Να γίνουν οι πρώτοι τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι

rembetes black flag

Κείμενο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου “Διψώντας για Δικαιοσύνη”, του Γ. Σωτηρόπουλου που έγινε στο Κοινωνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα, http://politistikokentrovirona.blogspot.gr/2018/03/blog-post_16.html.

Έχεις όλους τους φόβους των θνητών και όλες τις επιθυμίες των αθανάτων (για τον άνθρωπο)”.

Λούκιος Ανναίος Σενέκας , Για το Σύντομον του Βίου

Ο Ζορζ Σορέλ κάποτε είχε γράψει πως υπήρξε μια εποχή στη Γαλλία κατά την οποία το να διατυπώσει κανείς μια “κριτική των καταχρήσεων στην εκμίσθωση των φόρων επί του άλατος”, ήταν μια ενέργεια πολύ πιο επικίνδυνη για το καθεστώς, από την εξύμνηση του κομμουνισμού.i Αυτό συνέβαινε επειδή οι θεωρίες που υπερασπίζονταν την αναγκαιότητα για μια ριζική αναμόρφωση της κοινωνίας, έτειναν να τοποθετούν την επίλυση όλων των προβλημάτων σε ένα ακαθόριστο μέλλον, όταν η επανάσταση θα έχει επικρατήσει και ο λαός θα έχει απελευθερωθεί από τον ζυγό των προνομιούχων ομάδων που τον καταπιέζουν. Η επανάσταση από αυτή την άποψη, παρουσιαζόταν σαν πανάκεια, σαν την μαγική συνταγή που μέσα σε μια νύχτα θα εξαφάνιζε την φτώχεια, την καταπίεση και όλα τα διαχρονικά δεινά που φαίνεται να προκύπτουν σαν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης των ανθρώπων, ενώ στην πραγματικότητα, αποτελούσε και η ίδια ένα πρόβλημα, ίσως το μεγαλύτερο και το πιο δυσεπίλυτο απ’ όλα, και ως τέτοιο θα όφειλαν να την προσεγγίζουν οι πραγματικοί επαναστάτες. Τα πράγματα γίνονταν ακόμη πιο δύσκολα για τους επαναστάτες, εφόσον η πραγμάτωση του ριζοσπαστικού οράματος τους δεν απαιτούσε τίποτα λιγότερο από τον γενικό ξεσηκωμό των λαϊκών τάξεων και την πολιτική τους συσπείρωση σε ένα συλλογικό υποκείμενο που θα ενεργεί με ενιαία βούληση, παρά την ετερογένεια των αντικειμενικών χαρακτηριστικών της κοινωνικής υπόστασης τους. Κι επειδή το να συναρτά κανείς τις επιδιώξεις του αναφορικά με τον μετασχηματισμό της κοινωνίας με την έλευση αυτής της δευτέρας παρουσίας με κοσμικούς όρους, δεν συμβαδίζει ακριβώς με την καθιερωμένη αντίληψη της πολιτικής ως αποτελεσματικής καθημερινής διαχείρισης της εξουσίας, ή μιας “τέχνης” που σαν σημείο αναφοράς της έχει πάντοτε το εφικτό, οι επαναστατικές δυνάμεις βρισκόντουσαν σε δυσχερή θέση από πλευράς κοινωνικής απεύθυνσης, μιας και δεν μπορούσαν να προσφέρουν ούτε μια προσωρινή ανακούφιση στα καθημερινά προβλήματα που καταδυνάστευαν τις μάζες. Κι όταν κατά καιρούς υπήρξαν αρκετά ισχυρές ώστε να το πετύχουν, η αφοσίωση τους στο πρόταγμα της κοινωνικής επανάστασης τις υποχρέωνε όχι μόνο να μην ρίξουν το βάρος της πολιτικής δραστηριότητας τους στην απόσπαση μεμονωμένων ελευθεριών και δικαιωμάτων για τις εργαζόμενες τάξεις, αλλά να αναθεματίζουν κάθε τέτοια τακτική υποχώρηση των ελίτ ως απόπειρα εξαγοράς κι εκπόρνευσης της ταξικής συνείδησης των καταπιεσμένων. Ωστόσο, από αυτή την προσήλωση τους στο επαναστατικό ιδανικό ήταν ο ρεφορμισμός που τελικά ωφελήθηκε περισσότερο, μιας και οι ελίτ ήταν πρόθυμες να παραχωρήσουν ένα μερίδιο της πίτας στα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα για να αποφύγουν τα χειρότερα, στις ιστορικές περιόδους όταν αυτά εμφανίστηκαν ικανά να συγκεντρώσουν αρκετή δύναμη ώστε να αμφισβητήσουν τους δομικούς και υποκειμενικούς όρους της θεσμοποιημένης υποτέλειας τους.

