντρίψει το κίνημα διαμαρτυρίας με τη χρήση αλόγιστης και διάχυτης βίας. Η διατύπωση αυτή προσπερνάει με αδιαφορία τις συνεχείς εκκλήσεις που έχει απευθύνει το μπααθικό κατεστημένο στους εξεγερμένους για διαπραγματεύσεις με σκοπό την ικανοποίηση των αιτημάτων τους μέσω της μεταρρύθμισης του καθεστώτος. Δεν θα ήταν μάλιστα υπερβολή να πούμε ότι κάθε διπλωματικό άνοιγμα με στόχο την ειρηνική επίλυση της κρίσης και την αποφυγή περαιτέρω εκατέρωθεν αιματοχυσίας υπονομεύτηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες υπαγόρευσαν, μέσω της υπουργού εξωτερικών Κλίντον, στις οργανώσεις της αντιπολίτευσης να απορρίψουν ασυζητητί τις ειρηνευτικές προτάσεις του καθεστώτος, κάτι που οι τελευταίες έπραξαν παρά το γεγονός ότι υποτίθεται πως πληρώνουν καθημερινά την εμμονή τους αυτή με τον βαρύ φόρο αίματος των υποστηρικτών τους.[xxi] Μάλιστα, είναι αξιοσημείωτη η διάσταση απόψεων που υπάρχει μέσα στο στρατόπεδο των αντικαθεστωτικών γύρω από το ζήτημα των διαπραγματεύσεων με το καθεστώς ανάμεσα στο εξόριστο ΣΕΣ που βρίσκεται υπό την αδιαμφισβήτητη κηδεμονία της υπερεθνικής ελίτ κι εκφράζει τα συμφέροντα της, και την Εθνική Επιτροπή Συντονισμού (ΕΕΣ) που δρα εντός της Συρίας και αποτελεί το βασικό συντονιστικό όργανο δεκατριών αριστερών οργανώσεων, καθώς και των επιτροπών βάσης που δραστηριοποιούνται στον αντικαθεστωτικό αγώνα. Αναγνωρίζοντας τη στρατιωτική ισχύ αλλά και την ευρεία πολιτική απήχηση που έχει ακόμη το καθεστώς – κάτι που φαίνεται και από τις μαζικές φιλομπααθικές διαδηλώσεις που κατά κανόνα αποκρύπτονται από τα συστημικά μίντια – το ΕΕΣ αποδέχεται τον διάλογο με την κυβέρνηση του Άσαντ με μοναδική προϋπόθεση την απόσυρση του στρατού από τους δρόμους των εξεγερμένων πόλεων.[xxii] Έτσι, είναι λάθος να ισχυρίζεται κανείς ότι ο Άσαντ ποτέ δεν θέλησε να διαπραγματευτεί με τους πολιτικούς αντιπάλους του. Όλες οι προτάσεις από την μεριά του καθεστώτος για μια πολιτική διευθέτηση της κρίσης προσέκρουσαν στην αδιαλλαξία και την αρνητικότητα της τάχα φιλειρηνικής αντιπολίτευσης με την ενεργή ενθάρρυνση και υποστήριξη της υπερεθνικής ελίτ. Η ευθύνη για το αδιέξοδο δεν πρέπει λοιπόν να επιμεριστεί αποκλειστικά στο καθεστώς, αλλά και στους ξένους προστάτες του ΣΕΣ που σε κάθε ευκαιρία διακηρύσσουν ότι δεν μπορούν να εμπιστευτούν και να συνομιλήσουν με το καθεστώς. Ωστόσο, αν κανείς αποκλείσει τις διαπραγματεύσεις, τότε απομένει μόνο ο εμφύλιος πόλεμος και η διεξαγωγή μιας ένοπλης εκστρατείας για την βίαιη ανατροπή του Άσαντ στην οποία είναι πολύ λογικό το καθεστώς να απαντήσει με όποια μέσα έχει στη διάθεση του.  

Επιπλέον, σε ένα τεκμηριωμένο άρθρο που δημοσιεύτηκε στην βρετανική εφημερίδα Independent, ο R. Fisk αναφέρει ότι από τις πρώτες εβδομάδες που ξέσπασε η εξέγερση εκδηλώθηκαν ένοπλες επιθέσεις ενάντια στα μέλη των Συριακών δυνάμεων ασφαλείας και ότι η καταμέτρηση των νεκρών ανάμεσα στους στρατιώτες και τους υποστηρικτές του καθεστώτος είχε ανέλθει στα τέλη Οκτωβρίου στα 1.150 θύματα.[xxiii] Το γεγονός μιας ένοπλης εξέγερσης στη Συριακή επικράτεια έχει πλέον επιβεβαιωθεί από πληθώρα ανεξάρτητων πηγών παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλει ο διεθνής μηχανισμός προπαγάνδας της υπερεθνικής ελίτ για να παρουσιάσει τα γεγονότα στη Συρία ως μια άνιση σύγκρουση ανάμεσα σε ειρηνικούς διαδηλωτές από την μία, κι έναν παράφρονα, εξουσιομανή δικτάτορα από την άλλη.[xxiv] Η τελευταία μάλιστα βομβιστική επίθεση ενάντια σε κυβερνητικά κτήρια που έλαβε χώρα στη Δαμασκό στις 23-12, στοίχισε τη ζωή σε σαράντα στρατιώτες και πολίτες και τραυμάτισε άλλους εκατό, πιστοποιώντας πέρα από κάθε αμφιβολία ότι μια χαμηλής έντασης στρατιωτική σύγκρουση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη μέσα στην Συρία και διαψεύδοντας οριστικά την «ειδυλλιακή» νεοταξική αφήγηση των συστημικών ΜΜΕ περί φιλήσυχων διαδηλωτών που υπομένουν ανυπεράσπιστοι την βάναυση μπααθική καταστολή.[xxv]

