Η λύση που μας ετοιμάζουν

αρχείο λήψης

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν”.

Κ.Π. Καβάφης, Ιθάκη

Υπάρχει μια ηθελημένη παρανόηση που αφορά την αντίληψη που έχει ο μέσος άνθρωπος αναφορικά με την έννοια της “κρίσης” και ότι αυτή συνεπάγεται. Έχει επικρατήσει να θεωρούμε την κρίση σαν μια προσωρινή κατάσταση ανισορροπίας του συστήματος, μια συνθήκη έκτακτης ανάγκης την οποία αρκεί απλώς να αφήσουμε πίσω μας για να επανέλθουμε σε ένα μυθικό παρελθόν γενικής ευημερίας. Μια πρότερη κανονικότητα όπου άπαντες ήταν ικανοποιημένοι και συνυπήρχαν αρμονικά μεταξύ τους. Μιλάω εδώ για μυθικό παρελθόν εφόσον ακόμα και στις “ειδυλλιακές” εποχές του αφηγήματος της διαρκούς ανάπτυξης και του καπιταλιστικού “εκσυγχρονισμού”, υπήρχαν μεγάλα κομμάτια του εγχώριου και πολυεθνικού προλεταριάτου που ζούσαν στη σκιά, που πλήρωναν με το αίμα τους τη διαρκή οικονομική μεγέθυνση και χρηματοδοτούσαν την συγκέντρωση του κεφαλαίου με την αδιάλειπτη υποτίμηση των υλικών όρων της ζωής τους. Αυτή την ερμηνεία της κρίσης ενθαρρύνουν και τα πάσης φύσεως συστημικά κόμματα του κατεστημένου, παρουσιάζοντας την σαν το ποσοτικό αποτέλεσμα της αδυναμίας να συνδυαστούν αποτελεσματικά μια σειρά από μονοδιάστατα λογιστικά μεγέθη. Αυτή η αδυναμία μπορεί με τη σειρά της να ξεπεραστεί διαμέσου μιας συνετής διαχείρισης των δημοσιονομικών πόρων, ωσάν ο ίδιος ο τρόπος κατανομής των πόρων του κράτους να μην θέτει εξορισμού ζήτημα ηγεμονικού παραδείγματος οργάνωσης της κοινωνικής ολότητας. Τόσο ως προς τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί το κράτος τα περιουσιακά στοιχεία του, όσο και αναφορικά με το ίδιο το δικαίωμα του κράτους να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που τα αξιοποιεί με παρεμβάσεις του προς όφελος της κοινωνίας.

Τα κόμματα θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι θα αρκούσε η εξοικονόμηση κεφαλαίων από τον κρατικό κορβανά και η άμεση διοχέτευση τους στους υπερεθνικούς μηχανισμούς που έχει στήσει το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο για την αποπληρωμή του δυσβάστακτου χρέους, ώστε να πετύχουμε την πολυπόθητη “έξοδο από τα μνημόνια”. Να ξεπεράσουμε τη δυσάρεστη συγκυρία στην οποία βρισκόμαστε με τον ίδιο τρόπο που κάποιος θα έβρισκε την μυστική έξοδο από ένα δωμάτιο στο οποίο είναι παγιδευμένος και από το οποίο δεν μπορούσε μέχρι σήμερα να βγει. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η κρίση είναι ένα μέγεθος εξωτερικό από εμάς. Παρά τις οδυνηρές συνέπειες της, μπορούμε να βγούμε από αυτήν αλώβητοι, με την έννοια ότι δεν αγγίζει κάποιον εσώτερο πυρήνα που (προφανώς) διαθέτει η ετερόνομη κοινωνία του ελλαδικού προτεκτοράτου κι εκφράζεται καλύτερα από το φαντασιακό μιας μυθολογικής εθνικής ενότητας ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις που, κατά τα άλλα, δεν έχουν κανένα κοινό έδαφος όπου μπορούν να συναντήσουν ή μία την άλλη. Αυτό που αποκρύπτει η παραπάνω μονοδιάστατη αφήγηση της εξουσίας για την πολυδιάστατη κρίση που η ίδια διέρχεται, είναι το γεγονός ότι η κρίση είμαστε εμείς οι ίδιοι. Είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από την αδυναμία συνέχισης των αντικειμενικών συνθηκών της κοινωνικής μας υπόστασης, των υλικών όρων αναπαραγωγής του ετερόνομου συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας συνολικά.