Στις μέρες μας το επαναστατικό πρόταγμα βρίσκεται ξανά σε ύφεση. Ζούμε μέσα στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν στον απόηχο της μεγάλης ήττας του προτάγματος της κοινωνικής επανάστασης, με την ιστορική μορφή που αυτο είχε πάρει στην εποχή της κρατικιστικής νεωτερικότητας. Του προτάγματος που έχουμε ταυτίσει με την παράδοση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Κάποιοι απόρησαν που η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ δεν αποτέλεσε το έναυσμα για μια μαζική μεταστροφή των λαϊκών στρωμάτων προς την κατεύθυνση του ελευθεριακού σοσιαλισμού, οι ιδεολογικοί και θεωρητικοί εκπρόσωποι του οποίου είχαν στο κάτω, κάτω δικαιωθεί για τις απαισιόδοξες προβλέψεις που είχαν διατυπώσει σχετικά με το μέλλον του κρατικιστικού σοσιαλισμού και την ικανότητα του να φέρει σε πέρας την ιστορική υπόσχεση λύτρωσης που κόμιζε για την δοκιμαζόμενη ανθρωπότητα. Πόσο μάλλον που η έκλειψη του επαναστατικού ιδανικού ως υπαρκτής δύναμης μετασχηματισμού της κοινωνίας, επέφερε την αναδίπλωση των κυρίαρχων ομάδων και την αναδιάρθρωση των βασικών θεσμών του συστήματος στη βάση μιας ακόμα μεγαλύτερης συγκέντρωσης δύναμης σε όλα τα πεδία. Είμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με την αντίφαση ότι την ίδια στιγμή που η ετυμηγορία της ιστορικής διαδικασίας υποδεικνύει προς ένα οριστικό ξεπέρασμα της επανάστασης σαν τρόπου αντίληψης και αλληλεπίδρασης των ανθρώπων με την κοινωνική πραγματικότητα, οι ίδιες οι αντίξοες συνθήκες της κοινωνικής πραγματικότητας επαναφέρουν την κοινωνική επανάσταση σαν τον απαραίτητο ορίζοντα της πολιτικής δράσης για την χειραφέτηση των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων.

Κι όμως σε αυτή την κρίσιμη ώρα είδαμε πώς, για μια ακόμα φορά, ένα μεγάλο μέρος των καταπιεσμένων προσέφυγε στους, ας μας επιτραπεί να τους ονομάσουμε έτσι, λογιστές με κριτική συνείδηση του ΣΥΡΙΖΑ, για να γλιτώσουν από την περαιτέρω υποβάθμιση της κοινωνικής θέσης τους και τη βίαιη φτωχοποίηση που συνεπάγονται τα μέτρα αναδιάρθρωσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Δεν πρέπει όμως να συγχέουμε την αντίφαση εν τοις όροις, μιας υποτιθέμενης σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης που εφαρμόζει ένα ακραία νεοφιλελευθέρο πρόγραμμα, και η οποία εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, με την ιστορική αντίφαση πανω στην οποία έχει βασιστεί το εννοιολογικό σχήμα της διαλεκτικής αντίθεσης ανάμεσα στην επανάσταση, από την μία, και τον ρεφορμισμό, από την άλλη. Αν στο παρελθόν η ήττα της επανάστασης είχε σαν επακόλουθο την νίκη του ρεφορμισμού σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο της εξέλιξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, κι αν η διαλεκτική αυτή σχέση κάποια στιγμή αντιστράφηκε και οι θεσμοί συλλογικής αλληλεγγύης που καθιέρωσε ο ρεφορμισμός της σοσιαλδημοκρατίας σε Ανατολή και Δύση έγιναν το ισχυρότερο ανάχωμα ενάντια στο λανθάνον επαναστατικό δυναμικό των εργαζόμενων τάξεων, στις μέρες μας ο ρεφορμισμός που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία έχει ηττηθεί πανηγυρικά χωρίς ποτέ να μπορέσει να βάλει σε εφαρμογή το εναλλακτικό πρόγραμμα του για έναν καπιταλισμό με ανθρωπινο πρόσωπο. Εφόσον λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τα συναφή πολιτικά κόμματα όπως οι Podemos στην Ισπανία, είναι η θεσμική έκφραση του ταξικού κινήματος που έκανε την εμφάνιση του στις πλατείες και εν πολλοίς γνώρισε οδυνηρή ήττα σαν μορφή συλλογικής κινητοποίησης από-τα-κάτω, δεν βρισκόμαστε ενώπιον της παραδοσιακής διαλεκτικής αντίθεσης ανάμεσα στην ηττημένη επανάσταση και τον θριαμβευτή ρεφορμισμό, αλλά αντιμέτωποι με το φάσμα μιας διπλής ήττας, τόσο από-τα-κάτω, όσο και από-τα-πάνω.

Είναι μεγάλος ο πειρασμός στις εποχές που η ιστορία φαίνεται να μην συμφωνεί με τους επαναστάτες, να βρει κανείς καταφύγιο σε μια αντίληψη της επανάστασης σαν ιστορική παραγωγη, δηλαδή σαν ένα συμβάν που λίγο, πολύ εκτυλίσσεται ερήμην του ανθρώπινου παράγοντα, που παράγεται αντικειμενικά από τις περιστάσεις σαν βέβαιο και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ιστορικής εξέλιξης. Στο βιβλίο γίνεται αναφορά σχετικά με τον οικονομικό ντετερμινισμό των ύστερων έργων του Μαρξ και πώς αυτό το στοιχείο μπορεί να αποδοθεί στην απογοήτευση που είχε κυριεύσει τον φιλόσοφο έπειτα από τις αποτυχίες των λαϊκών επαναστάσεων του 1848. Από την άλλη, είναι εύκολο επίσης κάποιος να παραμείνει βολικά επαναπαυμένος στις ιδεολογικές βεβαιότητες του και να εκτοξεύει σεχταριστικά αναθέματα ενάντια στην κοινωνία που αρνείται να συμμορφωθεί με τις επαναστατικές υποδείξεις του. Ευτυχώς, ο ανά χείρας τόμος δεν πέφτει σε καμία από τις δύο παγίδες. Στο επίκεντρο της συγγραφής φαίνεται να υπάρχει η συνειδητοποίηση ότι η σκιά της διπλής ήττας που υποστήκαμε στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης από την εξέγερση του Δεκέμβρη κι έπειτα, μας υποχρεώνει να καταπιαστούμε εκ νέου με το ζήτημα της επανάστασης. Και για να μην έχουμε την τύχη των κομμουνιστών ονειροπόλων του Σορέλ, αυτή τη φορά θα πρέπει να προσεγγίσουμε την επανάσταση ως πρόβλημα, σαν θεωρητικό ζήτημα που γεννά ερωτήματα τα οποία είναι ανάγκη να απαντηθούν.