Μάλιστα, αδυνατεί κανείς να καταλάβει με ποιόν τρόπο οι «άοπλοι» και «πασιφιστές» διαδηλωτές της Συριακής αντιπολίτευσης άντεξαν επί οκτώ συναπτούς μήνες στο δολοφονικό σφυροκόπημα ενός «μισότρελου» δικτάτορα, ο οποίος υποτίθεται ότι ουδεμία αναστολή έχει να εξαπολύσει ενάντια στο κίνημα διαμαρτυρίας την πλήρη δύναμη πυρός του κατασταλτικού μηχανισμού του Κράτους! Ο πατέρας και προκάτοχος του σημερινού προέδρου Χαφέζ αλ-Άσαντ αιματοκύλησε το 1982 την Χάμα και κατέπνιξε την τοπική ένοπλη εξέγερση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα.[xxvi] Πώς είναι λοιπόν δυνατό ο τωρινός πρόεδρος να έχει κινητοποιήσει ολόκληρο το στράτευμα της χώρας, αλλά να μην μπορεί να συντρίψει εκείνους που διαμαρτύρονται με μόνα όπλα την ειρηνική κοινωνική ανυπακοή, τις φωνές και τις γροθιές τους; Μιλώντας για καταστολή, καλό θα ήταν να ενθυμούμαστε ότι η ΠΑΣΟΚική χούντα πέτυχε να διαλύσει ολόκληρο το κίνημα του Συντάγματος ρίχνοντας «μόλις» τρεις χιλιάδες δακρυγόνα σε μια μέρα. Από την άλλη, ο Άσαντ έχοντας κατεβάσει στους δρόμους τα τανκς και πυροβολώντας στο ψαχνό δεν μπορεί να καταπνίξει ένα κίνημα ειρηνικής διαμαρτυρίας; Σίγουρα, αυτή η περιγραφή της αναταραχής στην Συρία (που είναι και η επικρατούσα στα συστημικά ΜΜΕ) αψηφά κάθε λογική. Και φυσικά οι περιγραφές των παρατηρητών του Αραβικού Συνδέσμου κουβαλούν ελάχιστη αξιοπιστία, αφού δεν πρόκειται για ανεξάρτητους και ουδέτερους παρατηρητές, αλλά για μεροληπτικά όργανα ενός οργανισμού που διάκειται εχθρικά προς το ίδιο το μπααθικό καθεστώς. Για του λόγου το αληθές, αρκεί να αναφέρουμε ότι το ψήφισμα για την αποβολή της Συρίας από τον Σύνδεσμο ως μέσον επιβολής της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Σύριων πολιτών, πέρασε με τις ψήφους «δημοκρατικών» κρατών όπως η Αιγυπτιακή στρατιωτική χούντα που τον τελευταίο μήνα έχει επιδοθεί σε μια ανελέητη καταστολή ενάντια στο δεύτερο κύμα της Αιγυπτιακής επανάστασης, η Σαουδική Αραβία που τις μέρες τις ψηφοφορίας δολοφονούσε σιίτες διαδηλωτές στην πόλη Κατίφ[xxvii], το Κατάρ και το Μπαχρέιν (που κατέπνιξε με τον πιο βάρβαρο τρόπο τη δικιά του εξέγερση της σιιτικής πλειοψηφίας) που εκφράζουν κατεξοχήν τις δυνάμεις της πιο μαύρης αντίδρασης μέσα στον Αραβικό κόσμο, κλπ.[xxviii] Γίνεται αντιληπτό ότι καμία σχέση δεν έχει η παρουσία των «παρατηρητών» του Αραβικού Συνδέσμου στην Συρία με την υπεράσπιση των ελευθεριών των Σύριων πολιτών. Πρόκειται για ενέργεια που στόχο έχει να προετοιμάσει το έδαφος για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης ενάντια στο Συριακό καθεστώς, αν η εξέγερση αποτύχει τελικά να επιφέρει την κατάρρευση του.   

Έτσι, μένουμε με δύο εναλλακτικές εκδοχές: είτε, η «άοπλη» αντιπολίτευση είναι ένας μύθος που καλλιεργείται επιμελώς από τον προπαγανδιστικό μηχανισμό της υπερεθνικής ελίτ και στην πραγματικότητα ο Συριακός στρατός έχει εμπλακεί σε έναν πόλεμο φθοράς ενάντια σε πυρήνες λιποτακτών, ξένων μαχητών κι ένοπλων εξεγερμένων, είτε ο Άσαντ ποτέ δεν επιστράτευσε την εγκληματική βία που του καταλογίζουν ενάντια σε ανυπεράσπιστους, ειρηνικούς διαδηλωτές. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, τότε οι ειρηνικές κινητοποιήσεις μάλλον θα είχαν καταπνιγεί εύκολα από τις πρώτες κιόλας ημέρες και πάντως δεν θα είχαν διαρκέσει κόντρα σε κάθε λογική οκτώ ολόκληρους μήνες, αντιμετωπίζοντας όλο αυτό το διάστημα την πιο ανελέητη καταστολή. Από την άλλη, αν το καθεστώς βρίσκεται αντιμέτωπο με μια ένοπλη εξέγερση στο έδαφος του, τότε η απαίτηση της υπερεθνικής ελίτ για απόσυρση του στρατού από τους δρόμους των εξεγερμένων πόλεων, ισοδυναμεί με απαίτηση να αποποιηθεί το καθεστώς και τα πλατιά κοινωνικά στρώματα που το στηρίζουν το δικαίωμα που έχουν στην αυτοάμυνα, την ίδια στιγμή που η υπερεθνική ελίτ σε άμεση συνεργασία με την Τουρκία και την Ιορδανία διαρκώς υπονομεύουν κάθε ειρηνευτική πρωτοβουλία, υποδαυλίζουν και υποθάλπουν πολιτικά την εξέγερση και τροφοδοτούν την εκστρατεία ανταρτοπολέμου με όπλα, ακόμη και μαχητές από το εξωτερικό.