Έτσι, η υπέρβαση της κρίσης προϋποθέτει μια μόνιμη μεταλλαγή του κοινωνικού συστήματος και την αναδιοργάνωση του σε μια πιο συγκεντρωτική βάση, τόσο στο πολιτικό, όσο και στο οικονομικό επίπεδο για να μπορέσει αυτό να συνεχίσει να υπάρχει. Κι επειδή οι υπέρογκες πληρωμές για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους οφείλουν να εξυπηρετούνται εις το διηνεκές βάσει των νομικών δεσμεύσεων που ανέλαβε το ελλαδικό προτεκτοράτο έχοντας υπογράψει αποικιακού τύπου συνθήκες με το μπλοκ των καπιταλιστών δανειστών του, η ανάπτυξη που θα επιτευχθεί από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση δεν πρόκειται ποτέ να είναι αυτοχρηματοδοτούμενη κι επομένως βιώσιμη μέσα στις συνθήκες ανελέητου ανταγωνισμού που θεσμοποιεί το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Τα πλεονάσματα που θα παράγονται από την κατ’ εξακολούθηση περιστολή των δαπανών του κράτους προορίζονται για να φουσκώνουν τους λογ/σμους του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και η εξεύρεση πόρων για την περαιτέρω υποστήριξη της καπιταλιστικής “ανάπτυξης” με κρατικές επενδύσεις στην εκπαίδευση ή τις υποδομές θα πρέπει να προέρχεται από την περαιτέρω συμπίεση των λαϊκών εισοδημάτων, την υπερφορολόγηση και την συρρίκνωση του λεγόμενου κοινωνικού μισθού. Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, ότι η κρίση δεν είναι μια παροδική κατάσταση όπου κάποιες ισορροπίες του συστήματος έχουν προσωρινά διαταραχτεί και από την οποία αναμένεται να “εξέλθουμε” από μέρα σε μέρα, αλλά μια μόνιμη κατάσταση φτωχοποίησης για τα υποτελή κοινωνικά στρώματα, η μετάβαση σε ένα άλλο παράδειγμα κοινωνικής οργάνωσης, περισσότερο συγκεντρωτικό και περισσότερο αυταρχικό απ’ το προήγουμενο.