Το ζήτημα που τίθεται εδώ δεν είναι η αφ’ υψηλού απόρριψη της επαναστατικής παράδοσης στο σύνολο της, αλλά η απόπειρα κριτικής αποτίμησης κάποιων από τις αναλυτικές κατηγορίες της επαναστατικής θεωρίας κι επαναδιατύπωσης τους, ώστε να διατηρήσουν τη χρησιμότητα τους σαν εργαλεία για την ερμηνεία της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας από τη σκοπιά μιας πολιτικής θεωρίας της ταξικής αυτονομίας. Μιλώντας σε προσωπικό επίπεδο, αισθανόμουν πάντοτε κάπως άβολα μέσα στο θεωρητικό σύμπαν του μαρξισμού, ο οποίος, από την μία, εμφανιζόταν να έχει αποκρυπτογραφήσει τους πραγματικούς νόμους που διέπουν την ιστορική κίνηση του κεφαλαίου, αλλά, από την άλλη, υποβάθμιζε τη σημασία της ανθρώπινης δραστηριότητας στην ιστορία και δάνειζε τη δογματική αυθεντία του σε συγκεντρωτικά κόμματα και αυταρχικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Αναμφίβολα, όπως γράφει και ο συγγραφέας, όλες οι σημαντικές σχολές σκέψεις σαν την μοντέρνα επιστήμη, ή την ψυχανάλυση, διατείνονται ότι μελετούν κι αποκαλύπτουν τις βαθύτερες αιτίες των πραγμάτων, οι οποίες με μια πρώτη ανάγνωση παραμένουν κρυμμένες από το βλέμμα του ανυποψίαστου παρατηρητή. Το ίδιο σε τελική ανάλυση μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι έκανε κι ο μαρξισμός. Ωστόσο, ενώ η επιστήμη προσανατόλισε το αντικείμενο της συστηματικής έρευνας της στην μεγιστοποίηση της ικανότητας του ανθρώπου να παρεμβαίνει και να μετασχηματίζει τον φυσικό κόσμο γύρω του (άσχετα από το πώς έχει χρησιμοποιηθεί αυτή η ικανότητα από τις θεσμισμένες εξουσίες), κι ενώ η ψυχανάλυση επικεντρώθηκε στον μετασχηματισμό του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου με το να κάνει το ασυνείδητο συνειδητό, “εκεί που υπήρχε το εκείνο θα υπάρξει το εγώ” κατά την ποιητική έκφραση του Φρόυντ,ii κάποια ρεύματα του ιστορικού μαρξισμού κατέληξαν να λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Να υπονομεύουν δηλαδή την ικανότητα του ανθρώπου για κοινωνική αυτοπραγμάτωση τοποθετώντας τις αθέατες αιτίες των πραγμάτων εντελώς έξω και πέρα από το πεδίο της συνειδητής ανθρώπινης δραστηριότητας, ακόμη κι όταν αυτές εκτίθενται σε κοινή θέα μέσω των αναλυτικών εργαλείων της απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας. Το παρόν βιβλίο σίγουρα δεν θέλει να εγγραφεί σε αυτήν τη κατά βάση συντηρητική διανοητική παράδοση και, με τον τρόπο που το καταναοώ εγώ, θεωρώ πως επιθυμεί να συμβάλλει στην αποκατάσταση της μαρξιστικής διαλεκτικής ως μεθόδου ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας όπως αυτή διαμορφώνεται από τον καπιταλισμό, χωρίς παράλληλα να απεμπολεί το δικαίωμα της συνειδητής δράσης των κοινωνικών υποκειμένων. Αν η μοντέρνα επιστήμη είναι η βασική θεωρία της αλληεπίδρασης του ανθρώπου με τον φυσικό κόσμο και η ψυχανάλυση η βασική θεωρία αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τον εσωτερικό του κόσμο, ένας μαρξισμός εμπνεόμενος από την ανθρωπιστική παράδοση θα μπορούσε να είναι η βασική θεωρία αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τον κοινωνικό κόσμο.

Σε αυτή την εισαγωγή θα ήθελα να αναφερθώ επιγραμματικά σε δύο ζητήματα. Στο ζήτημα της σωματικοποίησης της έννοιας του φιλοσοφικού υλισμού και το ζήτημα της αντιπροσώπευσης και των επιπτώσεων που αυτό έχει για την πολιτική θεωρία της αυτονομίας. Η σωματικοποίηση της έννοιας του φιλοσοφικού υλισμού, δηλαδή η ερμηνεία του σώματος ως πρωταρχικής μονάδας παραγωγής και ανάδειξης ροών κοινωνικού μετασχηματισμού, σημαίνει ότι ο διπολισμός ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα ως διακριτά μεγέθη του κοινωνικού γίγνεσθαι καταργείται στην πράξη. Η διάκριση ανάμεσα στις λεγόμενες αντικειμενικές συνθήκες και στις υποκειμενικές φαντασιακές θεσμίσεις παύει να γίνεται αντιληπτή σαν ένας de facto διαχωρισμός και προσλαμβάνει τον χαρακτήρα μιας συμβιωτικής σχέσης, μιας ενιαίας διαδικασίας που λαμβάνει χώρα σε αλληλένδετα κι αλληλοεξαρτώμενα πεδία, βασισμένη στην ετερογενή και πολυδιάστατη φύση του πραγματικού. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αποκαθίσταται μια διάσταση αυτονομίας των κοινωνικών υποκειμένων σαν δυνητικών φορέων της ιστορικής δημιουργίας, χωρίς όμως να εξορίζεται από την εμβέλεια της θεωρητικής ανάλυσης η υλική δύναμη που είναι σε θέση να ασκήσουν οι αντικειμενοποιημένες δομές της κοινωνικής ολότητας στα όρια και το περιεχόμενο της δραστηριότητας του κοινωνικού ανθρώπου. Εδώ βέβαια εγείρεται το ζήτημα του αντιφατικού χαρακτήρα της δραστηριότητας του κοινωνικού ανθρώπου, μιας και όλες οι μορφές της αυτόνομης δραστηριότητας των κοινωνικών υποκειμένων φαίνεται να τείνουν προς την αυτοαναίρεση τους. Προς την κατάργηση δηλαδή των κοινωνικών όρων της αυτονομίας τους, μιας και όλες αποσκοπούν σε μια κάποια μορφή θεσμικής παγίωσης και αποκρυστάλλωσης τους σαν επιστέγασμα της δημιουργικής πράξης τους, η οποία με την σειρά της τείνει να περιορίζει και να προδιαγράφει το περιεχόμενο της ανθρώπινης δραστηριότητας, υποβάλλοντας την εκ νέου σε ένα σύστημα από προαποφασισμένους κανόνες και δομές.