Πολλοί θα σπεύσουν ξανά να μας κατηγορήσουν ότι υπερασπιζόμαστε ένα τυραννικό καθεστώς, μια ετερόνομη κρατικιστική δομή με αυταρχικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, ως μάχιμοι ελευθεριακοί δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η εξελισσόμενη αντιπαράθεση στη Συρία δεν είναι ανάμεσα σε κρατιστές και τους οπαδούς μιας ακρατικής κοινωνίας, αλλά ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενα ετερόνομα στρατόπεδα. Από την μια πλευρά βρίσκεται το εξεγερσιακό κίνημα που ελέγχεται από το ΣΕΣ και είναι απολύτως εξαρτημένο από τον κορυφαίο εξουσιαστικό μηχανισμό της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, την υπερεθνική ελίτ, της οποίας την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση έχει απόλυτη ανάγκη προκειμένου να αποκτήσει υπόσταση ως υπολογίσιμη πολιτική δύναμη, ικανή να ανατρέψει το υπάρχον καθεστώς και να καταλάβει την εξουσία στην Συρία. Πράγματι, όπως και στην περίπτωση της Λιβύης, μπορεί κανείς να ισχυριστεί βάσιμα ότι χωρίς την στρατιωτική προστασία της Τουρκικής κυβέρνησης και χωρίς την ενεργό ανάμειξη της Τουρκικής και Αμερικανικής διπλωματίας στα πολιτικά πράγματα της Συριακής αντιπολίτευσης, η εξέγερση στη Συρία θα είχε ήδη εκπνεύσει και δεν θα είχε καταφέρει να κλονίσει την κυριαρχία της Συριακής ελίτ. Η εξάρτηση αυτή έχει ήδη ασκήσει την αποφασιστική της επίδραση – όπως γράψαμε πιο πάνω – στο πολιτικό πρόγραμμα αλλά και τον διεθνή προσανατολισμό της αντιπολίτευσης που έχει ήδη υιοθετήσει την φιλοδυτική, φιλοκαπιταλιστική γραμμή σε όλα τα κρατικά ζητήματα που θα κληθεί να διαχειριστεί αν τελικά η εξέγερση επικρατήσει. Από την άλλη πλευρά έχουμε το μπααθικό καθεστώς, που εξακολουθεί να διαθέτει πλατιά λαϊκή υποστήριξη στο εσωτερικό, ενώ στο εξωτερικό εδώ και χρόνια διαδραματίζει ρόλο στρατηγικού αντίβαρου και εμποδίου στην εξάπλωση της σιωνιστικής – και άρα συστημικής – ηγεμονίας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και αντιστρατεύεται έτσι τις δομές συγκέντρωσης δύναμης στο υπερεθνικό επίπεδο.

Ο ρόλος αυτός του Συριακού καθεστώτος δεν προκύπτει από κάποια έμφυτη «επαναστατικότητα» ή «αντικαπιταλιστική συνειδητοποίηση» της μπααθικής ελίτ, αλλά από στρατηγικές επιλογές που είναι αναγκαίες για την επιβίωση του ίδιου του Συριακού καθεστώτος. Και μπορεί η γεωπολιτική να καταγίνεται με τον ανταγωνισμό ετερόνομων κρατικών δομών στον διεθνή στίβο και την ιεραρχική διαστρωμάτωση τους στο διεθνές επίπεδο, ωστόσο η πάλη της Συριακής άρχουσας τάξης ενάντια στην υπερεθνική ελίτ έχει εξορισμού αντισυστημικά χαρακτηριστικά, διότι μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του διεθνοποιημένου συστήματος κυριαρχίας οι εθνικές μονάδες που κατέχουν κυρίαρχη θέση είναι συγκεκριμένες. Για παράδειγμα, το σύστημα βασίζει την επικράτηση του στην (ζωτικής σημασίας) περιφέρεια της Μέσης Ανατολής στην αναπαραγωγή της γεωπολιτικής κυριαρχίας του Ισραήλ στην περιοχή, στην διαιώνιση της εξουσίας των διεφθαρμένων μοναρχιών του Κόλπου, στην χρησιμοποίηση της ιδεολογικής έλξης που ασκεί η Τουρκική κυβέρνηση στους νεαρούς Άραβες για την αποτελεσματική ποδηγέτηση της παλλαϊκής εξέγερσης στην (μεγαλύτερη Αραβική χώρα) Αίγυπτο προς έναν αβλαβή, «μεταρρυθμιστικό» προσανατολισμό[xxix] και φυσικά την διάλυση της στρατηγικής συμμαχίας ανάμεσα στη Συρία, το Ιράν και τις ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις σε Λίβανο και Παλαιστίνη. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις μία άνοδος της Συριακής ισχύος σε βάρος των άλλων περιφερειακών δυνάμεων (Ισραήλ, Τουρκία) είναι αδύνατη μέσα στις ιεραρχικές σχέσεις και τον παγιωμένο καταμερισμό εργασίας που θεσμοποιεί το διεθνές σύστημα στην περιοχή και που θέλει το σύνολο των Αραβικών χωρών – για να μην μιλήσουμε για το Ιράν και τον μαρτυρικό Παλαιστινιακό λαό – σε υποτελή θέση έναντι του Ισραήλ. Οπότε, εκ των πραγμάτων η Συρία είναι αναγκασμένη να αμφισβητήσει τις παραμέτρους της συστημικής κυριαρχίας αν επιθυμεί να «αναβαθμίσει» την θέση της μέσα στο διεθνοποιημένο σύστημα κυριαρχίας, μιας και η πολύπλευρη και αμέριστη στήριξη προς το επεκτατικό ισραηλινό απαρτχάιντ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της στρατηγικής της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή. Και μπορεί ο τελικός στόχος μια τέτοιας στρατηγικής να είναι η ισχυροποίηση του Συριακού κράτους και η αύξηση της περιφερειακής επιρροής της Συριακής ελίτ, στόχος που επουδενί δεν είναι συμβατός με το όραμα μιας ακρατικής κοινωνίας, ή μιας παγκόσμιας αμεσοδημοκρατικής συνομοσπονδίας των λαών, ωστόσο ο στρατηγικός ανταγωνισμός μεταξύ των ελίτ ενδέχεται να δημιουργήσει ρήγματα στις δομές ανισοκατανομής δύναμης που το σύστημα κυριαρχίας έχει θεσμοποιήσει σε περιφερειακό επίπεδο, δημιουργώντας έτσι ευκαιρίες για δυνητικά αντισυστημικά κινήματα να αποσπάσουν περιοχές της περιφέρειας από τον έλεγχο του συστήματος, υπονομεύοντας έτσι την δύναμη του συστήματος τόσο στην «εξωτερική» του περιφέρεια, όσο και στο εσωτερικό των καπιταλιστικών μητροπολιτικών χωρών. 