Για να αποκαλυφθεί στις πραγματικές διαστάσεις του το περιεχόμενο της προπαγάνδας της κυριαρχίας περί εξόδου από την κρίση, αρκεί να αναφερθούμε σε εκείνα τα κράτη τα οποία τα συστημικά ΜΜΕ εμφανίζουν ως υποδείγματα επιτυχημένων χωρών που “ξεπέρασαν” την οικονομική τους δυσπραγία κάνοντας χρήση των μεθόδων που έθεσε στη διάθεση τους η διεθνής των τοκογλύφων και τώρα έχουν επανέλθει πια σε μια κατάσταση νιρβάνας της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Η Ιρλανδία είναι αναμφίβολα το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από αυτά που προαναφέραμε. Έχοντας βρεθεί αντιμέτωπη με το φάσμα της χρεοκοπίας το 2010, εφάρμοσε πιστά τις εντολές των υπερεθνικών θεσμών διακυβέρνησης και σήμερα έχει επανέλθει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης με ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και θετικό πρόσημο στο ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών. Ωστόσο, η Ιρλανδία της περιόδου πριν την οικονομική καταστροφή, δεν είναι η ίδια χώρα με αυτήν που προέκυψε από τις τεκτονικές κοινωνικές αλλαγές που προκάλεσαν στη χώρα οι διαλυτικές πιέσεις της οικονομικής ύφεσης. Η ιρλανδική οικονομία διατηρεί έναν βαθμό ανταγωνιστικότητας που της επιτρέπει να χρηματοδοτεί ένα εξωστρεφές μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης με τίμημα όμως την μαζική μεταναστευτική φυγή του πλεονάζοντος πληθυσμού της στο εξωτερικό, την μόνιμη καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου της μεγαλύτερης μερίδας του υποπρολεταριάτου και την διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών στον τομέα της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής ασφάλισης. Έχει γίνει πια κτήμα των πολλών ότι η καταγραφή θετικών ρυθμών ανάπτυξης για μια οικονομία δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε ευημερία για τα κατώτερα στρώματα, τα οποία μπορούν κάλλιστα να πλήττονται από ένα νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο που τα αντιμετωπίζει ως καύσιμη ύλη για τις φωτιές της καπιταλιστικής οικονομικής μεγέθυνσης. Η φτώχεια έτσι μετατρέπεται σε συστημικό μέγεθος που παράγεται γεωμετρικά από τις αντίστοιχες διεργασίες αναπραγωγής του ετερόνομου μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας. Αν στην Ελλάδα η “λύση” αυτή έχει καθυστερήσει, αυτό συμβαίνει διότι οι ταξικές αντιστάσεις που αντιμετωπίζει το πρόγραμμα της τρόικας για την ολοκληρωτική σαλαμοποίηση ενός μεγάλου κομματιού του προλεταριάτου είναι πολύ πιο ισχυρές από αυτές που προϋπήρχαν σε χώρες όπως η Ιρλανδία, ή η Πορτογαλία. Και σίγουρα δεν πρόκειται ποτέ κανένας καπιταλιστής να αναγνωρίσει τις θυσίες που αναγκάστηκαν να κάνουν οι εργαζόμενοι στον βωμό της ανάπτυξης του κεφαλαίου, να αναφωνήσει “ως εδώ” και να αποφασίσει να δώσει κάτι πίσω στους προλετάριους από τα οικονομικά και τα κοινωνικά δικαιώματα που έχασαν κατά τη διάρκεια των ζοφερών χρόνων της οικονομικής ύφεσης. Η επιστροφή στο “χρυσό” παρελθόν δεν υφίσταται ούτε σαν ρεαλιστική δυνατότητα εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος, ούτε σαν πραγματικό πολιτικό διακύβευμα που τίθεται από κάποιο από τα κόμματα εξουσίας. Το περισσότερο για το οποίο μπορούν να ελπίζουν οι απανταχού εργαζόμενοι είναι να μπει ένα φρένο στην κατρακύλα και να μην επιδεινωθεί κι άλλο η κοινωνική τους θέση.

Κατά την τριετία 2012-2015 ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε την θεσμική έκφραση των εγχώριων ταξικών αντιστάσεων, γεγονός που του έδωσε τη δυνατότητα να επιτύχει μια μετεωρική αύξηση των εκλογικών ποσοστών του σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και το 2015 να σχηματίσει την πρώτη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης που προέρχεται από τους κόλπους της κομμουνιστογεννούς αριστεράς. Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε νομιμόφρονα κυβερνητική δύναμη αποκατέστησε, έστω και με τρόπο βεβιασμένο, τον αναγκαίο θεσμικό διπολισμό ανάμεσα στην “αριστερά” και τη “δεξιά” που έχει ανάγκη το σύστημα για να λειτουργήσει. Συνακολουθα σταθεροποίησε εκ νέου το πολιτικό σύστημα που απ’ το 2010 κι έπειτα, υπέστη σοβαρους κλυδωνισμούς μέχρι του σημείου να καταστεί σχεδόν αναποτελεσματικό ως προς την ανάδειξη του πολιτικού προσωπικού που αναλαμβάνει να διαχειριστεί τα συλλογικά συμφέροντα της οικονομικής ελίτ για λογαριασμό της. Η αμφισημία της πολιτικής θέσης στην οποία έχει περιέλθει ο ΣΥΡΙΖΑ διαφαίνεται καθαρά στο αντιφατικό προεκλογικό του αφήγημα. Από τη μία, προσπάθησε να διατηρήσει την όποια απεύθυνση είχε στα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα και στον κόσμο της εργασίας και γι’ αυτό επαναλάμβανε με μονοτονία τη δακρύβρεχτη διαπίστωση μιας αριστερής διακυβέρνησης που εκτυλίχθηκε “με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα” από τους κακούς ευρωπαίους δανειστές που ήθελαν να τη δουν να αποτυγχάνει. Από την άλλη, απευθυνόμενη στα ευρωλάγνα μεσαία στρώματα, υπερθεμάτισε για μια υποτιθέμενη ηρωική “έξοδο από τα μνημόνια”, υιοθετώντας πρόθυμα το προφίλ μιας τεχνοκρατικής δύναμης που υπερτερεί σε εξειδικευμένες γνώσεις και διοικητικές ικανότητες έναντι των εκπροσώπων του παλαιοκομματικού κατεστημένου. Δεν είναι ανάγκη να εξηγήσουμε εδώ πόσο αντιφατικό είναι από τη μία να αναθεματίζει κανείς την κυβερνητική πολιτική που χρειάστηκε να ακολουθήσει ως προϊόν εξωτερικού καταναγκασμού και μετά να υπερηφανεύεται ότι εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική μπόρεσε κι “έσωσε τη χώρα” από το καθεστώς επιτροπείας.