Όπως και να έχει, αντί για αντικειμενικό υλικό όριο που δεν γίνεται να ξεπεραστεί, οι υλικές συνθήκες της ύπαρξης γίνονται η αφετηρία των ανθρώπινων ενεργειών, όπως άλλωστε πηγή και αφετηρία από την οποία εκπορεύονται όλες οι ανθρώπινες ενέργειες είναι και η ίδια η οργανική σύσταση του ανθρώπινου σώματος. Από αυτή την άποψη, η ιστορία σαν εξελικτική διαδικασία με διαλεκτική δομή, σε κάθε στάδιο της δεν προκαθορίζει μονοσήμαντα το αποτέλεσμα της δράσης του ανθρώπου, αλλά διανοίγει μια σειρά από αλληλένεδετες ενδεχομενικότητες σε συνάρτηση πάντα με τις υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε ιστορική περίοδο στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Όπως έγραψε κάποτε η Χάνα Άρεντ, “η πιο ισχυρή αναγκαιότητα που γνωρίζουμε μετά από μια ενδελεχή αυτοεξέταση είναι η διαδικασία της ζωής που διαπρενά τα σώματα μας και τα κρατά σε μια διαρκή κατάσταση αλλαγής της οποίας οι κινήσεις είναι αυτόματες, ανεξάρτητες από τις δικές μας δραστηριότητες, και ακαταμάχητες – δηλαδή, αμείλικτα επιτακτικές”.iii Με άλλα λόγια, είμαστε πάντοτε δέσμιοι της αναγκαιότητας που εκπορέυεται από τη βιολογική σύσταση των σωμάτων μας, των αναγκών που αφορούν την υλική αναπαραγωγή μας.

Φυσικά, η διαπίστωση αυτή δεν εξαντλεί το περιεχόμενο της κουβέντας για το επαναστατικό πρόταγμα. Σίγουρα, μας υποδεικνύει τη σωματική ανάγκη σαν μια από τις βασικότερες κινητήριες δυνάμεις και υλικές ορίζουσες τις ταξικής πάλης. Δεν αναφερόμαστε εδώ μονάχα στην ανάγκη για διαρκή και εγγυημένη πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες φαγητού και νερού, στην ανάγκη για αξιοπρεπή στέγαση και προστασία από το κρύο, ανάγκες που έχουν να κάνουν με έναν παραδοσιακό ορισμό της ταξικής πάλης, αλλά στο σύνολο των ανθρώπινων αναγκών, όπως την ανάγκη για ελευθερία ικανοποίησης της σεξουαλικής επιθυμίας, ή της ελευθερίας από την σωματική καταπίεση, που αγκαλιάζει έναν ευρύτερο ορισμό των συγκρούσεων που αποτελούν δομικό στοιχείο κάθε ετερόνομης κοινωνίας. Ενώ το ετερόνομο φαντασιακό των καπιταλιστικών μητροπόλεων τείνει να αποδώσει κανονιστικές διαστάσεις στην μομφή που απευθύνει ανοικτά ενάντια στις κοινωνίες της καπιταλιστικής περιφέρειας σαν κατα κάποιο τρόπο πολιτισμικά υπανάπτυκτες και οπισθμοδρομικές, αναμφίβολα συνιστά αδιαμφισβήτητη απόδειξη της οπισθοδρομικότητας των ίδιων των ανεπτυγμένων οικονομιών της αγοράς το γεγονός ότι παρά την αλματώδη πρόοδο στην εξέλιξη των τεχνικών μέσων που διαθέτουμε για την συντήρηση και αναπαραγωγή μας, το κοινωνικό ζήτημα εξακολουθεί να τίθεται στις μέρες μας με όρους απόλυτης υπαγωγής της κοινωνικής ύπαρξης του ανθρώπου στον σιδερένιο νόμο της αναγκαιότητας. Να βιώνεται δηλαδή σαν απόλυτη στέρηση μέσα σε συνθήκες μιας άνευ προηγουμένου υλικής ευμάρειας και αφθονίας. Από την άλλη, η ανάγκη δεν είναι πάντοτε ο καλύτερος σύμβουλος, ούτε συνεπάγεται έναν μονοσήμαντο προσανατολισμό του υποκειμένου προς την κατεύθυνση της επαναστατικής ανατροπής του υπάρχοντος. Η υποδούλωση στις βιολογικές μας ανάγκες μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα τη στροφή προς τις πρακτικές του συμβιβασμού και της συμφιλίωσης, όταν αυτές δύναται να αποφέρουν άμεσα υλικά οφέλη, πόσο μάλλον όταν αυτό μπορεί να συμβεί με μκρότερη προσπάθεια και προσωπικές θυσίες. Η ανάγκη δηλαδή είναι εξίσου πιθανό να στρέψει το υποκειμένο τόσο προς μια επαναστατική, όσο και προς μια ρεφορμιστική κατεύθυνση.