 


[ii] Η λέξη θουβάρ (thouwar), πληθυντικός του θαϊρ (thair), σημαίνει επαναστάτης και χρησιμοποιείται για να υποδηλώνει τα μέλη των ταγμάτων (κατίμπα) που πολέμησαν ενάντια στο καθεστώς του Καντάφι. Στο P. Haimzadeh, Ποιος κέρδισε τον πόλεμο στη Λιβύη;, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=332668.

[iii] Στην πολύ καλά τεκμηριωμένη εργασία του για τον πόλεμο στην Λιβύη ο Φωτόπουλος αναλύει την κοινωνική βάση της εξέγερσης ως εξής: «Αυτή η κοινωνική βάση αποτελείται από τις κύριες φυλές της περιοχής [γύρω από την Βεγγάζη], οι οποίες ήταν παραδοσιακά εναντίον του Καντάφι, την «νεολαία του διαδικτύου» (οι οποίοι έχουν παίξει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο σε όλες τις αραβικές εξεγέρσεις, αφού ‘οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται το ιντερνέτ και τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης ως σημαντικά εργαλεία για τη διάδοση της δημοκρατίας ’) και, κυρίως, οι ισλαμιστές, που ξεκινούν κάθε διαδήλωση και μάχη με το » επαναστατικό » σύνθημα,» ο Θεός είναι μεγάλος «». Στο T. Fotopoulos, The pseudo-revolution in Libya and the degenerate “Left”, http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol7/vol7_no1_takis_Libya_part1_pseudo_revolution.html.

[iv] R. Carroll & A. Schipani, Bolivia split in two as the wealthy aim to defy the Morales revolution, στο http://www.guardian.co.uk/world/2008/aug/24/bolivia.   

[v] K. Sengupta & S. Hughes, Leaked UN report reveals torture, lynchings and abuse in post-Gaddafi Libya, http://www.independent.co.uk/news/world/africa/leaked-un-report-reveals-torture-lynchings-and-abuse-in-postgaddafi-libya-6266636.html.

[vi] Αυτή είναι μια διάσταση της εγκληματικής πράξης που αντίστοιχα εξανεμίζεται στο αστικό δίκαιο. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές καταβολές ενός ποινικού εγκληματία, οι συνθήκες μέσα στις οποίες διαβιεί και ο ρόλος που έπαιξε ο παράγοντας φτώχεια στην τέλεση του εγκλήματος του, εξορισμού βρίσκεται εκτός της κοσμοθεωρίας της αστικής δικαιοσύνης που αντιλαμβάνεται κι εξετάζει τον παραβάτη ως μεμονωμένο αυτεξούσιο άτομο που φέρει την πλήρη ευθύνη για τις ηθικές επιλογές του. Αντίθετα, η επαναστατική δικαιοσύνη βλέπει το άτομο περισσότερο ως μέρος της κοινωνικής τάξης από την οποία προέρχεται και λιγότερο σαν μια ανεξάρτητη, απομονωμένη μονάδα.

[vii] P. Cockburn, This was always a civil war, and the victors are not merciful, http://globalciviliansforpeace.com/2011/11/26/this-was-always-a-civil-war-and-the-victors-are-not-merciful/.

[viii] G. Ford, Black Libyans make their stand in Sirte and Bani Walid, http://www.blackagendareport.com/content/black-libyans-make-their-stand-sirte-and-bani-walid, και στο Tawergha no longer exists, only Misrata, http://humanrightsinvestigations.org/2011/08/13/tawergha-no-longer-exists-only-misrata/.

[ix] Για πληροφορίες αναφορικά με τις φυλετικές ταραχές του 2000 υπάρχει η λεπτομερής αναφορά του ΟΗΕ για τα γεγονότα. Το πλήρε κείμενο εδώ: Libya Must End Racism Against Black African Migrants and Others, http://www.unwatch.org/site/apps/nlnet/content2.aspx?c=bdKKISNqEmG&b=1313923&ct=8411733&printmode=1. Για την ιστορική συνέχεια και τις διασυνδέσεις ανάμεσα στις φυλετικές ταραχές του 2000 και την εξέγερση του 2011, M. Forte, The War in Libya: Race, “Humanism” and the Media, http://mrzine.monthlyreview.org/2011/forte200411.html.