Η δουλικότητα του ΣΥΡΙΖΑ προς τους επικυρίαρχους της υπερεθνικής ελίτ φαίνεται κι από το γεγονός ότι, κόντρα στα πολιτικά συμφέροντα του, αποφάσισε να σηκώσει μόνος του το βάρος της συμφωνίας των Πρεσπών χωρίς να μεταθέσει μέρος της πολιτικής ευθύνης στην ΝΔ. Κι αυτό γιατί είναι σίγουρο ότι η ΝΔ δεν θα μπορούσε να αντέξει τις φυγόκεντρες δυνάμεις που θα έβαζε σε κίνηση μια ενδεχόμενη αποδοχή της συμφωνίας από την ηγετική κλίκα της, με την ακροδεξιά πτέρυγα των σκληροπυρηνικών εθνικιστών του κόμματος είτε να εξεγείρεται εναντίον της ηγεσίας, ή να αποχωρεί σύσσωμη από το κόμμα. Σε αυτή την περίπτωση όμως ο δεξιός πόλος του πολιτικού συστήματος θα οδηγούνταν σε αποσύνθεση και θα επέρχετο εκ νέου συστημική αποσταθεροποίηση, με μια νέα εκλογική ενδυνάμωση της ΧΑ, της (φιλορωσικής) Ελληνικής Λύσης και άλλων ακροδεξιών μορφωμάτων να φαντάζει σαν διόλου απίθανη, κάτι που σίγουρα δεν επιθυμούσαν οι επικυρίαρχοι της υπερεθνικής ελίτ. Έχοντας πια πλήρη επίγνωση του ακραίου καιροσκοπισμού με τον οποίο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επεξεργάζεται τη στρατηγική της, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και το ενδεχόμενο να θέλησε να πουλήσει τις “καλές υπηρεσίες” του κόμματος στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο ότι εκτός από εγγυητής των οικονομικών συμφερόντων της διεθνούς πλουτοκρατίας, μπορεί να αποτελέσει και μοχλό για την ολοκλήρωση των γεωπολιτικών σχεδιασμών του ΝΑΤΟ σε αυτο το κομμάτι της στρατηγικής του περιφέρειας. Είναι άλλωστε ένα χαρακτηριστικό που διακρίνει κάθε χώρα που βρίσκεται υπό καθεστώς άτυπης ή τυπικής κατοχής, οι πολιτικές δυνάμεις να επιδίδονται σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ τους για το ποιά θα φανεί περισσότερο χρήσιμη στους πραγματικούς κατόχους της δύναμης, τους ιμπεριαλιστές επικυρίαρχους, προκειμένου να εξασφαλίζει έτσι μεγαλύτερο μερίδιο της εξουσίας για λογαριασμό της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s