Η έμφαση που δίνουμε εδώ στην έννοια της ανάγκης σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τον παραγωγικό ρόλο που το βιβλίο αποδίδει στην επιθυμία, σαν κινητήρια δύναμη πίσω από τις επαναστατικές διεργασίες. Το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς περιλαμβάνει μηχανισμούς που οργανώνουν την οικονομία της επιθυμίας και της δίνουν ένα περιεχόμενο συμβατό με τις θεσμισμένες δομές αναπαραγωγής του συστήματος. Παρόλα αυτά, στις ετερόνομες κοινωνίες όπου βασιλεύει η άνιση κατανομή της δύναμης και, μέσω αυτής, η τεχνητή διατήρηση της σπάνης των αγαθών που αναπαράγεται εξαιτίας της άνισης κατανομής του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου,iv η επιθυμία σε μεγάλο βαθμό τελεί υπό το κράτος των άμεσων βιολογικών αναγκών, εκεί που αυτές δεν μπορούν να υπολογίζουν στην αυτονόητη ικανοποίηση τους. Για να το πω διαφορετικά, ο ορίζοντας της επιθυμίας καθηλώνεται από την αφόρητη πίεση που ασκούν οι ανικανοποίητες ανάγκες του σώματος. Η απελευθέρωση της επίθυμίας, η αντιστροφή δηλαδή της άνισης σχέσης της ως προς τις υλικές ανάγκες του υποκειμένου, προϋποθέτει την ικανοποιητική εκπλήρωση των τελευταίων σε μια κοινωνία μετασπάνης.v Όπως και να ‘χει, αναδεικνυόντας τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν μέσα στον πυρήνα της έννοιας της ανάγκης, το βιβλίο μας προτρέπει να εγκαταλείψουμε την μάταιη αναζήτηση για το άγιο δισκοπότηρο των επαναστατών στην ιστορία, την εξεύρεση δηλαδή μιας δύναμης που ωθεί “αντικειμενικά” τα κοινωνικά υποκείμενα προς την κατεύθυνση της επαναστατικής ανατροπής της ετερόνομης κοινωνίας. Αντ’ αυτού, μας υπενθυμίζει την ατελή φύση της κοινωνικής παργαματικότητας που πάντοτε υστερεί σε σχέση με τις τελειολογικές φαντασιακές αναπαραστάσεις της και με αυτό τον τρόπο διανοίγει νέα πεδία ρήξης και δυναμικής παρέμβασης για τις οργανωμένες ταξικές δυνάμεις της αυτονομίας.

Θέλω να πω και δυο λόγια για το ζήτημα της αντιπροσώπευσης όπως το πραγματεύεται σε κάποιο σημείο του το βιβλίο ως μια καταστατική διάσταση της δρατσηριότητας των κοινωνικών υποκειμένων, ακολουθώντας το νήμα της σκέψης του συγγραφέα για το ταξικό συμφέρον όχι σαν ένα προϋπάρχον μέγεθος που απλώς χρειάζεται να φανερωθεί στους άμεσα ενδιαφερόμενους, αλλά σαν μια ζωντανή πραγματικότητα που χρειάζεται να παραχθεί και να αναπαράγεται διαρκώς και με πολιτικούς όρους. Είναι αλήθεια ότι, όπως αναφέρει το βιβλίο, το λεγόμενο γενικό συμφέρον μιας κοινωνικής ολότητας δεν εξαντλείται ποτέ στο άθροισμα των ατομικών συμφερόντων των ανθρώπων που ανήκουν σε αυτή. Είναι επίσης καιρός η αντίληψη που υπάρχει στον χώρο της αντισυστημικής αριστερά, για την ταξική αυτονομία, να απαλλαγεί από την ιδεολογική αυταπάτη που ταυτίζει το υποκείμενο με την επιθυμία του και απορρίπτει κάθε μορφή πολιτικής θέσμισης της ελευθερίας προς όφελος μιας “καθαρής” ταξικής αυτοσυνειδησίας, που θα πραγματώνεται με “φυσικό” τρόπο, χωρίς τους θεσμούς που θα την μετουσιώνουν σε ζώσα δύναμη της κοινωνικής πραγματικότητας. Γράφει ο συγγραφέας χαρακτηριστικά: “Το επίδικο επί του παρόντος πάντως είναι πως αν όντως υπάρχει κάποιο κοινό ταξικό συμφέρον αυτό δεν υφίσταται ως προϋπάρχουσα πραγματικότητα που απλά πρέπει να αναγνωριστεί αλλά ως ιστορικό πρόταγμα που πρέπει να παραχθεί. Και αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει κάποια θεσμική διαμεσολάβηση ποτ εφόσον αναφέρεται σε ένα ‘γενικό συμφέρον’ το οποίο δεν είναι απλά το άθροισμα ατομικών συμφερόντων έχει εκ του γεγονότος μια αντιπροσωπευτική διάσταση” (σελ.84). Ωστόσο, είναι επίσης σωστό ότι κάθε θεσμική συγκρότηση δεν εμπεριέχει εξορισμού την έννοια της αντιπροσώπευσης, με το ιστορικό περιεχόμενο που έχουμε συνηθίσει να αποδίδουμε στον όρο εξαιτίας της κατάχρησης που υπέστη από τους ετερόνομους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”, σαν την μετάθεση της βούλησης από τον κυβερνώμενο προς τον κυβερνήτη, από τον αρχόμενο προς τον άρχοντα. Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να παραθέσω τα λόγια του Μάρραιη Μπούκτσιν, ο οποίος είχε γράψει σχετικά: “Αν η πολιτική έχει καταντήσει να μην σημαίνει τίποτα πέρα από την κρατική πολιτική και τον έλεγχο του πληθυσμού από τους αποκαλούμενους ‘αντιπροσώπους’ της, τότε μια συνθήκη που πήρε διάφορες μορφές έκφρασης, είτε στη αρχαία Αθήνα είτε στις λαϊκές συνελεύσεις των μεσαιωνικών πόλεων είτε στα συμβούλια των κωμοπόλεων είτε στις επαναστατικές συνελεύσεις των παρισινών τομέων, έχει εξαλειφτεί προς ευχαρίστηση κάποιων, και οι πολυπληθείς θεσμοί για τη διαχείριση της κοινότητας έχουν πέσει στα χέρια των κυνικών κοινοβουλευτικών ή κάποιων ακόμα χειρότερων”.vi