[xi] Η εξωφρενική και γελοία αυτή είδηση ανακυκλώθηκε ευρέως πρώτα σε αμφίβολης αξιοπιστίας δακρύβρεχτες εκκλήσεις και καταγγελίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (facebook, twitter, myspace, κλπ.) για να πάρουν ύστερα τη σκυτάλη όλα τα συστημικά ΜΜΕ μιλώντας για «αιμοδιψείς αφρικανούς» που προσέλαβε το καθεστώς για να «πνίξουν στο αίμα» την λαϊκή εξέγερση. Φυσικά αυτός ο μύθος διαψεύστηκε επίσημα έπειτα από λίγο καιρό από το Human Rights Watch που δεν βρήκε πουθενά στην δυτική Λιβύη τα ίχνη του μισθοφορικού στρατού-φάντασμα. Κι όμως, σε αυτές τις αβάσιμες κατηγορίες στηρίχτηκε η συστημική προπαγάνδα για να νομιμοποιήσει την νατοϊκή επέμβαση ενάντια στον «παρανοϊκό» Καντάφι (http://redantliberationarmy.wordpress.com/2011/03/07/human-rights-watch-no-mercenaries-in-libya ).   

[xiii] Gerald A. Perreira, Demons Unleashed in Libya, http://www.informationclearinghouse.info/article29864.htm.

[xiv] Όπως γράφει ο Τάκης Φωτόπουλος, «το καθεστώς όχι μόνο αρνήθηκε να πουλήσει τον πλούτο του έθνους στις πολυεθνικές, αλλά τον τελευταίο καιρό σκεφτόταν την εκ νέου πλήρη εθνικοποίηση του πετρελαίου της χώρας! Έτσι, το Forbes – η «Αρχική Σελίδα για τους Επιχειρηματικούς Ηγέτες του Κόσμου» – αποκάλυψε το 2009, ότι ο Καντάφι δήλωσε, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης με τους φοιτητές του Πανεπιστημίου Georgetown μέσω δορυφόρου τον Ιανουάριο του 2009, ότι οι τιμές του πετρελαίου ($ 43/barrel εκείνη την εποχή) ήταν “αφόρητες” και ότι το πετρέλαιο της Λιβύης “ίσως θα πρέπει να ανήκει σε εθνικές εταιρίες ή στον δημόσιο τομέα σε αυτό το σημείο, με σκοπό τον έλεγχο των τιμών του πετρελαίου, της παραγωγής του πετρελαίου ή ίσως και την διακοπή αυτής”, ενώ το Νοέμβριο του 2008 “έκανε την πρώτη επίσκεψή του στην Μόσχα στην μετά-σοβιετική εποχή. Οι συζητήσεις με τον Πούτιν και τον Πρόεδρο Ντιμίτρι Μεντβέντεφ φέρεται να περιστράφηκαν γύρω από οράματα για τη δημιουργία ενός καρτέλ φυσικού αερίου που θα περιλαμβάνει τη Ρωσία, τη Λιβύη, το Ιράν, την Αλγερία και ορισμένες χώρες της Κεντρικής Ασίας”. Το ίδιο ρεπορτάζ καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι οι “Αμερικάνικες πετρελαϊκές εταιρείες θα πρέπει να ετοιμαστούν να φύγουν από τη Λιβύη για άλλη μια φορά”. Ακριβώς δύο χρόνια μετά, ξεκίνησε η “ανθρωπιστική” επίθεση του ΝΑΤΟ ενάντια στη Λιβύη!». Στο T. Fotopoulos, The Pseudo-revolution in Libya and the Degenerate “Left”,

http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol7/vol7_no1_takis_Libya_part1_pseudo_revolution.html.

[xv] Ο χαρακτηρισμός των λίβυων εργατών υπό τον Καντάφι ως «παραχαϊδεμένων» και «υπερβολικά προστατευμένων» υπάρχει σε μια αμερικανική μελέτη για τη λιβυκή οικονομία από νεοφιλελεύθερη σκοπιά, γραμμένη το 2007 από τους Otman & Karlberg με τίτλο “The Libyan Economy”. Αναφέρεται στο D. Kovalik, Nato’s Great Victory Destroying Libya’s Welfare State,  http://globalciviliansforpeace.com/2011/11/23/natos-great-victory-destroying-libyas-welfare-state/.

[xvi] Ήδη έχουν ξεκινήσει οι πρώτες διαδηλώσεις ενάντια στο Μεταβατικό Συμβούλιο από δυσαρεστημένα μέλη των πολιτοφυλακών που πολέμησαν με το μέρος των εξεγερμένων και τώρα διεκδικούν μισθούς εννέα μηνών και μια μόνιμη θέση στις δυνάμεις ασφαλείας του καθεστώτος. Στο  http://www.dnaindia.com/world/report_libyan-fighters-protest-demanding-salary-from-ntc_1608231.  