Με άλλα λόγια, εφόσον υιοθετήσουμε αυτή την άποψη, θα ήταν σαν να αγνοούσαμε την ιστορική εμπειρία της άμεσης δημοκρατίας, όχι σαν τη φαντασιακή προσδοκία ενός μαζικού λαϊκού κινήματος που είναι καταδικασμένη να παραμένει πάντοτε ανεκπλήρωτη, αλλά σαν την βιωμένη ιστορική μορφή της εναλλακτικής παράδοσης της αυτονομίας, που παρά τις όποιες ανεπάρκειες και τα ελαττώματα της, εκφράστηκε θεσμικά στο αμεσοδημοκρατικό πολίτευμα των αρχαιοελληνικών πόλεων, στις ελεύθερες αυτοδιοικούμενες πόλεις του μεσαίωνα, αλλά και στα όργανα συλλογικής αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας που έκαναν την εμφάνιση τους σε κάθε μεγάλο επαναστατικό ξεσηκωμό της μοντέρνας ιστορίας της ανθρωπότητας. Το στοιχείο που έχει πρωταρχική σημασία για το ζήτημα που εξετάζουμε, δεν είναι μόνο η ιστορικότητα που διαπερνά το ιδανικό της άμεσης δημοκρατίας, η διαχρονική δηλαδή παρουσία της αυτοκυβέρνησης στις διαφορετικές υλικές μορφές που έλαβε η λαϊκή αυτοθέσμιση σε μαζική κοινωνική κλίμακα ανά την ιστορία, αλλά και η τάση που επέδειξαν στην πράξη οι θεσμοί της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, όχι να συνυπάρχουν, αλλά να βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση με το Κράτος και, δυστυχώς, συνήθως να καταστέλλονται ή να αφομοιώνονται από αυτό. Ακόμη και στην περίπτωση των μεγάλων εργατικών επαναστάσεων της μοντέρνας εποχής, όπου εκ πρώτης όψεως υπέρμετρα αυταρχικά και συγκεντρωτικά κράτη φαίνεται ότι προέκυψαν μέσα από κοινωνικές διεργασίες που αρχικά απέβλεπαν στην αυτοθέσμιση των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα, θα ήταν καλό να σημειώσουμε πως η διαδοχή στις πολιτικές μορφές της επανάστασης ουδέποτε υπήρξε ομαλή ανάμεσα στην κρατικιστική και την ακρατική εκδοχή τους. Τις περισσότερες φορές, ο κρατισμός επιβλήθηκε με τη βία στους εξεγερμένους που είχαν απόλυτη συνείδηση της απόπειρας που γινόταν σε βάρος τους για να τους στερήσουν την ελευθερία που με κόπο είχαν κερδίσει ανατρέποντας το προηγούμενο καθεστώς. Το να πούμε ότι ο κρατισμός και η αντιπροσώπευση αναπτύσσονται με φυσικό τρόπο μέσα από τους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και αποτελούν την λογική τους κατάληξη, θα σήμαινε ότι αποφεύγουμε στην πράξη να θέσουμε στους εαυτούς μας το πολύ σημαντικό ερώτημα γιατί μέσα σε κάθε επανάσταση εμφανίζονται ταξικές δυνάμεις που είναι έτοιμες να την υπονομεύσουν, ενώ φαινομενικά τάσσονται με το μέρος της.

Όπως και να ‘χει, η αναφορά στο “γενικό συμφέρον” σαν μια αυτοτελή οντότητα, χωρίς την άμεση συσχέτιση του με τα “ειδικά” συμφέροντα των κοινωνικών μονάδων που το συναποτελούν, δεν είναι παρά μια αφαίρεση που καθιερώνει από μόνη της τον διαχωρισμό ανάμεσα σε κυβερνώντες από την μία και κυβερνώμενους από την άλλη. Μπορεί σε αυτή την περίπτωση να βρισκόμαστε ενώπιον μιας τεχνητής, ούτως ειπείν, ιδεολογικής κατασκευής, όμως τούτο δεν την καθιστά λιγότερο “πραγματική”, με την έννοια ότι συνιστά την καταστατική φαντασιακή διάσταση μιας υλικής κοινωνικής συνθήκης που αποκρυσταλλώνει την άνιση κατανομή της δύναμης υπό την μορφή θεσμοποιημένων προνομίων κι εξυσιών στο εσωτερικό μιας κοινωνικής ολότητας. Από αυτή την άποψη, η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στη θέσμιση ενός ετερόνομου κοινωνικού φαντασιακού του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής και του αυτόνομου φαντασιακού της ταξικής αυτοδιάθεσης, δεν έγκειται στον βαθμό “αλήθειας” που ενσωματώνουν, με την έννοια της πραγμάτωσης ενός υπερβατικού, ουσιοκρατικού νοήματος των υποκειμένων, αλλά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής διαδικασίας της θέσμισης. Από την μία μεριά, η εξεύρεση ενός γενικού συμφέροντος των υποτελών τάξεων μπορεί να προέλθει μονάχα μέσα από μια διαδικασία συλλογικής σύνθεσης που ξεκινάει από-τα-κάτω και τελείται μέσα σε συνθήκες απόλυτης ισοκατανομής της δύναμης για τα άτομα και τις ομάδες που συμμετέχουν. Και στον βαθμό που μιλάμε για ετεροκαθοριζόμενα στρώματα που συνέρχονται για να καταλύσουν τις θεσμοποιημένες συνθήκες που αναπαράγουν την υποτέλεια τους, η ισοδυναμία τους διασφαλίζεται καταρχήν από το γεγονός ότι μέσα στις υφιστάμενες δομές κυριαρχίας τα υποτελή κοινωνικά στρώματα είναι εξίσου αδύναμα και καταπιεσμένα. Από αυτή την άποψη, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η συγκέντρωση δύναμης που είναι δομικό στοιχείο της ιεραρχικής δομής της ετερόνομης κοινωνίας, παράγει ιστορικά την ισοκατανομή της δύναμης σαν σημείο εκκίνησης των ταξικών κινημάτων που αμφισβητούν την θεσμοποιημένη κυριαρχία της.

Αντίθετα, το ετερόνομο φαντασιακό παράγεται και αυτό ιστορικά, αλλά προκύπτει μέσα από μια διαδικασία πολιτικής δημιουργίας και όχι πολιτικής σύνθεσης. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει τη στήριξη του από μια υλική δύναμη μονομερούς επιβολής που εκπέμπει τις πυρηνικές φαντασιακές σημασίες του ηγεμονικού φαντασιακού της ετερονομίας από την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας προς τα κάτω, αντί να τους δώσει τη δυνατότητα να παραχθούν και να αλληλεπιδράσουν ελεύθερα μέσα σε οριζόντιες δομές που επιτρέπουν τον ατομικό και συλλογικό αυτοκαθορισμό. Ακόμη κι αν αυτός ο αυτοκαθορισμός δεν είναι ποτέ πλήρης ή διάφανος, με την έννοια ενός “Είναι” που υφίσταται ως καθαρή ταυτότητα, όπως ορθά παρατηρεί ο συγγραφέας, το είδος της αντιπροσώπευσης που εμπερίεχεται σε ένα κρατικό μόρφωμα δεν είναι το ίδιο με εκείνο συνεπάγεται μια συνομοσπονδία αυτόνομων κομμουνών ή κοινοτήτων. Σε αυτή την περίπτωση ερχόμαστε αντιμέτωποι με την αντανάκλαση των ίδιων των επιθυμιών μας, που εφόσον συλλογικοποιούνται σε μια υλική δύναμη η οποία μετασχηματίζει τον κόσμο γύρω μας, ήδη έχει αρχίσει να μας υπερβαίνει και να διαφεύγει από τον ατομικό μας έλεγχο. Για να ελέγξουμε εκ νέου αυτή τη δύναμη πρέπει να συγκροτηθούμε πολιτικά σε σώμα, σε αυτοστοχαστικό κοινωνικό υποκείμενο. Αλλά πέρα από μηχανισμός ελέγχου, η πολιτική συγκρότηση των ταξικών δυνάμεων της αυτονομίας είναι και ο ιστορικός μηχανισμός χωρίς τον οποίο η δύναμη μετασχηματισμού δεν γίνεται να παραχθεί. Είναι δηλαδή την ίδια στιγμή η αναγκαία, αλλά και η ικανή συνθήκη για την δημιουργία αλλά και την αναπαραγωγή της. Από την άλλη μεριά, σε ότι αφορά το Κράτος, είμαστε υποχρεωμένοι να συμμορφωθούμε με επιθυμίες που δεν είναι δικές μας τις οποίες βρίσκουμε απέναντι μας ως μια μονολιθική “γενική βούληση”, με την Ρουσσωική έννοια, και, συνακόλουθα, να αλλοτριωθούμε από τις δικές μας επιθυμίες. Η καθιερωμένη αντίληψη που υπάρχει στην αστική αντιπροσώπευση και μιλάει για μια “μετάθεση της βούλησης” αυτή την έννοια έχει. Ο πολιτικός έλεγχος, ακόμα και στην περίπτωση που πραγματώνεται μέσα από τυπικές δομές παρόμοιες με αυτές της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”, δεν παύει να είναι ένας έλεγχος που ασκείται εξωγενώς και κατά περίσταση πάνω σε μια ξένη και αλλότρια προς την κοινωνία δύναμη, αυτή του Κράτους.

Όπως και να έχει, και μόνη η ενδελεχής διαλεκτική ανάλυση γύρω από το ζήτημα του ταξικού συμφέροντος σαν μιας διαδικασίας πολιτικής και πολιτισμικής παραγωγής και σαν ενός μη-στατικού, δυναμικού πεδίου στο οποίο συναρμόζονται ετερόκλητες επιθυμίες και συμφέροντα, έχει αξία από μόνη της. Διότι ενώ τα πολιτικά ρεύματα που αξιώνουν πως είναι οι συνεχιστές του επαναστατικού προτάγματος εκκινούν από μια δεδομένη αντίληψη αναφορικά με το ταξικό συμφέρον, την ταυτότητα του επαναστατικού υποκειμένου και τις βασικές παραμέτρους της Κοινωνικής Πάλης, ο ανά χείρας τόμος θέτει αυτά τα ζητήματα σαν διακυβεύματα και σαν ζητούμενα της πολιτικής στράτευσης των κοινωνικών αγωνιστών και των διανοουμένων που δεν είναι ικανοποιημένοι να αναμασούν τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο. Αυτή είναι μια αναγκαία προϋπόθεση αν επιθυμούμε η εναλλακτική παράδοση της αυτονομίας να βγει από την απομόνωση στην οποία έχει περιέλθει και να επανασυνδεθεί εκ νέου με έννοιες όπως ο κομμουνισμός και ο σοσιαλισμός που ενέπνευσαν ισχυρά κινήματα για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Κι έχω την αίσθηση ότι στην ιστορική συγκυρία που διανύουμε ο κλήρος πέφτει στους θεωρητικούς και στους οργανικούς διανοούμενους του κινήματος προκειμένου να διερευνήσουν τις ιστορικές δυνατότητες που διανοίγονται μπροστά μας από μια δημιουργική σύζευξη ανάμεσα στις κοινές συλλογικές αρνήσεις μας και τις επιθυμίες μας σαν δύναμη παραγωγική.