[xxiv] Για του λόγου το αληθές: Assad Defiant as Syrian Party HQ hit by RPGs, http://rt.com/news/assad-violence-arab-league-777/, Syrian Bloodshed and the West’s Abdication of Journalistic Responsibility, http://chinamatters.blogspot.com/2011/10/syrian-bloodshed-and-wests-abdication.html, R. Baroud, Turkey and the Syrian “Abyss”, http://www.counterpunch.org/2011/11/25/turkey-and-the-syrian-%E2%80%98abyss%E2%80%99/, Syria Deserters Kill at Least 27 Troops: Activists, http://www.google.com/hostednews/afp/article/ALeqM5jz9nf4csWCMagnRS_yLAP624oEmg?docId=CNG.42d583e694cffdb6a1c0086c90997fa9.5b1, P. J. Watson, Western-Backed Terrorists Kill 30 in Syria Attacks, http://www.infowars.com/western-backed-terrorists-kill-30-in-syria-attacks/, Activists: Syrian Defectors Kill 27 Soldiers, http://www.usatoday.com/news/world/story/2011-12-15/Syria-defectors-violence/51944772/1. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δώσουμε στην αιματηρή ενέδρα που έλαβε χώρα στις 10-04-2011 κοντά στην πόλη Μπάνυας κατά την οποία 9 Σύριοι στρατιώτες έχασαν την ζωή τους και 25 τραυματίστηκαν σοβαρά από επιθέσεις ανταρτών. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε την ημερομηνία του συμβάντος αυτού, αφού αποδεικνύει ότι οι δολοφονικές επιθέσεις κατά των δυνάμεων ασφαλείας ήταν από την αρχή μέρος της υποτιθέμενης «ειρηνικής» εξέγερσης της αντιπολίτευσης, πράγμα που εξηγεί και τον βαθμό καταστολής που χρησιμοποιήθηκε από το καθεστώς. Έχει ενδιαφέρον επίσης να εξεταστεί ο κατάπτυστος τρόπος με τον οποίο η «έγκυρη» βρετανική εφημερίδα Guardian επιχείρησε να διαστρεβλώσει τα γεγονότα προκειμένου να συντηρήσει την μυθολογία περί ειρηνικών διαδηλωτών, αναφέροντας στο ρεπορτάζ της ότι οι εννέα στρατιώτες εκτελέστηκαν από τους ανωτέρους τους επειδή τάχα αρνήθηκαν να ανοίξουν πυρ εναντίον αμάχων στην πόλη της Μπάνυας, χωρίς βέβαια να μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει την ύπαρξη 25 φαντάρων σοβαρά τραυματισμένων, τα αναποδογυρισμένα φορτηγά του στρατιωτικού κομβόι που επλήγει από την επίθεση, κλπ. Για μια λεπτομερή ανάλυση του θέματος και του καθαρά προπαγανδιστικού ρόλου των δήθεν «ελεύθερων» συστημικών ΜΜΕ βλέπε το αποκαλυπτικό άρθρο «Syria and the Delusions of the Western Press» του Peter Lee στο http://www.counterpunch.org/2011/04/15/syria-and-the-delusions-of-the-western-press/.

[xxv] Suicide Bombing Changes the Nature of the Syrian Revolution, http://www.joshualandis.com/blog/?p=13029.

[xxvi] Οι ισλαμιστές εξεγερμένοι επιτέθηκαν σε κυβερνητικά κτήρια, σχολεία και παν / μια. Δολοφόνησαν κυβερνητικούς υπαλλήλους και τις οικογένειες τους με τον προσφιλή στους φανατικούς ισλαμιστές τρόπο (κόβοντας τους τον λαιμό), ενώ αποκεφάλισαν δασκάλους και καθηγητές που επέμεναν να παρέχουν στα παιδιά κοσμική εκπαίδευση (όπως συνέβη και στην Αλγερία και το Αφγανιστάν). Η αντίδραση του καθεστώτος με την κινητοποίηση του πυροβολικού και των ειδικών δυνάμεων ήταν αποφασιστική αλλά εξαιρετικά βίαιη. Σχεδόν 10.000 νεκροί ήταν ο απολογισμός της καταστολής. Στο R. Fisk, The Great War for Civilization (Harper Perennial, 2006), σελ. 105-6.

[xxvii] Qatif police attack Saudis, kill several, http://www.presstv.ir/detail/211374.html

[xxviii] Για να μην αναφερθούμε στην ανεκδιήγητη Τουρκία που από την μία προσφέρει ένα φιλόξενο καταφύγιο στις οργανώσεις της Συριακής αντιπολίτευσης στο όνομα υποτίθεται του «σεβασμού της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αλλά από την άλλη δεν δίστασε πρόσφατα να βομβαρδίσει με μαχητικά αεροσκάφη τον άμαχο πληθυσμό στις Κουρδικές περιοχές προκαλώντας εκατόμβες θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού! Ας μην ξεχνάμε ότι για το ίδιο αποτρόπαιο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας κατηγορήθηκε – άδικα – και ο Καντάφι, μια κατηγορία που αποτέλεσε τελικά το ιδεολογικό προκάλυμμα που νομιμοποίησε την νατοϊκή επέμβαση δήθεν για να περιοριστεί η βάρβαρη καταστολή του λιβυκού καθεστώτος.

[xxix] Η έλξη αυτή πιστοποιήθηκε κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Ερντογάν στην Αίγυπτο, κατά την οποία του επιφυλάχθηκε υποδοχή ήρωα από χιλιάδες λαού (D. Ezzat, The Erdogan Effect, http://weekly.ahram.org.eg/2011/1064/fr2.htm). Η ιδεολογική γοητεία που ασκεί η ισλαμιστική Τουρκική κυβέρνηση στον «αραβικό δρόμο» δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Στο επίκεντρο της βρίσκεται η εικόνα που καλλιεργεί η Τουρκική κυβέρνηση για τον εαυτό της ως μιας μετριοπαθούς μεταρρυθμιστικής δύναμης που συνδυάζει με επιτυχία την προσήλωση στις θεμελιώδεις αρχές του Ισλάμ, αποδεχόμενη ταυτόχρονα τις βασικές νόρμες λειτουργίας του φιλελεύθερου «δημοκρατικού» πολιτεύματος. Παράλληλα, η σκληροπυρηνική αντί-ισραηλινή ρητορεία του Τούρκου πρωθυπουργού είναι το μέσον που χρησιμοποιεί για να κερδίσει τις καρδιές των αραβικών μαζών, αφού είναι η πρώτη φορά που ο μέσος Άραβας δεν είναι υποχρεωμένος να ταυτίσει ένα μεταρρυθμιστικό, φιλελεύθερο πολιτικό προφίλ, με μια στάση εθελοδουλίας έναντι της Δύσης στο Παλαιστινιακό ζήτημα και την αποδοχή της υποτέλειας του μουσουλμανικού κόσμου σε ότι αφορά τις σχέσεις του με το Σιωνιστικό μόρφωμα. Για να μην αναφερθούμε τέλος στο γεγονός ότι ένα ισχυρό στρατιωτικά κράτος, όπως είναι η Τουρκία, μετά από δεκαετίες ταπεινώσεων των Αράβων στα πεδία των μαχών, εμφανίζεται πρόθυμο να πάρει υπο την προστασία του τους ανυπεράσπιστους Παλαιστίνιους και να παρεμβάλει την στρατιωτική δύναμη του ανάμεσα στον δυνάστη, το Ισραήλ, και τα θύματα του, τους Παλαιστίνιους. Φυσικά, όλα αυτά σε προφορικό επίπεδο αφού στην πράξη οι ενέργειες της Τουρκικής ελίτ σε σχέση με την Λιβύη και την Συρία διέψευσαν οριστικά τον μύθο μιας ανεξάρτητης τουρκικής εξωτερικής πολιτικής που βρίσκεται δυνητικά σε σύγκρουση με τις βασικές παραμέτρους της συστημικής και σιωνιστικής περιφερειακής ηγεμονίας. Η διάλυση της ιρανο-συριακής στρατηγικής συμμαχίας και η αποκοπή της Χεζμπολάχ και της Παλαιστινιακής αντίστασης από ένα σημαντικό στήριγμα στο πρόσωπο του μπααθικού καθεστώτος της Συρίας, έχουν σαν αποτέλεσμα την μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων στην περιοχή υπέρ του Ισραήλ και βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με τον συστημικό στρατηγικό στόχο της σταθεροποίησης της γεωπολιτικής κυριαρχίας της υπερεθνικής ελίτ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.    

Advertisements

3 σκέψεις σχετικά με το “Η Λιβύη και η Συρία στο Έτος Μηδέν”

  1. Εξαιρετικό το άρθρο σου,απλώς θα ήθελα στα πλαίσια της ενημέρωσης να μου εξηγήσεις κάποια πράγματα.Γνωρίζουμε όλοι τον φονταμενταλιστικό και σκοταδιστικό χαρακτήρα του καθεστώτος του Ιράν,στο οποίο προφανώς και σύμφωνα με τα γραπτά σου έπεται επίθεση ή ενδεχομένως και στημένες εξεγέρσεις.Εάν είχαμε εδώ στην Ελλάδα μία πιθανή εξέγερση στο όνομα της προσβολής της Ορθοδοξίας(βλέπε πάτερ Παστίτσιος)τι θέση θα έπρεπε να πάρουμε,γιατί εγώ προσωπικά απορρίπτω κάθε μορφή ανορθολογισμού.Στην Συρία αποκλείεται να υπάρχουν στην πλευρά των αντικαθεστωτικών μάζες ανθρώπων που παλεύουν και για κάτι πέρα από τον Άσαντ αλλά και την δυτική Δημοκρατία?Θέλω να πω ,πως ακριβώς επειδή ζούμε στην εποχή της κατάρρευσης των ολιστικών προταγμάτων, οι σύγχρονες εξεγέρσεις είναι σίγουρο πως θα παρουσιάσουν εξαιρετικό ενδιαφέρον από άποψη κοινωνικής σύνθεσης.Το ενδεχόμενο της εκ των υστέρων επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων στην Λιβύη,στην Συρία ή στο μέλλον στο Ιράν είναι απίθανο?Εκφράζω αυτές τις απορίες γιατί δεν θέλω να καταλήξω προβοκατορολόγος σαν πολλούς μέσα στο ΚΚΕ που ακόμα και την εξέγερση του 2008 την στηλίτευσαν σαν δράση παρακρατικών προβοκατόρων.