Εναπόκειται πάντα στη θεωρία να επιχειρήσει αυτή τη συνάρμοση και να τη διατυπώσει με ξεκάθαρους κανονιστικούς όρους, μιας και οι συστηματοποιημένες ιδέες συνιστούν την παραγωγική προέκταση της αρχικής επιθυμίας, το δημιουργικό όχημα μέσα από το οποίο συντελείται η συλλογικοποίηση των μεμονωμένων ατομικών επιθυμιών. Με τα λόγια του συγγραφέα, “Ενώ λοιπόν ισχύει ότι δεν χρειάζεται κάποια ‘μεγάλη ιδέα’ ή ‘μεγάλη αφήγηση’ για να ενεργοποιηθεί η επθυμία και να κινητοποιηθεί το σώμα προς μια κατεύθυνση αντίστασης ή αλλαγής, είναι μόνο μέσα από την οριοθέτηση ενός στόχου που λειτουργεί σαν άξονας και πυξίδα προσανατολισμού που η επιθυμία γίνεται κίνημα, δηλαδή που προσλαμβάνει την μορφή μιας ιστορικά καθορισμένης δύναμης μετασχηματισμού (όπως ήταν το σοσιαλιστικό, το κομμουνιστικό, το αναρχικό, το εργατικό, το φεμινιστικό, το οικολογικό κίνημα)” (σελ. 130). Στις συλλογικότητες και τις πολιτικές οργανώσεις αναλογεί η ευθύνη να κωδικοποιήσουν τη θεωρία σε πρακτική στάση και να την υποβάλλουν στη δοκιμασία της Κοινωνικής Πάλης, παράγοντας πολιτική με την έννοια της συλλογικής αυτοθέσμισης των καταπιεσμένων στρωμάτων και όχι αναθεματίζοντας την πολιτική αυτή καθ’ εαυτή. Επουδενί πάντως οι συλλογικότητες δεν πρέπει να παραμείνουν προσκολλημένες σε μια ταυτοτική λογική αναφορικά με το τι είναι επαναστατικό και τι δεν είναι, υποκύπτοντας έτσι στην ανάγκη παραγωγής ενός λαϊκίστικου πολιτικού στίγματος που απλώς λειτουργεί επιβεβαιωτικά ως προς την ύπαρξη του πολιτικού φορέα του. Μια παρόμοια αντίληψη μεταμορφώνει τις λεγόμενες “επαναστατικές” δυνάμεις σε θεματοφύλακες του κατεστημένου, σε αυτοαναφορικά μορφώματα που έχουν ελάχιστη σχέση με τα διακυβεύματα της Κοινωνικής Πάλης και στην πραγματικότητα λειτουργούν σαν εμπόδια και σαν αναχώματα ενάντια στην κοινωνική αλλαγή. Κι αυτό γιατί εκλαμβάνουν κάθε απόπειρα για συστηματική αναψηλάφηση των θεωρητικών κατηγοριών της Κοινωνικής Πάλης και των συλλογικών υποκειμένων που εμπλέκονται σε αυτήν, σαν προσωπική επίθεση στο συνεκτικό ταυτοτικό υπόβαθρο της δικής τους ομαδοποίησης.

iΖ. Σορέλ, Οι Ψευδαισθήσεις της Προόδου (Εκδόσεις “Γνώση”), σελ. 77.

iiΕ. Φρομ, Η Κρίση της Ψυχανάλυσης (Εκδόσεις Μπουκουμάνη), σελ.43.

iiiH. Arendt, On Revolution (Penguin Books), σελ. 59.

ivΤο 2016, μόνο η πολυεθνική αλυσίδα υπεραγορών Tesco, πέταξε στα σκουπίδια έναν όγκο τροφίμων ισοδύναμο με 119 εκατομμύρια πλήρη ατομικά γεύματα, επειδή τα τρόφιμα αυτά δεν μπόρεσαν να διατεθούν και να καταναλωθούν στην αγορά με την μορφή του εμπορεύματος προς πώληση, την στιγμή που η πείνα και ο χρόνιος υποσιτισμός θερίζουν εκατομμύρια προλετάριους ανά την υφήλιο. Από την άλλη, όπως αποκάλυψε πρόσφατα μια συνταρακτική έκθεση της καθολικής φιλανθρωπικής οργάνωσης Oxfam, οι οκτώ πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου κατέχουν αθροιστικά πλούτο ίσο με εκείνον που βρίσκεται υπό την κατοχή του φτωχότερου μισού του πληθυσμού του πλανήτη. Στο, https://www.oxfam.org.uk/media-centre/press-releases/2017/01/eight-people-own-same-wealth-as-half-the-world.

vΕίναι πάντως γεγονός ότι η υπαγωγή των ατόμων σε συνθήκες ακραίας φτώχειας δεν δημιουργεί επαναστατικά υποκείμενα. Δημιουργεί απλώς ανήμπορους ανθρώπους.

viM. Bookchin, Η Επόμενη Επανάσταση (Εκδόσεις Ευτοπία), σελ. 74.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s