    1. Θα απαντήσω όσο πιο συνοπτικά μπορώ στα ερωτήματα που έθεσες.
      Κατ’ αρχάς, χαίρομαι που συμφωνούμε ότι ως αναρχικοί και υπέρμαχοι της αυτονομίας οφείλουμε να είμαστε ορκισμένοι εχθροί κάθε ανορθολογισμού. Έτσι, σε μια ενδεχόμενη «εξέγερση των νέο-ορθόδοξων» εγώ τουλάχιστον πιστεύω ότι η θέση των αναρχικών θα έπρεπε να είναι στην αντίπερα όχθη, κόντρα στη διάδοση και επικράτηση του θρησκευτικού σκοταδισμού και της μισαλλοδοξίας. Όπως γράφω και στο κείμενο, κάθε εξεγερσιακή κατάσταση δεν κυοφορεί χειραφετικές προοπτικές. Οι ναζί το 1923 πήραν τα όπλα ενάντια στην κυβέρνηση της Βαϊμάρης. Το ίδιο έκαναν οι Φαλαγγίτες ενάντια στην Ισπανική «δημοκρατία», οι Βολιβιανοί ολιγάρχες ενάντια στον Μοράλες, κοκ. Από αυτή την άποψη, τολμώ να πω ότι ο Μαλατέστα είχε άδικο. Δεν υπάρχει μια θέση για τους αναρχικούς σε όλες τις εξεγέρσεις. Δεν είμαι συνομωσιολόγος. Είμαι σίγουρος ότι μέσα στους κόλπους της Συριακής εξέγερσης υπάρχει και κόσμος που απλώς έχει σιχαθεί τον Άσαντ και θέλει την μετάβαση σε ένα πιο φιλελεύθερο καθεστώς (για κάτι περισσότερο απ’ αυτό, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου). Γράφω άλλωστε ότι δεν έχει ποτέ υπάρξει ετερόνομο καθεστώς στην ιστορία που να ήταν αποδεκτό από το 100% του πληθυσμού που είχε υπό την εξουσία του. Η τάση αυτή εκφράζεται βασικά από τη Εθνική Επιτροπή Συντονισμού πού απαρτίζεται από αριστερά κόμματα και λαϊκές επιτροπές βάσης, δρα αποκλειστικά στο εσωτερικό της Συρίας και απορρίπτει χωρίς συζήτηση τις εκκλήσεις για ξένη στρατιωτική επέμβαση που απευθύνουν διαρκώς προς το ΝΑΤΟ και τις δυτικές ελίτ ο «Ελεύθερος Συριακός Στρατός» και το ελεγχόμενο από την υπερεθνική ελίτ «Συριακό Εθνικό Συμβούλιο». Δυστυχώς, η πιο λαϊκή αυτή συνιστώσα έχει χάσει πολύ έδαφος στο εσωτερικό του εξεγερσιακού κινήματος και πλέον έχει υποκύψει στον έλεγχο που ασκούν εξωτερικά συστημικά κέντρα (Τουρκία, Γαλλία, ΗΠΑ και από τα παρασκήνια το Ισραήλ) μέσω των οργάνων τους ΕΣΣ και ΣΕΣ. Μάλιστα πρόσφατα διάβασα άρθρο που περιέγραφε ότι ήδη έχει αρχίσει να δημιουργείται σοβαρό ρήγμα και αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα στους Σύριους αντάρτες και τις χιλιάδες των φανατικών ισλαμιστών μαχητών που έχουν εισρεύσει στην Συρία μέσα από τα εδάφη της Τουρκίας κατά κύριο λόγο αλλά και της Ιορδανίας και πολεμούν για να εγκαθιδρύσουν τον ισλαμικό νόμο στη Συρία. Το σίγουρο είναι ότι όπως έδειξε και η απόφαση της τουρκικής βουλής, αν οι αντάρτες δεν καταφέρουν να ρίξουν τον Άσαντ, τότε θα αναλάβει δράση ο τουρκικός στρατός για να το πετύχει, έπειτα από κάποιο σκηνοθετημένο θερμό επεισόδιο. Ο Δεκέμβρης δεν έχει καμία σχέση με τις υποτιθέμενες εξεγέρσεις σε Λιβύη και Συρία. Δεν θυμάμαι κανένα ΝΑΤΟ να στέλνει τα F16 για να υποστηρίξουν με βομβαρδισμούς του έλληνες εξεγερμένους, ούτε την Χίλαρι να μιλάει στον ΟΗΕ για να απαιτήσει την παραίτηση του Καραμανλή φοβερίζοντας τον με πόλεμο μέχρις εσχάτων. Κι αυτό γιατί η εξέγερση του Δεκέμβρη είχε αντικειμενικά και υποκειμενικά αντισυστημικά χαρακτηριστικά, ενώ οι προαναφερόμενες «εξεγέρσεις» εξυπηρετούν ουσιαστικά τα συμφέροντα της υπερεθνικής ελίτ και την εξάπλωση της κυριαρχίας του συστήματος στην καπιταλιστική περιφέρεια. Εκτός αν πιστεύουμε ότι το κύριο στήριγμα του καπιταλισμού ως διεθνοποιημένου συστήματος εκμετάλλευσης και κυριαρχίας είναι ο Καντάφι και ο Άσαντ. Οπότε καλύτερα είναι να μην μπλέκουμε μήλα με πορτοκάλια.

      Συντροφικά
      Α

  2. Σε ευχαριστώ πολύ για την απάντησή σου και περιμένω τα νέα γραπτά σου.Πάντως να ξέρεις(που μάλλον το ξέρεις φαντάζομαι) πως υπάρχει τεράστια σύγχυση στον ευρύτερο αριστερό χώρο (αλλά δυστυχώς και στον αντιεξουσιαστικό) για τα γεγονότα σε Λιβύη και Συρία.Τα Εξάρχεια π.χ γέμισαν με αφίσες συμπαράστασης στον λαό της Συρίας.Και μάλλον δεν θα ήθελες να σου πώ ,πώς αντιμετωπίστηκα όταν χρησιμοποίησα έναν όρο του άρθρου σου για τα καθεστώτα σε Ιράν,Συρία και Λιβύη.Αναφέρομαι στον όρο «αντικειμενικώς αντισυστημικά καθεστώτα».Δυστυχώς ο μεταμοντερνισμός είναι κυρίαρχος παντού.Τελευταία μου τοποθέτηση, την οποία θα ήθελα να σου την εκφράσω ,είναι η απογοήτευση μου που ένας αναρχικός θεωρητικός όπως ο Φωτόπουλος δεν έχει αξιοποιηθεί καθόλου από τον αναρχικό χώρο.Δυστυχώς μετά την τοποθέτησή του (ορθή κατά την γνώμη μου)για τα γεγονότα με το ΚΚΕ ,πλέον αντιμετωπίζεται με τον χειρότερο δυνατό τρόπο.Θεωρώ πως σε μία τέτοια συγκυρία θα έπρεπε να δίδεται μία μεγαλύτερη βάση σε έναν από τους λίγους εναπομείναντες αξιόλογους διανοούμενους της αντισυστημικής σκέψης.Χάρηκα που τα είπαμε.Να ξέρεις πως τώρα που σε ανακάλυψα θα τα λέμε συχνα.Ελπίζω να μην είναι πρόβλημα.
    Συντροφικά
    Κωνσταντίνος…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s